Δευτέρα, 21 Μαΐου 2018

Θάνατος και χαρά (Αρχ. Βασίλειος Γοντικάκης)


theologia

Κάθε φορά που ο άνθρωπος έρχεται αντιμέτωπος με τον θάνατο, τα συναισθήματα που κυριαρχούν είναι η θλίψη, η απογοήτευση και ο φόβος. Ο π. Βασίλειος Γοντικάκης στην ιστορική, πλέον, ομιλία του στην Φιλοσοφική Σχολή του Α.Π.Θ. το 1986 έδειξε, με αφορμή την πορεία προς Εμμαούς, τον τρόπο με τον οποίο πρέπει να αντιμετωπίζουμε το θάνατο.
«Σήμερα, λοιπόν, θα μιλήσουμε για τον θάνατο και μου ήρθε στο νου η αγωνία, αν θέλετε και η απογοήτευση των μαθητών μετά τον θάνατο του Χριστού και ο φόβος τους. Για αυτό θα ήθελα να σας υπενθυμίσω την προς Εμμαούς πορεία.
Θα το πω με δύο λόγια μιας και είναι γνωστή η πορεία: Δύο μαθητές, τρεις μέρες μετά τον θάνατο του Κυρίου, προχωρούν εις Εμμαούς, συζητούν μεταξύ τους για τον Ιησού, αγωνιούν, μιλούν για τα γεγονότα. Έρχεται ο Χριστός, χωρίς να τον αναγνωρίσουν, και τους ερμηνεύει τις γραφές. Εν τέλει Τον αγαπούν αυτόν τον Συνοδοιπόρο. Του λένε "μείνε μαζί μας". Μένει. Φτάνουν στο τραπέζι και στην κλάση του άρτου Τον γνωρίζουν. Τότε Αυτός γίνεται άφαντος, εκείνοι γεμίζουν χαρά και προχωρούν προς τα Ιεροσόλυμα.
Oι δύο μαθητές, λοιπόν, μιλούσαν και συζητούσαν για τον Χριστό. Και εκείνος παρουσιάστηκε δίπλα τους να συμπορεύεται. "Οι δε οφθαλμοί αυτών εκρατούντο του μη επιγνώναι αυτόν". Τα μάτια τους ήταν ακόμα κλειστά και δεν Τον γνώρισαν. Νομίζω ένα μεγάλο πράγμα είναι το εξής: ο Χριστός είναι η οδός και είναι και ο αληθινός Συνοδοιπόρος μας. Κι αν τυχόν αγωνιούμε, αν συζητάμε, αν ψάχνουμε, αν βαδίζουμε, αν τυχόν για κάπου πάμε, Αυτός είναι μαζί μας. Μα, λέει κάποιος: "δεν Τον ξέρουμε". Αλλά πρέπει να ξέρουμε ένα πράγμα: μαζί με την αγωνία μας και Αυτός συμπορεύεται. Και ας μην Τον διακρίνουμε.

