Παρασκευή, 1 Ιουλίου 2016

Το Μυστήριον του θανάτου



 
ΤΟ ΜΥΣΤΗΡΙΟΝ ΤΟΥ ΘΑΝΑΤΟΥ
ΝΙΚΟΛΑΟΥ Π. ΒΑΣΙΛΕΙΑΔΗ

ΑΔΕΛΦΟΤΗΣ ΘΕΟΛΟΓΩΝ Ο «ΣΩΤΗΡ» ΕΚΔΟΣΙΣ 17η - ΚΕΦΑΛΑΙΑ 1-2  (ΑΘΗΝΑΙ 2003)
Ο ΑΠΡΟΣΩΠΟΛΗΠΤΟΣ ΕΚΒΙΑΣΤΗΣ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΙΝΟΥ ΓΕΝΟΥΣ


          Πρόβλημα συγκλονιστικόν

      Δύο είναι τα βαθύτερα, συγκλονιστικώτερα και περισσότερον μυστηριώδη γεγονότα τού ανθρωπίνου βίου, η γέννησις και ο θάνατος. Εν τούτοις ο θάνατος μας δημιουργεί δυνατώτερον συγκλονισμόν και βαθύτερα προβλήματα. Διότι τον συναντώμεν εις κάθε βήμα της ζωής μας. Είναι παρών τόσον, όσον παρούσα είναι και η ζωή! Είναι η σκιά καθενός γήινου όντος, το αναγκαίον και αναπόφευκτον τέλος του. Εφ' όσον εγεννήθημεν, δεν είναι δυνατόν παρά να αποθάνωμεν.
Εν τούτοις ο θάνατος απασχολεί μόνον τον άνθρωπον. Το ζώον περνά τις ημέρες του χωρίς καν να υποψιάζεται τον θάνατον του. Δι' αυτό δεν ασχολείται με τίποτε άλλο παρά με την ανάγκην της στιγμής. Ούτε διερωτάται διατί υπάρχει ο κόσμος, ούτε απορεί διατί ο κόσμος υπάρχει όπως υπάρχει ή τι γίνεται με τα δημιουργήματα, που εξαφανίζονται από την ζωήν. Με τον άνθρωπον όμως τα πράγματα είναι διαφορετικά. Αυτός, χάρις εις το λογικόν, με το οποίον τον επροίκισεν ο Θεός, είναι ο μόνος που έχει ζωηράν συνείδησιν τού φαινομένου της φθοράς του. Ο μόνος που γνωρίζει τον θάνατον του. Ο Πασκάλ παρομοιάζει τον άνθρωπον με καλάμι εύθραυστον , αλλά σκεπτόμενον, και συμπληρώνει: «Όταν όμως το σύμπαν θα έσπαζε τον άνθρωπον, ο άνθρωπος θα ήταν περισσότερον ευγενής από το σύμπαν, που τον θανατώνει, διότι γνωρίζει ότι αποθνήσκει (. . . ). Το σύμπαν δεν γνωρίζει τίποτε δι' αυτό». Ώστε ο άνθρωπος είναι το μόνον δημιούργημα επάνω εις την γην, το οποίον έχει την δυνατότητα να γνωρίζη και την ικανότητα να φιλοσοφή γύρω από το φαινόμενον τούτο της ζωής. Διά τον άνθρωπον ο θάνατος γίνεται το πλέον ατομικόν και το κατ' εξοχήν προσωπικόν και υπαρξιακόν γεγονός. Καθώς μάλιστα διαισθάνεται ότι αργά ή γρήγορα θα συναντηθή με τον θάνατον, το γεγονός τούτο καταντά το βαρύτερον και οδυνηρότερον φαινόμενον της ζωής του.


Αλλά το δράμα και η οδύνη μας απέναντι τού θανάτου αυξάνουν ακόμη περισσότερον, εάν λάβωμεν υπ' όψιν ότι το γεγονός αυτό δεν θέλομεν να το παραδεχθώμεν! Δεν θέλομεν να συμβιβασθώμεν με τον θάνατον! Δι' αυτό κάμνομεν το παν να τον απομακρύνωμεν όσον το δυνατόν περισσότερον, ενώ άλλοι προσπαθούν να. . . μη τον σκέπτωνται! Εν τούτοις κατανοούμεν ότι, όσα και αν επιτύχωμεν, δεν ημπορούμεν να αναβάλλωμεν επ' άπειρον το εξιτήριόν μας από το κρατητήριον της επιγείου ζωής μας. Όταν ο σουρρεαλιστής Ισπανός ζωγράφος Πάμπλο Πικάσσο, επάτησε την τελευταίαν δεκαετίαν τού αιώνος της ζωής του, τα έβαλε με την επιστήμην, επειδή αυτή δεν κατώρθωσε να παρατείνη τον βίον τού ανθρώπου. . . μέχρι τα 150 έτη! Αλλά και αν η επιστήμη το είχε κατορθώσει, πάλιν ο παράξενος Ισπανός θα παρεπονείτο, διότι δεν παρετείνετο η ζωή μέχρι τα 200! Αλλά και αν ακόμη επιτύχωμεν δια της επιστήμης να «παρατείνουμε την ζωή μας δύο ή τρεις αιώνες, ο θάνατος δεν θα νικηθή, γιατί η διάρθρωση τού σώματος τον κάνει αναγκαίο»2.
Επομένως κανείς δεν ημπορεί να αντιστρέψη την πορείαν της ζωής μας προς τον τάφον, παρ' όλες τις φιλότιμες προσπάθειες της Γεροντολογίας, τού νέου αυτού κλάδου της Ιατρικής, ο οποίος αναπτύσσεται τα τελευταία χρόνια. Και αρχίζουν οι γεροντολόγοι ιατροί να συνιστούν ορμόνες και βιταμίνες, να καθορίζουν δίαιταν κ. τ. ο. Και ο πολιτισμός μας, ένας πολιτισμός «που αρνιέται τον θάνατον» κάμνει πλέον σκοπόν τα σύγχρονα αυτά ελιξίρια. Ο Δάντης εις την «Θείαν Κωμωδίαν» του, εις την αρχήν τού τμήματος της καθόδου εις τον Άδην με οδηγόν τον Βιργίλιον, θεωρούσε τα τριάντα πέντε χρόνια ως τον μισόν δρόμον της ζωής. Οι σύγχρονοι μας προσβλέπουν από τα τριανταπέντε ή τα σαράντα χρόνια της ηλικίας των εις την φιλοσοφικήν λίθον της. . . Γεροντολογίας, δια να γίνουν αιωνόβιοι!

Αλλά που και πώς να φύγη ή να κρυφθή κανείς από τον θάνατον, τον «έσχατον εχθρόν» (Α' Κορ. ιε' 26), ο οποίος μας απειλεί με ποικίλες μορφές, μας καταδιώκει με τον φυσικόν μαρασμόν και έχει την ικανότητα να αναπηδά απρόσκλητος ενώπιον μας, να κόπτη το νήμα της ζωής μας με το φοβερόν του δρεπάνι, να κατεβάζη την αυλαίαν της ζωής μας και να μας οδηγή μακρυά από το θέατρον της γης; Δι' όλους αυτούς τους λόγους, χωρίς να παύσωμεν να ασχολούμεθα με την καταπολέμησιν της φθοράς, είναι φρονιμώτερον να προσπαθήσωμεν να μελετήσωμεν, να ερμηνεύσωμεν και να κατανοήσωμεν τον θάνατον. Άλλωστε τι ωφελεί να τον περιμένωμεν με αγωνίαν και τρόμον; Όταν έρχεται αιφνίδιος, ή ύστερα από επανειλημμένες προειδοποιήσεις, διατί να τον αντικρύζωμεν με απελπισίαν και φόβον; Εφ' όσον αδυνατούμεν να ανακαλύψωμεν το αλεξιθάνατον φάρμακον, δεν είναι φρονιμώτερον και χρησιμώτερον να συμφιλιωθώμεν με τον θάνατον;

Ασφαλώς! Τοσούτω μάλλον, καθ' όσον το μέγα τούτο γεγονός θέτει ενώπιον μας τα πλέον σοβαρά προβλήματα. Όταν εξετάσωμεν την ζωήν μας κάτω από το πρίσμα του θανάτου, διαπιστώνομεν ότι η αποστολή μας αποκτά τεράστιες διαστάσεις, διαστάσεις, οι οποίες εγγίζουν την αιωνιότητα. Κάτω από το πρίσμα τού θανάτου πολλά και βασανιστικά προβλήματα της ζωής αποκτούν ίδιαίτερον βάθος. Ο θάνατος μας φέρνει π. χ. αντιμέτωπους προς την τραγικότητα και την διάρκειαν των ετών της ζωής μας. Μας υποχρεώνει, είτε το θέλομεν είτε όχι, να συναισθανθώμεν την μηδαμινότητα της παρούσης ζωής. Να συνειδητοποιήσωμεν ότι είμεθα μικρή και ασήμαντη διάρκεια μέσα εις τον απέραντον ωκεανόν της αιωνιότητος.
Ο θάνατος, «ο ακολάκευτος αυτός δήμιος», όπως τον ονομάζει ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος, μας προκαλεί συνεχώς να ενθυμούμεθα ότι η παρούσα ζωή, όσον μακρά και αν είναι, είναι εφήμερος, προσωρινή, παροδική, φευγαλέα. Και παρά τις αντιδράσεις μας απέναντί του μας καλεί να συζητήσωμεν μαζί του! Ή να διαλεχθώμεν με τον εαυτόν μας και να τον ερωτήσωμεν: Διατί ο άνθρωπος «ως θύελλα επαίρεται, και ως κόνις εδαφίζεται; ως φλόξ αναρριπίζεται, και ως καπνός διαλύεται; ως άνθος ωραΐζεται, και ως χόρτος ξηραίνεται;» Δηλαδή• διατί ο άνθρωπος αλαζονεύεται ως θύελλα και κατόπιν πίπτει κατά γης ως σκόνη; διατί άναφλογίζεται, ζωηρεύει και ανερεθίζεται και υστέρα διαλύεται ως καπνός; διατί στολίζεται, καλλωπίζεται και καμαρώνει ως άνθος και εις το τέλος ξηραίνεται όπως το χορτάρι;
      Ακόμη ο θάνατος, ο «απροσωπόληπτος αυτός εκβιαστής τού γένους» μας, όπως τον ονομάζει ο θειος Χρυσόστομος, θέτει επί τάπητος, και μάλιστα με απαιτήσεις άμεσου απαντήσεως, το πρόβλημα της υπάρξεως τού Θεού και τού προορισμού μας. Ζητεί να λύσωμεν τα αινίγματα: Πού πηγαίνομεν μετά θάνατον; Ποιος κόσμος ή ποίου είδους ζωή μας περιμένει, μόλις μας καλύψη η πλάκα τού τάφου; Με μίαν φράσιν: Ο θάνατος θέτει ενώπιον μας προβλήματα υψίστης και ζωτικωτάτης σημασίας. Μάς προβληματίζει ασυγκρίτως περισσότερον από την ζωήν. Διότι την ζωήν δυνάμεθα, περίπου, να την ερευνήσωμεν, ενώ ο θάνατος καλύπτεται από το αδιαπέραστον σκοτάδι τού μυστηρίου. Θα ημπορούσε να λεχθή ότι «υπάρχει μία παράξενη συνωμοσία σιωπής γύρω από το βίαιο γεγονός του θανάτου. Το λείψανο το «φτιασιδώνουνε για να σκεπάσουν τη νέκρα του» [ΑLΕΧ. Z0ΗΜΕΜΑΝΝ, Για να ζήση ο κόσμος, μτφρ. Ζ. Λορεντζάτου, έκδ. «Αθηνά», Αθήνα 1970, σελ. 153] Από της επόψεως αυτής η ζωή χωρίς τον θάνατον είναι πτωχή, πτωχότατη. Χωρίς τον προβληματισμόν του θανάτου η ζωή μας καταντά όπως η ζωή των ζώων ή των φυτών, τα οποία αγνοούν ότι θα αποθάνουν.
 Ενώ ο θάνατος, ο αχώριστος συνοδοιπόρος μας, εμ-πλουτίζει την ζωήν του λογικού ανθρώπου με την προσδοκίαν της αιωνιότητος και με το αίσθημα του χρέους και της ευθύνης. Διότι χωρίς την αίσθησιν της αιωνιότητος δεν θα εγεννάτο εις τα βάθη της ψυχής μας το αίσθημα του χρέους απέναντι του Θεού και το αίσθημα της ευθύνης απέναντι τού συνανθρώπου μας.  Δι' όλους αυτούς τους λόγους ο άνθρωπος κάθε εποχής και κάθε φυλής απησχολήθη εντόνως με τον θάνατον και ανεζήτησε με αγωνίαν το νόημα του, δια να ειρήνευση την ταραγμένην ζωήν του. Είναι δε τόση η σπουδαιότης του προβλήματος τού θανάτου δια τον άνθρωπον, ώστε δεν υπάρχει θρησκεία, από την πλέον πρωτόγονον μέχρι τον Χριστιανισμόν, ο οποίος είναι η τελειότατη των θρησκειών, η οποία να μη απέδωσε σπουδαιότητα και σημασίαν εις τον θάνατον. Θα ημπορούσε μάλιστα κανείς να κάμη ένα κατάλογον των θρησκειών της ανθρωπότητος και να καθορίζη την θέσιν κάθε μιας αναλόγως της σπουδαιότητος, την οποίαν αυτή αποδίδει εις το πρόβλημα του θανάτου.


