Τετάρτη, 19 Νοεμβρίου 2014

Μάνος Δανέζης - Επίκουρος Καθηγητής Αστροφυσικής Πανεπιστημίου Αθηνών Ακούγοντας την καρδιά του Σύμπαντος



“Δε νομίζω ότι κάνω κάτι ιδιαίτερο. Απλώς κάνω τη δουλειά μου όσο καλύτερα μπορώ. Ακριβώς όπως όλος ο κόσμος. Κι η δουλειά μου είναι να ψάχνω, μέσω της επιστήμης μου, απαντήσεις σε μια σειρά ερωτημάτων που γεννιόνται καθημερινά μέσα μου. Απαντήσεις σε προσωπικές μου απορίες που δημιουργούνται αυθόρμητα μέσα από τη συνεχή μελέτη των μυστικών του απέραντου σύμπαντος.”
Συνέντευξη του Μάνου Δανέζη, από το βιβλίο της Κατερίνας Μαγγανά «Δημιουργώντας το Αύριο», Εκδόσεις Παπαϊωάννου, Αθήνα 2002.
Ο αστροφυσικός Μάνος Δανέζης είναι ένας άνθρωπος χαμηλών τόνων. Και γι’ αυτό βαθιά ουσιαστικός. Σαν παιδί που θέλει να βρει απάντηση στις ερωτήσεις του. Ένας επιστήμονας που ξέρει καλά να μας ταξιδεύει κι εμάς τους γήινους στα δύσκολα και μαγικά μονοπάτια του σύμπαντος. Που αναζητά την βαθύτερη χαρά και το μυστήριο της ζωής μέσα από τα σύννεφα της κοσμικής αστρόσκονης και του συμπαντικού φωτός. Έχοντας για μοναδική πυξίδα στο ταξίδι το νου του και τη σκέψη του.
- Γιατί διαλέξατε αυτό το δρόμο για να λύσετε τις απορίες σας;
- Δεν έχω σκεφτεί ποτέ γιατί διάλεξα αυτόν ακριβώς το δρόμο κι όχι κάποιον άλλο. Για τον ίδιο λόγο φαντάζομαι που ένας ζωγράφος όλως αναίτια πιάνει το χρωστήρα, ένας μουσικός ακουμπάει τα χέρια του στα πλήκτρα ενός πιάνου… Η μελέτη του κόσμου των άστρων δεν είναι αυτοσκοπός. Απλώς γνωρίζουμε ότι οι πραγματικοί νόμοι της φύσης εξελίσσονται κάτω από συνθήκες π.χ. πίεσης και θερμοκρασίας που δεν μπορούν να υπάρξουν στη γη. Αυτό σημαίνει ότι εδώ στη Γη μπορούμε να αντιληφθούμε ελαχιστότατες εκδηλώσεις ευρύτατων συμπαντικών νόμων τους οποίους πολύ θα θέλαμε να γνωρίζουμε σε ολόκληρη την έκτασή τους. Έτσι αναγκαζόμαστε να απευθυνθούμε στο μεγάλο εργαστήριο του κόσμου των άστρων. Εκεί οι συνθήκες είναι καταλληλότερες και πολλοί φυσικοί νόμοι εξελίσσονται σε όλη τους την έκταση. Ο κόσμος των άστρων, δηλαδή, και η μελέτη του είναι ένα μέσον να διερευνήσουμε τους ευρύτερους συμπαντικούς νόμους. Αυτό γίνεται διότι, όπως πιστεύουμε σήμερα, η πλήρης γνώση των συμπαντικών νόμων, αργά ή γρήγορα, θα οδηγήσει τον άνθρωπο στη λύση πολλών προαιώνιων ερωτημάτων, όπως το από που ερχόμαστε, τι είμαστε, πιο είναι το μέλλον μας σαν είδος.
- Δεν πιστεύετε δηλαδή ότι από κάπου πηγάζει αυτό, η κατεύθυνση που παίρνουμε στη ζωή;
- Πηγάζει από τη φύση του καθένα. Είναι μια παρόρμηση η οποία δε νομίζω ότι επιδέχεται κάποιας πρακτικής ερμηνείας. Δεν νομίζω ότι υπάρχει μια ανθρωπίνως λογικοφανής απάντηση σ’ αυτό το ερώτημα.
- Κι όλες οι επιλογές που κάνουμε στη ζωή είναι παρορμήσεις;
- Όχι όλες. Οι επιλογές ζωής όμως πιστεύω πως ναι. Η επιλογή του συντρόφου μας, π.χ. είναι μια δευτερογενής επιλογή που μορφοποιείται, εκτός των άλλων, και μέσα από το κοινωνικό περιβάλλον που ζούμε και τους κανόνες του. Κάποιες ευρύτερες όμως επιλογές πιστεύω ότι οριοθετούνται πέρα από τα εξωτερικά και ανθρωπίνως γνωστά δεδομένα.
- Έχετε φτάσει πουθενά στη διάρκεια αυτής της αναζήτησης απαντήσεων; Έχετε καταλήξει κάπου;
- Υπάρχουν δυο ειδών απαντήσεις εδώ. Οι απαντήσεις που επιδέχονται επιστημονικής επεξεργασίας και μπορεί να διατυπωθούν ελεύθερα χωρίς το φόβο ότι θα γελάσει το ακροατήριο σου και κάποιες απαντήσεις οι οποίες είναι καθαρά προσωπικές. Που δεν εκφράζονται στο ευρύτατο κοινό αν δεν είσαι πολύ γνωστός, γιατί όπως όλοι γνωρίζουμε οι πολύ γνωστοί μπορεί να διατυπώνουν ελεύθερα, χωρίς κόστος, τις όποιες φιλοσοφικές και κοινωνικές ενοράσεις τους. Κι επειδή δε θεωρώ τον εαυτό μου μεγάλο ώστε να εξωτερικεύω τις φιλοσοφικές και προσωπικές μου απόψεις, κάποιες από αυτές τις κρατάω για μένα και το στενό περιβάλλον των φίλων μου. Είναι προσωπικές απόψεις αναπόδεικτες, στηρίζονται πάνω σε ενδείξεις επιστημονικές κι όχι ακόμα σε πλήρως αποδεκτές αποδείξεις. Είναι δυνατόν να μην δημιουργούνται στη σκέψη ενός ερευνητή κάποιες ενοράσεις, κάποιες απόψεις φιλοσοφικές, που να στηρίζονται βέβαια σε επιστημονικά δεδομένα, γύρω από προαιώνια ανθρώπινα ερωτήματα; Του τι είμαστε, από που ερχόμαστε, που πάμε, ποιος είναι ο σκοπός της δημιουργίας…
- Πιστεύετε ότι πάμε κάπου;
- Τίποτα στη φύση δε γίνεται αναίτια, ανεξαρτήτως του αιτίου. Ομοίως κάθε αιτιατό γεγονός διέπεται από συγκεκριμένους νόμους εξέλιξης οι οποίοι, αν τους γνωρίζουμε σε όλη τους την έκταση, μπορούν να προβλέψουν πιθανές μελλοντικές εξελίξεις. Αυτή είναι μια βασική αρχή την οποία πιστεύω ακράδαντα. Κάποιος άλλος μπορεί να μου πει ότι έχω λάθος. Η άποψη μου αυτή, αν και βαθιά επιστημονική, δεν μπορεί ν’ αποδειχθεί με την κλασική μέθοδο, δηλώνει όμως ξεκάθαρα το φιλοσοφικό υπόβαθρο των σύγχρονων επιστημονικών θεωριών. Είναι μια επιστημονικοφιλοσοφική αρχή η οποία δημιουργείται αυθόρμητα, μέσα από μια βαθιά κατανόηση των φυσικών διαδικασιών, την οποία αποκτάς με κόπο μέσα από μια μακρόχρονη διαδρομή. Βέβαια πολλές άλλες επιστημονικές απόψεις τεκμηριώνονται με βάση τη σύγχρονη φυσική και τα μοντέρνα μαθηματικά, η λογική των οποίων βρίσκεται έξω από τα δεδομένα της «κοινής» ανθρώπινης λογικής. Δυστυχώς στην Ελλάδα οι σύγχρονες επιστημονικές απόψεις της φυσικής και των μαθηματικών δεν έχουν γίνει ακόμα κτήμα της ευρύτερης ανθρώπινης κοινότητας, δεν έχουν αφομοιωθεί. Όχι γιατί είναι δύσκολες. Προσωπικά πιστεύω ότι αντιστρατεύονται τις ευρύτερες κοινωνικές δομές.
- Με ποια έννοια;
-Θα αναφερθώ σε μια απλή ιδέα. Αν αποδειχθεί επιστημονικά ότι υπάρχει μετά θάνατον ζωή, τότε σαφέστατα θα υπάρξει ένας ανθρώπινος φόβος για το τι πρέπει να κάνουμε σ’ αυτή τη ζωή, φοβούμενοι το μετά. Αντιθέτως αν αποδείξουμε επιστημονικά ότι τα πάντα τελειώνουν σ’ αυτή τη ζωή τότε ο καθένας θα σκεφτεί ότι δεν έχει τίποτα να χάσει αν κάνει τα πάντα, έντιμα ή ανέντιμα, για να περάσει καλά σ’ αυτή τη ζωή με όσα αυτό συνεπάγεται για την ευρύτερη λειτουργία της κοινωνικής δομής.
-Δηλαδή πιστεύετε ότι δεν υπάρχουν άλλες δομές και ανθρώπινες αξίες που μας κρατάνε σε μια αξιοπρεπή ζωή αλλά ότι είναι κυρίως ο φόβος της μετά θάνατον εμπειρίας;
- Δεν είμαι κοινωνιολόγος και δεν ξέρω, γενικότερα, ποια πράγματα δεν κάνουμε επειδή απλά φοβόμαστε ότι θα τιμωρηθούμε και πόσα δεν κάνουμε λόγω της εσωτερικής πολιτισμικής μας υπόστασης. Ένα από τα προβλήματα της σύγχρονης επιστήμης είναι να προσπαθήσει να απαντήσει, μέσω της βαθιάς κατανόησης των συμπαντικών νόμων, σε κάποια από τα θεμελιώδη ερωτήματα του ανθρώπου τα οποία προκαλούν συγκεκριμένες κοινωνικές συμπεριφορές.
-Υπάρχουν επιστήμονες που είναι εντελώς κάθετοι στην άρνησή τους για την ύπαρξη της ψυχής και των προαιώνιων ζητημάτων που την ταλανίζουν. Τι θα λέγατε πάνω σ’ αυτό;
- Το μόνο για το οποίο είναι σίγουρη η σημερινή επιστήμη είναι πως ό,τι γνωρίζει σήμερα είναι δεδομένο ότι θ’ αλλάξει ή θα ανατραπεί τα επόμενα χρόνια. Όπως γινόταν πάντοτε. Άρα ο δογματικός επιστήμονας είναι μη επιστήμονας. Αυτός ο οποίος τοποθετεί τη σημερινή γνώση δογματικά αυτομάτως αναιρεί την ιδιότητα του ως επιστήμονας. Βεβαίως είναι γνωστό ότι ο επιστημονικός δογματισμός, πολλές φορές, όταν εκφράζεται σε συνάρτηση με κάποια συγκεκριμένα φλέγοντα θέματα μπορεί να αποφέρει δόξα, φήμη, πλούτο. Δε σε καταξιώνει όμως σαν επιστήμονα. Ο επιστήμονας αμφιβάλλει για το οτιδήποτε. Και συνεχώς προσπαθεί να αναιρέσει και να διερευνήσει αν αυτό που σήμερα πιστεύουμε ως ορθό είναι τελικά λάθος. Η ιστορία της επιστήμης αποδεικνύει ότι πάντοτε οι επιστημονικές ιδέες του σήμερα ανατρέπονται από τη γνώση του αύριο.
- Έτσι όπως το λέτε ούτε η επιστήμη μας παρέχει καμία σταθερότητα.
- Η επιστήμη μας δίνει σταθερότητα σε κάποια συγκεκριμένα, περιορισμένης εμβέλειας θέματα. Μπορεί, π.χ., η επιστήμη να εκφράσει με σιγουριά τους νόμους κάτω από τους οποίους ένα σπίτι δε θα καταρρεύσει μετά από ένα σεισμό οκτώ ρίχτερ. Όμως, αν εφαρμόζαμε τους προηγούμενους νόμους σε ένα σπίτι στον Άρη και γινόταν εκεί ένας σεισμός 8 ρίχτερ, δεν μπορούμε να ξέρουμε αν εκεί το σπίτι θα έμενε όρθιο. Εξάλλου η επιστήμη δεν μπορεί να μας πει δογματικά το τι είναι ψυχή ή το τι είναι ζωή. Μπορεί να απαντήσει θετικά σε πολύ τεχνοκρατικές εφαρμογές μικρής έκτασης. Στο γήινο επίπεδο. Μιλάμε πάντοτε με βεβαιότητα για επιστημονικές πρακτικές που αφορούν τα πολύ στενά γήινα φυσικά φαινόμενα. Για κάποια από αυτά μπορούμε να έχουμε κάποιες σταθερές απόψεις κι όχι για όλα. Γιατί ποιος μπορεί ακόμα να πει και να προβλέψει με ακρίβεια και δογματική διάθεση την εξέλιξη των μεταβολών του γήινου υπεδάφους και ως εκ τούτου την ώρα και τον τόπο κάποιου του σεισμού; Κανείς. Το δόγμα είναι αντίπαλος της επιστήμης. Κανένας δογματικός δεν μπορεί να διεκδικήσει τον τίτλο του επιστήμονα.
- Μέσα σε αυτά που γνωρίζουμε σήμερα είναι και η μορφή του σύμπαντος που μας περιβάλλει;
- Σήμερα μπορούμε να πούμε ότι η μορφή του σύμπαντος είναι εντελώς διαφορετική από αυτή που πιστεύαμε μέχρι τώρα. Αυτή που διδάσκαμε ακόμα και στα πανεπιστήμια. Το σύμπαν έχει δυο χαρακτηριστικές ιδιότητες που το κάνουν αρκετά περίεργο. Όχι όμως και δυσκολονόητο. Το σύμπαν μας, στο σύνολό του, δεν υπακούει την Ευκλείδεια γεωμετρία και τη Νευτώνεια φυσική, όπως πιστεύαμε μέχρι σήμερα. Έχει δε και μια ακόμα παράδοξη ιδιότητα. Οι διαστάσεις του είναι παραπάνω από τρεις, είναι τουλάχιστον τέσσερις. Αυτό το έχουμε αποδείξει. Αυτές οι τρεις αναιρετικές ιδιότητες του δίνουν μια περίεργη όψη. Όσο κι αν φανεί παράξενο την πραγματική μορφή του σύμπαντος δεν μπορούμε να την αντιληφθούμε με τις ανθρώπινες αισθήσεις μας. Αυτό το οποίο αντιλαμβανόμαστε με τις αισθήσεις μας είναι απλώς μια απειροελάχιστη έκφραση κάποιων απειροελάχιστων κανόνων και ιδιοτήτων του σύμπαντος. Ας πούμε ότι είναι μια σκιά του πραγματικού σύμπαντος.
- Αν κατάλαβα καλά αυτό που βλέπω εκεί απέναντι δεν είναι ακριβώς η πολυκατοικία που νομίζω ότι βλέπω αλλά κάτι άλλο;
- Είναι σκιά κάποιου πράγματος το οποίο υπάρχει. Κάποιου άλλου πράγματος κάποιας άλλης μορφής και όχι μιας πολυκατοικίας όπως την αντιλαμβάνονται οι ατελείς ανθρώπινες αισθήσεις. Εδώ είναι πολύ ενδιαφέρον να αντιληφθούμε την έννοια της ύλης. Ρωτήστε τον οποιοδήποτε φυσικό, νομπελίστα ή διάσημο φυσικό να σας πει αν, με τον κλασσικό επιστημονικό τρόπο, μπορεί να δώσει έναν αυτοσυνεπή, επιστημονικό ορισμό του τι είναι ύλη. Δεν υπάρχει επιστημονικός ορισμός της ύλης.
- Ύλη είναι αυτό που μπορούμε ν’ αγγίξουμε, εμείς οι απλοί άνθρωποι έτσι το καταλαβαίνουμε.
-Η επιστήμη όμως δεν το αντιλαμβάνεται έτσι. Πρέπει να μπορεί να της δώσει κάποιον επιστημονικό και μη φιλοσοφικό ορισμό. Τι είναι ύλη; Αυτό το οποίο μπορώ ν’ ακουμπήσω; Ναι, αλλά μπορούμε να αποδείξουμε ότι αυτό το οποίο νομίζουμε ότι ακουμπάμε δεν το ακουμπάμε ποτέ. Γνωρίζει πλέον η φυσική ότι τα τελευταία δομικά συστατικά του χεριού μας την ώρα που λέμε ότι ακουμπάμε ένα τραπέζι απέχουν, σχετικά, άπειρη απόσταση από τα πρώτα δομικά του τραπεζιού. Ξέρουμε σήμερα ότι αυτό που αντιλαμβάνονται οι αισθήσεις μας είναι ψευδές.
