Πέμπτη, 30 Απριλίου 2015

Το δάκρυ του Ιησού (Σάββατο του Λαζάρου)

 
 
 
Σήμερα η αγία μας Εκκλησία εορτάζει το θαύμα της έγερσης του Λαζάρου, όπως μας το περιγράφει ο ευαγγελιστής Ιωάννης. Βλέπουμε τον Χριστό να αποκαλύπτει με θαυμαστό τρόπο την παντοδυναμία Του: αντιστρέφει την πορεία του θανάτου, αναδομεί την σάρκα του τετραήμερου Λάζαρου και τέλος ανασταίνει εκ νεκρών τον φίλο Του. Αξίζει ωστόσο να σταθούμε σε μια λεπτομέρεια της διήγησης του Ευαγγελίου: όταν ο Ιησούς οδηγήθηκε στον τάφο του φίλου Του και άκουσε από την Μάρθα να Του λέει «Κύριε, ήδη όζει» [=μυρίζει] και ατένισε τον λίθο που έφραζε την θύρα του μνήματος, τότε εδάκρυσε και οι παρευρισκόμενοι σχολίασαν «ίδε πώς εφίλει αυτόν» [=κοίτα πώς τον αγαπούσε!].

Τούτο το δάκρυ του Ιησού δεν είναι τόσο απλό όσο φαίνεται, γιατί ο Χριστός δεν ήταν απλά ένας φίλος του Λάζαρου και δεν πήγε απλά να δει τον τόπο που τον έθαψαν, αλλά είναι ο σαρκωθείς Λόγος του Θεού που πήγε στην Βηθανία με σκοπό να αναστήσει τον Λάζαρο, όπως φαίνεται ξεκάθαρα μέσα από την διήγηση του ευαγγελιστή Ιωάννη. Με δεδομένα λοιπόν ετούτα τα στοιχεία, ο Ιησούς δακρύζει. Είναι η μοναδική φορά που στην ζωή Του δάκρυσε. Και το δάκρυ αυτό είναι θεανθρώπινο, αφού ο Ιησούς Χριστός είναι τέλειος Θεός και τέλειος άνθρωπος.
 
Δακρύζει λοιπόν ως άνθρωπος, γιατί πραγματικά αγαπά πολύ τον φίλο Του, γιατί νιώθει θλίψη για τον χωρισμό. Δακρύζει και ως Θεός, γιατί βλέπει τον θάνατο να κυριεύει τα πλάσματά Του, την δημιουργία Του να φθείρεται, την θλίψη να ταλαιπωρεί τους ανθρώπους, την απελπισία να τους καταβάλλει. Δακρύζει γιατί βρίσκεται μπροστά σε μια πραγματικότητα που ο ίδιος δεν έκαμε, γιατί βλέπει την έσχατη μοίρα του ανθρώπου που είναι δέσμιος της αμαρτίας, της φθοράς και του θανάτου.

Έξω από το μνήμα του Λάζαρου βρίσκεται ο Θεός. Μέσα στο μνήμα είναι ο θάνατος, η φθορά, η σαπίλα. Έρχεται δηλαδή τρόπον τινά ο Θεός πρόσωπο με πρόσωπο με τον προαιώνιο εχθρό Του. Είναι η ώρα της πρώτης μεγάλης αναμέτρησης ανάμεσα στην Ζωή και τον θάνατο. Γιατί μέχρι τώρα η καταδίκη του θανάτου συνόδευε όλους τους ανθρώπους. Ο λίθος μετακινείται. Μα πριν προλάβει η οσμή του θανάτου να σκορπίσει στον αέρα, ο Ιησούς φωνάζει: «Λάζαρε, δεύρο έξω!».
 
Το θαύμα έχει γίνει. Η Ζωή έχει καταγράψει την πρώτη της νίκη. Σύντομα, με την πορεία του Χριστού στον Άδη και την Ανάστασή Του, θα επιτευχθεί ο οριστικός θρίαμβος και θα καταλυθεί το κράτος του θανάτου. Από τούτη τη στιγμή ανατέλλει η ελπίδα και της δικής μας ανάστασης, που σε λίγες ημέρες θα γίνει βεβαιότητα, πίστη, γεγονός. Αρκεί να έχουμε την ταπείνωση να ακολουθήσουμε τον Ιησού στην δύσκολη ανάβαση στο Γολγοθά. Μετά, σίγουρα θ’ ανατείλει το φως της Αναστάσεως!

Η χαρά της Αναστάσεως

Anastasi
  ananstasiΗ Χριστιανική θρησκεία είναι θρησκεία της ελπίδας και της χαράς. Σε αντίθεση με το Βουδισμό και τις άλλες θρησκείες της Ανατολής, που έχουν χαρακτηριστικό τη θλίψη και την απαισιοδοξία. Μάλιστα, όσοι βιώνουν σωστά και έντονα τη θρησκευτική πίστη Χριστιανοί, ό,τι κι αν τους συμβεί, ενισχύονται από το Χριστό, και πάντοτε είναι χαρούμενοι και αισιόδοξοι.
Ό,τι δηλαδή συμβαίνει πάντοτε με τους αγίους μάρτυρες. Γιατί τα ίχνη του Χριστού, τα λόγια και οι επαγγελίες, η αγάπη, είναι ελπιδοφόρα και ζωηφόρα. Ο Χριστός θέλει να έχομε χαρά. Και η χαρά μας να είναι πλήρης «πεπληρωμένη». «Ίνα η χαρά υμών η, πεπληρωμένη».
Και ο Τίμιος Πρόδρομος έχαιρε μέσα ακόμη από τη μήτρα της μητέρας του (Λουκ. Ι, 41) και αργότερα για τον ερχομό και το έργο του Λυτρωτή (Ιω. 3, 29). Τη χαρά την πνευματική, την ονομάζει ο Χριστός δική Του. Την χαράν την εμήν. Αυτή η χαρά είναι του Θεού, η Ευαγγελική χαρά. Η ελπίδα μας δίνει χαρά. 
Και όταν πια μιλούν τα γεγονότα - θαύματα, τότε η χαρά κορυφώνεται. Και επειδή μεγαλύτερο γεγονός από την Ανάσταση του Χριστού δεν υπάρχει, γι' αυτό η Ορθόδοξη Εκκλησία, που ζει σωστά και έντονα το μεγάλο θαύμα, χαρακτηρίζεται σαν η Εκκλησία της Αναστάσεως.
Από τα χρόνια της Παλαιάς Διαθήκης οι ένδοξοι Προφήτες μας προτρέπουν να χαρούμε: Δεύτε αγαλλιασώμεθα τω Κυρίω (Ψ. 94, Ι). «Ότι έρχεται» (Ψ. 95, II).
Η λατρεία του Θεού είναι ευκαιρία ώστε να χαίρονται οι πιστοί (Ψ. 32, Ι). Η χαρά της σωτηρίας είναι αποτέλεσμα του θριάμβου του Αναστάντος. «Πολλοί θα χαρούν με τον ερχομό του Λυτρωτή (Λ. Ι., 14). Ο ασπασμός του Αρχαγγέλου ήταν. Χαίρε, Κεχαριτωμένη: (Λ. Ι., 28).
Έτσι και οι πιστοί, που βιώνουν το Μυστήριο της Πίστεως ζουν την κορυφαία πνευματική χαρά, αφού έχουν εμπρός των την απτή πραγματικότητα, την πηγή της χαράς τον Κύριο της δόξης, την παρουσία Του και τη θυσία Του.
Η πνευματική χαρά είναι καρπός του Αγ. Πνεύματος. Χαίρουν οι πιστοί γιατί βλέπουν να λάμπει η Αλήθεια και να επαληθεύονται οι Μεσσιακές προφητείες. Η ημέρα του Κυρίου είναι ημέρα χαράς για τους Αποστόλους (Α΄ Θεσ. 2, 19).
Άλλα κορυφαία είναι και η χαρά μας το Πάσχα, που εκδηλώνεται τόσο έντονα και πανηγυρικά. «Αυτή η ήμερα ην εποίησεν ο Κύριος. Αγαλλιασώμεθα και ευφρανθώμεν εν αυτή». Αυτή τη χαρά σε όλο της το βάθος ζουν μόνο όσοι ανήκουν στη δοκιμασμένη πίστη, γιατί ο πιστός θεωρεί ύψιστη χαρά την κάθε δοκιμασία. «Χαίρω εν τοις παθήμασί μου» έγραφε ο Παύλος (Β΄ Κορ. 7,4). Και συμβουλεύει: «πάντοτε χαίρετε, αδιαλείπτως προσεύχεστε». «Χαίρετε εν Κυρίω πάντοτε (Φιλ, 4,...).
Στην Ορθόδοξη Εκκλησία μας γιορτάζουμε με ξεχωριστό τρόπο και ωραιότατα θρησκευτικά έθιμα το Πάσχα. Ακόμη και οι άπιστοι τα χαίρονται... Ιδιαίτερα όμως χαίρονται όσοι απολαμβάνουν τη μεγαλειώδη Θεία Λειτουργία τη νύκτα της Αναστάσεως. Είναι όντως μοναδική. Λάμπουν τα μάτια των από χαρά, γαλήνη και συγκίνηση. Ο Χριστός προφητεύει πως οι Μαθητές Του και οι δικοί Του θα λυπηθούν με τη Σταύρωση αλλά και τους βεβαίωσε ότι η θλίψη των θα μεταστραφεί σε χαρά. «Η λύπη υμών εις χαράν γενήσεται (Ιω. 16,20).
  
Χαρείται λοιπόν την Ανάσταση. Χαρείτε για την Αλήθεια.
Χαρείται για τη Θεότητα του Χριστού.
Χαρείτε γιατί τώρα έχετε εμπρός σας «ελπίδα ζώσαν (Α΄ Πε. Ι, 3).
Χαρείτε και ελπίσατε. Αφού ο Χριστός ανέστη και ζωή πολιτεύεται (Ιω. Χρυσ.). Η θύρα του Παραδείσου ανοίχθηκε και πάλι. Τα δεσμά του θανάτου συντρίφθηκαν, από το θρίαμβο του Εσταυρωμένου Κυρίου. Οι απ' αιώνος δέσμιοι απελευθερώθηκαν. Η λύπη εξαφανίσθηκε. Χαρά στον κόσμο δόθηκε.
Χαρείτε οι πρίν νεκροί. Γιατί «Ζωή εκ του Τάφου ανέτειλε».
Χαρείτε οι πιστοί τον Αναστημένο Αρχηγό της Πίστεως.
Χαρείτε, γιατί έδειξε ο Θεός τη σωστική και άπειρη αγάπη Του.
Χαρείτε, αφού ο Χριστός «απλώσας τας παλάμας, ήνωσε τα το πρίν διεστώτα». Ενώ η πτώση οδήγησε στη διάσταση και στη διάσπαση του ανθρωπίνου Γένους.
Χαρείτε αφού «ο της δικαιοσύνης τριήμερος Ήλιος ανέτειλε και την οικουμένην ευφροσύνης πεπλήρωκεν» (Αγ. Επιφάνιος).
Χαρείτε όλοι οι άνθρωποι, γιατί ο Λυτρωτής καθείλε (κατήργησε) το κράτος του θανάτου κι έσωσε τον άνθρωπο από τη φθορά και το θάνατο.
 
Ο Άγ. Ησαΐας αφιερώνει ολόκληρο κεφάλαιο της προφητείας του στην πνευματική χαρά (κεφ. 35) των πιστών, για τα σωτήρια του Θεού. Το κομμάτι αυτό, υπέροχο. Αλλά βέβαια χωρίς την Ανάσταση θα ήταν απλώς ένα άριστο λογοτέχνημα.
Η Ανάσταση δίνει ζωή και νόημα στη ζωή και σκοπό και χαρά. Άλλωστε ο Αναστημένος συναντώντας τις Μυροφόρες γυναίκες με τη φράση: Χαίρετε. Μια λέξη, που τα λέει όλα. Μοναδικός χαιρετισμός. Χαίρετε. Και πότε χαίρεται κανείς;
Όταν έχει υγεία. Όταν νοιώθει ευτυχισμένος, αυτάρκης, ισορροπημένος. Αυτά όμως αποκτούν νόημα και εξασφαλίζονται μόνο κοντά στο Θριαμβευτή Χριστό Ιησού. Αυτώ η, δόξα εις τους αιώνας. Αμήν.

