Δευτέρα, 27 Μαρτίου 2017

Αξίζει, όμως, να δούμε που πηγαίνουν οι ψυχές στο διάστημα που μεσολαβεί, μεταξύ του θανάτου και της Δευτέρας Παρουσίας.

Αξίζει, όμως, να δούμε που πηγαίνουν οι ψυχές στο διάστημα που μεσολαβεί, μεταξύ του θανάτου και της Δευτέρας Παρουσίας. Το ερώτημα αυτό, για να απαντηθεί, χρειάζεται κατ’ αρχήν να γνωρίζουμε ότι είναι, όπως λέγει ο Μέγας Πατήρ της Εκκλησίας Αθανάσιος, ξένον και φοβερόν και παρά ανθρώποις αποκεκρυμμένον μυστήριον. Επομένως, είναι μυστήριο για το πού πηγαίνουν οι ψυχές. Όμως, με βάση την Αγία Γραφή και την Πατερική μας Παράδοση, ας ιχνηλατήσουμε τον δρόμο και την πορεία την οποία ακολουθούν, μετά τον θάνατο του σώματος,οι ψυχές.

Η Αγία Γραφή ομιλεί περί του Άδου. Άδης δε αφήνεται να εννοηθεί ότι είναι ένας τόπος όπου εκεί υπάρχουν συσσωρευμένες οι ψυχές των αμαρτωλών κυρίως ανθρώπων. στον Άδη επικρατεί σκοτάδι και γνόφος. Βέβαια, η Αγία Γραφή κάνει λόγο και περί του Παραδείσου, όπου είναι ο τόπος της παραμονής των δικαίων μετά την Δευτέρα Παρουσία.
Ο Μέγας Αθανάσιος, που έχει εντρυφήσει επί του θέματος αυτού, θα μας πει: «Των αμαρτωλών οι ψυχές βρίσκονται στον Άδη, των δε δικαίων κοντά στον Θεό και μετά την Δευτέρα Παρουσία του Κυρίου θα βρίσκονται στον Παράδεισο. Γεγονός είναι ότι και ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος μας πληροφορεί ότι «με τον θάνατο οι ψυχές οδηγούνται σε κάποιον χώρο». Ποιος, άραγε, να είναι αυτός ο χώρος; Η λέξη χώρος μεταφέρει τη σκέψη μας σε μία κατάσταση παρόμοια με αυτήν που ζούμε. Διότι χώρος υπάρχει σ’ αυτόν τον κόσμο, που υπάρχει η έννοια του όγκου. Κι η έννοια του χρόνου είναι εγκόσμια. Ο Θεός, όμως, είναι άχρονος και αχώρητος. Επομένως, η διάσταση του χώρου και του χρόνου δεν προσιδιάζουν στην πνευματική ζωή που υπάρχει μετά τον θάνατο, αλλά ταιριάζουν σ’ αυτήν την επίγεια ζωή. Βέβαια, μέσα στην Αγία Γραφή θα βρούμε εκφράσεις, οι οποίες μας δίδουν την εντύπωση ότι ομιλούν για κάποιον χώρο, π.χ. στην Παλαιά Διαθήκη αναγράφεται: «Δικαίων ψυχαί εν χειρί Θεού». Δηλαδή οι ψυχές των Δικαίων βρίσκονται στα χέρια του Θεού. Μήπως ο Θεός έχει χέρια; Οι ψυχές δεν καταλαμβάνουν χώρο, δεν έχουν σχήμα. Στην παραβολή του πλουσίου και του Λαζάρου ο ίδιος ο Κύριος μας λέγει ότι η ψυχή του πτωχού Λαζάρου ευρίσκετο εις τους κόλπους του Αβραάμ. Και αυτό είναι μία ανθρωποειδής, ανθρωποπαθής έκφραση, δηλαδή η ψυχή ευρίσκετο σ’ έναν καλό τόπο.
Ο Ιερός Χρυσόστομος, προσπαθώντας να δώσει απάντηση στο ερώτημα «μα πού είναι οι ψυχές», λέγει «είναι εκεί που βρίσκεται ο μόνος αιώνιος και μόνος αθάνατος, ο ποιητής των ψυχών και των σωμάτων, εκεί που είναι ο Θεός».
Αυτό, λοιπόν, που γενικά μπορούμε να πούμε είναι ότι οι ψυχές των Δικαίων ευρίσκονται κοντά στον Θεό. Ζουν δε εκεί, όπως πάλι λέγει ο Ιερός Χρυσόστομος, την φοβεράν εκείνη ημέρα αναμένουσαι. Ζουν σε μία αναμονή.
Μετά τον θάνατο, κάθε ψυχή κατατάσσεται, τρόπον τινά, ανάλογα με τα έργα της, σύμφωνα με τα αγαθά ή πονηρά της έργα, εις μία ανάλογη κατάσταση. Λέγει ο Ιερός Ιουστίνος, ο φιλόσοφος και Μάρτυρας: «Οι μεν των ευσεβών ψυχές παραμένουν σε καλύτερο τόπο, οι δε ψυχές των πονηρών και αμαρτωλών παραμένουν σε κάποιον χειρότερο τόπο, περιμένοντας τον χρόνο της Δευτέρας Παρουσίας».
Μία δεύτερη, λοιπόν, σημαντική πληροφορία είναι ότι οι ψυχές, ανάλογα με τον τρόπο που έζησαν με το σώμα, πηγαίνουν σε μία κατάσταση ζωής και υπάρξεως σύμφωνης με τον τρόπο που έζησαν σ’ αυτήν την ζωή. Αυτή η κατάσταση ονομάζεται μέση κατάσταση των ψυχών.
Ο Άγιος Γρηγόριος Νύσσης μας συμβουλεύει: «Τον Άδη μη φοβηθείς ως ένα τόπο, αλλά ως κατάσταση ζωής ασωμάτου, δηλαδή ζωής χωρίς συγκεκριμένο σχήμα».
(Χριστοδούλου Αρχιεπισκόπου Αθηνών και πάσης Ελλάδος, «Η μετά θάνατον ζωή», εκδόσεις Χρυσοπηγή, Δ΄έκδοση, σελ. 159-162).

Τετάρτη, 22 Μαρτίου 2017

Κωνσταντίνα Συγκούνα, Θεολόγος Η «αποκατάσταση» μέσα από τη Θεία Κοινωνία


«Όταν κανείς πάει στη Θεία Λειτουργία, αξίζει μόνον να πάει για να κοινωνήσει! Αυτός είναι ο σκοπός του μυστηρίου αυτού!»
Πράγματι μέσα σε λίγες λέξεις και δύο προτάσεις, ο γνωστός ποιμένας-ψυχίατρος συνοψίζει την ουσία του μυστηρίου! Πρόκειται για ένα ζωτικής σημασίας μυστήριο! Είναι πνευματική υγεία! Δε χρησιμοποιώ τη λέξη φάρμακο γιατί είναι συχνή. Χρησιμοποιώ τη λέξη «αποκατάσταση». Αποκατάσταση κοινωνική, ηθική, πνευματική και σωματική.
Πρώτον κοινωνική γιατί έχει να κάνει με μια ισορροπία που ακολουθεί ύστερα από τη θεία κοινωνία στον κοινωνικό βίο του καθενός μας. Δεύτερον ηθική γιατί προσδίδει αληθινό ήθος και όχι νόθο ηθικισμό. Τρίτον πνευματική επειδή εμπλουτίζει τον αέναο πνευματικό μας αγώνα. Και βεβαίως σωματική διότι αλλοιώνει τα σωματικά πάθη αν κανείς το ζητήσει καρδιακά από το Θεό!
Θ.-ΚΟΙΝΩΝΙΑ
Τι είναι όμως πάθος;
Πάθος είναι η δημιουργία συναισθημάτων σύγχυσης και φθοράς μέσα από τις αδυναμίες μας. Αδυναμία είναι καθετί που μας κάνει μη ζωντανούς, μη εξελισσόμενους και μη χρήσιμους. Για παράδειγμα σαρκικές αδυναμίες, αδυναμίες ματαιοδοξίας, εγωισμός, κακοήθειες και ροπή προς την ψεύτικη διασκέδαση. Μην ξεχνάμε ότι άλλο είναι η δημιουργική ψυχαγωγία και άλλο η διασκέδαση του συρμού!
Τι γίνεται όμως με τη σύγχυση και τη φθορά που δημιουργείται από τα πάθη μας;
Είναι κάτι που μας καθιστά στατικούς, ομιχλώδεις και γκρίζους (μην πω σκοτεινούς). Στατικούς γιατί δεν έχουμε αμερόληπτη και καθαρή λογική για να απαλλαγούμε από τον εαυτό που μας πάει πίσω και δεν μας προχωρά μπροστά. Ομιχλώδεις γιατί τα συναισθήματά μας δεν είναι διαυγή. Δεν έχουν αλήθεια, φως, αγάπη. Οι αδυναμίες και τα πάθη βάζουν πέπλο μπροστά από τον άνθρωπο και δεν τον αφήνουν να κοιτά τον αληθινό εαυτό του και τον ίδιο το Θεό του. Γκρίζους διότι φθείρουν την ψυχή τα πάθη. Σου κατακερματίζουν το είναι και το αντιλαμβάνεσαι αργότερα. Σε κάνουν ευάλωτο στο κακό και εγωιστή. Για παράδειγμα η ζήλια. Όταν κάποιος ζηλοφθονεί χάνει την καλοσύνη του υπονομεύοντας τον άλλον. Είναι ευάλωτος στο να κάνει κακό σε αυτόν που ζηλεύει, γιατί απλά εγωιστικά δεν δέχεται τον άλλον ως καλύτερό του. Κατοικεί μέσα του ο εγωισμός. «Γιατί ο άλλος να είναι πιο καταξιωμένος, αγαπητός, ταλαντούχος και έξυπνος; Γιατί,γιατί,γιατί;»
Αυτό το γιατί είναι η αρχή μιας ανασφάλειας, ενός κενού που έχουμε μέσα μας όλοι. Αυτό το κενό γεμίζει σιγά σιγά με το πάθος και μας κάνει αλλοιωμένες μαριονέτες σε σκηνές δίχως να υπάρχει παιδικό γέλιο (αλήθεια και απλότητα δηλαδή).
Εκεί λοιπόν η λύση είναι η θεία κοινωνία. Η αποκατάσταση αυτής της συλλογής κενών που κάναμε στη ζωή μας… Έρχεται και συμπληρώνει τον άδειο μας χαρακτήρα, το κατακερματισμένο μας είναι, το κάθε πάθος μας, την κάθε αδυναμία μας και την επιστρέφει σε μια μετουσιωμένη, ανανεωμένη και αποκατεστημένη νέα χαρά.
Γιατί η ουσιαστική αποκατάσταση που νοιώθει κανείς μετά από τη θεια κοινωνία είναι μια συνεχής χαρά. Αρκεί να πληροί τα κριτήρια μετάνοιας και αληθινής ανάγκης επικοινωνίας.
Άνθρωποι συν-κοινωνήστε!
Αποτελέστε ένα σώμα με χαρά υπό τη σκέπη του Θεού!

Δευτέρα, 13 Μαρτίου 2017

Η ΚΑΘΟΔΟΣ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ ΕΙΣ ΤΟΝ ΑΔΗΝ



Eκεῖνος πού χθές, μέσα στήν ἄπειρη συγκατάβασί Του, δέν ἐκαλοῦσε νά τόν βοηθήσουν οἱ λεγεῶνες τῶν Ἀγγέλων, λέγοντας στόν Πέτρο, ὅτι εἶναι στό χέρι μου νά παρατάξω τώρα ἀμέσως, περισσότερες ἀπό δώδεκα λεγεῶνες Ἀγγέλων (Ματθ. κστ´ 53), σήμερα κατέρχεται μέ τόν θάνατό Του κατά τοῦ ἅδου καί τοῦ θανάτου, τοῦ τυράννου, ὅπως ταιριάζει σέ Θεό καί Κυρίαρχο, ἐπί κεφαλῆς τῶν ἀθανάτων καί ἀσωμάτων στρατευμάτων καί τῶν ἀοράτων ταγμάτων, ὄχι μέ δώδεκα μόνο λεγεῶνες, ἀλλά μέ μύριες μυριάδες καί χίλιες χιλιάδες Ἀγγέλων, Ἀρχαγγέλων, Ἐξουσιῶν, Θρόνων, Ἐξαπτερύγων, Πολυομμάτων, οὐρανίων ταγμάτων, τά ὁποῖα, ὡς Βασιλέα καί Κύριό τους, προπέμπουν, δορυφοροῦν καί τιμοῦν τόν Χριστό.