O Χριστός, στη συνέχεια, δεν θέλει να τους κάνει διδασκαλία, αλλά θέλει να τους δώσει τη δυνατότητα να πουν αυτά που έχουν μέσα τους.
Γι’ αυτό προσποιείται άγνοια και μάλιστα επιμένει. Τότε «του εξηγούν» για τον Ιησού τον Ναζωραίο τον οποίο παρέδωσαν "οι άρχοντες ημών εις κρίμα θανάτου" και Tον σταύρωσαν. Στη συνέχεια λένε κι οι δυο τους τον πόνο τους: «Εμείς ελπίζαμε ότι αυτός θα λύτρωνε το Ισραήλ. Αλλά ήδη πέρασαν τρεις μέρες αφού έγιναν αυτά, αφού Τον σταύρωσαν και δεν είδαμε ακόμη τίποτε που να στηρίξει τις ελπίδες μας. Μας παραξένεψαν μερικές γυναίκες από τη δική μας συντροφιά, γιατί πήγαν πρωί στο μνημείο και λένε ότι δεν βρήκαν το σώμα Του. Ήλθαν και μας είπαν ότι είδαν οπτασία αγγέλων κι ότι οι άγγελοι λένε ότι ζει. Και πήγαν και μερικοί από μας στο μνημείο και το βρήκαν έτσι όπως είπαν οι γυναίκες, "Αυτόν δε ουκ είδον"».
Τους δίνει, λοιπόν, τη δυνατότητα ο Χριστός να πουν το λογισμό τους. Αυτοί, με τετράγωνη λογική, λένε ότι "Εμείς ελπίζαμε. Τώρα δεν ελπίζουμε. Τι να ελπίζουμε; Εφ’ όσον Αυτός σταυρώθηκε, πέθανε και είναι τρεις μέρες που πέρασαν, τελείωσε η ιστορία". Αποδεικνύουν τετραγωνικά ότι δεν υπάρχει δυνατότητα να ελπίζει κανείς. Νομίζω ότι ο μεγάλος δάσκαλος, ο Χριστός, αυτό ήθελε να πουν κι αυτοί. Αυτό ήθελε να βγάλει από μέσα τους: ότι, κοίταξε, με την τετράγωνη λογική, η υπόθεση τελείωσε – και νομίζω ότι είναι καλό να τελειώνουν οι υποθέσεις.
Όμως αρχίζει Εκείνος και μιλά: "Ώ ανόητοι και βραδείς τη καρδία του πιστεύειν επί πάσιν οις ελάλησαν οι προφήται". Επειδή και ο Κύριος ένιωθε ότι ήταν φίλοι Του, τους μιλάει αυστηρά. Και λέει τη φράση τη μεγάλη παρακάτω: "Ουχί ταύτα έδει παθείν τον Χριστόν και εισελθείν εις την δόξα αυτού;" Δεν έπρεπε να πάθει αυτά ο Χριστός για να περάσει στη δόξα Του; Στο σημείο αυτό μπαίνουμε στο μεγάλο μυστήριο και λέμε: Αν τυχόν έπρεπε να πάθει Αυτός, που ήταν ο ίδιος ο Χριστός, εμείς τι πρέπει να πάθουμε;
Άρχισε από τον Μωυσή και όλους τους προφήτες και εξήγησε σε όλες τις γραφές αυτά που αφορούσαν το πρόσωπό Του. Μαζί με την πορεία προχωρούσε και η ερμηνεία, κι έβλεπαν οι μαθητές ότι κάπου αλλού τους πηγαίνει. Μόλις έφτασαν στην πόλη που πήγαιναν, Αυτός προσποιήθηκε ότι πάει κάπου αλλού. Αλλά αυτοί: "παρεβιάσαντο αυτόν λέγοντες μείνον μεθ’ ημών, ότι πρός εσπέραν εστί καί κέκλικεν η ημέρα". Νομίζω ότι οι μαθητές είπαν: Τώρα πού πάς; Τελείωσε η μέρα, τελειώνει η πορεία. Έτσι που μας έκανες δεν μπορούμε να φύγουμε από κοντά Σου, ούτε Εσύ από μας, έλα να μείνεις μαζί μας. Και ο Χριστός πέρασε μαζί τους.
Και "εν τω κατακλινθήναι αυτόν μετ’ αυτών λαβών τόν άρτον ευλόγησε, καί κλάσας απέδιδον αυτοίς, αυτών δέ διηνοίχθησαν οι οφθαλμοί, καί επέγνωσαν αυτόν, καί αυτός άφαντος εγένετο απ’ αυτών". Μετά από τον λόγο, την ιερολογία, φτάσαμε στην ιερουργία. Έγιναν οι εξηγήσεις και δεν έμενε πια τίποτα άλλο παρά η πράξη της ιερουργίας. O Χριστός δεν είπε τίποτα, αλλά τεμάχισε τον άρτο. Eν τη κλάσει του άρτου Τον γνώρισαν και μόλις Τον γνώρισαν έγινε άφαντος, χάθηκε. Φυσικά, εγώ νομίζω ότι όταν λέμε χάθηκε εννοούμε βρέθηκε. Γιατί αν τυχόν έμενε θα τον έχαναν? θα έλεγαν ότι "Αυτός είναι εδώ, εκεί", θα Τον εντόπιζαν, ενώ Αυτός είναι πανταχού παρών. Oπότε αφού Τον κατάλαβαν, παίρνουν δύναμη, ανοίγονται οι οφθαλμοί τους. Επομένως "διηνοίχθησαν οi οφθαλμοί τους" σημαίνει ότι άρχισαν να βλέπουν τα αόρατα, να καταλαβαίνουν τα περασμένα και να έχουν δύναμη για να προχωρήσουν στα μέλλοντα, δηλαδή να συνεχιστεί η πορεία.
Oπότε γνωρίζουν τώρα μέσα στην Θεία Ευχαριστία, μέσα στη Θεία Λειτουργία, εν τη κλάσει του άρτου, τις γραφές αληθινά. Γνωρίζουν αυτά που πέρασαν και παίρνουν δύναμη για να προχωρήσουν. O Κύριος γνωρίζεται ως άρτος κλώμενος και αίμα εκχυνόμενον. Στην κλάση του άρτου γνωρίζεται ο Κύριος και ταυτόχρονα γνωρίζουμε κι εμείς τον Κύριο "εν τη κλάσει τη ημετέρα". Εάν τυχόν και εμείς δεν πονέσουμε, εάν τυχόν και εμείς δεν πεθάνουμε, δεν σταυρωθούμε, δεν πρόκειται να γνωρίσουμε τον Κύριο. Όπως και Κείνος έπρεπε να πάθει για να μπει στη δόξα Του, και εμείς πρέπει να πάθουμε, πρέπει να υποφέρουμε. Όλα αυτά τα βάσανα είναι ευλογία για να ανοιχτούν τα μάτια μας και έτσι να Τον βλέπουμε διαφορετικά.
Είμαστε άνθρωποι, πονάμε και έχουμε τη δική μας λογική. Κι ο Χριστός επιτρέπει τον λογισμό μας. Δίδει τις αφορμές, στους μαθητές, να ακούν το λογισμό τους και να δικαιολογήσουν τετραγωνικά την απελπισία τους. Αλλά όμως όταν απελπίζεσαι, όταν ψάχνεις, όταν πορεύεσαι, Αυτός είναι μαζί σου. Στη συνέχεια θα έρθει καιρός, όταν φτάσεις πια στην κλάση του άρτου, όταν φτάσεις στον πολύ πόνο και είσαι μαζί Του, να διανοιχτούν οι οφθαλμοί σου. Τότε Τον βλέπεις, Eκείνος χάνεται, δηλαδή, μένει διαρκώς μαζί σου…
Εντάξει η λογική μας, εντάξει η αναζήτησή μας αλλά είμαστε πλασμένοι για κάτι μεγαλύτερο. Ό,τι κι αν πετύχουμε με τη δική μας αναζήτηση, με τη δική μας γνώση δεν μας ικανοποιεί. O Χριστός έχει να δώσει σε μας κάτι πολύ μεγαλύτερο και δεν μας το έδωσε πριν Αυτός πάθει και μπει στη δόξα Του. Δηλαδή, μπορούμε να πεθάνουμε και να ζήσουμε. Μπορούμε να χαθούμε και να βρούμε την ψυχή μας, κι αν κανείς θέλει να την σώσει, θα την χάσει. Κι αν την χάσει ενσυνείδητα, όπως λέει, "ένεκεν εμού καί τού ευαγγελίου" αυτός θα την σώσει. Oπότε νομίζω ότι το μεγάλο πράγμα που έχουμε και κουβαλάμε δεν είναι το τι έχουμε αλλά το τι είμαστε. Αυτό που λέει και ο ‘Αγιος Κοσμάς ο Αιτωλός: το μεγάλο πράγμα είναι ότι μπορούμε να γίνουμε όλοι κοινωνοί του Σώματος και του Αίματος του Χριστού, δηλαδή μπορούμε σιγά σιγά να αναχθούμε σε αυτή την άλλη λογική. Oπότε τα πάντα είναι ευλογία.
Όπως για παράδειγμα οι νεομάρτυρες, οι οποίοι ζούσαν σε αυτή την κατάσταση, και ζούσαν σε αυτόν τον παράδεισο. Oπότε λένε: "αν τυχόν μας αφήσετε να ζήσουμε σας είμαστε ευγνώμονες γιατί ζούμε στον παράδεισο, μέσα σε αυτήν την λογική της Θείας Λειτουργίας, την άλλη λογική, εάν μας σκοτώσετε, σας είμαστε χίλιες φορές πιο ευγνώμονες γιατί το συντομότερο θα δοκιμάσουμε αυτό το πράγμα το οποίο δεν παρέρχεται και το οποίο είναι χαρά εν όλω τω κόσμω και για όλο τον κόσμο. Κι ο καθένας τότε γεννιέται, όταν πεθαίνει και τότε αγκαλιάζει όλους και βρίσκει μες την καρδιά του όλους.
Και ταυτόχρονα ενώ μιλάμε με αυτόν τον τρόπο, δεν υποτιμούμε το σώμα αλλά αντίθετα βλέπουμε ότι θεώνεται. Κι αυτή είναι η αντίθετη κίνηση που γίνεται μέσα εδώ. Δηλαδή, δεν ενώνεται μόνο η πορεία με τη στάση, η θεότης με την ανθρωπότητα, αλλά γίνεται και μια αντίστροφη κίνηση, όπως λέει το Συναξάρι των Αγίων Πάντων, "τό Πνεύμα κάτεισιν καί ο Νούς άνεισιν". Το πνεύμα κατέρχεται, ο λόγος σαρκούται και το χώμα, η φύση μας, αναλαμβάνεται, θεώνεται. Και το πιστεύουμε αυτό και το περιμένουμε να γίνει κάποτε, αλλά γίνεται από τώρα. Ήδη προγεύεται κανείς, νομίζω, προπαντός ο πονεμένος και σφαγμένος, ο τιμημένος με το να δεχτεί πολλές δοκιμασίες, νιώθει σαν άλλο σκαμμένο χωράφι που μπαίνει μέσα μια νωτίδα ουράνια, έτσι μπαίνει μέσα στην ψυχή του ανθρώπου και μέσα στο σώμα του ανθρώπου μια άλλη παράκληση θεϊκή και προχωρεί εις πάντας αρμούς, εις νεφρούς, εις καρδίαν.
Oπότε το θέμα, νομίζω, δεν είναι αν θα μπορέσουμε να κάνουμε μια ψεύτικη ερώτηση ή να δώσουμε μια ψεύτικη απάντηση σχετικά με τον θάνατο. Το θέμα είναι αν είναι δυνατόν να μπορούμε να κάνουμε υπομονή. Αυτό που λέει ο Κύριος, ότι το χωράφι το αγαθό, η γη η καλή είναι αυτοί που δέχονται το λόγο του Θεού και καρποφορούν εν υπομονή. Μπορούμε να κάνουμε υπομονή; Κάποιος γεωργός υπάρχει που φροντίζει για μας. Μπορούμε να περιμένουμε;
"Βρε παιδάκι μου, πεθαίνουμε"
Mα λέει κανείς: "βρε παιδάκι μου, πεθαίνουμε". Βλέπουμε στο Ευαγγέλιο ότι το άρρωστο παιδί που έφερε ο πατέρας, έπεσε κάτω ξερό σαν νεκρό και πολλοί άρχισαν να λένε πως πέθανε. Νομίζω ότι δεν έχει σημασία αν νομίζουμε εμείς ότι πεθάναμε, αν νομίζουν όλοι οι άλλοι ότι και εμείς πεθάναμε. Αυτό που έχει σημασία είναι να μένουμε κοντά στα πόδια κάποιου ο οποίος υπήρχε προτού τον κόσμον είναι, προτού υπάρξει ο κόσμος κι ο οποίος "τά πάντα διά τό πλήθος του ελέους του εξ ουκ όντων εις τό είναι παρήγαγε". Oπότε εάν τυχόν είσαι δίπλα σε Αυτόν, άσχετα αν είσαι πεθαμένος ή ζωντανός ελπίζεις και περιμένεις να έρθει η ζωή. Αλλά νομίζω ότι η ζωή έρχεται δια του θανάτου. Όπως ο σπόρος, εάν δεν πέσει στη γη να πεθάνει, μένει μόνος, έτσι και εμείς, αν δεν πονέσουμε θα μείνουμε μόνοι.
Το θέμα είναι το εξής: Ότι πολύ πονούμε και λίγο ζωογονούμαστε, πολύ υποφέρουμε και λίγο μπαίνουμε στη χαρά. Νομίζω ότι το μήνυμα το χαρούμενο του Χριστού είναι ότι μας δίνει τη δυνατότητα να περάσουμε τη ζωηφόρο νέκρωση. Όταν ζήτησαν δυο μαθητές να δοξαστούν και να καθίσει ο ένας εκ δεξιών και ένας εξ ευωνύμων, Αυτός είπε, όπως αναφέρεται στο Τριώδιο, ότι ο Κύριος δεν δίδει τέτοια πράγματα στους δικούς Του, υπόσχεται ποτήριο θανάτου. Το μεγάλο γεγονός είναι ότι μπορούμε να πεθάνουμε περιμένοντας. Όταν περνάμε την Γεσθημανή, δεν μπορούμε να μιλάμε. Τώρα το ότι μιλάμε σημαίνει ότι δεν περνάμε Γεσθημανή. Αλλά τι γίνεται; Τα χάνουμε. Μπορεί να τα χάσουμε, μπορεί να πέσουμε κάτω, μπορεί να μας εγκαταλείψει κάθε δύναμη σωματική, ψυχική, πνευματική. Το θέμα είναι αν μπορείς και ξερός να περιμένεις και να ευγνωμονείς. Κάποιος υπάρχει μέσα μας και δίπλα μας, που ιερουργεί διαφορετικά το μυστήριο της ζωής.
Θα μπορούσε εύκολα να μας πει ψεύτικα πράγματα, δεν θέλει. Θέλει να μας φέρει στην αιώνια ζωή. Και για να μπεις στην αιώνια ζωή πρέπει να περάσεις από τον θάνατο. Θα μπορούσε ο Χριστός, αν ήταν ταχυδακτυλουργός, να έκανε αυτό που ζήτησαν οι Εβραίοι, όταν έλεγαν "κατέβα από τον Σταυρό και θα πιστέψουμε". Θα μπορούσε να το κάνει. Δεν ήρθε για να εντυπωσιάσει. Κατέβηκε από τον Σταυρό νεκρός. Νεκρός για να νικήσει τον θάνατο για πάντα, για όλους μας.
Όποτε ένα πράγμα μπορούμε να πούμε ότι μπορούμε να πετύχουμε. Ότι υπάρχει μέσα μας ένας συγκεκριμένος δυναμισμός και δια του θανάτου, μέσα στη γη την καλή και αγαθή της Εκκλησίας, αυτός ο δυναμισμός εκρήγνυται και προχωρούμε σε άλλο τόπο, σε άλλο χώρο, όπου τα φοβερά τελεσιουργείται και τα πάντα λειτουργούν διαφορετικά. Αυτός ο άλλος χώρος και ο άλλος χρόνος είναι αυτός εδώ που ζούμε. Αν θα πάμε με πύραυλους στα αστέρια δεν αυξάνει ο χώρος της ζωής μας και η ελευθερία μας. Αν τυχόν παρατείνουμε τη ζωή μας με μεταμόσχευση καρδιάς δεν γευόμαστε της χάριτος της αιωνιότητος.
Σε μια στιγμή μπορεί να χωρέσει η αιωνιότης και μέσα σε ένα μικρό άγιο μαργαρίτη να χωρέσει όλος ο Χριστός. Ακριβώς γι’ αυτό ο Κύριος ενώ έρχεται να μας φέρει τη χαρά , ενώ έρχεται να μας φέρει τη ζωή, λέει: "μακάριοι οι πενθούντες, μακάριοι οι κλαίοντες καί ουαί οι γελώντες". Ακριβώς γιατί θέλει να μας φέρει τον πραγματικό γέλωτα, την πραγματική χαρά και την αιώνια ζωή από σήμερα…
Η ψυχή μετά τον θάνατο
Τι γίνεται η ψυχή του ανθρώπου μετά τον θάνατο; Νομίζω δεν μπορούμε να τα λύσουμε και όλα τα προβλήματα. Ξέρετε, είναι πολύ μεγάλο δράμα να νομίζεις ότι έχεις λύσει τα προβλήματά σου. Επίσης, είναι άσχημο ένας δάσκαλος, όποιος από μας κάνει τον δάσκαλο, να δίδει απαντήσεις και να κλείνει τα θέματα. Στην πορεία προς Εμμαούς ο Κύριος κατ’ αρχήν δίνει τη δυνατότητα στον άλλον να βγάλει τα απωθημένα του. Για να εκτονωθούν οι άνθρωποι, για να πουν το λογισμό τους, για να δείξουν την απογοήτευσή τους, για να φτάσουν στην απόγνωση. Λέει ο άγιος Ισαάκ ο Σύρος ότι δεν υπάρχει μεγαλύτερο όπλο από την απόγνωση. Γιατί όταν κανείς απογοητευθεί από όλα τα εγκόσμια, όπως λέει κι ο άγιος Νικόδημος, όταν φτάσουμε στην απιστία για τον εαυτό μας τότε αρχίζει να αναδύεται μια άλλη πίστη και μια άλλη δύναμη να υπάρχει μέσα μας.
Αυτό που έχει σημασία δεν είναι αν θα πούμε μια κουβέντα σαν απάντηση. Μπορούμε να δεχτούμε τη χάρη του Θεού μέσα μας και να αναχθεί όλο το είναι μας σε ένα άλλο χώρο; Μπορούμε να ελπίζουμε στην ανάσταση των σωμάτων; Αυτό είναι που δίδει η Εκκλησία. Αυτό που έχει σημασία είναι όχι να λύνουμε τις απορίες μας με ένα τρόπο εγκυκλοπαιδικό, με τη λογική του κομπιούτερ, αλλά ει δυνατόν να μετανοούμε, να μπαίνουμε στην άλλη λογική, τη λογική της Εκκλησίας. Τότε καταλαβαίνουμε ότι όταν ο Χριστός φανερώνεται, κρύπτεται. Όταν γίνεται άφαντος φανερώνεται. Αυτό που λέει ο Αγ. Γρηγόριος Νύσσης: «ο Χριστός απαντά δι’ ων αρνείται να απαντήσει». Αν, λοιπόν, δεν μπορούμε να ακούμε τη σιωπή Του, σημαίνει ότι δεν καταλαβαίνουμε τον λόγο Του. Αν τυχόν νομίζουμε ότι τον καταλαβαίνουμε, κάτι δεν πάει καλά μέσα μας.
Tο μεγάλο πράγμα είναι ότι υπάρχει η μητέρα μας Εκκλησία, μπορούμε να βάλουμε τον εαυτό μας μέσα εκεί ώστε σιγά-σιγά να παίρνει αυτήν την άλλη λογική. Πρέπει με ταπείνωση να τρεφόμαστε από την στερεά τροφή που προσφέρει η Εκκλησία και τότε νομίζω ότι συνέχεια η καρδιά μας θα ευφραίνεται. Έχουμε ένα μεγάλο χρέος: δια της ταπεινώσεως και δια της υπομονής να δεχτούμε αυτά τα μεγάλα τα οποία τελεσιουργείται στον υπερώον τόπο τον λειτουργικό, για να μπορέσουμε και εμείς να καταλάβουμε τι είναι άνθρωπος, να χαρούμε τη ζωή μας και μετά χωρίς άλλα σχόλια να δώσουμε τη δυνατότητα και στους άλλους να χαρούν την ζωή τους.
Αυτό που έχουμε να κάνουμε είναι να νιώσουμε ότι η αγάπη "εκ του μή όντως εις τό είναι ημάς παρήγαγε" και εάν τυχόν υπομένομε, στο τέλος από τη δακιμασία βγαίνει μια χαρά και μια αγαλλίαση η οποία ξεπερνά όλες τις δοκιμασίες.
Μια στιγμή στον καθένα μας μπορεί να δημιουργηθούν διάφορες απορίες: Τι σημαίνει θάνατος, τι σημαίνει ανυπαρξία, μια στιγμή να νιώσουμε ότι όλα είναι άχρωμα και άοσμα, τότε τι να κάνουμε; Εγώ λέω ένα πράγμα: Να περιμένομε. Να περιμένομε πού; Μέσα στην Εκκλησία όπου νιώθεις ότι υπάρχει μία ζεστασιά και μία ευρυχωρία. Όπως λέμε το έμβρυο μένει μέσα στη μήτρα της μάνας του και επειδή μένει εκεί, συνέχεια αυξάνει. Έτσι και εμείς πρέπει να μένομε μέσα στη μήτρα της μητέρας μας Εκκλησίας, αυτό που λέμε μετά από την πορεία: "μείνον μεθ’ ημών", μείνε μαζί μας και εμείς θα μείνουμε μαζί Σου. Άλλα σχόλια δεν θέλουμε πια. Εμείς θέλουμε να μείνουμε μαζί Σου. Αυτό μας φτάνει. Έχει μεγάλη σημασία να μείνουμε κάπου και να δούμε αυτό «το κάπου», το Ένα για το οποίο είμαστε και το οποίο μας εκκολάπτει. O πόνος έχει νόημα επειδή βρισκόμαστε στη μήτρα κάποιου που μας αγαπάει. Εκεί όποιος πολύ πονάει σημαίνει ότι είναι ηλεημένος και μπορεί να δεχτεί μεγάλα χαρίσματα.
Κλείνοντας, εγώ λέω ένα πράγμα για το οποίο είμαι σίγουρος: Προσωπικά είμαι χαμένος αλλά σας λέω αδελφικά ότι ΜΠOΡΕΙ ΝΑ ΖΗΣΕΙ O ΑΝΘΡΩΠOΣ. Και αυτή η ζωή η απεριόριστη, η αιώνια που αρχίζει από τώρα ιερουργείται και υπάρχει στην Oρθόδοξη Εκκλησία, την μικρή την ελάχιστη και περιφρονημένη η οποία είναι η Μία, Αγία, Καθολική και Αποστολική Εκκλησία, η ελπίς πάντων των περάτων της γης…
Μη μου κάνετε άλλες ερωτήσεις, δώστε άλλες απαντήσεις. Εγώ θα σας πω μόνο αυτό: Κοιτάξτε, είμαστε χαμένοι, μπορεί εν στιγμή χρόνου να σταματήσει η καρδιά μας αλλά κάτι δεν σταματά, βρε παιδάκι μου, και εγώ θέλω από εκεί και πέρα να πάμε. Και από εκεί και πέρα πάμε με το σώμα και έρχεται η αγαλλίαση και η χάρη της θεότητας μέσα στο σώμα μας και αγιάζεται η ψυχή και το σώμα και ο τρόπος με τον οποίο ζούμε».
(Πηγή: Χριστιανική Φοιτητική Ένωση)

