Σάββατο, 12 Δεκεμβρίου 2015

Ὄντως φοβερώτατον, τὸ τοῦ θανάτου μυστήριον! Ένα αληθινό σύγχρονο γεγονός!


Ήταν δυο φίλοι που αγαπιόντουσαν πολύ. Ήταν και εν Χριστώ αδερφοί γιατί ήταν πιστοί και αγωνιστές χριστιανοί.

Ο ένας έφυγε γρήγορα, πολύ ξαφνικά και έτσι ο πόνος ήταν μεγάλος στον φίλο του που έμεινε.
Μέσα του δημιουργήθηκε καθώς περνούσαν οι μέρες, ένα ερώτημα ….άραγε πως έφυγε ο φίλος μου, πως είναι να αποχωρήσετε η ψυχή από το σώμα….τι έγινε αυτό το βράδυ που εντελώς απροσδόκητα έκλεισε τα μάτια του και αναχώρησε κοντά στο Θεό που τόσο αγαπούσε?

Ο καλός Θεός, που τα αιτήματα των απλών άδολων ανθρώπων δεν τα αφήνει αναπάντητα, έδωσε την άδεια στον κεκοιμημένο να εμφανιστεί στον ύπνο του αγαπημένου του φίλου και να του λύση την απορία του.

Πρώτα του είπε τι ένιωσε βιολογικά ……Αδερφέ μου, νιώθεις τη καρδιά σου να φτερουγίζει, να αλλάζουν οι χτύποι και καταλαβαίνεις ότι κάτι αλλιώτικο συμβαίνει…. νιώθεις ότι το σώμα σου μουδιάζει και το αίμα σου δεν κινείται όπως πριν ……Νιώθεις μια παγωμάρα να σου σκεπάζει στο σώμα.!!!!
Αλλά, αυτό αδερφέ που δεν περιγράφεται είναι το μαρτύριο του αποχωρισμού της ψυχής από το σώμα…!!! Μεγάλο μαρτύριο, πόνος πολύς….εγώ έβλεπα το δικό σας πόνο που με χάνατε, έτσι ξαφνικά και δεν μπορούσα να σας βοηθήσω, αλλά ούτε και εσείς εμένα…..αυτός όμως ο πόνος δεν είναι τίποτα μπροστά στο μαρτύριο του αποχωρισμού της ψυχής απο το σώμα….ένα ξερίζωμα που συνοδεύεται με πόνο …πολύ πόνο !!!
Μετά όλα παίρνουν το δρόμο τους…….τώρα δόξα τω Θεό είμαι καλά!!!

Έρχονται στο μυαλό μας τα τροπάρια της εξόδιου ακολουθίας………
...Οἴμοι, οἶον ἀγῶνα ἔχει ἡ ψυχή, χωριζομένη ἐκ τοῦ σώματος! Οἴμοι, πόσα δακρύει τότε, καὶ οὐχ ὑπάρχει ὁ ἐλεῶν αὐτήν! Πρὸς τοὺς Ἀγγέλους τὰ ὄμματα ῥέπουσα, ἄπρακτα καθικετεύει· πρὸς τοὺς ἀνθρώπους τὰς χεῖρας ἐκτείνουσα, οὐκ ἔχει τὸν βοηθοῦντα. Διό, ἀγαπητοί μου ἀδελφοί, ἐννοήσαντες ἡμῶν τὸ βραχὺ τῆς ζωῆς, τῷ μεταστάντι τὴν ἀνάπαυσιν, παρά Χριστοῦ αἰτησώμεθα, καὶ ταῖς ψυχαῖς ἡμῶν τὸ μέγα ἔλεος......

...Ὄντως φοβερώτατον, τὸ τοῦ θανάτου μυστήριον! πῶς ψυχὴ ἐκ τοῦ σώματος, βιαίως χωρίζεται, ἐκ τῆς ἁρμονίας, καὶ τῆς συμφυΐας, ὁ φυσικώτατος δεσμός, θείῳ βουλήματι ἀποτέμνεται; Διό σε ἱκετεύομεν, τοὺς μεταστάντας ἀνάπαυσον, ἐν σκηναῖς τῶν Ἁγίων σου, Ζωοδότα φιλάνθρωπε. …

Αυτό είναι ένα απόλυτα αληθινό γεγονός που βίωσε ο φίλος μας πριν λίγο καιρό….!!!!
http://ahdoni.blogspot.gr/

«“ΓΡΗΓΟΡΕΙΤΕ”. Κάποτε θὰ ἔλθει καὶ τὸ αἰώνιο βράδυ».

Γράφει γιὰ τὴν «ΧΡΙΣΤ. ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ»
ὁ Δρ Χαραλάμπης Μ. Μπούσιας,Μέγας Ὑμνογράφος τῆς τῶν Ἀλεξανδρέων Ἐκκλησίας
«Γρηγορεῖτε», εἶναι τὸ σύνθημα τῆς Ὀρθόδοξης Χριστιανικῆς ζωῆς μας. Ἀγρυπνεῖτε καὶ ἐργάζεσθε τὰ ἔργα τοῦ φωτός, μᾶς προτρέπουν οἱ Ἅγιοι Ἀπόστολοι, ὁ Ματθαῖος (Κεφ. κϛ´ 21), ὁ Λουκᾶς (Πραξ. κ´ 31) καὶ ὁ Παῦλος (Α´ Κορ. ιϛ´ 13). Ἡ ζωή μας στὴ γῆ αὐτὴ εἶναι πολὺ σύντομη καὶ δὲν δικαιολογεῖται χάσιμο χρόνου. Ὁ πονηρὸς ἐργάζεται ἀσταμάτητα, γιὰ νὰ μᾶς παρασύρει, γιὰ νὰ παρασύρει κάθε πιστὸ στὴν ἀπώλεια. Δὲν κουράζεται ποτέ. Αὐτὴ εἶναι ἡ δουλειά του. Γιὰ τὸ Χριστιανό, ὅμως, ἡ μὴ ἐγρήγορση, ἡ ραθυμία, εἶναι θανατηφόρα, γιατὶ μᾶς ρίχνει χωρὶς ἀντίσταση στὰ δίχτυα τοῦ παμβεβήλου, στὰ δίχτυα τοῦ σκότους τῆς ἀπωλείας.

.     Ὁ οἰκονόμος τοῦ χρόνου τῆς ζωῆς, ὁ Ὅσιος Ἰωάννης ὁ Δομβοΐτης, ποὺ πρόσεχε τὸ χρόνο του ὅσο τίποτα ἄλλο καὶ ἔλεγε ὅτι ὁ Κύριος θὰ μᾶς κρίνει γιὰ τὶς ἁμαρτίες μας, ἀφοῦ ὡς ἄνθρωποι εἴμαστε ἐπιρρεπεῖς στὴν ἁμαρτία, πολὺ ὅμως περισσότερο θὰ μᾶς κρίνει γιὰ τὸ ὅτι δὲν ἀξιοποιήσαμε σωστὰ τὸ χρόνο τῆς ζωῆς μας. Σὲ ἕνα ἀπὸ τὰ ποιήματά του ὁ μεγάλος αὐτὸς σύγχρονος ἀσκητὴς μᾶς προτρέπει λέγοντας:

Ὅσο εἶν’ μέρα κι’ εἶναι φῶς μὴ κάθεσαι, ἐργάζου,μὲ προσευχὲς κι’ ἔργα καλὰ πρὸς ἔξοδο ἑτοιμάζου.Στοῦ βίου πιὰ περπάτησες πολὺ τὸ μονοπάτικαὶ δὲν σ’ ἀπόμεινε ἀπ’ αὐτὸ παρὰ μικρὸ κομμάτι.Σὲ λίγο νύχτα σκοτεινὴ τὰ μάτια θὰ σφαλίσῃκαὶ τάφος κρύος μεσ’ στὴ γῆ τὸ σῶμα σου θὰ κλείσῃ.Μὴ ραθυμῇς, μὴ στέκεσαι, μὴ χάνῃς τὸν καιρόν σου«ἕως ἡμέρα ἔτι ἐστίν» ἐργάζου σ’ τὸν ἀγρό σου.Καὶ θἄρθῃ κι’ ἡ συγκομιδὴ καὶ ἡ καρποφορίαποτὲ δὲν μένει ἄκαρπος ἡ θεία ἐργασία.

Κάθε ἡμέρα τῆς ζωῆς τελειώνει σύντομα καὶ τὸ βράδυ ἔρχεται φυσιολογικάΚάποτε θὰ ἔλθει καὶ τὸ αἰώνιο βράδυ. Θὰ εἶναι τὸ βράδυ ποὺ θὰ μᾶς καλέσει κοντά Του ὁ Νυμφίος μας καὶ ἀλλοίμονο ἐὰν τὸ λυχνάρι τῆς ψυχῆς μας βρεθεῖ ἐκείνη τὴ στιγμὴ χωρὶς λάδι! Γι’ αὐτὸ ἂς γρηγοροῦμε καὶ ἂς ἱκετεύουμε τὸν Κύριο μαζὶ μὲ τὸν Ὅσιο Ἰωάννη:

Μόνον δός μου Σύ, Χριστέ μου, σἄν ἐρθῆ κεῖνον τὸ βράδυἡ ψυχή μου νὰ μὴ νοιώσῃ ἴχνος ἄϋλο σκοτάδι.Κι’ ὅλη φῶς, χαρὰ κι’ ἀγάπη ἀπ’ τοῦ βίου τὴν ἑσπέρατὴν αἰώνια ν’ ἀντικρύσῃ καὶ ἀνέσπερη ἡμέρα.

. Σ’ αὐτὴ τὴν ἐγρήγορση, τὴ σωστική, μᾶς προστρέπει καὶ ὁ Εὐαγγελιστὴς Ματθαῖος λέγοντας: 

«Γρηγορεῖτε, ὅτι οὐκ οἴδατε τὴν ἡμέραν οὐδὲ τὴν ὥραν, ἐν ᾗ ὁ Υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου ἔρχεται» (Ματθ. κε´ 13).

Καὶ τί σημαίνει ἐγρήγορση; Σημαίνει ἀδιάλειπτη προσευχή, ψαλμωδία, δάκρυα, μελέτη θείων Γραφῶν, ἀνάταση τοῦ νοῦ στὸν οὐρανὸ καὶ τὸ βλέμμα κατεβασμένο στὴ γῆ, ἐλεημοσύνες καὶ ἐμμονὴ στὴν Ὀρθόδοξη παράδοσή μας. 

Ἐγρήγορση σημαίνει, ἐπίσης, τάξη στὴ ζωή μας καὶ ἀκρίβεια καὶ αὐστηρότητα στὸ ὡρολόγιο πρόγραμμα τῆς διαθέσεως τοῦ ἡμερήσιου χρόνου μας. Σημαίνει ἀπαγόρευση κρίσεως προσώπων, μεταφορᾶς νέων εἰδήσεων καὶ πληροφοριῶν πάσης φύσεως καθὼς καὶ διηγήσεων χρονοβόρων.

 Ἐγρήγορση σημαίνει κατανάλωση ὅλου τοῦ χρόνου τῆς ἐπικοινωνίας μας μὲ τοὺς ἄλλους σὲ καθαρὰ πνευματικῆς καὶ ἐπικοιδομητικῆς φύσεως θέματα καθὼς καὶ στὴν κοινὴ ἀνάγνωση ἱερῶν κειμένων.

 Ἐγρήγοσρη σημαίνει καὶ προσευχητικὴ διάθεση. Ἡ προσευχὴ μᾶς εἶναι πάντοτε ἀπαραίτητη καὶ μᾶς χρειάζεται, ὄντας ὠφέλιμη. Καὶ τοῦτο γιατί αὐτὴ μᾶς κρατεῖ σὲ κοινωνία μὲ τὸ Θεὸ καὶ μᾶς συντηρεῖ κάτω ἀπὸ τὴ σκέπη Του. Ἡ προσευχὴ μᾶς φυλάει ἀπὸ τὴ φιλαυτία καὶ τὴν ἐγωϊστικὴ αὐτοπεποίθηση καθὼς καὶ ἀπὸ τὸ παραστράτημα τῆς ματαιοδοξίας καὶ τῆς ὑπερηφάνειας. Σὲ περίοδο θλίψεως καὶ κινδύνων, ὁρατῶν καὶ ἀοράτων, ἡ προσευχὴ μᾶς εἶναι ἀκόμη πιὸ ἀπαραίτητη. Γιατὶ εἶναι ἡ ἔκφραση τῆς δικῆς μας ταπεινώσεως καὶ τῆς ἐλπίδας μας στὸ Θεό. Γιατὶ μᾶς φέρνει κοντὰ στὴ θεία βοήθεια, στὸ θεῖο ἔλεος. Ἔτσι δὲν αὐτονομούμαστε καὶ ὁ παντοδύναμος Θεὸς ἔρχεται συνεργός μας καὶ μᾶς βγάζει ἀπὸ τὶς δυσκολίες.


.  Ἐγρήγορση σημαίνει καὶ διαρκῆ προετοιμασία γιὰ πόλεμο. Σημαίνει ἑτοιμότητα στὴν ἀντιμετώπιση τοῦ ἐχθροῦ ποὺ παραμένει ἀνύστακτος. Αὐτὸς μὲ διαφορετικὲς μορφὲς κάθε φορὰ μᾶς ἐπιτίθεται, ὅπως ἐπιτίθεται καὶ στὴν Ἐκκλησία μας, «ὡς λέων ὠρυόμενος ζητῶν τίνα καταπίει» (Πετρ. ε´ 8). Δὲν γνωρίζει, ὅμως, ὁ ταλαίπωρος ὅτι πάντοτε ὁ Χριστὸς νικᾶ, ὁ Χριστὸς θριαμβεύει, ἀφοῦ εἶναι ὁ νικητὴς τοῦ θανάτου, εἶναι «τὸ φῶς τοῦ κόσμου» (Ματθ. ε´ 14), εἶναι «ἡ ζωὴ καὶ ἡ ἀνάστασις» (Ἰωάν. ια´ 25), εἶναι «ἡ ὁδός», καὶ ἡ μόνη «ἀλήθεια» (Ἰωάν. ιδ´ 6).


.  Σήμερα ὁ μισόκαλος μᾶς πολεμᾶ τόσο προσωπικὰ ὅσο καὶ σὰν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία μὲ τὶς αἱρέσεις, μὲ τὴν ἐκκοσμίκευση, τὸν ἀναζήτηση τοῦ χρήματος, τὴν ἀπόκτηση περιουσιακῶν στοιχείων, τὴν ἀκριβὴ διασκέδαση, τὸν ἀνέμελο τουρισμό, ποὺ προβάλλει περισσότερο ἀπὸ τὰ ἀξιοθέατα, τὶς τρυφηλὲς ἀπολαύσεις, τὴν πολυφαγία, τὴν ἄκρατη οἰνοποσία καὶ ποτοποσία, τὶς κάθε εἴδους σωματικὲς ἠδονές, ποὺ ἔχουν ἔμβλημά τους τὴν ἀποστροφὴ τοῦ Ἀποστόλου Παύλου στὴ ρήση: «φάγωμεν, πίωμεν, αὔριον γὰρ ἀποθνήσκομεν» (Α´ Κορ. ιε´ 32). 