Γολγοθάς, η ρήξη με το μηδέν, του Θανάση Ν. Παπαθανασίου


  •  

Καθαυτόν ο Γολγοθάς σημαίνει ανηφόρα προς το μηδέν. Σημαίνει ότι μαζεύεις όλη σου τη δύναμη για να σηκώσεις το ένα σου γόνατο, κατόπιν το άλλο γόνατο, ξανά το πρώτο, και πάει λέγοντας. Αλλά προς τι; Μαρτυρικός δρόμος, προς μαρτυρικό εκμηδενισμό. Η μαστίγωση καθοδόν είναι ανυπόφορη, το βάρος του σταυρού συντριπτικό, κι όμως, το πιο αβάσταχτο στην υπόθεση του Γολγοθά είναι μάλλον κάτι άλλο: Η εγκατάλειψη! Λεπτό με λεπτό, θα στραγγίξεις από τις δυνάμεις σου, γιατί απομένεις ολομόναχος, εσύ και τα σωθικά σου. Στον Γολγοθά η εξουσία και οι υπηρέτες της (πολιτικά και θρησκευτικά αποβράσματα σε αγαστή διαπλοκή) λυσσομανούν να ξεκάνουν τον άνθρωπο, να τον σύρουν, δηλαδή, σε κατάσταση μη-ανθρώπινη: στον απόλυτο ατομισμό.
Σε κανονικές συνθήκες ο άνθρωπος δεν είναι μονάχα τα χημικά στοιχεία που τον απαρτίζουν. Είναι οι σχέσεις του, και οι άλλοι είναι όροι της ύπαρξής του – όχι ψιμύθια πάνω σ’ αυτήν. Στον Γολγοθά, λοιπόν, σε υψώνουν έτσι που να σπάσουν όλοι σου οι δεσμοί: να μη μπορείς να αγγίξεις τίποτα, να μη μπορεί να σε αγγίξει κανένας. Ανάμεσα σε σένα και στους άλλους το ύψος, αλλά όχι μόνο. Κρατά μακριά σου τους φίλους ο τρόμος, τους σώφρονες το κέρδος, τους αξιοπρεπείς ο νόμος.
Αυτά, όσον αφορά τον Γολγοθά δίχως Χριστό. Με τον Χριστό, όμως, τη Μεγάλη Πέμπτη της Σταύρωσης έρχεται η ανατροπή. Ο Γολγοθάς αποκτά ενδοχώρα, την οποίαν δεν την έχει από μόνος του. Εκεί που Γολγοθάς σημαίνει ανηφόρα προς το μηδέν, ακριβώς εκεί ο Χριστός ανοίγει ορίζοντες απεριόριστους. Είναι μια ενδοχώρα που δεν προκύπτει αυτόματα, αλλά δημιουργείται με την θυσιαστική δράση. Ο Χριστός δεν βρίσκεται στον Γολγοθά από ατύχημα, αλλά ηθελημένα, προχωρώντας σε μια κορυφαία πράξη αγάπης και αλληλεγγύης. Σταυρώνεται για χάρη των οδυνομένων, κάνει ζωή του την αφτιασίδωτη ζωή των ανθρώπων (το περιθώριο, την αδικία, το παράλογο, τον πόνο, τον θάνατο), ακριβώς για να μην αφήσει όλη αυτή την τυραννία (το περιθώριο, την αδικία, το παράλογο, τον πόνο, τον θάνατο) να είναι το ανίκητο τέρμα, το αδηφάγο μηδέν που ακυρώνει κάθε καλό και κάθε ομορφιά…
Έτσι ο Γολγοθάς δεν είναι πια τέρμα, δεν είναι όμως ούτε απλό πέρασμα. Είναι εργαστήρι για το ολότελα καινούργιο: για την Ανάσταση. Ανάσταση σημαίνει κατάργηση του θανάτου (κάθε είδους θανάτου) και κατάργηση της αδικίας (κάθε είδους αδικίας), κοντολογίς ένα όραμα αναμέτρησης της αγάπης με κάθε λογής υποτέλεια στο μηδέν. Πριν τον Γολγοθά ο Χριστός είχε πετάξει έξω από το ναό τους χρηματιστές (Ματθ. 21: 12-13), μετά τον Γολγοθά είχε να πετάξει τη σκλαβιά έξω από την ανθρώπινη ζωή. Οι θριαμβευτικοί ύμνοι στις εκκλησιές το Μ. Σάββατο ξεδιπλώνουν, με γλώσσα ποιητική, μια θεολογία της απελευθέρωσης, τη θεολογία της εκούσιας καθόδου στον άδη. Ο Χριστός δέχτηκε να πεθάνει, για να βρεθεί στα έσχατα μπουντρούμια του ανθρώπου, αλλά με τον τρόπο του αλληλέγγυου και ανυπόταχτου Θεού: πήγε για να συντρίψει τα μπουντρούμια, να σπάσει πόρτες και κλειδωνιές, να ελευθερώσει τους κρατουμένους. «Σήμερα», πανηγυρίζουν σαν τραγούδι αντάρτικο οι αναστάσιμοι ύμνοι, «ο άδης στενάζοντας βοά: βούλιαξε το κράτος μου […]. Όσους εξουσίαζα τους έχασα [...]. Κατέβηκες, Χριστέ, ως τα βάθη της γης και σύντριψες τους αιώνιους μοχλούς που κρατούσαν δέσμιους τους φυλακισμένους». Και οι περισσότερες εικόνες στις εκκλησιές μας έτσι ζωγραφίζουν την Ανάσταση. Δεν δείχνουν τον Χριστό να τινάζεται από το μνήμα ατομικά και ξέχωρα από τους ανθρώπους, αλλά να βρίσκεται στον άδη, εισβολέας και ελευθερωτής, να πατά πάνω σε συντρίμμια, να πιάνει από το χέρι τους ανθρώπους και να τους σηκώνει. Ολόκληρη η γιορτή της Ανάστασης είναι ένα πανηγύρι για το μέλλον που έρχεται, για το ολότελα καινούργιο μέλλον της απελευθέρωσης. Όχι σε μια ζωή που ψυχορραγεί και υποκλέπτεται με κρατικά επιδόματα και κομματικές συναλλαγές, αλλά σε μια ζωή ατόφια, που να ξεχειλίζει από πληρότητα, όπως ο ίδιος ο Χριστός είχε πει (Ιω. 10: 10).
Είμαστε γεμάτοι αντιφάσεις, οι οποίες όμως μπορεί να γίνονται απανθρωπιά, σε κρίσιμες στιγμές. Είναι τραγικά αντιφατικό, άνθρωποι που δηλώνουν Χριστιανοί, να συμμαχούν με τις δυνάμεις του θανάτου που λυσσομανούν γύρω μας και μετατρέπουν τους ανθρώπους σε αναλώσιμα. Από την άλλη, είναι επίσης τραγικό, άνθρωποι που θέλουν τη ρήξη μ’ αυτές τις δυνάμεις, να στεγνώνουν αυτή την υπέροχη ορμή τους σε μεμψιμοιρία, και να μη την μπολιάζουν στην αγάπη, και μάλιστα στην Αγάπη που δεν πεθαίνει ποτέ – στην Αγάπη που έχει αναστηθεί.
Η Ανάσταση είναι νίκη. Αλλά το να μιλάς αφηρημένα για νίκη δεν είναι αρκετό, γιατί δεν δηλώνεται το ποιόν, η προοπτική της νίκης. Πόσες νίκες μέσα στην ιστορία δεν έχουν εκφυλιστεί σε νέα κατεστημένα (πολιτικά και εκκλησιαστικά) και σε νέες δουλείες; Το είδος της Αναστάσιμης νίκης, λοιπόν, το δείχνει ο Γολγοθάς. Είναι νίκη της θυσιαστικής αγάπης, νίκη αυτού που θυσιάζεται ο ίδιος, αλλά δεν θυσιάζει τους άλλους. Είναι η ασφαλιστική δικλείδα ώστε η Ανάσταση να εμπνέει στον φιλότιμο άνθρωπο μια επ-ανάσταση διαρκή, μια στάση αδιάκοπα κριτική και ακούραστα αυτοκριτική. Ώστε η καθημερινότητά μας, η πνευματικότητά μας, η πολιτική μας, οι σχέσεις μας, οι υπάρξεις μας σύγκορμες, να δονούνται από τη ρήξη με το μηδέν!
Ο Θανάσης Ν. Παπαθανασίου είναι δρ. Θεολογίας και αρχισυντάκτης του περιοδικού «Σύναξη». Το κείμενο είναι προδημοσίευση από το βιβλίο του Η ρήξη με το μηδέν, εκδ. Αρμός, Αθήνα.

Ο ΛΥΤΡΩΤΗΣ, ΤΟ ΛΥΤΡΟ ΚΑΙ Η ΠΡΑΞΗ ΤΗΣ ΑΠΟΛΥΤΡΩΣΗΣ ΣΤΗΝ ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΣΩΤΗΡΙΟΛΟΓΙΑ

Ο ΛΥΤΡΩΤΗΣ, ΤΟ ΛΥΤΡΟ
ΚΑΙ Η ΠΡΑΞΗ ΤΗΣ ΑΠΟΛΥΤΡΩΣΗΣ
ΣΤΗΝ ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΣΩΤΗΡΙΟΛΟΓΙΑ  
Αρχιμανδρίτου Θεοφίλου Λεμοντζή Δρ.Θ.
Αρχιερατικού Επιτρόπου Καμπανίας

    Ο Ιησούς, απευθυνόμενος προς τους μαθητές Του, προσδιόρισε τη φύση της αποστολής Του και το ρόλο Του μέσα στο μυστήριο της θείας Οικονομίας: « Ο υιός του ανθρώπου ουκ ήλθεν διακονηθήναι αλλά διακονήσαι και δούναι την ψυχήν αυτού λύτρον αντί πολλών». (Μάρκ.10,45). Ο Ιησούς διακονεί το μυστήριο της σωτηρίας προσφέροντας την ψυχή Του ως « λύτρον αντί πολλών»1.Ο Απόστολος Παύλος υπογραμμίζει την πραγματοποίηση του μυστηρίου της θείας οικονομίας από τον Ιησού «εν ώ έχομεν την απολύτρωσιν δια του αίματος αυτού». Εφεσ. 1,7 2 και ο Απόστολος Πέτρος υπενθυμίζει στους πιστούς ότι « ου φθαρτοίς αργυρίω ή χρυσίω ελυτρώθητε εκ της ματαίας υμών αναστροφής πατροπαραδότου αλλά τιμίω αίματι ως αμνού αμώμου και ασπίλου Χριστού» (Α΄Πέτρ. 1, 18-19).3
Η σωτηριολογική διάσταση των παραπάνω Καινοδιαθηκικών χωρίων είναι σαφής. Η σωτηρία ορίζεται ως λύτρωση ή απολύτρωση. Κατά συνέπεια, ο Ιησούς είναι ο Λυτρωτής, Αυτός ο οποίος προσφέρει το αίμα Του, την ψυχή Του ως « λύτρον» για την σωτηρία των ανθρώπων. Τι σημαίνει όμως ο όρος λύτρωση-απολύτρωση; Με ποιο τρόπο δόθηκε το αίμα Του ως «λύτρον»; Σε ποιόν δόθηκε αυτό το «λύτρον»; Ποιες ήταν οι συνέπειες αυτής της προσφοράς;4.
Οι λέξεις « λύτρον », « λύτρα», «λυτρόω», μαρτυρούνται στην αρχαία ελληνική γραμματεία από τον 5ον π.Χ και οι λέξεις « λύτρωσις» και «απολύτρωσις», τον 2ον π.Χ και 1ον π.Χ, προς δήλωση της εξαγοράς αιχμαλώτου ή δούλου με αντικαταβολή κάποιου χρηματικού ποσού ως αντιτίμου, ως «λύτρου». Η λέξη « λυτρωτής» απαντά μόνο στην αγία Γραφή στην οποία συνδέεται κυρίως με την απελευθέρωση του Ισραήλ από την δουλεία της Αιγύπτου ( Εξ. 14,13. Ησ. 63,9). Οι Εβραίοι ήταν δούλοι των Αιγυπτίων και τους απελευθέρωσε ο Θεός. Ουσιαστικά, μεταφέρονται έννοιες από την κοινωνική περιοχή της εξαγοράς δούλων και αιχμαλώτων, στην οποία χρησιμοποιούνται οι παραπάνω όροι, στην θρησκευτική περιοχή και αποβαίνουν βασικές έννοιες της θεολογίας. Οι λέξεις «απελευθέρωση», «εξαγορά», «απολύτρωση», γίνονται συνώνυμες της λέξης «σωτηρία», η οποία συντελείται δια της προσφοράς του αίματος του Ιησού. 5 Από ποιόν όμως μας απελευθέρωσε ο Ιησούς;
Η διάπραξη του προπατορικού αμαρτήματος,6η παρακοή του πρώτου ανθρώπου στο θέλημα του Θεού. ( Γεν. 2, 17), απετέλεσε την απαρχή της αιχμαλωσίας του ανθρωπίνου γένους στο διάβολο. Ο διάβολος είναι «ο της αμαρτίας αρχηγός και συνεργός», σύμφωνα με τον Αγιο Γρηγόριο Παλαμά7 και ο «γεννήτωρ των κακών», όπως αναφέρει ο αγιος Κύριλλος Ιεροσολύμων.8 Η υποταγή του Αδάμ στην αμαρτία, η υπακοή στο θέλημα του διαβόλου θεμελίωσε τη « δυναστεία του διαβόλου»,όπως θα ονομάσει ο Μέγας Βασίλειος9 το κράτος του σατανά.
Η πτώση του ανθρώπου στην αμαρτία σήμανε τη διακοπή της κοινωνίας του με το Θεό.10 Το αποτέλεσμα αυτής της διακοπής ήταν η εισαγωγή της φθοράς και του θανάτου στην κτίση και την ιστορία. Ο Θεός είναι η πηγή της ζωής. Η απομάκρυνση απ’ την πηγή της ζωής επιφέρει το θάνατο. « Οσον γάρ αφίστατο της ζωής, τοσούτω προσήγγιζε τω θανάτω. Ζωή γάρ ο Θεός, στέρησις δε της ζωής θάνατος», επισημαίνει ο Μ.Βασίλειος.11Μετά την πτώση ο άνθρωπος είναι αιχμάλωτος του διαβόλου και του θανάτου και ο έσχατος προορισμός της ύπαρξής του είναι η εγκατάσταση στον Αδη. Η αμαρτία και ο θάνατος αποτελούν εκδηλώσεις της κυριαρχίας του αντίθεου βασιλείου, το οποίο έφερε ο σατανάς στον κόσμο.12 Η αμαρτία φέρει το θάνατο και δεν μπορεί να χωρισθεί από την έννοια του θανάτου.13 Ολοι οι άνθρωποι, ως απόγονοι του αδάμ, υφίστανται τις συνέπειες της πτώσεως. Είναι υποταγμένοι στη φθορά και το θάνατο. Η κατάσταση αυτή περιγράφεται από τον Αγιο Κύριλλο Αλεξανδρείας ως ασθένεια. «Ηρρώστησεν η ανθρωπίνη φύσις εν Αδάμ…εισέδυ τε ούτως αυτήν τα πάθη».14 Η υποταγή τουανθρώπου στα πάθη εμπεδώνει την κυριαρχία του διαβόλου.
Ο Απόστολος Παύλος, περιγράφοντας στην προς Εβραίους επιστολή την αποστολή του Μέγα Αρχιερέα Ιησού (Εβρ. 3,1) ο οποίος προσφέροντας τα αίμα Του εξάλειψε τις αμαρτίες των ανθρώπων (Εβρ.9,14) αναφέρει ότι ο Θεός Λόγος έγινε άνθρωπος «ίνα δια του θανάτου καταργήση τον το κράτος έχοντα του θανάτου, τουτ’ ’εστιν τον διάβολον, και απαλλάξη τούτους, όσοι φόβω θανάτου δια παντός του ζήν ένοχοι ήσαν δουλείας» (Εβρ. 2,14-15). Κεντρικό κεφάλαιο της θείας Οικονομίας αποτελεί η κένωση του Θεού Λόγου (Ιωάν. 1,14), κένωση έως το θάνατο,«θανάτου δε σταυρού» (Φιλίπ.2,8) για να απελευθερώσει τους ανθρώπους από την κυριαρχία του διαβόλου και του θανάτου15.Ενώ οι ιερείς της Λευϊτικής Ιερωσύνης (Εβρ. 9, 6-14) πρόσφεραν θυσίες ζώων για να εξαλείψουν τις αμαρτίες του λαού, ο Ιησούς πρόσφερε τον Εαυτόν Του ως θυσία, « ίν’ αυτός ημάς εξέληται του τυράννου βία κρατήσας» όπως αναφέρει ο αγιος Γρηγόριος Θεολόγος16.
Ο Ωριγένης είναι ένας από τους πρώτους θεολόγους που προσπάθησε να διαμορφώσει το δόγμα της απολύτρωσης έχοντας στο νου του την εικόνα από απελευθερώσεις αιχμαλώτων με την καταβολή λύτρων καθώς και αυτή του πάσχοντος δούλου του Θεού και επιδιώκει να απαντήσει στο ερώτημα « τι νι έδωκε την ψυχήν αυτού λύτρον αντί πολλών;» Σύμφωνα με τον αλεξανδρινό θεολόγο, αποδέκτης του λύτρου είναι ο διάβολος. Είναι το αντάλλαγμα για την απελευθέρωση του ανθρώπου.17Η θέση αυτή έγινε αποδεκτή από θεολόγους της Ανατολής, όπως τον Μ.Βασίλειο, τον Γρηγόριο Νύσσης, αλλά και από δυτικούς θεολόγους, όπως τον Αμβρόσιο, Γρηγόριο το Μέγα, Ιερώνυμο και τον πάπα Λέοντα.18 Παράλληλα με την παραπάνω απάντηση στο πρόβλημα δημιουργείται και μια άλλη τάση ερμηνείας η οποία εκπροσωπείται από τους Γρηγόριο θεολόγο, Αδαμάντιο, Κύριλλο Αλεξανδρείας και Ιωάννη Δαμασκηνό. Οι συγκεκριμένοι θεολόγοι δεν αποδέχονται την άποψη ότι ο διάβολος είναι ο αποδέκτης του λύτρου, αλλά αυτή η προσφορά του λύτρου πρέπει να νοείται μεταφορικά. Το « λύτρο» είναι η εκούσια είσοδος του Ιησού στην κατάσταση του θανάτου, στο βασίλειο του Αδου για να πραγματώσει το μυστήριο της σωτηρίας. Η αυτοπροσφορά του Ιησού είναι το αντάλλαγμα για την απελευθέρωση των ανθρώπων από την κυριαρχία του θανάτου.19
Αν και παρατηρείται κάποια διάσταση απόψεων όσον αφορά τον αποδέκτη του λύτρου, υπάρχει συμφωνία ότι ο Ιησούς έγινε δέσμιος του θανάτου, υπήκοος του κράτους του Αδου σαν να ήταν ένας κοινός θνητός για ν’απελευθερώσει τον άνθρωπο από τα δεσμά του θανάτου, και ότι ο διάβολος πίστεψε πως παρακινώντας τους ιουδαίους να θανατώσουν τον Ιησού, θα ακύρωνε το έργο του Ιησού και θα διέκοπτε την εκδίπλωση του μυστηρίου της θείας Οικονομίας. Οι ελπίδες του όμως διαψεύστηκαν και ο ίδιος απατήθηκε. Ο Ιγνάτιος Αντιοχείας20 πρώτος μίλησε εκτενέστερα για την εξαπάτηση του διαβόλου. Τρία σημαντικά γεγονότα της ζωής του Ιησού, αναφέρει ο Ιγνάτιος, τα οποία είναι η παρθενία της Θεοτόκου, ο υπερφυής τοκετός της και ο θάνατος του Ιησού ξέφυγαν της προσοχής του διαβόλου. Αυτά τα τρία γεγονότα είναι τα « τρία μυστήρια κραυγής, άτινα εν ησυχία Θεού επράχθη» Ο Γρηγόριος Νύσσης,21ο Κύριλλος Ιεροσολύμων, ο Ωριγένης και ο Γρηγόριος Θεολόγος22,επεκτείνουν την σκέψη του Ιγνατίου και υποστηρίζουν ότι με την ενανθρώπηση του Θεού Λόγου απεκρύβει η δύναμη της θεότητος. Ο διάβολος βλέποντας την ανθρώπινη φύση του Ιησού δεν μπόρεσε να κατανοήσει την δύναμη της θεότητας με την οποία ήταν ενωμένη. Πίστεψε ότι μετά το θάνατό του ο Ιησούς θα είχε την ίδια τύχη με αυτή των κοινών ανθρώπων και γι’αυτό παρακίνησε την θανάτωση του Ιησού. Η είσοδος όμως του Ιησού στο βασίλειο του ΄Αδη σήμανε την αρχή του τέλους της κυριαρχίας των σκοτεινών δυνάμεων. Η ανθρώπινη φύση του Ιησού έγινε το δόλωμα το οποίο κατάπιε ο θάνατος και πιάστηκε στο αγκίστρι της θεότητος. « Δέλεαρ θανάτου γέγονε το σώμα, ίνα ελπίσας καταπιείν ο δράκων εξεμέση και τους ήδη καταποθέντας», αναφέρει ο Κύριλλος Ιεροσολύμων23.
Η εκούσια αυτοπροσφορά του Ιησού στο θάνατο ως αντίτιμο, ως «λύτρον» για την απελευθέρωση του ανθρωπίνου γένους, αν και ορίζεται με τους όρους συναλλαγής εν τούτοις όμως δεν ήταν μία συναλλαγή μεταξύ του Θεού και των σκοτεινών δυνάμεων, αλλά απέβει η νικηφόρα διέλευση του Ιησού ως Βασιλέα και Κύριο μέσα από το κράτος του Αδου.24Γι’ αυτό οι πιστοί ψάλλουν στον Επιτάφιο Θρήνο ότι με το θάνατο του Ιησού «του θανάτου το βασίλειον λύεις δε και του Αδου τους νεκρούς εξανιστάς»25 Ο Ιησούς νεκρώθηκε, όμως ο Αδης στενάζει καθώς αντιλαμβάνεται την παρουσία του Φωτός μέσα στο κράτος του. Αν και ο Ιησούς έγινε «υπήκοος θανάτου, θανάτου δε σταυρού» (Φιλιπ. 2,8), όμως πλημμύρισε με το Φώς της Δόξας Του το βασίλειο του θανάτου και ζωοποίησε το ανθρώπινο γένος.26« Νύν πάντα πεπλήρωται φωτός, ουρανός τε και γή και τα καταχθόνια»27,αναφέρει ένας ύμνος του Πάσχα. Με την εκ νεκρών Ανάστασή Του ο Ιησούς κατέλυσε το κράτος του θανάτου και του Αδου, απελευθέρωσε τον άνθρωπο από την κυριαρχία του διαβόλου και ανακαίνισε την ανθρώπινη φύση. Ο Ιησούς είναι ο νέος Αδάμ28 ο οποίος απελευθερώνει, απολυτρώνει, τον παλαιό Αδάμ όπως απεικονίζε χαρακτηριστικά η ορθόδοξη εικόνα της Αναστάσεως. Είναι ο « αρχηγός της σωτηρίας». ( Εβρ. 2,10). Ο Λυτρωτής.29
Ο άνθρωπος λαμβάνει τη δωρεά της απολύτρωσης, της απαλλαγής από την κυριαρχία του διαβόλου και του θανάτου μέσα στην Εκκλησία. Με το μυστήριο του βαπτίσματος μετέχει στο θάνατο και την Ανάσταση του Χριστού ( Ρωμ.6, 2-4) δηλαδή, σ’αυτή την απολυτρωτική πράξη του Ιησού μέσω της οποίας δόθηκε η ελευθερία από την φθορά και τον θάνατο.30 Ανακαινίζεται και αναδημιουργείται η ύπαρξή του και απαλλάσσεται από την δουλεία των παθών.31Βασικό γνώρισμα του αναγεννημένου ανθρώπου είναι η ελευθερία, ως απαλλαγή από τη δουλεία στην αμαρτία και το διάβολο και ως νέα ζωή μέσα στο Σώμα του Χριστού, δηλαδή την Εκκλησία.32Ο άνθρωπος βιώνει στο παρόν την ελευθερία από την αμαρτία, τα πάθη και το φόβο του θανάτου και συνάμα έχει βέβαιη την ελπίδα της εκπλήρωσης των εσχατολογικών επαγγελιών του Θεού και η οποία συνοψίζεται στην οριστική κατάργηση του θανάτου που θα λάβει χώρα δια της αναστάσεως των κεκοιμημένων.( Α΄Θεσ. 4,16).33
Ο θάνατος εισήλθε στον κόσμο δια της αμαρτίας. Σ’αυτή τη βασιλεία της αμαρτίας και του θανάτου κινούνται οι άνθρωποι, έτσι που η προσπάθειά τους να σωθούν μόνοι τους δεν ωφελεί σε τίποτα. Οσον κι αν αυτές είναι αξιέπαινες, δεν μπορούν να τους βγάλουν από τον αόρατο ιστό του θανάτου που τους δένει. Ο πολιτισμός του ανθρώπου δεν έχει λυτρωτική δύναμη. Τα έργα τους έχουν μέσα τους το σπέρμα της φθοράς και του θανάτου. Ο αγώνας του να λυτρωθεί μόνος είναι τραγικός και άπελπις. Κι εδώ παρεμβαίνει η δύναμη του Θεού η οποία απελευθερώνει τον άνθρωπο και τον αφήνει ελεύθερο από τα δεσμά της φθοράς και του θανάτου. Και αυτή δεν είναι άλλη παρά το απολυτρωτικό έργο του Ιησού Χριστού.34