          Ο έμφυτος τρόμος τού θανάτου

    Ο άνθρωπος αναλόγως της μορφώσεως, της κοινωνικής τάξεως και των ενδιαφερόντων του διηρωτήθη ανέκαθεν περί διαφόρων προβλημάτων. Επί του προβλήματος όμως του θανάτου διηρωτήθησαν ο λ ο ι οι άνθρωποι, ανεξαρτήτως μορφώσεως, τάξεως και ενδιαφερόντων. Όλοι οι άνθρωποι, και αυτοί οι πλέον ψυχροί και φλεγματικοί, και αυτοί, που είναι κυριευμένοι από εγωκεντρισμόν και εγκλωβισμένοι ασφυκτικώς εις την ατομικότητα της υπάρξεως των και αυτοί, οι οποίοι κάμνουν το παν να αυτοκατοχυρωθούν και αυτοί, που είναι σπουδαίοι και πολυσυζητημένοι εις την εποχήν των. Ο αγγλόφωνος Ιρλανδός συγγραφέας Μπέρναρντ Σω, ο οποίος είχε την ικανότητα να γελά με όλα και να ειρωνεύεται όλα με το λεπτό χιούμορ του, έπαυσε να ευφυολογή και εμελαγχόλησε κατά τα δύο ή τρία τελευταία χρόνια της ζωής του! Και αυτοί ακόμη οι Στωικοί, οι οποίοι υποκρίνονται αδιαφορίαν, στέκονται όλοι με αγωνίαν και φρίκην εμπρός εις το αποκρουστικόν τούτο φαινόμενον.

Καθώς βλέπουν το σώμα, νεανικόν ή γερασμένον, υγιές ή καχεκτικόν, να χάνη το χρώμα του, να εγκαταλείπεται από τις δυνάμεις του και να σωριάζεται κατά γης εις μίαν εσχάτην εγκατάλειψιν εις τα κρύα χέρια του θανάτου, καθώς βλέπουν εκείνον, ο οποίος σήμερον είναι «εν πλούτω» αύριον να είναι «εν τάφω», αυτόν που σήμερον είναι στολισμένος με διαδήματα αύριον να είναι εις τα μνήματα, αυτόν που σήμερον είναι «εν θησαυροίς» αύριον να είναι «εν σοροίς», αυτόν που σήμερον περιστοιχίζεται από κόλακες να κατατρώγεται αύριον από σκώληκες [ΙΩ. ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ, Εις το «Πλην μάτην ταράσσεται πάς άνθρωπος. . . », 1 PG 55,559.], πλήθος ερωτήματα αναπηδούν ενώπιον των: Τι είναι άραγε ο θάνατος; Είναι τέρμα ή αρχή; Αδιέξοδος ή διέξοδος προς άλλην ζωήν; Είναι εκμηδένισις και εξαφάνισις ή απαρχή νέας δημιουργίας; Και αυτός ακόμη ο θεωρός των μυστηρίων του Θεού, ο άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός, διερωτάται: «Τίτο περί ημάς τούτο γέγονε μυστήριον; πώς παρεδόθημεν τη φθορά, και συνεζεύχθημεν τω θανάτω;»[ΕΥΧΟΛΟΠΟΝ το ΜΕΓΑ, έκδ. «Αστήρ», Αθήναι 1970, Ακολουθία Νεκρώσιμος εις κοσμικούς, Ιδιόμελον 8ον, σελ. 414. ]
Τα ερωτήματα αυτά, και πλήθος άλλων, μας συγκλονίζουν κυριολεκτικώς. Λέγει ο Πασκάλ: Η αθανασία της ψυχής, πρόβλημα το οποίον σχετίζεται αμέσως με τον θάνατον, είναι ζήτημα, που τόσον πολύ μας ενδιαφέρει και τόσον βαθειά μας εγγίζει, ώστε θα έπρεπε να χάση κανείς κάθε αίσθησιν δια να μη τον ενδιαφέρη αυτό!. . . Πράγματι, πρέπει να είναι κανείς αναίσθητος, δια να μη τον συνταράσσουν τα ερωτήματα, που ανεφέραμεν. 
    Είναι χαρακτηριστικόν ότι η ιστορία τού ανθρωπίνου γένους, όπως την διηγήται το θεόπνευστον βιβλίον της Γενέσεως, αρχίζει σχεδόν με τον θάνατον τού δικαίου Άβελ. Μέχρι τότε ο θάνατος δεν είχεν αιχμαλωτίσει ακόμη κανένα άνθρωπον. Τώρα μόλις συλλαμβάνει ως πρώτον αιχμάλωτον ένα δίκαιον και ένα μάρτυρα, τον Άβελ (Γεν. δ' 8). Και η απαρχή και το ξεκίνημα της τραγικής περιπέτειας τού άνθρωπου, ευθύς σχεδόν μετά την πτώσιν των πρωτοπλάστων, συνυφαίνεται με τις φοβερές τύψεις της συνειδήσεως και την φυγήν τού αδελφοκτόνου Κάϊν. Γράφει ο θεόπτης Μωϋσής: δεν ημπορούσε πλέον ο δολοφόνος να είναι «ενώπιον τού Θεού»-δι' αυτό «εξήλθε Κάιν από προσώπου Θεού και ήκησεν εν γη Ναΐδ κατέναντι Εδέμ» (Γεν. δ' 16).
Ο λόρδος Βύρων εις το δραματικόν έργον του «Κάϊν» φαντάζεται τον αδελφοκτόνον, μόλις αντίκρισε τον νεκρόν Άβελ και είδε το ωχρόν και ανέκφραστον πρόσωπόν του και εδοκίμασε να σηκώση τα παγερά χέρια τού αδελφού του, που έπεσαν κάτω ως μολύβι, να αναφωνή έντρομος: «Ο θάνατος ήλθεν εις τον κόσμον»!. . . Η διαπίστωσις αυτή αποτελεί ίσως την πλέον συγκλονιστικήν ανακάλυψιν ή, καλύτερα, διαπίστωσιν, που επραγματοποίησε ποτέ ο άνθρωπος. Έτσι ο Αδάμ και η Εύα είδαν έντρομοι την πραγματοποίησιν των λόγων τού Θεού. Ο δε πρωτότοκος υιός των, ο Κάϊν, αυτός τον οποίον η Εύα υπεδέχθη με τον ταπεινόν λόγον «εκτησάμην άνθρωπον δια τού Θεού» (Γεν. δ' 1), έφερα εις τον κόσμον άνθρωπον με την βοήθειαν τού Θεού, αρχίζει την οδοιπορίαν του εις την έρημον της ζωής «στενών και τρέμων επί της γης» (Γεν. δ' 12). Εστέναζεν ο δυστυχής Κάϊν, έτρεμε, επάνω εις την γην χωρίς να ευρίσκη κανένα άσυλον. Κυρίως όμως επλανάτο, με μόνιμον σύντροφον της ζωής του τον θάνατον!. . .
     Από τότε το πλέον σταθερόν δεδομένον τού βίου μας δεν είναι η ζωή, αλλ' ο θάνατος. Κάθε άνθρωπος γνωρίζει ότι πριν ακόμη ο θάνατος έλθη να τον συνάντηση, ο θάνατος είναι ήδη δοσμένος εις αυτόν ή ο άνθρωπος είναι δοσμένος εις τον θάνατον.
     Ήτο λοιπόν φυσικόν το γεγονός αυτό να συνυφανθή στενώτατα με την όλην ύπαρξίν μας και να αποτελέση ένα έμφυτον τρόμον. Και επειδή η τέχνη εκφράζει πάντοτε δια των ποικίλων εκδηλώσεων της όλα όσα συγκινούν τον άνθρωπον, δεν ήτο δυνατόν να παραμείνη αδιάφορος απέναντι τού θανάτου. Διά τούτο όλες οι μορφές της- ποίησις, μουσική, ζωγραφική, γλυπτική, αρχιτεκτονική-εξέφρασαν ανέκαθεν το έμφυτον τούτο δέος της ανθρωπίνης υπάρξεως. Η ποίησις ετεχνούργησεν ελεγεία, γεμάτα λυρισμόν, θρήνον, έκστασιν και φόβον. Η μουσική απέδωσε κατά τον πλέον δραματικόν τρόπον και με τους πλέον πενθίμους τόνους τις βαθειές και εσώτατες συγκινήσεις, τις οποίες δοκιμάζομεν εμπρός εις τον θάνατον. Η ζωγραφική άφηκε την φαντασίαν της να πετάξη ελευθέρα, ώστε να αντλήση εικόνες από την Αγίαν Γραφήν και από αλλού, δια να παραστήση τον θάνατον άλλοτε μεν ως πελώριον άγγελον άλλοτε ως άσαρκον σκελετόν, ο οποίος κρατεί μεγάλο δρεπάνι- άλλοτε ως μυστηριώδες φάντασμα μέσα εις βαθύ σκοτάδι, φάντασμα το οποίον προκαλεί εις την ψυχήν ρίγος, φρίκην, τρόμον άλλοτε ως αχόρταστον θηρίον με μονίμως ανοικτόν τον απαίσιον φάρυγγά του, δια να καταπιή τον άνθρωπον και άλλοτε ως κυνηγόν, ο οποίος απλώνει δίκτυα και στήνει παγίδες, δια να συλλαβή εις ανύποπτον χρόνον τα θύματα του. 
     Η Αποκάλυψις τού ευαγγελιστoύ Ιωάννου, το ποιητικώτερον βιβλίον της Αγ. Γραφής, με το βαθύ και μυστηριώδες περιεχόμενον το βιβλίον, που γνωστοποιεί κατά τον πλέον μεγαλοπρεπή τρόπον το παρηγορητικόν και ευφρόσυνον μήνυμα της νίκης τού Αρνίου Χριστού κατά τού αντίχριστου, παρουσιάζει τον θάνατον ως ιππέα, ο οποίος Ιππεύει ίππoν «χλωρόν», δηλαδή κίτρινον, που υποδηλοί το χρώμα τού θανάτου. Και ο καβαλλάρης αυτός, δηλαδή ο θάνατος, με ρομφαίαν, πείναν και μολυσματικές ασθένειες αφαιρεί από τους ανθρώπους την ζωήν και τους παραδίδει εις το παμφάγον στόμα τού Άδου, ο οποίος ακολουθεί τον καβαλλάρην, ώστε να παραλαμβάνη αμέσως τους νεκρούς (Αποκ. στ' 7-8). Αλλά και η γλυπτική και η αρχιτεκτονική με τα θαυμάσια γλυπτά, τα ωραιότατα μαυσωλεία, τις ογκώδεις Πυραμίδες, τους τάφους των Φαραώ της αρχαίας Αιγύπτου, και τους κάθε είδους τάφους δεν κάμνουν τίποτε άλλο, παρά να αισθητοποιούν το έμφυτον τούτο δέος της ανθρωπίνης υπάρξεως, η οποία αντιμετωπίζει τον θάνατον.