Μᾶς πολεμᾶ μὲ τὴν προβολὴ τῆς χλιδάτης ζωῆς, τοῦ εὔκολου πλουτισμοῦ, τῶν ἀνέσεων, τοῦ διαφημισμένου ἀνθρωπισμοῦ καὶ τοῦ ἐνδιαφέροντος γιὰ μακρινοὺς λαούς, ἐνῶ μᾶς κάνει νὰ παραβλέπουμε τοὺς πλησίον μας, τοὺς ὁποίους ἀφήνουμε νὰ ὑποφέρουν καὶ παραμένουμε ἀδρανεῖς στὶς ἐκκλήσεις τους, ποὺ μᾶς κοιτάζουν καὶ μᾶς φωνάζουν μαζὶ μὲ τὸν παράλυτο τῆς Βηθεσδὰ «Ἄνθρωπον οὐκ ἔχω» (Ἰωάν. ε´ 7).

 Μᾶς πολεμᾶ μὲ τὸν ξενόφερτο τρόπο ζωῆς μὲ τὰ ἐκκωφαντικὰ ἀκούσματα, μὲ τὰ ναρκωτικά, μὲ τὸ Internet, ποὺ ἀποτελεῖ τὴν ἀχίλλειο πτέρνα τοῦ πολιτισμοῦ, ἀπὸ τὴν ὁποία εἰσάγεται στὸ σῶμα τῆς Ἐκκλησίας ὁ θάνατος, στὰ μέλη της ποὺ λησμόνησαν τὴν ἐντολὴ τοῦ Ἀποστόλου τῶν ἐθνῶν «Στήκετε καὶ κρατεῖτε τὰς παραδόσεις» (Β´ Θεσ. β´ 15).

 Μᾶς πολεμᾶ μὲ τὸ δούρειο ἵππο, μὲ τὸν ἐχθρὸ ποὺ ἐλλοχεύει μέσα στὴν Ἐκκλησία, ἐχθρὸ ποὺ ὕπουλα προσπαθεῖ νὰ ἀφανίσει τὴν Ὀρθοδοξία μας, μὲ τὸν οἰκουμενισμό, αὐτὸν ποὺ ἐπινοεῖται διαφόρους τρόπους γιὰ νὰ μᾶς ρίξει στὴ δηλητηριώδη ἀγκάλη τῶν ἀζυμιτῶν. Αὐτοὶ προβάλλουν τὸ πρωτεῖο καὶ τὸ ἀλάθητο τοῦ Πάπα καὶ μὲ τὴν οὐνία καὶ τὴν οἰκονομικὴ ἰσχὺ ποὺ αὐτὸς διαθέτει σὰν ὁδοστρωτήρας ἀφανίζουν ὅσους βρίσκονται στὸ δρόμο τους. Γρηγορεῖτε, λοιπόν, μὴν καθεύδετε ἄλλο! Στερεωθεῖτε! Μὴν σᾶς ἐμπαίζουν τὰ κύματα τῆς ἀπιστίας καὶ τῆς διαφθορᾶς. «Ἀνδρίζεσθε καὶ κραταιοῦσθε» (Α´ Κορ. ιστ´ 13) καὶ ἀντισταθεῖτε! Τὸ κακὸ ποὺ προβάλλεται σὰν καλὸ εἶναι θρασύδειλο. Γίνετε ρωμαλέοι καὶ στιβαροί! 

Μὴν σᾶς παγιδεύει ἡ λύπη ἀποτυχιῶν καὶ ἡ ἀπογοήτευση. Μὴν σᾶς θαμπώνει ἡ λάμψη τῆς τεχνοκρατίας καὶ τῶν ἐπιστημονικῶν ἐπιτευγμάτων. Μὴν σᾶς δελεάζουν τὰ θέλγητρα τῦς ὑπερκαταναλωτικῆς κοινωνίας μας. Μὴν σᾶς ἀποκαρδιώνει ὁ κατακλυσμός τῶν κατασκευασμένων εἰδήσεων τῶν μέσων μαζικῆς ἐπικοινωνίας, ποὺ προέρχεται ἀπὸ κέντρα διαβολικά. Μὴν σᾶς καταπτοοῦν τὰ φόβητρα τοῦ κόσμου. Ἔχουμε Σωτῆρα δίπλα μας, ἔχουμε τὸν ἀναστημένο μας Ἰησοῦ καὶ σὲ Αὐτὸν θαρροῦμε βέβαιοι ὄντες ὅτι στὸ τέλος μαζί Του βὰ βγοῦμε νικητές. Ἀλλὰ μόνο μαζί Του, γιατί, δυστυχῶς, μόνοι μας θελήσαμε νὰ σώσουμε τὴ γῆ καὶ τὴν καταστρέψαμε. 

Ζητήσαμε νὰ ἐκμηδενίσουμε μὲ τὴν τεχνολογία τὶς ἀποστάσεις καὶ ἀπομείναμε μόνοι, ἀνάδελφοι καὶ ἄφιλοι. Χτίσαμε τὸ νέο σχολεῖο χωρὶς τοίχους ἠθικῆς καὶ πίστεως καὶ ἡ παιδεία μας ἀπαξιώθηκε ἐντελῶς. Διαδηλώσαμε μὲ πάθος γιὰ δικαιοσύνη καὶ ἀνθρώπινα δικαιώματα καὶ ἄθελά μας στηρίξαμε ἄδικες κοινωνικὲς δομές. Ἀνησυχήσαμε καὶ ἀνησυχοῦμε γιὰ τὰ ἐθνικά μας δίκαια καὶ συνεχίζουμε νὰ κοιμόμαστε περιμένοντας μόνος του νὰ περάσει ὁ ἐφιάλτης. Καταδικάσαμε τὶς ἠθικὲς ἀναστολὲς καὶ δημιουργήσαμε ἕνα τεράστιο ἐσωτερικὸ κενό. Μόνο σὲ περίοδο πτωχείας καὶ κρίσεως, ὅταν οἱ τσέπες μας δὲν ἔχουν χρήματα, πέφτουμε σὲ περισυλλογὴ καὶ προβληματισμό. Ἀλλὰ καὶ τότε, ὅπως τώρα, συνεχίζουμε νὰ καθεύδουμε! Ἂς ξυπνήσουμε ἀπὸ τὸ λήθαργο ποὺ βρισκόμαστε καὶ ἂς διατηρηθοῦμε σὲ ἐγρήγορση λυγίζοντας τὰ γόνατα τῶν καρδιῶν μας στὴν προσευχὴ καὶ τὴν ἐπίγνωση τῆς ἀνθρώπινης ἀδυναμίας μας. Τότε μόνο θὰ κερδίσουμε τὴ μάχη.

Δρ Χαραλάμπης Μ. Μπούσιας,Μέγας Ὑμνογράφος τῆς τῶν Ἀλεξανδρέων Ἐκκλησίας

Λόγος εις την Ταφή και την εις Άδου Κάθοδο του Κυρίου μας Ιησού Χριστού Αγίου Επιφανίου Κύπρου


 
Σένα Αδάμ, σε προστάζω: σήκω από τον αιώνιο ύπνο σου. Δεν σε έπλασα, για να μένης φυλακισμένος στον Άδη. Ανάστα εκ των νεκρών. Γιατί εγώ είμαι η ζωή των θνητών. Σήκω επάνω, πλάσμα δικό μου, σήκω επάνω συ που είσαι η μορφή μου, που σε δημιούργησα κατ’ εικόνα μου. Σήκω να φύγουμε από εδώ.

(…) Γιατί απέραντη σιωπή βασιλεύει σήμερα στη γη; μεγάλη σιωπή και πολλή ηρεμία. Μεγάλη σιωπή, γιατί ο βασιλεύς κοιμάται. Η γη φοβήθηκε και ησύχασε, γιατί ο Θεός με το σώμα κοιμήθηκε. Ο Θεός με το σώμα πέθανε και ο Άδης ετρόμαξε. Ο Θεός για λίγο κοιμήθηκε και αυτούς που κοιμόνταν αιώνες, από τον Άδη ανέστησε (…).

Σήμερα σώζονται και αυτοί που ζουν επάνω στη γη και αυτοί που αιώνες τώρα βρίσκονται κάτω από τη γη. Σήμερα σώζεται όλος ο κόσμος, ορατός και αόρατος. Σήμερα είναι διπλή η παρουσία του Δεσπότου Χριστού. Διπλή ευσπλαχνία. Διπλή κατάβασις μαζί και συγκατάβασις. Διπλή φιλανθρωπία. Διπλή επίσκεψις στους ανθρώπους. Από τον ουρανό στη γη και από τη γη στα κατοχθόνια κατεβαίνει ο Χριστός. Οι πύλες του Άδου ανοίγονται. Χαρήτε όλοι εσείς που κοιμάσθε από τους πανάρχαιους αιώνες. (…).

Χτες εζήσαμε στην υποταγή Του, σήμερα την κυριαρχία Του. Χθες φανερώθηκαν τα σημάδια της ανθρώπινής Του φύσεώς και σήμερα της θεϊκής. Χθες τον ερράπιζαν και σήμερα με την αστραπή της θεότητος σχίζει το σκοτεινό κατηκητήριο του Άδου. Χθες τον έδεναν και σήμερα δένει Αυτός τον τύραννο διάβολο με άλυτα δεσμά (…).

Εκείνος που χθες, μέσα στην άπειρη συγκατάβασί Του, δεν εκαλούσε να τον βοηθήσουν οι λεγεώνες των Αγγέλων, λέγοντας στον Πέτρο, ότι είναι στο χέρι μου να παρατάξω τώρα αμέσως περισσότερες από δώδεκα λεγεώνες Αγγέλων, σήμερα κατέρχεται με τον θάνατο Τον κατά του Άδου και του θανάτου, του τυράννου, όπως ταιριάζει σε Θεό και Κυρίαρχο, επί κεφαλής των αθανάτων και ασωμάτων στρατευμάτων και των αοράτων ταγμάτων, όχι με δώδεκα μόνο λεγεώνες, αλλά με μύριες μυριάδες και χίλιες χιλιάδες Αγγέλων, Αρχαγγέλων, Εξουσιών, θρόνων, Εξαπτερύγων, Πολυομμάτων, τα οποία, ως βασιλέα και Κύριο τους, προπέμπουν, δορυφορούν και τιμούν τον Χριστό (…).
 
Και καθώς συμβαίνει όταν παρουσιασθή μια φοβερή, αήτητη και παντοδύναμη βασιλική στρατιωτική παράταξι, φρίκη μαζί και τρόμος και ταραχή και οδυνηρός φόβος κυριεύει τους εχθρούς του ακαταγώνιστου Στρατηγού, το ίδιο έγινε ξαφνικά, μόλις παρουσιάσθηκε τόσο παράδοξα ο Χριστός στα καταχθόνια του Άδη. Από επάνω μια δυνατή αστραπή ετύφλωνε τα πρόσωπα των εχθρικών δυνάμεων του Άδη και ταυτόχρονα ακούονταν βροντερές στρατιωτικές φωνές που διέταζαν: Άρατε πύλας• όχι ανοίξετε, αλλά ξερριζώστε τις από τα θεμέλια, βγάλτε τις τελείως από τον τόπο τους. ώστε να μην μπορούν πια να ξανακλείσουν.

Άρατε πύλας οι άρχοντες υμών, όχι γιατί δεν μπορεί να τις ανοίξη ο Κύριος μας, που όταν θέλη, διατάζει και μπαίνει με κλεισμένες τις πόρτες, αλλά σας διατάζει, σαν δραπέτες δούλους, να σηκώσετε και να μεταφέρετε αυτές τις προαιώνιες πύλες. Για τούτο και δεν διατάζει τους όχλους σας, αλλά σας που παρουσιάζεσθε σαν αρχηγοί τους: άρατε πύλας, οι άρχοντες υμών. Από τώρα και έπειτα δεν θα είσθε πια άρχοντες κανενός, παρ’ όλο που κάκιστα κυριαρχήσατε πάνω στους μέχρι τώρα κεκοιμημένους. Ούτε αυτών θα είσθε πλέον άρχοντες, ούτε άλλων, ούτε των εαυτών σας ακόμη. Άρατε πύλας, γιατί ήρθε ο Χριστός, η ουράνια θύρα. Ανοίξετε δρόμο σ’ Αυτόν που έβαλε το πόδι Του στη φυλακή του Άδη (…).

Και μόλις οι αγγελικές δυνάμεις εβόησαν, την ίδια στιγμή άνοιξαν οι πύλες! Την ίδια στιγμή έσπασαν οι αλυσίδες και οι μοχλοί. Έπεσαν τα κλειδιά και συγκλονίσθηκαν τα θεμέλια της φυλακής. Οι εχθρικές δυνάμεις ετράπησαν σε άτακτη φυγή, ο ένας έσπρωχνε τον άλλο, άλλος μπερδευόταν στα πόδια του άλλου και καθένας φώναζε στο διπλανό του να φεύγη γρήγορα. Έφριξαν, συγκλονίσθηκαν, τα έχασαν, εταράχθηκαν, άλλαξε το χρώμα τους, φοβήθηκαν, στάθηκαν και απόρησαν, απόρησαν και τρόμαξαν (…).

Κι ενώ αυτά διεδραματίζοντο στον Άδη και εσείοντο τα πάντα, ο δε Κύριος επλησίαζε να φθάση στα πιο έσχατα βάθη, ο Αδάμ ο πρωτοδημιούργητος και πρωτόπλαστος και πρωτόθνητος που βρισκόταν δεμένος γερά και βαθύτερα από όλους, άκουσε τα βήματα του Κυρίου, που ερχόταν στους φυλακισμένους και αμέσως ανεγνώρισε την φωνή Του, καθώς επερπατούσε μέσα στη φυλακή. Στράφηκε τότε προς όλους τους επί αιώνες συγκροτούμενους του και τους φώναξε: «Ω φίλοι μου! Ακούω να πλησιάζη σ’ εμάς ο ήχος των βημάτων Κάποιου. Εάν πραγματικά μας αξίωσε να έρθη έως εδώ, τότε είμαστε ελεύθεροι! Εάν τον ιδούμε ανάμεσά μας, σωθήκαμε από τον Άδη!».

Και την ώρα που ο Αδάμ έλεγε αυτά προς τους συγκαταδίκους του, εισέρχεται ο Κύριος, κρατώντας το νικηφόρο όπλο του Σταυρού. Μόλις τον αντίκρυσε ο Αδάμ, χτύπησε το στήθος από την χαρούμενη έκπληξι και φώναξε προς όλους τους επί αιώνες κεκοιμημένους: «Ο Κύριος μου ας είναι μαζί με όλους»! Και ο Χριστός απάντησε στον Αδάμ: «Και μετά του πνεύματός σου».
Ύστερα τον πιάνει από το χέρι, τον σηκώνει επάνω και του λέει: Σήκω συ που κοιμάσαι και ανάστα από τους νεκρούς, γιατί σε καταρτίζει ο Χριστός! Εγώ ο Θεός, που για χάρι σου έγινα υιός σου, έχοντας δικούς μου πλέον και σένα και τους απογόνους σου, με την θεϊκή εξουσία μου δίνω ελευθερία και λέω στους φυλακισμένους: εξέλθετε.

Σένα Αδάμ, σε προστάζω: σήκω από τον αιώνιο ύπνο σου. Δεν σε έπλασα, για να μένης φυλακισμένος στον Άδη. Ανάστα εκ των νεκρών. Γιατί εγώ είμαι η ζωή των θνητών. Σήκω επάνω, πλάσμα δικό μου, σήκω επάνω συ που είσαι η μορφή μου, που σε δημιούργησα κατ’ εικόνα μου. Σήκω να φύγουμε από εδώ. Γιατί συ είσαι μέσα σε μένα και εγώ μέσα σε σένα! Για σένα ο Κύριος έλαβε τη δική σου μορφή του δούλου. Για δική σου χάρι, εγώ που βρίσκομαι ψηλότερα από τους ουρανούς, κατέβηκα στη γη και πιο κάτω από τη γη. Για σένα τον άνθρωπο έγινα σαν ένας ανυπεράσπιστος άνθρωπος, βρέθηκα χωρισμένος κι εγώ από τη ζωή, ανάμεσα σ’ όλους τούς άλλους νεκρούς. Για σένα που βγήκες μέσα από τον κήπο του παραδείσου, μέσα σε κήπο παραδόθηκα στους Ιουδαίους και μέσα σε κήπο εσταυρώθηκα.