Ας πάρουμε για παράδειγμα το μάτι μας. Πρώτον έχει τη δυνατότητα να αντιλαμβάνεται μόνο κάποιες από τις ακτινοβολίες που έρχονται μέχρι τη γη. Αυτό σημαίνει ότι ένα πλήθος εικόνων που εκπέμπονται σε φως που δεν μπορεί το μάτι μας να δει, δεν τις αντιλαμβάνεται καθόλου. Δεύτερον, το μάτι μας μπορεί να διακρίνει σαν ανεξάρτητα, αντικείμενα που βρίσκονται σε κάποια απόσταση μεταξύ τους, μεγαλύτερη από μια στοιχειώδη. Αν η απόσταση μεταξύ δυο αντικειμένων είναι μικρότερη τότε το μάτι μας τα αντικείμενα αυτά τα αντιλαμβάνεται ως ένα. Αν έχουμε π.χ. πολύ κοντά δυο φωτιές σ’ ένα πολύ μακρινό βουνό θα τις δούμε σαν μια φωτιά. Τέλος, το μάτι μας δεν μπορεί να αντιληφθεί αντικείμενα μικρότερα από κάποιες ελάχιστες διαστάσεις, όπως κόκκους σκόνης, ιούς κλπ. Αν όμως οι αισθήσεις μας είχαν άπειρες δυνατότητες το μάτι μας θα μπορούσε να αντιληφθεί την ύπαρξη των στοιχειωδών σωματιδίων. Θα μπορούσε να αντιληφθεί, ας πούμε, ότι το δέντρο και ο άνθρωπος που στέκεται δίπλα του δεν υπάρχουν με τον τρόπο που οι αισθήσεις μας αντιλαμβάνονται αλλά σαν δυο πυκνώματα από στοιχειώδη σωμάτια. Δέντρο και άνθρωπος θα ήταν φτιαγμένοι από τα ίδια στοιχειώδη υλικά. Κι ο χώρος που θα παρεμβαλλόταν ανάμεσα τους δε θα ήταν κενός. Μια απειρία από ελαχιστότατα σωματίδια θα έπλεαν και θα συνέδεαν το δέντρο με το κορμί του ανθρώπου. Τα πάντα θα ήταν ένας απέραντος χυλός κι αυτό που σήμερα λέμε αντικείμενο δε θα ήταν τίποτα άλλο από ένα ενεργειακό πύκνωμα μέσα σ’ αυτό το χυλό. Άρα, αυτό που λέμε εξατομικευμένη ύλη σήμερα, δε θα ήταν τίποτα άλλο από το πύκνωμα ενός συνεχούς ενεργειακού ρευστού. Όλα θα ήταν ένα. Όλα θα επικοινωνούσαν μεταξύ τους. Μια παγκόσμια ψυχή με διαφορετικές πυκνότητες σε κάθε σημείο της. Δε θα υπήρχε μοναξιά, δε θα υπήρχε εξατομικευμένο αντικείμενο. Η συνέχεια του χωροχρόνου που διαβάζουμε σε πάρα πολλά βιβλία θα είχε συντελεστεί.
-Πιστεύετε πράγματι πως μια τέτοια γνώση θα έλυνε προβλήματα όπως αυτό της ανθρώπινης μοναξιάς;
-Η συνειδητοποίηση της ψευδαίσθησης των εικόνων των αισθήσεων μας πιστεύω ότι μπορεί να οδηγήσει τον άνθρωπο σε καινούργια μονοπάτια. Δεν υπάρχουν ποτέ άνθρωποι απομονωμένοι. Δεν τους χωρίζει κενό. Τους συνδέει φως, ακτινοβολία. Είναι πυκνώματα του ίδιου υλικού και πάντοτε επικοινωνούν μεταξύ τους. Αν νιώθουμε ψυχικά μόνοι είναι γιατί δεν κατανοούμε τη συνέχεια των πάντων μέσα στο σύμπαν. Δεν αισθανόμαστε, δεν έχουμε αυξήσει την ευαισθησία των αισθήσεων μας, με όλη τη διάσταση της λέξης, που θα μας κάνει να συνειδητοποιήσουμε ότι δεν είμαστε μόνοι. Η μοναξιά είναι προσωπικό μας πρόβλημα, δεν είναι πρόβλημα της φύσης. Η φύση δε μας γέννησε μόνους, γίναμε μόνοι. Βιώνουμε τη μοναξιά που είναι αποτέλεσμα δικών μας πράξεων και δικής μας αντίληψης.
- Έχω την αίσθηση ότι μιλώντας για τη σύγχρονη αστροφυσική αγγίζουμε και πεδία που θα τα λέγαμε μεταφυσικά. Τα αγγίζουμε ή τα ξεπερνάμε, τι απ’ τα δυο;
- Η σύγχρονη φυσική έχει διεμβολίσει δραματικά κομμάτια που ανήκαν στη μεταφυσική ή, ας το πούμε κι αυτό, στην τρέχουσα θεολογία. Εξακολουθεί όμως η φυσική να κρατάει μέσα της όλο το θετικό χαρακτήρα της. Τα κομμάτια τα οποία πήρε για τον εαυτό της εξακολουθούν να είναι αποδεικτικά. Η επιστήμη έχει ερμηνεύσει σε πολλές περιπτώσεις με τις σύγχρονες θεωρίες της πολλά φαινόμενα, που κάποτε θεωρούνταν ως μεταφυσικά ή θεολογικά, εντάσσοντας τα στο σώμα των θετικών επιστημών. Για το λόγο αυτό, όπως λέγεται χαριτολογώντας από τους φυσικούς, η κβαντική φυσική είναι η θεολογία του μέλλοντος. Αυτό βέβαια μην το πάρουμε σοβαρά και δημιουργηθούν προβλήματα. Απλώς ο προηγούμενος αστεϊσμός σημαίνει ότι θα αποδειχθούν με τέτοιο τρόπο θεολογικές ή φιλοσοφικές ιδέες ώστε πλέον δε θα ανήκουν στη θεολογία, τη φιλοσοφία ή τη μεταφυσική αλλά στη σύγχρονη φυσική.
 - Μπορείτε να μου δώσετε ένα παράδειγμα;
- Ας πάρουμε δυο φωτόνια τα οποία στο παρελθόν είχαν επιδράσει στενά μεταξύ τους. Ας θεωρήσουμε ότι μετά από την επίδραση αυτή απομακρύνθηκαν τόσο πολύ ώστε να βρίσκονται στα δυο άκρα του σύμπαντος. Αυτό που γνωρίζουμε σήμερα είναι ότι αφού κάποτε είχαν επιδράσει μεταξύ τους δεν είναι δυο ανεξάρτητα φωτόνια, θεωρούνται σαν ένα. Για το λόγο αυτό ονομάζω πολλές φορές χαριτολογώντας τα φωτόνια αυτά «ερωτευμένα φωτόνια.» Τι σημαίνει όμως αυτό; Ότι παρότι βρίσκονται στα δυο άκρα του σύμπαντος, αν γεμίσω με κάποιες πληροφορίες το ένα αυτομάτως οι πληροφορίες θα βρεθούν και στο άλλο. Αυτό δεν είναι μεταφυσική, είναι φυσική και μάλιστα αποδεδειγμένη πειραματικά. Και καταλαβαίνει κανείς τις θεολογικές και φιλοσοφικές προεκτάσεις που μπορεί να δοθούν σ’ αυτό το φαινόμενο. Αυτό σημαίνει ότι εάν το ένα φωτόνιο βρίσκεται στη Γη και το άλλο στο α του Κενταύρου, τότε αν στο α του Κενταύρου συμβεί κάτι, την ίδια στιγμή η πληροφορία αυτή έχει μεταφερθεί στο φωτόνιο που βρίσκεται στη Γη. Το φωτόνιο αυτό βέβαια μπορεί να βρίσκεται στον εγκέφαλό μας. Το αν θα πάρουμε αυτή την πληροφορία είναι πρόβλημα δικό μας και των αισθήσεών μας. Η πληροφορία υπάρχει εδώ. Ας αναπτύξουμε λοιπόν αυτό που λέγεται άνθρωπος, αυτό που λέγεται νους, αισθήσεις, για να μπορέσουμε να καταλαβαίνουμε τις πληροφορίες από το α του Κενταύρου την ίδια στιγμή που γεννιόνται εκεί.
-Είναι αυτό που πολλές φορές λέτε, ότι «αυτόν τον κόσμο τον κατακτάς μόνο με την ψυχή σου».Απ’ την άλλη μου φαίνεται πιο ενδιαφέρον που βλέπω το δέντρο κι όχι το χυλό από τα στοιχειώδη σωμάτια. Μήπως τελικά τα αισθητήρια όργανά μας είναι καλά καμωμένα έτσι όπως είναι φτιαγμένα;
- Το ότι βλέπουμε τον κόσμο όπως τον βλέπουμε είναι όπως είπαμε μια ιδιομορφία των αισθήσεων μας. Αυτό το πύκνωμα το οποίο λέμε άνθρωπο έχει διαμορφώσει έτσι τα αισθητήρια του ώστε να κάνει εύκολη τη ζωή του. Κι όμορφη μπορώ να πω. Ο κόσμος λοιπόν είναι έτσι γιατί εμείς είμαστε κατασκευασμένοι έτσι. Να κάνουμε εδώ μια παρατήρηση: οι αισθήσεις μας λειτουργούν πάρα πολύ καλά όταν είναι να μελετήσουμε χώρους πολύ πιο κοντινούς μας, όπως είναι το πλανητικό μας σύστημα Στην περίπτωση αυτή οι αισθήσεις μας δημιουργούν την ψευδαίσθηση του χρώματος, του όγκου, του σχήματος και δίνουν αυτή την πανδαισία μορφών και σχημάτων που βλέπουμε γύρω μας την οποία με τίποτα δεν μπορούμε να την ανταλλάξουμε. Όταν όμως θέλουμε να παρατηρήσουμε το σύμπαν σε πάρα πολύ μεγάλη κλίμακα, δηλαδή να μελετήσουμε συμπαντικές μορφές, συστήματα κοσμικής έκφρασης, τότε οι αισθήσεις παραμένουν αδύνατες. Αλλά και σε αυτή την περίπτωση δε σημαίνει ότι δεν μπορούμε να μελετήσουμε επιστημονικά το σύμπαν. Το μελετάμε με άλλα εργαλεία που δεν έχουν σχέση με τις αισθήσεις μας. Το περιγράφουμε μέσω μαθηματικών σχέσεων και φυσικών θεωριών που δεν έχουν αισθητά σχήματα και αντιστοιχήσεις. Δηλαδή μελετάμε το σύμπαν με μόνο όργανο το νου μας.
-Μέσω αυτών των εργαλείων που υποκαθιστούν την αδυναμία των αισθήσεων μπορούμε τελικά να δούμε το σύμπαν όπως είναι;
- Για να αντιληφθείς το σύμπαν πρέπει να αναγάγεις το νου σε μια έκτη υπέρ-αίσθηση. Κι αυτό αργά ή γρήγορα θα γίνει. Δεν είναι θέμα μύησης, είναι θέμα γνώσης. Το σύμπαν δεν είναι σταφιδόψωμο που διαστέλλεται. Δεν είναι σαμάρι, δεν είναι η επιφάνεια μιας σφαίρας όπως αναφέρεται σε άρθρα λαϊκής κατανάλωσης. Έχει σχήμα και μορφή μη αισθητά. Είναι μια ολότητα. Γεννήθηκε από κάτι που προϋπήρχε, άσχετα αν αυτό το κάτι δε θα μπορούσε να γίνει αντιληπτό από τις αισθήσεις μας. Δε γεννήθηκε απ’ το τίποτα. Γεννήθηκε από κάτι μη αισθητό. Το σύμπαν σύμφωνα με τις καινούργιες λογικές της φυσικής είναι ενιαίο αλλά αποτελείται από πολλούς ανεξάρτητους κόσμους που σαν φυσαλίδες το γεμίζουν. Θα σας πω και κάτι ακόμα που φαίνεται περίεργο. Αυτό το οποίο γνωρίζουμε πλέον στην αστροφυσική, είναι πως ό,τι βλέπουμε σήμερα στο σύμπαν είναι εικόνες του παρελθόντος του. Και μάλιστα του απώτατου παρελθόντος του. Σκεφθείτε ένα πολύ μακρινό αστέρι που ξαφνικά αρχίζει να λάμπει. Το φως, του που ταξιδεύει με πεπερασμένη ταχύτητα, για να φτάσει μέχρι τη Γη και να το δούμε πρέπει να ταξιδεύει δισεκατομμύρια χρόνια. Μέσα σ’ αυτά τα χρόνια αυτό το άστρο μπορεί να έχει καταστραφεί. Εμείς λοιπόν μπορεί να βλέπουμε το φως του για δισεκατομμύρια χρόνια πιστεύοντας ότι υπάρχει ενώ αυτό να έχει καταστραφεί. Όσο πιο μακριά προχωράμε από τη γη τόσο πιο βαθιά μες το παρελθόν του σύμπαντος βλέπουμε.
-Και σε τι μας είναι χρήσιμα όλα αυτά;
-Εδώ είναι το μεγάλο ερώτημα. Ζώντας σε μια αχαρακτήριστη εποχή, η οποία θεωρεί ότι αναγκαίο για τον άνθρωπο είναι ό,τι γεμίζει την κοιλιά του και ό,τι ικανοποιεί τις αισθήσεις του, μας έχουν κάνει να πιστεύουμε ότι τίποτα άλλο δεν είναι χρήσιμο. Δηλαδή η ανάπτυξη του νου, του εγκεφάλου, κατά την άποψη ενός μεγάλου μέρους της κοινωνίας μας, δεν είναι χρήσιμη γιατί συνήθως δεν είναι παραγωγική, δεν μπορεί δηλαδή να αποφέρει άμεσο οικονομικό κέρδος. Τι θα γινόταν όμως αν σκεφτόταν με τον ίδιο τρόπο η κοινωνία την εποχή της  ανακάλυψης του ηλεκτρισμού; Τι θα γινόταν αν η τότε κοινωνία έλεγε: «Μα δεν είναι χρήσιμος ο ηλεκτρισμός, δεν κερδίζω τίποτα από τον ηλεκτρισμό. Γιατί να επιτρέψω σε κάποιους ανθρώπους να ξοδεύουν χρήματα, χρόνο, ενώ μπορούν να σκάβουν το χωράφι και να βγάζουν σιτάρι; Γιατί να τους αφήσω να ασχολούνται με φυσικά φαινόμενα όπως ο μη ανταποδοτικός οικονομικά ηλεκτρισμός;»
-Σκεπτόμουν την έννοια ενός ψυχικού κέρδους, όχι υλικού.
- Το να προσπαθείς να διερευνήσεις τα προαιώνια ερωτήματα του ανθρώπου, τα οποία αφορούν τους φυσικούς νόμους οι οποίοι διέπουν αυτό το οποίο χαρακτηρίζεται ως  άνθρωπος η ως φύση δεν εξυπηρετεί και δεν προωθεί την ψυχική ανάταση και την ατομική εξέλιξη του ανθρώπου; Και τι την προωθεί; Το ωράριο 8-4 και η παραγωγή ενός όγκου χαρτιών ή η διακίνηση κάποιων μετοχών; Αυτό το οποίο πρέπει να κατανοήσουμε είναι ότι ο άνθρωπος έχει δυο φύσεις. Ο πνευματικός άνθρωπος δε διαχωρίζεται από τον καθημερινό άνθρωπο ο οποίος γνωρίζει να απολαμβάνει τις μικροχαρές της ζωής. Απλώς ο πνευματικός άνθρωπος ξέρει να ξεχωρίζει αυτές τις δυο όψεις του. Δε βυθίζεται μονοσήμαντα ούτε στη  πνευματική απολυτότητα, ούτε στις μικροχαρές της υλικής ζωής πιστεύοντας ότι η επιλογή του ενός και μόνο δρόμου οδηγεί στην κοσμική ψυχική χαρά και ανάταση. Αντίθετα βάζει τα  πράγματα στη σωστή τους διάσταση και βιώνει ισόρροπα και τις δυο φύσεις του. Γι’ αυτό πιστεύω βαθιά ότι αλήθεια είναι πως ένας πραγματικός ερευνητής επιστήμονας ό,τι κάνει το κάνει πρωταρχικά για τον εαυτό του. Κι ο κόσμος στη συνέχεια, γίνεται κοινωνός της προσωπικής του χαράς χειριζόμενος το προϊόν που ήδη αυτός έχει παράγει. Το ίδιο κάνει κι ο καλλιτέχνης, κι ο συγγραφέας. Όταν από 17 χρονών ήθελα να γίνω αστρονόμος δε σκέφτηκα ότι θα σώσω τον κόσμο. Αυτό το σκέφτηκα και ασχολήθηκα με την πολιτική και τους κοινωνικούς αγώνες..

