Τετάρτη 19 Σεπτεμβρίου 2018

ΙΗΣΟΥΣ ΧΡΙΣΤΟΣ, ΘΕΟΥ ΥΙΟΣ, ΣΩΤΗΡ



 ΙΗΣΟΥΣ ΧΡΙΣΤΟΣ, ΘΕΟΥ ΥΙΟΣ, ΣΩΤΗΡ
Μιχαήλ Χούλη
Θεολόγου

 Ο ΜΟΝΑΔΙΚΟΣ ΘΕΑΝΘΡΩΠΟΣ ΚΑΙ ΜΕΣΣΙΑΣ
Δεν υπάρχουν βιβλία που να έχουν μελετηθεί περισσότερο από τα βιβλία της Αγίας Γραφής, όχι μόνο από φίλους αλλά και από εχθρούς, και τα οποία μιλούν για την έλευση του αναμενόμενου Μεσσία, του Χριστού Ιησού, που υπήρξε ο πρώτος ΚΑΙ μοναδικός ΚΑΙ αληθινός Θεάνθρωπος της ιστορίας,. σε αντίθεση με τους φανταστικούς και ανύπαρκτους θεανθρώπους των εξωχριστιανικών θρησκευμάτων, οι οποίοι, αφενός δεν έχουν καμία ιστορική βάση, γιατί δεν υπήρξαν πραγματικά, αφετέρου αποτελούν εκφάνσεις της νοσταλγούμενης λύτρωσης, που παρατηρείται σ’ όλους τους λαούς και της θεανθρώπινης παγκόσμιας προσδοκίας. Πράγματι, τον Βούδα, τον Κομφούκιο, τον Λάο Τσε, τον Μωάμεθ και τους άλλους ιδρυτές θρησκειών, δεν τους έχει προαναγγείλει κάποια θρησκευτική παράδοση. Αντίθετα, ο Μεσσίας αναγγέλθηκε από μια ατελείωτη αλυσίδα ανθρώπων, που έζησαν και έδρασαν σε διαφορετικό χρονικό πλαίσιο, περιβάλλον και συνθήκες. Θα παραμείνει, δηλαδή, για πάντα το κλειδί της ιστορίας, που ανοίγει μόνο με την πίστη στην θεότητά Του και το χαρακτηρισμό Του ως «Υιό του Θεού», που έγινε άνθρωπος ακριβώς για να γίνουμε εμείς θεοί, κατά τη συμμετοχή μας σ’ Αυτόν, και για να κληρονομήσουμε τη Βασιλεία των Ουρανών. Ο απ. Παύλος, στην προς Γαλάτας επιστολή του, μας διαβεβαιώνει πως «Όταν ήλθε το πλήρωμα του χρόνου, τότε έστειλε ο Θεός τον Υιό Του, ο οποίος γεννήθηκε από γυναίκα». Για το συγκεκριμένο αυτό «πλήρωμα  του χρόνου», μίλησαν οι προφήτες εκατοντάδες χρόνια πριν την πολυπόθητη Επιφάνειά Του. Αποτελούν οι μαρτυρίες αυτές την πλέον ισχυρή αγιογραφική απόδειξη του Θεανθρώπινου χαρακτήρα του Ιησού Χριστού, της ιδιότητάς του ως Υιού του Θεού και της μοναδικής μεσιακής Του αποστολής μέσα στο διάβα των αιώνων (βλ. και ‘Υπόθεση Ιησούς’ του Vitorio Messori, Πορεία Πνευματική, Αθ. 1980). 
ΟΙ ΠΡΟΦΗΤΕΙΕΣ ΤΗΣ ΠΑΛΑΙΑΣ ΔΙΑΘΗΚΗΣ
ΕΚΠΛΗΡΩΝΟΝΤΑΙ ΣΤΟΝ ΙΗΣΟΥ ΧΡΙΣΤΟ
Η Π.Δ. βροντοφωνάζει το ΕΡΧΕΤΑΙ Ο ΜΕΣΣΙΑΣ με μεγάλο πλήθος προφητειών, που ανέρχονται περίπου στις τρεις εκατοντάδες. Στις σελίδες της Π.Δ. αναγνωρίζεται ότι είχαν σπάσει των ανθρώπων τα πνευματικά φτερά και δεν μπορούσαν πλέον να ανέλθουν στο ύψος της αγιωτικής τελειότητας. Ο Θεός δεν άφησε όμως το πλάσμα Του στην κατάπτωση, οδύνη και τις ενοχές του. Εξήγγειλε δια των προφητών -όπως έχουμε πάμπολλες αναφορές και στα φιλολογικά κείμενα πολλών λαών- σειρά μαρτυριών, δια των οποίων αποδεικνύεται η αναμονή του Λυτρωτή από την Παλαιστίνη (όπως και αυτός ο Βολταίρος παραδέχεται) και η σύμπτωση όλων των προφητειών στο πρόσωπο του Ιησού, με σκοπό την σωτηρία των πιστών που θα ακολουθήσουν τις εντολές Του. Το να συμπέσουν άλλωστε σε ένα πρόσωπο 300 προφητείες, και αυτός να μην είναι ο υπεσχημένος Μεσσίας, στατιστικά και μαθηματικά έχει υπολογιστεί πως είναι εντελώς απίθανο να συμβεί. Στο σημείο αυτό αναφέρουμε ενδεικτικά:

Σημεία σύγχρονης αμφισβήτησης του προσώπου του Κυρίου και αιτίες αυτών



Σημεία σύγχρονης αμφισβήτησης του προσώπου του Κυρίου και αιτίες αυτών    
Μιχαήλ Χούλη, Θεολόγου
Ολόκληρη η Παλαιά Διαθήκη (Π.Δ.) προσανατολίζει προς τον Μεσσία Χριστό. Μάλιστα είναι ξεκάθαρες οι προφητείες μικρών και μεγάλων προφητών, που αναφέρονται σ’ Αυτόν, στο έργο Του και στην Εκκλησία Του. Ήδη στο «Πρωτευαγγέλιο», που βρίσκεται στο πρώτο βιβλίο της Π.Δ., έχουν καταγραφεί τα λόγια του Θεού προς το ‘φίδι’: “Θα θέσω άσβηστη έχθρα ανάμεσα σε σένα και τη γυναίκα και ανάμεσα στους απογόνους σου και τους απογόνους της. Ένας δε απόγονος (ο Χριστός) της γυναικός μόνης (της Θεοτόκου) θα σου συντρίψει το κεφάλι (θα εκμηδενίσει την δύναμη του σατανά) και συ θα κεντήσεις (μόνο) τη φτέρνα Του (προσωρινά θα Τον θανατώσει)” (Γέν. 3,15). Ο Θεοδόχος Συμεών, που αξιώθηκε να αγκαλιάσει το βρέφος Ιησούς, προφήτευσε ότι Αυτός θα είναι “σημείον αντιλεγόμενον” (Λουκ. 2, 35) στο διάβα των αιώνων, ήτοι, παρά τα μοναδικά θαύματα και την ασύγκριτη διδασκαλία Του, αν και θα αποκτήσει πολλούς φίλους, θα έχει παράλληλα και φανατικούς εχθρούς.

Τα ΣΗΜΕΙΑ αμφισβήτησης της Θεανδρικότητας του Ιησού είναι κυρίως τέσσερα:

1) Η ΙΣΤΟΡΙΚΟΤΗΤΑ ΤΟΥ

Η αμφισβήτηση της ιστορικότητας του Ιησού είναι προϊόν νεώτερης έρευνας (δεν ανακινήθηκε τέτοιο θέμα σε παλαιότερα χρόνια) και προήλθε από τους Διαφωτιστές κυρίως, αλλά και τους προτεστάντες «θεολόγους» και ερευνητές του 18ου και 19ου αιώνα. Και ναι μεν είναι αλήθεια ότι περιφρονήθηκε η μορφή του Θεανθρώπου από εθνικούς ιστορικούς της εποχής Του, αυτό όμως συνέβη διότι: (α) θεωρήθηκε τότε ο χριστιανισμός ιουδαϊκή αίρεση, (β) οι Ισραηλίτες ήσαν μισητοί από άλλους λαούς και (γ) ο χριστιανισμός αριθμούσε ελάχιστες χιλιάδες πιστών, ενώ οι Ιουδαίοι στην Ρώμη έφταναν τα 5 εκατομμύρια. Πρέπει μάλιστα να γνωρίζουμε πως οι χριστιανοί αναγνωρίστηκαν ως ξεχωριστή θρησκεία από τις αρχές του 2ου αιώνα κ.ε., οπότε πλήθυναν και οι αναφορές σ’ αυτούς. Από τους μεγαλύτερους σήμερα ιστορικούς, αντικειμενικά κρίνονται πλέον οι πληροφορίες των τεσσάρων ευαγγελιστών (Ματθαίου, Μάρκου, Λουκά και Ιωάννη) για τη ζωή και το έργο του Χριστού, αλλά μαρτυρίες έχουμε γι’ Αυτόν και από σπουδαίους θύραθεν ιστορικούς, όπως τον φαρισαίο Ιώσηπο, τους Ρωμαίους Τάκιτο, Σουετώνιο και Πλίνιο τον νεώτερο (διοικητής Βιθυνίας-εξέχων νομικός και ρήτορας), από τον στωικό φιλόσοφο Μαρά Σεραπίωνα (73 μ.Χ.) και το Σύρο σοφιστή Λουκιανό. Το Ταλμούδ (βιβλίο των Ιουδαίων με σχόλια στο μωσαϊκό Νόμο) αναφέρεται σ’ Αυτόν, καθώς επίσης και ο Θαλλός, Σαμαρείτης ιστορικός της Μ. Ανατολής (55 μ.Χ.), ο οποίος προσπαθεί μάλιστα να εξηγήσει ορθολογιστικά την συσκότιση του ηλίου κατά την σταύρωση του Κυρίου (διασώθηκε από τον Ιούλιο Αφρικανό). Ο Ιώσηπος έγραψε για τον Θεάνθρωπο ότι ήταν «παραδόξων έργων ποιητής» (η ‘Φλαβιανή αυτή Μαρτυρία’ περιέχεται σε όλους τους κώδικες της ‘Ιουδαϊκής Αρχαιολογίας’ του), ότι έκανε δηλαδή πολλά θαύματα, ενώ ο εθνικός Πλίνιος Σεκούνδος (110 μ.Χ.), σε επιστολή του προς τον Τραϊανό, αναφέρει ότι οι χριστιανοί προσεύχονται την αυγή προς τον Χριστό αναγνωρίζοντάς Τον λατρευτικά ως Θεό. Δεν ξεχνάμε επίσης ότι οι Αποστολικοί Πατέρες, οι πρώτοι Απολογητές, οι διάφοροι φιλόσοφοι των αμέσως επόμενων γενεών (όπως ο αρνητής Κέλσος), οι πρώτες αιρετικές ομάδες, αλλά και οι γνωστικοί, θεωρούσαν φυσικά τον Ιησού υπαρκτό πρόσωπο.

Υπάρχουν μαρτυρίες-αποδείξεις για την Ανάσταση του Χριστού;



Υπάρχουν μαρτυρίες-αποδείξεις για την Ανάσταση του Χριστού;
Μιχαήλ Χούλη, Θεολόγου
………. Οι δείκτες του ρολογιού έδειχναν τον αριθμό 14, αν και οι ερωτήσεις δεν έδειχναν να τελειώνουν σύντομα.

-Παιδιά, είπε αίφνης ο κ. Αδάμος, μην ξεχνάτε ότι με περιμένουν για φαγητό. Θέλετε να μαλώσω με την οικογένειά μου εξαιτίας σας;

Γέλασαν όλοι χαλαρωτικά, αίσθηση που την είχαν άλλωστε ανάγκη. Ο ιδιοκτήτης προσέφερε κρύο νερό και άλλη μια μερίδα ζεστά κουλουράκια, για τα οποία όλοι τον ευχαρίστησαν. Η παρέα είχε ήδη πιεί τον καφέ της προ πολλού, πλην όμως κανείς δεν τολμούσε να παραγγείλει άλλον ένα γύρο από καφεΐνη, αφού τον κ. καθηγητή κρατούσαν εξάλλου με δυσκολία κοντά τους. Η ‘ομάδα των 5’ επιτάχυνε:

- κ. καθηγητά, είπε η Γιάννα, φτάνουμε προς το τέλος. Δεν θα σας καθυστερήσουμε πολύ ακόμη. Σας παρακαλούμε, λόγω των ημερών εξάλλου,  να συζητήσουμε λίγο το φλέγον θέμα της Ανάστασης του Ιησού. Είναι δυνατόν να αποδειχθεί το γεγονός της αναστάσεως;

- Μέχρις εκεί που εμπίπτει στην λογική διερεύνηση, ναι! είπε ο ερευνητής της Καινής Διαθήκης. Μην ξεχνάτε πως τα ιστορικά και προσωπικά γεγονότα δεν ανιχνεύονται και αποδεικνύονται με θετικο-επιστημονικό τρόπο, αλλά με ιστορικο-νομικό. Δηλαδή από: Συλλογή πληροφοριών, μαρτυρίες αυτοπτών μαρτύρων, συγκρίσεις γραπτών κειμένων, αναφορές τρίτων ή γραπτές μαρτυρίες των ιδίων των πρωταγωνιστών, εξέταση διαφόρων αντικειμένων, αρχαιολογικών ερευνών κ.α. Το ίδιο ακριβώς συμβαίνει με τα γεγονότα της Αγίας Γραφής και της ανάστασης του Κυρίου. Δεν χωρεί εδώ επιστημονικο-θετική επαλήθευση. Ενώ λ.χ. για ένα πείραμα βιολογίας ή φυσικής χρησιμοποιούμε μεθόδους των φυσικών επιστημών, στον τομέα της ιστορίας, όπως είπαμε δεν μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε την ίδια μέθοδο. Δεν κάνουμε πειράματα για να αποδείξουμε δηλαδή ότι έζησε π.χ. ο Σωκράτης, ούτε μπορούμε στο εργαστήριο να αποδείξουμε την ανάσταση του Χριστού. Από χριστιανικής πλευράς: Ελέγχουμε αξιόπιστες αποδείξεις από τον βίο και την πολιτεία πολλών χιλιάδων μαρτύρων πίστεως που ενώθηκαν με τον Θεό και αγίασαν, εσωτερικές και εξωτερικές μαρτυρίες των Ευαγγελίων, εξωβιβλικές πηγές που αναφέρονται στον Χριστό και τους χριστιανούς κ.λπ. Διαθέτουμε μάλιστα πάμπολλες προφητείες που επαληθεύτηκαν στον Χριστό, τα άφθαρτα λείψανα των αγίων που θαυματοποιούν και μυροβλύζουν, το αναλλοίωτο του αγιασμένου νερού, του αντίδωρου και της Θείας Κοινωνίας, το άκτιστο θείο φως του οποίου είχαν εμπειρία τόσοι και τόσοι άγιοι, τα χιλιάδες θαύματα του Θεού διαχρονικά στην ιστορία και μέσω των αγίων Του, την τέλεια αναμαρτησία και διδασκαλία του Θεανθρώπου, τα πολυπληθή διασωζόμενα στα Ευαγγέλια θαύματά Του, την αυτοθυσία των αποστόλων χάριν του Χριστού, την θαυματουργική μεταστροφή του αποστόλου Παύλου, την ύπαρξη της Εκκλησίας για 2.000 χρόνια –γεγονός που και ο Χριστός προφήτευσε- κ.α. ‘Η ζωή ευτυχώς γνωρίζεται όσο τη ζεις’, και η ομορφιά και το νόημά της δεν προκύπτουν από εργαστηριακές επαληθεύσεις. Αξίες όπως η αγάπη, η φιλία, η ειρήνη κ.λπ. είναι ευλογία που δεν προκύπτουν από πειράματα χημείας και φυσικής.

- Απ’ ότι υποστηρίξατε, και όπως έχω διαβάσει, ο φυσικομαθηματικός Πασκάλ είχε τονίσει τη μεγάλη αξία της θυσίας των αποστόλων και των μαθητών του Κυρίου ως απόδειξη ισχυρή για την Ανάστασή Του, επενέβη στη συζήτηση ο Πέτρος.