1 Όσον αφορά την Ερμηνεία του συγκεκριμένου χωρίου βλ.σχ. Ι. Καραβιδόπουλου, Το Κατά Μάρκον Ευαγγέλιον, Θεσσαλονίκη 1988, σελ. 348, εξ.
2 Ι. Καραβιδόπουλου, Αποστόλου Παύλου επιστολές προς Εφεσίους, Φιλιππησίους, Κολοσσαείς, Φιλήμονα, Θεσσαλονίκη 1981, σελ. 82.
3 Βλ. επίσης τα συναφή αγιογραφικά χωρία: Α΄Κορ. 6,20. Γαλ. 4, 4-5. Αποκ.Ιωαν. 5,9. Λουκ. 21,28. Εβρ. 9,15
4 Περισσότερα για το συγκεκριμένο θέμα βλ.σχ. Τσάμη Δ, «Η περί αποδέκτου του λύτρου διδασκαλία των Πατέρων της Εκκλησίας», στο Κληρονομία 2 ( 1970), σελ. 88-111
-Του ιδίου, Εισαγωγή στην Πατερική Σκέψη, Θεσσαλονίκη 1990.
5 Ι. Καραβιδόπουλου, Αποστόλου Παύλου επιστολές προς Εφεσίους, Φιλιππησίους, Κολοσσαείς, Φιλήμονα, Θεσσαλονίκη 1981, σελ. 83.
6 Περισσότερα για την φύση και την έννοια του προπατορικού αμαρτήματος, βλ.σχ. Ι.Ρωμανίδη, Το προπατορικόν αμάρτημα, Αθήνα. 1989, σελ. 153, εξ.
7 Γρηγορίου Παλαμά, Ομιλίαι. ΙΣΤ΄ PG. 151, 213
8 Κυρίλλου Ιεροσολύμων, Κατηχήσει 2, 4 PG 33, 385. Ο Γρηγόριος Νύσσης τον χαρακτηρίζει ως «της αμαρτίας αίτιο». Γρηγορίου Νύσσης, Προς τους επιβραδύνοντας προς το βάπτισμα. PG 46, 417.
9 Μ. Βασιλείου, Περί βαπτίσματος. PG 31, 1520
10 «Αρχή και ρίζα της αμαρτίας το εφ’ ημίν αυτεξούσιον», αναφέρει ο Μ.Βασίλειος. Μ.Βασιλείου, Ότι ουκ έστιν αίτιος των κακών ο Θεός. PG 31, 332. Ο άνθρωπος είναι κτιστός και κατά συνέπεια τρεπτός. Εχει τη δύναμη να κινείται είτε προς το καλό είτε προς το κακό. Ν.Ματσούκα, Δογματική και συμβολική θεολογία Β, Θεσσαλονίκη 1999, σελ. 174 εξ.
11 Μ.Βασιλείου, Ομιλία ότι ουκ έστιν αίτιος των κακών ο Θεός, PG 31, 341. Αντίθετα η ρωμαιοκαθολική θεολογία υποστηρίζει ότι ο θάνατος επιβλήθηκε από το Θεό ως τιμωρία εξαιτίας της πτώσηε του. Βλ.σχ. F.R. Tennam, The origin and propagation of Sin, Cambridge 1902, σελ.153 και G Aulen, Christus Victor. La notion Chretienne de la Redemption, Paris 1944, σελ. 123. Αυτή η άποψη όμως δεν είναι σύμφωνη με την πατερική διδασκαλία. Ο Ι. Χρυσόστομος αναφέρει ότι «ουκ εκείνος [ο Θεός] εστίν ο εχθραίνων, αλλ’ ημείς. Θεός γάρ ουδέποτε εχθραίνει» Ι.Χρυσοστόμου, Ομιλία ια΄. Εις Β΄Κορινθίους γ΄ PG 61, 478. Περισσότερα βλ.σχ. I.S. Romanides, «Original Sin according to st.Paul», στο st. Vladimirus Seminary Quarterly, New York 1955, σελ. 9,12,20.
12 Ι.Καραβιδόπουλου, Μελέτες ερμηνείας και θεολογίας της Καινής Διαθήκης, Θεσσαλονίκη 1990, σελ. 94.
13 Σ. Αγουρίδη, Η περί καταλλαγής διδασκαλία της Κ.Διαθήκης κατά την Ορθόδοξον Παράδοσιν, Αθήνα 1964, σελ. 12.
14 Κυρίλλου Αλεξανδρείας, Ερμηνεία εις την προς Ρωμαίους επιστολή PG 74, 788-789.
15 Ι.Καραβιδόπουλου, Αποστόλου Παύλου επιστολές Εφεσίους,Φιλιππησίους,Κολοσσαείς, Φιλήμονα, Θεσσαλονίκη 1981, σελ. 309. Του ιδίου «Ο Χριστολογικός ύμνος εν Φιλ. 2, 6-11»,στο θεολογία 34 (1963), σελ. 266-279.
16 Γρηγορίου Θεολόγου, Λόγος μν΄Εις το Αγιον Πάσχα.PG 36,653
17 Δ.Τσάμη, Εισαγωγή στην Πατερική Σκέψη Θεσσαλονίκη 1990, σελ. 462
18 Δ.Τσάμη , Εισαγωγή στην Πατερική Σκέψη, Θεσσαλονίκη 1990, σελ. 463
19 Γρηγορίου θεολόγου, Λόγος με΄, «Εις το Αγιον Πάσχα», 22, PG 36, 653. Κυρίλλου Αλεξανδρείας. Ερμηνεία εις την προς Ρωμαίους επιστολήν, PG 74, 781-783. Βλ. σχ. Δ.Τσάμη, Εισαγωγή στην Πατερική Σκέψη, Θεσσαλονίκη 1990, σελ. 468-470.
20 Β. Στογιάννου, Ερμηνευτικά μελετήματα, Θεσσαλονίκη 1988, σελ. 46 εξ.
21 Γρηγορίου Νύσσης, Λόγος Κατηχητικός PG 45, 60 C – 69C καιι PG 46, 605 D – 608A
22 Δ.Τσάμη, Εισαγωγή στην Πατερική Σκέψη, Θεσσαλονίκη 1990, σελ.457
23 Δ. Τσάμη, Εισαγωγή στην Πατερική Σκέψη, Θεσσαλονίκη 1990, σελ.458
24 Μ.Καρδαμάκη, Ορθόδοξη Πνευματικότητα, Αθήνα 1980, σελ. 124-125
25 Από την υμνολογία του Μ.Σαββάτου
26 Ν.Ματσούκα, Δογματική και Συμβολική θεολογία Β΄. Θεσσαλονίκη 1999, σελ. 553
27 Από την υμνολογία της Κυριακής του Πάσχα.
28 Β.Ιωαννίδη, Ο μυστικισμός του Απ. Παύλου, Αθήνα 1957, σελ. 64
29 Η πράξη της λύτρωσης δεν περιορίζεται στο ανθρώπινο γένος. Εχει κοσμικές συνέπειες. Εκτείνεται σ’ όλη την κτίση. Ανθρωπος και κτίσις βρίσκονται σε σχέση αμοιβαιότητας. Η τύχη και των δύο είναι αλληλένδετη τόσο κατά την πτώση όσο και κατά την απολύτρωση. Ο Απ.Παύλος αναφέρει ότι εξαιτίας της πτώσης του ανθρώπου η κτίση υποτάχθηκε στη φθορά και το θάνατο «ούχ εκούσα, αλλά δια τον υποτάξαντα» ( Ρωμ.8,20). Μέσω του λυτρωτικού έργου του Ιησού η κτίση ανακαινίζεται και αναδημιουργείται. βλ.σχ. Α.Κεσελόπουλου, Άνθρωπος και φυσικό περιβάλλον, Θεσσαλονίκη 1989, σελ.181
30 Ι. Δαμασκηνού, Εκδοσις ακριβής της Ορθοδόξου πίστεως 4,9, PG 94,1117 B
31 Αγίου Νικολάου Καβάσιλα, Περί της εν Χριστώ ζωής, PG 150, 524 Α
32 Β.Στογιάννου, Ελευθερία. Η περί ελευθερίας διδασκαλία του Απ.Παύλου και των πνευματικών ρευμάτων της εποχής του, Θεσσαλονίκη 1970.
33 Θεοδωρήτου Κύρου, Αιρετικής κακομυθίας επιτομή, 5,18 PG 83,512 «και την ελπίδα των επηγγελμένων εντίθησιν αγαθών και του Δεσποτικού θανάτου και της αναστάσεως καθίστησι κοινωνούς»
34 Β. Στογιάννου, Ερμηνευτικά μελετήματα, Θεσσαλονίκη 1988, σελ. 73

Πρώτη δημοσίευση στον 76ο τόμο της ΘΕΟΛΟΓΙΑΣ  (ΙΑΝ.-ΙΟΥΝ. 2005)
 Ο λόγιος αρχιμανδρίτης Θεόφιλος Λεμοντζής, Δρ. Θ. είναι Αρχιερατικός Επίτροπος Καμπανίας, διετέλεσε μέλος της Συνοδικής επιτροπής επί των Αιρέσεων, με πλούσιο ποιμαντικό, πνευματικό, φιλανθρωπικό και επιστημονικό έργο.    
Αντιαιρετικόν Εγκόλπιον    www.egolpion.com
16   ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΥ   2011

π. J. Behr: Από το θάνατο στη ζωή: Το Μυστήριο του Χριστού και ο ρόλος του θανάτου στη χριστιανική ανθρωπολογία

π. John Behr *
 
Το χριστιανικό Ευαγγέλιο, ότι δηλ. ο Χριστός «θανάτῳ θάνατον πατήσας καί τοῖς ἐν τοῖς μνήμασιν, ζωήν χαρισάμενος», απευθύνεται στον καθένα μας και σε κάθε εποχή. Τίποτε δεν είναι περισσότερο σημαντικό, από αυτήν τη διακήρυξη. Θα ήθελα να επισημάνω, ωστόσο, ότι και τίποτε δεν είναι περισσότερο δύσκολο σήμερα, καθώς ο τρόπος που κατανοούμε τη σχέση ανάμεσα στη ζωή και το θάνατο έχει θεμελιωδώς μεταβληθεί κατά τη διάρκεια του τελευταίου αιώνα, μ’ έναν τρόπο πράγματι ριζικό, μετατοπίζοντας την όλη συζήτηση σ’ ένα εντελώς διαφορετικό επίπεδο, τουλάχιστον όσον αφορά στη Δύση, και ιδιαίτερα στην ολοένα και περισσότερο εκπολιτισμένη Δύση.
Αυτό που έχω στο μυαλό μου είναι το εξής: πολύ λίγοι άνθρωποι σήμερα (στη Δύση) βλέπουν στην πραγματικότητα το θάνατο. Γνωρίζουμε ότι οι άνθρωποι πεθαίνουν, και βλέπουμε τη σορό τους. Αλλά σε σύγκριση με την κατάσταση που επικρατούσε τον προηγούμενο αιώνα, υπάρχει μια αξιοσημείωτη διαφορά. Στις αρχές του 20ου αιώνα, οι περισσότεροι άνθρωποι θα είχαν βιώσει την εμπειρία του θανάτου ενός ή περισσοτέρων συγγενικών προσώπων τους, πριν την ενηλικίωση, όπως επίσης και την εμπειρία του θανάτου του ενός ή και των δυο γονέων πριν φτάσουν στην ώριμη ηλικία (ενώ σήμερα οι γονείς μας ζούν πολύ περισσότερο από το προσδόκιμο των προηγούμενων ετών). Οι κοιμηθέντες αδελφοί, γονείς και γείτονες θα παρέμεναν στο σαλόνι του σπιτιού, ενώ οι φίλοι και γείτονες θα τους θρηνούσαν, θα έπλεναν το σώμα τους και θα τους προετοίμαζαν για την κηδεία, μέχρι να μεταφερθούν από το σπίτι στην εκκλησία, όπου θα τους εμπιστεύονταν στα χέρια του Θεού και στη συνέχεια θα ενταφιάζονταν.
 
