Πέμπτη, 21 Ιουλίου 2016

ΑΓΙΟΥ ΣΥΜΕΩΝ ΤΟΥ ΝΕΟΥ ΘΕΟΛΟΓΟΥ Λόγος ΠΕΡΙ ΤΗΣ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ ΑΝΑΣΤΑΣΕΩΣ



...Η θέαση της αναστάσεως
Στην ανάσταση του Χριστού πιστεύουν μεν οι περισσότεροι άνθρωποι, ελάχιστοι όμως τη βλέπουν κιόλας καθαρά. Και όσοι βέβαια δεν τη δούν, δεν μπορούν και να προσκυνήσουν τον Χριστό Ιησού ως άγιο και Κύριο. Διότι λέει: «Οὐδείς δύναται εἰπεῖν Κύριον Ἰησοῦν, εἰ μή ἐν Πνεύματι Ἁγίῳ» και αλλού «Πνεῦμα ὁ Θεός, καί τούς προσκυνοῦντας αὐτόν ἐν πνεύματι καί ἀληθείᾳ δεῖ προσκυνεῖν». Ούτε λέει η ιερότατη ευχή του κάθε μέρα αυτήν την περίοδο φέρουμε στο στόμα μας: Ανάστασιν Χριστού πιστεύσαντες· αλλά τι λέει; «Ἀνάστασιν Χριστοῦ θεασάμενοι, προσκυνήσωμεν ἅγιον Κύριον Ἰησοῦν, τόν μόνον ἀναμάρτητον».
Πώς λοιπόν το Πνεύμα το Άγιον μας προτρέπει να λέμε τώρα «Ἀνάστασιν Χριστοῦ θεασάμενοι» - σαν να την είδαμε, ενώ στην πραγματικότητα δεν την έχουμε δει – ενώ ο Χριστός μια και μόνη φορά αναστήθηκε πριν από χίλια χρόνια, και μάλιστα ούτε τότε τον είδε κανείς να ανίσταται;
Μήπως η ιερά ευχή θέλει να λέμε ψέματα; Κάθε άλλο! Μας παρακινεί
να λέμε την αλήθεια, ότι δηλαδή μέσα στον καθένα από εμάς τους πιστούς πραγματοποιείται η ανάσταση του Χριστού· κι αυτό όχι μια φορά, αλλά – θα έλεγα - κάθε ώρα ο ίδιος ο Δεσπότης Χριστός ανίσταται μέσα μας λαμπροφόρος, ακτινοβολώντας το εκτυφλωτικό φως της αφθαρσίας και της θεότητος. Διότι η φωτοφόρος παρουσία του Πνεύματος μας φανερώνει σαν αυγή την ανάσταση του Δεσπότου, ή καλύτερα μας αξιώνει να βλέπουμε τον ίδιο τον αναστημένο Χριστό. Γι’αυτό και λέμε: «Θεός Κύριος καί ἐπέφανεν ἡμῖν». Και υποδηλώνοντας τη Δευτέρα του παρουσία προσθέτουμε και τα εξής: «Ευλογημένος ο ερχόμενος εν ονόματι Κυρίου».
 Σ’ όσους λοιπόν φανερωθεί ο αναστημένος Χριστός, αυτοί με πνευματικό
 οπωσδήποτε τρόπο τον βλέπουν, με τα μάτια της ψυχής.
Γιατί όταν έλθει μέσα μας διά της χάριτος του Αγίου Πνεύματος, μας ανασταίνει
εκ των νεκρών και μας ζωογονεί και μας αξιώνει να τον βλέπουμε μέσα μας
ολοζώντανο αυτόν που είναι αθάνατος και άφθαρτος· κι όχι μόνον αυτό, αλλά
και μας δίνει τη χάρη να αντιλαμβανόμαστε κεξάθαρα ότι μας καθιστά μετόχους της αναστάσεως και της δόξης του, καθώς η θεία Γραφή το μαρτυρεί στο σύνολό της.

Τετάρτη, 20 Ιουλίου 2016

Ανάσταση Χριστού Θεασάμενοι



Αγίου Συμεών Νέου Θεολόγου


Αδελφοί και πατέρες, ήρθε το Πάσχα, η χαρμόσυνη μέρα της Ανάστασης του Χριστού, η αιτία κάθε ευφροσύνης και αγαλλίασης, που έρχεται μια φορά το χρόνο ή μάλλον έρχεται καθημερινά και συνεχώς σε εκείνους που κατανοούν το μυστικό της νόημα. Ήρθε και γέμισε τις καρδιές μας χαρά και αγαλλίαση λύνοντας τον κόπο της πάνσεπτης νηστείας και τελειοποιώντας και παρηγορώντας τις ψυχές μας.

Ας ευχαριστήσουμε, λοιπόν, τον Κύριο, που μας πέρασε μέσα από το πέλαγος της νηστείας και μας οδήγησε με ευφροσύνη στο λιμάνι της Ανάστασής Του. Ας τον ευχαριστήσουμε και όσοι διανύσαμε το δρόμο της νηστείας πρόθυμα, με ζέουσα προαίρεση και αγώνες για την αρετή και όσοι υστερήσαμε από ολιγωρία και μικροψυχία. Επειδή Αυτός είναι που χαρίζει γενναιόδωρα στους αγωνιστές τα στεφάνια και τους άξιους μισθούς των έργων τους και στους ασθενέστερους πάλι ως ελεήμων και φιλάνθρωπος χαρίζει τη συγγνώμη. Γιατί αποβλέπει περισσότερο στη διάθεση και στην προαίρεση των ψυχών μας παρά στους σωματικούς κόπους και αναλόγως μας ανταποδίδει τα έπαθλα και τα χαρίσματα του πνεύματος και ή δοξάζει τον αγωνιστή ή τον αφήνει ακόμη αφανή, επειδή έχει ανάγκη από πιο επίπονη κάθαρση.

Ας εξετάσουμε, λοιπόν, ποιο είναι το μυστήριο της Ανάστασης του Χριστού και Θεού μας, που συντελείται κατά παράδοξο τρόπο σε όσους το επιθυμούν, πώς θάπτεται ο Χριστός μέσα μας σαν σε μνήμα και πώς ενώνεται με τις ψυχές μας και ανασταίνεται συνανασταίνοντας μαζί του κι εμάς;
Ο Χριστός και Θεός μας, αφού κρεμάστηκε στο σταυρό, σταύρωσε πάνω σε αυτόν την αμαρτία του κόσμου κι αφού γεύτηκε το θάνατο, κατέβηκε στα κατώτατα του Άδη. Όπως, λοιπόν, τότε ανεβαίνοντας από τον Άδη επέστρεψε στο άχραντο σώμα Του, από το οποίο δεν αποχωρίσθηκε καθόλου, και αμέσως αναστήθηκε και μετά ανήλθε στους ουρανούς με δόξα πολλή και δύναμη, έτσι ακριβώς και τώρα, όταν εμείς εξερχόμαστε από τον κόσμο και εισερχόμαστε με την εξομοίωση των παθημάτων του Κυρίου στον τάφο της μετανοίας και της ταπείνωσης, αυτός ο ίδιος κατεβαίνει από τους ουρανούς, εισέρχεται στο σώμα μας σαν σε τάφο, ενώνεται με τις νεκρωμένες πνευματικά ψυχές μας και τις ανασταίνει. Έτσι παρέχει τη δυνατότητα σε εκείνον που συναναστήθηκε μαζί Του, να βλέπει τη δόξα της μυστικής του ανάστασης.

Ανάσταση, λοιπόν, του Χριστού είναι η δική μας ανάσταση. Γιατί, πώς θα αναστηθεί Αυτός, που ποτέ δεν έπεσε σε αμαρτία, καθώς είναι γραμμένο, μήτε αλλοιώθηκε στο ελάχιστο η δόξα Του; Ή πώς θα δοξαστεί Εκείνος, που είναι υπερδεδοξασμένος και εξουσιάζει τα σύμπαντα

Η Εικόνα της Αναστάσεως


 