- Όχι μόνο ο Πασκάλ, αλλά και ο ιερός Χρυσόστομος πρωτύτερα, απάντησε ο Βιβλικός ερμηνευτής. Ακούστε, τους είπε: Το κυρίως ελπιδοφόρο μήνυμα ολόκληρης της Αγίας Γραφής, και ιδιαιτέρως της Καινής Διαθήκης είναι η Ανάσταση του Χριστού. Το μαρτυρικό τέλος των αποστόλων και μαθητών του Χριστού είναι μεγάλη απόδειξη για την αλήθεια της αναστάσεως του Κυρίου. Δεν θα κήρυτταν ποτέ, με τέτοιο σθένος και δύναμη και με μεγάλο κίνδυνο της ζωής τους, αυτοί οι άλλοτε δειλοί ψαράδες, τελώνες κ.λπ. ένα ψέμα, που τους οδήγησε, και ήταν εν γνώσει τους, όχι μόνο στο να γίνουν αποσυνάγωγοι, να χάσουν περιουσίες, να κυνηγηθούν, να φυλακιστούν και να μαστιγωθούν επανειλημμένως, αλλά και να μαρτυρήσουν με την ζωή τους τον ένδοξο και αναστημένο Χριστό. Υπήρχε περίπτωση να δεχθούν να πεθάνουν ατιμωτικά και με φρικτά βασανιστήρια μια ομάδα ανθρώπων-αποστόλων, εάν γνώριζαν ότι κηρύττουν παραμύθια για μικρά παιδιά; Διότι όχι μόνο δεν διέθεταν κανένα κοσμικό μέσο, γνωριμίες και πολιτικές διασυνδέσεις εξασκώντας αρχικά το δημόσιο κήρυγμά τους περί ενός μάλιστα ταπεινωμένου, εξοντωμένου πάνω στο σταυρό και ως κακούργου θεωρουμένου βασιλέα, αλλά και διότι τρελοί δεν ήσαν, αν σκεφθούμε ότι το κήρυγμά τους είναι ό,τι πιο υψηλό έχουν να επιδείξουν όλοι οι αιώνες. Οι ευαγγελιστές άλλωστε δεν μιλάνε για συγκεκριμένη ώρα αναστάσεως που δεν γνωρίζουν, ενώ ο αναστάς καταγράφεται στα ευαγγέλια ότι εμφανίστηκε στους μαθητές του σε έντεκα περιπτώσεις και σε πάνω από 500 αδελφούς.

- Με τη σειρά μου να ρωτήσω και εγώ κάτι κ. καθηγητά, είπε ο Κώστας διστακτικά: Ήταν δυνατόν να είχε απλά ...... λιποθυμήσει ο Ιησούς πάνω στο σταυρό, να σηκώθηκε αργότερα και να βγήκε από τον τάφο;

- Αυτά που ρωτάς Κώστα, ίσως να γνωρίζεις ότι έχουν ειπωθεί και έχουν ερευνηθεί από πολλούς ιστορικούς, φιλόσοφους, θεολόγους και άθεους φιλολόγους, ενημέρωσε την ομάδα ο κ. Αδάμος. Πρέπει να γνωρίζουμε ότι ο Ιησούς εκτελέσθηκε δημόσια, πιστοποιήθηκε η εκτέλεσή Του από τον Ρωμαίο Επίτροπο Πιλάτο, από τον υπεύθυνο εκατόνταρχο και τους Ρωμαίους στρατιώτες, και, πριν απ' όλα αυτά, δέχθηκε ένα ισχυρότατο πλήγμα με ακόντιο στην πλευρά, από την οποία οπή, σε μέγεθος γροθιάς, έτρεξε αίμα και νερό (Ιω. 19,34). Ο ορός αυτός  (νερό και αιμοσφαίρια), που σχηματίζεται στο περικάρδιο ενός νεκρού ανθρώπου και σταματά την κίνηση της καρδιάς, είναι σήμερα μια μοναδική ιατροδικαστική απόδειξη ότι ο αρχηγός της Ζωής είχε πράγματι πεθάνει. Σύμφωνα με τα ανωτέρω ήταν αδύνατον να είχε απλά ...... λιποθυμήσει ο Ιησούς, να σηκώθηκε και να βγήκε από τον τάφο. Άλλωστε ούτε οι Εβραίοι τόλμησαν να ισχυριστούν κάτι τέτοιο, παρά μίλησαν μόνο για κλοπή. Θα μπορούσε εξάλλου ο καταταλαιπωρημένος και καταπληγωμένος Ιησούς να κυλήσει τον τεράστιο ογκόλιθο αλλά και να αγνοηθεί από την φρουρά; Το πρωί της Κυριακής του Πάσχα ο τάφος ήταν άδειος. Πιστοποιήθηκε από τις Μυροφόρες και τους μαθητές Του, αλλά και από τους Ιουδαίους, που δεν κατάφεραν να κρατήσουν δέσμιο τον αναστάντα, ακόμη και με την τοποθέτηση ογκόλιθου έξω από τον τάφο και φρουράς ενόπλων στρατιωτών.  Δεν συζητάμε την ευφάνταστη περίπτωση να είχαν κλέψει το σώμα Του κάποιοι από τους εχθρούς του, Ηρωδιανοί και Σαδδουκαίοι καθώς και στελέχη του Ναού,  αφού αυτό ακριβώς ήθελαν να αποφύγουν: την λαϊκή πίστη ότι ίσως ανασταινόταν απ’ τους νεκρούς.

- Και πώς είμαστε σίγουροι ότι την ψευδή είδηση πως οι μαθητές του Χριστού έκλεψαν το νεκρό σώμα Του, είχαν διαδώσει οι Ιουδαίοι; (Ματθ. 28,11-13), ρώτησε αυτή τη φορά ο Δημήτρης.

- Αποδεικνύεται, τού είπε ο ειδικός  επιστήμονας, με τις δύο ακόλουθες σκέψεις: Καταρχάς, ο τάφος ήταν πράγματι άδειος, και αυτό διαπιστώνεται από δύο τινά: Το ένα είναι πως αν κατείχαν οι Ιουδαίοι αρχιερείς το νεκρό σώμα του Ιησού, θα το παρουσίαζαν αμέσως ως απόδειξη τού ότι δεν είχε αναστηθεί εκ του τάφου και για να σταματήσουν το κηρυκτικό έργο των αποστόλων. Το δεύτερο είναι μια έγγραφη απόδειξη από τον Ιουστίνο, το Φιλόσοφο και Μάρτυρα, ο οποίος ήταν μάλιστα και Ιουδαίος. Αυτός ο θείος άνδρας, 100 χρόνια  περίπου μετά την ανάσταση του Χριστού, στο έργο του “Διάλογος προς Τρύφωνα” αναφέρει ότι οι Ιουδαίοι είχαν στ' αλήθεια διαδώσει μια τέτοια πλάνη, ότι δηλαδή οι μαθητές της “παράνομης αίρεσης των Χριστιανών” είχαν κλέψει το σώμα τού  εκτελεσθέντος από τους ομοεθνείς του, Ιησού, τη νύχτα κατά την οποία πέθανε και ετάφη. Δεδομένου ότι ο Ιουστίνος, απευθυνόμενος στο ιουδαϊκό του περιβάλλον προς υπεράσπιση του Χριστιανισμού, προβάλλει μια τέτοιας εκτάσεως κατηγορία προς αυτούς, πιστοποιεί ότι πράγματι ο τάφος την Κυριακή του Πάσχα βρέθηκε κενός καί από τους Ιουδαίους καί από τους μαθητές του Χριστού.

- Γιατί δεν μπορούμε να υποθέσουμε, είπε η Μαρία, ότι είχαν κλέψει το σώμα Του οι μαθητές Του, διαδίδοντας στη συνέχεια ότι αναστήθηκε;

- Αυτό σημαίνει, με βεβαιότητα εκφράστηκε εκείνος, ότι: α) οι δειλοί και έντρομοι ψαράδες-μαθητές του Χριστού θα είχαν μεταμορφωθεί από μόνοι τους και εντελώς ξαφνικά σε θαρραλέους λέοντες, αψηφώντας τον επικείμενο θάνατό τους σε περίπτωση που τους συνελάμβαναν, ενώ όσο ακόμη Εκείνος ζούσε τον αρνήθηκαν, τον πρόδωσαν, τον εγκατέλειψαν και κρύφτηκαν από μεγάλο φόβο, β) θα είχαν αψηφήσει την πάνοπλη ρωμαϊκή φρουρά ή θα την είχαν νικήσει ή θα είχαν περάσει ανάμεσά τους όταν όλοι (;) κοιμόντουσαν, γ) θα έπρεπε να είχαν μετακινήσει χωρίς θόρυβο μέσα στην ησυχία της νύχτας τον βάρους 2 τόνων λίθο του μνημείου, αποσπώντας και τη σφραγίδα από πάνω του, δ) θα προσπαθούσαν μάταια για πολλή ώρα να ξεκολλήσουν τις εμποτισμένες με πολλά κιλά ακριβών αρωμάτων γάζες από όλο του το σώμα, μιας και αυτές βρέθηκαν μέσα στο μνημείο κανονικά τακτοποιημένες, ε) θα είχαν πάρει και κρύψει το γυμνό σώμα του Ιησού και, στη συνέχεια, θα είχαν αρχίσει με μεγάλη τόλμη -και χωρίς να ενοχληθούν από τις συνεχόμενες ψεύτικες (υποθετικά) υποσχέσεις του διδασκάλου τους ότι θα ανασταινόταν την τρίτη ημέρα- να διαδίδουν την παράλογη και βλάσφημη απάτη της ανάστασης (εκείνοι που ήξεραν περισσότερο απ' όλους και βίωσαν το ηθικό μεγαλείο του Δασκάλου τους), υπομένοντας χωρίς λόγο εξευτελισμούς, μαστιγώσεις, φυλακίσεις, βασανιστήρια και φρικτό θάνατο, ενώ παράλληλα ήταν και πολύ καλά στα λογικά τους όπως αποδείχθηκε από την ζωή και το έργο τους. Κάτι τέτοιο δεν μπορεί να γίνει φυσικά πιστευτό από μια εξονυχιστική και αντικειμενική έρευνα. Στα προηγούμενα επιπροστίθεται η λογική σκέψη ότι είναι αδύνατον να μην παρουσιαζόταν έστω και ένας τρομοκρατημένος ή μετανιωμένος ή δωροδοκημένος μαθητής Του, ή των μαθητών συνεργάτης και γνώριμος, που να μην αποκάλυπτε την απάτη, φοβούμενος συν τοις άλλοις για την ζωή του, μόλις άρχιζαν να αυξάνονται οι διώξεις, τα παθήματα, οι φυλακίσεις, αλλά και οι δολοφονίες των πρώτων μαθητών του Χριστού.         

- Υπάρχει, όπως γνωρίζετε, και η θεωρία πως οι Μυροφόρες γυναίκες πήγαν από λάθος σε κάποιον άλλο άδειο τάφο, νομίζοντας έτσι, και από παρεξήγηση, ότι αναστήθηκε ο Ιησούς, παρενέβη ο Πέτρος.

- Αυτή είναι η θεωρία που ανέπτυξε ο Κίρσοπ Λέϊκ, του είπε ο καθηγητής, αλλά είναι φυσικά διάτρητη από ανακρίβειες. α) Πρώτα πρώτα οι Μυροφόρες είχαν επισκεφθεί τον τάφο από το βράδυ εκείνο που θάφτηκε μέσα σ' αυτόν ο Ιησούς και δεν πήγαν για πρώτη φορά να τον βρουν ξημερώματα Κυριακής, β) οι άγγελοι πιστοποίησαν την ανάσταση του Χριστού, γ) ο Πέτρος και ο Ιωάννης έτρεξαν αμέσως στον άδειο τάφο (γνώριζαν φυσικά πού είναι) και είδαν με τα μάτια τους όσα τους καταμαρτυρούσαν οι γυναίκες, δ) ήταν ο μοναδικός τάφος που είχε πάνω του σπασμένη ρωμαϊκή σφραγίδα και ε) οι αρχιερείς και οι Ρωμαίοι θα διέψευδαν και γελοιοποιούσαν τους αποστόλους, σε περίπτωση που είχαν κάνει λάθος στην ακριβή τοποθεσία εναπόθεσης του ενδόξου νεκρού σώματος, διδάσκοντας λίγο αργότερα μια υποτιθέμενη ανάστασή Του.   

- Δεν θα μπορούσαν ακόμη να είχαν παραισθήσεις και μαζικές οπτασίες περί της αναστάσεως οι απόστολοι κ. Αδάμο; ρώτησε η Γιάννα.

- Όχι βέβαια! της είπε. Επρόκειτο για ανθρώπους πρακτικούς και έξυπνους, για ψαράδες και φοροεισπράκτορες (λ.χ. ο Πέτρος και ο Ματθαίος) της καθημερινής βιοπάλης, και όχι για τρελούς ή αρρώστους ψυχολογικά, οι οποίοι δεν περίμεναν καθόλου μάλιστα να εξελιχθεί ένα τέτοιο ενδεχόμενο, τού να αναστηθεί δηλαδή ο Ιησούς. Οι μαθητές Του μην ξεχνάμε ότι πήραν για ανόητες τις Μυροφόρες όταν τους είπαν ότι έλειπε το σώμα Του από τον τάφο, στον δρόμο προς Εμμαούς οι δύο συνοδοιπόροι τού αναστημένου πλέον Ιησού, περίλυποι, δεν μπορούσαν να διανοηθούν το ενδεχόμενο της ανάστασης Του, οι Μυροφόρες σκεπτόντουσαν πώς θα κυλήσουν τον βαρύ βράχο, η Μαρία η Μαγδαληνή νόμισε ότι είδε τον κηπουρό και όχι τον αναστάντα Χριστό, οι απόστολοι πίστεψαν στην αρχή όταν τον πρωτοείδαν εγερθέντα ότι βλέπουν φάντασμα, ο Θωμάς ήταν ο πλέον δύσπιστος. Η σύγχρονη Ψυχολογία διδάσκει ότι παραισθήσεις συμβαίνουν μόνο σε εκείνους που περιμένουν εναγώνια να συμβεί κάτι συγκεκριμένο. Τέτοιας έκτασης και βάθους μαζικές παραισθήσεις να υπέστησαν, ώστε να βλέπουν τόσοι πολλοί άνθρωποι τον αναστημένο Χριστό, για τόσο μεγάλο διάστημα, όλες τις ώρες της ημέρας και σε διαφορετικές κάθε φορά τοποθεσίες, χωρίς να περιμένουν ή να ελπίζουν για ένα τέτοιο αξιοθαύμαστο γεγονός όπως η ανάσταση Του; Εξάλλου, μετά τις 40 ημέρες, οπότε και αναλήφθηκε ο Χριστός, γιατί σταμάτησαν ξαφνικά οι εμφανίσεις του αναστάντος, αν επρόκειτο για ψευδαισθήσεις;  Να υποθέσουμε ότι “συνεννοήθηκαν” όλοι μαζί για να πιστέψουν ότι αναλήφθηκε; Αυτά είναι αστεία και μόνο να τα συζητούν ορισμένοι. Πολύ περισσότερο αδικούν την νοημοσύνη τους αν τα πιστεύουν κιόλας. Θα γινόταν ποτέ ο Σαύλος [μορφωμένος Ιουδαίος και όχι κανένας μισότρελος και διανοητικά πειραγμένο άτομο, ο οποίος εξάλλου ήταν αμείλικτος διώκτης των Χριστιανών και της Πρώτης Εκκλησίας, με αρνητική ψυχολογία απέναντι στον Χριστιανισμό και με αυστηρή πίστη στην μονοθεΐα και την εθνικιστική παράδοση των εβραίων] τόσο ένθερμος χριστιανός, και μάλιστα απόστολος στα έθνη, αν δεν βίωνε την μοναδική εμπειρία της ελλάμψεως του προσώπου του Χριστού, μέρα μεσημέρι, στο δρόμο προς Δαμασκό, όπου πήγαινε για να σιδηροδέσει και φυλακίσει χριστιανούς; Είναι δυνατόν να έχουν κάποιοι παράκρουση, όταν ακούνε τον αναστάντα να τους νουθετεί και να δίνει οδηγίες για το έργο τους, να τρώει μπροστά τους, να τον αγγίζουν, να προσκαλεί τον Θωμά σε αυτοψία, να περπατά μαζί τους στο δρόμο και να συζητάνε για την αποστολή τους και ακόμη να ρωτά τρις τον Πέτρο αν τον αγαπά, για να του αποκαλύψει στη συνέχεια τον τρόπο του μαρτυρικού θανάτου του; Έπειτα: ο απόστολος και πρώην τελώνης Ματθαίος, ο ετεροθαλής αδελφός του Ιησού Ιάκωβος, ο από τους στύλους της Εκκλησίας Πέτρος, 500 χριστιανοί-μαθητές Του, ο πύρινος ιεραπόστολος Παύλος, όπως φαίνεται από τις ευαγγελικές διηγήσεις είδαν τον αναστημένο Ιησού μετά τον θάνατό Του. Των ανθρώπων αυτών το έργο, τα θαύματα και η διδασκαλία μαγνήτισαν και σαγήνευσαν γενεές γενεών ανθρώπων. Υπήρξαν ιδιαίτερα ανιδιοτελείς και σοβαροί μάρτυρες των θείων ενεργειών. Μάλιστα γνώριζαν πολύ στενά τον Χριστό και είχαν μαθητεύσει για χρόνια κοντά Του. Είναι αλήθεια ότι μόνο οι στενοί συγγενείς και φίλοι μπορούν να αναγνωρίσουν εύκολα την ταυτότητα προσφιλών προσώπων. Δεν λάθεψαν λοιπόν, ατενίζοντας τον Αναστημένο!