Στις μέρες μας, ωστόσο, η σορός περνάει το συντομότερο δυνατό, στη φροντίδα των επαγγελματιών, στους εργολάβους κηδειών, οι οποίοι προχωρούν στην ταρρίχευση του σώματος, έτσι ώστε να αποκτήσει την καλύτερη δυνατή εικόνα, ενώ στη συνέχεια, τοποθετείται κάτω απο τον κατάλληλο φωτισμό σε ένα γραφείο κηδειών, προκειμένου να δείχνει ζωντανό, με την ελπίδα οτι θα μπορέσουμε να κάνουμε ένα σχόλιο του τύπου «δεν τον έχω ξαναδεί σε τόσο καλή κατάσταση»! Έτσι το φέρετρο παραμένει συχνά κλειστό κατά τη διάρκεια της νεκρώσιμης ακολουθίας. Ή όπως, όλο και περισσότερο, συμβαίνει στις μέρες μας, δεν υπάρχει καν νεκρώσιμη ακολουθία: η σορός απορρίπτεται σ’ ένα χώρο αποτέφρωσης, και στη συνέχεια, κάποια στιγμή πραγματοποιείται ένα «μνημόσυνο», όπου το πρόσωπο τιμάται χωρίς ωστόσο, να είναι σωματικά παρόν.
 
Όλα αυτά φανερώνουν μια πολύ αμφιλεγόμενη και ανησυχητική στάση απέναντι στο σώμα: δεν βλέπουμε πλέον το θάνατο, καθώς το ενδιαφέρον μας στρέφεται τώρα ολοένα και περισσότερο προς το σώμα. Ενδιαφερόμαστε και φροντίζουμε το σώμα μας περισσότερο απο κάθε άλλη προηγούμενη γενιά, κι αυτό μπορεί να γίνεται κάτω απο μια επίφαση χριστιανικής θεολογίας, με το επιχείρημα ότι η «πίστη μας είναι σαρκωμένη», όπου το σώμα κατανοείται ως ο ναός του αγίου Πνεύματος. Αλλά τότε κατά τη στιγμή του θανάτου, απαλλασσόμαστε απο τα δεσμά του θνητού σώματος, και σκεφτόμαστε το «πρόσωπο» απελευθερωμένο από το σώμα. Σήμερα, ζούμε ως ηδονιστές και πεθαίνουμε ως Πλατωνιστές!
 
Είναι όντως αλήθεια ότι, σήμερα δεν βλέπουμε πλέον το θάνατο: δεν ζούμε μαζί του, σαν να είναι μια καθημερινή πραγματικότητα, όπως συνέβαινε στις προηγούμενες γενιές πριν από εμάς. Αυτό φαίνεται με πολλούς τρόπους. Ως ένα απλό παράδειγμα θα μπορούσαμε να σκεφτούμε τον τρόπο με τον οποίο, μιλάμε στις μέρες μας για το θάνατο, ως ένα είδος ηθικής αποτυχίας: ο τάδε «έχασε τη μάχη με την επάρρατο νόσο».
 
Στα τέλη του προηγούμενου αιώνα, η εκ μέρους μας «άρνηση του θανάτου» αποτέλεσε αντικείμενο ιδιαίτερης συζήτησης. Ωστόσο, κατά την γνώμη μου, το πρόβλημα είναι βαθύτερο και πιο δύσκολο. Εαν είναι αλήθεια ότι ο Χριστός μάς έδειξε, τι σημαίνει να είναι Θεός, με τον τρόπο που πεθαίνει ως άνθρωπος, τότε, πολύ απλά, εάν δεν «βλέπουμε» πλέον το θάνατο, δεν βλέπουμε εξίσου και το πρόσωπο του Θεού.
 
Το γεγονός ότι ο Χριστός μάς δείχνει τι σημαίνει να είναι Θεός, με τον τρόπο που πεθαίνει ως άνθρωπος, συνοψίζει τον πυρήνα της θεολογίας των συμβόλων και των δογματικών όρων των αρχαίων Συνόδων. Μάς δείχνει τι σημαίνει να είναι Θεός (όχι ποιος), καθώς είναι ομοούσιος με τον Πατέρα. Και μάς το δείχνει αυτό με τον τρόπο που πεθαίνει ως άνθρωπος – όχι απλά με το θάνατό του αλλά με τον τρόπο που πεθαίνει: «θανάτῳ θάνατον πατήσας». Το τι σημαίνει ότι είναι άνθρωπος και τι Θεός –θάνατος και ζωή– μας παρουσιάζονται ταυτόχρονα, στην μια και μοναδική υπόσταση, με ένα «πρόσωπο».
 
Εκφράζοντας με τον τρόπο αυτό την αδυναμία και την ανικανότητα της ανθρώπινης ουσίας –ότι δηλαδή ό,τι κι αν κάνουμε θα πεθάνουμε– με τον τρόπο αυτό και τίποτε λιγότερο, ο Χριστός μας δείχνει τι σημαίνει ότι είναι Θεός, διότι η «γάρ δύναμίς μου ἐν ασθενείᾳ τελειούται» (Β΄ Κορ. 12:9). Το ευαγγελικό αυτό μήνυμα –ότι δια του θανάτου του, ο Χριστός κατάργησε τον θάνατο, χορηγώντας μας έτσι τη ζωή και απαλλάσσοντάς μας, όχι απο τον ίδιο τον θάνατο, αλλά από κάτι πιο σημαντικό, από τον φόβο του θανάτου (Εβρ. 2:15)– οφείλει να είναι η αφετηρία του προβληματισμού μας για τον ρόλο του θανάτου στην πνευματική ζωή, όπως άλλωστε συμβαίνει και σε ολάκερη τη θεολογία.
 
Στο πλαίσιο αυτό, θα πρέπει να έχουμε επίγνωση της ανάγκης μεταμόρφωσης της προοπτικής, η οποία είναι απαραίτητη προκειμένου να φτάσουμε σε μια αυθεντικά θεολογική προοπτική. Αυτή η μεταμόρφωση είναι παρόμοια με τη μετάβαση απο τα Συνοπτικά Ευαγγέλια σ’ εκείνο του Ιωάννη. Στα Ευαγγέλια του Ματθαίου, του Μάρκου και του Λουκά, οι μαθητές δεν κατανοούν πραγματικά ποιος είναι ο Χριστός παρά μόνο μετά το Πάθος. Αυτό έχει ως συνέπεια να κυριευθούν από φόβο κατά τη σταύρωσή του. Μονάχα εκ των υστέρων, όταν ο Αναστηθείς Χριστός ανοίγει τις Γραφές, έτσι ώστε να μπορούν να τον αναγνωρίσουν στην κλάση του άρτου, τότε μόνο κατανοούν γιατί ο Μωϋσής και οι άλλοι προφήτες μπορούσαν να μιλούν για το ότι ο Χριστός έπρεπε να πάθει προκειμένου να εισέλθει στην δόξα του (πρβλ. Λουκ. 24).
 
Το ευαγγέλιο του Ιωάννη, από την άλλη πλευρά, ξεκινά από εκεί όπου σταματούν οι Συνοπτικοί, δηλαδή μετά το άνοιγμα των Γραφών: όπως λέει ο Φίλιππος στον Ναθαναήλ «ὅν ἔγραψεν Μωϋσῆς ἐν τῷ νόμῳ καί οἱ προφῆται εὑρήκαμεν», προτρέποντας τον Χριστό να πει «μείζω τούτων ὄψει» (Ιω. 1: 44-51)! Όπως μας λέει ο ευαγγελιστής, ο Χριστός είναι πάντοτε ο εκ των ουρανών, εκείνος που πορεύεται εκούσια στο Πάθος του, έτσι ώστε η σταύρωσή του είναι την ίδια στιγμή η εν δόξη εξύψωσή του, όπως μαρτυρείται απο τη μητέρα και τον αγαπημένο μαθητή του που στέκονταν μπροστά απο το σταυρό.
 
Αυτή η μετάβαση επιβεβαιώνεται, κάθε φορά που τελείται η θεία Λειτουργία του αγίου Ιωάννη του Χρυσοστόμου, όταν ο ιερέας λέει «τῇ νυκτί ᾗ παρεδίδοτο» και προσθέτει αμέσως «μᾶλλον δέ ἑαυτόν παρεδίδου ὑπέρ τῆς τοῦ κόσμου ζωῆς». Αυτή η κίνηση από το «παρεδίδοτο» στο «ἑαυτόν παρεδίδου» συνιστά πραγματικά το σημείο καμπής, όπου μια ιστορική αναφορά γίνεται ένας θεολογικός στοχασμός. Είναι ακριβώς το σημείο όπου ξεκινά η καθαυτό θεολογία: Ο Χριστός θανατώθηκε, αλλά υπό το πρίσμα της, εκ μέρους του Θεού, δικαιώσεως του Σταυρωθέντος, βεβαιώνουμε ότι ο Χριστός «ἑαυτόν παρεδίδου ὑπέρ τῆς τοῦ κόσμου ζωῆς». Η μεταμορφωτική δύναμη του Θεού αποδεικνύεται με το θάνατο του Χριστού: όχι απλά με τον θάνατό του, τη θανάτωσή του, αλλά με τον εκούσιο θάνατό του, ως ένα αθώο θύμα, που οδηγείται στο Σταυρό για τη σωτηρία του κόσμου, υπακούοντας στον Πατέρα του.
 
Τώρα, υπό το πρίσμα όλων αυτών, τι θα μπορούσαμε να πούμε για το ρόλο του θανάτου στη ζωή, για τη μετάβαση από το θάνατο στη ζωή;
 
 
Η Ανθρώπινη θνητότητα
Είναι φανερό ότι πολλά είναι τα ζητήματα που σχετίζονται με το θάνατο, και ο τρόπος που κάποιος τον κατανοεί, εξαρτάται απο το πώς τον προσεγγίζει. Ως ένα βιολογικό γεγονός, ο θάνατος είναι αναπόφευκτος και απλά ένα γεγονός: οτιδήποτε υπάρχει εν χρόνω κάποια στιγμή θα πεθάνει. Γεννιόμαστε χωρίς να το επιλέγουμε. Μέ την αναπαραγωγική διαδικασία ανάμεσα στον άνδρα και τη γυναίκα, ο καθένας από εμάς έρχεται στην ύπαρξη. Τόσο σημαντικό ρόλο παίζει η ελευθερία και η ελεύθερη βούληση! «Κανείς δεν με ρώτησε εαν ήθελα να γεννηθώ!», θα αναρωτηθεί ο Kirilov στους Δαιμονισμένους του Ντοστογιέφσκι.
 
Επιπλέον, πρόκειται για μια ύπαρξη στην οποία οτιδήποτε κι αν κάνουμε δεν θα αποφύγουμε το θάνατο. Όσο «καλοί» κι αν προσπαθήσουμε να γίνουμε, σε κάθε περίπτωση, θα πεθάνουμε – και πάλι χωρίς αυτό να είναι αποτέλεσμα της δικής μας επιλογής. Πράγματι, ο θάνατος αποτελεί το μοναδικό μέρος της υπάρξεώς μας που είναι αναπόφευκτο. Είναι το μόνο πράγμα για το οποίο μπορώ να είμαι σίγουρος, και έτσι, το μόνο πράγμα για το οποίο θα έπρεπε να προβληματίζομαι. Ο θάνατος συνιστά μια αναγκαιότητα για μένα, καθώς η ύπαρξή μου θεωρείται δεδομένη. Ωστόσο, καθώς αρχίζουμε να στοχαζόμαστε πάνω στο γεγονός του θανάτου, από την οπτική γωνία του θριάμβου του Χριστού επί του θανάτου, θα μπορούσαμε να αρχίσουμε να διακρίνουμε ορισμένες επιπλέον πτυχές του, κάνοντας έτσι την μετάβαση από την ανθρώπινη προοπτική στη θεία προοπτική, στο αποκαλυπτικό άνοιγμα του μυστηρίου του Χριστού.
 
Το πρώτο πράγμα που μπορούμε να δούμε είναι οτι ο θάνατος είναι, στην πραγματικότητα, τραγικός. Πρόκειται, βεβαίως εδώ, για μια φυσική αντίδραση. Ωστόσο, το γιατί θα πρέπει να αντιμετωπίζεται έτσι, και όχι απλά ως ένα ουδέτερο γεγονός, θα μπορούσε να κατανοηθεί μόνο στην προοπτική του Χριστού. Πρίν από τον ερχομό του Χριστού, στην Παλαιά Διαθήκη δεν υπήρχε η αντίληψη ότι ο θάνατος καθ᾽ εαυτόν είναι τραγικός. Ο βίαιος θάνατος, ο θάνατος στα χέρια των ασεβών και των πονηρών είναι χωρίς αμφιβολία τραγικός. Αλλά ο ήρεμος θάνατος στα βαθιά γεράματα, με την παρουσία της οικογένειας και τις δέουσες τιμές, εθεωρείτο φυσικός, δίκαιος και αρμόζων, όπως για παράδειγμα ο θάνατος στην περίπτωση του Αβραάμ ή του Ιώβ, όπου ήταν παρόντες όλοι οι απογονοί τους. Ένας τέτοιος θάνατος είναι ευλογημένος. Την ίδια στιγμή, απευθυνόμαστε συχνά με τον ίδιο τρόπο και στους πενθούντες συγγενείς, προκειμένου να τους ανακουφίσουμε.
 
Ωστόσο, τώρα, υπό το πρίσμα της νίκης του Χριστού επί του θανάτου, ο θάνατος φανερώνεται στο εξής ότι είναι «ὁ ἔσχατος ἐχθρός» (Α΄ Κορ. 15:26). Μόνο τώρα, είμαστε σε θέση να κατανοήσουμε ότι οι άνθρωποι δεν πεθαίνουν απλά σαν να είναι ένα ουδέτερο, βιολογικό γεγονός. Αντίθετα πεθαίνουν, έχοντας απομακρυνθεί απο τον Δημιουργό τους, τη μοναδική πηγή της ζωής τους. Και αυτή η απομάκρυνση, αυτή η αποστασία, η οποία οδηγεί στο θάνατο, δεν είναι απλά κάτι που συνέβη στην αρχή του χρόνου – δεν συνιστά δηλαδή το λάθος κάποιου άλλου. Πρόκειται για κάτι με το οποίο ο καθένας μας παλεύει καθόλη τη διάρκεια της ζωής του. Μπαίνουμε διαρκώς στον πειρασμό, όπως ο Αδάμ, να σκεφτόμαστε οτι είμαστε αυτάρκεις, ότι έχουμε τη ζωή μέσα μας, ότι η ζωή που έχω μου ανήκει, και μπορώ να την κάνω ό,τι θέλω. Εάν μάλιστα αισθανθώ ότι θέλω να γίνω «καλός» ή «θρησκευόμενος», αυτό μπορεί να συμβεί, είτε κάνοντας κάποια φιλανθρωπία στον πλησίον μου, στο βαθμό που ο ίδιος δεν απειλεί τη σταθερότητά μου και την ευημερία μου, ή διαθέτοντας λίγο χρόνο για το Θεό, την Κυριακή, καθώς δεν θα επιθυμούσα σε καμιά περίπτωση να γίνω φανατικός. Ωστόσο, ζώντας με τον τρόπο αυτό, στο τέλος είναι βέβαιο ότι θα ανακαλύψουμε, πως όσο «καλό» και «θρησκευόμενο» κι αν κάνουμε τον εαυτό μας, θα εξακολουθούμε να πεθαίνουμε, επιστρέφοντας και πάλι στη γη, ως χώμα.
 
