Τετάρτη, 17 Μαΐου 2017

"ΠΟΙΑ ΕΙΝΑΙ Η ΚΑΛΥΤΕΡΗ ΠΕΡΙΓΡΑΦΗ ΤΗΣ ΔΟΞΑΣ ΤΗΣ ΑΝΑΣΤΑΣΕΩΣ - ΠΩΣ ΘΑ ΕΙΝΑΙ Η ΦΥΣΗ ΤΩΝ ΣΩΜΑΤΩΝ ΜΕΤΑ ΤΗΝ "ΓΕΝΙΚΗ" ΑΝΑΣΤΑΣΗ "



ΧΡΙΣΤΟΣ ΑΝΕΣΤΗ

ΠΟΙΑ ΕΙΝΑΙ Η ΜΑΚΑΡΙΑ ΧΩΡΑ ΤΩΝ ΠΡΑΩΝ ΟΠΟΥ ΟΛΟΙ ΝΙΩΘΟΥΝ ΑΠΕΡΙΓΡΑΦΗ ΚΑΙ ΑΝΕΙΠΩΤΗ ΧΑΡΑ ... 
ΠΩΣ ΤΑ ΣΩΜΑΤΑ ΤΩΝ ΔΙΚΑΙΩΝ ΘΑ ΜΠΟΡΟΥΝ ΝΑ ΣΥΣΤΑΛΟΥΝ ΚΑΙ ΝΑ ΕΙΝΑΙ ΚΑΠΟΥ Η ΝΑ ΔΙΑΣΤΑΛΟΥΝ ΚΑΙ ΝΑ ΕΙΝΑΙ ΠΑΝΤΟΥ !!!



Ό οσ. Έφραίμ ό Σύρος εύχεται: «Νά αξιωθούμε να μπούμε σ’ εκείνη τη χαρά τήν άνείπωπη, τήν άπερίγραπτη, τήν άνέκφραστη, σ’ αύτά τα όποια επιθυμούν να κατανοήσουν οί Άγγελοι (Α' Πέτρ I, I 2)· όπου είναι οι χορείες και οι τάξεις των δικαίων. Εκεί ή άγκαλιά του Αβραάμ υποδέχεται εκείνους πού ύπομένουν τις θλίψεις, όπως και το Λάζαρο (Λκ I 6, 22). Εκεί άνοίγονται οί θησαυροί των αιωνίων άγαθών· όπου είναι ή άνω Ιερουσαλήμ, ή μητέρα των πρωτοτόκων (πρβλ Έβρ 12, 22-23), σαν νύφη στολισμένη (Άπκ 21,2) και υποδεχόμενη εκείνους πού εργάζονται τις εντολές τού Κυρίου. Εκεί στη μακάρια χώρα των πράων (πρβλ Μθ 5, 5) όπου όλα είναι ήρεμα και άτάραχα, όπου όλα είναι φωτεινά και θεάρεστα, όπου κανείς δεν αδικεί ή διοικείται τυραννικά, όπου δεν υπάρχει αμαρτία και μολυσμός. Εκεί όπου υπάρχει το απρόσιτο φως και ή ανείπωτη χαρά· εκεί όπου δεν υπάρχει πόνος, ούτε δάκρυα- όπου δεν υπάρχει φροντίδα, ούτε μέριμνα, ούτε θρήνος. Όπου δεν υπάρχει άνδρας και γυναίκα. Όπου δεν υπάρχει Διάβολος, ούτε θάνατος, ούτε νηστεία, ούτε λύπη, ούτε φιλονικία, ούτε ζήλεια, αλλά όλα εξ ολοκλήρου είναι χαρά, ειρήνη, ευφροσύνη Όπου υπάρχει το δροσερό νερό, ό χλοερός τόπος (Ψαλ 22, 2), και ή πηγή πού μοιράζεται στα τέσσερα σημεία (Γεν 2, I 0), και ή κληματαριά πού τήν φροντίζει ό Θεός όλου του κόσμου (πρβλ Ίω 15, I), σ’ εκείνη τη μακάρια γη, πού παράγει τούς καλούς καρπούς, πού στολίζει με φύλλα το δένδρο τής ζωής (Άπκ 22, 2), πού ποτίζεται πλούσια από τις πηγές των πνευματικών χαρισμάτων, στη γη όπου ή άληθινή κληματαριά άπλώνει τα βλαστάρια της, και πού άκούμε ότι άμπελουργός της είναι το Πνεύμα (πρβλ Ίω 15, I )»(Ε4, 299).

ΤΙ ΕΙΝΑΙ ΤΟ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟ ΣΩΜΑ

Διδάσκει ο όσ. Βαρσανούφιος: «Σχετικά με αυτό το όποιο λέει ή Γραφή ότι "ή σάρκα και το αίμα δεν μπορούν να πάρουν μέρος στή Βασιλεία του Θεού, ούτε το φθαρτό μπορεί να κληρονομήσει την άφθαρσία"(Α' Κορ. I 5, 50), ως σάρκα και αίμα εννοεί τήν εμπάθεια και την πονηριά και τα θελήματα του ”παλαιού ανθρώπου". Θέλεις, λοιπόν, να δεις ότι, ένώ είναι άνθρωποι με σώμα, μπορούν να γίνουν πνευματικοί; ’Άκουσε τον Κύριο πού λέει στο Νικόδημο "Πρέπει εσείς όλοι να γεννηθείτε από τη Χάρι του Αγίου Πνεύματος, ή οποία κατεβαίνει από τον ουρανό"(Ίω 3, 3). Και στη συνέχεια του είπε: "Με νερό και Πνεύμα"· και "όσοι γεννιούνται από το Πνεύμα είναι πνευματικοί"(Ίω 3, 5-6). Και σε άλλο σημείο άναφέρει: "Από το Θεό γεννήθηκαν αύτοί και όχι από γυναίκας αίμα, ούτε από έπιθυμία άνθρώπινη ή έπιθυμία και θέλημα άνδρός"(Ίω 1, 13). Και “ό Θεός είναι Πνεύμα". Άν, λοιπόν, έγιναν πνευματικοί ενώ ήταν άκόμη έδώ, αφού γεννήθηκαν από το Θεό, πώς αδυνατεί εκεί ο Θεός να τούς κάνει πνευματικούς; ».
• Ό Έπίσκ. Διοκλείας Κάλλιστος γράφει: «Μας το λέει ό άγιος Έφραίμ ό Σύρος: "Σκέψου τον άνθρωπο μέσα στον όποιο κατοικούσε ή λεγεώνα από κάθε είδους δαίμονες (Μρ 5, 9)· βρίσκονταν εκεί, αν και δεν ήταν αναγνωρίσιμοι, επειδή ό στρατός τους ήταν από ύλικό λεπτότερο και αίθεριότερο άπ’ ό,τι ή ίδια ή ψυχή. Όλόκληρος αύτός ό στρατός κατοικούσε σ’ ένα σώμα.
Εκατό φορές λεπτότερα και αίθεριότερα θα είναι τά σώματα τών δικαίων όταν έγερθούν κατά την άνάσταση: θα μοιάζουν με μιά σκέψι πού είναι ικανή, αν θέλει, να άπλωθεί και να διασταλεί, ή άπεναντίας, αν έπιθυμεί, να συσταλεί και να μαζευτεί: αν συσταλεί, βρίσκεται κάπου· άν διασταλεί βρίσκεται παντού
Αυτή ίσως να είναι ή καλύτερη περιγραφή τής δόξας τής άναστάσεως την οποία μπορούμε να βρούμε. Άς άφήσουμε τα υπόλοιπα στη σιωπή. "Ουπω έφανερώθη τί έσόμεθα" (Α' Ίω 3, 2)». 49, 32)
•      Γράφει ό oσ. Νίκων Μπελιάεφ: «Κάποια μέρα ό π. Βαρσανούφιος μου διηγήθηκε το εξής:
Θα σου μιλήσω για έναν Άγγλο. Δεν ξέρω αν οι σύγχρονοι Άγγλοι άσχολούνται με τέτοια θέματα. Αύτός, όμως, ό συγκεκριμένος τύπος, καθόταν συνεχώς και χάζευε έξω άπ' το παράθυρο του σπιτιού. Και ήλθε σέ έκσταση και σαν βγήκε άπ' την έκσταση του, ψιθύρισε μονολογώντας: Τώρα το κατάλαβα
—Και τί κατάλαβες;, τον ρώτησε ή γυναίκα του.
—Κατάλαβα, πώς θα είναι τα σώματά μας μετά τη γενική ανάσταση.
—Και πώς το κατάλαβες αυτό;
—Να. Κοιτούσα το παράθυρο και σκεπτόμουν, πώς το τζάμι είναι διαφανές. Και μετά, oτι τα υλικά άπ' τα όποια αποτελείται: χώμα, άνθρακας... δεν είναι καθόλου διαφανή. “Έτσι λοιπόν, και το σώμα του ανθρώπου μετά το θάνατο, ενώ Θα έχει γίνει χώμα και στάχτη, με προσταγή του Θεού Θ' άναστηθεί σέ μια διαφορετική, άφθαρτη μορφή. Πιο φωτεινό. Πιο καθαρό. Πιο ελαφρό»(ΡΖ, 38).
•      Διαβάζουμε: «Έστι σώμα πνευματικόν»(Α' Κορ 1 5, 44) «Για να καταλάβουμε κάπως, τι θα πει σώμα κυριαρχημένο από τις πνευματικές δυνάμεις, άς θυμηθούμε το Μωυσή. Έπί σαράντα μέρες συνομιλούσε με το Θεό πάνω στο Σινά. Αυτές τις ημέρες κατά κάποιο τρόπο το σώμα του ήταν "πνευματικό". Δεν αισθανόταν την ανάγκη του φαγητού, του ποτού, του ύπνου. Αλλά και επί άλλες σαράντα μέρες άργότερα πάλι ό Μωυσής εισήρθε στο θείο γνόφο. Ήν εκεί Μωυσής τεσσαράκοντα ημέρας και τεσσαράκοντα νύκτας· άρτον ουκ έφαγε και ύδωρ ουκ έπιε· και έγραψεν επί! των πλακών... τούς δέκα λόγους"(Έξ 34, 28). Μάλιστα, αύτή τή δεύτερη φορά ή ενέργεια τής παρουσίας του Θεού κτυπούσε εντονότερα το Μωυσή, όπως άλλωστε, ό ίδιος το είχε ζητήσει (βλ. Έξ 33, I 3), και το σώμα του είχε γίνει πιο "πνευματικό" από ότι την πρώτη φορά. Γι’ αυτό κατεβαίνοντας από το Σινά και πλησιάζοντας πρός το λαό, από το πρόσωπό του εκτοξεύονταν φοβερές λάμψεις σαν τις αστραπές (34, 29-30).
Βέβαια, αυτό πού παρατηρήθηκε στο Μωυσή δεν είναι ακριβώς το ίδιο με αυτό πού θα συμβεί στή μέλλουσα ζωή, πλην, όμως, μας βοηθά κάπως να καταλάβουμε την ποιότητα του εσχατολογικού μας σώματος. Μας βοηθά να νοιώσουμε, τι θα πει σώμα πού κυριαρχείται και διευθύνεται και ζωοποιείται από τις πνευματικές δυνάμεις»

ΠΗΓΗ
http://apantaortodoxias.blogspot.gr/

+++

"Η ΜΝΗΜΟΝΕΥΣΗ ΤΩΝ ΨΥΧΩΝ ΕΙΝΑΙ ΚΑΘΗΚΟΝ ΟΛΩΝ ΜΑΣ"


ΜΠΡΟΣΤΑ ΣΕ ΜΙΑ ΕΙΚΟΝΑ ΚΑΙ ΕΝΑ ΚΕΡΙ ΑΝΑΜΜΕΝΟ Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ ΜΝΗΜΟΝΕΥΣΗ
ΤΩΝ ΝΕΚΡΩΝ ΕΙΝΑΙ ΚΑΘΗΚΟΝ ΚΑΙ ΤΩΝ ΛΑΙΚΩΝ...
ΑΓΑΛΛΙΑΖΟΥΝ ΟΙ ΨΥΧΕΣ ΟΤΑΝ ΜΝΗΜΟΝΕΥΟΝΤΑΙ !!!
Αποτέλεσμα εικόνας για ΦΩΤΟ ΚΕΡΙΟΥ ΑΝΑΜΜΕΝΟΥ
ΓΡΑΦΕΙ Ο Π.ΘΩΜΑΣ ΑΝΔΡΕΟΥ
Πριν από πολλά χρόνια, βρέθηκα στο Άγιον Όρος παρακολουθώντας μια αξέχαστη Θεία Λειτουργία σε ένα ταπεινό κελλάκι, με λειτουργό, ευλαβή Ιερομόναχο, αγιασμένη ψυχή που πλέον αυλίζεται εις τόπους,ένθα των δικαίων τα πνεύματα αναπαύονται…

 Νέος παπάς ο γράφων, άγευστος ακόμα της μεταμορφωτικής εμπειρίας του πολιού και σεβασμίου λειτουργού, που κρυμμένος σχεδόν μέσα στο μισοσκόταδο, στέκονταν ευθυτενής παρά το βάρος του χρόνου που αγόγγυστα στους ώμους του κουβαλούσε και τον έβλεπα να μνημονεύει ψυχές, με ένα χαμόγελο να διαγράφεται στα χείλη του που έτρεμαν προφέροντας σχεδόν μυστικά τα ονόματα των ανθρώπων…
Το μοναδικό κερί που είχε κοντά του, του προσέφερε μια οριακή ματιά σε αυτό που μπορούσε ο καθένας μας να δει όσο το φως του κεριού που τρεμόπαιζε, πολεμούσε να αποδιώξει το μεταμεσονύκτιο σκοτάδι.
Εκείνος, κυπαρίσσι που ο αγέρας της ζωής δεν κατάφερε να ρίξει στην γη, έστεκε κοιτώντας το δισκάριο και μνημόνευε για ώρες, διακόπτοντας μόνο όπου η ακολουθία επέβαλλε την διακοπή για τις εκφωνήσεις. Τον κοίταζα με προσοχή, να διαβάζει ατέλειωτα ονόματα και κάπου, κάπου έβλεπα δάκρυα να κυλούν από τα μάτια του. Πλησίασα αθόρυβα κοντά του, από την μια να καταστώ κοινωνός αυτής της δωρεάς του Θεού, μνημονεύοντας ονόματα δικά μου και από την άλλη να παρακολουθήσω αυτό που εκείνος, την στιγμή αυτή ζούσε. Με κοίταξε σε κάποια στιγμή και μου είπε:
-Παπά -Θωμά, καλύτερα να θυμάσαι πιο πολύ τους κεκοιμημένους παρά τους ζωντανούς….
Δεν πολυκατάλαβα το νόημα του λόγου του, συνέχισα να μνημονεύω, χωρίς να μπορώ να αντιληφθώ τι ζούσε εκείνος! Σε κάποια στιγμή, η μνημόνευση ολοκληρώθηκε, έτσι νόμιζα τουλάχιστον. Πήγα, δειλά- δειλά κοντά του, με την αναζήτηση του αρχαρίου που αποζητά να μάθει και τον ρώτησα:

-Γιατί γέροντα περισσότερο τους κεκοιμημένους;
Την ώρα εκείνη δεν μου απάντησε. Και αυτό, ήταν μια επιβεβαίωση της δικής μου απειρίας, να τον ρωτήσω, πράγματα που βλέποντας τα, δεν μπορείς να τα καταλάβεις. Ωστόσο, τελειώνοντας η Θεία Λειτουργία, ο σεβάσμιος Γέροντας, με πλησίασε και μου είπε:
«Όταν πρωτόρθα, στ” Αγιονόρος , πριν από πολλά χρόνια, μικρότερος από σένα στην ηλικία, είχα την ευλογία να έρθω κοντά στον μακαριστό Πνευματικό Παπά- Τύχωνα. Έτυχε, κάποια στιγμή, ένας από τους πατέρες ενός διπλανού κελλίου να κοιμηθεί αιφνιδίως. Ο παπά- Τύχωνας, θέλησε να τον σαρανταλειτουργήσει. Κάθε μέρα, τελούσε την Θεία Λειτουργία μνημονεύοντας ονόματα, χιλιάδες ονόματα, ιδιαίτερα όσων δεν είχαν πλέον κανέναν να τους θυμάται, αλλά πρώτα του αδελφού που πέρασε την πύλη του Ουρανού.
Τελειώνοντας το σαρανταλείτουργο, στην τελευταία λειτουργία, το είδα αυτό που σου λέω, λίγο πριν βάλει το «δι ευχών» στάθηκε κοιτώντας την προσκομιδή. Η περιέργεια με οδήγησε να κοιτάξω και γω με τρόπο, να δω τι κοιτούσε. Και είδα ξεκάθαρα τον κοιμηθέντα να στέκει γονατιστός μπροστά στον Παπά- Τύχωνα, να βάζει μετάνοια, σαν να του λέει ευχαριστώ και ξάφνου να χάνεται από μπροστά του… Το είδα παιδί μου, και αυτό δεν έφυγε ποτέ από την μνήμη μου. Κάθε φορά που στέκω μπρος στην προσκομιδή, θυμάμαι τον Γέροντα και την ψυχή που ήρθε να τον ευχαριστήσει…»
Πέρασαν χρόνια από τότε. Και στην σειρά των παλαιών που ολοκλήρωσαν την αποστολή τους στο Άγιο Βήμα, μπήκαμε οι νεότεροι…
Και όταν στέκω μπρος στην προσκομιδή, θυμάμαι τον ευλαβή λειτουργό του Θεού, θυμάμαι την απέριττη Θεία Λειτουργία, στο Αγιορείτικο Κελί και ευχαριστώ τον Θεό γιατί μέσα στις πολλές δωρεές, έδωσε και τούτη τη Χάρη. Να στέκεις μεταξύ ουρανού και γης και να ενώνεις δυο κόσμους, των φθαρτών και των αιωνίων….  