-Πως ασχοληθήκατε με την πολιτική;
- Ασχολήθηκα με την πολιτική σε όλες τις εκφράσεις της κι ήμουνα παρών σε όλες τις μεγάλες στιγμές των κοινωνικών αγώνων με τη μεγαλύτερη ένταση. Και συνεχίζω. Έναν επιστήμονα δεν μπορεί να τον αφήνει αδιάφορο το πρόβλημα του Τρίτου Κόσμου, ή της παγκοσμιοποίησης, το πρόβλημα της ελευθερίας, της δημοκρατίας. Δεν υπήρξε ποτέ μεγάλος επιστήμονας που να μην ασχολείτο δραματικά με τα σημαντικά γεγονότα της εποχής του. Ο επιστήμονας είναι ένα πρόσωπο που πρέπει να επηρεάζει την κοινωνία, θετικά ή αρνητικά δυστυχώς, ανάλογα με το τι παράγει ο νους του. Δεν μπορεί και δεν επιτρέπεται να είναι αποκομμένος από αυτή, κλεισμένος σ’ ένα γραφείο ή ένα εργαστήριο.
- Εσείς που έχετε αυτήν την επαφή με το σύμπαν πιστεύετε σε έναν ανώτερο δημιουργό;
- Όταν ψάχνεις τέτοιας έκτασης φαινόμενα, όπως τα συμπαντικά, όταν ασχολείσαι με πράγματα που βρίσκονται στο μεταίχμιο μεταξύ λογικής και παραλόγου και κάθε στιγμή δοκιμάζουν την ψυχική σου ισορροπία και τη λογική σου, κάπου πρέπει να στηριχτείς για να μην αρρωστήσεις. Η γνώση δεν είναι συνώνυμο της ανθρώπινης ευτυχίας με την κλασική της εκδοχή. Πάντως η γνώση σε ανεβάζει σε ένα άλλο επίπεδο ευτυχίας που δεν έχει να κάνει με αυτές τις μικροχαρές της καθημερινότητας. Για παράδειγμα, είναι πολύ μεγάλη ευτυχία το να αντιμετωπίζεις απλοϊκά το θάνατο. Η βαθιά γνώση των γεγονότων κι η απαγκίστρωση από μικρά πράγματα σου δίνουν ενός άλλου είδους πληρότητα και σε οδηγούν στο να αντιμετωπίζεις τους ανθρώπους μ’ έναν διαφορετικό τρόπο. Να είσαι ανεκτικός. Να μην είσαι δογματικός. Να αντιλαμβάνεσαι την προσπάθεια του άλλου να γίνει καλύτερος και όχι να τον κρίνεις μόνο από το αποτέλεσμα των προσπαθειών του.