Ωστόσο, εαν πάμε ένα βήμα παραπέρα τον συλλογισμό μας, υπό το πρίσμα του Χριστού, μπορούμε να διακρίνουμε ακόμη μεγαλύτερη εμβρίθεια στα βάθη της σοφίας και της πρόνοιας του Θεού. Όπως ακριβώς, το Πάθος του Χριστού συνιστά την αφετηρία για την κατανόηση της τραγικής διάστασης του θανάτου, έτσι αποτελεί εξίσου και την αφετηρία κατανόησης ολάκερου του έργου του Θεού. Ο θάνατος αποτελεί πράγματι, την καταστροφή που συμβαίνει όταν ένα δημιούργημα απομακρύνεται από τον Δημιουργό του, την πηγή της ζωής. Ο θάνατος είναι η πιο ανθρώπινη από κάθε άλλη πράξη. Είναι το μοναδικό πράγμα που έχουμε απο κοινού από την αρχή του κόσμου και εξής, και είναι μια πράξη που εκφράζει ολόκληρη την αδυναμία και την ανικανότητα της κτιστής μας φύσης. Και όμως, δια του θανάτου, και τίποτε λιγότερο, ο Χριστός έδειξε ότι ο ίδιος είναι Θεός. Και με τον τρόπο αυτό, χωρίς να υποβαθμίζεται η τραγωδία του θανάτου, ο Χριστός άνοιξε το δρόμο για να δούμε ένα βαθύτερο μυστήριο στον θάνατο. Στην πραγματικότητα έχει εξάπαντος μεταμορφώσει το θάνατο, καθώς εκείνο που κάποτε ήταν το τέλος, τώρα γίνεται η αρχή.
 
 
Ο Βαπτισματικός θάνατος ως γέννηση στη πνευματική ζωή: απο την πνοή στο Πνεύμα
Το τι ακριβώς σημαίνει αυτή η μεταμόρφωση και η αρχή, δηλώνεται απο τον άγιο Μάξιμο τον Ομολογητή με ένα ιδιαίτερα εντυπωσιακό τρόπο (Μαξίμου Ὁμολογητοῦ, Πρός Θαλάσσιον περί διαφόρων ἀπόρων, PG 90 632ΑΒ-633, 636D-637Α). Ο Χριστός, όπως σημειώνει ο άγιος Μάξιμος, «μετέβαλε τη χρήση του θανάτου». Δια του θανάτου, ο Χριστός, λέει ο Μάξιμος: «δέδωκεν ἄλλην ἀρχήν τῇ φύσει δευτέρας γενέσεως, διά πόνου πρός ἡδονήν μελλούσης ζωῆς καταλήγουσαν». Και συνεχίζει ότι ο Χριστός «ανέστρεψε τη χρήση του θανάτου», έτσι ώστε «ὁ βαπτισθείς... εἰς κατάκρισιν τῆς ἁμαρτίας τήν εαὐτοῦ καταδέχεται χρῆσιν, πρός τήν θείαν καί ἀτελεύτητον ζωήν, μυστικῶς αὐτόν παραπέμπουσα». Δια του Πάθους του, ο Χριστός κατάργησε δια του θανάτου τον θάνατον, και μας κατέστησε ικανούς να χρησιμοποιούμε το θάνατό μας, το γεγονός της θνητότητάς μας, ενεργητικά. Αντί να είμαστε παθητικά και απογοητευμένα θύματα του δεδομένου χαρακτήρα της θνητότητάς μας, διαμαρτυρόμενοι ότι κάτι τέτοιο δεν είναι δίκαιο, ή κάνοντας ό,τι μπορούμε για να διασφαλίσουμε τον εαυτό μας, έχουμε στο εξής μπροστά μας ένα μονοπάτι ανοικτό, ώστε με τον εκούσιο θάνατό μας κατά το Βάπτισμα, να εισέλθουμε στο σώμα και τη ζωή του Χριστού. Ενώ έχουμε ριχθεί στην θνητή αυτή ύπαρξη, χωρίς να έχουμε οποιαδήποτε δυνατότητα επιλογής, μπορούμε τώρα ελεύθερα να χρησιμοποιήσουμε τη θνητότητά μας, για να γεννηθούμε στη ζωή, πεθαίνοντας με τον Χριστό κατά το Βάπτισμα και αναλαμβάνοντας το σταυρό του, χωρίς να ζούμε πλέον για τον εαυτό μας, αλλά για τον Χριστό και τους πλησίον μας. Με τον τρόπο αυτό, η νέα ύπαρξη μας θεμελιώνεται στην ελεύθερη αυτοθυσιαστική αγάπη, η οποία, όπως μας έδειξε ο Χριστός, συνιστά τη ζωή και το ίδιο το είναι του Θεού. Διότι, όπως έχουμε διαπιστώσει, ο Χριστός μας έδειξε τι σημαίνει να είναι Θεός, με τον τρόπο που πέθανε ως άνθρωπος.
 
Στο 15ο κεφάλαιο της Α´ Προς Κορινθίους Επιστολής, ο απόστολος Παύλος διακρίνει ανάμεσα στην πνοή ζωής και το Πνεύμα της ζωής, ή το ζωοποιούν Πνεύμα. Ακολουθώντας τη Γενέση, ο Παύλος τονίζει οτι ο πρώτος Αδάμ ζωοποιήθηκε από «μια πνοή ζωής» έτσι ώστε να γίνει «εἰς ψυχήν ζῶσαν» (Γεν. 2:7), ενώ αντίθετα «ὁ ἔσχατος ᾽Αδάμ [ἐγένετο] εἰς πνεῦμα ζωοποιοῦν» (Α´ Κορ. 15:45). Στο σημείο αυτό, ο Παύλος συζητά για την ανάσταση των νεκρών και για το είδος του σώματος που θά έχουν αυτοί που θα αναστηθούν. Η διαφορά δεν βρίσκεται ανάμεσα σ’ ένα «ψυχικό» και σε ένα «πνευματικό» σώμα. Η συνέχεια εντοπίζεται ακριβώς στο ίδιο το σώμα, ενώ η διαφορά βρίσκεται στον τρόπο με τον οποίο αυτό ζει, είτε ζωοποιημένο απο μια πνοή ή απο το ζωοποιούν πνεύμα. Και η μετάβαση επιτυγχάνεται με το θάνατο της πνοής: «σύ ὅ σπείρεις, οὐ ζωοποιεῖται ἐάν μή ἀποθάνῃ» (Α´ Κορ. 15:36).
 
Έχοντας ζωοποιηθεί απο την πνοή ζωής, ο Αδάμ μπορούσε να χρησιμοποιήσει το δώρο της ζωής με ένα θεοειδή τρόπο. Αλλά για να γίνει κάτι τέτοιο, όπως μας θυμίζει και μας δείχνει ο Χριστός, χρειάζεται να ζει κάποιος όχι για τον εαυτόν του, αλλά να επιθυμεί να πεθάνει για τον εαυτό του για να ζήσει για τους άλλους: «ὅς γάρ ἄν θέλῃ τήν ψυχήν αὐτοῦ σῶσαι ἀπολέσαι αὐτήν, ὅς δ’ ἄν ἀπολέσῃ τήν ψυχήν αὐτοῦ ἕνεκεν ἐμοῦ εὑρήσει αὐτήν» (Ματθ. 16:25). Ο Χριστός με την ίδια τη θυσία του, μας δείχνει με τι μοιάζει η θεία ζωή (η ζωή του Πνεύματος, κι όχι η πνοή). Αλλά, επειδή δεν έχουμε δει ακόμη αυτή τη ζωή, ο Αδάμ, όπως και όλοι εμείς, θεωρούμε ότι η ζωή μάς ανήκει και μπορούμε να την κάνουμε ό,τι θέλουμε, και προσπαθώντας να διασφαλίσουμε τη δική μας αθανασία, καταλήγουμε να βυθιζόμαστε ακόμη περισσότερο στη δίνη των παθών του κόσμου τούτου, στην αμαρτία, «τό κέντρον τοῦ θανάτου» (Α´ Κορ. 15:56).
 
Ανεξάρτητα απο το αν συνειδητοποιούμε τη δική μας θνητότητα, ή μάλλον εξαιτίας του γεγονότος αυτού, μπαίνουμε συχνά στον πειρασμό να προσκολλούμαστε στη «ζωή» αυτή, όπως τη ξέρουμε, να κάνουμε ό,τι χρειάζεται προκειμένου να τη διασφαλίσουμε, να τη ζήσουμε ως δική μας, για όσο διάστημα μπορούμε να τη διαιωνίζουμε. Δεν είναι τόσο ο ίδιος ο θάνατος, αλλά μάλλον ο «φόβος του θανάτου», όπως σημειώνει η προς Εβραίους επιστολή, που μας διατηρούσε «ἐνόχους ...δουλείας» (Πρβλ. Εβρ. 2:15). Εξαιτίας του φόβου του θανάτου, κάνουμε ό,τι μπορούμε προκειμένου να προστατέψουμε τη ζωή μας, όπως λ.χ. το ότι εργαζόμαστε προκειμένου να αποκτήσουμε μεγαλύτερα και περισσότερο ασφαλή σπίτια, κι ακόμη μεγαλύτερες αποταμιεύσεις και συντάξεις· κάνουμε λοιπόν ό,τι μπορούμε για να προστατέψουμε τη ζωή μας, διασφαλίζοντας την υγεία μας. Τελικά, αυτό που κάνουμε είναι να κοροϊδεύουμε τον εαυτόν μας κι όλα αυτά εξαιτίας του φόβου του θανάτου.
 
Ωστόσο, μέσα απο το έργο του Χριστού, το ευαγγέλιο μας καθιστά σαφές ότι η ζωή έρχεται δια του θανάτου: Ο Χριστός χαρίζει ζωή στους «ἐν τοῖς μνήμασιν». Εάν δεν ζούμε για τον εαυτό μας, προσπαθώντας να δημιουργήσουμε τη δική μας θνητότητα, ή καλύτερα εάν μαθαίνουμε ακόμη και τώρα να αναλαμβάνουμε το σταυρό, να πεθαίνουμε για τον εαυτό μας και να ζούμε για τον Χριστό, το ευαγγέλιό του και τους άλλους, τότε η ίδια η ζωή που αρχίζουμε να ζούμε, ακόμη και τώρα, είναι αιώνια – δεν μπορεί να την αγγίξει ο θάνατος– διότι έχουμε εισέλθει σ’ αυτή δια του θανάτου. Στο εξής, θα ζούμε τη ζωή του Πνεύματος και δεν θα αναπνέουμε απλά.
 
 
Σωματικός θάνατος και Δημιουργία
Ως χριστιανοί, έχουμε δεσμευτεί, με το μυστηριακό θάνατό μας στο βάπτισμα, να ζούμε αναλαμβάνοντας το σταυρό, πεθαίνοντας για τον εαυτό μας και ζώντας για τους άλλους. Αλλά όλοι γνωρίζουμε, ότι κι αν ακόμη η ζωή που ξεκινάμε να ζούμε με τον τρόπο αυτό, είναι η ζωή του ίδιου του Θεού, μια ζωή θεία και αιώνια, στην πραγματικότητα θα συνεχίσουμε να πεθαίνουμε. Υπάρχει όντως ένα παράδοξο στην παρούσα ζωή μας. Πιανόμαστε απ’ αυτό που θα μπορούσα να περιγράψω μονάχα ως το πρώτο ενικό πρόσωπο. Στο τέλος της ημέρας, το μόνο που μπορώ να πω είναι: άραγε πέθανα επαρκώς για τον εαυτό μου σήμερα· τότε είμαι εγώ που εξακολουθεί να δρα. Ωστόσο, μαθαίνοντας πως να πεθαίνω για τον εαυτό μου καθημερινά, αναλαμβάνοντας τον σταυρό και ζώντας για τους άλλους, όταν θα έρθει όντως η ώρα του πραγματικού φυσικού θανάτου μου, θα είμαι σε θέση να πω: στα χέρια σου παραδίδω το πνεύμα μου. Θα έχω μάθει να αφήνω πίσω μου όλα εκείνα που με κρατούν δέσμιο αυτού του κόσμου, και τότε θα αναπαυθώ στον Θεό. Στην πραγματικότητα, τότε και μόνο τότε, θα γίνω «χώμα» στα χέρια του, καθώς ενώ μιλάμε για τον Θεό που «ἔπλασεν τόν ἄνθρωπον χοῦν ἀπό τῆς γῆς» (Γεν. 2:7), στην πραγματικότητα δεν υπήρξα ποτέ «χώμα». Αλλά θα γίνω «χώμα» με το θάνατό μου. Και τότε, όταν θα πάψω να δουλεύω, ο Θεός μπορεί να γίνει τελικά δημιουργός, δίνοντάς μου μορφή ζωντανού ανθρώπου. Όπως συνηθίζουμε να λέμε στον εσπερινό ψαλμό: «ἀποστρέψαντος δέ σου τό πρόσωπον ταραχθήσονται· ἀντανελεῖς τό πνεῦμα αὐτῶν, καί ἐκλείψουσιν καί εἰς τόν χοῦν αὐτῶν ἐπιστρέψουσιν. Ἐξαποστελεῖς τό πνεῦμα σου, καί κτισθήσονται καί ἀνακαινιεῖς τό πρόσωπον τῆς γῆς» (Ψαλμ. 103: 29-30).
 
Η κίνηση λοιπόν είναι από την πνοή στο Πνεύμα, και δια του θανάτου μας στην τελική δημιουργία. Η κίνηση στην Αγία Γραφή είναι πάντοτε από τον θάνατο στη ζωή: «κύριος θανατοῖ καί ζωογονεῖ, κατάγει εἰς ᾅδου καί ἀνάγει» (Α΄ Βασιλ. 2:6).
 
Με τον θάνατό μας μαθαίνουμε, τελικά, την αληθινή φύση της αδυναμίας μας, και έτσι καταφέρνουμε ταυτόχρονα να μάθουμε τη δύμαμη του Θεού που «τελειοῦται ἐν τῇ ἀσθενείᾳ». Σταματάμε κάθε προσπάθεια να «δημιουργούμε» τον εαυτόν μας και αντί γι’ αυτό γινόμαστε «χώμα» στα χέρια του Δημιουργού, «χώμα» που μορφοποιεί σε σάρκα, με μια ζωντανή καρδιά (τώρα οι πέτρινες καρδιές μας έχουν θρυματιστεί), έτσι ώστε να γίνει ο ζωντανός οργανισμός, που ο άγιος Ειρηναίος αποκαλεί «δόξα του Θεού». (Εἰρηναίου Λυῶνος, Ἔλεγχος καί ἀνατροπή ψευδωνύμου γνώσεως, 4.20.7.)
 
Επιπλέον, ο φυσικός μας θάνατος, θα αποκαλύψει πού ανήκει η καρδιά μας. Εάν έχουμε μάθει, στη ζωή αυτή, να αγαπάμε το Θεό και να ζούμε με τον τρόπο που ο Χριστός μας φανέρωσε οτι είναι η θεία ζωή, τότε θα μπορέσουμε να πεθάνουμε με ειρήνη και γαλήνη στα χέρια του, και να αποκτήσουμε μια ζωή ατελεύτητη. Εάν, όμως απο την άλλη πλευρά, η καρδιά μας είναι δεμένη στον κόσμο αυτό – με τα υλικά αγαθά, το χρήμα, το αυτο-είδωλό μας κ.ο.κ.– στην περίπτωση αυτή μπορούμε να είμαστε βέβαιοι ότι ο θάνατός μας θα είναι επώδυνος, διότι θα πρόκειται για χωρισμό απο όλα εκείνα που αγαπάμε. Με τον ένα ή με τον άλλο τρόπο, ο καθένας μας πρόκειται να πεθάνει, «καί εἰς χοῦν ἀπελεύσεται». Το μοναδικό πραγματικό ερώτημα είναι, εάν με την παρούσα ζωή, μάθαμε πώς να γίνουμε μαλακός και εύπλαστος πηλός στα χέρια του Θεού, θρυμματίζοντας τις πέτρινες καρδιές μας, έτσι ώστε να μπορέσουμε να λάβουμε μια καρδιά απο σάρκα, γεμάτη έλεος και αγάπη. Ή εαν αντίθετα, έχουμε σκληρυνθεί τόσο πολύ ως άνθρωποι, που δεν είμαστε τίποτε περισσότερο παρά εύθραυστος και στεγνός πηλός, χωρίς καμία αξία.
 