          Μέγιστον μυστήριον της θείας Σοφίας

     «Αν πράγματι η ζωή είναι ποτάμι, που κυλά αδιάκοπα, έχει φυσικά δύο όχθες. Κάθε όμως άνθρωπος, που ακολουθεί, θέλοντας και μη, το ρεύμα τού πόταμου που λέγεται ζωή, γνωρίζει αισθητά τη μια του όχθη. Την άλλη όχθη θέλει να την αγνοή ή να μη την σκέπτεται»[Ι. Κ. ΚΟΡΝΑΡΑΚΗ, Ψυχολογία και Πνευματική ζωή, έκδ. «Όρθ. Κυψέλη», Θεσσαλονίκη 1976, σελ. 228]
Κατά συνέπειαν το μυστήριον τού θανάτου γίνεται περισσότερον μυστηριώδες και σκοτεινόν, διότι όλοι στεκόμεθα εις την μίαν όχθην τού τάφου. Και ο κόσμος που ευρίσκεται από την εδώ τού τάφου πλευράν, δηλαδή ο παρών κόσμος, είναι κόσμος «θνητός και χωρίον αποθνησκόντων». Χώρα πραγματικώς ζωντανών ανθρώπων είναι ο πέραν τού τάφου κόσμος• εκεί ούτε νύκτα υπάρχει ούτε ύπνος, «το του θανάτου μίμημα» (=ομοίωμα). [Μ. ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ, Εις Ψαλμ. 114,5 ΡΘ 29,4920 και 493Β0.]
    Ο Θεός είναι ο δημιουργός της ζωής. Δι' αυτό η παρουσία και η ύπαρξις τού θανάτου εις τον χώρον της δημιουργίας κατά θείαν παραχώρησιν «αποτελεί μυστήριον της θείας πανσοφίας. Ο ανθρώπινος νους αδυνατεί παντελώς να είσδυση εις το μυστήριον τούτο», να το συλλαβή και να το ερμηνεύση[Ν. Ε. ΜΗΤΣΟΠΟΥΛΟΥ, Ο θάνατος. Πνευματικός - Σωματικός - Αιώνιος, Αθήναι 1973, σελ. 5]. Διότι ο θάνατος, ως γεγονός «φρικτόν και φόβου γέμου πολλού», είναι «της τού Θεού σοφίας μέγιστον μυστήριον».[ΙΩ. ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ, Εις Ιωάν. Όμ. 83,1 PG 59,447- Εις Πράξ. Όμ. 21, 3-4 PG 60,168.] Ο Θεός, με την ανεξιχνίαστον και ακατάληπτον εις ημάς σοφίαν του προσδιορίζει τα όρια της παρούσης ζωής και μας μεταφέρει εις την άλλην ζωήν, όπως ψάλλει ο υμνογράφος της Εκκλησίας μας Θεοφάνης ο Γραπτός: Ω Κύριε- «βάθει σοφίας αρρήτου σου, οροθετείς την ζωήν, και προβλέπεις τον θάνατον, και προς βίον έτερον, μετοικίζεις τους δούλους σου»[ΕΥΧΟΛΟΠΟΝ το ΜΕΓΑ, Ακολουθία Νεκρώσιμος εις Μοναχούς, σελ. 432]. Δηλαδή, ω Κύριε, με την άπειρον σοφίαν σου, της οποίας το βάθος είναι ανέκφραστον και ανεξιχνίαστον προσδιορίζεις όρια εις την ζωήν και προβλέπεις τον θάνατον, και μεταφέρεις και εγκαθιστάς τους δούλους σου εις άλλην ζωήν.
Επί πλέον το μυστήριον τού θανάτου είναι βαθύτατον, διότι κανείς άνθρωπος δεν δύναται να διηγηθή και να περιγράψη την πέτραν τού ιδικού του θανάτου. Την πέτραν αυτήν, απαραίτητον στοιχείον δια την μελέτην οιουδήποτε φαινομένου, την αποκτώμεν όταν. . . αποθάνωμεν! Αλλά τότε η πέτρα αύτη δεν μας χρησιμεύει εις τίποτε! Κανείς δεν ημπορεί να ζήση τον ιδικόν του θάνατον ως γεγονός της εγκόσμιου υπάρξεως του. Όταν ζήση το γεγονός αυτό, και το ζη μίαν μόνον φοράν, την πρώτην και τελευταία ν, παύει από τού να ΰπάρχη εις τον παρόντα κόσμον. Ώστε ο θάνατος είναι η δυνατότης της καθαυτό αδυνάτου υπάρξεως μας εις τον κόσμον!
Προς τούτοις κανείς δεν ημπορεί να απόσπαση από τον άλλον τον θάνατον του, δηλαδή κανείς δεν δύναται να εμποδίση τον άλλον, ώστε να αποθάνη με τον ιδικόν του θάνατον, όπως τον ώρισεν ο Θεός. Ημπορεί εγώ να αποθάνω εις την θέσιν ενός άλλου ημπορεί να αποθάνω χάριν ενός άλλου, δια να τον σώσω από τον θάνατον. Αλλ' αυτό δεν σημαίνει ότι αποθνήσκω με τον θάνατον τού άλλου. Απλούστατα, αποθνήσκω με τον ιδικόν μου θάνατον. Ώστε ο άνθρωπος αδυνατεί να συλλαβή και επομένως αδυνατεί να ερευνήση αντικειμενικώς το γεγονός τού θανάτου ως μίαν φάσιν της παρουσίας του εις τον κόσμον.

Ακόμη το μυστήριον τού θανάτου είναι απροσπέλαστον, διότι ένας βαρύς και αδιαπέραστος πέπλος αβεβαιότητος και αγνοίας καλύπτει την ώραν τού θανάτου μας, Αλλά και τον τόπον όπου μεταβαίνουν οι ψυχές και τον τρόπον, με τον οποίον ζουν. Άραγε που πηγαίνουν τώρα οι ψυχές; διερωτάται εις ένα ύμνον του Αναστάσιος ο Σιναΐτης. Άραγε πώς συζούν τώρα εκεί; «Επεθύμουν μαθείν το μυστήριον, αλλ' ουδείς ικανός διηγήσασθαι». Και εις άλλον ύμνον του διαπιστώνει: Όσοι φεύγουν δεν ημπορούν να επιστρέψουν, δια να μας ειπούν πως «διάγουσιν (=περνούν τον καιρόν των) οι ποτέ αδελφοί και τα εγγόνα», που έφυγαν πριν από ημάς. Δι' αυτό πολλές φορές διερωτώμεθα- άραγε είναι δυνατόν να ίδωμεν εκεί ο ένας τον άλλον; Άραγε είναι δυνατόν να ίδωμεν τους αδελφούς; Άραγε είναι δυνατόν να είπωμεν εκεί εις τον Άδην το Αλληλούια;

Τα φυσικά αυτά ερωτήματα, ελάχιστα από τα πολλά, φανερώνουν το σκοτεινόν μυστήριον, το οποίον καλύπτει το πρόβλημα τού θανάτου, όταν βεβαίως ζητήση κανείς να το ερευνήση έξω από την χριστιανικήν άλήθειαν. Είναι δε φυσικά, τα ερωτήματα αυτά, διότι την στιγμήν τού θανάτου οι συνήθεις σχέσεις μεταξύ των ανθρώπων διαλύονται. Αυτός που φεύγει στέκεται μόνος εμπρός εις το συγκλονιστικόν γεγονός τού θανάτου. Όλες τις άλλες στιγμές τού βίου μας υπάρχει η δυνατότης κάποιος να μας συντροφεύση, να μας απαλύνη τον πόνον, να μας παρηγόρηση, να μας στήριξη. Ενώ όταν ευρεθώμεν εμπρός εις τον θάνατον και κάμωμεν το μεγάλο άλμα, όλες οι γέφυρες ανατινάσσονται! Και εδώ μένουν όλοι γεμάτοι απορίες, άλαλοι, εμβρόντητοι, κάποτε «πιο πεθαμένοι κι από τους πεθαμένους», όπως έλεγε κάποιος εις την νεκρολογίαν τού φίλου του. Εις δε την αντίπεραν όχθην, το απέναντι μέρος, μένει εκείνος που έφυγε, Αλλά με άλλον πλέον κόσμον!. . .
Λέγει ένας ύμνος της Εκκλησίας μας τού αγίου Αναστασίου τού Σιναΐτου: Τι πικρά που είναι τα λόγια εκείνων, οι οποίοι αποθνήσκουν! Αδελφοί, φωνάζουν, εξορίζομαι από τους αδελφούς. Αφήνω όλους και φεύγω. Που πηγαίνω ή πως μέλλω να ζήσω εκεί; «Όταν ψυχή και σώμα χωρίζεται, φρικτόν το μυστήριον (. . . ) η μεν ψυχή θρηνωδώς πορεύεται, το δε σώμα καλύπτεται τη γη παραδοθέν».[Ενθ' άνωτ. , σσ. 455,449-450] Δια τούτο και ο άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός μελωδεί θρηνητικώς: «Θρηνώ και οδύρομαι, όταν εννοήσω τον θάνατον, και ίδω εν τοις τάφοις κειμένην την κατ' εικόνα Θεού, πλασθείσαν ημίν ωραιότητα, άμορφον, άδοξον, μη έχουσαν είδος», Κλαίω, θρηνολογώ και πενθώ όταν σκεφθώ και μελετήσω τον θάνατον και όταν ίδω να είναι ξαπλωμένη μέσα εις τους τάφους η ανθρωπινή ωραιότης, που επλάσθη κατ' εικόνα Θεού, όταν την ίδω χωρίς μορφήν, χωρίς δόξαν και λαμπρότητα, χωρίς ωραιότητα και κάλλος. Γεμάτος δε έκπληξιν αναφωνεί: «Τι το περί ημάς τούτο γέγονε μυστήριον; Πώς παρεδόθημεν τη φθορά, και συνεζεύχθημεν τω θανάτω;»[Ενθ. άνωτ. , σελ. 414.]
Τι είναι αυτό το μυστήριον, που συμβαίνει γύρω μας; Πώς έχομεν παραδοθή εις την φθοράν; Πως έχομεν συζευχθή, πως έχομεν συνδεθή στενά με τον θάνατον;
Και οι μεν άπιστοι η ολιγόπιστοι τρέχουν εις μάγους, μάντεις, μέντιουμ κ.τ.δ.,δια να λάβουν απαντήσεις και να εύρουν, όπως νομίζουν, κάποιαν παρηγορίαν ή να μάθουν κάτι δια τους προσφιλείς των. Εμείς όμως θα προσπαθήσωμεν να διεισδύσωμεν κατά το δυνατόν εις την πέραν τού τάφου ζωήν, με οδηγόν την θείαν Αποκάλυψιν. Διότι, εάν όλες οι άλλες θρησκείες έχουν να είπουν κάτι δια το μέγα τούτο θέμα, πολύ περισσότερον έχει να μας είπη ο ζων Τριαδικός Θεός, ο οποίος εκτρέφει και θάλπει την όλην χριστιανικήν μας ζωήν δια της πίστεως, ελπίδος και αγάπης, της ελπίδος, η οποία αναφέρεται κυρίως εις τις επαγγελίες τού Θεού «περί τού μέλλοντος και των έσχατων» [Π. Ν. ΤΡΕΜΠΕΛΑ, Δογματική της Ορθοδόξου Καθολικής Εκκλησίας, Τόμ. Γ', έκδ. «ο Σωτήρ», Αθήναι 1961, σελ. 366.] Θα προχωρήσωμεν λοιπόν με οδηγόν την Αγίαν Γραφήν και χειραγωγούς τους θεοφόρους Πατέρας, οι οποίοι την ερμήνευσαν φωτιζόμενοι από το Παράκλητον Πνεύμα.

