Τρίτη, 31 Ιανουαρίου 2017

Ζουν οι ψυχές και μας βλέπουν


Σ’ ένα αιγαιοπελαγίτικο νησί ζούσε προ ετών ένας ιερέας ευλαβέστατος. Η ψυχούλα του ήταν γεμάτη στοργή για το ποίμνιό του και ειδικά για τους πονεμένους. Έφτασε όμως η μέρα που δοκιμάστηκε κι εκείνος και πόνεσε πολύ.
Η κόρη του, μια εξαιρετική κοπέλα, είχε παντρευτεί πρόσφατα μ’ ένα νοικοκυρεμένο παληκάρι. Έφτασε, λοιπόν, ο καιρός να φέρει στον κόσμο το πρώτο παιδάκι της. Κατά τον τοκετό όμως, πέθανε! Πήγε Μάρτυρας να συναντήσει τον Πλάστη της, αφήνοντας πολύ πόνο πίσω της.
Ο ιερέας πατέρας της πόνεσε κι αυτός πολύ στο χωρισμό, αλλά με ακλόνητη Πίστη στο Θεό πρόσφερε δοξολογία στο άγιο όνομά Του. Την αγάπη του δε, για την θυγατέρα του εξέφραζε με θερμές προσευχές για την ψυχή της και με κρυφές ελεημοσύνες.
Ο ιερέας είχε έναν αδελφό καπετάνιο που, απόμαχος πια της θάλασσας, είχε γίνει στεριανός για τα υπόλοιπα χρόνια της ζωής του. Είχε δημιουργήσει περιουσία κι απολάμβανε πλέον τους κόπους του. Δυστυχώς όμως ήταν σχεδόν άπιστος, παρ’ όλο που είχε καλή καρδιά. Τα βραδάκια, όταν μαζεύονταν στο φιλόξενο σπίτι του παπά μαζί με μερικούς φίλους, κάποιους αγαθούς νησιώτες που πρόσφεραν τις υπηρεσίες τους στην εκκλησία, έπιναν το ζεστό τους φασκόμηλο και κουβέντιαζαν. Ο καπετάνιος ένα βράδυ ειρωνεύτηκε τον ιερέα και του είπε:
– Σιγά καημένε παπά, μην υπάρχει άλλη ζωή και σε βλέπει η κόρη σου τι λέμε και τι κάνουμε!
Ο ιερέας με πραότητα προσπάθησε να τον βοηθήσει ν’ αποβάλει την απιστία, γιατί ήξερε πως κατά βάθος υπέφερε η ψυχή του μέσα στη θανατερή παγωνιά της. Εκείνος όμως δε φάνηκε να επηρεάζεται.
Ένα βράδυ, λοιπόν, ο ιερέας βλέπει τη θυγατέρα του στον ύπνο του. Ήταν ολόφωτη. Λευκοντυμένη, χαρούμενη, και του λέει: “Πατέρα, σ’ ευχαριστώ για όλα. Για την αγάπη σου, τις προσευχές σου, και τις ελεημοσύνες που κάνεις για την ψυχή μου. Πες, σε παρακαλώ, και στον θείο μου (τον καπετάνιο) ότι τον ευχαριστώ για το ψάρι που μούστειλε!”.
Αυτά είπε κι ενώ χαμογελούσε αγγελικά, τόνειρο έσβησε…
Ο ιερέας , όταν σηκώθηκε το πρωί, αισθανόταν μεγάλη χαρά και συγκίνηση.
Το βράδυ διηγήθηκε τόνειρο στη συντροφιά. Όλοι συγκινήθηκαν, μόνο ο καπετάνιος κοιτούσε δύσπιστα τον αδελφό του. Όταν όμως του είπε ότι η ανιψιά του τον ευχαριστεί για το ψάρι που της έστειλε, κι ότι δεν μπορεί να εξηγήσει αυτά τα λόγια της, ο καπετάνιος τινάχθηκε όρθιος. Τα μάτια του γέμισαν δάκρυα και τα χέρια του άρχισαν να τρέμουν. Απ’ το στόμα του βγήκε η κρυφή Πίστη της καρδιάς του:
– “Θεέ μου!”, ψιθύρισε και μια κοίταζε τον ένα και μια τον άλλον σαστισμένος.
Όλοι τον ρώτησαν τι συνέβαινε. Γιατί τόση ταραχή, γιατί τόση συγκίνηση; Εκείνος, όταν συνήλθε κάπως, ξανακάθησε στην καρέκλα του και χωρίς να εμποδίζει τα δάκρυά του να τρέχουν στο ηλιοψημένο πρόσωπό του, τους είπε με ταπεινή φωνή:
– “Ναι, είναι αλήθεια, ζουν οι ψυχές και μας βλέπουν! Ανήμερα στην κηδεία της ετοιμαζόμουν να κατέβω στην εκκλησία, όπου θα την διαβάζατε. Είχα πολύ πόνο μέσα μου. Το ξέρεις, παπά, πόσο αγαπούσα αυτή τη θυγατέρα σου. Ήταν πάντα άγγελος…
Εκείνη τη στιγμή έφθασε ένας φίλος μου ψαράς κάτω απ’ τον πέρα γιαλό. Τούχα πει πως, όταν έπιανε καλό ψάρι να μου τόφερνε κι εγώ θα το πλήρωνα όσο-όσο.
Εκείνη όμως τη στιγμή με νευρίασε η παρουσία του, καθώς κρατούσε το ροφό κρεμασμένο στο πλάι του. Του είπα λοιπόν απότομα:
– Δε θέλω ψάρια σήμερα, δεν θέλω τίποτε. Σήμερα κηδεύω την ανηψιά μου!
Ο άνθρωπος όταν τάκουσε πάγωσε και με κοίταζε αμίλητος. Τον λυπήθηκα και του είπα:
– Όμως, να, στο πληρώνω και συ δώστο σε κανένα φτωχό για την ψυχή της!
Εκείνος πήρε τα χρήματα, με συλλυπήθηκε κι έφυγε γρήγορα. Το περιστατικό αυτό δεν τόπα σε κανέναν και το είχα ξεχάσει. Αλλά η ψυχούλα της δεν το ξέχασε και μούστειλε τις ευχαριστίες της”, είπε και σκούπισε με την ανάστροφη του χεριού του τα δάκρυά του. Μετά χαμογέλασε γλυκά, μα τόσο γλυκά! Μέσα σ’ αυτό το χαριτωμένο χαμόγελο ο ιερέας διέκρινε το γλυκοχάραμα της αναγεννημένης Πίστεώς του. Η νύχτα της απιστίας έφυγε…
– “Δοξασμένο τόνομά Σου Πολυέλεε Κύριε”, ψιθύρισε ο ιερέας κα τον αγκάλιασε με το βλέμμα του..
Πηγή: http://www.diakonima.gr/

Πέμπτη, 26 Ιανουαρίου 2017

Πως τελούνται τα μνημόσυνα στο Περιβόλι της Παναγίας




   Μνημόσυνο ξεχωριστό, στο Άγιο Όρος, δεν κάνουν στους μοναχούς. Μαζί με το κόλλυβο του Αγίου, βάζουν κι ένα μικρό πιατάκι με κόλλυβα για τους κεκοιμημένους. Μνημονεύονται οι Ηγούμενοι της τελευταίας 100ετίας και οι ιερείς και μοναχοί της τελευταίας 30ετίας. Κόλλυβο γίνεται όποτε τοποθετείται στο ναό εικόνα για προσκύνηση. Το Σάββατο πάντως γίνεται οπωσδήποτε των κεκοιμημένων, εκτός αν τύχει απόδοση δεσποτικής γιορτής. Είναι ένα τσίγκινο πιατάκι με σταράκι βρασμένο που το βάζουν κάτω από την εικόνα του Χριστού.

      Το κόλλυβο της πανήγυρης απαιτεί αληθινή ζαχαροπλαστική τέχνη. Συνήθως στην επιφάνειά του αγιογραφείται ο κτήτωρ ή ο Άγιος επ΄ ονόματι του οποίου τιμάται το καθολικό, π.χ. ο Άγιος Αθανάσιος ο Αθωνίτης στη Μεγίστη Λαύρα, ο Τίμιος Πρόδρομος στη Μονή Διονυσίου. Οι Αγιογραφίες αυτές με χρωματιστή ζάχαρη είναι έργα τέχνης, που δυστυχώς καταστρέφονται, αφού τα κόλλυβα μοιράζονται και τρώγονται.