Κύτταξε στο πρόσωπο μου τα φτυσίματα, που καταδέχθηκα προς χάριν σου, για να σε αποκαταστήσω στην παλαιά σου δόξα, που σου είχα δώσει με το εμφύσημά μου. Κύτταξε στα μάγουλά μου τα ραπίσματα που καταδέχθηκα, για να επανορθώσω την διεστραμμένη μορφή σου και να την φέρω στην όψι που είχε σαν εικόνα μου. Κύτταξε στη ράχη μου τη μαστίγωσι που καταδέχθηκα, για να διασκορπίσω το φορτίο των αμαρτημάτων σου. Κύτταξε τα καρφωμένα χέρια μου, που τα άπλωσα καλώς επάνω στο ξύλο του Σταυρού, για να συχωρεθής συ που άπλωσες κακώς το χέρι σου στο απαγορευμένο δένδρο. Κύτταξε τα πόδια μου που καρφώθηκαν και τρυπήθηκαν στον Σταυρό, για να εξαγνισθούν τα δικά σου πόδια που έτρεξαν κακώς στο δένδρο της αμαρτίας (…).
 
Η πληγωμένη πλευρά μου εθεράπευσε τον πόνο της πλευράς σου. Ο δικός μου ύπνος θα σε βγάλη από τον ύπνο σου μέσα στον Άδη. Η ρομφαία που χτύπησε έμενα, σταμάτησε τη ρομφαία που στρεφόταν εναντίον σου. Γι’ αυτό σηκωθήτε, ας φύγουμε από εδώ. Από τον θάνατο στη ζωή. Από την φθορά στην αφθαρσία. Από το σκοτάδι στο αιώνιο φως. Από την οδύνη στην ελευθερία. Από τη φυλακή του Άδη στην άνω Ιερουσαλήμ. Από τα δεσμά στην άνεσι. Από τη σκλαβιά στην τρυφή του Παραδείσου. Από τη γη στον ουρανό.

Γι’ αυτόν τον σκοπό ο Χριστός απέθανε και ανέστη, για να γίνη Κύριος και νεκρών και ζώντων. Σηκωθήτε, λοιπόν. Ας φύγουμε από εδώ. Ο ουράνιος Πατέρας περιμένει με λαχτάρα το χαμένο πρόβατο. Τα ενενήντα εννέα πρόβατα των αγγέλων περιμένουν τον σύνδουλό τους Αδάμ, πότε θα αναστηθή, πότε θα ανέλθη καί θα επανέλθη προς τον Θεό. Ο Χερουβικός θρόνος είναι έτοιμος. Αυτοί που θα σας ανεβάσουν είναι γρήγοροι και βιάζονται. Ο νυμφικός θάλαμος έχει προετοιμασθή. Το μεγάλο εορταστικό δείπνο είναι στρωμένο. Τα θησαυροφυλάκια των αιωνίων αγαθών άνοιξαν. Η Βασιλεία των Ουρανών έχει ετοιμασθή «από καταβολής κόσμου». Αγαθά που μάτια δεν τα είδαν και αυτιά δεν τα άκουσαν περιμένουν τον άνθρωπο.

Αυτά και άλλα παρόμοια είπεν ο Κύριος. Και αμέσως ανασταίνεται μαζί Του ο ενωμένος σ’ αυτόν Αδάμ και μαζί τους και η Εύα. Ακόμη δε και «πολλά σώματα δικαίων, που είχαν πεθάνει πριν από αιώνες, αναστήθηκαν» διακηρύσσοντας την τριήμερο Ανάστασι του Χριστού. Αυτήν ας την υποδεχθούμε και ας την αγκαλιάσουμε οι πιστοί με πολλή χαρά, χορεύοντες με τους αγγέλους και εορτάζοντες με τους αρχαγγέλους και δοξάζοντες τον Χριστό, που μας ανέστησε από την φθορά. Εις Αυτόν αρμόζει η δόξα και η δύναμις, μαζί με τον αθάνατο Πατέρα και το πανάγιο και αγαθό και ζωοποιό και ομοούσιο Πνεύμα, εις όλους τους αιώνες των αιώνων. Αμήν.

Μετάφραση Αρχιμανδρίτου Ιγνατίου (Ιερά Μονή Παρακλήτου Αττικής)
ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ «ΣΥΝΑΞΗ» ΤΕΥΧΟΣ 3

Δευτέρα, 16 Νοεμβρίου 2015

O Άγιος Ληστής του Γολγοθά απέκτησε στη Θεσσαλονίκη τον πρώτο του ναό




Ο ληστής κρεμόταν πάνω στον σταυρό, μόλις λίγα μέτρα μακριά από το Σταυρό του Χριστού, πάνω στον Γολγοθά. Βαθιά μετανιωμένος είπε προς τον Θεάνθρωπο: "Κύριε, μνήσθητί μου, όταν έλθεις εν τη Βασιλεία σου". Ο Χριστός ανταποκρίθηκε στην ειλικρινή μεταμέλειά του και του είπε: "Αμήν λέγω σοι, σήμερον μετ' εμού έση εν τω παραδείσω".
Ήταν ο πρώτος άγιος που πέρασε στον Παράδεισο. Ο Άγιος Ληστής του Γολγοθά τιμάται από την ορθόδοξη εκκλησία αλλά ουδέποτε Ιερός Ναός είχε αφιερωθεί σε αυτόν! Πριν από ένα μήνα, ο Άγιος Ληστής του Γολγοθά απέκτησε το πρώτο του ναΰδριο (εκκλησάκι) σε όλο τον κόσμο! Βρίσκεται στην "αγκαλιά" της Ορθοδόξου Ιεραποστολικής Φιλοπτώχου Αδελφότητας "Η Οσία Ξένη", στη Θεσσαλονίκη και πλέον αποτελεί τον προστάτη άγιο της Διακονίας Αποφυλάκισης Απόρων Κρατουμένων.
"Ψυχή" τόσο της Αδελφότητας όσο και της Διακονίας είναι ο αρχιμανδρίτης πατέρας Γερβάσιος. Για 36 χρόνια ο πατέρας Γερβάσιος στέκεται δίπλα από τους φυλακισμένους όλου του κόσμου, ανεξάρτητα από φύλο, φυλή ή θρήσκευμα. Η Διακονία του έγινε γνωστή σε όλα τα μήκη και πλάτη του πλανήτη και το έργο του έχει αναγνωριστεί από τους πάντες. Άλλωστε, έχει βραβευτεί πολλές φορές, ενώ η φήμη του έφτασε έως την επιτροπή των βραβείων Νόμπελ. 


 

Όμως, η Διακονία στερούνταν από έναν προστάτη άγιο. Πέρασαν πολλά χρόνια μέχρι να επιλέξει τον Άγιο Ληστή του Γολγοθά. Ο πατέρας Γερβάσιος έψαξε στα βιβλία και με έκπληξη διαπίστωσε ότι κανένας ναός σε όλο τον κόσμο δεν είναι αφιερωμένος στον πρώτο άγιο της Ορθοδοξίας. "Βάλαμε στόχο να ανεγείρουμε στην έδρα της αδελφότητας και της διακονίας ένα μικρό ιερό ναό στη μνήμη του Αγίου μας. Έστω, ένα ναΰδριο για να προσευχόμαστε σε αυτό για όλους τους κρατούμενους της γης. Να ανάβουμε ένα κερί γι' αυτούς. Και για όσους πέθαναν στο χώρο των φυλακών, εντός και εκτός Ελλάδας. Να μπορούμε να τελούμε στο δικό τους ναϋδριο, κάθε χρόνο, μία ορισμένη μέρα, μνημόσυνο για την ανάπαυση των ψυχών τους", ανέφερε στον Τύπο της Κυριακής. Παραδέχθηκε ότι ήταν αδύνατη η ανέγερση Ιερού Ναού. "Το κόστος θα ήταν τεράστιο. Γι' αυτό επιλέξαμε ένα προκάτ ναϋδριο. Μία προκατασκευασμένη μικρή εκκλησία, πάντα με την άδεια και την ευλογία του Μητροπολίτη Κασσανδρείας κκ Νικοδημου", πρόσθεσε ο πατέρας Γερβάσιος.
Με μεγάλο κόπο, θυσίες, δόσεις και πολλές δωρεές από τους πιστούς, το ναΰδριο τοποθετήθηκε στην αυλή της αδελφότητας στην Περαία Θεσσαλονίκης. Η πρώτη λειτουργία τελέστηκε ανήμερα του εορτασμού του Αγίου Ληστή του Γολγοθά, την 12η Οκτωβρίου.



 

Έκτοτε, ο Άγιος αποτελεί τον προστάτη της Διακονίας Αποφυλάκισης Απόρων Κρατουμένων, η οποία έχει αποφυλακίσει περισσότερους από 15.000 κρατουμένους καταβάλλοντας τουλάχιστον τέσσερα εκατομμύρια ευρώ. Ο αεικίνητος γέροντας δέχεται κάθε μέρα φαξ από αστυνομικά τμήματα και φυλακές. Τον ενημερώνουν για κάποιο άπορο κρατούμενο που δεν μπορεί να βγει καθώς αδυνατεί να πληρώσει το χρηματικό πρόστιμο. Αμέσως αξιολογείται η κατάσταση και κατατίθενται τα χρήματα. «Είναι άτομα που βρίσκονται στα κρατητήρια για μικροαδικήματα. Έχουμε θέσει ως όριο τα 400 ευρώ για κάθε αποφυλάκιση. Το χαμηλότερο ποσό που έχουμε πληρώσει είναι 8,10 ευρώ και αφορούσε συνάνθρωπό μας που δεν είχε να εξαγοράσει δύο μέρες από τη συνολική ποινή που του είχε επιβληθεί. Βέβαια, εξετάζουμε την κάθε περίπτωση χωριστά. Έτσι, έχουμε πληρώσει 9.900 ευρώ για καταδικασθέντα ο οποίος είχε υποστεί τρία εγκεφαλικά και η κράτησή του στις φυλακές θα σήμαινε βέβαιο θάνατο», είπε στον ΤτΚ.


 

Ποιος είναι ο πατέρας Γερβάσιος

Ο π. Γερβάσιος (κατά κόσμον Γεώργιος) Ραπτόπουλος γεννήθηκε το 1931 τα Αιμιλιανά Γρεβενών. Το 1950 πέρασε στη Θεολογική Σχολή του ΑΠΘ. Έγινε κληρικός και στη συνέχεια χειροτονήθηκε Αρχιμανδρίτης. Υπηρέτησε στις Μητροπόλεις Σιδηροκάστρου Σερρών, Θεσσαλονίκης, Σερρών & Νιγρίτης και Κασσανδρείας. Το 1966 ίδρυσε την Αδελφότητα «Η Οσία Ξένη» και το 1978 συστάθηκε η «Διακονία Αποφυλακίσεως Απόρων Κρατουμένων και Φυγοποίνων». Έχει επισκεφτεί όλες τις ελληνικές φυλακές και σωφρονιστικά καταστήματα στην Αλβανία, την Αίγυπτο, το Ισραήλ, την Κύπρο, τη Μαδαγασκάρη, τη Ρουμανία, τη Ρωσία, την Αυστραλία, τα νησιά Φίτζι κ.α. 


Για τον π. Γερβάσιο δείτε και εδώ.

Τι εντυπωσίασε το ληστή;
 
Γράφει: π. Αθανάσιος Γιουσμάς*
Ακτίνες, «Εμπρός»20/04/2011
 
Τούτες τις μέρες της Μεγάλης βδομάδας ο νους μου επίμονα σκάλωσε στην περίπτωση του ληστή, πάνω στο σταυρό. Οι Ευαγγελιστές δεν μας έχουν διασώσει το όνομά ή την καταγωγή του. Αγνοούμε τα πάντα γι’ αυτόν! Οι Πατέρες και οι υμνογράφοι της Εκκλησίας μας τον εγκωμιάζουν ανώνυμα και τον προβάλλουν ως παράδειγμα! Οι αγιογράφοι τον παριστάνουν εντός του Παραδείσου κουβαλώντας στην πλάτη το σταυρό του και γύρω από το φωτοστέφανο σημειώνουν: «Ο Άγιος Ληστής»! Ήταν «κακούργος» (Λουκ. 23, 39) κι έγινε Άγιος, πρώτος πολίτης του Παραδείσου!
Ο ληστής ήταν μέλος συμμορίας που δρούσε στην ύπαιθρο. Λήστευε τους περαστικούς. Δεν ήταν ένας επαναστάτης που αγωνιζόταν ενάντια στη ρωμαϊκή κυριαρχία - τέτοιος ήταν ο Βαραββάς. Ήταν κακοποιός! Στο ενεργητικό του είχε φόνους και ληστείες. Ο ίδιος ομολόγησε πως είχε διαπράξει σωρό άτοπα και απρεπή. Την ύστατη στιγμή ξεφύτρωσε μέσα του ο φόβος του Θεού. Πίστεψε στη μέλλουσα ζωή! Πιθανότατα να είχε ιουδαϊκή καταγωγή, γιατί αναγνώρισε τη μεσσιανική ιδιότητα του Ιησού και γνώριζε την προφητεία του Ησαΐα, πως ο Μεσσίας θα ανάσταινε τους άξιους Ισραηλίτες, για να λάβουν μέρος μαζί με τους Πατριάρχες στη μεσσιανική πανήγυρη (Ησ. 26, 19 και Δαν. 12, 2), γι’ αυτό ζήτησε από τον εσταυρωμένο Χριστό να τον συγχωρήσει. Κι Εκείνος απλόχερα χάρισε στον αφυδατωμένο από την αιμορραγία και πνιγμένο στην αμαρτία ληστή τη συμπάθεια και την αιωνιότητα!
Τι στάθηκε, αλήθεια, ικανό να μεταστρέψει την πονηρή διάθεση του ληστή, αφού δεν ήταν παρών σε νεκραναστάσεις και σε θαύματα του Ιησού; Αυτή την ώρα εμπρός του είχε έναν Ιησού εγκαταλελειμμένο, εξευτελισμένο, σταυρωμένο, πικραμένο. Έναν Ιησού φαινομενικά αδύναμο. Τι τον εντυπωσίασε;
Κάτω από τους τρεις σταυρούς έβλεπε ένα πλήθος να βρίζει και να περιγελά το σταυρωμένο Δάσκαλο της Γαλιλαίας κι ενώ περίμενε να δει σ’ Αυτόν έστω έναν ελάχιστο θυμό, Τον άκουσε να λέει: «Πατέρα, συγχώρησέ τους, διότι δεν ξέρουν τι κάνουν» (Λουκ. 23, 34)! Στο άκουσμα αυτό, ο ληστής αναλογίστηκε: Ο Ιησούς έχει αγάπη, συγχωρεί και τους σταυρωτές Του, άρα θα συγχωρήσει και θ’ αποδεχθεί κι εμένα, όποιος κι αν είμαι, ό,τι κι αν έχω διαπράξει. Και δε διαψεύστηκε.
Ο ληστής εξομολογήθηκε σωστά πάνω στο σταυρό. Μετάνιωσε. Κατηγόρησε τον εαυτό του. Ομολόγησε τις αμαρτίες του. Δεν προέβαλε δικαιολογίες. Πεθύμησε την αιωνιότητα. Κι ο Θεός της αγάπης και της συγγνώμης, ο Ιησούς, ξεψυχώντας ως άνθρωπος, ως Θεός πήρε για συνοδό Του στη Βασιλεία Του ένα διάσημο κακούργο! Ο ληστής «αυθημερόν» στον Παράδεισο!
Η αθωότητα και η ανεξικακία του Θεού μας, συγκλόνισε και ράγισε την πέτρινη καρδιά του ληστή! Εμείς, αλήθεια, ως πότε θα παραμένουμε ασυγκίνητοι κι αμετανόητοι μπροστά στο πέλαγος της αγάπης Του;

Αυτός είναι ο παπάς του Πάσσαρη και της 17 Νοέμβρη


Από ληστής … Άγιος!