Ο θάνατος και ο πόνος στη ζωή του χριστιανού (Αρχ. Βασίλειος Γοντικάκης, Προηγούμενος Ιεράς Μονής Ιβήρων Αγίου Όρους)


theologia
Συνέντευξη σε τηλεοπτικό σταθμό της Μυτιλήνης το 2007

Ο π. Βασίλειος απαντά στα ερωτήματα του δημοσιογράφου:
– Πώς μπορεί να παρηγορηθεί μια μάνα που έχει χάσει το παιδί της;
– Ο θάνατος μπορεί να νικηθεί μόνο στην Εκκλησία;
– Γιατί ο Θεός επιτρέπει να σκοτώνονται άνθρωποι άδικα;
– Η Εκκλησία διδάσκει ότι οι θλίψεις μας φέρνουν κοντά στο Θεό. Τί γίνεται όμως με τους ανθρώπους όπου οι δοκιμασίες της ζωής τούς απομακρύνουν από το Θεό;
– Μπορεί κανείς να χαρεί την χαρά του Παραδείσου και εκτός Αγίου Όρους; Να υπάρξει η αγιότητα στους ανθρώπους εκτός της μοναχικής ζωής;
– Ποιός είναι ο ασφαλέστερος τρόπος για να πλησιάσει κανείς τον Θεό;
– Ο σημερινός πιστός βοηθιέται κατάλληλα από τους ποιμένες του για την σωτηρία της ψυχής του; Πόσο επηρεάζεται αυτή η προσπάθεια από την ζωή των κληρικών;
– Άγγελος Κυρίου ειδοποίησε τον Ιωσήφ για να φυγαδεύσει στην Αίγυπτο το βρέφος Ιησού και έτσι σώθηκε από το μίσος του Ηρώδη. Γιατί όμως ο Θεός δεν έσωσε και τα άλλα τα βρέφη και σφάζονται από τον Ηρώδη;
– Γιατί ο Χριστός παίρνει μαζί του πρώτα στον Παράδεισο έναν ληστή και όχι έναν μαθητή του;

Η ΑΛΛΗ ΟΨΙΣ: “Θερμές ευχαριστίες στον π. Θ. τον Ιβηρίτη για την αποστολή της ομιλίας”

Απαντήσεις περί του θανάτου (Γέροντας Ευστράτιος Γκολοβάνσκι)


