Παρασκευή, 24 Νοεμβρίου 2017

Το Πάσχα είναι ο Χριστός Πρωτοπρ. Βασίλειος Ε.Βολουδάκης


Συνηθίσαμε να μεταφράζουμε απλώς τη λέξη «Πάσχα» από την Εβραϊκή γλώσσα στην Ελληνική, που σημαίνει «Διάβαση», χωρίς να επιμένουμε στην ερμηνεία του νοήματος που κρύβεται πίσω απ’ αυτή τη λέξη και γι’ αυτό δεν συνειδητοποιούμε το βαθύτερο νόημά της, αφού, τελικά, δεν την ταυτίζουμε με ένα Πρόσωπο. Το Πρόσωπο του Χριστού.
Ο άγιος Απόστολος Παύλος με την κατηγορηματική του διατύπωση «Και γαρ το Πάσχα ημών υπέρ ημών ετύθη Χριστός» (1 Κορ. 5, 7), δεν μας αφήνει κανένα περιθώριο να απομακρυνθούμε από το Πρόσωπο του Χριστού, γιατί το Πρόσωπο Αυτό είναι το Κλειδί των Μυστηρίων της ανθρωπίνης φύσεως. Με άλλα λόγια, «η ζωή (ημών) κέκρυπται συν τω Χριστώ εν τω Θεώ» (Κολ. 3,3) και γι’ αυτό, χωρίς τον Χριστό, κανείς άνθρωπος δεν θα μπορέση ποτέ να γνωρίση βαθειά την ύπαρξή του, να ξεκλειδώση τα στενάχωρα σπλάγχνα του, να αξιοποιήση τον εαυτό του και να αποκτήση την πολυπόθητη ειρήνη και τη χαρά.
Το Πρόσωπο του Χριστού πολέμησε απ’ αρχής ο Διάβολος με τις διάφορες αιρέσεις, που έχουν όλες κέντρο και σκοπό να αλλοιώσουν και να νοθεύσουν τον Αληθινό Χριστό και να τον διδάξουν στους ανθρώπους αλλοιωμένον, κάλπικον, πραγματικόν «Ψευδόχριστον». Γι’ αυτό, η αγία μας Εκκλησία παρουσιάζει συνεχώς στους πιστούς το Αληθινό Πρόσωπο του Χριστού γιατί πρέπει όλοι μας να συνειδητοποιήσουμε ότι το Πρόσωπο του Χριστού είναι και το πρόσωπο της ανθρωπίνης φύσεως και όχι, όπως πολλοί νομίζουν, το πρόσωπο του καθενός μας.
Η ανθρώπινη φύση μας δεν είναι απρόσωπη, ώστε να δικαιολογήται ο καθένας μας να την λειτουργή με το τάχα δικό του πρόσωπο, με τον δικό του αυθαίρετο τρόπο. Μια τέτοια ανθρώπινη φύση θα ήταν κατάρα, χωρίς καμμιά προοπτική σχέσεως και επικοινωνίας των ανθρώπων μεταξύ τους, χωρίς προοπτική ενότητος και αγάπης, αφού με την αυθαιρεσία τους ποτέ δεν θα μπορούσαν να συμπέσουν και να συμπλεύσουν τόσες -όσες η ανθρωπότητα- ανθρώπινες υπάρξεις.
Η ανθρώπινη φύση δεν έχει ανθρώπινο πρόσωπο για να μην υποτιμηθή. Γιατί υποτίμησή της θα ήταν το να υποστασιάζεται σε κάθε ανθρώπινη ατομικότητα= μικρότητα. Η ανθρώπινη φύση έχει Πρόσωπο, το Πρόσωπο του Θεού Λόγου, ώστε να ανυψωθή και να αξιοποιηθή στο έπακρον αλλά και για να διατηρηθή αιωνίως, εφ’ όσον ο Θεός Λόγος, που είναι το Πρόσωπό της, δεν είναι θνητός αλλά ως φύσει Θεός έχει «αθανασίαν, φώς οικών απρόσιτον» (1 Τιμ 6,16).
Φαίνεται πως δεν έχουμε δώσει όση θα έπρεπε σημασία στην διατύπωση της Αγίας Γραφής ότι ο άνθρωπος πλάσθηκε «κατ’ εικόνα Θεού» και όχι ως Εικόνα Θεού, γι’ αυτό και κάνουμε συνεχώς λόγο για το ανθρώπινο πρόσωπο σαν να είναι κάτι το αυθύπαρκτο, ανεξάρτητο και με δικαιώματα αυθαιρεσίας και διακινδυνεύσεως. Συγχέουμε το αυτεξούσιο, που μας έδωσε ο Θεός, με το πρόσωπο, όμως κάνουμε μεγάλο λάθος.
Εμείς οι άνθρωποι πλασθήκαμε «κατ’ εικόνα Θεού» κατ’ εικόνα του Χριστού, «ός εστιν Εικών Θεού» (2 Κορ. 4,4). Ο Χριστός είναι η Εικόνα του Θεού. Εμείς οι άνθρωποι, πλασθήκαμε εικόνα της Εικόνος, δηλαδή, «κατ’ εικόνα» «του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, του Μεγάλου Θεού και Σωτήρος, της ελπίδος ημών· «ός εστιν Εικών της (του Πατρός) αγαθότητος, σφραγίς ισότυπος, εν εαυτώ δεικνύς τον Πατέρα» (Μ. Βασίλειος).
Για να μιλήσουμε απλά, τελικά δεν υπάρχει ανθρώπινο πρόσωπο που εκ φύσεως μας ανήκει, αλλά το Πρόσωπο του Θεού Λόγου ως Πρόσωπο-Υπόσταση της ανθρωπίνης φύσεως δίδει «κατά χάριν» πρόσωπο σε εκείνους που προσπαθούν να μένουν ενωμένοι μαζί Του δια των Μυστηρίων της Εκκλησίας και της θελήσεώς τους να ενεργούν την ανθρώπινη φύση τους, όπως την ενήργησε ο Χριστός κατά την επίγεια ζωή Του. Μόνο αυτούς ο Θεός αναγνωρίζει, αυτοί μόνο έχουν “πρόσωπο”, οι άλλοι μακρυά από τον Χριστό γίνονται απρόσωποι, αγνώριστοι και γι’ αυτό ο Θεός τους λέει: «ουκ οίδα υμάς».