-Η βαθιά γνώση όμως δεν οδηγεί συχνά και σε μια ιδιόμορφη μοναξιά;
- Ναι. Είναι αυτό που λένε πως ο ερευνητής είναι λίγο απόμακρος, λίγο μισάνθρωπος. Δεν είναι έτσι. Απλώς πλέει μέσα σε μια απέραντη εσωτερική μοναξιά η οποία είναι αποτέλεσμα μιας προσωπικής πορείας αναζήτησης. Αυτό δεν είναι έλλειψη αγάπης στον κόσμο. Δεν είναι μια ελιτίστικη διάθεση. Είναι μια μυστηριακή διαδικασία. Με την καρδιά της φύσης και την αλήθεια των προαιώνιων γεγονότων της δεν μπορείς να επικοινωνήσεις παρά μόνο μέσα από την απομόνωση μιας απέραντης σιωπής. Συγχρόνως, πρέπει να αντιληφθούμε ότι τη γνώση δεν μπορούμε να την κατακτήσουμε. Μπορούμε να συμφιλιωθούμε μαζί της και μόνο τότε εκείνη θα μας αποκαλυφθεί. Εάν της συμπεριφερθούμε ως κατακτητές θα μας απαρνηθεί. Και πρέπει να ξέρουμε ότι η φύση πάντα θα κρατάει κάτι γι’ αυτήν την ίδια. Ποτέ δε θα την κατέχουμε ολοκληρωτικά.
-Μ’ αυτή τη λογική και η έννοια της συντήρησης θα πρέπει να είναι αντίθετη με την έννοια της γνώσης.
- Η έννοια της γνώσης είναι συνώνυμη της ανατροπής. Είναι συνώνυμη της κίνησης, της αλλαγής, της μεταμόρφωσης. Συνώνυμο της δύναμης να γινόμαστε καλύτεροι και της ικανότητας που μας δίνει η φύση να επικοινωνούμε με τα θετικά στοιχεία της. Η αλαζονεία της γνώσης είναι συνώνυμο της στατικότητας, της δογματικότητας. Γενικά όλων εκείνων των ιδιοτήτων οι οποίες αντιστρατεύονται την φυσική γνώση και την κοσμική αλήθεια.
- Σας αρέσει η ανατροπή.
- Τι σημαίνει μου αρέσει; Γνώση χωρίς ανατροπή δεν υπάρχει. Όταν λέμε ότι προσπαθούμε να συμφιλιωθούμε με τη γνώση είναι προκειμένου να ανατρέψουμε την αγνωσία. Εξάλλου και στη φύση τίποτα δεν είναι στατικό. Αν κοιτάξεις γύρω σου τα πάντα αλλάζουν. Τίποτα δεν επιστρέφει στην πρότερη κατάστασή του. Εάν λοιπόν η διαδρομή ενός ερευνητή δεν εναρμονιστεί με τους ρυθμούς της ίδιας της φύσης, τότε τι κάνει;
- Αυτό μεταφέρεται και στον τρόπο ζωής του ερευνητή; Εσείς δηλαδή πέρα από το επιστημονικό κομμάτι, στην προσωπική σας ζωή νιώθετε ανατρεπτικός;
- Για καθετί καινούργιο που μαθαίνω, το πρώτο που σκέφτομαι είναι αν είναι πραγματικό. Κι αν δεν είναι πραγματικό τι θα μπορούσε να είναι .Το πρώτο που σκέφτομαι είναι το αντίθετο από αυτό που μαθαίνω. Λέω «βλέπω μαύρο, μήπως είναι κόκκινο;» Αυτό ξέρετε, συχνά μου δημιουργεί πολλά επαγγελματικά και κοινωνικά προβλήματα. Δε με κάνει πάντα ευχάριστο στις παρέες. Είναι ένα αρκετά αντικοινωνικό παιχνίδι μυαλού. Το να ερευνάς τα δεδομένα, πίσω από αυτό που ο άλλος θεωρεί δεδομένο και αποδεκτό, προκειμένου ν’ ανακαλύψεις πτυχές που ανατρέπουν τη δογματικότητα ενός γεγονότος, δεν είναι πάντα ότι καλύτερο προκειμένου να αποτελείς μια ευχάριστη κοινωνική συναναστροφή. Τελικά το να προσπαθείς εσαεί να επιβεβαιώνεις την παγκόσμια φυσική αρχή της ανατροπής και της αλλαγής δεν αποτελεί πάντα την ευκολότερη κοινωνική επιλογή.
- Απ’ ότι καταλαβαίνω σας έχει γίνει βίωμα αυτός ο τρόπος θεώρησης των πραγμάτων.
- Δεν θα έπρεπε; Μην ξεχνάτε ότι δεν είμαστε μόνο ερευνητές είμαστε και δάσκαλοι. Λόγω αυτής μας της ιδιότητας θα πρέπει να περάσουμε βιωματικά στους μαθητές μας αυτή την αναγκαιότητα και τον τρόπο σκέψης. Της μη στατικότητας. Της ανάγκης, πάντοτε, όταν μαθαίνουν κάτι να έχουν στο πίσω μέρος του εγκεφάλου τους ότι αυτό που μάθαμε σήμερα δεν είναι δογματικά τελειωμένο. Και θα πρέπει εμείς ή οι μαθητές μας να το ανατρέψουμε για να προχωρήσουμε μπροστά.
- Αυτό που λέτε, εκτός από το επιστημονικό ενδιαφέρουν που έχει, θα ήταν πολύ χρήσιμο αν μπορούσαμε να το εφαρμόσουμε και στις κάθε είδους ανθρώπινες σχέσεις. Οι άνθρωποι θεωρούν πολλά πράγματα δεδομένα και συνήθως είναι κτητικοί.
-Τίποτα δεν είναι δεδομένο. Είναι τίποτα δεδομένο π.χ., στον έρωτα; Από τη στιγμή που θα θεωρήσεις δεδομένο κάτι στον έρωτα, ο έρωτας έχει πεθάνει. Εάν θεωρήσεις τη φιλία δεδομένη και δεν δεις αυτή τη σχέση σα μια διαρκή πρόκληση να γίνεις καλύτερος και να αποδεικνύεις ανά πάσα στιγμή τα αισθήματα που τρέφεις για τον άλλον τότε και η φιλία αλλά και κάθε σχέση είναι καταδικασμένη να πεθάνει.