theologia
Υπάρχουν δύο ειδών θάνατοι, ο πρόσκαιρος και ο αιώνιος.
Πρόσκαιρος είναι ο σωματικός θάνατος του ανθρώπου, ο χωρισμός δηλαδή της ψυχής από το σώμα, το οποίο παραδίνεται στη φθορά. «Το χωμάτινο σώμα», λέει ο Εκκλησιαστής, «θα επιστρέψει στη γη, από την οποία πλάστηκε, και η ψυχή θα επιστρέψει στον Θεό, που την έπλασε» (12:7).
Αιώνιος είναι ο ψυχικός ή πνευματικός θάνατος, δηλαδή ο οριστικός χωρισμός της ψυχής από τον Θεό και ο ατελεύτητος κολασμός της. Γι’ αυτόν το θάνατο λέει ο άγιος Γρηγόριος ο Διάλογος: «Επειδή μιλάμε για δυο τρόπους ζωής, επόμενο είναι να νοήσουμε και το θάνατο με δυο τρόπους. Άλλο πράγμα είναι να ζούμε για τον Θεό, δηλαδή μέσα στη μακαριότητα, και άλλο να ζούμε όπως ακριβώς πλαστήκαμε και δημιουργηθήκαμε, δηλαδή απλώς και μόνο ως έμβια όντα. Και η ψυχή, λοιπόν, είναι τόσο θνητή όσο και αθάνατη. Και θνητή είναι, όταν χάσει τη μακάρια ζωή· αθάνατη πάλι είναι, όταν ζει πνευματικά. Τη φυσική της ύπαρξη, βέβαια, δεν μπορεί ποτέ να τη χάσει, ούτε όταν κατακριθεί στον αιώνιο θάνατο. Γιατί σ’ αυτή την κατάσταση χάνει μόνο τη μακάρια ζωή, όχι όμως και την ύπαρξή της. Απ’ αυτό μάς επιτρέπεται να συμπεράνουμε πως υπομένει θάνατο αθάνατο και αφανισμό ανεξαφάνιστο και τέλος ατέλειωτο».
Γιατί ο Θεός μάς αποκρύβει την ημέρα του θανάτου μας;
Την αποκρύβει από φιλανθρωπία. Αν διαπράττουμε τόσα αμαρτήματα, μη γνωρίζοντας πότε θα πεθάνουμε, σκεφθείτε τι θα κάναμε αν το γνωρίζαμε. Γιατί πολλοί άνθρωποι, μαθαίνοντας ότι θα πεθάνουν σε βαθιά γεράματα, θα έπεφταν σε βαριές αμαρτίες για να ικανοποιήσουν τα πάθη τους (φιληδονία, φιλαργυρία, ζηλοφθονία, εκδικητικότητα κλπ.), θα έκαναν ακόμα και μεγάλα εγκλήματα σε βάρος των συνανθρώπων τους (φόνους, τραυματισμούς, ληστείες, αδικίες κάθε λογής), αποφασισμένοι να μετανοήσουν λίγο πριν από το θάνατό τους. Άλλοι, πάλι, μαθαίνοντας ότι θα πεθάνουν νέοι, θα κυριεύονταν από κατάθλιψη και απελπισία, θα παραπονιούνταν και θα βαρυγγωμούσαν, ακόμα και θα βλασφημούσαν τον Θεό σαν άδικο τάχα και μεροληπτικό. Όλοι, τέλος, είτε γέροι είτε νέοι πέθαιναν, φτάνοντας στα πρόθυρα του θανάτου, θα βασανίζονταν τρομερά από τον φυσικό φόβο και την έμφυτη δειλία της ανθρωπίνης φύσεως μπροστά στο φρικτό αυτό μυστήριο. Δειλία φυσική και αδιάβλητη μπροστά στο θάνατο δοκίμασε ως προς την ανθρώπινη φύση Του ακόμα και ο Θεάνθρωπος Κύριος, λίγο πριν από τη σταύρωσή Του. Γι’ αυτό και, όταν προσευχήθηκε στον Πατέρα Του, στον κήπο της Γεθσημανή, είπε: «Πατέρα μου, αν είναι δυνατόν, ας μην πιώ αυτό το ποτήρι» (Ματθ. 26:39).
Η άγνοια της ημέρας του θανάτου μας, λοιπόν, είναι ευεργετική και σωτήρια. Γνωρίζοντας ότι θα πεθάνουμε αλλά όχι ακριβώς πότε, αποφεύγουμε τόσο την ψυχόλεθρη αμαρτία όσο και τη συντριπτική φρίκη τού επικείμενου θανάτου. Ας ευγνωμονούμε και γι’ αυτό, λοιπόν, τον πάνσοφο και πανάγαθο Θεό, που όλα τα οικονομεί για το καλό μας, και ας συντηρούμε μέσα μας τη σωτήρια μνήμη του αναπόφευκτου θανάτου. Σοφά μας συμβουλεύει ο Σειράχ: «Σ’ ό,τι κάνεις, να θυμάσαι το τέλος της ζωής σου, και δεν θα αμαρτήσεις ποτέ» (Σοφ. Σειρ. 7:36).
Πώς μπορούμε να παρηγορηθούμε για το θάνατο μελών της οικογένειάς μας;
Ας μη θρηνούμε για όσους φεύγουν απ’ αυτή τη ζωή, παρά μόνο αν έφυγαν χωρίς μετάνοια. Αν ήσουνα γεωργός, δεν θα θρηνούσες, βλέποντας το σιτάρι, που έσπειρες, να διαλύεται στη γη. Θα θρηνούσες, απεναντίας, βλέποντάς το να μη διαλύεται, να παραμένει δηλαδή μέσα στη γη σκληρό, όπως το έσπειρες. Η διάλυσή του σου δίνει χαρά, γιατί είναι η αρχή της μελλοντικής βλαστήσεως του νέου σιταριού. Χαρά πρέπει να σου δίνει και η διάλυση του φθαρτού σώματος, όταν αυτό θαφτεί στη γη. Γιατί «όταν το σώμα σαν το σπόρο μπαίνει στη γη, είναι φθαρτό· θ’ αναστηθεί, όμως, άφθαρτο. Θάβεται άδοξο· θ’ αναστηθεί, όμως, ένδοξο. Ενταφιάζεται ανίσχυρο· θ’ αναστηθεί, όμως, δυνατό. Ενταφιάζεται σώμα που ήταν εμψυχωμένο από ζωική φυσική δύναμη· θ’ αναστηθεί, όμως, ζωοποιημένο από το Πνεύμα του Θεού» (Α’ Κορ. 15:42-44).
Για να βλαστήσουν οι σπόροι, που σπέρνουμε στη γη, χρειάζονται κόποι και φροντίδες· για ν’ αναστηθούν τα σώματά μας, που θάβονται στη γη, και να ζήσουν άφθαρτα πια στην αιωνιότητα μαζί με τις ψυχές μας, δεν χρειάζεται παρά να είμαστε δίκαιοι σ’ ετούτη την πρόσκαιρη ζωή. Τη βλάστηση των σπόρων θα την ακολουθήσουν πάλι η φθορά και ο θάνατος· την ανάσταση των σωμάτων θα την ακολουθήσουν η αφθαρσία, η αθανασία και η ατελεύτητη μακαριότητα.

(Από το βιβλίο: Γέροντος Ευστρατίου (Γκολοβάνσκι), “Απαντήσεις σε ερωτήματα χριστιανών”. Ιερά Μονή Παρακλήτου, 2012. Ερωτήσεις 110, 186 και 51, σελ. 116, 195)

(Πηγή ψηφιακού κειμένου: koinoniaorthodoxias.org)

Μαρτυρίες της Αγίας Γραφής για την αθανασία της ψυχής (Γέροντας Ευστράτιος Γκολοβάνσκι)



theologia
Πρώτα πρώτα πρέπει να πω ότι, όπως η ύπαρξη του Θεού, έτσι και η αθανασία της ψυχής είναι, για έναν υγιή νου, αλήθεια ολοφάνερη και αναμφισβήτητη. Οι μαρτυρίες της Αγίας Γραφής γι’ αυτή την αλήθεια είναι πολλές.
Στην Παλαιά Διαθήκη είναι χαρακτηριστικές οι εκφράσεις με τις οποίες δηλώνεται ο θάνατος:
«Ο Ιακώβ… έφυγε και πήγε να προστεθεί στο λαό του (ο οποίος είχε φύγει νωρίτερα απ’ αυτόν τον κόσμο)» (Γεν. 49:33).
Ο Ιακώβ, νομίζοντας ότι κάποιο θηρίο είχε κατασπαράξει το γιο του Ιωσήφ, θρηνούσε κι έλεγε: «Πενθώντας θα κατέβω στο παιδί μου, στον άδη» (Γεν. 37:35). «Ο Δαβίδ κοιμήθηκε και προστέθηκε στους προγόνους του» (Γ’ Βασ. 2:10).
Τη ζωντανή τους πίστη στην αθανασία της ψυχής εκφράζουν ο Ψαλμωδός, ο Εκκλησιαστής και ο Σολομών: «Εγώ δικαιωμένος θα δω το πρόσωπό Σου· θα χορτάσει η ψυχή μου βλέποντας τη δόξα Σου» (Ψαλμ. 16:15). «Με τη βουλή Σου με καθοδήγησες (σ’ ετούτη τη ζωή) και με δόξα με παίρνεις (στην άλλη ζωή)» (Ψαλμ. 72:24). «Και τότε το χώμα (δηλαδή το σώμα) θα επιστρέψει στη γη, όπου και όπως ήταν πριν πλαστεί, ενώ η ψυχή θα επιστρέψει στον Θεό που την έδωσε» (Εκκλ. 12:7). «Ο Θεός θα κρίνει όλες τις πράξεις μας, είτε αγαθές είναι είτε κακές, ακόμα και τις πιο απόκρυφες» (Εκκλ. 12:14). «Το θάνατο δεν τον έκανε ο Θεός, ούτε ευχαριστιέται με τον αφανισμό των ζωντανών. Η δικαιοσύνη του Θεού είναι πηγή αθανασίας» (Σοφ. Σολ. 1:13, 15).
Όλοι οι δίκαιοι της Παλαιάς Διαθήκης, σύμφωνα με τη μαρτυρία του αποστόλου Παύλου «διακήρυξαν ότι είναι «ξένοι και περαστικοί» πάνω στη γη. Ασφαλώς, όσοι εκφράζονται έτσι, δείχνουν πως επιζητούν μια μόνιμη πατρίδα…, μια καλύτερη πατρίδα, δηλαδή επουράνια» (Εβρ. 11:13-14, 16).
Στην Καινή Διαθήκη ακόμα περισσότερο ο άνθρωπος αντιμετωπίζεται ως μόνιμος κάτοικος του ουρανού, όπου βρίσκονται όλες οι ελπίδες του και όλοι οι θησαυροί των άφθαρτων αγαθών. Αυτή την αλήθεια φανερώνουν τα λόγια του Κυρίου μας Ιησού Χριστού: «Ο Θεός δεν είναι Θεός νεκρών αλλά ζωντανών, καθώς γι’ Αυτόν όλοι είναι ζωντανοί» (Λουκ. 20:38).
Αλλά και οι Μακαρισμοί, με τους οποίους άρχισε την περίφημη ομιλία Του στο όρος, δεν αναφέρονται παρά στη μεταθανάτια ζωή της ψυχής είτε άμεσα είτε έμμεσα: Μακάριοι είναι όσοι νιώθουν τον εαυτό τους φτωχό μπροστά στον Θεό, γιατί δική τους είναι η βασιλεία των ουρανών. Μακάριοι είναι όσοι θλίβονται για τις αμαρτίες τους και το κακό που κυριαρχεί στον κόσμο, γιατί αυτοί θα παρηγορηθούν από τον Θεό. Μακάριοι είναι οι πράοι, γιατί αυτοί θα κληρονομήσουν τη γη της επαγγελίας. Μακάριοι είναι όσοι πεινούν και διψούν για τη δικαιοσύνη, γιατί θα ικανοποιηθεί η επιθυμία τους. Μακάριοι είναι όσοι δείχνουν έλεος στους άλλους, γιατί αυτοί θα ελεηθούν. Μακάριοι είναι όσοι έχουν καθαρή καρδιά, γιατί αυτοί θα δουν το πρόσωπο του Θεού… Μακάριοι είναι όσοι διώκονται για την αρετή τους, γιατί σ’ αυτούς ανήκει η βασιλεία των ουρανών. Μακάριοι είστε όταν σας χλευάσουν και σας καταδιώξουν και σας κακολογήσουν με κάθε ψεύτικη κατηγορία εξαιτίας μου. Να αισθάνεστε χαρά και αγαλλίαση, γιατί θα ανταμειφθείτε με το παραπάνω στους ουρανούς (Ματθ. 5:3-12).
Ο απόστολος Παύλος, μιλώντας για το θάνατό του, άλλοτε τον περιγράφει ως αναχώρηση –«έφτασε ο καιρός να αναχωρήσω από τον κόσμο» (Β’ Τιμ. 4:6), «επιθυμώ να φύγω απ’ αυτόν τον κόσμο και να είμαι μαζί με τον Χριστό (Φιλιπ. 1:23)–, άλλοτε ως έξοδο από το σώμα –«προτιμάμε να βγούμε απ’ αυτό το σώμα και να πάμε κοντά στον Κύριο» (Β’ Κορ. 5:8)– και άλλοτε ως ένδυση νέου ενδύματος –«τώρα στενάζουμε, περιμένοντας με λαχτάρα να ντυθούμε το ουράνιο σώμα μας… Γιατί εμείς που είμαστε στο επίγειο σώμα, στενάζουμε από το βάρος του. Όχι πως θέλουμε να το αποβάλουμε· θέλουμε να ντυθούμε ένα καινούριο. Έτσι η ζωή θα νικήσει το θάνατο» (Β’ Κορ. 5:2-4).
Ο ίδιος απόστολος συνδέει άρρηκτα το μυστήριο της απολυτρώσεώς μας από τον Χριστό με την αλήθεια της αθανασίας της ψυχής, επισημαίνοντας ότι δίχως αυτήν η πίστη μας θα ήταν μάταιη: «Αν η χριστιανική ελπίδα μας περιορίζεται μόνο σ’ αυτή τη ζωή, τότε είμαστε οι πιο αξιοθρήνητοι απ’ όλους τους ανθρώπους…· τότε το δικό μας κήρυγμα είναι χωρίς νόημα και η δική σας πίστη επίσης χωρίς νόημα» (Α’ Κορ. 15:19, 14).