Δευτέρα, 6 Νοεμβρίου 2017

Μελέτη, εἰς τήν Ἀνάστασιν τοῦ Κυρίου,


εἰς τήν ὁποίαν χρεωστοῦμεν νά συγχαρῶμεν.
Α. Μέ τόν ἀναστάντα Χριστόν
Β’ Μέ τήν ἁγιωτάτην Μητέρα Του
Γ’ Μέ τό σῶμα μας.
Ανάσταση Κυρίου, Ανάσταση Νεκρών, Ζωή ΑιώνιοςΣυλλογίσου ἀγαπητέ, ὅτι παρακινούμενοι ἡμεῖς ἀπό τόν προφήτην Δαυίδ ὅπου λέγει νά ἀγαλλώμεθα εἰς τήν ἡμέραν τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Κυρίου. «Αὕτη ἡ ἡμέρα, ἥν ἐποίησεν ὁ Κύριος, ἀγαλλιασώμεθα καί εὐφρανθῶμεν ἐν αὐτῇ» (Ψαλμ. ριζ’ 23) ἔχομεν χρέος ἐν πρώτοις νά συγχαρῶμεν τόν Ἰησοῦν Χριστόν, ὁ Ὁποῖος εἰς τήν χαρμόσυνόν Του Ἀνάστασιν ἀπέκτησε πάλιν μέ κέρδος ἄπειρον ὅλα ἐκεῖνα ὅπου εἶχε χάσει εἰς τό πάθος Του. Τέσσαρα πράγματα εἶχε χάσει τότε: τήν χαράν, τήν ὡραιότητα, τήν τιμήν καί τήν ζωήν. Τώρα δέ ὅπου ἀνέστη ἀνέλαβε τήν ζωήν, ἀλλά τί λογῆς ζωήν; Μίαν ζωήν ὅπου ἐθανάτωσε τελείως τόν θάνατον καί διά τοῦτο θέλει εἶναι διά πάντα ζωή μοναχή, χωρίς νά φοβῆται νά λάβῃ ἄλλην μίαν φοράν θάνατον. «Χριστός ἐγερθείς ἐκ νεκρῶν οὐκ ἔτι ἀποθνήσκει. Θάνατος αὐτοῦ οὐκ ἔτι κυριεύει» (Ρωμ. στ’ 9). Ἀνέλαβε τήν τιμήν καί ἐξουσίαν, ἐπειδή Ἐκεῖνος ὁ ἴδιος ὅπου πρό ὀλίγου ἐλογίζετο ὀλιγώτερον παρά ἄνθρωπος καί ἐκαταφρονεῖτο χειρότερον παρά ἕνας σκώληξ, τώρα ἀνασταίνεται καί ἀρχίζει νά βασιλεύῃ ἐν τῷ οὐρανῷ καί ἐν τῇ γῇ.
Διά τοῦτο καί ἔλεγε μετά τήν Ἀνάστασιν. «ἐδόθη μοι πᾶσα ἐξουσία ἐν οὐρανῷ καί ἐπί γῆς» (Ματθ. κη’ 18). Ἀνέλαβε τήν χαράν, ἐπειδή διερράγησαν πλέον τά μεσότοιχα ὅπου ἐκρατοῦσαν πρότερον ἐκεῖνο τό πέλαγος τῆς χαρᾶς εἰς μόνον τό ἀνώτερον μέρος τῆ ψυχῆς τοῦ Κυρίου καί τώρα, ὅλον τό πλήρωμα τῆς χαρᾶς ἐκείνης ὅπου ἐκρατεῖτο τριαντατρεῖς χρόνους, ἔτρεξεν εἰς τό νά κατακλύσῃ τάς κατωτέρας δυνάμεις τῆς ψυχῆς καί τά μέλη τοῦ Λυτρωτοῦ. Διά τοῦτο καί ὅταν ἀνέστη ἀπό τόν τάφον, ὁ πρῶτος λόγος ὅπου ἔβγαλεν ἀπό τό ἅγιον στόμα Του, ἦτο δηλωτικός ταύτης Του τῆς χαρᾶς: «καί ἰδού ὁ Ἰησοῦς ἀπήντησεν αὐταῖς λέγων χαίρετε» (Ματθ. κη’ 9). Ἀνέλαβε καί τήν ὡραιότητα καί τήν δόξαν, διότι Ἐκεῖνος ὅπου ἦτο χθές καί προχθές ἄμορφος, ἄδοξος, ἀνίδεος, τώρα ἀνέστη ἐκ τοῦ μνήματος, ὡσάν ἕνας νυμφίος ἀπό τόν θάλαμόν του: Ὅλος ὡραιότατος, ὅλος δεδοξασμένος, ὅλος ἡλιόμορφος, ἐπειδή ἡ χάρις καί ἡ δόξα τοῦ ἀναστηθέντος σώματος τοῦ Χριστοῦ εἶναι τόσον ὑπερβολική, ὅπου εἰς τόν οὐρανόν αὐτή θέλει εἶναι ἡ ἀνωτάτη μακαριότης τῆς ψυχῆς καί τοῦ σώματος καί ὅλων τῶν αἰσθήσεών μας. Καί θέλει εἶναι ἀρκετή νά εἰδοποιήσῃ εἰς ὅλους τούς μακαρίους, τόσον ἀγγέλους ὅσον καί ἀνθρώπους ἕνα Παράδεισον, εἰς τόν ὁποῖον ἔχουν νά εὐφραίνωνται ἀχόρταστα εἰς πάντας τούς αἰῶνας.

