Κυριακή, 18 Ιουνίου 2017

Περί αναστημένου σώματος: Θα υπάρχει διαφορά ανάμεσα στους απλούς χριστιανούς και στους αγίους;



Περί αναστημένου σώματος: Θα υπάρχει διαφορά ανάμεσα στους απλούς χριστιανούς και στους αγίους;

Ἡ ἀνάσταση θά εἶναι γιά ΟΛΟΥΣ ἡ ἴδια. Ὄχι μόνο γιά τούς πιστούς, ἀλλά καί γιά ὅσους δέν ἀποδέχτηκαν τό λυτρωτικό μήνυμα τοῦ Χριστοῦ. Ὅλοι θά λάβουν ἄφθαρτο σῶμα (ὄχι ἄυλο. Τό ἀναστημένο σῶμα θά εἶναι ὅπως αὐτό πού εἶχε ὁ Κύριος μετά τήν ἀνάσταση). Τό γενικότερο θέμα, ὅπως τίθεται, ἐπανέρχεται σέ διάφορα σημεῖα τῆς Καινῆς Διαθήκης. Σύμφωνα μέ τήν ἀποστολική διδασκαλία, τήν ὁποία ἀσφαλῶς ἀκολουθοῦν οἱ πατέρες, ἡ ἀνάσταση θά γίνει ἀστραπιαία. Τήν ἴδια στιγμή τό σῶμα τῶν ἐν ζωῆ πιστῶν θά μεταβληθεῖ. Πουθενά δέ γίνεται διάκριση ἀνάμεσα στούς «ἁπλούς Χριστιανούς» καί στούς «ἁγίους». (Ἐξάλλου στή γλώσσα τῆς Καινῆς Διαθήκης ὅλοι οἱ βαπτισμένοι πιστοί ὀνομάζονται «ἅγιοι», γιατί μέ τό βάπτισμά τούς εἶναι ἀφιερωμένοι στό Θεό. Αὐτή εἶναι ἡ σημασία τοῦ ἐπιθέτου «ἅγιος»). Ἡ ἀνάσταση παρουσιάζεται ὡς γεγονός πού ἀφορᾶ ὅλη τήν Ἐκκλησία, τούς πιστούς στή γῆ ἀλλά καί τούς κεκοιμημένους ἁγίους. (βλ. σχετικά Α΄  Κορ 15,47-58· Α΄ Θεσ 4,15-17· Ἑβρ 11,32-40· Ἀπ 6,9-11)
Μέχρι τή στιγμή τῆς ἀνάστασης, οἱ κεκοιμημένοι –και φυσικά καί οἱ ἅγιοι- προγεύονται τή μέλλουσα κατάσταση, ἐνῶ τό σῶμα τους περιμένει κι αὐτό τήν κοινή ἀνάσταση. Δέ βρίσκονται δηλαδή στόν παράδεισο, ἀλλά τόν περιμένουν, καί ἐξ αἰτίας αὐτῆς τῆς βεβαιότητας τόν ζοῦν ἤδη ἀπό τήν παρούσα ζωή.  (Αὐτή ἡ βεβαιότητα τῆς ἐν Χριστῶ ζωῆς ὀνομάζεται ἀπό τόν ἀπόστολο Παύλο «ἀρραβώνας». Βλ. χαρακτηριστικά τα Β΄ Κορ 1,20-22. 5,4-10· Ἐφ 1,12-14) Στήν Ἀποκάλυψη παρουσιάζονται νά δοξολογοῦν τό Θεό γύρω ἀπό τό θρόνο του (Ἀπ 7,13-17). Ἐπίσης, προσεύχονται γιά τούς πιστούς τῆς γῆς, παρακολουθοῦν τόν πνευματικό τους ἀγώνα καί τούς συμπαραστέκονται μέ ὅποιον τρόπο τούς ἐπιτρέψει ὁ Θεός (βλ. π.χ. στήν Παλαιά Διαθήκη Β΄ Βασ. 2,12-15).
Σχετικά μέ τήν κατάσταση τῆς ἀναμονῆς τῆς μέλλουσας κατάστασης καί τῆς πρόγευσής της, ὁ ἁγ. Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος παραθέτει ἕνα χαρακτηριστικό παράδειγμα ἀπό τήν καθημερινότητα τῆς ἐποχῆς του: Ἡ θριαμβευτική ἐπιστροφή ἑνός βασιλιά, πού γυρνᾶ νικητής ἀπό τή μάχη, προκαλεῖ τή χαρά ἐκείνων πού στό διάστημα τῆς ἀπουσίας του διακρίθηκαν σέ σπουδαία ἔργα γιά τή χώρα καί μέ ἀνυπόμονη χαρά περιμένουν καί τήν ἐπίσημη βράβευσή τους. Ἀντίθετα, ὅσοι τελοῦν ὑπό κράτηση γιά ἐγκληματικές πράξεις καταλαμβάνονται ἀπό ἀνυπόφορη λύπη, παρότι δέν ἔχουν ἀκόμη καταδικαστεῖ ἐπισήμως.

Για τις «Ορθόδοξες Απαντήσεις» Σοφία Χασιώτη, θεολόγος.
Σεπτέμβριος 2009

Κυριακή, 11 Ιουνίου 2017

Ὅσιος Ἰωάννης Δαμασκηνός - Περὶ Μνημοσύνων


ΚΑΤΑ ΤΟΝ ΔΑΜΑΣΚΗΝΟΝ ΙΩΑΝΝΗΝ

Τοῦ νεκροῦ σώματος τῇ τρίτῃ ἡμέρᾳ ἀλλοιοῦται ἡ ὄψις· τῇ ἐνάτῃ πᾶσα διαρρέει ἡ πλάσις, σωζομένης τῆς καρδίας· τῇ δὲ τεσσαρακοστῇ, καὶ αὐτὴ ἡ καρδία ἀπώλλυται· τούτου ἕνεκα γίνονται τὰ γ´ (3), θ´ (9) καὶ μ´ (40) Μνημόσυνα· τὰ δὲ τῶν ἁγίων μένουσιν ἀδιάφθορα καθώς καὶ τῶν καθαρῶν· τῶν δὲ ἀφωρισμένων δυσειδέστατα· εἰς διαστολήν. Οὕτω καὶ ἐπὶ τῶν βρεφῶν· πρῶτον ἡ καρδία διαπλάττεται εἰς τὴν μήτραν, εἶτα καὶ τὰ λοιπὰ μόρια· τὴν τρίτην ἡμέραν εἰς αἷμα μεταβάλλεται· τὴν ἐνάτην χαρακτηρίζεται, τὴν δὲ τεσσαρακοστὴν ἀπαρτίζεται εἰς τέλειον εἶδος τὸ ἔμβρυον· καὶ μετὰ ἡμέρας τεσσαράκοντα διορίζεται ἡ κατάπαυσις τῆς δικαίας ψυχῆς ἄχρι τῆς συντελείας.

Περί των εν πίστει κεκοιμημένων



Αγίου Ιωάννου του Δαμασκηνού
Ότι οι λειτουργίες και αγαθοεργίες τους ωφελούν
Νεοελληνική απόδοση Δημητρίου Ρίζου
ΠΡΟΛΟΓΙΚΟ
Έρχεται η ώρα, η ώρα του θανάτου, και προ­σφιλή μας πρόσωπα αναχωρούν από τον κόσμο τούτο, όπως θ' αναχωρήσουμε κι εμείς όταν έρθη η δική μας ώρα. Και αμέσως μετά τις εξόδιες τι­μές και υποχρεώσεις τελούμε τα κανονισμένα από την Εκκλησία μας μνημόσυνα.
  Πόσο αλήθεια είναι παρεξηγημένα τα μνημό­συνα; Και πόσες αντιρρήσεις δεν ακούγονται γι' αυτά:

-Τί τα χρειαζόμαστε; Δεν ωφελούν σε τίποτε.
-Τί τα θέλεις, πάει ο άνθρωπος; Τώρα τελείω­σε!!
-Αυτά είναι επινοήσεις των παπάδων για να εισπράττουν.
-Δεν τον κύτταξαν όταν ζούσε, τώρα θα του κάνουν τα μνημόσυνα, για τα μάτια του κόσμου.

Α, εμείς «αντί μνημόσυνου» θα δώσουμε, και πιο πολύ θα «πιάσει», στο (τάδε) ίδρυμα κτλ.

Τα ερωτήματα όμως μένουν. Ωφελούν ή όχι τα μνημόσυνα; Πρέπει να τελούνται; Μπορεί ν' αντικατασταθεί το μνημόσυνο που γίνεται στο ναό, με μια δωρεά; Πότε και ποια μνημόσυνα πρέπει να γίνονται;

Η απάντηση βρίσκεται στην πραγματεία «Περί των εν πίστει κεκοιμημένων» που έγραφε ή, όπως φαίνεται από μια προσφώνηση, εκφώνη­σε ο άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός. Πρόκειται για μια σύνοψη της διδασκαλίας της Εκκλησίας μας για τα μνημόσυνα. Περιέχονται όλα όσα πρέ­πει να ξέρει ο ορθόδοξος χριστιανός και μάλιστα από έναν μεγάλο θεολόγο του 9ου αιώνα, όπως είναι ο Δαμασκηνός. Ο άγιος Ιωάννης ο Δαμα­σκηνός λύνει πολλά προβλήματα και απαντάει σε πολλά ερωτήματα που συναντάμε στις κατ' ι­δίαν συζητήσεις με τους χριστιανούς. Φαίνεται ότι οι ίδιοι προβληματισμοί απασχολούσαν τους ανθρώπους και τότε και τώρα, γύρω από το μέγα θέμα του θανάτου και των μνημοσυνών...

Η νεοελληνική απόδοση που έκανα είναι ε­λεύθερη, χωρίς βεβαίως ν' απομακρύνεται πολύ από το κείμενο.
Θέλω εδώ να προσθέσω μια πολύ σημαντική σημείωση του αγίου Νικοδήμου του Αγιορείτου για τα μνημόσυνα.
«Επειδή δε ενταύτα ο λόγος περί Μνημοσυ­νών είναι, σημειούμεν, ότι, τα μεν τρίτα οπού γί­νονται εις τους κεκοιμημένους αδελφούς, δηλούσι κατά τον Θεσσαλονίκης ιερόν Συμεών, ότι ο κοιμηθείς αδελφός υπό της αγίας Τριάδος εξ αρ­χής συνετέθη. Τα δε έννατα των κεκοιμημένων σημαίνουσιν, ότι ο διαλυθείς εις τα εξ ων συνετέ­θη, έχει να συγκαταριθμηθή με τα εννέα άυλα τάγματα των Αγγέλων, ως άυλος και αυτός. Τα δε τεσσαρακοστά δηλούσιν, ότι, εν τη μελλούση αναστάσει συντεθείς πάλιν κατά τρόπον υψηλότερον, έχει και αυτός να αναληφθή ως ο Κύριος, και αρπαγείς εν νεφέλαις, να υπαντήση τω Κρι­τή. Ταύτας τας τρεις καταστάσεις του ανθρώπου σημαίνουσι και τα τρίμηνα και εξάμηνα, και εννεάμηνα, και απλώς ειπείν, υπέρ καθαρισμού του αποθανόντος ταύτα τελούνται, και εξαιρέτως τα τεσσαρακοστά, ως τούτο δηλούται από το παρά­δειγμα του Κυρίου μας, όστις και εις τας τρεις γεννήσεις αυτού τρεις ολόκληρους Τεσσαρακο­στάς εφύλαξεν, εν εαυτώ τυπών τον ημέτερον βίον. Γενέθλιος γαρ ημέρα και ο εκάστου θάνα­τος ονομάζεται, κατά τον να' της εν Λαοδικεία. Αι δε Αποστολικαί Διαταγαί (βιβλ. η, κεφ. μβ') λέγουσιν, ότι τα μεν τρίτα γίνονται δια τον τριημέρως εγερθέντα Χριστόν, τα δε έννατα εις ενθύμησιν ζώντων και τεθνεώτων, τα δε τεσσαρακο­στά, κατά τον παλαιόν τύπον. Ούτω γαρ και Μωυσήν ο λαός επένθησεν. Τινές δε λέγουν ότι τα μεν τρίτα γίνονται εις καθαρισμόν του τριμερούς της ψυχής, τα δε έννατα εις καθαρισμόν των πέ­ντε του σώματος αισθήσεων και του γονίμου φυ­σικού, και μεταβατικού, τα δε τεσσαρακοστά εις καθαρισμόν των εν τω σώματι τεσσάρων στοι­χείων, από τα οποία καθ' ένα υπηρέτησεν εις την παράβασιν των δέκα εντολών, τετράκις δε τα δέ­κα, κάμνουν τεσσαράκοντα». (Πηδάλιον, Εν Α­θήναις 1886, σελ. 221)

Δημήτριος Π. Ρίζος        

ΓΙ' ΑΥΤΟΥΣ  ΠΟΥ  ΜΕ  ΠΙΣΤΗ  ΚΟΙΜΗΘΗΚΑΝ

Ότι οι λειτουργίες και οι αγαθοεργίες τους ωφελούν

1. Τα νόστιμα και ακριβά φαγητά όταν προ­σφέρονται συχνά, όχι μόνο τους πεινασμένους προκαλούν να φάνε, αλλά και τους χορτάτους. Το ίδιο και τα γλυκόπιοτα ποτά όχι μόνο τους δι­ψασμένους τραβάνε, αλλά και όσους έχουν πιει. Αλλά και με τους φιλόπλουτους παρόμοια συμ­βαίνουν, αφού όταν αποκτήσουν πλούτο ανεβαί­νει η αγάπη τους προς αυτόν και αγωνίζονται κα­θημερινά να τον επαυξήσουν.

Λοιπόν και σας τίμια μέλη της εκκλησίας, ιε­ρείς και πατέρες, αδελφοί και μητέρες και τέκνα αγαπητά, δεν σας ανάγκασε η στέρηση των θείων λόγων, ούτε η δίψα για τα ιερά μαθήματα και τη θεόπνευστη γνώση να τρέξετε στο λόγο που τώ­ρα σας προσφέρεται, αλλά θεοχαρίτωτη επιθυμία που σας οδηγεί ψηλότερα σε δύναμη και χάρη πνευματική. Γιατί αυτό που έχει λείψει στους τελείους βρέθηκε από νεόφυτο, αυτό που δεν πρό­σεξαν οι σοφοί φανερώθηκε σε αγράμματους, αυ­τό που ξέφυγε από τους δασκάλους ήρθε και φώ­τισε μαθητές. Για μας ούτε αυτό μπορώ να τολμή­σω να το πω, αλλά αφού μαζέψουμε τις ρόγες που έμειναν στο αμπέλι μετά τον τρύγο, και τα στά­χυα που λόγω της πληθώρας έμειναν στο χωράφι και γενικώς κάθε καρπό που εγκαταλείφθηκε πά­νω στα δένδρα μετά τη συγκομιδή, με αυτά, επα­ναλαμβάνω, τα εφόδια θα φιλέψουμε όσους θέ­λουν, και πάντα με τη βοήθεια του Χριστού του αληθινού βοηθού Θεού που επιβεβαιώνει το λόγο με έργα και αποδείξεις.