Τρίτη, 16 Μαΐου 2017

Η υπέρβαση του φόβου του θανάτου γίνεται ζώντας εν Χριστώ Αλέξανδρος Νικηφόρου, Θεολόγος



Επίσης, ένας άλλος προβληματισμός είναι το πώς μπορούμε να νικήσουμε το θάνατο. Μετά την πτώση ήταν δύσκολο στον άνθρωπο να λυτρωθεί από το θάνατο, έστω και αν πολλοί δίκαιοι της Παλαιάς διαθήκης έζησαν θεοπρεπώς. Ο θάνατος κυρίευε το ανθρώπινο γένος. Με την ενανθρώπιση του Χριστού, το σταυρό, την ανάστασή Του και την κάθοδό του στον άδη, νικήθηκε ο θάνατος.
Ο Χριστός ανοίγει την οδό της νίκης εναντίον του θανάτου. Την πορεία αυτή μπορεί να ακολουθήσει ο Χριστιανός. Σταυρώνει τα πάθη του για να αναστηθεί με τον Χριστό. Πεθαίνει για τη ζωή της αμαρτίας, για να γευθεί από την παρούσα ζωή τα αγαθά της ανάστασης.
anastasis
Ο εμπαθής βίος και η αμαρτωλή ζωή συνιστούν παρέκκλιση από την κατά φύσιν πορεία του ανθρώπου, σημαίνουν έκπτωση στο παρά φύσιν. Γεννιούνται έτσι τα πάθη και τρέφεται ο θάνατος. Η εν Αγίω Πνεύματι ζωή που δωρίζεται στον Χριστιανό με τη μετοχή στην αγιαστική χάρη των μυστηρίων, την άσκηση, την τήρηση των εντολών και την καλλιέργεια των αρετών τον ελευθερώνει από τη φθορά και το θάνατο και τον οδηγεί στο υπέρ φύσιν.
Με το άγιο βάπτισμα συναποθνήσκει ο «παλαιός άνθρωπος». Γεννιέται ο νέος και ανακαινίζεται κατ’ εικόνα του κτίσαντος αυτόν. Ο βαπτισμένος χρίεται με λάδι. Προετοιμάζεται για τους ιερούς αγώνες. Ακολουθεί τον Χριστό στο μαρτύριο. Πεθαίνει μυστικά για τη ζωή της αμαρτίας. Καλείται να ζήσει τη ζωή της αρετής. Να αναστηθεί από την αμαρτία και να καταργήσει την κυριαρχία του θανάτου. Το βάπτισμα είναι σύμβολο του θανάτου του Χριστού. Είναι ταυτόχρονα πνευματική γέννηση και χάρισμα, δώρο του Θεού. Αυτό συμβαίνει κυρίως στο νηπιοβαπτισμό, διότι δεν προϋποτίθεται η βούληση του νεοβαπτιζόμενου. Αλλά και το βάπτισμα των ενηλίκων, που γίνεται με τη συγκατάθεση της βούλησης, δεν παύει να έχει το χαρακτήρα της νέας γέννησης και του χαρίσματος. Γράφει ο ιερός Χρυσόστομος, ότι ο Θεός με την άπειρη αγαθότητα και την άρρητη φιλανθρωπία του παρέχει και μετά την πτώση «περιουσία των διακαιωμάτων» στον άνθρωπο. Και συνεχίζει: «Απώλεσας μεν γαρ παράδεισον, έδωκε δε σοι τον ουρανόν. Οράς πως μείζων η εμπορία της ζημίας, πως πλείων ο πλούτος; εδωκέ σοι τόν ουρανόν, ινα καί τήν οικείαν φιλανθρωπίαν επιδείξηται, και τόν διάβολον δάκη, δεικνύς οτι καν μυρία τω των ανθρώπων επιβουλεύση γένει, ουδέν έσται πλέον αυτώ, του Θεού προς μείζονα αεί την τιμήν ανάγοντος».
Ο χριστιανός που βαπτίζεται στο όνομα του Τριαδικού Θεού, ενδύεται τον Χριστό. Ο διάβολος δεν έχει εξουσία πάνω του. Ο διάβολος μπορεί να υπενθυμίζει συνεχώς την παρουσία του κακού, δεν μπορεί όμως να παρασύρει σ’ αυτό με τη βία τον άνθρωπο. Αδυνατεί να διαστρέψει την ανθρώπινη προαίρεση. Αλλά και ο Θεός δεν αναιρεί με το βάπτισμα την ανθρώπινη ελευθερία. Ο άνθρωπος διαθέτει το αυτεξούσιο και έχει την ικανότητα να επιλέγει την οδό της ζωής ή του θανάτου. Η μετοχή στα μυστήρια θεραπεύει τη βούληση και καθιστά τον χριστιανό μέτοχο της Χάριτος του Θεού. Έτσι με το μυστήριο της μετάνοιας και εξομολογήσεως, το οποίο στη νηπτική παράδοση χαρακτηρίζεται και ως δεύτερο βάπτισμα ή βάπτισμα δακρύων, θεραπεύεται η βούληση και ενεργοπιείται η Χάρη που δέχθηκε ο πιστός κατά το πρώτο βάπτισμα. Ενώ με τη θεία Ευχαριστία γίνονται «έν σώμα οι πολλοί», αγιάζονται, καθαίρονται και προγεύονται τη δόξα του Θεού.
Εκείνος που δεν φοβάται τον θάνατο βρίσκεται έξω από την τυραννίδα του διαβόλου. Υπερβαίνει κάθε φυσική ή άλλη αναγκαιότητα. Πεθαίνει χριστιανικά. Μέτρο και κριτήριο του κατά πόσο ζει κανείς χριστιανικά, είναι η αντιμετώπιση του φόβου του θανάτου.
Ο θάνατος, αν και είναι καθολικό φαινόμενο και αφορά αμαρτωλούς και δικαίους, αντιμετωπίζεται εντελώς διαφορετικά από αυτούς. Η δειλία και ο φόβος του θανάτου υπερβαίνονται με τη βίωση της εν Χριστώ ζωής μέσω των μυστηρίων. Η αποκατάσταση των σχέσεων και της κοινωνίας του Χριστιανού με τον Θεό και τους συνανθρώπους χορηγεί την παραμυθία και την παρηγορία.
Πόσο βέβαια είναι αναγκαία στις μέρες μας η εξοικείωση με το θάνατο και η σωστή διαπαιδαγώγηση για την αντιμετώπισή του, μόλις που χρειάζεται να αναφερθεί. Αλλά από το άλλο μέρος η αποσιώπιση του μυστηρίου του θανάτου δημιουργεί τη βεβαιότητα ότι ο θάνατος έχει μεταβληθεί σε ταμπού. Η απώθηση όμως της πραγματικότητας του θανάτου δεν απαλλάσσει από το φόβο, αλλά αντίθετα τον επιτείνει. Μόνο μέσα από την Ανάσταση του Χριστού υπερβαίνεται ο φόβος του θανάτου και δίδεται διέξοδος στο αδιέξοδο που αυτός δημιουργεί.
Στην ορθόδοξη παράδοση ο άνθρωπος που αντιμετωπίζει το θάνατο δεν εγκαταλείπεται μόνος. Αυτό θα ήταν τραγικό. Η εκκλησία έχει προβλέψει και πριν το θάνατο, κατά τη διάρκεια δηλαδή της ασθένειας, και κατά την ώρα του θανάτου, αλλά και μετά από αυτόν ειδικές προσευχές και ακολουθίες. Το μυστήριο του ευχελαίου, η ακολουθία εις ψυχορραγούντα, η ανάγνωση του ψαλτηρίου, η νεκρώσιμη ακολουθία, τα μνημόσυνα στο πλαίσιο της εκκλησιαστικής κοινότητας, υποδηλώνουν την αγάπη των μελών της για τον Χριστιανό που έχει κοιμηθεί.
Ιδιαίτερα η νεκρώσιμη ακολουθία συνοψίζει τη διδασκαλία της εκκλησίας όχι μόνο για το θάνατο , αλλά και για τη ζωή. Είναι προσευχή των μελών του εκκλησιαστικού σώματος για τους κεκοιμημένους, αλλά και άριστη διδασκαλία για τους ζωντανούς. Με τα ποιητικά κείμενα, τα βιβλικά αναγνώσματα και τις ευχές, καλλιεργείται η ελπίδα της ανάστασης και διανοίγεται ένα παράθυρο φωτός στην απόγνωση και την τραγικότητα που δημιουργεί με την έλευσή του ο θάνατος.

Παραπομπές: 1.Πρωτοπρεσβυτέρου Βασιλείου Καλλιακμάνη, Ποιμαντική και Εκκλησιολογία, εκδόσεις Μυγδονία, Θεσσαλονίκη,2013,σελ.404-410,412-413,414-422.
2.Πρωτοπρεσβυτέρου Βασιλείου Καλλιακμάνη, Από το φόβο στην αγάπη, εκδόσεις Πουρναράς,Θεσσαλονίκη,2009,σελ.81.
3.Νίκη Νικολάου, «το γεγονός του θανάτου στη ορθόδοξη θεολογία», Πεμπτουσία, 18 Δεκεμβρίου 2014. (παραπομπή από το διαδίκτυο).

Κυριακή, 7 Μαΐου 2017

Γιατί ο άνθρωπος φοβάται το θάνατο;Αλέξανδρος Νικηφόρου, Θεολόγος


Ο θάνατος παραμένει ένα απρόσιτο μυστήριο με την έννοια ότι «κατά την ώρα του θανάτου και μετά γίνονται μυστήρια πράγματα, τα οποία δεν μπορεί να συλλάβει η λογική του ανθρώπου από τώρα». Η Εκκλησία, θεωρεί το γεγονός του θανάτου ως το χωρισμό ή την έξοδο της ψυχής από το σώμα και τη μετάβαση από τον φθαρτό υλικό κόσμο στην αιώνια ζωή. Ο θάνατος, δηλαδή, σηματοδοτεί το τέλος της βιολογικής ζωής του ανθρώπου. Ο άνθρωπος γνωρίζει ότι το μόνο σίγουρο στη ζωή του από τη στιγμή που γεννήθηκε, είναι ότι θα πεθάνει. Η ώρα του θανάτου του, όμως, είναι άγνωστη για το λόγο ότι εάν ο άνθρωπος γνώριζε πότε θα πεθάνει, «δεν θα σταματούσε να αμαρτάνει και να μην αδιαφορεί για την αρετή».
apokathilosi
Για τον Χριστιανισμό δύο είδη θανάτου πρυτανεύουν στην ανθρώπινη ύπαρξη: ο σωματικός και ο πνευματικός. Τρεις είναι οι τρόποι του σωματικού θανάτου: ο φυσικός, ο αιφνίδιος και ο αναμενόμενος. Κατά τον πρώτο τρόπο, ο θάνατος έρχεται με τα βαθιά γεράματα, ενώ κατά το δεύτερο έρχεται μετά από ένα ξαφνικό φόνο ή δυστύχημα. Υπό το πρίσμα του τρίτου τρόπου, όταν δεν μπορεί να θεραπευθεί μια ασθένεια ενός ανθρώπου, τότε ο ασθενής χαρακτηρίζεται ως θνήσκων και καταβάλλονται προσπάθειες ώστε να έχει ένα «καλό» θάνατο, όσο δύσκολο και αν είναι αυτό.
Το δεύτερο είδος θανάτου, είναι ο πνευματικός. Πρόκειται για το χωρισμό της ψυχής από το Άγιο Πνεύμα, την πηγή κάθε χάριτος. Ο άνθρωπος επιλέγει να βλασφημήσει εναντίον του Αγίου Πνεύματος. Η βλασφημία είναι η προσβολή και η ύβρις του Θεού και των θείων γενικότερα, αλλά και το αντίθετο του αίνου και της δοξολογίας του Θεού και παντός δημιουργήματός Του. Θεωρείται ως βαρύτατο αμάρτημα. Ως αποτέλεσμα, το Άγιο Πνεύμα εγκαταλείπει τον άνθρωπο και αυτός οδηγείται στην αιώνια κόλαση. Αυτού του είδους η αμαρτία, συνιστά οντολογικό γεγονός της διακοπής της σχέσης Θεού και ανθρώπου. Ο άνθρωπος απομακρύνεται από τον Θεό, τον συνάνθρωπό του και την κτίση. Εντούτοις, ο άνθρωπος, εφόσον παραμένει ζωντανός σωματικά, μπορεί να μετανοήσει και να επανέλθει σε κοινωνία με το Άγιο Πνεύμα. Κατά τον Δαμασκηνό «μετάνοια ἐστιν ἐκ τοῦ παρὰ φύσιν εἰς τὸ κατὰ φύσιν». Με τη μετάνοια, ο άνθρωπος αποκαθιστά τις σχέσεις του με τον Δημιουργό του, τον συνάνθρωπό του και την κτίση. Να σημειωθεί ότι ο διαχωρισμός των ειδών του θανάτου είναι μια σχολαστική ερμηνεία των Ορθόδοξων θεολόγων και τόσο ο φυσικός όσο και ο σωματικός θάνατος δεν νοούνται ξεχωριστά.
Μετά το χωρισμό των δύο συστατικών στοιχείων του ανθρώπου, το σώμα τοποθετείται στη γη και εκεί διαλύεται. Διασπάται γιατί είναι σύνθετο, δηλαδή αποτελείται από πολλά στοιχεία. Αντίθετα, η ψυχή δεν διασπάται, αλλά αλλάζει τρόπο ύπαρξης. Ο Γρηγόριος Νύσσης λέει προς τούτο ότι η ψυχή δεν μπορεί να διασπαστεί, γιατί η διάλυση αποτελεί τη φθορά του σύνθετου όντος, κάτι που θα σήμαινε ότι η ψυχή είναι σύνθετο στοιχείο. Επομένως, εάν η ψυχή διασπόταν, θα είχε τα ίδια συστατικά με το σώμα και κατά συνέπεια δεν θα ήταν αθάνατη. Η ψυχή, λοιπόν, είναι απλή και ασύνθετη, δεν αποτελείται από διάφορα στοιχεία. Κατά την Ανάσταση, αυτό δεν αποτελεί εμπόδιο στην ψυχή για να βρει τα στοιχεία του σώματος. Η ψυχή ζωοποιεί το σώμα, του δίνει κίνηση, ενέργεια και ζωή και για αυτό όταν η ψυχή αποχωρίζεται από το σώμα, το σώμα πεθαίνει και διαλύεται.
Ο θάνατος δεν προέρχεται από τη θεία βούληση, γιατί είναι αδύνατο να προέλθει κάτι κακό από τον αγαθό Θεό. Ο Θεός, μάλιστα, προσπάθησε να εμποδίσει την έλευση του θανάτου στον κόσμο, για αυτό πριν την πτώση φανέρωσε το θέλημά του, το οποίο οδηγούσε στην αθανασία. «Όταν δημιούργησε τον άνθρωπο δεν τον δημιούργησε για να πεθάνει». Αιτία της έλευσης του θανάτου στην ανθρώπινη φύση και η επέκτασή του σε όλη την κτίση, είναι η κακή χρήση του αυτεξουσίου του ανθρώπου. Η παράβαση των πρωτοπλάστων, είχε ως τίμημα τη στέρηση της ζωής και τον ερχομό του θανάτου στη ζωή του ανθρώπου. Ο Θεός, όμως, προσπάθησε να παρατείνει τη λύπη που προκαλεί ο θάνατος, αυξάνοντας το ανθρώπινο γένος με πολλούς απογόνους και προετοιμάζοντας τον ερχομό του άνθους της αφθαρσίας Ζωοδότη Χριστού. Ο θάνατος είναι κάτι αφύσικο και εχθρός του ανθρώπου και καθήκον του κάθε χριστιανού είναι να τον νικήσει δια του Χριστού. Μετά την ενανθρώπιση του Θεού Λόγου, ο θάνατος ονομάζεται κοίμηση και καθίσταται μια γέφυρα προς την αιώνια ζωή.
Σύμφωνα με τη διδασκαλία των αγίων Πατέρων ο άνθρωπος πλάστηκε αυτεξούσιος και ελεύθερος, δίκαιος και πνευματοφόρος πρόσωπο μοναδικό και ανεπανάληπτο. Χορηγήθηκε σ΄ αυτόν η δυνατότητα μετοχής στη ζωή της αφθαρσίας και της μακαριότητας. Με την πτώση όμως εισήλθε στον κόσμο η φθορά και ο θάνατος. Η φθαρτότητα και η θνητότητα διακρίνονται εντονότερα στη γέννηση και στο θάνατό του. Με πόνους και ωδίνες έρχεται ο άνθρωπος στον κόσμο. Με αγωνία και οδύνη τον εγκαταλείπει.