 - Διακρίνουμε κ. καθηγητά ότι ο Χριστιανισμός δεν βασίζεται σε παραλογίες, αλλά έχουν δυνατή βάση τα όσα περί αναστάσεως συζητάμε, ακούστηκε δυνατά να λέει ο Δημήτρης.

- Αλλοίμονο, και γι’ αυτό τα συζητάμε, παρατήρησε γελώντας ο Βιβλικός ειδήμων. Και συνέχισε: Βέβαια, γνώριζαν καλά οι απόστολοι πως το κήρυγμά τους προς τους συντηρητικούς ομοεθνείς τους για έναν μαραγκό-Θεάνθρωπο που περπατούσε στη θάλασσα, ηρεμούσε τρικυμίες, χάριζε το φως σε γεννημένους τυφλούς, έβγαζε δαιμόνια, θεράπευε παράλυτους, ανάσταινε νεκρούς και τέλος αναστήθηκε και ο ίδιος, χωρίς να έχουν μάρτυρες, θα τους οδηγούσε σίγουρα ή στο ψυχιατρείο της εποχής ή στην φυλακή. Γι' αυτό όχι μόνο διακήρυτταν -με την ενίσχυση μεγάλων θαυμάτων και σημείων που ποιούσαν- ότι οι ίδιοι είναι αυτόπτες και αυτήκοοι μάρτυρες της ζωής, της διδασκαλίας, του σταυρού και της ανάστασης του Ιησού, αλλά  και επικαλούνταν πολλούς από τους ίδιους τους ακροατές τους ως μάρτυρες των γεγενημένων στα Ιεροσόλυμα, γιατί πράγματι πλήθος από αυτούς τα είχαν ζήσει από  πρώτο χέρι:  {“Ισραηλίτες....ποιός ήταν ο Ιησούς ο Ναζωραίος σάς το απέδειξε ο Θεός με τα θαύματα και τα καταπληκτικά έργα που έκανε μέσω αυτού ανάμεσά σας. Αυτά τα ξέρετε εσείς οι ίδιοι πολύ καλά.... Αυτόν τον Ιησού τον ανέστησε ο Θεός, και για το γεγονός αυτό όλοι εμείς είμαστε μάρτυρες” (Πράξ. 2,22-33)}. Ο Χριστιανισμός δεν βασίζεται επομένως, όπως διαδίδουν ορισμένοι αμαθείς, στο παράλογο, σε πλύσεις εγκεφάλων ή σε ανοησίες “των παπάδων” και αυτό το διαπιστώσαμε σε όσα παραπάνω εξετέθησαν.      

Τελειώνοντας, επιτρέψτε μου εν κατακλείδι να σας πω τα εξής, συνέχισε ο ειδικός αναλυτής των Γραφών: Είναι ηλίου φαεινότερο ότι ο Χριστός αναστήθηκε από τους νεκρούς. “Ηγέρθη, ουκ έστιν ώδε”, ακούστηκε ο άγγελος να λέει με χαρά στις μυροφόρες και για όλο τον κόσμο μέχρι συντελείας των αιώνων. Είναι η αναγγελία της μελλοντικής ανάστασης για όλους μας. Έκτοτε η Εκκλησία βασίζεται πάνω στον άδειο τάφο του Ιησού. Και την ανάστασή Του αναγγέλλει μέχρις ότου έλθει και πάλι “ίνα κρίνει ζώντες και νεκρούς”. Μόνο η Ενσάρκωση, τα Πάθη και η Ανάσταση του Κυρίου εξάλλου μπορούν να ερμηνεύσουν τον ανθρώπινο πόνο και το κακό που επικρατούν πάνω στη γη. Θα παραμένουν στον αιώνα το μοναδικό κλειδί της ιστορίας, άνευ των οποίων η ιστορία παραμένει παράλογο μυστήριο και ο άνθρωπος συγχύζεται, καταντά τρελός, σκληρός ή μοιρολάτρης, μη μπορώντας να κατανοήσει το νόημά της. Η νίκη του Ιησού επί του Σταυρού είναι η νίκη κατά του θανάτου, είναι ο ουράνιος θρίαμβος πάνω στον πόνο, την απελπισία, την απόγνωση, την κακία. Ο Χριστός βάσταξε επί του σταυρού Του την αγωνία και τα πάθη όλου του κόσμου. Μετέφερε την ανθρώπινη κραυγή και το υπαρξιακό κλάμα μέχρι τον θρόνο του Πατέρα Του (καί με την Ανάληψή Του). Και λύτρωσε την ανθρώπινη φύση από την αθλιότητα και πτώση. Έκτοτε ο κάθε άνθρωπος μπορεί με προσωπικό αγώνα, ταπείνωση και αγάπη να ανορθωθεί και ενωθεί κατά χάριν με τον Τριαδικό Θεό. Να παλέψει με τον κατώτερο εαυτό του (τις αδυναμίες, αστοχίες και τα πάθη του) και με τη δύναμη του Θεού να νικήσει, κάνοντας πράξη την αγιογραφική ρήση που λέγει πως «Σ’ εκείνους που αγαπούν τον Θεό, όλα (ακόμη και τα κακά και δυσάρεστα) συνεργούν στο αγαθό». Διότι ο σταυρός και η ανάσταση του Χριστού μάς βεβαιώνουν εσώψυχα πως το κακό, ο φόβος και ο πόνος δεν έχουν πια την τελευταία λέξη στον κόσμο και την ιστορία, αλλά προσωρινές επί μέρους νίκες, ενώ την τελευταία μάχη θα κερδίσει ο πανένδοξος και παντοδύναμος Υιός του Θεού, ερχόμενος μετά των νεφελών του ουρανού, της βασιλείας του οποίου “ουκ έσται τέλος”.

Συμφωνήθηκε να φωτοτυπηθούν αμέσως μετά οι συγκεκριμένες σελίδες του βιβλίου του κ. καθηγητή, για να είναι σε χρήση όλων των φοιτητών της ιδίας ομάδας. Φεύγοντας χαιρετίσαμε εγκάρδια τον Βιβλικό επιστήμονα, καθώς και τον ιδιοκτήτη του καφενείου και την παρέα του, για την τόσο θερμή υποδοχή και περιποίηση που μας επιφύλαξαν, όπως εναρμονίζονται εξάλλου στην παράδοση, τις αρετές και τις αξίες του Ελληνισμού …………..

Απόσπασμα από το βιβλίο του Θεολόγου Μιχαήλ Γ. Χούλη, με τίτλο: Ο ΙΗΣΟΥΣ ΤΗΣ ΦΑΝΤΑΣΙΑΣ ΚΑΙ Ο ΧΡΙΣΤΟΣ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ

Θανάτω Θάνατον πατήσας



ΘΑΝΑΤΩ ΘΑΝΑΤΟΝ ΠΑΤΗΣΑΣ
π. ΑΝΤΩΝΙΟΥ ΑΛΕΒΙΖΟΠΟΥΛΟΥ
Αφού ο άνθρωπος σώζεται με το γεγονός της εναν­θρώπησης του Λόγου, γιατί ο Χριστός έπρεπε να παρα­δώσει το σώμα Του στο θάνατο;

Το σώμα του Χριστού ήταν κτιστό και επομένως θνη­τό μπορούσε να αποθάνει. Όμως επειδή ήταν ενωμένο με τον ίδιο τον Λόγο του Θεού, που ήταν η ζωή (Ιω. α' 4, ιδ' 6, Α' Ιω. ε' 11), δεν ήταν δυνατόν να παραμείνει νε­κρό. Δια τούτο απέθανε μεν ως θνητόν, ανέζησεν όμως λόγω της ζωής που είχε μέσα του (Μ. Αθαν. Πρβλ. Β' Κορ. ιγ'4. Ψαλμ.ξζ'2,ζ'7-9).

Έτσι ο Λόγος του Θεού ενανθρώπησε (Ιω. α' 14), έ­λαβε δηλαδή σώμα θνητό, για να μπορέσει και να αποθάνει, αλλά και να εξαφανίσει το θάνατο, μια και ο θάνατος δεν μπορούσε να κρατήσει τον αρχηγό της ζωής (Πράξ. θ'24.γ' 15).

Με το θάνατό Του ο Χριστός προσέφερε το σώμα Του για χάρη όλων των ανθρώπων. Έπαθε υπέρ πάντων και με το πάθος Του κατάργησε το θάνατο, αφού ο θάνατος δεν μπόρεσε να Τον νικήσει. Ταυτόχρονα όμως κατάργη­σε και εκείνον που εξουσίαζε το καθεστώς του θανάτου, δηλαδή τον ίδιο το διάβολο, και απάλλαξε τους ανθρώ­πους από τη σκληρή δουλεία της αμαρτίας (Εβρ. β 14-15).

Ο απόστολος Παύλος υπογραμμίζει πως κατά τη δευ­τέρα παρουσία του Χριστού θα πραγματοποιηθεί ο λόγος: Πού η νίκη σου, θάνατε; πού το κέντρο σου. άδη; (Ως. ιγ' 14). Με τη δική μας ανάσταση θα ολοκληρωθεί η νίκη κατά του θανάτου Και όταν αυτό το οποίο είναι φθαρτό θα ενδυθεί την αφθαρσία, τότε θα εκπληρωθεί ο λόγος που είναι γραμμένος·

Κατεβροχθίσθη ο θάνατος και ενικήθη. Πού είναι, θάνατε, το κεντρί σου; πού είναι, άδη, η νίκη σου;...Ας ευχαριστήσωμε τον Θεόν, που μας δίδει την νίκη δια του Κυρίου μας Ιησού Χριστού (Α' Κορ. ιε' 54-57).

Πού σου, θάνατε, το κέντρον; πού σου, άδη το νίκος; Ανέστη Χριστός και συ καταβέθλησαι!, επαναλαμβά­νει η Εκκλησία μας τη νύχτα του Πάσχα.

Εάν ένας αληθινός βασιλεύς κατανικήσει ένα τύραννον και του δέσει τα χέρια και τα πόδια, όλοι πλέον οι περαστικοί τον περιπαίζουν και τον κτυπούν και τον δια­σύρουν, διότι δεν φοβούνται τη μανία του και την αγριό­τητά του, χάρις εις τον νικητή βασιλέα. Έτσι, αφού ο Σωτήρ ενίκησε και εδειγμάτισε τον θάνατον εις τον σταυ­ρόν και έδεσε τα χέρια του και τα πόδια του, όλοι όσοι ζουν χριστιανικώς τον καταπατούν και όσοι ομολογούν τον Χριστόν τον χλευάζουν και τον περιπαίζουν λέγοντες αυτά που εξ αρχής έχουν γραφεί εναντίον του:

Δευτέρα 17 Σεπτεμβρίου 2018

Ο ΧΡΙΣΤΟΣ ΣΤΟΝ ΑΔΗ (καὶ πῶς ὁ Ἅδης ἀνεγνώρισε τὰ τραύματα τοῦ Χριστοῦ, ἀφοῦ ὁ Χριστὸς δὲν εἶχε σῶμα, ἀλλὰ μόνο ψυχή)

 

 

Ο ΧΡΙΣΤΟΣ ΣΤΟΝ ΑΔΗ

(Ἐπιλεγμένα ἀποσπάσματα ἀπὸ τὸ βιβλίο
τοῦ Μητρ. Ναυπάκτου Ἱεροθέου:
«Οἱ Δεσποτικὲς Ἑορτές»)

.        Τί ἀκριβῶς ἐννοοῦμε ὅταν κάνουμε λόγο γιὰ τὸν Ἅδη καὶ τὴν κάθοδο τοῦ Χριστοῦ σὲ αὐτόν; Ὑπάρχουν πολλὰ χωρία τόσο στὴν Παλαιὰ ὅσο καὶ στὴν Καινὴ Διαθήκη, ποὺ ἀναφέρονται στὸν Ἅδη. […] Ἡ λέξη Ἅδης στὴν Καινὴ Διαθήκη ἀντιστοιχεῖ μὲ τὴν Ἑβραϊκὴ λέξη «Σεὼλ» ποὺ ἑρμηνεύεται ὡς ἄντρο, βάραθρο, ἄβυσσος, καὶ δηλώνει τὸ σκοτεινὸ καὶ ἀόρατο βασίλειο τῶν νεκρῶν, δηλαδὴ ἐκεῖ ποὺ εὑρίσκονται τὰ πνεύματα τῶν νεκρῶν.