2. Το κούφιο και άδειο από κάθε καλό και α­γαπητό στο Θεό πράγμα και από κάθε θεοφιλή σκέψη φίδι, ο πατημένος κάτω από το πέλμα ε­χθρός, που κτυπιέται από τη φιλαδελφία, που κομματιάζεται από την πίστη, που νεκρώνεται α­πό την ελπίδα, που ταράζεται από τη συμπάθεια, το παράνομο αυτό φίδι επέπεσε με τρόπο παράνο­μο και άθεσμο πάνω σε κάποιους και τους φύτεψε την ιδέα ότι τάχα όλα τα αγαπητά στον Θεό έργα σε τίποτε δεν ωφελούν τους πεθαμένους. Υπενθυ­μίζει μάλιστα τα χωρία: «Τους απέκλεισε ο Θεός απ' αυτά» (Ιώβ 3, 23), και «Ο καθένας θα αποκο­μίσει ανάλογα με όσα με το σώμα του έπραξε, είτε καλό είτε κακό» (Β' Κορ. 5, 10), και «Ποιος θα σε δοξολογήση στον άδη;» (Ψαλμ. 6, 6), και «Συ θα πλήρωσης στον καθένα ανάλογα με τα έργα του» (Ψαλμ. 61, 13), ή το «Ό,τι έσπειρε ο καθέ­νας αυτό και θα  θερίση» (Γαλ. 6, 7).

Αλλά θα τους πούμε: Σοφοί εσείς, ερευνήστε και μάθετε ότι είναι μεγάλος ο φόβος από τον Δεσπότη των όλων Θεό, αλλά πιο πολύ υπερέχει η αγαθότητά του. Και οι απειλές είναι φοβερές, αλλ' η φιλανθρωπία του αφάνταστα πιο μεγάλη. Τρομακτικές είναι και οι καταδίκες, αλλά λόγια δεν βρίσκονται για την καλωσύνη του.

3. Ακούστε τι λέει η θεία Γραφή: Πως ο Ιού­δας ο Μακκαβαίος στη Σιών την πόλη του μεγά­λου βασιλέως, όταν είδε το λαό του θανατωμένο από τους εχθρούς, και αφού ερευνώντας βρήκε α­νάμεσά τους είδωλα, αμέσως πρόσφερε με κάθε ευλάβεια και αγάπη θυσία καθαρτική για τον κα­θένα απ' αυτούς στον έτοιμο για ευσπλαχνία Κύριο. Και γι' αυτή του την πράξη τον θαυμάζει και τον επαινεί η Γραφή. Αλλά και οι θείοι Από­στολοι, οι αυτόπτες μάρτυρες του Λόγου, που σα­γήνευσαν τον κόσμο, καθόρισαν να γίνεται κατά τη θεία λειτουργία μνημόνευση των πιστών νε­κρών. Αυτή την παράδοση χωρίς καμμιά αντίρ­ρηση την κρατεί η απλωμένη στα πέρατα του κό­σμου Εκκλησία του Χριστού και Θεού σταθερά από τότε μέχρι σήμερα και μέχρι τη συντέλεια του κόσμου. Οπωσδήποτε όχι αλόγιστα το καθιέ­ρωσαν, ούτε άδικα και τυχαία. Γιατί τίποτε ανώ­φελο δεν παρέλαβε η αλάθητη θρησκεία των χρι­στιανών, αλλά όλα όσα κρατεί στους αιώνες στα­θερά είναι και χρήσιμα και αρέσουν στο Θεό και βοηθούν στη σωτηρία.

ΔΙΟΝΥΣΙΟΣ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ

 4. Ακόμα είπε ο Διονύσιος, αυτός που γνώρι­σε τα ουράνια, στη μυστική του θεωρία για τους κεκοιμημένους τα παρακάτω: «Οι προσευχές των αγίων και σ' αυτή τη ζωή, αλλά πολύ περισσότε­ρο στη μετά θάνατο, επιδρούν σ' αυτούς που εί­ναι άξιοι προσευχών, δηλ. στους πιστούς».

Και υστέρα από λίγο: «Ο θείος ιεράρχης, ο διδάσκαλος της θεαρχικής δικαίωσης ποτέ δε ζη­τούσε όσα δεν ήταν αρεστά στο Θεό και τα οποία του είχε υποσχεθή ότι θα του τα δώση με θεϊκό τρόπο. Για τον λόγο αυτόν και δεν τα εύχεται στους ανίερους δηλ. τους αβάπτιστους»... «Λοι­πόν ο θείος ιεράρχης ζητάει όσα αρέσουν στο Θεό και θα δωρηθούν οπωσδήποτε»... «Η ευχή της αγαθότητος του Θεού ζητάει να συγχωρεθούν όλα τα πταίσματα των κεκοιμημένων που έγιναν από την ανθρώπινη αδυναμία, και να τοποθετη­θούν στη χώρα των ζώντων, στους κόλπους του Αβραάμ, του Ισαάκ και του Ιακώβ, απ' όπου έ­χει φυγαδευθεί ο πόνος, το δάκρυ και ο στεναγ­μός. Και να παραβλέψη η θεαρχική εξουσία τις αμαρτίες που έκανε ο νεκρός από ανθρώπινη αδυ­ναμία, αφού, όπως λέει η Γραφή, «κανένας δεν εί­ναι καθαρός από αμαρτία»».

Βλέπεις, εσύ που αντιλέγεις, πώς βεβαιώνει ό­τι ωφελούν οι προσευχές εκείνους που αναχώρη­σαν με την ελπίδα στο Θεό;

ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ Ο ΘΕΟΛΟΓΟΣ

5.Μετά τον Διονύσιο να ο συνώνυμος με τη θεολογία ο Γρηγόριος τι γράφει για τη μητέρα του στον επιτάφιο λόγο του αδελφού του Καισαρίου: «Ακούσθηκε κήρυγμα αξιοπρόσεκτο και ελαφρώνεται ο πόνος της μητέρας από την καλή και σύμφωνη με το θείο νόμο υπόσχεση, ότι θα τα δώσει όλα για το παιδί ως δώρο του επιτά­φιο»... «Όσα εξαρτώνται από μας τα κάναμε. Όμως και άλλα θα δώσουμε και θα προσφέρουμε τις ετήσιες τιμές και μνημόσυνα, εάν βεβαίως μείνουμε στη ζωή».

Βλέπεις ότι βεβαιώνει και χαρακτηρίζει κα­λές και θείες τις προσφορές που κάνουμε για κεί­νους που αναχώρησαν προς τον Κύριο και απο­δέχεται τα ετήσια μνημόσυνα;

ΙΩΑΝΝΗΣ Ο ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ

6.Ύστερα ο αληθινά Χρυσόστομος ο συνώνυμος με το χρυσό Ιωάννης, ο δάσκαλος της φιλοπτωχίας και της μετανοίας στην θεοφώτιστη ερμηνεία στις προς Φιλιππησίους και Γαλάτας επιστολές γράφει: «Εάν οι ειδωλολάτρες μαζί με τους νεκρούς καίνε και τα πράγματά τους, πολύ περισσότερο εσύ ο πιστός πρέπει να συνοδεύσης μαζί με τον πιστό και όσα του ανήκουν, όχι βεβαίως για να γίνουν στάχτη όπως στους εθνι­κούς, αλλά για να τον δοξάσεις περισσότερο. Και εάν ο νεκρός είναι αμαρτωλός για να γλυτώ­σει από τις αμαρτίες του, εάν δε είναι δίκαιος για να αυξηθή ο μισθός και ανταμοιβή του».

Και αλλού γράφει: «Ας σοφισθούμε κάποια ωφέλεια να προσφέρουμε σ' αυτούς που έφυγαν. Ας τους βοηθήσουμε όσο είναι δυνατό. Μιλάω για τις ελεημοσύνες και τις προσφορές που πραγ­ματικά αυτές τους εξασφαλίζουν μεγάλη βελτίω­ση, κέρδος και ωφέλεια. Γιατί αυτά ούτε νομοθε­τήθηκαν ούτε παραδόθηκαν στην Εκκλησία του Θεού από τους σοφούς μαθητές του έτσι άσκοπα και τυχαία. Δεν θα μας παρέδιδαν δηλαδή να εύ­χεται ο ιερέας για τους κεκοιμημένους, εάν δεν γνώριζαν ότι αυτά τους ωφελούν και τους εξασφαλίζουν κέρδος».

ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ  ΝΥΣΣΗΣ

7. Έπειτα μαζί με αυτούς και ο πάνσοφος Γρηγόριος Νύσσης έτσι γράφει: «Τίποτα δεν πα­ραδόθηκε έτσι ασυλλογίστως και ανωφελώς από τους κήρυκες και μαθητές του Χριστού και κρα­τήθηκε σ' όλη την Εκκλησία. Το να μνημο­νεύουμε κατά την ώρα της ολόφωτης μυσταγω­γίας όσους κοιμήθηκαν με σωστή την πίστη τους είναι και ωφέλιμο στο νεκρό και αρεστό στο Θεό».

8. Γιατί το. «Εσύ θα αποδώσης στον καθένα ανάλογα με τα έργα του» και το. «Ο καθένας θα θερίσει ό,τι έσπειρε» και τα άλλα παρόμοια, λέ­χθηκαν οπωσδήποτε για την δευτέρα παρουσία του Κυρίου και για την κρίση που θα κάνει τότε και για το τέλος αυτού του κόσμου. Τότε βεβαίως δεν είναι καιρός για καμμιά βοήθεια και κάθε πα­ράκληση και ικεσία πηγαίνει χαμένη. Όταν δια­λυθεί το πανηγύρι δεν υπάρχουν εμπορεύσιμα πράγματα. Τότε πού θα είναι οι πτωχοί; Πού οι ιερείς να τελέσουν λατρεία; Πού οι ψαλμωδίες; Πού οι ευεργεσίες και οι αγαθοεργίες; Έτσι προ­τού φτάσει εκείνη η ώρα ας βοηθήσουμε ο ένας τον άλλον και ας προσφέρουμε στο φιλάδελφο και φιλάνθρωπο και φιλόψυχο Θεό την φιλαδελφία μας. Γιατί δέχεται ευχαρίστως όσα προσφέ­ρουμε και για όσους δεν πρόλαβαν, και έτσι να το πούμε, για όσους έφυγαν απροετοίμαστοι, και τα λογαριάζει σαν να ήταν έργα και προσφορές που έγιναν απ' αυτούς. Θέλει ο φιλάνθρωπος Κύ­ριος να του ζητάνε και να δίνει τα αιτούμενα που είναι για σωτηρία, και μάλιστα υποτάσσεται ολο­κληρωτικά στην περίπτωση που κάποιος δεν α­γωνίζεται μόνο για τη δική του ψυχή, αλλ' ενδια­φέρεται να προσφέρει κάτι και στον πλησίον του. Στην περίπτωση αυτή γίνεται μιμητής του Θεού ο άνθρωπος και τις δωρεές των άλλων τις ζητάει σαν δικές του χάρες και έτσι εξασφαλίζει την προϋπόθεση της τέλειας αγάπης, κερδίζει τον μακαρισμό για τους ελεήμονες και ωφελεί πάρα πολύ τη δική του ψυχή.

ΠΡΩΤΟΜΑΡΤΥΣ

9.Γιατί όμως θεωρείται το πράγμα τόσο δύ­σκολο; Μήπως την Φαλκονίλλα μετά το θάνατό της δεν την έσωσε η πρωτομάρτυς; Αλλά πιθανόν να ισχυρισθής ότι αυτή με την αξία της ως πρωτομάρτυς την έσωσε και έπρεπε να ακουσθή η προσευχή της. Κι εγώ σου λέγω πάνω σ' αυτό: Σύμφωνοι. Εκεί ήταν η πρωτομάρτυς. Πρόσεξε όμως για ποιον έγινε η παράκληση! Έγινε για μια ειδωλολάτρισσα, που υπηρετούσε έναν καθαρά ανίερο και ξένο κύριο. Εδώ ένας πιστός απευθύνεται στον ίδιο Κύριο για χάρη άλλου πιστού. Βάλτα κοντά αυτά και σύγκρινέ τα και θα σου φύγει κάθε αμφιβολία.

ΠΑΛΛΑΔΙΟΣ

10.Ας πάμε απ' αυτά σε άλλα παρόμοια και ι­σοδύναμα. Και παραπέμπω στο βιβλίο του Παλλαδίου που έστειλε στο Λαύσο, όπου είναι γραμμένα με ακρίβεια τα θαύματα του μεγάλου και θαυματουργού Μακαρίου, ότι δηλ. ρωτώντας κά­ποιο κρανίο έμαθε όλα τα σχετικά με όσους εί­χαν πεθάνει. Και κοντά στα άλλα ρώτησε: Δεν βρίσκετε λοιπόν καμμιά παρηγοριά; (Το ρώτησε αυτό γιατί ο άγιος συνήθιζε να προσεύχεται για τους κεκοιμημένους και επιθυμούσε να βεβαιωθή ότι γίνονται πραγματικά προς όφελός τους). Ο φιλόψυχος Κύριος για να ικανοποίηση τον πιστό του υπηρέτη και να τον πληροφόρηση επέτρεψε στο ξερό κρανίο να μιλήση και να πη την αλή­θεια. Όταν, λέει, προσφέρης τις δεήσεις για τους νεκρούς τότε αισθανόμαστε μια μικρή ανακούφι­ση.

ΑΝΩΝΥΜΟΣ

11. Κάποιος άλλος από τους θεοφόρους πατέ­ρες, είχε μαθητή με άτακτη ζωή. Όταν τελείωσε την ζωή του απερίσκεπτα, φανέρωσε ο φιλεύ­σπλαχνος Κύριος στον γέροντα, που τον παρακα­λούσε θερμά, ότι θα τον κάψει στη φωτιά μέχρι το λαιμό, όπως τον πλούσιο της παραβολής του Λαζάρου. Τότε ο άγιος άρχισε να παρακαλή θερ­μά και με δάκρυα τον Θεό. Ο Θεός κάμφθηκε και του αποκάλυψε ότι θα τον έχει στη φωτιά μέχρι τη ζώνη. Και πάλι ο γέροντας παρακάλεσε με πο­λύ κόπο και αγωνία και ο Θεός του έδειξε σε ο­πτασία ότι τον απάλλαξε τελείως από τη φωτιά της κολάσεως.

12. Αλλά ποιος μπορεί με τη σειρά να διηγηθή όλες τις μαρτυρίες που υπάρχουν σκόρπιες στους βίους των αγίων, από τις οποίες φαίνεται ότι οι προσευχές, οι λειτουργίες και οι ελεημο­σύνες που γίνονται για τους νεκρούς πολύ τους βοηθάνε και τους ωφελούν; Γιατί τίποτε δεν χά­νεται τελείως από όσα δανείσθηκαν στον Θεό, αλλ' ανταποδίδονται απ' αυτόν πολύ πιο επαυξη­μένα.

13. Όσο για το λόγο του προφήτου ότι «στον άδη ποιος θα σε δοξολογήση;» είπαμε πιο πάνω ότι, ναι μεν οι απειλές του εξουσιαστού Θεού εί­ναι φοβερές, αλλά τελικώς τις κατανικάει η ανεκ­διήγητη φιλανθρωπία του. Εξ άλλου και μετά α­πό το λόγο αυτόν του προφήτου έγινε μετάνοια στον άδη. Εννοώ τη μετάνοια εκείνων που πίστε­ψαν εκεί όταν κατέβηκε κοντά τους ο Δεσπότης. Αλλά κι εκεί δεν τους έσωσε όλους ο ζωοδότης Κύριος, παρά μόνον, όπως λέχθηκε, όσους πίστε­ψαν.