Από ληστής …  Άγιος!
Πόσοι και πόσοι πρώην μεγάλοι αμαρτωλοί και εγκληματίες δεν έγιναν με την μετάνοια και την ταπείνωσή τους, χάρη στο έλεος και την ευσπλαχνία του πανάγαθου επουράνιου Πατέρα μας, μεγάλοι άγιοι της Εκκλησίας μας!
Ένα τέτοιο παράδειγμα είναι και ο όσιος Μωυσής ο Αιθίωψ. Η μεταστροφή του, από τον δρόμο του εγκλήματος στον δρόμο της αρετής, μπορεί να παρηγορήσει τον κάθε σύγχρονο μεγάλο αμαρτωλό που διστάζει στη σκέψη αν ο Θεός μπορεί να τον συγχωρήσει και να τον δεχτεί και πάλι στην αγκαλιά Του σαν παιδί Του.
****
Θαύμασα, γράφει ο Παλλάδιος, κι έμεινα πολλή ώρα εκστατικός, όταν μου διηγήθηκαν πως ο περίφημος ασκητής της Αφρικανικής ερήμου, Μωυσής ο Αιθίωψ, μεταστράφηκε από λήσταρχος κι έγινε αγιότατος μοναχός. Αυτή είναι παρακάτω με συντομία η παραδειγματική του ιστορία.
"Γέννημα και θρέμμα της Μαύρης Ηπείρου ο Μωυσής, ήταν αγορασμένος δούλος κάποιου πλούσιου κτηματία. Σκληρός και δύστροπος στο χαρακτήρα, αναστάτωνε καθημερινώς το σπιτικό του αφέντη του, φιλονικώντας με τους άλλους δούλους. Κατάντησε αφόρητος. Στο τέλος εκείνος τον βαρέθηκε και τον πέταξε στο δρόμο.Ο Μωυσής τότε βρήκε καταφύγιο σε μια ληστοσυμμορία. Με την τεράστια σωματική του δύναμη γρήγορα επιβλήθηκε στους άλλους ληστές κι έγινε αρχηγός τους. Χαρακτηριστικό της ωμότητάς του είναι και τούτο το ακόλουθο:
Κάποτε απέτυχε σε μια από τις παράνομες νυχτερινές επιδρομές τους από τα άγρια γαυγίσματα των σκυλιών ενός κοπαδιού, που έβοσκε εκεί γύρω. Τόσο πολύ οργίστηκε γι’ αυτό, που έβγαλε αμέσως την απόφαση να σφάξει τον τσοπάνη. Έπρεπε όμως να περάσει στην απέραντη όχθη του Νείλου για να φθάσει στην καλύβα του. Όρμησε μέσα στα νερά που είχαν αρχίσει να φουσκώνουν και δυσκόλευαν το πέρασμα. Ο Μωυσής έδεσε στο κεφάλι του τα ρούχα του, κράτησε με τα δόντια του το μεγάλο δίστομο μαχαίρι του, που έφερνε παντού τον όλεθρο και κολυμπώντας πέρασε. Στο μεταξύ όμως ο τσοπάνης εξαφανίστηκε για να σώσει τη ζωή του. Ο λήσταρχος που έχασε τα ίχνη του, έπεσε με πρωτάκουστη μανία μέσα στο έρημο κοπάδι και για εκδίκηση έσφαξε όσα πρόβατα βρεθήκανε μπροστά του. Σαν χόρτασε το μάτι του από αίμα, έδεσε μεταξύ τους από τις ουρές τέσσερα από τα καλύτερα κριάρια, τα φορτώθηκε στον ώμο και πέρασε πάλι κολυμπώντας τον Νείλο. Ύστερα έψησε τα κριάρια, έφαγε τα καλύτερα κρέατα, ήπιε εικοσιπέντε λίτρες κρασί που είχε φυλαγμένο, περπάτησε πενήντα μίλια χωρίς διακοπή κι έφτασε στο κρησφύγετό του.
Κάποτε όμως το ανθρωπόμορφο αυτό θεριό, κυνηγημένο από την εξουσία για ένα σωρό εγκλήματα, πήγε να κρυφτεί βαθιά στην έρημο, όπου ζούσαν τότε οι πιο ονομαστοί από τους Αιγυπτίους Αναχωρητές. Η συναναστροφή με τους αγίους, η κατανόηση και η στοργή που του έδειξαν, ημέρεψαν σιγά-σιγά τα βάρβαρα ένστικτά του. Κι ο Θεός που δεν θέλει τον θάνατο, αλλά την επιστροφή του αμαρτωλού, επεσκίασε την ψυχή του με τη Χάρη Του. Ο μαύρος αγριάνθρωπος ένιωσε να μαλακώνει η καρδιά του, μετανόησε και ζήτησε τη λύτρωση.
Ποιος ξέρει, αν το κολοσσιαίο αυτό έργο της Χάριτος, δεν το παρακίνησε η ταπεινή προσευχή κάποιου αφανούς Αγίου; Η αλλαγή του ήταν ριζική. Πολύ πιο γρήγορα απ’ ότι μπορούσε ακόμη να προβλέψει κι ο πιο ευφάνταστος νους, ο Μωυσής έφτασε στα μέτρα των πιο μεγάλων Πατέρων της ερήμου. Έγινε πρότυπο της Αρετής και της Αγιότητας. Ζωντανό παράδειγμα για τους δύσκολους χαρακτήρες, που επιθυμούν να στρώσουν, να γίνουν εύπλαστο ζυμάρι, για να τυπώσει πάνω τους τη σφραγίδα του ο Πλαστουργός.
Κάποτε τέσσερις ληστές, παλιοί σύντροφοι του Αιθίοπα, μπήκαν να ληστέψουν την καλογερική καλύβα του χωρίς να φαντάζονται ποιον μπορούν να βρουν μέσα. Σαν τον είδαν, κυριολεκτικά σαστίσανε. Εκείνος με μεγάλη ευκολία τους έπιασε, τους έδεσε και τους οδήγησε στη συνάθροιση των Γερόντων.
- Τι προστάζετε να κάνω τους ανθρώπους αυτούς που ήρθαν να με ληστέψουν; ρώτησε. Σε μένα δεν αρμόζει πια να τιμωρήσω άνθρωπο.
Οι Πατέρες τον συμβούλεψαν να τους λύσει και να τους αφήσει να φύγουν ανενόχλητοι.
Εκείνοι όμως δεν θέλησαν πια να φύγουν!
Τους συγκλόνισε το παράδειγμα του πρώην αρχηγού τους. Έμειναν κοντά του για να βρουν κι αυτοί τον ίσιο δρόμο.
Ο Μωυσής ο Αιθίοψ που αξιώθηκε να χειροτονηθεί και Πρεσβύτερος για την μεγάλη αρετή του, όταν έφυγε από τον κόσμο, λένε πως άφησε περίπου εβδομήντα μαθητές.
Η Ορθόδοξη εκκλησία τον κατέταξε μεταξύ των Οσίων της και τιμά τη μνήμη του στις 28 Αυγούστου!

Αρχιμανδρίτου Ελπιδίου Βαγιαννάκη
Ιστορίες Μετανοίας
Εκδόσεις "ΦΩΣ ΧΡΙΣΤΟΥ"

Η Νηστεία των Χριστουγέννων και η μεγάλη σημασία του Σαρανταλείτουργου (θαυμαστά γεγονότα)



15 Νοεμβρίου από σήμερον άρχεται η τεσσαρακονθήμερος νηστεία των Χριστουγέννων…Επιτρέπεται εκτός Τετάρτης και Παρασκευής, μέχρι 17ης Δεκεμβρίου, από 18-24 κατάλυσις οίνου καί ελαίου (Ράλλη- Ποτλη, Σύνταγμα Ιερών Κανόνων, Τόμος Δ’ σελ.488, πρβλ. Πηδάλιον, Αθήναι 1841, υποσ, είς ερμηνεία του ΞΘ’κανόνος Αγ. Αποστόλων).
“Οι πεθαμένοι δεν μπορούν να κάνουν τίποτα (για τούς εαυτούς τους). Οι ζωντανοί μπορούν… Να πηγαίνετε στην εκκλησίαλειτουργία, δηλαδή πρόσφορο, και να δίνετε το όνομα τού κεκοιμημένου, να μνημονευθή από τον ιερέα στην προσκομιδή. Επίσης, να κάνετε μνημόσυνα και τρισάγια. Σκέτο το τρισάγιο, χωρίς Θεία Λειτουργία, είναι ελάχιστο.Το μέγιστο, πού μπορούμε να κάνουμε για κάποιον, είναι το Σαράντα Λείτουργο.” (Γέροντας Παΐσιος)

************************
Στὶς 15 Νοεμβρίου ἀρχίζει ἡ νηστεία τῶν Χριστουγέννων. Πρόκειται γιὰ μιὰ περίοδο ἔντονης πνευματικῆς ἐργασίας καὶ ψυχοσωματικῆς προετοιμασίας γιὰ τὸν ἑορτασμό τῆς μεγάλης ἑορτῆς τῆς Γεννήσεως τοῦ Κυρίου.Ἀπὸ τὶς 15 Νοεμβρίου ἕως τὶς 17 Δεκεμβρίου (κατ’ ἄλλη παράδοση ἕως τὶς 12 Δεκεμβρίου) νηστεύουμε τὸ κρέας, τὰ γαλακτομικά καὶ τὰ αὐγά καὶ τρῶμε ψάρι (ἐκτὸς βεβαίως Τετάρτης καὶ Παρασκευῆς, ποὺ νηστεύουμε αὐστηρά). Μετὰ τὶς 17 (ἢ 12) Δεκεμβρίου νηστεύουμε καὶ τὸ ψάρι.
Ἡ νηστεία ὅμως κατὰ τὴν ὑπόδειξη τοῦ Κυρίου μας ἔχει νόημα, ὅταν συνδυάζεται μὲ προσευχὴ καὶ ἐλεημοσύνη. Γιὰ τὸ λόγο αὐτό, ἡ Ἐκκλησία μὲ τὴν ἔναρξη τῆς νηστείας μᾶς προσκαλεῖ σὲ ἐντονότερη λειτουργικὴ ζωή καὶ ἀγαθοεργία.Ἔτσι, ἡ ἐκκλησιαστικὴ παράδοση προβλέπει γιὰ τὴν περίοδο αὐτὴ τὴν καθημερινὴ -ἂν οἱ συνθῆκες τὸ ἐπιτρέπουν- τέλεση τῆς θείας λειτουργίας, τὴν τέλεση δηλαδὴ σαρανταλείτουργου.
*****************
Ο μακαριστός π. Παΐσιος, σχετικά με την ανάγκη προσευχής για τούς κεκοιμημένους, έλεγε: «…να αφήνετε μέρος τής προσευχής σας για τούς κεκοιμημένους. Οι πεθαμένοι δεν μπορούν να κάνουν τίποτα (για τούς εαυτούς τους). Οι ζωντανοί μπορούν… Να πηγαίνετε στην εκκλησίαλειτουργία, δηλαδή πρόσφορο, και να δίνετε το όνομα τού κεκοιμημένου, να μνημονευθή από τον ιερέα στην προσκομιδή. Επίσης, να κάνετε μνημόσυνα και τρισάγια. Σκέτο το τρισάγιο, χωρίς Θεία Λειτουργία, είναι ελάχιστο.
Το μέγιστο, πού μπορούμε να κάνουμε για κάποιον, είναι το Σαράντα Λείτουργο. Καλό θα είναι να συνοδευθή και με ελεημοσύνη. Αν έχεις ένα νεκρό, ό όποιος έχει παρρησία στον Θεό, και τούανάψεις ένα κερί, αυτός έχει υποχρέωση να προσευχηθεί για σένα στον Θεό.
Αν πάλι, έχεις ένα νεκρό, ό όποιος νομίζεις ότι δεν έχει παρρησία στον Θεό, τότε, όταν τού ανάβεις ένα αγνό κερί, είναι σαν να δίνης ένα αναψυκτικό σε κάποιον πού καίγεται (από δίψα ). Οι άγιοι δέχονται ευχαρίστως την προσφορά του κεριού και είναι υποχρεωμένοι να προσευχηθούν γι’ αυτόν πού το ανάβει. Ο Θεός ευχαρίστως το δέχεται…». (Μαρτυρίες προσκυνητών, Ζουρνατζόγλου Νικ.)
********************
Η Θεία Λειτουργία εἶναι ἡ μέγιστη καὶ πιὸ ἰσχυρὴ προσευχή καθὼς ἀποτελεῖ συμμετοχὴ στὴν προσευχὴ καὶ τὴ θυσία τοῦ Χριστοῦ. Ὁ ἅγιος Κύριλλος Ἱεροσολύμων διδάσκει σχετικά: «Μέγιστη ὠφέλεια πιστεύουμε ὅτι θὰ λάβουν αὐτοί, γιὰ τοὺς ὁποίους δεόμαστε κατὰ τὴν ἁγία καὶ φοβερὴ θυσία τῆς Θείας Λειτουργίας, ἀκόμα κι ἂν εἶναι ἁμαρτωλοί, ἀφοῦ Χριστὸν ἐσφαγιασμένον ὑπὲρ τῶν ἡμετέρων ἁμαρτημάτων προσφέρομεν ἐξιλεούμενοι ὑπὲρ αὐτῶν τε καὶ ἡμῶν τὸν φιλάνθρωπον Θεόν». Καὶ ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος: «Δὲν νομοθέτησαν τυχαία οἱ Ἀπόστολοι νὰ μνημονεύουμε κατὰ τὰ φρικτὰ μυστήρια (Θεία Λειτουργία) τοὺς κεκοιμημενούς. Γνωρίζουν ὅτι εἶναι πολὺ μεγάλη ἡ ὠφέλεια γι’ αὐτούς».
Ἡ ἐμπειρία μαρτυρεῖ γιὰ τὴ δύναμη αὐτῆς τῆς προσευχῆς, ποὺ δὲν εἶναι «ἀτομικὴ προσευχὴ» ἀλλὰ ἡ προσευχὴ ὁλόκληρης τῆς Ἐκκλησίας.
***************************
TheiaKoinonia-Copy-960x350
Συγκλονιστικά περιστατικά που αποδεικνύουν την δύναμη του Σαρανταλείτουργου
.
Αξιομνημόνευτο είναι και το περιστατικό πού ακολουθεί από το βιβλίο «Θαύματα και αποκαλύψεις από την Θεία Λειτουργία», (έκδ. Ιεράς Μονής Παρακλήτου).«Κάποιος άρχοντας από την Νικομήδεια αρρώστησε βαριά και, βλέποντας πώς πλησιάζει στον θάνατο, κάλεσε την γυναίκα του για να τής εκφράσει τις τελευταίες του επιθυμίες: Την περιουσία μου να την μοιράσεις στους φτωχούς και τα ορφανά. Τούς δούλους να τούς ελευθερώσεις. Αλλά στους ιερείς δεν θέλω να δώσεις χρήματα για λειτουργίες. Σ’ αυτή του την μεγάλη θλίψη ό ετοιμοθάνατος επικαλέστηκε με πίστη την ευχή τού άββά Ησαΐα, ενός άγιου μοναχού πού ασκήτευε κοντά στην Νικομήδεια, και αμέσως -ώ τού θαύματος!- έγινε καλά. Σηκώθηκε λοιπόν και πασίχαρος έτρεξε στον όσιο. Εκείνος τον καλοδέχτηκε, δοξάζοντας τον Θεό για το μεγάλο θαύμα.-Θυμάσαι, παιδί μου, τον ρώτησε, ποιά ώρα συνήλθες από την αρρώστια;-Την ώρα πού επικαλέστηκα την ευχή σου, απάντησε εκείνος. Ό όσιος, με τον φωτισμένο του νου, γνώριζε τί είχε λεχθεί στην διάρκεια τής αρρώστιας του και ξαναρώτησε:-Άφησες, παιδί μου, χρήματα στους ιερείς, να λειτουργούν για την σωτηρία τής ψυχής σου;
-Όχι, γέροντα. Τί θα είχα να ωφεληθώ άν άφηνα κάτι; Δεν θα πήγαινε χαμένο;
-Μην το λες αυτό.
Ό άδελφόθεος Ιάκωβος γράφει: «Ασθενεί τις έν ύμίν; προσκαλεσάσθω τούς πρεσβυτέρους της εκκλησίας, και προσευξάσθωσαν έπ’ αυτόν άλείψαντες αυτόν έλαίω έν το ονόματι του Κυρίου και ή ευχή της πίστεως σώσει τον κάμνοντα, και έγερεί αυτόν ό Κύριος· καν αμαρτίας ή πεποιηκώς, άφεθήσεται αύτώ». Να λοιπόν πού οι ευχές των ιερέων είναι αποτελεσματικές, για όποιον τις ζητάει με πίστη. Δώσε τώρα κι εσύ ένα ποσό, για λειτουργίες, και θα λάβεις από τον Θεό την πρέπουσα πληροφορία.