του Αγίου Επιφανίου Κύπρου


Ὄχι, ὅτι συμμαχοῦν καί συμπολεμοῦν μαζί Του. Ὄχι, ποτέ! Γιατί ἀπό ποιά συμμαχία ἔχει ἀνάγκη ὁ παντοδύναμος Χριστός; Τόν συνοδεύουν γιατί χρωστοῦν πάντοτε καί ποθοῦν νά εἶναι κοντά στόν Θεό τους. Οἱ ἀγγελικές δυνάμεις ἔτρεχαν σάν δορυφόροι ὁπλῖτες, ὡπλισμένοι μέ ξίφη καί σάν ἀστραπόμορφοι κεραυνοβόλοι, ὡπλισμένοι μέ τούς θεϊκούς καί παντοδύναμους κεραυνούς τοῦ Βασιλέως των, οἱ ὁποῖοι πρόφθαιναν μέ πολύ ζῆλο καί ξεπερνοῦσαν ὁ ἕνας τόν ἄλλο στή γρηγοράδα, ὑπακούοντας στό θεϊκό μόνο νεῦμα καί κάνοντας ἔργο καί πρᾶξι τή διαταγή καί στεφανωμένοι μέ τό στέφανο τῆς νίκης κατά τῆς παρατάξεως τῶν ἐχθρῶν καί τυράννων. Γι᾿ αὐτό καί κατέρχονται στά ὑποχθόνια δεσμωτήρια τῶν πανάρχαιων νεκρῶν, πού ἦταν μέσα στήν καρδιά τοῦ Ἅδη καί βαθύτερα ἀπ᾿ ὅλη τή γῆ, γιά νά βγάλουν ἀπό ἐκεῖ μέσα τούς ἁλυσοδεμένους καί ἀπό αἰῶνες τώρα κεκοιμημένους. Μόλις δέ φάνηκε στά κλεισμένα ἀπ᾿ ὅλες τίς πόρτες, τά ἀνήλια καί κατασκότεινα δεσμωτήρια, στά ὑπόγεια καί τά σπήλαια τοῦ Ἅδη ἡ θεϊκή καί λαμπρή παρουσία τοῦ Κυρίου, προβαίνει ἐμπρός ἀπ᾿ ὅλους ὁ ἀρχιστράτηγος Γαβριήλ, ἐπειδή εἶχε συνηθίσει νά φέρνη χαρᾶς εὐαγγέλια στούς ἀνθρώπους, καί μέ φωνή δυνατή, ἀρχαγγελικώτατη, ἔντονη καί λιονταρίσια φωνάζει πρός τίς ἀντίπαλες δυνάμεις: «ἄρατε πύλας οἱ ἄρχοντες ὑμῶν». Καί μαζί του φωνάζει ὁ Μιχαήλ:«γκρεμισθῆτε προαιώνιες πύλες». Ἔπειτα οἱ Δυνάμεις συμπληρώνουν: «κάνετε πέρα παράνομοι θυρωροί». Οἱ δέ Ἐξουσίες διατάζουν μέ ἐξουσία: «Σπᾶτε ἄλυτες ἁλυσίδες». Κι᾿ ἕνας ἄλλος Ἀρχάγγελος προσθέτει:«Αἶσχος σέ σᾶς, ἀνάλγητοι τύραννοι». Καί καθώς συμβαίνει ὅταν παρουσιασθῆ μιά φοβερή, ἀήτητη καί παντοδύναμη βασιλική στρατιωτική παράταξι, φρίκη μαζί καί τρόπος καί ταραχή καί ὀδυνηρός φόβος κυριεύει τούς ἐχθρούς τοῦ ἀκαταγώνιστου Στρατηγοῦ, τό ἴδιο ἔγινε ξαφνικά, μόλις παρουσιάσθηκε τόσο παράδοξα ὁ Χριστός στά καταχθόνια τοῦ Ἅδη. Ἀπό ἐπάνω μιά δυνατή ἀστραπή ἐτύφλωνε τά πρόσωπα τῶν ἐχθρικῶν δυνάμεων τοῦ Ἅδη καί ταυτόχρονα ἀκούονταν βροντερές στρατιωτικές φωνές πού διέταζαν: «Ἄρατε πύλας, ὄχι ἀνοίξετε, ἀλλά ξερριζῶστε τις ἀπό τά θεμέλια, βγάλτε τις τελείως ἀπό τόν τόπο τους, ὥστε νά μή μποροῦν πιά νά ξανακλείσουν. Ἄρατε πύλας οἱ ἄρχοντες ὑμῶν, ὄχι γιατί δέν μπορεῖ νά τίς ἀνοίξη ὁ Κύριός μας, πού ὅταν θέλη, διατάζει καί μπαίνει μέ κλεισμένες τίς πόρτες, ἀλλά σᾶς διατάζει, σάν δραπέτες δούλους, νά σηκώσετε καί νά μεταφέρετε αὐτές τίς προαιώνιες πύλες. Γιά τοῦτο καί δέν διατάζει τούς ὄχλους σας, ἀλλά σᾶς πού παρουσιάζεσθε σάν ἀρχηγοί τους: ἄρατε πύλας, οἱ ἄρχοντες ὑμῶν» (Ψαλμ. κγ´ 7-10). Ἀπό τώρα καί ἔπειτα δέν θά εἶσθε πιά ἄρχοντες κανενός, παρ᾿ ὅλο πού κάκιστα κυριαρχήσατε πάνω στούς μέχρι τώρα κεκοιμημένους. Οὔτε αὐτῶν θά εἶσθε πλέον ἄρχοντες, οὔτε ἄλλων, οὔτε τῶν ἑαυτῶν σας ἀκόμη. Ἄρατε πύλας, γιατί ἦρθε ὁ Χριστός, ἡ οὐράνια θύρα. Ἀνοίξετε δρόμο σ᾿ Αὐτόν πού ἔβαλε τό πόδι Του στή φυλακή τοῦ Ἅδη. Τό ὄνομά του εἶναι Κύριος καί ὁ Κύριος ἔχει τό δικαίωμα καί τή δύναμι νά περάση τίς πύλες τοῦ θανάτου. Γιατί τή μέν εἴσοδο τοῦ θανάτου τή φτιάξατε σεῖς, Αὐτός δέ ἦρθε γιά νά ἐπιτύχη τό πέρασμά της. Γι᾿ αὐτό ἀνοίξετε γρήγορα καί μήν ἀργοπορῆτε. Ἀνοίξετε καί κάνετε γρήγορα. Ἀνοίξετε καί μήν ἀναβάλλετε. Ἄν νομίζετε πῶς θά σᾶς περιμένουμε, κάνετε λάθος. Θά διατάξουμε τίς ἴδιες τίς πύλες νά ἀνοίξουν αὐτομάτως καί χωρίς νά βάλουμε χέρι: Ἀνοῖξτε πύλες αἰώνιες. Καί μόλις οἱ ἀγγελικές δυνάμεις ἐβόησαν, τήν ἴδια στιγμή ἄνοιξαν οἱ πύλες! Τήν ἴδια στιγμή ἔσπασαν οἱ ἁλυσίδες καί οἱ μοχλοί. Ἔπεσαν τά κλειδιά καί συγκλονίσθηκαν τά θεμέλια τῆς φυλακῆς. Οἱ ἐχθρικές δυνάμεις ἐτράπησαν σέ ἄτακτη φυγή, ὁ ἕνας ἔσπρωχνε τόν ἄλλο, ἄλλος μπερδευόταν στά πόδια τοῦ ἄλλου καί καθένας φώναζε στό διπλανό του νά φεύγη γρήγορα. Ἔφριξαν, συγκλονίσθηκαν, τά ἔχασαν, ἐταράχθηκαν, ἄλλαξε τό χρῶμα τους, φοβήθηκαν, στάθηκαν καί ἀπόρησαν, ἀπόρησαν καί τρόμαξαν. Ὁ ἕνας ἔμεινε μέ ἀνοιχτό στόμα. Ἄλλος ἔκρυψε τό πρόσωπο μέσα στά γόνατά του. Ἄλλος ἔπεσε κάτω, παγωμένος ἀπό τό φόβο. Ἄλλος στάθηκε ἀκίνητος, σάν νεκρός. Ἄλλος κυριεύθηκε ἀπό δέος καί ἄλλος ἔτρεξε νά σωθῆ σέ βαθύτερο μέρος. Τήν ὥρα αὐτή ὁ Χριστός ἀπεκεφάλισε τούς σαστισμένους τυράννους. Τότε χαλάρωσαν τά χαλινάρια τους καί ρωτοῦσαν: «Ποιός εἶναι αὐτός ὁ βασιλεύς τῆς δόξης; Ποιός εἶναι αὐτός πού ἦρθε ἐδῶ, κάνοντας τόσα παράδοξα πράγματα; Ποιός εἶναι αὐτός ὁ βασιλεύς τῆς δόξης, πού κατορθώνει τώρα στόν Ἅδη, αὐτά πού δέν ἔγιναν ποτέ; Ποιός εἶναι αὐτός ὁ βασιλεύς τῆς δόξης, πού βγάζει ἀπό ἐδῶ τούς προαιώνιους φυλακισμένους; Ποιός εἶναι αὐτός πού διέλυσε καί κατέλυσε τό ἀήτητο κράτος καί τό θράσος μας; Σ᾿ αὐτούς ἀπαντοῦσαν οἱ δυνάμεις τοῦ Κυρίου καί τούς ἔλεγαν: «Θέλετε νά μάθετε ποιός εἶναι αὐτός ὁ βασιλεύς τῆς δόξης; Εἶναι ὁ Κύριος, ὁ κραταιός καί δυνατός, ὁ Κύριος, ὁ δυνατός καί πανίσχυρος στόν πόλεμο. Εἶναι ἐκεῖνος, ἐλεεινοί καί παράνομοι τύραννοι, πού σᾶς ἐξόρισε καί σᾶς ἔρριξε κάτω ἀπό τίς οὐράνιες ἀψίδες. Εἶναι αὐτός πού συνέτριψε μέσα στά νερά τοῦ Ἰορδάνη τίς κεφαλές τῶν δρακόντων σας. Εἶναι ἐκεῖνος πού ἐπάνω στό Σταυρό του σᾶς ἔκανε θέατρο, σᾶς διεπόμπευσε καί σᾶς ἀφαίρεσε κάθε δύναμι. Εἶναι αὐτός πού σᾶς ἔδεσε καί σᾶς ἔρριξε στό ζόφο καί στήν ἄβυσσο. Αὐτός εἶναι πού θά σᾶς ἐξοντώση τελειωτικά μέσα στήν αἰώνια φωτιά καί τή γέεννα. Μήν ἀργῆτε, μήν περιμένετε, ἀλλά τρέξετε γρήγορα καί βγάλετε τούς φυλακισμένους, τούς ὁποίους μέχρι τώρα κακῶς ἔχετε καταπιῆ. Ἀπό ἐδῶ κι᾿ ἐμπρός καταλύεται τό κράτος σας. Καταργεῖται ἡ τυραννική ἐξουσία σας. Ἡ ἀλαζονεία σας καταπατήθηκε οἰκτρά. Ἡ ὑπερήφανη καύχησί σας ξεκουρελιάσθηκε. ἡ δύναμί σας ἔσβησε καί χάθηκε γιά πάντα». Αὐτά φώναζαν οἱ νικήτριες δυνάμεις τοῦ Κυρίου στίς δυνάμεις τοῦ Ἐχθροῦ καί συγχρόνως ἐνεργοῦσαν μέ βιασύνη. Ἄλλοι γκρέμιζαν τήν φυλακή ἀπό τά θεμέλια της. Ἄλλοι καταδίωκαν τούς ἐχθρούς πού ἔφευγαν γιά νά σωθοῦν στά βαθύτερα μέρη. Ἄλλοι ἔτρεχαν καί ἐρευνοῦσαν τά ὑπόγεια, τά φρούρια καί τά σπήλαια. Καί ὅλοι, ἀπό διάφορες κατευθύνσεις καθένας, ἔφερναν τούς δεσμῶτες ἐμπρός στόν Κύριο. Ἄλλοι ἔδεναν τόν τύραννο, ἐνῶ ἄλλοι ἀπελευθέρωναν τούς προαιώνιους δεσμῶτες. Καί ἄλλοι μέν ἔτρεχαν μπροστά ἀπό τόν Κύριο, καθώς προχωροῦσε βαθύτερα. Ἄλλοι δέ τόν ἀκουλουθοῦσαν νικηφόροι, ὡς Θεόν καί Βασιλέα. Ἐνῶ λοιπόν αὐτά διεδραματίζοντο καί ἐλέγοντο στόν Ἅδη καί ἐσείοντο τά πάντα, ὁ δέ Κύριος ἐπλησίαζε νά φθάση στά πιό ἔσχατα βάθη, ὁ Ἀδάμ ὁ πρωτοδημιούργητος καί πρωτόπλαστος καί πρωτόθνητος πού βρισκόταν δεμένος γερά καί βαθύτερα ἀπό ὅλους, ἄκουσε τά βήματα τοῦ Κυρίου, πού ἐρχόταν στούς φυλακισμένους καί ἀμέσως ἀνεγνώρισε τήν φωνή Του, καθώς ἐπερπατοῦσε μέσα στή φυλακή. Στράφηκε τότε πρός ὅλους τούς ἐπί αἰῶνες συγκρατουμένους του καί τούς φώναξε: Ὦ φίλοι μου! Ἀκούω νά πλησιάζη σ᾿ ἐμᾶς ὁ ἦχος τῶν βημάτων Κάποιου. Ἐάν πραγματικά μᾶς ἀξίωσε νά ἔρθη ἕως ἐδῶ, τότε εἴμαστε ἐλεύθεροι! Ἐάν τόν ἰδοῦμε ἀνάμεσά μας, σωθήκαμε ἀπό τόν Ἅδη! Καί τήν ὥρα πού ὁ Ἀδάμ ἔλεγε αὐτά πρός τούς συγκαταδίκους του, εἰσέρχεται ὁ Κύριος, κρατῶντας τό νικηφόρο ὅπλο τοῦ Σταυροῦ. Μόλις τόν ἀντίκρυσε ὁ Ἀδάμ, χτύπησε τό στῆθος ἀπό τήν χαρούμενη ἔκπληξι καί φώναξε πρός ὅλους τούς ἐπί αίῶνες κεκοιμημένους:«ὁ Κύριός μου ἄς εἶναι μαζί μέ ὅλους»! Καί ὁ Χριστός ἀπάντησε στόν Ἀδάμ: «Καί μετά τοῦ πνεύματός σου». Ὕστερα τόν πιάνει ἀπό τό χέρι, τόν σηκώνει ἐπάνω καί τοῦ λέει: «Σήκω σύ πού κοιμᾶσαι καί ἀνάστα ἀπό τούς νεκρούς, γιατί σέ καταφωτίζει ὁ Χριστός! (Ἐφεσ. 5, 14). Ἐγώ ὁ Θεός, πού γιά χάρι σου ἔγινα υἱός σου, ἔχοντας δικούς μου πλέον καί σένα καί τούς ἀπογόνους σου, μέ τήν θεϊκή ἐξουσία μου δίνω ἐλευθερία καί λέω στούς φυλακισμένους: ἐξέλθετε. Σ᾿ αὐτούς πού κείτονται στό σκοτάδι: ξεσκεπασθῆτε. Καί σ᾿ ἐκείνους πού εἶναι πεσμένοι κάτω: σηκωθῆτε! Σένα, Ἀδάμ, σέ προστάζω: σήκω ἀπό τόν αἰώνιο ὕπνο σου. Δέν σέ ἔπλασα, γιά νά μένης φυλακισμένος τόν Ἅδη. Ἀνάστα ἐκ τῶν νεκρῶν, γιατί ἐγώ εἶμαι ἡ ζωή τῶν θνητῶν. Σήκω ἐπάνω, πλάσμα δικό μου, σήκω ἐπάνω σύ πού εἶσαι ἡ μορφή μου, πού σέ δημιούργησα κατ᾿ εἰκόνα μου.Σήκω νά φύγουμε ἀπό ἐδῶ. Γιατί σύ εἶσαι μέσα σέ μένα καί ἐγώ μέσα σέ σένα! Γιά σένα ὁ Κύριος ἔλαβε τή δική σου μορφή τοῦ δούλου. Γιά δική σου χάρι, ἐγώ πού βρίσκομαι ψηλότερα ἀπό τούς οὐρανούς, κατέβηκα στή γῆ καί πιό κάτω ἀπό τή γῆ. Γιά σένα τόν ἄνθρωπο ἔγινα σάν ἕνας ἀνυπεράσπιστος ἄνθρωπος, βρέθηκα χωρισμένος κι᾿ ἐγώ ἀπό τή ζωή, ἀνάμεσα σ᾿ ὅλους τούς ἄλλους νεκρούς (Ψαλμ. 87, 5). Γιά σένα πού βγῆκες μέσα ἀπό τόν κῆπο τοῦ παραδείσου, μέσα σέ κῆπο παραδόθηκα στούς Ἰουδαίους καί μέσα σέ κῆπο ἐσταυρώθηκα (Ἰωάν. 19, 41). Κύτταξε στό πρόσωπό μου τά φτυσίματα, πού καταδέχθηκα πρός χάριν σου, γιά νά σέ ἀποκαταστήσω στήν παλαιά σου δόξα, πού εἶχα δώσει μέ τό ἐμφύσημά μου (Γεν. 2, 7). Κύτταξε στά μάγουλά μου τά ραπίσματα, πού καταδέχθηκα, γιά νά ἐπανορθώσω τήν διεστραμμένη μορφή σου καί νά τήν φέρω στήν ὄψι πού εἶχε σάν εἰκόνα μου. Κύτταξε στή ράχη μου τή μαστίγωσι πού καταδέχθηκα, γιά νά διασκορπίσω τό φορτίο τῶν ἁμαρτημάτων σου. Κύτταξε τά καρφωμένα χέρια μου, πού τά ἅπλωσα καλῶς ἀπάνω στό ξύλο τοῦ Σταυροῦ, γιά νά συχωρεθῆς σύ πού ἅπλωσες κακῶς τό χέρι σου στό ἀπαγορευμένο δένδρο. Κύτταξε τά πόδια μου πού καρφώθηκαν καί τρυπήθηκαν στό Σταυρό, γιά νά ἐξαγνισθοῦν τά δικά σου πόδια πού ἔτρεξαν κακῶς στό δένδρο τῆς ἁμαρτίας. Τήν ἕκτη ἡμέρα βγῆκε εἰς βάρος σου τότε ἡ καταδικαστική ἀπόφασις. Γι᾿ αὐτό πάλι τήν ἕκτη ἡμέρα σέ ἀναπλάττω καί ἀνοίγω τόν παράδεισο. Πρός χάριν σου γεύθηκα τήν χολή, γιά νά σοῦ θεραπεύσω τήν πικρή ἡδονή πού γεύθηκες ἀπό ἐκεῖνον τόν γλυκό καρπό. Γεύθηκα τό ξύδι, γιά νά βγάλω ἀπό τή ζωή σου τό δριμύ καί ἔξω ἀπό τή φύσι σου ποτῆρι τοῦ θανάτου. Δέχθηκα τόν σπόγγο, γιά νά σβήσω τό κατάστιχο τῶν ἁμαρτιῶν σου. Δέχθηκα τό καλάμι, γιά νά ὑπογράψω τήν ἀπελευθέρωσι τοῦ ἀνθρωπίνου γένους. Ὕπνωσα στόν Σταυρό καί τρυπήθηκα στήν πλευρά μου, γιά σένα πού ὕπνωσα στόν παράδεισο καί ἔβγαλα ἀπό τήν πλευρά σου τήν Εὔα. Ἡ πληγωμένη πλευρά μου ἐθεράπευσε τόν πόνο τῆς πλευρᾶς σου. Ὁ δικός μου ὕπνος θά σέ βγάλη ἀπό τόν ὕπνο σου μέσα στόν Ἅδη. Ἡ ρομφαία πού χτύπησε ἐμένα, σταμάτησε τή ρομφαία πού στρεφόταν ἐναντίον σου (Γεν. 3, 24). Σήκω, λοιπόν. Ἄς φύγουμε ἀπό ἐδῶ. Τότε σέ ἐξώρισα ἀπό τόν γήϊνο παράδεισο. Τώρα σέ ἀποκαθιστῶ, ὄχι πλέον σ᾿ ἐκεῖνον τόν παράδεισο, ἀλλά σέ οὐράνιο θρόνο. Τότε σ᾿ ἐμπόδισα νά φᾶς ἀπό τό ξύλο τῆς ζωῆς (Γεν. 3, 22). Νά ὅμως τώρα πού ἑνώθηκα πλήρως μέ σένα, ἐγώ πού εἶμαι ἡ ἴδια ἡ ζωή. Ἔταξα τά Χερουβίμ νά σέ φρουροῦν σάν δοῦλο. Τώρα ὁδηγῶ τά Σεραφίμ νά σέ προσκυνήσουν σά Θεό. Κρύφθηκες τότε μπροστά στόν Θεό, ἐπειδή ἤσουν γυμνός. Νά ὅμως πού ἀξιώθηκες νά κρύψης μέσα σου γυμνό τόν ἴδιο τόν Θεό. Γι᾿ αὐτό σηκωθῆτε, ἄς φύγουμε ἀπό ἐδῶ. Ἀπό τόν θάνατο στή ζωή. Ἀπό τήν φθορά στήν ἀφθαρσία. Ἀπό τό σκοτάδι στό αἰώνιο φῶς. Ἀπό τήν ὀδύνη στήν ἐλευθερία. Ἀπό τή φυλακή τοῦ Ἅδη στήν ἄνω Ἱερουσαλήμ. Ἀπό τά δεσμά στήν ἄνεσι. Ἀπό τή σκλαβιά στήν τρυφή τοῦ Παραδείσου. Ἀπό τή γῆ στόν οὐρανό. Γι᾿ αὐτό τόν σκοπό ὁ Χριστός ἀπέθανε καί ἀνέστη: γιά νά γίνη Κύριος καί νεκρῶν καί ζώντων (Ρωμ. 14, 9). Σηκωθῆτε, λοιπόν. Ἄς φύγουμε ἀπό ἐδῶ. Ὁ οὐράνιος Πατέρας περιμένει μέ λαχτάρα τό χαμένο πρόβατο. Τά ἐνενῆντα ἐννέα πρόβατα τῶν ἀγγέλων (Ματθ. 18, 12) περιμένουν τόν σύνδουλό τους Ἀδάμ, πότε θά ἀναστηθῆ, πότε θά ἀνέλθη καί θά ἐπανέλθη πρός τόν Θεό. Ὁ χερουβικός θρόνος εἶναι ἕτοιμος. Αὐτοί πού θά σᾶς ἀνεβάσουν εἶναι γρήγοροι καί βιάζονται.  