Μερικοί λένε ότι έσωσε όσους πίστεψαν πριν πεθάνουν, όπως οι πατέρες και προφήτες, οι κρι­τές και οι βασιλείς με τους τοπάρχες και κάποιοι άλλοι από τους Εβραίους, λίγοι και γνωστοί σε όλους. Αντιλέγομε όμως σ' όσους υποστηρίζουν αυτό: Ότι δεν είναι δώρο ούτε παράδοξο και θαυ­μαστό το να σώσει ο Χριστός όσους πίστεψαν. Είναι δίκαιος κριτής και όποιος πιστεύει σ' αυ­τόν δεν χάνεται. Έτσι έπρεπε να σωθούν και ν' απαλλαγούν από τα δεσμά όλοι αυτοί όταν κατέ­βηκε ο Θεός και Δεσπότης στον άδη. Και αυτό το φρόντισε ο ίδιος ο Κύριος. Νομίζω όμως ότι εκείνοι που σώθηκαν μόνο από τη φιλανθρωπία του ήταν όσοι είχαν καθαρή ζωή και τελούσαν κάθε καλή πράξη. Και ενώ ζούσαν με λιτότητα, εγκράτεια και σωφροσύνη, δεν κατόρθωσαν να φθάσουν σε καθαρή θεϊκή πίστη, ούτε ασκήθη­καν σ' αυτήν και έμειναν τελείως αδίδακτοι. Αυ­τούς, ο Δεσπότης που τους φροντίζει όλους, τους τράβηξε, τους σαγήνεψε με τα θεία του δίκτυα. Τους έκανε να τον πιστέψουν και τους φώτισε με τις θεϊκές του ακτίνες δείχνοντάς τους το αληθι­νό φως. Δεν το βαστούσε η καρδιά του, αυτός που είναι από μόνος του αγαθός, να πάνε χαμένοι οι κόποι τους, γιατί είχαν πράγματι κουραστική ζωή και περιορισμένη όσο δε λέγεται. Νίκησαν τα πάθη τους, αρνήθηκαν τις ηδονές και εμπρά­κτως έδειξαν την ακτημοσύνη και την εγκράτεια μαζί με την αγρυπνία και κάθε καλή πράξη. Όχι με ευσέβεια, αλλά σίγουρα πέρασαν τη ζωή τους νομίζοντας ότι τηρούν σωστά την παλιά υπόσχε­ση, αλλά ήταν λάθος.

Υπάρχουν και μερικοί που προσέγγισαν κά­πως το μεγαλείο της παντοδύναμης Τριάδος. Με­ρικοί προφήτευσαν την σάρκωση του Λόγου, τα σεπτά πάθη και την ανάσταση. Άλλοι μίλησαν για την παρθενική γέννηση αποκαλύπτοντας και το όνομά της: Μαρία είναι το όνομα της κόρης. Μερικοί ανέφεραν τις θαυματουργίες του Κυρίου στους νεκρούς, τους τυφλούς, μουγγούς, λεπρούς, κωφούς, παραλύτους, δαιμονισμένους, κτλ. τον περίπατο πάνω στη θάλασσα, τον πολλαπλασια­σμό των άρτων και ψαριών, την μετατροπή του νερού σε κρασί. Προφήτευσαν τη θεραπεία της αιμορροούσας και της συγκύπτουσας και πολλές άλλες.

Αυτούς η δύναμη του Λόγου δε θα τους άφηνε να χαθούν, ούτε θα έμεναν απλήρωτοι οι κόποι τους, γιατί ούτε ο χρόνος που διατέθηκε γι' αυτά θα πάει χαμένος, ίσα - ίσα που επιστρέφεται πολλαπλάσιος σ' αυτούς που έζησαν δίκαια.
      
Αντίθετα όσοι έζησαν με αισχρότητα και δεν έπραξαν κανένα καλό και επειδή είναι χωρίς σπόρο, και βρίσκονται και στη ζωή και στα λό­για και στην πίστη σε πλάνη, και δεν τους πότισε η ουράνια βροχή, δεν μπόρεσαν να καρποφο­ρήσουν. Σπόρο δεν είχαν, όταν ανέτειλε ο ήλιος της δικαιοσύνης δεν άνθισαν και δεν καρποφόρη­σαν, αυτούς ο Χριστός δεν τους ωφελεί καθόλου. Δεν τους ανάστησε, όπως νομίζω, γιατί δεν επιδέχονταν σωτηρία. Εξ άλλου ούτε πίστεψαν σ' αυ­τόν, γιατί χάλασαν το νου τους και τους σκότισε τα νοερά μάτια ο πρώτος δράκος (ο διάβολος) τον οποίον εξ αρχής λάτρευσαν. Έτσι ώστε, φυ­σικά, ενώ έβλεπαν δεν κατανοούσαν και ενώ ά­κουγαν δεν καταλάβαιναν καθόλου (Λουκ. 8, 10). Αντίθετα όλοι οι άλλοι, όσοι είχαν σπόρο, όταν φάνηκε ο ήλιος βλάστησαν και όταν έπεσε η βροχή έβγαλαν καρπό.


Να που μας ανέβασε ο λόγος να λύσουμε με τη βοήθεια του Θεού κάποια πράγματα που ήταν σκοτεινά. Και αυτό όχι με τρόπο κατηγορηματι­κό, γιατί είμαι ανάξιος, αλλά συμπερασματικά α­πό την αγάπη προς τους αδελφούς. Αυτούς, όπως νομίζω, τους έσωσε ο Χριστός στον άδη.

14. Με τη συνεργεία του Χριστού αποδείχθη­κε ότι στον άδη έγινε μετάνοια. Αυτό δε σημαίνει ότι καταργούμε την προφητεία, όχι ποτέ. Α­πλώς θέλουμε να δείξουμε ότι ο πανάγαθος Κύ­ριος νικιέται από την αγάπη του στον άνθρωπο. Το ίδιο έγινε και με το λόγο. «η Νινευΐ θα καταστραφή» (Ιωνάς 3, 4), που όμως δεν καταστράφηκε, γιατί νίκησε η αγαθότητα τη δίκαιη κρίση του Θεού. Και στον Εζεκία: «τακτοποίησε τα του οίκου σου γιατί θα πεθάνης και δε θα ζήσεις» (Δ' Βασ. 20, 1) και όμως δεν πέθανε. Και στον Αχαάβ του διαμήνυσε. «θα προκαλέσω δεινά», αλ­λά δεν τα προκάλεσε, και είπε «είδες πως συγκι­νήθηκε ο Αχαάβ» (Γ' Βασ. 20, 21). Πάλι δηλ. νί­κησε η αγαθότητα την απόφαση, όπως εξάλλου γίνεται σε πολλές άλλες περιπτώσεις και θα γίνε­ται μέχρι τη συντέλεια του κόσμου, μέχρι που θα ρθη το τέλος του πανηγυριού και δεν θα υπάρχη καιρός για βοήθεια, αλλά θα είναι μόνος ο άν­θρωπος και το φορτίο του. Ενώ τώρα είναι και­ρός. Είναι καιρός για εργασία, καιρός συναλλα­γής, καιρός προσπάθειας, κόπου και μόχθου. Και μακάριος όποιος δεν απέκαμε και δεν κουράσθη­κε να ελπίζει. Πιο μακάριος όμως είναι όποιος α­γωνίσθηκε και για τον εαυτό του και για τον πλη­σίον του.

15. Γιατί αυτό, δηλ. το να τρέχει κανείς σε βοήθεια του πλησίον, κατευχαριστεί και χαροποιεί το φιλεύσπλαχνο Θεό. Ο φιλάνθρωπος το επιδιώκει αυτό και το θέλει γιατί μας δίδεται η δυνατότητα να αλληλοευεργετούμαστε τόσο εδώ όσο και μετά θάνατο. Γιατί αν αυτό δεν το ήθελε και δεν ήταν σωστό στα μάτια του δεν θα μας έδι­νε το δικαίωμα να μνημονεύουμε τους πεθαμέ­νους στη θεία λειτουργία, να κάνουμε τα μνημό­συνα και τις άλλες τελετές στις τρεις ημέρες, στις εννέα, στις σαράντα, στο χρόνο. Πρακτική την οποία αποδέχεται στο σύνολό της η καθολική και αποστολική Εκκλησία και εφαρμόζει ο πιστός λαός του Θεού χωρίς καμμιά επιφύλαξη ή αμφισβήτηση. Αλλιώς, αν δηλ. αυτά ήταν μια κοροϊδία χωρίς κανένα όφελος, σε κάποιον από τους θεοφόρους αγίους πατέρες και πατριάρχες θα ερχόταν η φώτιση να σταματήσει την πλάνη. Κανένας όμως ούτε καν δοκίμασε ποτέ να τα εξα­λείψει. Και επί πλέον μάλιστα τα επικύρωσαν με την καθημερινή πράξη, τα επαυξήσανε και προσθέσανε και καινούργια στοιχεία.

ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ Ο ΔΙΑΛΟΓΟΣ

16. Καιρός όμως να θυμηθούμε και άλλες ι­στορίες. Λοιπόν ο Γρηγόριος ο Διάλογος, ο της παλαιάς Ρώμης επίσκοπος, ξακουστός, και έτσι τον ξέρουν όλοι, ως άνδρα άγιο και σοφό, που ό­ταν λειτουργούσε ήταν πάντα μαζί του και ένας άγγελος συλλειτουργός του, λένε, ότι ενώ περπα­τούσε στο δρόμο σταμάτησε την πορεία του για να προσευχηθή στον Κύριο να συγχωρήσει τις α­μαρτίες του βασιλέως Τραϊανού. Του ήρθε τότε ουράνια φωνή που του είπε: «Άκουσα την προ­σευχή σου και δίνω συγχώρηση στον Τραϊανό. Εσύ όμως να σταματήσης να προσφέρης προσευ­χές για τους ασεβείς». Ότι αυτό είναι αλήθεια το βεβαιώνει ολόκληρη η Ανατολή και η Δύση. Βλέπεις που αυτό είναι ανώτερο από την περίπτωση της Φαλκονίλλας! Γιατί εκείνη στο κάτω κάτω δεν έκανε κακό σε κανέναν, ενώ αυτός έγινε αιτία πικρού θανάτου πολλών μαρτύρων.

17. Κύριε και Δέσποτα, είσαι θαυμαστός και αξιοθαύμαστα τα έργα σου και δοξολογούμε τη μεγάλη σου ευσπλαχνία, γιατί γέρνεις προς την φιλανθρωπία, παρέχεις ευκαιρίες στους δούλους σου και για τη φιλανθρωπία και για την ακλόνη­τη πίστη και ελπίδα σε σένα. Και ακόμα με τους υπηρέτες σου μας έμαθες να κάνουμε κι εμείς α­γαθοεργίες ο ένας στον άλλον, να προσφέρουμε διάφορες θυσίες και να κάνουμε προσφορές, να στέλνουμε ύμνους, ψαλμωδίες και προσευχές, όχι τυχαία και μάταια. Γιατί εσύ είσαι αμετακίνητος και πλούσιος δοτήρας πολλαπλάσιας ανταπόδο­σης σ' όλους όσους κάτι προσφέρουν για τη δό­ξα σου, και γενικά τίποτε δεν είναι χωρίς όφελος από όσα γίνονται στο όνομά σου.

18. Δεν πρέπει να περάσει από το μυαλό κανε­νός, αδελφοί και πατέρες, ότι αυτά που προσφέ­ρονται με πίστη στο Θεό δεν φέρνουν πίσω πλού­σια την ανταμοιβή τόσο σε εκείνον που προσφέ­ρει, όσο και σε εκείνον για τον οποίο προσφέρο­νται. Παράδειγμα εκείνος που θα αλείψη κάποιον άρρωστο με μύρο ή αγιασμένο λάδι. Πρώτα δέχε­ται ο ίδιος τη χρίση και στη συνέχεια χρίει τον άρρωστο. Έτσι αυτός που τρέχει για τη σωτηρία του πλησίον πρώτα ωφελεί τον εαυτό του και με­τά τον πλησίον. Ο Θεός δεν είναι άδικος, για να ξεχνάει το έργο που γίνεται.

ΜΕΓΑΣ  ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ

19. Ο Μέγας Αθανάσιος στον ωραιότατο λό­γο του για τους κοιμηθέντας γράφει: «Μη αρνεί­σαι να προσφέρης λάδι και να ανάβης κεριά στον τάφο του, επικαλούμενος Χριστόν τον Θεόν, και αν ακόμα ο κοιμηθείς τελείωσε ευσεβώς τη ζωή του και τοποθετήθηκε στον ουρανό. Γιατί αυτά είναι ευπρόσδεκτα από το Θεό και προσκομίζουν μεγάλη την ανταπόδοσή του, γιατί το λάδι και το κερί είναι θυσία και η θεία λειτουργία εί­ναι εξιλέωση. Η δε αγαθοεργία φέρνει τελικά προσαύξηση σε κάθε αγαθή ανταπόδοση. Ο σκο­πός του προσφέροντος για την ψυχή κοιμηθέντος είναι ίδιος με τα όσα κάνει όποιος έχει μικρό παιδί άρρωστο και αδύναμο, για το οποίο προ­σφέρει στον ιερό ναό κεριά, θυμίαμα και λάδι με πίστη και τα χαρίζει όλα για το παιδί του. Τα κρατάει και τα προσφέρει με τα χέρια του σαν να τα κρατάει και να τα προσφέρη το ίδιο το παιδί, ακριβώς δηλ. όπως γίνεται όταν στο βάπτισμα αποκηρύσσεται ο σατανάς από τον ανάδοχο για λογαριασμό του νηπίου. Παρομοίως πρέπει να θεωρείται και όποιος πέθανε πιστός στον Κύριο, ότι κρατάει και προσφέρει τα κεριά και το λάδι, και όλα όσα προσφέρονται για τη λύτρωσή του. Έτσι με τη χάρη του Θεού η προσπάθεια που γί­νεται με πίστη δε θα πάει χαμένη. Να είστε σίγουροι ότι οι θείοι απόστολοι και οι θεοδίδακτοι διδάσκαλοι και οι θεόπνευστοι πατέρες, αφού πρώτα ενώθηκαν με το θείο και φωτίσθηκαν καθόρισαν με τρόπο θεάρεστο τις λειτουργίες, τις προσευχές και τις ψαλμωδίες, που γίνονται κάθε χρόνο στη μνήμη εκείνων πού πέθαναν. Και όλα αυτά μέχρι σήμερα, πάντα με τη χάρη του φιλανθρώπου Θεού, αυξάνονται και συμπληρώνονται σ' όλα τα σημεία του ορίζοντος για να δοξάζεται και να εξυμνείται ο Κύριος των κυρίων και Βασι­λεύς των βασιλευόντων».

20. Αλλά έρχεται ο αντίθετος και λέει: «Εάν έτσι έχουν τα πράγματα θα σωθούν όλοι και κα­νείς δε θα χαθή».

