Κυριακή, 31 Μαΐου 2015

Παράκληση στο Άγιο Πνεύμα, Συμεών του νέου θεολόγου


ag-Symeon-Neos-Theologos
ΑΓΙΟΥ ΣΥΜΕΩΝ ΤΟΥ ΝΕΟΥ ΘΕΟΛΟΓΟΥ ΕΥΧΗ ΜΥΣΤΙΚΗ ΔΙ ΗΣ ΕΠΙΚΑΛΕΙΤΑΙ ΤΟ ΠΝΕΥΜΑ ΤΟ ΑΓΙΟΝ Ο ΑΥΤΟ ΠΡΟΟΡΩΝ
Ελθέ το φώς το αληθινόν, ελθέ η αιώνιος ζωή, ελθέ το αποκεκρυμμένον μυστήριον, ελθέ ο ακατανόμαστος θησαυρός, ελθέ το ανεκφώνητον πράγμα, ελθέ το ακατανόητον πρόσωπο, ελθέ η αίδιος αγαλλίασις, ελθέ το ανέσπερον φώς, ελθέ πάντων των μελλόντων σωθήναι η αληθινή προσδοκία, ελθέ των κειμένων η έγερσις, ελθέ των νεκρών η ανάστασις , ελθέ ο δυνατός, ο πάντα αεί ποιών και μεταποιών και αλλοιών μόνο τω βούλεσθαι! Ελθέ ο αόρατος και αναφής πάντη και αψηλάφητος, ελθέ ο αεί αμετακίνητος και καθ` ώραν όλος μετακινούμενος και ερχόμενος προς ημάς τους εν τω άδη κειμένους, ο υπεράνω πάντων των ουρανών, ελθέ το περιπόθητον όνομα και θρυλούμενον, λαληθήναι δε παρ` ημών όπερ ής η γνωσθήναι, οποίος ή ποταπός, όλως ημίν ανεπίδεκτον. Ελθέ η αιώνιος χαρά, ελθέ το στέφος το αμαράντινον, ελθέ η πορφύρα του μεγάλου Θεού και βασιλέως ημών, ελθέ η ζώνη η κρυσταλλοειδής και διάλιθος, ελθέ το υπόδημα το απρόσιτον, ελθέ η βασίλειος αλουργίς και αυτοκρατορική όντως δεξιά! Ελθέ, όν επόθησε και ποθεί η ταλαίπωρος μου ψυχή, ελθέ ο μόνος προς μόνον, ότι μόνος ειμί καθάπερ οράς! Ελθέ ο χωρίσας εκ πάντων και ποίησας με μόνον επι της γής, ελθέ ο γενόμενος πόθος αυτός εν εμοί και ποθείν σε ποιήσας με, τον απρόσιτον παντελώς! Ελθέ η πνοή μου και η ζωή, ελθέ η παραμυθία της ταπεινής μου ψυχής, ελθέ η χαρά και η δόξα και η διηνεκής μου τρυφή! Ευχαριστώ σοι, ότι έν πνεύμα εγένου μετ` εμού ασυγχύτως, ατρέπτως, αναλλοιώτως ο επί πάντων Θεός, και αυτός μοι τα πάντα εν πάσι γεγένησαι, τροφή ανεκλάλητος και είς άπαν αδάπανος, αεννάως υπερεκχεομένη τοίς τής εμής ψυχής χείλεσι και υπερεκβλύζουσα εν τή πηγή της καρδιάς μου, ένδυμα απαστράπτον και καταφλέγον τους δαίμονας, κάθαρσις δια αφθάρτων και αγιών δακρύων εκπλυνούσα με, ών ή σή παρουσία, προς ούς παραγίνη, χαρίζεται. Ευχαριστώ σοι, ότι φώς ανέσπερον μοι γεγένησαι και ήλιος άδυτος που κρυβήναι μη έχων ο πληρών της σής δόξης τα σύμπαντα. Ουδέποτε γαρ απεκρύβης από τινός, αλλα ημείς αεί κρυπτόμεθα από σού, ελθείν προς σε μη βουλόμενοι. Που γαρ και κρυβήση ο μηδαμού έχων τόπον της σης καταπαύσεως; η διά τι, ο μήποτε αποστρεφόμενος των πάντων τινά, μήτε τινά αυτών εντρεπόμενος; Νύν ούν ενσκήνωσον, Δέσποτα, έν εμοί και κατοίκησον και μείνον αδιαστάτως, αχωρίστως μέχρι τέλους έν εμοί τω δούλω σου, Αγαθέ, ίνα καγώ ευρεθώ εν τη εξόδω μου και μετά την εξόδον έν σοί Αγαθέ και συμβασιλεύσω σοι, τω επί παντών Θεώ! Μείνον , Δέσποτα, και μη εάσης με μόνον, ίνα ερχόμενοι οι εχθροί μου οι ζητούντες αεί του καταπιείν την ψυχήν μου και ευρίσκοντές σε μένοντα εν εμοί, φεύξωνται και μη ισχύσωσι κατ` εμού, βλέποντές σε, τον ισχυρότερον πάντων, ένδοθεν καθήμενον εν τη οικία της ταπεινής μου ψυχής. Ναι, Δέσποτα, ως εμνήσθης μου, ότε έν τώ κόσμω ετύγχανον και αγνοούντος μου αυτός εξελέξω με και από του κόσμου εχώρισας και προ προσώπου της δόξης σου έστησας, ούτω και νύν ένδον ιστάμενον με είς αεί και αμετακίνητον εν τη έν εμοί οικήσει σου διαφύλαξον, ίνα βλέπων σε διηνεκώς ο νεκρός εγώ ζώ και έχων σε ο πένης αεί πλουτώ και βασιλεών πάντον έσομαι πλουσιότερος και εσθιών και πίνων σε και καθ` ώραν επενδυόμενος έν ανεκλαλήτοις ώ και έσομαι εντρυφών αγαθοίς, ότι σύ υπάρχεις πάν αγαθόν και πάσα δόξα και πάσα τρυφή και σοί πρέπει η δόξα, τη Αγία και Ομοουσίω και Ζωοποιώ τριάδι, τη έν Πατρί και Υιώ και Αγίω Πνεύματι σεβόμενη τε και γνωριζόμενη και προσκυνουμένη και λατρευομένη υπό πάντων πιστών , νύν και αεί και είς τους αιώνας των αιώνων . Αμήν.

Πέμπτη, 28 Μαΐου 2015

Η μνημόνευση

Η μνημόνευση
Ο Ιερέας (έχοντας ενδυθεί άπασαν την ιερατική στολή και το φαιλόνιο! ) προσκυνεί και ασπάζεται την Αγία Τράπεζα και αρχίζει την ακολουθία της Προσκομιδής.
Αν γίνεται ιερατικό συλλείτουργο, την αρχίζει ο νεώτερος τη τάξει Ιερέας, στην συνέχεια μνημονεύει ο επόμενος Ιερέας κ.ο.κ. και ο αρχαιότερος («προεστώς» ) μνημονεύει τελευταίος, ο οποίος και «καλύπτει».
Ενώ όταν λειτουργεί ο Αρχιερέας αρχίζει την Προσκομιδή ο έχων τα «δευτερεία», δηλαδή ο πρώτος τη τάξει Ιερέας. ( Άπαντα Συμεών Θεσ/νίκης, σελ. 109 ) .
Από τα πρόσφορα που έχει μπροστά του , διαλέγει τα καλύτερα. Το ίδιο ισχύει και για το «άναμα». (Σκεφθείτε το άναμα που θα γίνει σε λίγο Αίμα του Χριστού να έχει απαίσια γεύση! Κολάσιμη αμαρτία για τον Ιερέα! ). «Εάν ίδη (ο Ιερέας) ότι είναι ο οίνος ανοίκειος, ή ο άρτος, ας μην τολμήσει ποτέ να λειτουργήσει, αλλά να φροντίζει δια το κρείττον εις ευαρέστησιν του Κυρίου και όλων των χριστιανών. Όσοι, λοιπόν, παραμελούσι και καταφρονούσι του φοβερού τούτου λειτουργήματος, θέλουσιν κολασθή αιωνίως οι άθλιοι» ( Άγιος Συμεών ο Θεσ/νίκης, Άπαντα σελ. 472 ).
Ο Ιερέας μετά την «θυσία» του Αμνού, αρχίζει τη μνημόνευση. Πρώτα μνημονεύει τη Θριαμβεύουσα Εκκλησία∙ την Υπεραγία Θεοτόκο τους Παμμεγίστους Ταξιάρχες και όλους τους Αγγέλους, τους Προφήτες, τους Αποστόλους, τους Ιεράρχες, τους Μάρτυρες, τους Οσίους και τον εορταζόμενο Άγιο της ημέρας, κ.λ.π. Μετά προχωρεί στη μνημόνευση της Στρατευομένης Εκκλησίας με πρώτον τον οικείο Επίσκοπο∙ στη συνέχεια μνημονεύει ονόματα ζώντων, για να κλείσει με την μνημόνευση κεκοιμημένων.
Οι μερίδες προς μνημόνευση ονομάτων εξάγονται σταυροειδώς (οριζόντια των ζώντων , κάθετα των νεκρών) από το λεγόμενο «κατακλαστό», (Άπαντα Συμεών Θες/νίκης , σελ.118 ) και μόνο από το «κατακλαστό», γιατί μόνο αυτό «προήλθε» από το πρόσφορο που υψώθηκε και ευλογήθηκε . «Εις τας άλλας επιλοίπους προσφοράς, μερίς δε καμμία δεν εβγαίνει από αυτάς, ούτε των αγίων , ούτε των ζώντων, ούτε των κεκοιμημένων» ( Άγιος Νικόδημος ο αγιορείτης , Πηδάλιον , εκδόσεις Αστέρος 1982, σελ. 682, υποσημ. 1 ) . «Χρεωστεί ο Ιερεύς να μνημονεύει τα ονόματα διότι έκαστος δια τελείαν λειτουργίαν προσέφερον εκείνα όσα προσέφερεν». ( Άγιος Συμεών Θες/νίκης ,αυτόθι, σελ. 369 ) .
Οι μερίδες ονομάτων που εξάγονται αντιπροσωπεύουν τα πρόσωπα, που μνημονεύουμε και τα οποία κοινωνούν νοητώς με τον Χριστό. ( Αυτόθι, σελ. 368 ) . Στο τέλος δε της Λειτουργίας, οι μερίδες αυτές (τα πρόσωπα αυτά) ρίχνονται μέσα στο Άγιο Ποτήριο! Εμβαπτίζονται δηλαδή με το Αίμα του Κυρίου και καθαρίζονται με το Αίμα του Κυρίου από τις αμαρτίες! «Απόπλυνον, Κύριε, τα αμαρτήματα των ενθάδε μνημονευθέντων δούλων σου, τω Αίματί σου τω Αγίω», λέει ο ιερέας, όταν εμβαπτίζει τις «μερίδες» στο Αίμα του Κυρίου.
Έχει τόση δύναμη αυτή η μνημόνευση, ώστε μπορεί , αν είναι συνεχής και επίμονη ,να βγάλει και ψυχή από την Κόλαση! Ακόμα και οι Άγιοι που απολαμβάνουν εν ουρανοίς τη δόξα του Κυρίου, όταν τους μνημονεύουμε στην Προσκομιδή, αυξάνουν και αυτοί τη δόξα τους! «Εκείναι αι μερίδες , (γράφει ο Συμεών Θες/ νίκης ) αι οποίαι προσφέρονται εις τους Αγίους (στην Προσκομιδή) αποβλέπουσιν εις την δόξαν αυτών και τιμήν και ανάβασιν θεωρίας και μεγαλειτέραν απόλαυσιν του θείου φωτισμού» (Άπαντα, σελ. 338 ) .
Μνημονεύουν οι λαϊκοί;
Ναι, μνημονεύουν και αυτοί. Την στιγμή που ο Ιερέας μνημονεύει ονόματα στην Προσκομιδή, μπορούν και αυτοί να μνημονεύουν τους συγγενείς τους, ζωντανούς και πεθαμένους ( Άγιος Νικόδημος Αγιορείτης , Πηδάλιον, αυτόθι, σελ. 428, υποσημ. 3β ) . Μπορούν επίσης να μνημονεύουν και στα ακόλουθα τρία σημεία της Λειτουργίας: Στη «Μεγάλη Είσοδο»∙ στο «Ἐξαιρέτως»∙ («καὶ ὧν ἕκαστος κατὰ διάνοιαν ἔχει», λέει ο Διάκονος ) ∙ και στο «σῶσον, ὁ Θεός, τὸν λαόν σου» (μετά την Θ. Κοινωνία), τότε που ο Χριστός παρουσιάζεται στο λαό κεκαλυμμένως» στο Άγιο Ποτήριο» ( Άγιος Συμεών Θες/νίκης, Σελ. 337 ) . Όμως άλλη δύναμη έχει η μνημόνευση από λαϊκό, άλλη από μοναχό, άλλη από Διάκονο, άλλη από Ιερέα, και άλλη από Αρχιερέα.

Πηγή: «ΝΑΟΣ, ΙΕΡΕΑΣ
Θ.ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ, Θ. ΚΟΙΝΩΝΙΑ»
ΑΡΧΙΜ. ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ ΜΠΑΚΟΓΙΑΝΝΗ
Εκδόσεις «Θαβώρ» 2012

ΥΜΝΟΙ ΠΕΝΤΗΚΟΣΤΗΣ ΨΑΛΛΟΥΝ ΟΙ ΜΟΝΑΧΕΣ ΤΗΣ ΟΡΜΥΛΙΑΣ

Κλίναντες τα γόνατα. Γιατί γονατίζουμε τρεις φορές στον Εσπερινό της Πεντηκοστής.

Ο Εσπερινός της Πεντηκοστής.
«Έτι και έτι, κλίναντες τα γόνατα, του Κυρίου δεηθώμεν…»

Κατά την «έσχατη» και «μεγάλη» και «σωτήρια» ημέρα της Πεντηκοστής, κατά την οποία μας αποκαλύφθηκε και προσκυνούμε και δοξάζουμε το μέγα μυστήριο της Αγίας και Ομοουσίου και Ζωοποιού και Αδιαιρέτου και Ασυγχύτου Τριάδος, του Ενός και Μοναδικού Θεού, του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος, αμέσως μετά την πανηγυρική Θεία Λειτουργία, τελούμε τον «Εσπερινό της Γονυκλισίας», κατά τον οποίο ψάλλουμε ύμνους αφιερωμένους κατ’ εξοχήν στο Πανάγιο Πνεύμα, το τρίτο Πρόσωπο της Τρισηλίου Θεότητος, που είναι «φως και ζωή και ζώσα πηγή νοερά. Πνεύμα σοφίας, Πνεύμα συνέσεως, αγαθόν, ευθές, νοερόν. ηγεμονεύον, καθαίρον τα πταίσματα, Θεός και θεοποιούν, πυρ εκ πυρός προϊόν, λαλούν, ενεργούν, διαιρούν τα χαρίσματα».
Αμέσως μετά την «Είσοδο» του Εσπερινού, κι αφού ψαλεϊ το «Φως ίλαρόν» και το πανηγυρικό
Μέγα Προκείμενο «Τις Θεός Μέγας ως ο Θεός ημών; Συ ει ο Θεός, ο ποιών θαυμάσια μόνος!» σε ήχο βαρύ, μεγαλόπρεπο, αντάξιο του νοήματος και του μηνύματός του, ο Διάκονος μάς καλεί, κλήρο και λαό. να γονατίσουμε και ν’ απευθύνουμε στον Θεό γονυπετείς λόγο ικεσίας: «’Έτι και έτι. κλίναντες τα γόνατα, του Κυρίου δεηθώμεν».

Από τη λαμπροχαρμόσυνη αγία ημέρα του Πάσχα μέχρι και σήμερα, η γονυκλισία ήταν απαγορευμένη. Σύμφωνα με τους Ιερούς Κανόνες, και για να υπογραμμίζεται το χαρούμενο και σωτήριο μήνυμα των αναστάσιμων βιωμάτων της Εκκλησίας, η προσευχή των Ορθοδόξων γίνεται «ορθοστάδην».
Σε όρθια δηλαδή στάση, και όχι με γονυκλισία. Όμως την ώρα τούτη το «ορθοστάδην» παραμερίζεται, όχι μόνο για να χαιρετίσουμε θεοπρεπώς το Πανάγιον Πνεύμα «δι’ ου Πατήρ γνωρίζεται και Υιός δοξάζεται, και παρά πάντων γινώσκεται μία δύναμις. μία σύνταξις, μία προσκύνησις της Αγίας Τριάδος», μα και για να πούμε κατά πως ταιριάζει σε παραστρατημένους, όπως είμαστε όλοι μας. χωρίς εξαίρεση, το «ημάρτομεν!», και να ζητήσουμε το έλεος του Θεού, την άφεση, την κάθαρση, τη συγγνώμη.

Τη γονυκλισία την ονομάζει ο λαός μας και «μετάνοια». Γιατί η στάση του μετανοούντος είναι το «κλίνειν τα γόνατα». Κάτω τα γόνατα, κάτω και το πρόσωπο, σημαίνει απλούστατα: «Θεέ μου, βρίσκομαι κάτω. Είμαι πεσμένος. Έχω καταντήσει «γη και σποδός». Σήκωσέ με. Ανάστησέ με. Σώσε με!…». Έτσι, σήμερα που ήρθε στον κόσμο ο Παράκλητος. το Πνεύμα της Αληθείας το «καθαίρον τα πταίσματα», καλούμαστε να πάρουμε στάση (όχι μόνο σώματος, μα και ζωής!) μετανοούντος:

«Έτι και έτι, κλίναντες τα γόνατα, του Κυρίου δεηθώμεν».

Στην Κρήτη λένε οι παλαιότεροι: «Και στην κορυφή τού βουνού να βρεθείς τούτη την ημέρα ολομόναχος, θα πρέπει να γονατίσεις και να κάμεις τον σταυρό σου». Και κρύβουν τα λόγια τούτα την αίσθηση της πραγματικής μετοχής στη ζωή του Ενός Σώματος της Εκκλησίας, ανεξάρτητα από εξωτερικές συνθήκες. Την αίσθηση της εν Θεώ τω εν Τριάδι οργανικής ενότητος των πιστών, όπου κι αν οι συγκυρίες της ζωής τους θέλουν να βρίσκονται… Και γονατίζει ο πιστός όπου κι αν είναι: Στην εκκλησία του, στο σπίτι του ή στο νοσοκομείο, αν είναι άρρωστος, στο πλοίο του, αν θαλασσοπορεί, στο βουνό, στον κάμπο, στη στάνη, στο δάσος, στην ξενιτιά· στο κάτεργο, στη φυλακή… Όπου βρίσκεται!