Έτσι κι έκανε. Έδωσε χρήματα σ’ έναν ιερέα για να του κάνει σαρανταλείτουργο, και γύρισε στον σπίτι του. Όταν συμπληρώθηκαν οι λειτουργίες, μετά από σαράντα μέρες, κι ενώ σηκωνόταν από τον ύπνο, βλέπει ξαφνικά ν’ ανοίγουν οι πόρτες του σπιτιού του και να μπαίνουν σαράντα άνδρες έφιπποι, λαμπροί και αγγελόμορφοι, είκοσι από δεξιά και είκοσι από αριστερά. -Κύριοι μου, φώναξε έκπληκτος ό άρχοντας, πώς μπήκατε σε σπίτι ανθρώπου αμαρτωλού;
-Εμείς οι σαράντα, πού βλέπεις, του απάντησαν εκείνοι, αντιπροσωπεύουμε τις λειτουργίες πού έγιναν για σένα στον φιλάνθρωπο Θεό. Μάς έστειλε Εκείνος, για να σε συνοδεύσουμε μέχρι την εκκλησίας. Πήγαινε μέσα χαρούμενος, χωρίς δισταγμό. Να, με τα πρεσβυτικά χέρια συμπληρώθηκαν οι σαράντα λειτουργίες, πού έγιναν για να ενωθεί ό Χριστός μαζί σου και να κατοικήσει στην καρδιά σου.
Ύστερα από’ αυτά, ό άρχοντας μοίρασε την περιουσία του σε ευλαβείς ιερείς, για να γίνουν λειτουργίες «υπέρ αφέσεως των αμαρτιών αυτού», διακηρύσσοντας πώς οι θείες λειτουργίες και οι αγαθοεργίες μπορούν να ανεβάσουν την ψυχή του ανθρώπου από τα καταχθόνια στα επουράνια.
Εἶναι ἡ μέγιστη καὶ πιὸ ἰσχυρὴ προσευχή καθὼς ἀποτελεῖ συμμετοχὴ στὴν προσευχὴ καὶ τὴ θυσία τοῦ Χριστοῦ. Ὁ ἅγιος Κύριλλος Ἱεροσολύμων διδάσκει σχετικά: «Μέγιστη ὠφέλεια πιστεύουμε ὅτι θὰ λάβουν αὐτοί, γιὰ τοὺς ὁποίους δεόμαστε κατὰ τὴν ἁγία καὶ φοβερὴ θυσία τῆς Θείας Λειτουργίας, ἀκόμα κι ἂν εἶναι ἁμαρτωλοί, ἀφοῦ Χριστὸν ἐσφαγιασμένον ὑπὲρ τῶν ἡμετέρων ἁμαρτημάτων προσφέρομεν ἐξιλεούμενοι ὑπὲρ αὐτῶν τε καὶ ἡμῶν τὸν φιλάνθρωπον Θεόν». Καὶ ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος: «Δὲν νομοθέτησαν τυχαία οἱ Ἀπόστολοι νὰ μνημονεύουμε κατὰ τὰ φρικτὰ μυστήρια (Θεία Λειτουργία) τοὺς κεκοιμημενούς. Γνωρίζουν ὅτι εἶναι πολὺ μεγάλη ἡ ὠφέλεια γι’ αὐτούς».
Ἡ ἐμπειρία μαρτυρεῖ γιὰ τὴ δύναμη αὐτῆς τῆς προσευχῆς, ποὺ δὲν εἶναι «ἀτομικὴ προσευχὴ» ἀλλὰ ἡ προσευχὴ ὁλόκληρης τῆς Ἐκκλησίας. 
****************************************
Σαρανταλείτουργο « υπέρ αναπαύσεως»
Ο ΓΕΡΟ-ΔΑΝΙΗΛ ο αγιορείτης (1929), ο σοφός ησυχαστής των Κατουνακίων, έχει καταχωρισμένο ατά χειρόγραφά του και το ακόλουθο περιστατικό, πού συνέβη το 1869 στην πατρίδα του, τη Σμύρνη.Κάποιος ενάρετος χριστιανός κάλεσε στα τελευταία της ζωής του τον πνευματικό του παπα-Δημήτρη και του είπε:
Εγώ σήμερα πεθαίνω. Πες μου, σε παρακαλώ, τι πρέπει νά κάνω την κρίσιμη τούτη ώρα;
Ό ιερέας, γνωρίζοντας την αρετή του και τη μυστηριακή προετοιμασία του, του πρότεινε το έξης:
Δώσε εντολή νά σόι κάνουν μετά το θάνατό σου τακτικό σαρανταλείτουργο σ’ ένα εξωκλήσι.
‘Έτσι κι έγινε. Ό κυρ-Δημήτρης – αυτό ήταν το όνομά του – άφησε εντολή στο γιο του νά κάνει μετά την κοίμησή του σαρανταλείτουργο.
Κι εκείνος, υπακούοντας στην τελευταία επιθυμία του καλού του πατέρα, ανέθεσε χωρίς καθυστέρηση την εκτέλεση της στον παπα-Δημήτρη.
Ο σεμνός λευίτης δέχτηκε νά κάνει το σαρανταλείτουργο, πού ο ίδιος είχε προτείνει στο μακαρίτη, και αποσύρθηκε για όλο αυτό το διάστημα στο εξωκλήσι των άγίων Αποστόλων.
Οι τριάντα εννέα λειτουργίες έγιναν απρόσκοπτα. Η τελευταία έπρεπε νά γίνει ήμέρα Κυριακή.
Το βράδυ όμως του Σαββάτου πιάνει τον παπά ένας δυνατός πονόδοντος και τον αναγκάζει νά επιστρέψει ατό σπίτι του.
Η πρεσβυτέρα του πρότεινε νά βγάλει το δόντι, μα εκείνος αρνήθηκε, γιατί έπρεπε την επόμενη νά τελέσει την τελευταία λειτουργία. τα μεσάνυχτα ο πόνος κορυφώθηκε, και τελικά ο παπάς αναγκάστηκε νά βγάλει το δόντι.
Επειδή όμως παρουσιάστηκε αιμορραγία, ανέβαλε την τελευταία λειτουργία για τη Δευτέρα.
Στο μεταξύ, το απόγευμα του Σαββάτου, ο Γεώργιος, ο γιος του μακαριστού Δημητρίου, ετοίμασε μερικά χρήματα για τον κόπο του ιερέα, με σκοπό νά του τα δώσει την επόμενη μέρα.
Τα μεσάνυχτα ξύπνησε για νά προσευχηθεί. ‘Ανακάθισε στο κρεβάτι κι άρχισε νά φέρνει ατό νου του τις αρετές, τα χαρίσματα και τα σοφά λόγια του πατέρα του. Κάποια στιγμή πέρασε απ’ το μυαλό του ή ακόλουθη σκέψη: “Άραγε ωφελούν τα σαρανταλείτουργα τις ψυχές των κεκοιμημένων, ή τα καθιέρωσε ή εκκλησία για παρηγοριά των ζώντων;”
Τότε ακριβώς τον πήρε ένας ελαφρός ύπνος, και είδε πώς βρέθηκε σε μια πεδιάδα με ομορφιά απερίγραπτη. “Ένιωθε ανάξιο τον εαυτό του νά βρίσκεται σε τέτοιον ιερό και παραδεισένιο χώρο. Μπροστά του απλωνόταν ένα απέραντο και κατάφυτο περιβόλι, πού μοσχοβολούσε με μίαν ανέκφραστη ευωδία.
Αυτός οπωσδήποτε θα είναι ο παράδεισος!”, μονολόγησε. “Ω, τι μακαριότητα περιμένει όσους ζουν ενάρετα στη γη!”
Εξετάζόντας έκπληκτος τα υπερκόσμια κάλλη, είδε ένα λαμπρό ανάκτορο με έξοχη αρχιτεκτονική χάρη, ενώ οι τοίχοι του έλαμπαν απ’ τα διαμάντια και το χρυσάφι. “Η αμορφία του ήταν ανέκφραστη.
Πλησιάζει πιο κοντά, και τότε – τι χαρά! – βλέπει στην πόρτα του παλατιού τον πατέρα του ολοφώτεινο και λαμπροφορεμένο.
Πώς βρέθηκες εδώ, παιδί μου; τον ρωτάει με πραότητα και στοργή. Ούτε κι εγώ ξέρω, πατέρα.
Καταλαβαίνω πώς δεν είμαι άξιος γι’ αυτόν τον τόπο. ‘Αλλά πες μου, πως τα περνάς εδώ; πως ήρθες;
Τίνος είναι αυτό το παλάτι;
Ή φιλανθρωπία του ΣΩΤΗΡΟΣ Χριστού με τις πρεσβείες της Παναγίας, πού της είχα ιδιαίτερη ευλάβεια, με αξίωσε νά καταταχθώ σ’ αυτό το μέρος. “Ήταν μάλιστα νά μπω σήμερα μέσα στο παλάτι ο οικοδόμος όμως, πού το χτίζει, πέρασε μία ταλαιπωρία- έβγαλε απόψε το δόντι του – κι έτσι δεν τέλειωσαν οι σαράντα μέρες της οικοδομής του. Για το λόγο αυτό θα μπω αύριο.
‘Ύστερα απ’ αυτά ο Γεώργιος ξύπνησε δακρυσμένος και έκπληκτος, αλλά και με απορίες.
Πέρασε την υπόλοιπη νύχτα αναπέμποντας αίνους και δοξολογίες ατό Θεό. το πρωί, μετά τη θεία λειτουργία, πήρε πρόσφορα, νάμα και αγνό κερί και ξεκίνησε για το εξωκλήσι των άγίων Απόστολων. ο παπα-Δημήτρης τον υποδέχθηκε με χαρά:
Τώρα μόλις τελείωσα κι εγώ τη θεία λειτουργία. ‘Έτσι ολοκληρώθηκε το σαρανταλείτουργο. Αυτό το είπε για νά Μην τον λυπήσει.
Ο επισκέπτης τότε του διηγήθηκε το νυχτερινό του δράμα.
Όταν έφτασε στο σημείο πού ο πατέρας του δεν μπήκε στο παλάτι, γιατί ο οικοδόμος έβγαλε το δόντι του, ο παπα-Δημήτρης ένιωσε φρίκη, αλλά και θαυμασμό.
Εγώ είμαι, αγαπητέ μου, ο οικοδόμος πού εργάστηκε στην οικοδομή του παλατιού, είπε με χαρά.
Σήμερα δεν λειτούργησα, γιατί έβγαλα το δόντι μου. θα λειτουργήσω όμως τη Δευτέρα, κι έτσι θα ολοκληρώσω το πνευματικό παλάτι του πατέρα σου.
Θαύματα και αποκαλύψεις από τη Θεία Λειτουργία
(Έκδοση Ιεράς Μονής Παρακλήτου Αττικής)
****************************
Διήγησης από το βιβλίο του άρχ. Ιγνατίου “Πού πηγαίνει ή ψυχή μετά τον θάνατον,,:
.
Ένας χριστιανός, ενώ έσκαπτε με πολλούς μαζί σ’ ένα νταμάρι, έπεσε βράχος και τούς καταπλάκωσε. Ή γυναίκα αυτού του ενός, έδωσε ότι είχε από το υστέρημα της εις έναν ιερέα να κάμη 40 λειτουργίες διά την ψυχή του ανδρός της. Καθημερινώς δε πήγαινε μία προσφορά, ένα μπουκάλι με κρασί, και μία λαμπάδα, σαν πτωχή που ήταν. Όταν έφθασε ό ιερεύς εις τας 20 λειτουργίας, ό διάβολος φθόνησε την ευλάβεια της και της είπε, ότι ό ιερεύς έφυγε διότι είχε δουλειά βιαστική και γι’ αυτό μη κοπιάζεις και αύριο πηγαίνεις την προσφορά σου. Αυτό της το έκαμε 3 φορές εις το διάστημα των 40 λειτουργιών.
.
Εν τω μεταξύ έγινε εκχωμάτωσης, για να βγάλουν τα πτώματα. Όταν έφθασαν εις ένα μέρος άκουσαν φωνή που έλεγε: Προσέξατε, σκάψατε με προσοχή, διότι επάνω μου είναι δυο πέτρες, μην πέσουν και με θανατώσουν,,. Αυτοί θαύμασαν, και σκάπτοντες πλαγίως βρήκαν τον άνθρωπο ζωντανό και το ανήγγειλαν εις την γυναίκα του. Απορούσαν δε όλοι, πώς έζησε επί 40 ημέρες χωρίς τροφή. Αυτός δε είπε κάθε μέρα μου έδινε κάποιος, αοράτως, ένα ψωμί και ένα δοχείο κρασί και μία λαμπάδα ήταν μπροστά μου και έτσι έτρωγα, εκτός από 3 ημέρας, όπου δεν έφαγα τίποτε, ούτε φώς είδα και πικράθηκα πολύ, οδυρόμενος διά τας αμαρτίας μου. Κατόπιν είδα την αναμμένη λαμπάδα, το ψωμί και το κρασί, σαν πρώτα και δόξασα τον Θεό, όπου δεν με εγκατέλειψε μέχρι τέλος,,.
.
Αυτά είναι τα θαύματα της πίστεως μας και θα ήτο ευχής έργον, να υπήρχε ή δυνατότης να γίνουν αντιληπτά και βιώσιμα από όλους μας.
*************************
ΝΗΣΤΕΙΑ: ΑΠΟΧΗ ΑΠΟ ΠΑΣΗΣ ΑΜΑΡΤΙΑΣ