[Από το βιλίο: Γέροντος Ευστρατίου (Γκολοβάνσκι), “Απαντήσεις σε ερωτήματα χριστιανών”. Ιερά Μονή Παρακλήτου, 2012. Ερώτηση 139, σελ. 146]

(Πηγή ηλ. κειμένου: koinoniaorthodoxias.org)

Η ανάσταση των νεκρών (Γέροντας Ευστράτιος Γκολοβάνσκι)


theologia
Είναι αλήθεια πως το σώμα μας, μετά την ανάσταση των νεκρών, θα είναι διαφορετικό από το σώμα που έχουμε τώρα;
Οπωσδήποτε, ναι! Ο απόστολος Παύλος είναι σαφής και κατηγορηματικός. Ο Ιησούς Χριστός, μας λέει, «θα μεταμορφώσει το φθαρτό μας σώμα και θα το κάνει όμοιο με το δικό Του ένδοξο σώμα, με τη δύναμη και την εξουσία που έχει να υποτάξει στον εαυτό Του τα πάντα» (Φιλιπ. 3:21).
Το φθαρτό σώμα είναι αυτό που φοράμε τώρα, αυτό που αποτελείται από σάρκα και κόκαλα, αυτό που, όταν χωριστεί από την ψυχή, θάβεται στη γη και γίνεται χώμα. Ο Χριστός, λοιπόν, που έχει τη δύναμη και την εξουσία να υποτάσσει στον εαυτό Του τα πάντα, θα μεταμορφώσει το φθαρτό τούτο σώμα και θα το κάνει όμοιο με το δικό Του ένδοξο σώμα.
Για το ανθρώπινο σώμα γράφει και αλλού ο ίδιος απόστολος: «Πρέπει, αλήθεια, αυτό που είναι φθαρτό να μεταμορφωθεί σε άφθαρτο, και αυτό που είναι θνητό να γίνει αθάνατο. Όταν αυτό το φθαρτό μεταμορφωθεί σε άφθαρτο και αυτό το θνητό μεταμορφωθεί σε αθάνατο, τότε θα πραγματοποιηθεί ο λόγος της Γραφής: Ο θάνατος αφανίστηκε, νικήθηκε τελειωτικά!» (Α’ Κορ. 15:53-54).
Πώς θα γίνει η ανάσταση των νεκρών;
Όταν μιλάμε για ανάσταση των νεκρών, εννοούμε την ανάσταση όχι ολόκληρης της ψυχοσωματικής φύσεως των ανθρώπων αφού οι ψυχές, ως ουσίες πνευματικές και άυλες, δεν πεθαίνουν, επομένως δεν έχουν ανάγκη αναστάσεως, αλλά μόνο των σωμάτων, που πέθαναν και διαλύθηκαν στα μνήματα. Αυτά θα αναστηθούν, όταν θα έρθει πάλι ο Χριστός για να κρίνει τους ανθρώπους, και θα δώσουν λόγο μαζί με τις ψυχές για ό,τι καλό ή κακό έκαναν στη ζωή αυτή. Όπως γράφει ο ευαγγελιστής Ιωάννης, «θα ‘ρθει καιρός που όλοι οι νεκροί θ’ ακούσουν τη φωνή Του· και όσοι έχουν πράξει δίκαια έργα στη ζωή τους, θ’ αναστηθούν για να λάβουν μέρος στη νέα ζωή, ενώ όσοι έπραξαν φαύλα έργα, θ’ αναστηθούν για ν’ αντιμετωπίσουν την καταδίκη» (Ιω. 5:28-29).
Τα σώματά μας, όταν αναστηθούμε, θα είναι τα ίδια που έχουμε τώρα, αλλά πνευματοποιημένα, δηλαδή απαλλαγμένα από το βάρος της ύλης και από κάθε φυσική ανάγκη, και άφθαρτα, όπως λέει ο απόστολος Παύλος: «Πρέπει αυτό που είναι φθαρτό να μεταμορφωθεί σε άφθαρτο, κι αυτό που είναι θνητό να γίνει αθάνατο» (Α’ Κορ, 15:53).
Μετά την ανάσταση των σωμάτων, κάθε ψυχή θα επιστρέψει στο σώμα της. Ψυχή και σώμα μαζί θα λάβουν την ανταμοιβή των επίγειων έργων τους και είτε θα αξιωθούν να απολαύσουν την αιώνια μακαριότητα είτε θα καταδικαστούν στην αιώνια κόλαση.
Πώς είναι δυνατό να αναστηθούν τα νεκρά σώματα, που σάπισαν και διαλύθηκαν στα μνήματα;
«Για τον Θεό τίποτα δεν είναι ακατόρθωτο», είπε ο αρχάγγελος Γαβριήλ στην Παρθένο Μαριάμ, προαγγέλλοντάς της τη γέννηση του Κυρίου (Λουκ. 1:37). Πραγματικά, «αυτά που για τους ανθρώπους είναι αδύνατα, για τον Θεό είναι δυνατά», όπως και ο ίδιος ο Κύριος βεβαίωσε (Λουκ. 18:27) αλλά και έμπρακτα απέδειξε με τα θαυμαστά Του έργα.
Ο παντοδύναμος Θεός δεν έπλασε το ανθρώπινο σώμα από το χώμα της γης; (Γεν. 2:7). Δεν μπορεί, λοιπόν, να αναστήσει πάλι το σώμα που διαλύθηκε στη γη; Ας σκεφτούμε τι γίνεται με το σιτάρι ή οποιοδήποτε άλλο σπαρτό. Ο σπόρος πέφτει στη γη και σαπίζει. Ο σαπισμένος σπόρος, όμως, ανασταίνεται χλοερός, ξαναζωντανεύει σ’ ένα φυτό θαλερό. Το παράδειγμα αυτό αναφέρει ο απόστολος Παύλος, γράφοντας στους χριστιανούς της Κορίνθου για την ανάσταση των σωμάτων: «Ίσως», λέει, «κάποιος να ρωτήσει: «Πώς ξαναζωντανεύουν οι νεκροί; Και με τι σώμα έρχονται ξανά στη ζωή;» Ανόητε! Ο σπόρος, που ρίχνεις εσύ στο χωράφι, δεν παίρνει ζωή, αν πρώτα δεν πεθάνει. Και με τη σπορά σου δεν σπέρνεις το σώμα του φυτού που θα φυτρώσει, αλλά γυμνό κόκκο είτε σιταριού είτε κάποιου άλλου είδους. Και ο Θεός δίνει σε κάθε σπόρο το σώμα του φυτού που έχει ορίσει. Κάθε είδος σπόρου έχει το δικό του είδος σώματος… Το ίδιο θα συμβεί και με την ανάσταση των νεκρών: Όταν το σώμα σαν το σπόρο μπαίνει στη γη, είναι φθαρτό· θα αναστηθεί, όμως, άφθαρτο. Θάβεται άδοξο· θα αναστηθεί, όμως, ένδοξο. Θάβεται ανίσχυρο· θα αναστηθεί, όμως, δυνατό. Θάβεται σώμα που ήταν εμψυχωμένο από ζωική φυσική δύναμη· θα αναστηθεί, όμως, ζωοποιημένο από το Πνεύμα του Θεού (Α’ Κορ. 15:35-38, 42-44).
Όλα τα σώματα των νεκρών θα αναστηθούν;
Απάντηση: Όλα, τόσο των δικαίων όσο και των αμαρτωλών, και θα είναι άφθαρτα, πνευματοποιημένα, ελεύθερα από το βάρος της ύλης και από κάθε φυσική ανάγκη. Γιατί, όπως γράφει ο απόστολος, «άνθρωποι από σάρκα και αίμα δεν μπορούν να πάρουν μέρος στη βασιλεία του Θεού, ούτε αυτό που είναι φθαρτό μπορεί να κληρονομήσει την αφθαρσία» (Α’ Κορ. 15:50).
Βέβαια, μολονότι όλα τα σώματα θα αναστηθούν, δεν θα έχουν όλα την ίδια κατάληξη: «Όσοι έπραξαν στο βίο τους δίκαια έργα, θα αναστηθούν για να λάβουν μέρος στην καινούρια ζωή· και όσοι έπραξαν φαύλα έργα, θα αναστηθούν για ν’ αντιμετωπίσουν την καταδίκη» (Ιω- 5:29). Των πρώτων τα σώματα θα είναι δοξασμένα, θεωμένα, λουσμένα στο άκτιστο φως του Χριστού (πρβλ. Ματθ. 13:43), ενώ των δεύτερων σκοτεινά και ελεεινά.
Μετά την ανάσταση των σωμάτων των νεκρών, θα μεταμορφωθούν και των ζωντανών τα σώματα από το Πνεύμα του Θεού, θα απαλλαγούν δηλαδή κι αυτά από την ύλη όπως τα αναστημένα σώματα των νεκρών. Καθώς γράφει πάλι ο απόστολος, «δεν θα πεθάνουμε όλοι, όλοι όμως θα μεταμορφωθούμε μέσα σε μια στιγμή, όσο θέλει το μάτι ν’ ανοιγοκλείσει, όταν ηχήσει η σάλπιγγα των έσχατων καιρών. Θ’ ακουστεί ο ήχος της σάλπιγγας, κι αμέσως οι νεκροί θα επιστρέψουν στη ζωή άφθαρτοι, ενώ εμείς οι ζωντανοί θ’ αλλάξουμε το παλιό μ’ ένα νέο σώμα» (Α Κορ. 15:51-52).