Κυκλοφοροὺν δύο εἰκόνες τῆς Ἀνάστασης τοῦ Κυρίου. Ἡ Βυζαντινὴ καὶ ἡ ἀναγεννησιακή, ποὺ εἶναι καὶ πολὺ διαδεδο­μένη. Ποιές εἶναι οἱ βασικὲς διαφορὲς τους;
Τὸ ὀρθόδοξο δόγμα, ὅπως διαγράφεται ἀπό τὴν ὑμνολο­γία τῆς Ἐκκλησίας καὶ τὴν ἑρμηνευτικὴ διδασκαλία τῶν Πατέρων, γιὰ τὸ γεγονὸς τῆς Ἀνάστασης τοῦ Κυρίου, τὸ ἐκ­φράζει πλήρως ἡ Βυζαντινὴ εἰκόνα. Ἂς δοῦμε ὅμως καί τίς δύο εἰκόνες πιὸ ἀναλυτικά.
Κατ’ ἀρχὰς ἡ εἰκόνα ἡ ὀρθόδοξη τῆς Ἀνάστασης ποὺ ἐπιγράφεται «εἰς Ἅδου κάθοδος», συνδέει δύο γεγονότα. Τὸ ἕνα εἶναι ἱστορικὸ καὶ τὸ ἄλλο ἐσχατολογικό: Τὴν Ἀνάστα­ση τοῦ Χριστοῦ «ἐν χρόνῳ» καὶ τή δική μας ἀνάσταση, τὴν κοινὴ ἀνάσταση ὅλων μας, στὰ ἔσχατα.
Γιὰ τὴν ὀρθοδοξία ἡ στιγμὴ τῆς Ἀνάστασης τοῦ Χριστοῦ παραμένει ἀνεικόνιστη. Στήν παραδοσιακὴ ἁγιογραφία ἡ πραγματικὴ στιγμὴ τῆς Ἀνάστασης οὐδέποτε ἀπεικονίστη­κε (Οὐσπένσκυ). Καὶ τὰ Εὐαγγέλια καὶ ἡ Παράδοση τῆς Ἐκκλησίας σιγοῦν ὡς πρὸς τή στιγμή αὐτή. Σύμφωνα μὲ τὴν πίστη μας ὁ Χριστὸς ἀναστήθηκε «ἐσφραγισμένου τοῦ τάφου». Ἡ Ἀνάσταση τοῦ Κυρίου ἔγινε θεοπρεπῶς μὲ τρόπο ἀπρόσιτο γιὰ τὰ ἀνθρώπινα μάτια. Τὰ στοιχεῖα μὲ τὰ ὁποῖα εἰκονογραφεῖται ἡ «εἰς Ἅδου κάθοδος» εἶναι παρμένα ἀπό τίς συνθῆκες πού μᾶς περιγράφουν τὰ ἀπόκρυφα εὐαγγέλια.
Βέβαια τὸ θέμα τῆς «καθόδου τοῦ Χριστοῦ εἰς τὸν Ἅδη», τὸ βρίσκουμε νὰ ἀναφέρεται σποραδικὰ καὶ στήν Καινὴ καὶ στήν Παλαιὰ Διαθήκη. Ὑπάρχουν μαρτυρίες γιὰ τὸ θέμα
τῆς Ἀνάστασης στίς Πράξεις (2, 31-32) καὶ στίς ἐπιστολές τοῦ ἀπ. Πέτρου καὶ τοῦ ἀπ. Παύλου (Ἐφ. 4, 9-10 & Α’ Πέτρ. 3, 18-19). Στήν Παλαιὰ Διαθήκη δέ, γίνεται λόγος γιά τοὺς «καθημένους ἐν χώρᾳ καὶ σκιᾷ θανάτου», τοὺς ὁποίους θὰ ἐλευθερώσει ὁ Ἰησοῦς Χριστός, ἀφοῦ θὰ «συντρίψῃ πύλας χαλκᾶς καὶ μοχλοὺς σιδηροῦς συνθλάσῃ» (Ψαλμ. 6, 10-16 & Ὠσ. 6, 2)

Γιὰ τὴν «εἰς Ἅδου κάθοδον» μιλοῦν ὁ Μελίτων Σάρδεων, ὁ Λουγδούνου Εἰρηναῖος, ὁ ἅγιος Ἐφραίμ ὁ Σύρος, ὁ ἅγιος Κύριλλος Ἀλεξανδρείας, ὁ ἅγιος Κύριλλος Ἱεροσολύμων, τὰ συριακὰ λειτουργικά κείμενα καὶ τὸ ἀπόκρυφο εὐαγγέλιο τοῦ Νικοδήμου. Ἐπίσης ἡ ἀκολουθία τοῦ Μ. Σαββάτου ζωντα­νεύει τὴν εἰκόνα τῆς κατάβασης τοῦ Χριστοῦ στόν Ἅδη καὶ μᾶς μιλάει γιά τὴν Ἀνάσταση:

«Σήμερον ὁ Ἅδης στένων βοᾶ·
συνέφερέ μοι,
εἰ τὸν ἐκ Μαρίας γεννηθέντα,
μὴ ὑπεδεξάμην
ἐλθὼν γάρ ἒπ’ ἐμέ,
τὸ κράτος μου ἔλυσε·
πύλας χαλκᾶς συνέτριψε·
ψυχὰς ἅς κατεῖχον τὸ πρὶν
Θεὸς ὤν ἀνέστησε.
Δόξα, Κύριε, τῷ Σταυρῷ Σου
καὶ τῇ Ἀναστάσει Σου».
(Στιχηρὸν Ἑσπερινοῦ Μ. Σαββάτου)

Γιατί το γεγονός της Αναστάσεως ούτε περιγράφεται ούτε απεικονίζεται;



Η Ανάσταση του Χριστού δεν υπάγεται στη νομοτέλεια αυτού του κόσμου και συνεπώς δεν είναι απλώς ένα γεγονός τεράστιας ιστορικής σημασίας, αλλά βρίσκεται πάνω από την ιστορία· την νοηματοδοτεί και την προσανατολίζει προς νέους ορίζοντες, προς ένα καινούργιο κόσμο που είναι τελείως διαφορετικός από το γνωστό μας κόσμο της φθοράς, του πόνου, και του θανάτου. Γι’ αυτό και δεν περιγράφεται από τους ευαγγελιστές μας αυτό το ίδιο το γεγονός της Αναστάσεως, ούτε απεικονίζεται από την Ορθόδοξη εικονογραφία. 

Τα ευαγγέλια, μας διασώζουν τις μαρτυρίες ανθρώπων, ανδρών και γυναικών, που επισκέφθηκαν τον άδειο τάφο, που είδαν τον αναστημένο Χριστό, που μίλησαν και έφαγαν μαζί του και έλαβαν την εντολή να γίνουν κήρυκες της Αναστάσεως του σ’ όλη τήν οικουμένη. Έτσι π.χ. το ευαγγελικό ανάγνωσμα της βραδιάς της Αναστάσεως (Μάρκ. 16,1-8) αφηγείται την επίσκεψη των μυροφόρων στον τάφο, όπου αντί του εσταυρωμένου Ιησού συναντούν άγγελο, ο οποίος διακηρύσσει ότι «ηγέρθη, ουκ έστιν ώδε». 

Επίσης και η εικονογραφία της Εκκλησίας μας δεν παρασταίνει το ίδιο γεγονός της Αναστάσεως, άλλα τις ανθρωπολογικές του συνέπειες: παρουσιάζει το Χριστό να συντρίβει τις πύλες του Άδη, να σπάζει τα δεσμά και να ανασταίνει τους νεκρούς.
Στην αναστάσιμη θεία Λειτουργία όρισε η Εκκλησία μας να διαβάζονται οι πρώτοι στίχοι από το κατά Ιωάννη ευαγγέλιο (1,1-17), -περικοπές του οποίου διαβάζοντας όλη τη διάρκεια του Πεντηκοσταρίου. Ο ευαγγελιστής Ιωάννης μιλάει στην αρχή του ευαγγελίου του για την σάρκωση του Λόγου του Θεού που έφερε στον κόσμο τη χάρη, την αλήθεια και το φώς – όχι μόνο με τη διδασκαλία του αλλά κυρίως με τη σταύρωση και την ανάστασή του. Σάρκωση και θάνατος, αρχή και τέλος του Χριστού μέσα στην ιστορία των ανθρώπων, καθώς και «απαρχή» του καινούργιου κόσμου με την Ανάσταση του βιώνονται μέσα στην εκκλησία σαν ενιαίο γεγονός της αγάπης του Θεού, που έρχεται να φανερώσει την αλήθεια στον υποδουλωμένο στα ψεύτικα είδωλα κόσμο, να φέρει το φως στο σκοτισμένο άνθρωπο και να δώσει χάρη στην καταδικασμένη σε θάνατο εξαιτίας των ιδίων της των έργων ανθρωπότητα.

Η υμνογραφία της Κυριακής του Πάσχα στρέφεται περίπου γύρω από τα ίδια θέματα, γύρω από την αγαλλίαση και ευφροσύνη που χαρακτηρίζουν τους πιστούς και γύρω από το μήνυμα της αγάπης. Τόσο λοιπόν τα ευαγγελικά μας κείμενα, όσο η λειτουργική και εικονογραφική παράδοση της εκκλησίας το ανθρωπολογικό μήνυμα της Αναστάσεως μας μεταφέρουν και τη σημασία της για την ύπαρξη του άνθρωπου υπογραμμίζουν.