«Έτι και έτι, κλίναντες τα γόνατα, του Κυρίου δεηθώμεν».

Η πρώτη Ευχή της Γονυκλισίας απευθύνεται στον «Άχραντο, αμίαντο, άναρχο, αόρατο, ακατάληπτο, ανεξιχνίαστο, αναλλοίωτο, ανυπέρβλητο, αμέτρητο, ανεξίκακο Κύριο», τον «Πατέρα του Κυρίου και Θεού και Σωτήρος ημών Ιησού Χριστού» και Τον παρακαλεί, με μόνο συνήγορό μας τη δική Του «συμπάθεια», να μας δεχθεί καθώς προσπέφτουμε ενώπιον Του μετανοημένοι και φωνάζοντας το «ημάρτομεν!».
Του θυμίζει πως από τη μήτρα της μητέρας μας ήδη, Αυτόν μονάχα είχαμε για Θεό μας, αλλά, επειδή τη ζωή μας τη χαραμίσαμε στη ματαιότητα, μείναμε γυμνοί από τη βοήθειά Του και δεν έχουμε λόγια για ν’ απολογηθούμε. Όμως παίρνουμε θάρρος από τους οικτιρμούς Του και κράζουμε: «Αμαρτίας νεότητος ημών και αγνοίας μη μνησθής, και «εκ των κρύφιων ημών καθάρισον ημάς».
 Του ζητά, πριν βρεθούμε πίσω στο χώμα, σ’ Αυτόν να μάς αξιώσει να επιστρέψουμε! Να ζυγομετρήσει τις αμαρτίες μας με τους οικτιρμούς Του και ν’ αντιπαραθέσει την άβυσσο των οικτιρμών και του ελέους Του στο πλήθος των πλημμελημάτων μας! Να μας ρύσει από την αβάσταχτη τυραννία του διαβόλου! Ν’ ασφαλίσει τη ζωή μας μέσα στους άγιους και ιερούς Του νόμους και να μας συνάξει όλους στη Βασιλεία Του. Και καταλήγει ικετευτικά: «Δος συγγνώμην τοις ελπίζουσιν επί Σε… καθάρισον ημάς τη ενεργεία του Αγίου Σου Πνεύματος».

Πρόκειται για προσευχή «αντρίκια»! Εξομολογητική, χωρίς προσπάθειες άσκοπης δικαιολογίας ή αποποιήσεως ευθυνών. «Ημάρτομεν!» «Αμαρτίας νεότητος ημών και αγνοίας μη μνησθής!» «Εκ των κρυφίων ημών καθάρισον ημάς!» «Δος συγγνώμην τοις ελπίζουσιν επί Σε!» Δεν είναι λόγια αυτά! Είναι βέλη που σαϊτεύουν την πατρική καρδιά του Ανεξίκακου και Πολυέλεου και Φιλάνθρωπου Θεού!…

«Έτι και έτι, κλίναντες τα γόνατα, του Κυρίου δεηθώμεν».

Η δεύτερη Ευχή απευθύνεται στον Κύριο ημών Ιησού Χριστό, το «απαύγασμα του Πατρός», τον «της ουσίας και της φύσεως Αυτού απαράλλακτον και αμετακίνητον χαρακτήρα», την «πηγή της σωτηρίας και της χάριτος» και Του ζητά να μας ανοίξει Αυτός, ο «διδούς ευχήν τω ευχομένω», τα αμαρτωλά μας χείλη και να μας διδάξει «πώς δει και υπέρ ων χρη προσεύχεσθαι» – ρεαλιστική παραδοχή πως χωρίς Αυτόν «δι’ Ου τα πάντα» (Εβρ. 2: 10). ούτε να Τον ζητήσουμε μπορούμε, ούτε να Του ζητήσουμε τα συμφέροντα ξέρουμε.
 Κι αφού Του δηλώσει με ταπείνωση πως περιμένουμε η ευσπλαχνία Του να νικήσει το «μέτρο πλήθος των αμαρτιών μας, Του λέει πως με φόβο θείο στεκόμαστε μπροστά Του, έχοντας ρίξει την απελπισία της ψυχής μας μέσα στου ελέους Του το πέλαγος, και Του ζητάει για λογαριασμό μας: «Κυβέρνησόν μου την ζωήν… και γνώρισόν μοι οδόν εν η πορεύσομαι». «Το Πνεύμα της Σοφίας Σου, χάρισε στη σκέψη μου, Πνεύμα συνέσεως δώρησαι στην «αφροσύνη» μου.
Τα έργα μου ας τα κατευθύνει πνεύμα θεοφοβίας.
 Πνεύμα εύθές και ηγεμονικό μη μου στερήσεις, για ν’ αξιωθώ, με του Αγίου Πνεύματος την καθοδήγηση, να εργάζομαι τις εντολές Σου και πάντοτε να νιώθω την παρουσία Σου». Και κορυφώνει: «Την Σην ικετεύω αγαθότητα. Όσα ηυξάμην απόδος μοι εις σωτηρίαν». για να Του υπογραμμίσει πιο κάτω πως Αυτός είναι η μοναδική μας ελπίδα, παρά τις αμαρτίες μας: «Σοι γαρ μόνω αμαρτάνομεν, αλλά και Σοι μόνω λατρεύομεν ουκ οίδαμεν προσκυνείν Θεώ αλλοτρίω, ουδέ διαπετάζειν προς έτερον Θεόν τας εαυτών χείρας».
Κι αυτός ο τονισμός ότι Αυτός είναι ο μοναδικός μας Θεός, το μοναδικό μας, δηλαδή, και έσχατο καταφύγιο, θέλει -αν μπορούμε να το πούμε έτσι (χωρίς, πάντως, ασεβή διάθεση)- να κινήσει το φιλότιμο του Θεανθρώπου να μας δώσει χέρι βοηθείας, να μας χαρίσει την άφεση και τα προς σωτηρίαν αιτήματα, δεχόμενος τη γονυκλισία και την προσευχή μας, «ως θυμίαμα δεκτόν, αναλαμβανόμενον ενώπιον της υπεραγάθου Βασιλείας Του»,

Είναι και τούτη η ευχή μια προσευχή τολμηρή. «Σοι μόνω αμαρτάνομεν, άλλα και Σοι μόνω λατρεύομεν». Δεν ξέρουμε να προσκυνούμε ξένον θεό, ούτε να υψώνουμε χέρια ικετευτικά σ’ άλλον θεό έξω από Σένα! Ομολογία πτώσεως, φθοράς, εξαχρειώσεως, έσχατου κινδύνου! Αλλά ταυτόχρονα και ομολογία πίστεως, θεοφοβίας, ζωντανής ελπίδας σ’ Αυτόν που είναι «η ελπίς πάντων των περάτων της γης» (Ψαλμ. 64: 6), και αγάπης λατρευτικής γι’ Αυτόν που «πρώτος ηγάπησεν ημάς» (Α’ Ιωάν. 4: 19). Προσευχή δίχως φαρισαϊσμούς κ’ υποκρισίες. Σωστό ξέσπασμα αληθινά ορθόδοξης καρδίας!…

«Έτι και έτι κλίναντες τα γόνατα, του Κυρίου δεηθώμεν».
Ακολουθεί η τρίτη Ευχή, που απευθύνεται κι αυτή στο δεύτερο Πρόσωπο της Υπερουσίου Τριάδος, που είναι «η αενάως βρύουσα ζωτική και φωτιστική πηγή. η συναΐδιος του Πατρός δημιουργική δύναμις, ο πάσαν την οικονομίαν διά την των βροτών σωτηρίαν υπερκάλλως πληρώσας» (Η πηγή που πάντοτε κι ασταμάτητα αναβλύζει ζωή και φως, η δημιουργική Δύναμη που είναι αιώνια όπως ο Πατέρας.
 Εσύ π[ου εκπλήρωσες κατά τον καλλίτερο τρόπο, ό,τι χρειαζόταν για τη σωτηρία των ανθρώπων.), Ιησούς Χριστός, που έλυσε τους άλυτους δεσμούς του θανάτου κι έσπασε του άδη τα κλειδιά και καταπάτησε τα πλήθη των πονηρών πνευμάτων, και πρόσφερε τον Εαυτό Του για χατήρι μας «άμωμον ιερείον» , αψεγάδιαστη θυσία, θυσία άχραντη, και με θεόσοφο δόλωμα αγκίστρωσε τον «αρχέκακον και βύθιον δράκοντα» και τον εδέσμευσε για πάντα, και τον κατέστησε αδύναμο κι ανίσχυρο, να περιμένει το «πυρ το άσβεστον» (Μάρκ. 9: 45) και το «σκότος το εξώτερον» (Ματθ. 25: 30). Απευθύνεται στον Υιό που είναι «η μεγαλώνυμος Σοφία του Πατρός», «αΐδιον φως εξ αϊδίου φωτός. Ήλιος δικαιοσύνης» και Τον καθικετεύει: «Επάκουσον ημών δεομένων Σου, και ανάπαυσον τας ψυχάς των δούλων Σου, των προκεκοιμημένων πατέρων και αδελφών ημών και των λοιπών συγγενών κατά σάρκα και πάντων των οικείων της πίστεως, περί ων και την μνήμην ποιούμεθα νυν».
Συ που μας αξίωσες να φτάσουμε σ’ αυτή τη μεγάλη ήμερα της Πεντηκοστής, δέξου ακόμα μια ικεσία μας. Όχι για μάς τους ίδιους τούτη τη φορά, μα γι’ αυτούς που έφυγαν πριν από μας. Για τους κεκοιμημένους συγγενείς μας κατά σάρκα και όλους τους «οικείους της πίστεως». Συ που και κατ’ αυτή την «παντέλεια» και «σωτηριώδη» εορτή μάς αξίωσες να δέχεσαι «ιλασμούς ικεσίους» γι’ αυτούς που βρίσκονται στον Άδη, δίνοντάς μας μεγάλες ελπίδες, άκουσε τη φωνή μας που αξιοσυμπάθητα Σου απευθύνουμε: «Ανάπαυσον τας ψυχάς των δούλων Σου των προκεκοιμημένων», εκεί όπου υπάρχει το φως κ’ η δροσιά κ’ ή αναψυχή, εκεί που δεν υπάρχει πόνος, λύπη ή στεναγμός. Ανάπαυσε τα πνεύματά τους με τους δικαίους, γιατί αυτοί που βρίσκονται στον Άδη δεν μπορούν να Σου ζητήσουν συγγνώμη, αλλά μονάχα εμείς που ζούμε Σε ευλογούμε και Σε ικετεύουμε και τις εξιλαστήριες ευχές και ιερουργίες Σου προσφέρουμε για τις ψυχές τους!

Κι επισυνάπτεται σ’ αυτήν και δεύτερη Ευχή υπέρ των τεθνεώτων, απευθυνόμενη σ’ Αυτόν που είναι «της αναστάσεως ημών Αρχηγός και των βεβιωμένων αδέκαστος και φιλάνθρωπος Κριτής και της μισθαποδοσίας Δεσπότης και Κύριος», ικετεύοντάς Τον: «Ανάπαυσον πάντας, τους πατέρας εκάστου και μητέρας και αδελφούς και αδελφάς και τέκνα, και ει τι άλλον ομογενές και ομόφυλον, και πάσας τας προαναπαυσαμένας ψυχάς επ’ ελπίδι αναστάσεως, ζωής αιωνίου, και κατάταξον τα πνεύματα αυτών και τα ονόματα εν βίβλω ζωής», στην αγκαλιά του Αβραάμ, του Ισαάκ και του Ιακώβ, στη Χώρα των Ζώντων, στη Βασιλεία των ουρανών, στον Παράδεισο.
Και ανάστησε και τα σώματα όλων μας κατά την αγία ημέρα της επαγγελίας Σου. Γιατί είναι αλήθεια πως δεν υπάρχει θάνατος για τους δούλους του Θεού. μα φεύγουν απ’ το σώμα κι έρχονται σε Σένα, τον Κύριο. Φεύγουν από τα λυπηρά κι έρχονται «επί τα χρηστότερα και θυμηδέστερα», σε Σένα, που είσαι η ανάπαυση και η χαρά!

Ζητά γι’ άλλη μια φορά συγχώρηση αμαρτημάτων για όλους, ζώντες και κεκοιμημένους, από τον μόνο Αναμάρτητο: «Άνες, άφες, συγχώρησον τα παραπτώματα ημών, τα εκούσια και τα ακούσια, τα εν γνώσει και εν αγνοία, τα πρόδηλα, τα λανθάνοντα, τα εν πράξει, τα εν διανοία, τα εν λόγω, τα εν πάσαις ημών ταις αναστροφαίς και τοις κινήμασι» και καταλήγει: «Και τοις μεν προλαβούσι ελευθερίαν και άνεσιν δώρησαι. ημάς δε τους περιεστώτας ευλόγησον, τέλος αγαθόν και ειρηνικόν παρεχόμενος ημίν…» (Δος μας συγνώμη, άφεση και συγχώρηση για τα παραπτώματά μας, τα θεληματικά και αθέλητα, αυτά που διαπράξαμε ξέροντας πως είναι κρίματα κι αυτά κάναμε έχοντας άγνοια, τα φανερά, τα κρυφά, όσα διαπράξαμε με έργα, με τον λογισμόμας κι όσα με λόγια, όσα κάναμε με κάθε συναστροφή και κάθε κίνησή μας …και στους μεν αποβιώσαντες δώρισε ελευθερία και άνεση κι εμάς που είμαστε εδώ ευλόγησε, χαρίζοντάς μας καλό και ειρηνικό τέλος της ζωής μας.)

Λέει κάποιος Άγιος πως τίποτε δεν συγκινεί τόσο τον Θεό. όσο η προσευχή υπέρ των κεκοιμημένων. Επειδή «εν τω Άδη ουκ έστι μετάνοια», οι προαπελθόντες δεν έχουν πια τη δυνατότητα να βοηθήσουν τον εαυτό τους. Έτσι, μοναδική φωνή γι’ αυτούς είναι η φωνή μας! Μοναδική ικεσία τους ηδική μας ικεσία! Μοναδική προσευχή τους η προσευχή μας! Ως εκ τούτου, η τρίτη τούτη Ευχή της Γονυκλισίας έχει ξεχωριστή βαρύτητα και σημασία! Είναι προσευχή αγάπης και ελεημοσύνης και φιλαδελφίας και ευγνωμοσύνης, για πρόσωπα που βρίσκονται πια στα χέρια του Θεού!

«Έτι και έτι, κλίναντες τα γόνατα…»

Τί να προσθέσει κανείς στην τριπλή αυτή γονυκλινή ευχή της Εκκλησίας; Τί επί πλέον να ζητήσει από τον Θεό; Μονάχα έναν ύμνο εκκλησιαστικό που είναι ιερή υπόσχεση επ’ ευκαιρία της Πεντηκοστής, ύμνο του Εσπερινού της παραμονής, προκρίνω ως επίλογο και επιστέγασμα των ταπεινών τούτων γραμμών:

«Εν ταις αυλαίς Σου υμνήσω Σε τον Σωτήρα του κόσμου, και κλίνας γόνυ προσκυνήσω Σου την αήττητον δύναμιν. εν εσπέρα και πρωί και μεσημβρία, και εν παντί καιρώ ευλογήσω Σε, Κύριε»! (Στις εκκλησίες, Σου μέσα θα Σε υμνήσω, τον Σωτήρα του κόσμου, και θα γονατίσω να προσκυνήσω την αήττητη δύναμή Σου, και βράδυ και πρωί και μεσημέρι, και κάθε ώρα και στιγμή θα Σ’ ευλογήσω, Κύριε.)

πηγή: Ιωσήφ Μητροπ. Προικοννήσου, «Οσμή ζωής», εκδ. Άθως, σ. 98-108     

Δοξαστικό "Δεύτε λαοί"εσπερινού Πεντηκοστής Πεντηκοστή και Άγιο Πνεύμα

Πεντηκοστή και Άγιο Πνεύμα
Αφιέρωμα Σοφία Ντρέκου

Το γεγονός της Πεντηκοστής αγαπητοί αναγνώστες, συνέβη στα Ιεροσόλυμα, πενήντα μέρες μετά την Ανάσταση του Χριστού, και σηματοδότησε την αφετηρία της ιστορικής διαδρομής της Εκκλησίας και έθεσε τις βάσεις για τον αγιασμό ολόκληρης της ανθρώπινης ιστορίας και του πολιτισμού.

Περιεχόμενα:

  1. Η συγκέντρωση των Αποστόλων και η Αποστολή του Αγίου Πνεύματος 
  2. Άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος - Λόγος μα' εις την Πεντηκοστή[απόσπασμα]
  3. Πεντηκοστή: Πότε η εκκλησία μας έχει γενέθλια και γιατί;
  4. Πώς εξηγείται η φράση: «Ότε του πυρός τας γλώσσας διένειμε, εις ενότητα πάντας εκάλεσε»;
  5. ΤΟ ΔΩΡΟ ΤΗΣ ΠΕΝΤΗΚΟΣΤΗΣ (Κάλλιστος Γουέαρ)
  6. Ποιά η διαφορά της εορτής της Πεντηκοστής με την εορτή του Αγίου Πνεύματος;
  7. Μοναχός Μωυσής Αγιορείτης: Κυριακή της Πεντηκοστής
  8. Συμεών ο Νέος Θεολόγος: Ευχή Μυστική (Στο Πνεύμα το Άγιον)
1. Η ΣΥΓΚΕΝΤΡΩΣΗ ΤΩΝ ΑΠΟΣΤΟΛΩΝ 
ΚΑΙ Η ΑΠΟΣΤΟΛΗ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΠΝΕΥΜΑΤΟΣ

Οι Πράξεις των Αποστόλων περιγράφουν με παραστατικό τρόπο το γεγονός της Πεντηκοστής (Πράξ. 2,1-13). Δέκα μέρες ύστερα από την Ανάληψη του Χριστού, οι έντεκα μαθητές Του (ο Ιούδας είχε αυτοκτονήσει) γύρισαν στα Ιεροσόλυμα και συγκεντρώθηκαν στο ίδιο σπίτι. Ήταν ο Πέτρος και ο Ανδρέας, ο Ιάκωβος και ο Ιωάννης, ο Φίλιππος και ο Ναθαναήλ ή Βαρθολομαίος, ο Θωμάς και ο Ματθαίος, ο Ιάκωβος ο γιος του Αλφαίου, ο Θαδδαίος ή Λεββαίος, και ο Σίμων ο Κανανίτης ή Ζηλωτής.