Μακάρι να συμβή αυτό. Αυτό είναι που επιθυ­μεί, που επιδιώκει, που θέλει, και αυτό είναι που ευχαριστεί τον πανάγαθο Κύριο, να μη στερηθή κανένας τις δωρεές του. Σάμπως τα βραβεία και τα στεφάνια τα ετοίμασε για τους αγγέλους; Γι' αυτούς ήρθε από τον ουρανό και πήρε σάρκα από την Παρθένο, έγινε άνθρωπος και έπαθε; Στους αγγέλους πάλι θα πη «ελάτε ευλογημένοι του πα­τέρα μου να κληρονομήσετε την ετοιμασμένη βα­σιλεία»; (Ματθ. 25, 34). Δεν μπορεί να υπάρχη άλλη γνώμη. Αυτός που έπαθε για τον άνθρωπο, για τον άνθρωπο ετοίμασε και τα βραβεία. Εξ άλλου ποιος καλεί φίλους και δεν χαίρεται να του έρθουν όλοι και να χαρούν μαζί του; Γιατί για ποιον έκανε τις ετοιμασίες; Αν αυτό το θέ­λουμε εμείς φανταστείτε πόσο περισσότερο το θέλει ο μεγαλόδωρος και από τη φύση του πανά­γαθος και φιλάνθρωπος Θεός, που χαίρεται πε­ρισσότερο μοιράζοντας και παρέχοντας δώρα, α­πό όσο χαίρεται εκείνος που τα λαμβάνει.

21.Όσοι αμφισβητούν τα παραπάνω να προ­σέξουν. Τον κάθε άνθρωπο που φρόντισε και έκανε έστω μικρά ζύμη από αρετές και δεν πρόλαβε να τη μεταβάλη σε άρτο, ήθελε σίγουρα, ήταν στην επιθυμία του, αλλά είτε από αμέλεια, είτε α­πό τεμπελιά, είτε από ατολμία, είτε από αναβολή, σήμερα - αύριο, και τον πρόλαβε και τον θέρισε ο θάνατος απρόσμενα, χωρίς να το περιμένη, αυτόν δεν πρόκειται να τον λησμονήσει ο δίκαιος Κριτής και Δεσπότης. Στην περίπτωση αυτή θα παρακίνηση, μετά το θάνατό του, τους δικούς του φίλους και συγγενείς και θα συγκίνηση τις ψυχές τους για να τον βοηθήσουν. Τότε αυτοί παρακινημένοι από το Θεό, που θα τους ανάψει τις ψυχές να αγαπήσουν, αυτοί θα τρέξουν να καλύψουν το κενό εκείνου που πέθανε.

Και αντιθέτως για εκείνον που έζησε μέσα στην αμαρτία, σε μια ζωή γεμάτη με αγκάθια και βρωμιές, που δεν άκουσε ποτέ τη φωνή της συνει­δήσεώς του, που κυλιόταν χωρίς φόβο και ντρο­πή στις δυσωδίες των ηδονών με μόνη φροντίδα να ικανοποιή τις ορέξεις της σαρκός του, με κα­νένα ενδιαφέρον για την ψυχή, με φρόνημα καθα­ρά σαρκικό και κοσμικό, σ' αυτόν, όταν έρθη η ώρα του θανάτου, κανένας δε θα δώση χέρι βοη­θείας. Όλα θα εξελιχθούν έτσι ώστε να μη τον βοηθήση ούτε η γυναίκα του, ούτε τα παιδιά του, ούτε οι φίλοι του και συγγενείς, ούτε κανένας αφού ο Θεός δεν τον έχει μετρημένο με τους δι­κούς του.

22.Εύχομαι, αν είναι δυνατόν, να με βοηθήσουν οι φίλοι μου να μην αφήσω κανένα υστέρη­μα. Εάν όμως φτάσω στο τέλος χωρίς να είμαι έ­τοιμος και ως άνθρωπος αφήσω κανένα υστέρη­μα, παρακαλώ τον Κύριο να συγκίνηση τις ψυχές των φίλων και συγγενών, να ζεστάνει τις καρδιές τους για να με βοηθήσουν μετά το θάνατό μου με έργα αρεστά στο Θεό. Κύριε, Θεέ των θαυμάτων και βοηθέ των απόρων σε ικετεύω, την ώρα εκεί­νη να μη βρεθώ με κανένα υστέρημα, σε τίποτε λειψός τόσο εγώ όσο και όσοι πιστεύουν σε σέ­να.

 Αλλά ας ακούσομε τί λέει, τί διδάσκει ο ιε­ρός Χρυσόστομος, που τον ανέφερα και νωρίτερα: «Εάν δεν πρόλαβες να ρυθμίσεις όλα τα ζη­τήματα της ψυχής όσο ζούσες, τότε φρόντισε, έ­στω και στα τελευταία σου, να αφήσης εντολή στους δικούς σου να σου στείλουν όλα τα δικά σου μαζί σου και να σε βοηθήσουν. Εννοώ βε­βαίως τις ελεημοσύνες και τις προσφορές. Έτσι θα μαλακώσεις τον Λυτρωτή απέναντί σου, αφού με αυτά ευχαριστιέται και τα δέχεται».

Και αλλού γράφει ο ίδιος: «Στη διαθήκη σου βάλε να σε κληρονομήση μαζί με τα παιδιά σου και ο Δεσπότης Χριστός. Βάλε στο χαρτί και το όνομα του Κριτή και μη παραλείπης τους φτω­χούς. Και εγώ εγγυώμαι γι αυτούς. Αυτό δεν ση­μαίνει πως έχετε το δικαίωμα να δικαιολογείσθε για να μην κάνετε ελεημοσύνες όσο είστε ζωντα­νοί, δεν είναι αφορμή για να αφήνετε τις ελεημο­σύνες για μετά το θάνατο. Μια τέτοια σκέψη εί­ναι εντελώς απαράδεκτη, ντροπιαστική και ξένη από το θέλημα του Θεού. Ίσα-ίσα είναι πολύ κα­λό και πολύ αρεστό στο Θεό και καλοδεχούμενο απ' αυτόν να στολίζη ο κάθε θεοσεβής και θεοφο­βούμενος χριστιανός τον εαυτό του με όλες τις α­γαθοεργίες. Να απομακρύνεται από κάθε ακαθαρ­σία πνευματική. Να ακολουθεί τις φωτεινές εντο­λές του Θεού για να μπορή να του πη θαρρετά, όταν θα βρεθή μπροστά του, «η καρδιά μου είναι έτοιμη, Θεέ μου, η καρδιά μου είναι έτοιμη» (Ψαλμ. 107, 2). Και έτσι ετοιμασμένος να μπόρε­ση να υποδεχθή τους αγγέλους που κατεβαίνουν να τον παραλάβουν».

Αυτό όμως λίγοι το κάμνουν και το πετυχαί­νουν, κατά το λόγιο: «λίγοι είναι αυτοί που σώζονται» (Λουκ. 13, 23). Βεβαίως αυτό δεν το είπε τυχαία η Σοφία του Θεού, αλλά με κάποιο, θα έ­λεγα, παράπονο ότι «λίγοι είναι όσοι σώζονται». Πράγματι γνωρίζομε ότι πολύ δύσκολο να βρε­θούν σ' αυτή την κατηγορία άνθρωποι. Αναγκα­στικά λοιπόν πηγαίνομε στη δεύτερη κατηγορία, σύμφωνα με τη διδασκαλία των αποστόλων και των πατέρων. Ώστε οι κεκοιμημένοι, με τη βοή­θεια του Θεού, να ωφελούνται. Η φιλανθρωπία να αυξάνεται. Να επιβεβαιώνεται η ελπίδα της α­ναστάσεως. Να δυναμώνη η προσευχή στον Θεό. Να πυκνώνη το εκκλησίασμα στους ιερούς ναούς και να είναι πιο θερμό. Και να παίρνη όλο και πιο μεγάλες διαστάσεις η αγαθοεργία προς τους φτωχούς.

23-24. Δείτε με πόσους τρόπους η υπόθεση γί­νεται επικερδής και ωφέλιμη και από πόσα επιβεβαιώνεται η βοήθεια προς τους κεκοιμημένους. Γιατί γίνεται αφορμή σωτηρίας και των καταλεγόντων. Επειδή αν σβήσεις την αιτία χάνεις και τα αποτελέσματα. Ποια ανάγκη θα έπειθε τους μι­κρόψυχους να προθυμοποιηθούν και να την τελέ­σουν εάν δεν ήταν σίγουροι ότι θα απαλλάξουν τους δικούς τους από τα παραπτώματα; Τότε πια δεν θα γράφονται στις διαθήκες μερίδια για τους πτωχούς. Θα σταματήσουν οι λειτουργίες υπέρ των νεκρών, οι ψαλμωδίες και οι άλλες τελετές και τα μνημόσυνα που γίνονται στις τρεις μέρες, στις εννέα, στις σαράντα, στο χρόνο, όλα δηλ. αυτά που όχι τυχαία τα καθιέρωσαν οι διδάσκα­λοι. Μακάρι όμως να μη συμβή κάτι τέτοιο ή να παραλείψουμε κάτι από αυτά.

25. Υπάρχει όμως το ερώτημα: Τί γίνεται με τους ξένους, τους πτωχούς και γενικά μ' εκείνους που δεν έχουν δικούς τους για να βοηθήσουν και να τρέξουν, ούτε μπορούν να αφήσουν κληρονο­μιά ή να τελέσουν λειτουργίες, ή ελεημοσύνες; Άραγε επειδή δεν έχουν ανθρώπους να τους συ­μπονέσουν θα χάσουν την ευκαιρία της σωτη­ρίας; Μήπως είναι άδικος ο Θεός να δίνη σε ό­σους έχουν και μπορούν και να στερή όσους δεν έχουν; Βγάλτε αυτό από το μυαλό σας, γιατί είναι δίκαιος ο Θεός και Δεσπότης, ή για να πούμε την ακρίβεια αυτός είναι η ίδια η δικαιοσύνη, είναι η σοφία, η αγαθότητα και η μόνη δύναμη. Η δι­καιοσύνη του θα μέτρηση σωστά στον άπορο τα όσα έχει ο πλούσιος. Η σοφία του θα κάνη τα πράγματα έτσι που θα καλυφθούν οι ελλείψεις.

Η δύναμή του θα αποδυνάμωση τον δυνατό και θα ενισχύση τον αδύνατο. Η αγαθότητά του θα σώση το πλάσμα του, εάν βεβαίως αυτό δεν είναι από την μερίδα που συχαίνεται την ορθή πίστη και που η αριστερή πλάστιγγά του βαραίνει πολύ.


Γιατί λένε οι φωτισμένοι από το Θεό άνδρες, ότι η κατάσταση της τελευταίας στιγμής και οι πράξεις ζυγίζονται σε μια ζυγαριά. Και εάν η ζυ­γαριά κλίνη προς τα δεξιά είναι φανερό ότι την ψυχή αυτή θα την πάρουν οι δεξιοί άγγελοι. Εάν η ζυγαριά ζυγιάζεται στα ίσα τότε νικάει η φι­λανθρωπία του Θεού. Αλλά κατά τους θεολόγους και αν η ζυγαριά γέρνη λίγο προς τα αριστερά τότε το λίγο έλλειμμα το αναπληρώνει η ευσπλα­χνία του Θεού. Έχομε τρεις λοιπόν θείες κρίσεις του Δεσπότου. Δίκαιη η πρώτη. Φιλάνθρωπη η δεύτερη. Υπεράγαθη η τρίτη. Υπάρχει όμως και μια τέταρτη. Είναι όταν οι πονηρές πράξεις είναι κατά πολύ βαρύτερες. Τότε αλλοίμονο, αδελφοί μου. Όμως και εδώ η κρίση του Θεού είναι δί­καιη, αφού αποδίδει με δικαιοσύνη όσα ανήκουν στον καθένα.

26. Μερικοί επικαλούνται τα λόγια του μακα­ρίου και ουρανοφάντορα Βασιλείου: «Μη πλανιέ­στε, ο Θεός δεν κοροϊδεύεται» (Γαλ. 6, 7). «Ο νε­κρός δεν μπορεί να θυσιάζη και να κάνη προσφο­ρές. Σάμπως μπορείς με αποφάγια να στρώσης τραπέζι στους λαμπρούς απεσταλμένους του βα­σιλέως; Γιατί αν εκείνος που προσφέρει από το περίσσευμά του δεν γίνεται δεκτός, εσύ θα προσφέρης στον ευεργέτη ό,τι σου περίσσεψε μετά από μια ζωή;» Σ' αυτούς απαντάμε έτσι: Καλά τα λέει ο Μέγας Βασίλειος. Πρέπει όμως να δούμε σε ποιον τα λέει. Τα λέει στους πλεονέκτες, στους σκληρούς άρπαγες, στους άσπλαχνους και άπονους. Να πως τους ονομάζει: «Μιλάμε σε πέ­τρινη καρδιά. Όταν ζούσες μέσα στις ηδονές, στην καλοπέραση, στην καλοζωή σου τότε δεν καταδεχόσουν ούτε ένα βλέμμα να ρίξης στους πτωχούς. Όταν θα πεθάνης ποιος μισθός σου ο­φείλεται;»... Και πάλι αλλού λέει ο ίδιος: «Δεν μου επιτρέπει το σπίτι του γείτονα να έχω θέα»... «Ο άρπαγας δε σέβεται ούτε το χρόνο ούτε έχει φραγμούς, αλλά όλα σαν φωτιά τα αγκαλιάζει και τα εκμεταλλεύεται και σαν το ορμητικό ποτάμι παρασύρει τα πάντα μπροστά του». Πολλά τέτοια γράφει στο βιβλίο του το ιερό και είναι φανερό ότι απευθύνεται σ' αυτούς που όχι μόνο δεν έδω­σαν κάτι για τους πτωχούς, αλλά φρόντιζαν να αρπάζουν και όσα ανήκαν σ' αυτούς.

27. Και να μην ακούσω κανέναν να λέη: Πώς είναι δυνατόν να υπάρχουν άνθρωποι με πλούτο και να μη λυπούνται τους πτωχούς; Και βεβαίως υπάρχουν, όπως έχει λεχθή σε πολλές εποχές, αλλά και στα χρόνια του αξέχαστου και οσιωτάτου Ιωάννου του Ελεήμονος, ο Πέτρος ο τελώ­νης που από άσπλαχνος μεταστράφηκε σε ελεή­μονα και άγιο. Λέγεται στην ιστορία του ότι ήρ­θε σε έκσταση και είδε να ζυγίζονται οι πράξεις του. Παρατήρησε τότε ότι στη δεξιά πλάστιγγα της ζυγαριάς υπήρχε καθαρό καινούργιο σιτάρι, που το είχε πετάξει με μανία στο πρόσωπο ενός πτωχού. Το σπουδαίο είναι ότι του πέταξε σιτάρι γιατί δεν είχε πρόχειρη πέτρα. Από την οπτασία αυτή ο μακάριος Πέτρος μεταστράφηκε σε μεγά­λη θεοσέβεια.

28. Νομίζω ότι φάνηκε σε ποιους σκληρούς α­πευθύνεται ο Μ. Βασίλειος. Γιατί στον καιρό του έπεσε μεγάλη πείνα. Και οι πλούσιοι έγιναν πιο σκληροί με την τσιγγουνιά τους, τη στιγμή που οι πτωχοί πέθαιναν από την πείνα. Τότε ο άρι­στος αυτός ποιμένας με τα λόγια του, και ας ήταν σκληρά, άνοιξε τις αποθήκες σε όσους τους ήσαν περιττές και δεν τις είχαν ανάγκη. Αν δεν μιλού­σε έτσι με τα σκληρά του λόγια δε θα μπορούσαν να τραφούν οι πτωχοί, ούτε και οι πλούσιοι θα γίνονταν συμπονετικοί. Ε, αυτός έτσι έκανε.