Αὐτά καί ἄλλα παρόμοια εἶπεν ὁ Κύριος. Καί ἀμέσως ἀνασταίνεται μαζί Του ὁ ἑνωμένος σ᾿ αὐτόν Ἀδάμ καί μαζί τους καί ἡ Εὔα. Ἀκόμη δέ καί «πολλά σώματα δικαίων, πού εἶχαν πεθάνει πρίν ἀπό αἰῶνες, ἀναστήθηκαν» (Ματθ. 27, 52), διακηρύσσοντας τήν τριήμερο Ἀνάστασι τοῦ Χριστοῦ. Αὐτήν ἄς τήν ὑποδεχθοῦμε καί ἄς τήν ἀγκαλιάσουμε οἱ πιστοί μέ πολλή χαρά, χορεύοντες μέ τούς ἀγγέλους καί ἑορτάζοντες μέ τούς ἀρχαγγέλους καί δοξάζοντες τόν Χριστό, πού μᾶς ἀνέστησε ἀπό τήν φθορά. Εἰς Αὐτόν ἁρμόζει ἡ δόξα καί ἡ δύναμις, μαζί μέ τόν ἀθάνατο Πατέρα καί τό πανάγιο καί ἀγαθό καί ζωοποιό καί ὁμοούσιο Πνεῦμα, εἰς ὅλους τούς αἰῶνες τῶν αἰώνων. Ἀμήν! 



Άγιος Επιφάνιος Κύπρου



ΑΤΕΝΙΖΟΝΤΑΣ ΤΟΝ ΙΗΣΟΥ ΕΝ ΣΙΩΠΗ


 

 

Κάθε χρόνο, ὅταν φτάνει ἡ Μεγάλη Ἑβδομάδα, ὁ πιστὸς προσκαλεῖται γιὰ μία ἐπανατοποθέτηση τῆς ζωῆς του μπρὸς στὸ μυστήριο τοῦ πάθους τοῦ Χριστοῦ.Ὁ Χριστὸς μᾶς ἀτενίζει καθηλωμένος ἐκεῖ στὰ μεσούρανα, στὸ Σταυρό Του, προσκαλώντας μας καὶ προκαλώντας ταυτόχρονα πιστοὺς καὶ λιγότερο πιστούς. Καὶ ποιὸς ἄραγε θὰ μποροῦσε νὰ διαβεβαιώσει ὅτι προσπέρασε τὸν Σταυρὸ τοῦ Χριστοῦ, τὸ αἰώνιο αὐτὸ σκάνδαλο τῆς λογικῆς ἀνθρώπων καὶ ἀγγέλων, χωρὶς κλυδωνισμοὺς ἀμφιβολιῶν, χωρὶς κραδασμοὺς στὸ ἐπίπεδο τῶν αὐτονόητων ἐνδοκοσμικῶν βεβαιοτήτων;Φέτος ἰδιαίτερα, καὶ ἐνῶ ἀκόμη εἶναι νωπὲς οἱ ἐντυπώσεις ἀπὸ τὰ σκάνδαλα ποὺ ἦρθαν, καὶ ἀπ᾿ αὐτὰ ποὺ θὰ ἔρθουν, θὰ ἀντικρίσουμε καὶ πάλι τὸ Χριστό.

 

 

Ἴσως φέτος νὰ φαντάζει περισσότερο μόνος: δεμένος σὰν κακοῦργος, περιτριγυρισμένος καὶ λοιδορούμενος ἀπὸ τὸν ὄχλο καὶ τὸ ἀρχοντολόϊ τῆς πολιτικῆς καὶ ἐκκλησιαστικῆς ἐξουσίας τοῦ «καιροῦ ἐκείνου»· μὲ τοὺς μαθητές Του ἀποσυναρμολογημένους, διασκορπισμένους καὶ ἀνήμπορους νὰ τοῦ προσφέρουν κάτι περισσότερο ἀπὸ τὴν ἄρνηση τοῦ Πέτρου.Κι Αὐτὸς σιωπηλός, νὰ ἀτενίζει ὅλους, ὅπως τότε τὸν Πέτρο πρὶν λαλήσει ὁ πετεινός, καὶ νὰ ἀναμοχλεύει μέσα μας ὅλες τὶς ἀρνήσεις κι ὅλες τὶς προδοσίες στὸ πρόσωπό Του, ὅλα τὰ πάθη κι ὅλες τὶς πληγές.Νὰ μᾶς κοιτᾶ μὲ μίαν ἀπέραντα μεγαλόπρεπη Σιωπὴ -ὅση κι ἡ ἀγάπη Του- ποὺ θεραπεύει τὴν κούφια καὶ ὑβριστικὴ πολυλογία τῶν «ἐκπροσώπων» Του, κάθε μεγαλόστομη καὶ ὑπερφίαλη καπηλεία τῆς Σιωπῆς καὶ τοῦ Πάθους.Μία ἁγιασμένη, πονεμένη Σιωπὴ γιὰ τοὺς πόνους καὶ τὶς ἀποτυχίες τῶν ἀνθρώπων ὅλων τῶν αἰώνων, μυστικὴ φωνὴ στὰ μύχια της ψυχῆς μας. Μία μεγαλειώδης, εὔγλωττη, κατανυκτικὴ Σιωπὴ Ἀγάπης.«Ὁ δὲ Ἰησοῦς ἐσιώπα». Στὸν πόνο καὶ στὸν θρίαμβο. Καὶ ὅταν ἔκανε τὰ θαύματα, καὶ ὅταν δεχόταν τὰ ραπίσματα. Καὶ ὅταν εἰσέρχεται θριαμβευτικὰ στὰ Ἱεροσόλυμα «μετὰ βαΐων καὶ κλάδων», καὶ ὅταν ἐρωτᾶται ἀπὸ τὸν ἀρχιερέα Καϊάφα, τὸν Πιλάτο, τὸν βασιλιὰ Ἡρώδη: «Οὐδὲν ἀποκρίνη; οὐκ ἀκούεις πόσα σου καταμαρτυροῦσιν; Ὁ δὲ Ἰησοῦς ἐσιώπα».Σιωπᾶ ὅταν ὁ ὄχλος καὶ οἱ στρατιῶτες τὸν χλευάζουν, ὅταν τὸν προκαλοῦν λέγοντας: «Σῶσον σεαυτὸν εἰ Υἱὸς εἶ τοῦ Θεοῦ». Ὅταν καταφέρουν στὸ ἅγιο πρόσωπό Του ραπίσματα καὶ μὲ σαρκαστικὴ εἰρωνεία τὸν ἐξωθοῦν νὰ «προφητεύσει» ποιὸς τὸν ράπισε. Ἀνταποδίδει στὴν παράλογη πρόκληση τῆς ἀνθρώπινης κακότητας τὴν πορφυρὰ Σιωπὴ τῶν σταυρωμένων Του χεριῶν, τὴ ματωμένη καρδιὰ τῆς Ἀγάπης.Σιωπᾶ ὁ Ἰησοῦς μπροστὰ στὴν μισαλλοδοξία ἐχθρῶν, στὴν ἀλαζονεία καὶ τὴν ὑποκρισία τῶν «φίλων», γιατὶ οἱ λέξεις δὲν μποροῦν νὰ ποῦν τίποτα περισσότερο ἀπ᾿ ὅσα πολυσήμαντα μαρτυροῦν τὰ πάθη, ὁ Σταυρὸς καὶ ἡ Ἀνάστασή Του.Ἡ Σιωπὴ τοῦ Ἰησοῦ εἶναι διακριτικὴ συνομιλία, ἕνας ἀέναος διάλογος ἀγάπης μὲ τὶς ψυχές, ὅταν τὰ λόγια καθίστανται ἀνήμπορα νὰ διασπάσουν τὰ τείχη τοῦ ὀρθολογισμοῦ καὶ τῆς ἀμφιβολίας ποὺ ἔχουν ἑρμητικὰ σφραγίσει τὰ «ὦτα» μας. Ὅταν τὰ πάθη ἔχουν ἀλλοιώσει τὴν «λογική» ψυχή μας καὶ τὴν ἔχουν παραδώσει στὸ παράλογό της τυχαιότητας, τὸ χαοτικὸ ἐνήδονο κυνήγι τῆς ὀδύνης.Συνομιλεῖ καὶ τότε «ἐν τῇ σιωπῇ» ὁ Χριστὸς μαζί μας, γιατί ὁ ἄνθρωπος ποτὲ δὲν παύει νὰ εἶναι Εἰκόνα τοῦ Θεοῦ, ποτὲ δὲν χάνει τὴν ἱκανότητα νὰ διαισθάνεται, νὰ ξέρει, νὰ «καταλαβαίνει πολὺ περισσότερα πράγματα ἀπ᾿ ὅσα μπορεῖ νὰ ἐκφράσει», ἀπ᾿ αὐτὰ ποὺ μπορεῖ νὰ ἀκούσει. Ὁ Σιωπῶν Χριστὸς τοῦ Πάθους, μᾶς ἔχει ἐξασφαλίσει τὸ προνόμιο, ὥστε «νῦν καὶ ἀεί» νὰ μποροῦμε νὰ ψιθυρίζουμε τὸ «μνήσθητί μου, Κύριε» τοῦ ληστοῦ, ἀκόμα καὶ πάνω στὸ σταυρὸ τῆς πιὸ μεγάλης ντροπῆς, τῆς πιὸ μεγάλης ἀπελπισίας.Ὁ Χριστὸς τῆς Σιωπῆς, εἶναι ὁ Χριστὸς τῆς ἀγάπης, ὁ Χριστὸς τῆς ἀναμονῆς, δηλαδὴ ὁ Χριστὸς τῆς ἐλευθερίας: κανένα δὲν ἐξαναγκάζει, μὰ ἀγαπᾶ, σιωπᾶ καὶ περιμένει τὴν μετάνοιά μας. «Ἡ σιωπὴ εἶναι ὁ ἐσχατολογικὸς τρόπος μὲ τὸν ὁποῖον μιλεῖ καὶ πράττει ὁ Θεός... Ὅποιος ἀγαπᾶ δὲν φλυαρεῖ... μὰ ὑποφέρει καὶ ὑπομένει»Ἡ Σιωπὴ τοῦ Λόγου! Τὰ λόγια εἶναι τὰ ἐργαλεῖα τῆς χρονικότητας. Ἡ κατανόηση τῆς οὐσίας τῶν λόγων εἰσάγει στὴν αἰωνιότητα τοῦ ὑπέρ-λόγου, ἐκεῖ ὅπου τὰ λόγια εἶναι περιττά. Ἡ «σιωπὴ εἶναι ἡ γλώσσα τῆς Βασιλείας τοῦ Θεοῦ. «Ἡ σιωπὴ μυστήριόν ἐστι τοῦ αἰῶνος τοῦ μέλλοντος· οἱ δὲ λόγοι ὄργανόν ἐστι τούτου τοῦ κόσμου» (Ἰσαὰκ ὁ Σύρος).Ἡ Σιωπὴ τοῦ Λόγου λογοποιεῖ τὴν παράλογη λογικὴ τοῦ πεπτωκότος ἀνθρώπου. Σιωπηλὰ ἀνασκάπτει τὶς καρδιές, ἀποκόπτει τὰ καρκινώματα τοῦ ἄλογου ἐγωϊσμοῦ, δένει τὰ τραύματα, ζωντανεύει τὴν ἐρειπωμένη πίστη, ἑτοιμάζει τὴν ἐξανάσταση.

 

Μέσα στὴν σιωπὴ συντελεῖται ἡ θεανθρώπινη συνάντηση. «Ἰδού, ὁ Νυμφίος ἔρχεται ἐν τῷ μέσῳ τῆς νυκτός». Ὁ ἄνθρωπος ἐκεῖ, στὴ σιγὴ τῆς ἡσυχίας, «τῶν ὑπερφυῶν γεύεται ἀγαθῶν καὶ ὑπερκοσμίων ἀπολαύει καλῶν, καὶ τῆς τοῦ Θεοῦ ἀγάπης καθίσταται χώρημα· καὶ οὕτω ἐρωτοληπτεῖται καὶ χαίρει καὶ εὐθυμεῖ» (Ἅγ. Κάλλιστος).«Ὁ φίλος της σιωπῆς προσεγίζει τὸν Θεὸ καὶ συνομιλώντας μυστικὰ μαζί Του, φωτίζεται ἀπ᾿ Αὐτόν» (Ἰωάννης Κλίμακος).Ὅσοι αὐτὴ τὴν Μεγάλην Ἑβδομάδα κατορθώσουμε –ἀτενίζοντες τὸν Ἰησοῦ- ν᾿ ἀφουγκραστοῦμε ταπεινὰ τὴ πολύφθογγη Σιωπή Του, ἀποφασίσουμε «ἐν μετανοίᾳ» νὰ ἐναποθέσουμε στὰ χέρια Του τὴν ζωή μας καὶ μποῦμε στὴ σιωπὴ τοῦ «ὄλβιου» τάφου, θὰ μᾶς χαρίσει ἄλλη μία φορὰ διὰ τοῦ θανάτου Του τὴν «ἐκ νεκρῶν Ἀνάσταση».

 
 
 
 
Πηγή.Άπαντα Ορθοδοξίας

                              

                                                                                                      Παναγιώτης Σημάτης

 
 
 

ΜΕ ΤΑ ΛΟΓΙΑ ΠΡΟΣΚΥΝΟΥΝ ΜΕ ΤΑ ΕΡΓΑ ΤΟΝ ΣΤΑΥΡΩΝΟΥΝ


 

 

 

Ὅταν ἐγώ βλέπω τόν Ἰησοῦν Χριστόν νά ἐμβαίνῃ μέ τόσην τιμήν, μέ τόσην δοξολογίαν, μέ τόσον θρίαμβον μέσα εἰς τήν Ἱερουσαλήμ, ἠμπορῶ νά λογιάσω μέ δίκαιον λόγον, πώς ἀπό τόν φθόνον καί μῖσος τῶν ἀρχιερέων, τῶν πρεσβυτέρων καί γραμματέων δέν ἔχει πλέον νά φοβῆται κανένα κακόν.Ὦ πόλις ἁγία, ὄντως πόλις τοῦ Θεοῦ Ἱερουσαλήμ! «δεδοξασμένα ἐλαλήθη περί σοῦ» εἰς τούς περασμένους αἰῶνας, δεδοξασμένα θέλουσι λαληθῇ περί σοῦ καί εἰς τούς αἰῶνας τούς μέλλοντας, διά τήν εὐχαριστίαν καί ἀγάπην, ὅπου δείχνεις πρός τόν θεῖον σου εὐεργέτην! Εὐγνώμονες παῖδες Ἑβραίων, ἐπαινῶ τήν ἀγαθήν σας διάθεσιν· ἐσεῖς τώρα πιάνετε κλάδους ἐλαιῶν καί βαΐα φοινίκων, σύμβολα νίκης, μέ τά ὁποῖα προαπαντᾶτε, ὡς βασιλέα τοῦ Ἰσραήλ, τόν θαυματουργόν τοῦτον υἱόν Δαυΐδ·

 

 