Τρίτη, 2 Μαΐου 2017

Ερώτηση: Γιατί είναι σημαντική η Ανάσταση του Χριστού;



Απάντηση:
Η Ανάσταση του Ιησού είναι σημαντική για πολλούς λόγους. Πρώτον, αποδεικνύει την τεράστια δύναμη του Θεού. Η πίστη στην ανάσταση είναι πίστη στον Θεό. Εάν ο Θεός υπάρχει και εάν δημιούργησε το σύμπαν και έχει εξουσία επάνω του, έχει τη δύναμη να αναστήσει τους νεκρούς. Εάν δεν έχει τέτοια δύναμη, δεν είναι ένας Θεός άξιος της πίστης και της λατρείας μας. Μόνο Αυτός που δημιούργησε την ζωή μπορεί να την αναστήσει μετά τον θάνατο, μόνο Αυτός μπορεί να αντιστρέψει την φρικαλεότητα που είναι ο ίδιος ο θάνατος και μόνο Εκείνος μπορεί να αφαιρέσει το κεντρί του θανάτου και την νίκη του Άδη (Α΄ Κορινθίους 15:54-55). Με την Ανάσταση του Ιησού από τον τάφο, ο Θεός μας θυμίζει την απόλυτη κυριαρχία Του πάνω στη ζωή και στο θάνατο.

Δεύτερον, η Ανάσταση του Ιησού είναι ένα γεγονός που πιστοποιεί την ανάσταση του ανθρώπου που είναι μια βασική αρχή της Χριστιανικής πίστης. Σε αντίθεση με όλες τις άλλες θρησκείες, μόνο ο Χριστιανισμός έχει ιδρυτή κάποιον που ξεπερνάει τον θάνατο και υπόσχεται ότι οι πιστοί του θα κάνουν το ίδιο. Όλες οι άλλες θρησκείες ιδρύθηκαν από ανθρώπους και προφήτες που το τέλος τους ήταν ο τάφος. Ως Χριστιανοί, οφείλουμε να μας παρηγορεί το γεγονός ότι ο Θεός μας έγινε άνθρωπος, πέθανε για τις αμαρτίες μας και αναστήθηκε την τρίτη ημέρα. Ο Άδης δεν μπορούσε να Τον κρατήσει. Σήμερα ζει και κάθεται στα δεξιά του Θεού Πατέρα στον Παράδεισο.

Στην προς Α΄ Κορινθίους κεφάλαιο 15, ο Παύλος εξηγεί με λεπτομέρεια την σπουδαιότητα της Ανάστασης του Χριστού. Κάποιοι στην Κόρινθο δεν πίστεψαν στην ανάσταση των νεκρών και σ΄ αυτό το κεφάλαιο ο Παύλος δίνει έξι καταστροφικές συνέπειες εάν δεν υπήρχε η Ανάσταση: 1) το κήρυγμα για τον Χριστό θα ήταν μάταιο (εδάφιο 14), 2) η πίστη στον Χριστό θα ήταν μάταιη (εδάφιο 14), 3) όλοι οι μάρτυρες και οι κήρυκες της αναστάσεως θα ήταν ψεύτες (εδάφιο 15), 4) κανείς δεν θα λυτρωνόταν από τις αμαρτίες του (εδάφιο 17), 5) όλοι οι πιστοί που πέθαναν θα είχαν χαθεί (εδάφιο 18) και 6) οι Χριστιανοί θα ήταν οι ελεεινότεροι άνθρωποι πάνω στη γη (εδάφιο 19). Αλλά πραγματικά ο Χριστός αναστήθηκε από τους νεκρούς και «έγινε η απαρχή αυτών που έχουν κοιμηθεί» (εδάφιο 20) εξασφαλίζοντας ότι θα Τον ακολουθήσουμε σε ανάσταση.

Ο Θεόπνευστος Λόγος του Θεού εγγυάται την ανάσταση του πιστού στην έλευση του Ιησού Χριστού για την Αρπαγή του σώματός Του (της Εκκλησίας). Μια τέτοια ελπίδα και διαβεβαίωση έχει ως αποτέλεσμα έναν ψαλμό θριάμβου όπως γράφει ο Παύλος στο Α΄ Κορινθίους 15:55 «Θάνατε, πού είναι το κεντρί σου; Άδη, πού είναι η νίκη σου;»

Ποια είναι η σχέση αυτών των εδαφίων με την σπουδαιότητα της Ανάστασης; Ο Παύλος απαντάει «… γνωρίζοντας ότι ο κόπος σας δεν είναι μάταιος εν Κυρίω» (εδάφιο 58). Μας θυμίζει ότι επειδή γνωρίζουμε ότι θα αναστηθούμε σε μια νέα ζωή, μπορούμε να υπομείνουμε την δίωξη και τον κίνδυνο για χάρη του Χριστού (εδάφια 29-31) όπως Εκείνος έκανε. Μπορούμε να ακολουθήσουμε το παράδειγμα χιλιάδων μαρτύρων στο πέρασμα της ιστορίας που ευχαρίστως αντάλλαξαν τις επίγειες ζωές τους για την αιώνια ζωή διαμέσου της αναστάσεως.

Η Ανάσταση είναι η θριαμβευτική και ένδοξη νίκη για κάθε πιστό. Ο Ιησούς Χριστός πέθανε, θάφτηκε και αναστήθηκε την τρίτη ημέρα σύμφωνα με την Γραφή. Και, έρχεται ξανά! Οι νεκροί εν Χριστώ θα αναστηθούνε και αυτοί που θα μείνουν και θα είναι ζωντανοί κατά την Έλευσή Του θα αλλάξουν και θα λάβουν νέα, ένδοξα σώματα (Α΄ Θεσσαλονικείς 4:13-18). Γιατί η Ανάσταση του Ιησού Χριστού είναι σημαντική για την σωτηρία; Απόδειξε ότι ο Θεός δέχθηκε την θυσία του Ιησού για λογαριασμό μας. Αποδεικνύει ότι ο Θεός έχει την δύναμη να μας αναστήσει από τους νεκρούς. Εγγυάται ότι αυτοί που πιστεύουν στον Χριστό δεν θα παραμείνουν νεκροί αλλά θα αναστηθούνε σε αιώνια ζωή. Αυτή είναι η ευλογημένη ελπίδα μας!

Κυριακή, 30 Απριλίου 2017

Τι σημαίνει το «ουκ ήλθον βαλείν ειρήνην αλλά μάχαιραν»; Ματθ. 10, 34


Τι σημαίνει το «ουκ ήλθον βαλείν ειρήνην αλλά μάχαιραν»; Ματθ. 10, 34

Η σημασία των λόγων τού Χριστού «ουκ ήλθον βαλείν ειρήνην αλλά μάχαιραν» (Αγ. Νικόλαος Βελιμίροβιτς)

«Μη νομίσητε ότι ήλθον βαλείν ειρήνην επί την γην΄ ουκ ήλθον βαλείν ειρήνην, αλλά μάχαιραν» (Ματθ. 10, 34). Έτσι είπε ο Κύριος. Διάβαζε σαν να είναι ειπωμένο: δεν ήρθα να συμφιλιώσω την αλήθεια και το ψέμα, την σοφία και την βλακεία, το καλό και το κακό, το δίκαιο και την βία, την κτηνωδία και την ανθρωπιά, την αγνότητα και την ασωτία, τον Θεό και τον μαμωνά αλλά έφερα το ξίφος για να κόψω το ένα από το άλλο, για να μην ανακατεύονται.
Με τί να κόψεις, Κύριε; Με το ξίφος της αληθείας. Ή με το ξίφος τού λόγου τού Θεού, που είναι ίδιο. Αφού η αλήθεια είναι ο λόγος τού Θεού, και ο λόγος τού Θεού είναι η αλήθεια. Ο απόστολος Παύλος συμβουλεύει: πάρετε «την μάχαιραν του Πνεύματος, ό εστι ρήμα Θεού» (Εφ. 6 ,17). Ενώ ο άγιος Ιωάννης στο όραμα για τον Υιό τού Ανθρώπου Τον έβλεπε «εν τω μέσω των επτά λυχνιών όμοιον υιώ ανθρώπου… και εκ του στόματος αυτού ρομφαία δίστομος οξεία εκπορευομένη» (Αποκ. 1, 13-16). Το ξίφος που βγαίνει από το στόμα τί άλλο μπορεί να είναι παρά ο λόγος τού Θεού, ο λόγος τής αλήθειας; Τούτο το ξίφος έφερε ο Ιησούς Χριστός στη γη.
Τούτο το ξίφος είναι σωτήριο για τον κόσμο, και όχι η ειρήνη τού καλού με το κακό. Και τότε και τώρα και πάντα και για πάντα.
Το ότι αυτή η αντίληψη είναι σωστή φαίνεται από τα παρακάτω λόγια τού Χριστού: «ήλθον γαρ διχάσαι άνθρωπον κατά του πατρός αυτού και θυγατέρα κατά της μητρός αυτής και νύμφην κατά της πενθεράς αυτής» (Ματθ. 10, 35). Πράγματι, εάν ακολουθήσει ο γιός τον Χριστό και ο πατέρας παραμείνει στο σκοτάδι τού ψεύδους, το ξίφος της αλήθειας τού Χριστού θα τους χωρίσει. Η αλήθεια είναι πιο αγαπητή από τον πατέρα. Και εάν η κόρη ακολουθήσει τον Χριστό ενώ η μητέρα παραμείνει επίμονα στην απάρνηση του Χριστού, τί κοινωνία μπορεί να υπάρξει εκεί; Δεν είναι ο Χριστός πιο γλυκός από τη μητέρα; Κατά τον ίδιο τρόπο και με τη νύφη και την πεθερά της.
Όμως μην καταλάβεις λανθασμένα, ότι πρέπει εκείνος που γνώρισε και αγάπησε τον Χριστό αμέσως να αποχωριστεί σωματικά από τους συγγενείς του. Τούτο δεν το γράφει. Αρκεί με την ψυχή να είναι χωριστά, και στην ψυχή του να μην δέχεται τίποτα από τις άπιστες σκέψεις και πράξεις. Εφόσον εάν οι πιστοί αμέσως και σωματικά χώριζαν από τους απίστους, θα είχαν δημιουργηθεί στον κόσμο δυο αντίπαλα στρατόπεδα. Ποιός τότε θα μάθαινε τους απίστους και θα τούς διόρθωνε; Και ο ίδιος ο Κύριος υπέμενε τον άπιστο Ιούδα δίπλα Του τρία ολόκληρα χρόνια. Ο σοφός Παύλος γράφει: «Ηγίασται γαρ ο ανήρ ο άπιστος εν τη γυναικί, και ηγίασται η γυνή η άπιστος εν τω ανδρί» (Α’ Κορ. 7, 14).
Τελειώνοντας μπορώ να σου αναφέρω πώς αυτά τα λόγια τού Χριστού τα ερμηνεύει πνευματικά ο δοξασμένος Θεοφύλακτος της Αχρίδας ως εξής: «για τον πατέρα και τη μητέρα και την πεθερά εννόησε όλα τα παλιά, ενώ για τον υιό και την κόρη όλα τα νέα. Ο Κύριος λοιπόν θέλει οι νέες Του θεϊκές εντολές και διδαχές να νικήσουν όλες τις παλιές μας αμαρτωλές συνήθειες και έθιμα».
Έτσι τα λόγια για το ξίφος που φέρνει στη γη, εξολοκλήρου αντιστοιχούν στον Χριστό τον ειρηνοποιό και ειρηνοδότη. Ο Χριστός φέρνει την ουράνια ειρήνη του, σαν κάποιο ουράνιο βάλσαμο, σ’ εκείνους που ειλικρινά πιστεύουν σ’ Αυτόν. Αλλά δεν ήρθε να δημιουργήσει ειρήνη μεταξύ των υιών τού φωτός και των υιών τού σκότους
(Αγίου Νικολάου Βελιμίροβιτς, «Δρόμος δίχως Θεό δεν αντέχεται…», Ιεραποστολικές Επιστολές Α’, Εκδ. «Εν Πλω», σελ.36)

ΠΟΙΕΣ ΚΑΙ ΠΟΣΕΣ ΗΤΑΝ ΑΙ ΜΥΡΟΦΟΡΑΙ ΓΥΝΑΙΚΕΣ ΤΟΥ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟΥ; (ΑΓΙΟΥ ΔΑΜΑΣΚΗΝΟΥ ΣΤΟΥΔΙΤΟΥ – ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΟΥ ΑΡΤΗΣ


«…πόσες ἦταν οἱ Μυροφόρες γυναῖκες οἱ ὁποῖες ἐπῆγαν εἰς τόν Τάφον τοῦ Χριστοῦ μέ τά μύρα; Καί λέγομεν εἰς αὐτό ὅτι πολλές καί διάφοροι εἶναι αἱ Μυροφόρες πλήν οἱ κυριώτερες  Μυροφόρες γυναῖκες ἦταν ἑπτά. Αὐτές δέ ἦταν οἱ ἑξῆς:
Πρώτη εἶναι Μαρία ἡ Μαγδαληνή ἀπό τήν ὁποία ὁ Χριστός ἔβγαλε ἑπτά δαιμόνια καί διά τήν εὐεργεσίαν αὐτήν ἀκολουθοῦσε καί ἀγαποῦσε τόν Χριστόν. Μαγδαληνή δέ ὀνομάζετο ἡ Μαρία διότι ἐκατάγετο ἀπό τά Μάγδαλα. Μετά δέ τήν Ἀνάληψιν τοῦ Χριστοῦ ἐπῆγεν εἰς τήν Ρώμην, πρός τόν Αὐτοκράτορα Τιβέριον, ὁ ὁποῖος ἔπασχε ἀπό τόν ἕνα ὀφθαλμόν καί τόν ἐθεράπευσε. Διά τήν εὐεργεσίαν αὐτήν τῆς Μαρίας τῆς Μαγδαληνῆς ὁ Τιβέριος ἔφερε εἰς τήν Ρώμη τούς Ἀρχιερεῖς τῶν Ἰουδαίων καί τόν Πόντιον Πιλᾶτον καί ἀφοῦ τούς ἐδίκασε, τούς κατεδίκασε εἰς θάνατον, ἐπειδή ἐσταύρωσαν ἕναν ἀθῶον, τόν Ἰησοῦν Χριστόν. Τέλος ἡ Μαρία ἀπέθανεν εἰς τήν Ἔφεσον ὅπου καί τήν ἔθαψεν ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Θεολόγος. Ἀργότερον ὁ Βασιλεύς Λέων ὁ Σοφός ἔφερε τό ἅγιον λείψανόν της εἰς τήν Κωνσταντινούπολιν.
Δεύτερη Μυροφόρος εἶναι ἡ Σαλώμη, περί τῆς ὁποίας λέγουσι κάποιοι ὅτι ἦτο ἡ νόμιμη γυναῖκα τοῦ Ἰωσήφ τοῦ Μνήστορος. Ἄλλοι δέ λέγουν ὅτι ἦταν θυγατέρα τοῦ Ἰωσήφ τοῦ Μνήστορος, τό ὁποῖον εἶναι ἀληθέστερον, διότι ὁ Ἰωσήφ ὁ Μνήστωρ εἶχε ἑπτά παιδιά. Τέσσερα ἀγόρια, τόν Ἰάκωβον (ὁ ὁποῖος ὀνομάζετο μικρός) τόν Ἰωσῆν, τόν Σίμωνα καί τόν Ἰούδα, ὄχι τόν προδότην, ἀλλά τόν λεγόμενον Ἀδελφόθεον. Εἶχε δέ καί τρεῖς θυγατέρες, τήν Ἐσθήρ, τήν Θάμαρ καί τήν Σαλώμην τήν γυναῖκα τοῦ μικροῦ Ζεβεδαίου. Ὤστε ὅταν ἀκούεις αὐτό πού λέγεται στό Εὐαγγέλιο «Μαρία ἡ τοῦ Ἰακώβου τοῦ  μικροῦ καί Ἰωσῆ μήτηρ» (Μάρκ. ιε΄, 40) τήν Παναγία Θεοτόκον νόμιζε ὅτι λέγει, διότι ὡς μήτηρ τῶν τέκνων τοῦ Ἰωσήφ ἐφαίνετο ἡ Παναγία. Ἐκ τούτου δέ προκύπτει ὅτι ὁ Ἰωάννης ὁ Θεολόγος καί ὁ Χριστός ἦταν ἀνεψιός καί θεῖος. Ὁ μέν Χριστός θεῖος, ὁ δέ Ἰωάννης ἀνεψιός.
Τρίτη Μυροφόρος εἶναι ἡ Ἰωάννα, ἡ ὁποῖα ἦταν γυναίκα τοῦ Χουζᾶ, ὁ δέ Χουζᾶς αὐτός ἦτο ἐπίτροπος καί οἰκονόμος εἰς τόν οἶκον τοῦ βασιλέως Ἠρώδου.
Τέταρτη Μυροφόρος εἶναι ἡ Μαρία ἡ ἀδελφή του Λαζάρου, ἡ ὁποῖα καί προτύτερα εἰς τόν οἶκον της ἤλειψε τό Χριστόν μέ τό Μύρον, ὅταν ἀνέστησε τόν ἀδελφόν της τόν Λάζαρον, καθώς τό ἀναφέρει ὁ Εὐαγγελιστής Ἰωάννης λέγων: «Ἡ οὖν Μαρία λαβοῦσα λίτραν μύρου νάρδου πιστικῆς» ( Ἰω. ιβ΄, 3).
Πέμπτη Μυροφόρα εἶναι ἡ Μάρθα ἡ ἀδελφή τῆς Μαρίας καί τοῦ Λαζάρου, ἡ ὁποῖα καί πολλήν προθυμίαν ἔδειξε πρός τόν Χριστόν ἀπό τήν ἀρχήν, διότι αὐτή τόν ὑπηρέτει εἰς ὅλα τά σωματικά.
Ἕκτη Μυροφόρος εἶναι ἡ Μαρία ἡ γυναίκα τοῦ Κλωπᾶ. Κλωπᾶν δέ κάποιοι τόν Κλεόπαν ὀνομάζουσιν. Αὐτή τήν Μαρία ὁ Εὐαγγελιστής Ἰωάννης, ἀδελφήν τῆς Θεοτόκου τήν ὀνομάζει, λέγων εἰς τήν Σταύρωσιν αὐτό: «Εἰστήκεσαν δέ παρά τῷ Σταυρῷ τοῦ Ἰησοῦ ἡ μήτηρ αὐτοῦ καὶ ἡ ἀδελφὴ τῆς μητρὸς αὐτοῦ, Μαρία ἡ τοῦ Κλωπᾶ» (Ἰω. ιθ΄, 25).
Πῶς δέ ἦταν ἀδελφή τῆς Παναγίας ἀκούσατε. Ὁ Ἰωακείμ ὁ πατήρ τῆς Παναγίας, εἶχεν ἀδελφό, ὅστις ἀπέθανε χωρίς νά ἀποκτήσει τέκνον, κατά δέ τόν Νόμον τοῦ Μωϋσέως ἐπῆρε τήν νύμφην του διά γυναῖκα καί ἔκαμε ἀπό ἐκείνην αὐτήν τήν Μαρίαν. Ἀπό δέ τήν  Ἄννα ἔκαμε τήν Παναγίαν Θεοτόκον. Ὥστε λοιπόν ἀδελφή τῆς Παναγίας μας ἦταν ἀπό τόν πατέρα μόνον.
Ἑβδόμη Μυροφόρος εἶναι ἡ Σωσσάνα.