 
Δυο μαρτυρίες
Δυο πρωτοχριστιανικές μαρτυρίες, για το γεγονός ότι η εν Χριστώ ζωή έρχεται δια του θανάτου – η περίπτωση δυο μαρτύρων– θα μας βοηθούσαν ενδεχομένως, να συλλάβουμε καλύτερα το μυστήριο του χριστιανικού θανάτου. Όταν ο άγιος Ιγνάτιος της Αντιοχείας (ο Θεοφόρος) αιχμαλωτίστηκε και μεταφέρθηκε απο την Αντιόχεια στην Ρώμη για να μαρτυρήσει, έγραψε μια επιστολή στους χριστιανούς της Ρώμης, ζητώντας τους να μην ασχοληθούν με τις επικείμενες δικαστικές περιπέτειές του, ή να μην προσπαθήσουν, για παράδειγμα, να τον κρατήσουν στη ζωή, δωροδοκώντας τις αρχές. Παρά το γεγονός οτι πορευόταν αργά, αλλά με βεβαιότητα, προς ένα βάρβαρο μαρτύριο, αντιμετώπιζε τη μοίρα του με χαρά, εξηγώντας: «καλόν ἐμοί ἀποθανεῖν, διά Ἰησοῦν Χριστόν, ἤ βασιλεύειν τῶν περάτων τῆς γῆς.... Ἐκεῖνον ζητῶ, τόν ὑπέρ ἡμῶν ἀποθανόντα καί ἀναστάντα... Συγγνωμονεῖτε μοι, ἀδελφοί, μή ἐμποδίσητε μοι εἰς ζωήν φθάσαι... Μη θελήσητέ με ἀποθανεῖν.... Ἄφετέ με καθαρόν φῶς λαβεῖν. Ἐκεῖ παραγενόμενος, ἄνθρωπος Θεοῦ ἔσομαι. Ἐπιτρέψατέ μοι μιμητήν εἶναι πάθους Χριστοῦ τοῦ Θεοῦ μου». (Ἰγνατίου Ἀντιοχείας, Πρός Ρωμαίους, 6, PG 5, 812Α, 813A.)
 
Σε σύγκριση με το συνήθη τρόπο ομιλίας μας, η ζωή κι ο θάνατος έχουν στην περίπτωση αυτή αντιστραφεί πλήρως. Το μαρτύριό του είναι η γέννησή του· ο Ιγνάτιος δεν έχει ακόμη γεννηθεί. Όπως όλοι μας, έχει απλά έλθει στην ύπαρξη χωρίς τη θέλησή του. Αλλά με τον εκούσιο θάνατό του, ακολουθώντας το παράδειγμα του Χριστού, θα γεννηθεί ελεύθερα. Στην περίπτωση αυτή μάλιστα πρόκειται να γεννηθεί ως άνθρωπος.
 
Μονάχα στην περίπτωση αυτή, η ελευθερία και η αυτοθυσιαστική αγάπη, που δεν είναι άλλη, από την ελευθερία και την αγάπη του ίδιου του Θεού, αποτελούν το θεμέλιο της υπάρξεως του Ιγνατίου. Και έτσι ακολουθώντας το μονοπάτι αυτό, ο Ιγνάτιος γίνεται άνθρωπος «εἰς ἄνδρα τέλειον, εἰς μέτρον ἡλικίας τοῦ πληρώματος τοῦ Χριστοῦ» (Εφ. 4:13), ο οποίος μόνος αυτός μας έχει φανερώσει τον Θεό και τον άνθρωπο.
 
Η ιδέα ότι μονάχα με τον τρόπο αυτό θα μπορέσει να γίνει άνθρωπος, φαίνεται να έχει την προϊστορία της, στη σχέση του ευαγγελίου του Ιωάννη με τη Γένεση. Είναι γνωστό ότι και τα δυο κείμενα ξεκινούν με το «ἐν ἀρχῇ». Ωστόσο, υπάρχει μια βαθύτερη σύνδεση. Η Γένεσις ξεκινά με τον Θεό που μιλάει και φέρει τα πάντα στην ύπαρξη, με το δημιουργικό «γεννηθήτω». Στην περίπτωση εκείνη, ωστόσο, ο Θεός ξεκινά το δικό του σχέδιο, το μόνο πράγμα για το οποίο προνόησε, όχι με κάποια διαταγή αλλά με μια υποτακτική: «Ποιήσωμεν ἄνθρωπον κατ’ εἰκόνα ἡμετέραν καί καθ’ ὁμοίωσιν» (Γεν. 1:26). Ο Θεός δεν λέει απλά «γεννηθήτω», ούτε το κείμενο αναφέρει «και έγινε έτσι». Στην πραγματικότητα η ολοκλήρωση του σχεδίου του ανακοινώνεται για πρώτη φορά με την κορύφωση σύνολης της θεολογίας, στο ευαγγέλιο του Ιωάννη του Θεολόγου, όταν ο Χριστός βρίσκεται πάνω στον Σταυρό και λέει με αρχοντική μεγαλοπρέπεια «τετέλεσται» (Ιω. 19:30), ενώ λίγο νωρίτερα από αυτό, έχουμε ακούσει τα λόγια του Πιλάτου: «ἴδε ὁ ἄνθρωπος» (Ιω. 19:5), τα οποία διασώζονται μονάχα στο ευαγγέλιο του Ιωάννη.
 
Η αγία Γραφή ξεκινά λοιπόν με τον Θεό που ανακοινώνει το σχέδιό του, και ολοκληρώνεται με την πραγμάτωση του σχεδίου αυτού. Ο Αδάμ είναι «τύπος τοῦ μέλλοντος» (Ρωμ. 5:14), ένα κατά κάποιο τρόπο αρχικό προσχέδιο, η πληρότητα του οποίου φανερώνεται για πρώτη φορά εν Χριστώ, ο οποίος χρησιμοποιεί την πνοή του για να πορευθεί οικειοθελώς στον Σταυρό εξ ονόματος όλων, προσφέροντας έτσι το Πνεύμα σε όλους εκείνους που θα τον ακολουθούσαν μέχρι τον Σταυρό και θα γίνουν έτσι άνθρωποι κάτα το πρότυπό του. Ενώ, ο Θεός φέρει οτιδήποτε άλλο στην ύπαρξη με το θείο «γεννηθήτω», εμείς είμαστε εκείνοι που θα πρέπει να προσφέρουμε το δικό μας γεννηθήτω, προκειμένου να φέρουμε εις πέρας το μοναδικό πράγμα που θεωρείται ότι είναι έργο Θεού!
 
Ο δεύτερος μάρτυρας είναι η Βλανδίνα – ένα νεαρό κορίτσι που μαρτύρησε στην Λυών περίπου το 177 μ. Χ. Το μαρτύριό της περιγράφηκε σε μια επιστολή που κατά πάσα πιθανότητα γράφτηκε απο το άγιο Ειρηναίο της Λυών. Ως νέα σκλάβα – η επιτομή της αδυναμίας στον αρχαίο κόσμο– ενσαρκώνει τα λόγια του Χριστού στον Παύλο «ἡ γάρ δύναμις μου ἐν ἀσθενείᾳ τελειοῦται» (Β´ Κορ. 12:9). Ήταν τόσο «αδύναμη στο σώμα», ώστε οι άλλοι φοβούνταν μήπως δεν θα μπορούσε να έχει μια καλή ομολογία. Ωστόσο, εκείνη «τοσαύτης ἐπληρώθη δυνάμεως, ὥστε ἐκλυθῆναι καί παρεθῆναι τούς κατά διαδοχάς παντί τρόπῳ βασανίζοντας αὐτήν ἑωθινῆς ἕως ἑσπέρας καί αὐτούς ὁμολογοῦντας ὅτι νενίκηνται, μηδέν ἔχοντες μηκέτι ὅ ποιήσουσιν αὐτῇ, καί θαυμάζειν ἐπί τῷ παραμένειν ἔμπνουν αὐτήν, παντός τοῦ σώματος περιερρωγότος καί ἠνεῳγμένου».
 
Κι όχι μόνο, μέσα στην αδυναμία της, η ίδια πληρώθηκε με θεία δύναμη από την ομολογία της, αλλά ταυτίστηκε πλήρως με το σώμα εκείνου που υπέφερε στον Γολγοθά: όταν την κρέμασαν σε ένα ξύλο στην αρένα: «ἡ δέ Βλανδίνα ἐπί ξύλου κρεμασθεῖσα, προὔκειτο βορά τῶν εἰσβαλλομένων θηρίων, ἡ καί διά τοῦ βλέπεσθαι σταυροῦ σχήματι κρεμαμένη, διά τῆς εὐτόνου προσευχῆς, πολλήν προθυμίαν ἐνεποίει τοῖς ἀγωνιζομένοις, βλεπόντων αὐτῶν ἐν τῷ ἀγῶνι, καί τοῖς ἔξωθεν ὀφθαλμοῖς διά τῆς ἀδελφῆς, τόν ὑπέρ αὐτῶν ἐσταυρωμένον, ἵνα πείσῃ τούς πιστεύοντας εἰς αὐτόν, ὅτι πᾶς ὑπέρ τῆς Χριστοῦ δόξης παθών, τήν κοινωνίαν ἀεί ἔχει μετά τοῦ ζῶντος Θεοῦ..... ἡ μικρά καί ἀσθενής καί εὐκαταφρόνητος, μέγαν καί ἀκαταγώνιστον ἀθλητήν Χριστόν ἐνδεδυμένη, διά πολλῶν κλήρων ἐκβιβάσασα τόν ἀντικείμενον, καί δι’ ἀγῶνος τόν τῆς ἀφθαρσίας στεψάμενη στέφανον». (Η επιστολή των Μαρτύρων της Βιέννης και της Λυών, όπως διασώζεται στο Εὐσεβίου, Ἐκκλησιαστική Ἱστορία 5.1-2, PG 20, 416B, 424 C.)
 
Με το πάθος της, η Βλανδίνα, ταυτίστηκε με τον Χριστό: (όπως συνέβη και με τον Παύλο, πρβλ. Γαλ. 2:20) δεν ζούσε πλέον η ίδια αλλά ζούσε μέσα της ο Χριστός. Εκείνη αποτελεί πλέον το σώμα του. Πρόκειται για μια περισσότερο ξεκάθαρη περίπτωση «σαρκωμένης πίστης», σε σχέση με εκείνη με την οποία ξεκινήσαμε.
 
Το πέρασμα της Βλανδίνας από τον κόσμο αυτό είναι το πέρασμα του Χριστού στον κόσμο αυτό, ένα γεγονός, που για μια ακόμη φορά, περιγράφεται ως γέννηση. Μετά την περιγραφή του δικού της πάθους, όπως και του πάθους ενός άλλου χριστιανού ονόματι Άτταλου, η επιστολή συνεχίζει: «διά γάρ τῶν ζώντων ἐζωοποιοῦντο τά νεκρά, καί μάρτυρες τοῖς μή μαρτύσιν ἐχαρίζοντο. Καί ἐνεγίνετο πολλή χαρά τῇ παρθένῳ μητρί, οὕς ὡς νεκρούς ἐξέτρωσε, τούτους ζώντας ἀπολαμβανούσῃ. Δι’ ἐκείνων γάρ οἱ πλείους τῶν ἡρνημένων ἀνεμητροῦντο καί ἀνεκυΐσκοντο καί ἀνεζωπυροῦντο, καί ἐμάνθανον ὁμολογεῖν, καί ζῶντες ἤδη καί τετονωμένοι, προσῄεσαν τῶ βήματι». (Όπ. π. PG 20, 425BC.)
 
Οι χριστιανοί που απέφυγαν να ομολογήσουν είναι απλά νεκροί: η εκ μέρους τους έλλειψη προετοιμασίας σήμαινε ότι είναι θνησιγενή παιδιά της Παρθένου Μητέρας, της Εκκλησίας. Αλλά τώρα, έχοντας ενδυναμωθεί από τη μαρτυρία των άλλων, είναι εξίσου έτοιμοι να πορευτούν προς τον θάνατό τους – έτσι η Παρθένος Μήτηρ τους υποδέχεται πίσω ζωντανούς, γεννώντας στο τέλος ζωντανά παιδιά του Θεού. Επομένως, ο θάνατος του μάρτυρα αποτελεί τη δική τους «νέα γέννηση» και γι’ αυτό γιορτάζεται ως η αληθινή γέννησή τους.
 
Αυτό βεβαίως, μπορεί να γίνει αντιληπτό μονάχα από εκείνους που υφίστανται τη δική τους δοκιμασία, μαζί με την Βλανδίνα, στην αρένα, από εκείνους που έχουν πραγματικά σηκώσει το σταυρό. Αντίθετα εκείνοι που ως θεατές παρακολουθούσαν το θέαμα απο τις κερκίδες, θα προσεγγίσουν τα πράγματα με διαφορετικό μάτι, αν και ορισμένοι θα παρακινηθούν να στοχαστούν περισσότερο πάνω στο είδος της μαρτυρίας της Βλανδίνας. Ή για να είμαστε περισσότερο ακριβείς, αυτή η «χριστοποίηση» (για να χρησιμοποιήσουμε μια φράση του Παναγιώτη Νέλλα), είναι που περιγράφεται από τον άγιο Ειρηναίο: είναι αυτός που έγραψε την επιστολή, περιγράφοντας το μαρτύριο της Βλανδίνας και ερμηνεύοντας αυτό που της συνέβη, στην προοπτική ολάκερης της θεολογικής του θεώρησης. Με τον τρόπο αυτό, ο Ειρηναίος μας επιτρέπει να κοιτάξουμε προς την Βλανδίνα, όχι σύμφωνα με τη σάρκα της, για να θυμηθούμε τον Απόστολο (πρβλ. Β´ Κορ. 5:16), αλλά πλέον ως εικόνα του Χριστού.
 
 
Πάρτε πίσω τον θάνατο!
Έχοντας, λοιπόν ερευνήσει ορισμένες από τις πιο σημαντικές πτυχές του γεγονότος, ότι με το θάνατό του ο Χριστός νίκησε το θάνατο –δεν κατήργησε τον θάνατο (διότι ακόμη πεθαίνουμε), αλλά μας ελευθέρωσε από το «φόβο του θανάτου» (Εβρ. 2:15) και έτσι μετέβαλε εξάπαντος την «χρήση του θανάτου»– μπορούμε πλέον να δούμε ότι η αληθινή ζωή μας ως ανθρώπων ξεκινά με το θάνατο και καταλήγει στο θάνατο. Ο θάνατος, ωστόσο, εδώ δεν νοείται απλά ως το τέλος για το οποίο δεν έχουμε το θάρρος να μιλήσουμε, ούτε ως η έσχατη μάχη την οποία ποτέ δεν μπορούμε να κερδίσουμε, ή ως ὁ «ἔσχατος ἐχθρός», όπως τον χαρακτηρίζει ο Απόστολος (Α´ Κορ. 15:26), από τον οποίο, ακόμη και τώρα, νομίζουμε εσφαλμένα ότι είμαστε, κατά κάποιο τρόπο, ελεύθεροι. Πρόκειται αντίθετα για τον εκούσιο θάνατο του εαυτού, που συνιστά τη ζωντανή απόδειξη της ελεύθερης αυτο-θυσιαστικής αγάπης, που μας έδειξε ο Χριστός ότι αποτελεί τη ζωή και το είναι του Θεού. Ξεκινώντας τη διαδρομή αυτή με το βάπτισμα, αυξανόμαστε ολοένα και περισσότερο στην πραγματικότητα αυτή, μεταμορφώνοντας τελικά τον ίδιο το θάνατό μας σε μια φανέρωση του πασχάλιου μυστηρίου.
 
Εαν είναι αλήθεια, αυτό που σημείωσα προηγουμένως, ότι ο Χριστός μάς δείχνει, τι σημαίνει να είναι Θεός, με τον τρόπο που πεθαίνει ως άνθρωπος, τότε, εάν δεν βλέπουμε τον θάνατο (όπως επίσης υποστήριξα, ότι αποφεύγει να κάνει η σύγχρονη δυτική κοινωνία), δεν πρόκειται να δούμε ούτε το πρόσωπο του Θεού. Εαν αυτό είναι αλήθεια, τότε η εγκατάλειψη της παραδοσιακής νεκρώσιμης ακολουθίας, στην οποία αναφέρθηκα στην αρχή της ομιλίας μου, σημαίνει ότι πράγματι δεν «βλέπουμε» πια το θάνατο. Αυτό αποτελεί, θα έλεγα, τη μεγαλύτερη αλλαγή στην ιστορία για την ανθρώπινη ύπαρξη, όπως επίσης και τη μεγαλύτερη πρόκληση για τον άνθρωπο σήμερα.
 