Τούτο ἔπαθε τότε ὁ Χριστός ἀπό τούς Ἑβραίους καί τοῦτο τό ἴδιον παθαίνει τώρα ἀπό τούς Χριστιανούς, ὅπου ταύταις ταῖς ἁγίαις ἡμέραις μέ τά λόγια τόν προσκυνοῦσι, μέ τά ἔργα τόν σταυρώνουσι· μέ τήν ἐξωτερικήν ἐπίδειξιν «Ὡσαννά», μέ τήν ἐσωτερικήν διάθεσιν «σταυρωθήτω». Τοῦτο θέλει εἶσθαι τῆς σημερινῆς διδαχῆς ἡ ὑπόθεσις, ἤγουν: μέ ποῖον τρόπον πρέπει οἱ Χριστιανοί νά τιμῶσι τά πάθη τοῦ Χριστοῦ εἰς ταύτας τάς ἁγίας ἡμέρας.Ἀφοῦ ἔκαμε τό δεῖπνον τό Μυστικό ὁ Ἰησοῦς Χριστός, συντροφιασμένος μέ τούς μαθητάς του, ἔρχεται πέραν τοῦ χειμάρρου τῶν κέδρων, εἰς τό χωρίον Γεθσημανῆ· ἦτον εἰς τήν ἀρχήν τῆς νυκτός καί, ἀφήνοντάς τους ἐκεῖ παίρνει μαζῆ του τούς τρεῖς, Πέτρον καί Ἰάκωβον καί Ἰωάννην. Παραμερίζει νά προσευχηθῇ καί, στοχαζόμενος τό πάθος του, περίλυπος ἔγεινεν ἡ ψυχή του ἕως θανάτου.Καλή καρδία, ὦ Ἰησοῦ, μή λυπᾶσαι· ἐγώ βλέπω ἕνα πλῆθος ἀνθρώπων, ὅπου ἔρχεται πρός σέ μετά φανῶν καί λαμπάδων· αὐτοί πρέπει νά εἶναι καλοί ἄνθρωποι, διατί ἀλλέως δέν ἐπεριπατοῦσαν τήν νύχτα μέ τό φῶς. Βλέπω καί περιπατεῖ ἔμπροσθεν τους ἕνας ἄνθρωπος, ὅπου ἀπό τό σχῆμα μέ φαίνεται ἕνας σου μαθητής. Βλέπω καί ἐκεῖνοι σιμώνουσιν, ἐτοῦτος σέ χαιρετᾷ: «χαῖρε Ραββί»· μάλιστα σέ φιλεῖ «καί κατεφίλησεν αὐτόν».Ἐκεῖ ὅπου εἶναι φιλήματα, ἐκεῖ ὅπου εἶναι χαιρετισμοί, ἐκεῖ, ὅπου εἶναι ἕνας μαθητής, ἐκεῖ, ὅπου εἶναι φανοί καί λαμπάδες, ἠμπορεῖ νά εἶναι κανένα κακόν; καλή καρδία, ὦ Ἰησοῦ, μή φοβεῖσαι. Μά τέλος πάντων τί γίνεται; ἐκεῖνοι οἱ λαμπαδοφόροι ἄνθρωποι εἶναι σπεῖρα στρατιωτῶν, εἶναι πλῆθος ὑπηρετῶν, ὅπου ἔρχονται διά νά πιάσωσι τόν Ἰησοῦν καί νά τόν σύρουσιν εἰς τόν θάνατον· ἐκεῖνος ὁ μαθητής εἶναι ὁ προδότης Ἰούδας, ὅπου τόν ἐπώλησε διά τριάκοντα ἀργύρια, καί τώρα ἔρχεται νά τόν παραδώσῃ· ἐκεῖνος ὁ χαιρετισμός εἶναι δόλιος, ἐκεῖνο τό φίλημα εἶναι τό σημεῖον τῆς προδοσίας· «ὅν ἄν φιλήσω αὐτός ἐστι, κρατήσατε αὐτόν».Ὥστε ὅπου ἄλλα εἶναι τά φαινόμενα καί ἄλλα τά γινόμενα; βέβαια ὤ μεγάλη συμφορά τοῦ Ἰησοῦ! δίκαιον ἔχει, δίκαιον ἔχει νά λέγῃ: «περίλυπός ἐστιν ἡ ψυχή μου ἕως θανάτου». Ἕνα ὅμοιον πρᾶγμα συμβαίνει τήν ἡμέραν τῆς Μεγάλης Παρασκευῆς, ὅταν γίνεται ἡ ἀνάμνησις τῶν ἁγίων καί φρικτῶν παθῶν τοῦ Σωτῆρος. Πλῆθος πολύ, ἡ πρόοδος τῶν Σταυρῶν καί τῶν ἁγίων Τάφων κρατεῖ ἀπό τό ἕνα ἕως τό ἄλλο ἄκρον τῆς πόλεως, συνδρομή ἀναρίθμητος ἱερωμένων καί λαϊκῶν, καί ἰδιωτῶν μεγάλων καί μικρῶν, ὅπου προάγονται καί ἀκολουθοῦσι τήν ἱεράν λιτανείαν· στενοχωροῦνται εἰς κάθε τόπον κάθε ἡλικίας ἄνθρωποι, ὅπου συντρέχουσιν εἰς τό θέαμα· κρέμονται ἀπό τά παράθυρα ἄνδρες καί γυναῖκες, νέοι καί παιδιά καί γέροντες, διά νά ἰδοῦσι τήν σεβασμίαν παράταξιν.Φωτοχυσία μεγάλη φανῶν καί λαμπάδων, εἰς τρόπον ὥστε λάμπει μία ἡμέρα εἰς τό σκότος τῆς νυχτός· εἶναι ὅλα σημεῖα μιᾶς ἐξαιρέτου θερμῆς εὐλαβείας. Ὅποιος ἰδῇ τί γίνεται καί μέσα εἰς τάς ἐκκλησίας καί ἔξω εἰς τάς πλατείας καί τάς ὁδούς, θέλει λογιάσει πώς ὅλη ἡ πόλις, ὡσάν ἡ Νινευή, ὅταν ἔκαμεν ἐκείνην τήν δημοσίαν μετάνοιαν διά νά ἐξιλεώσῃ τόν Θεόν, εἶναι ὅλη πόνος, συντριβή, κατάνυξις· καί πῶς, ἄν ὅλαις ταῖς ἡμέραις τοῦ χρόνου ἐστάθημεν ἁμαρτωλοί, τήν Μεγάλην Παρασκευήν ἡμεῖς εἴμεσθεν ἀληθινά μετανοημένοι;Μ᾽ ὅλον τοῦτο, ἄλλα εἶναι τά φαινόμενα καί ἄλλα τά γινόμενα· ἡ μεγάλη ἐκείνη παρρησία δέν εἶναι ἄλλο παρά μία ἐπίδειξις θεατρική· ἀπό ἐκεῖνο τό πολύ πλῆθος, ὅπου συντρέχει διά νά ἑορτάση τά πάθη τοῦ Χριστοῦ, μερικοί ὁλότελα δέν ἐμετανόησαν· βλέπουσιν τόν Χριστόν εἰς τόν Σταυρόν καί ἐκεῖνος δέν ἐχωρίσθη ἀκόμη ἀπό τήν πόρνην· τοῦτος δέν ἐπέστρεψεν ἀκόμη τό ξένον πρᾶγμα, οὗτος ὁ ἄλλος ἀκόμη δέν ἐσυγχώρησεν τόν ἐχθρόν του, δέν ἄφησε τήν κακήν του συνήθειαν καί δέν ἔχει γνώμην νά κάμῃ καμμίαν διόρθωσιν τῆς ζωῆς του· ἄλλοι ἐμετανόησαν, μά πρός ὥρας ἐμετανόησαν πώς ἥμαρτον, μετ᾽ ὀλίγον θέλουσι μετανοήσει πώς ἐμετανόησαν: ἄλλοι ἔχουσι γνώμην νά ἐξομολογηθῶσι, μά ἔχουσι καί γνώμην εὐθύς, ὅπου ἀναστηθῇ ὁ Χριστός, πάλιν νά τόν ξανασταυρώσουσιν: «ἀνασταυροῦντες ἑαυτοῖς τόν υἱόν τοῦ Θεοῦ καί παραδειγματίζοντες», καθώς λέγει ὁ μακάριος Παῦλος.Ὦ Θεέ! καί οἱ Χριστιανοί τιμῶσι τόν Χριστόν εἰς τά πάθη του μόνον μέ τά χείλη, μά ἡ καρδιά τους εἶναι πολλά μακράν, ἔτσι ἐπαραπονεῖτο ὁ Θεός, μέ τό στόμα τοῦ Ἡσαΐου, καί αὐτός ὁ Χριστός εἰς τό ἱερόν Εὐαγγέλιον: «Ὑποκριταί, καλῶς προεφήτευσε περί ὑμῶν Ἡσαΐας, λέγων ἐγγίζει μοι ὁ λαός οὗτος τῷ στόματι αὑτῶν καί τοῖς χείλεσί με τιμᾷ· ἡ δέ καρδία αὐτῶν πόρρω ἀπέχει ἀπ᾽ ἐμοῦ».Τέτοιας λογῆς ἀνίσως καί τήν μεγάλην ἐκείνην Παρασκευήν μίαν φοράν ἐσταυρώθη ὁ Χριστός ἀπό τούς Ἰουδαίους, κάθε μεγάλην Παρασκευήν ξανασταυρώνεται ὁ Χριστός ἀπό τούς Χριστιανούς, διατί ἄλλα εἶναι τά φαινόμενα καί ἄλλα τά γινόμενα· καί μ᾽ ὅλον τοῦτο· τότε ἔπρεπε μάλιστα οἱ Χριστιανοί νά φαίνωνται πλέον εὐλαβεῖς καί πλέον ευχάριστοι.Ἀποστάτησεν ὁ λαός τῆς Ἀντιοχείας καί Σέλευκος ὁ Βασιλεύς μετά βίας ἐλυτρώθη ἀπό τάς χεῖρας τῶν ἀποστατῶν, οἱ ὁποῖοι ἤθελον νά τοῦ πάρωσι καί τήν ζωήν, ἀφ᾽ οὗ τοῦ ἐπήρασι τήν βασιλείαν. Μοναχός φεύγει κρυφίως ἀπό τά βασίλεια, ἐβγαίνοντας ἀγνώριστος ἀπό τήν χώραν, περιπατεῖ ὅλην τήν νύκτα καί πρός τήν αὐγήν φθάνει εἰς μίαν παραθαλασσίαν, ὅπου κάθεται νά πάρῃ ὀλίγην ἀναπνοήν. Κουρασένος εἰς τό κορμί διά τόν κόπον, περίλυπος εἰς τήν ψυχήν διά τήν καταστροφήν, καί μέ πολλούς ἀναστεναγμούς στέκει καί συλλογίζεται τήν συμφοράν του.Μά οἱ ἀποστάται, ὅπου τόν ἤθελον ἀποθαμένον, ἀκολουθοῦσι τά ἴχνη του· φθάνουσι καί αὐτοί εἰς τόν ἴδιον τόπον· τόν ξανοίγουσι μακρόθεν, τόν γνωρίζουσι· τρέχουσι τότε μέ ὅλον τόν θυμόν εἰς τό πρόσωπον, μέ τάς ρομφαίας εἰς τάς χεῖρας, καί ὁρμοῦσι καταπάνω του, διά νά πίωσι τό αἷμα του. Πλησιάζουσι·

 

Καί ἐδῶ, βλέποντες ἕνα Βασιλέα, τόν ἴδιόν τους Βασιλέα, μοναχόν, χωρίς καμμίαν συντροφίαν, τεθλιμμένον, χωρίς καμμίαν παρηγορίαν, γυμνόν ἀπό κάθε βασιλικήν στολήν, κείμενον εἰς τήν γῆν, ὅλον περιχυμένον ἀπό τά δάκρυα, κρατοῦσιν εἰς τό πρῶτον τόν θυμόν καί τάς χεῖρας, τόν λυποῦνται, μετανοοῦσιν εἰς τήν ἀποστασίαν ὅπου ἔκαμαν· τόν παρηγοροῦσιν μέ λόγια συμπαθητικά· τόν σηκώνουσιν ἀπό τήν γῆν· τόν προσκυνοῦσι πάλιν διά βασιλέα ζητοῦσι συγχώρησιν εἰς τά περασμένα· τόν συντροφεύουσιν εἰς τήν πόλιν· τόν ἀνεβάζουσιν εἰς τόν θρόνον καί τοῦ ὀμνύουσιν εἰς τό ἐρχόμενον πίστιν καί ὑπακοήν! Τόσον ἴσχυσεν εἰς καρδίας καί βαρβάρων καί ἀποστατῶν ἡ ὄψις δυστυχισμένου βασιλέως.Αἴ, χριστιανοί, ἐκεῖνος, τόν ὁποῖον τήν μεγάλην Παρασκευήν βλέπομεν καρφωμένον εἰς ἕνα σταυρόν, στεφανωμένον μέ ἀκάνθας, ἄμορφον ἀπό τά ραπίσματα, ὅλον αἱματωμένον ἀπό τάς πληγάς, εἶναι ὁ βασιλεύς τῆς Δόξης, εἶναι ὁ βασιλεύς ἡμῶν, εἰς τοῦ ὁποίου τό ὄνομα ἐβαπτίσθημεν, τοῦ ὁποίου τό εὐαγγέλιον πιστεύομεν, τοῦ ὁποίου τήν βασιλείαν ἐλπίζομεν.

 

 
 
 
 
 

                                                                               

                                                                                                               Ηλίας Μηνιάτης

 
 

ΙΟΥΔΑΣ ΙΣΚΑΡΙΩΤΗΣ,Η ΑΙΩΝΙΑ ΑΥΤΟΜΟΝΩΣΗ


 
 

 

Ἰούδας: τὸ μεγάλο μυστήριο, ποὺ ἐνέπνευσε συγγραφεῖς.Τὴ συγκίνηση ἐπιτείνει ἡ ὑποψία ὅτι ὁ Ἰούδας ἦταν ζηλωτὴς (μέλος ἐπαναστατικοῦ σώματος) ὅταν ὁ Ἰησοῦς (κάτω ἀπὸ συνθῆκες ποὺ δὲν ἀναφέρονται) τὸν κάλεσε στὴν παρέα τῶν δώδεκα. Τὴν ὑποψία αὐτὴ δημιούργησε τὸ ἐπίθετο Ἰσκαριώτης, ποὺ συνδέεται ὑποθετικὰ μὲ τὸ εἰδικὸ στιλέτο (sicarius) ποὺ χρησιμοποιοῦσαν οἱ ζηλωτὲς κατὰ τὶς ἐπιθέσεις αὐτοκτονίας τους ἐναντίον τῶν Ρωμαίων.Φανατικοὶ ἢ ἥρωες, οἱ πρόγονοι τῶν σημερινῶν καμικάζι, ποὺ χτυποῦσαν μὲ τυφλὴ ἀπελπισία τοὺς προγόνους τῶν σημερινῶν ἀδίστακτων κατακτητῶν, προκάλεσαν τὴ συμπάθεια καὶ τὸ μύθο ὅτι ὁ Ἰούδας ἀγαποῦσε τὸν Ἰησοῦ, ἀλλὰ Τὸν πρόδωσε εἴτε ἀπὸ ἀγανάκτηση, ὅταν ἔνιωσε νὰ προδίδονται οἱ προσδοκίες του γιὰ ἀπελευθερωτῆ Μεσσία, εἴτε γιὰ νὰ Τὸν ἐξαναγκάσει ἔμμεσα νὰ ἐνεργοποιήσει τὴ θεϊκή Του δύναμη καὶ ν᾿ ἀρχίσει ἐπιτέλους ἡ ἀποτίναξη τοῦ ἀπάνθρωπου ρωμαϊκοῦ ζυγοῦ ποὺ ὀνειρευόταν τὸ ἑβραϊκὸ ἔθνος.

 

 