Θάνατος και Απώλεια π. Αντώνιος Μπλουμ Μητροπολίτης Σουρόζ


Θα στραφούμε τώρα στις διάφορες ακολουθίες που σχετίζονται με το θάνατο στην Ορθόδοξη Εκκλησία. Πρώτα απ' όλα υπάρχουν δύο ακολουθίες που είναι πολύ γνωστές σ' όλους τους Ορθόδόξους. Είναι το «Τρισάγιον» η «Παραστάσιμος Ακολουθία» η παννυχίδα, [Στ.Μ. όπως ονομάζεται στα Ρωσικά]- και η «Νεκρώσιμος Ακολουθία» για τους λαϊκούς. Υπάρχουν επίσης και άλλες ακολουθίες, λιγότερο γνωστές: η «Ακολουθία εις Ψυχορραγούντα», που διαβάζεται πάνω από το πρόσωπο που η αναχώρησή του από αυτήν τη ζωή παρουσιάζει δυσκολίες, η «Νεκρώσιμη Ακολουθία» για νήπια και για ιερείς. Θα ήθελα να απομονώσω ορισμένα χαρακτηριστικά που βασικά είναι κοινά σ' όλες αυτές.
Υπάρχουν δύο πλευρές σ' αυτές τις ακολουθίες: η μία αφορά τη μέριμνα για την ψυχή και η άλλη τη φροντίδα για το σώμα. Το ενδιαφέρον μας για την προσευχή υπέρ της ψυχής του κεκοιμημένου είναι κοινό με αυτό όλων των άλλων Εκκλησιών.
Πιστεύω όμως ότι στην Ορθοδοξία δίνουμε μια πολύ πιο ειδική και σημαντική προσοχή στο σώμα. Στο Μνημόσυνο, όλη η προσοχή μας συγκεντρώνεται στην ψυχή που βρίσκεται τώρα στην αιωνιότητα, πρόσωπο προς πρόσωπο με τον ζώντα Θεό, και η οποία αναπτύσσεται σε μια όλο και βαθύτερη κοινωνία μαζί Του. Στη Νεκρώσιμη Ακολουθία, παράλληλα με τη μέριμνά μας για την ψυχή που έχει μεν αναχωρήσει, αλλά κατά κάποιο τρόπο βρίσκεται ακόμη κοντά στη γη, υπάρχει μια βαθιά φροντίδα για το σώμα.
Όταν διαβάζουμε τη Νεκρώσιμη Ακολουθία, το σώμα αντιμετωπίζεται υπό δύο γωνίες. Αφενός, γνωρίζουμε καλά ότι αυτό το σώμα είναι καταδικασμένο να φθαρεί: «Χους ει και εις χουν απελεύσει». Υπάρχει ένας οξύς πόνος σ' αυτήν τη σκέψη και σ' αυτήν τη θέα. Στη στάση μας προς τον κεκοιμημένο, πρέπει να βρούμε μια ισορροπία ανάμεσα στην αποδοχή της πραγματικότητας και στη βεβαιότητα της πίστης μας, ανάμεσα στη θέα της φθοράς και στη βεβαιότητα της αιώνιας ζωής, ανάμεσα στην αγάπη για τον τόπο όπου αναπαύεται ό,τι έχει απομείνει από το αγαπημένο σώμα του, και στη βεβαιότητα ότι η σχέση κοινωνίας συνεχίζεται εν Θεώ στην αιωνιότητα.
Αυτή είναι η πρώτη άποψη της συμμετοχής του σώματος. Στις διάφορες ευχές, στο τροπάριο και στον κανόνα, στους ύμνους του αγίου Ιωάννου του Δαμασκηνού, βρίσκουμε την αντανάκλαση αυτού του πόνου και την αίσθηση μιας τραγωδίας: ένα ανθρώπινο σώμα που εκλήθη στην αιώνια ζωή, και που το σκότωσε η θνητότητα που γέννησε η απώλεια του Θεού.
Η Αγία Γραφή, αφετέρου, χρησιμοποιεί τους όρους «σώμα», «πρόσωπο» και«ψυχή» κατά περίσταση, για να υποδηλώνει το όλο πρόσωπο.