Όλοι μαζί, σαν μια ψυχή, παρέμεναν στο υπερώο, στον πάνω όροφο του σπιτιού όπου και άλλοτε μαζεύονταν. Εκεί μαζί με την Παναγία Μητέρα του Κυρίου και εκατόν είκοσι περίπου άλλους πιστούς, προσεύχονταν με θέρμη. Περίμεναν με λαχτάρα να έρθει σ' αυτούς «Ο Παράκλητος», το Άγιο Πνεύμα.

Στο διάστημα αυτό συμπλήρωσαν με θαυμαστό τρόπο την κενή θέση του Ιούδα του Ισκαριώτη. Ανάμεσα απ' αυτούς πού είχαν παρακολουθήσει από την αρχή τον Κύριο και ήταν μάρτυρες της Αναστάσεως, καθώς όριζε σχετική προφητεία, διάλεξαν το Ματθία και τον Ιούστο. Μετά από θερμή προσευχή στον Κύριο να παρουσιάσει τον καλύτερο για τη θέση του νέου Αποστόλου, διάλεξαν με κλήρο το Ματθία. Αυτός πήρε τη θέση του δωδέκατου Αποστόλου και ζητούσε το φωτισμό του Θεού, για να φανεί άξιος στο αποστολικό αξίωμα.

Κατά την ημέρα της Πεντηκοστής οι Απόστολοι μαζί με άλλους πιστούς βρίσκονταν στο υπερώο όπου και προσεύχονταν. Ήταν η ώρα ενάτη πρωινή, όταν ξαφνικά ακούστηκε μια παράδοξη βοή σαν δυνατός αέρας που γέμισε το σπίτι, και κάτι σαν γλώσσες φωτιάς στάθηκαν πάνω από το κεφάλι κάθε μαθητή. Ήταν το Άγιο Πνεύμα!

«Όταν έφθασε ή μέρα της Πεντηκοστής, ήταν όλοι οι πιστοί μαζί στο ίδιο μέρος. Καί ξαφνικά ήρθε από τον ουρανό βοή, πού έμοιαζε σαν να φυσά δυνατός άνεμος, καί γέμισε το σπίτι πού κάθονταν. Καί παρουσιάστηκαν γλώσσες σαν φλόγες φωτιάς να διαμοιράζονται σ' αυτούς καί να κάθεται από μια στον καθένα καί όλοι γέμισαν από Πνεύμα Άγιο» (Πράξ. 2,1-4).

Η επιφοίτηση του Αγίου Πνεύματος τους καθάρισε από τις αμαρτίες, τους φώτισε το νου και τους θέρμανε το θείο ζήλο, ώστε να γίνουν αργότερα οι αναμορφωτές της οικουμένης.

2. Άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος - Λόγος μα' εις την Πεντηκοστή[απόσπασμα]

«ΙΕ. Μιλούσαν μεν λοιπόν [οι Απόστολοι] ξένες γλώσσες και όχι τις πατρικές τους, και το θαύμα είναι μεγάλο, να μιλούν άνθρωποι γλώσσα που δεν έμαθαν και αυτό το σημείο [θαύμα] είναι για τους απίστους, όχι γι' αυτούς που πιστεύουν, για να είναι κατήγορο των απίστων, όπως έχει γραφτεί• «Ότι με ανθρώπους που μιλούν ξένες γλώσσες και με χείλη ξένων λαών θα ομιλήσω προς το λαό αυτόν, αλλ' ούτε με τον τρόπο αυτό θα με ακούσουν, λέγει ο Κύριος». Άκουγαν δε [όσοι ήσαν τότε στα Ιεροσόλυμα]. Εδώ σταμάτησε λίγο και διερωτήσου, πώς θα διαιρέσεις τον λόγο. Διότι έχει κάτι το αμφίβολο η λέξη [«ήκουον»] το οποίο διαχωρίζεται με την τελεία. Άρα, δηλαδή, άκουγαν ο καθένας στη δική του γλώσσα, φερ' ειπείν σαν να ηχεί δυνατά μία φωνή, και ν' ακούγονται πολλές, με το να πάλλεται έτσι ο αέρας και, για να το πω σαφέστερα, με το να γίνεται η φωνή φωνές; Ή πρέπει να σταματήσουμε στο «ήκουον», το δε «Λαλούντων» στις δικές τους γλώσσες να το προσθέσουμε στα επόμενα, για να είναι: «Καθώς μιλούσαν γλώσσες», τις δικές των, αυτών που ακούγανε, που σημαίνει ξένες• προς τούτο δε και μάλλον τάσσομαι. Διότι με εκείνον μεν τον τρόπο το θαύμα θα ήταν εκείνων που άκουγαν μάλλον παρά εκείνων που μιλούσαν. Με αυτόν δε τον τρόπο εκείνων που μιλούσαν οι οποίοι και κατηγορήθηκαν για μέθη, είναι φανερό ότι με το να θαυματουργούν αυτοί ως προς τις γλώσσες με την δύναμη του Πνεύματος.» (Άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος - Λόγος μα' εις την Πεντηκοστή[απόσπασμα]) Από: Στυλ. Γ. Παπαδόπουλος (επιμ.), Μιλάει ο Γρηγόριος ο Θεολόγος, μτφρ. Διονύσιος Κακαλέτρης, εκδ. Αποστολική Διακονία, Αθήνα 1991.
3. Η Πεντηκοστή - Πότε η εκκλησία μας έχει γενέθλια και γιατί;
Η ημέρα που θεωρείται ως «γενέθλιος ημέρα» της εκκλησίας μας είναι η Πεντηκοστή. Εκείνη τη μέρα ουσιαστικά, με την κάθοδο του Αγίου Πνεύματος, έγινε το θαύμα της ένωσης των ανθρώπων με το Θεό. Αυτό ακριβώς είναι και ονομάζεται εκκλησία, η ένωση του ανθρώπου με το Θεό, που για πρώτη φορά αποκαλύφθηκε την ημέρα της Πεντηκοστής.
Αυτό που πρέπει να συγκρατήσουμε και να καταλάβουμε είναι ότι ο Χριστός είχε πει στους Μαθητές του ότι θα αποστείλη το Άγιον Πνεύμα το οποίο θα τους διδάξη την πάσαν αλήθειαν. Αυτό ακριβώς έγινε την ημέρα της πεντηκοστής. Μόνο τότε αποκαλύφτηκε αυτή η αλήθεια (και ποτέ ξανά στην πορεία του χρόνου, που σημαίνει ότι η αλήθεια αποκαλύφτηκε τότε εφάπαξ) δηλαδή η Εκκλησία από πνευματική, έγινε Σώμα Χριστού.
Όλα τα τροπάρια εκείνης της ημέρας αναφέρονται στην εκκλησία.

Το Απολυτίκιο της εορτής, ήχος πλ. δ'
Ευλογητός ει, Χριστέ ο Θεός ημών, ο πανσόφους τους αλιείς αναδείξας,
καταπέμψας αυτοίς το Πνεύμα το Άγιον,
και δι’ αυτών την οικουμένην σαγηνεύσας.
Φιλάνθρωπε, δόξα σοι.

4. Πώς εξηγείται η φράση: «Ότε του πυρός τας γλώσσας διένειμε, εις ενότητα πάντας εκάλεσε»;
Σημαίνει ότι ο Θεός διεμέρισε τα έθνη και τις γλώσσες, αλλά τελικά δια του Αγίου Πνεύματος και δια της διανομής της κοινής γλώσσας του πυρός οι άνθρωποι απέκτησαν ενότητα μεταξύ τους.

Η φράση είναι από την ημέρα της εορτής της πεντηκοστής και συγκεκριμένα από το κοντάκιο και στο οποίο γίνεται η σύνδεση ανάμεσα στην αρχική διαίρεση της ανθρωπότητας σε έθνη (πύργος της βαβέλ) και στην υπέρβαση αυτής της διαίρεσης με την ίδρυση της Χριστιανικής Έκκλησίας:
'Οτε καταβάς τας γλώσσας συνέχεε,διεμέριζεν έθνη ο Ύψιστος, ότε του πυρός τας γλώσσας διένειμεν,εις ενότητα πάντας εκάλεσε, και συμφώνως δοξάζομεν το πανάγιον Πνεύμα.


τοιχογραφία από την Τράπεζα της Ιεράς Μονής Παρακλήτου Ωρωπού

5. ΤΟ ΔΩΡΟ ΤΗΣ ΠΕΝΤΗΚΟΣΤΗΣ (Κάλλιστος Γουέαρ)
Σχετικά με το δώρο του Παρακλήτου την ημέρα της Πεντηκοστής τρία πράγματα είναι ιδιαίτερα εντυπωσιακά:

Πρώτο, είναι ένα δώρο σ' όλους τους ανθρώπους του Θεού: «και επλήσθησαν άπαντες Πνεύματος Αγίου» (Πραξ.2,4). Το δώρο ή χάρισμα του Πνεύματος δεν απονέμεται μόνο στους επισκόπους και τον κλήρο, αλλά σε κάθε βαπτισμένο. Όλοι είναι Πνευματοφόροι, όλοι είναι -με την κατάλληλη έννοια της λέξης -«χαρισματικοί».

Δεύτερο, είναι ένα δώρο ενότητας: «ήσαν άπαντες ομοθυμαδόν επί το αυτό» (Πραξ. 2,1). Το Άγιο Πνεύμα κάνει τους πολλούς να είναι ένα Σώμα εν Χριστώ. Η κάθοδος του Πνεύματος την Πεντηκοστή αντιστρέφει το αποτέλεσμα του πύργου της Βαβέλ (Γεν. 11,7). Όπως λέμε στο Κοντάκιο της Γιορτής της Πεντηκοστής:

Ότε καταβάς τας γλώσσας συνέχεε,
διεμέριζεν έθνη ο Ύψιστος·
ότε του πυρός τας γλώσσας διένειμεν,
εις ενότητα πάντας εκάλεσε·
και συμφώνως δοξάζομεν το πανάγιον Πνεύμα.

Το Πνεύμα φέρνει ενότητα και αμοιβαία κατανόηση, ικανώνοντάς μας να μιλάμε «εν μια φωνή». Μεταμορφώνει τα άτομα σε πρόσωπα. Για την πρώτη Χριστιανική κοινότητα στα Ιεροσόλυμα, στην περίοδο αμέσως μετά την Πεντηκοστή, λέγεται ότι «είχον άπαντα κοινά» και ότι «του πλήθους των πιστευσάντων ην η καρδία και η ψυχή μία» (Πραξ. 2,44· 4,32)· κι αυτό θά'πρεπε νά'ναι το σημάδι της κοινότητας του Χριστού της Πεντηκοστής σε κάθε εποχή.

Τρίτο, το δώρο του Πνεύματος είναι ένα δώρο διαφοροποίησης· οι γλώσσες της φωτιάς «διαμερίζονται» ή «χωρίζονται» (Πραξ. 2,3) και κατανέμονται άμεσα στον καθένα. Το Άγιο Πνεύμα δε μας κάνει μόνο όλους ένα, άλλά κάνει και τον καθένα μας διαφορετικό. Στην Πεντηκοστή η πολλαπλότητα των γλωσσών δεν καταργήθηκε αλλά έπαψε να είναι η αιτία του χωρισμού· όπως προηγουμένως, ο καθένας μιλούσε στη δική του γλώσσα, αλλά με τη δύναμη του Πνεύματος ο καθένας μπορούσε να καταλάβει τους άλλους. Για μένα το να είμαι Πνευματοφόρος σημαίνει ν' αντιλαμβάνομαι όλα τα διακριτικά χαρακτηριστικά της προσωπικότητάς μου· σημαίνει να γίνω αληθινά ελεύθερος, αληθινά ο εαυτός μου μέσα στη μοναδικότητά μου. Η ζωή μέσα στο Πνεύμα έχει μι' ανεξάντλητη ποικιλία· είναι σφάλμα και όχι αγιότητα, ότι είναι ανιαρή και μονότονη. Όπως συνήθιζε να παρατηρεί με ανία ένας φίλος μου ιερέας, που αφιέρωνε πολλές ώρες κάθε μέρα ακούγοντας εξομολογήσεις: «τι κρίμα που δεν υπάρχουν καινουργι' αμαρτήματα!» Υπάρχουν, όμως, πάντα νέες μορφές αγιότητας.
6. Ποιά η διαφορά της εορτής της Πεντηκοστής
με την εορτή του Αγίου Πνεύματος;

Ουσιαστικά δεν υπάρχει καμία διαφορά.

Η εορτή της Πεντηκοστής είναι εορτή της Αγίας Τριάδος, αφού με την κάθοδο του Αγίου Πνεύματος μαθαίνουμε ότι ο Θεός είναι Τριαδικός. Η κάθοδος του Αγίου Πνεύματος έγινε κατά την ημέρα της Κυριακής. Την ήμερα αυτή, ήλθε το Άγιο Πνεύμα στους Μαθητές του Χριστού. Ο ιερός υμνογράφος αποκαλεί την Πεντηκοστή τελευταία εορτή από πλευράς αναπλάσεως και ανακαινίσεως του ανθρώπου: «Την μεθέορτον πιστοί και τελευταίαν εορτήν εορτάσωμεν φαιδρώς, αύτη εστί Πεντηκοστή, επαγγελίας συμπλήρωσις και προθεσμία».

Οι άγιοι Πατέρες μας λοιπόν, πού έβαλαν σε άριστη σειρά και τάξη όλα τα θέματα της πίστεως μας, για να δώσουν τιμή στο Άγιο Πνεύμα, όρισαν να το εορτάζουμε και κατά την Πεντηκοστή, αλλά και ξεχωριστά την επόμενη ημέρα την Δευτέρα.

Βέβαια, όπως διδαχθήκαμε και πιστεύουμε, κοινή είναι η ενέργεια του Τριαδικού Θεού και ποτέ δεν μπορεί να χωρισθή και να απομονωθή ένα Πρόσωπο από τα άλλα Πρόσωπα της Αγίας Τριάδος. Το Άγιον Πνεύμα είναι ομοούσιο με τον Υιό και τον Πατέρα, γιατί και τα τρία Πρόσωπα της Αγίας Τριάδος έχουν κοινή ουσία ή φύση, και κοινή ενέργεια.
Το υπόμνημα του Πεντηκοσταρίου της Δευτέρας του Αγίου Πνέυματος είναι χαρακτηριστικό:

Τῇ αὐτῇ ἡμέρᾳ, Δευτέρᾳ τῆς Πεντηκοστῆς,
αὐτὸ τὸ πανάγιον, καὶ ζωοποιόν, καὶ παντοδύναμον ἑορτάζομεν Πνεῦμα,
τὸν ἕνα τῆς Τριάδος Θεόν, τὸ Ὁμότιμον, καὶ Ὁμοούσιον, καὶ Ὁμόδοξον
τῷ Πατρὶ καὶ τῷ Υἱῷ.

Στίχοι

Πᾶσα πνοή, δόξαζε Πνεῦμα Κυρίου,
Δι' οὗ πονηρῶν πνευμάτων φροῦδα θράση.

Τῇ ἐπιφοιτήσει τοῦ ἁγίου Πνεύματος,
πρεσβείαις τῶν Ἀποστόλων σου, Χριστὲ ὁ Θεός, ἐλέησον ἡμᾶς. Ἀμήν.

Και της Κυριακής της Πεντηκοστής αναφέρει:
Τῇ αὐτῇ ἡμέρᾳ, Κυριακῇ ὀγδόῃ ἀπὸ τοῦ Πάσχα,
τὴν ἁγίαν Πεντηκοστὴν ἑορτάζομεν.

Στίχοι
Πνοῇ βιαίᾳ γλωσσοπυρσεύτως νέμει,
Χριστὸς τὸ θεῖον Πνεῦμα τοῖς Ἀποστόλοις.
Ἐκκέχυται μεγάλῳ ἑνὶ ἤματι Πνεῦμ' ἁλιεῦσι.
Ταῖς τῶν ἁγίων Ἀποστόλων πρεσβείαις,
Χριστὲ ὁ Θεὸς ἡμῶν, ἐλέησον ἡμᾶς. Ἀμήν.

Συμπερασματικά:
Οι άγιοι Πατέρες μας πού έβαλαν σε άριστη σειρά και τάξη όλα τα θέματα της πίστεως μας, για να δώσουν τιμή στο Άγιο Πνεύμα, όρισαν να το εορτάζουμε και κατά την Πεντηκοστή, αλλά και ξεχωριστά την επόμενη ημέρα. Εμείς, πρέπει να γνωρίζουμε ότι την ήμερα αυτή, όταν εορταζόταν η Πεντηκοστή των Εβραίων, ήλθε το Άγιο Πνεύμα στους Μαθητές του Χριστού. Επειδή, λοιπόν, οι Άγιοι Πατέρες θεώρησαν καλό να ξεχωρίσουν τις γιορτές για να τιμήσουν με τον τρόπο αυτό το μεγαλείο του Παναγίου και Ζωοποιού Πνεύματος, γι’ αυτό εορτάζουμε το Πανάγιο Πνεύμα, πού είναι μία υπόσταση της Αγίας Τριάδος.

Σημειώσεις
1. Συναξάριον Πεντηκοσταρίου, «Δεσποτικές Εορτές» Μητροπολίτου Ναυπάκτου κκ Ιεροθέου
2. «Τί γιορτάζουμε από το Τριώδιο έως την Πεντηκοστή», ιερομ. Ιερωνύμου Δελημάρη.