.          Ἡ λέξη Ἅδης προέρχεται ἀπὸ τὴν ἑλληνικὴ μυθολογία. Εἶναι ὁ Ἁΐδης καὶ Ἁϊδωνεύς, ὁ Υἱὸς τοῦ Κρόνου καὶ τῆς Ρέας, […] Ὁ Ἅδης ἔλαβε τὴν κυριαρχία τοῦ κάτω κόσμου, τοῦ κόσμου τῶν νεκρῶν, ὅπου ὑπάρχει πυκνὸ σκοτάδι. Ἐκεῖ δέχεται τοὺς νεκρούς, τοὺς ὁποίους ἐξουσιάζει. Φυσικά, τόσο ἡ Παλαιὰ Διαθήκη, ὅσο καὶ ἡ Καινὴ Διαθήκη δὲν δέχονται αὐτὲς τὶς θεωρίες γιὰ τὸν Ἅδη. Δὲν θεωροῦν ὅτι εἶναι κάποιος Θεὸς  ἀλλὰ ὅτι εἶναι τὸ κράτος καὶ ἡ ἐξουσία τοῦ θανάτου καὶ τοῦ διαβόλου […] Δεδομένου μάλιστα ὅτι οἱ ψυχὲς δὲν εἶναι ὑλικές, ἀλλὰ ἄϋλες, δὲν μποροῦμε νὰ θεωρήσουμε τὸν Ἅδη ὡς ἕναν ἰδιαίτερο τόπο.
.        Ἔτσι, λοιπόν, ἡ εἰκόνα τοῦ Ἅδου χρησιμοποιεῖται συμβολικὰ ἀπὸ τὴν Ἁγία Γραφὴ γιὰ νὰ δηλωθῆ τὸ κράτος τοῦ θανάτου καὶ τοῦ διαβόλου. […]  Γι’ αὐτὸν τὸν λόγο στὴν Ὀρθόδοξη Παράδοση ὁ Ἅδης δὲν εἶναι ἁπλῶς ἕνας ἰδιαίτερος τόπος, ἀλλὰ ἡ κυριαρχία τοῦ θανάτου καὶ τοῦ διαβόλου. Οἱ ψυχὲς τῶν ἀνθρώπων ποὺ βρίσκονται στὴν ἐξουσία τοῦ διαβόλου καὶ τοῦ θανάτου, λέμε ὅτι βρίσκονται στὸν Ἅδη. Μὲ αὐτὴν τὴν ἔννοια πρέπει νὰ θεωροῦμε τὴν διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας γιὰ τὴν κάθοδο τοῦ Χριστοῦ στὸν Ἅδη, ὅτι, δηλαδή, ὁ Χριστὸς μπῆκε στὴν ἐξουσία τοῦ θανάτου, δέχθηκε νὰ πεθάνη, ὁπότε μὲ τὴν δύναμη τῆς θεότητός Του νίκησε τὸν θάνατο, τὸν κατέστησε ἐντελῶς ἀνίσχυρο καὶ ἀδύναμο, καὶ ἔδωσε τὴν δυνατότητα σὲ κάθε ἄνθρωπο, μὲ τὴν δική Του δύναμη καὶ ἐξουσία, νὰ ἀποφεύγη τὴν κυριαρχία, τὴν ἐξουσία καὶ τὴν δύναμη τοῦ θανάτου καὶ τοῦ διαβόλου.
.            Γιὰ τὴν κάθοδο τοῦ Χριστοῦ στὸν Ἅδη ἔχουμε μαρτυρία ἀπὸ τὴν Καθολικὴ Ἐπιστολὴ τοῦ Ἀποστόλου Πέτρου, στὴν ὁποία λέγεται: «Χριστὸς ἅπαξ περὶ ἁμαρτιῶν ἔπαθε, δίκαιος ὑπὲρ ἀδίκων, ἵνα ἡμᾶς προσαγάγῃ τῷ Θεῷ, θανατωθεὶς μὲν σαρκί, ζωοποιηθεὶς δὲ πνεύματι, ἐν ᾧ καὶ τοῖς ἐν φυλακῇ πνεύμασι πορευθεὶς ἐκήρυξεν…» (Α´ Πέτρ. γ´ 18-19). Ἐδῶ φαίνεται καθαρὰ ὅτι ὁ Χριστός, μὲ τὴν θεότητά Του, κατέβηκε στὴν φυλακὴ τῶν πνευμάτων, δηλαδὴ τῶν ψυχῶν, καὶ κήρυξε μετάνοια. Τὸ ἴδιο λέγει καὶ σὲ ἄλλο σημεῖο στὴν ἴδια ἐπιστολή: «εἰς τοῦτο γὰρ καὶ νεκροῖς εὐηγγελίσθη…» (Α´ Πέτρ. δ´ 6).
.         Στὴν Παράδοση τῆς Ἐκκλησίας γίνεται πολὺς λόγος γιὰ τὴν κάθοδο τοῦ Χριστοῦ στὸν Ἅδη μὲ τὴν ἔννοια ὅτι εἰσῆλθε μέσα στὸ κράτος καὶ τὸ βασίλειο τοῦ θανάτου. Εἶναι συνταρακτικὰ τὰ τροπάρια ποὺ ψάλλονται κατὰ τὸν ἑσπερινὸ τοῦ Πάσχα, τὰ ὁποῖα ἀρχίζουν μὲ τὴν φράση “σήμερον ὁ Ἅδης στένων βοᾶ”. Παρουσιάζουν, δηλαδή, τὸν Ἅδη νὰ φωνάζη μὲ στεναγμό. Μεταξὺ τῶν ἄλλων λέγει ὅτι κατελύθη ἡ ἐξουσία του, ἀφοῦ ὁ Χριστὸς ἐλευθέρωσε ὅλους αὐτοὺς ποὺ κατεῖχε ἀπὸ αἰώνων. Εἶναι χαρακτηριστικὰ τὰ λόγια: “κατεπόθη μου τὸ κράτος, ὁ ποιμὴν ἐσταυρώθη καὶ τὸν Ἀδὰμ ἀνέστησεν, ὧνπερ ἐβασίλευον ἐστέρημαι, καὶ οὓς κατέπιον ἰσχύσας πάντας ἐξήμεσα, ἐκκένωσε τοὺς τάφους ὁ σταυρωθείς, οὐκ ἰσχύει τοῦ θανάτου τὸ κράτος”.

.          Πολὺ σημαντικὸς γιὰ τὸ σημεῖο αὐτὸ εἶναι καὶ ὁ Κατηχητικὸς Λόγος τοῦ ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου, ποὺ διαβάζουμε κατὰ τὴν θεία Λειτουργία τῆς Κυριακῆς τοῦ Πάσχα. Μεταξὺ τῶν ἄλλων λέγεται ὅτι ὁ Ἅδης, ὅταν συνάντησε τὸν Χριστό, “ἐπικράνθη… κατηργήθη… ἐνεπαίχθη… ἐνεκρώθη… καθηρέθη… ἐδεσμεύθη”. Στὴν συνέχεια λέγεται ὅτι ὁ Ἅδης, μὲ τὸν θάνατο τοῦ Χριστοῦ στὸν Σταυρό, ἔλαβε θνητὸ σῶμα καὶ βρέθηκε ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ, ἔλαβε γῆ-χῶμα καὶ συνάντησε οὐρανό, ἔλαβε αὐτὸ ποὺ ἔβλεπε, δηλαδὴ ἀνθρώπινο σῶμα, ἀνθρώπινη φύση, καὶ νικήθηκε ἀπὸ αὐτὸ ποὺ δὲν ἔβλεπε, δηλαδὴ ἀπὸ τὴν θεότητα.
.         Τὴν διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας γιὰ τὴν κάθοδο τοῦ Χριστοῦ στὸν Ἅδη περιέγραψε ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνὸς σὲ ἕνα γνωστότατο τροπάριο τοῦ Κανόνος τοῦ Πάσχα: “Κατῆλθες ἐν τοῖς κατωτάτοις τῆς γῆς καὶ συνέτριψας μοχλοὺς αἰωνίους, κατόχους πεπεδημένων, Χριστέ, καὶ τριήμερος, ὡς ἐκ κήτους Ἰωνᾶς ἐξανέστης τοῦ τάφου”.
.          Ὁ ἅγιος Ἐπιφάνιος, ἐπίσκοπος Κύπρου, σὲ σχετική του ὁμιλία κάνει μία θαυμάσια περιγραφὴ τῆς καθόδου τοῦ Χριστοῦ στὸν Ἅδη καὶ ὅλων ἐκείνων ποὺ συνέβησαν κατ’ αὐτήν, ἑρμηνεύοντας σχετικὸ ψαλμὸ τοῦ Δαυὶδ (κγ´ 7-10). Μὲ παραστατικὸ λόγο λέγει ὅτι ὁ Χριστὸς κατέβηκε στὸν Ἅδη “θεοπρεπῶς, πολεμικῶς… δεσποτικῶς”, συνοδευόμενος ὄχι ἀπὸ δώδεκα λεγεῶνες ἀγγέλων, ἀλλὰ ἀπὸ μύριες, μυριάδες καὶ χίλιες χιλιάδες ἀγγέλους. Προέφθασε ὁ ἀρχιστράτηγος Γαβριὴλ γιὰ νὰ τοὺς ἀναγγείλη τὴν ἔλευση τοῦ Χριστοῦ, ἀφοῦ ἄλλωστε αὐτὸς ἦταν ἐκεῖνος ποὺ εὐηγγελίσθη τὴν Παναγία. Εἶπε: “Ἄρατε πύλας οἱ ἄρχοντες ὑμῶν”. Στὴν συνέχεια φώναξε ὁ ἀρχάγγελος Μιχαήλ: “καὶ ἐπάρθητε πύλαι αἰώνιοι”. Οἱ δυνάμεις τῶν ἀγγέλων εἶπαν: “ἀπόστητε, πυλωροί, οἱ παράνομοι”. Καὶ οἱ ἄλλες ἐξουσίες: “συντρίβητε αἱ ἁλύσεις οἱ ἄλυτοι… Φοβήθητε, τύραννοι οἱ παράνομοι”. Ἐμφανίστηκε ὁ Χριστὸς καὶ προξένησε μεγάλο φόβο, ταραχὴ καὶ φρίκη. Ὁπότε οἱ ἄρχοντες τοῦ Ἅδου φώναξαν δυνατά: “τίς ἐστιν οὗτος ὁ βασιλεὺς τῆς δόξης;” Τότε ὅλες οἱ δυνάμεις τῶν οὐρανῶν φώναξαν: “Κύριος κραταιὸς καὶ δυνατός, Κύριος δυνατὸς ἐν πολέμῳ… Κύριος τῶν δυνάμεων, αὐτός ἐστιν ὁ βασιλεὺς τῆς δόξης” (Ψαλμ. κγ´, 7-10).

Η ΚΑΘΑΙΡΕΣΗ ΤΟΥ ΑΔΟΥ ΚΑΙ Η ΝΕΚΡΩΣΗ ΤΟΥ ΘΑΝΑΤΟΥ ΤΟ ΒΑΘΥΤΕΡΟ ΝΟΗΜΑ ΤΗΣ ΑΝΑΣΤΑΣΙΜΟΥ ΕΟΡΤΗΣ («γιατὶ ἡ Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ εἰκονογραφεῖται μὲ τὴν κάθοδο στὸν Ἅδη»)

Ἡ Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ

Ἀπὸ τὸ βιβλίο
τοῦ Μητρ. Ναυπάκτου Ἱεροθέου:
«Οἱ Δεσποτικὲς Ἑορτές»)

.          Ἡ Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ εἶναι τὸ μεγαλύτερο γεγονὸς μέσα στὴν ἱστορία. Εἶναι αὐτὸ ποὺ διαφοροποιεῖ τὸν Χριστιανισμὸ ἀπὸ ὁποιαδήποτε ἄλλη θρησκεία. Οἱ ἄλλες θρησκεῖες ἔχουν ἀρχηγοὺς θνητούς, ἐνῶ Κεφαλὴ τῆς Ἐκκλησίας εἶναι ὁ ἀναστημένος Χριστός. Ἡ Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ εἶναι ἡ ἀνανέωση τῆς ἀνθρωπίνης φύσεως, ἡ ἀνάπλαση τοῦ ἀνθρωπίνου γένους, ἡ βίωση τῆς ἐσχατολογικῆς πραγματικότητος. Ὅταν μιλοῦμε γιὰ τὴν Ἀνάσταση δὲν τὴν ξεχωρίζουμε ἀπὸ τὸν Σταυρό, ἀφοῦ Σταυρὸς καὶ Ἀνάσταση εἶναι οἱ δύο πόλοι τοῦ λυτρωτικοῦ βιώματος, ὅπως προσευχόμαστε στὴν Ἐκκλησία, “διὰ τοῦ Σταυροῦ χαρὰ ἐν ὅλῳ τῷ κόσμῳ. Διὰ παντὸς εὐλογοῦντες τὸν Κύριον ὑμνοῦμεν τὴν ἀνάστασιν αὐτοῦ”, ἢ ὅπως ψάλλουμε, “τὸν Σταυρόν σου προσκυνοῦμεν, Δέσποτα, καὶ τὴν ἁγίαν Σου Ἀνάστασιν δοξάζομεν”.
.          Στὴν Ἐκκλησία κάνουμε διαρκῶς λόγο γιὰ τὴν Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ ποὺ ἔχει μεγάλη σημασία γιὰ τὴν ζωὴ τοῦ πιστοῦ. Δὲν πιστεύουμε σὲ κοινωνικὲς ἐπαναστάσεις, ἀφοῦ τὸ μεγαλύτερο καλὸ στὴν Οἰκουμένη προῆλθε ἀπὸ τὴν Ἀνάσταση καὶ ὄχι ἀπὸ κάποια ἀνθρώπινη κοινωνικὴ ἐπανάσταση. Κι ἂν συσχετίσουμε τὴν Ἀνάσταση μὲ τὴν ἀληθινὴ ἐπανάσταση, τότε βρισκόμαστε στὴν ἀλήθεια, ἀπὸ τὴν ἄποψη ὅτι διὰ τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Χριστοῦ ὁ ἄνθρωπος ἐπανῆλθε στὴν ἀρχική του θέση καὶ ἀνέβηκε ἀκόμη ψηλότερα. Ἡ λέξη ἐπανάσταση προέρχεται ἀπὸ τὸ ρῆμα ἐπανίστημι, ποὺ σημαίνει ἐπανέρχομαι στὴν προηγούμενη θέση. Αὐτὴ ἡ ἐπανόρθωση, ἡ ἀποκατάσταση τοῦ ἀνθρώπου ἔγινε μὲ τὴν Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ.
.          Ὁ Ἀπόστολος Παῦλος σαφῶς διακηρύσσει: “Εἰ δὲ Χριστὸς οὐκ ἐγήγερται, ματαία ἡ πίστις ὑμῶν” (Α´ Κορ. ιε´ 17). Ἡ ἀληθινότητα καὶ ἡ δυναμικότητα τῆς πίστεως ὀφείλεται στὸ λαμπρὸ γεγονὸς τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Χριστοῦ. Χωρὶς αὐτὴν οἱ Χριστιανοὶ εἶναι “ἐλεεινότεροι πάντων ἀνθρώπων” (Α´Κορ. ιε´ 19).

Α. Γιατὶ ἡ Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ εἰκονογραφεῖται μὲ τὴν κάθοδο στὸν Ἅδη

.          Ἡ Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ ἑορτάζεται ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία ἀπὸ τὴν στιγμὴ τῆς καταβάσεώς Του στὸν Ἅδη, ὅπου ἐλευθέρωσε τὶς ψυχὲς τῶν δικαίων τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης ἀπὸ τὸ κράτος τοῦ θανάτου καὶ τοῦ διαβόλου. Ἔτσι τὴν πανηγυρίζει ἡ Ἐκκλησία μας. Στὰ λειτουργικὰ κείμενα φαίνεται καθαρὰ ὅτι ὁ πανηγυρισμὸς τῆς Ἀναστάσεως ἀρχίζει ἀπὸ τὴν Μ. Παρασκευή, ὅπως τὸ βλέπουμε στὴν ἀκολουθία τοῦ ὄρθρου τοῦ Μ. Σαββάτου, ὅπου γίνεται καὶ ἡ περιφορὰ τοῦ Ἐπιταφίου. Καὶ οἱ ὁμιλίες τῶν Πατέρων κατὰ τὴν Μ. Παρασκευὴ στὴν πραγματικότητα εἶναι ἀναστάσιμες καὶ νικητήριες.
.          Αὐτὸ φαίνεται καὶ ἀπὸ τὴν ἱερὴ ἁγιογραφία τῆς Ἀναστάσεως. Ἡ Ἐκκλησία καθόρισε νὰ θεωρῆται ὡς πραγματικὴ εἰκόνα τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Χριστοῦ ἡ κάθοδός Του στὸν Ἅδη. Βέβαια, ὑπάρχουν καὶ εἰκόνες τῆς Ἀναστάσεως ποὺ περιγράφουν τὴν ἐμφάνιση τοῦ Χριστοῦ στὶς Μυροφόρες καὶ τοὺς Μαθητάς, ἀλλὰ κατ ξοχν εκόνα τς ναστάσεως εναι συντριβ το θανάτου, πο γινε μ τν κάθοδο το Χριστο στν δη, ταν ψυχ μαζ μ τν θεότητα κατλθε στν δη κα λευθέρωσε τς ψυχς τν δικαίων τς Παλαις Διαθήκης, πο τν περίμεναν ς Λυτρωτή.
.          Ἡ εἰκονογράφηση τῆς Ἀναστάσεως μὲ τὴν κάθοδο τοῦ Χριστοῦ στὸν Ἅδη γίνεται γιὰ πολλοὺς καὶ σοβαροὺς θεολογικοὺς λόγους. Πρῶτον, γιατί κανεὶς δὲν εἶδε τὸν Χριστὸ τὴν ὥρα ποὺ ἀναστήθηκε, ἀφοῦ ἐξῆλθε ἀπὸ τὸν τάφο “ἐσφραγισμένου τοῦ μνήματος”. Ὁ σεισμὸς ποὺ ἔγινε καὶ ἡ κάθοδος τοῦ ἀγγέλου ποὺ σήκωσε τὴν πλάκα τοῦ τάφου, ἔγιναν γιὰ νὰ βεβαιωθοῦν οἱ Μυροφόρες γυναῖκες ὅτι ἀναστήθηκε ὁ Χριστός. Δεύτερον, γιατί, ὅταν ἡ ψυχὴ τοῦ Χριστοῦ ἑνωμένη μὲ τὴν θεότητα κατῆλθε στὸν Ἅδη, συνέτριψε τὸ κράτος τοῦ θανάτου καὶ τοῦ διαβόλου, ἀφοῦ μὲ τὸν δικό Του θάνατο νίκησε τὸν θάνατο. Φαίνεται καθαρὰ στὴν Ὀρθόδοξη Παράδοση, ὅτι μὲ τὸν θάνατο τοῦ Χριστοῦ καταργήθηκε ὁλοκληρωτικὰ τὸ κράτος τοῦ θανάτου. Ἄλλωστε, ψάλλουμε στὴν Ἐκκλησία: “Χριστὸς ἀνέστη ἐκ νεκρῶν θανάτῳ θάνατον πατήσας…”. θριαμβευτικ νίκη Του ναντίον το θανάτου γινε κριβς τν ρα πο ψυχ το Χριστο νωμένη μ τν θεότητα κατήργησε τν θάνατο. Τρίτον, ὁ Χριστὸς μὲ τὴν κάθοδό Του στὸν Ἅδη ἐλευθέρωσε τὸν Ἀδὰμ καὶ τὴν Εὕα ἀπὸ τὸν θάνατο. Ἔτσι, ὅπως διὰ τοῦ Ἀδὰμ προῆλθε ἡ πτώση ὁλοκλήρου του ἀνθρωπίνου γένους, ἀφοῦ αὐτὸς εἶναι ὁ γενάρχης μας, ἔτσι διὰ τῆς ἀναστάσεως τοῦ Ἀδὰμ γευόμαστε τοὺς καρποὺς τῆς ἀναστάσεως καὶ τῆς σωτηρίας. Λόγῳ τῆς ἑνότητος τῆς ἀνθρωπίνης φύσεως ὅ,τι ἔγινε στὸν προπάτορα ἔγινε σὲ ὅλη τὴν ἀνθρώπινη φύση.
.           Γι’ αὐτοὺς τοὺς λόγους ἡ χαρακτηριστικότερη εἰκόνα τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Χριστοῦ θεωρεῖται ἡ κάθοδός Του στὸν Ἅδη, ἀφοῦ, ἄλλωστε, ὅπως θὰ δοῦμε καὶ στὰ ἑπόμενα, ἡ οὐσία τῆς ἑορτῆς τῆς Ἀναστάσεως εἶναι ἡ νέκρωση τοῦ θανάτου καὶ ἡ κατάργηση τοῦ διαβόλου: “Θανάτου ἐορτάζομεν νέκρωσιν, ἅδου τὴν καθαίρεσιν”, ψάλλουμε στὴν Ἐκκλησία. Ἡ καθαίρεση τοῦ Ἅδου καὶ ἡ νέκρωση τοῦ θανάτου εἶναι τὸ βαθύτερο νόημα τῆς ἀναστασίμου ἑορτῆς.