Ἦσαν δέ καί ἄλλες πολλές ὡς τό λέγει ὁ Εὐαγγελιστής Λουκᾶς  «αἵτινες ἦσαν διακονοῦσαι αὐτῶ» (Λουκ. η΄, 3 και Ματθ. κζ΄, 55) δηλαδή τόν Χριστόν.

  • Δαμασκηνοῦ Στουδίτου – Μητροπολίτου Ἄρτης- ΜΕΓΑΣ ΣΥΝΑΞΑΡΙΣΤΗΣ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ, ΤΟΜΟΣ ΙΔ΄, σελ. 38

Πέμπτη, 27 Απριλίου 2017

«Καί ἀναστάντα τῇ τρίτῃ ἡμέρᾳ κατά τάς Γραφάς».


Τό σῶμα τοῦ Κυρίου δέν μποροῦσε νά κρατηθεῖ παντοτεινά στή φυσική νέκρωση. Δέν μποροῦσε νά ἀποσυντεθεῖ καί νά διαλυθεῖ. ῾Η φθορά φυσικά εἶναι φαινόμενο καθολικό τῆς πεσμένης φύσεως, καρπός τοῦ θανάτου πού ἦταν τό ἀλγεινό τίμημα τῆς ἁμαρτίας. Τό πανακήρατο ὅμως σῶμα τοῦ Χριστοῦ, ἄν καί πραγματικά νεκρωμένο, δέν μποροῦσε ὡστόσο νά παραδοθεῖ καί στή διαφθορά, νά λυώσει στό μνῆμα καί νά γίνει χῶμα· γιατί δέν ἦταν, ὅπως ἐπανειλημμένα ἐτονίσαμε, ἕνα κοινό σῶμα ἀνθρώπινο, ὑπήκοο στίς συνέπειες τῆς φυσικῆς νεκρώσεως καί τοῦ θανάτου. ῏Ηταν τό σῶμα τοῦ Θεοῦ, πού τό διαπεροῦσε ἡ θεότητα καί τό ἔκανε νά σφύζει ἀπό ζωήν ἡ θεία ἐνέργεια. ῞Ενα τέτοιο σῶμα ἦταν ἀπρόσβλητο στή διαφθορά. Καί πέθανε μέν πραγματικά στό σταυρό καί χωρίς πνοή κατατέθηκε στό μνῆμα· ἡ νέκρωση ὅμως αὐτή ἦταν προσωρινή, διαρκέσασα τόσο, ὅσο ἀπαιτοῦσε ἡ οἰκονομία τῆς λυτρώσεως. ῎Εμεινε νεκρωμένο στόν τάφο τρεῖς μέρες καί τρεῖς νύχτες, ὅσο δηλαδή χρειαζόταν ἡ ψυχή του γιά νά σκυλεύσει τό βασίλειο τοῦ ῞Αδη219.
Σύμφωνα μέ τή μαρτυρία τῶν Γραφῶν, τό σῶμα τοῦ Χριστοῦ ἀναστήθηκε τήν τρίτη ἡμέρα ἐκ τῶν νεκρῶν. Τό ἱερό Σύμβολο τῆς Πίστεως τή θεία ἀλήθεια στηρίζει στή μαρτυρία τῆς ἁγίας Γραφῆς («κατά τάς Γραφάς»), ἡ ὁποία γιά τήν ᾿Ορθόδοξη Καθολική ᾿Εκκλησία, μαζί μέ τήν ἱερά Παράδοση, ἀποτελεῖ τήν αὐθεντική πηγή τῆς πίστεώς της. Εἶναι ὁ γραπτός λόγος τοῦ Θεοῦ, στόν ὁποῖον τό Πνεῦμα τό ἅγιο κατέγραψε τό περιεχόμενο τῆς λυτρωτικῆς θείας ἀλήθειας, πού ἀπεκάλυψε στόν κόσμον ὁ ἔνσαρκος Λόγος τοῦ Θεοῦ. Σ᾿ αὐτήν ὑπάρχει φῶς, δύναμη καί ζωή. ῾Υπάρχει ἡ ἀλήθεια ἡ ὁποία μπορεῖ νά λυτρώσει ἀπό τά δεινά του τόν ταλαιπωρημένον ἄνθρωπο. Εἶναι πηγή τῆς χάριτος τοῦ Θεοῦ, τήν ὁποία διοχετεύει σ᾿ αὐτούς πού τή διαβάζουν μέ ταπείνωση καί ἀνεπιτήδευτη καρδιά, μέ καθαρμένο νοῦ καί αἴσθηση μεταποιημένη ἀπό τό Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ. Εἶναι πηγή ἀφθαρσίας καί ἀθανασίας.
῾Ο λόγος τῆς Γραφῆς εἶναι αὐθεντικός καί ἀλάθητος, στό μέτρο πού ἀλάθητο εἶναι καί τό Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ πού πνέει σ᾿ αὐτήν. ῾Η ἁγία Γραφή εἶναι βιβλίο θεόπνευστο220, ἀπαλλαγμένο ἀπό τή σχετικότητα καί τό ἐπισφαλές τῆς ἀνθρώπινης διάνοιας. Δέν ὑπάρχει πλάνη σ᾿ αὐτήν. Τήν ἁγία Γραφή φυλάσσει καί αὐθεντικῶς ἑρμηνεύει ἡ ᾿Εκκλησία, ἀποκρούουσα τίς αἱρετικές παρεκδοχές καί ἑρμηνεῖες της. Παράλληλα ὅμως καί ἡ Γραφή μαρτυρεῖ διά τήν ἀλήθεια τῆς ᾿Εκκλησίας. ῎Ετσι Γραφή καί Παράδοση221 ἀποτελοῦν τά δύο ἀκλόνητα βάθρα ἐπάνω στά ὁποῖα στηρίζεται ἡ ὅλη ζωή καί τό ἔργο τῆς ᾿Εκκλησίας. Στήν ᾿Ορθοδοξία ἡ ἁγ. Γραφή διαποτίζει τήν εὐσέβεια καί τή λατρεία της, ζωογονεῖ τό ἦθος καί τήν πνευματικότητά της, εἶναι ὁ δείκτης πού τήν προσανατολίζει καί τήν καθοδηγεῖ στή λυτρωτική διακονία της. ῾Η ἁγ. Γραφή εἶναι τό βιβλίο τοῦ κόσμου καί τῆς κτίσεως.
῾Η ᾿Ανάσταση τοῦ σώματος τοῦ Χριστοῦ ἀποτελεῖ τήν ἔμπρακτη πιστοποίηση καί τό ἐπιστέγασμα τοῦ λυτρωτικοῦ ἔργου τοῦ Σωτῆρος. ῎Αν στό σταυρό νικήθηκε ὁ θάνατος καί στόν ῞Αδη καταλύθηκε τό κράτος τῆς φθορᾶς, στήν ᾿Ανάσταση τό ἔργο αὐτό πιστοποιεῖται ἔμπρακτα, φαίνεται στίς φωτεινές καί ὁλοκάθαρες διαστάσεις του. ῾Η ἀποτίναξη τῆς φθορᾶς καί ἡ κατάποση τοῦ θανάτου ἀποτυπώνονται στό ἀφθαρτοποιημένο σῶμα τοῦ Χριστοῦ, πού ἀστράφτει ἀπό λαμπρότητα καί ἄφθαρτη φωταύγεια. Στό ἀναστημένο σῶμα τοῦ Κυρίου ἀπορρίφθηκε ὁλότελα ἡ σωματική ὑλικότητα. ᾿Ελεύθερο ἀπό τά ὑλικά τῆς φύσεως δεσμά, εἰσέρχεται κεκλεισμένων τῶν θυρῶν στό χῶρο πού ἦσαν συγκεντρωμένοι οἱ μαθητές222. ῎Εχει δέ ἀπορρίψει καί ὅλα τά ἀδιάβλητα πάθη τῆς φύσεως. Δέν ἔχει πλέον ἀνάγκες φυσικές. Μπαίνει σέ μία νέα οἰκονομία ζωῆς, στό στάδιο τῆς ἀδιάφθορης δόξας, ἀπό τήν ὁποίαν ποτέ πιά δέν πρόκειται ν᾿ ἀποχωριστεῖ. Καί εἶναι μέν γεγονός ὅτι καί μετά τήν ᾿Ανάστασή του ὁ Σωτήρ ἔφαγε ἐνώπιον τῶν μαθητῶν. Αὐτό ὅμως δέν σήμαινε ὅτι τό ἀναστημένο σῶμα του εἶχεν ἀνάγκη λήψεως ὑλικῆς τροφῆς. ῾Η βρώση ἐκείνη ἦταν βρώση «κατ᾿ οἰκονομίαν». ῎Εφαγε γιά νά πιστοποιήσει τήν ᾿Ανάστασή του, στήν ὁποία δυσπιστοῦσαν οἱ φοβισμένοι μαθητές, ὅτι δηλαδή αὐτός πού ἔβλεπαν μπροστά τους ἦταν ὁ πραγματικός τους διδάσκαλος καί ὄχι κάποιο πνεῦμα (φάντασμα), ὅπως στήν ἀρχή νόμιζαν223. Τί ἀπέγινε βέβαια ἡ τροφή πού ἔφαγεν ὁ Κύριος, ἡ ὁποία δέν ἦταν δυνατόν νά ὑποβληθεῖ στή διεργασία τῆς πέψεως καί τῆς ἀποβολῆς, δέν γνωρίζουμε.
῾Η ᾿Ανάσταση τοῦ Κυρίου ἦταν πανηγυρική πιστοποίηση τῆς θεότητος καί τῆς θείας παντοδυναμίας του. ῾Ο Χριστός ὡς Θεός ἀνέστησε αὐτός ἑαυτόν, ἐγείρας ἐκ τοῦ τάφου τό πρόσλημμα. Στή Γραφή ἡ ᾿Ανάσταση ἀποδίδεται καί στόν Πατέρα224. Τό δόγμα τῆς ᾿Αναστάσεως εἶναι ἀλήθεια πολύ σκληρή διά τή φυσική τοῦ ἀνθρώπου διάνοια. ῾Ο λόγος ταράσσεται στή θύμησή του. ᾿Αλήθεια, πῶς εἶναι δυνατό ν᾿ ἀναστηθεῖ ἀπό τό μνῆμα ἕνα σῶμα νεκρό καί ἀκίνητο; Αὐτό ὅμως πού δέν μπορεῖ ν᾿ ἀποδεχτεῖ ὁ ἀνθρώπινος λόγος, γίνεται ἀποδεκτό ἀπό τή φλογισμένη πίστη πού βλέπει τά πάντα δυνατά στήν παντοδύναμη θεία ἐνέργεια, στήν παντοκρατορική βουλή τοῦ ῾Υψίστου. «῞Οπου γάρ βούλεται Θεός νικᾶται φύσεως τάξις». Καί ἄν αὐτό ἔχει καθολικήν ἰσχύ στή φυσική τάξη τῶν πραγμάτων, στήν ἀνθρώπινη φύση τοῦ Χριστοῦ, στήν ὁποίαν κατοικοῦσε τό πλήρωμα τῆς θεότητος σωματικῶς225, στή φύση τή θεοποιημένη καί θεοϋπόστατη, ἡ θεία παντοδυναμία ἦταν κάτι πού ἀνέβλυζεν οἴκοθεν στό θεανθρώπινο θαῦμα, ὥστε ἡ ᾿Ανάσταση τοῦ Κυρίου, τό μέγιστο θαῦμα, νά εἶναι μία φυσιολογική συνέπεια τοῦ χριστολογικοῦ μυστηρίου, τῆς ὑποστατικῆς τῶν φύσεων ἑνώσεως.
Στήν ᾿Ανάσταση τοῦ Χριστοῦ ἡ φύση τοῦ ἀνθρώπου θάλλει στήν ἀρχέγονή της ὀμορφιά καί εὐγένεια. ῾Η εἰκόνα τοῦ Θεοῦ πού τόση φθορά ὑπέστη στή σήψη τῆς ἀποστασίας, ἀπέβαλε τά αἴσχη τῆς ἁμαρτίας, ἀπετίναξε τή μελάνωση τῆς φθορᾶς, ἀναλαβοῦσα καί πάλι καθαρούς καί ἐράσμιους τούς φωτοειδεῖς χαρακτῆρες της, τούς ὁποίους ἐζόφωσε ἡ βρωμερή πνοή τοῦ ἀρχαίου δράκοντα226. ῾Η θέωση στήν ἀφθαρτοποιημένη σάρκα τοῦ Κυρίου καθορᾶται στίς πλήρεις καί τέλειες διαστάσεις της. Τό πλάσμα ἐγκαθίσταται ἀμετακίνητα πλέον στόν Θεό, φωσφορίζον στή δόξα τῆς Τριάδος, ὁμόθρονο μέ τή θεότητα, ἀπό τήν ὁποίαν διαπερᾶται καί φλογίζεται. ῾Η ᾿Ανάσταση εἶναι ἡ θεοποίηση τοῦ καθαρμένου ὄντος!
῾Η ᾿Ανάσταση εἶναι ἡ γιορτή τῆς ᾿Ορθοδοξίας πού ἐκφράζει ὅσο τίποτε ἄλλο τή χριστόμορφη οὐσία της. Τή γιορτή αὐτή οἱ ᾿Ορθόδοξοι πανηγυρίζουν μέ κύματα ἱεροῦ ἐνθουσιασμοῦ καί ἑόρτιας χαρᾶς. Γι᾿ αὐτούς τό ὑπερφυές γεγονός εἶναι «ἑορτῶν ἑορτή καί πανήγυρις πανηγύρεων»227. Εἶναι ἡ γιορτή τοῦ Θεοῦ καί τῶν ἀνθρώπων, τό πανηγύρι τοῦ οὐρανοῦ καί τῆς γῆς. Σ᾿ αὐτήν τά πάντα εἶναι φωτοειδῆ καί φωτόμορφα, λάμπουν στή θεοείδεια τῆς ἀνακαινισμένης φύσεως. Γῆ καί οὐρανός συγχορεύουν στό ἀπερινόητο θαῦμα, εὐφραίνονται στή σωτήρια ἀκτίνα τῆς θείας εὐδοκίας. Τίποτε τό σκιερόν δέν ὑπάρχει σ᾿ αὐτήν. ῞Ολα εἶναι φῶς228 στό ἀναστημένο θαῦμα τοῦ Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ καί τῆς Παρθένου. ῾Η ᾿Ανάσταση εἶναι τό Πάσχα τό μέγα καί ἱερότατο, ἡ διάβαση ἀπό τήν πικρή περιοχή τῆς δουλείας τοῦ διαβόλου, στή γῆ τοῦ Θεοῦ «τήν ρέουσαν μέλι καί γάλα». Εἶναι δέ ἡ ᾿Ανάσταση τό Πάσχα πού περνάει πιασμένο χέρι – χέρι μέ τό Πάσχα τοῦ σταυροῦ, τό «σταυρώσιμο Πάσχα». Σταυρός καί ᾿Ανάσταση εἶναι τά δύο φωτεινά σήμαντρα τῆς λυτρώσεως, πού ὁ Θεός θέλησε νά περάσει ἀπό τόν Γολγοθᾶ καί τό ἀνοικτό μνημεῖο τῆς ῾Ιερουσαλήμ. Σ᾿ αὐτά βρίσκουν τό νόημά τους ἄγγελοι καί ἄνθρωποι, τά δημιουργηθέντα ὄντα καί ἡ κτίση ὁλόκληρη. ᾿Αλήθεια, πόσο χαμηλός καί ἐπιπόλαιος πρέπει νά εἶναι ὁ ἄνθρωπος, πού, παρά τό ὑπέροχο θαῦμα τῆς ζωῆς, προσπαθεῖ νά νοηματοδοτήσει τή ζωή του στά ἄχυρα καί τά σκουπίδια τῆς φθορᾶς· πού ἐξακολουθεῖ νά χαράζει τό δρόμο του ἐνάντια στήν ἀλήθεια, στή σκοτεινή περιοχή τοῦ θανάτου, ὄν δυστυχισμένο καί ἄρριζο, πού ποτέ δέν βάζει μυαλό ἀπό τήν κόλαση καί τή φρίκη τοῦ ὑπαρξιακοῦ χαλασμοῦ τῆς ζωῆς του!
ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
219. Τήν τριήμερη ταφή τοῦ Κυρίου στήν ὁποίαν ἀκολούθησε ἡ ἔνδοξή του ἀνάσταση, προτυπώνει ἡ τριήμερη παραμονή τοῦ ᾿Ιωνᾶ στήν κοιλία τοῦ θαλάσσιου κήτους, τό ὁποῖο, μετά τρεῖς μέρες ἀπό τήν κατάποση τοῦ προφήτη, τόν ἐξήμεσε στή στεριά.
220. 2 Τιμ. 3,16· «πᾶσα γραφή θεόπνευστος». ῾Η θεοπνευστία τῆς Γραφῆς σημαίνει ὅτι σ᾿ αὐτήν ὁμιλεῖ τό Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ καί ὅτι δέν ὑπάρχει στό γράμμα της ἀντίφαση καί ἀναλήθεια. Οἱ συγγραφεῖς τῶν βιβλίων τῆς ἁγ. Γραφῆς ἐμπνέονται μέν ἀπό τό Πνεῦμα τό ἅγιο, χωρίς ὡστόσο νά περιέρχονται σέ ἔκσταση κατά τήν ὥρα τῆς ἁγιοπνευματικῆς ἐμπνεύσεως. Αὐτό κυρίως τονίστηκε ἀπό τούς Πατέρες τῆς ᾿Εκκλησίας κατά τήν περίοδο τῶν ἐκστατικῶν φαινομένων καί τῆς ἐκκεντρικότητος τῆς Μοντανιστικῆς προφητείας. ῾Η θεοπνευστία φυσικά δέν εἶναι ἡ «κατά λέξιν» ἔμπνευση τῶν θείων ἀληθειῶν (ἡ κατά γράμμα θεοπνευστία). Σ᾿ αὐτό ἀντιβαίνουν· ὁ προσωπικός χαρακτήρας κάθε ἱεροῦ συγγραφέα, ὁ ὁποῖος διατηρεῖται ἀκέραιος στή θεόπνευστη συγγραφή· ἡ διαφορά (ὄχι ἀντίθεση ἤ ἀντίφαση) στήν ἔκθεση τῶν αὐτῶν πραγμάτων τῆς εὐαγγελικῆς διηγήσεως· καί, τέλος, οἱ μεταφράσεις τῶν βιβλίων τῆς ἁγ. Γραφῆς, πού 174
στήν περίπτωση τῆς «κατά λέξιν» θεοπνευστίας, θά ἦσαν ἀδιανόητες. ᾿Επίσης δέν εἶναι ὀρθή ἡ θεωρία ἡ τοποθετοῦσα τή θεοπνευστία στά οὐσιώδη μόνον μέρη τῆς ἁγ. Γραφῆς, δεχομένη δέ διά τά ἱστορικά ἁπλῆ ἐπιστασία τοῦ ἁγ. Πνεύματος. ῞Οπως ἀσύστατη εἶναι καί ἡ γνώμη, ὅτι ἡ θεοπνευστία περιορίζεται μονάχα στή δογματική καί ἠθική διδασκαλία καί γενικά σέ ὅ,τι ἀφορᾶ στή σωτηρία. ῾Η Γραφή ἀποτελεῖ σύνολο ἑνιαῖο, τό ὁποῖο δέν μπορεῖ κανείς νά τό κομματιάζει σύμφωνα μέ τίς προσωπικές του ἀρέσκειες, ὅπως κάνουν ὀρθολογιστές θεολόγοι, οἱ ὁποῖοι οὔτε τήν ἱερά Παράδοση δέχονται οὔτε καί τήν αὐθεντία τῆς ᾿Εκκλησίας, πού εἶναι ἡ μόνη πού μπορεῖ νά διακρίνει καί νά καθορίζει ποιά ζητήματα εἶναι οὐσιώδη καί ποιά ἐπουσιώδη καί δευτερεύοντα στήν ἁγία Γραφή (Βλ. Χρήστου ᾿Ανδρούτσου, Δογματική (1907), σ. 4 ἑξ.).
221. ῾Υπερβολική τιμή πού φτάνει τά ὅρια τῆς λατρείας, ἀποδίδουν στή Γραφή οἱ Προτεστάντες, τήν ὁποία θεωροῦν ὡς τή μόνη πηγή τῆς θείας ἀλήθειας καί ὡς τό μόνο ρυθμιστικό παράγοντα τῆς εὐσεβείας καί τοῦ ἔργου τους. ῾Ο σεβασμός βέβαια αὐτός –ἄν καί ὑπερβολικός– εἶναι δικαιολογημένος. Δυστυχῶς ὅμως οἱ ἐκκλησιολογικές προϋποθέσεις τους δέν τούς ἐπέτρεψαν νά κρατήσουν, παράλληλα μέ τή Γραφή, καί τήν ἱερά Παράδοση, πού γιά μᾶς τούς ᾿Ορθοδόξους, ἀποτελεῖ τήν ἄλλη ἰσότιμη καί ἰσόκυρη πηγή τῆς θείας ἀποκαλύψεως. ῎Ετσι στερήθηκαν τή ζωτική δύναμη πού διοχετεύει τό Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ στή συνείδηση τῆς ᾿Εκκλησίας, πού τόσο πλούσια ἐκφράζεται στή βιωμένη της ἀλήθεια, ὅπως αὐτή ἀποτυπώνεται στήν ἱερή της παράδοση.
222. ᾿Ιω. 20,19.
223. Λουκ. 24,37.
224. Πράξ. 2,24. 13,34.
225. «᾿Εν αὐτῷ κατοικεῖ πᾶν τό πλήρωμα τῆς θεότητος σωματικῶς» (Κολ. 2,9).
226. Τή φθορά τῆς φύσεως καί τήν κατάλυσή της διά τοῦ λυτρωτικοῦ ἔργου τοῦ Χριστοῦ ὡραιότατα περιγράφει ὁ ἅγιος Γρηγόριος Νύσσης· «Χρυσῆ τις τό καταρχάς ἡ ἀνθρώπινη φύσις, καί λάμπουσα τῇ πρός τό ἀκήρατον ἀγαθόν ὁμοιότητι· ἀλλά δύσχρους καί μέλαινα μετά τοῦτο τῇ ἐπιμιξίᾳ τῆς κακίας ἐγένετο… ἧς θεραπεύων τήν δυσμορφίαν ὁ πάντα ἐν σοφίᾳ τεχνιτεύων Θεός, οὐ καινόν τι κάλλος ἐπ᾿ αὐτήν μηχανᾶται, ὅ μή πρότερον ἦν, ἀλλ᾿ ἐπί τήν πρώτην ἐπανάγει χάριν, δι᾿ ἀναλύσεως τήν τῷ κακῷ μελανθεῖσαν μηχανεύων πρός τό ἀκήρατον» (Εἰς τά ἄσμ. τῶν ἀσμ., Ρὒ 44,832 ΑΒ).
227. Κανών Κυριακῆς τοῦ Πάσχα (᾿ῼδή Η´. ῾Ο Εἱρμός).
228. «Νῦν πάντα πεπλήρωται φωτός, οὐρανός τε καί γῆ καί τά ὑποχθόνια». (Κανών Κυρ. τοῦ Πάσχα, ᾿ῼδή