7. Κυριακή της Πεντηκοστής
Γράφει ο Μοναχός Μωυσής Αγιορείτης (†2014)


Ονομάζεται Πεντηκοστή η σημερινή εορτή, γιατί είναι πενήντα ημέρες μετά το Πάσχα. Ο ευαγγελιστής Λουκάς περιγράφει ωραία στις Πράξεις των Αποστόλων το ιστορικό γεγονός που συνέβη στα Ιεροσόλυμα. Όλοι οι πιστοί με μια καρδιά ήταν συναγμένοι στον ίδιο τόπο.

Και ξαφνικά, δίχως κανείς να το περιμένει, ήλθε βοή από τον ουρανό, σαν ήχος σφοδρού ανέμου, που κινείται με κάθε ορμή, και γέμισε όλο το σπίτι που κάθονταν οι απόστολοι. Και είδαν με τα ίδια τους τα μάτια να διαμοιράζονται πύρινες φλόγινες γλώσσες πάνω από το κεφάλι του καθενός και γέμισε το είναι τους με το Άγιο Πνεύμα και φωτίστηκαν και ενισχύθηκαν και άρχισαν να μιλούν οι πριν αγράμματοι ουράνια λόγια και εμπνευσμένες διδαχές...

Από τότε μένει στην Εκκλησία ο Παράκλητος, το Άγιο Πνεύμα, το τρίτο πρόσωπο της Αγίας Τριάδας, το οποίο ιδιαίτερα εορτάζεται αύριο Δευτέρα του Αγίου Πνεύματος. Το Άγιο Πνεύμα από τον Πατέρα. Ο θαυμαστός, υπέρλογος και υπερφυσικός ερχομός του σημείωσε τη γέννηση της Εκκλησίας μας. Η παρουσία του Αγίου Πνεύματος συγκροτεί το θεσμό της Εκκλησίας, κυβερνά και καθοδηγεί το πλοίο της, ανάμεσα από τους μύριους υφαλοσκοπέλους της ιστορίας, παρά τα ανθρώπινα λάθη των εκπροσώπων της, και το οδηγεί στον εύδιο λιμένα της σωτηρίας.

Ο σκοπός της ζωής κατά την ορθόδοξη θεολογία είναι η απόκτηση του Αγίου Πνεύματος, η χαρίτωση δηλαδή και τελείωση του ανθρώπου. Το θαύμα του φωτισμού πολλών, μετά το κήρυγμα των αποστόλων την ημέρα της Πεντηκοστής, επαναλαμβάνεται στα βάθη της ψυχής όσων επιθυμούν να αισθανθούν τους κραδασμούς της νέας βιαίας πνοής του Παράκλητου, της βαπτίσεώς του στα νάματα της προσωπικής τους Πεντηκοστής και της υιοθεσίας τους υπό του πανσθενουργού Παναγίου Πνεύματος. Το φως του Πνεύματος ανακαινίζει, αναπλάθει, ανανεώνει, αναμορφώνει.

Η Εκκλησία φωταγωγεί, ποιεί τα τέκνα της φωτόμορφα. Η Εκκλησία πορεύεται για τη φωταγωγία του κόσμου. Ο κόσμος όμως αγάπησε πιο πολύ το σκοτάδι. Φοβήθηκε φαίνεται αποκαλυπτικό και καθαρτικό φως. Πλούτος μοναδικός της Εκκλησίας είναι αυτό το πλούσιο και ακένωτο ζωοπάροχο φως. Μπορεί ο καθένας να κάνει, αν το θελήσει, έμπρακτα υπερώο Πεντηκοστής την καρδιά του. Για την καλή αλλοίωση όμως χρειάζεται καθαρότητα. Συνεπαρμένοι, παρασυρμένοι, πλανεμένοι και απατημένοι πολλοί σήμερα από αλλότρια πνεύματα και φώτα λησμόνησαν, άφησαν, αγνόησαν το υπερουράνιο, αληθινό φως και το Πνεύμα το άγιο, με τη γλωσσοπυρσόμορφη χάρη.

Εύκολα μιλάμε για τον κόσμο, για τους άλλους, τους πολλούς. Πόσοι όμως από εμάς, τους ανθρώπους της Εκκλησίας, διατηρούμε ενεργά τα αγιοπνευματικά χαρίσματα της αταλάντευτης πίστης, της μόνιμης πραότητας, της απαραίτητης εγκράτειας, της θυσιαστικής αγάπης; Μήπως στοιχεία αδιαφάνειας, υποκρισίας, αδιαφορίας και ασυνέπειας διέπουν το βίο μας; Εμπνέουμε το σφοδρό έρωτα της αγιότητας, τη χάρη της σεμνότητας και την ωραιότητα της ταπείνωσης;

Παρουσιάζουμε εμείς την ευπρεπεστάτη αλλοίωση της Πεντηκοστής ή μασκοφορούμε και τη ζητάμε μόνο από τους άλλους;

Παράκλητος σημαίνει παραμυθία, παρηγοριά. Υπέρ ποτέ άλλοτε έχουμε όλοι ανάγκη από την «πανσωστική αιτία» του Αγίου Πνεύματος, για να παρηγορηθούμε πραγματικά. Στη σύγχρονη βαβυλώνια αιχμαλωσία υπό πνευμάτων πονηρών και ακαθάρτων, όπου έκαναν τον άνθρωπο αγχώδη, ταραγμένο, φοβισμένο, καχύποπτο και σαλεμένο έχουμε ανάγκη όλοι θερμής δέησης: Ελθέ, και σκήνωσον εν ημίν, και καθάρισον ημάς από πάσης κηλίδος, και σώσον, Αγαθέ, τας ψυχάς ημών. Αμήν.

8. Συμεών ο Νέος Θεολόγος

Ευχή Μυστική

Δι' ης επικαλείται το Πνεύμα το Άγιον ο αυτό προορών

Πρόσκληση

Έλα, το φώς το αληθινό,
έλα, η αιώνια ζωή,
έλα, το απόκρυφο μυστήριο,
ο ανώνυμος θησαυρός,
το ανεκφώνητο πράγμα,
το ακατανόητο πρόσωπο,
η παντοτινή αγαλλίαση, το ανέσπερο φως,
έλα, η αληθινή προσδοκία
αυτών που μέλλουν να σωθούν.
Έλα, των πεσμένων η έγερση,
έλα, των νεκρών η ανάσταση.
Έλα, Δυνατέ, που δημιουργείς,
μεταπλάθεις κι αλλοιώνεις τα πάντα
με μόνη τη θέλησή σου!
Έλα, αόρατε, ανέγγιχτε κι αψηλάφητε.
Έλα, συ που μένεις πάντα αμετακίνητος,
μα κάθε στιγμή μετακινείσαι ολόκληρος,
για να 'ρθεις σε μας, που κειτόμαστε στον άδη,
ο υπεράνω πάντων των ουρανών.
Έλα, πολυπόθητο και πολυθρύλητο όνομα,
που όμως αδυνατούμε να περιγράψουμε
τι ήσουν ακριβώς,
ή να γνωρίσουμε την ουσία και τις ιδιότητές σου.
Έλα, παντοτινή χαρά,
έλα, αμαράντινο στεφάνι,
έλα, πορφύρα του μεγάλου Θεού και βασιλιά μας.
Έλα, κρυστάλλινη ζώνη διαμαντοστόλιστη,
ελα, απλησίαστο υπόδημα,
έλα βασιλική αλουργίδα
κι όντως αυτοκρατορική δεξιά!
Έλα, συ που πόθησε και ποθεί
η ταλαίπωρή μου ψυχή,
έλα, συ ο Μόνος
προς εμένα τον μόνο
γιατί, καθώς βλέπεις
είμαι μόνος!…
Έλα, συ που με ξεχώρισες απ' όλα
και μ' έκανες μοναδικό πάνω στη γή.
Έλα, συ που έγινες ο πόθος της ψυχής μου
και μ' αξίωσες να σε ποθήσω
τον απρόσιτο παντελώς!
Έλα, πνοή μου και ζωή,
έλα της ταπεινής μου ψυχής παρηγοριά,
έλα, χαρά και δόξα μου κι' ατέλειωτη τρυφή.

Ευχαριστία

Σ' ευχαριστώ, που έγινες ένα πνεύμα μαζί μου
ασυγχύτως, ατρέπτως κι αναλλοιώτως,
Θεέ του παντός,
κι' έγινες για χάρη μου τα πάντα σε όλα:
Τροφή ανεκλάλητη που ποτέ δεν τελειώνει,
που ξεχύνεται ακατάπαυστα
από της ψυχής μου τα χείλη
και πλούσια αναβλύζει
απ' την πηγή της καρδιάς μου.
Ενδυμα, που αστράφτει
και καταφλέγει τους δαίμονες.
κάθαρση, που με πλένεις
με τ' άφθαρτα κι' άγια δάκρυα
που η παρουσία σου χαρίζει
σ' όσους επισκεφθείς.
Σ' ευχαριστώ, γιατί για χάρη μου έγινες
ανέσπερο φως και ήλιος αβασίλευτος,
που δεν έχεις πού να κρυφτείς,
αφού γεμίζεις με τη δόξα σου τα σύμπαντα.
Ποτέ δεν κρύφτηκες από κανένα
αλλ' εμείς κρυβόμαστε πάντοτε από σένα,
μη θέλοντας ναρθούμε κοντά σου.
Μα πού να κρυφτείς
αφού πουθενά δεν υπάρχει τόπος
για την κατάπαυσή σου;
Και γιατί να κρυφτείς
εσύ που δεν αποστρέφεσαι κανένα
ούτε κανένα ντρέπεσαι;
Και τώρα, σε ικετεύω, Δέσποτά μου,
έλα να στήσεις τη σκηνή σου στην καρδιά μου,
να κατοικήσεις και να μείνεις εντός μου
αχώριστος κι ενωμένος μέχρι τέλους
με μένα τον δούλο σου, αγαθέ,
για να βρεθώ κι' εγώ
στην έξοδό μου κι έπειτα απ' αυτήν στους αιώνες
κοντά σου Αγαπημένε,
και να βασιλέψω μαζί σου
Θεέ του παντός!

Ικεσία

Μείνε, Κύριε, και μη μ' αφήσεις μόνο.
Θέλω, όταν έρθουν οι εχθροί μου,
Που ζητούν να καταπιούν την ψυχή μου,
να σε βρούν μέσα μου,
και να φύγουν για πάντα,
για να μη μπορέσουν ξανά να με βλάψουν
βλέποντάς σε τον ισχυρότερο πάντων
να κάθεσαι στον οίκο της ταπεινής μου ψυχής.
Ναί, Δέσποτα,
όπως με θυμήθηκες όταν ζούσα στον κόσμο
και χωρίς να το καταλάβω
με διάλεξες εσύ, με χώρισες απ' τον κόσμο
και μ' έκανες κοινωνό της θείας σου δόξης,
έτσι και τώρα φύλαξέ με
πάντοτε σταθερό κι αμετακίνητο
στην ενοίκησή σου εντός μου.
Βλέποντάς σε αδιάκοπα εγώ ο νεκρός
θ'ανασταίνομαι και θα ζω,
έχοντάς σε εγώ ο φτωχός
θα πλουτίζω διαρκώς
και θα γίνω πλουσιότερος
απ' όλους τους βασιλιάδες.
και θα σε τρώγω και θα σε πίνω
και θα σε ντύνομαι κάθε ώρα,
ώστε να ζω και τώρα και πάντα
εντρυφώντας σε ανεκλάλητα αγαθά.
Γιατί εσύ είσαι
κάθε αγαθό και κάθε δόξα και κάθε τρυφή
και σε σένα πρέπει η δόξα
στην Αγία και Ομοούσιο και Ζωοποιό Τριάδα,
που όλοι οι πιστοί
τη σέβονται και τη γνωρίζουν,
την προσκυνούν και τη λατρεύουν
στα πρόσωπα
του Πατέρα και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος
τώρα και πάντα και στους αιώνες των αιώνων.
Αμήν.

Έκδοση Ι.Μ. Αγίου Συμεών του Νέου Θεολόγου, Κάλαμος Αττικής

Βίντεο: Κλείνω το αφιέρωμά μας αγαπητοί μου αναγνώστες με το θαυμάσιο Δοξαστικό του Εσπερινού της Πεντηκοστής, το οποίο είναι θεολογικότατο και μέσα σε λίγες γραμμές περικλείει όλο το άρρητο και ανέκφραστο δόγμα περί του Τριαδικού Θεού.

«Δεῦτε, λαοί, τήν τρισυπόστατον Θεότητα προσκυνήσωμεν, Υἱόν ἐν τῷ Πατρί σύν Ἁγίῳ Πνεύματι· Πατήρ γάρ ἀχρόνως ἐγέννησεν Υἱόν συναΐδον καί σύνθρονον, καί Πνεῦμα Ἅγιον ἦν ἐν τῷ Πατρί σύν Υἱῷ δοξαζόμενον. Μία δύναμις, μία οὐσία, μία θεότης, ἥν προσκυνοῦντες πάντες λέγομεν· Ἅγιος ὁ Θεός, ὁ τά πάντα δημιουργήσας δι’ Υἱοῦ συνεργείᾳ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Ἅγιος Ἰσχυρός, δι’ οὗ τόν Πατέρα ἐγνώκαμεν καί τό Πνεῦμα τό Ἅγιον ἐπεδήμηδεν ἐν κόσμῳ· Ἅγιος Ἀθάνατος, τό Παράκλητον Πνεῦμα, τό ἐκ τοῦ Πατρός ἐκπορευόμενον καί ἐν Υἱῷ ἀναπαυόμενον. Τριάς Ἁγία, δόξα σοι».


Ηλεκτρονικές πηγές

Περιγραφή της εικόνας της Πεντηκοστής

pentecost
Η εικόνα της Πεντηκοστής παρουσιάζει υπερώο. Είναι το υπερώο που έμεναν οι Απόστολοι μετά την Ανάληψη του Κυρίου. Οι Απόστολοι κάθονται ημικυκλικά. Στην κορυφή του ημικύκλιου είναι οι Πρωτοκορυφαίοι Απόστολοι Πέτρος και Παύλος. Τρίτος δεξιά του Πέτρου είναι ο Απόστολος και Ευαγγελιστής Λουκάς και απέναντι του ο Απόστολος και Ευαγγελιστής Μάρκος, τρίτος κοντά στον Παύλο. Ακολουθούν οι υπόλοιποι Απόστολοι κατά σειράν ηλικίας. Όλοι είναι ήρεμοι με γλυκεία έκφραση και στοχαστικό βλέμμα. Κρατούν ειλητάρια εκτός του Αποστόλου Παύλου, που κρατεί βιβλίο. Είναι τα σύμβολα του διδακτικού χαρίσματος, που έλαβαν από το Άγιο Πνεύμα. Μεταξύ των Πρωτοκορυφαίων διακρίνεται ένα κάθισμα κενό. Είναι η θέση του Χριστού, της θείας Κεφαλής της Εκκλησίας, την οποίαν εικονίζει η εικόνα της Πεντηκοστής.
Στο πάνω μέρος της εικόνας εικονίζεται ο ουρανός δια τμήματος κύκλου. Από αυτό εκπέμπονται δώδεκα ακτίνες φωτός, που κατέρχονται στους Αποστόλους. Στην εικόνα μας, έκτος των κατερχόμενων ακτινών, αιωρείται επάνω από την κεφαλή κάθε Αποστόλου πύρινη γλώσσα, που σημαίνει ότι γέμισαν όλοι από Άγιο Πνεύμα και απέκτησαν το χάρισμα της γλωσσολαλίας. Ο Ιωάννης ο Πρόδρομος το είχε προφητεύσει αυτό, όταν έλεγε στους ακροατές του ότι ο «οπίσω του ερχόμενος», ο Χριστός, θα βαπτίσει τους οπαδούς Του με Πνεύμα Άγιο και με το πυρ της θείας Χάριτος.
«Από κάτω του  καθίσματος, πάνω στο οποίο είναι καθισμένοι (οι Απόστολοι), εικονίζεται η μορφή ενός γέροντα με στέμμα  στο κεφάλι του και με οξύ στρογγυλό γένι, που κρατά με τα δύο χέρια του σινδόνι, μέσα στο οποίο φαίνονται δώδεκα ειλητάρια, δηλαδή χαρτιά τυλιγμένα. Ο γέροντας  αυτός συμβολίζει τον Κόσμο, τα δε χαρτιά τους δώδεκα κλήρους που κληρώθηκε η οικουμένη να κηρυχτεί ο λόγος του Θεού από τους Αποστόλους.
Στις αρχαιότερες εικόνες της Πεντηκοστής, αντί του Κόσμου, ζωγραφίζονται κάποιοι άνθρωποι από διάφορες φυλές, ντυμένοι με παράδοξα φορέματα και γυρισμένοι κατά πάνω, σαν να ακούουν ξαφνιασμένοι το κήρυγμα των Αποστόλων, και πάνω από  αυτούς ή επιγραφή ΛΑΟΙ, ΦΥΛΑΙ ΚΑΙ ΓΛΩΣΣΑΙ. Παριστάνουν δε αυτοί τους ανθρώπους από τα διάφορα έθνη, που βρέθηκαν στα Ιεροσόλυμα κατά την ημέρα της Πεντηκοστής, την ώρα που κατέβηκε το Άγιο Πνεύμα και οι οποίοι, όταν άκουσαν την βοή  που έγινε από την επιφοίτηση του Παναγίου Πνεύματος, μαζεύτηκαν στο σπίτι που βρίσκονταν οι Άγιοι Απόστολοι και απορούσαν, διότι άκουαν ο καθένας στη γλώσσα του το κήρυγμα που έβγαινε από το στόμα των μαθητών του Χριστού, όπως αναφέρουν οι Πράξεις των Αποστόλων» (Φ. Κόντογλου).
 Η σημασία της εικόνας
Όπως πληροφορούμαστε από τις Πράξεις των Αποστόλων, κατά την ημέρα της Πεντηκοστής βρίσκονταν στο υπερώο περίπου εκατόν είκοσι πρόσωπα. Συνεπώς τη δωρεά του Αγίου Πνεύματος δεν έλαβαν μόνον οι Δώδεκα Απόστολοι. Όλοι οι παρευρισκόμενοι «επλήσθησαν Πνεύματος Αγίου». Επί πλέον ο Απόστολος Πέτρος στην ομιλία του κατά την ημέρα της Πεντηκοστής διαβεβαίωσε, ότι όλοι όσοι θα μετανοήσουν και βαπτισθούν, θα λάβουν «την δωρεά του Αγίου Πνεύματος». Οι εκατόν είκοσι μαθητές εκπροσωπούν όλη την Εκκλησία. Για τον βυζαντινό αγιογράφο είναι αντιπρόσωποι της Εκκλησίας όλων των γενεών και όλων των αιώνων. Αυτός είναι ο λόγος, που ενώ τα καθισμένα πρόσωπα είναι δώδεκα, ο αριθμός αυτός δεν αντιστοιχεί στους Δώδεκα Αποστόλους. Ο Απόστολος Παύλος και οι Ευαγγελιστές Λουκάς και Μάρκος, που εικονίζονται στην εικόνα, δεν ανήκαν στον κύκλο των άμεσων Μαθητών του Κυρίου.
Σε αντίθεση με τις άγιες μορφές των Αποστόλων έρχεται η συμβολική μορφή του Κόσμου. Γι’ αυτήν διαβάζουμε σε ένα κείμενο του 17ου αιώνα: «Γιατί κατά την κάθοδο του Αγίου Πνεύματος παρουσιάζεται ένας άνθρωπος καθήμενος σε σκοτεινό μέρος, κυρτωμένος από τα χρόνια, ενδεδυμένος με κόκκινο ένδυμα, με βασιλικό στέμμα επί της κεφαλής του και μ’ ένα λευκό ύφασμα στα χέρια του, που περιέχει δώδεκα γραμμένους κυλίνδρους. Ο άνθρωπος κάθεται σε σκοτεινό μέρος, επειδή η οικουμένη ήταν προηγουμένως χωρίς πίστη. Είναι κυρτωμένος από τα χρόνια, διότι είχε γεράσει από την αμαρτία του Αδάμ. Το κόκκινό του ένδυμα υποδηλώνει τις αιματηρές θυσίες του πονηρού. Το βασιλικό στέμμα υποδηλώνει την αμαρτία, που κυβερνούσε τον κόσμο. Το λευκό ύφασμα στα χέρια του με τους δώδεκα κυλίνδρους σημαίνει τους Δώδεκα Αποστόλους, που έφεραν φως στην οικουμένη με την διδασκαλία τους».
Ο Χριστός ο Θεός μας, «ο πανσόφους τους αλιείς αναδείξας», είναι «χθες και σήμερον ο αυτός και εις τους αιώνας». Για τούτο πρέπει στη προσευχή μας να Τον παρακαλούμε να μας φωτίζει και αγιάζει με το Άγιο Πνεύμα, που είναι «ο φρουρός και αγιοποιός της Εκκλησίας, ο διοικητής των ψυχών, ο κυβερνήτης των χειμαζόμενων, ο φωταγωγός των πεπλανημένων και αθλοθέτης των αγωνιζο­μένων και στεφανωτής των νενικηκότων» (Κυρίλλου Ιεροσολύμων, Κατήχησις 17,3).