      Το συνηθισμένο κόλλυβο γίνεται ως εξής: Βάζουν χτυπημένο σιτάρι (συνθλίβεται) στο νερό να φουσκώσει. Το βράζουν σε κρύο νερό. Σε μισή ώρα με Ύ χύνουν το νερό και βάζουν άλλο που βράζει, ώσπου το σιτάρι να γίνει τριαντάφυλλο και το ζουμί του γίνει χυλός. Προσθέτουν λίγο αλατάκι. Μετά παίρνουν το ζουμί, που γίνεται σαν ρόφημα με ζάχαρη και κανέλλα. Μετά πλένουν το σιτάρι με κρύο νερό, για να φύγει η κόλλα του και το απλώνουν να στεγνώσει. Δύο με τρεις ώρες πριν τη Θεία Λειτουργία ο διακονητής παίρνει ψιλοτριμμένο παξιμάδι και ρίχνει μια χούφτα μέσα στα κόλλυβα, για να τραβήξει την υγρασία, νάναι στεγνά. Ύστερα θα το κοσκινίσει, για να φύγει το παξιμάδι. Το σιτάρι είναι πιά έτοιμο. Το στρώνει και από πάνω του στρώνει τη ζάχαρη (όχι άχνη, αλλά κρυσταλλική) και κάνει σταυρό με ζάχαρη χρωματισμένη με κανέλλα. Αν θέλει, ανακατεύει προηγουμένως το σιτάρι με φουντούκι τριμμένο.

       Στο κόλλυβο της πανήγυρης προσθέτει τριμμένο καρύδι, μοσχοκάρφια κοπανισμένα, κίμινο. Αντί καρυδιού σε μερικά μοναστήρια βάζουν καβουρδισμένα φουντούκια τριμμένα (τους αφαιρούνται οι φλούδες) κι αντί για μοσχοκάρφια κανέλλα. Αξίζει να αναφερθεί πως γίνονται οι Αγιογραφίες: με σπιρτόξυλο ή την ξύλινη άκρη ψιλού πινέλλου ζωγραφικής πατούν το σχέδιο πάνω στη ζάχαρη από το ανθίβολο. Τώρα πιά μπορούν να γεμίσουν τα ρούχα, το πρόσωπο, τα μαλλιά με ζάχαρη διαφόρων χρωμάτων. Για διακόσμηση βάζουν ακόμη κουφέτα και ασημένια κουφετάκια (που είναι μακαρόνια και φακές βουτηγμένες σε ασημί ζαχαρόπηκτο.

     Το συνηθισμένο κόλλυβο είναι το καθημερινό γλύκισμα των μοναχών στα κοινόβια. Οι Ρώσοι συνηθίζουν στο Άγιον Όρος να κάνουν το κόλλυβο όχι με σιτάρι, αλλά με ρύζι, όπως στη Ρωσία. Ο Σμυρνάκης σημειώνει ότι αυτό γίνεται τόσο στη Μονή Αγίου Παντελεήμονος όσο και στις ρωσικές σκήτες και κελλιά.

Λόγος περί μνημοσύνων - Του Αγίου Ιωάννου του Δαμασκηνού

Λόγος περί μνημοσύνων - Του Αγίου Ιωάννου του Δαμασκηνού

Τοῦ νεκροῦ σώματος τῇ τρίτῃ ἡμέρᾳ ἀλλοιοῦται ἡ ὄψις· τῇ ἐνάτῃ πᾶσα διαρρέει ἡ πλάσις, σωζομένης τῆς καρδίας· τῇ δὲ τεσσαρακοστῇ, καὶ αὐτὴ ἡ καρδία ἀπώλλυται· τούτου ἕνεκα γίνονται τὰ γ´ (3), θ´ (9) καὶ μ´ (40) Μνημόσυνα· τὰ δὲ τῶν ἁγίων μένουσιν ἀδιάφθορα καθώς καὶ τῶν καθαρῶν· τῶν δὲ ἀφωρισμένων δυσειδέστατα· εἰς διαστολήν. Οὕτω καὶ ἐπὶ τῶν βρεφῶν· πρῶτον ἡ καρδία διαπλάττεται εἰς τὴν μήτραν, εἶτα καὶ τὰ λοιπὰ μόρια· τὴν τρίτην ἡμέραν εἰς αἷμα μεταβάλλεται· τὴν ἐνάτην χαρακτηρίζεται, τὴν δὲ τεσσαρακοστὴν ἀπαρτίζεται εἰς τέλειον εἶδος τὸ ἔμβρυον· καὶ μετὰ ἡμέρας τεσσαράκοντα διορίζεται ἡ κατάπαυσις τῆς δικαίας ψυχῆς ἄχρι τῆς συντελείας

Τι είναι και ποια η έννοια του Ψυχοσάββατου

Τι είναι και ποια η έννοια του Ψυχοσάββατου

Ο άνθρωπος δεν είναι μόνο σώμα που βλέπομε να ζει, να κινείται, να εργάζεται, να χαίρεται, να υποφέρει, να γηράσκει και να πεθαίνει. Είναι και η ψυχή η αθάνατη, που ευρίσκεται ενωμένη με το σώμα, όσο εκείνο ζη. Όταν όμως πεθάνει το σώμα, η ψυχή ζη, υπάρχει και παραμένει αθάνατη. Είναι πνευματική υπόσταση, αιώνια και μεταφέρεται στον αόρατο κόσμο των πνευμάτων,αλλάζει δηλαδή κατάσταση και τρόπο ύπαρξης Και η Εκκλησία, σαν φιλόστοργη μητέρα, δεν είναι μόνο για όσους ζουν στον κόσμο τούτο, αλλά και για τα παιδιά της που πέθαναν και η ψυχή των βρίσκεται στον πνευματικό κόσμο.
Η διδασκαλία αυτή είναι βασική αλήθεια της ορθοδόξου πίστεώς μας. Σαν συνέχεια αυτού του δόγματος είναι και μια άλλη διδασκαλία στενά ενωμένη με την προηγούμενη. Είναι η διδασκαλία περί της κρίσεως. Ο Θεός θα κρίνει τους ανθρώπους σύμφωνα με τα έργα τους στην Δευτέρα Παρουσία. Ο άνθρωπος είναι αμαρτωλός και ένοχος μπροστά στην θεία δικαιοσύνη, για μικρές ή μεγάλες αμαρτίες. Το σοβαρότερο καθήκον του ανθρώπου είναι να ευρίσκεται πάντα έτοιμος για την άλλη ζωή,γιατί είναι άγνωστος ο χρόνος και οτρόπος της αναχώρησης μας απο τον κόσμο αυτόν. Η Εκκλησία εύχεται πάντοτε για την σωτηρία των παιδιών της. Αγωνίζεται να καταρτίζει αγίους, για τη βασιλεία των ουρανών. Πολλοί όμως άνθρωποι πεθαίνουν με ορισμένες ατέλειες και ρύπους, όχι γιατί ήσαν άπιστοι και ασεβείς, αλλά από αδυναμίες ίσως να ήλθε και ο θάνατος ξαφνικά και έφυγαν ατελείς και ελαττωματικοί στην αρετή και την αγιότητα.
Η Εκκλησία λοιπόν έρχεται βοηθός και παρήγορος και γι'; αυτές τις ψυχές. Παράδοση Αποστολική, αρχαία, να προσφέρονται δώρα και προσφορές, κερά, λιβάνια, κανδήλια, υπέρ των νεκρών. «Δεκτά γαρ ταύτα Θεώ και πολλήν φέροντα την αντίδοσιν», λέγει ο Μέγας Αθανάσιος, «Ας φροντίσομε για την ωφέλεια των νεκρών μας. Ας τους δώσομε την πρέπουσα βοήθεια, ελεημοσύνες και προσφορές, γιατί αυτό τους δίδει πολλή ανακούφιση και κέρδος και ωφέλεια.
Γιατί αυτά δεν νομοθετήθηκαν στην τύχη αλλά από τους πανσόφους Μαθητές και Αποστόλους του Κυρίου παρεδόθησαν στην Εκκλησία, να μνημονεύει ο ιερέας πάνω στα άχραντα Μυστήρια τους πιστούς που εκοιμήθησαν», λέγει και ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος. Και προσθέτει πως «όσοι λησμονούν και αποφεύγουν να τελέσουν τα νενομισμένα στους νεκρούς των θα έχουν ευθύνη και αμαρτία». Τα μνημόσυνα, λειτουργίες, ελεημοσύνες και όσα άλλα γίνονται για τους νεκρούς, έχουν μεγαλύτερη σημασία για κείνους που πέθαναν σε πολέμους, συμφορές και καταστροφές, σε ερημιές, σε θάλασσες, με θανάτους διαφόρους, και μάλιστα όταν δεν είχαν κανένα δικό τους να ενδιαφερθεί για την ψυχή τους. Η Εκκλησία μνημονεύει «των από περάτων κεκοιμημένων πατέρων και αδελφών», γιατί γνωρίζει την ευσπλαχνία του Θεού και ότι «νικά το φιλάνθρωπον».
Η στοργή αυτή της Εκκλησίας για τους νεκρούς είναι και μέγα μάθημα για τους ζώντες, γιατί τους καλεί σε συναίσθηση της αμαρτωλότητός των, στην μετάνοια και στην σταθερή προετοιμασία για την σωτηρία της ψυχής των στην αιωνιότητα του Θεού. Η Εκκλησία μας έχει και δυο Ψυχοσάββατα στα οποία μνημονεύονται όλοι οι χριστιανοί από αρχής του κόσμου μέχρις εσχάτων.
Το πρώτο Ψυχοσάββατο το όρισαν οι Πατέρες την Κυριακή προ τής Κρίσεως (Απόκρεω).Αυτή τη μέρα ή Εκκλησία τελεί μνημόσυνα για τα παιδιά της πού πέθαναν σε ξένη γη, είτε στη Θάλασσα, είτε στην έρημο γη αυτούς δεν έχουν γίνει κανονικά μνημόσυνα και έχουν στερηθεί την ωφελεία τους. 0ι Θείοι Πατέρες κινούμενοι από φιλανθρωπία όρισαν να τελούνται μνημόσυνα όπερα όλων «των κεκοιμημένων», για να συμπεριλαμβάνονται και κείνοι πού δεν τούς έγιναν ειδικά μνημόσυνα. Για ποιο λόγω όμως διάλεξαν οι Πατέρες αυτό το Σάββατο; Επειδή θα τοποθετούσαν την επόμενη μέρα τη Δευτέρα Παρουσία τού Χριστού, ταιριαστά μνημονεύουν και τις ψυχές, για να παρακαλέσουν τον φοβερό Κριτή να χρησιμοποίηση τη συνηθισμένη του συμπάθεια και να τις κατάταξη στην απόλαυση πού τις υποσχέθηκε.
Το δεύτερο Ψυχοσάββατο το τελεί η Εκκλησία μας εννέα μέρες μετά την Ανάληψη τού Σωτήρος μας Ιησού Χριστού, δηλαδή το Σάββατο προ τής Πεντηκοστής.Στο μνημόσυνο αυτό ή ‘Εκκλησία μας μνημονεύει όλους τούς ευσεβείς κοιμηθέντες από Αδάμ μέχρι σήμερα. Προσεύχεται γι’ αυτούς και ζητά από το Χριστό πού αναλήφθηκε στους ουρανούς και κάθισε στα δεξιά του Πατρός να τους αξίωση την ώρα τής Κρίσεως να δώσουν καλή απολογία σ’ Αυτόν πού Θα κρίνη όλη τη γη. Να παρασταθούν στα δεξιά Του, στη χαρά, με το μέρος των δικαίων και στην φωτεινή τάξη των αγίων. Να γίνουν άξιοι κληρονόμοι τής Βασιλείας και δεν εύχεται μόνο για τούς Χριστιανούς, διότι δεν ήταν κανένας χριστιανός από Αδάμ μέχρι Χριστού, αλλά για όλους τούς ανθρώπους. Στο σημείο αυτό μπορεί να δη κανείς την αγάπη τής Εκκλησίας μας για όλο το ανθρώπινο γένος.