29. Είναι ανάγκη να στρέψουμε την προσοχή μας όλη προς την ημέρα εκείνη της φρικτής πα­ρουσίας, δηλ. της δευτέρας του Κυρίου και αυτή να κατευθύνη τις ενέργειές μας, φοβούμενοι μή­πως κατηγορηθούμε από τους συγγενείς μας ότι δεν ενεργήσαμε σωστά, και μάλιστα όσοι πήραμε απ' αυτούς εντολές και μας δώσανε για φύλαξη και διαχείριση περιουσίες. Και μη νομίσει κα­νείς ότι στη παγκόσμια εκείνη συγκέντρωση δεν θα αναγνωρισθούμε μεταξύ μας, δηλ. μην περά­σει από το μυαλό κανενός ότι μπορεί να αποφύγουμε ανεπιθύμητες συναντήσεις εκεί και θα μεί­νουμε αγνώριστοι μεταξύ μας. Η αλήθεια είναι ότι θα αναγνωρισθούμε όλοι όχι από την εξωτε­ρική μορφή, αλλά με το εσωτερικό μας μάτι, το διορατικό μάτι της ψυχής μας. Ίσως τώρα ρωτάς από πού το ξέρουμε αυτό; Άκουσε τον ίδιο τον Κύριο να μιλάη με την παραβολή του πτωχού Λαζάρου και να διδάσκη: «Σηκώνοντας τα μάτια του ο πλούσιος γνώρισε τον πτωχό Λάζαρο που αναπαυόταν στους κόλπους του πατριάρχη Αβρα­άμ» (Λουκ. 16, 2), γνώρισε δηλ. τον πτωχό Λάζα­ρο και τον πατριάρχη Αβραάμ. Και δε θέλω να πη κανείς ότι η ιστορία είναι παραβολική και η υπόθεση αναπόδεικτη. Γιατί οι θείες παραβολές του Σωτήρος αναφέρονται σε θέματα υπαρκτά, δυνατά και αποδεδειγμένα.

30. Για το ίδιο θέμα ο άγιος Ιωάννης ο Χρυ­σόστομος μας λέει: «Όχι μόνο τους γνωστούς μας απ' αυτό τον κόσμο θα αναγνωρίσουμε, αλλά και αυτούς που ποτέ δεν συναντήσαμε και δεν γνωρίσαμε. Δεν έχεις δει τον Αβραάμ, ούτε τον Ι­σαάκ, ούτε τον Ιακώβ, ούτε τους προπάτορες, ού­τε τους προφήτες και τους αποστόλους και τους μάρτυρες. Όμως όταν τους δης σε εκείνη τη συ­γκέντρωση θα τους αναγνώρισης όλους και θα πης: Να ο Αβραάμ και ο Ισαάκ και ο Ιακώβ και οι άλλοι πατριάρχες. Να ο Πέτρος και ο Παύλος και όλοι οι άλλοι απόστολοι. Να ο προπάτορας Δαβίδ και οι τόσοι προφήτες. Να ο Πρόδρομος, ο πρωτομάρτυς Στέφανος και το πλήθος των α­γίων».

Αλλά και ο Βασίλειος, που είναι σπουδαίος στα πνευματικά πράγματα όταν απευθύνεται στους πλεονέκτες λέει: «Δε θα φανταστής μπρο­στά στα μάτια σου το μεγάλο δικαστήριο του Χριστού όπου θα στέκονται γύρω σου και θα σου φωνάζουν όλοι όσους αδίκησες! Γιατί όπου και να στρέψης τα μάτια σου θα βλέπης τις εικόνες των κακών. Εδώ πτωχούς που έδειρες, εκεί ορφα­νά και χήρες, τους υπηρέτες που χτύπησες και τους γείτονες που έκανες να θυμώσουν», και όσα τέτοια λέει εκεί.

31. Ο Εφραίμ που είναι ο καλύτερα ενημερω­μένος για τη δευτέρα παρουσία του Κυρίου έτσι μας διδάσκει: «Τότε και τα τέκνα θα κατακρίνουν τους γονείς, αν δεν έχουν πράξει καλά έργα. Την ώρα εκείνη βλέπουν και οι κακοί τους γνωστούς τους. Και αν συμβή να καταριθμηθούν στα δεξιά μέρη, τότε στην ώρα του χωρισμού θρηνούν τη  συγκέντρωση».

Πάλι ο συνώνυμος της Θεολογίας λέει: «Τότε θα δω τον Καισάριο (Δηλ. τον αδελφό του) λα­μπρό, δοξασμένο, να χαίρεται, όπως μου φανερώ­θηκες και στον ύπνο πολυαγαπημένε αδελφέ μου».

Αλλά και ο περίφημος στο βίο και στο λόγο θεμέλιος της Εκκλησίας του Θεού, ο Αθανάσιος γράφει για τους κεκοιμημένους που ήταν αφοσιω­μένοι στον Κύριο: «Και αυτό ακόμα δώρισε ο Κύριος σε εκείνους που θα σώζονται: Το ότι δηλ. θα είναι όλοι μαζί μέχρι την κοινή ανάσταση και θα χαίρονται και έτσι θα περιμένουν μαζί όλοι τα θεϊκά δώρα που μέλλουν να τους δοθούν. Αντίθε­τα οι αμαρτωλοί δεν αναγνωρίζονται μεταξύ τους. Στην πανανθρώπινη εκείνη συνάντηση με ξέσκεπες όλες τις πράξεις όλων των ανθρώπων θα είναι αναγνωρίσιμα τα πρόσωπα όλων μέχρι να γίνη ο τελικός αποχωρισμός και πάη ο καθέ­νας στο μέρος που ετοίμασε για τον εαυτό του. Δηλ. οι δίκαιοι θα πάνε με το Θεό και μεταξύ τους, ενώ οι αμαρτωλοί σε μέρη απομακρυσμένα, αλλά μπορεί να είναι και κοντά ο ένας με τον άλλον, αλλά δεν θα γνωρίζονται μεταξύ τους. Γιατί μέσα στην τιμωρία είναι και αυτό, να μην έχουν αυτή την παρηγοριά της γνωριμίας».

32. Άραγε τότε ποια ντροπή θα τους γίνεται αν δεν είναι γνωστοί με όλους; Γιατί τότε είναι μεγάλη και φοβερή η ντροπή όταν κανείς και γνωρίζει και γνωρίζεται, και ντρέπεται κανείς τους γνωστούς του. Σε έναν άγνωστο μεταξύ αγνώστων δεν δημιουργείται αίσθημα ντροπής. Ε­πομένως είναι πέρα από κάθε αμφιβολία και α­ντίρρηση ότι θα γνωρίζουμε πολύ καλά όλοι ό­λους. Και τότε ο έλεγχος όλων όσων έζησαν με ασέβεια και ανομία θα γίνεται με τα μάτια.

33.  Αλλοίμονο και ουαί σε όλους εκείνους που είναι σαν εμένα και αλλοίμονο σε εκείνους, που, σύμφωνα με τον θείο Εφραίμ, θα κληρω­θούν στα αριστερά του Κυρίου. Μακάριοι και ευ­τυχείς εκείνοι που ο Κύριος θα τους βάλη στα δε­ξιά του και θα ακούσουν την ευλογημένη φωνή (Ματθ. 25, 34), την οποία εύχομαι ν' αξιωθούμε να ακούσουμε όλοι όσοι διαφυλάξουμε την πίστη ορθόδοξη και ν' απολαύσουμε όλα τα αγαθά, των οποίων την ωραιότητα δεν την είδε μάτι ανθρώπι­νο, ούτε ποτέ την άκουσε αυτί, αλλ' ούτε και μπόρεσε να την σκεφθή καρδιά ανθρώπου (Α' Κορινθ. 2, 9). Αμήν.

Άμποτε να γίνη αυτό, Δέσποτα που χαρίζεις τη ζωή, με τις ευχές και ικεσίες της Παναγίας Μητρός σου και όλων των άυλων και σεβαστών σου πνευμάτων, των αγγέλων, και όλων μαζί των αγίων σου, που μέσα στο πέρασμα των αιώνων σε ευχαρίστησαν και σου φάνηκαν αρεστοί. Αμήν.

Εκδόσεις «Ορθόδοξος Κυψέλη» Θεσσαλονίκη

ΕΞΟΔΙΟΣ ΑΚΟΛΟΥΘΙΑ ΙΩΑΝΝΟΥ ΤΟΥ ΔΑΜΑΣΚΗΝΟΥ: Ποιητικό έργο υψηλής πνοής


Ο Αββάς Σισώης (4ος μ.Χ. αι.) μπροστά στον τάφο του Μ. Αλεξάνδρου. Στον τάφο υπάρχουν και δύο άλλοι σκελετοί, δηλωτικό στοιχείο της μεταθανάτιας ισότητας (Τοιχογραφία στο Θεολόγο Μαυριώτισσας).

O συγγραφέας Δημήτρης Νόλλας προτείνει
Την «Εξόδιο Ακολουθία» (εκδόσεις της Αποστολικής Διακονίας της Εκκλησίας της Ελλάδος), σύνθεση του Ιωάννου Δαμασκηνού, ποιητικό έργο υψηλής πνοής, ψυχωφελές για θερμοκέφαλους νέους και άπληστους γέροντες ηλιθίους. Για όλους εμάς που νομίζουμε και περιμένουμε πως τα πάντα θα ξαναγίνουν όπως πρώτα. Η κατά καιρούς ανάγνωση αυτού του κειμένου καταλαγιάζει την ταραχή από την ενεργοποίηση των Ασφάλιστρων Κινδύνου, καθώς είναι μουρμούρικο παρηγοριάς και ρυθμός απτάλικος παραμυθίας, όχι μόνο γι’ αυτούς που έχασαν προσφάτως πρόσωπο αγαπημένο, αλλά κυρίως για όλους εμάς που μένουμε πίσω και τρέμουμε πως ο θάνατος μπορεί να μας τα πάρει όλα. Ψάλλει όμως ο Δαμασκηνός πως «ταύτα πάντα εξηφάνισται» όταν συμβεί και ρίξει μες στο μνήμα τη δικιά μας «ωραιότητα, άμορφον, άδοξον, μη έχουσαν είδος». Μοναδική ευκαιρία να αισθανθούν, όσοι μπορούν να καταλάβουν τη γλώσσα των πουλιών, τι είναι τα πλούτη, τι είναι η ομορφιά, και τι η εξουσία. Και όλα της τα σέα.


Η νεκρώσιμος εξόδιος ακολουθία - The Greek Orthodox Funeral Service

Θεολογικὴ καὶ ποιμαντικὴ προσέγγιση τοῦ μυστηρίου τοῦ θανάτου καὶ τῆς Νεκρωσίμου Ἀκολουθίας



Εἰσήγηση στὴν ς΄ συνάντηση (26.02.2015) τοῦ Ἐπιμορφωτικοῦ Σεμιναρίου τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Μόρφου Γ’ Ἀκαδημαϊκοῦ Ἔτους  (2014-2015)

Εἰσηγητής:  Οἰκονόμος Κυριακὸς Χαραλάμπους, ἐφημέριος χωρίου Γαλάτας
π. Κυριακός Χαραλάμπους «Προσδοκῶ ἀνάστασιν νεκρῶν καὶ ζωὴν τοῦ μέλλοντος αἰῶνος. Ἀμήν.» 
Πανιερώτατε,
Αγαπητοί εν Χριστώ πατέρες και αδελφοί,

Αρχίζοντας την εισήγησή μου αυτή με μία αναφορά στο μυστήριο του θανάτου, ενθυμήθηκα το κλασικό πλέον απόφθεγμα του οσίου πατρός ημών Νεοφύτου του Εγκλείστου για την ωφέλεια της μνήμης του θανάτου, που καταγράφει στην εισαγωγή της Τυπικής Διαθήκης του (έτος 1214): «Ἀγαθὸν ὑπέρτερον παντὸς ἀγαθοῦ, Θεοῦ φόβος καὶ μνήμη θανάτου». Περαιτέρω, ο όσιος πατήρ ημών Παΐσιος ο Αγιορείτης μας υπενθυμίζει μια άλλη σχετική ψυχωφελή ρήση ενός συγχρόνου εναρέτου Αγιορείτη μοναχού, που έλεγε αντί χαιρετισμού στους συνασκητές του:«Αδελφέ, θα πεθάνουμε!» Και συνεχίζει: «Η ζωή είναι τυλιγμένη με τη θνητή σάρκα. Το μεγάλο αυτό μυστικό δεν είναι εύκολο να το καταλάβουν όσοι άνθρωποι είναι μόνο «σάρκες», γι’ αυτό δεν θέλουν να πεθάνουν, ούτε θέλουν να ακούσουν για θάνατο.»

Όπως εύστοχα επισημαίνει και ο μακαριστός πλέον Κύπριος καθηγητής του Πανεπιστημίου Αθηνών, κ. Ανδρέας Θεοδώρου, στο σπουδαίο του βιβλίο, «Άμωμοι εν οδώ· αλληλούια», ένα εξαίρετο υπομνηματισμό στη Νεκρώσιμη Ακολουθία της Ορθόδοξης Εκκλησίας (σελ. 9), ο θάνατος είναι σημείο οριακό για κάθε ύπαρξη. Είναι γεγονός που την ορίζει, την περιορίζει και την εξαντλεί. Είναι το τέρμα μιας πορείας, μιας ζωτικής διαδικασίας. Ο θάνατος είναι ο χωρισμός της ψυχής από το σώμα. Αυτή η κατάσταση λέγεται και ύπνος, γιατί ο θάνατος καταργήθηκε με την Ανάσταση του Χριστού. Ο Χριστός με τα Πάθη, τον Σταυρό και την Ανάστασή Του κατάργησε οντολογικά τον θάνατο και έδωσε τη δυνατότητα στον άνθρωπο να τον υπερβεί, ζώντας μέσα στην Εκκλησία. Και, όπως θεολογεί υμνολογικά η Εκκλησία το χαρμόσυνο μήνυμα της Αναστάσεως, «Χριστὸς ἀνέστη ἐκ νεκρῶν, θανάτῳ θάνατον πατήσας, καὶ τοῖς ἐν τοῖς μνήμασι ζωὴν χαρισάμενος». Ο αναστάς Κύριος, με τον θάνατο και την τριήμερο ανάστασή Του, νίκησε τον θάνατο, δίνοντας το ελπιδοφόρο μήνυμα της επανένωσης του ανθρώπου με τον Πλάστη και Δημιουργό του. Τούτο τονίζεται και μέσα από τον θεόπνευστο Κατηχητικό Λόγο του αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου στην Κυριακή του Πάσχα: «Μηδεὶς φοβείσθω θάνατον. Ἠλευθέρωσε γὰρ ἡμᾶς ὁ τοῦ Σωτῆρος θάνατος. Ἔσβεσεν αὐτόν, ὑπ’ αὐτοῦ κατεχόμενος...». Σε απλή μετάφραση: «Κανένας δεν πρέπει να φοβάται τον θάνατο, διότι έχουμε ελευθερωθεί από την εξουσία του θανάτου με τον θάνατο του Θεανθρώπου Σωτήρος Χριστού. Ο Κύριός μας, κατά την τριήμερο κατοχή του από τον θάνατο, εξουδετέρωσε το κράτος και τη δύναμή του.» Καί,  «καθὼς προεῖπεν, ἔδωκεν ἡμῖν τὴν αἰώνιον ζωὴν καὶ μέγα ἔλεος». Ο άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός, μέγας δογματικός θεολόγος και κορυφαίος υμνογράφος της Ορθοδοξίας, συνέθεσε τον επινίκιο του Θεανθρώπου Σωτήρα μας Ιησού Χριστού κατά του θανάτου με τον θάνατό του, στο Δοξαστικό των νεκρωσίμων ιδιομέλων της Εξοδίου Ακολουθίας: «Ὁ θάνατός σου, Κύριε, ἀθανασίας γέγονε πρόξενος· εἰ μὴ γὰρ ἐν μνήματι κατετέθης, οὐκ ἂν ὁ Παράδεισος ἠνέῳκτο». Δηλ., «Ο θάνατός σου, Κύριε, έγινε πρόξενος αθανασίας· διότι, αν δεν ενταφιαζόσουν στο μνήμα, ο Παράδεισος δεν θα ανοιγόταν στους ανθρώπους.» Ο ανακαινισμένος εν Χριστώ άνθρωπος, με τη συμμετοχή στη μυστηριακή ζωή της Εκκλησίας, την ειλικρινή μετάνοια, την αγάπη προς τον Θεό και τον συνάνθρωπο, και εφαρμόζοντας γενικά το θείο θέλημα, κοινωνώντας μάλιστα το Σώμα και το Αίμα του Δεσπότου Χριστού, έχει τη δυνατότητα να επιστρέψει στην παραδείσια Ζωή, και να απολαύσει την αιώνια ζωή και το άπειρο έλεος του Θεού, μαζί με τους αγίους και τους δικαίους.