Ψυχοσάββατο Πεντηκοστής

Μία ακόμη ευκαιρία μάς προσφέρει η αγία μας Εκκλησία, να θυμηθούμε και να τιμήσουμε τους νεκρούς μας, τόσο τα πρόσωπα που υπήρξαν προσφιλή για μας κατά τη διάρκεια του βίου τους, όσο και το σύνολο των μελών της που κοινωνούμε μαζί τους μέσα από την αγάπη του Θεού και τη χάρη των μυστηρίων, υπερβαίνοντας το φθαρτό χρόνο του αιώνος τούτου. Με τη μέριμνα αυτή επιβεβαιώνεται, με άλλα λόγια, η ενότητα της θριαμβεύουσας και της στρατευόμενης Εκκλησίας, η κοινή πορεία προς τη Βασιλεία του Θεού, η αλληλεγγύη του Σώματος του Χριστού που υπερβαίνει τόπους, καιρούς, ακόμη και τη βιολογική διάσταση της ανθρώπινης ύπαρξης.
mnimosyna
Βέβαια, είναι αλήθεια ότι μέσα στη ζωή της Εκκλησίας έχουμε τη δυνατότητα να τιμάμε τους κεκοιμημένους αδελφούς και πατέρες μας μέσα από πολλές ευκαιρίες. Από την καθημερινή προσευχή μας, τις ειδικές Ακολουθίες (τρισάγια, μνημόσυνα κ.λπ.), ή και κάθε Σάββατο, που είναι ημέρα αφιερωμένη στη μνήμη τους. Πέραν αυτών, ωστόσο, δύο Σάββατα του έτους, αυτό της Απόκρεω και το σημερινό της Πεντηκοστής, αφιερώνονται ειδικά στη μακάρια ανάπαυση των αποδημησάντων αδελφών μας.
Ειδικότερα στις τελευταίες αυτές περιπτώσεις “μνείαν ποιούμεθα” των αδελφών που εγκατέλειψαν τον παρόντα βίο σε συνθήκες εμπερίστατες, οπότε δεν έτυχαν των συνήθων καθορισμένων εκκλησιαστικών τελετών: όσων δηλαδή ξεψύχησαν κατά τη διάρκεια πολέμων, ταξιδιών, σε μακρινούς και απόμερους τόπους, σε βρεφική ηλικία, σε δυστυχήματα ή ακόμα και όσοι λόγω φτώχειας και ένδειας δεν αξιώθηκαν της εξοδίου Ακολουθίας και των υπόλοιπων της Εκκλησίας ευχών.
Την παραμονή, λοιπόν, της  μεγάλης γιορτής της φανέρωσης της Εκκλησίας μέσα στον κόσμο, της Πεντηκοστής, δεν λησμονούμε τους προαπελθόντας αδελφούς μας και διατρανώνουμε την Οικουμενικότητα και την Καθολικότητα της Μίας και Αδιαίρετης Κοινωνίας του εκκλησιαστικού σώματος. Οι προσευχές των ζωντανών ενώνονται εν Χριστώ με αυτές των κεκοιμημένων στην ευχαριστιακή κοινωνία και δίνουν την ευκαιρία στον Φιλεύσπλαχνο Πατέρα να προσφέρει τη συγχώρεση, όπως διδάσκει η εκκλησιαστική μας Παράδοση.
Δεόμενοι για τους αδελφούς που δεν ζουν πλέον μαζί μας, εκφράζουμε την αγάπη μας γι’ αυτούς και έχουμε έτσι τη δυνατότητα να απαλύνουμε τη θλίψη μας και να έλθουμε σε κοινωνία μαζί τους διατηρούμενοι όλοι στην αιώνια μνήμη και αγάπη του Θεού. Παράλληλα, προτρεπόμαστε να επιδοθούμε σε έργα ευποιΐας και αγάπης, προς όφελος αυτών που εξεδήμησαν αλλά και ημών των ιδίων.

Ψυχοσάββατο καί ἡ περιφρόνηση τῶν κολύβων...

Τοῦ Πρωτοπρεσβυτέρου Νικολάου Μανώλη
Τό Σάββατο πρό τῆς Πεντηκοστῆς εἶναι Ψυχοσάββατο, δηλαδή “μνεία πάντων τῶν ἀπ’ αἰῶνος κοιμηθέντων εὐσεβῶς Χριστιανών”. Τό ἑσπέρας τῆς Παρασκευῆς καί τό πρωί τοῦ Σαββάτου, πλῆθος λαοῦ, προσέρχεται εἰς τούς κοιμητηριακούς ἤ ἐνοριακούς Ναούς. Ἐκεῖ ψάλλεται ὁ νεκρώσιμος κανόνας καί τό μνημόσυνο “ὅ οἱ θειότατοι πατέρες ἐθέσπισαν” ὑπέρ πάντων τῶν “ἐπ’ ἐλπίδι ἀναστάσεως ζωῆς αἰωνίου κεκοιμημένων εὐσεβῶν καίΟρθοδοξων Χριστιανών”. Πρός τιμήν τούς προσκομίζουν οἱ πιστοί κόλλυβα. Τό ἔθιμο τῶν κολλύβων εἶναι πάρα πολύ παλαιό. Οἱ ρίζες τοῦ χάνονται στίς πρό Χριστοῦ ἐποχές.
Τά κόλλυβα εἶναι σιτάρι βρασμένο. Ἔχουν τή μορφή στολισμένου δίσκου ἤ πιάτου μέ ξηρούς καρπούς, καρύδια, σταφίδα, ρόδι καί κυρίως ζάχαρη. Συμβολίζουν τήν κοινή μας ἀνάσταση. Ὅπως ὁ σπόρος τοῦ σιταριοῦ πέφτει στή γῆ, θάβεται, χωνεύεται, σαπίζει καί στή συνέχεια φυτρώνει καλύτερος καί ὡραιότερος, ἔτσι καί τό νεκρό σῶμα τοῦ ἀνθρώπου θάβεται στή γῆ, λιώνει καί σαπίζει, γιά νά ἀναστηθῆ καί πάλιαφθαρτο, ἔνδοξο καί αἰώνιο. Αὐτήν τήν εἰκόνα μᾶς δίδει ὁ....
 ἀπόστολος τῶν ἐθνῶν Παῦλος στήν Α΄ πρός Κορινθίους ἐπιστολή, καθώς καί ὁ Χριστός γιά τήν Ἀνάστασή Του. “Αμήν ἀμήν λέγω ὑμίν, ἐάν μή ὁ κόκκος τοῦ σίτου πεσῶν εἰς τήν γῆν ἀποθάνη, αὐτός μόνος μένει? ἐάν δέ ἀποθάνη πολύν καρπόν φέρει”.(Ἰω. 12,24).
Δυστυχῶς, ἡ οὐσιαστική αὐτή προσφορά πρός τούς κεκοιμημένους ἀδελφούς μας, τόσο ἀπό λειτουργική ὅσο καί ἀπό σωτηριολογική ὀπτική, τά τελευταία χρόνια ἔχει ὑποστεῖ ἀλλοιώσεις καί διαφοροποιήσεις ποῦ τείνουν νά ἀπαξιώσουν τή σημασία καί τό μέγεθος τοῦ Μυστηρίου. Ὁ χαρακτήρας τῶν κολλύβων ἔχει ἀπό πολλούς ἀλλοιωθεῖ μέ τήν ἀνοχή, ἀλλά καί τήν παρότρυνση, σέ μερικές περιπτώσεις, τῶν ὑπευθύνων ἀνθρώπων τῆς Ἐκκλησίας, ποῦ χαράζουν μιά διαφορετική γραμμή ἀπό αὐτήν τῆς παραδόσεως. Ἔτσι δυστυχῶς παρουσιάζεται μιά εἰκόνα κωμικοτραγική, ποῦ οὐδόλως συνάδει μέ τό πνεῦμα καί τή σημασία τοῦ Σαββάτου τῶν ψυχῶν.
Ἀντί, λοιπόν, κολλύβων, γεμίζει ὁ Ἱερός Ναός μέ πάσης φύσεως πίττες καί γλυκίσματα. Πρόσφορα, κουλούρια καί τσουρέκια, ἕως φροῦτα ἐποχῆς ἀπό τόν μανάβη, τά ἐποχιακά ροδάκινα, κεράσια καί βερίκοκα, συνθέτουν εἰκόνα ἀπρέπειας πρός τό Ναό καί προσβολῆς πρός τήν μνήμη τῶν κεκοιμημένων. Οἱ γιαγιάδες μας τά παλαιότερα χρόνια, προσέφεραν κεράσματα, πίττες καί γλυκά κατά τά Ψυχοσάββατα, ἀλλά ἔξω, στήν αὐλή τῆς Ἐκκλησίας. Μέσα στό Ναό, προσκόμιζαν τά κόλλυβα μόνο γιά τήν ἀκολουθία.
Εἶναι παράξενο, σέ μιά ἐποχή ποῦ οἱ νοικοκυρές, καταφέρνουν νά παρασκευάσουν τά πιό πολύπλοκα γλυκά, νά μήν ἔχουν διάθεση νά βράσουν λίγο στάρι, γιά νά τιμήσουν τούς κεκοιμημένους συγγενεῖς τους. Θά μπορούσαμε νά ποῦμε πῶς ἡ ἑτοιμασία τῶν κολλύβων ἀποτελεῖ ἕνα εὐλογημένο ἐργόχειρο πρός ὠφέλεια τῆς ψυχῆς καί ἐργασία τῶν ἐντολῶν τοῦ Θεοῦ. Ἡ μνήμη τοῦ θανάτου σέ συνδυασμό μέ τήν μονολόγιστη εὐχή ὑπέρ ἀναπαύσεως τῶν κεκοιμημένων κατά τήν προετοιμασία τῶν κολλύβων, ὅπως καί κατά τό ζύμωμα προσφόρου γιά τήν Θεία Λειτουργία, βοηθοῦν πολύ στήν ἐγρήγορση τῆς ψυχῆς. Μέ αὐτόν τόν τρόπο τιμᾶται ἡ παράδοση καί ἐπισφραγίζεται τό νόημα μέ τό ὁποῖο περιβάλλει ἡ Ἐκκλησία τό εὐλογημένο Ψυχοσάββατο.

Ψυχοσάββατα


Αποτέλεσμα εικόνας για τελούνται κάθε χρόνο από την Εκκλησία και δύο γενικά μνημόσυνα

Υπέρ αναπαύσεως των κεκοιμημένων τελούνται κάθε χρόνο από την Εκκλησία και δύο γενικά Μνημόσυνα. Το πρώτο τελείται το Σάββατο πριν από την Κυριακή της Κρίσεως (της Απόκρεω) και το δεύτερο τελείται το Σάββατο πριν από την Κυριακή της Πεντηκοστής.
Στο πρώτο Ψυχοσάββατο το Μνημόσυνο τελείται γι’ αυτούς που πνίγηκαν στη θάλασσα, σκοτώθηκαν στον πόλεμο, χάθηκαν στη χιονοθύελλα, κάηκαν στη φωτιά, πέθαναν από θεομηνίες και δεν τους έκανε κανείς Μνημόσυνο. Αλλά τελείται και για όλους τους κεκοιμημένους, τους οποίους «εκάλυψε τάφος εν πάση χώρα». Μπρούμε κι εμείς εκείνο το Ψυχοσάββατο να ετοιμάζουμε ένα πιάτο με κόλλυβα και να δίνουμε τα ονόματα των κεκοιμημένων μας, για να μνημονευθούν.
Στο δεύτερο Ψυχοσάββατο η Εκκλησία μνημονεύει «πάντων των απ’ αιώνος κοιμηθέντων ευσεβώς, επ’ ελπίδι αναστάσεως ζωής αιωνίου». Τελεί το Μνημόσυνο για όλους τους ευσεβείς που κοιμήθηκαν από τον πρώτο άνθρωπο της γης, τον Αδάμ, μέχρι σήμερα. Να ετοιμάζουμε κι εμείς το πιάτο με τα κόλλυβα και να το πηγαίνουμε στην Εκκλησία, για να μνημονεύονται τα ονόματα των κεκοιμημένων μας.
Επίσης μπορούμε να επωφελούμαστε κάποιες ευκαιρίες που παρουσιάζονται. Λόγου χάριν πηγαίνουμε στο Κοιμητήριο για άλλη Κηδεία και με την ευκαιρία παρακαλούμε τον ιερέα να κάνει Τρισάγιο και στου δικού μας κεκοιμημένου τον τάφο. Πηγαίνουμε σ’ ένα μοναστήρι να προσκυνήσουμε και με την ευκαιρία αφήνουμε τα ονόματα των προσφιλών μας, για να τα μνημονεύσουν οι πατέρες της Μονής. Ανακοινώνεται στην ενορία μας ότι θα γίνει Σαρανταλείτουργο και δίνουμε τα ονόματα των προσφιλών μας να μνημονεύονται.
Πηγή: «Η φροντίδα μας για τους κεκοιμημένους», Αβραάμ Μ. Κοκάλη, Εκδ. «Ο ΣΩΤΗΡ», Αθήναι 2012

ΨΥΧΟΣΑΒΒΑΤΟ 9-3-2013 Το Ευαγγέλιο Κατά Λουκάν (κα΄ 8-9, 25-27, 33-36)