Πραγματικά, η σημασία της Αναστάσεως του Χριστού δεν εξαντλείται στην απολογητική προσπάθεια αποδείξεως της ιστορικής της πραγματικότητας. Τί νόημα θα είχε ένα γεγονός της ιστορίας μαρτυρημένο από πολλές γραπτές πηγές, αν αυτό δεν σχετιζόταν άμεσα με την ύπαρξη του καθενός μας; Η Ανάσταση του Χριστού έχει ακριβώς αυτή την υπαρξιακή διάσταση: Δηλώνει την αρχή της νέας δημιουργίας, του καινούργιου κόσμου που προσφέρει ο Θεός στην ανθρωπότητα. Κι ο καινούργιος αυτός κόσμος δεν έχει καμιά σχέση με την οσμή της φθοράς, τον τρόμο του θανάτου και τις εχθρικές εκδηλώσεις του άνθρωπου προς τον συνάνθρωπο, αλλ’ είναι ζωή αγάπης, ζεστασιάς και ελπίδας.

Η Ανάσταση λοιπόν έχει νόημα όχι απλώς σαν ιστορικό γεγονός στην γενικότητά του, αλλά σαν θείο προσκλητήριο που αφορά τον κάθε άνθρωπο ιδιαίτερα. Κι όταν ο Θεός προσφέρει το δώρο της ζωής, δεν αποτελεί ασύνετη εκδήλωση του άνθρωπου να προτιμάει τον θάνατο; Όταν ο Θεός με την Ανάσταση του Χριστού ξαναδημιουργεί τον χαλασμένο κόσμο και δίνει τη δυνατότητα αναστάσεως του κάθε ανθρώπου, ποιά δικαίωση μπορεί να έχει όποιος επιμένει στην απόγνωση και στο μηδέν;

Η Ανάσταση του Χριστού είναι μήνυμα ελπίδας και ζωής. Το μήνυμα αυτό με το κήρυγμα της Εκκλησίας απευθύνεται στον άνθρωπο κάθε εποχής και μαρτυρεί την ανεξάντλητη αγάπη του Θεού, ο οποίος, παρά τις θανατηφόρες ενέργειες των ανθρώπων, τους καλεί συνεχώς στη ζωή και στον κόσμο της Αναστάσεως.

Ιωάν. Δ. Καραβιδόπουλου
Από το βιβλίο «Οδός Ελπίδος»
Εκδόσεις: ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΛΥΔΙΑ
 
http://sophia-siglitiki.blogspot.gr/2013/05/blog-post_9540.html

Η ερμηνεία της εικόνας της Ανάστασης


   
Η εικόνα της Αναστάσεως στην ορθόδοξη Εκκλησία έχει δύο τύπους:

Ο ένας είναι η κάθοδος του Χριστού στον Άδη, ο δεύτερος εικονογραφικός τύπος είναι εκείνος που εικονίζει άλλοτε τον Πέτρο και τον Ιωάννη στο κενό Μνημείο και άλλοτε τον άγγελο που «επί τον λίθο καθήμενος» εμφανίστηκε στις Μυροφόρες.

Αργότερα η εικόνα της Αναστάσεως του τύπου αυτού πλουτίστηκε με τις σκηνές της εμφάνισης του Χριστού στη Μαρία Μαγδαληνή (το «Μη μου άπτου») και στις δύο Μαρίες (το «Χαίρε των Μυροφόρων»).

Ο Λεωνίδας Ουσπένσκη γράφει σχετικά:


«Οι δύο αυτές συνθέσεις χρησιμοποιούνται στην Ορθόδοξη Εκκλησία ως εικόνες της Αναστάσεως. Στην παραδοσιακή ορθόδοξη αγιογραφία η πραγματική στιγμή της Ανάστασης του Χριστού ουδέποτε απεικονίστηκε. Τόσο τα Ευαγγέλια, όσο και η Παράδοση της Εκκλησίας, σιγούν για τη στιγμή αυτή και δε λένε πως ο Χριστός αναστήθηκε, πράγμα που δεν κάνουν για την Έγερση του Λαζάρου. Ούτε η εικόνα δείχνει αυτό.

»Η σιγή αυτή εκφράζει καθαρά τη διαφορά που υπάρχει μεταξύ των δύο γεγονότων. Η Έγερση του Λαζάρου ήταν ένα θαύμα, το οποίο μπορούσαν όλοι να κατανοήσουν, ενώ η Ανάσταση του Χριστού ήταν απρόσιτη σε οποιαδήποτε αντίληψη... Ο ανεξιχνίαστος χαρακτήρας του γεγονότος αυτού για τον ανθρώπινο νου και συνεπώς το αδύνατο της απεικόνισής του είναι ο λόγος που απουσιάζουν εικόνες αυτής ταύτης της Αναστάσεως. Γι’ αυτό στην Ορθόδοξη εικονογραφία υπάρχουν δύο εικόνες, που αντιστοιχούν στη σημασία του γεγονότος αυτού και που συμπληρώνουν η μία την άλλη. Η μία είναι συμβολική παράσταση. Απεικονίζει τη στιγμή που προηγήθηκε της θεόσωμης Ανάστασης του Χριστού – την Κάθοδο στον Άδη, η άλλη τη στιγμή που ακολούθησε την Ανάσταση του Σώματος του Χριστού, την ιστορική επίσκεψη των Μυροφόρων στον Τάφο του Χριστού».

Τα παραπάνω συμφωνούν και με τα αναστάσιμα τροπάρια της Εκκλησίας μας, που υπογραμμίζουν το ανεξιχνίαστο μυστήριο της Αναστάσεως και το παραλληλίζουν με τη Γέννηση του Κυρίου από την Παρθένο και την εμφάνισή του στους μαθητές μετά την Ανάσταση («Προήλθες εκ του μνήματος, καθώς ετέχθης εκ της Θεοτόκου». «Ώσπερ εξήλθες εσφραγισμένου του τάφου, ούτως εισήλθες και των θυρών κεκλεισμένων προς τους μαθητάς σου»).

Εκτός από τους παραπάνω δύο τύπους της Αναστάσεως, συναντάμε στους ναούς μας κι άλλο τύπο: αυτόν που δείχνει το Χριστό γυμνό, μ’ ένα μανδύα ριγμένο, πάνω του να βγαίνει από τον Τάφο κρατώντας κόκκινη σημαία. Η εικόνα αυτή δεν είναι ορθόδοξη, αλλά δυτική.Επικράτησε στην Ανατολή, όταν η ορθόδοξη αγιογραφία αποκόπηκε από τις ρίζες της, τη βυζαντινή παράδοση, λόγω της επικράτησης της ζωγραφικής της Αναγέννησης. Υποστηρίχθηκε πως «η μεγάλη προτίμηση για την δυτικότροπη απόδοση της Αναστάσεως οφείλεται, μεταξύ των άλλων, και στην επίδραση των προσκυνητών των Αγίων Τόπων, γιατί πάνω από την είσοδο του Παναγίου Τάφου βρισκόταν παρόμοια (δυτικότροπη) εικόνα της Αναστάσεως, που, αντιγραφόμενη στα διάφορα ενθύμια των προσκυνητών, έγινε υπόδειγμα για πολλούς ζωγράφους. Ώστε μπορούμε να πούμε πως, ο συγκεκριμένος εικονογραφικός τύπος, διαδόθηκε τόσο από τη δυτική τέχνη, όσο και απ’ τους Αγίους Τόπους» (Εικόνες της κρητικής τέχνης... σ. 357).

Παρακάτω θα παρουσιάσουμε και θα αναλύσουμε την εικόνα της Αναστάσεως, που λέγεται και «Η εις Άδου Κάθοδος, γιατί είναι η γνήσια εικών της Αναστάσεως, ην παρέδωσαν ημίν οι παλαιοί αγιογράφοι, σύμφωνος με την υμνωδίαν της Εκκλησίας μας. Εκφράζει δε δια της ζωγραφικής όσα ιερά και συμβολικά νοήματα εκφράζει ιδία το πασίγνωστον και υπό πάντων ψαλλόμενον, από παίδων έως γερόντων, τροπάριον, «Χριστός ανέστη εκ νεκρών, θανάτω θάνατον πατήσας και τοις εν τοις μνήμασι ζωήν χαρισάμενος» (Φ. Κόντογλου).

Περιγραφή της εικόνας

Στη βάση της εικόνας ανάμεσα σε απότομους βράχους, ανοίγεται μια σκοτεινή άβυσσος. Διακρίνουμε τις μαρμάρινες σαρκοφάγους, τις πύλες της κολάσεως με τις σκόρπιες κλειδαριές, καρφιά και κλείθρα, καθώς και τις μορφές του σατανά και του Άδη με τα φοβισμένα πρόσωπα και τα γυάλινα μάτια. Είναι τα «κατώτατα της γης», «τα ταμεία του Άδου», όπου κατέβηκε ο Κύριος για να κηρύξει τη σωτηρία «τοις απ’ αιώνος εκεί καθεύδουσι».

Πάνω από το σπήλαιο, στο κέντρο της εικόνας, προβάλλει ο νικητής του θανάτου, ο Χριστός. Ο φωτοστέφανος της κεφαλής του, τα χρυσοκόκκινα ιμάτιά του που ακτινοβολούν, και η θριαμβευτική όψη του προσώπου του εναρμονίζονται πλήρως με το δίστιχο της πασχαλινής ακολουθίας:

Χριστός κατελθών προς πάλην άδου μόνος,
Λαβών ανήλθε πολλά της νίκης σκύλα (=λάφυρα).