Πέμπτη 13 Σεπτεμβρίου 2018

ΓIA TON ΘANATO TOY ANΘPΩΠOY KAI THN ANAΣTAΣH TOY XPIΣTOY [Α´] τοῦ πρωτ. Γεωργίου Φλωρόφσκυ (†)


(Ἐπιλεγμένα ἀποσπάσματα)
 .       Ἡ λύτρωση δὲν εἶναι ἁπλῶς ἡ συγχώρηση τῶν ἁμαρτιῶν, δὲν εἶναι ἁπλῶς ἡ συμφιλίωση τοῦ ἀνθρώπου μὲ τὸν Θεό. Εἶναι ἡ ὁλοκληρωτικὴ ἐξαφάνιση τῆς ἁμαρτίας, ἡ ἀπαλλαγὴ ἀπὸ τὴν ἁμαρτία καὶ τὸν θάνατο. Καὶ ἡ λύτρωση ὁλοκληρώθηκε ἐπάνω στὸν Σταυρό, «διὰ τοῦ αἵματος τοῦ σταυροῦ αὐτοῦ» (Κολασ. α´, 20· πρβλ. Πράξ. κ´, 28· Ρωμ. ε´, 9· Ἐφεσ. α´, 7· Κολασ. α´, 14· Ἑ‚ρ. θ´, 22· Ἰωάν. α´, 7· Ἀποκ. α´, 5-6· ε´, 9). Ὄχι μόνο μὲ τὴν ὀδύνη τοῦ Σταυροῦ, ἀλλ᾽ ἀκριβῶς μὲ τὸν θάνατο ἐπάνω στὸν Σταυρό. Καὶ ἡ τελικὴ νίκη κερδήθηκε, ὄχι μὲ τὶς ὀδύνες ἢ τὴν καρτερία, ἀλλὰ μὲ τὸν θάνατο καὶ τὴν ἀνάσταση. Ἐδῶ φτάνουμε στὸ ὀντολογικὸ βάθος τῆς ἀνθρωπίνης ὑπάρξεως. Ὁ θάνατος τοῦ Κυρίου μας ἦταν ἡ νίκη κατὰ τοῦ θανάτου καὶ τῆς θνητότητας, ὄχι ἁπλῶς ἡ συγχώρηση τῶν ἁμαρτιῶν, οὔτε ἁπλῶς μιὰ δικαίωση τοῦ ἀνθρώπου, οὔτε ἀκόμα μιὰ ἱκανοποίηση μιᾶς ἀφηρημένης δικαιοσύνης. (…)
 .         Ἡ ἀνθρώπινη ὕπαρξη, ὅταν χωρίζεται ἀπὸ τὸν Θεό, καταλαμβάνεται ἀπὸ ταραχή, χάνει τὸν εἱρμό της, τρόπον τινά, ἀποσυντίθεται. Ἡ ἴδια ἡ δομὴ τοῦ ἀνθρώπου χάνει τὴ σταθερότητά της. Ἡ ἑνότητα τῆς ψυχῆς καὶ τοῦ σώματος γίνεται ἐπισφαλής. Ἡ ψυχὴ χάνει τὴν ζωτική της δύναμη, δὲν εἶναι πιὰ ἱκανὴ νὰ ζωογονήσει τὸ σῶμα. Tὸ σῶμα μεταβάλλεται σὲ τάφο ἢ φυλακὴ τῆς ψυχῆς. Καὶ ὁ φυσικὸς θάνατος γίνεται ἀναπότρεπτος. (…) Τὸ δημιούργημα, δημιουργημένο ἀπὸ τὸ μηδέν, βρίσκεται ἐπίσης πάνω ἀπὸ τὴν ἄβυσσο τοῦ μηδενός, ἕτοιμο πάντοτε νὰ πέσει μέσα της. Ἡ δημιουργημένη φύση, λέγει ὁ ἅγ. Ἀθανάσιος, εἶναι θνητὴ καὶ ἀσταθής, «ρέουσα καὶ ὑποκείμενη σὲ διάλυση» («φύσις ρευστὴ καὶ διαλυομένη»). Καὶ σώζεται ἀπὸ αὐτὴ τὴ «φυσικὴ φθορά» μόνο μὲ τὴ δύναμη τῆς οὐράνιας Χάρης, «μὲ τὴν ἐνοίκηση τοῦ λόγου». Ἔτσι ὁ χωρισμὸς ἀπὸ τὸν Θεὸ ὁδηγεῖ τὸ δημιούργημα σὲ ἀποσύνθεση καὶ φθορά. (…)
 .          Στὴν Χριστιανικὴ ἐμπειρία ὁ θάνατος παρουσιάζεται κατ᾽ ἀρχὴν ὡς μεγάλη τραγωδία, ὡς ὀδυνηρὴ μεταφυσικὴ καταστροφή, ὡς μυστηριώδης ἀποτυχία τοῦ ἀνθρώπινου προορισμοῦ. Γιατί ὁ θάνατος δὲν εἶναι ἡ φυσικὴ κατάληξη τῆς ἀνθρώπινης ὑπάρξεως. Ἀκριβῶς τὸ ἀντίθετο συμβαίνει. Ὁ θάνατος τοῦ ἀνθρώπου εἶναι ἀφύσικος, εἶναι μία ἀποτυχία. Ὁ Θεὸς δὲν δημιούργησε τὸν θάνατο· δημιούργησε τὸν ἄνθρωπο γιὰ τὴν ἀφθαρσία καὶ τὴν ἀληθινὴ ζωή, «εἰς τὸ εἶναι» (πρβλ. Σοφία Σολομ. ϛ´, 18 καὶ β´, 23). Ὁ θάνατος τοῦ ἀνθρώπου εἶναι «τὰ ὀψώνια τῆς ἁμαρτίας» (Ρωμ. ϛ´, 23). Εἶναι ἀπώλεια καὶ φθορά. Καὶ ἀπὸ τὴν πτώση (τὸ προπατορικὸ ἁμάρτημα) καὶ ἑξῆς τὸ μυστήριο τῆς ζωῆς ἐκτοπίζεται ἀπὸ τὸ μυστήριο τοῦ θανάτου. Τί σημαίνει γιὰ τὸν ἄνθρωπο ὅτι πεθαίνει; Ἐκεῖνο τό ὁποῖο στὴν πραγματικότητα πεθαίνει εἶναι προφανῶς τὸ σῶμα, γιατί τὸ σῶμα μόνο εἶναι θνητό.
.          Τὸ πρόβλημα τοῦ θανάτου εἶναι κατ᾽ ἀρχὴν τὸ πρόβλημα τοῦ ἀνθρώπινου σώματος, τῆς σωματικότητας τοῦ ἀνθρώπου. Καὶ ἡ Ἐκκλησία δὲν διακηρύσσει μόνο τὴ μεταθανάτια ζωὴ τῆς ἀθάνατης ψυχῆς, ἀλλὰ καὶ τὴν ἀνάσταση τοῦ σώματος. (…)

ΓIA TON ΘANATO TOY ANΘPΩΠOY KAI THN ANAΣTAΣH TOY XPIΣTOY [Β´] τοῦ πρωτ. Γεωργίου Φλωρόφσκυ (†)


(Ἐπιλεγμένα ἀποσπάσματα)

.        Ἐκεῖνο ποὺ γίνεται φθαρτὸ καὶ ὑπόκειται στὸν θάνατο μὲ τὴν ἁμαρτία εἶναι τὸ σῶμα. Μόνο τὸ σῶμα μπορεῖ νὰ ἀποσυντεθεῖ. Κι ὅμως δὲν εἶναι τὸ σῶμα ποὺ πεθαίνει, ἀλλὰ ὁλόκληρος ὁ ἄνθρωπος. Γιατί ὁ ἄνθρωπος ἀποτελεῖται ὀργανικὰ ἀπὸ σῶμα καὶ ψυχή. Οὔτε ἡ ψυχὴ μόνη της οὔτε τὸ σῶμα μόνο του ἀντιπροσωπεύουν τὸν ἄνθρωπο.Ἕνα σῶμα χωρὶς ψυχή δὲν εἶναι παρὰ ἕνα πτῶμα, καὶ μία ψυχὴ χωρὶς σῶμα εἶναι ἕνα πνεῦμα. (…)
.       Ὅσο ἀκατανόητη κι ἂν εἶναι πράγματι ἡ ἕνωση τῆς ψυχῆς καὶ τοῦ σώματος, ἡ ἄμεση συνείδηση τοῦ ἀνθρώπου μαρτυρεῖ τὴν ὀργανικὴ ὁλότητα τῆς ψυχο-σωματικῆς του δομῆς. Ὁ θάνατος καὶ ἡ φθορὰ τοῦ σώματος εἶναι ἕνα εἶδος ἀμαυρώσεως τῆς «εἰκόνας τοῦ Θεοῦ» στὸν ἄνθρωπο. (…)
.     Aὐτὸς εἶναι ὁ γρίφος καὶ τὸ μυστήριο τοῦ θανάτου. «Ὁ θάνατος εἶναι ὄντως μυστήριο: γιατί ἡ ψυχὴ χωρίζεται βιαίως ἀπὸ τὸ σῶμα, ἀποχωρίζεται, μὲ τὴν θεία βουλή, ἀπὸ τὴν φυσικὴ σύνδεση καὶ σύνθεση… Ὤ τοῦ θαύματος! Πῶς παραδοθήκαμε στὴν φθορὰ καὶ συζευχθήκαμε μὲ τὸν θάνατο; Στὸν φόβο τοῦ θανάτου, ποὺ συχνὰ εἶναι τόσο μηδαμινὸς καὶ ἀδύνατος, ἀποκαλύπτεται ἕνας βαθὺς μεταφυσικὸς πανικός, ὄχι μόνο μία ἐφάμαρτη προσκόλληση στὴ γήινη σάρκα. Στὸν φόβο τοῦ θανάτου φανερώνεται τὸ πάθος γιὰ τὴν ἀνθρώπινη ὁλότητα. (…) Καὶ κατὰ τὸν θάνατο αὐτὴ ἡ μιὰ ἀνθρώπινη ὑπόσταση διαλύεται. Γι᾽ αὐτὸ δικαιολογεῖται ὁ θρῆνος καὶ ὁ κλαυθμός. Ὁ τρόμος τοῦ θανάτου ἀντιμετωπίζεται μόνο μὲ τὴν ἐλπίδα τῆς ἀναστάσεως καὶ τῆς αἰώνιας ζωῆς.
.     Ἐν τούτοις, ὁ θάνατος δὲν εἶναι μόνο ἡ αὐτο-ἀποκάλυψη τῆς ἁμαρτίας. Ὁ ἴδιος ὁ θάνατος εἶναι, τρόπον τινά, ἤδη ἡ προσδοκία τῆς ἀναστάσεως. Μὲ τὸν θάνατο δὲν τιμωρεῖ μόνο ἀλλὰ καὶ θεραπεύει τὴν πεσμένη καὶ συντετριμμένη ἀνθρώπινη φύση. Καὶ τοῦτο ὄχι ἁπλῶς μὲ τὴν ἔννοια ὅτι συντομεύει μὲ τὸν θάνατο τὴν ἁμαρτωλὴ ζωὴ καὶ ἔτσι προλαβαίνει τὴν διάδοση τῆς ἁμαρτίας καὶ τοῦ κακοῦ. Ὁ Θεὸς μετατρέπει τὴν ἴδια τὴν θνητότητα τοῦ ἀνθρώπου σ᾽ ἕνα μέσο θεραπείας. Στὸν θάνατο ἡ ἀνθρώπινη φύση ἀποκαθαίρεται, προ-ἀνασταίνεται τρόπον τινά.
.      Στὸν θάνατο ὁ ἄνθρωπος γίνεται κομμάτια, ὅπως ἕνα πήλινο δοχεῖο, καὶ τὸ σῶμα του ἀποσυντίθεται καὶ πάλι μέσα στὴν γῆ, οὕτως ὥστε αὐτός, καθαρισμένος ἀπὸ τὸν ρύπο ποὺ προσκολλήθηκε ἐπάνω του, νὰ μπορέσει νὰ ἀποκατασταθεῖ στὴν κανονική του μορφή, διὰ μέσου τῆς ἀναστάσεως. Κατὰ συνέπεια ὁ θάνατος δὲν εἶναι ἕνα κακό, ἀλλὰ μία εὐεργεσία. Ὁ θάνατος εἶναι ὁ καρπὸς τῆς ἁμαρτίας, ὅμως ταυτόχρονα εἶναι καὶ μία θεραπευτικὴ μέθοδος, ἕνα φάρμακο, ἕνα εἶδος ἀποκαταστάσεως. (…)  Ὁ θάνατος ἐνέχει μέσα του μιὰ δυνατότητα ἀναστάσεως, ἡ ὁποία ἔγινε πραγματικότητα μόνο ἐν Xριστῷ, ποὺ εἶναι «ἡ ἀπαρχὴ τῶν κεκοιμημένων» (A´ Kορ. ιε´, 20).  (…)