Εἶπεν ὁ Κύριος· βλέπετε μὴ πλανηθῆτε· πολλοὶ γὰρ ἐλεύσονται ἐπὶ τῷ ὀνόματί μου λέγοντες ὅτι ἐγώ εἰμι καὶ ὁ καιρὸς ἤγγικε. Μὴ οὖν πορευθῆτε ὀπίσω αὐτῶν. Ὅταν δὲ ἀκούσητε πολέμους καὶ ἀκαταστασίας, μὴ πτοηθῆτε· δεῖ γὰρ ταῦτα γενέσθαι πρῶτον, ἀλλ᾿ οὐκ εὐθέως τὸ τέλος.
Καὶ ἔσται σημεῖα ἐν ἡλίῳ καὶ σελήνῃ καὶ ἄστροις, καὶ ἐπὶ τῆς γῆς συνοχὴ ἐθνῶν ἐν ἀπορίᾳ ἠχούσης θαλάσσης καὶ σάλου, ἀποψυχόντων ἀνθρώπων ἀπὸ φόβου καὶ προσδοκίας τῶν ἐπερχομένων τῇ οἰκουμένῃ· αἱ γὰρ δυνάμεις τῶν οὐρανῶν σαλευθήσονται. Καὶ τότε ὄψονται τὸν υἱὸν τοῦ ἀνθρώπου ἐρχόμενον ἐν νεφέλῃ μετὰ δυνάμεως καὶ δόξης πολλῆς.
Ὁ οὐρανὸς καὶ ἡ γῆ παρελεύσονται, οἱ δὲ λόγοι μου οὐ μὴ παρέλθωσι.
Προσέχετε δὲ ἑαυτοῖς μήποτε βαρηθῶσιν ὑμῶν αἱ καρδίαι ἐν κραιπάλῃ καὶ μέθῃ καὶ μερίμναις βιοτικαῖς, καὶ αἰφνίδιος ἐφ᾿ ὑμᾶς ἐπιστῇ ἡ ἡμέρα ἐκείνη· ὡς παγὶς γὰρ ἐπελεύσεται ἐπὶ πάντας τοὺς καθημένους ἐπὶ πρόσωπον πάσης τῆς γῆς. Ἀγρυπνεῖτε οὖν ἐν παντὶ καιρῷ δεόμενοι ἵνα καταξιωθῆτε ἐκφυγεῖν πάντα τὰ μέλλοντα γίνεσθαι καὶ σταθῆναι ἔμπροσθεν τοῦ υἱοῦ τοῦ ἀνθρώπου.
Απόδοση στη νεοελληνική:
Εἶπεν ὁ Κύριος:
«Προσέχετε νὰ μὴ πλανηθῆτε, διότι πολλοὶ θὰ ἔλθουν εἰς τὸ ὄνομά μου καὶ θὰ λέγουν, «Ἐγὼ εἶμαι» καὶ «Ὁ καιρὸς ἐπλησίασε». Μὴ τοὺς ἀκολουθήσετε. Καὶ ὅταν ἀκούσετε πολέμους καὶ ἀκαταστασίες, μὴ φοβηθῆτε. Πρέπει πρῶτα νὰ γίνουν αὐτά, ἀλλὰ δὲν ἀκολουθεῖ ἀμέσως τὸ τέλος».
Θὰ γίνουν σημεῖα εἰς τὸν ἥλιον, εἰς τὴν σελήνην καὶ εἰς τὰ ἄστρα καὶ εἰς τὴν γῆν ἀγωνία τῶν ἐθνῶν ἀπὸ τὴν ἀμηχανίαν τους ἕνεκα τοῦ ἤχου καὶ τῆς ἀναταραχῆς τῆς θαλάσσης. Θὰ λυποθυμοῦν ἄνθρωποι ἀπὸ τὸν φόβον τους καὶ τὴν ἀναμονήν τῶν ἐπερχομένων εἰς τὸν κόσμον, διότι αἱ δυνάμεις τῶν οὐρανῶν θὰ σαλευθοῦν. Καὶ τότε θὰ ἰδοῦν τὸν Υἱὸν τοῦ ἀνθρώπου νὰ ἔρχεται μέσα σὲ σύννεφο μὲ δύναμιν καὶ δόξαν πολλήν.
Ὁ οὐρανὸς καὶ ἡ γῆ θὰ παρέλθουν, οἱ λόγοι μου ὅμως δὲν θὰ παρέλθουν.
Προσέχετε δὲ τὸν ἑαυτόν σας μήπως οἱ καρδιές σας γίνουν βαρειὲς ἀπὸ κρεπάλην καὶ μέθην καὶ ἀπὸ φροντίδες βιοτικὲς καὶ σᾶς ἔλθῃ ἔξαφνα ἡ ἡμέρα ἐκείνη, διότι θὰ ἔλθῃ σὰν παγίδα σ’ ὅλους ποὺ κάθονται εἰς ὅλην τὴν γῆν. Ἀγρυπνεῖτε λοιπόν, προσευχόμενοι πάντοτε διὰ νὰ καταξιωθῆτε νὰ ἀποφύγετε ὅλα αὐτὰ ποὺ μέλλουν νὰ γίνουν καὶ νὰ σταθῆτε ἐμπρὸς εἰς τὸν Υἱὸν τοῦ ἀνθρώπου».

Θάνατος, Κήδευση, Ἱερά Μνημόσυνα.

Κατά τήν διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας μας ὁ θάνατος δέν εἶναι τίποτε ἄλλο παρά διάβαση ἀπό τήν παροῦσα, φθαρτή ζωή στήν μελλοντική καί αἰώνια (πρβλ. Πάσχα), γι’ αὐτό καί ὀνομάζεται, ἀποκαλεῖται, κοίμηση καί οἱ χῶροι ταφῆς κοιμητήρια. Εἶναι ἐπίσης γνωστό ὅτι γιά τήν ἐπιστήμη ὁ θάνατος εἶναι ἡ τελεία καί ὁριστική παύση τῶν λειτουργιῶν πού κρατοῦν στή ζωή τό σῶμα καί διάλυση τῆς ψυχοσωματικῆς ὀντότητας τοῦ ἀνθρώπου.

Μέ ὅσα θά ἀναφερθοῦν παρακάτω ἀσχολούμαστε μέ τόν σωματικό θάνατο διότι σύμφωνα μέ τήν Ὀρθόδοξη διδασκαλία, θάνατος εἶναι καί ἡ διάπραξη τῆς ἁμαρτίας. Μάλιστα ἡ ἁμαρτία ὀνομάζεται πρόσκαιρος θάνατος διότι ἐάν δέν «ἀντιμετωπισθεῖ» ἔγκαιρα, δηλαδή διά τῆς μετανοίας, μπορεῖ νά ὁδηγήσει στόν αἰώνιο θάνατο, τουτέστιν τήν αἰώνια καταδίκη τοῦ ἀνθρώπου στήν κόλαση.

Δυστυχῶς ὅμως ὁ θάνατος παρ’ ὅλον ὅτι ἔχει αὐτό τόν χαρακτῆρα γιά τούς χριστιανούς, ἀντιμετωπίζεται συνήθως μέ ἀμηχανία καί μεγάλη θλίψη. Μπροστά στόν θάνατο ἑνός ἀγαπημένου προσώπου τά πάντα «χάνονται»... Γι’ αὐτούς τούς λόγους ἀλλά καί διότι ὑπάρχει μιά σχετική ἀγνωσία γιά τήν ὅλη διαδικασία, ἡ ὁποία ἄλλωστε ἔχει ἐμπλουτισθεῖ μέ ἀρκετές προκαταλήψεις καί δεισιδαιμονίες, παρουσιάζεται, ἐν συντομίᾳ, τό πρακτικό μέρος τῆς ὅλης διαδικασίας καί –κυρίως– τό θεολογικό, ἡ διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας μας, κεκαθαρμένη ἀπό τίς δοξασίες, τίς δεισιδαιμονίες καί διάφορες μή χριστιανικές πρακτικές.

Πρό τῆς κοιμήσεως

Πρίν ἀσχοληθοῦμε μέ τά τῆς κοιμήσεως ἑνός χριστιανοῦ θά πρέπει νά ἀναφερθοῦμε καί στά ὅσα προηγοῦνται. Ἐπιτακτική λοιπόν φροντίδα κάθε ὀρθοδόξου, πιστοῦ χριστιανοῦ θά πρέπει νά εἶναι ἡ συνεχής μετάνοια καί ἐπαφή του μέ τά μυστήρια τῆς Ἐκκλησίας μας, ἡ ἐξομολόγηση καί ἡ μετάληψη τοῦ Παναγίου Σώματος καί Αἵματος τοῦ Κυρίου μας. Κι αὐτό ἁπλῶς διότι ὁ θάνατος ἔρχεται «ὡς κλέπτης καί ὡς ληστής» πολλές φορές, δηλαδή αἰφνίδιος. Ὅταν ὅμως προηγεῖται κάποια ἀσθένεια ἔχουμε τήν εὐκαιρία νά προετοιμασθοῦμε καλύτερα γιά τήν αἰώνια ζωή.

Ἔτσι λοιπόν, ὅταν εἶναι πολύ ἄρρωστος καί ἑτοιμοθάνατος ὁ συγγενής μας, φροντίζουμε νά καλέσουμε πνευματικό-ἐξομολόγο, ὥστε νά κάνει τήν τελευταία του ἐξομολόγηση καί νά λάβει ἄφεση ἁμαρτιῶν. Αὐτό βέβαια γίνεται μόνον ἐφ’ ὅσον ἔχει σώας τάς φρένας καί ἔχει σαφῆ ἐπαφή μέ τό περιβάλλον, ὥστε νά συμμετέχει μετά λόγου γνώσεως καί ἐπίγνωση τῶν πράξεών του στά Μυστήρια. Ἐπιχρίεται μέ ἁγιασμένο ἔλαιο (Εὐχέλαιο) καί τέλος κοινωνεῖ τῶν Ἀχράντων Μυστηρίων.

Δυστυχῶς σέ ὁρισμένους ἀνθρώπους ἡ ἐπι­θανάτια ἀγωνία παρατείνεται ἐπί μακρόν καί ὑπάρχει διάχυτη ἡ πεποίθηση ὅτι τοῦτο συμβαίνει ἐξαιτίας κάποιας ἀδικίας ἤ σοβαρῆς ἁμαρτίας τοῦ ἑτοιμοθανάτου. Σ’ αὐτήν τήν περίπτωση συνήθως καλεῖται αὐτός ἤ αὐτοί πού ὑποθέτουν πώς ἔχει ἀδικήσει γιά νά τόν συγχωρήσουν. Ἐπίσης καλεῖται Ἱερέας γιά νά τελέσει τήν σχετική «Ἀκολουθία εἰς ψυχορραγοῦντα», παρακαλώντας τόν Θεό νά συγχωρήσει τίς ἁμαρτίες τοῦ ἑτοιμοθανάτου, ἰδιαίτερα στήν περίπτωση πού ἔχει χάσει τήν ἐπαφή μέ τό περιβάλλον καί ταλαιπωρεῖται κατ’ αὐτόν τόν τρόπο.

Φροντίδες πρός τόν κεκοιμημένο

Ὅταν συμβεῖ τό ἀναπόφευκτο ἐπιβάλλονται ἄμεσα κάποιες ἐνέργειες, δείγματα στοργῆς καί σεβασμοῦ, ἀλλά καί παρηγοριά τῶν συγγενῶν. Συνήθως καλεῖται γιατρός, ὁ ὁποῖος θά ἐκδώσει τό λεγόμενο «πιστοποιητικό θανάτου» καί ἔπειτα εἰδοποιεῖται Ἱερέας, ὁ ὁποῖος θά τελέσει «Τρισάγιο». Αὐτό πού κάνουμε στή συνέχεια εἶναι νά ἀνάψουμε μία λαμπάδα στό σημεῖο πού ξεψύχησε καί νά θυμιάσουμε τόν χῶρο. Ἐκεῖ ἄλλωστε θά παραμείνει ἀναμμένο καντῆλι γιά 40 ἡμέρες. (Ἀποβλητέα βεβαίως ἡ συνήθεια νά τοποθετεῖται ποτῆρι μέ νερό καί ψίχα ψωμιοῦ, ὥστε «νά ξεδιψάει ἡ ψυχή τοῦ πεθαμένου». Πρόκειται γιά εἰδωλολατρικό ἔθιμο).

Σήμερα πιά καλεῖται κάποιο γραφεῖο κηδειῶν, τό ὁποῖο ἀναλαμβάνει συνήθως τίς ὑπόλοιπες ἐνέργειες, πού στό παρελθόν ἀναλάμβαναν οἱ συγγενεῖς καί φίλοι τοῦ κεκοιμημένου.

Ἕνα πρώτιστο μέλημα, δεῖγμα στοργῆς καί ἀγάπης, εἶναι τό νά κλείσουν τά μάτια καί τό στόμα του οἱ ἀγαπημένοι του. Αὐτό πού γινόταν στήν συνέχεια ἦταν ἡ πλύση τοῦ σώματος καί ἡ ἔνδυση τοῦ κεκοιμημένου μέ καινούρια (συνήθως) ροῦχα, καθ’ ὅσον αὐτά δηλώνουν τό «καινόν τῆς ἀφθαρσίας ἔνδυμα», πού πρόκειται νά λάβει αὐτός εἰσερχόμενος στήν αἰωνιότητα. Ἀκολούθως δένεται τό σαγόνι, τά χέρια (τακτοποιημένα σέ σχῆμα σταυροῦ ἐπάνω στό στῆθος) καθώς καί τά πόδια.

Ἔπειτα ὁ κεκοιμημένος συνηθιζόταν στό παρελθόν νά ἐκτίθεται, διότι ἡ θέα του ὠφελεῖ ὄχι μόνο ὡς ἡ τελευταία παρουσία του ἀνάμεσα στά ἀγαπημένα του πρόσωπα, ἀλλά καί ὡς προτροπή καί ὑπενθύμιση πρός τούς ὑπολοίπους γιά τήν κατάληξη τοῦ ἀνθρώπου. Ἡ σορός τοποθετεῖται στραμμένη πρός τήν ἀνατολή. Κατά τόν Μέγα Βασίλειο μέ τή στροφή αὐτή δείχνουμε ὅτι ἐπιζητοῦμε τήν ἀρχαία μας πατρίδα, τόν Παράδεισο, τόν ὁποῖο φύτευσε κατά τήν Ἁγ. Γραφή ὁ Θεός «κατ’ ἀνατολάς», στήν Ἐδέμ. Κατά δέ τόν ἱερό Χρυσόστομο διότι «διά τοῦ σχήματος αὐτοῦ προσημαίνομεν τήν ἀνάστασιν».

Στά χέρια του τοποθετοῦμε μία εἰκόνα «διά τήν εἰς Χριστόν πίστιν» του, ἀφοῦ ἄλλωστε στά χέρια τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ παρέδωσε τήν ψυχή του. Ἀνάβουμε ἔπειτα μία λαμπάδα πρός τήν κεφαλή καί μία πρός τά πόδια διότι «δι’ αὐτοῦ δηλοῦμεν ὅτι προπέμπομεν τούς νεκρούς μας εἰς τήν ἄνω Ἱερουσαλήμ ὡς ἀθλητάς» (ἱερός Χρυσόστομος). Οἱ λαμπάδες συμβολίζουν τό ἄρρητο καί θεῖο ἀκατάπαυστο φῶς, στό ὁποῖο καλεῖται νά εἰσέλθει ὁ κεκοιμημένος κατά τόν Ἅγ. Συμεών Θεσσαλονίκης.

Τέλος προσφέρεται καί θυμίαμα τό ὁποῖο συμβολίζει ἀφ’ ἑνός μέν τήν ψυχή ἡ ὁποία πορεύεται πρός τόν Θεό καί ἀφ’ ἑτέρου (τό κάρβουνο πού γίνεται στάχτη) τό σῶμα, τό ὁποῖο θά κατατεθεῖ ἐκεῖ ἀπ’ ὅπου προῆλθε, δηλαδή τή γῆ. Εἶναι ἐπίσης καί ἐξιλέωση τοῦ Θεοῦ ὑπέρ τοῦ νεκροῦ. Σέ ἀρκετές περιοχές ἐξακολουθεῖ τό λεγόμενο «ξενύχτισμα» τῶν κεκοιμημένων ἀπό συγγενεῖς καί φίλους, συνήθεια ἡ ὁποία δυστυχῶς ἐξέλιπε στίς πόλεις καί ὄχι μόνο. Πολλοί εἶναι ἐκεῖνοι πού ἐπιζητοῦν τήν γρήγορη διεκ­περαίωση τῆς ὅλης διαδικασίας, ἡ ὁποία ἐνίοτε τούς εἶναι ἀρκετά δυσάρεστη καί ἀντιπαθής.

Νεκρώσιμος Ἀκολουθία

Ἐάν ὁ κεκοιμημένος βρίσκεται στό σπίτι πρίν ἀπό τήν ἔναρξη τῆς ἀκολουθίας καλεῖται Ἱερέας καί ἀφοῦ τελέσει Τρισάγιο, ἐν πομπῇ, μεταφέρεται στόν Ἱερό Ναό ὅπου θά τελεσθεῖ ἡ Νεκρώσιμος Ἀκολουθία. Πρόκειται γιά τήν ἐκλεκτότερη ἴσως ἀκολουθία τῆς Ἐκκλησίας μας, μέ τήν ὁποία δέεται νά ἀναπαύσει ὁ Θεός τόν κεκοιμημένο καί εὔχεται νά εἶναι μακαρία ἡ μνήμη του. Παραδίδουμε μέ αὐτήν στόν ζωοδότη Θεό καί Δημιουργό τήν ψυχή του καί Τόν παρακαλοῦμε νά τόν εἰσαγάγει στή δόξα Του. Συγχρόνως ὅμως εἶναι καί διδασκαλία πρός τούς ζῶντες. Προκαλεῖ ἀνάμικτα συναισθήματα παρηγοριᾶς καί αἰσιοδοξίας, μέσα στήν θλίψη καί ἀπογοήτευση στήν ὁποία συνήθως οἱ πολλοί περιπίπτουν. Εἶναι ἀκόμη καί μιά εὐκαιρία γιά μετάνοια ἀφοῦ συνήθως ἐξαιτίας τέτοιων γεγονότων προκαλεῖται ὁ ἄνθρωπος νά συνειδητοποιήσει τήν ματαιότητα τοῦ κόσμου καί ὅσων τόν συνοδεύουν.

Ἡ Νεκρώσιμος Ἀκολουθία κατακλείεται μέ ἕνα θαυμασιώτατο τροπάριο, τό «Δεῦτε τελευταῖον ἀσπασμόν» μέ τόν ὁποῖο (ἀσπασμό) τονίζει ἡ Ἐκκλησία πώς ὑπάρχει κοινωνία μεταξύ ζώντων καί κεκοιμημένων. Παρ’ ὅλον ὅτι εἶναι προσωρινός αὐτός ὁ ἀσπασμός παραμένει ὀδυνηρός. Στόν ἴδιο ἄλλωστε δρόμο πρόκειται νά βαδίσουμε ὅλοι γιά νά φθάσουμε ἐκεῖ ὅπου δέν θά ἀποχωρισθοῦμε ποτέ ὁ ἕνας τόν ἄλλον, κατά τόν Ἅγ. Συμεών Θεσσαλονίκης. Δυστυχῶς ὅμως ἀκόμη καί σ’ αὐτόν τόν ἀσπασμό ἀποφεύγουμε νά ἀσπασθοῦμε τόν δικό μας ἀγαπημένο, ἄνθρωπο ἀσπαζόμενοι μόνον τήν εἰκόνα πού κρατοῦν οἱ πρός τοῦτο ἐπιτετραμμένοι ὑπάλληλοι τοῦ γραφείου κηδειῶν ἤ τό φέρετρο. Φθάσαμε στό σημεῖο σέ πολλές περιπτώσεις νά τόν παρακολουθοῦμε μέσα ἀπό ἕνα τζάμι καί βέβαια στήν οὐσία νά μήν τόν ἀσπαζόμαστε σ’ αὐτόν τόν τελευταῖο ἀσπασμό. Τό ξύλινο ἤ γυάλινο λοιπόν σκέπασμα πρέπει νά ἀπομακρύνεται κατά τήν Ἀκολουθία. Αὐτή ἄλλωστε εἶναι ἡ παράδοσή μας καί ἔτσι γινόταν ἀνέκαθεν, ὅπως θά θυμοῦνται οἱ μεγαλύτεροι στήν ἡλικία.