Ο Χριστός επιστρέφει τροπαιούχος από τη μάχη του με τον άδη κρατώντας τα πρώτα λάφυρα της νίκης. Είναι ο Αδάμ που τον κρατάει από το χέρι, ενώ εκείνος γονατιστός τον κοιτάζει ευχαριστιακά. Πίσω του η Εύα με κατακόκκινο μαφόριο και κοντά της οι δίκαιοι, που περίμεναν με πίστη την έλευση του Λυτρωτή. Ανάμεσά τους ο Άβελ που πρώτος γεύτηκε τον θάνατο. Στην αριστερή πλευρά εικονίζονται οι βασιλείς και οι προφήτες της Παλαιάς Διαθήκης Δαβίδ, Σολομών, Μωυσής, Πρόδρομος κ.ά. Όλοι αυτοί αναγνώρισαν το Λυτρωτή όταν κατέβηκε στον άδη και προετοίμασαν το κήρυγμά του, ώστε να βρει ανταπόκριση στις ψυχές των κεκοιμημένων.

Σε μερικές εικόνες η παράσταση του τροπαιούχου Κυρίου είναι πιο εκφραστική, γιατί σ’ αυτές ο Κύριος κρατάει στο χέρι του το ζωηφόρο Σταυρό, της ευσεβείας το «αήττητον τρόπαιον», με τον οποίο καταργήθηκε η δύναμη και το κράτος του θανάτου.

Αλλού έχουμε στο επάνω μέρος της εικόνας δύο αγγέλους που κρατούν στα χέρια τους τα σύμβολα του Πάθους και στο σπήλαιο το θάνατο να παριστάνεται με γέροντα αλυσοδεμένο. Είναι δεμένος από τους αγγέλους με τα ίδια δεσμά, με τα οποία είχε δέσμιο και υποχείριο το γένος των ανθρώπων.

Την παράσταση κλείνουν δύο γκρίζοι βράχοι με επίπεδους εξώστες και οι επιγραφές:

Η ΑΝΑΣΤΑΣΙΣ
ΙΣ ΧΣ

Ωραία παρατηρήθηκε, πως «η σύνθεση της εικόνας είναι βαθιά μελετημένη, ακόμα και στις μικρότερες λεπτομέρειές της. Όλα, από το σχήμα των βράχων στο δεύτερο επίπεδο ως και τις αναλογίες των χρωμάτων, περιέχουν ένα βαθύτερο νόημα και υπακούουν σ’ ένα γενικό σχέδιο. Η εικαστική απεικόνιση του απόκρυφου κειμένου αποκτά συμβολικό χαρακτήρα. Ταυτόχρονα, όμως, δεν χάνεται η σχέση με τα συγκεκριμένα επεισόδια του κειμένου» (Εικόνες της κρητικής τέχνης..., σ. 327).

Από το βιβλίο «Ο Μυστικός Κόσμος των Βυζαντινών Εικόνων»
Χρήστου Γ. Γκότση (Εκδ. Αποστολική Διακονία) oode

Δευτέρα, 11 Ιουλίου 2016

ΠΑΡΑΚΛΗΤΙΚΟΣ ΚΑΝΩΝ ΕΙΣ ΤΟΝ ΚΥΡΙΟΝ ΗΜΩΝ ΙΗΣΟΥΝ ΧΡΙΣΤΟΝ ΠΟΙΗΜΑ ΙΕΡΟΜΟΝΑΧΟΥ ΕΛΠΙΔΙΟΥ ΒΑΓΙΑΝΑΚΗ



ΠΑΡΑΚΛΗΤΙΚΟΣ ΚΑΝΩΝ
Εἰς τόν Κύριον ἡμῶν Ἰησοῦν Χριστόν 
«Τόν γλυκύτατον Σωτήρα τοῦ κόσμου»



~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~
ΠΟΙΗΜΑ ΑΓΑΠΗΣ ΕΙΣ ΤΟΝ ΓΛΥΚΥΤΑΤΟΝ ΣΩΤΗΡΑ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ 
ΤΟΝ ΚΥΡΙΟΝ ΗΜΩΝ ΙΗΣΟΥΝ ΧΡΙΣΤΟΝ
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

Δι’ εὐχῶν τῶν Ἁγίων Πατέρων ἡμῶν, Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ ὁ Θεός ἡμῶν, ἐλέησον ἡμᾶς. Ἀμήν.
Εἶτα τόν ἑξῆς Ψαλμόν:
Ψαλμός  ρμβ΄ (142).
Κύριε εἰσάκουσον τῆς προσευχῆς μου, ἐνώτισαι τήν δέησίν μου ἐν τῇ ἀληθείᾳ σου, εἰσάκουσόν μου ἐν τῇ δικαιοσύνῃ σου. Καί μή εἰσέλθῃς εἰς κρίσιν μετά τοῦ δούλου σου, ὅτι οὐ δικαιωθήσεται ἐνώπιόν σου πᾶς ζῶν. Ὅτι κατεδίωξεν ὁ ἐχθρός τήν ψυχήν  μου· ἐταπείνωσεν εἰς γῆν τήν ζωήν μου. Ἐκάθισέ μέ ἐν σκοτεινοῖς, ὡς νεκρούς αἰῶνος, καί ἠκηδίασεν ἐπ’ ἐμέ τό πνεῦμα μου, ἐν ἐμοί ἐταράχθη ἡ καρδία μου. Ἐμνήσθην ἡμερῶν ἀρχαίων ἐμελέτησα ἐν πᾶσι τοῖς ἔργοις σου, ἐν ποιήμασι τῶν χειρῶν σου ἐμελέτων. Διεπέτασα πρός σέ τάς χεῖράς μού· ἡ ψυχή μου ὡς γῆ ἄνυδρος σοί. Ταχύ εἰσάκουσόν μου, Κύριε· ἐξέλιπε τό πνεῦμά μου. Μή ἀποστρέψῃς τό πρόσωπόν σου ἀπ’ ἐμοῦ καί ὁμοιωθήσομαι τοῖς καταβαίνουσιν εἰς λάκκον. Ἀκουστόν ποίησόν μοί τό πρωί τό ἔλεός σου, ὅτι ἐπί σοί ἤλπισα. Γνώρισόν μοί, Κύριε, ὁδόν, ἐν ᾗ πορεύσομαι, ὅτι πρός σέ ἦρα τήν ψυχήν μου. Ἐξελοῦ μέ ἐκ τῶν ἐχθρῶν μου, Κύριε, πρός σέ κατέφυγον· δίδαξόν μέ τοῦ ποιεῖν τό θέλημά σου, ὅτι σύ εἶ ὁ Θεός μου. Τό πνεῦμα σου τό ἀγαθόν ὁδηγήσει μέ ἐν γῇ εὐθείᾳ· ἕνεκεν τοῦ ὀνόματός σου, Κύριε, ζήσεις μέ. Ἐν τῇ δικαιοσύνῃ σου ἐξάξεις ἐκ θλίψεως τήν ψυχήν μου, καί ἐν τῷ ἐλέει σου ἐξολοθρέσεις τούς ἐχθρούς μου. Καί ἀπολεῖς πάντας τούς θλίβοντας τήν ψυχήν μου, ὅτι ἐγώ δοῦλος σού εἰμι.
Καί εὐθύς τό· Θεός Κύριος, ἐξ ἑκατέρων τῶν χορῶν, ὡς ἑξῆς:
Ἦχος δ΄.
Θεός Κύριος, καί ἐπέφανεν ἡμίν· εὐλογημένος ὁ ἐρχόμενος ἐν ὀνόματι Κυρίου.
Στίχ. α΄. Ἐξομολογεῖσθε τῷ Κυρίω, καί ἐπικαλεῖσθε τό ὄνομα τό ἅγιον αὐτοῦ.
Θεός Κύριος, καί ἐπέφανεν ἡμίν· εὐλογημένος ὁ ἐρχόμενος ἐν ὀνόματι Κυρίου.
Στίχ. β΄. Πάντα τά ἔθνη ἐκύκλωσαν μέ, καί τῷ ὀνόματι Κυρίου ἠμυνάμην αὐτούς.
Θεός Κύριος, καί ἐπέφανεν ἡμίν· εὐλογημένος ὁ ἐρχόμενος ἐν ὀνόματι Κυρίου.
Στίχ. γ΄. Παρά Κυρίου ἐγένετο αὕτη, καί ἐστί θαυμαστή ἐν ὀφθαλμοῖς ἡμῶν.
Θεός Κύριος, καί ἐπέφανεν ἡμίν· εὐλογημένος ὁ ἐρχόμενος ἐν ὀνόματι Κυρίου.
Εἶτα τά παρόντα τροπάρια.
Ἦχος πλ. α΄. «Τόν συνάναρχον Λόγον…»
Τόν γλυκύτατον Κύριον Ἰησοῦν Χριστόν, μετά πόθου καί πίστεως ἀγαπήσωμεν· καί τοῖς ἴχνεσιν αὐτοῦ ἀκολουθήσωμεν, ἵνα ὀψόμεθα αὐτοῦ ἅγιον πρόσωπον πιστοί. Τύχοντες θείας συγνώμης, ἧς ἀξίωσον Ἐλεήμων, Νυμφίε ἄχραντε τῶν ψυχῶν ἡμῶν.
Δόξα Πατρί καί Υἱῷ καί Ἁγίῳ Πνεύματι.
Καί νῦν καί ἀεί καί εἰς τούς αἰῶνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν.
Ἦχος πλ. α΄. «Τόν συνάναρχον Λόγον…»
Τήν οὐράνιον Δέσποιναν Παμμακάριστον, εὐφημήσωμεν πάντες καί ἀνακράξωμεν, πίστει καί πόθῳ εὐλαβῶς τό Χαῖρε εἴπωμεν· Χαῖρε ἡ Μήτηρ Χριστιανῶν· Χαῖρε ἐλπίς ἁμαρτωλῶν· Χαῖρε τοῦ κόσμου Προστάτις· καί ἡμῶν καταδίκων, ἡ σωτηρία καί ἀνόρθωσις.
Ὁ Ἀναγνώστης (χῦμα).  Ψαλμός ν΄ (50).