.      Ἡ λύτρωση πάνω ἀπ᾽ ὅλα εἶναι ἀπαλλαγὴ ἀπὸ τὸν θάνατο καὶ τὴν φθορά, ἡ ἀπελευθέρωση τοῦ ἀνθρώπου ἀπὸ τὴ «δουλεία τῆς φθορᾶς» (Ρωμ. η´, 21), ἡ ἀποκατάσταση τῆς ἀρχικῆς ὁλότητας καὶ σταθερότητας τῆς ἀνθρώπινης φύσεως. Ἡ ὁλοκλήρωση τῆς λυτρώσεως εἶναι «ἐν τῇ ἀναστάσει». Ἡ λύτρωση θὰ ὁλοκληρωθεῖ στὴ γενικὴ ἀνάσταση ὁπότε «ἔσχατος ἐχθρὸς καταργεῖται, ὁ θάνατος» (A´ Κορ. ιε´, 26). Ἀλλὰ ἡ ἀποκατάσταση τῆς ἑνότητας μέσα στὴν ἀνθρώπινη φύση εἶναι δυνατὴ μόνο ὕστερα ἀπὸ μία ἀποκατάσταση τῆς ἑνώσεως τοῦ ἀνθρώπου μὲ τὸν Θεό. Ἡ ἀνάσταση εἶναι δυνατὴ μόνο ἐν τῷ Θεῷ. Ὁ Χριστὸς εἶναι ἡ Ἀνάσταση καὶ ἡ Ζωή. (…)
.      Κατὰ τὸν ἅγ. Ἀθανάσιο, ὁ λόγος ἔγινε σάρκα, γιὰ νὰ καταργήσει τὴ φθορὰ μέσα στὴν ἀνθρώπινη φύση. Ἐν τούτοις, ὁ θάνατος νικήθηκε, ὄχι μὲ τὴν ἐμφάνιση τῆς Ζωῆς μέσα στὸ θνητὸ σῶμα, ἀλλὰ μᾶλλον μὲ τὸν ἑκούσιο θάνατο τῆς Σαρκωμένης Ζωῆς. Ὁ λόγος σαρκώθηκε γιὰ νὰ πεθάνει, τονίζει μὲ ἔμφαση ὁ ἅγ. Ἀθανάσιος. «Γιὰ νὰ δεχθεῖ τὸν θάνατο. Aὐτὸς εἶχε ἕνα σῶμα», καὶ μόνο μὲ τὸν θάνατό Του ἦταν δυνατὴ ἡ ἀνάσταση.
.     Ὁ ἔσχατος λόγος γιὰ τὸν θάνατο τοῦ Χριστοῦ πρέπει νὰ ἀναζητηθεῖ στὴ θνητότητα τοῦ ἀνθρώπου. Ὁ Χριστὸς θανατώθηκε, ἀλλὰ πέρασε ἀνάμεσα ἀπὸ τὸν θάνατο καὶ νίκησε τὴν θνητότητα καὶ τὴν φθορά. Προκάλεσε τὸν ἴδιο τὸν θάνατο. Μὲ τὸν θάνατό Του καταργεῖ τὴν δύναμη τοῦ θανάτου. «Τὸ βασίλειο τοῦ θανάτου καταργεῖται μὲ τὸν θάνατό Σου, Δυνατέ». Καὶ ὁ τάφος γίνεται ἡ ζωοδότρια «πηγὴ τῆς ἀναστάσεώς μας». Κάθε τάφος γίνεται μᾶλλον ἕνα «κρεββάτι ἐλπίδας» γιὰ τοὺς πιστούς.  (…)
.     Ἡ κάθοδος τοῦ Χριστοῦ στὸν Ἅδη εἶναι ἡ φανέρωση τῆς Ζωῆς ἀνάμεσα στὴν ἀπελπιστικὴ κατάσταση τοῦ θανάτου, εἶναι νίκη κατὰ τοῦ θανάτου.  (…)  Ὁ Κύριος κατέβηκε στὸν Ἅδη γιὰ νὰ κηρύξει τὸ εὐαγγέλιο. Ἡ κάθοδος στὸν Ἅδη εἶναι ἡ ἀνάσταση τοῦ «ὅλου Ἀδάμ». Ἐνῶ «ὁ Ἅδης στενάζει κάτω» καὶ «θλίβεται», ὁ Χριστὸς μὲ τὴν κάθοδό Του «συντρίβει τὰ αἰώνια δεσμά» καὶ ἀνασταίνει ὁλόκληρο τὸ ἀνθρώπινο γένος. Καταστρέφει τὸν ἴδιο τὸν θάνατο, «ἡ κυριαρχία τοῦ θανάτου καταλύεται καὶ ἡ δύναμη τοῦ Σατανᾶ καταστρέφεται». (…) Ἔτσι ὁ ἴδιος ὁ θάνατος μεταβάλλεται σὲ Ἀνάσταση.
.    Στὸν θάνατο τοῦ Σωτῆρος φανερώθηκε ἡ ἀδυναμία τοῦ θανάτου ἐπάνω Του. Ὡς τέλειος ἄνθρωπος ὁ Κύριός μας ἦταν θνητός. Ὁ Κύριος σταυρώθηκε καὶ πέθανε. Ὅμως ὁ θάνατος δὲν Τὸν κράτησε. (…)
.      Ἡ ἴδια ἡ κάθοδός Του στὸν Ἅδη, στὸ βασίλειο τοῦ θανάτου, εἶναι ἡ παντοδύναμη φανέρωση τῆς Ζωῆς. Μὲ τὴν κάθοδο στὸν Ἅδη Ἐκεῖνος δίνει ζωὴ στὸν ἴδιο τὸν θάνατο. Μὲ τὴν Ἀνάσταση ἀποδεικνύεται τὸ ἀνίσχυρο τοῦ θανάτου. Ἡ ψυχὴ τοῦ Χριστοῦ, χωρισμένη κατὰ τὸν θάνατο, γεμάτη μὲ θεϊκὴ δύναμη, ἑνώνεται πάλι μὲ τὸ σῶμα της, ποὺ παρέμεινε ἀδιάφθορο σ᾽ ὅλο τὸ χωρισμὸ τοῦ θανάτου, κατὰ τὸν ὁποῖο δὲν ἔπαθε καμιὰ φυσικὴ ἀποσύνθεση. (…)
.        Ὁ Κύριος πέθανε ἀληθινὰ καὶ πραγματικά. Ἀλλὰ στὸν θάνατό Του φάνηκε σὲ μέγιστο βαθμὸ ἡ «δύναμις τῆς ἀναστάσεως», ἡ ὁποία εἶναι λανθάνουσα ἀλλὰ ἐγγενὴς σὲ κάθε θάνατο. Στὸν θάνατό Του ἡ ὑπέροχη παρομοίωση τοῦ κόκκου τοῦ σίτου μπορεῖ πλήρως νὰ ἐφαρμοσθεῖ (Ἰωάν. ιβ´, 24). Καὶ στὸν θάνατό Του φανερώνεται ἡ δόξα τοῦ Θεοῦ. «Καὶ ἐδόξασα καὶ πάλιν δοξάσω» (στ. 38).(…)

ΓIA TON ΘANATO TOY ANΘPΩΠOY KAI THN ANAΣTAΣH TOY XPIΣTOY [Γ´] τοῦ πρωτ. Γεωργίου Φλωρόφσκυ (†)


(Ἐπιλεγμένα ἀποσπάσματα)

.      Ἡ Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ ἦταν μία νίκη, ὄχι μόνο κατὰ τοῦ δικοῦ του θανάτου, ἀλλὰ κατὰ τοῦ θανάτου ἐν γένει. «Θανάτου ἑορτάζομεν νέκρωσιν, ᾍδου τὴν καθαίρεσιν, ἄλλης βιοτῆς, τῆς αἰωνίου, ἀπαρχήν». Μὲ τὴν Ἀνάστασή Του ὁλόκληρη ἡ ἀνθρωπότητα, ὅλη ἡ ἀνθρώπινη φύση, συνανίσταται μὲ τὸν Χριστό, «τὸ ἀνθρώπινο γένος ἐνδύεται ἀφθαρσίαν». Συνανίσταται ὄχι ἀσφαλῶς μὲ τὴν ἔννοια ὅτι ὅλοι ἐγείρονται ἀπὸ τὸν τάφο. Οἱ ἄνθρωποι βέβαια ἀκόμα πεθαίνουν· ἀλλὰ τὸ ἀναπόφευκτο τοῦ θανάτου καταργεῖται. Ὁ θάνατος γίνεται ἀνίσχυρος, καὶ σ᾽ ὅλους τούς ἀνθρώπους δίνεται ἡ δύναμη ἢ ἡ «potentia» τῆς ἀναστάσεως. Ὁ ἅγ. Παῦλος μίλησε μὲ σαφήνεια πάνω σ᾽ αὐτό: «Εἰ δὲ ἀνάστασις νεκρῶν οὐκ ἔστιν, οὐδὲ Χριστὸς ἐγήγερται… εἰ γὰρ νεκροὶ οὐκ ἐγείρονται, οὐδὲ Χριστὸς ἐγήγερται» (A´ Κορ. ιε´ 13· 16).
.      «Εἶναι ἀλήθεια πὼς πεθαίνουμε ἀκόμα ὅπως πρῶτα», λέγει ὁ ἅγ. Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος, «ἀλλὰ δὲν παραμένουμε στὸν θάνατο· αὐτὸ δὲν εἶναι πιὰ θάνατος, ἀλλὰ μία ὕπνωση». Ἡ ἴδια σκέψη βρίσκεται στὸν ἅγ. Ἀθανάσιο. «Ἡ καταδίκη τοῦ θανάτου» καταργήθηκε. Ἀφοῦ ἡ φθορὰ σταμάτησε καὶ ἐξαφανίστηκε ἀπὸ τὴ χάρη τῆς Ἀναστάσεως, διαλυόμαστε πιὰ στὸ ἑξῆς μόνο γιὰ ἕνα χρονικὸ διάστημα, σύμφωνα μὲ τὴ θνητὴ φύση τῶν σωμάτων μας· σὰν σπόροι ριγμένοι μέσα στὴν γῆ, δὲν χανόμαστε, ἀλλὰ ὄντας σπαρμένοι μέσα στὴν γῆ θὰ ἐγερθοῦμε πάλι.
.      Ὁ ἅγ. Γρηγόριος ὁ Nύσσης τονίζει: «Γιατί ὅπως ἡ ἀρχὴ τοῦ θανάτου ἐμφανίστηκε σ᾽ ἕνα πρόσωπο καὶ διαδόθηκε στὴ συνέχεια σ᾽ ὅλο τὸ ἀνθρώπινο γένος, κατὰ παρόμοιο τρόπο καὶ ἡ ἀρχὴ τῆς Ἀναστάσεως ἐπεκτείνεται ἀπὸ ἕνα πρόσωπο σ᾽ ὁλόκληρη τὴν ἀνθρωπότητα… Γιατί, ὅταν σ᾽ ἐκείνη τὴ συγκεκριμένη ἀνθρώπινη φύση ποὺ προσέλαβε στὸν Ἑαυτό Του, ἡ ψυχὴ ὕστερα ἀπὸ τὸν χωρισμὸ ἐπέστρεψε στὸ σῶμα, σημαίνει πὼς αὐτὴ ἡ ἕνωση τῶν ἐπὶ μέρους τμημάτων περνᾶ, σὰν ἀπὸ μία καινούργια ἀρχή, μὲ ἴση δύναμη πάνω σ᾽ ὅλο τὸ ἀνθρώπινο γένος. Aὐτὸ λοιπὸν εἶναι τὸ μυστήριο τοῦ σχεδίου τοῦ Θεοῦ σχετικὰ μὲ τὸν θάνατό Του καὶ τὴν ἐκ νεκρῶν ἀνάστασή Του».
.       Στὸν Ἀδὰμ ἡ φύση μας διασχίστηκε ἢ διασπάστηκε στὰ δυὸ διὰ τῆς ἁμαρτίας. Ὅμως στὸν Χριστὸ αὐτὴ ἡ διάσπαση θεραπεύτηκε πλήρως. Aὐτὴ λοιπὸν εἶναι ἡ κατάργηση τοῦ θανάτου, ἢ μᾶλλον τῆς θνητότητας. Μὲ ἄλλα λόγια, αὐτὴ εἶναι ἡ δυνητικὴ καὶ δυναμικὴ ἀποκατάσταση τῆς πληρότητας καὶ ὁλότητας τῆς ἀνθρώπινης ὑπάρξεως. Εἶναι μία ἀναδημιουργία ὅλου τοῦ ἀνθρωπίνου γένους, μιὰ «καινὴ κτίσις». (…)
.      Ἡ ἀνάσταση εἶναι μία «ἐπανόρθωση τῆς φύσεως» («ἡ ἀνάστασις φύσεώς ἐστιν ἐπανόρθωσις»), ὅπως τονίζει ὁ ἅγ. Nικόλαος Kαβάσιλας, καὶ αὐτὴν τὴν δίνει ὁ Θεὸς ἐλεύθερα. Ἀλλὰ ἡ Βασιλεία τῶν Οὐρανῶν, καὶ ἡ θέα τῆς μακαριότητας, καὶ ἡ ἕνωση μὲ τὸν Χριστό, προϋποθέτουν τὴν θέληση, («τρυφή ἐστιν τῆς θελήσεως»), καὶ ἄρα εἶναι προσιτὰ μόνο σ᾽ ἐκείνους ποὺ τὰ ἔχουν λαχταρήσει καὶ ἀγαπήσει καὶ ἐπιθυμήσει. Ἡ ἀθανασία θὰ δοθεῖ σὲ ὅλους, ὅπως ἀκριβῶς καὶ ὅλοι μποροῦν νὰ χαροῦν τὴ θεία Πρόνοια. Δὲν ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὴ θέλησή μας τὸ ἂν θὰ ἀναστηθοῦμε μετὰ τὸν θάνατο ἢ ὄχι, ὅπως δὲν ὀφείλεται στὴ θέλησή μας τὸ ὅτι γεννηθήκαμε. Ὁ θάνατος καὶ ἡ ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ φέρνει τὴν ἀθανασία καὶ τὴν ἀφθαρσία σὲ ὅλους κατὰ τὸν ἴδιο τρόπο, γιατί ὅλοι ἔχουν τὴν ἴδια φύση μὲ τὸν Ἄνθρωπο Ἰησοῦ Χριστό. Ἀλλὰ κανεὶς δὲν μπορεῖ νὰ ἐξαναγκαστεῖ νὰ ἐπιθυμεῖ. Ἔτσι ἡ Ἀνάσταση εἶναι ἕνα δῶρο κοινὸ σὲ ὅλους, ἀλλὰ ἡ εὐλογία θὰ δοθεῖ μόνο σὲ μερικούς. Κι ἀκόμα, ἡ ὁδὸς τῆς ζωῆς εἶναι ἡ ὁδὸς τῆς αὐταπαρνήσεως, τῆς αὐτονεκρώσεως, τῆς αὐτοθυσίας καὶ τῆς αὐτο-ἀφιερώσεως. Πρέπει κανεὶς νὰ πεθάνει γιὰ τὸν ἑαυτό του γιὰ νὰ ζήσει ἐν Χριστῷ. Καθένας πρέπει νὰ συνδεθεῖ προσωπικὰ καὶ ἐλεύθερα μὲ τὸν Χριστό, τὸν Κύριο, τὸν Σωτήρα καὶ τὸν λυτρωτή, μὲ τὴν ὁμολογία τῆς πίστεως, μὲ τὴν ἐκλογὴ τῆς ἀγάπης, μὲ τὸ μυστικὸ ὅρκο πίστεως. Καθένας πρέπει νὰ ἀπαρνηθεῖ τὸν ἑαυτό του, «νὰ ἀπολέσει τὴν ψυχή του» γιὰ χάρη τοῦ Χριστοῦ, νὰ σηκώσει τὸν σταυρό του καὶ νὰ Τὸν ἀκολουθήσει. Ὁ ἀγώνας τοῦ Χριστιανοῦ εἶναι «νὰ ἀκολουθεῖ» τὸν Χριστόν, νὰ ἀκολουθεῖ τὴν ὁδὸ τοῦ Πάθους Του καὶ τοῦ Σταυροῦ, ἀκόμα καὶ στὸν θάνατο, ἀλλά, πρῶτα ἀπ᾽ ὅλα, νὰ ἀκολουθεῖ μὲ ἀγάπη.
.      Ὅποιος δὲν πεθάνει μὲ τὸν Χριστό, δὲν μπορεῖ νὰ ζήσει μαζί Του. «Ἂν μὲ τὴ δική μας ἐλεύθερη ἐκλογὴ δὲν δεχθοῦμε νὰ πεθάνουμε στὸ Πάθος Του, ἡ ζωή Του δὲν εἶναι μέσα μας», λέγει ὁ ἅγ. Ἰγνάτιος. Aὐτὸς δὲν εἶναι κανένας ἀσκητικὸς μόνο ἢ ἠθικὸς νόμος, οὔτε μόνο μιὰ παιδαγωγικὴ ἄσκηση. Aὐτὸς εἶναι ὁ ὀντολογικὸς νόμος τῆς πνευματικῆς ὑπάρξεως, κι ἀκόμα ὁ νόμος τῆς ἴδιας τῆς ζωῆς.