Το Άγιο Πνεύμα είναι πρόσωπο.


Το Άγιο Πνεύμα έχει δύναμη, δεν είναι δύναμη.

 

Χθες γιορτάσαμε την έκχυση και επιφοίτηση του Αγίου Πνεύματος στους μαθητές και αποστόλους του Κυρίου. Σήμερα, Δευτέρα της Πεντηκοστής γιορτάζουμε το πανάγιο και ζωοποιό και παντοδύναμο Πνεύμα, «τον ένα της Τριάδος Θεόν». Το Άγιο Πνεύμα έχει την ίδια τιμή, την ίδια ουσία την ίδια δόξα με τον Πατέρα και τον Υιόν. Γι’ αυτό η Εκκλησία λέει ότι είναι «ομότιμον, ομούσιον και ομόδοξον».

Στη αντιπνευματική εποχή μας εφαρμόζεται ο λόγος του Κυρίου ότι ο κόσμος «ου θεωρεί αυτό- δηλ. το Άγιο Πνεύμα- ουδέ γινώσκει αυτό». Και παρά το ότι αυτό διαμένει μόνιμα και κάνει έργα θαυμάσια μέσα στην Εκκλησία ο κόσμος δεν μπορεί να το πάρει, «ου δύναται λαβείν» αυτό (Ιωάν. 14, 17). Πραγματικά είναι αδύνατο να πάρει κάποιος το Πνεύμα το Άγιο, εφ’ όσον δεν το γνωρίζει ή θέλει να μην το γνωρίζει.
Πολλοί από τους πιστούς χριστιανούς που εκκλησιάζονται και λατρεύουν το Θεό δεν έχουν, όχι μόνο επίγνωση, αλλά ούτε απλή γνώση των βασικών διδασκαλιών της πίστεως.
Νομίζουν ότι το Άγιο Πνεύμα είναι απλώς η δύναμη του Θεού. Το Άγιο Πνεύμα έχει δύναμη, δεν είναι δύναμη. Και ο άνθρωπος έχει δύναμη, δεν είναι όμως δύναμη• είναι πρόσωπο, δηλ. συνειδητή ύπαρξη.

Το Άγιο Πνεύμα είναι πρόσωπο, ανώτερο του προσώπου «άνθρωπος» ή του προσώπου «άγγελος». Όπως ο Πατέρας είναι πρόσωπο, και ο Υιός είναι επίσης πρόσωπο, έτσι και το Άγιο Πνεύμα είναι πρόσωπο. Είναι το τρίτο πρόσωπο της θεότητας. Όπως ο Πατέρας είναι Θεός αληθινός, και ο Υιός είναι επίσης Θεός αληθινός, που γεννήθηκε από Θεό αληθινό, έτσι και το Άγιο Πνεύμα είναι Θεός αληθινός, που εκπορεύεται (στέλλεται) από Θεόν αληθινό. Τέλειος Θεός ο Πατέρας, τέλειος Θεός ο Υιός, τέλειος Θεός το Άγιο Πνεύμα. Όμως δεν υπάρχουν τρεις θεοί, αλλ’ ένας Θεός.

Η Ανάσταση του Χριστού, η ανάστασή μας


Χριστός Ανέστη εκ νεκρών, θανάτω, θάνατον πατήσας, και τοις εν τοις μνήμασι, ζωήν χαρισάμενος.


.....Ανέστη Χριστός, και νεκρός ουδείς επί μνήματος. Χριστός γαρ εγερθείς εκ
νεκρών απαρχή των κεκοιμημένων εγένετο......

Κατηχητικός Λόγος Ιωάννου του Χρυσοστόμου.