Τὸ μύθο συντήρησαν οἱ κινηματογραφικὲς καὶ τηλεοπτικὲς παραγωγές, μὲ ἀποτέλεσμα σήμερα ὁ ἀδαὴς καὶ σχετικὰ ἀθῶος μέσος καταναλωτὴς νὰ τὸν καταναλώνει μηρυκάζοντας μαζὶ μὲ τὰ γενετικὰ τροποποιημένα προϊόντα ποὺ σερβίρονται στὸ καθημερινὸ πιάτο του.Προσωπικὰ δὲ γνωρίζω ἂν εἶναι βάσιμη ἡ ὑπόθεση γιὰ προαποστολικὴ θητεία τοῦ Ἰούδα στὸ κίνημα τῶν ζηλωτῶν. Δὲν τὸ θεωρῶ πολὺ πιθανόν, γιατὶ δὲν ἔχω ἀκούσει τὸ χαρακτηρισμὸ Ἰσκαριώτης γιὰ τοὺς φορεῖς τοῦ σικαρίου. Ἀντίθετα, ὁ ἀπόστολος Σίμων ὁ Κανανίτης χαρακτηρίζεται καὶ Σίμων ὁ Ζηλωτής (Λουκ. 6, 15), ἑπομένως πρέπει νὰ ἀνῆκε στὸ κίνημα πρὶν γίνει ἀπόστολος. Στὰ εὐαγγέλια βέβαια δὲν ὑπάρχει νύξη γιὰ ζηλωτικὲς δραστηριότητες ἢ καὶ σκέψεις τῶν δυὸ ἀποστόλων, ὁπότε, ὅ,τι κι ἂν συνέβαινε στὴ ζωή τους πρὶν τὴν ἀποστολικὴ κλήση τους, ἡ κλήση αὐτὴ ἦταν κάτι πιὸ σημαντικὸ ἀπ᾿ ὅσο θὰ θέλαμε νὰ πιστεύουμε στὶς ἁπλουστευτικὲς ἑρμηνεῖες ποὺ δίνουμε στὰ γεγονότα τῆς Καινῆς Διαθήκης...Ἀντίθετα, ὁ Ἰούδας χαρακτηρίζεται «κλέπτης» (Ἰω. 12, 6) καὶ εἶναι προφανὲς ὅτι οἱ εὐαγγελιστὲς θεωροῦν τὰ χρήματα ὡς τὸ μόνο κίνητρο ποὺ τὸν ὁδήγησε στὴν προδοσία. Ἴσως ἡ παρατήρηση τοῦ Ἰησοῦ, ποὺ τὸν ἔλεγξε ἔμμεσα πλὴν σαφῶς γιὰ τὴ φιλαργυρία τοῦ στὸ Ἰω. 12, 1-8, νὰ φούντωσε μέσα του τὴ φλόγα κάποιου μίσους -τοῦ ἀνεξήγητου μίσους ποὺ ἐνίοτε τρέφουμε γι᾿ αὐτὸν ποὺ μᾶς ἀγαπᾶ, ἴσως ἀπὸ ζήλια ἢ ἐπειδὴ ἔχουμε κλείσει ἑρμητικὰ τὴν καρδιά μας ἀπέναντι στὸν «ἄλλο» καὶ μᾶς τρομάζει ἡ ἰδέα τῆς ἀγαπητικῆς προσέγγισης. Εἶναι ἕνα ἀπὸ τὰ συμπτώματα τῆς πτωτικῆς παραφροσύνης τοῦ ἀνθρώπου. Οἱ εὐαγγελιστὲς τὸ θεωροῦν ὑποβολιμαῖο ἀπὸ τὸ διάβολο, ποὺ ὤθησε τὸν Ἰούδα στὴν προδοσία κατὰ τὸ Λουκ. 22, 3.Τὸ ὅτι κάτι μπορεῖ νὰ εἶναι ὑποβολιμαῖο ἀπὸ τὸ διάβολο δὲν ἀναιρεῖ τὴν εὐθύνη τοῦ ἀνθρώπου, γιατὶ ὁ διάβολος τοῦ τὸ ὑποβάλλει, δὲν τὸν κυριεύει γιὰ νὰ τὸν ἔχει ὑποχείριο. Ὁ ἄνθρωπος πάντα μπορεῖ νὰ πεῖ ὄχι.Τὸ κρίσιμο στὰ συμπεράσματά μας γιὰ τὸν Ἰούδα εἶναι τὸ κριτήριο, μὲ τὸ ὁποῖο ἀντιμετωπίζουμε τὰ γεγονότα καὶ τὸ ὁποῖο ἔχει φυσικὰ διαμορφωθεῖ στὸ νοῦ μας ἀπὸ πρίν. Δηλαδή, οἱ σημερινοὶ «οὐδέτεροι» ἐξηγητὲς εἶναι πεπεισμένοι ὅτι κάτι ὕποπτο ὑπάρχει στὴν περίπτωση τοῦ Ἰούδα: οἱ παπάδες εἶναι πονηροί, ἡ Ἐκκλησία εἶναι μία ἀπάτη, ἑπομένως ὁ Ἰούδας εἶναι θύμα τῶν περιστάσεων. Ἀντίθετα, ἐμεῖς εἴμαστε πεπεισμένοι ὅτι ὁ Θεὸς εἶναι ἀγάπη, ὅτι ἀγάπησε καὶ ἀγαπᾶ ἀκόμη τὸν Ἰούδα ὅσο καὶ τὸν Ἰωάννη (ὁ Ἰωάννης ἀγαποῦσε περισσότερο ἀπ᾿ ὅλους τὸν Ἰησοῦ, γι᾿ αὐτὸ ἦταν «ἀγαπημένος μαθητής Του») καὶ ὅτι μὲ πόνο προσπάθησε νὰ προειδοποιήσει τὸν Ἰούδα νὰ ἀκυρώσει τὴν προειλημμένη ἀπόφασή του, ὅταν εἶπε μπροστά του ὅτι θὰ ἦταν καλύτερο γιὰ τὸν προδότη νὰ μὴν εἶχε γεννηθεῖ (Λουκ. 22, 22, Ματθ. 26, 24). Νὰ μὴν εἶχε γεννηθεῖ, ὄχι γιατὶ ὁ κακὸς Θεὸς θὰ τὸν ὑποβάλει σὲ αἰώνια βασανιστήρια στὴ σαδιστικὴ κόλασή Του γιὰ νὰ ἐκδικηθεῖ τὴν προδοσία κατὰ τοῦ Υἱοῦ Του (οἱ ἀπόψεις αὐτὲς ποτὲ δὲν ἀνῆκαν στὴν παράδοσή μας καὶ εἶναι γιὰ μᾶς ἀπαράδεκτες), ἀλλὰ γιατὶ ὁ ἴδιος ὁ προδότης εἶχε κλείσει τὴν καρδιά του ἀπέναντι στὸ συνεχὲς ἀγαπητικὸ κάλεσμα τοῦ Ἰησοῦ κι ἑπομένως θ᾿ ἀρνιόταν νὰ βρεθεῖ μαζί Του στὸν παράδεισο. Πῶς νὰ συνυπάρχεις αἰώνια μὲ κάποιον ποὺ δὲν ἀγαπᾶς; Ἂν ὅμως ἐπιλέγεις τὴν αἰώνια μόνωση, φυλακισμένος στὴν αὐτοφυλακή σου, εἶσαι δυστυχισμένος καὶ μάλιστα ἡ τραγικότητά σου εἶναι κοσμικῶν διαστάσεων.Τὸ ἀγαπητικὸ κάλεσμα τοῦ Ἰησοῦ δὲν περιορίστηκε στὸ νὰ πλύνει τὰ πόδια τοῦ Ἰούδα μαζὶ μὲ ὅλων τῶν ἀποστόλων στὸ μυστικὸ δεῖπνο (Ἰω. 13, 1-20) καὶ στὴ συνέχεια νὰ τοῦ μεταδώσει τὸ Σῶμα καὶ τὸ Αἷμα Του, κάνοντάς τιν κοινωνὸ μιᾶς ἀπὸ τὶς πιὸ σημαντικὲς στιγμὲς στὴν ἱστορία τῆς ἀνθρωπότητας (ὅπως νομίζουμε βέβαια ἐμεῖς, οἱ πτωχοὶ τῷ πνεύματι, ποὺ πολεμᾶμε κατὰ τῆς καταπίεσης μὲ μοναδικὸ ὅπλο μας τὴ θεία Κοινωνία, ἀκόμη κι ὅταν ἡ καταπίεση φορᾶ κίβδηλο χριστιανικὸ μανδύα), ἀλλὰ συνεχίστηκε χωρὶς δισταγμὸ καὶ τὴν ὥρα τοῦ προδοτικοῦ φιλήματος. «Φίλε», τοῦ εἶπε, «γιατί ἦρθες;» (Ματθ. 26, 50). Δὲν τὸ ἔκανε γιὰ ν᾿ ἀποφύγει τὴ σύλληψη - αὐτὸ εἶχε πλέον δρομολογηθεῖ. Τοῦ ἅπλωνε τὸ χέρι γιὰ μετὰ τὴ σύλληψη, γιὰ νὰ ἐπιστρέψει κοντά Του καὶ νὰ σωθεῖ!Συγχωρέστε με, ἀλλὰ ἐκπλήσσομαι τόσο ἀπὸ τὸ μέγεθος τῆς πώρωσης τοῦ Ἰούδα (εἶναι κι αὐτὸς ἕνα ἀρχέτυπο, τὸ ἀρχέτυπο τοῦ πωρωμένου ἀνθρώπου), ὥστε μετὰ τὸν Ἰούδα τὸ χρῶμα τῆς πανανθρώπινης τραγικότητας ἔχει σκουρύνει στὰ μάτια μου. [...] Ἐντάξει, ἂς δεχτοῦμε ὡς προτιμότερο νὰ μὴν ἀνακατεύουμε στὶς λογικὲς καὶ ἀποστασιοποιημένες ἑρμηνευτικές μας ἀπόπειρες τὰ ἄχρηστα καὶ ἐπιστημονικῶς ἀδιάφορα συναισθήματά μας.Ὁ Ἰούδας λοιπὸν –κατὰ κάποιους γενναῖα, κατ᾿ ἐμὲ νοσηρὰ καὶ λυπηρὰ– προτίμησε νὰ κρεμαστεῖ παρὰ νὰ ἐπιστρέψει στὸ κέντρο τῆς ἀγάπης ποὺ διαρκῶς, συντετριμμένη ἀπὸ τὸν πόνο τῶν ψυχικῶν καὶ σωματικῶν τραυμάτων Της, τὸν καλοῦσε, τὸν καλοῦσε, τὸν καλοῦσε, τὸν καλοῦσε, τὸν καλοῦσε. Πέταξε τὰ ἀργύρια πίσω στοὺς ἀρχιερεῖς, γιατὶ τὸ κέρδος τῆς ἁμαρτίας του ἦταν μάταιο (ἡ ἁμαρτία δὲν ἦταν ἁπλὰ ἡ προδοσία, ἀλλὰ τὸ ἀμετάκλητο ἄνοιγμα τοῦ ἐαυτοῦ του πρὸς τὸ σκοτάδι) καὶ διέπραξε τὴ δεύτερη προδοσία, τὴ χειρότερη: πρόδωσε τὴν ψυχή του.

 

 

Ἀντὶ νὰ μετανοήσει, αὐτοκαταστράφηκε.«Ἡρωικό» λένε. Ἀντίθετα «ὁ Πέτρος κολάκευσε τὸν Ἰησοῦ καὶ ἀποκαταστάθηκε στὸ ἀξίωμα τοῦ κορυφαίου ἀποστόλου»! Ἐκπληκτικό, ἀγαπητέ μου φίλε! Ὁ Πέτρος «κολάκευσε» (θρήνησε συγκλονισμένος ἀπὸ τὸν ψυχικὸ σεισμὸ ποὺ τὸν συντάραξε μὲ τὸ λάλημα τοῦ πετεινοῦ, ἐνῶ ὁ Ἰησοῦς δικαζόταν μέσα καὶ δὲν τὸν ἔβλεπε) καὶ κέρδισε τὸ δικαίωμα νὰ σταυρωθεῖ ἀνάποδα στὴ Ρώμη μετὰ ἀπὸ μακροχρόνια εἰρηνικὴ ἀντιμετώπιση τῶν ἀνατριχιαστικῶν διωγμῶν τῆς πάμφτωχης καὶ κρυμμένης στὶς κατακόμβες Ἐκκλησίας! Ὁ δὲ Ἰούδας, τὸ παλληκάρι, ἀστόχησε, ἀρνήθηκε, ἐπέλεξε βέβαια γιὰ τὸν ἑαυτό του (καὶ καλὰ ἔκανε, ἂν τὸ θέλετε, αὐτεξούσιο ὂν ἦταν, ὅπως κι ἐσεῖς κι ἐγώ) καὶ βούτηξε μὲ τὸ κεφάλι στὴν ἄβυσσο!Σὲ κάθε περίπτωση, ὁ δρόμος εἶναι ἀνοιχτὸς καὶ ἡ ἐπιλογὴ τῆς ἀβύσσου δὲν κάνει κανέναν ἀνάξιο τῆς ἀμέριστης καὶ ἀπροϋπόθετης ἀγάπης τοῦ Θεοῦ καὶ τῶν χριστιανῶν, ποὺ συνεχίζουν νὰ προσεύχονται καὶ γιὰ τὸν Ἰούδα! Ὁ Ἰούδας εἶναι ἄνθρωπος, εἰκόνα τοῦ Θεοῦ, ἀπόστολος τοῦ Χριστοῦ, τὸ γεγονὸς ὅτι κατέστη τραγικὸς δὲν μᾶς δίνει τὸ δικαίωμα νὰ τὸν μισοῦμε. Προσεύχομαι γιὰ τὴν ἀνάπαυση τῆς ψυχῆς του – ἀλλὰ ὁ ἴδιος θέλει ν᾿ ἀναπαυτεῖ; Ἡ ἀγάπη εἶναι ἡ ἀνάπαυση τοῦ ἀνθρώπου.

 

Απὸ τὸ βιβλίο «Ἐναντίον τοῦ Θεοῦ», Εκδόσεις Ὄμορφος Κόσμος, Ρέθυμνο 2006.

 

 

 

                                                                                                      Θεόδωρος Ρηγινιώτης

 
 

ΑΛΗΘΕΙΑ ΣΑΣ ΛΕΓΩ ΕΝΑΣ ΑΠΟ ΣΑΣ ΘΑ ΜΕ ΠΡΟΔΩΣΕΙ




 

 

Πραγματικά δέν ἔχω τί νά πῶ γιά τή σημερινή πανήγυρη. Διότι ἡ μέν πανήγυρη παρακινεῖ τή γλώσσα μου στό νά κατηγορήσω τόν Ἰούδα, ἐνῶ ἡ φιλανθρωπία τοῦ Σωτήρα μου τήν γυρίζει πίσω. Καί εἶμαι κυριευμένος ἀπό αὐτά τά δύο, ἀπό μίσος ἐναντίον τοῦ προδότη, καί ἀγάπη γιά τόν Κύριο. Τό μίσος ὅμως τό νικάει ἡ ἀγάπη, διότι εἶναι μεγαλύτερη καί δυνατότερη. Γι᾽ αὐτό, ἀφήνοντας κατά μέρος τόν προδότη, ἐξυμνῶ τόν εὐεργέτη, ὄχι ὅσο εἶναι ἄξιος, ἀλλ᾽ ὅσον ἐπιτρέπουν οἱ δυνάμεις μου νά Τόν ἐξυμνήσω.Πῶς ἄφησε τούς οὐρανούς καί κατέβηκε στή γῆ; Πῶς Ἐκεῖνος πού γεμίζει ὁλόκληρη τήν κτίση, ἦρθε πρός ἐμένα, καί ἔγινε γιά χάρη μου ἄνθρωπος σάν καί μένα; Πῶς πῆρε μαθητή Του ἐκεῖνον πού γνώριζε ὅτι θά γίνει προδότης καί ἔδωσε ἐντολή στόν ἐχθρό Του νά Τόν ἀκολουθεῖ σάν φίλος; Πῶς δέν Τόν ἐνδιέφερε ἡ προδοσία, ἀλλά φρόντιζε γιά τή σωτηρία ἐκείνου πού θά Τόν πρόδιδε; Διότι, λέγει, «Ὅταν βράδυασε καθόταν ὁ Ἰησοῦς μαζί μέ τούς δώδεκα μαθητές Του καί, ἐνῶ ἔτρωγαν αὐτοί, εἶπε· Ἀλήθεια σᾶς λέγω, ἕνας ἀπό σᾶς θά μέ παραδώσει» (Ματθ. 26, 20-21). Προεῖπε τήν προδοσία γιά νά ἐμποδίσει τό παρανόμημα.Τήν προεῖπε χωρίς ν᾽ ἀναφέρει τό πρόσωπο τοῦ προδότη, ἀλλά δέν μπόρεσε αὐτό ν᾽ ἀποτρέψει τήν παρανομία τοῦ μαθητῆ, αὐτή πού ἀγνοοῦσαν ἐκεῖνοι πού κάθονταν στό ἴδιο τραπέζι. Ποιός εἶδε τέτοια φιλανθρωπία κυρίου;



 