-Έχετε στο μυαλό σας μια εικόνα του μέλλοντός σας κ. Δανέζη;
- Αυτό που έχουμε στο μυαλό μας σαν εικόνα του επιθυμητού μέλλοντός μας, συχνά είναι μονάχα η προσμονή μιας στιγμιαίας επιθυμίας μας η οποία μέλλει να ανατραπεί κάτω από το βάρος της μελλοντικής μας γνώσης. Οι επιθυμίες μας όμως υπόκεινται και αυτές στους νόμους της μη στατικότητας, της αλλαγής. Έτσι αλλάζουν καθημερινά. Ένα όμως μπορώ να σας διαβεβαιώσω. Ότι θα συνεχίσω να ταξιδεύω για πάντα στους κόσμους που τόσο θα ήθελα να επισκεφθούμε όλοι μαζί κάποτε.

Τρίτη, 18 Νοεμβρίου 2014

Εις τον ουρανοφάντορα Βασίλειο Σου την φωνήν έδει παρείναι, Βασίλειε...



 




Η δική σου φωνή θα έπρεπε να παρίσταται ανάμεσα μας, Βασίλειε, λέγει το τροπάριο του όρθρου, αγαπητοί μου αδελφοί, ώστε να δυνηθεί να εγκωμιάσει τον χριστομίμητο βίο και την πολιτεία σου. Και πραγματικά ότι και αν έχει γραφθεί ή λεχθεί ακόμα και από τους χρυσολόγους ρήτορες ή τους θεοπνεύστους πατέρες είναι λίγο, πολύ λίγο για να παραστήσει το ύψος το πνευματικό και την υπεραποστολική συμβολή του Μεγάλου Βασιλείου στην Ορθόδοξη Εκκλησία.


Αν έπρεπε να ομιλήσουμε για τις αρετές, τις νηστείες, την πραότητα, την σοφία,το μακρόθυμο, το ιεροπρεπές , την αγγελική, αρχιερατική εκείνη φυσιογνωμία , θα έπρεπε να επιστρατεύσουμε ακόμα μια φορά έναν επάξιο ύμνο, ύμνο πού συνέγραψε για εκείνον, ο ομώνυμος του Μοναχός Βασίλειος: "  Πάντων τν γίων νεμάξω τάς ρετάς, Πατρ μν Βασίλειε, Μωϋσέως τπρον, Ἠλιοτν ζλον, Πέτρου τν μολογίαν, Ἰωάννου τν Θεολογίαν"και για την ποιμαντική του πατρική φροντίδα, εκδηλούμενη σε κάθε ανθρώπινο πλάσμα , συνεχίζει: "ὡς Παλος κβον οκ παύσω. Τς σθενεῖ, καοκ σθενῶ; τς σκανδαλίζεται, καοκ γπυρομαι;"

Ο Βασίλειος ο μέγας, ο ουρανοφάντωρ, πού πάει να πεί "ουρανοκατέβατος", "εξ ουρανού φανείς επί γης ουρανοπολίτης", δεν είναι άγνωστος ακόμα στους φιλοσόφους,τους ρήτορες, τους πανεπιστήμονες αυτού του κόσμου. Αλλά και αυτοί οι φιλάνθρωποι από χριστιανών έως ουμανιστών καυχώνται για εκείνον ως πρωτοπόρο ιδρυτή ευαγων ιδρυμάτων ανακούφισης του ανθρώπινου πονου. Αλλά και οι της ακαδημαϊκής θεολογίας θεράποντες καυχώνται για τον πολύσοφο καθαιρέτη Αρείου, οι δε ποιητές για τον ποιητή, οι ρητορες για τον ρήτορα και οι ιατροί για τον ιατρό. Κοντά στους κοσμικούς συγκαυχώνται και οι Μοναχοί,έχοντας μεγάλο κανονολόγο και συνασκητή τον μέγα Βασίλειο.