Ἔπειτα ἀπό τήν Νεκρώσιμη Ἀκολουθία καί τόν τελευταῖο ἀσπασμό, σχηματίζεται νεκρώσιμη πομπή. Προηγεῖται ὁ Τίμιος Σταυρός, ὡς σύμβολο νίκης κατά τοῦ θανάτου, ἀκολουθοῦν οἱ λαμπάδες, οἱ ἱεροψάλτες, οἱ Ἱερεῖς, ὁ κεκοιμημένος καί τέλος οἱ συγγενεῖς καί φίλοι. Τελεῖται πρό τοῦ τάφου γιά ἄλλη μία φορά Τρισάγιο, λύνεται τό σαγόνι, τά χέρια καί τά πόδια, χύνεται σταυροειδῶς κρασί ἤ τό καντῆλι πού ἄναβε καθ’ ὅλη τήν ὥρα τῆς ἐκθέσεώς του στό σπίτι καί στό Ναό, τό ὁποῖο συμβολίζει τό ἔλεος τοῦ Θεοῦ καί τούς καλούς ἀγῶνες τοῦ κεκοιμημένου. Συνηθίζεται σέ ὁρισμένες περιοχές νά τοποθετεῖται καί ἕνας Σταυρός ἀπό κερί στό στόμα ἤ στό μέτωπό του. Τέλος ὁ Ἱερέας ρίχνει λίγο χῶμα ἐπάνω στόν κεκοιμημένο λέγοντας «Γῆ εἶ καί εἰς γῆν ἀπελεύσῃ» (Γέν. 3,19) δηλώνοντας τή διάλυση τοῦ σώματος καί τήν ἐπιστροφή του στό χῶμα ἀπό τό ὁποῖο συνετέθη. Στή συνέχεια τό ἴδιο κάνουν καί ὅλοι οἱ παριστάμενοι. Ἄς σημειωθεῖ πώς καί ἐντός τοῦ μνήματος τοποθετεῖται τό φέρετρο μέ κατεύθυνση πρός ἀνατολάς δηλώνοντας τήν ἀνάσταση πού πρόκειται νά λάβουν.

Μετά τήν ταφή ἀκολουθεῖ ἡ λεγόμενη «παρη­γοριά», «μακαρία» ἤ «νεκρόδειπνο», ἡ ὁποία στίς πόλεις ἔχει περιορισθεῖ καί ἀποτελεῖται ἀπό καφέ, παξιμάδι καί κονιάκ. Σέ ἄλλες περιοχές ποικίλει ἀνάλογα μέ τά τοπικά ἔθιμα. Παλαιότερα ἐπρόκειτο γιά γεῦμα τό ὁποῖο παρέθετε ἡ οἰκογένεια πρός ὅλους τούς παρισταμένους (καί ὄχι μόνον πρός τούς στενούς συγγενεῖς) κατά τήν κηδεία, ἰδιαιτέρως πρός τούς Ἱερεῖς καί τούς πτωχούς «γιά νά συγχωρέσουν» τόν κεκοιμημένο. Αὐτό ἀποτελεῖ ἐπίσης κατάλοιπο τῶν ἀρχαίων «ἀγαπῶν», τῶν κοινῶν δηλαδή δείπνων τῶν χριστιανῶν, ὅπου ὡς κοινότητα συγκεντρώνονταν καί συνέτρωγαν πλούσιοι καί πτωχοί.

Ἐκδήλωση σεβασμοῦ ἀποτελεῖ καί ἡ προσφορά λουλουδιῶν στόν κεκοιμημένο. Δυστυχῶς ὅμως ἔχει πάρει τέτοια καί τόση ἔκταση ἡ ὁποία εἶναι λυπηρή καί ἀδικαιολόγητη. Ἀμέτρητα χρήματα καταναλίσκονται σέ λουλούδια καί στεφάνια. Οἱ Ἱεροί Ναοί κατά τίς Κηδεῖες καί τά Μνημόσυνα μετατρέπονται σέ ἀνθοκήπια μέ ἀποτέλεσμα νά χρειάζεται περισσότερος χῶρος γι’ αὐτά παρά γιά τούς παρισταμένους. Παρουσιάζεται δέ ὡς «ἀπαράβατη παράδοση καί νόμος τῆς Ἐκκλησίας» ἀπό ὁρισμένους ὁ στολισμός τοῦ φερέτρου καί τοῦ Ναοῦ μέ ἀμέτρητα λουλούδια!

Ὡραιότατη συνήθεια καί φυσικά χρησιμότερη ἡ προσφορά χρημάτων «ἀντί στεφάνου» σέ Φιλανθρωπικά Ἱδρύματα ἤ Ἱ. Ναούς, συνήθεια πού ἐξακολουθεῖ καί ὑπάρχει, δυστυχῶς ὅμως περισσότερο στήν ἐπαρχία. Εἶναι κι αὐτή μία πράξη ἐλεημοσύνης ὑπέρ ἀναπαύσεως τῆς ψυχῆς τοῦ κεκοιμημένου.

Ἀπό τίς βασικές φροντίδες μετά τήν ταφή ἀποτελοῦν τό τακτικό ἄναμμα τοῦ κανδηλιοῦ στό μνῆμα, ἡ θυμίασή του καί ἡ τέλεση Τρισαγίων. Θά πρέπει ἐπίσης ἐδῶ νά ἐπισημανθεῖ πώς δέν χρειάζονται ἐξεζητημένοι στολισμοί καί ἀκρότητες στά μνήματα τῶν κεκοιμημένων μας. Μιά ἁπλή ἐπένδυση, ἡ τοποθέτηση ὁπωσδήποτε τοῦ Σταυροῦ καί τῶν στοιχείων τοῦ κεκοιμημένου ἀρκοῦν.

Εἶναι βέβαια γνωστό πώς ἡ ταφή ἑνός προσφιλοῦς προσώπου συνοδεύεται ἀπό διάφορες ἐξωτερικές ἐκδηλώσεις πένθους μέ τίς ὁποῖες δεικνύεται πρός τά ἔξω ἡ θλίψη γιά τήν ἀπώλεια αὐτοῦ τοῦ προσώπου ἐκ μέρους τῶν συγγενῶν. Γιά παράδειγμα χρησιμοποιοῦνται μαῦρα ἐνδύματα, οἱ γυναῖκες ἀφήνουν τά μαλλιά νά μακραίνουν ἀπεριποίητα, οἱ ἄντρες δέν ξυρίζουν τά γένια (συνήθως γιά 40 ἡμέρες ἤ καί περισσότερο ἤ καί ποτέ πιά), ἀπέχουν ἀπό τίς διασκεδάσεις, οἱ γυναῖκες πού φοροῦν μαντῆλι τό δένουν μέ εἰδικό δέσιμο (κυρίως στήν ἐπαρχία), στό σπίτι τά κάδρα καί οἱ καθρέφτες σκεπάζονται κλπ., συνήθειες τίς ὁποῖες ἡ Ἐκκλησία ἁπλῶς ἀνέχεται καί σέ καμμιά περίπτωση δέν ἐπιβάλλει. Ἐθιμικά δέ ἡ διάρκεια τοῦ πένθους ποικίλει ἀνάλογα μέ τήν περιοχή καί τόν βαθμό συγγενείας μέ τόν κεκοιμημένο.

Ἡ μνημόνευση τῶν κεκοιμημένων

Μιά καλή καί εὐλαβής ἐπίσης συνήθεια εἶναι ἡ τέλεση σαρανταλείτουργου γιά τόν κεκοιμημένο, ἡ προσφορά δηλαδή τῆς ἀναίμακτης θυσίας, τῆς Θείας Λειτουργίας, ἡ ὁποία σκοπό ἔχει νά προκαλέσει τό ἔλεος τοῦ Θεοῦ γιά τόν ἀπελθόντα καί τήν ἀνάπαυσή του. Συνήθως στούς Ἐνοριακούς Ναούς σαρανταλείτουργο τελεῖται μόνον κατά τήν πρό τῶν Χριστουγέννων τεσσαρακονθήμερη νηστεία, δηλαδή ἀπό τήν 15η Νοεμβρίου καί ἑξῆς μέχρι τήν 25η Δεκεμβρίου. Ἀρκετές ὅμως εἶναι οἱ Ἱερές Μονές –κυρίως οἱ ἀνδρικές– ὅπου τελεῖται καθημερινῶς ἡ Θεία Εὐχαριστία καί στίς ὁποῖες δύνανται νά προσφεύγουν ὅσοι ἐπιθυμοῦν νά τελέσουν σαρανταλείτουργο γιά τήν ψυχή τοῦ κεκοιμημένου προσφιλοῦς συγγενῆ τους. Οὕτως ἤ ἄλλως ὅμως δέν θά πρέπει ποτέ νά ξεχνοῦμε τούς κεκοιμημένους μας κατά τίς Θεῖες Λειτουργίες. Ἐκεῖνοι ἔχουν μεγαλύτερη καί περισσότερη ἀνάγκη ἀπό τούς ζῶντες καθ’ ὅσον «ἐν τῷ Ἅδῃ οὔκ ἐστι μετάνοια».

Θά πρέπει νά γνωρίζουμε πώς κάθε φορά πού τελεῖται ἡ Θεία Λειτουργία ἐξάγονται ἀπό τό πρόσφορο μερίδες (μικρά ψιχουλάκια) ὅταν ὁ Ἱερέας μνημονεύει τά ὀνόματα πού προσάγουν οἱ χριστιανοί μέ τό πρόσφορο. Οἱ μερίδες αὐτές τῶν ζωντανῶν καί τῶν κεκοιμημένων μπαίνουν μπροστά ἀπό τόν ἅγιο Ἄρτο καί τίς μερίδες τῆς Θεοτόκου καί τῶν Ἁγίων καί ἐξάγονται «ὑπέρ ἱλασμοῦ καί ἀφέσεως τῶν ἑαυτῶν ἁμαρτιῶν» διά τῆς μεσιτείας τῆς Θεοτόκου καί πάντων τῶν ἁγίων, τῶν ὑπηρετῶν τοῦ Θεοῦ καί γι’ αὐτό τοποθετοῦνται σ’ αὐτή τή θέση.

Γιατί ἐξάγονται οἱ μερίδες τῶν ζώντων καί τῶν κεκοιμημένων; Ὁ Ἅγιος Συμεών Θεσσαλονίκης λέγει ὅτι ἡ μερίδα, τήν ὁποία ἐξάγει ὁ λειτουργός Ἱερέας ὑπέρ ἑνός ζῶντος ἀδελφοῦ «ἐγγύς τοῦ θείου Ἄρτου κειμένη, ἐν τῷ Ἐκεῖνον ἱερουργηθῆναι καί σῶμα γενέσθαι Χριστοῦ, εὐθύς ἁγιασμοῦ καί αὕτη μετέχει». Καί συνεχίζει: «ἡ μερίδα αὐτή τοποθετεῖται στό ἅγιο Ποτήριο, ἑνώνεται μέ τό ἅγιο Αἷμα τοῦ Χριστοῦ καί μεταδίδει τήν χάρη στήν ψυχή ἐκείνου γιά τόν ὁποῖο προσφέρθηκε. Γίνεται ἔτσι μιά νοερά κοινωνία τοῦ ἀνθρώπου μέ τόν Χριστό».

Τόν ἁγιασμό, πού μεταδίδει ἡ θεία Κοινωνία στούς ζῶντες δέν τόν στεροῦνται οἱ κοιμηθέντες. Γι’ αὐτόν τόν λόγο ὁ λειτουργός, ἀφοῦ μνημονεύσει ὅσους ζῶντας ἀδελφούς ἐπιθυμεῖ, συνεχίζει μέ τήν μνημόνευση τῶν κοιμηθέντων ἀδελφῶν.

Ἡ Χάρις, πού δέχονται ἀπό τόν Κύριο οἱ κοιμηθέντες ἀδελφοί μας, δέν εἶναι λιγότερη ἀπό ἐκείνην πού δεχόμαστε οἱ ζῶντες. Διότι ὁ Κύριος μας Ἰησοῦς Χριστός μεταδίδει τόν ἑαυτόν Του καί στούς κοιμηθέντας «κατά τρόπο πού μόνον Αὐτός γνωρίζει».

Στόν βίο τοῦ Ἁγίου Μακαρίου τοῦ Αἰγυπτίου ἀναφέρεται ὅτι, ὅταν ὁ Ἅγιος συνάντησε μέσα στήν ἔρημο τό κρανίο ἑνός ἱερέως τῶν εἰδώλων, ἄκουσε φωνή πού τοῦ εἶπε ὅτι «ὅποια ὥρα σπλαγχνισθεῖς αὐτούς, πού εἶναι στήν κόλαση καί προσευχηθεῖς γι’ αὐτούς, παρηγοροῦνται λίγο».

Οἱ Ἅγιοι γνώριζαν καί γνωρίζουν τήν παρηγοριά πού δέχεται ἡ ψυχή, ἰδιαίτερα μέ τήν λειτουργική προσφορά. Ὁ ἱερός Χρυσόστομος λέει ὅτι οἱ Ἅγιοι Ἀπόστολοι νομοθέτησαν τήν μνημόνευση τῶν κεκοιμημένων κατά τήν ὥρα τῆς Θείας Λειτουργίας ἐπειδή γνώριζαν ὅτι οἱ ψυχές τους «θά ἔχουν πολύ κέρδος καί μεγάλη ὠφέλεια». Ἀλλοῦ προτρέπει: «ἄς μήν κουρασθοῦμε βοηθῶντας ἐκείνους πού ἔφυγαν ἀπό τήν παροῦσα ζωή προσφέροντας ὑπέρ αὐτῶν καί ζητοῦντες νά γίνουν δεήσεις ὑπέρ αὐτῶν. Τοῦτο διότι ἐνώπιόν μας εὑρίσκεται ἡ κοινή ἐξιλέωση τῆς οἰκουμένης, δηλαδή ὁ Χριστός».

Μνημονεύονται οἱ κεκοιμημένοι γιατί ἡ Ἐκκλη­σία ζεῖ καί ἐλπίζει στήν ἀνάσταση. Ἡ προσευχή της προσφέρει ὠφέλεια στούς νεκρούς. Ἄλλωστε ἀπό τή φύση της ἀγκαλιάζει καί τούς κεκοιμημένους καί τούς ζωντανούς.

Καί ὄχι μόνο μποροῦμε, ἀλλά ἔχουμε ὑπο­χρέωση νά φροντίζουμε γιά ὅλους μέ αὐτόν τόν τρόπο, ἰδιαιτέρως γιά τούς κεκοιμημένους. Ἡ Ἐκκλησία δέεται πρός τό Θεό γιά τά μέλη της αὐτά, τίς κεκοιμημένες δηλαδή ψυχές πού ἴσως βρίσκονται στή δύσκολη περίσταση καί ὀδυνῶνται. Δέεται νά ἀμβλύνει τόν πόνο τους καί νά τίς παρηγορήσει. Κατά πόσο αὐτό πραγματοποιεῖται ἐμεῖς δέν μποροῦμε νά γνωρίζουμε. Αὐτό θά ἐξαρτηθεῖ ἀπό τήν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ καί κατά πόσο συντρέχουν οἱ κατάλληλες πρός τοῦτο ὑποκειμενικές συνθῆκες ἀπό μέρους τῶν ψυχῶν αὐτῶν.

Θά πρέπει νά ἀναφερθεῖ πώς ἡ Ἐκκλησία μνημονεύει ὅλα ἀνεξαιρέτως τά μέλη της, ἀκόμη κι αὐτούς τούς διαβόητους ἁμαρτωλούς, διότι δέν εἶναι σέ θέση νά γνωρίζει ἄν λίγο πρίν τό θάνατό τους οἱ ἄνθρωποι αὐτοί μετάνοιωσαν καί ὁ Θεός δέχθηκε αὐτήν τήν μετάνοια.

Συνοψίζουμε λοιπόν λέγοντας ὅτι οἱ μερίδες τῆς προθέσεως ἐξάγονται καί προσφέρονται πρός ἱλασμόν ζώντων καί τεθνεώτων. Μέ τήν ὅλη τελεσιουργία ἁγιάζονται καί μεταβιβάζουν τόν ἁγιασμό σ’ ὅλα τά μέλη τῆς Ἐκκλησίας, στούς ἁγίους δηλαδή καί τούς ἁμαρτωλούς πιστούς, ὑπέρ τῶν ὁποίων προσφέρεται ἡ μυστική θυσία. Χαρακτηριστική εἶναι ἡ φράση πού λέγεται ὅταν μεταφέρονται οἱ μερίδες στό Ἅγιο Ποτήριο: «ἀπόπλυνον Κύριε, τά ἁμαρτήματα τῶν ἐνθάδε μνημονευθέντων δούλων σου τῷ αἵματί σου τῷ τιμίῳ».

Στέρηση Ἐκκλησιαστικῆς Κήδευσης

Δυστυχῶς κάποιοι ἀπό τούς κεκοιμημένους στε­ροῦνται ἐκκλησιαστικῆς κήδευσης σύμφωνα μέ τούς Ἱερούς Κανόνες καί αὐτοί εἶναι:

• Οἱ μή βαπτισμένοι (ἐσχάτως ἐξαιροῦνται τά νήπια χριστιανῶν γονέων τά ὁποῖα ἐπρόκειτο νά βαπτισθοῦν καί γιά τά ὁποῖα προβλέπεται εἰδική Ἀκολουθία).• Οἱ μή χριστιανοί, αἱρετικοί κλπ.• Ἐκεῖνοι πού φονεύονται σέ μονομαχία ἤ ἀπό τραύματα πού προκλήθηκαν σέ μονομαχία.• Οἱ αὐτόχειρες ἤ αὐτοκτονοῦντες (ἐξαιροῦνται ὅσοι ἀπό ἐκείνους δέν εἶχαν σώας τάς φρένας, οἱ ψυχικά ἀσθενεῖς, γιά ὅσους ἔγινε ἐξ ἀμελείας δηλαδή ἐπρόκειτο γιά ἀτύχημα καί τέλος γιά ὅσους αὐτόχειρες πρίν πεθάνουν μετενόησαν γιά τήν πράξη τους).• Οἱ ἀφορισμένοι.