Εορτή των εορτών και πανήγυρις πανηγύρεων ονομάζεται το Πάσχα.
Η Ανάσταση αποτελεί το κέντρο της πίστης και της λατρείας μας.
Θρίαμβος ζωής. Με την πτώση, η φθορά και ο θάνατος γίνονται μόνιμες καταστάσεις και γνώρισμα του πεσμένου ανθρώπου που ζει χωρίς ελπίδα και φως. Αιχμαλωτίζεται ο άνθρωπος στην κατάσταση αυτή και δεν υπάρχει δυνατότητα απεγκλωβισμού του. Κυριαρχεί σε μία ολόκληρη περίοδο της ανθρώπινης ιστορίας ο πόνος, η φθορά και ο θάνατος. Θάνατος σωματικός και πνευματικός. Κυρίαρχος ο Άδης και η νέκρωση. Και όταν ήρθε το πλήρωμα του χρόνου εξαπέστειλε ο Θεός τον Υιόν αυτού... Η ελπίδα έρχεται στον άνθρωπο και στον κόσμο ολόκληρο με την Σάρκωση και την παρουσία του Υιού και Λόγου στον κόσμο. Εν τόπω και εν χρόνω. Ταπεινούται και γίνεται ο Τέλειος Θεός, τέλειος άνθρωπος σε όλα, εκτός της αμαρτίας. Και γίνεται άνθρωπος από αγάπη και μόνο. Σταυρώνεται και
πεθαίνει πάνω στο Σταυρό πραγματικά. Η ταφή γίνεται "ως έθος εστίν τοις
Ιουδαίοις". Στον τάφο υπάρχει η απόλυτη κυριαρχία και εξουσία του θανάτου.
Όμως ο τάφος του Χριστού είναι διαφορετικός. Έγινε πηγή νέας ζωής και ελπίδας. Χαρά και ελπίδα πηγάζουν από τον κενό τάφο του Χριστού. Δεν ήταν δυνατόν να κρατήσει ο Άδης τον αρχηγό της ζωής. Ο Κύριος αναστήθηκε εσφραγισμένου του μνήματος. Η μεγάλη πέτρα του μνήματος "αποκεκύλισται" όχι για να βγει από τον τάφο ο Αναστημένος Σωτήρας και Κύριος αλλά για να βεβαιωθούν οι μυροφόρες γυναίκες ότι ο τάφος είναι άδειος και τα εντάφια σπάργανα είναι "χωρίς εντετυλιγμένα εις ένα τόπον". Πολύ σωστά η Εκκλησία μας προβάλλει ως σωστή θεολογικά την εικόνα της Αναστάσεως, σε δύο τύπους, όχι αυτή της δυτικής τέχνης και τεχνοτροπίας όπου ο Χριστός παρουσιάζεται πάνω από τον τάφο με μία σημαία. Η ορθόδοξη εικόνα ιστορείται είτε με το Χριστό στον Άδη νικητή όπου τραβάει τον Αδάμ και την Εύα (τους γενάρχες) από το θάνατο και τη φθορά είτε τον άγγελο να δείχνει τον άδειο τάφο στις μυροφόρες και να λέει: "ηγέρθη ουκ έστιν ώδε. Ίδε ο τόπος όπου έθηκαν αυτόν...". Και η ανάσταση αυτή είναι μία νέα αρχή στην ανθρώπινη ιστορία και τον κόσμο ολόκληρο.

Κυριακή, 5 Νοεμβρίου 2017

Τά Ιερά Μνημόσυνα


24 ΤΑ ΙΕΡΑ ΜΝΗΜΟΣΥΝΑ
Εύχαί ύπέρ των κεκοιμημένων
Δέονται λοιπόν ύπέρ ημών οί κεκοιμημένοι καί μάς ενθυμούνται. Επομένως τί τό φυσικότερο νά ένθυμούμεθα καί εμείς εκείνους καί νά προσευχόμαστε γι’ αυτούς; ’Άλλωστε ή χριστιανική αγάπη διατηρείται σταθερή καί ισχυρή ακόμη καί μετά τόν θάνατό μας (βλ. Α' Κορ. ιγ [131 8). Γιά νά μήν πούμε ότι μετά τόν θάνατο τού προσφιλούς μας ή αγάπη πρός τό πρόσωπό του γίνεται καθαρότερη, άφού λησμονούνται πλέον τά ελαττώματα πού ως άνθρωπος παρουσίαζε στή ζωή του.
’Επειδή λοιπόν ή άγάπη μας μένει, γι’ αύτό ή Μητέρα Εκκλησία καθιέρωσε εύθύς εξ άρχής ειδικές εύχές ύπέρ των κεκοιμημένων καί όρισε σέ καθορισμένες ημέρες μνημόσυνα ύπέρ αύτών. ’Άλλωστε, κατά τόν ιερό Χρυσόστομο, τό μνημόσυνο των κεκοιμημένων έπί (κατά τή διάρκεια) των φρικτών μυστηρίων απαντάται άπό πολύ παλαιό. ’Έχει νομοθετηθεί άπό τούς άγιους Αποστόλους   Κατά τόν άγιο Ιωάννη τόν Δαμασκηνό, οί μαθηταί τού Σωτήρος καί θείοι ’Απόστολοι είναι εκείνοι πού έθέσπισαν νά ένθυμούμεθα τούς πιστούς οί όποίοι κοιμήθηκαν, έπί τών φρικτών καί άχράντων καί ζωοποιών μυστηρίων. Καί τήν άποστολική αύτή παραγγελία ή ’Εκκλησία τού Χριστού άπό περάτων μέχρι περάτων τής οικουμένης τήν κρατεί σταθερή καί χωρίς άντίρρηση μέχρι σήμερα, καί θά συνεχίζει νά τήν κρατεί μέχρι τής τού κόσμου λήξεως. Οί θείοι Απόστολοι, προσθέτει ό ιερός Δαμασκηνός, έθέσπισαν αύτό όχι χωρίς λόγο καί όχι ματαίως όχι απλώς καί ώς έτυχε. Διότι ή απλανής (αλάθητη) θρησκεία τών Χριστιανών δεν παρέλαβε τίποτε τό μη ώφέλιμο όλα είναι χρήσιμα καί αρεστά στόν Θεόν καί πολύ ωφέλιμα , καί παρέχουν πολύ μεγάλη σωτηρία.  