Αλλ'εμείς δεν καυχώμαστε για τον ρήτορα,τον ακαδημαϊκό θεολόγο,τον φιλόσοφο,τον ιατρό,τον αστρονόμο και διοικητή ιδρυμάτων ή κανονολόγο Βασίλειο επίσκοπο Καππαδοκίας. Καυχώμαστε βέβαια και τιμάμε την κατά κόσμο σοφία του και την συμβολή του στην ιστορία της ανθρώπότητας, Πλέον όμως και κύρια πανηγυρίζουμε τον άγιο, τον εκούσια φτωχό και φιλόπτωχο πατέρα,τον πτωχων υπερασπιστή και πλουτιστή, των ασθενούντων ιατρό, τον έλεγχο των αδίκων και των τυρράνων, της θεολογίας της πνευματικής την ακρότητα, τον κανόνα της ορθοδοξίας κια ορθοπραξίας,τον θερμό άνθρωπο της προσευχής,τον υψίνοα και λαμπρό λειτουργό, τον συνώνυμο της βασιλικής ταπείνωσης,της απεριόριστης, κενωτικής, θυσιαστικής, απέραντης αγάπης, πού επεκτείνεται αδιάκριτα στον κάθε πάσχοντα και ενδεή, ανεξαρτήτως θρησκείας, καταστάσεως και γένους.
Ναι , αγαπητοί μου χριστιανοί, αυτος είναι ο άγιος Βασίλειος. Όχι ένα εντυπωσιακό λήμμα σε μια κοσμική φιλολογική εγκυκλοπαίδεια πού διεκδικείται από τους σοφούς του κόσμου, αλλά αυτός ο διά Χριστός ταπεινός και δια Χριστόν μέγας. Ό άγιος, ο πατέρας, ο σιτοδότης, ο των Αγγέλων συνόμιλος και δέκατος τρίτος των αποστόλων. Ο μέγας πού γνώριζε πώς να γίνεται μικρός, να χέεται , να κενώνεται από το ύψος του για να συνομιλήσει, να περιθάλψει, να διασώσει, να ανακουφίσει και να φωτίσει τον μικρό, τον απλό άνθρωπο, πού οι εκλεκτοί και μεγάλοι συνήθως  θεωρούν ασήμαντο και ανάξιο λόγου.

Αυτή την μεγαλειώδη ταπεινότητα,αυτή την υψηλή αγάπή και ιερατική μεγαλειότητα, εορτάζουμε σήμερα και αυτό καλούμαστε να γίνουμε, αυτό πού μας δίδαξε ζωντανά και πράξει και λόγω ο φαεινός αστέρας της Καισαρείας: ζηλωτές και μιμητές Χριστού,τίποτα λιγότερο ή περισσότερο στην ζωή μας.
Καλή και ευλογημένη χρονιά, πλήρη με τα αγαθά του Κυρίου , δια πρεσβειών του μεγάλου Βασιλείου  εύχομαι σε όλους, αμήν


π. Παντελεήμων Κρούσκος ,  παραμονή πρωτοχρονιάς 2010


Read more: http://iereasanatolikisekklisias.blogspot.com/2010/12/blog-post_1143.html#ixzz3JQLihXbN

Συμπάθεια για τον ηθικισμό


Η σημερινή περικοπή διαπραγματεύεται εκτός των άλλων και την μεγάλη πληγή του ηθικισμού.
Οι φαρισαίοι σκανδαλίστηκαν πώς ο Χριστός συνέτρωγε και συνομιλούσε με τους αμαρτωλούς του ισραήλ. 
Ο ηθικισμός κολλάει στο γράμμα και τον τύπο και σκοτώνει το πνεύμα.Είναι τόσο ασφυκτικός και αντιχριστιανικός πού τελικά προκαλεί την λύπηση και την συμπάθεια.
 Όλοι βέβαια κρύβουμε έναν ηθικολόγο μέσα μας και τον καλωσορίζουμε πολύ συχνά με αισθήματα αυτοδικαίωσης και γνήσιας χαράς.Ωστόσο , όμως είναι γενικά φαινόμενο πού ταλαιπωρεί ιδιαίτερα ορισμένους αδελφούς μας. 
Δεν ξέρω τί φταίει για τον ηθικισμό.
Ίσως αυτοί οι άνθρωποι δεν εισέπραξαν αρκετή αγάπη και βγάζουν ένα μίσος και έναν φθόνο εκδικητικό για τους άλλους, κατηγορώντας τους στο κάθε τί. Από την άλλη ίσως είναι ο φόβος ή η αδυναμία να διαπράξουν οι ίδιοι τις αμαρτίες πού καταλογίζουν ή βλέπουν πραγματικά στον άλλο και περιχαρακώνονται πίσω από την δειλία τους, ως εξαιρετική αρετή. 
Ο Χρυσόστομος για τους ηθικολόγους λέει πώς μοιάζουν με τις γυναίκες πού εξασκούν το "αρχαιότερο επάγγελμα". Όπως αυτές φτιασιδώνονται για να αρέσουν στους άνδρες, έτσι και οι ηθικιστές επιμελούνται τον τρόπο, την ομιλία, την εμφάνιση, την δημόσια και εκκλησιαστική ζωή τους για να φαίνονται ευσεβείς. 
Οπωσδήποτε η στάση μας δεν πρέπει να είναι στάση κατηγορίας. 
Είναι πάθος της ψυχής ο ηθικισμός και ασθένεια. 
Και αν ο Κύριος ήρθε να καλέσει αμαρτωλούς σε μετάνοια και εμείς αυτό πρέπει να επιζητούμε. Να φυτέψει μέσα τους και μέσα μας λίγη περισσότερη ευσπλαχνία.
Και ιδιαίτερα σε όσους από εμας δεν διαφέρουμε από αυτούς πού δείχνουμε με το δάχτυλο σαν τέτοιους.
Γιατί ο ηθικισμός, όπως προείπαμε , δεν είναι σπάνια ασθένεια . Την αναγνωρίζουμε στον ίδιο τον εαυτό μας!


από το fb

Δευτέρα, 10 Νοεμβρίου 2014

Οι άγγελοι στην Καινή Διαθήκη

aggelos_mesaΌχι μόνο στην Παλαιά Διαθήκη αλλά και στην Καινή έχουμε αναφορές για την εμφάνιση αγγέλων.
Ο Αρχάγγελος Γαβριήλ, σταλμένος από τον Θεό, έφερε στην Παρθένο Μαρία, την πάναγνη κόρη της Ναζαρέτ, τη χαρούμενη αγγελία ότι θα γεννήσει τον Γιο του Θεού.
Άγγελος συμβούλεψε τον δίκαιο Ιωσήφ να προστατεύει και να τιμά τη Μαρία, γιατί το παιδί που θα γεννούσε ήταν, με τη Χάρη του Αγίου Πνεύματος, ο Υιός του Θεού.
Μυριάδες αγγελούδια, όταν γεννήθηκε ο Χριστός μας, ανεβοκατέβαιναν από το φτωχικό σπήλαιο της Βηθλεέμ στους ουρανούς, δοξολογώντας τον Θεό με τον αγγελικό ύμνο «Δόξα εν υψίστοις Θεώ και επί γης ειρήνη, εν ανθρώποις ευδοκία».
aggeloi_Kyrios_1 copy
Άγγελοι φέραν στους ταπεινούς βοσκούς τη χαρούμενη είδηση για τη γέννηση του Λυτρωτή.
Άγγελος Κυρίου παρακίνησε τους Μάγους ν΄ αλλάξουν δρόμο , για να μη συναντήσουν τον Ηρώδη.
Άγγελος, στον ύπνο του Ιωσήφ, του είπε να φύγει για την Αίγυπτο, προστατεύοντας από τον φονέα Ηρώδη την Παναγία Μητέρα και  το Βρέφος. Και πάλι, όταν πέθανε ο Ηρώδης, ο άγγελος τους είπε να γυρίσουν πίσω.
Άγγελοι υπηρετούσαν τον Κύριο, όταν έμεινε στην έρημο σαράντα μέρες.
Άγγελος συμπαραστάθηκε στον Κύριό μας πριν από τη Σταύρωση, κατά την ώρα της αγωνίας Του στη Γεθσημανή.
aggeloi_Kyrios_2 copy
Και πάλι Άγγελοι «εκύλησαν τον λίθον», συνάντησαν τις μυροφόρες και τους μαθητές, για να τους μεταδώσουν το μήνυμα ότι «Χριστός ανέστη».
Κι εκεί, προς τη Βηθανία, όταν ο Κύριος αναλήφθηκε στους ουρανούς, άγγελοι και πάλι εξήγησαν στους έκθαμβους μαθητές Του τα βλεπόμενα.
Στην επίγεια ζωή του Χριστού μας οι άγγελοι διακόνησαν τον Κύριο, όπως μας το περιγράφουν τα Ιερά Ευαγγέλια.
 Σ.Γ.Α.

Σάββατο, 8 Νοεμβρίου 2014

Η ΣΙΩΠΗ ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ ΤΟΥ ΘΕΟΛΟΓΟΥ
grigorios_theologos.jpg

   Τρεις ήταν οι μεγάλες αγάπες του αγίου Γρηγορίου του Θεολόγου. Τρία τα μεγάλα θέλγητρά του. Τρεις οι βασικοί πόθοι του και οι φλογερές του επιθυμίες.
   Η ειρήνη, η ησυχία και η σιωπή.
   Ας επικεντρωθούμε στην τελευταία αγάπη του Γρηγορίου, τη σιωπή, και ας δούμε πως τη βίωνε και τι δίδασκε για την αξία της.

  Αναφέρουν οι βιογράφοι του Γρηγορίου ότι κατά τη μεγάλη νηστεία της Σαρακοστής, προ του Πάσχα του 382, ένα χρόνο μετά την αποχώρησή του από τον πατριαρχικό θρόνο της Κων/πόλεως, τήρησε απόλυτη σιωπή. Μαζί με τη νηστεία των τροφών δοκίμασε και τη νηστεία των λόγων.