Τά Ἱερά Μνημόσυνα

Μετά τήν Νεκρώσιμο Ἀκολουθία καί τήν ταφή ἕπονται κάποιες ἰδιαίτερες ἀκολουθίες, οἱ ὁποῖες τελοῦνται σέ καθορισμένες ἡμέρες ὑπέρ τῶν κεκοιμημένων ἀδελφῶν μας καί τοῦτο διότι οἱ ἡμέρες αὐτές ἔχουν ἕναν ἰδιαίτερο συμβολισμό.

Καί πρῶτα τελοῦνται τά λεγόμενα τρίτα ἤ τριήμερα μνημόσυνα τά ὁποῖα λαμβάνουν χῶρα τήν τρίτη ἀπό τήν κοίμηση ἡμέρα. Συμβολίζουν τήν τριήμερο παραμονή τοῦ Κυρίου στόν Τάφο «διά τριῶν ἡμερῶν ἐγερθέντα» ἤ πρός τιμήν τῆς Ἁγ. Τριάδος, κατά τίς ἀποστολικές διαταγές καί τόν Ἅγιο Ἰσίδωρο τόν Πηλουσιώτη.

Τά ἐννιάμερα ἤ ἔνατα πάλι γιά τό ἱερό τοῦ ἀριθμοῦ (3x3) ἤ διότι μᾶς ὑπενθυμίζουν τά ἐννέα τάγματα τῶν ἁγίων Ἀγγέλων, στά ὁποία ζητᾶμε νά συναριθμηθεῖ ὁ κεκοιμημένος, ὡς ἄυλος πιά καί αὐτός.Τά σαράντα ἤ τεσσαρακοστά τελοῦνται «διά τήν τοῦ Σωτῆρος Ἀνάληψιν», ἡ ὁποία ἔλαβε χῶρα σαράντα ἡμέρες μετά τήν Ἀνάσταση τοῦ Κυρίου. Κατά τήν ἡμέρα αὐτή ἔχει ἤδη καί αὐτός ὅπως ὁ Κύριος «ἁρπαγεῖ ἐν νεφέλαις» γιά νά συναντήσει τόν Κριτή καί νά κριθεῖ, κατά τόν Ἅγ. Συμεών Θεσσαλονίκης. Κατά τίς Ἀποστολικές Διαταγές τελοῦνται «κατά τόν παλαιόν τύπον», διότι ἔτσι πένθησε καί ὁ Ἰσραηλιτικός λαός τόν Μωυσῆ.

Τά τρίμηνα, ἑξάμηνα, ἐννιάμηνα καί τρίχρονα, πολλαπλάσια τῆς τριάδος, συμβολίζουν τήν «Τριάδα, τόν τῶν ὅλων Θεόν» καί γίνονται «εἰς δόξαν τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ ὑπέρ τοῦ μεταστάντος».

Τό ἐτήσιο τέλος Μνημόσυνο, τό ὁποῖο τελεῖται κατά τήν ἐπέτειο τῆς κοιμήσεως, κατά τήν πίστη δηλαδή τῆς Ἐκκλησίας, τήν ἡμέρα τῆς ἀληθινῆς γεν­νήσεώς τους, τῆς μεταστάσεως.

Κατ’ αὐτές τίς ἡμέρες συνηθίζεται οἱ συγγενεῖς νά προσάγουν κόλλυβα εἴτε στόν Ναό, εἴτε στόν τάφο τοῦ κεκοιμημένου ὥστε νά τελεσθεῖ Τρισάγιο (στά τριήμερα, ἐννιάμερα, τρίμηνα, ἑξάμηνα, ἐννιάμηνα καί τρίχρονα) ἤ Μνημόσυνο (στά σαράντα ἤ τόν χρόνο) ὑπέρ ἀναπαύσεώς του. Κανονικά αὐτό πρέπει νά λαμβάνει χῶρα κατά τήν τέλεση Θείας Λειτουργίας γιά τούς λόγους πού ἤδη ἔχουν ἀναφερθεῖ, συνήθεια πού ἐξακολουθεῖ σέ ἀρκετές ἀκόμη περιοχές, κυρίως ἐπαρχιακές. Συνοδεύονται δέ τά κόλλυβα, ὅταν θά τελεσθεῖ τό Μνημόσυνο ἤ τό Τρισάγιο κατά τήν Θεία Λειτουργία, μέ ὅλα τά ἀπαραίτητα γιά τήν τέλεση τῆς ἀναίμακτης θυσίας, τῆς Θείας Εὐχαριστίας, ἐφ’ ὅσον εἰς μνήμην τοῦ κεκοιμημένου τελεῖται αὐτή, συνοδεύονται δηλαδη μέ τό πρόσφορο, τό νᾶμα, τό λάδι γιά τά κανδήλια, τά κεριά, καί τό θυμίαμα.

Ἡ Ἐκκλησία μας ἔχει ἐπίσης καθιερώσει κάποιες συγκεκριμένες ἡμέρες κατά τίς ὁποῖες πρέπει νά τελοῦνται τά Ἱερά Μνημόσυνα.

Κατά πρῶτον τά Σάββατα. Κάθε Σάββατο εἶναι ἀφιερωμένο σύν τοῖς ἄλλοις καί στούς κεκοιμημένους, μέσα στόν ἑβδομαδιαῖο κύκλο ἑορτῶν τῆς Ἐκκλησίας μας. Κατ’ αὐτήν τήν ἡμέρα θά ἔπρεπε νά τελοῦνται καί τά μνημόσυνα καί ὄχι τήν Κυριακή, ἡ ὁποία εἶναι ἡμέρα ἀφιερωμένη στήν Ἀνάσταση τοῦ Κυρίου. Γιά διαφόρους λόγους ὅμως ἡ Ἐκκλησία ἀνέχεται καί ἐπιτρέπει τήν τέλεσή τους ἀκόμη καί Κυριακή.

Γιά μιά ἀκόμη φορά θά πρέπει νά τονισθεῖ πώς ἡ ἐπιδειξιομανία δέν ἔχει τόπο στά Ἱερά Μνημόσυνα. Οἱ ἀμέτρητοι καί ἀτελείωτοι στολισμοί καθώς καί οἱ φωτογραφίες ἐπάνω στούς δίσκους τῶν κολλύβων μόνον κομπασμό καί ἐγωισμό ὑποδεικνύουν. Δυό βάζα μέ μερικά λουλούδια καί φυσικά ὁ δίσκος μέ τά κόλλυβα ἀρκοῦν. Πολλοί γνωρίζουν ὅτι θά σχολιασθοῦν καί θά κατακριθοῦν ἀπό συγγενεῖς, γνωστούς καί φίλους ἐάν πράξουν μέ σύνεση καί χωρίς ἐξεζητημένους στολισμούς καί δυστυχῶς παρασύρονται. Δέν θά πρέπει ὅμως νά συμβαίνει κάτι τέτοιο. Δέκα ἀντί δυό βάζα μέ λουλούδια, ἐκεῖνο τό πανί ἤ τό ἄλλο στό τραπέζι, δέν προσθέτουν τίποτε παραπάνω στήν ψυχή ἤ στήν μνήμη τοῦ κεκοιμημένου. Ἀντιθέτως προσθέτουν οἱ ἐλεημοσύνες, οἱ Θεῖες Λειτουργίες, τά Μνημόσυνα καί οἱ ἀγαθοεργίες.

Ἡ Ἐκκλησία μας ἔχει ἐπίσης ὁρίσει δυό φορές τόν χρόνο νά γίνονται κοινά Μνημόσυνα. Αὐτά γίνονται τό Σάββατο πρίν τήν Κυριακή τῶν Ἀπόκρεω καί τό Σάββατο πρίν ἀπό τήν Πεντηκοστῆ καί τά ὁποῖα ὀνομάζονται Ψυχοσάββατα.

Ὁ λόγος πού καθιερώθηκε τό πρῶτο εἶναι ὁ ἑξῆς: Ἐπειδή πολλοί κατά καιρούς κοιμήθηκαν στήν ξενιτειά ἤ στή θάλασσα ἤ στά ὄρη καί στούς γκρεμούς ἤ καί ἐπειδή μερικοί δέν εἶχαν συγγενεῖς ἤ λόγῳ πτωχείας δέν ἀξιώθηκαν τῶν διατεταγμένων μνημοσύνων, «οἱ θεῖοι Πατέρες φιλανθρώπως κινούμενοι ἐθέσπισαν τό μνημόσυνο αὐτό ὑπέρ πάντων τῶν ἀπ’ αἰῶνος εὐσεβῶς τελευτησάντων Χριστιανῶν». Ἐπειδή δέ τήν Κυριακή τῶν Ἀπόκρεω θυμόμαστε τήν Δευτέρα Παρουσία τοῦ Κυρίου καί οἱ κεκοιμημένοι μας ἀκόμη δέν κρίθηκαν ὁλοκληρωτικά, τούς μνημονεύουμε αὐτή τήν ἡμέρα καί, ἐπικαλούμενοι τό ἄπειρο ἔλεός Του, Τόν παρακαλοῦμε μέ τό Μνημόσυνο πού κάνουμε, νά τούς ἀναπαύσει.

Εἶναι ὅμως ταυτόχρονα καί μία εὐκαιρία γιά ἐμᾶς νά θυμηθοῦμε τόν θάνατο, «νά ξυπνήσουμε» τρόπον τινά, τήν συνείδησή μας καί νά τραποῦμε σέ μετάνοια.

Τό δεύτερο Ψυχοσάββατο τοῦ ἔτους, πού εἶναι τήν παραμονή τῆς Πεντηκοστῆς, εἶναι μιά ἀκόμη εὐκαιρία λόγῳ τῆς ἐπελεύσεως τοῦ Ἁγίου Πνεύματος νά ἐπικαλεσθοῦμε τόν φωτισμό Του ἀλλά καί νά παρακαλέσουμε γιά τήν ἀνάπαυση τῶν ψυχῶν.

Τά Μνημόσυνα τελοῦνται ἀπαραιτήτως σέ συνάρτηση μέ τή Θεία Λειτουργία καί μέ τή συνοδεία κολλύβων καί αὐτό γιατί τά κόλλυβα ἔχουν ἕνα ἰδιαίτερο συμβολισμό. Ὅπως δηλαδή ὁ κόκκος τοῦ σιταριοῦ πέφτει στή γῆ καί θάπτεται καί χωνεύεται καί σαπίζει σ’ αὐτή χωρίς νά φθείρεται καί φυτρώνουν ἀπό τήν ὕλη τοῦ νέοι κόκκοι πλουσιότεροι καί ὡραιότεροι, χωρίς νά ὑπολείπονται σέ τίποτε ἀπό τήν οὐσία ἐκείνου πού θάφτηκε καί χωνεύτηκε, κατά τόν ἴδιο τρόπο καί τό νεκρό σῶμα τοῦ ἀνθρώπου θάπτεται στή γῆ καί σαπίζει, ἔπειτα ἀπό τήν ἴδια οὐσία θά ἀναστηθεῖ ἄλλο σῶμα, τό ὁποῖο, παρ’ ὅλο πού δέν θά εἶναι φθαρτό καί σαπέν, σέ τίποτε δέν θά ὑπολείπεται ἀπό τήν ὕλη του. Ἀλλά καί ὁ Κύριος μίλησε γιά τήν ἀνάστασή Του μέ τήν παραβολή τοῦ κόκκου καί τοῦ σίτου (Ἰωάν. 12,24).

Γιά ὅλον αὐτό τόν ἰδιαίτερο συμβολισμό θά πρέπει νά διατηρηθεῖ ἡ τέλεση τῶν Ἱερῶν Μνημοσύνων μέ κόλλυβα καί μόνον κόλλυβα. Δυστυχῶς ὑπάρχει ἡ καινοφανής συνήθεια νά προσάγονται γιά τήν τέλεση Τρισαγίων διάφορα εἴδη, ὅπως κουλουράκια κτλ. Γιά τούς λόγους πού ἀναφέρθηκαν θά πρέπει νά θεωρηθεῖ ἀπορριπτέα αὐτή ἡ συνήθεια.

Ὑπάρχουν ὅμως καί κάποιες ἡμέρες κατά τίς ὁποῖες δέν τελοῦνται μνημόσυνα.

Ἐν πρώτοις ἡ περίοδος ἀπό τό Σάββατο τοῦ Ἁγ. Λαζάρου μέχρι καί τήν Κυριακή τοῦ Θωμᾶ. Τοῦτο «διά νά δεσπόζη τό Πάθος τοῦ Κυρίου καί Αὐτός μόνον νά λατρεύεται ἐξ ὅλης τῆς καρδίας τῶν πιστῶν, ἐν τελείᾳ μεταρσιώσει καί κατανύξει, ἐντός τοῦ κλίματος τῆς Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς, νά ὑποχωροῦν δ’ οἱ πάντες καί τά πάντα ἐνώπιον Αὐτοῦ, οὕτω παραγγέλει ἡ Μήτηρ Ἐκκλησία, ὅπως τήν κοινήν Ἀνάστασιν πρό τοῦ θείου Πάθους πιστούμενοι καί τά βάϊα τῆς νίκης τοῦ Χριστοῦ φέροντες ἀνά χείρας καί πολλῷ μᾶλλον Ἀνάστασιν Χριστοῦ θεασάμενοι μνημονεύωμεν ἀποκλειστικῶς καί μόνον τοῦ Χριστοῦ καταργήσαντος μέν τόν θάνατον, φωτίσαντος δέ ζωήν καί ἀφθαρσίαν, περιορίζωμεν δέ τάς πενθίμους καί τελετικάς ἐκδηλώσεις». Κατά συνεκδοχῆν δέ καί σέ ὅλες τίς ἑορτές τοῦ Κυρίου, τίς Δεσποτικές δηλαδή. Ἐπίσης στίς Θεομητορικές ἑορτές, δηλαδή τῆς Παναγίας καί τήν 14η Σεπτεμβρίου.

Σέ περίπτωση δέ πού συμπίπτει τό μνημόσυνο προσφιλοῦς μας προσώπου κατά τίς ἡμέρες ἤ περιόδους αὐτές, καλόν εἶναι νά ἐρχόμαστε σέ συνεννόηση μέ τόν Ἱερέα τοῦ Ναοῦ ὅπου θά τό τελέσουμε (καί μάλιστα ἀρκετές ἡμέρες πρωτύτερα), ὥστε νά μᾶς ἐνημερώσει γιά τήν καλύτερη καί σωστότερη ἡμερομηνία τελέσεώς του.

Ἀνακομιδή λειψάνων

Συνηθίζεται σήμερα ἡ ἀνακομιδή τῶν κεκοιμημένων νά λαμβάνει χῶρα τρία χρόνια μετά τήν κοίμησή τους, ἰδίως στίς μεγαλουπόλεις ἐξαιτίας τῆς ἐλλείψεως χώρου. Σέ ἀρκετές ὅμως περιοχές, ὅπου δέν ἀντιμετωπίζεται τέτοιο πρόβλημα, γίνεται καί ἀργότερα.

Κατά τόν Μέγα Βασίλειο ἐπειδή ὅλα τά σώματα δέν εἶναι τῆς αὐτῆς κράσεως ἐπιβάλλεται καί ὁ δια­χωρισμός, ἀνάλογα μέ αὐτήν (τήν κράση), γιά τήν ἀνακομιδή τῶν τεθνεώτων. Σ’ αὐτό συμβάλλουν καί οἱ καιρικές συνθῆκες, οἱ ὁποῖες ἐπικρατοῦν σέ μία χῶρα, σέ μία περιοχή, ὅπως ἐπίσης καί ἡ ποιότητα τοῦ χώματος στό ὁποῖο θάπτεται κάποιος.

Ὑπάρχουν ὅμως καί ἄλλα αἴτια τῆς μή διαλύσεως ἑνός σώματος ἐκτός ἀπό τά προαναφερθέντα, γιά παράδειγμα ὁ ἀφορισμός ἀπό κάποιον Ἱερέα ἤ Ἐπίσκοπο ἤ ἡ ἀδικία ἐκ μέρους τοῦ νεκροῦ σέ κάποιον ὅσο ζοῦσε. Τότε οἱ συγγενεῖς θά πρέπει νά μεταθέσουν τό σῶμα σέ ἄλλο τόπο, ἄλλη γῆ, καί νά προσκαλέσουν τόν Ἀρχιερέα ὁ ὁποῖος θά ἀναγνώσει ἐπί τοῦ λειψάνου τίς κεκανονισμένες εὐχές, ὥστε νά συγχωρηθεῖ. Πρέπει ἀκόμη, ἐάν εἶναι γνωστή ἀπό τούς συγγενεῖς, ἡ ἀδικία καί ὁ ἀδικηθείς νά κληθεῖ καί ἐκεῖνος νά τόν συγχωρήσει, γιά νά διαλυθεῖ ὁ δεσμός.

Ἡ ὅλη διαδικασία ὅμως δέν συμβιβάζεται μέ τήν γνωστή ματαιοδοξία ὁρισμένων, οἱ ὁποῖοι γιά λόγους ἐπιδείξεως καί κομπασμοῦ καί ὄχι λόγῳ εὐλαβείας, καλοῦν Ἀρχιερέα κατά τήν Νεκρώσιμο Ἀκολουθία ἤ τό Μνημόσυνο. Ἐφ’ ὅσον ὁ Ἱερέας πρεσβύτερος τελεῖ τό μυστήριο τῶν μυστηρίων, τήν Θεία Εὐχαριστία, πόσο μᾶλλον αὐτές τίς Ἀκολουθίες.

Ὅλα αὐτά γράφθηκαν μέ πόνο ψυχῆς καθ’ ὅσον ἐπικρατεῖ ἀγνωσία ἐπί τοῦ θέματος καί πολλοί εἶναι ἐκεῖνοι πού ἐξαιτίας της πολλές φορές σκανδαλίζονται διερωτώμενοι γιά ὅσα καί γιατί συμβαίνουν. Σκοπός λοιπόν ὅσων προαναφέρθηκαν δέν εἶναι ἡ ἐπιστημονική κάλυψη τοῦ θέματος ἀλλά ἡ ποιμαντική, ἡ ἐνημέρωση γιά ὅσα δέν εἶναι εὐρέως γνωστά ἤ ἔχουν ἑκουσίως καί ἀκουσίως παραποιηθεῖ. Ἐλπίζουμε πώς ὠφέλησαν καί δέν ἔβλαψαν.