Ανάσταση του Χριστού και αιώνια ζωή


Ανάσταση του Χριστού και αιώνια ζωή

Ανάσταση του Χριστού και αιώνια ζωή
Μιχαήλ Χούλη, Θεολόγου
Το σπουδαιότερο γεγονός στην ιστορία είναι η ανάσταση του Χριστού. Ο αρνητής Ρενάν δήλωσε ότι ο Χριστιανισμός στηρίζεται σε έναν άδειο τάφο. Ο απ. Παύλος επισημαίνει ότι η ανάσταση του Χριστού προετοιμάζει και την δική μας ανάσταση κατά την Δεύτερη Παρουσία Του. Ο Θεάνθρωπος αναστήθηκε και ένωσε έτσι ουρανό και γη, συμφιλίωσε Θεό και άνθρωπο, γκρέμισε το φράγμα μεταξύ Θεού και ανθρώπων και άνοιξε τον Παράδεισο για όλους. Είναι ο μεγάλος ειρηνοποιός με το αίμα του σταυρού Του. Υπάκουσε ως νέος Αδάμ στον Θεό Πατέρα και μάλιστα μέχρι θανάτου. Είναι γι’ αυτό ο μοναδικά αυθεντικός άνθρωπος στην ιστορία. Και «δεν υπάρχει μεγαλύτερη αγάπη από το να δώσεις την ζωή σου γι’ όσους αγαπάς», δίδαξε ο Χριστός και το έκανε πράξη με τη θυσία Του. Άλλωστε ο ίδιος ο Χριστός είχε προαναγγείλει όσο ζούσε επί της γης την δική Του ανάσταση: Θυμίζουμε τα λόγια του: «Γκρεμίστε αυτόν τον ναό και σε τρεις ημέρες θα τον οικοδομήσω και πάλι» (Ιω. 2,19). Τότε νόμιζαν πως εννοεί τον ναό των Ιεροσολύμων, αλλά μετά την ανάστασή του φάνηκε καθαρά ότι μιλούσε για το ένδοξο σώμα Του. Και θυμίζει η θυσία του Χριστού τη γνωστή διήγηση (εγκώμιο) περί της πελεκάνου – μάνας, η οποία διαθέτοντας αίμα που παρέχει ανοσία στο δηλητήριο του φιδιού, δεν φείδεται και αυτής της ζωής της, σκίζοντας με το ράμφος της το στήθος της, προκειμένου το αίμα που ξεπετάγεται να επουλώσει τις πληγές και να σώσει τα τραυματισθέντα από το επικίνδυνο ερπετό νεογνά της.
Στο πρόσωπο του Χριστού πραγματοποιήθηκαν οι πάμπολλες προφητείες της Παλαιάς Διαθήκης και του εθνικού κόσμου για τον ερχόμενο Μεσσία. Οι προφητείες μάλιστα αυτές καταγράφτηκαν σε διάστημα 1.200 περίπου ετών, από διαφορετικούς ανθρώπους και σε διαφορετικά γεωγραφικά περιβάλλοντα: «Να, ο βασιλιάς σου έρχεται σε σένα, πράος και ταπεινός, επιβαίνων σε ένα γαϊδουράκι» (Ζαχ. 9,9) – «όρισαν την αμοιβή μου στα τριάντα αργύρια» (Ζαχ.11,12) – «τρύπησαν τα χέρια μου και τα πόδια μου» (Ψ. 22,16) – «κόκκαλό Του δεν θα σπάσει» (Ψ. 34,20) – «στη δίψα μου με πότισαν με ξύδι» (Ψ. 69,21) – «Αυτός τραυματίστηκε για τις δικές μας ανομίες…… με τις δικές Του πληγές εμείς γιατρευτήκαμε», επισημαίνει ο Ησαΐας (53,4-5) – «μοιράστηκαν τα ρούχα μου μεταξύ τους και για το εξωτερικό μου ιμάτιο έριξαν κλήρο» (Ψ. 22,18) – «Ο τάφος Του ορίστηκε με τους κακούργους. Όμως, στο θάνατο Του στάθηκε με τον πλούσιο» (Ησαΐας 53,9) – «δεν θα εγκαταλείψεις την ψυχή μου στον άδη, ούτε θα επιτρέψεις στον άγιόν σου να γνωρίσει σωματική αποσύνθεση (διαφθορά)» (Ψλμ. 15,10) – Ο Δανιήλ, εκτός άλλων προφητειών, αναφέρθηκε σε διάστημα «Εβδομήντα εβδομάδων», μέχρι να εμφανιστεί και χριστεί ο Άγιος των αγίων, ο «Ηγήτωρ Χριστός», ο οποίος μάλιστα, όπως γράφει, θα θανατωθεί, «θα εκκοπεί, και όχι για τον εαυτό του» (9, 25-27) – Η τραγωδία «Προμηθέας Δεσμώτης» ακόμη, του Αισχύλου, ομιλεί για ένα Θεό που μόνο αυτός κατεβαίνοντας στον άδη θα λύτρωνε τον Προμηθέα και θα έπαιρνε πάνω Του τα πάθη του.
Στο τριήμερο του θανάτου του Κυρίου (Παρασκευή 15:00 – 18:00: τμήμα ημέρας, Παρασκευή 18:00 – Σάββατο 18:00: πλήρες 24ωρο και Σάββατο 18:00 – Κυριακή πρωινές ώρες) και πριν γίνει η ζωηφόρος ανάστασή Του, ο Θεάνθρωπος (η ανθρώπινη ψυχή Του ενωμένη με τη θεότητά Του) μετέβη στον άδη και λύτρωσε τα εν τη φυλακή πνεύματα (όσους είχαν τις προϋποθέσεις να αποδεχθούν το κάλεσμά Του). Γι’ αυτό η Εκκλησία σταματά το πένθος την Μ. Παρασκευή το πρωί, όταν τελείται η ακολουθία της Αποκαθήλωσης. Διότι ο Λυτρωτής έχει ήδη θριαμβεύσει επί του θανάτου.
Στην ανάσταση του Ιησού Χριστού αναφέρονται: Εκτός από τους τέσσερις ευαγγελιστές Ματθαίο, Μάρκο, Λουκά και Ιωάννη -οι οποίοι έγραψαν τα πιο υπέροχα κείμενα όλων των εποχών, και μίλησαν για τη ζωή και το έργο του Θεανθρώπου ως αυτόπτες και αυτήκοοι μάρτυρες- και οι ιστορικοί Ιώσηπος και Φίλωνας, ο Τάκιτος, ο Σουετώνιος, ο Πλίνιος, ο Φλέγοντας, ο Θαλλός, οι Ιουδαϊκές Πηγές, ο Σεραπίωνας, ο Λουκιανός κ.α.
Και οι τέσσερις ευαγγελιστές αναφέρουν ότι ο τάφος του Κυρίου βρέθηκε άδειος, ότι τον φυλούσαν 16 ένοπλοι φρουροί, ότι η πέτρινη ταφόπλακα ήταν πολύ βαριά για να μετακινηθεί και ότι οι απόστολοι από τη μεγάλη τους δειλία είχαν κρυφτεί ήδη πριν από τη δίκη του Χριστού. Ακόμη, οι Ιουδαίοι θα είχαν σταματήσει τη μαρτυρία της ανάστασης από την αρχή της, αν παρουσίαζαν δημοσίως το δήθεν κλεμμένο σώμα του Ιησού. Δεν το έκαναν, διότι δεν το είχαν. Είχε πραγματικά αναστηθεί. Για τον ίδιο λόγο δεν συνέφερε τους ίδιους τους Ιουδαίους να το πάρουν. Εφοβούντο τη διάδοση της ανάστασης.
Ο απόστολος Παύλος επιπρόσθετα δηλώνει ότι ο αναστημένος Χριστός εμφανίστηκε σε πολλές περιπτώσεις στους μαθητές Του, και ότι πάνω από 500 μαθητές τον είδαν. Για 40 ημέρες και όλες τις ώρες της ημέρας, μιλούσε μαζί τους, έφαγε μαζί τους, τους συμβούλευε, προχωρούσαν μαζί κ.λπ. Οι ίδιοι αυτοί μαθητές με την απαράμιλλη διδασκαλία τους και τα θαύματα που με τη δύναμη της Χάρης Του έκαναν, τράβηξαν ως ζωντανοί μαγνήτες χιλιάδες ψυχές στην σωτήρια αλήθεια της Εκκλησίας. Δεν ήσαν τρελοί.
Ο απ. Παύλος ήταν ένας από αυτούς που είδε τον αναστημένο Χριστό μέρα μεσημέρι στο δρόμο προς Εμμαούς, ενόσω ιππεύοντας έτρεχε για να συλλάβει χριστιανούς. Άλλαξε η ζωή του καθ’ ολοκληρίαν. Οι αριστουργηματικές επιστολές του (από το 51 μ.Χ.) και οι Πράξεις των αποστόλων αποδεικνύουν ότι όχι μόνο δεν ήταν τρελός, αλλά υπήρξε πολύ συγκροτημένη προσωπικότητα και ο μεγαλύτερος ιεραπόστολος των αιώνων μετά τον Χριστό (επανειλημμένως φυλακίστηκε, λιθοβολήθηκε, υπέστη ναυάγια, σκευωρίες, μαστιγώσεις και τέλος μαρτύρησε για τον Χριστό). Μεταστράφηκε άλλωστε τρία χρόνια περίπου μετά την ανάσταση του Χριστού και στις επιστολές του περιγράφει την πίστη της πρώτης Εκκλησίας, που του δόθηκε αρχικά από τους αποστόλους (σας παρέδωσα αυτό που και εμένα μού παραδόθηκε: ότι ο Χριστός έπαθε, ετάφη και ύστερα ανέστη εκ νεκρών…). Άρα εξ αρχής η Εκκλησία πίστευε στην θεότητα και ανάσταση του Χριστού και δεν διαμορφώθηκε η πίστη αυτή εκ των υστέρων.
Άλλωστε τι θα είχαν να κερδίσουν οι απόστολοι λέγοντας ψέματα στον κόσμο, στους αρχιερείς και τις Ρωμαϊκές Αρχές; Τίποτε θετικό, παρά μόνο φυλακίσεις, μαστιγώσεις, θάνατο. Ήξεραν από την αρχή τι τους περίμενε. Κι όμως επέμειναν και υπέμειναν μέχρι τέλους χάριν της αληθείας και της σωτηρίας των ανθρώπων. Και οι δέκα μάλιστα πρόσφεραν το αίμα τους (και πολλοί άλλοι αρχικοί μαθητές Του) στο βωμό της αληθείας, παρεκτός του προδότη Ιούδα που αυτοκτόνησε και του ευαγγελιστή Ιωάννη που κοιμήθηκε σε βαθειά γεράματα. Πρώτος ο ιερός Χρυσόστομος, και στα νεώτερα χρόνια ο φυσικομαθηματικός Βλάσιος Πασκάλ, υποστήριξαν ότι οφείλουμε να πιστεύουμε στα αυθεντικά γεγονότα για τα οποία οι μάρτυρές τους έδωσαν το αίμα τους.
Η μαρτυρία της Καινής Διαθήκης είναι η μαρτυρία για την Θεότητα του Ιησού. Ο Χριστός είχε πλήρη συνείδηση ότι ήταν Θεός. Ο ίδιος αποκαλύπτει: «Πριν γεννηθεί ο Αβραάμ εγώ υπάρχω» (Ιω. 8,58). Ακόμη λέγει: «Εγώ και ο Πατέρας είμαστε ένα» (Ιω. 10,30). Και όταν ο Φίλιππος τού ζήτησε να τους δείξει τον Πατέρα Του, του είπε: «Τόσο καιρό είμαι μαζί σας Φίλιππε και δεν με γνώρισες; Εκείνος που έχει δει εμένα έχει δει τον Πατέρα» (Ιω. 14,9). Παραθέτουμε επίσης τα λόγια του δύσπιστου απ. Θωμά, μετά από την πρόσκληση του αναστάντα Χριστού να αγγίξει τις πληγές Του. Του λέει με δάκρυα στα μάτια ο Θωμάς: «Ο Κύριός μου και ο Θεός μου» (Ιω. 20,28). Τότε ο Κύριος όχι μόνο δεν αρνήθηκε ότι είναι Θεός, αλλά τον παρατήρησε επειδή πίστεψε σ’ Αυτόν αφού τον είδε, ενώ ευτυχισμένοι θα είναι Του λέει όσοι πιστέψουν σε Αυτόν χωρίς να τον δουν.
Έπειτα, τα ευαγγέλια αναφέρουν την αλήθεια και μόνο την αλήθεια:
– Αναφέρουν οι ευαγγελιστές π.χ. πως από την έντονη προσευχή και την αγωνία στον κήπο της Γεσθημανή, λίγο πριν συλληφθεί, έσταζαν από το πρόσωπό του Θεανθρώπου χοντρές σταγόνες ιδρώτα και αίμα, γεγονός που πιστοποιεί ότι είναι δυνατόν να γίνει η σύγχρονη ιατρική – από την πληγή Του πάνω στο σταυρό εξάλλου έτρεξε αίμα και νερό, διασώζει ο ευαγγελιστής Ιωάννης. Ο ορός αυτός (νερό και αιμοσφαίρια), που σχηματίζεται στο περικάρδιο ενός νεκρού ανθρώπου και σταματά την κίνηση της καρδιάς, είναι σήμερα μια μοναδική ιατροδικαστική απόδειξη ότι ο αρχηγός της Ζωής είχε πράγματι πεθάνει – Ο Χριστός συγχώρεσε τους σταυρωτές του πάνω από το σταυρό, που δεν θα έκανε αν ήταν ψεύτης, ιδιοτελής ή παρανοϊκός – ακόμη, πώς οι Ιουδαίοι πίστεψαν έναν άνθρωπο ως Θεό, τη στιγμή που λιθοβολούσαν οποιονδήποτε επιχειρούσε να αναγορευτεί Θεός, αν δεν ήταν πράγματι ο Ιησούς ο ίδιος ο Υιός του Θεού; – Γιατί τον ακολούθησαν εκατομμύρια μάρτυρες, αφού τους είχε ενημερώσει ότι οι οπαδοί του θα υποστούν μαρτύρια και διώξεις; – Ποιος γνωρίζει καλύτερα τον πατέρα του, παρά μόνο τα παιδιά του και οι πλησιέστεροι συγγενείς; Η μαρτυρία επομένως των αποστόλων για τη θεότητά Του είναι αυθεντική, αφού τον έζησαν 3 χρόνια, άκουσαν τη διδασκαλία Του, είδαν τα θαύματά Του και την ανάστασή Του – τοπωνύμια, πρόσωπα, πολιτικοί και θρησκευτικοί τίτλοι, ονόματα, συνήθειες της εποχής κ.α. αποδείχθηκαν από την αρχαιολογία απολύτως πραγματικά και ιστορικά ώστε να θαυμάζει κανείς για την απλότητα και σοβαρότητα των διηγήσεων – οι διηγήσεις περί του πάθους Του είναι απολύτως ρεαλιστικές (όχι φανταστικές και μυθικές ιστορίες όπως στα απόκρυφα Ευαγγέλια) και δεν κάνουν οι ευαγγελιστές καμία αρνητική κριτική για τους διώκτες του Χριστού, τον Ιούδα, τους αρχιερείς και τους Ρωμαίους (αν και γράφτηκαν από χριστιανούς μάρτυρες των γεγονότων), πράγμα που πιστοποιεί την υπευθυνότητα των ευαγγελιστών – άλλωστε δεν διστάζουν τα ευαγγέλια να καταγράψουν την ολιγοπιστία και την δειλία των μαθητών, ή ότι ένας λ.χ. κορυφαίος απόστολος όπως ο απ. Πέτρος τον αρνήθηκε τρεις φορές. Μάλιστα ο για τρία χρόνια μαζί του ευρισκόμενος και μαθητευόμενος Ιούδας τον πρόδωσε στους αρχιερείς και τους Ρωμαίους, σημαντικότατο παράπτωμα που δεν αποκρύπτουν οι ευαγγελιστές.