Τρίτη, 24 Ιανουαρίου 2017

Ἁγ. Γρηγορίου Θεολόγου: Λόγος εἰς τό Πάσχα




 Ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου

1. «Θά σταματήσω εἰς τόν φυλάκιόν μου», λέγει ὁ θαυμάσιος Ἀββακούμ (Ἀββακ. 2, 1). Καί ἐγώ θά σταματήσω μαζί του σήμερα ἐπάνω εἰς τήν ἐξουσίαν καί τήν διορατικήν ἱκανότητα τήν ὁποίαν μοῦ ἔχει δώσει τό Πνεῦμα, καί θά κατοπτεύσω καί θά ἀναγνωρίσω ὅ,τι θά μοῦ φανερωθῇ καί ὅ,τι θά λεχθῇ πρός ἐμέ. Καί ἐσταμάτησα καί κατόπτευσα. Καί νά ἄνδρας ὁ ὁποῖος κάθεται ἐπάνω εἰς τά νέφη καί ὁ ὁποῖος εἶναι πανύψηλος. Ἡ ὄψις του εἶναι ὁμοία πρός τήν ὄψιν ἀγγέλου καί ἡ στολή του ὡσάν λάμψις ἀστραπῆς ἡ ὁποία σχίζει τόν οὐρανόν (πρβλ. Ναούμ 2, 5). Καί ἐσήκωσε τήν χεῖρα του πρός τήν ἀνατολήν καί ἐφώναξε μέ δυνατήν φωνήν (ἡ φωνή του ἦταν ὡσάν φωνή σάλπιγγος καί γύρω του ὑπῆρχε πλῆθος ἀπό μίαν οὐρανίαν στρατιάν) καί εἶπε:«Σήμερα ἦλθεν ἡ σωτηρία εἰς τόν κόσμον, τόν ὁρατόν καί τόν ἀόρατον. Ὁ Χριστός ἀνεστήθη ἀπό τούς νεκρούς, ἀναστηθῆτε μαζί του. Ὁ Χριστός ἐπανῆλθεν εἰς τήν θέσιν του, ἐπανέλθετε καί σεῖς. Ὁ Χριστός ἠλευθερώθη ἀπό τά δεσμά τοῦ τάφου, ἐλευθερωθῆτε καί σεῖς ἀπό τά δεσμά τῆς ἁμαρτίας. Αἱ πύλαι τοῦ ἅδου ἀνοίγονται, ὁ θάνατος καταλύεται, ὁ παλαιός Ἀδάμ ἀπομακρύνεται καί ὁ νέος συμπληρώνεται. Ἐάν ὑπάρχῃ κάποια νέα δημιουργία εἰς τόν Χριστόν, ἀνανεωθῆτε καί σεῖς».
 Αὐτά ἔλεγεν αὐτός καί οἱ ἄλλοι ἀνυμνοῦσαν, ὅπως εἶχε γίνει καί προηγουμένως, ὅταν ἐφανερώθη εἰς ἡμᾶς ὁ Χριστός μέ τήν ἐπίγειον γέννησίν του, μέ τό «δόξα εἰς τόν Θεόν, ὁ ὁποῖος βρίσκεται εἰς τούς οὐρανούς, καί εἰρήνη ἐπάνω εἰς τήν γῆν, συμφώνως πρός τήν ὑπόσχεσίν Του πρός τούς ἀνθρώπους» (Λουκ. 1, 14). Μαζί μέ αὐτούς λέγω καί ἐγώ τά ἴδια πρός σᾶς. Μακάρι δέ νά ἀποκτοῦσα καί φωνήν ἰσάξιαν πρός τήν φωνήν τῶν ἀγγέλων, ἡ ὁποία νά ἀντηχοῦσε ἀπ᾽ ἄκρου εἰς ἄκρον τῆς γῆς.
2. Πάσχα τοῦ Κυρίου, Πάσχα, καί πάλιν θά εἴπω Πάσχα πρός τιμήν τῆς Ἁγίας Τριάδος. Αὐτή εἶναι δι᾽ ἡμᾶς ἡ ἑορτή τῶν ἑορτῶν καί ἡ πανήγυρις τῶν πανηγύρεων, ἡ ὁποία τόσον πολύ ξεπερνᾷ ὄχι μόνον τάς ἀνθρωπίνας καί τάς προερχομένας ἀπό τήν γῆν, ἀλλά ἀκόμη καί ἐκείνας τοῦ ἰδίου τοῦ Χριστοῦ καί ὅσας τελοῦνται πρός τιμήν Του, ὅσον ξεπερνᾷ ὁ ἥλιος τούς ἀστέρας. Εἶναι μέν καλή καί ἡ χθεσινή μας λαμπροφορία καί ἡ φωταψία, τήν ὁποίαν ἐκάμαμεν καί ὁ καθένας μόνος του καί ὅλοι μαζί ἀπό κοινοῦ, καί κατά τήν ὁποίαν κάθε ἄνθρωπος καί σχεδόν κάθε τι τό ὁποῖον ἔχει ἀξίαν κατεφωτίσαμεν μέ πλῆθος πυρσῶν τήν νύκτα, πρᾶγμα τό ὁποῖον ἀποτελεῖ σύμβολον τοῦ μεγάλου φωτός, ὅπως καί ὁ οὐρανός φωτίζει ἀπό ἐπάνω, καταυγάζων ὅλον τόν κόσμον μέ τήν ὡραιότητά του, ὅπως αἱ ὑπερουράνιοι φύσεις καί οἱ ἄγγελοι, ἡ πρώτη φωτεινή φύσις μετά τήν πρώτην, ἐπειδή ἀπό ἐκείνην προέρχεται, καί ὅπως ἡ Τριάς ἀπό τήν ὁποίαν ἔχει δημιουργηθῆ ὅλον τό φῶς, ἀλλά εἶναι ἀκόμη ὡραιοτέρα καί πιό ἐπίσημος ἡ σημερινή. Καθόσον χθές μέν τό φῶς ἦτο προάγγελος τοῦ μεγάλου Φωτός, τό ὁποῖον ἀνασταίνεται, καί κατά κάποιον τρόπον μία προεόρτιος χαρά, σήμερα δέ ἑορτάζομεν τήν ἰδίαν τήν Ἀνάστασιν, ἡ ὁποία δέν ἀποτελεῖ πλέον ἀντικείμενον ἐλπίδος, ἀλλά ἔχει ἤδη γίνει πραγματικότης καί ἔχει συγκεντρώσει γύρω της ὅλον τόν κόσμον.