Ἐλέησόν με, ὁ Θεός, κατά τό μέγα ἔλεός σου, καί κατά τό πλῆθος τῶν οἰκτιρμῶν σου ἑξάλειψον τό ἀνόμημά μου.
Ἐπί πλεῖον πλῦνόν μέ ἀπό τῆς ἀνομίας μου, καί ἀπό τῆς ἁμαρτίας μου καθάρισον με.
Ὅτι τήν ἀνομίαν μου ἐγώ γινώσκω, καί ἡ ἁμαρτία μου ἐνώπιόν μου ἐστι διά παντός.
Σοί μόνῳ ἥμαρτον, καί τό πονηρόν ἐνώπιόν σου ἐποίησα, ὅπως ἄν δικαιωθῆς ἐν τοῖς λόγοις σου, καί νικήσῃς ἐν τῷ κρίνεσθαί σέ.
Ἰδού γάρ ἐν ἀνομίαις συνελήφθην, καί ἐν ἁμαρτίαις ἐκίσσησέ μέ ἡ μήτηρ μου.
Ἰδού γάρ ἀλήθειαν ἠγάπησας· τά ἄδηλα καί τά κρύφια τῆς σοφίας σου ἐδήλωσάς μοί.
Ραντιεῖς μέ ὑσσώπῳ καί καθαρισθήσομαι· πλυνεῖς μέ, καί ὑπέρ χιόνα λευκανθήσομαι.
Ἀκουτιεῖς μοί ἀγαλλίασιν καί εὐφροσύνην· ἀγαλλιάσονται ὀστέα τεταπεινωμένα.
Ἀποστρεψον τό πρόσωπόν σου ἀπό τῶν ἁμαρτιῶν μου, καί πάσας τάς ἀνομίας μου ἐξάλειψον.
Καρδίαν καθαράν κτῖσον ἐν ἐμοί, ὁ Θεός, καί πνεῦμα εὐθές ἐγκαίνισον ἐν τοῖς ἐγκάτοις μου.
Μή ἀποῤῥίψῃς μέ ἀπό τοῦ προσώπου σου, καί τό Πνεῦμά σου τό ἅγιον μή ἀντανέλῃς ἀπ’ ἐμοῦ.
Ἀπόδος μοί τήν ἀγαλλίασιν τοῦ σωτηρίου σου, καί πνεύματι ἡγεμονικῷ στήριξόν μέ.
Διδάξω ἀνόμους τάς ὁδούς σου, καί ἀσεβεῖς ἐπί σέ ἐπιστρέψουσιν.
Ρῦσαί μέ ἐξ αἱμάτων, ὁ Θεός, ὁ Θεός τῆς σωτηρίας μου· ἀγαλλιάσεται ἡ γλῶσσα μου τήν δικαιοσύνην σου.
Κύριε, τά χείλη μου ἀνοίξεις, καί τό στόμα μου ἀναγγελεῖ τήν αἴνεσίν σου.
Ὅτι εἰ ἠθέλησας θυσίαν, ἔδωκα ἄν· ὁλοκαυτώματα οὐκ εὐδοκήσεις.
Θυσία τῷ Θεῷ πνεῦμα συντετριμμένον· καρδίαν συντετριμμένην καί τεταπεινωμένην ὁ Θεός οὐκ ἐξουδενώσει.
Ἀγάθυνον, Κύριε, ἐν τῇ εὐδοκίᾳ σου τήν Σιῶν, καί οἰκοδομηθήτω τά τείχη Ἱερουσαλήμ.
Τότε εὐδοκήσεις θυσίαν δικαιοσύνης, ἀναφοράν καί ὁλοκαυτώματα.
Τότε ἀνοίσουσιν ἐπί τό θυσιαστήριόν σου μόσχους.