’Ήδη ό Τερτυλλιανός (200 μ.Χ.) μνημονεύει συνεχώς (ιδιαίτερα στό βιβλίο του Περίστεφάνου) τών λειτουργιών οί όποίες έγίνοντο ύπέρ τών κεκοιμημένων. Ό ίερομάρτυς Κυπριανός, επίσκοπος Καρχηδόνος (250 μ.Χ.), στην 37η επιστολή του μάς πληροφορεί ότι οί Χριστιανοί θεωρούσαν βασικό καθήκον νά προσφέρουν θυσίες καί προσευχές ύπέρ τών Μαρτύρων. Ό Άρνόβιος ό πρεσβυτερος στό Κατά Εθνικών έργο του (περί τό 305 μ.Χ.) αναφέρει ότι οί Χριστιανοί κατά τίς ιερουργίες τους άνέπεμπαν δεήσεις ύπέρ άναπαύσεως καί σωτηρίας τών κεκοιμημένων. Επίσης ό άγιος ’Αμβρόσιος, επίσκοπος Μεδιολάνων (330-397 μ.Χ.), τελούσε θείες Λειτουργίες ύπέρ τού Ούαλεντινιανού, τού Θεοδοσίου καί τού άδελφού του Σατύρου. Αί Αποστολικαί Αιαταγαί (4ος αί.) άναφέρουν ωραιότατη ευχή ύπέρ τών άναπαυσαμένων έν Χριστώ άδελφών ημών. Μέ αύτήν οί πιστοί ζητούσαν όπως ό φιλάνθρωπος Θεός, ό όποίος προσεδέχθη τήν ψυχή τού κοιμηθέντος, συγχωρήσει σ’ αυτόν παν αμάρτημα εκούσιον καί ακούσιον καί φανεί εύσπλαγχνικός πρός αυτόν κατατάξει δέ αύτόν έν τώ κόλπω τών Πατριαρχών καί τών Προφητών καί τών ’Αποστόλων καί πάντων τών άπ’ αίώνος τώ Θεώ εύαρεστησάντων, έκεί όπου δέν υπάρχει λύπη καί οδύνη καί στεναγμός (Ήσ. λε' [35] 10).   Έξ άλλου ό ιερός Αυγουστίνος (354-430 μ.Χ.) έγραψε ολόκληρο βιβλίο περί τών τελουμένων λειτουργιών ύπέρ τών κεκοιμημένων.
’Επί πλέον όλες οί θείες Λειτουργίες μας περιλαμβάνουν δεήσεις καί προσευχές ύπέρ τών κεκοιμημένων. Έτσι στη Λειτουργία τού άγιου Μάρκου ή ευχή ζητεί, ό Δεσπότης Χριστός νά αναπαύσει τις ψυχές των κεκοιμημένων έν ταίς σκηναϊς, έν τη βασιλεία Του, χαριζόμενος σ’ αυτούς καί τίς υποσχέσεις του. Στη Λειτουργία του αγίου ’Ιακώβου τού Άδελφοθέου, μετά την ανάμνηση των αγίων ’Αποστόλων, Προφητών καί λοιπών αγίων, παρακαλούμε τόν Θεόν υπέρ εκείνων των οποίων έμνήσθημεν καί ών ουκ έμνήσθημεν ’Ορθοδόξων καί ζητούμε νά τούς κατατάξει έν χώρα ζώντων έν τή βασιλεία του, έν τη τρυφή τού Παραδείσου, έν τοϊς κόλποις ’Αβραάμ, ’Ισαάκ καί ’Ιακώβ, έκει όπου έπισκοπεί τό φώς τού προσώπου του καί καταλάμπει διά παντός. Επίσης στη Λειτουργία τού αγίου Κλήμεντος πάπα Ρώμης, μαθητου τού αποστόλου Πέτρου, ό ίερεύς δέεται καί ύπέρ πάντων τών εύαρεστησάντων τω Θεώ Αγίων, Πατριάρχων, Προφητών, Δικαίων, Αποστόλων, Μαρτύρων, Ομολογητών, ’Επισκόπων καί γενικά όλων τών τάξεων τών κληρικών, καί ακόμη ύπέρ τών παρθένων, λαϊκών, καί πάντων, ών αύτός (ό Θεός) έπίσταται (γνωρίζει) τά ονόματα.
Ό άγιος Κύριλλος 'Ιεροσολύμων (4ος αί.) στίς Κατηχήσεις του αναφέρει ότι μετά τόν καθαγιασμό τών Τιμίων Δώρων μνημονεύομεν καί τών κεκοιμημένων, πρώτον Πατριάρχων, Προφητών, Αποστόλων, Μαρτύρων, όπως ό Θεός, εύχαις αυτών καί πρεσβείαις, προσδέξηται ημών την δέησιν. ’Εν συνεχεία δέ παρακαλούμε καί ύπέρ τών κεκοιμημένων αγίων Πατέρων καί έπισκόπων καί πάντων απλώς (ύπέρ όλων γενικά) τών ήμϊν προκεκοιμημένων.   Επίσης στίς θείες Λειτουργίες τού Μεγάλου Βασιλείου καί τού αγίου Ίωάννου τού Χρυσοστόμου ή στρατευομένη ’Εκκλησία προσφέρει την λογικήν λατρείαν της ύπέρ τών έν πίστει άναπαυσαμένων Προπατόρων, Πατέρων, Πατριάρχων, Προφητών, Αποστόλων, Κηρύκων, Εύαγγελιστών, Μαρτύρων, 'Ομολογητών, Έγκρατευτών, καί παντός πνεύματος δικαίου έν πίστει τετελειωμένου.... Καί εύθύς μετά τόν καθαγιασμό, μετά τή μνημόνευση όλων τών Αγίων, λέγει ό ίερεύς: Μνήσθητι καί πάντων τών κεκοιμημένων έπ’ έλπίδι άναστάσεως ζωής αιωνίου καί αναφέρει ονομαστικά όσους θέλει. Κατόπιν προσθέτει· καί άνάπαυσον αύτούς, ό Θεός ήμών, όπου έπισκοπεί τό φώς τού προσώπου σου.