(Από το βιλίο: Γέροντος Ευστρατίου (Γκολοβάνσκι), Απαντήσεις σε ερωτήματα χριστιανών. Ιερά Μονή Παρακλήτου, 2012. Ερωτήσεις 14, 89, 156, 157)

(Πηγή ηλ. κειμένου: koinoniaorthodoxias.org)

Σάββατο, 19 Μαΐου 2018

Περί των επτά προσευχών του ημερονυκτίου:



Έκαστος χριστιανός, είτε κληρικός, είτε λαϊκός, οφείλει να προσεύχεται πάντοτε κατά το υπό του Κυρίου λεγόμενον, «γρηγορείτε και προσεύχεσθε...» (Μάρκ. ιδ' 38), και όπως ο Απόστολος Παύλος λέγει: «αδιαλείπτως προσεύχεσθε, εν παντι ευχαριστείτε» (Α' Θεσσαλ. ε' 17, 18). Τούτο δε επιτυγχάνεται διά της καθορισθείσης υπό της Εκκλησίας ημερονυκτίου προσευχής ως ακολούθως.
Η εκκλησιαστική ημέρα της προσευχής αρχίζει από του Εσπερινού της μιας ημέρας και λήγει την επομένην με την Απόλυση της Θ' 'Ωρας της ημέρας ταύτης, ή οποία κατά το τυπικόν της Μεγάλης Εκκλησίας είναι το τέρμα, ήτοι η σφραγις της ήδη εκκλησιαστικώς ληγούσης ημέρας, ήτις ήρξατο από του χθεσινού Εσπερινού.

Ώστε εκκλησιαστική ημέρα θεωρείται το χρονικό διάστημα από του Εσπερινού της μιας ημέρας μέχρι της Απολύσεως της Θ' Ώρας της επομένης και ούτω καθεξής.
Αί ώραι της ακολουθίας της ημέρας, κατ' αλληλοδιάδοχον μορφή ανακυκλούμεναι εν πάσαις ταις ημέραις του ενιαυτού, προσδιορίζονται τυπικώς και εκκλησιαστικώς ως ώραι προσευχής και αναγωγικώς ορίζουσι την έννοια και την σημασία αυτών και την πνευματικην συνάρτησιν αυτών προς τον καθολικόν πνευματικό σκοπό.
Ιστέον, ότι οι θείοι και ιεροί υμνογράφοι και υμνωδοί της εκκλησίας συνέθεσαν και εμελοποίησαν τη εμπνεύσει του Αγίου Πνεύματος τας ακολουθίας του ημερονυκτίου, περιλαμβάνοντες τους διαφόρους ψαλμους και τα διάφορα τροπάρια, κανόνας κλπ., τα οποία όντως ανταποκρίνονται συμβολικώς προς τα εν εκάστη προσευχή και εν εκάστη ημέρα ιστορούμενα περιστατικά και προς τον δι' αυτής επιδιωκόμενον σκοπό και την επιζητουμένην ωφέλειαν υπό πάντων των προσευχομένων.
Λαμβανομένης λοιπόν ούτω μιας ημέρας ως παραδείγματος δύναται να διακριθη απολύτως η θρησκευτική αναγκαιότης και η ωφελιμότης αυτών.
Η Δευτέρα π.χ. ως εκκλησιαστική ημέρα λογίζεται από του Εσπερινού της Κυριακής μέχρι και της Θ' Ώρας της Δευτέρας, οπότε και αι προσευχαί διακρίνονται ως εξής:

1) Πρώτη προσευχή είναι, ως είρηται, ο Εσπερινός όστις αρχίζει με τον Προοιμιακόν ψαλμόν, ο οποίος είναι η μεγαλοπρεπεστέρα δοξολογία προς τον 'Υψιστον Θεόν, τον Δημιουργόν του σύμπαντος, και ο οποίος προοιμιάζεται, ήτοι αρχίζει τήν προσευχην της επομένης ημέρας, ενταύθα της Δευτέρας. `Ο Εσπερινός συμβολίζει την Αποκαθήλωσιν του Κυρίου υπό του Ιωσήφ και Νικοδήμου, ως και την εμφάνιση του Κυρίου ανασταντος εις τους Μαθητας του το εσπέρας της Κυριακής της Αναστάσεως και του Θωμα. Και παρατηρείται, κατά τον Άγιον Μάρκον τον Ευγενικόν, ότι η ανάγνωσις ή η ψαλμωδία ψαλμών, τροπαρίων κλπ. συναδει εν πολλοίς προς τον εσπερινόν ως το «Κατευθυνθήτω η προσευχή μου ως θυμίαμα ενώπιόν σου' έπαρσις των χειρών μου θυσία εσπερινή» (Ψαλμ. ΡΜ' 2).

2) Δευτέρα προσευχή είναι το το Απόδειπνον, το οποίον αναγινώσκεται, εν μεν τη εκκλησία μετά τον Εσπερινόν, ήτοι μετά την δύσιν του ηλίου, κατ' οίκον δε προ της κατακλίσεως προς ύπνον, προσαγομένης δεήσεως προς τον Κύριον, όπως το στάδιον της νυκτός διέλθη εν ησυχία και ασφαλεία.
Το Απόδειπνον διακρίνεται εις Μέγα, αναγινωσκόμενον κατά τας νηστησίμους ημέρας, και εις Μικρόν αναγινωσκόμενον καθ' όλον το έτος και εν τη περιόδω της Μεγ. Τεσσαρακοστής εκάστην Παρασκευήν εις τους Χαιρετισμούς, και Σάββατον και Κυριακήν.

3) Τρίτη προσευχή είναι το Μεσονυκτικόν, το οποίον λέγεται το μεσονύκτιον κατά τον ψαλμικον στίχον «Μεσονύκτιον εξεγειρόμην του εξομολογείσθαί σοι, επί τα κρίματα της δικαιοσύνης σου» (Ψαλ. ΡΙΗ' 62). Συμβολίζει δε την οφειλομένην υφ' ημών εγρήγορσιν, καθ' όσον ο Νυμφίος Χριστός μέσης νυκτός παρεγένετο ταις φρονίμοις παρθένοις.
Συμβολίζει επίσης και την ημών έγερσιν εκ του ύπνου, ως περιόδου του σκότους και της πλάνης, εις την φωτεινήν ζωήν, την όποιαν από του μεσονυκτίου, ως απαρχής της νέας ημέρας, αρχόμεθα να διάγωμεν πιστεύοντες και λατρεύοντες τω Θεώ.

4)Τετάρτη προσευχή είναι ό Όρθρος προς τον οποίον επισυνάπτεται και η Α' Ώρα, και αποτελούσι, αμφότεραι την εωθινήν προσευχή της Εκκλησίας. Όρθρος, λέγεται το χρονικού διάστημα το διαρρέον από της βαθείας σχεδόν χαραυγής «όρθρου βαθέος» μέχρι και του τοιούτου περί την χαραυγήν, ήτοι την προ της ανατολής ώραν, ως λέγει και ή Ωδή «εκ νυκτός ορθρίζει το πνευμά μου προς σε ο Θεός, ότι φως τα προστάγματά σου επί της γης» (Ησαΐου κς' 9).
Η επισυναπτομένη εν τω 'Ορθρω Α ' Ώρα το πάλαι ανεγινώσκετο μίαν ωραν μετά την ανατολήν του ήλίου, ήτοι περί την 7ην πρωινή.

5) Πέμπτη προσευχή η Γ' Ώρα, η όποία κανονικώς ανεγινώσκετο την τρίτην ώραν της ημέρας, ήτοι την 9ην πρωινή.
Κατα την ώραν ταύτην επεδήμησε το Πνεύμα το Άγιον εν είδει πυρίνων γλωσσών επί τους Αγίους Αποστόλους (Πράξ. β' 15) ως υμνολογεί και ή Εκκλησία «Κύριε ο το Πανάγιόν σου Πνεύμα εν τη τρίτη ώρα τοις Αποστόλοις σου καταπέμψας...».

6) Έκτη προσευχή είναι η ΣΤ' Ώρα, δηλαδή η μεσημβρία. Κατ' αυτήν απεφασίσθη ό θάνατος και εσταυρώθη ο Κύριος επί του Γολγοθά (Ματθ. κζ' 26 κ.ε.). Δι' αυτό και αρμόδιον είναι το τροπάριοντης ώρας ταύτης «`Ό εν έκτη ήμέρα τε και ώρα τω Σταυρω προσηλώσας...».

7) Εβδόμη προσευχή είναι η Θ' Ώρα, ήτοι ή 3η απογευματινή περίπου, καθ' ην o Ιησούς παρέδωκε το πνεύμα, ως υμνολογεί ή Εκκλησία «`Ό εν τη ενάτη ώρα δι' ημάς σαρκί του θανάτου γευσάμενος...».
Ούτω συμπληρούνται αι επτα ώραι ή επτά σταθμοί των προσευχών, κατά το ψαλμικού ρητού «επτάκις της ημέρας ήνεσά σε επί τα κρίματα της δικαιοσύνης σου» (Ψαλ. ΡΙΗ' 118), ως και αλλαχού η ψαλμική δέησις «εσπέρας και πρωί και μεσημβρίας διηγήσομαι και απαγγελλώ και εισακούσεται της φωνής μου» (Ψαλμ. ΝΔ' 18).

Περί των αναφερομένων Ωρών του ημερονυκτίου σημειούνται τα εξής. Εις το Άγιον Όρος είναι εν χρήσει δύο ώραι, εκτός της νέας λεγομένης Ευρωπαϊκής τοιαύτης.
Πρώτη είναι η λεγομένη Βυζαντινή Ώρα, καθ' ήν πρέπει, όταν δύη ό ήλιος, εις όλας τάς εποχάς του έτους, το ωρολόγιον να δεικνύη 12 και εκείθεν να καταμετρώνται μία ώρα, δύο ώραι της νυκτός μετά την δύσιν κλπ..
Δευτέρα είναι η λεγομένη Ιβηριτική ώρα, η οποία έχει εις την ανατολήν του ήλίου ώρα 12 καί αρχίζει πρώτη, δευτέρα ώρα της ημέρας μετά την ανατολήν του ηλίου και ούτω καθεξής. Όσον δε αφορά την Ελλάδα αύτη χρησιμοποιεί την Ευρωπαϊκήν ώραν από μεσονυκτίου εις μεσονύκτιον.