ᾨδή α΄.  Ἦχος πλ. δ΄. «Ὑγρᾶν διοδεύσας…»
Δέσποτα Χριστέ ὁ Θεός, ἐλέησον τούς δούλους σου.
Χριστόν ἀγαπήσωμεν ἐκ ψυχῆς καί ὅλη καρδία ἀνυμνήσωμεν Ἰησοῦν· Αὐτός γάρ ἐστίν ἡμῶν ἁπάντων ὁ Λυτρωτής καί ὁ ρύστης ἐκ τῶν παθῶν.
Δέσποτα Χριστέ ὁ Θεός, ἐλέησον τούς δούλους σου.
Γλυκύτατε Δέσποτα Ἰησοῦ, πρός Σέ καταφεύγω θεῖον ἔλεος ἐκζητῶν· μή Κύριε παρίδης τόν σόν δοῦλον, σύ γάρ ὑπάρχεις ἐλπίς καί καταφυγή.
Δόξα Πατρί καί Υἱῷ καί Ἁγίῳ Πνεύματι.
Τά πάθη μου Κύριε ἐν ἐμοί ἐπλήθυναν σφόδρα βασανίζοντες τήν ψυχήν, πρός Σέ καταφεύγω ὅθεν Σῶτερ, ἀπαλλαγήν ἐξ αὐτῶν ἱκετεύων Σέ.
Καί νῦν καί ἀεί καί εἰς τούς αἰῶνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν.
Πανάχραντε Ἄνασσα Μαριάμ κλαυθμόν μή παρίδης, ἀλλά πρέσβευε τῷ Υἱῷ τήν ἄφεσιν δοθῆναι τῇ ψυχῇ μου, σύ γάρ ὑπάρχεις ἐλπίς τῶν ἁμαρτωλῶν.
ᾨδή γ΄. «Οὐρανίας ἁψῖδος…»
Δέσποτα Χριστέ ὁ Θεός, ἐλέησον τούς δούλους σου.
Ἰησοῦν ἀγαπήσας ἐν τῇ καρδίᾳ σου τάλαινα, ψυχή δυσώδης καί ἀχρεία, τούτου τοῖς ἴχνεσιν σύ ἀκολούθησον πρός τάς νομάς Αὐτοῦ ἔνθα καθορῶσιν ἄρρητον δόξαν οἱ ἅγιοι.
Δέσποτα Χριστέ ὁ Θεός, ἐλέησον τούς δούλους σου.
Γλυκυτάτης ἀγάπης τοῦ Ἰησοῦ Ἄνακτος, τῷ πόθῳ τρωθεῖσα ὦ ψυχή μου, φρονίμως σπούδασον ἀκολουθεῖν Αὐτόν, τόν ἀρχηγόν τῆς ἀγάπης, θείαις ἀρεταῖς κοσμῶν καρδίαν τάλαινα.
Δόξα Πατρί καί Υἱῷ καί Ἁγίῳ Πνεύματι.
Ἱκετεύω Χριστέ μου ἐν τῇ ψυχῇ μου κατάπεμψον τοῖς πάθεσι ποικίλοις πεπτωκυῖαν, τήν θείαν χάριν Σου καί καταξίωσον ἐν τῇ φρικτῇ εὑρεθῆναι παρουσίᾳ Δέσποτα, ἁγνή ἀμόλυντος.
Καί νῦν καί ἀεί καί εἰς τούς αἰῶνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν.
Παμμακάριστε Νύμφη τοῦ Λυτρωτοῦ Ἄνασσα ταῖς σαῖς καταξίωσον πρεσβείαις δοθῆναι ἄφεσιν τῇ ταλαιπώρῳ ψυχῇ καί ταπεινῇ καί ἀθλίᾳ, στεναγμόν προσάγουσα, κλαθμόν καί δάκρυα.
ᾨδή δ΄. «Εἰσακήκοα Κύριε…»
Δέσποτα Χριστέ ὁ Θεός, ἐλέησον τούς δούλους σου.
Ὦ φιλάνθρωπε Κύριε, ἔρωτι τρωθείσῃ, θείας ἀγάπης Σου, τῇ ψυχῇ Χάριν κατάπεμψον, θείας θέας ὄψωμαι γλυκύτατε.
Δέσποτα Χριστέ ὁ Θεός, ἐλέησον τούς δούλους σου.
Τεθλιμμένη ὑπάρχουσα πλήθεσι κινδύνοις ψυχή μου τάλαινα πρός τόν Κύριον κατέφυγον τοῦ ρυσθῆναι αἴτησιν ποιήσασα.
Δόξα Πατρί καί Υἱῷ καί Ἁγίῳ Πνεύματι.
Τόν κλαυθμόν καί τήν δέησιν μή παρίδης Δέσποτα ἱκετεύομεν, ἀλλά σύ χαρά τοῖς δούλοις Σου καί παραμυθία γενοῦ καί λύτρωσις.
Καί νῦν καί ἀεί καί εἰς τούς αἰῶνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν.
Διωχθέντα ὀνόματι θείου Βασιλέως μου Ἰησοῦ Χριστοῦ, Ἀπειρόγαμε βοήθησον καί τῇ θείᾳ σκέπῃ σου με φύλαξον.
ᾨδή ε΄. «Φώτισον ἡμᾶς…»
Δέσποτα Χριστέ ὁ Θεός, ἐλέησον τούς δούλους σου.
Ἴλαθι Χριστέ Ἰησοῦ τάς ἀνομίας μου, τήν Σήν ἀνέκφραστον χαρίσας ἡμίν ἄρρητον χάριν, ἡ τά πάθη ἡμῶν λύουσα.
Δέσποτα Χριστέ ὁ Θεός, ἐλέησον τούς δούλους σου.
Δέξαι Ἰησοῦ τήν ταλαίπωρον καρδίαν μου, τήν Σήν εὐφρόσυνον αἰτοῦσαν χαράν καί δός Οἰκτίρμον, ἵνα χαίρω τῇ Σῇ χάριτι.
Δόξα Πατρί καί Υἱῷ καί Ἁγίῳ Πνεύματι.
Πλῆθος Ἰησοῦ διωγμῶν τέ καί κακώσεων, τῷ ἁγίῳ Σου ὀνόματι ἕνεκεν ὑποστᾶς Σωτήρ μου, θείῳ Σου ἐλέει καταξίωσον.
Καί νῦν καί ἀεί καί εἰς τούς αἰῶνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν.
Δέσποινα ἁγνή Παμμακάριστε τούς δούλους σου, τούς ἐν πίστει καί λατρείᾳ κραυγάζοντας∙ Χαῖρε Μαρία, ἐκ κινδύνων ἡμᾶς λύτρωσαι.
ᾨδή στ΄. «Τήν δέησιν ἐκχεῶ…»
Δέσποτα Χριστέ ὁ Θεός, ἐλέησον τούς δούλους σου.
Τήν θλίψην τῆς ταπεινῆς καρδίας μου σοί γλυκύτατε Χριστέ μου πρoσάγω καί ἱκεσίαν θερμήν ἀναπέμπω ἵνα ὁ δοῦλος σου Φῶς θεῖον κατιδεῖν· ἀξίωσον ὦ Ἰησοῦ τῷ ἁγίῳ ἐλέει Σου Εὔσπλαχνε.
Δέσποτα Χριστέ ὁ Θεός, ἐλέησον τούς δούλους σου.
Γλυκύτατε Ἰησοῦ Πανοικτίρμον τήν τρωθεῖσαν τῷ Σῷ πόθῳ καρδίαν καί φωτισμόν ἐξαιτοῦσαν ὦ Φῶς μου, ὁ ἐν τῷ κόσμῳ τό φῶς δείξας ἄπλετον, κατάπεμψον καί νῦν ἡμῖν τῇ ἁγίᾳ καί θείᾳ Σου χάριτι.
Δόξα Πατρί καί Υἱῷ καί Ἁγίῳ Πνεύματι.
Νυμφίε τῶν ταπεινῶν γλυκύτατε Ἰησοῦ τῆς Ἐκκλησίας ἡ δόξα, τήν παναγίαν καί ἄρρητον θέαν τῆς ὑπερφώτου Τριάδος ἀξίωσον τῇ χάριτί Σου κατιδεῖν, παραβλέπων τά πλήθη πταισμάτων μου.
Καί νῦν καί ἀεί καί εἰς τούς αἰῶνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν.
Πανάχραντε σέ μεσίτριαν κόσμου καί θερμώτατον προστάτην ὁρῶμεν τῶν γηγενῶν ἀκαταίσχυντον Κόρη· ὅθεν τό Χαῖρε εὐφρόνως κραυγάζομεν, χαρά ἀνέκφραστος Ἁγνή, τῆς ἁγίας σου θέας ἀξίωσον.
Διάσωσον ἀπό κινδύνων τούς δούλους Σου Ἰησοῦ μου, ὅτι πίστει καί πόθῳ εἰς Σέ καταφεύγομεν ὡς Κύριον καί Σωτῆρα τοῦ κόσμου.
Ἐπάκουσον ὦ Παμμακάριστε Νύμφη τάς ἱκεσίας τῶν βοώντων σοί μυριοχαριτωμένη τό Χαῖρε Παντάνασσα Μῆτερ τοῦ Ἰησοῦ μου.
ᾨδή ζ΄. «Παῖδες Ἑβραίων…»
Δέσποτα Χριστέ ὁ Θεός, ἐλέησον τούς δούλους σου.
Δέξαι γλυκύτατε Χριστέ μου, ἐκ τῆς τάλαινας καρδίας μου τό δάκρυ καί τήν χάριν εὐθύς κατάπεμψον Οἰκτίρμον, ἵνα ὑμνῶ σέ Ἄχραντε εἰς αἰώνας τῶν αἰώνων.
Δέσποτα Χριστέ ὁ Θεός, ἐλέησον τούς δούλους σου.
Πρόσδεξαι Κύριε σόν δοῦλον, στεναγμόν καί κλαυθμόν μή παρίδης ἐλέει, ἀλλ’ οἰκτείρησόν Σύ τῶν γηγενῶν εἰρήνη, ταύτην Χριστέ κατάπεμψον ὦ γλυκεῖα εὐφροσύνη.
Δόξα Πατρί καί Υἱῷ καί Ἁγίῳ Πνεύματι.
Ὕμνον χορείαν συγκροτοῦντες, γλυκυτάτῳ Χριστῷ προσφέρομεν εὐφρόνως, σωτηρία ἡμῖν, ἀνέστη ἐκ τοῦ τάφου, Αὐτόν πιστοί λατρεύσωμεν εἰς αἰῶνας τῶν αἰώνων.
Καί νῦν καί ἀεί καί εἰς τούς αἰῶνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν.
Ἄχραντε Δέσποινα Κυρία, οὐρανοῦ καί γῆς Παντάνασσα Μαρία, καθοδήγησον σύ τούς δούλους σου ἐν χώρᾳ, ὅπου χαρά ἀνέκφραστος καί εἰρήνη οὐρανία.
ᾨδή η΄. «Τόν Βασιλέα…»
Δέσποτα Χριστέ ὁ Θεός, ἐλέησον τούς δούλους σου.
Τόν Δεσπότην καί Σωτήρα τοῦ κόσμου, γηγενεῖς Ἰησοῦν ἀνυμνεῖτε καί ὑπερυψοῦτε εἰς πάντας τούς αἰῶνας.
Δέσποτα Χριστέ ὁ Θεός, ἐλέησον τούς δούλους σου.
Τόν ἀναστήσαντα ἐκ θανάτου τό γένος, Ἰησοῦν Βασιλέα ὑμνεῖτε καί ὑπερυψοῦτε εἰς πάντας τούς αἰῶνας.
Δόξα Πατρί καί Υἱῷ καί Ἁγίῳ Πνεύματι.
Την παναγίαν καί πανακήρατον δόξαν τοῦ Σωτῆρος καθορῶντες ὑμνεῖτε καί ὑπερυψοῦτε εἰς πάντας τούς αἰῶνας.
Καί νῦν καί ἀεί καί εἰς τούς αἰῶνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν.
Τόν Βασιλέα τῶν οὐρανῶν ἀπορρήτως, ὅν ἔτεκες Παρθένε ὑμνοῦμεν καί ὑπερυψοῦμεν εἰς πάντας τούς αἰῶνας.
ᾨδή θ΄. «Κυρίως Θεοτόκον…»
Δέσποτα Χριστέ ὁ Θεός, ἐλέησον τούς δούλους σου.
Εἰρήνην δός μοί Σῶτερ, ἥ ἐν σοῖ ὑπάρχει, οὐχ ὡς ὁ κόσμος κατέχει Χριστέ Ἰησοῦ, ἵνα ὑμνῶ, μελωδῶ Σου τήν χάριν Δέσποτα.
Δέσποτα Χριστέ ὁ Θεός, ἐλέησον τούς δούλους σου.
Γλυκύτατέ μου Σῶτερ δέξαι νῦν καρδίαν, τήν διά Σέ ὑποφέρουσαν θλίψεις πολλᾶς, χερουβικῶς τόν τρισάγιον ὕμνον μέλπουσα.
Δέσποτα Χριστέ ὁ Θεός, ἐλέησον τούς δούλους σου.
Ὦ φῶς τῶν ὀφθαλμῶν μου, Σέ καθικετεύω, τοῦ θείου κάλλους τῆς θέας ἀξίωσον, ἵν’ ἀενάως κραυγάζω σοί∙ ἀλληλούια.
Δόξα Πατρί καί Υἱῷ καί Ἁγίῳ Πνεύματι.
Καρδίαν τετρωμμένην, τῷ πόθῳ τοῦ Σοῦ κάλλους, τῇ θείᾳ χάριτι Σῶτερ ἀξίωσον, τοῦ ἀκηράτου Φωτός ἰδεῖν ἄρρητον θέαν.
Καί νῦν καί ἀεί καί εἰς τούς αἰῶνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν.
Παντάνασσα Παρθένε, σέ ὑμνολογοῦμεν καί σέ ἐν πόθῳ καί πίστει δοξάζομεν, τό χαῖρε λέγοντες πάντες, ὦ Παμμμακάριστε.