«Επίσης οφείλουμε να μην τηρούμε μόνο την τάξη της νηστείας που αφορά τις τροφές, αλλά να απέχουμε και από κάθε αμαρτία, έτσι ώστε, όπως νηστεύουμε ως προς την κοιλιά, να νηστεύουμε και ως προς τη γλώσσα, αποφεύγοντας την καταλαλιά, το ψέμα, την αργολογία, τη λοιδορία, την οργή και γενικά κάθε αμαρτία που διαπράττουμε μέσω της γλώσσας.
Επίσης χρειάζεται να νηστεύουμε ως προς τα μάτια. Να μη βλέπουμε μάταια πράγματα. Να μην αποκτούμε παρρησία διά μέσου των ματιών. Να μην περιεργαζόμαστε κάποιον με αναίδεια. Ακόμη θα πρέπει να εμποδίζουμε τα χέρια και τα πόδια από κάθε πονηρό πράγμα.
Με αυτό τον τρόπο νηστεύοντας μια νηστεία ευπρόσδεκτη στον Θεό, αποφεύγοντας κάθε είδους κακία που ενεργείται διά μέσου της καθεμιάς από τις αισθήσεις μας, θα πλησιάζουμε, όπως είπαμε, την άγια ήμερα της αναστάσεως αναγεννημένοι, καθαροί και άξιοι της μεταλήψεως των άγιων μυστηρίων».
ΔΩΡΟΘΕΟΣ ΓΑΖΗΣΑπό το “Η νηστείαι της Εκκλησίας”, Αρχιμ. Συμεών Κούτσα Εκδ. Αποστολική Διακονία, σελ. 88-92.
.
ΠΗΓΕΣ: αποσπάσματα από την ιστοσελίδα tovoion εδώ και
 από το άρθρο Το Ιερό Σαρανταλείτουργο των Χριστουγέννων*ΙΕΡΟΝ ΗΣΥΧΑΣΤΗΡΙΟΝ «ΆΓΙΟΣ ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ ΠΑΛΑΜΑΣ» ΚΟΥΦΑΛΙΑ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ agioritikovima.gr  -ολόκληρο το άρθρο στο ιστολόγιο : εδώ
.
Επιμέλεια ανάρτησης :Alexia-momyof6
Αναρτήθηκε από ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΝΑΥΣ στις 00:11

Πως μπορεί ο Ιερέας να βγάλει κάποιον από την κόλαση με την μνημόνευση…;


-ΙΕΡΟΜΟΝΑΧΟΥ ΚΛΕΟΠΑ ΗΛΙΕ-
-Πῶς μπορεῖ ὁ Ἱερεύς νά βγάλη κάποιον ἀπό τήν κόλαση μέ τήν μνημόνευσι, ἀφοῦ εἶναι γραμμένο, «ὅτι οὐκ έστιν ἐν τῶ θανάτω ὁ μνημονεύων σου’ έν δέ τω ἅδη τίς ἐξομολογήσεταί σοι;» (Ψαλμ. 6,6).
-Ναί μπορεῖ κάποιος νά λυτρωθῆ ἀπό τήν κόλαση, ἀλλά ὄχι μέ τό καθαρτήριο πυρ πού λέγουν οί Καθολικοί, παρά μέ τήν θυσία τῆς έξαγοράς, ἡ ὁποία προσφέρθηκε γιά ζώντας καί νεκρούς. ὁ Κύριος, ὡς άρχων οὐρανίων, έπιγείων καί καταχθόνιων, ἔχει τήν δύναμι νά βγάλει ψυχή ἀπό τόν ἅδη, ὅπως λέγει ή Γραφή: «Κύριος θανατοί καί ζωογονεί, κατάγει εις άδου καί άνάγει» (Α’ Βασ. 2,6. Βλέπε καί τά χωρία Ματθ. 12,32″ Ρωμ. 14,9 καί Α’ Κορ. 15,19).
Ή δύναμις καί θυσία τοῦ Χριστοῦ, πού προσφέρεται σ’ ὁποῖον τήν ζητῆσει (Μάρκ. 11,24) εἶναι ἄπειρος καί ἡ ἀγαθότης Του τόσο μεγάλη, ὥστε μόνος Αὐτός μπορεῖ νά καταργήσει τήν αἰώνιο τιμωρία τοῦ ἀνθρώπου. Εμεῖς γνωρίζουμε ὅτι ὁ Θεός ζητεῖ νά ἀγαποῦμε τούς συνανθρώπους μας καί προσβλέπει μέ εύαρέσκεια σ’ αὐτή τήν άγάπη μας. Δέν ὑπάρχει μεγαλύτερο πρᾶγμα ἀπό τήν ἀγάπη, ὅταν μάλιστα προσευχώμεθα γιά τούς ἄλλους.
Ἡ προσευχή τῆς Ἐκκλησίας εἰσακούεται πάρα πολύ ἀπό τόν Θεό, ἰδιαίτερα δέ, ὅταν μέ τίς προσευχές τῶν χριστιανῶν ἐπί τῆς γης συνἐνῶνονται καί οί ἱκετευτικές φωνές τῶν ἀγγέλων τοῦ οὐρανου καί τῆς Κυρίας Θεοτόκου. Η Ἐκκλησία ἐπιτελεῖ μία άτερμάτιστη προσευχή γιά τά μέλη της. Γιά ὅλους μας προσεύχονται οί ἄγγελοι καί Ἀπόστολοι, οί μάρτυρες καί πατριάρχαι καί περισσότερο ἀπό ὅλους ή Κυρία Θεοτόκος. Καί αὐτή ἡ Ἁγία ἕνωσις εἶναι ἡ ζωή τῆς Ἐκκλησίας. ὁ ἴδιος ὁ Σωτήρ μᾶς διαβεβαιώνει ὅτι δέν θά περάσουν άπαρατήρητες οί προσευχές μας, προπαντός έκεΐνες πού κάνουμε ἀπό ἀγάπη γιά τόν πλησίον μας.
Ὁ ἴδιος μᾶς λέγει: «πάντα ὅσα αν προσευχόμενοι αίτείσθε, πιστεύετε ὅτι λαμβάνετε, καί έσται ύμΐν» (Μάρκ. 11,24). Ἑπομένως ἡ προσευχή γιά τούς νεκρούς εἶναι ὄχι μόνο ἕνα σημεῖο καί μία ἐνίσχυσις τῆς μεταξύ μας ἀγάπης, ἀλλά καί μία ἀπόδειξις τῆς πίστεώς μας.
Διότι λέγει πάλι ὁ Σωτήρ: «ει δύνασαι πιστεῦσαι, πάντα δυνατά τῶ πιστεύοντι» (Μάρκ. 9,23).
από το βιβλίο: «Αντιαιρετικοί διάλογοι» – ΙΕΡΟΜΟΝΑΧΟΥ ΚΛΕΟΠΑ ΗΛΙΕ (Ἔκδοσις «ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΚΥΨΕΛΗ»)

Τρίτη, 20 Οκτωβρίου 2015

Το συγκλονιστικό όραμα της Γερόντισσας Λαμπρινής με την Πανάγια!


Το συγκλονιστικό όραμα της Γερόντισσας Λαμπρινής με την Πανάγια!
 Κάποια φορά η Γερόντισσα Λαμπρινή, όπως διηγήθηκε, η Παναγία της έδειξε την κόλαση και τον παράδεισο
Το 1982 ήμουν στην σπηλιά της αγίας Παρασκευής στου Χανόπουλου. Προσευχόμουν μέσα στην σπηλιά με άλλες γυναίκες και σκέφτηκα: «Αχ, σπηλιά, που να σ’ εύρισκα, να ‘ναι δική μου αυτή η σπηλιά».
-Όχι, όχι, μου είπε μια φωνή. Η σπηλιά η δική σου είναι της Παρθένου(τηςΠαναγίας δηλαδή).

–Που είναι αυτή η σπηλιά;
-Θα σου την βρω εγώ, αλλά μετά από καιρό.
Πέρασαν πέντε χρόνια για νάρθει ο καιρός. Εγώ στο διάστημα αυτό έψαχνα. Άκουγα για σπηλιά και έπαιρνα καμμιά γυναίκα για παρέα και πήγαινα.
Το βράδυ πού γύριζα στο σπίτι και έκανα προσευχή άκουγα φωνή:
«Όχι αυτού, παιδί μου. Άδικα κουράστηκες».
Μία μέρα με κάλεσε η ξαδέλφη μου στην Άρτα για δουλειά. Εκεί μίλησε για μια σπηλιά που θα πήγαινε την άλλη μέρα με άλλες γυναίκες. Αποφάσισα να πάω.
Ξεκινήσαμε το πρωί στις πέντε με τα πόδια.
Μόλις φθάσαμε η σπηλιά δεν φαινόταν εξωτερικά παρά μόνο δυο τρύπες που χωρούσες σφηνωτά. Κοντά στην είσοδο της σπηλιάς είχε και εκκλησάκι. Είχα πάρει μαζί μου λαμπάδες και κεριά. Αναρωτήθηκα: «Είναι άραγε αυτή η σπηλιά»; Και άκουσα φωνή: «Εδώ μέσα είμαι. Κράτησε μια λαμπάδα για να μπεις στην σπηλιά».
Για να ξεφύγω τις γυναίκες είπα ότι είμαι κουρασμένη και θα καθίσω λίγο να ξεκουραστώ. Μόλις αυτές μπήκαν στο Εκκλησάκι, άναψα την λαμπάδα και μπήκα μέσα στην σπηλιά.
Ήταν μεγάλη η σπηλιά. Μέσα είδα την Παναγία καθαρά, έσκυψα και την προσκύνησα. Τότε ξέχασα τα πάντα, ήθελα να μείνω για πάντα εκεί σ’ όλη μου την ζωή.
Προσκυνούσα συνέχεια την Παναγία και μου είπε:
– Φθάνει. Θα δεις πολλά εδώ μέσα, θα δεις τον άλλο κόσμο. Αυτά που θα δεις εσύ, να τα ομολογήσεις σε πρόσωπα που τα αγαπάνε αυτά. Άμα βλέπεις αδιαφορία, δεν θα λες τίποτε. Και στις γυναίκες έξω αδιαφορία θα δείξεις άμα βγεις. Αν σε ρωτήσουν θα πεις πήγα να προσευχηθώ μέσα στην σπηλιά. Τώρα όμως βγες έξω αμέσως διότι σε ζητάνε. Μετά απόφευγε τις με τρόπο και ξαναμπές να συνεχίσουμε. Θα τις ετοιμάσω και εγώ εσωτερικά να δεχθούν ότι τους πεις.Βγήκα έξω και τις καθησύχασα διότι με ψάχνανε και φωνάζανε.
Είχε αλλοιωθεί το πρόσωπό μου από την συνάντηση με την Παναγία, το κατάλαβαν και μου έλεγαν:
«Γιατί είσαι έτσι; Τι έπαθες»; Εγώ δικαιολογήθηκα ότι φοβήθηκα λίγο στο σκοτάδι της σπηλιάς και χλώμιασα. Τους είπα ότι θα ξαναμπώ στην σπηλιά να προσευχηθώ και αυτές το δέχθηκαν. Άναψα την λαμπάδα και ξαναμπήκα.
Η Παναγία με περίμενε και μου είπε: «Μη φοβάσαι τώρα. Οι γυναίκες θα σε περιμένουν, και μόλις σε δουν θα πουν: ∆όξα σοι ο Θεός».
Με πήρε ύστερα η Παναγία σ’ έναν κάμπο μεγάλο όσο είναι η Άρτα. Έφθασα σε δυο δρόμους, και ρώτησα ποιόν να διαλέξω. «Όποιον θέλεις εσύ», είπε η Παναγία. Εγώ πήρα τον ένα δρόμο. Καθώς προχωρούσα έβλεπα γλέντια, γάμους, ανδρόγυνα αγαπημένα, παιδιά, και έλεγα «τι ωραίος κόσμος είναι εδώ»! Αχ, έκανε η Παναγία. Έτσι γελιέται ο λαός στον κάτω κόσμο, τον πονηρό. Άμα άκουσα αυτό δεν ήθελα να προχωρήσω αλλά η Παναγία είπε: «Θα προχωρήσουμε και μη φοβάσαι». Έτσι πήρα θάρρος και προχώρησα.
Συναντήσαμε ένα ποτάμι πύρινο πού τα κύματά του έπεφταν σε τρεις ανθρώπους δικούς μου και φώναζαν. Η Παναγία μου είπε: «Μην στενοχωριέσαι. Αυτά εργάσθηκαν στην γη, αυτά απολαμβάνουν. Σε άκουγαν όταν τους έλεγες κάτι εσύ; Εγώ τους κάνω το καλό κάθε χρόνο και τους βγάζω από κει από την Ανάσταση μέχρι την Πεντηκοστή». Πιο πέρα είδα ένα ποτάμι με πίσσα πού κόχλαζε. Κι εκεί έμπαιναν και έβγαιναν κεκοιμημένοι. Όμως τα ρούχα τους ήταν καθαρά, δεν λερώνονταν, παρ’ ότι κυλιόνταν μέσα στις πίσσες. Αλλά τι το θες; Καίγονται μέσα στην πίσσα. ∆εν αντέχουν το κάψιμο. Έπειτα βρέθηκα σ’ ένα μεγάλο βαρέλι και με φώναξε με τ’ όνομά μου μια ψυχή από μέσα που βασανιζόταν. Προσπαθούσε να βγει και με παρακάλεσε να βρέξω το δαχτυλάκι μου να δροσιστεί λίγο το στόμα του.
Τον γνώρισα από την φωνή και του είπα:
-Αυτού μέσα είσαι, ωρέ; Αυτά εργάστηκες στην ζωή; ∆εν θυμάσαι εκεί έξω από την Παρηγορήτρια στην Άρτα, εσύ γύριζες από την λαϊκή και εγώ από την Εκκλησία μου και με κορόϊδευες γιατί πιστεύω σ’ αυτά, στην κόλαση και στον παράδεισο, και έλεγες ότι άμα πεθάνει ο άνθρωπος, πάει όπως το πρόβατο, χάνεται; Και αλλά πολλά σου έλεγα για την κόλαση και τον παράδεισο, δεν τα θυμάσαι;
-Τα θυμάμαι αλλά τώρα είναι αργά. Φώναξε όσο μπορείς, όσο ζεις να έρθει κανείς κοντά σου, να αποφύγει αυτήν εδώ την κόλαση.
-Τι να κάνει κοντά μου αφού και ‘γώ δεν ξέρω (αν θα σωθώ)… Εσύ πόσες φορές με κόλαζες όταν σε συναντούσα;
-Όχι, εσύ δεν έφαγες, δεν άλλαξες, δεν ντύθηκες, δεν γλέντησες, αγωνίστηκες και ξέρεις.
Εμένα μετά απ’ αυτά, τον πόνεσε η ψυχή μου. Ήμουν ευαίσθητη στον πόνο των άλλων και, αν άκουγα ότι κάποιος πεινάει, δεν έτρωγα και εγώ και αν μπορούσα του πήγαινα φαγητό. Τώρα όμως σκεφτόμουν να του δώσω λίγο νερό με το δάχτυλο μου ή όχι; η Παναγία μου είπε ότι, αν δώσω, θα με κάψει την μισή πλευρά του χεριού μέχρι πάνω στον ώμο. Μόλις τ’ άκουσα αυτό κοντοστάθηκα, όμως τον λυπόμουν τον άνθρωπο εκεί μέσα. Παρακάλεσα τότε την Παναγία να το βρέξω και να το δώσω λίγο. Τι να σου πω; Θα καεί το χέρι σου. Αφού το θέλεις τόσο πολύ, βάλτο λίγο, όμως και εγώ θά’ μαι στο πλευρό σου». «Ναι το θέλω, ψυχή είναι κι αυτή. …Μπορεί και εγώ να πάθω τα ίδια»! «Μη γένοιτο», μου είπε. Τό’ βαλα τότε και κάηκε το χέρι μου. Με πονούσε, το φυσούσα, αλλά τίποτε. Από τότε το δάχτυλο δεν το δουλεύω είναι σκληρό. Και να το κόψεις δεν το νιώθω.
«Αυτά πού είδες εδώ δεν πρέπει να σε αναλώσουν σε στενοχώρια αλλά να βάλεις όλη την δύναμή σου να τα πεις σε άλλους ζώντες και να βοηθήσεις ψυχές πού ποθούν τον Ουρανό».
Φεύγοντας είπε η Παναγία: «Ευλογημένοι να είστε μέχρι την ∆ευτέρα Παρουσία που θάρθει ο Υιός μου», και φύγαμε.