  Κατά τα προηγούμενα χρόνια ο διαπρεπής ρήτορας είχε εκφέρει περίσσεια λόγων και μερικές φορές είχε οδηγηθεί σε εκρήξεις οργής. Τώρα λοιπόν ζητούσε να πάρει ένα ισοζύγιο μεταξύ λόγου και σιωπής και συγχρόνως να περιστείλει τις εκρήξεις του θυμού του. Επίσης επεδίωκε ν’ απολαύσει εντονώτερα των αγαθών της ησυχίας. Ήδη στον αποχαιρετιστήριο λόγο του στην Κων/πολη είχε δηλώσει ότι θα σιωπούσε η δηκτική και φλύαρη γλώσσα του, που προκαλούσε φθόνο και αντιθέσεις, και θα πολεμούσε από δω και πέρα με το χέρι και το μελάνι. Σίγησε λοιπόν ο Γρηγόριος για μια ολόκληρη Σαρακοστή. Επειδή όμως δημιουργήθηκε, όπως ήταν φυσικό, ολόκληρος θρύλος γύρω απ’ αυτή του τη στάση, αναγκάσθηκε σε 12 επιστολές του (υπ’ αριθμ. 107-119, εκτός την115, Ε.Π.Ε. 7,208-218) να δικαιολογήσει τη στάση του. Ας δούμε τις απόψεις του, αφού πρώτα δούμε διδασκαλία της Γραφής, για το πόσο σοβαρό και σπουδαίο είναι να ελέγχει ο άνθρωπος τη γλώσσα του.

  Η σιωπή του Γρηγορίου δεν είναι θέμα ιδιορρυθμίας ή έστω κατά Χριστόν σαλότητας. Το ίδιο συμβαίνει και με τους άλλους πατέρες της Εκκλησίας. Έχει βιβλική βάση. Αν διαβάσουμε το τρίτο κεφάλαιο της επιστολής του Ιακώβου του αδελφοθέου, θα δούμε να γράφει τα εξής σπουδαία για το θέμα μας. «Ει τις εν λόγω ου πταίει, ούτος τέλειος ανήρ δυνατός χαλιναγωγήσαι και όλον το σώμα». Στο ερώτημα που θέτουν ανά τους αιώνες οι άνθρωποι «ποιος είναι τέλειος;» υπάρχουν πολλές απαντήσεις. «Αυτός που ασκητεύει, που είναι αγνός, που προσεύχεται, που δίνει ελεημοσύνη, που έχει ακτημοσύνη και άλλα πολλά». Ο άγιος Ιάκωβος όμως απαντά· «αυτός που δεν πέφτει σε κανένα σφάλμα λέγοντας διάφορα λόγια». Αυτός μπορεί να χαλιναγωγήσει και όλες του τις επιθυμίες, τις ορέξεις και τα πάθη. Να κατευθύνει το πολύεδρο και πολύπλευρο του ψυχοσωματικού του είναι. Όλα τ’ άλλα -κάποτε- ο άνθρωπος τα πετυχαίνει· το να μη σφάλλει όμως στο λόγο του -ποτέ και πουθενά- απαιτεί φοβερή αυτοκυριαρχία, φοβερή άσκηση και είναι σχεδόν ακατόρθωτο. «Πάσα γαρ φύσις θηρίων τε και πετεινών ερπετών τε και εναλίων δαμάζεται και δεδάμασται τη φύσει τη ανθρωπίνη, την δε γλώσσαν ουδείς δύναται ανθρώπων δαμάσαι· ακατάσχετον κακόν, μεστή ιού θανατηφόρου…» (Ιακ.3,7). Όταν όμως κάποιος πετύχει αυτό το ακατόρθωτο, τότε πετυχαίνει φοβερά πράγματα. Ο άγιος Ιάκωβος παραθέτει πολύ χαρακτηριστικά σχετικά παραδείγματα. Λέγει, όταν έχεις στο χέρι σου τη γλώσσα του χαλινού, τότε εξουσιάζεις το τεράστιο και αδάμαστο άλογο. Όταν κρατάς το πηδάλιο του πλοίου, κατευθύνεις αυτό όπου θες. Αντίθετα, αν δεν προσέξεις και δημιουργηθεί μια μικρή γλώσσα φωτιάς, τότε καταστρέφει τα πάντα και κανείς δεν μπορεί να την ελέγξει. Η γλώσσα είναι μεγάλη ευλογία και μεγάλη κατάρα αναλόγως αν υπόκειται στον έλεγχο μας ή όχι. Είναι πηγή που μας ζωοποιεί ή μας δηλητηριάζει. Μας γλυκαίνει ή μας φαρμακώνει. Μας ενθαρρύνει ή μας απελπίζει.

  Επειδή λοιπόν είναι πολύ δύσκολο να χαλιναγωγήσουμε τη γλώσσα μας και επειδή πάντα λαλούμε «εκ του περισσεύματος της καρδίας μας», η οποία είναι βρώμικη και δηλητηριασμένη από το προπατορικό αμάρτημα, γι’ αυτό παρουσιαζόμαστε πνευματικά διχασμένοι, διηρημένοι, αλλοπρόσαλλοι. Κυριολεκτικά σχιζοφρενείς. Γι’ αυτό μία είναι η λύση για να διορθωθούμε· ή να μιλούμε πολύ λίγο και μάλιστα με σύνεση και περίσκεψη, όπως επιβάλλουν οι μοναχικοί κανόνες στους μοναχούς, ή να καταργήσουμε τον λόγο εντελώς, για κάποιο χρονικό διάστημα, μέχρι να καθαρισθεί κάπως η καρδία μας. Το δεύτερο εφάρμοσε ο Γρηγόριος και εξηγεί το γιατί στις 12 επιστολές του.

   Γράφει ο Γρηγόριος ο Θεολόγος στις επιστολές προς διαφόρους φίλους του.


  
Α΄. Όποιος πετυχαίνει την τέλεια σιωπή, νικήσει δηλαδή στο σύνολο, εκείνος μπορεί να πετύχει να μιλά σωστά, δηλαδή να νικήσει και στο επιμέρους.

  
Β΄. Η γλώσσα εκφράζει το περιεχόμενο της καρδιάς, αλλά και το επηρεάζει. Έτσι, το πάθος του θυμού για παράδειγμα, μόνο η σιωπή το μαραίνει. Μερικές φορές, για να ξεσπάσουμε δήθεν και να ξελαφρώσουμε, αρχίζουμε να βρίζουμε, να κατηγορούμε, να χλευάζουμε, ή αναμασούμε συνεχώς τις αδικίες που κατά τη γνώμη μας υπέστημεν. Και αντί να ηρεμήσουμε, ανάβουμε και ξαναφορτιζόμαστε με μίσος. Έτσι συνεχίζεται ο φαύλος κύκλος του αναβρασμού, της δήθεν εκτονώσεως και εν τέλει της επιδεινώσεως του πάθους μας. Ο Γρηγόριος, όταν ασκούσε σιωπή, πόσο πικραμένος ήταν από το φθόνο και το μίσος και το διωγμό των αντιπάλων του συνεπισκόπων, που είχε ως αποτέλεσμα να φύγει από την Κων/πολη. Να μιλήσει; Να εκφράσει το πόνο του; Θα πικραινόταν περισσότερο και γι’ αυτό σιωπά.

  
Γ΄. Διακόπτοντας το λόγο μαθαίνουμε να λέμε όσα πρέπει. Όταν φλυαρούμε είναι αδύνατο να μη λέμε ανοησίες, άσχετα πράγματα, περιττά και ανώφελα. Όταν πολυλογείς δεν μπορείς ν’ αποφύγεις την αμαρτία λένε οι πατέρες.

  
Δ΄. Σιωπώντας μαθαίνουμε ν’ ακούμε. Δεν έχουμε μόνο στόμα, έχουμε κι αυτιά. Πρέπει κι αυτά να τα χρησιμοποιούμε. Το ν’ ακούς ό,τι πρέπει δεν είναι κατώτερο από το να λες ό,τι πρέπει. Οι περισσότεροι άνθρωποι πάσχουμε από λογοδιάρροια και μάλιστα ασχολούμαστε κυρίως με σκάνδαλα και κουτσομπολιά κρίνοντας τους πάντας και τα πάντα, ενώ δεν έχουμε καθόλου επιθυμία ν’ ακούμε νουθεσίες και ελέγχους. Ο Γρηγόριος, κάνοντας πράξη τα όσα υποστήριζε, δέχθηκε να συναντηθεί με τον ιερέα Κληδόνιο υπό τον όρο ν’ ακούει μόνο και να μη μιλά. Επίσης ο Γρηγόριος, σε άλλη επιστολή του προς τον Ευλάλιο, λέγει ότι επισκέφθηκε μοναχούς στην Λαμίδα σιωπών.

  
Ε΄. Σιωπά για να διδάξει εμπράκτως και να εμπνεύσει και άλλους να τον μιμηθούν. Μιλώντας για την σιωπή, λέγει ο Γρηγόριος γράφοντας στο φίλο του Παλλάδιο, δε συγκινούσα κανένα. Τώρα που σιωπώ διδάσκω με την πράξη. Παιδαγωγώ τους ανθρώπους στο αγαθό της σιωπής εφαρμόζοντάς το προσωπικά ο ίδιος. Μιμούμαι το Χριστό, που δεν εξάγνισε το άνθρωπο τόσο με τη νομοθεσία του όσο με την ενσάρκωσή του και τη προσωπική βίωση του νόμου.