Οκτώηχος, Εκδόσεις Βας. Ρηγόπουλου, 1988, Θεσσαλονίκη

Οἱ Κανόνες τοῦ Ὄρθρου


Μετὰ ἀπὸ τὴν Τάξη τοῦ Ἑωθινοῦ Εὐαγγελίου ψάλλονται οἱ Κανόνες. Οἱ Κανόνες εἶναι οἱ κεντρικοὶ ὕμνοι τοῦ Ὄρθρου καὶ ἡ ψαλμωδία τους καταλαμβάνει ἕνα μεγάλο χρονικὰ μέρος τῆς ὅλης ὀρθρινῆς ἀκολουθίας. Ἃς προσεγγίσουμε, λοιπόν, συνοπτικά –τὸ κατὰ δύναμιν– τὰ σπουδαιότερα ζητήματα, ποὺ σχετίζονται μὲ τὴν ἱστορία, τὴ δομή, καὶ τὴν ψαλμωδία τῶν Κανόνων.

Α. Ἱστορία

Ὁ Κανόνας εἶναι ἕνας ἰδιαίτερος καὶ αὐτοτελὴς λατρευτικὸς ὕμνος, ποὺ διαμορφώθηκε ὁριστικὰ κατὰ τὸν 8ο μ.Χ. αἰώνα, καὶ –μὲ τὴν ἐπικράτηση τοῦ Σαββαϊτικοῦ τυπικοῦ στὴν Κωνσταντινούπολη– ἀντικατέστησε πλήρως τὸ Κοντάκιο, ποὺ ἀποτελοῦσε τὸν ἀντίστοιχο ὀρθρινὸ ὕμνο τοῦ ᾈσματικοῦ Τυπικοῦ. Ἡ ὁριστικὴ διαμόρφωση τοῦ Κανόνα εἶναι τὸ τελικὸ προϊὸν μιᾶς μακροχρόνιας ἐξελικτικῆς πορείας, ποὺ ἡ ἀρχή της χάνεται στὰ πρῶτα χριστιανικὰ χρόνια. Θεμέλιο τῆς ἐξελικτικῆς πορείας τοῦ Κανόνα ὑπῆρξε ἀναμφισβήτητα ἡ ψαλμωδία τῶν λεγόμενων Ἐννέα (9) Βιβλικῶν ᾠδῶν, ποὺ ἀπὸ πολὺ νωρὶς συνδέθηκαν ἄρρηκτα μὲ τὴν ἀρχαία (πρωτοχριστιανικὴ) ἀκολουθία τοῦ Ὄρθρου. Πιὸ συγκεκριμένα, μέσα στὸ θεόπνευστο κείμενο τῆς Ἁγίας Γραφῆς ὑπάρχουν Ἐννέα (9) ᾠδὲς (δηλαδή, ὕμνοι πρὸς τὸ Θεό), πού, σύμφωνα μὲ τὶς σχετικὲς ἁγιογραφικὲς διηγήσεις, ἐκφωνήθηκαν σὲ διάφορες ἐποχὲς καὶ ἀπὸ διαφορετικὰ πρόσωπα. Οἱ Ἐννέα (9) αὐτὲς Βιβλικὲς ᾠδὲς εἶναι οἱ ἑξῆς:
1. ᾨδὴ πρώτη. Εἶναι ἡ εὐχαριστήρια ᾠδή, ποὺ ἔψαλλαν οἱ Ἰσραηλίτες ἀμέσως μετὰ ἀπὸ τὴ διάβαση τῆς Ἐρυθρᾶς θάλασσας (Ἔξοδος κεφ. ιε´).
2. ᾨδὴ δευτέρα. Εἶναι πένθιμη ᾠδή. Ἐκφωνήθηκε ἀπὸ τὸ Θεόπτη Μωυσῆ λίγο πρὶν τὸ θάνατό του (Δευτερονόμιον κεφ. λβ´).
3. ᾨδὴ τρίτη. Εἶναι ἡ εὐχαριστήρια ᾠδή, ποὺ ἐκφωνήθηκε ἀπὸ τὴν προφήτιδα Ἄννα, ὅταν συνέλαβε τὸν κριτὴ Σαμουὴλ (Α´ Βασιλειῶν κεφ. β´).
4. ᾨδὴ τετάρτη. Εἶναι ἡ ᾠδή, ποὺ περιέχεται στὸ προφητικὸ βιβλίο τοῦ Ἀββακοὺμ (Ἀββακοὺμ κεφ. γ´).
5. ᾨδὴ πέμπτη. Εἶναι ἡ ᾠδή, ποὺ περιέχεται στὸ προφητικὸ βιβλίο τοῦ Ἡσαΐα (Ἡσαΐου κεφ. κστ´).
6. ᾨδὴ ἕκτη. Εἶναι ἡ ᾠδή, ποὺ ἐκφωνήθηκε ἀπὸ τὸν προφήτη Ἰωνά, ὅταν βρισκόταν μέσα στὴν κοιλιὰ τοῦ κήτους. Περιέχεται στὸ προφητικὸ βιβλίο τοῦ Ἰωνᾶ (Ἰωνᾶ κεφ. β´).
7. ᾨδὴ ἑβδόμη. Εἶναι ἡ ᾠδὴ (προσευχὴ) τῶν Τριῶν Παίδων. Ἡ ᾠδὴ αὐτὴ ἐκφωνήθηκε ἀπὸ τοὺς Τρεῖς Παῖδες, ὅταν τοὺς ὁδηγοῦσαν στὴν «κάμινον τοῦ πυρὸς» (Δανιὴλ κεφ. γ´).
8. ᾨδὴ ὀγδόη. Εἶναι ἡ ᾠδὴ (ὕμνος) τῶν Τριῶν Παίδων. Ἡ ᾠδὴ αὐτὴ ἐκφωνήθηκε ἀπὸ τοὺς Τρεῖς Παῖδες, μέσα στὴν «κάμινον τοῦ πυρός», ὅταν διασώθηκαν μὲ θαυματουργικὸ τρόπο ἀπὸ τὴ φωτιά. Ἡ 7η καὶ ἡ 8η ᾠδὴ περιέχονται στὸ προφητικὸ βιβλίο τοῦ Δανιήλ (Δαν. κεφ. δ´).
9. ᾨδὴ ἐνάτη. Εἶναι ἡ μόνη ᾠδή, ποὺ προέρχεται ἀπὸ τὰ βιβλία τῆς Καινῆς Διαθήκης. Στὴν πραγματικότητα εἶναι σύνθεση δύο μικρότερων ᾠδῶν. Οἱ δύο (2) αὐτὲς ᾠδὲς εἶναι: α) ἡ ᾠδὴ τῆς Θεοτόκου, ποὺ ἐκφωνήθηκε ἀπὸ τὴν Παναγία Μητέρα τοῦ Κυρίου, ὅταν συναντήθηκε μὲ τὴν Ἐλισάβετ, τὴ μητέρα τοῦ Ἰωάννου τοῦ Προδρόμου (Λουκᾶ κεφ. α´) καὶ β) ἡ ᾠδὴ τοῦ προφήτη Ζαχαρία, ποὺ ἐκφωνήθηκε ἀπὸ τὸν ἱερέα Ζαχαρία, τὸν πατέρα τοῦ Τιμίου Προδρόμου, ὅταν –μὲ θαυμαστὸ τρόπο– γεννήθηκε ὁ Τίμιος Πρόδρομος (Λουκᾶ κεφ. α´).
Σὲ πρώτη φάση οἱ στιχολογίες τῶν Ἐννέα (9) Βιβλικῶν ᾠδῶν ψάλλονταν μόνες τους (χωρίς, δηλαδή, τὴ συνοδεία κάποιου ἐφυμνίου ἢ ὕμνου) στὴν ἀρχαία ἀκολουθία τοῦ Ὄρθρου. Ὅμως, μὲ τὸ πέρασμα τοῦ χρόνου δημιουργήθηκαν, ἀρχικά, εἰδικὰ ἐφύμνια, ποὺ συνόδευαν τοὺς στίχους τῶν Βιβλικῶν ᾠδῶν. Ἀργότερα τὰ ἀρχικὰ αὐτὰ ἐφύμνια ἐξελίχθηκαν σὲ σύντομα τροπάρια, ποὺ παρεμβάλλονταν, ὡς Στιχηροὶ Ὕμνοι, ἀνάμεσα στοὺς τελευταίους στίχους τῶν Βιβλικῶν ᾠδῶν, καὶ ἡ ψαλμωδία τους ἐπαναλαμβανόταν πολλὲς φορές. Σὲ αὐτὴ περίπου τὴ φάση τὸ σύνολο τῶν Βιβλικῶν ᾠδῶν, ποὺ ψάλλονταν στὴν ἀκολουθία τοῦ Ὄρθρου, ἑνοποιήθηκαν σὲ ἕναν (1) ἑνιαῖο ὕμνο, ποὺ ὀνομάστηκε Κανόνας. Ὁ ἑνιαῖος αὐτὸς ὕμνος ἔμελλε, νὰ ἀποτελέσει τὸν κεντρικὸ ὕμνο τῆς ἀκολουθίας τοῦ Ὄρθρου. Ἀργότερα, τέλος, χάριν συντομίας, οἱ ἀρχαῖες στιχολογίες τῶν Βιβλικῶν ᾠδῶν καταργήθηκαν τελείως (σήμερα ψάλλονται, ἢ ἀναγιγνώσκονται μόνο σὲ κάποιους μοναστηριακοὺς ναούς), γιὰ νὰ παραμείνουν σὲ λειτουργικὴ χρήση μόνο οἱ Στιχηροὶ Ὕμνοι, ποὺ κάποτε τὶς ἀκολουθοῦσαν. Τὸ κείμενο τῶν Ἐννέα (9) Βιβλικῶν ᾠδῶν βρίσκεται σήμερα καταγεγραμμένο στὸ Λειτουργικὸ Ψαλτήριο (στὶς τελευταῖες σελίδες τοῦ βιβλίου) καὶ στὸ Ὡρολόγιο τὸ Μέγα (στὴν ἀκολουθία τοῦ Ὄρθρου).
Ὡς πρὸς τὴν ἱστορία τῆς ψαλμωδίας τῶν Κανόνων, παρατηρητέα, ἐν ὀλίγοις, τὰ ἑξῆς: ἀρχικὰ στὸν Ὄρθρο δὲν ψάλλονταν ὅλες οἱ ᾠδὲς τῶν Κανόνων. Ἡ τυπικὴ τάξη τῆς ψαλμωδίας τῶν ᾠδῶν τῶν Κανόνων ἀκολουθοῦσε τὴ σειρά, ποὺ σήμερα διασώζεται μόνο στὸ βιβλίο τοῦ Τριῳδίου. Ἔτσι, ἀπὸ τὴ Δευτέρα μέχρι καὶ τὴν Παρασκευὴ ψάλλονταν τριώδιοι Κανόνες (Κανόνες, δηλαδή, μὲ τρεῖς μόνο ᾠδές). Στοὺς Ὄρθρους τοῦ Σαββάτου ψάλλονταν τετραώδιοι Κανόνες (Κανόνες, δηλαδή, μὲ τέσσερις μόνο ᾠδές), ἐνῶ, τέλος, τόσο στὴν ἀναστάσιμη Ἀγρυπνία τῆς Κυριακῆς, ὅσο καὶ στὶς ὑπόλοιπες Ἀγρυπνίες τοῦ Ἐτήσιου Λειτουργικοῦ Κύκλου, ψάλλονταν ὀκταώδιοι Κανόνες (Κανόνες, δηλαδή, μὲ ὀκτὼ ᾠδές). Πιὸ συγκεκριμένα:
1. Τὴν Δευτέρα ψαλλόταν τριῴδιος Κανόνας, ποὺ περιεῖχε πάντα τὴν α´, η´ καὶ θ´ ᾠδή.
2. Τὴν Τρίτη ψαλλόταν τριῴδιος Κανόνας, ποὺ περιεῖχε πάντα τὴν β´, η´ καὶ θ´ ᾠδή.
3. Τὴν Τετάρτη ψαλλόταν τριῴδιος Κανόνας, ποὺ περιεῖχε πάντα τὴν γ´, η´ καὶ θ´ ᾠδή.
4. Τὴν Πέμπτη ψαλλόταν τριῴδιος Κανόνας, ποὺ περιεῖχε πάντα τὴν δ´, η´ καὶ θ´ ᾠδή.
5. Τὴν Παρασκευὴ ψαλλόταν τριῴδιος Κανόνας, ποὺ περιεῖχε πάντα τὴν ε´, η´ καὶ θ´ ᾠδή.
6. Τὸ Σάββατο ψαλλόταν τετραῴδιος Κανόνας, ποὺ περιεῖχε τὴν στ´, ζ´, η´ καὶ θ´ ᾠδή.
7. Τὴν Κυριακὴ ψαλλόταν ὀκταῴδιος Κανόνας (ἔλειπε μόνο ἡ πένθιμη β´ ᾠδή).
Μὲ τὸ πέρασμα, δυστυχῶς, τοῦ χρόνου ὅλοι οἱ τριώδιοι καὶ τετραώδιοι Κανόνες ἀντικαταστάθηκαν ἀπὸ τοὺς γνωστοὺς ὀκταώδιους Κανόνες, ποὺ συναντᾶμε στὶς σύγχρονες ἐκδόσεις τῶν λειτουργικῶν βιβλίων τοῦ Ἑβδομαδιαίου (Παρακλητικὴ) καὶ τοῦ Ἐτήσιου (Πεντηκοστάριο) Λειτουργικοῦ Κύκλου. Μόνο στὸ Τριώδιο, ὅπως ἀναφέραμε ἀνωτέρω, διατηρήθηκε ἡ ἀρχαία καὶ σωστὴ τυπικὴ τάξη τῆς ψαλμωδίας τῶν Κανόνων τοῦ Ὄρθρου. Ἡ ἀποκατάσταση τοῦ Σαββαΐτικου τυπικοῦ (δηλαδή, ἡ ἐπαναφορά του στὴν ἀρχαία καὶ σωστὴ τυπικὴ τάξη, ποὺ ὅριζε τὴν ψαλμωδία τῶν ἀρχαίων στιχολογιῶν τῶν Ἐννέα Βιβλικῶν ᾠδῶν καὶ τῶν τριῳδίων ἢ τετραῳδίων Κανόνων στοὺς Ὄρθρους τῶν καθημερινῶν ἡμερῶν καὶ τοῦ Σαββάτου) πρέπει, νὰ ἀποτελέσει ἕναν ἀπὸ τοὺς βασικότερους στόχους, ὅσων θὰ ἀσχοληθοῦν μελλοντικὰ μὲ αὐτὸ τὸ δύσκολο –ἀπὸ κάθε ἄποψη– θέμα.