Τέλος, διαθέτουμε σήμερα πάνω από 24.000 τμήματα αντιγράφων της ελληνικής Αγίας Γραφής (Παλαιάς και Καινής Διαθήκης), που απέχουν ελάχιστα χρόνια από τα πρωτότυπα και που διαφέρουν μεταξύ τους μόνο σε ορισμένες λεπτομέρειες. Για να καταλάβουμε τι σημαίνει αυτό εξηγούμε πως ο αριθμός των καλυτέρων αντιγράφων κειμένων των αρχαίων Ελλήνων και Ρωμαίων συγγραφέων κυμαίνεται από 3-5 (Κάτουλλος – Αριστοτέλης) έως και 100 το πολύ αντίγραφα (Σοφοκλής), με εξαίρεση την Ομηρική Ιλιάδα που ανέρχεται σε 643 σωζόμενα χειρόγραφα. Ακόμη, το χειρόγραφο π.χ. John Ryland, που περιέχει τμήμα του κατά Ιωάννην Ευαγγελίου, χρονολογείται περί το 130 μ.Χ., δηλαδή 30 μόλις χρόνια περίπου μετά την συγγραφή του τελευταίου ευαγγελίου! Δηλαδή τα Βιβλικά κείμενα είναι τα αρχαιότερα και πολυπληθέστερα διασωθέντα χειρόγραφα, σε αντίθεση με όλα τα άλλα διασωθέντα των Ελλήνων και Ρωμαίων αρχαίων συγγραφέων (Πλάτωνα, Θουκιδίδη, Σοφοκλή, Αριστοτέλη, Ιουλίου Καίσαρα κ.α.), που απέχουν από την χρονολογία πρωτότυπης συγγραφής τους από 1.000 (Ιούλιος Καίσαρας) έως και 1.600 περίπου χρόνια (Κάτουλλος). Για παράδειγμα, έργα του Ομήρου δεν έχουμε πριν τον 13ο αι. μ.Χ., τα αρχαιότερα διασωθέντα κείμενα του Πλάτωνα χρονολογούνται τον 9ο αι. μ.Χ., του Θουκιδίδη η Ιστορία και του Ηροδότου σώζονται σε χειρόγραφα του 10ου αι. μ.Χ., κ.ο.κ.
Γιατί τότε πολλοί δεν πιστεύουν στη Θεανδρικότητα του Χριστού και στην Ανάστασή Του; Διότι ο Χριστός ήταν, είναι και θα είναι μυστήριο λειτουργικό: δεν συλλαμβάνεται ορθολογιστικά, αλλά αποκαλύπτεται εσωτερικά, εκκλησιαστικά, μυστηριακά και δια του Αγίου Πνεύματος. Ο ίδιος αποκαλύπτει το μυστήριο της ‘νέας γέννησης’ στον άρχοντα Νικόδημο, της αναγέννησης δηλαδή του πιστού δια της Θείας Χάριτος. Αυτό φάνηκε και στον δρόμο προς Εμμαούς, όπου οι πορευόμενοι μ’ Αυτόν μαθητές δεν τον αναγνώρισαν παρά μόνο όταν τέλεσε την Θεία Κοινωνία μπροστά τους. Αλλά και στον δύσπιστο Θωμά, και μέσω αυτού σε μας, προφητεύει ότι ευτυχισμένοι θα είναι όσοι δεν τον βλέπουν με τα σωματικά τους μάτια, αλλά εμπειρικά τον ζουν με τα μάτια της αγιοπνευματικής ζωής.
Οι προϋποθέσεις για αυτήν την συνάντηση με τον Χριστό είναι μια ζωή ταπείνωσης, αγάπης, καθαρής καρδιάς και συμμετοχής στα εκκλησιαστικά μυστήρια. Το μυστήριο του Σταυρού και της Αναστάσεως του Θεανθρώπου είναι μυστήριο σωτηρίας, από τώρα και για την αιωνιότητα. Δεν πρέπει λοιπόν να το προσεγγίζουμε μόνο συναισθηματικά και ιστορικά, αλλά ασκητικά και μυστηριακά. Θα πρέπει να συμμετέχουμε, ζώντες εν μετανοία, στις εντολές του Χριστού και κοινωνώντας μετά από εξομολόγηση το θεωμένο και ζωηφόρο σώμα και αίμα του Χριστού στην θεία Ευχαριστία. Ο σταυρός είναι ο άξονας ζωής για όλες τις δραστηριότητές μας και όλες τις σκέψεις μας. Οφείλουμε να ζούμε θυσιαστικά προς τους άλλους, αρνούμενοι τον εγωισμό μας, όπως ο Κύριος που είναι το σφαγμένο για χάρη μας αρνίο. Μόνο τότε θα αναστηθεί ο Χριστός στην καρδιά μας και θα γνωρίσουμε την δόξα Του. Δηλαδή πρέπει να θάψουμε τη μιζέρια μας, την κακόγλωσση συμπεριφορά μας, τις ζήλειες μας, τις αρνητικές φαντασιώσεις μας, την αδικία μας, το μίσος και γενικά τα πάθη μας.
Όλα αυτά να τα μεταμορφώσουμε σε ανιδιοτελή προσφορά προς τον συνάνθρωπό μας, ενώ παράλληλα, πνευματικά, θα επικοινωνούμε δια της προσευχής προς τον μόνο μεσίτη μεταξύ Θεού και ανθρώπων, τον Κύριο Ιησού, που καταδέχθηκε τα πάθη δια την ημών σωτηρία, χωρίς να είναι υποχρεωμένος να το κάνει. Το έκανε από την άπειρη αγάπη του προς εμάς. Έτσι και εμείς να πράττουμε, για να βαδίζουμε προς τον αγιασμό μας και τη θέωσή μας.

Γιατί μόνο ο Ευαγγελιστής Ιωάννης αναφέρει το μέγιστο γεγονός της Ανάστασης του φίλου του Χριστού Λαζάρου, ενώ οι άλλοι Ευαγγελιστές το αποσιωπούν;



Γιατί μόνο ο Ευαγγελιστής Ιωάννης αναφέρει το μέγιστο γεγονός της Ανάστασης του φίλου του Χριστού Λαζάρου, ενώ οι άλλοι Ευαγγελιστές το αποσιωπούν;


Γιατί μόνο ο Ευαγγελιστής Ιωάννης αναφέρει το μέγιστο γεγονός της Ανάστασης του φίλου του Χριστού Λαζάρου, (Ιωανν. κεφ. 11), ενώ οι άλλοι Ευαγγελιστές το αποσιωπούν;

Δεν έγραψαν οι άλλοι Ευαγγελιστές περί αυτού του γεγονότος, γιατί κατά την συγγραφή των Ευαγγελίων τους, ο Λάζαρος ζούσε και τον έβλεπαν και γιατί ο ίδιος ο Λάζαρος διηγούταν το θαύμα. Ο Άγιος Ιωάννης όμως, το έγραψε μετά την κοίμηση του Λαζάρου, (στην Κύπρο το 63 μ.Χ), και μάλιστα λέγουν πολλοί, ότι για αυτό και μόνο το θαύμα, που έγινε στην Βηθανία, που ο Κύριος τον Ανέστησε ενώ ήταν ήδη τέσσερις μέρες στον τάφο, (και βεβαίως περί της θεολογίας της ανάρχου Γεννήσεως του Χριστού), συνέγραψε το Ευαγγέλιο.
Επί τη ευκαιρία, ο Ευαγγ. Ματθαίος, έγραψε το Ευαγγέλιο οκτώ χρόνια μετά την Ανάληψη του Ιησού, ο Ευαγγ. Μάρκος δέκα χρόνια μετά την Ανάληψη του Ιησού, ο Ευαγγ. Λουκάς δεκαπέντε χρόνια μετά την Ανάληψη του Ιησού. Ο άγιος Ιωάννης το έγραψε δύο χρόνια μετά την κοίμηση του Λαζάρου ή τριάντα δύο χρόνια μετά την Ανάληψη του Χριστού.
Επεξεργασία, Ορθόδοξες – Απαντήσεις
Απρίλιος 2014

Πόσα χρόνια πρέπει να περάσουν για να κάνουμε εκταφή του νεκρού μας;


Κανονικά, εκταφή του νεκρού ΔΕΝ γίνεται, εκτός αν υπάρχει σοβαρός λόγος…(μεταφορά οστών στην πατρίδα του νεκρού, ταφή μέλους ίδιας οικογένειας στον ίδιο τάφο κλπ). Εκταφή δεν γινότανε ούτε παλιά και αυτό πιστοποιείται από τις αρχαιολογικές ανασκαφές που ακόμα και σήμερα φέρνουν στο φως χριστιανικούς τάφους πολλών αιώνων που ουδέποτε ανοίχτηκαν. Ακόμα από ορισμένους κανόνες που τιμωρούν την τυμβωρυχία (όπως ο ζ’ κανόνας του Γρηγορίου Νύσσης) φαίνεται ότι υπονοούν ότι δεν επέτρεπε η τότε συνήθεια να μετακινούνται από τους τάφους τα οστά.
Δεν θα υπήρχε βέβαια ωραιότερο πράγμα από το να αναπαύεται κανείς «μέχρι της κοινής αναστάσεως» στον τάφο του, προσβλέποντας κατά τον ωραίο συμβολισμό προς την ανατολή και περιμένοντας την έσχατη σάλπιγγα. (Ι.Μ.Φουντούλης)
Αν πρέπει όμως για κάποιους λόγους να γίνει εκταφή, καλό είναι να έχουν περάσει τουλάχιστον 3 χρόνια, ή τέλος πάντων διάστημα αρκετό ώστε να έχει γίνει πλήρης αποσύνθεση του σώματος και σε καμία περίπτωση χρονικό διάστημα μικρότερο των 2 ετών. Δυστυχώς, στις μεγάλες πόλεις λόγω περιορισμένου χώρου γίνεται εκταφή και τα λείψανα μεταφέρονται μέσα σε οστεοθήκες σε ειδικό χώρο.
Όμως πραγματικά υποφέρουμε από έλλειψη χώρου; Ας δούμε μια απλοϊκή αριθμητική συλλογική:
Στην Ελλάδα κάθε χρόνο έχουμε περίπου 100.000 νεκρούς.
Ο κάθε τάφος καταλαμβάνει περίπου 3 τετραγωνικά χώρο.
Άρα κάθε χρόνο χρειαζόμαστε 300 στρέμματα γης για να θάβουμε τους νεκρούς μας.
Νομίζετε ότι είναι υπερβολικό το νούμερο;;
Μάλλον όχι, αφού τα 300 στρέμματα αναλογούν σε όλη την ελληνική επικράτεια άρα ο κάθε νομός, χρειάζεται περίπου 6 στρέμματα ετησίως.
Βέβαια ένας μικρός νομός θα χρειαστεί λιγότερα και ένας μεγάλος πολύ περισσότερα. Όμως χώρος υπάρχει και μάλιστα πολύς. Γιατί δεν μπορεί να έχουμε χώρο για γήπεδα, τεράστια εμπορικά κέντρα, μεγάλες μονάδες παντός τύπου, νεροτσουλήθρες και πίστες αυτοκινήτων και να λέμε ότι δεν έχουμε χώρο να θάψουμε τους νεκρούς μας…Εκτός και αν βγάλουμε όλες τις περιοχές ακατάλληλες για κοιμητήρια και κατάλληλες για κάθε άλλη χρήση.
Τα 6 λοιπόν, κατά μέσο όρο, αυτά στρέμματα μπορούν να φιλοξενήσουν 2.000 τάφους.
Υπάρχει κανένας λόγος το κοιμητήριο να βρίσκεται στο κέντρο της κάθε πόλης ή του κάθε χωριού; Όχι βέβαια. Παλιά αυτό ήταν υποχρεωτικό, γιατί ούτε μέσα υπήρχαν να μεταφερθεί εύκολα ο νεκρός, αλλά ούτε μπορούσαν και να διανύσουν μια μεγάλη απόσταση αυτοί που τον συνόδευαν στην τελευταία του κατοικία. Σήμερα πάμε παντού εύκολα και γρήγορα.
Το κόστος για 6 στρέμματα γης είναι 90.000ευρώ σε περιοχή που είναι εκτός σχεδίου και εκτός οικισμού, αν είναι ταυτόχρονα μη καλλιεργήσιμη και μη εκμεταλλεύσιμη το κόστος είναι πολύ μικρότερο. Επίσης προσέξτε μιλάμε για να καλυφθούν οι ετήσιες ανάγκες ενός νομού και όχι μόνο μιας πόλης ή ενός χωριού.
Εδώ λοιπόν πρέπει να πάρει θέση η εκκλησία και να προχωρήσει άμεσα σε κατάλληλες αγορές τέτοιων εκτάσεων ώστε να καλυφτούν όλες οι ανάγκες της κάθε Μητροπόλεως και επαρχίας, γιατί όχι για τα επόμενα 500 χρόνια (κάντε τον παραπάνω αριθμητικό συλλογισμό για 500 χρόνια να δείτε ότι και πάλι λογικό είναι το κόστος αλλά και η στρεμματική έκταση – κάθε χρόνο καίγονται πολύ παραπάνω στρέμματα γης από όση έκταση θα απαιτούνταν για να θάψουμε νεκρούς 500 χρόνων!!!).
Τα 90.000 λοιπόν ευρώ αντιστοιχούν σε 2.000 τάφους. Πόσο στοιχίζει ο κάθε τάφος; Μόλις 45ευρώ…
Με 45 ευρώ γίνεται αποκέντρωση, με 45 ευρώ δεν θα χρειαστεί ποτέ να γίνει εκταφή του νεκρού μας. ΠΟΤΕ. Θα αναπαύεται μέχρι να αναστηθεί κατά την Δευτέρα Παρουσία. Θα αναπαύεται με βέβαιη την ελπίδα: «προσδοκώ ανάσταση νεκρών και ζωή του μέλλοντος αιώνος. Αμήν».