Εις την προσπάθειάν μας αυτήν δεν λησμονούμε ότι «με πολλή δεξιότητα η παιδαγωγική σοφία της Εκκλησίας απέφυγε πάντοτε να εμπνεύση μία δογματική σύνθεση που να εξαντλή τα εσχατολογικά δεδομένα». Εκτός από τα άρθρα τού ιερού Συμβόλου της πίστεως μας (τού «Πιστεύω»), τα οποία ομιλούν δια την Δευτέραν Παρουσίαν, την μέλλουσαν κρίσιν και την ανάστασιν των νεκρών, «η Ορθοδοξία δεν διαθέτει ανάλογες δογματικές τυποποιήσεις». Γνωρίζομεν ότι και το μυστήριον του θανάτου, όπως και Αλλά ζητήματα «οι θεολόγοι τα τριγυρίζουν με δέος». [Π. ΕΥΔΟΚΙΜΩΦ, Η Ορθοδοξία, μτφρ. Α. Τ. Μουρτζοπούλου, έκδ. Βασ. Ρηγόπουλου, Θεσσαλονίκη 1972, σελ. 435. ]
    Εν τούτοις, όπως γράφει ο άγιος Γρηγόριος Νύσσης, εάν χαρακτηριστικόν γνώρισμα της σοφίας είναι το να συλλαμβάνη με την διάνοιαν την αλήθειαν δια τα πράγματα του παρόντος, και αν η προφητεία περικλείη την αποκάλυψιν (φανέρωσιν) των μελλόντων, τότε κανείς δεν είναι δυνατόν να κατέχη το πλήρωμα της σοφίας, εάν δεν περιλάβη, με την βοήθειαν της προφητείας, εις την γνώσιν του παρόντος και εκείνα, τα οποία πρόκειται να συμβούν εις το μέλλον. [ΓΡΗΓ. ΝΥΣΣΗΣ, Κατά Ευνομίου Λόγ. Γ' PG 45,5800]

Η ΚΟΣΜΙΚΗ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ ΚΑΙ Ο ΘΑΝΑΤΟΣ


          Ασεβής υποβιβασμός τού ανθρώπου

     Προτού προχωρήσωμεν δια να μελετήσωμεν το μυστήριον τού θανάτου με οδηγόν την θείαν Αποκάλυψιν, την Αποστολικήν Παράδοσιν και την Πατερικήν σοφίαν της Εκκλησίας μας, πρέπει να ίδωμεν πως αντιμετωπίζουν το πρόβλημα τούτο άλλες θρησκείες και η εγκόσμιος φιλοσοφία. Διότι δια τον θάνατον ωμίλησαν όλοι οι φιλόσοφοι. Μερικοί επεχείρησαν να τον αγνοήσουν, αλλά δεν το επέτυχαν. Άλλωστε είναι αδύνατον να φιλοσοφήση κανείς, όταν παραβλέπη το γεγονός τού θανάτου και δεν εμβαθύνη εις αυτό. Δεν πρόκειται να εισέλθωμε εις τις λεπτομέρειες της διδασκαλίας των άλλων θρησκειών περί θανάτου, ούτε εις τον σκοτεινόν λαβύρινθον της ανθρωπίνης φιλοσοφίας. Θα ρίψωμεν μόνον σύντομον βλέμμα, ώστε να ίδωμεν την σύγχυσιν, τις φαντασιώσεις και γελοιότητες, εις τις οποίες κατέληξε το ανθρώπινον λογικόν, κάθε φοράν, που εδοκίμασε να ερμηνεύση τον θάνατον και να μελετήση την πέραν τού τάφου ζωήν με τις ιδικές του μόνον δυνάμεις. Έτσι θα εκτιμηθή και εις το πρόβλημα τούτο η αλήθεια, η σαφήνεια και το μεγαλείον τού λόγου της θείας Αποκαλύψεως.

Είναι γνωστόν ότι οι ανατολικές θρησκείες, οι οποίες περιφρονούν την παρούσαν ζωήν, περιφρονούν και τον άνθρωπον. Εις τον παρόντα κόσμον δεν βλέπουν παρά μόνον μίαν απάτην. Διά τούτο οι θρησκείες αυτές, όπως π. χ. ο Ινδουισμός, ο Βουδισμός κλπ. , κηρύττουν ότι ο θάνατος είναι η απελευθέρωσις από την εξορίαν και η λύτρωσις από την πτώσιν εις την μισητήν περιοχήν της πλάνης και τού ποικίλου πόνου. Και επειδή ο θάνατος -πάντοτε κατά τις θρησκείες αυτές- καταλύει την εφήμερον αθλιότητα των εγκόσμιων και μας βυθίζει μέσα εις το αιώνιον και αδιαφοροποίητον «πάν», μέσα εις την απέραντον μακαριότητα τού νιρβάνα, δηλαδή τού μηδενός, ο πιστός των θρησκειών αυτών ζη μόνον δια να αποθάνη! Ζητεί με επιμονήν τον θάνατον, διότι πιστεύει ότι η επίγειος ζωή του γίνεται εμπόδιον δια την ευτυχίαν. Διά τούτο οι θρησκείες αυτές καλλιεργούν τον ζωντανόν θάνατον. Λέγουν αφού ο θάνατος μας προσφέρει μίαν τόσον μεγάλην ευεργεσίαν, δεν έχομεν παρά να συντομεύσωμεν την παρούσαν ζωήν με την νέκρωσιν του σώματος και με την νέκρωσιν κάθε είδους ορμής. Έτσι, λέγουν, προγευόμεθα τις ευεργεσίες του θανάτου πριν από τον θάνατον, ο οποίος είναι το κατ' εξοχήν ευφρόσυνον γεγονός.

Παρόμοια στοιχεία περιφρονήσεως του άνθρωπου και της παρούσης ζωής περιέχει και ο Ο ρ φ ι κ ό ς  μ ύ θ ο ς, ο οποίος έφθασεν εις τις ελληνικές χώρες από την Θράκην. [Δεν κατωρθώθη μέχρι τώρα να διαπιστωθώ επακριβώς η καταγωγή τού Ορφισμού. Άλλοι υποστηρίζουν ότι οι ιδέες αυτές εισήχθησαν από την Αίγυπτον. Άλλοι, νεώτεροι, υποστηρίζουν ότι ο Ορφισμός έχει Περσικήν ή Ινδικήν καταγωγήν. Αλλά τα επιχειρήματα όλων δεν είναι πειστικά. Το μόνον βέβαιον είναι, ότι ο Ορφισμός έφθασεν εις τις ελληνικές χώρες από την Θράκην κατά τον 7ον και 6ον αιώνα π. Χ. ως οργιαστική λατρεία τού Διονύσου.]
Ο Ηρόδοτος Ιστορεί ότι μία Θρακική φυλή υπεδέχετο τα νεογέννητα βρέφη με κλαυθμούς και οδυρμούς, ενώ συνώδευε τους νεκρούς εις τον τάφον με κραυγές και αλαλαγμούς χαράς, διότι λυτρώνονται από την παρούσαν ζωήν. Ο διάσημος Έλληνας ιατρός Φιλιστίων αναφέρει ότι μία φυλή, οι Καυσιανοί, «τους μεν γεννωμένους θρηνούσι, τους δε τελευτώντας (αυτούς δε που αποθνήσκουν) μακαρίζουσι».
Ο Ορφικός μύθος διδάσκει ότι η ψυχή με την γέννησιν κατεβαίνει εις τον υλικόν και αμαρτωλόν κόσμον ως ένας θείος ξένος. Εισέρχεται εις το σώμα, το οποίον γίνεται δι' αυτήν το «σήμα», δηλαδή ο τάφος της. Η ψυχή όμως πρέπει να ελευθερωθή από την φυλακήν αυτήν, ώστε να επιστρέψη και πάλιν εις την πνευματικήν της πατρίδα. Δι' αυτό οι Ορφικοί έβαζαν εις τα χέρια των νεκρών μικρές χρυσές πλάκες, εις τις οποίες εχάρασσαν το σύνθημα ή έμβλημα της πίστεώς των: «Αυτάρ έμοι γένος ουράνιον»• δηλαδή, εγώ έρχομαι μεν από την γην, αλλ' η ιδική μου καταγωγή είναι ουράνια. Οι νεκροί θα έδειχναν τις πλάκες αυτές ως ένα είδος. . . διαβατηρίου, μόλις θα έφθαναν εις τις πύλες τού άλλου κόσμου!
Η ψυχή όμως δεν θα μείνει εκεί πολύν χρόνον θα επανέλθη εις την γην και θα μετενσωματωθή. Θα φυλακισθή πάλιν εις σώμα ζώων ή ανθρώπων ή και εις φυτά αλλά και πάλιν θα μετανάστευση εις την αρχικήν της πατρίδα. Η ανακύκλησις αυτή θα συνεχίζεται με διαδοχικές και αλλεπάλληλες «γεννήσεις» και «θανάτους», μέχρις ότου η ψυχή εξαγνισθή. Με ελάχιστες διαφοροποιήσεις της ιδέας αυτής εξήταζαν το θέμα τούτο ο Πυθαγόρας και ο Ηράκλειτος. Δυστυχώς όμως και σήμερον κυκλοφορούν παρόμοιες Ιδέες και μάλιστα μεταξύ των μορφωμένων, που έχουν εμπλακή εις τα δίκτυα της Θεοσοφίας και της σκοτεινής θρησκείας του Τεκτονισμού ή Μασονισμού.

Είναι περιττόν να συνεχίσωμεν με τις ιδέες αυτές, οι οποίες περιφρονούν το δώρον του Θεού, την ζωήν, αλλά και τον άνθρωπον ως προσωπικότητα και δημιούργημα τού Θεού, το οποίον έχει σκοπόν μέγαν και υψηλόν. Δεν αξίζει τον κόπον να επιμείνη κανείς εις τον «συρφετόν της ασεβείας» των Ορφικών και των ομοίων των. Διότι αυτοί, όπως λέγει ο ιερός Χρυσόστομος, με τις παιδαριώδεις και βλάσφημες αντιλήψεις των κατεβάζουν τον Θεόν εις ανθρώπους, ζώα, φυτά και ξύλα. Εάν η ψυχή μας, λέγει εις αυτούς ο Ιερός Πατήρ, είναι «της ουσίας του Θεού», όπως υποστηρίζετε, η δε μετενσωμάτωσις της ψυχής καταλήγη εις νεροκολόκυθα, πεπόνια και κρεμμύδια, «άρα η ουσία τού Θεού εις σικύους εσταί»• άρα η ουσία τού Θεού θα είναι εις τα ξυλάγγουρα! Και συνεχίζει ο θείος Πατήρ: Έτσι όμως συμβαίνει τούτο το παράδοξον: Εάν οι Χριστιανοί είπωμεν εις αυτούς τους ειδωλολάτρες ότι το Άγιον Πνεύμα μετέβαλε την αγνήν Παρθένον εις ναόν άγιον, ώστε να γέννηση τον Σωτήρα, μας περιγελούν. Ενώ αυτοί δεν εντρέπονται να κατεβάζουν την ουσίαν του Θεού εις πεπόνια, μυίγες, κάμπιες, όνους κλπ. [ΙΩ. ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ, Εις Πράξ. Όμ. 2,5 PG 60,32]
Αλλ' ήταν φυσικόν να λέγουν τέτοια πράγματα οι άνθρωποι εκείνοι, που εστερούντο του φωτός της θείας Αποκαλύψεως. Ένεκα της ουσιαστικής αυτής στερήσεως δεν ηδυνήθησαν να διατυπώσουν κάτι το υγιές «ούτε περί Θεού ούτε περί κτίσεως». Και όσα μία Χριστιανή γυναίκα του λαού γνωρίζει, «ταύτα Πυθαγόρας ουδέπω ήδει». Διά τούτο τόσον ο σοφός Πυθαγόρας, όσον και οι άλλοι ομόφρονές του έλεγαν «ότι θάμνος εστί και ιχθύς και κύων (σκύλος) γίνεται η ψυχή». [ΙΩ. ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ, Εις Ίω. Όμ. 66,3 PG 59, 369-370. ]
     Αλλά τόσον εκείνοι, όσον και οι σύγχρονοι-πολύ περισσότερον αυτοί, διότι ζουν εις χριστιανικούς χρόνους -γίνονται καταγέλαστοι με τους λαβυρίνθους της πολυλογίας των. Και αποδεικνύουν αληθινόν τον λόγον του θείου Παύλου «φάσκοντες είναι σοφοί εμωράνθησαν» (Ρωμ. α' 22)- ενώ ισχυρίζονται ότι είναι σοφοί, έγιναν μωροί και ανόητοι.
Βεβαίως κατά τους ιδίους χρόνους υπήρξαν και φωτεινότερες διάνοιες. Ο λυρικός ποιητής Ανακρέων (6ος αιώνας π. Χ. ) είπε μίαν αλήθειαν ανάμεικτον όμως με την μελαγχολίαν του προ Χριστού ανθρώπου. Είπεν: Η ζωή του ανθρώπου κυλά όπως ο τροχός, όταν δε αποθάνωμεν και λειώσουν πλέον τα κόκκαλά μας, δεν θα είμεθα παρά «ολίγη κόνις». Ο δε Διογένης με την ιδίαν μελαγχολίαν ανεφώνησεν αργότερα (5ος αιών π. Χ. ): «Ω θνητόν ανδρών και ταλαίπωρον γένος!» Διότι δεν ομοιάζομεν με τίποτε άλλο παρά με σκιάν!. . .