Καί προδίνεται καί ἀγαπᾶ τόν προδότη. Ποιός περιφρονεῖται καί δείχνει εὐσπλαχνία; Ποιός πουλιέται καί κάθεται στό ἴδιο τραπέζι μέ τόν κακό ἔμπορο, δείχνοντας ὅλη τή φροντίδα του πρός ἐκεῖνον πού τόν ἐπιβουλεύεται;«Καί ἐνῶ ἔτρωγαν αὐτοί, εἶπε· Ἀλήθεια σᾶς λέγω, ὅτι ἕνας ἀπό σᾶς θά μέ παραδώσει». Σάν ἄνθρωπος ἔτρωγε καί σάν Θεός μιλοῦσε γιά τό μέλλον. Γιά χάρη μου κάμνει ἐκεῖνα πού ταιριάζουν στήν φύση μου. Ἐπειδή ὅλοι οἱ μαθητές ταράχθηκαν μέ τά λόγια αὐτά καί δέχονταν τούς φοβερούς ἐλέγχους τῆς συνειδήσεώς τους καί μετέτρεψαν τήν ὥρα τοῦ δείπνου σέ ὥρα λύπης, λέγοντας ὁ καθένας, «Μήπως εἶμαι ἐγώ, Κύριε;» (Ματθ. 26, 22), θέλοντας μέ τά λόγια τῆς ἐρωτήσεως, νά βροῦν τήν ἡσυχία ἀπό τήν κακή ὑπόνοια.Καθησυχάζοντας ὁ Σωτήρ τίς ψυχές ἐκείνων πού ἦταν ἄδικα ταραγμένοι, φανερώνει μέ τήν ἀπάντηση τόν ἀγνοούμενο: «ἐκεῖνος πού βούτηξε», λέγει, «μαζί μου τό χέρι του στό πιάτο, αὐτός θά μέ παραδώσει. Καί ὁ Υἱός τοῦ ἀνθρώπου βέβαια πηγαίνει ὅπως εἶναι γραμμένο γι᾽ αὐτόν, ἀλλοίμονο ὅμως στόν ἄνθρωπο ἐκεῖνο ἀπό τόν ὁποῖο παραδίνεται ὁ Υἱός τοῦ ἀνθρώπου·θά ἦταν καλύτερα γι᾽ αὐτόν τόν ἄνθρωπο ἐάν δέν εἶχε γεννηθεῖ» (Ματθ. 26, 23-24).Βοηθάει ἐκεῖνον πού δέν λυπήθηκε τήν ψυχή του. Ἐπέμενε νά δείχνει τό ἐνδιαφέρον γιά ἐκεῖνον πού ἀπό παλιά ἀδιαφόρησε γιά τόν ἑαυτό του, δίνοντας καί σ᾽ ἐκεῖνον τήν εὐκαιρία γιά μετάνοια, καί καθησυχάζοντας τήν ἀγωνία τῶν ὑπολοίπων μαθητῶν. Ὅμως καθόλου καλύτερος δέν ἔγινε μέ ὅλα αὐτά ὁ προδότης.Ἔπρεπε δηλαδή αὐτός μετά ἀπό τά φοβερά ἐκεῖνα λόγια νά φύγει ἀμέσως ἀπό τό δεῖπνο. Ἔπρεπε νά ζητήσει τή μεσολάβηση τῶν Μαθητῶν. Ἔπρεπε νά γονατίσει καί ν᾽ ἀγκαλιάσει τά γόνατα τοῦ Σωτήρα καί νά Τόν παρακαλέσει μ᾽ αὐτά περίπου τά λόγια: «ἁμάρτησα, φιλάνθρωπε, ἁμάρτησα, παρανόμησα, πωλώντας γιά λίγο τίμημα τόν ἀτίμητο μαργαρίτη. Παρανόμησα παραδίνοντας γιά λίγα χρήματα τόν ἀδαπάνητο πλοῦτο. Συγχώρησε ἐμένα τόν ἔμπορο τῆς ζημίας καί τῆς ἀπώλειας. Συγχώρησέ με πού ὁ λογισμός μου κυριεύθηκε ἀπό τόν χρυσό. Συγχώρησέ με πού ἐξαπατήθηκα πολύ ἐλεεινά ἀπό τούς Φαρισαίους». Τίποτε ἀπό τά λόγια αὐτά δέν εἶπε οὔτε σκέφθηκε. Ἀντίθετα μέ σκληρή φωνή φανέρωνε τή θρασύτητα τῆς ψυχῆς του λέγοντας: «Μήπως εἶμαι ἐγώ, Κύριε;» (Ματθ. 26, 25)Πώ, πώ ἀδιαντροπιά γλώσσας, πώ, πώ ψυχή σκληρή. Ρωτάει σάν νά μή γνωρίζει ἐκεῖνα πού ὁ ἴδιος ἐμελέτησε, καί νόμιζε ὅτι διαφεύγουν τήν προσοχή τοῦ «ἀκοιμήτου ὀφθαλμοῦ». Στήν ψυχή του φύλαγε τή δολιότητα καί μέ τή γλώσσα πρόφερνε τά λόγια ἐκεῖνα πού ἔδειχναν ἄγνοια. Μέ τή σκέψη διέπραξε τήν προδοσία, καί μέ τό στόμα, ὅπως νόμισε, ἔκρυβε τήν ἁμαρτία. Χρησιμοποίησε τά ἴδια λόγια μέ τούς ἄλλους Μαθητές. Δέν χρησιμοποίησε ὅμως καί τήν ἴδια συμπεριφορά. Ἐνῶ ἦταν λύκος ὡς πρός τίς προθέσεις, ἀπάντησε μέ τή φωνή τῶν προβάτων.Τί ἀπαντᾶ λοιπόν πρός αὐτόν ὁ Σωτήρας; «Σύ τό εἶπες». Μέ φωνή γεμάτη ἀπό μακροθυμία ἔλεγξε τή σκηνοθεσία τοῦ πονηροῦ. Μποροῦσε βέβαια νά πεῖ πρός αὐτόν: «Τί λές σιχαμερέ καί πονηρέ; τί λές, δοῦλε τῶν χρημάτων καί γνήσιε συνεργάτη τοῦ διαβόλου; Τολμᾶς νά ὑποκρίνεσαι ἄγνοια; Τολμᾶς νά κρύβεις ἐκεῖνα πού δέν μποροῦν νά κρυβοῦν; Μήπως δέν τό ἤξερα πού κατέστρωνες τά πανοῦργα σχέδιά σου ἐναντίον τῆς θεότητας; Μήπως δέν σέ εἶδα μέ τόν ὀφθαλμό τῆς θεότητας νά ἐπισκέπτεσαι τούς ἀρχιερεῖς; Μήπως δέν σέ ἄκουα, ἄν καί ἤμουν ἀπών, νά λές, “Τί θέλετε νά μοῦ δώσετε, γιά νά σᾶς παραδώσω αὐτόν;” (Ματθ. 26, 15). Μήπως δέν γνωρίζω καί πόσο μέ πούλησες; Γιατί λοιπόν μετά τόν ἔλεγχο ἐξακολουθεῖς νά δείχνεις τήν ἴδια ἀδιαντροπιά; Γιατί προσπαθεῖς νά καλύψεις ἐκεῖνα πού θέλεις νά κάνεις; Σ᾽ ἐμένα ὅλα εἶναι φανερά». Ἐνῶ μποροῦσε ἔτσι ν᾽ ἀπαντήσει ὁ Χριστός, ὅμως δέν μίλησε ἔτσι, ἀλλά μίλησε μέ ἁπλότητα, ἀνεξικακία καί καλωσύνη, «Σύ τό εἶπες», διδάσκοντάς μας ἔτσι πῶς νά συμπεριφερόμαστε πρός τούς ἐχθρούς μας.Ὅμως μετά ἀπό τόση θεραπεία ἐξακολούθησε ὁ Ἰούδας νά ἀσθενεῖ, ὄχι ὅμως ἐξ αἰτίας τῆς ἀδιαφορίας τοῦ ἰατροῦ, ἀλλ᾽ ἐξ αἰτίας τῆς ἀδιαφορίας τοῦ ἀσθενῆ. Διότι ὁ Κύριος τοῦ πρόσφερε ὅλα τά φάρμακα τῆς σωτηρίας, ὅμως αὐτός δέν θέλησε νά τή δεχθεῖ , ἀλλά, γνωρίζοντας μόνο τή φιλαργυρία, ἀγάπησε περισσότερο τόν χρυσό παρά τόν Χριστό, καί ἔγινε ἀγαπητός καί προσιτός σ᾽ ἐκείνους πού τοῦ πρόσφεραν τό μισθό.«Καί, ἀφοῦ πλησίασε ὁ Ἰούδας, εἶπε στό Χριστό: “Χαῖρε, δάσκαλε”, καί φίλησε αὐτόν» (Ματθ. 26, 49). Παράξενος αὐτός ὁ τρόπος τῆς προδοσίας, πού συνοδεύεται ἀπό φίλημα καί προσφώνηση. «Ὁ Ἰησοῦς τότε εἶπε σ᾽ αὐτόν· Φίλε, γιατί ἦρθες» (Ματθ. 26, 50). Γιατί μοῦ λές νά χαίρομαι, τή στιγμή πού προτίμησες νά μέ λυπήσεις; Γιατί μέ τά λόγια ἐνδιαφέρεσαι γιά μένα, ἐνῶ μέ πληγώνεις μέ τίς πράξεις σου; Μέ ὀνομάζεις δάσκαλο, ἐνῶ δέν εἶσαι μαθητής; Γιατί καταχρηστεύεις τούς κανόνες τῆς ἀγάπης; Γιατί κάμνεις σύμβολο προδοσίας τό σύμβολο τῆς εἰρήνης; Ποιόν μιμήθηκες καί ἔκανες αὐτό; Ἔτσι εἶδες προηγουμένως τήν πόρνη νά φιλᾶ τά πόδια μου; Ἔτσι εἶδες τούς δαίμονες νά ὑποτάσσονται; Γνωρίζω ποιός σοῦ ὑπέδειξε τήν ὁδό τοῦ δολεροῦ φιλήματος: Ὁ διάβολος σέ συμβούλεψε τόν τρόπο αὐτοῦ τοῦ ἐναγκαλισμοῦ, καί σύ πείσθηκες στά λόγια τοῦ κακοῦ συμβούλου καί πραγματοποιεῖς τό θέλημά του.«Φίλε, γιατί ἦρθες;» Πραγματοποίησε τίς κακές συμφωνίες πού ἔχεις κάνει μέ τούς Φαρισαίους. Ἐκτέλεσε τό συμβόλαιο τῆς πωλήσεως. Ὑπόγραψε ἐκεῖνο πού ὑπαγόρευσες. Παράδωσε Ἐκεῖνον πού ἑκούσια παραδίδεται. Ἀπόκτησε πλέον μαζί μέ τό βαλάντιο τῶν χρημάτων καί τό βαλάντιο τῆς ἀδικίας. Παραχώρησε τή θέση σου στό ληστή πού πρόκειται νά τήν πάρει μέ τήν ὁμολογία του, ἐκείνη πού ἔχασες ἐσύ μέ τήν προδοσία.«Τότε πλησίασαν τόν Ἰησοῦ καί τόν συνέλαβαν» (Ματθ. 26, 50).


 

Καί ἔτσι πραγματοποιοῦνται τά προφητικά ἐκεῖνα λόγια· «Μέ περικύκλωσαν ὅπως οἱ μέλισσες τήν κηρήθρα καί κατακάηκαν ὅπως καίγονται τά ἀγκάθια ἀπό τή φωτιά» (Ψαλμ. 117, 12), καί ἀλλοῦ πάλι·«Μέ περικύκλωσαν πολλοί σκύλοι, καί μέ ἀπέκλεισαν ὅπως οἱ καλοθρεμμένοι ταῦροι» (Ψαλμ. 21, 17). Ἀλλ᾽ ὅμως πόσο μεγάλη εἶναι ἡ ἀνεξικακία, πού ταιριάζει μόνο σ᾽ Αὐτόν. Στόν οὐρανό τά Χερουβίμ καί τά Σεραφίμ δέν τολμοῦν νά ἀντικρύσουν τήν ὑπερβολική δόξα Του καί γι᾽ αὐτό μέ τίς πτέρυγές τους, σάν ἀκριβῶς μέ χέρια, καλύπτουν τά πρόσωπά τους. Στή γῆ, ἀνεχόταν τό σῶμα Του νά συλληφθεῖ, ἀπό χέρια παράνομα.Εἴδατε Ποιοῦ μακρόθυμου καί φιλάνθρωπου Κυρίου δοῦλοι γίνατε; Γίνεσθε λοιπόν τέτοιοι πρός τούς ἐχθρούς σας, τούς συνδούλους σας, ὅπως εἴδατε τόν Κύριο νά συμπεριφέρεται πρός τούς ἐχθρούς Του. Διότι πρόκειται καί σεῖς νά προσκληθεῖτε σέ πνευματικό δεῖπνο. Πρόκειται νά καθίσετε σ᾽ αὐτό μαζί μέ τόν Κύριο. Ἄς μή βρεθεῖ ἀνάμεσά σας κανένας Ἰούδας ὡς πρός τή συμπεριφορά. Ὅλοι πλησιάστε τήν Τράπεζα μέ γαλήνη καί εἰρήνη. Ὅλοι ἄς τρέξουμε κοντά στόν Σωτήρα μέ καθαρή συνείδηση. Διότι Αὐτός εἶναι ἡ νηστεία τῶν πιστῶν καί τό συμπόσιο. Αὐτός εἶναι ὁ χορηγός τῆς τροφῆς καί ἡ ἴδια ἡ τροφή. Αὐτός εἶναι ὁ Ποιμένας καί τό πρόβατο. Σ᾽ Αὐτόν ἀνήκει ἡ δόξα στούς αἰῶνες τῶν αἰώνων. Ἀμήν!

 

                                                            

 

                                                                                        Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος

 


ΣΙΜΩΝ ΚΟΙΜΑΣΑΙ;ΔΕΝ ΜΠΟΡΕΣΕΣ ΜΙΑ ΩΡΑ Ν' ΑΓΡΥΠΝΗΣΕΙΣ;


 
 

 

Σκέψου, ἀγαπητέ, τὴν αἰτία τῆς ἀρνήσεως τοῦ Ἀποστόλου Πέτρου, ποὺ εἶναι ἡ ἀμέλεια, ἡ ὁποία φαίνεται φανερὴ σ’ αὐτὰ τὰ τρία· στὸν τρόπο, μὲ τὸν ὁποῖον ἀκολουθοῦσε τὸν διδάσκαλό του· στὸν σκοπὸ γιὰ τὸν ὁποῖον τὸν ἀκολουθοῦσε καὶ στὰ ἀποτελέσματα ποὺ τοῦ προξένησε ἡ ἀμέλεια. Ὁ τρόπος ποὺ τὸν ἀκολουθοῦσε ἦταν ἀπὸ μακριά· «Ὁ Πέτρος τὸν ἀκολουθοῦσε ἀπὸ μακριὰ» (Ματθ. 26, 58} ποὺ σημαίνει ὅτι ὁ Πέτρος κυριευόταν ἀπὸ μία χλιαρότητα καὶ ἀμέλεια καὶ οὔτε ἐντελῶς ἤθελε νὰ ἐγκαταλείψει τὸν διδάσκαλό του, οὔτε τελείως νὰ τὸν ἀκολουθεῖ, ἀλλὰ ἤθελε στὴν περίπτωση αὐτὴ καὶ νὰ φαίνεται ὅτι εἶναι μαθητής του καὶ νὰ μὴ κινδυνεύσει γιὰ τὸν διδάσκαλό του.Πάλι, τὸ τέλος καὶ ὁ σκοπὸς τοῦ Πέτρου, γιὰ τὸν ὁποῖον ἀκολουθοῦσε τὸν Ἰησοῦ, δὲν ἦταν νὰ πάει νὰ πεθάνει μαζί του, ἀλλὰ κάποια περιέργεια, γιὰ νὰ κάνει μία θεωρία, ὄχι σὰν δικός του μαθητής, ἀλλὰ σὰν ἕνας ξένος περιηγητὴς καὶ νὰ δεῖ τὸ τέλος τοῦ τόσο μεγάλου ἔργου. «Καὶ ὅταν μπῆκε μέσα κάθισε μαζὶ μὲ τοὺς ὑπηρέτες, γιὰ νὰ δεῖ τὸ τέλος» (Ματθ. 26,58).Ἀκολούθησε τὸν Ἰησοῦ καὶ ὁ Ἰωάννης, ὁ ἀγαπημένος μαθητὴς ἀλλὰ ὄχι ἀπὸ μακριά, ἀλλὰ ἀπὸ κοντὰ καὶ μπῆκε στὴν αὐλὴ τοῦ ἀρχιερέως ὄχι γιὰ νὰ δεῖ τὸ τέλος καὶ τὸ ἀποτέλεσμα, ἀλλά, ἂν τύχαινε, νὰ πεθάνει μαζὶ μὲ τὸν διδάσκαλό του· καὶ αὐτὸ συνέβαινε, ἐπειδὴ δὲν ἦταν χλιαρὴ ἡ ἀγάπη του πρὸς τὸν Κύριο, ἀλλὰ τὸν ἀγαποῦσε τόσο πολύ, ποὺ οὔτε γιὰ ὥρα δὲν δεχόταν νὰ φύγει ἀπὸ κοντά του.

 

 