Μετά πήγαμε στον καλό τον κόσμο. Εκεί χαιρόσουν να βρίσκεσαι. Γνώρισα πολλούς απ’ αυτούς. Συνάντησα πολλά ζευγάρια πού έζησαν αγαπημένα. Ήθελε να μου δείξει και άλλους, αλλά της είπα «όχι νέους, γιατί στενοχωριέμαι να πεθαίνουν νέοι».
Η Παναγία μου είπε «όχι νέους, αλλά γέρους, διότι οι καλοί άνθρωποι πεθαίνουν γέροι. Τους άλλους τους παίρνουμε νέους για να γλυτώσουν από τις αμαρτίες πού θα πέσουν».
Συναντήσαμε ένα ζευγάρι ηλικιωμένων. Μου είπε η Παναγία:
«Τώρα έρχεται και ο γιός τους, ταξιδεύει». Μόλις είχε πεθάνει και ανέβαινε η ψυχή του. Σηκώθηκε τότε ο γέρος και προσευχήθηκε στον Εσταυρωμένο πού δέσποζε πιο πέρα και είπε: «Σ’ ευχαριστώ, Θεέ μου, που πήρες τον γιό μου σε ώριμη ηλικία και τον φέρνεις εδώ». Τον ευχαρίστησε και η γριά. «Αμήν», ακούστηκε από τον Σταυρό. Ο γέρος και η γριά ξανακάθισαν στις πολυθρόνες τους πού ήταν χρυσαφένιες, όλες ήταν χρυσαφένιες. Μπροστά τους σ’ ένα τραπεζάκι είχε ο καθένας τους μια πιατέλα που έτρωγαν. Εγώ σκέφτηκα «τι τρώνε;» Και μου απήντησαν: «Εκείνο που μας φέρνετε εσείς στην προσκομιδή τρώμε». Η τροφή τους ήταν ένα σαν το αντίδωρο και κρασί. Τα κρεβάτια τους ήταν ολόχρυσα, ωραιότατα.
Για τις παρθένες υπήρχε άλλος ξεχωριστός τόπος, το παρθενικό σπίτι. Εκεί είδα και γνωστές μου, αλλά δεν μου μίλησαν.
Ύστερα η Παναγία μου είπε:
«Θα φύγουμε τώρα και θα περάσουμε να δούμε έναν άνθρωπο πού ήρθε εδώ μετά από πολυχρόνιο ασθένεια. Αυτός ήταν πολύ αμαρτωλός, αλλά ξεπλύθηκε από την ασθένεια του. Υπέμεινε αγόγγυστα την αρρώστια του». Το κρεββάτι του βέβαια δεν ήταν όμοιο με των άλλων, αλλά κοπιασμένο από τους κόπους που υπέμεινε.
Μου είπε τότε αυτός: «Ναι, έτσι είναι όπως τα λέει η μάννα μας (Παναγία). Έλυωσα στο κρεββάτι μου, έχυσα όλο το αίμα μου σ’ αυτό το κρεββάτι. Αυτά που πέρασα μόνο το κρεββάτι αυτό τα γνωρίζει και η μητέρα μου που με φύλαγε και στεκόταν στο προσκέφαλο μου».
Ύστερα η Παναγία συνέχισε:
«Όλοι οι άνθρωποι ναρθούν εδώ. Ας πονέσουν λίγο στην γη. Στη γη υπάρχουν πολλοί πειρασμοί. Μόνο την ψυχή σας να φυλάξετε από αμαρτίες. Όποιος θυσιαστεί για τον Υιό μου θα απολαύσει όλα αυτά τα αγαθά. Όσοι θα εργασθούν για μένα κάτω στην γη θα έρθουν στον Παράδεισο. Αυτά τα αγαθά, χαρά σ’ όποιον τ’ απολαύσει. Όμως τώρα λίγοι έρχονται. Χάλασε ο κόσμος».
από το βιβλίο: «Ασκητές μέσα στον κόσμο», η 19η διήγηση

Προσευχητάριον υπέρ των κεκοιμημένων


11. Εὐχή εἰς κεκοιμημένους

Δέσποτα Κύριε ὁ Θεός, ὁ τῇ σοφίᾳ Σου κατασκευάσας αὐτόν καί θέμενος ἐν αὐτῷ πνοήν ζωῆς, καί εἰσαγαγών εἰς τόν κόσμον τοῦτον πολιτεύεσθαι ἐπ’ ἐλπίδι ζωῆς αἰωνίου, ἁμαρτήσαντα δὲ αὐτόν, θανάτου ἐπαγαγών καί διαλύσας, καί ἀποστρέφων, τήν δέ ψυχήν εἰς ἑαυτόν προσκαλούμενος· Αὐτός ἀνάπαυσον τήν ψυχήν τοῦ δούλου Σου (τοῦδε), ἐν τόπῳ φωτεινῷ, ἐν τόπῳ ἀναψύξεως, ἔνθα ἐπισκοπεῖ τὸ φῶς τοῦ προσώπου Σου Κύριε, ἐν κόλποις Ἀβραάμ καί Ἰσαάκ καί Ἰακώβ, μετά πάντων τῶν ἁγίων· καί εἴτι ἐπλημμέλησεν εἰς Σέ, ἐν πράξει ἤ λόγῳ ἤ κατά διάνοιαν, Αὐτός ὡς ἀγαθός καί φιλάνθρωπος Θεός, ἄνες, ἄφες, συγχώρησον, παριδών αὐτοῦ τε καί ἡμῶν τά ἀνομήματα· ἡμῶν δέ τά τέλη τῆς ζωῆς ἀνώδυνα καί ἀκαταίσχυντα καταξίωσον, ὅτε θέλεις καί ὅτε βούλῃ, μόνον ἄνευ αἰσχύνης καί παραπτωμάτων.

Σύ γάρ εἶ ἡ ἀνάστασις τοῦ Σοῦ δούλου καί Σοί τήν δόξαν ἀναπέμπομεν, τῷ Πατρί καί τῷ Υἱῷ καί τῷ Ἁγίῳ Πνεύματι, νῦν καί ἀεί καί εἰς τούς αἰῶνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν.


12. Εὐχή εἰς κεκοιμημένους

Δέσποτα Κύριε ὁ Θεός, ὁ τῇ σοφίᾳ Σου κατασκευάσας αὐτόν καί θέμενος ἐν αὐτῷ πνοήν ζωῆς, καί εἰσαγαγών εἰς τόν κόσμον τοῦτον πολιτεύεσθαι ἐπ’ ἐλπίδι ζωῆς αἰωνίου, ἁμαρτήσαντα δέ αὐτόν, θανάτου ἐπαγαγών καί διαλύσας, καί τόν μέν ἐκ γῆς εἰς γῆν ἀναλύων, τήν δέ ψυχήν πρός ἑαυτόν προσκαλούμενος· Αὐτός Δέσποτα φιλάνθρωπε πρόσδεξαι τό πνεῦμα τοῦ δούλου Σου (τοῦδε), καί προσαγόμενον πρός τόν ἅγιον θρόνον Σου, πάσης τιμῆς καί ἀνέσεως ἀξίωσον, φυλάσσων εἰς ἀνάστασιν, καί εἴτι ὡς ἄνθρωπος σαρκί ζῶν, λόγῳ ἤ ἔργῳ ἤ ἐν διανοίᾳ ἥμαρτεν, Αὐτός ὡς ἀγαθός καί ἐλεήμων Θεός, ἄνες, ἄφες, συγχώρησον, παριδών αὐτοῦ καί ἡμῶν τά παραπτώματα.

Σύ γάρ εἶ ὁ Θεός οἰκτιρμῶν καί σοί πρέπει πᾶσα δόξα, τιμή καί προσκύνησις, τῷ Πατρί καί τῷ Υἱῷ καί τῷ Ἁγίῳ Πνεύματι, νῦν καί ἀεί καί εἰς τούς αἰῶνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν.


13. Εὐχή εἰς κεκοιμημένους

Ὁ Θεὸς τῶν πνευμάτων καί πάσης σαρκός, ὁ τῶν ὁρωμένων καὶ τῶν ἀοράτων ποιητής, ὁ κατά τήν ἀπόρρητόν Σου βουλήν ἑνώσας ψυχήν καί σῶμα, καί πάλιν κατά τό θέλημα τῆς Σῆς ἀγαθότητος διαλύων τό πλάσμα Σου, ὅ ἐποίησας, καί τόν μέν χοῦν, τῷ χοΐ ἀναλύων, τό δέ πνεῦμα πρός Αὐτόν προσκαλούμενος, καί κατατάσσων μοναῖς μέχρι τῆς ἀναστάσεως καί ἀποκαλύψεως τοῦ μονογενοῦς Σου Υἱοῦ· Αὐτός, Δέσποτα, ἀντιλαβοῦ τῆς ψυχῆς τοῦ δούλου Σου καί ἀναγαγών αὐτήν ἐκ τοῦ κοσμικοῦ σκότους καί τῆς ἐξουσίας τῶν ἀντικειμένων δυνάμεων ρυσάμενος· κατάταξον ἐν χώρῳ φωτεινῷ, ἐν χώρᾳ ζώντων, ὅθεν ἀπέδρα ὀδύνη, λύπη καί στεναγμός· συγχώρησαι αὐτῷ τά ἁμαρτήματα, συγγνώμην παρασχών τοῖς ἀνθρωπίνοις πλημμελήμασιν, ἐν δέ τῇ χάριτί Σου διαφυλάξας· μνήσθητι καί τῶν συνεληλυθότων τιμῆσαι τό ὁμοιοπαθές, καί λογῆσαι αὐτοῖς τόν κόπον καί τήν σπουδήν εἰς ἔργον δικαιοσύνης καί τῶν πενθούντων καί ἀδημονούντων μνήσθητι Κύριε, καί παρεκάλεσον αὐτῶν τήν καρδίαν, καί παραμυθησάμενος, ἐλέησον αὐτούς καί ἡμᾶς καί σῶσον ἐν τῇ ἐνδόξῳ Σου βασιλείᾳ.

Ὅτι πρέπει Σοί πᾶσα δόξα, τιμή καί κράτος καί μεγαλοπρέπεια, τῷ Πατρί καί τῷ Υἱῷ καί τῷ Ἁγίῳ Πνεύματι, νῦν καί ἀεί καί εἰς τούς αἰῶνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν.


14. Εὐχή εἰς κεκοιμημένους

Ὁ Θεός τῶν πνευμάτων καί πάσης σαρκός, ὁ Κύριος τῶν κυριευόντων, ὁ Θεός τῆς παρακλήσεως, ὁ τόν θάνατον καταργήσας, ὁ τόν διάβολον καταπατήσας καί ζωήν χαρισάμενος τῷ γένει τῶν ἀνθρώπων, ὁ Θεός τῶν πνευμάτων ἡμῶν, ὁ Θεός τῶν ἁγίων, ἡ ἀνάπαυσις τῶν θλιβομένων, ἀνάπαυσον τήν ψυχήν τοῦ δούλου Σου, ἐν τόπῳ φωτεινῷ, ἐν τόπῳ ἀναψύξεως, ὅθεν ἀπέδρα ὀδύνη, λύπη καί στεναγμός· καί παράσχου αὐτῷ εἰς κόλπους Ἀβραάμ καί πάντων τῶν Ἁγίων καταζῆναι· καί τοῖς πενθοῦσιν χάρισαι παραμύθιον, τῶν θλιβομένων ὁ Σωτήρ, τῶν ὀλιγοψύχων ἡ παραμυθία· φύλαξον δέ ἡμᾶς, ἐν τῷ αἰῶνι τούτῳ καί ἐν τῷ μέλλοντι.

Οἰκτιρμοῖς καί φιλανθρωπίᾳ τοῦ μονογενοῦς Σου Υἱοῦ, νῦν καί ἀεί καί εἰς τούς αἰῶνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν.


15. Εὐχή ἑτέρα εἰς κεκοιμημένους

Θεέ Παντοκράτορ, Παντέφορε, Πανδερκέστατε· οὗ ἐν χειρί πᾶσα ἐξουσία, καί πᾶσα πνοή· ἀνάπαυσον τόν δοῦλόν Σου (δεῖνα), ἐν τόπῳ φωτεινῷ, ἔνθα ἐπισκοπεῖ τό φῶς τοῦ προσώπου Σου· καί ἐν τῇ κοινῇ ἀναστάσει ἐν νεφέλαις ἀέρων καταξίωσον ἀπαντῆσαί Σοι μετά πάντων τῶν Ἁγίων Σου· ᾄδοντα χαρμόσυνα καί μεγαλύνοντα τήν Σήν ἄφατον ἀγαθότητα.

Ὅτι πρέπει Σοί πᾶσα δόξα, τιμή καί προσκύνησις, τῷ Πατρί καί τῷ Υἱῷ καί τῷ Ἁγίῳ Πνεύματι, νῦν καί ἀεί καί εἰς τούς αἰῶνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν.


16. Εὐχή ἄλλη εἰς κεκοιμημένους

Ὁ Θεός ὁ δυνατός, ὁ τῇ σοφίᾳ Σου κατασκευάσας τόν ἄνθρωπον, ὁ ἐκ διαφόρων καί ἐναντίων οὐσιῶν ἕν ζῶον λογικόν ὑποδείξας· ὁ συνάψας καί ἑνώσας τόν νοῦν τῷ χοΐ, τήν ἀόρατον ψυχήν τῇ ὁρωμένῃ σαρκί, διαστήσας δέ αὐτήν καί διακρίνας καί μετά τήν παράβασιν τῇ ἀνυπερβλήτῳ Σου περί ἡμᾶς ἀγάπῃ, ἵνα μή ἀθάνατον Δέσποτα, προσέταξας τόν χοῦν τοῦτον ἐπιστρέψαι εἰς τήν γῆν, καί τήν νοεράν ψυχήν ἀναλῦσαι πρός Σέ· μνήσθητι τοῦ δούλου Σου (τοῦδε)· καί εἴτι ἐν λόγῳ ἤ ἔργῳ ἥμαρτεν, εἴτε ἄκων ἤ ἑκών παρέβη, συγχώρησον αὐτοῦ, καί μέ ἐκζητήσῃς καί μηδέ εἰσέλθῃς εἰς κρίσιν μετά τοῦ δούλου Σου. Τίς γάρ ἐστίν, ὅς ζήσεται καί οὐχ ἁμαρτήσει; Ἵλεως γενοῦ, ὡς ἀγαθός, καί ἀνάπαυσον τό πνεῦμα αὐτοῦ εἰς κόλπους Ἀβραάμ καί Ἰσαάκ καί Ἰακώβ, ὅθεν ἀπέδρα πᾶσα ὀδύνη καί λύπη καί στεναγμός, θησαυρίζων καί αὐτῷ τήν ἀγαθήν ἐλπίδα τῆς μετά τῶν Ἁγίων ἀναστάσεως. Παρακάλεσον δέ καί παραμύθησαι ὡς φιλάνθρωπος τούς πενθοῦντας, καί τό βαρύ τῆς ἀθυμίας φορτίον ἀπό τῆς διανοίας αὐτῶν ἀνακούφισον, ἵνα εὐχαριστοῦντες δοξάσωσιν τόν μόνον ζῶντα καί αἰώνιον Θεόν.