          Αντιλήψεις μυθικές και παιδαριώδεις

     ΟΙ Μυκηναίοι, ένας κόσμος ηρώων με έντονον συναίσθησιν της ισχυρός των προσωπικότητος, δοκιμάζουν άφατον θλίψιν, όταν σκέπτωνται το τέλος της ζωής. Ο κόσμος εκείνος φρίττει και τρομάζει εμπρός εις το φοβερόν μυστήριον τού θανάτου, δέχεται όμως ότι ο άνθρωπος εξακολουθεί μετά θάνατον να ζη και να συνεχίζη την δράσιν του ως αγαθοεργός δύναμις με υπερφυσικές ιδιότητες, η οποία ωφελεί τους ζωντανούς η προστατεύει την πατρίδα της. Αυτήν ακριβώς την πίστιν εκφράζουν «αι επικήδειοι πομπαί, αι επιτάφιοι χοαί», οι λατρευτικοί τύποι, τα επιθανάτια και μεταθανάτια έθιμα και οι τεράστιοι τάφοι, ατομικοί ή οικογενειακοί.

Η Ολυμπιακή θρησκεία, αντιθέτως προς τον Ορφισμόν, επίστευεν ότι ο θάνατος είναι κάτι το αποκρουστικόν, φοβερόν και φρικτόν. Ο Ό μ η ρ ο ς, ο ποιητής της ελληνικής αριστοκρατίας, διδάσκει ότι τον φυσικόν θάνατον στέλλει η Μοίρα (μόρος= θάνατος, όλεθρος), συμφώνως προς τους γενικούς νόμους της φύσεως. Τον βίαιον θάνατον στέλλει εναντίον του άνθρωπου η Κηρ, η θεά τού θανάτου ή τού ολέθρου. Τον αιφνίδιο δε και πρόωρον θάνατον, ο οποίος αρπάζει τους ανθρώπους της νεαράς ηλικίας, στέλλουν ο Απόλλων και η Άρτεμις. Εις την μυθολογίαν του Όμηρου ο Θάνατος θεωρείται δίδυμος αδελφός τού ολυμπίου και αδιατάρακτου Ύπνου. Ο Θάνατος εκτελεί μεν πιστώς τις προσταγές της Μοίρας, αλλ' η μορφή του δεν περιγράφεται. Εις τον περίφημον κρατήρα τού Ευφρονίου ο Θάνατος εικονίζεται να μεταφέρη με την βοήθειαν του Ύπνου ήρεμα, απαλά, με σεβασμόν και ευλάβειαν το σώμα τού Ομηρικού ήρωος Σαρπηδόνος μακρυά από τα τείχη της Τροίας, εις την Λυκίαν, δια να τον θάψουν οι συγγενείς του. [Ίλ. Ξ 231, Π 454-457, 672-675]


Δια τον Έλληνα των Ομηρικών χρόνων μόνον η παρούσα ζωή έχει αξίαν. Ο θάνατος θεωρείται μέγα κακόν, διότι υποβιβάζει τον άνθρωπον, τον οδηγεί εις την εξαθλίωσιν και την στέρησιν της χαράς της ζωής. Τον ρίπτει εις τον σκοτεινόν Άδην, τού οποίου το βασίλειον δεν είναι καθόλου ζηλευτόν. Η ψυχή, την οποίαν ο Όμηρος εφαντάζετο ως ζωϊκήν δύναμιν και ως πραγματικήν ουσίαν, φεύγει από την ανοικτήν πληγήν ή το στόμα την ώραν, που αποθνήσκει ο άνθρωπος. Την ώραν του θανάτου το σώμα, το οποίον κατά την τότε αντίληψιν απετέλει το «εγώ» τού άνθρωπου, αποθνήσκει, ενώ η ψυχή χωρίζεται από το σώμα και πηγαίνει εις τον Άδην. [Ίλ. Ξ 5. 18, Π 505, Α 3]
Εκεί κινείται εξασθενημένη ως άυλον είδωλον, ή μάλλον άσωμον (χωρίς σώμα), το οποίον διατηρεί την μορφήν του σώματος. [Ίλ. Ψ 65-67, 105-106. Όδ. λ 84,205-208 κ. ά.]. Από την ψυχήν αυτήν λείπουν «αι φρένες», δηλαδή η πνευματική δύναμις. [Ίλ. Ψ 104. Μόνον η ψυχή τού μάντεως Τειρεσίου διατηρεί «τας φρένας», Οδ. κ 493]

Η ψυχή κινείται εις τον Άδην ως όνειρον και ως φευγαλέα σκιά. Ζη ζωήν τόσον υποτυπώδη και αναξίαν λόγου, ώστε ο νεκρός ήρως Αχιλλεύς, γεμάτος νοσταλγίαν δια την γην, λέγει: Θα ήθελα να ήμουν δούλος και να υπηρετώ εις αφέντην πτωχόν, παρά να είμαι άρχοντας και ηγεμόνας όλων των νεκρών, που ευρίσκονται εις τον Αδην. [Όδ. λ 215-222, 206-208, 488-491]
Διότι οι νεκροί εις το βασίλειον του Πλούτωνος είναι αξιοθρήνητοι «σκιαί». Κλαίουν και ολοφύρονται ως νεκρά αναίσθητα «βροχών είδωλα καμόντων» (ως πεθαμένοι αναίσθητοι, εικόνες θνητών νεκρών) δια τα αγαθά και τις απολαύσεις της γης, που εστερήθησαν. Η ψυχή εις τον Άδην έχει εξαντληθή τόσον πολύ, ώστε δια να συνέλθη πρέπει να πίη αίμα, το οποίον της προσφέρουν οι ζωντανοί με αιματηρές θυσίες. Αλλά και με τον τρόπον αυτόν συνέρχεται προσωρινώς μόνον η δε ζωή και η συνείδησις, που λαμβάνει, δεν είναι πλήρης. [Όδ. λ 34-37, 153,232 έ.] Οι θεοί παρέχουν αμοιβές και τιμωρίες μετά θάνατον, αμείβουν όμως τους αρίστους από τους ήρωες και τιμωρούν μόνον τους πλέον κακούς και φαύλους από τους κακούργους (όπως ο Τάνταλος, ο Τιτυός, ο Σίσυφος). [Τις τιμωρίες αυτές ο Όμηρος περιγράφει με ζωηρά χρώματα εις το λ της Οδύσσειας. ]

Οι περί θανάτου ιδέες θρησκειών άλλων λαών - παραλλήλων χρόνων - δεν διαφέρουν πολύ από τις Ομηρικές δοξασίες. Οι Βαβυλώνιοι π. χ. επίστευαν ότι αυτός, που απέθανεν είναι καταδικασμένος να παραμένη ακίνητος εις το βαθύ και πηκτόν σκοτάδι του Άδου, δούλος της θεάς τού Άδου. Ο Άδης των Βαβυλωνίων ομοιάζει με εκείνον του Ομήρου, είναι δηλαδή τόπος σκοτεινός, εις τον οποίον επικρατεί πλήρης λησμοσύνη. Οι δίκαιοι δεν διακρίνονται σαφώς από τους αδίκους. Αργότερα όμως οι Βαβυλώνιοι συνεπλήρωσαν την πίστιν των δια το θέμα των αμοιβών και των ποινών και εδέχθησαν ότι μόνον οι ήρωες πηγαίνουν μετά θάνατον εις την χωράν των μακάρων (μακαρίων και ευτυχισμένων). Διά τούτο οι μύθοι και τα έπη των είναι διαποτισμένα από την απαισιόδοξον σκέψιν του θανάτου, και μόνον οι ήρωες ευρίσκονται εις καλυτέραν μοίραν από τους άλλους νεκρούς. Εξ αφορμής των αντιλήψεων αυτών οι Βαβυλώνιοι δεν επεριποιούντο ιδιαιτέρως τους τάφους των νεκρών.
Οι Αιγύπτιοι επίστευαν εις την αθανασίαν της ψυχής και δεν εδέχοντο ότι οι ψυχές έρχονται πάλιν εις τον κόσμον. Επίστευαν ακόμη ότι η ψυχή ακολουθεί το σώμα μετά θάνατον. Δι' αυτό έκτιζαν μεγάλους, ογκώδεις τάφους, τις Πυραμίδες. Εταρίχευαν το σώμα του νεκρού, διότι είχαν την αντίληψιν ότι τούτο έπρεπε να διατηρήται και μετά θάνατον ως υπόβαθρον και κατοικία της ψυχής. Έτσι εξησφαλίζετο η ευτυχία της ψυχής μετά θάνατον. Διά τον σκοπόν αυτόν ετοποθετούσαν δίπλα από το βαλσαμωμένον σώμα τροφές και έγραφαν εις τους τοίχους των νεκρικών θαλάμων κείμενα, που ανεφέροντο εις την ζωήν, εκείνου που απέθανε.
Αλλ' είναι φανερόν, ότι οι αντιλήψεις αυτές είναι εξ ολοκλήρου μυθικές και παιδαριώδεις και προέρχονται από το ότι ο προχριστιανικός κόσμος ζη με τον φόβον του θανάτου. Ζη με την πατροπαράδοτον πίστιν, η οποία δεικνύει την αναζήτησιν της ψυχής δια το τέλειον, το οποίον επερίμενε και εποθούσε. Άλλωστε τόσον οι Μυκηναϊκές, όσον και οι Ομηρικές αντιλήψεις περί θανάτου δεν Ικανοποιούν τους μεταγενεστέρους Έλληνας. Δι' αυτό και το ανήσυχον ελληνικόν πνεύμα αποδύεται εις μίαν προσπάθειαν επεξεργασίας, αναθεωρήσεως και τελειοποιήσεως των περί θανάτου δοξασιών του, ώστε να τις καταστήση περισσότερον πειστικές. Έτσι την ασαφή πίστιν των Ομηρικών χρόνων περί αμοιβής των δικαίων και τιμωρίας μόνον των μεγάλων κακούργων «διαδέχεται σοβαρωτέρα, καθαρωτέρα και θετικωτέρα πίστις κατά τους μηδικούς χρόνους. Η ανταπόδοσις και η τιμωρία καθίστανται γενικαί». [Ν. Μ. ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ, Ο θάνατος και αι μεταθανάτιοι παραστάσεις κατά τα ιστορικά βιβλία της Π. Διαθήκης μέχρι της Βαβυλωνείου αιχμαλωσίας, Αθήναι 1965, σελ. 11.]

          Επιτάφια επιγράμματα των αρχαίων Ελλήνων

     Αρκετά σαφή ιδέαν δια τις αντιλήψεις των αρχαίων Ελλήνων περί θανάτου σχηματίζομεν και από τις επιτύμβιες επιγραφές. Ως γνωστόν ο άνθρωπος διακατέχεται από τον πόθον να κατανίκηση τον θάνατον από την δυνατήν επιθυμίαν να υπερβή τον χρόνον της παρούσης ζωής, τον οποίον τού ανακόπτει ο θάνατος, και να αφήση κάποιο «σημείον» της διαβάσεως του από την γην. Να αφήση ένα «μνήμα», δηλαδή μίαν μνήμην, ανάμνησιν, υπόμνησιν της παραμονής και των έργων του εις τον κόσμον. Και επειδή ο Έλληνας ήταν ο άνθρωπος, που έδιδε μεγάλην άξίαν εις την παρούσαν ζωήν, επροσπάθησε να διαιώνιση την μνήμην του, εκτός των άλλων, και με τα επιγράμματα, τα οποία ανέγραφε επάνω εις τους τάφους. Ενώπιον τού «αναιδούς θανάτου», δηλαδή τού σκληρού και ώμου, τού αδίστακτου και ολεθρίου θανάτου, ο υπερήφανος Έλληνας αισθάνεται εντονώτερα την ταπεινότητα του.
Εις τα επιτύμβια (επιτάφια) επιγράμματα τού ελληνικού προχριστιανικού κόσμου διατυπώνεται η ανάγκη, την οποίαν αισθάνεται και μετά θάνατον ο Έλληνας, να συμμετέχουν εις τις τύχες του και οι συνάνθρωποί του. Το επίγραμμα διατυπώνει, μαζί με την αιτίαν τού θανάτου, άλλοτε μεν την συγκλονιστικήν απορίαν, που δοκιμάζει η ψυχή ενώπιον τού θανάτου, ή το μεγάλο και πικρόν παράπονον κατά τού θανάτου, ο οποίος δεν εσεβάσθη ούτε την νεότητα ούτε το κάλλος, εκείνου που απέθανε. Άλλοτε το επίγραμμα εκφράζει την οδύνην και τον στεναγμόν δια την απώλειαν τού αγαπημένου προσώπου. Διά τον θάνατον όμως τού πολεμιστού δεν εκφράζεται συνήθως οδύνη ούτε ακούονται θρήνοι. Αντιθέτως εκφράζονται έπαινοι και ακούονται ύμνοι, διότι δια τον Έλληνα ο θάνατος εις το πεδίον της μάχης αποτελεί τιμητικήν διάκρισιν.