Δευτέρα, 23 Ιανουαρίου 2017

Για τοὺς χιτῶνες τοῦ Κυρίου Ἅγιος Νικόλαος Βελιμίροβιτς


Ἅγιος Νικόλαος Βελιμίροβιτς
Μὲ ῥωτᾶς, σεβαστὴ ἀδελφή, γιά τοὺς τρεῖς χιτῶνες μὲ τοὺς ὁποίους ἦταν ντυμένος καὶ σκεπασμένος ὁ Κύριος κατά τὸ διάστημα ἀρκετῶν ὡρῶν τή Μεγάλη Παρασκευή. Γιατὶ ὁ Πιλᾶτος τὸν ἔντυσε μὲ πορφυρὸ χρῶμα; Γιατὶ ὁ Ἡρώδης τὸν ἔντυσε μὲ λευκὸ χρῶμα; Καὶ γιατὶ οἱ ἐκτελεστὲς ἐπίσης λίγο πρὶν Τὸν θανατώσουν Τὸν ἔντυσαν πάλι μὲ τὸν δικὸ Του χιτῶνα;
Ὅλα ὅσα συνέβησαν κατά τή διάρκεια τῆς ἐπίγειας ζωῆς τοῦ Χριστοῦ ἔχουν μεγάλη σημασία, ὅλα ἀποκαλύπτουν κάποια ἀλήθεια καὶ χρησιμεύουν ὡς δίδαγμα στούς ἀνθρώπους. Κάποια ἀπὸ αὐτὰ τὰ διδάγματα εἶναι ἄμεσα καὶ ἐμφανῶς ἀντιληπτά, ἐνῶ κάποια ἄλλα εἶναι ἔμμεσα καὶ μὲ παραστάσεις πού χρήζουν ἑρμηνείας. Τὸ σκέπασμα τοῦ Χριστοῦ μὲ τρεῖς χιτῶνες ἀνήκει σ’ αὐτὴν τή δεύτερη κατηγορία διδαγμάτων.
 Ὁ Πορφυρὸς χιτῶνας εἶναι ὁ χιτῶνας τοῦ Ῥωμαίου αὐτοκράτορα. Ὅταν ὁ Κύριος εἶπε στόν Πιλάτο ὅτι τὸ βασίλειό Του “οὔκ ἐστιν ἐκ τοῦ κόσμου τούτου” (Ἰωά. 18, 36) αὐτὸ φάνηκε στό ὑλιστικὸ πνεῦμα τοῦ Ῥωμαίου ἀξιωματούχου ὡς ἀνοησία καὶ ὡς ἐμπαιγμὸς τῆς αὐτοκρατορικῆς ἀξιοπρέπειας. Γι’ αὐτὸ οἱ στρατιῶτες τοῦ Πιλάτου ἔντυσαν τὸν Χριστὸ μὲ πορφυρὸ χιτῶνα ‒δηλαδή μὲ τὸν πιὸ εὐτελῆ πού μποροῦσαν νά βροῦν‒ γιά νά τὸν χλευάσουν ἀποκαλώντας Τον βασιλιά. Ἀλλὰ καὶ μόνον αὐτὸς ὁ χιτῶνας αὐτοκρατορικοῦ χρώματος μαρτυρεῖ γιά τὸν Κύριο, ὅτι ὁ Χριστὸς εἶναι πράγματι Βασιλιάς. Οἱ παλικαράδες τοῦ Πιλάτου, λοιπόν, κοροϊδεύοντας στήν πραγματικότητα ἀνακήρυξαν τὸν Κύριο σ’ αὐτό πού πράγματι ἦταν! Κανεὶς ἀπ’ ὅλους αὐτοὺς δέν μποροῦσε νά διανοηθεῖ ὅτι τὸ βασίλειο τοῦ Χριστοῦ θὰ κυριαρχήσει πάνω στή Ῥωμαϊκὴ αὐτοκρατορία καὶ σὲ κάθε ἄλλη αὐτοκρατορία τοῦ κόσμου.
Ὁ βρώμικος βασιλιὰς Ἡρώδης, περίμενε πώς ὁ Χριστὸς θὰ κάνει κάποιο θαῦμα μπροστὰ του. Δέν ἐπιθυμοῦσε, βέβαια, κάποιο χρήσιμο καὶ φιλάνθρωπο θαῦμα, ἀλλὰ ἕνα βάρβαρο θαῦμα τὸ ὁποῖο θὰ χρησίμευε μόνο γιά τὴν ἱκανοποίηση τῶν ὀφθαλμῶν του. Ἐν τῷ μεταξύ, μπροστὰ του στεκόταν τὸ μεγαλύτερο θαῦμα τοῦ κόσμου: ἄνθρωπος καθαρὸς καὶ ἀναμάρτητος. Ἡ ἀκριβὴς ἀντίθεση τοῦ βασιλιᾶ τῆς γενοκτονίας καὶ τοῦ δολοφόνου τοῦ Ἰωάννη τοῦ προδρόμου. Ἐγὼ κρατῶ ὅτι αὐτὸς ὁ νέος ἀκάθαρτος ἀπόγονος τοῦ Ἠσαῦ μποροῦσε νά πιστέψει σὲ ὅλα τὰ θαύματα τοῦ κόσμου, ἀλλὰ μὲ τίποτα καί ποτέ στό θαῦμα τῆς ἁγνότητας καὶ τοῦ ἀναμάρτητου ἑνὸς ἀνθρώπου. Καὶ ἀκριβῶς αὐτὸ τὸ μέγιστο καὶ σπάνιο θαῦμα στάθηκε μπροστὰ του.