Η ταφή,η εκταφή και τα άλιωτα σώματα.Θεολογική προσέγγιση


Από τους πρώτους χρόνους της χριστιανωσύνης, υπήρχε συνήθεια να θάβονται οι χριστιανοί, καί μέσα οτούς ναούς, σε ειδικούς χώρους, ή καί κάτω από το "Αγιο Βήμα. Γι' αυτό ο άγιος Έφραίμ ό Σύρος, ορίζει στην διαθήκη του να μην ταφεί οτόν ναό, ή κάτω από το θυσιαστήριο του ναού. Αυτό γινόταν καί στην πατρίδα μας, ιδίως στα νησιά, μέχρι τελευταία, κατά τα χρόνια της σκλαβιάς, ως μαρτυρεί ό άγιος Νικόδημος ό Αγιορείτης (Πηδάλιο έκδ. Αστέρος σελ. 293, ύποσημ.). Σήμερα όμως ό χώρος ενταφιασμού των νεκρών, είναι αποκλειστικά ό ειδικός χώρος του νεκροταφείου.Μπαίνοντας, λοιπόν, το σώμα στην γη, στον τάφο αρχίζει νά λυώνει. Φθείρεται, γίνεται ένα με την γη «γη εΐ καί εις γήν άπελεύσει». Λέγεται, πώς πρώτα φθείρεται το μάτι, επειδή άπ' αυτό το μάτι, την όραση του καρπού, ήρθε ή αμαρτία στον κόσμο. Καί επειδή το σώμα φθείρεται, μυρίζει αναπόφευκτα.Έχει όμως σημασία το πού ακριβώς θά ταφεί ο νεκρός. Ό Τωβίτ λέει στο παιδί του: «παιδίον, εάν αποθάνω θάψον με, καί με ύπερίδης τήν μητέρα  σου... όταν άποθάνη θάψον αυτήν παρ' έμοί εν ένί τάφω» (Τωβίτ,δ'3-5).Ηταν τιμωρία γιά τόν προφήτη Αχιά τό νά μήν ταφεί στήν γη των πατέρων του. (Γ Βασιλειών, ιγ', στίχ. 22). Ό Μωυσής φεύγοντας από την Αίγυπτο πήρε μαζί του τα οστά του Ιωσήφ, εκπληρώνοντας την έπιθυμία του Πάγκαλου Ιωσήφ. (Γένεσ.50,25). Έπιθυμία τού Ιακώβ ήταν να ταφεί στην γη Χαναάν, ενώ πέθανε στην Αίγυπτο. «Ό πατήρ μου ώρκισέ με λέγων: Έν τώ μνημείω ό ώρυξα έμαυτώ έν γή Χαναάν, εκεί με θάψεις» Γένεσ. ν' 5). Ό άγιος Ανδρόνικος επιθυμούσε να πεθάνει εκεί πού τάφηκε ή σύζυγος του, αγία Αθανασία. Εκεί πέθανε και ετάφη, καίτοι ο Γέροντας του Δανιήλ, του πρότεινε να ακολουθήσει! Ό πρώτος Αρχιεπίσκοπος της Σερβίας, άγιος Σάββας (+1235) μετέφερε τα οστά του πατέρα του, αγίου Συμεών, από το Άγιο Όρος στην Σερβία, στο μοναστήρι της Στουντένιτσας. Ό άγιος Χρυσόστομος, θαμμένος ως έξόριοτος στα Κόμανα της Μ. Ασίας αρνιόταν επιμόνως, καί κατά τρόπο θαυματουργικό, να μεταφερθούν τα άγια λείψανα του, στην Κων/πολη. Ό στρατηγός του Μ. Κων/νου, Λεόντιος, αρρώστησε βαρεία. Καί έγινε καλά από τον άγιο Δημήτριο, άφοϋ προσκύνησε τον τάφο του. Γυρίζοντας για την πατρίδα του, προσκύνησε τον τάφο του. Γυρίζοντας για την πατρίδα του, ζήτησε λείψανα του αγίου για να φτιάξει εκεί εκκλησία είς μνήμη του αγίου. Του παρουσιάζεται, όμως, ό άγιος καί του λέει: «Να μη με διαχώρισης, αλλά να με άφήσης άκέραιον είς τήν πατρίδα μου» (Μέγας Συναξαριστής, Όκτώβριος σελ. 602). Ό νεοφανής άγιος "Αρσένιος ό Καππαδόκης, είπε σε κάποιο δούλο του Θεοϋ «Εσύ θα κατεβής εδώ εγώ θα κατεβώ στην Θεσ/νίκη, διότι εκεί μένω»( Ό άγιος Αρσένιος ό Καππαδόκης σελ. 31). Ή δούλη του Θεού Ελευθερία, θαμμένη σε τούρκικο νεκροταφείο δεν είχε καθόλου ανάπαυση στην ψυχή της! (αυάτόθι σελ. 129). Φαίνεται, πώς η  Παναγία είχε κάποια επιθυμία: Γεθσημανή τω χωρίω κηδεύσατέ μου το σώμα». Αυτά, λοιπόν, δείχνουν πώς οί ψυχές αναπαύονται όταν ενταφιάζονται έκεί πού επιθυμούν
2. Έκταφή-'Άλυωτα σώματα.

Σέ τρία περίπου χρόνια το νεκρό σώμα διαλύεται. Υπάρχουν βεβαια καί περιπτώσεις πού καί μετά τα τρία χρόνια, το σώμα παραμένει άλυωτο. Αυτό οφείλεται είτε οτήν μορφολογία του εδάφους είτε στην Ιδιοσυγκρασία του σώματος. Φυσιολογικά, το σώμα σε 5-7 χρόνια να διαλυθή. Καί άφοϋ διαλυθή γίνεται έκταφή. Παίρνουν τα κόκκαλά του, τα πλένουν με κρασί, τα θέτουν σε ειδικό κιβώτιο, τα φέρνουν στην εκκλησία, οτό μέσο καί γίνεται κανονικό μνημόσυνο. Κατόπιν, ή τα εναποθέτουν σε ειδικό οικίσκο του ναού ή ξανά ατό τάφο. "Αν όμως το σώμα δεν διαλύεται, καί επί πλέον έχει παραμορφωθεί, φουσκωμένο ως τύμπανο, τότε αυτό είναι ανησυχη­τικό. Σημείο πώς ή ψυχή βασανίζεται. Υποφέρει. Διότι σε κάτι είναι «δεμένη». Τί, λοιπόν, συμβαίνει;
α) Να είναι από κάποιον καταραμένη!
β) "Η ό ίδιος ό άνθρωπος να καταράσθηκε τον εαυτόν του να τον αναθεμάτισε, καί να ορκίσθηκε σ' αυτόν,
 γ. "Η, νάταν άδικος πολύ (έκλεβε, αδικούσε).
Ή Εκκλησία θέσπισε είδικές συγχωρητικές ευχές «είς πάσαν άράν καί άφορισμόν είς τεθνεώτα, άναγινωσκόμενα παρ' Άρχιερέως, ή έξ' ανάγκης παρά Πνευματικού Πατρός, εί ου πάρεστιν 'Αρχιερεύς» (Ή θεία Λειτουργία κ.λ.π., Δ. Σαλιβέρου, σελ. 102). Καί μεταξύ άλλων λένε οί ευχές: είτε ύπό, κατάραν πατρός ή μητρός, ε'ίτε τω ίδίω άναθέματι ύπέπεσεν ό δούλος σου ούτος (δείνα) είτε τίνα των ιερωμένων παρεπϊκρανε, καί παρ' αύτοϋ δεσμόν άλυτον έδέξατο, είτε υπό Άρχιερέως βαρυτάτω άφορισμώ περιέπεσε καί αμέλεια ή ραθυμία  χρησάμενος, ουκ έτυχε συγχωρήσεως, συγχώρησαν αύτώ δι' έμαυτου αμαρτωλού».
Στόν   βίον   του   αγίου   Διονυσίου   Αρχιεπισκόπου   Ζακύνθου, διαβάζαμε: «Ευρισκόμενος ό "Αγιος είς την πόλιν, έτυχε να ανοίξουν τάφον εις τον Ναόν του αγίου Νικολάου των Ξένων, οϋτω καλούμενον διότι εκεί ένεταφιάζοντο οΐ ξένοι, είναι δε ό Ναός ούτος καί Μητρόπολις της Ζακύνθου. Είς τον τάφον αυτόν επρόκειτο να ενταφιάσουν, άλλο λείψανον καί εύρον σώμα γυναικός προ πολλού άποθαμένης, το όποιον ήτο άδιάλυτον με τα ενδύματα του, διότι άπέθανεν με δεσμόν αφορισμού ή ταλαίπωρος. Ήλθον όθεν οι συγγενείς  αυτής  καί προσέπεσον  είς  τους  πόδας του  Αγίου, παρακαλούντες αυτόν με δάκρυα να ύπάγη είς τον Ναόν αυτόν να ανάγνωση εύχήν συγχωρητική είς εκείνο το δεδεμένον σώμα, ϊσως καί ο Κύριος ήθελε εισακούσει την δέησίν του. Ευοπλαχνισθείς ό "Αγιος τα δάκρυα των έπήγεν είς τον Ναόν νύκτα βαθείαν, έχων είς την συνοδείαν του τον Διάκονόν του καί τον Έφημέριον του αύτοϋ Ναού, ίδών το πτώμα εκείνο προοτάσσει να το έκβάλουν έξω από τον τάφον καί να τον στήσουν ορθόν είς εν στασίδιον της Εκκλησίας. Τότε φορών τό έπιτραχήλιον του καί το ώμοφόριον,κλίνας τα γόνατα καί προσευχόμενος ώραν ικανήν, έδέετο του Θεού με θερμά δάκρυα να λύση από τον δεσμόν του αφορισμού το άλυτον εκείνο σώμα. Ενώ δε ό "Αγιος άνεγίνωσκεν έπ' αύτοϋ την ουγχωρητικήν εύχήν, ω του θαύματος!, ως να ήτο έμψυχον το άπνουν εκείνο σώμα, κλίναν την κεφαλήν με κάποιον σχήμα προσκυνήσεως προς τον "Αγιον, ως δι' εύχαριστίαν της μεγάλης χάριτος,την οποίαν έλαβεν, έπεσε καταγής καί διελύθη παντελώς είς χώμα καί οστά... Παρόμοιον θαύμα έκαμε καί  εις  άλλου  ανδρός   άφορισμένον   λείψανον,  εις   χωρίον Καταστάριον» (Μέγας Συναξαριοτής, Δεκέμβριος, αελ. 491).
ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ.
 "Ηδη από την παλαιολιθική εποχή, έχομε σεβασμό στο νεκρό καί ιδέα της μέλλουσας ζωής. (Παν. Τρεμπέλα, απολογητικοί Μελέται τ.Γ. σελ. 364) Εκείνο όμως πού έχει ιδιαίτερη σημασία εδώ, είναι πώς ή ταφή ενός νεκρούς στους πρωτόγονους λαούς, «χρωματιζόταν >· από την αΙώνια ζωή. Γι' αυτό έβαζαν τον πεθαμένο σε φέρετρο, σχήμα βάρκας, σύμβολο πλεύσεως προς την αθανασία. Οί πενθούντες λούζονταν ομαδικά στο κοντινό ποτάμι ή για ένα διάστημα έκαναν αποχή από ορισμένα φαγητά καί από τις συζυγικές σχέσεις, καί απομονώνονταν από τον κόσμο. Καί δλα αύτά γινόταν με την πίστη πώς ό νεκρός έφυγε από τον παρόντα κόσμο καί πάει στόν άλλο κόσμο. Γι'αυτό θά πρέπει άπό ·δω νά θοηθηθεΙ»(E.O.James,The origins of religion,London P.68-87).
II. Ή κατάρα από λαϊκό είναι αβέβαιο αν «θα πιάσει». Από κληρικό όμως εΐναι σίγουρο. Διότι ό κληρικός έχει ιερωσύνη. Καί ιερωσύνη σημαίνει εξουσία. Καί ή κατάρα είναι χρήση εξουσίας. "Εχουμε αναρίθμητα καί συγκλονιστικά περιστατικά, που δείχνουν την καταπληκτική ενέργεια της κατάρας των κληρικών! Ακόμα καί άγιος, καί μάρτυρας να γίνει ό άλλος, αν έχει δεσμό ή κατάρα από Ιερέα, ό δεσμός δεν λύνεται, αν δεν διαβασθή ή ειδική συγχωρητική
Από το βιβλίο του αρχ.Βασιλείου Μπακογιάννη «Μετά θάνατον»;

Σταυρώνοντας ξανά τον Αναστημένο Χριστό μας Πρωτοπρεσβύτερος π. Χρήστος Αιγίδης


Για μια ακόμα φορά το Θείο δράμα έλαβε τέλος και η Ανάσταση του Κυρίου μας έγινε η αρχή για μια άλλη ζωή, την αιώνια και ατελεύτητη, τη ζωή στον Παράδεισο, τη ζωή για την οποία πλαστήκαμε. Ο Χριστός ανέβηκε στον Σταυρό, άνοιξε τα χέρια Του να αγκαλιάσει την όλη ανθρωπότητα για να έχουμε εμείς ξανά την δυνατότητα και την προοπτική του Παραδείσου.
xanastavronontas_inside
Ο Αναστημένος Χριστός μας καλεί πλέον αδελφούς , φίλους και συνοδοιπόρους Του. Μας υπόσχεται πως θα είναι για πάντα, αιώνια κοντά μας. Ο συνηθισμένος χαιρετισμός του Αναστημένου Κυρίου μας είναι το « Ειρήνη υμίν» και το «χαίρετε!», δύο προτροπές που στην εποχή μας είναι επίκαιρες μα και πολύ αναγκαίες. Όταν η καθημερινότητά μας κατακλύζεται από το άγχος και την ταραχή και όταν στις ζωές των ανθρώπων κυριαρχεί η κατάθλιψη, το μήνυμα της Αναστάσεως είναι αυτό που χαρίζει την ελπίδα και το φως στην πολύπαθη ζωή μας με τις αμέτρητες δυσκολίες της.
Η χαρά της Αναστάσεως είναι το αντίδοτο στην θλίψη!
Η Χαρά της Αναστάσεως νικάει τις αγωνίες και το άγχος!
Η Χαρά της Αναστάσεως συνθλίβει την κατάθλιψη!
Η νίκη κατά του θανάτου, του έσχατου εχθρού, ανοίγει την προοπτική της νίκης κάθε δυσκολίας και εμποδίου της ζωής. Όταν ο άνθρωπος γνωρίζει και προ πάντων βιώνει ότι ο θάνατος δεν είναι το τέλος, τότε τα πάντα στον κόσμο αυτό σχετικοποιούνται. Οι αποτυχίες και οι συμφορές δεν μας προσδιορίζουν απόλυτα. Ακόμη και  ο ίδιος ο Άδης παύει να είναι χώρος σκότους και γίνεται χώρος φωτός! Εκεί συναντιόμαστε όλοι οι θνητοί, όχι πια ως σκιές, αλλά ως συν-θριαμβευτές Αυτού που επάτησε τον θάνατο θανάτω.
Είναι πολύ θλιβερό εμείς οι Χριστιανοί να μένουμε ανυποψίαστοι και ασυγκίνητοι μπροστά στο καινό μνημείο.
Να μένουμε κολλημένοι στις μικρότητες και στις παραξενιές μας.
Να παραμένουμε αφιλάνθρωποι και σκληροί στους αδελφούς μας μετά από μια Ανάσταση.
Να συνεχίζουμε την άχαρή και άχρωμη ζωή μας, τη γεμάτη κακία και μικροψυχία , ενώ ο Χριστός Ανέστη!
Να είμαστε εγκλωβισμένοι στην ιδιωτική (δήθεν) πνευματική ζωή μας ενώ προοριζόμαστε είμαστε πλασμένοι για την Κοινωνία του Παραδείσου συντροφιά με τον Αναστάντα Κύριο μας.
Είναι ακόμα πιο θλιβερό η δική μου δυσκολία να παραμένει πιο πάνω από την Ανάστασή Του!
Το δικό μου σκοτάδι να είναι πιο δυνατό από το Φως της Αναστάσεώς Του!
Η δική μου θλίψη να νικάει την Χαρά της Αναστάσεως Του!
Κι αυτό εξαιτίας μίας αφρόνου φιλαυτίας που οδηγεί στην παράχρηση και κατάχρηση της ελευθερίας μας.
Κάπως έτσι ανεβάζουμε και πάλι τον Αναστημένο Κύριό μας στον δικό μας Γολγοθά και Του στήνουμε και πάλι Σταυρό για να ανέβει.
Και όμως ΧΡΙΣΤΟΣ ΑΝΕΣΤΗ! Και ας μην το καταλάβαμε εμείς…
ΑΛΗΘΩΣ ΑΝΕΣΤΗ Ο ΚΥΡΙΟΣ !!!