Εαν είναι αλήθεια, τουλάχιστον απο μια χριστιανική προοπτική, οτι ο Χριστός μάς δείχνει τι σημαίνει να είναι Θεός, με τον τρόπο που πεθαίνει ως άνθρωπος, η απομάκρυνση του «προσώπου» του θανάτου από την κοινωνία και την εμπειρία μας, συνιστά ταυτόχρονα και την απομάκρυνση του «προσώπου» του Θεού. Αυτό μπορεί μονάχα να οδηγήσει, και έχει οδηγήσει μέχρι στιγμής, σε μια ορισμένη προοπτική για την ανθρώπινη ζωή –η ανθρώπινη ζωή είναι αυτό που ζούμε αυτή τη στιγμή, καθώς προσπαθούμε με κάθε μέσο να «ζήσουμε μια γεμάτη ζωή»– και σε μια εντελώς παράξενη σχέση με το σώμα μας: ενώ «ζούμε», η ζωή μας έχει να κάνει εξ ολοκλήρου με το σώμα μας και την φυσική του κατάσταση, όντας πάντοτε σε ετοιμότητα να διαμορφωθεί και να αναδιαμορφωθεί σύμφωνα με την επιθυμία μας, όπως περιγράφηκε με ιδιαίτερη επιτυχία απο τον Hevré Juvin. Ωστόσο, όταν πεθαίνουμε το σώμα απορρίπτεται, ως τίποτε περισσότερο απο το γήινο κέλυφός μας. (Hervé Juvin, The Coming of the Body, trans. John Howe - London: Verso, 2010)
 
Σ’ έναν τέτοιο πολιτισμό, η ιδέα ότι η ζωή έρχεται δια του θανάτου, και ότι επομένως ο θάνατος έχει να παίξει κάποιο ρόλο στη ζωή, γεννώντας μια ζωή που βρίσκεται επέκεινα των ορίων του θανάτου, αυτή η ιδέα δεν μπορεί παρά να φαντάζει παράξενη. Ωστόσο, όπως υπογραμμίζει ο Ειρηναίος, ο θάνατος παρόλα αυτά θα πει την τελευταία λέξη, αν και, όπως θα προσθέσει στη συνέχεια, την τελευταία λέξη στην πραγματικότητα τη λέει ο Θεός που χρησιμοποιεί την θνητότητά μας για να μας παιδαγωγήσει στον πεπερασμένο, ενσώματο και γήινο χαρακτήρα της φύσης μας, έτσι ώστε να μας δώσει τη δυνατότητα να υποδεχτούμε αυτό που δεν έχουμε μέσα μας ή δε διαθέτουμε απο μόνοι μας, δηλαδή τη ζωή. Ή όπως ολοκληρώνει την εκπληκτική μελέτη του ο Juvin: «Μονάχα το σώμα θυμάται ότι είναι πεπερασμένο, μονάχα αυτό μας καθηλώνει στα όριά του, στο τελευταίο σύνορό μας (άραγε για πόσο ακόμη;). Κι αν ακόμη, ειδικά εάν ξεχνάει, μονάχα το σώμα μάς αποτρέπει ακόμη από το να είμαστε Θεός για τον εαυτό μας και τους άλλους». (Όπ.π. 177.)
 
Θα έλεγα, λοιπόν, ότι το καθήκον σήμερα δεν είναι απλά να διακηρύσσουμε την πίστη μας απέναντι σ’ έναν ολοένα και περισσότερο εκκοσμικευμένο κόσμο. Το καθήκον μας είναι πάρουμε πίσω το θάνατο! Κι αυτό μπορούμε να το πετύχουμε, επιτρέποντας στο θάνατο να «εμφανιστεί» και τιμώντας εκείνους που πεθαίνουν με την πλήρη νεκρώσιμη ακολουθία. Αυτό μπορούμε να το κάνουμε εφόσον είμαστε ξεκάθαροι στη θεολογία μας, όπως ήταν ο άγιος Ειρηναίος, στην περιγραφή του μαρτυρίου της Βλανδίνας, δίνοντας έτσι τη δυνατότητα στους ανθρώπους να δούν το εκπληκτικό εκείνο έργο, που ο Θεός πραγματοποίησε δια του θανάτου. Και μπορούμε να το επιτύχουμε, μαρτυρώντας εμείς οι ίδιοι για μια ζωή, που έρχεται από το θάνατο, μια ζωή η οποία στο εξής δεν επηρεάζεται απο το θάνατο, μια ζωή που γίνεται πραγματικότητα όταν κάποιος σηκώσει τον σταυρό. Το πλέον επιτακτικό καθήκον μας σήμερα είναι επομένως, να επανακτήσουμε τη μαρτυρική πραγματικότητα για το ποιο ακριβώς είναι το νόημα της χριστιανικής μαρτυρίας.
 
* Κοσμήτωρ και Καθηγητής Πατρολογίας 
του Ορθόδοξου Θεολογικού Σεμιναρίου του Αγίου Βλαδίμηρου (Νέα Υόρκη, Η.Π.Α.)
 
Διοργάνωση: Ακαδημία Θεολογικών Σπουδών Βόλου
 
Μετάφραση: Νικόλαος Ασπρούλης, Συνεργάτης Ακαδημίας Θεολογικών Σπουδών και περιοδικού Θεολογία

Λόγος Αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου στην Ανάσταση


Λόγος Αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου στην Ανάσταση
TOY EN ΑΓIΟIΣ ΠΑΤΡΟΣ HMΩN ΙΩΑΝΝΟΥ  TOY  ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ
ΛΟΓΟΣ  ΕΙΣ  ΤΗΝ   ΑΝΑΣΤΑΣΙΝ
Ας εορτάσουμε την εορτή αυτή τη μεγίστη και λαμπρά, κατά την οποία ανέστη ο Κύριος. Κι ας την εορτάσουμε με φαιδρότητα μαζί και θεοσέβεια. Ανέστη ο Κύριος και ανέστησε μαζί του και την οικουμένη. Αμάρτησε ο Αδάμ και πέθανε. Ο Χριστός δεν αμάρτησε, αλλά πέθανε. Και ανέστη κατόπιν, σπάζοντας του θανάτου τα δεσμά. Πρωτοφανές και παράδοξο πράγμα. Εκείνος αμάρτησε και πέθανε. Αυτός δεν αμάρτησε και πέθανε. Γιατί; Για να μπορέση εκείνος που αμάρτησε και πέθανε να γλυτώση από τον θάνατο χάριν εκείνου που δεν αμάρτησε αλλά πέθανε.
Ένας οφείλει πολλά και μην έχοντας να πληρώση, μένει στη φυλακή. Άλλος δεν οφείλει τίποτε και καταβάλλει για τον πρώτο και πετυχαίνει την άπόλυσί του. Αυτό συνέβηκε με τον Αδάμ. Χρωστούσε ο Αδάμ, δεν είχε να πληρώση και ήταν δέσμιος του διαβόλου. Δεν χρωστούσε τίποτε ο Χριστός, ούτε ήταν κάτω από την εξουσία του διαβόλου, αλλά μπορούσε να πληρώση. Ήλθε, πλήρωσε με τον θάνατό του για εκείνον που δεσμευόταν από τον διάβολο, για να απολύση τον κρατούμενο.
Είδες της αναστάσεως τα κατορθώματα; Διπλό θάνατο πεθάναμε εμείς και διπλή άρα περιμένουμε τώρα ανάστασι. Εκείνος απλό θάνατο πέθανε, κι έτσι, απλή ανάσταση αναστήθηκε. Πώς; Θα σας το εξηγήσω. Πέθανε ο Αδάμ και κατά το σώμα και κατά την ψυχή. Πέθανε και με την αμαρτία και με την φύσι. Η  αν ήμερα φάγητε από του ξύλου, θανάτω αποθανείσθε. Δεν πέθανε όμως την ίδια μέρα με την φύσι, αλλά μονάχα με την αμαρτία. Ο ένας ήταν θάνατος της ψυχής, ο άλλος, ο δεύτερος, ήταν θάνατος του σώματος. Κι όταν ακούσης θάνατο της ψυχής, μη νομίσης ότι πεθαίνει η ψυχή. Η ψυχή είναι αθάνατη. Ο θάνατος της ψυχής είναι η αμαρτία και η αιωνία κόλασις. Γι' αυτό κι ο Χριστός λέγει: Μη φοβηθήτε από των αποκτεινόντων το σώμα, την δε ψυχήν μη δυναμένων αποκτείναι φοβήθητε δε μάλλον τον δυνάμενον και ψυχήν και  σώμα απολέσαι εν γεένη. Ό,τι χάνεται, υφίσταται, αλλά ξεφεύγει από τ η ματιά εκείνου που το απώλεσε. Όπως έλεγα, λοιπόν, διπλός είναι ο θάνατος σε μας. Επομένως και διπλή πρέπει να είναι η ανάστασίς μας. Στον Χριστό ήταν απλός θάνατος. Διότι ο Χριστός δεν αμάρτησε. Αλλά και ο απλός θάνατός του για μας συνέβη. Δεν χρωστούσε να τον υποστή Εκείνος. Διότι δεν ήταν ένοχος αμαρτίας, άρα ούτε και θανάτου.. Γι' αυτό Εκείνος μεν ανέστη την ανάστασι την από απλό θάνατο. Ενώ εμείς, έχοντας πεθάνει διπλό θάνατο, διπλή ανάστασι έχουμε. Μια φορά αναστηθήκαμε χθες από την αμαρτία. Ταφήκαμε μαζί του στο βάπτισμα και εγερθήκαμε μαζί του μες από το βάπτισμα. Η μία, λοιπόν, είναι αυτή η ανάστασις, δηλαδή η απαλλαγή από τα αμαρτήματα. Η δε ανάστασις η δεύτερη είναι εκείνη του σώματος. Μας χάρισε τη σπουδαιότερη, ας περιμένουμε λοιπόν και την λιγώτερο σπουδαία. Η πρώτη είναι πολύ μεγαλύτερη από τη δεύτερη. Διότι πολύ σπουδαιότερο είναι να απαλλαγή κανείς από την αμαρτία, παρά να αναστή σωματικά. Το σώμα έπεσε, διότι αμάρτησε. Επομένως, αν αιτία της πτώσεως είναι η αμαρτία, αιτία της αναστάσεως θα είναι η απαλλαγή από την αμαρτία. Αναστηθήκαμε, λοιπόν, τη μεγαλύτερη ανάστασι, έχοντας ρίξει από πάνω μας τον χαλεπό θάνατο της αμαρτίας και ξεντυθή το παλαιό ιμάτιο. Ας περιμένουμε λοιπόν και τη μικρότερη. Αυτή την πρώτη ανάστασι αναστηθήκαμε εμείς από καιρό, όταν βαπτισθήκαμε.
Και όσοι καταξιώθηκαν να βαπτισθούν απόψε, αυτά τα καλά πρόβατα. Προχθές ο Χριστός σταυρώθηκε, αλλά αναστήθηκε χθες τη νύκτα. Και αυτοί προχθές ήταν ακόμη δέσμιοι στην αμαρτία, αλλά αναστήθηκαν μαζί του. Εκείνος κατά το σώμα πέθανε και κατά το σώμα ανέστη. Αυτοί κατά την αμαρτία ήταν νεκροί και ελευθερώθηκαν κι αναστήθηκαν από την αμαρτία. Η γη, αύτη την εποχή, ρόδα και γιούλια και τα λοιπά άνθη μας δίνει. Και τα δροσερά νερά ρέουν με περισσότερη φαιδρότητα στα λιβάδια. Μη θαυμάσης αν από τα νερά βλάστησαν άνθη. Η γη, όχι από μόνη της, αλλά με το πρόσταγμα του Δεσπότη ντύνεται τη χλόη. Και στις αρχές τα νερά έβγαλαν ζώα κινούμενα. Λέγει η Γραφή: ε ξ α γ α γ έ τ ω   τα ύδατα ερπετά ψυχών ζωσών και το πρόσταγμα έγινε πραγματικότης και εκείνη η άψυχη ύλη έβγαλε ζωντανά όντα. Έτσι και τώρα εξαγαγέτω τα ύδατα όχι ερπετά ζωντανά, άλλα πνευματικά χαρίσματα. Έβγαλαν τότε τα νερά ψάρια χωρίς λογικό και άφωνα, έβγαλαν τώρα ψάρια λογικά και πνευματικά, ψάρια που τα έπιασαν οι απόστολοι. Διότι τους είπε: Δ ε ύ τ ε και ποιήσω υμάς αλιείς ανθρώπων. Και εννοούσε αυτό το είδος αλιείας. Καινούργιος πραγματικά της αλιείας ο τρόπος. Οι ψαράδες βγάζουν από τα νερά, εμείς μπάσαμε στα νερά και έτσι ψαρέψαμε. Υπήρχε κάποτε και στους ιουδαίους η κολυμβήθρα. Άκου τι δύναμι είχε εκείνη η κολυμβήθρα, για να δης την ιουδαϊκή φτώχεια, για να μάθης τον πλούτο της Εκκλησίας. Κολυμβήθρα με νερό ήταν και κατέβαινε ο άγγελος εκεί και τάρασσε τα ύδατα. Ύστερα, μετά το τάραγμα των υδάτων, έπεφτε μέσα ένας από τους αρρώστους και γινόταν καλά. Ένας μονάχα κάθε χρόνο γινόταν καλά και ευθύς ξοδευόταν όλη η χάρις, όχι από φτώχεια εκείνου που την παρείχε, αλλά από την αδυναμία εκείνων που τη δέχονταν. Κατέβαινε, λοιπόν, ο άγγελος στην κολυμβήθρα και ετάρασσε το νερό και γινόταν καλά ένας. Κατέβηκε ο Δεσπότης των αγγέλων στον Ιορδάνη και ετάραξε το νερό και όλη την οικουμένη θεράπευσε. Έτσι, στην πρώτη περίπτωσι, ο δεύτερος που έμπαινε στα νερά μετά τον πρώτο, δεν γινόταν καλά. Διότι οι ιουδαίοι, που έπαιρναν αύτη τη χάρι, ήταν αδύνατοι και φτωχοί. Ενώ στην προκειμένη περίπτωσι, μετά τον πρώτο ο δεύτερος, μετά τον δεύτερο ο τρίτος, μετά τον τρίτο ο τέταρτος. Δέκα, είκοσι, εκατό, χίλιους, χίλιες χιλιάδες, όλη την οικουμένη αν βάλης στην κολυμβήθρα, η χάρις δεν σώνεται, δεν εξαντλείται η δωρεά, δεν λερώνονται τα νάματα.
Καινούργιος τρόπος καθάρσεως· διότι δεν είναι σωματικός. Τα σώματα όταν είναι πολλά, τα νάματα καταντούν να βρωμίσουν. Ενώ εδώ  όσοι περισσότεροι πλύνονται, τόσο  καθαρώτερα γίνονται.
Είδες όγκο δωρεάς; Φύλαξε αυτή τη μεγάλη δωρεά, άνθρωπε. Δεν έχεις δικαίωμα να ζης αδιάφορα. Βάλε στον εαυτό σου νόμο με κάθε ακρίβεια.  Αγώνας είναι μπροστά σου και παλαίσματα. Και ο αγωνιστής από όλα κάνει εγκράτεια, θέλεις να σου δείξω ένα τρόπο άριστο και ασφαλή για να πετύχης τη νίκη; Εκείνα που φαίνονται αδιάφορα και αντιθέτως κυοφορούν την αμαρτία, ας τα βγάλουμε από τη σκέψι μας. Υπάρχουν αμαρτωλά πράγματα, και πράγματα όχι αμαρτωλά, αλλά που γίνονται αιτία να αμαρτήση κανείς. Λόγου χάριν, το γέλοιο δεν είναι αυτό καθεαυτό αμάρτημα, γίνεται όμως αμάρτημα αν βγη από τα όρια. Διότι από το γέλοιο έρχονται οι αστειότητες, από τις αστειότητες η αισχρολογία, από την αισχρολογία οι αισχρές πράξεις κι από τις αισχρές πράξεις η κόλασις και η τιμωρία. Βγάλε, λοιπόν, μια και καλή τη ρίζα, για να γλυτώσης απ’ όλο το κακό. Διότι αν φυλαγόμαστε από τα αδιάφορα, ποτέ δεν θα πέσουμε στα απαγορευμένα. Έτσι σε πολλούς φαίνεται αδιάφορο πράγμα το να κυττάζουν τις γυναίκες, αλλ’ από αυτό γεννιέται η ακόλαστη επιθυμία, από την επιθυμία η πορνεία κι από την πορνεία πάλι η κόλασις και η τιμωρία. Έτσι, το να διασκεδάση κανείς λίγο στο τραπέζι φαίνεται όχι φοβερό πράγμα κι όμως απ’ αυτό γλυστρά κανείς στη μέθη και στις αναρίθμητες κακές συνέπειες της μέθης.  Ας ξερριζώσουμε, λοιπόν, από παντού τις αρχές της αμαρτίας.
Γι' αυτό διαρκώς, κάθε μέρα, τρέφεσθε με τα κήρυγμα. Γι' αυτό συνέχεια όλες τις μέρες σας συναθροίζουμε, παραθέτοντάς σας πνευματικό τραπέζι και κάνοντας σας ν’ απολαμβάνετε τα θεία λόγια, αλείφοντας την. ψυχή σας με το λάδι του κηρύγματος που της είναι απαραίτητο για να αθλή και οπλίζοντάς σας εναντίον του διάβολου. Διότι αγριώτερα τώρα σας επιτίθεται. Όσο μεγαλύτερη η δωρεά τόσο μεγαλύτερος και ο πόλεμος. Αν μέσα στον παράδεισο είδε μονάχα ένα άνθρωπο ο διάβολος και δεν τον ανέχθηκε, πώς τι ανεχθή τόσους στον ουρανό, πες μου; Εξαγρίωσες το θηρίο αλλά μη φοβηθής. Μεγαλύτερη δύναμι πήρες, μάχαιρα ακονισμένη. Μ' αυτή να κεντήσης τον όφι. Γι' αυτό ο Θεός τον άφησε να εξαγριωθή εναντίον σου, για να λάβης έτσι πείρα της δυνάμεως που απόκτησες. Κι όπως ένας καλός προπονητής παίρνει τον ακάθαρτο, εξαντλημένο κι αμελημένο αθλητή και αφού του αλείψη με λάδι το κορμί, αφού τον γυμνάση, αφού τον ξανακάνη εύρωστο, υστέρα δεν τον αφήνει σε ησυχία,  αλλά τον σπρώχνει στο στάδιο για ν' αγωνισθή και να λάβη έτσι πείρα της δυνάμεως που απόκτησε, το ίδιο έκαμε και ο Χριστός.
Μπορούσε να ξεκάμη μονομιάς τον εχθρό. Αλλά για να μάθης εσύ την υπερβολή της χάριτος, το μέγεθος της πνευματικής δυνάμεως, που έλαβες με το βάπτισμα, σας αφήνει και τους δυο να πιάνεσθε μέση με μέση, επιφυλάσσοντας σε σένα πολλούς στεφάνους. Γι' αυτό κάθε μέρα, όλη την εβδομάδα, αδιάκοπα διδάσκεσθε, για να πάρετε ακριβή γνώσι για όλα τα καθέκαστα της πάλης. Ακόμη και ως γάμος πνευματικός μπορεί να θεωρηθή ό,τι ήδη έγινε. Και στους γάμους επί επτά μέρες μένει κλειστή η παστάδα. Γι' αυτό κι εμείς επί επτά μέρες σας καθοδηγούμε πώς να συμπεριφέρεστε στους νυμφικούς θαλάμους. Αλλά στους γάμους, μετά την πάροδο των επτά ημερών, ανοίγει η παστάδα. Ενώ εδώ όσο θέλεις μένεις στη νυμφική απόλαυσι. Στους γάμους τους άλλους η νύμφη ύστερα από τον πρώτο και τον δεύτερο μήνα δεν είναι το ίδιο ποθητή στον γαμπρό. Εδώ όμως συμβαίνει το αντίθετο. Όσο περνά ο καιρός, τόσο θερμότεροι οι έρωτες του νυμφίου, τόσο γλυκύτεροι οι εναγκαλισμοί, τόσο πνευματικώτερη η συνουσία, αν γρηγορούμε και νήφουμε. Έπειτα· στα σώματα, μετά τη νεότητα, έρχονται τα γηρατειά. Εδώ, μετά τα γηρατειά, η νεότης, και μάλιστα νεότης που δεν έχει τέλος αν θέλουμε. Μεγάλη η χάρις, αλλά θα είναι αφθονώτερη αν το θελήσουμε. Και ο Παύλος μέγας ήταν όταν βαπτιζόταν, αλλά πολύ μεγαλύτερος έγινε υστερότερα, όταν κήρυττε και έρριχνε σε σύγχυση τους ιουδαίους. Κατόπιν αρπάχθηκε στον παράδεισο, στον τρίτο ανέβηκε ουρανό. Ώστε μπορούμε κι εμείς, αν θέλουμε, να αυξηθούμε , και τη χάρι που λάβαμε με το βάπτισμα να τη μεγαλώσουμε. Και μεγαλώνει με τα καλά έργα και γίνεται έτσι λαμπρότερη και φαιδρότερο φως στον νυμφώνα και θ’ απολαύσουμε τ’ αγαθά που περιμένουν όσους τον αγαπούν.  Τα οποία είθε σε όλους μας να δοθούν, χάριτι και φιλανθρωπία του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, μεθ’ ου τω Πατρί  και τω Αγίω Πνεύματι δόξα και προσκύνησις εις τους αιώνας των αιώνων. Αμήν.