Ὅτι Αὐτός εἶ ἡ ζωή καί ἡ ἀνάπαυσις τῶν κεκοιμημένων καί Σοί τήν δόξαν ἀναπέμπομεν, τῷ Πατρί καί τῷ Υἱῷ καί τῷ Ἁγίῳ Πνεύματι, νῦν καί ἀεί καί εἰς τούς αἰῶνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν.


17. Εὐχή ἄλλη εἰς κεκοιμημένους

Ὁ Θεός ἡμῶν, ὁ Θεός τοῦ σώζειν, ὁ δημιουργός ζώντων καί νεκρῶν· ὁ ἐκ μή ὄντων εἰς τό εἶναι παραγαγών, ὁ ἐκ γῆς πλάσας τόν ἄνθρωπον καί εἰς γῆν ἁμαρτίας ἕνεκα ἐπιστρέψας· διά δέ τήν Σήν φιλανθρωπίαν ἀνακαλούμενος εἰς ζωήν, ἀνάπαυσον τήν ψυχήν τοῦ δούλου Σου (δεῖνα), Δέσποτα, ἐν ἐλέει καί οἰκτιρμοῖς, ἐν χώρᾳ φωτός, ἐν τόπῳ ἀναπαύσεως, ἐν κόλποις Ἀβραάμ καί Ἰσαάκ καί Ἰακώβ, μετά πάντων τῶν ἁγίων τῶν ἀπ’ αἰῶνός Σοι εὐαρεστησάντων.

Ὅτι Σύ εἶ ἡ ἀνάστασις τῶν κεκοιμημένων, καί Σοί τήν δόξαν ἀναπέμπομεν, τῷ Πατρί καί τῷ Υἱῷ καί τῷ Ἁγίῳ Πνεύματι, νῦν καί ἀεί καί εἰς τούς αἰῶνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν.


18. Εὐχή ἄλλη εἰς κεκοιμημένους

Ὁ Θεός ὁ διδούς πάσῃ σαρκί, καί πάλιν ἀναλαμβάνων τάς ψυχάς τάς ἐπιστρεφούσας ἐπί Σέ, καί κατοικίζων ἐν μοναῖς, αἷς ἡτοίμασας· πρόσδεξαι τό πνεῦμα τοῦ δούλου Σου, κατατάσσων ἐν ἀνέσει, καί κατασκηνῶν εἰς τόπον χλόης καί ἀναπαύσεως, διδούς ἁμαρτημάτων συγχώρησιν πάσης τῆς ἐν τῷ βίῳ κακίας συγγνώμην, ὅτι φιλάνθρωπος εἶ καί ἀγαθός, εἰδώς συγχωρεῖν πλημμελήματα, καί ὑπερβαίνων τά ἁμαρτήματα· τήν ψυχήν αὐτοῦ ἐκεῖ ἀνάπαυσον, ἡμᾶς δέ ἐνταῦθα εἰρήνευσον καί διαφύλαξον, καί τοῖς συνελθοῦσιν λόγησαι τόν κάματον εἰς δικαιοσύνην.

Ὅτι ἐλεήμων καί φιλάνθρωπος Θεός ὑπάρχεις, καί Σοί τήν δόξαν ἀναπέμπομεν, τῷ Πατρί καί τῷ Υἱῷ καί τῷ Ἁγίῳ Πνεύματι, νῦν καί ἀεί καί εἰς τούς αἰῶνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν.


19. Εὐχή ἄλλη εἰς κεκοιμημένους

Ὁ ὤν καί προών καί διαμένων εἰς τούς αἰῶνας Κύριε, ὁ ὑπό πάσης κτίσεως νοητῆς δοξαζόμενος, ὁ εὐδοκήσας παρά τῆς ἀνθρωπίνης εὐτελείας εὐχάς καί θυμιάματα προσφέρεσθαί σου τῷ παναγίῳ ὀνόματι· μνήσθητι ὁ Θεός ἡμῶν, καί λύτρωσαι αὐτόν τῆς δυσώσους ἁμαρτίας, εὐωδίᾳ τῆς σῆς ἀγαθότητος, καί ἐλέους καί φιλανθρωπίας ἐν ἡμέρᾳ κρίσεως καταξιώσας.

Σόν γάρ ἐστί τό κράτος, καί ἡ Βασιλεία ἡ ἀτελεύτητος, τοῦ Πατρός καί τοῦ Υἱοῦ καί τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, νῦν καί ἀεί καί εἰς τούς αἰῶνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν.


20. Εὐχή ἄλλη ἐπί τελευτήσαντος

Ὁ Θεός ὁ διδούς πάσῃ σαρκί καί πάλιν ἀναλαμβάνων ἀπό κόσμου τάς ψυχάς τάς ἐπιστρεφούσας ἐπί Σέ καί κατοικίζων ἐν μοναῖς αἷς ἡτοίμασας· πρόσδεξαι τό πνεῦμα τοῦ δούλου Σου, κατατάσσων ἐν ἀνέσει, καί κατασκηνῶν εἰς τόπον χλόης καί ἀναπαύσεως, διδούς ἁμαρτημάτων συγχώρησιν, πλημμελημάτων ἄφεσιν, πάσης τῆς ἐν τῷ βίῳ κακίας συγγνώμην, ὅτι φιλάνθρωπος εἶ καί ἀγαθός, εἰδώς συγχωρεῖν πλημμελήματα, καί ὑπερβαίνοντα ἁμαρτήματα τήν ψυχήν αὐτοῦ ἐκεῖ ἀνάπαυσον, ἡμᾶς δέ ἐνταῦθα εἰρήνευσον καί διαφύλαξον, καί τοῖς συνελθοῦσιν τόν κάματον εἰς δικαιοσύνην δώρησαι.

Ὅτι ἐλεήμων καί φιλάνθρωπος Θεός ὑπάρχεις, καί σύ τήν δόξαν ἀναπέμπομεν, τῷ Πατρί καί τῷ Υἱῷ καί τῷ Ἁγίῳ Πνεύματι, νῦν καί ἀεί καί εἰς τούς αἰῶνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν.

Ἀρχιμ. Παῦλος Κ. Ντανᾶς, Εὐχὲς ὑπέρ ἀναπαύσεως κεκοιμημένων
Προσευχητάριον ὑπέρ τῶν κεκοιμημένωνἘκδόσεις «Ἄθως Ἀθήνα 2005

Πηγή

Ο Γέροντας Θαδδαίος για τις ψυχές των κεκοιμημένων.

Ερώτηση: Πάτερ, τι μπορείτε να μας πείτε για τις ψυχές των κεκοιμημένων;
Απάντηση: Δεν πρέπει να θρηνούμε για τους νεκρούς, αλλά να προσευχόμαστε φλογερά ώστε ο Θεός να αξιώσει τα αγαπημένα μας πρόσωπα, που έχουν «αναχωρήσει», να συγκατοικήσουν με τους αγγέλους. Αυτό είναι ότι θέλει Εκείνος από μας. Οι θρηνωδίες δεν μας βγάζουν πουθενά. Ο θρήνος ενδέχεται να αποβεί όχι μόνο βλαβερός για τη δική μας υγεία, αλλά και ενοχλητικός για την ειρήνη που έχει χαρίσει ο Κύριος στην ψυχή του αγαπημένου μας προσώπου.

Πρέπει να προσευχόμαστε για τους αγαπημένους μας. Δεν πρέπει να είμαστε θλιμμένοι και απελπισμένοι. Η εξεζητημένη θλίψη για τους αγαπημένους που έφυγαν από αυτό εδώ τον κόσμο, δεν είναι χριστιανική πράξη, αλλά πράξη που φανερώνει έλλειψη Θεού. Σ' αυτή τη ζωή προετοιμάζουμε τον εαυτό μας για την αιώνια ζωή. Πρέπει να είμαστε ευγνώμονες για καθετί και να ευχαριστούμε τον Θεό που πήρε την ψυχή των αγαπημένων μας νεκρών κοντά Του.

 Αν έφυγαν από τούτο τον κόσμο, χωρίς να έχουν μετανοήσει, πρέπει να προσευχόμαστε να τους συγχωρήσει ο Θεός τις αμαρτίες. Πρέπει να κάνουμε πράξεις ελέους στο όνομα τους και στη μνήμη τους, για την ειρήνη της ψυχής τους, και ο Θεός θα αποδεχθεί τέτοιες ενέργειες αγάπης.
Μόνο ο Κύριος μπορεί να ελευθερώσει μια ψυχή από τα δίχτυα των λογισμών που την παγίδευσαν σ” αυτή εδώ τη ζωή και που την κρατούν ακόμα δέσμια στην αιωνιότητα. Μόνο ο Θεός μπορεί να ελευθερώσει μια τέτοια ψυχή. Επομένως πρέπει να προσευχόμαστε για τους αγαπημένους μας κεκοιμημένους. Είναι το περισσότερο που μπορούμε να κάνουμε: να προσευχόμαστε να δώσει ο Θεός ανάπαυση στην ψυχή τους, και να δίνουμε τα βαφτιστικά τους ονόματα στους ιερείς και τους ιερομόναχους, που τελούν θεία Λειτουργία καθημερινά, για να τους μνημονεύουν και να προσεύχονται για την ψυχή τους.

 Κάποιος πλησίασε κάποτε τον επίσκοπο Νικόλαο (Βελιμίροβιτς) και τον ρώτησε: «Θα σωθούν οι ψυχές των αμετανόητων αμαρτωλών;».
 Εκείνος απάντησε, «Ναι, αν βρεθεί κάποιος που να προσευχηθεί γι” αυτές. Είναι εξαιρετικά ευεργετικό αν γίνει σαρανταλείτουργο γι” αυτές και αν, μετά από αυτό, κάνει κανείς μια δωρεά στην Εκκλησία, ώστε να συνεχιστεί η μνημόνευση τους στη θεία Λειτουργία». 
Η Λειτουργία είναι, απ” όσο ξέρουμε, μια θυσία στον Γολγοθά. Αυτό σημαίνει ότι ο ίδιος ο Κύριος θυσιάζεται στη θεία λειτουργία. Όταν ο ιερέας εξάγει από το πρόσφορο τις μερίδες για τους τεθνεώτες και κεκοιμημένους. και αφού λάβει τη θεία Κοινωνία, λέει, «Άπόπλυνον. Κύριε, τα αμαρτήματα των ένθάδε μνημονευθέντων δούλων σου τω Αιματί σου τω άγίω».
Όπως βλέπετε, αυτή είναι η τελειότερη προσευχή και η μεγαλύτερη θυσία που μπορούμε να προσφέρουμε για τους αγαπημένους μας που έχουν αναχωρήσει για τον Θεό.


Από το βιβλίο «Γέρων Θαδδαίος,Οι λογισμοί καθορίζουν την ζωή μας»

Η ΕΥΧΗ ΤΟΥ ΙΗΣΟΥ ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΚΕΚΟΙΜΗΜΕΝΟΥΣ ΑΡΧΙΜ. ΑΡΣΕΝΙΟΣ ΚΑΤΕΡΕΛΟΣ



Παράλληλα μέ τά τρισάγια, τά μνημόσυνα, τά ὀνόματα πού δίνομε στήν Προσκομιδή γιά μνημόνευσι, μαζί μέ τά Σαρανταλείτουργα καί τίς ἐλεημοσύνες ὑπέρ τῶν ψυχῶν τῶν κεκοιμημένων, παράλληλα μέ ὅλα αὐτά πού ἔχει θεσπίσει ἡ ἁγία μαςἘκκλησία, ἐπιβάλλεται νά λέμε, τό ''Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ἀνάπαυσον τούς δούλους σου''.
Αὐτή ἡ προσευχή ἐνδείκνυται περισσότερο γιά τούς κεκοιμημένους σέ σχέσι μέ τούς ζῶντας ἀδελφούς μας, ἐφ᾽ ὅσον οἱ κεκοιμημένοι δέν μποροῦν πλέον νά βοηθήσουν τόν ἑαυτό τους. Διότι ἔχει πλέον λήξει ἡ προθεσμία μετανοίας τους.
Ὁ πανάγαθος ὅμως Θεός, ἔστω καί τήν τελευταία στιγμή, θέλει ὅλους νά τούς σώση.
Ἐδῶ εἶναι ἕνα λεπτό σημεῖο, πού φαίνεται ἡ ἀρχοντιά τοῦ Θεοῦ ἡ ὁποία ἀντί νά μᾶς συγκινῆ, πολλές φορές μᾶς σκανδαλίζει. Ἐάν ἐπενέβαινε ἀπό μόνος του ὁ Θεός γιά νά σώση τίς ψυχές τῶν κεκοιμημένων θά παραβίαζε τήν ἐλευθερία τους, τό αὐτεξούσιο.
Ὁπότε περιμένει ἀπό μᾶς ὁ καλός Θεός νά προσφέρωμε ἐλεύθερα τό δικό μας αὐτεξούσιο ὑπέρ τῶν ψυχῶν τῶν κεκοιμημένων γιά νά βρῆ "ἀφορμή" νά βοηθήση ὅλες αὐτές τίς ψυχές. Καί ἔτσι οἱ πάντες ὠφελοῦνται. Καί οἱ σεσωσμένοι, καί οἱ κολασμένοι, ἐφ᾽ ὅσον καί στίς δύο καταστάσεις ὑπάρχουν ἄπειρες διαβαθμίσεις.
Ὅταν ξεκινᾶμε τήν εὐχή τοῦ Ἰησοῦ, μέ ἤ χωρίς κομβοσχοίνι, τήν πρώτη μόνο φορά ἐνδείκνυται νά ἀναφέρωμε κάποια ὀνόματα κεκοιμημένων, ὅπως ὀνόματα συγγενῶν γνωστῶν κλπ. Νά ἀναφέρωμε δηλαδή τήν πρώτη μόνο φορά τά ὀνόματα αὐτά καί μετά ἐν συνεχείᾳ χωρίς νά ζαλιζώμεθα καί ἔτσι νά συγχέεται ὁ νοῦς μας, ἐπαναλαμβάνοντας συνεχῶς τά ἴδια ὀνόματα, νά λέμε ἁπλᾶ μόνο τό ''Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ἀνάπαυσον τούς δούλους Σου''. Ἐκεῖ μέσα, στό ''ἀνάπαυσον τούς δούλους Σου'', εὑρίσκονται ὅλοι οἱ ἀπ᾽ αἰῶνος κεκοιμημένοι ἀδελφοί μας, ἀλλά ἐπί πλέον κατά ἕναν ἐντελῶς ξεχωριστό, μοναδικό καί ἰδιαίτερο τρόπο, εὑρίσκονται καί τά ὀνόματα πού ἀναφέραμε τήν πρώτη μόνο φορά, στήν ἀρχή.
ΑΡΧΙΜ. ΑΡΣΕΝΙΟΣ ΚΑΤΕΡΕΛΟΣ