Ι.Μ. Πειραιώς, Ο σωτηριολογικός χαρακτήρας του εορτασμού του Πάσχα


20.jpg
ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΠΕΙΡΑΙΩΣ
ΓΡΑΦΕΙΟ ΕΠΙ ΤΩΝ ΑΙΡΕΣΕΩΝ ΚΑΙ ΤΩΝ ΠΑΡΑΘΡΗΣΚΕΙΩΝ

Εν Πειραιεί τη 27η Απριλίου 2017
    Όπως και άλλοτε, σε παλαιότερη ανακοίνωσή μας, επισημάναμε, ένα από τα μεγαλύτερα εκκλησιολογικά και εορτολογικά προβλήματα που αντιμετώπισε η αρχαία Εκκλησία κατά την διάρκεια των τριών πρώτων αιώνων της ιστορίας της, ήταν το πρόβλημα του κοινού εορτασμού του Πάσχα.
Κατά την χρονική αυτή περίοδο δεν υπήρχε σ’ όλες τις τοπικές εκκλησίες γενική ομοιομορφία εορτασμού του, ως προς την ακριβή ημερομηνία. Μάλιστα κατά τον 2ο αιώνα η ασυμφωνία αυτή έλαβε σοβαρές διαστάσεις, που οδήγησε σε έριδα μεταξύ των εκκλησιών της Μικράς Ασίας και της Ρώμης επί των ημερών του επισκόπου Σμύρνης αγίου Πολυκάρπου, (168 μ. Χ. περίπου) και του Πάπα Ρώμης Ανικήτου, (155-166μ.Χ.). Οι Μικρασιάτες εόρταζαν το Πάσχα μαζί με το εβραϊκό στις 14 του εβραϊκού μήνα Νισάν, (ο μήνας Νισάν είχε διάρκεια 29 με 30 ημέρες και συμπίπτει την περίοδο μεταξύ Μαρτίου και Απριλίου), και γι’ αυτό ονομάζονταν «Τεσσαρεσκαιδεκατήτες». Αντίθετα οι Ρωμαίοι εόρταζαν το Πάσχα την πρώτη Κυριακή μετά την εαρινή ισημερία. Επειδή λοιπόν υπήρχε κίνδυνος να δημιουργηθεί σχίσμα, μετέβη στη Ρώμη ο άγιος Πολύκαρπος περί το 154, για να συζητήσει το θέμα με τον Πάπα, ωστόσο δεν υπήρξε λύσις. Τη λύση έδωσε η Α΄ Οικουμενική Σύνοδος (325), η οποία καθόρισε συνοδικά και απόλυτα δεσμευτικά για όλες τις Εκκλησίες τον χρόνο κοινού εορτασμού της κορυφαίας αυτής εορτής. Όπως είναι γνωστό, ορίστηκε ως χρόνος εορτασμού, η πρώτη Κυριακή, μετά την πρώτη πανσέληνο, μετά την εαρινή ισημερία, με την απαραίτητη προϋπόθεση να έχει προηγηθεί ο εορτασμός του εβραϊκού Πάσχα. Ο 1ος Κανόνας της εν Αντιοχεία Συνόδου, (341), ο οποίος διασώζει το γράμμα και το πνεύμα του απολεσθέντος σχετικού Ιερού Κανόνος της Α΄ Οικουμενικής τονίζει ρητά την παραπάνω προϋπόθεση: το «(μη) μετά Ιουδαίων επιτελείν το Πάσχα». Στον μη συνεορτασμό του Πάσχα με τους Εβραίους αναφέρονται επίσης και οι «Διαταγές των Αποστόλων»: «Δει υμάς αδελφοί τους τω Χριστού εξηγορασμένους τιμίω αίματι, τας ημέρας του Πάσχα ακριβώς ποιείσθαι μετά πάσης επιμελείας μετά τροπήν ισημερινήν…μηκέτι παρατηρούμενοι μετά ιουδαίων εορτάζειν. Ουδεμία γαρ κοινωνία  ημίν νυν προς αυτούς…» (Ε΄ 17, ΒΕΠΕΣ 2,89).
Αφορμή για την παρούσα ανακοίνωσή μας πήραμε από άρθρο στην εφημερίδα «ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ», (9.4.2017), με τίτλο: «Η ΕΑΡΙΝΗ ΠΑΝΣΕΛΗΝΟΣ ΚΑΙ Ο ΕΟΡΤΑΣΜΟΣ ΤΟΥ ΠΑΣΧΑ», του διακεκριμένου αστροφυσικού επιστήμονος κ. Δ. Σιμοπούλου, επ. Δ/ντού του Ευγενιδείου Πλανηταρίου. Σύμφωνα με τον κ. καθηγητή: «Στις 11 Απριλίου, τον ουρανό μας θα στολίσει η πρώτη εαρινή πανσέληνος, η πρώτη δηλαδή πανσέληνος μετά την εαρινή ισημερία. Γι’ αυτόν τον λόγο, άλλωστε, όλες οι χριστιανικές Εκκλησίες (περιλαμβανομένης φέτος και της Ορθοδόξου) την επόμενη Κυριακή θα γιορτάσουν το Πάσχα, αφού ακολουθούν τις εντολές της Α΄ Οικουμενικής Συνόδου, που συγκάλεσε ο Μέγας Κωνσταντίνος το 325 μ. Χ. στη Νίκαια της Βιθυνίας….». Στη συνέχεια παραθέτει απόσπασμα από σύγγραμμα του μακαριστού Αρχιεπισκόπου Αθηνών κυρού Χριστοδούλου, ο οποίος είχε επισημάνει ότι: «... αξιοσημείωτον τυγχάνει το γεγονός ότι η Α΄ Οικουμενική Σύνοδος, θελήσασα να ορίση την ημέραν εορτασμού του Πάσχα, δεν ώρισε μήνας και ημέρας του Ιουλιανού Ημερολογίου, αλλ’ έθετο ως σταθεράν βάσιν του υπολογισμού την εαρινήν ισημερίαν, δηλ. ώρισε τα κατά τον εορτασμόν ουχί ημερομηνιακώς, αλλ’ αστρονομικώς, και τούτο διότι το κανονικώς ενδιαφέρον δεν είναι η ημερομηνία, αλλ’ η ισημερία». Και συνεχίζει: «Για να βρούμε επομένως την ημερομηνία της εορτής του Πάσχα ενός τυχόντος έτους, αρκεί να γνωρίζουμε ποια είναι η ημερομηνία της πρώτης εαρινής πανσελήνου και στη συνέχεια να βρούμε την πρώτη Κυριακή που ακολουθεί μετά την πανσέληνο αυτή. Με άλλα λόγια, η διαφορά του εορτασμού του Πάσχα που συνήθως υπάρχει μεταξύ Ορθοδόξων και Δυτικών δεν αφορά κάποια δογματικά θέματα της χριστιανικής θρησκείας».
   Εδώ ο κ. καθηγητής δεν ακριβολογεί. Δεν είναι μόνον  η εαρινή ισημερία και η πανσέληνος, που πρέπει να ληφθούν υπ’ όψιν, αλλά και ο μη συνεορτασμός του χριστιανικού με το εβραϊκό Πάσχα, όπως και  ο μη εορτασμός του χριστιανικού πριν από το εβραϊκό Πάσχα.
 Παρά κάτω κάνει λόγο για τον κύκλο του Μέτωνος και για την διαφορά εορτασμού του Πάσχα των Ορθοδόξων με το Πάσχα των παπικών: «Η Ελληνική Ορθόδοξος Εκκλησία, παρόλο που όπως είπαμε έχει αποδεχθεί από το 1924 το νέο Γρηγοριανό Ημερολόγιο για τις ακίνητες εορτές, εξακολουθεί ακόμη και σήμερα να χρησιμοποιεί το Ιουλιανό Ημερολόγιο αλλά και τον κύκλο του Μέτωνος για τον προσδιορισμό της ημερομηνίας του Πάσχα. Έτσι πολλές φορές, αντί να γιορτάζουμε το Πάσχα την πρώτη Κυριακή μετά την πρώτη πανσέληνο της άνοιξης, εμείς το γιορτάζουμε μετά τη δεύτερη εαρινή πανσέληνο. Μερικές φορές μάλιστα το γιορτάζουμε τη δεύτερη Κυριακή της δεύτερης πανσελήνου της άνοιξης, αντί της πρώτης Κυριακής μετά την πρώτη εαρινή πανσέληνο που όρισε η Σύνοδος της Νικαίας. Αποτέλεσμα όλων αυτών είναι και το γεγονός της διαφοράς που έχουν συνήθως στον εορτασμό του Πάσχα οι ανατολικές και δυτικές Εκκλησίες».
   Και στο σημείο αυτό πιστεύουμε, ότι δεν ακριβολογεί ο κ. καθηγητής. Η Ορθόδοξη Καθολική Εκκλησία μας εορτάζει το Άγιο Πάσχα με ακρίβεια, σύμφωνα με την απόφαση της Α΄ Οικουμενικής Συνόδου, προσαρμοσμένο στο Ιουλιανό ημερολόγιο, μετά την απαράδεκτη ημερολογιακή αλλαγή του 1924. Το πασχάλιο έμεινε ανέγγιχτο, διότι εάν εθίγετο, όχι απλά θα δημιουργούσε εορτολογική διάσπαση και στις κινητές εορτές, αλλά και θα παρέβαινε την απόφαση της Α΄ Οικουμενικής. Αντίθετα η Δύση κατά τον 16ον αιώνα, (1582), επί Πάπα Γρηγορίου του ΙΓ΄ υιοθέτησε το νέο ημερολόγιο, (το Γρηγοριανό), το οποίο αντικατέστησε το λανθασμένο Ιουλιανό, ως προς την εαρινή ισημερία. Σύμφωνα με το Ιουλιανό, η εαρινή ισημερία μετατοπιζόταν κατά μία μέρα κάθε 128 χρόνια, γεγονός μη επιθυμητό, ενώ σύμφωνα με το Γρηγοριανό, η εαρινή ισημερία μετατοπίζεται μόλις μία ημέρα κάθε 3.300 χρόνια. Οι Ρωμαιοκαθολικοί όμως μαζί με την αλλαγή του ημερολογίου συμμετέβαλαν και τον Πασχάλιο Κανόνα, κατά τρόπον, που αντιβαίνει προς τον σχετικό Κανόνα της Α΄ Οικουμενικής Συνόδου. Και τούτο διότι έκτοτε έπαυσαν να παρακολουθούν το εβραϊκό Πάσχα. Εορτάζουν μεν το Πάσχα κάθε χρόνο την πρώτη Κυριακή μετά την πρώτη πανσέληνο της εαρινής ισημερίας, χωρίς όμως να λαμβάνουν υπ’ όψιν, αν έχει προηγηθεί ο εορτασμός του εβραϊκού Πάσχα. Επειδή δε οι μεταγενέστεροι Ραβίνοι έχουν αλλάξει επίσης το παλαιό εβραϊκό πασχάλιο, το αποτέλεσμα είναι ότι συχνά το Πάσχα των Λατίνων να προηγείται του εβραϊκού, πράγμα το οποίο έρχεται σε αντίθεση με τον όρο της Α΄ Οικουμενικής, ο οποίος προβλέπει να εορτάζεται το Πάσχα των χριστιανών πάντοτε μετά το εβραϊκό.
   Βεβαίως γνωρίζουμε, ότι υπάρχει πρόβλημα με το λανθασμένο Ιουλιανό, ημερολόγιο, όπως και με το πρόβλημα λόγω του κύκλου του Μέτωνος. Ωστόσο για μας τους Ορθοδόξους προέχει, σε σχέση με την ημερολογιακή ακρίβεια, η εορτολογική ενότητα όλων των Ορθοδόξων Εκκλησιών, έστω στις κινητές εορτές και βέβαια στο Πάσχα. Ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος προτιμά χάριν της ενότητος και της πιστής τηρήσεως των ιερών συνοδικών θεσπισμάτων να εορτάζομε το Πάσχα έστω και με εσφαλμένη χρονολογία: «Πανταχού τη Εκκλησία μετ’ ακριβείας επόμεθα, την αγάπην και την ειρήνην προτιμώντες απάντων. Ει γαρ και εσφάλετο η Εκκλησία, ου τοσούτον κατόρθωμα από της των χρόνων ακριβείας ήν, όσον έγκλημα από της διαιρέσεως και του σχίσματος τούτου …Ουδέ γαρ η Εκκλησία χρόνων ακρίβειαν οίδεν. Αλλ’ επειδή παρά την αρχήν πάσιν έδοξε τοις πατράσι διηρημένοις ομού συνελθείν και ταύτην ορίσαι την ημέραν, την συμφωνίαν πανταχού τιμώσα και την ομόνοιαν αγαπώσα, κατεδείξατο το επιταχθέν» (Εις τους τα πρώτα Πάσχα νηστεύοντας, PG 48,870-872).
   Η αλλαγή του ημερολογίου από τους παπικούς και η συνεπακόλουθη αλλαγή του Πασχαλίου έφερε, κατά θεία οικονομία, και ένα θετικό αποτέλεσμα: Το να μην συνεορτάζουμε οι Ορθόδοξοι το Πάσχα τις περισσότερες φορές με τους Παπικούς την ίδια ήμερα. Αυτός ο μη κοινός συνεορτασμός έρχεται σε απόλυτη συμφωνία με τους Ιερούς Κανόνες και τους αγίους Πατέρες, οι οποίοι καθώς απαγόρευαν τις συμπροσευχές με αιρετικούς, κατά μείζονα λόγον απαγόρευαν κάθε εορτολογική (επι)κοινωνία με τους αιρετικούς και επομένως κοινό συνεορτασμό του Πάσχα. Ο απαράβατος δηλαδή όρος της Α΄ Οικουμενικής: το «(μη) μετά Ιουδαίων επιτελείν το Πάσχα», ισοδυναμεί με το ιεροκανονικό και αγιοπατερικό παράγγελμα: «μη μετά αιρετικών-ετεροδόξων επιτελείν το Πάσχα».
  Τα όσα αναφέραμε παρά πάνω, ασφαλώς δεν σημαίνουν ότι αμφισβητούμε την επιστημονική- αστρονομική εγκυρότητα των παρατηρήσεων του κ. καθηγητή. Απλώς ο κ. καθηγητής είδε το θέμα μόνον από αυστηρή επιστημονική σκοπιά, ενώ το θέμα έχει και την εκκλησιολογική του διάσταση, την οποία φυσικό είναι  να μην γνωρίζει ο κ. καθηγητής, η οποία όμως, (εκκλησιολογική διάσταση), είναι πολύ ουσιώδης, σύμφωνα με όσα επισημαίνει ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος, όπως είδαμε προηγουμένως.
   Κλείνοντας, θέλουμε να επιστήσουμε την προσοχή του πιστού λαού του Θεού, όταν διαβάζουν παρόμοια δημοσιεύματα, τα οποία συχνά δεν απηχούν τη γνώμη της Εκκλησίας, επειδή εξετάζουν τα πράγματα με μια μονομέρεια, να καταφεύγουν στην Εκκλησία. Η αγία μας Εκκλησία, δια των θεοφόρων Πατέρων, έχει λύσει τα προβλήματα αυτά και ακολουθεί όχι τις υποδείξεις του κάθε επιστήμονος, αλλά το συμφέρον της σωτηρίας του εκκλησιαστικού πληρώματος. Υπέρτατος σκοπός και έργο της Εκκλησίας δεν είναι η διακονία της επιστήμης και της ιστορίας, (τις οποίες σέβεται απόλυτα), αλλά η διακονία της σωτηρίας των ανθρώπων, η οποία θα πρέπει να είναι και το ζητούμενο από όλους μας. Εν προκειμένω, ο εορτασμός του Πάσχα είναι για μας ο εορτασμός των επινικίων του θανάτου μας, του θανάτου της αμαρτίας και του παλαιού ανθρώπου, με τον θάνατο του Κυρίου μας και ο εγκαινιασμός της νέας βιωτής μας, η οποία καταυγάζεται από το ανέσπερο φως της Αναστάσεως του Κυρίου μας Ιησού Χριστού. Γι’ αυτό και επιμένει η Εκκλησία μας να μας δείξει την αβυσσαλέα διαφορά του δικού μας Πάσχα με το εβραϊκό, το οποίο είναι μια μακρινή ανάμνηση μιας ενθετικής απελευθέρωσης, σκιά και αχνή προτύπωση  του  δικού μας αιωνίου  και κοσμοσωτηρίου χριστιανικού Πάσχα.
Εκ του Γραφείου επί τω Αιρέσεων και των Παραθρησκειών