Τρίτη 11 Σεπτεμβρίου 2018

Ο Τελωνισμός των ψυχών (Μητροπολίτης Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου Ιερόθεος)



Η διδασκαλία της Αγίας Γραφής και των αγίων Πατέρων για τον τελωνισμό των ψυχών

Σύμφωνα με την διδασκαλία των Πατέρων της Εκκλησίας, η ψυχή κατά την έξοδό της από το σώμα, αλλά και προηγουμένως, όταν ετοιμάζεται να εξέλθει από αυτό, αισθάνεται την παρουσία των δαιμόνων που λέγονται τελώνια, και διακατέχεται από φόβο επειδή θα διέλθει διά των τελωνίων.

Φυσικά, πρέπει από την αρχή να πούμε ότι τα τελώνια -οι δαίμονες- δεν έχουν κυριαρχία πάνω στους δικαίους, σε αυτούς που ενώθηκαν με τον Χριστό. Οι δίκαιοι όχι μόνον δεν θα περάσουν από τα λεγόμενα τελώνια, αλλά και δεν θα διακατέχονται από τον φόβο τους. Όλα αυτά θα τα δούμε καλύτερα, όταν παραθέσουμε την διδασκαλία των άγιων Πατέρων. Ο χαρακτηρισμός της διόδου της ψυχής διά των δαιμόνων ως τελωνισμός είναι ειλημμένος από τους τελώνες της εποχής εκείνης. Είναι καλό να δούμε λίγο αυτό το θέμα, για να κατανοήσουμε γιατί οι Πατέρες χαρακτηρίζουν την διέλευση της ψυχής από τους δαίμονες τελωνισμό.

Τελώνες στην αρχαία εποχή ονομάζονταν εκείνοι που αγόραζαν τους δημοσίους φόρους από το Κράτος και στην συνέχεια τους εισέπρατταν από τον λαό48. Οι τελώνες χωρίζονταν σε δύο τάξεις. Η πρώτη τάξη περιελάμβανε τους λεγόμενους «δημοσιώνας ή δεκατευτάς», που ήταν η πλουσιότερη τάξη και η ισχύς της εξουσίας, και η δεύτερη περιελάμβανε τους λεγόμενους δασμολόγους. Οι πρώτοι ήταν οι γενικοί δημόσιοι εισπράκτορες, που είχαν αγοράσει τους φόρους από την Πολιτεία, ενώ οι δεύτεροι ήταν οι έμμισθοι υπηρέτες των πρώτων, που εισέπρατταν τους φόρους από τον λαό και τους έδιναν στους δημοσιώνες.

Οι δασμολόγοι ήταν άδικοι αφού εισέπρατταν φόρους περισσότερους από όσους έπρεπε να αποδώσουν στους κυρίους τους. Γι’ αυτό και είχαν πολύ κακή φήμη στις αρχαίες κοινωνίες. Ο Πλάτων έλεγε ότι είναι βαρείς οι τελώνες, όχι τόσο όταν εισπράττουν τους φόρους από τα εμφανή των εισαγομένων, «αλλά όταν τα κεκρυμμένα ζητούντες, εν αλλοτρίοις σκεύεσι και φορτίοις αναστρέφονται». Γι’ αυτό, όταν ο Θεόκριτος ρωτήθηκε ποια είναι τα ωμότερα θηρία, απήντησε: «εν μεν όρεοιν άρκτοι και λέοντες, εν δε πόλεοι τελώναι και συκοφάνται».

Οι τελώνες, στην προσπάθειά τους να εισπράξουν όσο το δυνατόν περισσότερους φόρους, και μάλιστα για να μην τους ξεφύγουν μερικοί που δεν μπορούσαν να ανταποκριθούν στην βαρύτατη και άδικη φορολογία, επινοούσαν διαφόρους τρόπους, δηλαδή, παραμόνευαν σε στενούς δρόμους και συνελάμβαναν τους περαστικούς, εξαναγκάζοντάς τους να δώσουν τα οφειλόμενα. Πρόκειται για μια σκηνή πολύ δυσάρεστη και μισητή στους ανθρώπους της εποχής εκείνης.

ΑΓΙΟΣ ΑΝΤΩΝΙΟΣ Η ΨΥΧΗ ΜΕΤΑ ΤΟ ΘΑΝΑΤΟ

  
ΕΡΩΤΗΜΑΤΑ ΑΓΙΟΥ ΑΝΤΩΝΙΟΥ ΠΡΟΣ ΤΟΝ ΑΓΓΕΛΟ
ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΟΡΕΙΑ ΤΗΣ ΨΥΧΗΣ ΜΕΤΑ ΤΟ ΘΑΝΑΤΟ

Οὗτος ὁ Μακάριος καὶ Πανθαύμαστος Ἀββᾶς καὶ Πατὴρ ἡμῶν Ἀντώνιος ὁ μέγας, εἰς καιρὸν ὁποῦ εὑρίσκετο εἰς τὴν ἔρημον καὶ ἀσκήτευεν, ἐφάνη πρὸς αὐτὸν Ἄγγελος Κυρίου εἰς σχῆμα Καλογήρου, καὶ ὡς τὸν εἶδεν ὁ Ὅσιος, ἔκαμε πρὸς αὐτὸν μετάνοιαν.

Ὁ δὲ Ἄγγελος εἶπε πρὸς αὐτόν· «Εὐλόγησον Πάτερ Ἅγιε.»
 
Ὁ δὲ Ἅγιος νομίζοντας ὅτι εἶνε καλόγηρος ἀπὸ τοὺς ἐκεῖσε ἐρημίτας, λέγει πρὸς αὐτόν· «ὁ Θεὸς συγχωρήσοι σε τέκνον μου» καὶ πλησιάσας πρὸς τὸν Ἄγγελον εἶπεν εἰς αὐτόν· «ἂς περιπατήσωμεν μαζὺ ὁλίγον δρόμον» καὶ περιπατῶντες εἶπεν ὁ Ὅσιος· «θαυμάζω, ἀδελφὲ εἰς τὴν θεωρίαν σου καὶ εἰς τὴν νεότητα καὶ εἰς τὴν εὐμορφίαν ὁποῦ ἔχεις καὶ ἐκπλήττομαι, διότι τοσοῦτον κάλλος δὲν εἶδον εἰς ἄλλον ἄνθρωπον καὶ διὰ τοῦτο στοχάζομαι πῶς δὲν εἶσαι ἄνθρωπος. Λοιπὸν ὁρκίζω σε εἰς τὸν Θεὸν τοῦ οὐρανοῦ καὶ τῆς γῆς νὰ μοῦ εἰπῇς τὴν ἀλήθειαν.»
 
Ὁ δὲ Ἄγγελος ποιήσας μετάνοιαν, λέγει πρὸς τὸν Ἅγιον· «Πάτερ Ἅγιε, μὲ βλέπεις, ἐγὼ ἄνθρωπος δὲν εἶμαι, ἀλλά, Ἄγγελος τοῦ Θεοῦ, καὶ ἤλθα νὰ σὲ διδάξω μυστήρια τοῦ Θεοῦ, ἐκεῖνα ὁποῦ δὲν ἠξεύρεις, καὶ τὰ ὁποῖα ἐπιθυμεῖς νὰ μάθῃς· λοιπὸν ἐρώτα με ὅτι θέλεις νὰ σοῦ εἰπῶ.»
 
Τότε ἔπεσεν ὁ Ἅγιος καὶ ἔκανε μετάνοιαν τοῦ Ἀγγέλου λέγοντας· «Εὐχαριστῶ σοι Κύριε ὁ Θεός μου, ὅτι μοῦ ἔπεμψας ὁδηγὸν διὰ νὰ μοῦ φανερώσῃ κεκρυμμένα μυστήρια, τὰ ὁποῖα ἐπιθυμοῦσα νὰ μάθω.»
 
Ὁ δὲ Ἄγγελος εἶπε πρὸς τὸν Ἅγιον· «ἐρώτα με λοιπόν.»
 
Ὁ δὲ Ἅγιος ἀποκριθείς, εἶπεν· «Εἰς τὸν αἰώνιον ἐκεῖνον κόσμον, γνωρίζονται οἱ ἀποθαμμένοι ἄνθρωποι ἕνας τὸν ἄλλον;»
 
Ὁ δὲ Ἄγγελος ἀποκριθείς, εἶπε, πρὸς τὸν Ὅσιον· «Βλέπεις εἰς τοῦτον τὸν κόσμον ὁποῦ ἀφ᾿ ἑσπέρας κοιμοῦνται οἱ ἄνθρωποι, καὶ τὸ πρωὶ ὅταν ξημερώσῃ ἀπαντῶνται ἕνας τὸν ἄλλον καὶ χαιρετοῦνται καὶ συνομιλοῦν ὡς φίλοι, ἀναφέροντες τὰ ὅσα εἶχον προμελετήσει, τοιουτοτρόπως γίνεται καὶ εἰς ἐκεῖνον τὸν Κόσμον, καὶ ἕνας τὸν ἄλλον γνωρίζεται καὶ συνομιλεῖ, καὶ καθὼς ἕνας ἄνθρωπος δὲν γνωρίζει ἄλλον ἐδῶ καὶ ἐρωτῶντας μανθάνει ποῖος εἶναι, οὕτω γίνεται καὶ ἐκεῖ· πλὴν οἱ δίκαιοι μόνον γνωρίζονται, οἱ ἁμαρτωλοὶ ὅμως διόλου.»

Τρίτη 4 Σεπτεμβρίου 2018

Τα πλεονεκτήματα της ευχής


ΤΑ ΠΛΕΟΝΕΚΤΗΜΑΤΑ ΤΗΣ ΕΥΧΗΣ (05Ν)
Ἀρχιμανδρίτης Ἀρσένιος Κατερέλος,
Ἡγούμενος Ἱ. Μονῆς Ἁγίου Νικολάου Δίβρης Φθιώτιδος
Κατ᾽ ἀρχάς, νά εὐχηθῶ σέ ὅλους σας, ἔστω καί λίγο καθυστερημένα, Καλή καί Ἁγία Τεσσαρακοστή μέ πλουσία τήν πνευματική σας καρποφορία. Μέ νηστεία, καί σέ ποιότητα, καί σέ ποσότητα, γιατί ἡ νηστεία εἶναι ἡ ἀρχή κάθε καλοῦ. Εἶναι τό Α τῆς πνευματικῆς ζωῆς. Εἶναι τό πρῶτο βῆμα, ἰσχυροποιεῖ τήν θέλησι, σταυρώνεται ὁ ἄνθρωπος, ὠφελεῖται ὁ ὀργανισμός, διότι γίνεται μιά κάποια σχετική ἀποτοξίνωσις, καί, πάνω καί πέρα ἀπ᾽ ὅλα, κάνομε ὑπακοή εἰς τήν ἁγία μας Ἐκκλησία κι ἔτσι θάβομε τόν ἐγωκεντρισμό μας. Ἐπειδή, ἀγαπητοί μου ἀδελφοί, ἀπαιτεῖται ταπείνωσις ἀπό τόν ἄνθρωπο γιά νά νηστέψη. Γιά νά νηστέψη δηλαδή, ὄχι ὅποτε θέλει ὁ ἴδιος, ἤ γιά ἄλλους λόγους, ἀλλ᾽ ὅποτε καί ὅπως ὁρίζη ἡ ἁγία μας Ἐκκλησία καί ἐπειδή ἀκριβῶς αὐτό εἶναι ἐντολή τοῦ Θεοῦ.
Πρίν ὅμως προχωρήσωμε στήν συνέχεια τῆς καρδιακῆς προσευχῆς, νά συμπληρώσωμε τήν ἀπάντησί μας σέ κάποια ἀπορία, ἡ ὁποία μεταξύ τῶν ἄλλων μᾶς ἐρωτοῦσε, ἄν εἶναι ἐμφανεῖς οἱ καρποί τῆς εὐχῆς τοῦ Ἰησοῦ.
Εἴχαμε πῆ, ἄν ἐνθυμῆσθε, ὅτι, ὅσο προχωράει ὁ ἄνθρωπος καί πολεμάει στό πνευματικό του μέτωπο, τότε ἀνάλογα καί ἀντίστοιχα, ἐπιτρέπει, παραχωρεῖ δηλαδή ὁ Θεός, νά πολεμήση, ὁ ἑκάστοτε ἀγωνιστής, καί μέ πιό δυνατούς, μέ πιό ἰσχυρούς, μέ πιό ὕπουλους ἀντιπάλους. Ἔτσι, δέν καταλαβαίνει πάντα ἄμεσα, τήν πρόοδό του ὁ ἀγωνιστής. Ἄλλωστε, τό καθαρό κέρδος ἀπό τόν πνευματικό ἀγῶνα δέν εἶναι τόσο ὁ ἴδιος ὁ πνευματικός ἀγῶνας, αὐτός καθ᾽ ἑαυτός, ἀλλά ἡ πραγματική ταπείνωσις πού προκύπτει ἀπό αὐτόν. Καί ὁ ἄνθρωπος δέν στεφανώνεται γιά τίς ἀρετές καί τούς ἀγῶνες του, ἀλλά στεφανώνεται γι᾽ αὐτήν τήν ταπείνωσι, πού εἶναι ἀπόρροια τοῦ προσωπικοῦ του πνευματικοῦ ἀγῶνα καί ἡ ὁποία ἀποκτᾶται ἀκριβῶς μετά ἀπό αὐτόν.
Ἀλλά, γιά νά ἔλθη ἡ ταπείνωσις, πρέπει ἀπαραίτητα, μά ἀπαραίτητα, νά παραχωρηθοῦν πειρασμοί. Χωρίς ἀγῶνα, ἡ ταπείνωσις νά ξέρετε, ἤ εἶναι νόθος, ἤ ἔστω τῶν ἀρχαρίων. Δέν εἶναι ἡ πλουτοποιός ταπείνωσις τῶν πραγματικῶν ἀγωνιστῶν. Καί χωρίς πειρασμούς, δέν μπορεῖς ἄνθρωπέ μου νά γνωρίσης τήν ἀδυναμία σου. Πάντα θά ἔχης ἄγνοια, δέν θά ξέρης τόν ἑαυτό σου, θά πετᾶς στά σύννεφα, θά ἔχης μαῦρα πνευματικά μεσάνυκτα. Χωρίς πειρασμούς δέν μπορεῖς νά ταπεινωθῆς πραγματικά.
Εἶναι ὄντως μυστήριο. Ὅσο περισσότερο ὁ ἄνθρωπος προχωρεῖ πνευματικά, σωστά ἐννοεῖται, τόσο περισσότερο βλέπει πόσο, μά πόσο, πίσω εἶναι. Καί νά δῆ κάποια βελτίωσι, ταυτόχρονα μέ τήν βελτίωσι, βλέπει τότε καθαρώτερα, πιό ρεαλιστικά, πιό ὀρθά, πιό ξάστερα, πόσο ὑστερεῖ. Καί αὐτό, τοῦ δίνει ἀκριβῶς νέα ὤθησι γιά νέες πνευματικές ἀποφάσεις καί πνευματικούς ἀγῶνες.
Ὅποιος κάνει κάποια πνευματική προσπάθεια καί μέ αὐτήν αἰσθάνεται αὐτάρκεια, νομίζει δηλαδή ὅτι αὐτό εἶναι ἀρκετό καί δέν χρειάζεται κάτι περισσότερο, αὐτός δέν ἔχει καταλάβει τίποτε ἀπό τό τί θά πῆ ὀρθή πνευματική ζωή, τό τί θά πῆ γνήσια Ὀρθόδοξη πνευματικότητα. Ἀγνοεῖ ὅτι ἡ τελειότης, καί αὐτῶν ἀκόμη τῶν τελείων, εἶναι ἀτέλεστος. Ὅπως λένε οἱ Ἅγιοι Πατέρες ''ἡ τῶν τελείων ἀτέλεστος τελειότης''. Καί αὐτή ἡ κατάστασις ἐπεκτείνεται καί στήν ἄχρονη αἰωνιότητα.