Γι’ αὐτὸ καὶ δὲν πῆγε μόνος του νὰ βάλει μέσα τὸν Πέτρο, ἀλλὰ εἶπε στὴ θυρωρὸ καὶ ἐκείνη τὸν ἔβαλε μέσα, ὅπως ἑρμηνεύει ὁ ἱερὸς Θεοφύλακτος: «Βγῆκε τότε ὁ μαθητὴς ὁ ἄλλος, ὁ ὁποῖος ἦταν γνωστὸς στὸν ἀρχιερέα, καὶ εἶπε στὴ θυρωρὸ καὶ ἔβαλε τὸν Πέτρο μέσα» (Ἰω. 18, 16). Πιὰ ἦταν τὰ ἀποτελέσματα τῆς ἀμέλειας τοῦ Πέτρου; ἡ τέλεια λησμοσύνη καὶ ὁ λήθαργος, γιὰ νὰ πῶ ἔτσι, ποὺ τὸν ἔπιασε στὰ λόγια τοῦ διδασκάλου του, ἀκόμη καὶ τότε ποὺ τὸν ἀρνήθηκε, σὲ σημεῖο ποὺ ἂν ὁ Κύριος δὲν γύριζε νὰ τὸν δεῖ, σίγουρα ὁ Πέτρος δὲν θὰ αἰσθανόταν καθόλου ὅτι τὸν ἀρνήθηκε· «Ὁ Κύριος γύρισε καὶ κοίταξε στὸ πρόσωπο τὸν Πέτρο καὶ θυμήθηκε ὁ Πέτρος τὸν λόγο τοῦ Κυρίου» (Λουκ. 22 ,61) καὶ ἡ τέλεια ἄγνοια καὶ ἡ ἀθέτηση τῶν παραγγελιῶν, ποὺ ἔδωσε ὁ Κύριος στὸ ὑπερῶο καὶ στὸν κῆπο, γιὰ νὰ παραμένει ὁ ἴδιος ἄγρυπνος: «Σίμων, Σίμων ὁ σατανᾶς σᾶς ζήτησε, γιὰ νὰ σᾶς κοσκινίσει, ὅπως τὸ σιτάρι» (Λουκ. 22, 31): καὶ πάλι· «Σίμων, κοιμᾶσαι; Δὲν μπόρεσες μία ὥρα νὰ ἀγρυπνήσεις» (Μάρκ. 14, 37). Καὶ ἐπὶ πλέον ἡ μεγάλη λύπη ποὺ τὸν κατέβαλε ὁλοκληρωτικὰ ἐξ αἰτίας τῆς ὁποίας καὶ κοιμόταν καὶ δὲν μποροῦσε νὰ ἀνοίξει τὰ μάτια του, ὅπως λέει ὁ Λουκᾶς: «Ἦλθε στοὺς μαθητές του καὶ τοὺς βρῆκε νὰ κοιμοῦνται ἀπὸ τὴ λύπη» (Λουκ. 22, 45).Τώρα αὐτὴ ἡ μεγάλη ἀμέλεια τοῦ Πέτρου πῶς ἦταν δυνατὸ νὰ καταλήξει σὲ κάτι ἄλλο, παρὰ σὲ μία φανερὴ πτώση; «Ἀπὸ τεμπελιὲς πέφτει τὸ δοκάρι τῆς στέγης» (Ἐκκλ 10, 18). Γι’ αὐτὸ ἡ ἀμέλεια αὐτὴ τοῦ Πέτρου παρομοιάζεται μὲ τὴν ψυχρότητα τοῦ τότε καιροῦ· γιατί λέει ὁ Εὐαγγελιστὴς Ἰωάννης: «Στέκονταν ἐκεῖ οἱ δοῦλοι καὶ οἱ ὑπηρέτες, οἱ ὁποῖοι εἶχαν ἀνάψει κάρβουνα γιὰ νὰ ζεσταθοῦν, διότι ἔκανε κρύο· στεκόταν δὲ μαζί τους καὶ ὁ Πέτρος καὶ ζεσταινόταν» (Ἰω. 18, 18). Καὶ πραγματικὰ ὁ Πέτρος ἦταν ψυχρὸς ἀπὸ τὴν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ καὶ τοῦ διδασκάλου του, ὅπως λέει ὁ σοφὸς Θεοφάνης ὁ Κεραμέας καὶ γι’ αὐτὸ θερμαινόταν ἀπὸ τὴ φωτιὰ καὶ ἀπὸ τὴ ζέστη τοῦ κόσμου καὶ τῆς σάρκας τὴν ὁποία ἀνάβουν οἱ ὑπηρέτες τοῦ διαβόλου, ἡ ὁποία κατόπιν συνέχεια ἐξευτελίζει καὶ διαπομπεύει τὸν ταλαίπωρο ἁμαρτωλὸ καὶ τὸν κάνει ἀρνητὴ τοῦ Θεοῦ· ὁ Ἰωάννης ὅμως ὄντας θερμὸς στὴν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ δὲν χρειάσθηκε νὰ ζεσταθεῖ ἀπὸ τέτοια καταραμένη φωτιά.Ὢ παγκάκιστη ἀμέλεια! Καλὰ σὲ ὀνόμασε ὁ ἅγιος Μάρκος ὁ ἀσκητὴς ἄθεη στὴν ἐπιστολή του πρὸς τὸν Νικόλαο, διότι σὲ ὅλο τὸ μέλλον κάνεις τοὺς ἀνθρώπους ἄθεους καὶ ἀρνητὲς τοῦ Χριστοῦ· καλὰ εἶπε ὁ ἴδιος Μάρκος ὅτι οἱ τρεῖς μεγάλοι γίγαντες τοῦ διαβόλου καί τῶν παθῶν εἶσαι ἐσὺ καὶ ἡ λησμοσύνη καὶ ἡ ἄγνοια· καλὰ σὲ τοποθέτησαν οἱ θεολόγοι στὴν πρώτη θέση ἀπὸ ἐκεῖνα ποὺ ὁδηγοῦν στὴν καταστροφή, ἡ ὁποία παρασύρεις μαζί σου καὶ τοὺς ἄλλους τρεῖς βαθμοὺς τῆς ἀπώλειας τὴν τύφλωση τοῦ νοῦ, τὴν πώρωση τῆς καρδιᾶς καὶ τὸν ἀδόκιμο νοῦ.Τώρα ἐσύ, ἀγαπητέ, ποὺ διαβάζεις αὐτά, μπὲς μέσα στὸν ἑαυτό σου καὶ ἐξέτασε καλὰ τὴν καρδιά σου, ἡ ὁποία μερικὲς φορὲς εἶναι τόσο μυστική, ὥστε ὄχι μόνο στοὺς ἄλλους εἶναι ἀγνώριστη, ἀλλὰ ἀκόμη καὶ στὸν ἴδιο τὸν ἑαυτό σου, ὅπως ἀναφέρεται: «Ἀνεξερεύνητα εἶναι τὰ βάθη τῆς ἀνθρώπινης καρδιᾶς καὶ ποιὸς μπορεῖ νὰ τὴν γνωρίσει;» (Ἱερεμ, 17, 9). Μπὲς μέσα στὴν καρδιά σου καὶ ἴσως βρεῖς ἐκεῖ ὅλα αὐτὰ τὰ ἐλαττώματα, διότι καὶ σύ, ὅταν σοῦ συμβεῖ κάποια περίπτωση καὶ κάποιος πειρασμός, ἀμέσως ὅπως ὁ Πέτρος λησμονεῖς ὅλους τούς φωτισμοὺς καὶ τὶς ὑποσχέσεις πού σοῦ ἔδωσε ὁ Θεὸς μέσα ἀπὸ τὶς ἅγιες Γραφές του, γιὰ νὰ γνωρίσεις τὴν μηδαμινότητα ποὺ ἔχουν οἱ ἡδονὲς καὶ τὰ καλά τοῦ κόσμου· καὶ τὸ παράξενο εἶναι ὅτι ξεχνᾶς καὶ αὐτὴν τὴν ἐμπειρία καὶ τὴν δοκιμή, ποὺ ἔκανες τόσες καὶ τόσες φορὲς στὰ καλά τοῦ κόσμου, δοκιμάζοντάς τα πάντοτε καὶ βρίσκοντάς τα ψεύτικα ὅλα, πράγμα τὸ ὁποῖο ὁ Πέτρος δὲν τὸ ἔπαθε, γιατί αὐτὸς δὲν δοκίμασε ἄλλη φορά τί εἶναι ἡ ἄρνηση. Κάνεις μερικὲς φορὲς κάποιο καλὸ ἔργο, ἀλλὰ ποιὸς ξέρει μήπως τὸ καλὸ αὐτὸ τὸ ἔχεις ἀνακατεμένο μαζὶ μὲ κάποιο κοσμικὸ σκοπό; δηλαδὴ ἢ γιὰ νὰ σὲ δοξάσει ὁ κόσμος ἢ γιὰ νὰ κερδίσεις κάτι ἢ γιὰ νὰ φαίνεσαι καλλίτερος ἀπὸ τοὺς ἄλλους; Θέλεις νὰ ἀκολουθεῖς τὸν Ἰησοῦ, ἀλλὰ μὲ μία ἐνδιάμεση κατάσταση δηλαδὴ οὔτε ὅλος νὰ δοθεῖς στὸν Θεό, οὔτε ὅλος στὸν κόσμο· δηλαδὴ ζητᾶς ἕναν δρόμο ποὺ νὰ μὴ εἶναι οὔτε ὁ πλατὺς δρόμος ποὺ ὁδηγεῖ στὴν ἀπώλεια οὔτε ὁ στενὸς καὶ γεμάτος θλίψεις ποὺ ὁδηγεῖ στὴν σωτηρία· ἀλλὰ ζητᾶς ἕναν δρόμο, ποὺ νὰ μπορεῖς καὶ σὺ νὰ ἀκολουθήσεις τὸν Χριστό, ὅπως ὁ Πέτρος ἀπὸ μακριά, ἀλλὰ χωρὶς νὰ παραιτεῖσαι καθόλου ἀπὸ τὴν ὑπηρεσία τῶν παθῶν σου.Ὢ παγκάκιστη ἀμέλεια, ποὺ κυριεύει ἀκόμη κι ἐσένα ἀδελφέ! Μὴ κατηγορεῖς, λοιπόν, στὸ ἑξῆς τὸν μακάριο Πέτρο, ποὺ νικήθηκε ἀπὸ τὴν ἀμέλεια, ἀλλὰ νὰ κατηγορεῖς τὸν ἑαυτό σου, διότι νικιέσαι ἀπὸ αὐτήν. Καὶ ἐκεῖνος βέβαια, νικήθηκε μία φορά, ἐνῶ ἐσὺ νικιέσαι καθημερινά. Μὴ κατακρίνεις τὸν Πέτρο, γιατί ἀρνήθηκε τὸν Κύριο, ἀλλὰ νὰ κατακρίνεις τὸν ἑαυτό σου· διότι μολονότι ὁμολογεῖς τὸν Θεὸ μὲ τὰ λόγια, τὸν ἀρνεῖσαι ὅμως μὲ τὰ ἔργα, κάνοντας ἀντίθετα σ’ ἐκεῖνα ποὺ διατάζει, ὅπως λέει ὁ Παῦλος: «Ὁμολογοῦν ὅτι γνωρίζουν τὸν Θεό, τὸν ἀρνοῦνται ὅμως μὲ τὰ ἔργα». Νὰ κατακρίνεις τὸν ἑαυτό σου, γιατί ὅσες φορὲς ὁρκίζεσαι ψεύτικα, ἢ ὅσες φορὲς ἀρνεῖσαι τὴν ἀλήθεια καὶ δὲν θέλεις νὰ τὴν ὁμολογήσεις ἢ ἀπὸ πεῖσμα ἢ ἀπὸ ὑπερηφάνεια ἢ αὐταρέσκεια, τόσες φορὲς ἀρνεῖσαι τὸν Χριστό, ποὺ εἶναι ἡ ἀλήθεια: «Ἐγὼ εἶμαι ἡ ἀλήθεια» (Ἰω. 14 ,6) ὅσες φορὲς βασίζεσαι στὴν δύναμή σου καὶ προσκυνεῖς σὰν εἴδωλο τὴν περιουσία σου, ἀρνεῖσαι τὸν Χριστό· γι’ αὐτὸ καὶ ὁ ἅγιος Παῦλος ὀνόμασε τὴν πλεονεξία εἰδωλολατρεία (Κολοσ. 3, 5). Καὶ γιὰ νὰ μιλήσω γενικά· ὁτιδήποτε προτιμᾶς περισσότερο ἀπὸ τὴν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ, κι ἂν ἀκόμη ἐκεῖνο εἶναι μία βελόνα, λέγεται ἄρνηση τοῦ Χριστοῦ· γι’ αὐτὸ εἶπε καὶ ὁ ἱερὸς Χρυσόστομος, ὅτι μὲ πολλοὺς τρόπους μπορεῖ κάνεις νὰ ἀρνεῖται τὸν Χριστό.Γι’ αὐτό, καὶ σὺ ἀδελφέ, μιμήθηκες τὸν Πέτρο στὴν ἁμαρτία, ἂς μιμηθεῖς καὶ τὴν μετάνοιά του· ἐπειδή, σύμφωνα μὲ τὸν σοφὸ Νικήτα, γι’ αὐτὸ τὸν λόγο γράφτηκαν τὰ σφάλματα τῶν ἁγίων, γιὰ νὰ μιμηθοῦμε ἐμεῖς τὴν μετάνοιά τους: «Μαθαίνουμε ἀπὸ τὶς ἅγιες Γραφὲς τὶς πτώσεις τῶν ἅγιων, γιὰ νὰ γίνουμε μιμητὲς καὶ τῆς μετάνοιάς τους». Ἐκεῖνος μία φορὰ ἀρνήθηκε τὸν Κύριο, ἀλλὰ μετανοοῦσε σὲ ὅλη του τὴ ζωὴ· διότι, λέει ὁ ἅγιος Κλήμης, ὁ μαθητής του, ὅτι ὅσες φορὲς ὁ Πέτρος ἄκουγε τὸν πετεινὸ ποὺ φώναζε, θυμόταν τὴν ἄρνηση ποὺ ἔκανε καὶ ἔκλαιγε· λέει καὶ ὁ Εὐαγγελιστὴς Μάρκος γιὰ τὸν Πέτρο ὅτι «Ἄρχισε νὰ κλαίει» (Μαρκ. 14, 72), πράγμα, ποὺ ἑρμηνεύοντας ὁ ἱερὸς Θεοφύλακτος τὸ λέει ἀντὶ τὸ ‘ἀρξάμενος’. Διότι ἀφοῦ ἄρχισε μία φορὰ νὰ κλαίει, δὲν σταμάτησε νὰ κλαίει σὲ ὅλη του τὴν ζωή.

 

 

Καὶ σὺ ἀπὸ τὶς προηγούμενες ἁμαρτίες ποὺ ἔχεις κάνει, μάθε νὰ ταπεινώνεσαι· μάθε ὄχι νὰ κατηγορεῖς τοὺς ἄλλους ὅταν ἁμαρτάνουν, ἀλλὰ νὰ τοὺς συμπονᾶς καὶ νὰ τοὺς διδάσκεις νὰ μὴν ἀπελπίζονται.Ἐκεῖνος μὲ τὴ μεγάλη μετάνοια, ποὺ ἔδειξε, δέχθηκε πάλι τὴν ἀποστολικὴ ἀξία, ποὺ ἔχασε καὶ ἔγινε πάλι κορυφαῖος τῶν Ἀποστόλων· καὶ ἐσὺ ἐὰν μετανοεῖς μὲ τέτοια θερμότητα, μπορεῖς νὰ δεχθεῖς τὴν χάρι τῆς υἱοθεσίας ποὺ ἔχασες μὲ τὴν ἁμαρτία σου, καὶ νὰ γίνεις πάλι υἱὸς Θεοῦ καὶ κληρονόμος τῆς βασιλείας του.Γνώρισε, λοιπόν, ὅτι αἰτία ὅλων σου τῶν πταισμάτων ἦταν ἡ ἀμέλειά σου καὶ νὰ ντραπεῖς μπροστὰ στὸν θεϊκό σου διδάσκαλο· καὶ ἀπὸ δῶ καὶ πέρα ἀποφάσισε νὰ ἀρχίσεις μία καινούργια ζωὴ μὲ νέα θερμότητα καὶ μὲ σκοποὺς ὅλους θεϊκοὺς δηλαδὴ γιὰ νὰ δοξάζεις τὸν Θεὸ καὶ γιὰ νὰ ἀσφαλίσεις τὴ σωτηρία σου. Καί, τέλος πάντων, ἐπειδὴ ἡ ἀμέλεια ἔχει μεγάλη δύναμη καὶ μπορεῖ πάλι νὰ σὲ ρίξει στὴν πτώση τῆς ἁμαρτίας μολονότι εἶναι φοβερὴ καὶ ἡ δύναμη τοῦ διαβόλου: «Αὐτοὶ ὅμως ἀμέλησαν (οἱ καλεσμένοι στοὺς γάμους) καὶ πῆγαν ὁ ἕνας στὸ χωράφι του καὶ ὁ ἄλλος στὸ ἐμπόριό του» (Ματθ. 22, 5) γι’ αὐτὸ παρακάλεσε τὸν Κύριο νὰ σὲ ἐλευθερώσει ἀπὸ τὴν μία καὶ ἀπὸ τὴν ἄλλη, ἀλλὰ τὸ σπουδαιότερο νὰ σὲ ἐλευθερώσει ἀπὸ τὸν ἑαυτό σου, γιατί σὺ ὁ ἴδιος εἶσαι γιὰ τὸν ἑαυτό σου ἕνας ἐχθρὸς χειρότερος ἀπὸ κάθε διάβολο, καθὼς ἀναφέρεται: «Ἐκεῖνοι ποὺ ἁμαρτάνουν εἶναι ἐχθροί τῆς ζωῆς τους»


 
 
 
 

                                                                                        Άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης

 

Α ΟΘΟΝΙΑ ΚΑΙ ΤΟ ΣΟΥΔΑΡΙΟ ΤΗΣ ΑΝΑΣΤΑΣΗΣ


 

 

 

Η πλάνη πάντα αυτοκαταστρέφεται και, παρόλο που δεν το θέλει, στηρίζει σε όλα την αλήθεια. Πρόσεξε: Έπρεπε ν' αποδειχθεί ότι ο Χριστός πέθανε και τάφηκε και αναστήθηκε. Ε, λοιπόν όλα αυτά τα κατοχυρώνουν οι ίδιοι οι εχθροί! Εφ' όσον έφραξαν με τον βράχο και σφράγισαν και φρούρησαν τον τάφο, δεν ήταν δυνατό να γίνει καμιά κλοπή. Αφού όμως δεν έγινε κλοπή και εν τούτοις ο τάφος βρέθηκε άδειος, εί­ναι ολοφάνερο και αναντίρρητο ότι αναστήθηκε. Είδες πως και μη θέλοντας στηρίζουν την αλήθεια;Αλλά και πότε θα τον έκλεβαν οι μαθηταί; Το Σάββατο; Μα αφού δεν επιτρεπόταν από τον νόμο να κυκλο­φορήσουν. Κι αν υποθέσουμε ότι θα παραβίαζαν τον νόμο του Θεού, πώς θα τολμούσαν αυτοί οι τόσο δειλοί να βγουν έξω απ' το σπίτι;

 

 