     Εις τους Λακεδαιμονίους, όπως αναφέρει ο Πλούταρχος, η αρετή εδίδασκε να ζουν και να αποθνήσκουν με ευχαρίστησιν, όπως φανερώνει και το επίγραμμα: «Απέθαναν, όχι διότι εθεωρούσαν ωραίον πράγμα την ζωήν ή τον θάνατον, αλλά διότι εθεωρούσαν ωραίον το να κάμνη κανείς και τα δύο αυτά με καλόν τρόπον». Διότι, συμπληρώνει ο Πλούταρχος, ούτε ν' αποφύγη κανείς τον θάνατον είναι αξιοκατάκριτον, εάν ποθή την ζωήν κατά τρόπον τίμιον, ούτε να τον υπομένη είναι ωραίον, εάν αυτό γίνεται από αποστροφήν προς την ζωήν. [Πλουτ. Πελοπ. 1.]  Πάντως τα ελληνικά επιγράμματα προβάλλουν κυρίως τον «αγαθόν και σώφρονα» άνθρωπον, διότι αυτός πρέπει ν' αποτελή δια τους ζωντανούς παράδειγμα άξιον μιμήσεως. Διά τούτο, όταν ο νεκρός είχεν αρετές, επαινείται. Βεβαίως η προσπάθεια των Ελλήνων να επαινή τους νεκρούς έχει σχέσιν με την πάλαιαν αντίληψιν, ότι μόνον αγαθά πρέπει να λέγωνται περί των νεκρών. [Χίλων: «Τον τετελευτηκότα μακάριζε». Πρβλ. και Πλουτ. Σόλ. 21: «Επαινείται δε τού Σόλωνος και ο κωλύων τον τεθνηκότα κακώς αγορεύειν». Διογ. Λαέρτ. 1,70: «Τον τεθνηκότα μη κακολογείν».]
     Εις ορισμένα επιγράμματα ο θάνατος παρουσιάζεται ως απόφασις των θεών. Αλλά ο Έλληνας δεν εκφράζει κανένα παράπονον εναντίον των θεών, ούτε αποδίδει καμμίαν ευθύνην εις αυτούς.
Από τον Ε' π. Χ. αιώνα τα επιτύμβια επιγράμματα είναι πλουσιώτερα και ωραιότερα. Εις αυτά τονίζονται ιδιαιτέρως οι αρετές και τα χαρακτηριστικά προσόντα αυτού που απέθανε, π. χ. η δικαιοσύνη, η σωφροσύνη, η ευσέβεια, η σοφία κ. ά. Διά της εξάρσεως των αρετών τού αποθανόντος και των επαίνων, οι οποίοι ακολουθούν, διαιωνίζονται επάνω εις τον τάφον αξίες και αρετές, οι όποιες εις την παρούσαν ζωήν ή παρεξηγούνται ή αγνοούνται.
Πρέπει όμως να υπογραμμισθούν ιδιαιτέρως τα όσα παρατηρούν εκείνοι, οι οποίοι έχουν ασχοληθή συστηματικώς με το περιεχόμενον των επιτύμβιων επιγραμμάτων. Αυτοί λοιπόν παρατηρούν: «Εις τας επιγραφάς των πρώτων αιώνων σπανίως εκφράζεται οξύς ο θρήνος δια την απώλειαν ηγαπημένων προσώπων. Συνήθως επικρατεί η ήρεμος αντιμετώπισις τού θανάτου, πράγμα το οποίον εξηγείται βεβαίως εκ της όλης στάσεως τού Έλληνος των χρόνων εκείνων έναντι τού θανάτου». Και ακόμη: «εις όλας σχεδόν τας επιγραφάς -ιδίως τας αττικάς- δεν γίνεται λόγος περί μετά θάνατον ζωής (. . . ). Μεταφυσικαί ιδέαι, σκέψεις περί αμοιβής τού αγαθού και τιμωρίας τού κακού βίου μετά θάνατον είναι ακόμη άγνωστοι». [ΑΡΙΣΤΟ. ΣΚΙΑΔΑ, Επί τύμβω, Συμβολή εις την ερμηνεία των ελληνικών επιτύμβιων έμμετρων επιγραφών, Αθήναι 1967, σσ. 10, 11, 12.]
Η φιλοσοφική σκέψις τού Πλάτωνος θα επίδραση εις το πνεύμα των επτυμβίων επιγραμμάτων αργότερα. Και υπάρχουν μεν ωρισμένες επιγραφές, οι οποίες αντιθέτουν το φθαρτόν και άφθαρτον μέρος τού ανθρώπου, αλλ' «η διαφοροποίησις γίνεται απολύτως εις την υλικήν περιοχήν». Η μεν λέξις φθαρτόν υπονοεί «τας σάρκας», η δε λέξις ά-φθαρτον τα «οστέα» και όχι την ψυχήν. Η δε επίδρασις της αντιθέσεως αυτής προέρχεται μάλλον «μέσω των ποιητικών προτύπων» και όχι «κατ' ευθείαν εκ της περιοχής της φιλοσοφίας». [ΑΡΙΣΤΟ. ΣΚΙΑΔΑ, ένθ. άνωτ. , σσ. 79-80. ]
Αλλ' είπαμεν ήδη ότι δεν είχεν ακόμη καταλάμψει τις ψυχές και τις καρδιές των ανθρώπων το ανέσπερον φώς τού Χριστού. Η ειδωλολατρική ψυχή αισθάνεται το μεγάλο κενόν, που την περιβάλλει, και εις το πρόβλημα αυτό. Δι' αυτό το ελληνικόν πνεύμα προσπαθεί να αναθεώρηση και να επεξεργασθή τις αντιλήψεις αυτές.

          «Οδυνηρά θλίψις» και «μελέτη θανάτου»

     Οι αντιλήψεις των Ελλήνων τραγικών περί του μυστηρίου τού θανάτου παρουσιάζουν μεν κάποιαν πρόοδον εν σχέσει προς τις Μυκηναϊκές και τις Ομηρικές, εξακολουθούν όμως να παραμένουν αρκετά ατελείς. Ο Αισχύλος, ο τραγικός με το βαθύ θρησκευτικόν συναίσθημα, τονίζει ότι ο θάνατος είναι αναπόφευκτος και παρατηρεί ότι είναι ο μόνος από τους θεούς, ο οποίος δεν αγαπά τα δώρα («ου δώρων έρα»), και επομένως δεν δύναται να εξαγορασθή με τίποτε. [Αισχύλ. Απόσπ. 156. ]
Αλλ' ο ίδιος τραγικός δεν παραδέχεται ανάστασιν σωμάτων, παρά μόνον επιβίωσιν ψυχών. Εις τις «Ευμενίδες» παρουσιάζει τον Απόλλωνα να λέγη: Όταν ο άνθρωπος αποθάνη, δεν υπάρχει πλέον καμμία ανάστασις.[Αισχύλ. Εύμ. 647-648: «Άνδρος δ' επειδάν αίμ' ανάσπαση κόνις άπαξ θανόντος, ούτις εστ' ανάστασις».]

Ο Ευριπίδης, ο οποίος εκφράζει τα αισθήματα της λύπης εντονώτερον των άλλων Ελλήνων τραγικών, διδάσκει εις την «Εκάβην», ότι οι νεκροί ζουν μετά θάνατον και αναγνωρίζουν ο ένας τον άλλον εις τον άδην. [Εύρ. Έκ. 422.] Ο Σοφοκλής, ο μεγάλος στοχαστής και υπέροχος τεχνίτης της ελληνικής τραγωδίας, κηρύσσει με το στόμα της ηρωίδος του Αντιγόνης ότι λυπείται μεν διότι στερείται, και μάλιστα εις τόσον τρυφεράν ηλικίαν, τα αγαθά της παρούσης ζωής, πηγαίνει όμως ευχαρίστως εις τον άδην, διότι εκεί θα συναντηθή με τους προσφιλείς της- τον πατέρα, την μητέρα και τον αδελφόν, εις τους οποίους η ιδία προσέφερε τις τελευταίες υπηρεσίες και τις «επιτύμβιες χοές». Εις τον «Αίαντα» πάλιν, ο ομώνυμος ήρωας, αφού εχαιρέτησε τον ήλιον και ετελείωσε τον θρήνον, καλει τον θάνατον να έλθη με τα λόγια: «Ω θάνατε, θάνατε, έλα τώρα κοντά μου, αν και θα 'χω καιρό στον Άδη κάτω όντας μαζί σου και 'κει να σε χαιρετήσω».
Προτού προχωρήσωμεν εις τις ιδέες τού Πλάτωνος, πρέπει να υπογραμμίσωμεν ότι «εις τους Έλληνας υπήρχε μία οδυνηρά θλίψις, συνδεδεμένη προς τον θάνατον του άνθρωπου. Η τραγωδία των, η ποίησίς των είναι διαποτισμένοι από αυτήν» την οδύνην. [Ν. ΜΠΕΡΝΤΙΑΓΙΕΦ, Περί τού Προορισμού του ανθρώπου, μτφρ. Μητρ. Σάμου Ειρηναίου, Αθήναι 1950, σελ. 353.]
    Κατά τους Έλληνας το πλέον θλιβερόν γεγονός διά τον άνθρωπον είναι να εγκατάλειψη τον κόσμον αυτόν, τον γεμάτον φώς, τερπνότητα, κάλλος και συμμετρίαν, να κατεβή εις τον σκοτεινόν άδην και να υποταγή εις την αδυσώπητον μοίραν του, έστω και αν θα συνάντηση εις τα Ηλύσια πεδία τους αγαπημένους του. Ο Έλληνας των χρόνων εκείνων σκέπτεται: Εφ' όσον υπάρχει θάνατος, ήταν προτιμότερον να μη είχα γεννηθή. Η σκέψις αυτή δεν σημαίνει βεβαίως ότι ο Έλληνας κατέχεται από μεταφυσικήν απαισιοδοξίαν, όπως π.χ. οι Ινδοί. Η σκέψις αύτη εκφράζει απλώς την θλίψιν, που δοκιμάζει ο ρεαλιστής άνθρωπος. Και ο Έλληνας των χρόνων εκείνων, παρ' όλον τον ιδεαλισμόν του, δεν παύει από του να είναι ρεαλιστής. Δηλαδή ένας άνθρωπος, που διακρίνει «μίαν πραγματικότητα και εν τω ανθρώπω και εν τω κόσμω». [Ν. ΜΠΕΡΝΤΙΑΓΙΕΦ, ένθ. ανωτέρω.]
Αλλά το ανήσυχον ελληνικόν δαιμόνιον, το οποίον είχεν ερευνήσει επισταμένως την φύσιν και τα προβλήματα του κόσμου, δεν ήταν δυνατόν να μείνη με τις παιδικές και, εν πολλοίς αφελείς αυτές ιδέες περί θανάτου. Δεν ήταν δυνατόν να παραμείνη εις την αντίθεσιν μεταξύ της παρούσης και της μετά θάνατον ζωής. Διά τούτο η ελληνική Ιδιοφυΐα απεδύθη εις έντονον προσπάθειαν διά να γεφύρωση την αντίθεσιν αυτήν. Και είναι προς τιμήν τού Πλάτωνος, το ότι είχεν ασχοληθή επισταμένως με τον θάνατον.
Ο Πλάτων εφιλοσόφησε πολύ περί θανάτου, διότι εκτός των άλλων, όπως λέγει ο Σωκράτης, η φιλοσοφία δεν είναι παρά «μελέτη θανάτου». [Πλάτ. Φαίδ. 81 Α.] Ο Πλάτων, εντόνως επηρεασμένος από τον Ορφικόν μύθον και τα Ελευσίνια μυστήρια, δέχεται ότι η ψυχή είναι αθάνατος και προϋπάρχει του σώματος. Κατά τον Πλάτωνα η ψυχή είναι μοίρα της θείας ουσίας, είναι εκ φύσεως αθάνατος και δίδει ζωήν και κίνησιν εις το σώμα. Γράφει εις τον «Φαίδρον»: Κάθε ψυχή είναι αθάνατος (...) είναι πηγή και αρχή κινήσεως και δια τα Αλλά όσα κινούνται. Η αρχή δε είναι πράγμα, που δεν έχει δημιουργηθή, διότι κατ' ανάγκην πρέπει να γεννηθή από μίαν αρχήν 'πάν το γιγνόμενον', η δε αρχή να μη προέλθη από τίποτε. Διότι εάν η αρχή εγεννάτο από κάποιο πράγμα, δεν θα ημπορούσε να είναι αρχή.
Βεβαίως ο Πλάτων πιστεύει εις την μετενσάρκωσιν. Αλλ' εις τον περίφημον διάλογόν του «Φαίδων» ευρίσκομεν όλα όσα η εκτός της θείας Αποκαλύψεως ανθρώπινη διάνοια ημπόρεσε να συλλαβή και να εκφράση περί του μυστηρίου του θανάτου, χωρίς όμως και να λύση το πρόβλημα. Εις τον «Φαίδωνα» ο καλλιτέχνης Πλάτων μοχθεί κυριολεκτικά να μας παραστήση τον θάνατον αγαθόν και να μας τον κάμη επιθυμητόν. Λέγει ο Σωκράτης: Εφ' όσον έχομεν το σώμα και η ψυχή είναι ζυμωμένη με ένα τέτοιο κακόν (όπως είναι το σώμα), δεν θα αποκτήσωμεν ποτέ εις βαθμόν ικανοποιητικόν αυτό που επιθυμούμεν, δηλαδή την αλήθεια. Και τούτο διότι το σώμα μας δημιουργεί αναρίθμητα εμπόδια και έχει συνεχείς απαιτήσεις συντηρήσεως. Εάν λοιπόν πρόκειται να αποκτήσωμεν κάποτε σαφή γνώσιν, πρέπει να απαλλαγώμεν από το σώμα και να αντικρύσωμεν τα πράγματα αυτά καθ' εαυτά μόνον με την ψυχήν. Δηλαδή ο Σωκράτης έβλεπε τον θάνατον ως ανάρρωσιν και σωτηρίαν από ασθένειαν. Ασθένεια δι' αυτόν ήταν η επίγειος ζωή, κατά την οποίαν η ψυχή είναι έγκλειστος εις το σώμα (τάφο της ψυχής ονόμαζαν το σώμα οι Πυθαγόρειοι, οι οποίοι έπαιρναν τον όρον από τους Ορφικούς). Ώστε ο θάνατος είναι η ώρα της αναρρώσεως και της λυτρώσεως της ψυχής από τα δεσμά. Ο θάνατος αποδίδει την ελευθερίαν εις την ψυχήν, δια να απόκτηση εκ νέου την πνευματικήν της καθαρότητα, την οποίαν έχασε με την φυλάκισίν της εις το σώμα. Έτσι η ψυχή καθαρά και απερίσπαστος πλέον θα επιτύχη τις πτήσεις της προς το θείον.
Διά τούτο, πάντοτε κατά τον Πλάτωνα, οι αληθινοί φιλόσοφοι επιθυμούν και σκέπτονται τον θάνατον. Φροντίζουν να αποθνήσκουν, δηλαδή να νεκρώνουν τα πάθη του σώματος. Φοβούνται δε τον θάνατον ολιγώτερον από όλους τους ανθρώπους. Διότι είναι απερισκεψία, παραλογισμός, ανανδρία και αφροσύνη να φοβήται ο φιλόσοφος τον θάνατον, όταν κοινοί και αφιλόσοφοι άνθρωποι έδειξαν θάρρος και ανδρείαν έναντι του θανάτου, με την σκέψιν ότι θα συναντήσουν εις τον Άδην πρόσωπα προσφιλή.[Πλάτ. Φαίδ. 67Ε,68Β.]