   Ο άγιος Γρηγόριος λοιπόν είναι εμπνευστής και όχι απλός διδάσκαλος. Ο αείμνηστος και πολύκλαυστος π. Επιφάνιος Θεοδωρόπουλος σε νεκρολογία του για τον επίσης αείμνηστο και επιφανή π. Σπυρίδωνα Σγουρόπουλο και εξυμνώντας τον, γιατί υπήρξε εμπνευστής και όχι διδάσκαλος, λέγει τα εξής αξιοπρόσεκτα. «Ωραίον όντως το διδάσκειν, ωραιότερον όμως και μεγαλειωδέστερον το εμπνέειν. Δια το πρώτον αρκούσιν ολίγαι ξηραί γνώσεις· διά το δεύτερον απαιτείται παράδειγμα ακτινοβόλου αυταπαρνήσεως και γενικώς βίος ολόλαμπρος και πλήρης θυσιών. Και Συ είχες αυτήν την ειδικήν εύνοιαν και ευλογίαν του Κυρίου. Δεν εδίδασκες απλώς, αλλά ενέπνεες! Ανήκες ουχί εις τον μέγα αριθμόν των διδασκόντων, αλλ’ εις τον απελπιστικώς μικρόν αριθμόν των εμπνεόντων» (Άρθρα,μελέται, επιστολαί, τόμος Α΄, Αθήνα 1986, σσ.512-513).

  
ΣΤ΄. Σιωπά γιατί θέλει να προσφέρει ως θυσία στο Θεό την έκφραση των σκέψεών του. γράφει στον Παλλάδιο· «Νέκρωσα τη γλώσσα μου με τη νέκρωση του Χριστού, όταν νήστευα· την ζωοποίησα με την ανάστασή του. Προσέφερα ως θυσία στον Χριστό την έκφραση των σκέψεών μου, έτσι θα προσφέρω τώρα (ως θυσία) και τον λόγον μου, αλλά πλέον καθαρό και αγνισμένο»!

   Πολλές φορές ο Χριστός μας ζητά ως θυσία τα πιο αγαπημένα πρόσωπα, πράγματα ή ιδανικά της ζωής μας. Από τον Αβραάμ π.χ. ζητά να εγκαταλείψει τη πατρίδα του, τους συγγενείς του, το πολιτισμό του, τη γλώσσα του, τις ανέσεις του και τέλος τον Ισαάκ, τον υιό του τον μονογενή, που απέκτησε μετά από αναμονή 25 ετών! Από τον Γρηγόριο, μέσω των φθονερών συνεπισκόπων του, ζήτησε να θυσιάσει το θρόνο του και το ποίμνιο του. Και ο Γρηγόριος προσθέτει σ’ αυτή τη φοβερή και ανεκτίμητη θυσία την ρητορική του δεινότητα, το μεγαλοπρεπές και μνημειώδες ύφος του, τη λογοτεχνική του έκφραση, την καλλιέπεια του κηρύγματος, την ευστροφία των νοημάτων του, την παραστατικότητα και ζωηρότητα και εκπληκτική έκφραση των ιδεών του, την υψίστη ηδονή του λέγειν και διδάσκειν και καθοδηγείν. Πόσο μεγάλη θυσία!!!

  
Ζ΄. Το λέγειν δεν είναι πάντα δείγμα ικανότητας ή επιδεξιότητας. Στον Κελεύσιο διηγείται το μύθο των χελιδονιών και των κύκνων. Τα χελιδόνια περηφανεύονται ότι κελαϊδούν στους ανθρώπους συνέχεια και ζουν συνεχώς μαζί τους. Ενώ οι κύκνοι ζουν στην ερημιά, δε τραγουδούν, και δε θέλουν τη συντροφιά των ανθρώπων. Και οι κύκνοι αν και σιχαινόταν την πολυλογία των χελιδονιών και απαξιούσαν να τα απαντήσουν, εν τούτοις κάποτε αναγκάσθηκαν να τα πουν: «Εμείς δεν ψάλλουμε όπως-όπως, ούτε ενδιαφερόμαστε να βγάζουμε απλώς κραυγές. Κι όμως χωρίς να μιλήσουμε, όταν απλώνουμε τα φτερά μας στον άνεμο, ακούγεται κάτι γλυκύ και αρμονικό. Εμείς, όταν τραγουδούμε, φροντίζουμε με μέτρο ν’ αποδίδουμε τη μελωδία και δεν αναμιγνύουμε τη μουσική με θορύβους. Εσείς κι όταν σας δέχονται οι άνθρωποι στα σπίτια τους αγανακτούν κι όταν κελαϊδείτε σας βαριούνται. Κι όπως λέγει μια παροιμία αληθής και σύντομος ‘τότε θα τραγουδήσουν οι κύκνοι όταν σιωπήσουν οι καλιακούδες’».

  
Η΄. Να μη απολυτοποιούμε μόνο τα χαρίσματά μας. Ο Γρηγόριος απαντώντας στον Ευλάλιο -έναν ερημίτη που ησύχαζε και νήστευε σε απόλυτο βαθμό, ενώ στον Γρηγόριο συνιστούσε διάκριση και μεσότητα στο θέμα της σιωπής- λέγει ότι δεν πρέπει να απολυτοποιούμε μόνο τα χαρίσματά μας και να θέλουμε να μετριάζουμε τα χαρίσματα των άλλων. Χαρίσματα που ίσως μας δυσκολεύουν και δεν μας συγκινούν. Γι’ αυτό προτείνει ν’ ανταλλάξουν τα χαρίσματα τους.

   Άλλοι πάλι (Κελεύσιος) ενώ παραβαίνουν το νόμο (δεν νηστεύουν) κατηγορούν τους άλλους για θέματα, που είναι ίσως ιδιόρρυθμα αλλά δεν είναι αμαρτωλά. Εδώ ισχύει το του ευαγγελίου, «βγάλε το δοκάρι από το μάτι σου και μετά να βγάλεις την αγκίδα από το μάτι του άλλου». Αν δε το κάνεις τότε σιώπα και συ.

   Γιατί με κρίνεις που σιωπώ ενώ εγώ δε σε κρίνω που μιλάς, λέγει στον ίδιο. Θυμήσου τι λέγει ο Παύλος σε ανάλογη περίπτωση. «Ο εσθίων τον μη εσθίοντα μη εξουθενείτω. Ο δε μη εσθίων τον εσθίοντα μη κρινέτω» (Ρωμ. 14,3).

  
Θ΄. «Καιρός παντί πράγματι». Όπως λέγει το βιβλίο του Εκκλησιαστού στην Παλαιά Διαθήκη υπάρχει καιρός για να φυτεύεις και καιρός για να ξεριζώνεις· να γελάσεις και να κλάψεις· να θρηνήσεις και να χορέψεις· να πολεμήσεις και να ειρηνεύσεις. Έτσι υπάρχει «καιρός του σιγάν και καιρός του λαλείν». «Σιώπησα για τον εαυτό μου· τώρα θα μιλήσω χάριν των άλλων» γράφει ο Γρηγόριος στον Ευλάλιο. Με την ανάσταση του Λόγου ο άγιος Γρηγόριος ανέστησε και πάλι την υπέροχη διδαχή του. Από το Πάσχα του 382 άφησε και πάλι το θεϊκό του τάλαντο στην υπηρεσία της Εκκλησίας, προς δόξαν Θεού και ικανοποίηση των πνευματικών αναγκών των αδελφών του.
 
ΜΕΛΕΤΙΟΣ ΑΠ. ΒΑΔΡΑΧΑΝΗΣ
ΑΡΧΙΜΑΝΔΡΙΤΗΣ

Πέμπτη, 6 Νοεμβρίου 2014

Ο σταυρός μας μπορεί να γίνει Ανάσταση μόνο μέσω της πίστης


Φωτό: paterikakeimena.blogspot.gr
Φωτό: paterikakeimena.blogspot.gr
Αυτό που μας προσφέρει ο Θεός δεν μία ζωή χωρίς πόνο, αλλά μία ζωή με την προοπτική της υπέρβασης του πόνου.
Το να χρησιμοποιήσεις τον πόνο που θα έρθει στην ζωή σου με τέτοιο τρόπο ώστε ο πόνος να γίνει αρετή, το φαινομενικό κακό να γίνει ουσιαστικά κάτι το αγαθό.
Ο σταυρός να γίνει δόξα, να γίνει αγάπη, υπομονή, πραότητα, θυσία, συγχώρεση…Ανάσταση.
Σταυρός θα υπάρξει, πόνος θα υπάρξει, φόβος, όπως και στην ζωή των Αποστόλων, των Μαρτύρων, των Οσίων όμως διαμέσου της πίστης όλα αυτά αλλάζουν, παίρνουν ένα νόημα βαθύ, παίρνουν αξία. Διότι δεν σε καταβάλουν, δεν σε οδηγούν στην απόγνωση αλλά σε φέρνουν πιο κοντά στην αυτογνωσία.
Ο πόνος σε βαπτίζει στα νερά την κάθαρσης, αρκεί να τον αντιμετωπίσεις όπως ο Εσταυρωμένος.
Η χριστιανική ζωή δεν είναι μια ζωή χωρίς πόνο και δοκιμασίες το αντίθετο, είναι μια ζωή που, εάν θέλεις να τη ζήσεις, όπως λέγει και ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος, θα πρέπει να είσαι έτοιμος για τον πειρασμό. Διότι τελικά η χριστιανική ζωή είναι μια σταυρική ζωή, η οποία όμως μεταμορφώνει τον σταυρό σε οίκο Ανάστασης και Ζωής διαμέσου της πίστης, της εμπιστοσύνης και της αγάπης μας προς τον Θεό.
Αρχιμ. Παύλος Παπαδόπουλος