Και με ποιο θάρρος θα ριψο­κινδύνευαν για ένα νεκρό; Προσμένοντας ποιάν ανταπόδοση; Ποιάν αμοιβή;Και στ' αλήθεια, πού στηρίζονταν; Στη δεινότητα του λόγου τους; Αλλά ήταν απ' όλους αμαθέστεροι. Στα πολλά τους πλούτη; Αλλά δεν είχαν ούτε ραβδί ούτε υποδήματα. Μήπως στην ένδοξη καταγωγή τους; Αλλά ήταν οι ασημότεροι του κόσμου. Μήπως στο πλήθος τους; Αλλά δεν ξεπερνούσαν τους ένδεκα, που κι αυτοί σκόρπισαν.Αν ο κορυφαίος τους φοβήθηκε τον λόγο μιας γυ­ναίκας θυρωρού κι όλοι οι άλλοι, όταν είδαν τον Διδά­σκαλό τους δεμένο, σκόρπισαν και διαλύθηκαν, πώς θα τους περνούσε καν απ' τον νου να τρέξουν στα πέρατα της οικουμένης και να φυτέψουν πλαστό κήρυγμα ανα­στάσεως; Αφού φοβήθηκαν τη γυναικεία απειλή και τη θέα μόνο των δεσμών, πώς θα μπορούσαν να τα βάλουν με βασιλείς και άρχοντες και λαούς, όπου ξίφη και τηγά­νια και καμίνια και μύριοι θάνατοι κάθε μέρα, αν δεν είχαν απολαύσει και οικειοποιηθεί τη δύ­ναμη και την έλξη του Αναστάντος;Αλλά γι' αυτά πρέπει να επανέλθουμε. Ας ξαναρω­τήσουμε όμως τώρα τους Εβραίους; Πώς έκλεψαν το σώμα του Χριστού οι μαθηταί, ώ ανόητοι; Επειδή η αλή­θεια είναι λαμπρή και ολοφάνερη, το ιουδαϊκό ψέμα δεν μπορεί ούτε σαν σκιά να σταθεί. Πώς θα το έκλεβαν, πες μου; Μήπως δεν ήταν σφραγισμένος ο τάφος; Δεν τον έζωναν τόσοι φρουροί και στρατιώτες και Ιουδαίοι, που είχαν την υποψία και αγρυπνούσαν και πρόσεχαν;Μα και για ποιο λόγο θα το έκλεβαν; Για να πλάσουν το δόγμα της Αναστάσεως; Και πώς τους ήρθε να πλά­σουν κάτι τέτοιο αυτοί οι δειλοί; Και πώς κύλησαν τον ασφαλισμένο βράχο; Πώς ξέφυγαν από τόσους άγρυ­πνους κι άγριους φρουρούς;Πρόσεξε όμως πως με όσα κάνουν οι Εβραίοι πιά­νονται πάντα στα ίδια τους τα δίχτυα. Να, αν δεν πήγαι­ναν στον Πιλάτο κι αν δεν ζητούσαν την κουστωδία, πιο εύκολα θα μπορούσαν να λένε τέτοια ψεύδη οι αδιάν­τροποι. Μα τώρα όχι. (Υπήρχε η κουστωδία. Κανείς δεν μπορούσε να γλυτώσει απ' την άγρυπνη προσοχή της κι απ' τα ξίφη της). Κι έπειτα γιατί να μην κλέψουν το σώμα νωρίτερα; Ασφαλώς αν είχαν σκοπό να κάνουν κάτι τέ­τοιο, θα το έκαναν όταν δεν εφρουρείτο ο τάφος, τότε που ήταν και ακίνδυνο και σίγουρο, δηλ. την πρώτη νύ­χτα· γιατί το Σάββατο πήγαν οι Εβραίοι στον Πιλάτο και ζήτησαν την κουστωδία και φρούρησαν τον τάφο, ενώ την πρώτη νύχτα δεν ήταν κανένας εκεί.Και τι γυρεύουν στο έδαφος τα σουδάρια τα ποτισμέ­να με τη σμύρνα, που βρήκαν, τυλιγμένα μάλιστα, ο Πέ­τρος και οι άλλοι απόστολοι; Είχε πάει πρώτη η Μαγδα­ληνή Μαρία. Κι όταν γύρισε και ανήγγειλε τα θαυμαστά συμβάντα στους αποστόλους, εκείνοι χωρίς καθυστέρη­ση τρέχουν αμέσως στο μνημείο και βλέπουν κάτω τα οθόνια. Αυτό ήταν σημείο Αναστάσεως. Γιατί αν ήθελαν κάποιοι να τον κλέψουν, δεν θα τον έκλεβαν βέβαια γυ­μνό. Αυτό θα ήταν όχι μόνο ατιμωτικό αλλά και ανόητο. Δεν θα κοίταζαν να ξεκολλήσουν τα σουδάρια, να τα τυ­λίξουν με επιμέλεια και να τα βάλουν τακτοποιημένα σ' ένα μέρος. Αλλά τι θα έκαναν; Θ' άρπαζαν όπως-όπως το σώμα και θάφευγαν γρήγορα.Γι' αυτό άλλωστε προηγουμένως ο Ευαγγελιστής Ιω­άννης είπε ότι τον έθαψαν με πολλή σμύρνα που κολλά­ει τα οθόνια πάνω στο σώμα, όπως το μολύβι τα μέταλλα, και δεν ήταν καθόλου εύκολο να ξεκολλήσουν ώστε όταν ακούσεις ότι τα σουδάρια βρέθηκαν μόνα τους, να μην ανεχθείς εκείνους που λένε ότι εκλάπη. Θα πρέπει να ήταν βέβαια πολύ ηλίθιος ο κλέφτης, ώστε να σπατα­λήσει για ένα περιττό πράγμα τόση προσπάθεια. Για ποιο σκοπό θ' άφηνε τα σουδάρια; Και πώς ήταν δυνατό να ξεφύγει την ώρα που θα έκανε αυτή τη δουλειά; Γιατί ασφαλώς θα δαπανούσε πολύ χρόνο και ήταν φυσικό καθυστερώντας να συλληφθεί επ' αυτοφώρω.Αλλά και τα οθόνια γιατί κοίτονται χωριστά και χωρι­στά το σουδάριο, τυλιγμένο μάλιστα; Για να βεβαιωθείς ότι δεν ήταν έργο βιαστικών ούτε ανήσυχων κλεφτών το να τοποθετήσουν χωριστά εκείνα και χωριστά τούτο τυ­λιγμένο. Κι από εδώ λοιπόν αποδεικνύεται απίθανη η κλοπή. Άλλωστε και οι ίδιοι οι Εβραίοι τα σκέφθηκαν όλα αυτά και γι' αυτό έδωσαν χρήματα στους φρουρούς λέγοντας: «Πείτε σεις πως τον έκλεψαν, κι εμείς θα τα κανονίσουμε με τον ηγεμόνα».Υποστηρίζοντας ότι οι μαθηταί τον έκλεψαν επικυ­ρώνουν και μ' αυτό πάλι την Ανάσταση, γιατί έτσι ομολογούν πάντως ότι το σώμα δεν ήταν εκεί.

 

 

Όταν όμως αυ­τοί οι ίδιοι βεβαιώνουν ότι το σώμα δεν ήταν εκεί, ενώ από την άλλη μεριά η κλοπή αποδεικνύεται ψευδής και απίθανη από τη σχολαστική φρούρηση και τις σφραγί­δες του τάφου και τα οθόνια και το σουδάριο και τη δει­λία των μαθητών, αναμφισβήτητα προβάλλει και από τα δικά τους τα λόγια η απόδειξη της Αναστάσεως.Ρωτάνε όμως πολλοί: Γιατί μόλις αναστήθηκε να μη φανερωθεί αμέσως στους Ιουδαίους; Αυτός ο λόγος είναι περιττός. Αν υπήρχε ελπίδα να τους ελκύσει στην πίστη, δεν θ' αμελούσε να φανερωθεί σε όλους. Αλλά ότι δεν υπήρχε τέτοια ελπίδα το απέδειξε η ανάσταση του Λαζάρου: Αν και ήταν ήδη τέσσερις μέρες νεκρός και είχε αρχίσει να μυρίζει και να σαπίζει, τον ανέστησε μπροστά στα μάτια όλων.

 

 
Οθόνια.Οι νεκρικές ταινίες,επίδεσμοι,που τύλιγαν τον νεκρό,ποτισμένες με σμύρνα,έτσι,ώστε να κολλούν στο σώμα και να μην μπορούν,να ξεκολλήσουν.
 
Σουδάριο.Το μαντήλι που σκέπαζαν το πρόσωπο του νεκρού.

                                                                                       

 

                                                                                        Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος

 

ΕΝΩΠΙΟΝ ΤΟΥ ΘΑΝΑΤΟΥ


 
  

 
     
Εάν, λοιπόν, πιστεύομε στον Ιησού Χριστό, εάν έχομε εμπιστοσύνη στους λόγους και στις υποσχέσεις Του, δεν θα πεθάνομε ποτέ.Ας μην λησμονούμε ότι ο θάνατος δεν είναι μία τελική έξοδος, αλλά ένα πέρασμα, μια πρόσκαιρη πορεία προς την αιωνιότητα. Ποιος δεν θα βιαζόταν να φθάση σε μία ζωή καλύτερη; Ποιος δεν θα ήταν ανυπόμονος να αλλάξη μορφή, να μεταμορφωθή κατ' εικόνα Χριστού και να πλησιάση το ταχύτερον στην ουράνια ευγένεια και δόξα, όπως το κηρύσσει ο απ. Παύλος: «Ημών γαρ το πολίτευμα εν ουρανοίς υπάρχει, εξ ου και σωτήρα απεκδεχόμεθα Κύριον Ιησούν Χριστόν, ος μετασχηματίσει το σώμα της ταπεινώσεως ημών εις το γενέσθαι αυτό σύμμορφον τω σώματι της δόξης Αυτού» (Φιλ. γ΄, 20).

 

 

Δεν πρέπει να θλιβώμεθα,από την εκδημία των αδελφών μας προς τον Θεό, αφού γνωρίζομε καλά,ότι δεν έχουν χαθή, αλλ' ότι απλώς προηγούνται από εμάς. Ξέρομε πράγματι ότι δεν μας εγκαταλείπουν παρά για να προπορευθούν, όπως κάνουν συχνά οι ταξιδιώτες και οι ναυτικοί. Μπορούμε να λυπούμεθα, χωρίς όμως να θρηνούμε την απώλειά τους.Ο απόστολος Παύλος, μέμφεται κάθε άνθρωπο που δοκιμάζει θλίψι με τον θάνατο των δικών του, τον επιπλήττει και μάλιστα τον κατηγορεί: «Ου θέλομεν δε υμάς αγνοείν, αδελφοί, περί των κεκοιμημένων, ίνα μη λυπήσθε καθώς και οι λοιποί οι μη έχοντες ελπίδα. ει γαρ πιστεύομεν ότι Ιησούς απέθανε και ανέστη, ούτω και ο Θεός τους κοιμηθέντας δια του Ιησού άξει (θα φέρη) συν αυτώ» (Α' Θεσσ., δ' 13-14). Πράγμα που σημαίνει ότι αυτοί που θλίβονται για τον θάνατο των δικών τους, είναι πράγματι αυτοί που δεν έχουν ελπίδα.Επομένως, εμείς που ζούμε με την ελπίδα και πιστεύομε στον Θεό, εμείς που έχομε την πεποίθηση ότι ο Χριστός υπέφερε για εμάς και ανέστη, που έχομε αναγεννηθή δι' Αυτού και εν Αυτώ, γιατί θλιβόμεθα τόσο με την εκδημία των δικών μας, σαν να ήσαν χαμένοι δια παντός, αφού ο ίδιος ο Χριστός, ο Κύριός μας, μας ενισχύει με αυτούς τους λόγους: «Εγώ ειμι η ανάστασις και η ζωή· ο πιστεύων εις εμέ, καν αποθάνη, ζήσεται· και πας ο ζων και πιστεύων εις εμέ ου μη αποθάνη εις τον αιώνα» (Ιω. ια΄, 25-26). Εάν, λοιπόν, πιστεύομε στον Ιησού Χριστό, εάν έχομε εμπιστοσύνη στους λόγους και στις υποσχέσεις Του, δεν θα πεθάνομε ποτέ.Ας μην λησμονούμε ότι ο θάνατος δεν είναι μία τελική έξοδος, αλλά ένα πέρασμα, μια πρόσκαιρη πορεία προς την αιωνιότητα. Ποιος δεν θα βιαζόταν να φθάση σε μία ζωή καλύτερη; Ποιος δεν θα ήταν ανυπόμονος να αλλάξη μορφή, να μεταμορφωθή κατ' εικόνα Χριστού και να πλησιάση το ταχύτερον στην ουράνια ευγένεια και δόξα, όπως το κηρύσσει ο απ. Παύλος: «Ημών γαρ το πολίτευμα εν ουρανοίς υπάρχει, εξ ου και σωτήρα απεκδεχόμεθα Κύριον Ιησούν Χριστόν, ος μετασχηματίσει το σώμα της ταπεινώσεως ημών εις το γενέσθαι αυτό σύμμορφον τω σώματι της δόξης Αυτού» (Φιλ. γ΄, 20).Όπως μαρτυρεί το βιβλίο της Γενέσεως, ο Ενώχ αρπάχθηκε από την ζωή, αυτός που είχε την εύνοια του Θεού: «Ευηρέστησεν Ενώχ τω Θεώ, και ουχ ευρίσκετο, ότι μετέθηκεν αυτόν ο Θεός» (Γεν. ε΄, 24). Δια μέσου του Σολομώντος, το άγιον Πνεύμα μας διδάσκει ομοίως ότι, αυτοί που ευαρεστούν στον Θεό, καλούνται πρόωρα από την ζωή και ελευθερώνονται γρηγορώτερα από τον κόσμο· από φόβο μήπως, η πολύ μεγάλη παραμονή στην γη, συμβή να τους φθείρη: «Ηρπάγη, μη κακία αλλάξη σύνεσιν αυτού. Αρεστή γαρ ην Κυρίω η ψυχή αυτού· δια τούτο έσπευσεν εκ μέσου πονηρίας» (Σοφ. Σολ. ιδ΄, 11-14).Ευρίσκομε ακόμη μέσα στους Ψαλμούς το παράδειγμα του Δαυίδ, μιας ψυχής αφοσιωμένης στον Θεό με την πίστη την πνευματική, που σπεύδει με βιασύνη προς τον Κύριο: «Ως αγαπητά τα σκηνώματά Σου, Κύριε των δυνάμεων. Επιποθεί και εκλείπει η ψυχή μου εις τας αυλάς του Κυρίου» (Ψαλμ. πγ΄, 2).Είναι ίδιον εκείνου που ο κόσμος γοητεύει, που αφήνεται να πλανηθή από τα απατηλά θέλγητρα του κόσμου, να επιθυμεί να παραμείνει επί μακρόν στην ζωή. Ο Ευαγγελιστής Ιωάννης, όμως, μας υποχρεώνει ζωηρά να μη προσηλωνόμεθα στον κόσμο, υπακούοντες στις σαρκικές επιθυμίες μας, και μας παροτρύνει με αυτούς τους λόγους: «Μη αγαπάτε τον κόσμον μηδέ τα εν τω κόσμω· εάν τις αγαπά τον κόσμον, ουκ έστιν η αγάπη του Πατρός εν αυτώ· ότι παν το εν τω κόσμω, η επιθυμία της σαρκός και η επιθυμία των οφθαλμών και η αλαζονεία του βίου, ουκ έστιν εκ του Πατρός, αλλ' εκ του κόσμου εστί. Και ο κόσμος παράγεται (παρέρχεται) και η επιθυμία αυτού· ο δε ποιών το θέλημα του Θεού μένει εις τον αιώνα» (Α΄ Ιω. β΄, 15-17).Ας είμεθα μάλλον έτοιμοι να υπακούσωμε στις βουλές του Θεού, ισχυροί με μια ψυχή ευθεία και ειλικρινή, με μια πίστη ακλόνητη και ένα θάρρος σταθερό, και ας μη θλιβώμεθα από τον θάνατο αυτών που μας είναι αγαπητοί. όταν σημάνει η ώρα, να καλέσει και εμάς ο Θεός, ας βαδίσωμε προς Αυτόν χωρίς δισταγμό, χωρίς βαρυθυμία.Αν οι δούλοι του Θεού όφειλαν, σε κάθε εποχή, να συμμορφώνονται με αυτόν τον κανόνα, η τήρησίς του τώρα έχει γίνει μία αναγκαιότητα. Ο κόσμος, πράγματι, επιταχύνει τον όλεθρό του και βρίσκεται πολιορκημένος από πλήθος συμφορών που τον φθείρουν, εις τρόπον ώστε εμείς που έχομε συνείδηση των κακών, που τον έχουν ήδη προσβάλλει σφοδρώς και που γνωρίζομε ότι γεγονότα ακόμη βαρύτερα τον απειλούν, συμπεραίνομε χωρίς κόπο ότι, το μεγαλύτερο συμφέρον για εμάς τους Χριστιανούς είναι να αποσυρθούμε, το γρηγορώτερον, από την γη εδώ.Και δεν πρέπει, αγαπητοί αδελφοί μου, να λησμονούμε ότι, έχομε ήδη αποχωρισθεί από τον κόσμο και ζούμε εδώ κάτω «ως πάροικοι και παρεπίδημοι» – σαν ξένοι και περαστικοί – (Α΄ Πέτρ. β΄, 11), σαν ταξιδιώτες. Ευλογημένη η ημέρα, που έχει ορίσει στον καθένα την πραγματική του κατοικία και που, αφού μας αποσπάσει από αυτόν τον κόσμο και μας απαλλάξει από τα δεσμά του, μας μεταφέρει στον Παράδεισο και στην Βασιλεία των Ουρανών. Τι γλυκύτητα να πεθαίνεις χωρίς φόβο! Τι μακαριότητα βαθειά και ατελείωτη, να ζεις μέσα στην αιωνιότητα!Ποιος είναι αυτός που δεν θα έσπευδε να ξαναφθάσει στην πατρίδα του, μετά από ένα διάστημα παραμονής στην ξενιτιά; Πατρίδα μας είναι ο παράδεισος και εξ αρχής είχαμε τους Πατριάρχες για πατέρες. Γιατί, λοιπόν, δεν σπεύδομε ν' αντικρύσωμε την πατρίδα μας;Εκεί ευρίσκεται ο ένδοξος χορός των Αποστόλων, η ζωογόνος πληθύς των Προφητών, η αναρίθμητη στρατιά των Μαρτύρων, στεφανωμένων για τα κατορθώματά τους ενάντια στον εχθρό και τον πόνο, απολαμβάνοντες εκεί τον θρίαμβό των. Εκεί ακτινοβολούν οι παρθένοι, που υπεδούλωσαν με αξιέπαινες προσπάθειες την φιληδονία της σαρκός. Εκεί, τέλος, ανταμοίβονται οι άνθρωποι που επέδειξαν ευσπλαχνία και οίκτο, που πολλαπλασίασαν τις ελεήμονες πράξεις τους συντρέχοντες, σαν βοηθοί, στις ανάγκες των πτωχών και, πιστοί στα παραγγέλματα του Κυρίου, κατάφεραν να ανυψωθούν από τα γήινα αγαθά στους θησαυρούς τους ουράνιους.Ας βιαστούμε λοιπόν, να τους συναντήσωμε και να παρουσιασθούμε ενώπιον του Κυρίου, και ο Χριστός μας ας διαγνώσει τον πόθο της πίστεως και της ψυχής μας· Αυτός, ο Οποίος απονέμει την ύψιστη ανταμοιβή της δόξης Του σε αυτούς, που τον έχουν ποθήσει με την πιο μεγάλη θέρμη της καρδιάς τους.