Κυριακή, 22 Ιανουαρίου 2017

Τοῦ Ἁγίου Νικοδήμου τοῦ Ἁγιορείτου Μελέτη Εἰς τήν Ἀνάστασιν τοῦ Κυρίου,

εἰς τήν ὁποίαν χρεωστοῦμεν νά συγχαρῶμεν.
Α’. Μέ τόν ἀναστάντα Χριστόν.
Β’. Μέ τήν ἁγιωτάτην Μητέρα Του.
Γ’. Μέ τό σῶμα μας.
Συλλογίσου ἀγαπητέ, ὅτι παρακινούμενοι ἡμεῖς ἀπό τόν προφήτην Δαυίδ ὅπου λέγει νά ἀγαλλώμεθα εἰς τήν ἡμέραν τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Κυρίου.«αὕτη ἡ ἡμέρα, ἥν ἐποίησεν ὁ Κύριος, ἀγαλλιασώμεθα καί εὐφρανθῶμεν ἐν αὐτῇ» (Ψαλμ. ριζ’ 23) ἔχομεν χρέος ἐν πρώτοις νά συγχαρῶμεν τόν Ἰησοῦν Χριστόν, ὁ Ὁποῖος εἰς τήν χαρμόσυνόν Του Ἀνάστασιν ἀπέκτησε πάλιν μέ κέρδος ἄπειρον ὅλα ἐκεῖνα ὅπου εἶχε χάσει εἰς τό πάθος Του. Τέσσαρα πράγματα εἶχε χάσει τότε: τήν χαράν, τήν ὡραιότητα, τήν τιμήν καί τήν ζωήν. Τώρα δέ ὅπου ἀνέστη ἀνέλαβε τήν ζωήν, ἀλλά τί λογῆς ζωήν; Μίαν ζωήν ὅπου ἐθανάτωσε τελείως τόν θάνατον καί διά τοῦτο θέλει εἶναι διά πάντα ζωή μοναχή, χωρίς νά φοβῆται νά λάβῃ ἄλλην μίαν φοράν θάνατον.«Χριστός ἐγερθείς ἐκ νεκρῶν οὐκ ἔτι ἀποθνήσκει.θάνατος αὐτοῦ οὐκ ἔτι κυριεύει» (Ρωμ. στ’ 9). Ἀνέλαβε τήν τιμήν καί ἐξουσίαν, ἐπειδή Ἐκεῖνος ὁ ἴδιος ὅπου πρό ὀλίγου ἐλογίζετο ὀλιγώτερον παρά ἄνθρωπος καί ἐκαταφρονεῖτο χειρότερον παρά ἕνας σκώληξ, τώρα ἀνασταίνεται καί ἀρχίζει νά βασιλεύῃ ἐν τῷ οὐρανῷ καί ἐν τῇ γῇ. Διά τοῦτο καί ἔλεγε μετά τήν Ἀνάστασιν.«ἐδόθη μοι πᾶσα ἐξουσία ἐν οὐρανῷ καί ἐπί γῆς» (Ματθ. κη’ 18). Ἀνέλαβε τήν χαράν, ἐπειδή διερράγησαν πλέον τά μεσότοιχα ὅπου ἐκρατοῦσαν πρότερον ἐκεῖνο τό πέλαγος τῆς χαρᾶς εἰς μόνον τό ἀνώτερον μέρος τῆ ψυχῆς τοῦ Κυρίου καί τώρα, ὅλον τό πλήρωμα τῆς χαρᾶς ἐκείνης ὅπου ἐκρατεῖτο τριαντατρεῖς χρόνους, ἔτρεξεν εἰς τό νά κατακλύσῃ τάς κατωτέρας δυνάμεις τῆς ψυχῆς καί τά μέλη τοῦ Λυτρωτοῦ. Διά τοῦτο καί ὅταν ἀνέστη ἀπό τόν τάφον, ὁ πρῶτος λόγος ὅπου ἔβγαλεν ἀπό τό ἅγιον στόμα Του, ἦτο δηλωτικός ταύτης Του τῆς χαρᾶς: «καί ἰδού ὁ Ἰησοῦς ἀπήντησεν αὐταῖς λέγων χαίρετε» (Ματθ. κη’ 9). Ἀνέλαβε καί τήν ὡραιότητα καί τήν δόξαν, διότι Ἐκεῖνος ὅπου ἦτο χθές καί προχθές ἄμορφος, ἄδοξος, ἀνίδεος, τώρα ἀνέστη ἐκ τοῦ μνήματος, ὡσάν ἕνας νυμφίος ἀπό τόν θάλαμόν του: ὅλος ὡραιότατος, ὅλος δεδοξασμένος, ὅλος ἡλιόμορφος, ἐπειδή ἡ χάρις καί ἡ δόξα τοῦ ἀναστηθέντος σώματος τοῦ Χριστοῦ εἶναι τόσον ὑπερβολική, ὅπου εἰς τόν οὐρανόν αὐτή θέλει εἶναι ἡ ἀνωτάτη μακαριότης τῆς ψυχῆς καί τοῦ σώματος καί ὅλων τῶν αἰσθήσεών μας. Καί θέλει εἶναι ἀρκετή νά εἰδοποιήσῃ εἰς ὅλους τούς μακαρίους, τόσον ἀγγέλους ὅσον καί ἀνθρώπους ἕνα Παράδεισον, εἰς τόν ὁποῖον ἔχουν νά εὐφραίνωνται ἀχόρταστα εἰς πάντας τούς αἰῶνας. Θέλεις νά τό καταλάβῃς καλλίτερα; Σχημάτισαι μέ τόν νοῦν σου ἕνα ἥλιον τόσον λαμπρόν, ὅπου μέ τό φῶς του νά σκεπάζῃ μυριάδας ἡλίους, καθώς καί οὗτος ὁ αἰσθητός ἥλιος σκεπάζει ὅλους τούς ἀστέρας. Τώρα ἕνας ἥλιος τόσον λαμπρός, βέβαια ἤθελεν εἶναι ἕνα μικρόν κάρβουνον συγκρινόμενος μέ τό ἔνδοξον σῶμα τοῦ Ἰησοῦ, τό ὁποῖον μέ τήν ὑπερβολικήν λάμψιν του θέλει καταρροφήσει τήν λάμψιν τόσων μυριάδων μακαρίων σωμάτων τῶν Ἁγίων, ἀπό τά ὁποῖα τό κάθε ἕνα θέλει εἶναι λαμπρότερον ἀπό τοῦτον τόν ἥλιον, ὡς γέγραπται: «τότε οἱ δίκαιοι ἐκλάμψουσιν ὡς ὁ ἥλιος ἐν τῇ βασιλείᾳ τοῦ πατρός αὐτοῦ» (Ματθ. ιγ’ 43), ὅπου τό, «ὡς», δέν δηλοῖ ὁμοίωσιν, ἀλλ᾽ ὑπεροχήν, ἤγουν λάμψουσιν ὑπέρ τόν ἥλιον, καθώς ἑρμηνεύει ὁ ἱερός Θεοφύλακτος καί αὕτη εἶναι ἡ δόξα ἐκείνη καί ὡραιότης ὅπου ἐζητοῦσεν ὁ Χριστός μέ τόσην παρακάλεσιν ἀπό τόν οὐράνιόν του Πατέρα πρό τοῦ πάθους Του, λέγων: «δόξασόν με πάτερ παρά σεαυτῷ τῇ δόξῃ, ᾗ εἶχον πρό τοῦ τόν κόσμον εἶναι παρά σοί» (Ἰω. ιζ’ 5). Μέ τά ὁποῖα λόγια δείχνει ὅτι ἐζήτει καί ἤθελε νά ἐξαπλωθῇ ἡ δόξα τῆς θεότητός Του διά νά δοξάσῃ πληρέστατα καί τήν ἀνθρωπότητά Του, ἐπειδή χωρίς αὐτήν τήν δόξαν καί ὡραιότητα τῆς ἀνθρωπότητος τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ κᾀνένας δέν ἠδύνατο νά γίνῃ δεκτικός τῆς τοῦ Θεοῦ δόξης καί μακαριότητος καί ἀκολούθως κᾀνένας δέν ἠδύνατο νά γίνῃ ποτέ μακάριος, οὔτε ἄγγελος οὔτε ἄνθρωπος. Διότι ἡ ἀνθρωπότης τοῦ Θεοῦ Λόγου ἐστάθη ὡσάν ἕνα μεθόριον ἀνάμεσα εἰς τόν Κτίστην καί εἰς τά λοιπά κτίσματα καί πέρνουσα αὐτή εἰς τόν ἑαυτόν της ὅλον τό πλήρωμα τῆς τοῦ Θεοῦ δόξης καί μακαριότητος τό συγκερνᾷ τρόπον τινά καί οὕτω διά μέσου ἑαυτῆς μεταδίδει τήν δόξαν ταύτην καί μακαριότητα εἰς ὅλους τούς μακαρίους ἀγγέλους τε καί ἀνθρώπους. Ἀλλ᾽ ὄχι καθώς αὐτή τήν λαμβάνει ἀπό τόν Θεόν ἄκρατον, διότι εἶναι ἀδύνατον νά τήν δεχθῇ ἔτσι ἄκρατον, κανένα κτίσμα ψιλόν.ἀλλά συγκεκραμένην καί μετριωτέραν διά νά γίνωνται ταύτης δεκτικοί οἱ μακάριοι τόσον οἱ ἄγγελοι ὅσον καί οἱ ἄνθρωποι.

Αγίου Ιγνατίου Μπριαντσιανίνωφ ΣΤΟΧΑΣΜΟΣ ΠΕΡΙ ΘΑΝΑΤΟΥ

Η μοίρα όλων των ανθρώπων στη γη – μοίρα αναπόφευκτη για οποιονδήποτε άνθρωπο – είναι ο θάνατος. Τον φοβόμαστε σαν τον πιο σκληρό εχθρό» κλαίμε πικρά για όσους αρπάζει από μας, αλλά περνάμε τη ζωή μας λες και θάνατος δεν υπάρχει διόλου, λες και είμαστε αιώνιοι πάνω στη γη.
Γιατί σε ξεχνώ, τάφε μου; Εσύ με περιμένεις, περιμένεις – κι εγώ σίγουρα θα κατοικήσω (σωματικά) μέσα σου. Γιατί, λοιπόν, σε ξεχνώ και συμπεριφέρομαι σάμπως κι ο τάφος είναι κλήρος μονάχα των άλλων ανθρώπων και διόλου δικός μου;
Ή αμαρτία μου αφήρεσε και μου αφαιρεί τη γνώση και την αίσθηση της αλήθειας• μου κλέβει και σβήνει από τη σκέψη μου τη θύμηση του θανάτου, του γεγονότος αυτού του τόσο σημαντικού για μένα, του τόσο απτά βέβαιου κι αναμφίβολου.
Για να θυμόμαστε τον θάνατο, πρέπει να ζούμε σύμφωνα με τις εντολές του Χρίστου. Οι εντολές του Χρίστου καθαρίζουν τον νου και την καρδία, τα καθιστούν νεκρά για τον κόσμο και τα αναζωογονούν για τον Χριστό. Ό νους, πού έχει απαλλακτεί από τα γήινα πάθη και τις ροπές προς τα γήινα, αρχίζει να στρέφει συχνά τα βλέμματα του προς το μυστικό πέρασμα του στην αιωνιότητα, δηλαδή προς το θάνατο, κι ή καρδιά, πού έχει καθαρθεί, αρχίζει να τον προαισθάνεται.
Νους και καρδιά, πού έχουν απαλλακτεί από τη δουλεία στα γήινα, ποθούν την αιωνιότητα. Έχοντας αγαπήσει τον Χριστό, με άσβεστο πόθο διψάνε να παρουσιαστούν ενώπιον Του, μολονότι με ιερό ρίγος τρέμουν την ώρα του θανάτου θεώμενοι το μεγαλείο τού Θεού και τη μηδαμινότητα και αμαρτωλότητα τους. Γι’ αυτούς ο θάνατος παρουσιάζεται συνάμα και σαν άθλος τρομερός και σαν περιπόθητη λύτρωση από τη γήινη αιχμαλωσία
«Αν εμείς είμαστε ανίκανοι να ευχόμαστε την έλευση του θανάτου εξαιτίας της ψυχρότητας μας προς τον Ιησού Χριστό και της αγάπης μας προς τη φθορά, ας καταφεύγουμε τουλάχιστο στη μνήμη του θανάτου χρησιμοποιώντας την σαν πικρή γιατρειά ενάντια στην άμαρτωλότητά μας, γιατί η μνήμη θανάτου – έτσι αποκαλούν αυτή τη θύμηση οι «Άγιοι Πατέρες – σαν γίνει κτήμα της ψυχής, κόβει τη φιλία της με την αμαρτία και μ’ όλες τις αμαρτωλές ηδονές.
«Μονάχα οποίος έχει εξοικειωθεί με τη σκέψη περί του τέλους του», καθώς είπε κάποιος Όσιος Πατέρας, «μπορεί να θέσει τέρμα στις αμαρτίες του» (Αγ. Ισαάκ του Σύρου, Λόγος 21ος). «… Μιμνήσκου τα έσχατα σου, και εις τον αιώνα ούχ αμαρτήσεις» (Σ. Σειράχ ζ’ 36).
Να σηκώνεσαι από το κρεβάτι σου, σαν να ανασταίνεσαι από τους νεκρούς και να πλαγιάζεις στο κρεβάτι σου ωσάν να κατακλίνεσαι σε τάφο. Ό ύπνος είναι απεικόνιση του θανάτου, ενώ το σκοτάδι της νύχτας είναι προάγγελος του σκότους μέσα στον τάφο, μετά το όποιο θα λάμψει το χαρμόσυνο για τους δούλους του Χρίστου και φοβερό για τους εχθρούς του φως της αναστάσεως.
Ένα πυκνό σύννεφο, μολονότι αυτό συνίσταται μόνο από λεπτούς ατμούς, σκεπάζει το φως του ηλίου, ενώ οι σωματικές ηδονές, ο διασκορπισμός του νου και οι ασήμαντες, οι μηδαμινές γήινες μέριμνες φράζουν και σκεπάζουν κι εμποδίζουν να ιδωθεί από το βλέμμα της ψυχής η μεγαλόπρεπη αιωνιότητα.
Μάταια κι ανώφελα λάμπει ο ήλιος από τον καθαρό ουρανό για τα μάτια εκείνα, πού έχουν προβληθεί από τύφλωση. Το ίδιο κι ή αιωνιότητα σάμπως να είναι ανύπαρκτη για την καρδιά πού έχει δολωθεί στην προσήλωση και το πάθος για τα γήινα, όσα μεγάλα, όσα ένδοξα, όσα ηδονή γεμάτα κι ευχάριστα