Απόδοσις  Βασ. Πέντζα
Κιβωτός
Απρίλιος 1953
ΑΦ 16

«ΘΑΝΑΤΟΥ ΕΟΡΤΑΖΟΜΕΝ ΝΕΚΡΩΣΙΝ, ΑΔΟΥ ΤΗΝ ΚΑΘΑΙΡΕΣΙΝ»

                                           
Το άγιο Πάσχα αποτελεί την κορωνίδα του ορθοδόξου εορτολογίου. Είναι, κατά τον ιερό υμνογράφο της αναστάσεως, η «εορτή των εορτών και η πανήγυρις των πανηγύρεων». Η σημασία της μεγάλης εορτής οφείλεται στο ότι εκφράζει το πέρας και τον τελικό θρίαμβο της επιτυχίας του επί γης απολυτρωτικού έργου του Χριστού. Εορτάζεται πανηγυρικότατα η νίκη του Αγαθού κατά του Κακού, η επικράτηση του φωτός στο νοητό σκοτάδι της αμαρτίας και της φθοράς, η κατάργηση του Άδη και πάνω απ’ όλα η αναίρεση του θανάτου, του χειρότερου εχθρού μας!
Η είσοδος του κακού στον κόσμο μαζί με τα άλλα μύρια κακά, έφερε και τον θάνατο, ως την φυσική κατάληξη μιας αφάνταστα μαρτυρικής ζωής. Ο πικρός Άδης υπήρξε ο τόπος κατάληξης όλων των ανθρωπίνων ψυχών. Η έννοια της αθανασίας, ως το σπουδαιότερο αρχέγονο δώρο του Θεού στον άνθρωπο, έμεινε ως μια μακρινή       Η λαχτάρα για την νίκη του θανάτου εκφράστηκε ποικιλότροπα μέσα στις ανάμνηση στην ανθρώπινη σκέψη και ως μια αμυδρή προσδοκία ανάκτησής της στο μέλλον.
διάφορες μυθολογίες των λαών. Οι προφήτες και οι συγγραφείς της Παλαιάς Διαθήκης, ως όργανα του Θεού για την προετοιμασία του ανθρωπίνου γένους για την εν Χριστώ σωτηρία, προείδαν πιο καθαρά την μελλοντική νίκη της ζωής κατά του θανάτου. Ο Ίδιος ο Θεός θα δοκιμάσει το πικρό ποτήρι του θανάτου και θα νικήσει τον Άδη, θα τον συλήσει από τους απ’ αιώνος δεσμίους του νεκρούς και θα κλείσει οριστικά το δρόμο του θανάτου για τους πιστούς Του. Ο μοναδικός ζωντανός Θεός είναι ο Ίδιος η ζωή και η πηγή της ζωής σε όλα τα όντα. Αυτός «θανατοί και ζωογονεί, κατάγει εις άδου και ανάγει» (Α΄ Βασιλ.2,6). Ο Ηλίας και ο Ελισαίος ανασταίνουν νεκρούς στο όνομα του Κυρίου (Γ΄ Βασιλ.17,23, Δ΄ Βασιλ.4,33). Ο προφήτης Ωσηέ, προβλέποντας την εις άδου κάθοδον του Μεσσία, την εκ νεκρών ανάστασή Του και την συντριβή του θανάτου διακηρύσσει στους άπιστους συμπατριώτες του «Πορευθώμεν και επιστρέψωμεν προς Κύριον! … Υγιάσει ημάς μετά δύο ημέρας, εν τη τρίτη ημέρα εξαναστηθώμεθα και ζησόμεθα ενώπιον αυτού» (Ωσηέ 6,1) και γι’ αυτό σκιρτώντας από άκρατο ενθουσιασμό φωνάζει να το ακούσουν όλοι οι άνθρωποι «Πού σου η δίκη σου, θάνατε, πού το κέντρον σου άδη;» (Ωσηέ 13,14).
Στο θεανδρικό πρόσωπο του Κυρίου Ιησού Χριστού βρήκε το ανθρώπινο γένος τον πραγματικό λυτρωτή του. Αυτός, ως ο σαρκωμένος Θεός, υλοποίησε το θείο σχέδιο της σωτηρίας του κόσμου. Πέτυχε τη σωτηρία μας ως διδάσκαλος, ως ιερεύς και ως βασιλεύς. Δίδαξε πρωτόγνωρη διδασκαλία, αποκάλυψε τα μυστήρια του Θεού και έδωσε νέο τρόπο ζωής στους ανθρώπους. Ιερούργησε την πιο αποτελεσματική θυσία όλων των εποχών, με ιερείο άμωμο τον ίδιο Του τον εαυτό, πάνω στον φρικτό Γολγοθά και πέτυχε την περιπόθητη καταλλαγή του ανθρώπου με το Θεό. «Ο δε Θεός πλούσιος ων εν ελέει, δια την πολλήν αγάπην αυτού ην ηγάπησεν ημάς και όντας ημάς νεκρούς τοις παραπτώμασι συνεζωοποίησε τω Χριστώ… και συνήγειρε και συνεκάθησεν εν τοις επουρανίοις» (Εφ.2,4-6). Τέλος ως θριαμβευτικός νικητής, νίκησε τις αντίθεες δυνάμεις και το κακό, νίκησε το θάνατο και ανέστη από τους νεκρούς, ανελήφθη στους ουρανούς και κάθισε στα δεξιά του Θεού, συνεχίζοντας το απόλυτο και αναντικατάστατο μεσιτικό Του έργο. Αποτέλεσμα: «Νυνί δε εν Χριστώ Ιησού υμείς οι ποτέ όντες μακράν εγγύς εγενήθητε εν τω αίματι του Χριστού. Αυτός γαρ εστιν η ειρήνη ημών, ο ποιήσας τα αμφότερα εν και το μεσότοιχον του φραγμού λύσας, την έχθραν, εν τη σαρκί αυτού τον κόσμον των εντολών εν δογμασι καταργήσας, ίνα τους δύο κτίση εν εαυτώ εις ένα καινόν άνθρωπον ποιών ειρήνην» (Εφ.2,13-15).
Ο Ιησούς Χριστός διακήρυξε: «Εγώ ειμί η ανάστασις και η ζωή, ο πιστεύων εις εμέ κάν αποθάνη ζήσεται» (Ιωάν.11,25). Αυτός είναι ο μόνος, ο Οποίος μπορεί να νικήσει τον θάνατο. Με την λαμπροφόρο Ανάστασή Του πραγματοποίησε αυτή την λαμπρή νίκη, ανάστησε το σώμα Του και μαζί ολόκληρη την ανθρώπινη φύση.,  δηλαδή όλα τα ανθρώπινα πρόσωπα όλων των εποχών, ως κύτταρα του σώματός Του. Αυτό σημαίνει ότι ο κάθε άνθρωπος είναι ήδη αναστημένος δυνητικά από την ημέρα της Αναστάσεως του Κυρίου. Είναι μια δυνητική κατάσταση την οποία μπορεί να αποδεχτεί και να αξιοποιήσει ο κάθε άνθρωπος. Ο βιολογικός θάνατος, ως προσωρινή κατάσταση, δεν αίρει το γεγονός της αναστάσεως και της αιώνιας ζωής, διότι «έρχεται ώρα και νυν εστιν, ότι οι νεκροί ακούσουσι της φωνής του Υιού του Θεού και οι ακούσαντες ζήσονται» (Ιωάν.5,25). «Ο εγείρας τον Χριστόν εκ νεκρών ζωοποιήσει και τα θνητά σώματα υμών δια το ενοικούν αυτού Πνεύμα εν υμίν» (Ρωμ.8:11). Αυτή είναι (πρέπει να είναι) η μόνιμη χαρά στις ψυχές των πιστών του Χριστού, διότι έχουμε τη βεβαιότητα, ότι χάρις στην Ανάσταση του Κυρίου μας, «μεταβεβήκαμεν εκ του θανάτου εις την ζωήν» (1 Ιωάν.3,14) και « Πας ο ζων και πιστεύων εις εμέ ου μη αποθάνη εις τον αιώνα» (Ιωάν.11,26).
Απτά παραδείγματα της αναστάσεώς μας είναι οι θαυμαστές νεκραναστάσεις που έκανε ο Κύριος κατά την επί της γης παρουσίας Του. Οι αναστάσεις της κόρης του Ιαείρου (Μαρκ.5,21-42, του γιου της χείρας στη Ναϊν (Λουκ.7,11-17), του Λαζάρου (Ιωάν.11,1-44). Επίσης η ανάσταση των «κεκοιμημένων αγίων» (Ματθ.27,52), κατά την ημέρα της Σταυρώσεως του Κυρίου, είναι οι προάγγελοι και της δικής μας αναστάσεως.
Η λαμπροφόρος Ανάσταση του Σωτήρος μας σημαίνει ακόμα και την οντολογική αλλαγή του κόσμου. Ο παλαιός πτωτικός κόσμος της φθοράς άλλαξε κυριολεκτικά σύσταση, διότι με την Ανάσταση του Κυρίου νικήθηκαν οι αντίθεες δυνάμεις και απαλλάχτηκε από το κράτος του διαβόλου. Χάρη στην Ανάσταση του Χριστού ξαναβρήκε ο κόσμος την πραγματική του θέση μέσα στη θεία δημιουργία. Τη φθορά, που δημιούργησε η πτώση, διαδέχτηκε η αφθαρσία. Ο πιστός άνθρωπος δεν ζει πλέον για να πεθάνει, αλλά ζει για να μεταβεί στην αιωνιότητα και να συμβασιλεύει αιώνια με τον Χριστό.
Το μέγα και ανεπανάληπτο γεγονός της Αναστάσεως του Κυρίου είναι για τους πιστούς Του μια διαρκής χαρά και ατέλειωτη αισιοδοξία. Η Ορθοδοξία μας ζει ακατάπαυτα την εορτή του Πάσχα. Κάποιοι ετερόδοξοι μελετητές αποκάλεσαν την Ορθόδοξη Καθολική Εκκλησία μας ως την Εκκλησία της Αναστάσεως, διότι κάθε Κυριακή είναι για μας Πάσχα! Οι άγιοι Απόστολοι έγιναν οι διαπρύσιοι κήρυκες του Ευαγγελίου στα έθνη χάρις στην εμπειρία της Αναστάσεως του Σωτήρος Χριστού. Τα νέφη των Μαρτύρων θυσίασαν την πολύτιμη ζωή τους χάρις στην βεβαιότητα της Αναστάσεως.  Οι Πατέρες της Εκκλησίας μας ζούσαν το γεγονός της Αναστάσεως ως μια ατέρμονη προσωπική συγκλονιστική εμπειρία.
Αυτήν ακριβώς την αναστάσιμη χαρά και αισιοδοξία θέλει η αγία μας Εκκλησία να μεταδώσει και σε μας σήμερα. Μας καλεί να αποβάλλουμε το άγχος της καθημερινότητας και κυρίως το φόβο του θανάτου και να διαποτίσουμε την ύπαρξή μας  με την μακάρια ελπίδα και της δικής μας ανάστασης, της οποίας τεκμήριο και απαρχή υπήρξε η Ζωηφόρος Ανάσταση του Λυτρωτή μας Χριστού.
ΛΑΜΠΡΟΣ Κ. ΣΚΟΝΤΖΟΣ  Θεολόγος – Καθηγητής