Πέμπτη, 8 Ιουνίου 2017

Μητροπολίτης Μεσογαίας και Λαυρεωτικής Νικόλαος Το σήμερα, το χθες και το για πάντα της ταφής και της καύσεως των νεκρών

          Ὅταν τόν περασμένο Ἰανουάριο δημοσιεύθηκαν στήν "Καθημερινή" κάποιες σκέψεις μου, πού προσπαθοῦσαν νά προσδιορίσουν τό ἦθος καί τό φρόνημα τῆς πίστεως καί παραδόσεώς μας σχετικά μέ τήν καύση τῶν νεκρῶν, ὑπῆρξε μιά ἐπιστολή ἐντόνου ἀντιθέσεως πρός τά γραφόμένα μου, γραμμένη ὅμως μέ εὐγένεια, εἰλικρίνεια καί σοβαρότητα τέτοια πού δέν θά μποροῦσα εὔκολα νά ἀντιπαρέλθω.
          Ὁ ἐπιστολογράφος κατά τήν γνώμη μου ἦταν δικαιολογημένος ἀλλά δέν εἶχε δίκιο. Μιλοῦσε σωστά γιά τήν πραγματικότητα, ἀλλά δέν ἀκομποῦσε τήν ἀλήθεια. Ὁ λόγος τοῦ θεολογικοῦ βιώματος τῆς διαχρονικῆς παραδόσεως τῆς Ἐκκλησίας μας καί ἡ βαθύτερη ελπίδα τῶν πραγμάτων τοῦ φάνηκε προκλητικά καί ὑπερβολικά "ἐξωραϊσμένος". Ἔπαυσε ἡ κοινωνία μας νά ἔχει ἀντίστοιχα βιώματα.
          Σκέφθηκα , λοιπόν, πώς χρέος μου  σήμερα, σ' αὐτήν τήν ἡμερίδα, θά ἦταν νά ἀναφερθῶ λίγο στή σημερινή καί τήν παραδοσιακή πραγματικότητα τοῦ τρόπου τῆς ταφης τῶν νεκρῶν, ἀφηνοντας μέσα ἀπό αὐτήν νά διαφανεῖ ἡ πνευματική ἀλήθεια γιά τήν πρόταση καύσης τῶν νεκρῶν, ὅπως τήν ζεῖ ἡ Ἐκκλησία μας. Ἡ πρόταση αὐτή προφασίζεται τήν πραγματικότητα τῆς ζωῆς καί τά γεγονότα, διαψεύδεται ὅμως ἀπότήν βαθύτερη ἀλήθεια τῶν πραγμάτων.
 
1. Ἡ πραγματική εἰκόνα σήμερα
          Σέ μιά πόλη μεγάλη σάν τήν Ἀθήνα ἔχει πλέον δημιουργηθεῖ μιά νέα εἰκόνα τῆς κηδείας. Ὁ νεκρός δέν διανυκτερεύει στό σπίτι του, ἀλλά σέ ψυγεῖο. Οὔτε θάβεται τήν ἑπομένη, ἀλλά συνήθως καθυστερεῖ. Οἱ γείτονες,ἀποξενωμένοι ὁ ἕνας ἀπό τόν ἄλλο καί ἐρμητικά κλεισμένοι στόν ἑαυτό τους ὁ κάθενας ἀρνοῦνται τό θέαμα καί τήν  κατάσταση πού αὐτό δημιουργεῖ. Ἡ ἐκφορά τοῦ νεκροῦ δέν γίνεται πλέον ἀπό τό σπίτι του -τόν τόπο τῆς ἐκφράσεώς του -, ἀλλά ἀπό τό δημόσιο κοιμητήριο -τόν τόπο τῆς δημοτικῆς ἐκμεταλλεύσεώς του. Ἔτσι δέν τόν ξαγρυπνοῦμε. Ὁ χῶρος ἀποχαιρετισμοῦ του εἶναι τό ἀπρόσωπο περιβάλλον τοῦ κοιμητηρίου, καί μάλιστα μαζί μέ ἄλλους. Τό γεγονός χάνει τή μοναδικότητά του.
          Οἱ μεταφορεῖς τῆς σωροῦ, οἱ νεκροθάπτες, οἱ ψάλτες εἶναι ἄγνωστοι, πού πληρώνονται καί πού συνεχῶς αὐτή τήν δουλειά κάνουν. Πρόσωπα ἐθισμένα καί ὡς ἄγνωστα ἐντελῶς ἀμέτοχα στήν ἱερότητα ἤ τουλάχιστον στό συναισθηματικό δράμα τῆς ἀκολουθίας καί στό πραγματικό τῆς οἰκογενείας. Οἱ φίλοι καί οἱ γνωστοί δέν συμμετέχουν ἐνεργά στήν πρακτική διαδικασία τῆς κηδείας, ἁπλά παρακολουθοῦν παθητικά.
          Ὁ ἱερέας, τό ἴδιο κουρασμένος, ψυχρός καί συχνά ἀδιάφορος. Ὅπως ὁ γιατρός ἔχει συνηθίσει τούς ἀσθενεῖς, αὐτός ἔχει συνηθίσει νά βλεπει τούς νεκρούς. Ἀδυνατεῖ νά συμμετάσχει. Τά λερωμένα του ἄμφια, ἡ σκληρή καί ξερή ἀπό τόν κόπο καί τή συνήθεια φωνή του, ἡ μπουχτισμένη μορφή του, δίπλα στόν κακόγουστο διάκοσμο-ἀπογοητευτικό ἀποτέλεσμα τυποποιημένης ἐπαγγελματικῆς διαδικασίας καί ὄχι εὐλαβοῦς εὐαισθησίας προσφιλῶν προσώπων, -τά χιλιοπατημένα χαλιά, τούς ἀνούσιους λόγους, καί τίς παγερές ὄψεις τῶν δημοτικῶν ὑπαλλήλων τοῦ κοιμητηρίου ἤ τίς ἐπαγγελματικές τῶν ἐργολάβων, δεμένων μέ τούς δυτικόπληκτους ξελαρυγγισμούς μιᾶς παράταιρης χορωδίας ἤ τήν μοιρολογική φωνή ἑνός ψάλτη τῆς παλαιοληθικῆς ἐποχῆς, συνθέτουν μιά εἰκονα πού θυμίζει πιό πολύ τό θάνατο ἀπ' ὅσο ὁ ἴδιος ὁ νεκρός.
          Ἡ κηδεία κατήντησε νά εἶναι περισσότερο μιά τελετή συμπαραστάσεως στούς συγγενεῖς, παρά μιά ἐκκλησιαστική ἔκφραση συντόνου καί ἐντόνου προσευχῆς γιά τόν ἀποθανόντα. Μιά πράξη ἀνθρώπινης παρηγοριᾶς παρά μιά κίνηση ἐκζητήσεως τῆς θεϊκῆς παρακλήσεως. Κάτι πού γίνεται γι' αὐτούς πού μένουν πίσω, παρά κάτι πού ἐπιτελεῖται γι' αὐτόν πού ἀναχωρεῖ.
          Ὅλο αὐτό τό σενάριο δημιουργεῖ σέ ὁρισμένους τέτοια τραυματική ἐμπειρία συναισθηματικῆς καί ἰδεολγικῆς ἀποστροφῆς πού, ἐπειδή ἀκριβῶς ἐπαναλαμβάνεται, θέλουν ὁριστικά νά τήν ξεχάσουν. Καί ἐπειδή αὐτό δέν γίνεται, θέλουν νά ὑποβαθμίσουν τό γεγονός. Αὐτό εὔκολα στίς μέρες μας ὁδηγεῖ στήν πρόταση γιά καύση τῶν νεκρῶν. Αὐτό θά ὁριστικοποιήσει τήν ἀσέβεια.
 
2. Τό παραδοσιακό παρελθόν
          Δίχως νά πέσουμε στήν παγίδα μιᾶς ἐξωραϊσμένης παρελθοντολογίας, νομίζω δέν θά ἀδικούσαμε τήν ἀλήθεια, ἄν λέγαμε ὅτι τό παρελθόν εἶχε πολύ περισσότερη ἀνθρωπιά, σεβασμό καί ὑπογραμμισμένα τά πρόσωπα.
          Ο κοινωνίες ἦσαν μικρότερες, οἱ δεσμοί καί οἱ σχέσεις πολύ πιό ἔντονες καί αὐθεντικές. Γι ' αὐτό καί ἡ συμμετοχή τοῦ καθενός σέ τόσο ἰδιαίτερες στιγμές πολύ πιό προσωπική. Στά χωριά τό γεγονός τοῦ θανάτου ἦταν γεγονός πού φαινόταν. Ἐπικέντρωνε τό ἐνδιαφέρον ὅλων.  Μονοπωλοῦσε τίς συζητήσεις. Ἔδινε ταυτότητα στήν κοινωνική ζωή τοῦ συνόλου. Γι' αὐτό καί τό ἐπισφράγισμα τοῦ θανάτου, ἡ κηδεία καί ἡ ταφή εἶχαν σεβασμό, χρόνο, διάρκεια καί προσωπική συμμετοχή.
          Ἀπ' ὅπου περνοῦσε ἡ κηδεία, σταματοῦσε κάθε κοσμική ἤ ἐμπορική συναλλαγή. Οἱ καταστηματάρχες κατέβαζαν τά στόρια - στή  Θράκη καί τή Μικρά Ἀσία, ἀκόμη καί οἱ τοῦρκοι καί οἱ μωαμεθανοί, -ὅλοι σταυροκοπιόνταν, σταματοῦσε καί τό ἀντίθετο ρεῦμα τῆς κυκλοφορίας γιά νά ἀποδώσει κι αὐτό τό σεβασμό του.
          Ἡ ἴδια εἰκόνα διατηρεῖται σήμερα καί στά μονασήρια. Ὅλα ἐπιτελοῦνται μέ μοναδική προσοχή στίς λεπτομέρειες -αὐτές ὑπογραμμίζουν τήν  πίστη μας στό μυστήριο καί τό σεβασμό μας σ' αὐτά πού  διακηρύττουμε. Ἄν ἡ Ἐκκλησία δέν μπορεῖ νά πεῖ ναί στήν καύση τῶν μοναχῶν δέν μπορεῖ νά συγκατατεθεῖ ποτέ καί τήν καύση τῶν μοναχῶν δέν μπορεῖνά συγκατατεθεῖ ποτέ καί μέ τήν καύση τοῦ οἱουδήποτε πιστοῦ της.
          Σήμερα στήν ἐκταφή, ὁ ἁρμόδιος ὑπάλληλος τοῦ Δήμου ἔχει τά γάντια του γιά νά μή  μολυνθεῖ, ἁπλώνει μιά τυποποιημένη σακκούλα "σκουπιδιῶν" ἤ  "ἀπορριμάτων"- ἔτσι γράφει ἡ κορδέλλα -ἀπό τόν Βασιλόπουλο ἤ τόν Μαρινόπουλο καί ἀρχίζει βιαστικά νά σκάβει καί νά ψάχνει γιά τά ὀστᾶ. Δίπλα του, ἕνα καταλερωμένο καροτσάκι γεμάτο χώματα, ἄχρηστα ἀντικείμενα καί ἐργαλεῖα, τό ἴδιο μέ τό ὁποῖο γίνεται ἡ μεταφορά τῶν σκουπιδιῶν τοῦ κήπου, σοῦ ὑπενθυμίζει ἀπάνθρωπα τό ἐνδεχόμενο νά δεῖς τόν ἀγαπημένο σου ἄλειωτο σκουπίδι νά πετιέται σέ μιά γωνιά γιά ἕνα ἀκόμη χρόνο. Ὁ ἄνθρωπος πού τά κάνει αὐτά ἐδῶ πληρώνεται. Σοῦ εἶναι πολύ δύσκολο νά τοῦ πεῖς νά προσέξει μήπως κάτι παραμείνει θαμμένο.  Μπορεῖ καί νά θυμώσει.
          Τό παρελθόν καί ἐδῶ εἶναι διαφορετικό·  γυναῖκες μέ καθαρές λεκάνες, ἄνδρες μέ κασμάδες καί φτυάρια -πού ἄφησαν γιά τή μέρα τή δουλειά τους, -ὁ παπάς καί οἱ συγγενεῖς πηγαίνουν γιά τήν ἐκτάφή. Ἁπλώνουν πρῶτα ἕνα πεντακάθαρο σεντόνι ἤ μιά ἀχρησιμοποίητη πετσέτα, ὅλα ἄσπρα καί μέσα σέ ὑποβλητική ἡσυχία, μέ συγκίνηση καί ἀγωνία, στόν ἀπόμερο χῶρο τοῦ κοιμητηρίου, δίχως θορύβους ἐπιτελεῖται ἡ ἱεροτελεστία τῆς ἐκταφῆς. Ἀντί γιά ἀδικαιολόγητους φόβους, ὁ πόθος τῆς καινούργιας συναντήσεως. Ἀντί γιά ψυχρή ἐπαγγελματική βιασύνη , ἡ τρυφερότητα τῶν αἰσθημάτων καί ἡ ὑπομονή τοῦ σεβασμοῦ. Ὁ χρόνος τραβάει, διαρκεῖ. Ὅλα πλένονται ὄχι σέ φορμόλη ἤ ἄλλα χημικά, ἀλλά σέ ἁγνό κρασάκι ἀπό τό ἀμπέλι καί μέ πεντακάθαρο νερό. Ἔτσι ξανασυναντᾶ κανείς τό τελευταῖο ὑπόλειμμα τοῦ θησαυροῦ τοῦ προσώπου. Αὐτό εἶναι ἀδύνατο νά σκεφθεῖ κανείς νά τό κάψει. Δέν μπορεῖ.
          Σίγουρα ἡ εἰκόνα αὐτή μέ κανένα τρόπο δέν θά μποροῦσε νά ἐπανέλθει στή σημερινή πραγματικότητα. Ἡ γνώση ὅμως καί ἡ διαρκής ἀνάμνησή της εἶναι βασική προϋπόθεση στή διαμόρφωση μιᾶς σύγχρονης πνευματικῆς πρακτικῆς, συμβατῆς μέ τά δεδομένα τῆς σημερινῆς κοινωνικῆς πραγματικότητος καί τῆς αἰώνιας καί διαχρονικῆς ἐκκλησιαστικῆς ἀλήθειας.  
            κηδεία ἀπό ὑπόθεση δημοτικῆς ἐκμεταλλεύσεως πρέπει νά ξαναγίνει ἱερή πράξη καθαρά ἐκκλησιαστικῆς φύσεως.  
 