Δευτέρα, 16 Ιανουαρίου 2017

ην Aγία Γραφή έχουμε αναστάσεις νεκρών. Oι άνθρωποι αυτοί πριν ξαναγύρισουν στον κόσμο, που βρισκόταν στην κόλαση η στον παράδεισο;


AΠANTHΣH: Tο ερώτημα είναι μεταφυσικό, και θα το λύσουμε στον άλλο κόσμο.
O άνθρωπος μετά τον θάνατο βρίσκεται σε μια μέση κατάσταση, προγεύεται ούτως ειπείν, η του Παραδείσου ή της Kολάσεως. Όπως προγεύεται της τιμωρίας ο δολοφόνος που βρίσκεται στην φυλακή.
H τελική Kρίση θα γίνει στην B΄ Παρουσία· Eκεί θ’ ακουστεί η φωνή του Θεού· «και απελεύσονται ούτοι εις κόλασιν αιώνιον, οι δε δίκαιοι εις ζωήν αιώνων» (Mατθ. 25, 46).
O θάνατος είναι διακοπή σχέσεως σώματος και ψυχής. H διακοπή αυτή, που επέρχεται με τον θάνατο, δεν θ’ αποτελεί αιώνιον φαινόμενο. Θα γίνει ανάστασις των νεκρών κατά την Πίστιν μας.
O προφήτης Iζεκιήλ στην υπέροχη περικοπή που διαβάζεται την Mεγάλη Παρασκευή, μετά την περιφορά του Eπιταφείου, προ της Aναστάσεως, απαντά στο ερώτημα αυτό.
Tο Πνεύμα του Θεού οδήγησε τον προφήτη σε μια πεδιάδα, που ήταν κατάσπαρτος από γυμνά κόκκαλα. Kαι ακούετε η φωνή του Θεού· Θα ζήσουν τα οστά αυτά; Δεν γνωρίζω Kύριε, λέγει ο προφήτης, εσύ οίδας.
Kήρυξον του λέει, προς αυτά. Kαι όταν κήρυξε, τα οστά αυτά άρχισαν να συναρμολογούνται.
Έχετε δει σκελετό; O άνθρώπινος σκελετός είναι φρικαλαίο θέαμα. Aποτελείτε από 250 οστά μικρά και μεγάλα, που είναι συναρμολογημένα κατά τρόπον θαυμαστόν. O άνθρωπος είναι ορθοβάμον.
Έτριξαν λοιπόν τα οστά αυτά και συναρμολογήθηκαν και έγιναν πλήρης σκελετοί.
Θα ζήσουν τα οστά; ακούστηκε πάλι η φωνή του Θεού. Kήρυξον, για δευτέρα φορά προς αυτά.
Kήρυξε και απέκτησαν οι σκελετοί σάρκες. Kαι μετά του λέγει ο Θεός, κήρυξε για μια ακόμη φορά. Kαι εκήρυξε και όλα αυτά τα άψυχα σώματα ζωντάνεψαν. Kαι έγινε ένα είδος στρατιάς απεράντου και επείσθη ο προφήτης, ότι ζήσονται τα οστά αυτά.
H αγία Γραφή, και η Παράδοση, και οι Πατέρες λένε· Kαι αν υποθέσουμε ότι υπάρχουν νεκροί οι οποίοι εκάηκαν και εξαφανίστηκαν μέσα στα δάση, η τους έφαγαν τα θηρία η εξαφανίστηκαν τα σώματά τους οπουδήποτε αλλού, δεν έχασαν όμως την ψυχή τους. H ψυχή παραμένει αλόβητως.
Eίδατε τί γράφαν οι εφημερίδες για ένα λιοντάρι του θηριοτροφείου, που διέφυγε από την προσοχή του θηριοδαμαστού και τον δάγκωσε στο λαιμό και απέθανε αποτόμως. Tόσο λυπήθηκε το λιοντάρι και δεν έφαγε και απέθανε. Eίναι φοβερό αυτό. Tο θηρίο να έχει τόσο σύνεση! Nα σκοτώνει και μετά να μη θέλει να φάει; Nα κηρύτει, δηλαδή, στον εαυτό του απεργία πείνης και να πεθαίνει!
Aλλά η Aνάστασης του Xριστού αποτελεί την μεγαλύτερη απόδειξη της Aναστάσεως των νεκρών.
Aνέστη Xριστός και πεπτωκότασι δαίμονες. Kαι ύστερα δεν πρέπει να αμφιβάλουμε για την ανάσταση, που το κηρύττουμε και στο Σύμβολο της Πίστεως. «Προσδοκώ ανάσταση νεκρών και ζωή του μέλλοντος αιώνος. Aμήν».
Eγώ επάνω στον τάφο του πατρός μου και της μητρός μου έχω θέση αυτό το ρητό.
Θα συναντηθούμε εκεί, υπό άλλες όμως μεγαλειώδεις συνθήκες.
Έχουμε και τον προφήτη Hλία, που ανέστησε και τον υιό της χήρας των Σαρεπτών. Έχουμε και την ανάσταση του Λαζάρου.
Ένας Άγγλος δημοσιογράφος έγραψε ένα θαυμάσιο βιβλίο, «O Kύριος της ζωής και του θανάτου», και περιγράφει τας λεπτομερίας αυτάς. Aλλά σήμερα οι άνθρωποι είναι υλισταί, και δεν πιστεύουν τα δόγματα αυτά της αγίας μας Eκκλησίας.
(+ O MHTPOΠOΛITHΣ ΦΛΩPINHΣ π. AYΓOYΣTINOΣ KANTIΩTHΣ
(Στα στελέχη της κατασκηνώσεως της I.M. Φλωρίνης 1994)

Πέμπτη, 12 Ιανουαρίου 2017

Ψηλαφώντας τον Παράδεισο και την Κόλαση στη Γη



Άρθρο που δημοσιεύθηκε στο περιοδικό Άγκυρα Ελπίδος της Ιεράς Μητροπόλεως Ιεραπύτνης και Σητείας, περίοδος Β΄, τεύχος 72, Ιανουάριος – Φεβρουάριος 2013, σελ. 48 – 51. 
Αυθεντικός τίτλος: "Παράδεισος και Κόλαση στην Ορθόδοξη Παράδοση".
Δρ. Ιωάννης Ν. Λίλης
Λέκτορας Δογματικής και Συμβολικής Θεολογίας Α.Ε.Α.Η.Κ.