Ευχή για ζώντες και κεκοιμημένους


ΕΥΧΗ ΓΙΑ ΖΩΝΤΕΣ ΚΑΙ ΚΕΚΟΙΜΗΜΕΝΟΥΣ (06-Ν)
Ἀρχιμανδρίτης Ἀρσένιος Κατερέλος,
Ἡγούμενος Ἱ. Μονῆς Ἁγίου Νικολάου Δίβρης Φθιώτιδος
Ἀφοῦ εὐχηθοῦμε ''καλό ὑπόλοιπο τῆς Ἁγίας Τεσσαρακοστῆς, ἀγαπητοί μου ἀδελφοί, νά ὑπενθυμίσωμε, ὅτι κατά τήν προηγούμενή μας σύναξι, εἴχαμε ὁλοκληρώσει τήν προσευχή τοῦ Ἰησοῦ γιά ὅλους τούς ζῶντας, λέγοντας ''Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ἐλέησον ἡμᾶς''.
Σήμερα σκόπιμα ξανατονίζομε, ὅτι γιά νά προσευχηθοῦμε γιά κάποιους λέγοντας τήν εὐχή, δέν χρειάζεται νά κουραζώμαστε καί νά ζαλιζώμαστε ἀναφέροντες συνεχῶς τά ὀνόματά τους. Ἀρκεῖ τήν πρώτη μόνο φορά νά ἀναφέρωμε τά ὀνόματα τῶν ἀνθρώπων αὐτῶν καί μετά νά λέμε μόνο καί συνεχῶς τό ''Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ἐλέησον ἡμᾶς''. Χωρίς δηλαδή μετά νά ἐπαναλαμβάνωμε τά ὀνόματα αὐτά, διότι στό ''ἡμᾶς'' συμπεριλαμβάνονται, καί ὁλόκληρη ἡ ἀνθρωπότητα, καί κατά ἕναν ἐντελῶς ξεχωριστό καί ἰδιαίτερο τρόπο, τά ὀνόματα πού προαναφέραμε τήν πρώτη μόνο φορά εἰς τήν ἀρχή.
Καί στό σημεῖο αὐτό ἐνθυμούμεθα, ὅτι ὅταν ἤμαστε ἀκόμη λαϊκοί καί κάποια ἡμέρα εἰσερχόμεθα στό Ἅγιον Ὄρος, συναντήσαμε ἐκεῖ στό καράβι, κάποιον κύριο, ὁ ὁποῖος μεταξύ τῶν ἄλλων μᾶς εἶπε τά ἑξῆς: «Ἔ, ἀφοῦ θά πᾶς στόν Γέροντα Παΐσιο, πές του νά κάμη προσευχή γιά μένα. Εἶμαι ὁ Νάρκισσος. Θά καταλάβη ὁ Γέροντας. Ξέρει τήν περίπτωσί μου». Ἐγώ μετά μία-δυό ἡμέρες πῆγα στόν Γέροντα. Ἀλλά τήν στιγμή πού ἔφθασα στόν Γέροντα εἶχα ξεχάσει τό ὄνομα τοῦ κυρίου πού μοῦ εἶχε πῆ νά διαβιβάσω στόν Γέροντα τήν ἱκεσία του γιά προσευχή. Καί εἶπα στόν π. Παΐσιο:
- «Γέροντα, μοῦ εἶπε κάποιος νά κάνετε προσευχή. Σᾶς ξέρει καί τόν ξέρετε. Συγγνώμη, ἀλλά ξέχασα τώρα τό ὄνομά του, γιατί εἶναι λίγο σπάνιο».
Καί μοῦ ἀπήντησε ὁ π. Παΐσιος:
- «Ἔ, καί; Ἄς τό ξέχασες. Τό ὄνομα τό ξέρει ὁ Θεός. Ξέρει ὁ Θεός ποιός εἶναι ὁ ἄνθρωπος αὐτός. Ἐγώ θά κάνω προσευχή γιά τό ἄτομο αὐτό καί ξέρει ὁ Θεός τί πρόβλημα ἔχει».
Πρίν ὅμως προχωρήσωμε καί μιλήσωμε γιά τήν προσευχή τοῦ Ἰησοῦ ἡ ὁποία ἀναφέρεται στούς κεκοιμημένους, ἄς ποῦμε λίγα λόγια, σέ πρώτη βέβαια φάσι, γιά τό κομβοσχοίνι, μιᾶς καί ἐρωτηθήκαμε δημόσια περί αὐτοῦ.
Τό κομβοσχοίνι δέν εἶναι μέν ὑποχρεωτικό νά χρησιμοποιῆται κατά τήν προσευχή τοῦ Ἰησοῦ. Ὅμως, τελικά, στήν πρᾶξι, εἶναι πολύ πρακτικό, πολύ χρήσιμο, καί ἄρα ἐπιβεβλημένο, πέρα γιά πέρα. Δηλαδή εἶναι πιό ἀποτελεσματική ἡ εὐχή, ὅταν λέγεται μέ τό κομβοσχοίνι, ὅταν εἴμαστε ἀπερίσπαστοι.
Κατ᾽ ἀρχάς, αὐτό καθ᾽ ἑαυτό τό κομβοσχοίνι εἶναι εὐλογημένο, ἐφ᾽ ὅσον ἔχη στήν ἄκρη τό σημεῖο τοῦ Σταυροῦ. Ὁ κάθε κόμπος ἔχει 7 ἤ 9, νομίζω, σταυρούς - ἄς μή μποῦμε, τώρα, σέ λεπτομέρειες τέτοιου εἴδους. Ἡ παράδοσις λέγει, ὅτι βρέθηκε αὐτός ὁ σταυροειδής κόμπος γιά νά μή μπορῆ νά πλησιάση ὁ διάβολος. Διότι φρίττει ὁ διάβολος, ὅταν βλέπη τό σημεῖο τοῦ Σταυροῦ. Ὅπως ἐπί παραδείγματι συνέβη σέ κάποιον μοναχό, ὅπου εἶχε φτιάξει κόμπους γιά νά μετράη τίς εὐχές του καί ὁ διάβολος ἔλυνε αὐτούς τούς κόμπους.
Ἡ πρώτη τώρα χρησιμότητα τοῦ κομποσχοινιοῦ εἶναι νά μᾶς δείχνη, νά μᾶς δίνη ἕναν σταθερό καί αὐτόματο ρυθμό, μία σταθερή συχνότητα ὅταν λέμε τήν εὐχή. Νά ἀναφέρωμε ἐπ᾽ αὐτοῦ ὅτι ἡ ἀντιστοιχία εἶναι: Ἕνας κόμπος πού μετρᾶμε, μία εὐχή νά λέμε. Ὄχι δηλαδή νά λέμε μία εὐχή καί νά προσπερνοῦμε πολλούς κόμπους. Γιατί δυστυχῶς ἀπό κακή ἴσως συνήθεια, παρατηρεῖται κάποιες φορές αὐτό τό φαινόμενο. Νά λέγη δηλαδή κάποιος μιά εὐχή καί νά περνάη τούς κόμπους δυό-δυό, τρεῖς-τρεῖς, δέκα-δέκα. Δέν εἶναι σωστό αὐτό. Ἅλλωστε δέν ἔχει κανένα νόημα.
Δέν πρέπει, τό ξανατονίζομε, νά λέμε τήν εὐχή μηχανικά καί βεβιασμένα, ἀλλά νά χωνεύωμε καλά τό νόημα τῶν λέξεων πού προφέρομε. Ὅπως συμβαίνει ὅταν παρακαλοῦμε ἕνα ὑψηλά ἱστάμενο πρόσωπο γιά ἕνα αἴτημά μας, προσέχομε ὄχι μόνο τί θά ποῦμε, ἀλλά καί πῶς θά τό ποῦμε. Ἔ, αὐτό ἰσχύει, κατά μείζονα λόγο γιά τόν οὐράνιο Βασιλέα, τόν Βασιλέα τῶν βασιλευόντων, τόν Κύριο ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστό.
Ἀπό τήν μία λοιπόν πρέπει νά χωνεύωμε καλά τά λόγια τῆς προσευχῆς, καί ἔτσι ὄχι μόνο δέν θά κουραζώμαστε, ἀλλά θά ξεκουραζώμαστε ἀπό τά λόγια τῆς προσευχῆς. Ἐπί πλέον θά μεγιστοποιοῦμε τήν προσωπική μας ὠφέλεια, ἡ ὁποία ἀπορρέει ἀπό τήν εὐχή. Ἀπό τήν ἄλλη ὅμως νά μήν ἀφήνωμε χρονικά κενά ἀπό εὐχή σέ εὐχή, γιά νά μή προλαβαίνη ὁ νοῦς μας νά μετεωρίζεται καί νά σκέφτεται ἄλλα πράγματα καί νά διαχέεται, ἰδιαίτερα, ὅταν εἴμαστε στήν ἀρχή αὐτῆς τῆς πνευματικῆς ἐργασίας τῆς προσευχῆς.

Η μέθοδος της ευχής εις την Υπεραγία Θεοτόκο, εις τους Αγίους και Κεκοιμεημένους


Ἀρχιμανδρίτης Ἀρσένιος Κατερέλος,
Η  ΜΕΘΟΔΟΣ ΤΗΣ ΕΥΧΗΣ ΕΙΣ ΤΗΝ ΥΠΕΡΑΓΙΑ ΘΕΟΤΟΚΟ, ΕΙΣ ΤΟΥΣ ΑΓΙΟΥΣ  ΚΑΙ ΕΙΣ ΤΟΥΣ ΚΕΚΟΙΜΗΜΕΝΟΥΣ (07-Ν)
Εἰς τήν προηγούμενη σύναξί μας, ἀγαπητοί μου ἐν Χριστῷ ἀδελφοί, εἴχαμε ἀναφερθῆ εἰς τήν προσευχή γιά τούς κεκοιμημένους ἀδελφούς μας, εἰς τό ''Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ἀνάπαυσον τούς δούλους σου'', καί εἴχαμε ἀναφέρει, ὅτι αὐτή ἡ προσευχή ἐνδείκνυται καί ἐπιβάλλεται, μέ τό παραπάνω γιά τούς κεκοιμημένους σέ σχέσι μέ τούς ζῶντας ἀδελφούς μας, ἐφ᾽ ὅσον οἱ κεκοιμημένοι δέν μποροῦν πλέον νά βοηθήσουν τόν ἑαυτό τους. Διότι ἔχει πλέον λήξει ἡ προθεσμία μετανοίας τους.
Καί ἐδῶ ἁπλῶς νά ξανατονίσωμε εἰς τήν ἀγάπη σας, ὅτι τήν πρώτη μόνο φορά, ὅταν ξεκινᾶμε τήν εὐχή, εἶναι πολύ καλό καί ἐνδείκνυται νά ἀναφέρωμε κάποια ὀνόματα κεκοιμημένων, ὅπως ὀνόματα συγγενικῶν προσώπων, γνωστῶν μας, ἤ προσώπων γιά τά ὁποῖα αἰσθανόμεθα κάποιας πνευματικῆς ἤ ὑλικῆς φύσεως εὐγνωμοσύνη καί τά παρόμοια. Νά ἀναφέρωμε δηλαδή τήν πρώτη μόνο φορά τά ὀνόματα αὐτά καί μετά, ἐν συνεχείᾳ, χωρίς νά κουραζώμεθα, νά ζαλιζώμεθα, καί ἔτσι νά συγχέεται ὁ νοῦς μας ἐπαναλαμβάνοντας συνεχῶς τά ἴδια ὀνόματα, νά λέμε ἁπλᾶ, μόνο, τό ''Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ἀνάπαυσον τούς δούλους Σου''. Ἐκεῖ μέσα, εἰς τό ''ἀνάπαυσον τούς δούλους Σου'', εὑρίσκονται ὅλοι οἱ ἀπ᾽ αἰῶνος κεκοιμημένοι ἀδελφοί μας, ἀλλά ἐπί πλέον, κατά ἕναν ἐντελῶς ξεχωριστό, μοναδικό καί ἰδιαίτερο τρόπο, εὑρίσκονται καί τά ὀνόματα πού ἀναφέραμε τήν πρώτη μόνο φορά, εἰς τήν ἀρχή. Καί ἔτσι οἱ πάντες ὠφελοῦνται, καί οἱ σεσωσμένοι καί οἱ κολασμένοι, ἐφ᾽ ὅσον καί στίς δύο καταστάσεις ὑπάρχουν ἄπειρες διαβαθμίσεις.
Εἰς τό Γεροντικό ἀναφέρεται, σχετικά μέ τόν ἀββᾶ Μακάριο, τό ἑξῆς: «Εἶπε ὁ ἀββᾶς Μακάριος: ''Περπατῶντας κάποτε εἰς τήν ἔρημο, βρῆκα παραπεταμένο στό ἔδαφος ἕνα κρανίο νεκροῦ. Καί κουνῶντας το μέ τό ραβδί, μοῦ μίλησε τό κρανίο. Καί τοῦ λέγω: «Σύ ποιός εἶσαι;» Τό κρανίο μοῦ ἀποκρίθηκε: «Ἐγώ ἤμουν ἱερεύς τῶν εἰδώλων καί τῶν ἐθνικῶν ὅπου εἶχαν ἀπομείνει σέ αὐτόν τόν τόπο. Καί σύ εἶσαι ὁ Μακάριος, ὅπου ἔχεις τό Ἅγιο Πνεῦμα μέσα σου. Ὅταν ἐσύ σπλαγχνισθῆς ὅσους εἶναι στήν κόλασι, Μακάριε, καί προσευχηθῆς γι᾽ αὐτούς, βρίσκουν κάποια παρηγοριά». Τοῦ λέγω: «Ποιά εἶναι ἡ παρηγοριά; Καί ποιά ἡ Κόλασι;» Μοῦ ἀποκρίνεται τό κρανίο: «Ὅσο ἀπέχει ὁ οὐρανός ἀπό τήν γῆ, τόση εἶναι ἡ φωτιά κάτω ἀπό ἐμᾶς. Στεκόμαστε δέ, ἀπό τά πόδια ἕως τό κεφάλι, μέσα σέ αὐτή τήν φωτιά καί δέν μποροῦμε νά κοιτάξωμε κάποιον πρόσωπο μέ πρόσωπο, ἀλλά ἡ ράχη τοῦ ἑνός εἶναι κολλημένη στήν ράχη τοῦ ἄλλου». Πλήρης δηλαδή ἀκοινωνησία. Καί συνεχίζει τό κρανίο λέγοντας: «Ὅταν λοιπόν προσεύχεσαι, Μακάριε, ἐσύ γιά μᾶς, βλέπει κάπως ὁ ἕνας τό πρόσωπο τοῦ ἄλλου. Αὐτή εἶναι ἡ παρηγοριά». Καί ἔκλαψα τότε καί εἶπα: «Ἀλλοίμονο στή μέρα πού γεννιέται ὁ ἄνθρωπος!» Τοῦ λέγω ἔπειτα τοῦ κρανίου: «Ὑπάρχει ἄλλο χειρότερο βάσανο;» Μοῦ λέγει τό κρανίο: «Μεγαλύτερο βάσανο εἶναι ἀπό κάτω μας». Τοῦ λέγω: «Καί ποιοί εἶναι ἐκεῖ;» Μοῦ ἀποκρίνεται τό κρανίο: «Ἐμεῖς, ἐπειδή δέν γνωρίζαμε τόν Θεό, βρίσκομε κάποιο ἔλεος. Ὅσοι ὅμως τόν γνώρισαν καί τόν ἀρνήθηκαν καί δέν ἔπραξαν τό θέλημά Του, ἀπό κάτω μας εἶναι» - δηλαδή εἶναι πολύ χειρότερα. Πῆρα τότε τό κρανίο καί τό ἔθαψα''». Αὐτά, ἀγαπητοί μου ἀδελφοί, μᾶς διηγήθηκε ὁ ἀββᾶς Μακάριος.