     Εφ' όσον όμως τονίζεται τόσον πολύ η νέκρωσις των παθών, φυσικόν είναι να θεωρήται ο σωματικός θάνατος ως ευεργεσία, διότι μας λυτρώνει οριστικώς από το σώμα με τις ανάγκες και τα πάθη του, που αιχμαλωτίζουν την ψυχήν.[Πλάτ. Φαίδ. 64Α,65Α] Επειδή ακριβώς, όσοι φιλοσοφούν ορθώς φροντίζουν να αποθνήσκουν και ο θάνατος είναι δι' αυτούς ολιγώτερον από όλους τους ανθρώπους φοβερός, όπως είπεν ο Σωκράτης. [Πλάτ. Φαίδ. 67Ε.]
δι' αυτό και ο ίδιος, ολίγες ώρες προτού να πιή το κώνειον, ήταν ήρεμος και ατάραχος και εφιλοσοφούσε περί θανάτου και αθανασίας της ψυχής. Όταν δε του προσέφεραν το κώνειον, το ήπιε διά μιας χωρίς κανένα μορφασμόν. Εκύτταξε μόνον με γενναίον και σταθερόν βλέμμα τον δήμιον και αφού έκαμε μικράν σπονδήν, ηυχήθη «την μετοίκησιν την ρυθένδε ευτυχή γενέσθαι». [Πλάτ. Φαίδ. 1170.](ηυχήθη η μετοίκησις από την εδώ ζωήν εις την άλλην να γίνη ευτυχής)- διότι θα συνάντηση εις τον Άδην σοφούς ανθρώπους και δικαίους δικαστάς. Ενώ όμως ο φιλόσοφος Σωκράτης είπεν εις προηγούμενον σημείον της «Απολογίας» του ότι με τον θάνατον έρχεται εις καλυτέραν ζωήν, τελικώς εκφράζει αμφιβολίαν, εάν πράγματι ο θάνατος είναι καλύτερον πράγμα. Διότι όταν είδεν ότι όλα ήσαν έτοιμα διά να οδηγηθή εις το δεσμωτήριον, όπου θα έπινε το κώνειον, είπε: «...Και τώρα είναι ώρα να πηγαίνουμε, εγώ μεν διά να αποθάνω, σεις δε διά να ζήσετε. Ποιοι όμως από ημάς πηγαίνουν εις καλύτερον πράγμα, κανείς δεν το γνωρίζει. Τούτο είναι φανερόν μόνον εις τον θεόν». [Πλάτ. Άπολ.42.] Με αυτήν την αμφιβολίαν ετελείωσε την «Απολογίαν» του ο Σωκράτης, ο μεγάλος φιλόσοφος αμφιβάλλει, διότι πρόκειται διά ζήτημα μεταφυσικόν.
     Εις τον Πλατωνικόν «Φαίδωνα» τονίζεται ακόμη ότι ο θάνατος είναι μόνιμος σύντροφος της ζωής και ότι δεν δυνάμεθα να εννοήσωμεν την παρούσαν ζωήν χωρίς τον θάνατον. Ακόμη ότι η εδώ ζωή είναι συνδεδεμένη απολύτως με την πέραν του τάφου και ο σύντομος χρόνος της παρούσης ζωής με την ατέρμονα (=την χωρίς τέρμα) αιωνιότητα. Ο Πλάτων διδάσκει επίσης ότι, όπως είναι αθάνατος η ψυχή, έτσι είναι αθάνατα και τα έργα της, τα όποια και την παρακολουθούν αιωνίως. «Κανένα έργο της, όσο κακό κι αν είναι, δεν θανατώνει την ψυχή, γιατί τούτο θα ήταν λύτρωση για τους κακούς. Έτσι μήτε ο θάνατος καταστρέφει την ψυχή, Αλλά αντίθετα αποκαλύπτει ανάγλυφα το είναι της».
Αλλά οι θεωρίες αυτές έχουν και πολλά μειονεκτήματα.