’Αλλωστε τά Δίπτυχα.τά όποία  ή Εκκλησία συνεχίζει νά διατηρεί μέ πολλή φροντίδα άπό την εποχή των άποστολικών χρόνων, μαρτυροον ακριβώς τίς εύχές, τίς όποίες άνέπεμπε ανέκαθεν ή ’Εκκλησία υπέρ τών κεκοιμημένων κατά τή θεία Λατρεία. 'Υπάρχουν δέ, ως γνωστόν, δίπτυχα ζώντων καί κεκοιμημένων. ’Ονομάζονται Αίπτυχα άπό τό πτύσσω, πού σημαίνει διπλώνω, διότι παλαιότερα αύτά ήσαν δύο κομμάτια σανίδων μικρών ενωμένων, όπως οί δύο πλάκες πού κρατεί ό θεόπτης Μωύσής στήν αγία εικόνα του. Στά κομμάτια αύτά, πού διπλώνονταν, ήσαν γραμμένα τά ονόματα ζώντων καί τεθνεώτων, τά όποία , όπως μαθαίνουμε άπό τήν άγια Ε' Οικουμενική Σύνοδο, μνημονεύονταν άπό τόν διάκονο μετά τόν καθαγιασμό τών Τιμίων Δώρων, τήν ώρα πού έψάλλετο τό ’Αξιόν έστιν ή τό ’Επί σοί χαίρει, Κεχαριτωμένη, όπως γίνεται καί σήμερα. Όταν τά ονόματα έπλήθυναν, τά Δίπτυχα όνομάζοντο καί Πολύπτυχα, διότι είχαν πολλές πτυχές. Διατηρήθηκε όμως γενικά τό πρώτο όνομά τους. Τά Δίπτυχα μνημονεύονται καί κατά τήν ώρα τής άγιας Προσκομιδής. Καί τότε μέν οί μερίδες τών μνημονευομένων τοποθετούνται πλησίον τού ’Αμνού. Αργότερα όμως, κατά τή θεία Λειτουργία, άφού καθαγιασθούν τά Τίμια Δώρα καί κοινωνήσουν οί πιστοί, αί μερίδες τής Θεοτόκου, τών Ταγμάτων καί έκείναι τών τεθνεώτων καί ζώντων   ρίπτονται στό 'Άγιο Ποτήριο, όπου είναι τό άχραντον Σώμα καί τό τίμιον Αίμα τού Κυρίου ημών ’Ιησού Χριστού, τό έκχυθέν υπέρ της τού κόσμου ζωής καί σωτηρίας. Καί μετά τό τέλος της θείας Λειτουργίας άκολουθεί ή προσεκτική καί μέ μεγάλο φόβο Θεού κατάλυση άπό τόν λειτουργό 'ιερέα όλου τού περιεχομένου τού άγιου Ποτηριού.
Τά ιερά Μνημόσυνα.
Εκτός τών προσευχών πού άναπέμπουμε στόν Θεό κατά τή θεία Λατρεία ύπέρ τών κεκοιμημένων, ή άγια μας ’Εκκλησία όρισε καί Μνημόσυνα σέ τακτές ήμέρες. Ή άρχή τών Μνημοσύνων βρίσκεται στήν Αγία Γραφή. Άπό τήν Π. Διαθήκη πληροφορούμαστε ότι οί ’Ισραηλίτες παρεκάλεσαν τόν Θεόν να συγχωρήσει τίς αμαρτίες των προκεκοιμημένων πατέρων τους (Νεεμ. θ' 2). Όταν στους χιτώνες νεκρών στρατιωτών βρήκαν είδωλολατρικά φυλακτά,πράγμα πού έθεωρείτο μεγάλη αμαρτία γιά ένα Ισραηλίτη, ό λαός προσευχήθηκε στόν Θεόν γιά τίς ψυχές τών νεκρών εκείνων, γιά νά τούς συγχωρήσει τό αμάρτημα (Β' Μακ. ιβ' [12J 4042). Άπό τήν Κ. Διαθήκη μαθαίνουμε ότι ό απόστολος Παύλος εύχεται, ό Κύριός μας νά δώσει στόν πιστό Όνησιφόρο, ό όποίος ήταν ήδη νεκρός, νά βρει έλεος άπό τόν Κύριο καί Πατέρα κατά τήν ήμέρα τής Δευτέρας Παρουσίας (Β' Τιμ. a 18). Γι’ αύτό καί τά Μνημόσυνα τά συναντούμε ήδη άπό τούς πρώτους αιώνες τής ζωής τής Εκκλησίας. Καί τούτο, διότι όλοι  ζώντες καί τεθνεώτες  είμαστε σώμα Χριστού καί μέλη έκ μέρους (Α' Κορ. ιβ' [12] 27).
Ή αλήθεια ότι τόσο οί ζώντες (ή στρατευομένη Εκκλησία τού Χριστού) όσο καί οί κεκοιμημένοι (ή θριαμβεύουσα Εκκλησία) αποτελούμε τή μία καί αδιαίρετη καί μοναδική Εκκλησία τού Χριστού, συμβολίζεται πολύ ωραία στό άγιο Δισκάριο κατά τήν Προσκομιδή. Στό κέντρο τού άγιου Δίσκου τοποθετείται ό Αμνός· στά δεξιά του ή μερίδα τής Θεοτόκου στά αριστερά του οί μερίδες τών αγγελικών ταγμάτων καί όλων τών Αγίων καί στό κάτω μέρος οί μερίδες τών ζώντων καί τών κεκοιμημένων. Έτσι εκεί είναι παρόντες συμβολικά ολόκληρος ό Χριστός καί ολόκληρος ή Καθολική Εκκλησία (ή ’Ορθόδοξος) έπουράνιός τε καί επίγειος  . Ένα ωραιότατο μωσαϊκό στήν είσοδο τού ναού τής Χώρας στην Κωνσταντινούπολη παρουσιάζει τόν Χριστό ως χώραν τών ζώντων, διότι εν τώ Χριστώ εύρίσκεται ή αληθινή διαμονή. Έν αύτώ ζώμεν όλοι όσοι πιστεύουμε καί έχουμε βαπτισθεί στό όνομα τής άγιας Τριάδος. Τά σύνορα τής βασιλείας τού Χριστού  τής χώρας στήν οποία άνήκουμε  περιλαμβάνουν ζώντες καί κεκοιμημένους. Γι’ αύτό γράφει ό θείος Παύλος: Καί εάν ζούμε καί εάν άποθνήσκουμε, είμαστε κτήμα τού Κυρίου, ό όποίος είναι ή αιώνια ζωή (Ρωμ. ιδ' [14] 8). Λόγω λοιπόν τού συνδέσμου πού ύπάρχει μεταξύ τών ζώντων καί τών κεκοιμημένων, άλλά καί τής άγάπης πρός εκείνους, μάλιστα δέ πρός τούς συγγενείς μας  γονείς, συζύγους, άδελφούς, τέκνα  έχουμε υποχρέωση νά τελούμε ύπέρ τής ψυχής τους Μνημόσυνα.