3. Οἱ προφάσεις γιά τήν καύση τῶν νεκρῶν  
          Οἱ λόγοι πού συνήθως παρουσιάζονται γιά νά ὑποστηρίξουν τήν καύση τν νεκρῶν εἶναι οἱ ἑξῆς:
α. Ἔλλειψη χώρου
          Τό πρῶτο ἐπιχείρημα εἶναι ἡ ἔλλειψη χώρου. Αὐτό ἰσχύσει κυρίως για τήν Ἀθήνα.           Μιά τεράστια πόλη μέ δυσανάλογο πρός τήν ἔκτασή της πληθυσμό εἶναι πολύ φυσικό νά διαθέτει περιορισμένης ἐκτάσεως κοιμητήρια γιά νά φιλοξενήσουν ἕνα διαρκῶς αὐξανόμενο ἀριθμό νεκρῶν. Εἶναι ὅμως αὐτο τό ἐπιχείρημα πειστικό; εἶναι ἡ δυσκολία ἀνυπέρβλητη; Κατά καιρούς ἔχουν προταθεῖ λύσεις, λιγότερο ἤ περισσότερο πρακτικές, σχετικά μέ τούς  οἰκογενειακούς τάφους ἤ τήν ἀποσυμφόρηση τῶν κοιμητηρίων μέ μετάθεση τῆς ταφῆς στήν ἐπαρχία, ὅπου αὐτό εἶναι δυνατόν κ.ο.κ.
          Στήν οὐσία, τό ἐπιχείρημα ὅτι δέν ἔχουμε χῶρο στά κοιμητήρια μας ἤ χώρους γιά κοιμητήρια ἀποτελεῖ πρόφαση, πού ἰσοδυναμεῖ μέ προσβολή. Ἄν δέν ἔχουμε, νά δημιουργήσουμε χῶρο. Ὅπως εἶναι ἀνάγκη στήν πολύκοσμη Ἀθήνα να δημιουργηθοῦν χῶροι γιά parking , ἀναψυχή, πολυκαταστήματα κ.λπ., ἔτσι μπορεῖ νά ληφθῆ καί ἡ δέουσα πρόνοια γιά τούς νεκρούς. Ἡ ἀγάπη καί ὁ σεβασμός δημιουργοῦν καί χῶρο καί προϋποθέσεις. Ἄν καταλάβουμε ὅτι ἡ ἀνάγκη νά σεβασθοῦμε τούς νεκρούς μας εἶναι μεγαλύτερη ἀπό ὀποιαδήποτε πρακτική ἀνάγκη, τότε θά βρεθοῦν καί οἱ κατάλληλοι χῶροι.
          Ἡ κοινωνία μας συχνά ἐκφράζει καί τή στενότητα πού νοιώθει ὄχι γιά τούς νεκρούς, ἀλλά καί γιά τούς ἐπερχομένους ζωντανούς. Οὔτε γι' αὐτούς δέν ἔχει χῶρο ὁ κόσμος μας. Γι' αὐτό καί νομιμοποιεῖ τίς ἀμβλώσεις. Ἔτσι, νόμιμα πλέον καταστρέφουμε τό σπαρμένο στά σπλάγχνα τῆς μητέρας ἔμβρυο. Κατά ἀνάλογο τρόπο , καῖμε τό σῶμα στά σπλάγχνα τῆς γῆς γιά νά μήν ζήσει αιώνια. Ὄχι γιατί δέν θέλουμε αὐτό νά ζήσει, ἀλλά γιατί δέν θέλουμε ἐμεῖς να ζήσουμε αἰώνια. Ἡ ὕπαρξη, ἡ  ζωή του μᾶς  θυμίζει τήν αἰωνιότητα. Ἐμεῖς μ'αὐτήν ἔχουμε πρόβλημα, ὄχι μέ τόν νεκρό, μέ τόν Θεό.
          Στίς μωαμεθανικές χῶρες, πού ἀπαγορεύεται ἡ ἐκταφή ἤ ἡ κατακόρυφη σέ ἐπίπεδα ταφή, πού οἱ πληθυσμοί εἶναι πυκνοί καί αὐξανόμενοι, οἱ θάνατοι πιό σύντομοι, πῶς χωροῦν τά κοιμητήρια;
          Ἐάν τελικά ἰσχύσει τό κριτήριο τῆς ἔλλειψης του χώρου, τότε σύντομα θά περάσουμε καί σ' ἕνα πρόβλημα, τήν ἔλλειψη τοῦ χρόνου. Δέν θά ὑπάρχει χρόνος γιά τήν κηδεία. Αὐτό θά εἶναι τό ἑπόμενο βῆμα καί θά εἶναι πιό λογικό. Δέν θά προλαβαίνουμε. Ἀφοῦ καταργήσουμε τήν ταφή,   θά  ἀντικαταστήσουμε τήν  ἀκολουθία τῆς κηδείας μέ  μιά εὐχή "ἀναπαύσεως" γιά νά συντομεύσουμε τήν  διαδικασία. Ἡ Ἐκκλησία πάντα θά προτιμᾶ τήν διανυκτέρευση στό σπίτι, στήν κηδεία στήν ἐνορία καί τήν ταφή στό κοιμητήριο. Ἄν δέν μποροῦμε νά τηρήσουμε αὐτό τόν τύπο τῆς ταφῆς, ἄς μή θυσιάσουμε τήν οὐσία τῆς τιμῆς.
β. Λόγοι ὑγείας, ἀποφυγή μικροβίων 
          Ἕνας δεύτερος λόγος πού ἀκούγεται συχνά ὅτι ἐπιβάλλει τήν καύση τῶν νεκρῶν εἶναι οἱ λόγοι ὑγιεινῆς. Ἀλλά τί εἰρωνεία! Σέ μιά ἐποχή ὅπου, ἐντελῶς ἀδικαιολόγητα καί ἀπό χιλιάδες αἰτίες, ἔχει καταμολυνθεῖ τό οἰκοσύστημα καί ὅπου ἀπειλεῖται μέ ἀπονέκρωση τό σύνολο τῆς γήινης βιόσφαιρας, σέ μιά ἐποχή πού πετοῦμε πιό πολλά ἀπ' ὅσα χρησιμοποιοῦμε, πού εἰσπνέουμε περισσότερο διοξείδιο τοῦ ἄνθρακος ἀπ' ὅσο ἐκπνέουμε, πού ἡ ἀτμόσφαιρα τῆς Ἀθήνας θυμίζει ἀτμόσφαιρα ἀνθρακωρυχείου καί οἱ γειτονιές της χωματερές,   εἶναι πράγματι ὑποκριτικό, ἐνῶ καταστρέψαμε περιβαλλοντικά ὅ,τι φαίνεται καί ζεῖ, τώρα νά νοιώθουμε πώς κινδυνεύουμε ἀπό τά μικρόβια τῶν νεκρῶν, πού οὔτε φαίνονται, οὔτε ἀπειλοῦν, οὔτε φυσικά ὑπάρχουν στά κοιμητήρια· ὑπάρχουν μόνο στά μυαλά τῶν συγχρόνων μηδενιστῶν.
          Τή μόλυνση τήν δημιουργοῦν οἱ ζωντανοί, ὄχι οἱ νεκροί.
γ. Ἀνθρώπινο δικαίωμα. Νομιμοποίηση εὐθανασίας;
          Ἕνας ἰσχυρός λόγος, πού κάποιοι προτάσσουν γιά τήν καύση, εἶναι τά λεγόμενα ἀνθρώπινα καί ἀτομικά δικαιώματα. Ἡ καύση τῶν νεκρῶν δέν εἶναι ἀτομικό δικαίωμα τοῦ νεκροῦ πλέον ἀνθρώπου· ἡ διατήρηση τοῦ σώματός τους ἀποτελεῖ κοινωνική ὑποχρέωση σεβασμοῦ καί ἐπιβιώσεως τοῦ προσώπου του. Εἶναι ἀδύνατο τό θέλημα τοῦ ἑνός -κι ἄς ἀποκαλεῖται αὐτό δικαίωμα -νά προσκρούει στήν ἀνάγκη γιά σεβασμό τοῦ συνόλου- ἄν βέβαια ὑπάρχει κάτι τέτοιο. Δέν μπορεῖ νά εἶναι δικαίωμα κάποιου νά τόν κάψουμε ἐμεῖς!
          Αὐτό τό σημεῖο ἰδιαίτερα ἐνόχλησε τόν ἐπιστολογράφο τῆς "Καθημερινῆς". Ἄν κάποιος θέλει νά καεῖ μετά θάνατον πῶς ἐμεῖς θά τόν ἀφήσουμε; καί δέν διερωτᾶται, γιατί αὐτός ὁ κάποιος, ὄχι ἁπλῶς ὁ κάποιος, ὄχι ἁπλῶς νά δέχεται-αὐτό τό καταλαβαίνουμε, -ἀλλά νά ἐπιθυμεῖ ἔντονα νά καεῖ; τί βαθύτερο καί συνάμα ἀνώτερο κρύβει μιά τέτοια ἐπιθυμία, ὥστε νά κληρονομεῖ σέ μᾶς  τό σύνολο τήν ὑποχρέωση τῆς καύσης;
          Τό κοινωνικό ἀγαθό ὡς ἀξία εἶναι ἀνώτερο κάθε ἀτομικῆς ἐπιλογῆς. Ἄν ἡ ταφή ἀποτελεῖ ἀξία, τότε ἡ καύση δέν μπορεῖ νά εἶναι ἀτομικό δικαίωμα. Ἄν πάλι ἡ ἐπιθυμία ἑνός νά καεῖ εἶναι ὑπερτέρα τῆς ἀνάγκης τῆς κοινωνίας γιά σεβασμό τοῦ νεκροῦ σώματος, τότε τό ἴδιο ἐπιχείρημα δέν θά μποροῦσε νά φέρει στό προσκήνιο ἀπό νέα ὀπτική τό θέμα τῆς εὐθανασίας; Ἄν ἡ κοινωνία ἔχει ὑποχρέωση νά κάψει ὅποιον τό ἐπιθυμεῖ, τότε θά εἶναι καί ὑποχρεωμένη νά διευκολύνει καί τόν θάνατο αὐτοῦ πού τῆς τό ζητεῖ. Ἡ ὑποχώρηση στήν καύση τῶν νεκρῶν μέ τό αἰτιολογικό τοῦ ἀτομικοῦ δικαιώματος θά καταστήσει τήν εὐθανασία ἐπιβεβλημένη κοινωνική ὑποχρέωση.
δ. Τό ἀποτρόπαιον τοῦ θανάτου
          Ἡ ταφή ἀποτελεῖ ἀναντίρρητα μιά συναισθηματική πολύ δύσκολη εἰκόνα. Βλέπεις το οἰκεῖο σου πρόσωπο δίχως πνοή, δίχως ζωή, γιά τελευταία φορά νά κατεβαίνει ἀνεπίστρεπτα στά σπλάγχνα τῆς γῆς. Δέν θά ξαναντικρύσεις τήν οἰκεία ὄψη. Σέ λίγα λεπτά θά ἀκολουθήσει ἡ διαδικασία τῆς ἀποσυνθέσεώς του. Ὁ πειρασμός νά ἀποφύγει κανείς τήν ἐμπειρία δέν εἶναι ἀμελητέος. Ἡ στρουθοκαμηλική νοοτροπία τῆς ἐποχῆς μας προκρίνει τό νά ἀγνοοῦμε ἤ νά μήν ἀντικρύζουμε τήν πραγματικότητα, παρά νά τήν προβάλουμε πάνω στήν ἀλήθεια. Προτιμάει κανείς νά βλέπει ἕνα κουτάκι παρά νά ἀντικρύζει ἕνα πτῶμα. Τό πρῶτο εἶναι ἁπλό ἀντικείμενο. Τό σῶμα εἶναι νεκρό ὑποκείμενο. Βλέποντας τό πρῶτο ξεχνᾶς τό πρόσωπο. Ἀντικρύζοντας τό δεύτερο θυμᾶσαι τό θάνατό του, αἰσθάνεσαι τό θάνανατό του καί αὐτό πονᾶ.
         
4. Βαθύτερα αἴτια τοῦ αἰτήματος τῆς καύσης
          Πέραν ὅμως τῶν διαφόρων προφάσεων ὑπάρχουν βαθύτερα αἴτια πού τό θέμα τῆς καύσης τῶν νεκρῶν κατά καιρούς ἐμφανίζεται στό προσκήνιο. Αὐτά εἶναι ὁ μηδενιστικός τρόπος ζωῆς, ἡ ἐπιθυμία ἀποθρησκευτικο ποιήσεως τῆς κοινωνιας καί ἡ κυριαρχία τῆς χρηστικῆς ἀντίληψης εἰς βάρος τοῦ σεβασμοῦ καί τῶν ἀξιῶν.
          Ὅλα αὐτά ὁδηγοῦν σέ μιά προσπάθεια πρόκλησης τῆς Ἐκκλησίας καί σταδιακῆς νέκρωσης τοῦ αἰσθητηρίου τῆς ψυχῆς ὅλο καί ἀπομακρύνεται ἀπό τήν ἐμπειρία τῆς ζωῆς μας. Κάθε τί πού τήν ὑπενθυμίζει καί διακριτικά τήν ὑπογραμμίζει βαθμιαία γίνεται ἀνεπιθύμητο στήν ἀποδοχή καί ἐντοχλητικό στήν πρακτική του.
          Ἡ ταφή ἔχει μιά τελετουργία ἐμφανῶς πιό ἔντονη ἀπό τήν καύση. Ἡ προσπάθεια εἰσαγωγῆς τῆς καύσης δημιουργεῖ μιά ἀπότομη ἀλλοίωση στά κοινωνικά μας ἤθη καί εἰσάγει εἰκόνες, στόν τρόπο μας. Αὐτό τό νεο σκηνικό καίρια προσβάλλει τό μονοπώλιο τῆς ἐκκλησιαστικῆς καί μεταφυσικῆς εἰκόνας τῆς κηδείας πού χαρακτηρίζεται ἀπό τήν ταφή. Ἡ ταφή εἶναι περισσότερο μυστήριο, ἐνῶ ἡ καύση τελετή ἤ διαδικασία.
          Ἡ πρακτική καί χρηστική ἀντίληψη ἔχουν ἐπικρατήσει καί μᾶς ἔχουν πείσει, γιατί μέσα στήν καρδιά μας  ἔχει ἔντονα ἀδυνατίσει ἡ πνευματική καί βιωματική διάσταση τοῦ γεγονότος. Ὅλα γίνονται βιαστικά καί τυπικά. Ὅ,τι ὅμως δέν ἔχει ὑπομονή δέν ἔχει οὔτε βάθος, οὔτε διάρκεια· οὔτε ρίζες, οὔτε αἰωνιότητα. Ἔτσι ψέλνουμε "αἰωνία ἡ μνήμη" ἀλλά ταυτόχρονα ἡ δική μας μνήμη εἶναι σφιχτά κλεισμένη· προσπαθοῦμε νά ξεχάσουμε.
          Τέλος,  δέν εἶναι λίγοι αὐτοί πού ἐπικαλοῦνται καί οἰκονομικούς λόγους γιά τήν καύση, ἄσχετα ἄν τό ἐπιχείρημα αὐτό δέν φαίνεται ἀντικειμενικά νά εὐσταθεῖ. Ἡ ἀναγωγή ὅμως καί μόνον τοῦ θέματος τοῦ θανάτου καί τοῦ λειψάνου τοῦ σώματος σε οἰκονομική λογική τί ἄλλο δείχνει παρά ὅτι οἱ ἀξίες καί οἱ ἰδέες τελοῦν ἐν διωγμῷ στίς κοινωνίες μας;
 