Εἶτα τά τροπάρια ταῦτα:

Ἦχος πλ. δ΄. «Ὦ τοῦ παραδόξου θαύματος»
Δεῦτε χριστοφόροι ὑμνήσωμεν, τόν τοῦ παντός Ποιητήν, τόν Δεσπότην καί Κύριον, Αὐτόν προσκυνήσωμεν μετά πόθου καί πίστεως. Πάντες κραυγάζοντες ὦ γλυκύτατε, μαρτύρων δόξα Ἄναρχε Δέσποτα. Δέξαι τήν δέησιν καί κλαθμόν καί δάκρυα καί στεναγμόν, θείαν μοί ἀπόστειλον τήν χάριν Δέσποτα.
Τόν Ἰησοῦν ἀγαπήσωμεν, ψυχή καρδία πιστοί· καί Αὐτῷ μόνῷ ἅπαντες μετά πόθου δράμομεν ἀκολουθοῦντες τοῖς Ἴχνεσι. Πάντα τοῦ κόσμου περιφρονήσωμεν, τιμάς καί δόξας, ἀγάπην γήινον. Δέξαι γλυκύτατε τήν φωνήν τοῦ δούλου σου, παρακαλῶ, θείαν μοί ἀποστειλον τήν Χάριν Δέσποτα.
Πάντες τόν Ἰησοῦν ἀγαπήσωμεν θεοφιλεῖς ἀδελφοί καί ἐκ πόθου αἰτήσωμεν γλυκυτάτης Θέας Του, παναγίας ὀψόμεθα. Αὕτη Ἀγγέλοις ὑπάρχει ἄρρητος, χαρά, εἰρήνη, δόξα εὐφρόσυνος. Τούτων συμμέτοχον Ἀγαθέ μέ ποίησον, παρακαλῶ, Θείαν καταπέμποντα τήν Χάριν Δέσποτα.
, Πανοικτίρμων γλυκύτατε Ναζαρηνέ Ἰησοῦ τήν ἀθλίαν καί ἄσωτον ἱκετεύω Κύριε μή παρίδῃς καρδίαν μου. Ἴδε τόν πόθον, ἴδε τά δάκρυα, Χαρά τοῦ κόσμου, Ρόδον πανεύοσμον. Μύρισον Ἅγιε, Ἰησοῦ γλυκύτατε, παρακαλῶ, Θείαν καταπέμποντα τήν χάριν Δέσποτα.
Ἐν ὅσω οἱ ἀδελφοί ἀσπάζονται τήν εἰκόνα τοῦ Κυρίου, ψάλλονται τά παρόντα τροπάρια:
Ἦχος β΄. «Ὅτε ἐκ τοῦ ξύλου…»
Δέξαι ἐκ καρδίας Ἰησοῦ, πόθῳ τετρωμμένης Οἰκτίρμων θείας ἀγάπης Χριστέ, δέησιν καί δάκρυα καί στεναγμούς μυστικούς· καί τῇ θείᾳ Σου χάριτι τό Φῶς Ἰησοῦ μου, δός μοί Φῶς γλυκύτατον, ἵνα ἐκ σκότους ρυσθείς, θέας τοῦ Σοῦ κάλλους κατίδω· ταύτης μέ Χριστέ ἀξιώσας, ὕμνον πανευφρόσυνον προσάγω σοι.
Ὅμοιον.
Δέξαι ὦ γλυκύτατε Χριστέ, ὕμνον θλιβομένης καρδίας τιτρωσκομένης σφοδρῷ ἔρωτι ἀχράντου Σου καί ἀκηράτου μορφῆς· καί τῷ πλήθει ἐλέους Σου τήν χάριν μοί πέμψον, ἵνα τῆς ἀγάπης Σου οὐδέν προκρίνω ποτέ· ἥς ἀξιωθείην ὦ Φῶς μου, Δέσποτα γλυκύτατε Σῶτερ ἄσω εἰς αἰῶνας τά ἐλέη Σου.
Δι’ εὐχῶν τῶν Ἁγίων Πατέρων ἡμῶν, Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ ὁ Θεός ἡμῶν, ἐλέησον ἡμᾶς. Ἀμήν.

Παρασκευή, 1 Ιουλίου 2016

Π Γ ΜΕΤΑΛΛΗΝΟΣ Ο Παράδεισος και η κόλαση κατά τους Πατέρες της Εκκλησία...

πρωτ. Θεόδωρος Ζήσης - Η ψυχή κατά τους Αγ. Πατέρες

ΠΕΡΙ ΘΑΝΑΤΟΥ-ΠΑΤΕΡΕΣ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ

Η ΠΕΡΙ ΘΑΝΑΤΟΥ ΔΙΔΑΣΚΑΛΙΑ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ



Ὁ ἐκτὸς τῆς Ἐκκλησίας κόσμος προσπαθεῖ συνεχῶς νὰ ὑποτιμήσει καὶ νὰ ὑποβαθμίσει τὸν θάνατο. Ἡ ἐνθύμηση καὶ μόνον αὐτῆς τῆς λέξης προκαλεῖ ἀνατριχίλα. Ὅλοι προσπαθοῦν νὰ ὀμορφύνουν τὸν θάνατο –γι’ αὐτὸ καὶ καλλωπίζουν τοὺς κεκοιμημένους δίνοντάς τους ὄψη ζωντανοῦ – ἢ προσπαθοῦν νὰ ἀποστασιοποιηθοῦν ἀπὸ αὐτόν. Τὸ θέαμα ἑνὸς νεκροῦ εἶναι ἀποτρόπαιο –γι’ αὐτὸ καὶ  ἀποφεύγουν συστηματικὰ νὰ μὴν βλέπουν γιὰ παράδειγμα τοὺς κεκοιμημένους (δικούς τους ἀνθρώπους) κατὰ τὴν τέλεση τῆς νεκρωσίμου ἀκολουθίας, κρύβοντάς τους μέσα σ’ ἕνα κουτί, τὸ φέρετρο. Μέσα ὅμως στὴν Ἐκκλησία γίνεται συνεχὴς ὑπενθύμιση τοῦ θανάτου· δὲν τὸν ἀρνούμαστε ἀλλὰ τὸν δεχόμαστε μὲ τὴν ἐλπίδα τῆς ἀθανασίας.
Σύμφωνα μὲ τὴ διδασκαλία τῆς Ἁγίας Γραφῆς ὁ Θεὸς μὲ τὴ δημιουργία τοῦ ἀνθρώπου τοῦ «χαρίζει» καὶ κάποια δῶρα μὲ ἕνα ἐκ τῶν ὁποίων θὰ ἀσχοληθοῦμε εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς γιὰ νὰ κατανοήσουμε τὴν «εἴσοδο» τοῦ θανάτου στὴν ἀνθρωπότητα. Πρόκειται γιὰ τὰ δῶρα τῆς λεγομένης «ἀρχεγόνου δικαιοσύνης», ἕνα ἐκ τῶν ὁποίων ἦταν ἡ δυνατότητα τῆς ἀθανασίας τῶν πρωτοπλάστων. Μποροῦσε πρὸ τῆς πτώσεως ὁ Ἀδὰμ νὰ μὴν πεθάνει, ἐφ’ ὅσον ὅμως τηροῦσε ἐλεύθερα καὶ οἰκειοθελῶς τὴν μία καὶ μοναδικὴ ἐντολὴ τοῦ Θεοῦ, δηλαδὴ νὰ μὴν φάγει ἀπὸ τοὺς καρποὺς τοῦ δένδρου τῆς γνώσεως  τοῦ καλοῦ καὶ τοῦ κακοῦ καὶ νὰ τρέφεται ἀπὸ τὸ ἐν τῷ Παραδείσῳ δένδρον τῆς ζωῆς.
Εἶναι σαφέστατο γιὰ τὴν Ἁγ.Γραφὴ πὼς ὁ θάνατος εἶναι ἀποτέλεσμα καὶ προϊὸν τῆς ἁμαρτίας τοῦ Ἀδὰμ καὶ τῆς Εὔας. Σὲ περίπτωση παρακοῆς ὁ Θεὸς προειδοποιεῖ τοὺς πρωτοπλάστους ὅτι θὰ ἐπέλθει ὁ θάνατος: «ἀπὸ δὲ τοῦ ξύλου τοῦ γινώσκειν καλὸν καὶ πονηρὸν οὐ φάγεσθε ἀπ’ αὐτοῦ, ᾖ δ’ ἂν ἡμέρᾳ φάγητε ἀπ’ αὐτοῦ, θανάτῳ ἀποθανεῖσθε»[1]. Παρακάτω μάλιστα σημειώνεται ὅτι ὁ θάνατος ἐπῆλθε ὡς συνέπεια τῆς ἁμαρτίας τους· «ἐν ἱδρῶτι τοῦ προσώπου σου φαγῇ τὸν ἄρτον σου ἕως τοῦ ἀποστρέψαι σε εἰς γῆς ἐξ ἧς ἐλήφθης ὅτι γῇ εἶ καὶ εἰς γῆν ἀπελεύσῃ»[2].
Εἶναι λοιπὸν δεδομένο ὅτι ὁ θάνατος εἶναι ἀκριβῶς συνέπεια τῆς ἀμαρτίας τῶν πρωτοπλάστων καὶ ὄχι δημιούργημα τοῦ Θεοῦ, ὅπως κάποιοι ἰσχυρίζονται. Ἐνῷ ἀρχικῶς αἰωρεῖται ὡς ἀπειλή, γίνεται στὴ συνέχεια ἀναντίρρητος πραγματικότητα.