Σάββατο, 4 Νοεμβρίου 2017

Η σημασία της μνημόνευσης των ονομάτων κατά την Προσκομιδή


LoafΠρωτ. Θεμιστοκλέους Στ. Χριστοδούλου, Δρος Θ.
Η άξια της μνημονεύσεως ονομάτων ζώντων και κεκοιμημένων κατά την Ακολουθία της προθέσεως, τη γνωστή μας -προσκομιδή, είναι πολύ μεγάλη. Σχετικό είναι το κείμενο που ακολουθεί:
«Η θεία χάρη που αναβλύζει από την αναίμακτη θυσία, προσφέρεται όχι μόνο υπέρ υγείας αλλά και υπέρ αναπαύσεως των ψυχών των κεκοιμημένων δούλων του Θεού. Όσο περισσότερη είναι η πίστη και η αγάπη των ιερέων, τόσο μεγαλύτερος ο κατάλογος των ονομάτων που μνημονεύουν στην προσκομιδή.
Ο παπα-Σάββας ο πνευματικός, μια οσιακή αθωνίτικη μορφή (1821-1908), φαινόταν με το μικροσκοπικό του σώμα ένας άσημος καλόγερος. Όταν όμως λειτουργούσε φαινόταν μεγαλοπρεπής και το πρόσωπό του έλαμπε σαν πρόσωπο αγγέλου. Στην προσκομιδή μνημόνευε ονόματα «ων ουκ έστιν αριθμός»! Χρησιμοποιούσε ένα πολύ μεγάλο δισκάριο και για δυο τρεις ώρες έβγαζε μερίδες και μνημόνευε ακατάπαυστα.