5. Τό χρέος τῆς Ἐκκλησίας
          Ἡ Ἐκκλησία βαθειά μέσα στίς ρίζες τῆς παραδόσεώς της κρύβει τό θησαυρό τῶν ἐμπειριῶν της, τόν ὁποῖο ἔχει μεγάλο χρέος νά παρουσιάσει καί μέ τό λόγο καί μέ τήν πράξηη της. Κατόπιν τούτων ὀφείλει:
α. Νά περιγράψει τή ζωντάνια τῆς ψυχῆς
          Ἡ ψυχή δέν εἶναι οὔτε φαντασία οὔτε ἀφηρημένη ἔννοια. Εἶναι ἡ οὐσία τοῦ ἀνθρώπου.  Ἔχει τέτοια δύναμη καί τόση ζωή πού δέν μπορεῖ νά ἐξαντλήση τά ἀποθέματα της σ' αὐτή τή ζωή·  γι αὐτό καί δέν μπορεῖ παρά νά ζεῖ αἰώνια.
β. Ἡ Ἐκκλησία μέσα ἀπό τήν ταφή μπορεῖ νά ἐκφράσει:
• Τήν ἀλήθεια της,τήν πίστη της στή αἰωνιότητα καί ἀθανασία τῆς ψυχῆς καί στήν δυνατότητα γιά θέωση τοῦ ἀνθρώπου. Τό σῶμα εἶναι ναός τοῦ Θεοῦ καί εἰκόνισμα τῆς μελλούσης καταστάσεως. Τούς ναούς καί τά εἰκονίσματα ποτέ δέν τά καῖμε.
• Τό φιλάνθρωπο, τήν ἀνθρωπιά της.
• Τήν αἰώνια πνευματικότητα καί ἐλπίδα της.
• Τήν ἐσωτερική μυστική χαρά της.
• Τήν αἰσθητική της.
          Λένε πολλοί ὅτι ἡ καύση τῶν νεκρῶν δέν εἶναι δογματικό θέμα. Κάθε τί ὅμως πού ἔχει νά κάνει μέ τόν ἄνθρωπο, τήν ψυχή του καί τή ἰσόρροπη σχέση τους, ἀναφέρεται στό δόγμα τῆς ἐνανθρωπήσεως, τήν αἰώνια ζωή καί τή θεανθρώπινη δυνατότητά του. Μπορεῖ νά μήν ὑπάρχει δογματική διατύπωση, σίγουρα ὅμως ὑπάρχει δογματική ἀλήθεια. Δόγμα δέν εἶναι μιά διατύπωση πού δέν μᾶς ἐπιτρέπεται νά παραβοῦμε, ἀλλά μιά ἀλήθεια πού μᾶς εἶναι ἀπαραίτητη γιά νά ἐξαγιασθοῦμε.
          Τό λείψανο ἀποτελεῖ εἰκόνα τῆς ἀνθρώπινης ὑποστάσεως. Ὅπως ἡ Ἐκκλησία ἔδωσε γιά χρόνια ἀνυποχώρητη τόν ἀγώνα της γιά τή διαφύλαξη τῶν εἰκόνων της, ἔτσι καί τώρα καλεῖται νά ὑποστηρίξει τίς ἀνθρώπινες εἰκόνες, τά ὑπολείμματα, τίς ὑπομνήσεις τῆς ψυχῆς σ' ἀυτόν τόν κόσμο. Κάθε προσπάθεια καύσης τοῦ σώματος εἶναι εἰκονοκλαστική στή φύση της καί προσβάλλει τό χριστολογικό δόγμα.
          Ἡ καθημερινή συνήθεια, ἡ ἱστορική παράδοση καί ἡ διαχρονική πρακτική τῆς Ἐκκλησίας συντήρησαν ἕνα φρόνημα τό ὁποῖο καλλιέργησαν καί ἐνίσχυσαν καί ἐγέννησαν, μιά ἐμπειρία δογματικῆς ἀλήθεια πού ἴσως μέ τή σημερινή της κοινωνική πίεση περιμένει πλέον καί τή θεολογική της διατύπωση. Δογματικό δέν εἶναι μόνον ὅ,τι ἔχει πεῖ κάποια Οἰκουμενμική Σύνοδος μέ τό φωτισμένο λόγο της, ἀλλά καί ὅ,τι ἔχει ἀδιάψευστα ἐπαναλάβει ἡ οἰκουμενική Ἐκκλησία μέ τό ἐξαγιασμένο καί καθολικό μήνυμά της καί τήν καθημερινή πράξη της.
γ. Νά ὑπογραμμίσει τήν ἱερότητα τῆς ζωῆς καί τοῦ θανάτου
          Ὁ ἄνθρωπος ξεκινάνει μέ ἄκρα ταπείνωση -τήν κυτταρική μορφή του- καί καταλήγει πάλι ταπεινά -μέ τή λειψανική μορφή του. Ἡ τέλεια ἐξουθένωσή του συγχρονίζεται μέ τήν τέλεια ταπείνωσή του. Ἡ ἀνθρώπινη φύση βρίσκεται στή  μεγαλύτερη της ἔνταση καί δυναμική, ὅταν ἐγκαθίσται ἡ ψυχή στό σῶμα -ἔμβρυο - ἤ ὅταν ἀποχωρίζεται ἀπό αὐτό -λείψανο. Οἱ δύο αὐτές καταστάσεις εἶναι οἱ μοναδικές πού ὁ ἄνθρωπος δέν ἁμαρτάνει. Τότε πού αὐτός δέν ἔχει φωνή τοῦ  ἀναγνωρίζουμε ἐμεῖς τήν ταυτότητα. Καταστρέφοντας καί τά ἔμβρυα καί τά ὀστᾶ εἶναι σάν νά καταστρέφουμε τήν ἀνθρώπινη ταπείνωση.
                    Τό  γεγονός τοῦ θανάτου στήν  Ἐκκλησία δέν ἀντιμεωπίζεται ὡς μεμονωμένο γεγονός -κάποιος πέθανε - ἀλλά ὡς ἐκκλησιαστικό καί  κοινωνικό γεγονός -κάποιος μᾶς ἔφυγε καί ἡ ἀναχώρησή του ἔχει ἄμεση σχεση μέ  τή ζωή μας.  
δ. Νά ἀποτυπώσει τό θεολογικό βίωμά της στήν πράξη της.
          Ἡ λογική της  πρέπει νά εἶναι ἡ λογική τοῦ σεβασμοῦ, ἡ δέ πρακτική της ἀπόλυτα ξεκομμένη ἀπό κάθε χρηματική ἤ οἰκονομική ἀντίληψη καί ἐντελῶς ξένη ἀπό πάσης φύσεως συναλλαγές, συμφωνίες καί διαπραγματεύσεις.
          "Κηδεία"σημαίνει τήν τελευταία καί ἱερότερη φροντίδα μας στόν νεκρό. Ἐτυμολογικά προέρχεται ἡ λέξη ἀπό τό ρῆμα "κήδομαι"φροντίζω. Ὅταν κάποιον θέλεις νά τόν φροντίσεις, τότε οὔτε τήν ἱερότητά του περιορίζεις οὔτε καί τή φυσική ὑπόστασή του λιγοστεύεις. Ἀρνεῖσαι τή βία ἐπάνω του, ὄχι γιά νά μήν  πονέσει τό σῶμα του, ἀλλά γιά νά μήν πονέσει ἡ ψυχή σου.
          Μέ τήν ταφή ὅμως, ὅταν αὐτή γίνεται ὅπως πρέπει, μποροῦν οἱ συγγενεῖς νά πάρουν τεράστια ἐλπίδα·  αἰσθάνονται ὅτι ὁ ἄνθρωπός τους ὑπάρχει, κάπου εἶναι καί κάτι περιμένει·  σίγουρα δέν τέλειωσε. Ὅσο τό σῶμα διατηρεῖται καί δέν  τελειώνει, τόσο καί ἡ αἴσθηση τῆς ψυχῆς συνεχίζει νά ὑπάρχει μέσα μας καί νά μᾶς ὑποβοηθεῖ στήν ἀνάμνησή της. Ἡ ταφή μπορεῖ νά εἶναι ἀρχή ζωῆς, σπορά.
          Κάθε μνημόσυνο, κάθε ἀνάμνηση, κάθε προσευχή, κάθε τρισάγιο, κάθε ψυχοσάββατο εἶναι ἕνα πότισμα σ' αὐτούς τούς σπόρους πού ὑπάρχουν μέσα στή  γῆ, στούς κήπους, στά περιβόλια τῶν κοιμητηρίων. Ἡ Ἐκκλησία μας φυτεύει κάθε σῶμα μέ ἱερά αἰσθήματα, ὄχι μόνο ἀνθρώπινα, ἀλλά κατ' ἐξοχήν πνευματικά καί ἐκεῖ ἐναποθέτει ὅλη της τήν πίστη καί ὅλη μας τήν ἐλπίδα στήν αἰωνιότητα καί στήν ἀνάσταση κατεβάζοντας τόν κάθε σπόρο, τό κάθε σῶμα, μέσα στά σπλάγχνα τῆς γῆς. Ἄν τά καίγαμε τά σποράκια, ὅσο νερό καί νά ρίχναμε ἀπό πάνω ποτέ δέν θά βλάσταινε.
          Γιά τήν Ἐκκλησία δέν εἶναι πτώματα τά νεκρά σώματα. Οὔτε εἶναι κόκκαλα τά ἀπομεινάρια τῶν λειωμένων πτωμάτων. Γιά τήν κοινωνία μπορεῖ νά εἶναι κάτι τετοιο ἤ νά εἶναι ὀστᾶ. Γιά μᾶς ὑπάρχει ἡ ἱερή λέξη λείψανα· αὐτή περιγράφει τήν οὐσία τους, διότι αὐτή ὑπογραμμίζει τήν ὕπαρξη τῆς ψυχῆς καί τήν ἐλπίδα τῆς ἀναστάσεώς της.
          Ἡ Ἐκκλησία, λοιπόν,   ἀρνεῖται τήν καύση, γιατί ἀρνεῖται τό ἀνθρώπινο τέλος καί  τή βία πάνω στόν ἄνθρωπο. Ἐπιλέγει τήν ταφή, γιατί ἔχει πίστη καί ἐλπίδα στό αἰώνιο μέλλον τοῦ ἀνθρώπου καί ἀναθέτει στή φύση τήν εὐθύνη τῆς φυσιολογικῆς φθορᾶς τοῦ φυσικοῦ παρόντος τοῦ ἀνθρώπου.
 
6. Συμπεράσματα
          Ὁ σύγχρονος κόσμος θέλει νά κάψει τούς νεκρούς. Τούς λειπει τό αἰώνιο, τό θεϊκό, ἡ τιμή τοῦ ὑλικοῦ, τό ἐπέκεινα, τό μετά ταῦτα. Ἀρνεῖται τουλάχιστον σκεφθεῖ τή ζωή πού ὑπάρχει χωρίς ὅμως νά φαίνεται. Οὔτε στά σπλάγχνα ὡς ἔμβρυο τήν δέχεται, οὔτε στόν τάφο ὡς λείψανο, οὔτε στήν σκέψη ὡς αἰώνιο προόσωπο, οὔτε στόν πόθο ὡς ὑπέρτατη ἀξία, οὔτε στήν ψυχή ὡς χάρη θεώσεως. Τά δεσμά τοῦ ἐδῶ καί τώρα σπάζουν μόνο κάτω ἀπό τήν πίεση τῆς αἰώνιας ἀλήθειας.
          Καῖμε ὅ,τι ἔχει ἀξία, ὀμορφιά καί ζωή. Ὅ,τι ἔχει χρόνο μέσα του καί διάρκεια. Καῖμε τά δάση, καῖμε τίς περιουσίες μας, καῖμε τίς αἰώνιες ἀξίες μέ τούς νόμους, καῖμε τίς παραδόσεις μας (ἀποποινικοποίηση τῆς μοιχείας, νομιμοποίηση τῶν ἀμβλώσεων κ.λπ.). Τώρα θέλεουμε νά καῖμε καί τά σώματά μας. Ὅταν κάψουμε τήν ὑπόμνηση τῆς αἰώνιας προοπτικῆς καί τοῦ θανάτου μας, θά ἔχουμε προσδώσει στό τοπίο τῆς ζωῆς μας τήν εἰκόνα πού ἀντικρύζουμε μπροστά σέ ἕνα καμμένο δάσος. Ἡ Ἐκκλησία δυσκολεύεται νά ἐνταχθεῖ σέ μιά τέτοια λογική.
          Πνεύμονες τῆς ζωῆς εἶναι τά δάση. Πνεύμονες τῆς ψυχῆς εἶναι τά λείψανα. Στά μοναστήρια μποροῦμε νά συναντήσουμε τήν πεμπτουσία τῆς Ὀρθοδόξου παραδόσεως.  Τά κεντρικά τους σημεῖα, ἐκεῖ πού διαφυλάσσεται ὁ πνευματικός θησαυρός τους εἶναι τό ἱερό θυσιαστήριο, οἱ λειψανοθῆκες καί τό ὀστεοφυλάκιο. Στό πρῶτο ἐπιτελεῖται τό μυστήριο-προσφέρεται  ὁ Θεός, - ἀπό τό δεύτερο προχέεται  ἡ χάρις τῶν ἁγίων- προβάλλει ἡ Ἐκκλησία- καί τό τρίτο ἀποτελεῖ τό Πανεπιστήμιο τῆς ἐν Χριστῷ φιλοσσφοίας, τό ἐργαστήριο  τῆς μνήμης τοῦ θανάτου -ἀναδύει τό πρόσωπο. Καί τά τρία ἔχουν λείψανα. Καί τά τρία δέν θά ὑπῆρχαν, ἄν ἡ Ἐκκλησία υἱοθετοῦσε τήν καύση τῶν νεκρῶν της. Ἡ Ἐκκλησία δέν μπορεῖ νά ἀπορρίψει τήν παράδοσή της, δέν μπορεῖ νά προσδώσει τήν ἐμπειρία καί τήν  πίστη της· ἡ Ἐκκλησία δέν μπορεῖ νά κάψει τά σπλάγχνα καί νά ἀρνηθεῖ τόν ἑαυτό της.