Β. Δομή

Ὡς πρὸς τὴν ἐσωτερική τους δομή, οἱ Κανόνες ἀποτελοῦνται ἀπὸ μικρότερα μέρη, ποὺ ὀνομάζονται ᾠδὲς (ἡ ὀνομασία ᾠδὴ ἀποτελεῖ ἀπόδειξη τῆς σχέσης τῶν Ἐννέα ἀρχαίων Βιβλικῶν ᾠδῶν μὲ τοὺς σημερινοὺς Στιχηροὺς Ὕμνους, ποὺ συγκροτοῦν τὶς ᾠδὲς τῶν Κανόνων). Ἕνας Κανόνας μπορεῖ νὰ ἔχει ἀπὸ δύο (2) μέχρι καὶ ἐννέα (9) ᾠδές. Ἀνάλογα μὲ τὸν ἀριθμὸ τῶν ᾠδῶν του ὁ Κανόνας χαρακτηρίζεται ὡς τριώδιος, τετραώδιος, ὀκταώδιος κτλ. Τὸ λειτουργικὸ βιβλίο τοῦ Τριῳδίου ὀφείλει τὸ ὄνομά του στοὺς τριώδιους Κανόνες, ποὺ περιέχονται στὶς καθημερινὲς ὀρθρινές του ἀκολουθίες (Τριώδιον = βιβλίο, ποὺ ἔχει τριώδιους Κανόνες). Κάθε μία ἀπὸ τὶς ᾠδὲς τοῦ Κανόνα ἀποτελεῖται ἀπὸ ἕναν (1) Εἱρμὸ καὶ ἀπὸ τὰ Τροπάρια, ποὺ τὸν ἀκολουθοῦν. Ὁ Εἱρμὸς εἶναι ἕνας σύντομος ὕμνος, ποὺ ἀποτελεῖ τὸ μουσικὸ καὶ μετρικὸ πρότυπο ὅλων τῶν Τροπαρίων τῆς ᾠδῆς. Τὸ περιεχόμενο τοῦ Εἱρμοῦ τῆς ᾠδῆς συνδέεται πάντα μὲ τὸ περιεχόμενο τῆς ἀντίστοιχης ἀρχαίας Βιβλικῆς ᾠδῆς. Ἔτσι, π.χ. ἂν προσέξουμε, θὰ παρατηρήσουμε, ὅτι ὅλοι οἱ εἱρμοὶ τῆς α´ ᾠδῆς τῶν Κανόνων ἀναφέρονται στὸ γεγονὸς τῆς θαυμαστῆς διάβασης τῆς Ἐρυθρᾶς θάλασσας καὶ τῆς σωτηρίας τοῦ Ἰσραηλιτικοῦ λαοῦ ἀπὸ τὴν ἀπειλὴ τοῦ στρατοῦ τῶν Αἰγυπτίων, ἐνῶ ὅλοι οἱ Εἱρμοί της στ´ ᾠδῆς τῶν Κανόνων ἀναφέρονται στὸ γεγονὸς τῆς θαυμαστῆς διάσωσης τοῦ προφήτη Ἰωνᾶ στὴν κοιλιὰ τοῦ κήτους κ.ο.κ. Οἱ μεγάλοι, μάλιστα, ὑμνογράφοι, ποὺ συνέθεσαν ἰδιαίτερους Εἱρμοὺς γιὰ τοὺς Κανόνες τῶν μεγάλων Δεσποτικῶν καὶ Θεομητορικῶν Ἑορτῶν, συνδυάζουν συχνὰ –μὲ μεγάλη ἐπιτυχία– τὸ περιεχόμενο τῆς ἀρχαίας Βιβλικῆς ᾠδῆς μὲ τὸ περιεχόμενο τῆς τιμώμενης ἑορτῆς, ἐφαρμόζοντας, κατὰ κανόνα, τὴν λεγόμενη τυπολογικὴ ἑρμηνεία τῆς Ἁγίας Γραφῆς. Μιὰ σειρὰ ἀπὸ ὕμνους, ποὺ ὀνομάζονται Τροπάρια, συνοδεύουν τὸν Εἱρμὸ καί, μαζὶ μὲ αὐτόν, συνθέτουν τὴν ᾠδὴ τοῦ Κανόνα. Τὰ Τροπάρια τῆς ᾠδῆς δὲν ἔχουν δική τους μουσική, ἀλλὰ ἀντιγράφουν μουσικὰ καὶ μετρικὰ (ἐφαρμόζοντας τὶς ἀρχὲς τῆς ἰσοτονίας καὶ ἰσοσυλλαβίας) τὸν Εἱρμό της. Κάθε μία ἀπὸ τὶς ᾠδὲς τοῦ Κανόνα περιέχει, συνήθως, ἀπὸ δύο (2) μέχρι καὶ πέντε (5) Τροπάρια, τὸ τελευταῖο ἐκ τῶν ὁποίων εἶναι θεοτοκίον. Οἱ Κανόνες, τέλος, στὰ διάφορα λειτουργικὰ βιβλία, ἀνάλογα μὲ τὸ περιεχόμενό τους, χαρακτηρίζονται ὡς ἀναστάσιμοι (ὅταν ἐξυμνοῦν τὴν ἀνάσταση τοῦ Κυρίου), σταυρώσιμοι (ὅταν ἐξυμνοῦν τὴ σταύρωση τοῦ Κυρίου), θεομητορικοὶ (ὅταν ἐξυμνοῦν τὸ πρόσωπο τῆς Θεοτόκου), κατανυκτικοὶ (ὅταν ὁδηγοῦν τοὺς πιστοὺς πρὸς τὴν ἐγκράτεια καὶ τὴ μετάνοια) ἁγίων (ὅταν ἐξυμνοῦν τὸ βίο καὶ τὴν πολιτεία τῶν ἁγίων) κ.ο.κ.