Το Μυστήριον του θανάτου



 
ΤΟ ΜΥΣΤΗΡΙΟΝ ΤΟΥ ΘΑΝΑΤΟΥ
ΝΙΚΟΛΑΟΥ Π. ΒΑΣΙΛΕΙΑΔΗ

ΑΔΕΛΦΟΤΗΣ ΘΕΟΛΟΓΩΝ Ο «ΣΩΤΗΡ» ΕΚΔΟΣΙΣ 17η - ΚΕΦΑΛΑΙΑ 1-2  (ΑΘΗΝΑΙ 2003)
Ο ΑΠΡΟΣΩΠΟΛΗΠΤΟΣ ΕΚΒΙΑΣΤΗΣ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΙΝΟΥ ΓΕΝΟΥΣ


          Πρόβλημα συγκλονιστικόν

      Δύο είναι τα βαθύτερα, συγκλονιστικώτερα και περισσότερον μυστηριώδη γεγονότα τού ανθρωπίνου βίου, η γέννησις και ο θάνατος. Εν τούτοις ο θάνατος μας δημιουργεί δυνατώτερον συγκλονισμόν και βαθύτερα προβλήματα. Διότι τον συναντώμεν εις κάθε βήμα της ζωής μας. Είναι παρών τόσον, όσον παρούσα είναι και η ζωή! Είναι η σκιά καθενός γήινου όντος, το αναγκαίον και αναπόφευκτον τέλος του. Εφ' όσον εγεννήθημεν, δεν είναι δυνατόν παρά να αποθάνωμεν.
Εν τούτοις ο θάνατος απασχολεί μόνον τον άνθρωπον. Το ζώον περνά τις ημέρες του χωρίς καν να υποψιάζεται τον θάνατον του. Δι' αυτό δεν ασχολείται με τίποτε άλλο παρά με την ανάγκην της στιγμής. Ούτε διερωτάται διατί υπάρχει ο κόσμος, ούτε απορεί διατί ο κόσμος υπάρχει όπως υπάρχει ή τι γίνεται με τα δημιουργήματα, που εξαφανίζονται από την ζωήν. Με τον άνθρωπον όμως τα πράγματα είναι διαφορετικά. Αυτός, χάρις εις το λογικόν, με το οποίον τον επροίκισεν ο Θεός, είναι ο μόνος που έχει ζωηράν συνείδησιν τού φαινομένου της φθοράς του. Ο μόνος που γνωρίζει τον θάνατον του. Ο Πασκάλ παρομοιάζει τον άνθρωπον με καλάμι εύθραυστον , αλλά σκεπτόμενον, και συμπληρώνει: «Όταν όμως το σύμπαν θα έσπαζε τον άνθρωπον, ο άνθρωπος θα ήταν περισσότερον ευγενής από το σύμπαν, που τον θανατώνει, διότι γνωρίζει ότι αποθνήσκει (. . . ). Το σύμπαν δεν γνωρίζει τίποτε δι' αυτό». Ώστε ο άνθρωπος είναι το μόνον δημιούργημα επάνω εις την γην, το οποίον έχει την δυνατότητα να γνωρίζη και την ικανότητα να φιλοσοφή γύρω από το φαινόμενον τούτο της ζωής. Διά τον άνθρωπον ο θάνατος γίνεται το πλέον ατομικόν και το κατ' εξοχήν προσωπικόν και υπαρξιακόν γεγονός. Καθώς μάλιστα διαισθάνεται ότι αργά ή γρήγορα θα συναντηθή με τον θάνατον, το γεγονός τούτο καταντά το βαρύτερον και οδυνηρότερον φαινόμενον της ζωής του.

Χριστιανικές σκέψεις περί θανάτου Ανδρέας Θεοδώρου, τ. Καθηγητής Πανεπ. Αθηνών



Χριστιανικές σκέψεις περί θανάτου
Ανδρέας Θεοδώρου, τ. Καθηγητής Πανεπ. Αθηνών
Θεολογία
Τις πιο πάνω περί θανάτου διαπιστώσεις καταφάσκει πλήρως και η χριστιανική, περί θανάτου, φιλοσοφία. Εδώ όμως υπεισέρχεται ένα καινούργιο στοιχείο πρωτόγνωρο για τον άνθρωπο· η μυστηριακή διάσταση του θανάτου, την οποία φωτίζει η χριστιανική πίστη. Το φαινόμενο του θανάτου είναι μυστήριο, όσο μυστήριο είναι και το φαινόμενο της ζωής. Ποιός είναι ο βαθύτερος λόγος τους; Γιατί υπάρχουμε και γιατί πεθαί­νουμε; Από πού ξεκινάμε και πού πορευόμαστε; Στα ερωτή­ματα αυτά, τα τόσο σημαντικά, ανέκαθεν προσπαθούσαν να δώσουν απάντηση ο ανθρώπινος λόγος και τα διάφορα θρησκεύματα. Ψελλίσματα κατά κανόνα αδύναμα, στο μέτρο που αδύναμος είναι και ο ίδιος ο άνθρωπος. Η φλόγα τού ανθρώ­πινου λόγου, και στο πιο φουντωμένο της λαμπάδιασμα, δεν μπορεί να εισδύσει στο σκοτάδι τού τάφου, να τρυπήσει την παγερή πλάκα του, να φωτίσει —αμυδρά έστω— τα συμβαίνοντα μέσα και πέρα από τη ψυχρή του παγερότητα. Με την πί­στη όμως τα πράγματα είναι εντελώς διαφορετικά. Οι πιστοί δεν βασανίζονται από πιεστικά ερωτηματικά. Δεν σαλεύει το μυαλό τους μπροστά στη μυστηριακή τραγικότητα του θανά­του. Αυτοί έχουν και υπακούουν σε άλλους ρυθμούς. Αφουγκράζονται άλλες φωνές. Ζουν σε αποκαλύψεις Θεού. Απολυπραγμόνητα δέχονται το θείο φανέρωμα με την πίστη τους, το θείο αυτό και θεοποιό φτερούγισμα. Ακούουν το περί θανά­του αποκαλυπτικό μήνυμα, το εμπιστεύονται και το ζουν βιωματικά στις ήσυχες και αναπαυμένες καρδιές τους. Θλίβονται βέβαια για το φρικτό και αποτρόπαιο γεγονός· όμως δεν ταρά­ζονται, δεν λιποψυχούν, δεν κυριεύει απελπισμός τη ψυχή τους, δεν εποδύρονται. Έχουν την ελπίδα τους αγκυροβολημένη στην αλήθεια που σφράγισε ο Θεός. Στην υπαρξιακή κα­ταιγίδα που ανελέητα σαλεύει το ον, η καρδιά τους είναι πια­σμένη από το δέντρο τής θείας ζωής. Τα παραρρέοντα ύδατα δεν την αγγίζουν, οι άνεμοι την αντιπαρέρχονται. Αντιμετωπί­ζουν το τέλος με τη βεβαιότητα που τους παρέχει ο λόγος τού Θεού. Τί περισσότερο μπορούν να επιζητήσουν;