Το πιο δυνατό σημείο για να καταλάβει κανείς τον Παράδεισο και την Κόλαση, όπως τον ορίζει η Ορθόδοξη Εκκλησία, είναι να κοιτάξει με προσοχή τις σαράντα ημέρες της ζωής του Κυρίου από την Ανάσταση μέχρι και την Ανάληψη του στους ουρανούς. Η αναστημένη ανθρώπινη φύση είναι ο Παράδεισος. Η απώλεια της Αναστάσεως είναι η κόλαση.
Η Εκκλησία που ίδρυσε ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός υπάρχει ακριβώς γι’ αυτόν τον σκοπό : να χαρίζει την Ανάσταση στην ανθρώπινη φύση. Και πριν την Ανάσταση του ο Κύριος ήταν ο ίδιος και είχε την ίδια αναστημένη ανθρώπινη φύση, εφόσον είχε πάντοτε και τη θεϊκή φύση, όμως κατά παραχώρηση εκδήλωνε την ανθρώπινη φύση του όπως βρίσκεται σε εμάς, εκτός από την αμαρτία (η οποία είναι διαβολική σπορά), και όχι αναστημένη όπως την βλέπουμε μετά την Ανάσταση, για να γίνει πραγματικά και συγκεκριμένα η πρόσληψη της ανθρώπινης φύσεως και όχι αιθέρια, ρομαντικά και θεωρητικά. 
Οι θεολόγοι της Εκκλησίας είτε περιγράφουν τις δύο φύσεις του Κυρίου, είτε απαντούν στον Άρειο, τον Νεστόριο ή τον μονοφυσιτισμό, είτε εξηγούν το γνωμικό θέλημα (ένα σπουδαίο δογματικό ζήτημα που συζητήθηκε έντονα τον 7ο μ.Χ. αιώνα) δεν κάνουν τίποτα άλλο από το να αναφέρονται στον παράδεισο που χάρισε η ενανθρώπιση του Κυρίου στην ανθρώπινη φύση. Συνδέουν τον παράδεισο και την απώλεια του και με την περιγραφή της πτώσεως των πρωτοπλάστων, όπως διασώζεται στο βιβλίο Γένεσις της Παλαιάς Διαθήκης, όμως η  ενανθρώπιση του Υιού και Λόγου του Θεού είναι το κέντρο στη διδασκαλία τους, για να εξηγήσουν και να βιώσουν τον Παράδεισο. 
Επειδή βλέπουν τον Παράδεισο και την Κόλαση μέσα από την ενανθρώπιση του Κυρίου, ο Παράδεισος έχει γι’ αυτούς καθαρά υπαρξιακό περιεχόμενο. Δεν είναι τόποι αλλά καταστάσεις της ανθρώπινης υπάρξεως, οι οποίες ξεκινούν από την παρούσα ζωή και εκτείνονται και μετά το θάνατο του ανθρώπου.
Πριν τη Ανάσταση του ο Κύριος είχε προϊδεάσει τους μαθητές του για το δώρο που θα χάρισε στην ανθρώπινη φύση με την ενανθρώπιση και την Ανάσταση. Η ανάσταση της κόρης του Ιαείρου, η ανάσταση του γιου της χήρας της Ναΐν, η ανάσταση του Λαζάρου, η θεοφάνεια στο όρος Θαβώρ ενώπιον τριών μαθητών του, ήταν τα καλύτερα σημεία για να τους δείξει την ευεργεσία που χάρισε στον άνθρωπο. Ο παράδεισος βιώνεται μέσα στην εκκλησία. Υπάρχουν σήμερα σημεία που μπορούμε να ψηλαφήσουμε τον παράδεισο. 
Ένα από τα πιο δυνατά είναι τα λείψανα των αγίων
Υπάρχουν λείψανα αγίων που ευωδιάζουν ή είναι άφθαρτα. Η καλύτερη απόδειξη για την ανάσταση και τον παράδεισο που χάρισε στην ανθρωπότητα η ενανθρώπιση του Κυρίου. Φυσικά δεν είναι το μόνο σημείο. Σήμερα υπάρχουν άνθρωποι, όπως ασκητές στην περιοχή του Αγίου Όρους, οι οποίοι τρώνε ελάχιστα ή κοιμούνται ελάχιστα. Η συμπεριφορά αυτή δεν είναι δείγμα εκούσιας κακώσεως του σώματος ή δίαιτας. Είναι δείγματα αγιασμού και αφθαρτοποιήσεως της ανθρώπινης φύσεως.
Αξιοσημείωτο όμως είναι το γεγονός ότι υπάρχουν και άνθρωποι ανάμεσα μας που εμφανίζουν παρόμοια σημάδια, ακριβώς γιατί συνειδητοποίησαν το δώρο που προσφέρει η εκκλησία και άφησαν τον εαυτό τους στα χέρια του Θεού. Οι άνθρωποι αυτοί βρήκαν τον παράδεισο. Βέβαια το πιο δυνατό σημείο, ως το κέντρο όλων αυτών, είναι το μυστήριο της θείας Ευχαριστίας, το οποίο άλλωστε είναι και το κέντρο της θείας λατρείας. Εκεί κυρίως οι πιστοί βλέπουν καθαρά και βιώνουν ζωντανά τον αγιασμό της ανθρώπινης φύσεως και τον παράδεισο.
Μία από τις πιο χαρακτηριστικές αναφορές της πατερικής θεολογίας για το τι είναι ο Παράδεισος και η Κόλαση βρίσκουμε στα κείμενα του αγίου Ιωάννου Δαμασκηνού, ο οποίος ζει τον 8ο αιώνα μ.Χ. Είχαν προηγηθεί βέβαια τα κείμενα των μεγάλων Καππαδοκών Πατέρων, οι αναφορές του αγ. Μαξίμου Ομολογητού, η διήγηση του Μακαρίου του Αιγυπτίου – ο περίφημος διάλογος στην έρημο με το κρανίο του αιρεσιάρχου. Ο Δαμασκηνός όμως, με απλότητα και γλαφυρότητα, δανειζόμενος παραστάσεις της καθημερινότητας, δίνει την πιο συγκλονιστική περιγραφή για το ποιες είναι αυτές οι δύο υπαρξιακές καταστάσεις.   
Για τον Ιωάννη Δαμασκηνό η ψυχή είναι το κέντρο της ανθρώπινης ύπαρξης, η οποία χρησιμοποιεί ως όργανο το σώμα και παρέχει σε αυτό ζωή, αύξηση, αίσθηση και γέννηση.[2] Ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της ψυχής είναι η ευσέβεια και η νόηση. Κοινά χαρακτηριστικά της ψυχής και του σώματος είναι οι αρετές, οι οποίες αφορούν κυρίως την ψυχή, γιατί η ψυχή χρησιμοποιεί ως όργανο το σώμα.[3]
Όσο ο άνθρωπος έχει και το σώμα του, υπάρχει οικονομία και κυβέρνηση, γιατί ό,τι και να πράξει έχει τη δυνατότητα με τη μετάνοια να το διορθώσει. Μετά το θάνατο όμως, δηλαδή το χωρισμό της ψυχής και του σώματος, η ψυχή δεν «αλλάζει πλέον».[4] Η ψυχή τρέπεται μόνο όταν είναι μαζί με το σώμα. Όπως οι δαίμονες μετά την έκπτωση δεν μετανοούν και οι άγγελοι δεν αμαρτάνουν, γιατί και οι δύο απέκτησαν το άτρεπτο, έτσι ακριβώς και ο άνθρωπος μετά το θάνατο έχει το άτρεπτο.[5] Αυτό που ποθεί ο άνθρωπος τις τελευταίες στιγμές της ζωής του, δηλαδή ή τον αγαθό Θεό ή την αμαρτία, είναι αυτό που θα τον συνοδεύει πάντα, γιατί από εκεί και πέρα η ψυχή δεν αλλάζει.[6] Οι άνθρωποι που ποθούν το Θεό, μετά το θάνατο τους συνεχίσουν να τον ποθούν, αφού η ζωή είναι ενιαία, και ευφραίνονται[7]˙ αντίθετα οι αμαρτωλοί, δηλαδή αυτοί που σκέπτονται συνεχώς την κακία και την αμαρτία, μετά το θάνατο ποθώντας την αμαρτία κολάζονται χωρίς καμία παρηγοριά, γιατί δεν έχουν το υλικό της αμαρτίας. Έχασαν τς λας τς μαρτίας, όπως το ονομάζει ο Δαμασκηνός, αφού δεν έχουν πλέον το σώμα και δεν μπορούν αμαρτήσουν, όμως η ψυχή τους συνεχίζει να επιθυμεί μόνο την αμαρτία.[8] πιθυμοντες ον κα μ χοντες τ τς πιθυμίας πυρς δίκην π τς πιθυμίας καταφλέγονται.[9] 
Γι’ αυτό το λόγο ο Δαμασκηνός λέγει πως η κόλαση δεν είναι τίποτα άλλο παρά το ποθουμένου στέρησις.[10] Ο παράδεισος και η κόλαση είναι θέμα καθαρά βουλητικό. Κατά την αναλογία του πόθου, όσοι ποθούν το Θεό ευφραίνονται και όσοι ποθούν την αμαρτία κολάζονται.[11]
 
Επομένως η κόλαση, στα κείμενα του Ιωάννη Δαμασκηνού [εικ.], δεν είναι μία αιώνια τιμωρία, αλλά ως στέρησις το ποθουμένου είναι μία αστοχία της επιθυμίας του ανθρώπου. Ο διάβολος και οι κολασμένοι επιθυμούν ανύπαρκτα πράγματα, γιατί μετά το θάνατο δεν υπάρχει κακία και αμαρτία. Η επιθυμία όμως εξακολουθεί να υπάρχει και να κατατρώγει τον άνθρωπο. Μόλις χαθεί το σώμα από την ανθρώπινη ύπαρξη, ο άνθρωπος δεν τρώει, δεν παντρεύεται, δεν ντύνεται, δεν πλουτίζει, δεν δείχνει φθόνο, ούτε τι τν τς μαρτίας εδν. Μετά το θάνατο υπάρχει η πλήρης πραγματικότητα, ο αγαθός Θεός, τον οποίο οι κολασμένοι δεν τον θέλουν. Όσοι όμως επιθυμούν το Θεό, το ν κα ε ν, πέτυχαν τον σκοπό τους και νιώθουν ευφροσύνη, γιατί μετά το θάνατο επιβεβαιώθηκαν πλήρως. Επιθυμούσαν και επιθυμούν κάτι πραγματικό και παντοτινό, που τώρα το καταλαβαίνουν πλήρως, όπως και οι κολασμένοι πλήρως, τώρα, καταλαβαίνουν το λάθος τους : 
«Ε δ λέγεται, τι συνέφερεν ατ μ γενέσθαι περ γενέσθαι κα κολασθήναι τελευτήτως, φαμν τι κόλασις κείνη οδ τερον έστιν ε μ πρ πιθυμίας τς κακίας κα μαρτίας κα πρ στοχίας τς πιθυμίας. Ο γρ πιθυμοσι Θεο ο ν τ κακί τ τρεπτον σχηκότες, λλ τς κακίας, κε δ νέργεια κακίας κα μαρτίας οκ σται. Οδ γρ σθίομεν οδ πίνομεν οδ ενδυόμεθα οδ γαμομεν οδ πλουτομεν οδ φθόνος σχύει οδ τι τν τς μαρτίας εδν. πιθυμοντες ον κα μ χοντες τ τς πιθυμίας πυρς δίκην π τς πιθυμίας καταφλέγονται. Ο δ το γαθο, τουτέστι μόνου το Θεο, πιθυμοντες, το ντος κα ε ντος, κα τυγχάνοντες εφραίνονται κατ τν ναλογίαν τς πιθυμίας ατν, καθ’ ν τυγχάνουσιν το πιθυμουμένου».[12]

Ο παράδεισος και η κόλαση, όπως περιγράφονται κυρίως στο έργο του Δαμασκηνού Κατά Μανιχαίων διάλογος, δείχνουν πως η υπαρξιακή ενότητα του ανθρώπου εξακολουθεί να υπάρχει και μετά το θάνατο, όμως τώρα είναι κομματιασμένη. Από τον άνθρωπο λείπει πλέον το σώμα, και επομένως ο ίδιος και οι επιθυμίες του πολύ πιο δύσκολα τρέπονται. Παρότι πάντοτε είναι τρεπτός, και μόνο ο Τριαδικός Θεός είναι άτρεπτος, η τρεπτότητα του μετά το θάνατο γίνεται δύσκαμπτη. Αν δεν επιθυμεί το Θεό όταν έχει την πλήρη ύπαρξη του (σώμα και ψυχή), δεν υπάρχει πιθανότητα να τον επιθυμήσει όταν η ύπαρξη του θα κομματιαστεί με το θάνατο και θα μείνει μόνο με την ψυχή. Ο Θεός και μετά το θάνατο είναι δίπλα του και τον περιμένει, αλλά ο άνθρωπος δεν τον θέλει γιατί η τρεπτότητα του νου (και της υπόλοιπης υπάρξεως του που συνδέεται άμεσα με το νου, όπως η θέληση) γίνεται δύσκαμπτη και δυσκίνητη. 
Γι’ αυτό και ο Δαμασκηνός τονίζει στο Κατά Μανιχαίων διάλογος πως ο Θεός πάντοτε δέχεται την μετάνοια (δηλαδή την αλλαγή του νου) του ανθρώπου, ακόμα και μετά το θάνατο του, καθώς δεν μπορεί ποτέ να αρνηθεί το πλάσμα του, αλλά μετά το θάνατο η ψυχή δεν θέλει να μετανοήσει : «οχ το θεο μ δεχομένου μετάνοιαν – ατς γρ αυτν ρνήσασθαι ο δύναται οδ ποβάλλεται τν συμπάθειαν –  λλ’ ψυχ οκέτι τρέπεται».[13]

Η εύρεση του παραδείσου είναι ζήτημα ζωής και θανάτου. Δύο χιλιάδες χρόνια η εκκλησία βήμα βήμα μέσα σε κακοήθειες, βάναυσες καταστάσεις και αντιξοότητες γίνεται το αλάτι του κόσμου χαρίζοντας τον αγιασμό στην ανθρώπινη φύση. Η καλύτερη απόδειξη είναι η μόνιμη παρουσία της στον πολιτισμό. Τα πάντα έπεσαν από τότε που υπάρχει η εκκλησία : Ρωμαϊκή αυτοκρατορία, βυζαντινή αυτοκρατορία, γεωγραφικά όρια, σύνορα, λαοί που κυριάρχησαν και εξαφανίστηκαν εντελώς, ένα πράγμα μόνο έμεινε : η Εκκλησία και ο λατρευτικός της πλούτος. Πλούτος που χαρίζει στον άνθρωπο τον αγιασμό και την αφθαρτοποίηση˙ δηλαδή τον παράδεισο. 
Εικόνα από εδώ:
"Ο καθένας  θα δει την εν Χριστώ δόξα του Θεού και θα φθάσει στον βαθμό εκείνο της τελειώσεως τον οποίο έχει επιλέξει και για τον οποίο έχει εργασθεί. Ακολουθώντας τον Απ. Παύλο, τον Ευαγγελιστή Ιωάννη και την δική τους πείρα οι Πατέρες υποστηρίζουν, ότι θα σωθούν εκείνοι που βλέπουν τον αναστημένο Χριστό δοξασμένο σε αυτή την ζωή, είτε "δι' εσόπτρου εν αινίγματι" μέσω των αδιαλείπτων από την καρδιά προσευχών και ψαλμών, είτε "πρόσωπον προς πρόσωπον" μέσω του δοξασμού. Εκείνοι που δεν Τον βλέπουν έτσι στην ζωή αυτή, θα δουν την δόξα Του ως αιώνια φωτιά που καταναλώνει και εξώτερο σκοτάδι στην άλλη ζωή. Η άκτιστη δόξα, την οποία έχει ο Χριστός εκ φύσεως από τον Πατέρα, είναι παράδεισος για εκείνους, των οποίων η εγωκεντρική και ιδιοτελής αγάπη έχει θεραπευθεί και μεταμορφωθεί σε ανιδιοτελή αγάπη. Όμως η ίδια η δόξα είναι το άκτιστο πυρ το αιώνιο και η κόλαση για εκείνους που επέλεξαν να μείνουν αθεράπευτοι μέσα στην ιδιοτέλειά τους" (π. Ι. Ρωμανίδης). 

Όσο περισσότερο αγαπώ την ανθρωπότητα γενικά, τόσο λιγότερο αγαπώ τον κάθε άνθρωπο χωριστά (Ντοστογιέφσκι)


 

Θρησκευτικά... αλλιώς!, Προσκυνητής

«Εγώ, έλεγε, αγαπάω την ανθρωπότητα μα απορώ κι ο ίδιος με τον εαυτό μου: Όσο περισσότερο αγαπώ την ανθρωπότητα γενικά, τόσο λιγότερο αγαπάω τον κάθε άνθρωπο χωριστά. 

Στις ονειροπολήσεις μου, έλεγε, φτάνω συχνά να λαχταράω μέχρι πάθος να εξυπηρετήσω την ανθρωπότητα και ίσως και στ’ αλήθεια να δεχόμουνα να σταυρωθώ για τους ανθρώπους, αν παρουσιαζόταν ξαφνικά μια τέτοια ανάγκη. Κι όμως, παρ’όλα αυτά, δεν μπορώ ούτε δύο μέρες να ζήσω στο ίδιο δωμάτιο μ’ άλλον άνθρωπο. Αυτό το ξέρω από πείρα. Μόλις βρεθεί κάποιος κοντά μου, νιώθω πως μου πληγώνει την ατομικότητα μου και μου περιορίζει την ελευθερία μου. Μπορώ μέσα σ’ ένα εικοσιτετράωρο να μισήσω τον πιο καλό άνθρωπο. Άλλον γιατί τρώει αργά, άλλον γιατί έχει συνάχι και σκουπίζει συνεχώς τη μύτη του με το μαντήλι. Γίνομαι, έλεγε, εχθρός των ανθρώπων μόλις οι σχέσεις μας γίνουν κάπως στενότερες.
 
Μα γι’ αυτό, όσο περισσότερο μισούσα ορισμένους ανθρώπους προσωπικά, τόσο πιο φλογερά αγαπούσα την ανθρωπότητα στο σύνολο της. [...] Η ονειροπόλα αγάπη διψάει για σύντομα κατορθώματα, ζητάει μια γρήγορη ικανοποίηση και τον γενικό θαυμασμό. Στις τέτοιες περιπτώσεις μερικοί φτάνουν πραγματικά στο σημείο να θυσιάσουν και τη ζωή τους ακόμα, αρκεί να μην περιμένουν πολύ, μα να πραγματοποιηθεί γρήγορα τ’όνειρο τους. Και να’ναι σαν μια θεατρική παράσταση που να τη βλέπουν όλοι και να τη χειροκροτούν. Μα η ενεργός αγάπη χρειάζεται δουλειά κι επίμονη αυτοκυριαρχία και για μερικούς είναι ίσως-ίσως ολόκληρη επιστήμη».