          Ασάφειες και αντιφάσεις 
    Χάρις εις τον Πλάτωνα η μελέτη τού θανάτου απετέλεσε θέμα πολύ αγαπητόν εις τους φιλοσόφους, αφού η «φιλοσοφία» ωρίζετο, όπως είπαμεν, ως «μελέτη θανάτου». [Πλάτ. Φαίδ. 67, 80Ε-81Α.] και κατά τους μετά τον Σωκράτην χρόνους. ΟΙ ιδέες αυτές ήσαν ευρύτατα διαδεδομένες και εις τα λαϊκά στρώματα. Ο Σωκράτης λοιπόν, ή ο Πλάτων με τον «Φαίδωνα», επροβλημάτισε τον άνθρωπον δια το μυστήριον τού θανάτου κατά τρόπον γόνιμον.
     Είπαν ότι εις τον «Φαίδωνα» συναντώμεν «το δόξασμα και το απαθανάτισμα τού θανάτου», ότι εις τον διάλογον αυτόν ο λόγος «είναι κατανυκτικός, αποτραβιέται ολωσδιόλου από την εγκόσμια χλιδή και πλέκει τον μακαρισμόν τού θανάτου». Χωρίς να αρνούμεθα τα ανωτέρω, πρέπει να παρατηρήσωμεν ότι οι ιδέες τού Πλάτωνος αφήνουν αναπάντητα πολλά ερωτηματικά. Διά την ελληνικήν φιλοσοφίαν ο θάνατος είναι μία φυσική ιδιότης της ύλης, η οποία φθείρεται συνεχώς, ώστε να δημιουργηθούν διά τού θανάτου νέες μορφές ζωής. Η ζωή είναι προϋπόθεσις τού θανάτου και ο θάνατος προϋπόθεσις της ζωής. Ένα απόσπασμα τού Ευριπίδου, το οποίον παραθέτει ο Πλάτων εις τον «Γοργίαν», λέγει: «Ποιός ξέρει αν η ζωή είναι θάνατος, ο δε θάνατος ζωή;». Και προσθέτει ο Σωκράτης: Και εμείς πράγματι ίσως είμεθα νεκροί. Ίσως τώρα έχομεν αποθάνει και το σώμα μας είναι τάφος. [Πλάτ. Γοργ. 492Ε-493Α.]
Είναι φανερόν ότι με την φράσιν αυτήν διατυπώνεται ένα αγωνιώδες ερώτημα, το όποιον υπονοεί ότι χάνεται μία μορφή ζωής, διά να δώση την θέσιν της εις μίαν άλλην. «Εις την κυκλικήν αυτήν διαδοχήν ζωής και θανάτου υπόκειται αναγκαστικώς και ο άνθρωπος ως μέρος τού κόσμου».
Τα ανωτέρω αφορούν βεβαίως εις το σώμα, διότι η ψυχή είναι αθάνατος. Πάντως ο Πλάτων- και τούτο έχει σημασίαν -με τα όσα λέγει περί καθάρσεως και ανταποδόσεως μετά θάνατον τονίζει την ηθικήν ευθύνην, την οποίαν φέρει ο άνθρωπος διά τα έργα του. Είναι σπουδαίον το ότι, κατά τον Πλάτωνα, η ψυχή διατηρεί την προσωπικότητα της και εις την γην και εις τον κόσμον της αιωνιότητος. Ο Πλάτων με το να υπογραμμίζη την προσωπικήν αθανασίαν της ψυχής και με το να λέγη ότι αυτή έχει συνείδησιν τού «εγώ» της και ότι αγωνίζεται εις την γην υπό αυστηρώς προσωπικήν ευθύνην, παρακινεί τον άνθρωπον να φροντίζη δι' αρετήν και φρόνησιν. Να αγωνίζεται με ελπίδα. Να έχη θάρρος διά το μέλλον της ψυχής του, εφ' όσον αγνίζει τον εαυτόν του εις τον παρόντα κόσμον. [«θαρρών χρή», Πλάτ. Φαίδ. 1140-115Α.]
Εδώ ακριβώς έγκειται η μεγάλη ηθική αξία τού «Φαίδωνος». Λέγεται ότι τα όσα εκτίθενται εις τον «Φαίδωνα» είναι η συμπύκνωσις της Πλατωνικής φιλοσοφίας εις την απάντησιν, που έδωκεν η προχριστιανική ελληνική σκέψις διά το μυστήριον τού θανάτου και την μετά θάνατον ζωήν. Είναι ορθή η άποψις αυτή. Αλλά τούτο οφείλεται ασφαλώς εις τον «σπερματικόν λόγον», ο οποίος εφώτισε τον προχριστιανικόν κόσμον, ώστε να εύρη και αυτός μέρος της αληθείας, την οποίαν όμως απεκάλυψεν εις όλον το πλήρωμα της ο Υιός και Λόγος τού Θεού με την έλευσίν του εις τον κόσμον.
Παραλλήλως προς τα ανωτέρω πρέπει να λεχθή ότι εις την διδασκαλίαν τού Πλάτωνος περί αθανασίας της ψυχής υπάρχουν και σκοτεινά σημεία, δυσαρμονίες, αντιφάσεις και διηγήσεις επηρεασμένες κυρίως από τον Ορφικόν μύθον. Πολλή ασάφεια παρατηρείται και εις την διδασκαλίαν του περί μετενσαρκώσεως. Γενικώς δε οι αντιλήψεις περί εσχατολογίας, που προσφέρονται εις τον «Γοργίαν» και τον «Φαίδωνα», δεν συμφωνούν με τα όσα λέγονται εις τον «Φαίδρον». Εις τον «Γοργίαν» και τον «Φαίδωνα» ο Πλάτων ομιλεί περί αιωνιότητος της κολάσεως και της μακαριότητος. Εις την «Πολιτείαν» και τον «Φαίδρον» ομιλεί περί μετενσωματώσεως. Ώστε έχομεν οι πλην εσχατολογικήν προοπτικήν και καταφανή αντίφασιν. [Πρβλ. και ΘΕΟΔ. Ν. ΖΗΣΗ, Η εσχατολογία του Πλάτωνος κατά τον Ευσέβιον]
     Και κάτι άλλο, ο Πλάτων λέγει ότι η ψυχή είναι της ουσίας τού Θεού. Ενώ όμως υψώνει την ψυχήν τόσον πολύ, «αμέτρως και ασεβώς» βεβαίως, εν τούτοις την καθυβρίζει με άλλην υπερβολήν, διότι, κατά την πλάνην της μετενσαρκώσεως, την βάζει να κατοικήση «εν τοίς χοίροις και όνους και τα έτι τούτων ατιμότερα ζώα». Ακόμη από τις απόψεις τού Πλάτωνος περί αθανασίας της ψυχής λείπει η αυστηρά αποδεικτική δύναμις. Οι απόψεις του αυτές περιέχουν «λήψιν τού ζητουμένου», όπως λέγομεν εις την Λογικήν. Ο Πλάτων προχωρεί και λαμβάνει ως αποδεδειγμένον εκείνο, το οποίον έπρεπε να αποδείξη!
Αλλά τα μεγάλα και αγωνιώδη ερωτήματα, που δημιουργούν οι ανωτέρω θεωρίες τού Πλάτωνος, είναι ατελείωτα και πολύπλοκα. Διότι τα θέματα, που εξετάζουν, εξέρχονται των ορίων τού αισθητού κόσμου, εις τον οποίον έχομεν σπουδαίους χειραγωγούς την πέτραν και την επιστήμην. Ενώ ο πέραν τού παρόντος κόσμος μας είναι τελείως άγνωστος. Δι' αυτό και ο Πλάτων «την πολλήν επλανήθη πλάνην», με το να θελήση να συζήτηση και να φιλοσοφήση «περί των αρρήτων», των απορρήτων και ανέκφραστων. Εις τον πέραν τού τάφου κόσμον μόνον το ανέσπερον φως τού Χριστού δύναται να μας χειραγώγηση. Αλλά του ανεκτίμητου τούτου δώρου εστερείτο η, αναμφισβητήτως, μεγάλη διάνοια του Πλάτωνος.
Ο Αριστοτέλης είναι μαθητής του Πλάτωνος, Αλλά από το έτος 354 π. Χ. διατυπώνει θεωρίες ιδικές του, οι οποίες διαφέρουν από εκείνες του διδασκάλου του. Ο Σταγιρίτης φιλόσοφος λέγει ότι ο άνθρωπος πρέπει να επιδιώκη την αθανασίαν και να κάμνη τα πάντα, δια να ζή κατά τις υποδείξεις του πολυτιμότερου εκείνου στοιχείου, που υπάρχει εις τον εαυτόν του, το οποίον (στοιχείον) έχει υψίστην αξίαν. Δηλαδή ο Αριστοτέλης δέχεται την συμβουλήν, που απευθύνει ο Πλάτων εις τον «Θεαίτητον», όταν προτρέπη και ενθαρρύνη τους ανθρώπους να προχωρήσουν εις «ομοίωσιν» προς τον Θεόν. Ο Αριστοτέλης λέγει ότι ο θάνατος είναι ο χωρισμός της ψυχής από το σώμα, το οποίον μετά τον θάνατον σήπεται και διαλύεται, διότι η ψυχή είναι αυτά, που συνέχει το σώμα. Ο Σταγιρίτης φιλόσοφος διέκρινε τρία «γένη» ψυχής. Από τα τρία αυτά μόνον το ένα «γένος» είναι αθάνατον αυτό που δεν έχει σχέσιν με τις οργανικές λειτουργίες της ψυχής. Το μόνον στοιχείον του ανθρώπου, το οποίον είναι αθάνατον, είναι «ο νους ο ποιητικός». Γράφει: Ο νους μόνον εισέρχεται (εις το ψυχικόν σπέρμα, το οποίον μεταδίδεται από τον πατέρα και την μητέρα εις το παιδί), και αυτό μόνον το μέρος του άνθρωπου είναι αθάνατον και θείον. Ο Ίδιος φιλόσοφος θεωρεί τον θάνατον καλύτερον και προτιμότερον της ζωής. Γράφει: «Μη γινεσθαι μέν, άριστον πάντων- το δε τεθνάναι τού ζην έστι κρείττον»: Δηλαδή, το να μη γεννηθή κανείς είναι το άριστον το καλύτερον από όλα. Το δε να αποθάνη είναι προτιμότερον από τού να ζει.


          Αγωνία και μελαγχολία
Οι Λατίνοι ποιηταί και φιλόσοφοι αντιγράφουν εις πολλά την ελληνικήν σκέψιν και εις το θέμα τού θανάτου. Ο Κικέρων (106-43 π.Χ.) επίστευεν εις την μετά θάνατον ζωήν, την οποίαν και εθεωρούσεν ως την μόνην αληθινήν ζωήν. Ως έγκλειστοι, λέγει, εις τους αρμούς του σώματος επιτελούμεν καθήκον ανάγκης, διότι η ψυχή έχει καταβυθισθή από το υψηλότατον κατοικητήριόν της εις την γην, η οποία είναι τόπος αντίθετος της θείας και αιωνίου φύσεως της. Παρατηρεί ότι, καθώς πλησιάζομεν εις τον θάνατον, φθάνομεν εις το λιμάνι, και προσθέτει- μία σύντομος ζωή είναι αρκετά μακρά δια να είναι καλή και έντιμος. Ο ίδιος αγνοεί μεν πώς θα είναι μετά θάνατον, αλλά γράφει: Μετά θάνατον θα είμαι ή όχι δυστυχής ή μάλλον ευτυχής. Ο Κικέρων επαναλαμβάνει τον λόγον του Σωκράτους, ότι ολόκληρος η ζωή των φιλοσόφων είναι «μελέτη θανάτου» και προσθέτει ότι πρέπει να σκεπτώμεθα περί τού θανάτου όχι μόνον όταν είμεθα ασθενείς ή όταν φθάσωμεν εις την γεροντικήν ηλικίαν, Αλλά από αυτήν την νεότητα. Επηρεασμένος από τον Πλάτωνα τονίζει ότι πρέπει να περιμένωμεν τον θάνατον χωρίς φόβον, διότι ο θάνατος, μας εισάγει εις καλυτέραν ζωήν, επειδή η ψυχή είναι αθάνατος. Λέγει: Εφ' όσον επιτελείς το καθήκον σου, δύνασαι και εις αυτήν ακόμη την γεροντικήν ηλικία, που είναι ο προθάλαμος του θανάτου, να περιφρονής τον θάνατον. Διά τούτο συμβαίνει ώστε οι γέροντες να αντιμετωπίζουν τον θάνατον με περισσότερον θάρρος και γενναιότητα από ο,τι τον αντιμετωπίζουν οι νέοι.
Παρ' όλα όμως αυτά ο Κικέρων δεν αντιμετώπισε τον θάνατον με γενναιότητα και αταραξίαν όπως ο Σωκράτης, τον όποιον αντιγράφει. Ο Ρωμαίος αυτός ρήτορας όταν κατεδιώκετο από τους εχθρούς του, έφευγε και εκρύπτετο, δείγμα ότι, παρ' όλους τους ωραίους και γενναίους λόγους του περί θανάτου, εφοβείτο πολύ τον θάνατον! Εξ άλλου εις τις ιδέες του περί θανάτου συναντώμεν πάρα πολλές αντιφάσεις. Τούτο ήτο μέχρις ενός σημείου φυσικόν, διότι ο Κικέρων εσταχυολογούσε από τις θεωρίες των διαφόρων ελληνικών φιλοσοφικών Σχολών όσα εσυμφωνούσαν με την ιδικήν του σκέψιν και λογικήν. Ένεκα τούτου, εκτός της ασυνέπειας του εις τον τρόπον αντιμετωπίσεως τού θανάτου, τον ακούομεν να λέγη, άλλοτε μεν ότι παραδέχεται την αυτοκτονίαν, άλλοτε δε ότι την καταδικάζει! Άλλοτε γράφει ότι δεν πρέπει να τερματίζωμεν χωρίς λόγον την ζωήν μας -άλλοτε συμφωνεί με την αντίληψιν των Στωϊκών, οι οποίοι εδέχοντο την αυτοκτονίαν διά μίαν σοβαράν αιτίαν. Ενώ συνήθως πιστεύει εις την αθανασίαν της ψυχής, εκφράζει την σοβαράν αμφιβολίαν, ότι ο θάνατος σβήνει την ζωήν της ψυχής!

Ο ποιητής Ο ρ ά τ ι ο ς (65 π.Χ.-8 μ.Χ.) εκδηλώνει τον πόθον της αθανασίας και εκφράζει την βεβαιότητα, ότι κατενίκησε τον θάνατον, χάρις εις το πνευματικόν του έργον. Γράφει: Έφερα εις πέρας μνημείον, που διαρκεί περισσότερον από τον χαλκόν και είναι εξοχώτερον των βασιλικών τάφων των Πυραμίδων, το οποίον ούτε η βροχή, που κατατρώγει, ούτε ο μανιώδης βόρειος άνεμος ημπορούν να το κρημνίσουν ούτε η αναρίθμητος σειρά των ετών και η πάροδος των χρόνων. Δεν θα αποθάνω ολόκληρος, αλλά πολύ μέρος μου θα αποφύγη την Λιβιτίνην8 (=τον θάνατον) [Η Λιβιτίνη Αφροδίτη ήταν η θεά των κηδειών και τού θανάτου. Ειςτόν ναόν της εύρίσκοντο οι Λιβιτανάριοι δηλ. οι νεκροθάπτες. Κατά παράδοξον τρόπον σχετίζεται η Αφροδίτη προς την Περσεφόνην, δηλαδή η ζωή προς τον θάνατον !]- εις το εξής εγώ θα αυξάνωμαι με τον έπαινον των μεταγενεστέρων. Ο ίδιος ποιητής διατυπώνει, μετά τον Πλάτωνα, ένα παιδαγωγικόν αίτημα περί θανάτου. Λέγει: «Πίστευε ότι κάθε ημέρα είναι η τελευταία, που λάμπει διά σε».
Χαρακτηριστικώτερα όμως το έχει διατυπώσει ο Μάρκος Αυρήλιος, ο οποίος είπε- «τούτο έχει η τελειότης τού ήθους, το πάσαν ημέραν ως τελευταίαν διεξάγειν και μήτε σφύζειν μήτε υποκρίνεσθαι». Διά τον Στωϊκόν Μάρκον Αύρήλιον (121-180 μ. Χ.) το σώμα και η ψυχή είναι στοιχεία σωματικά και φθαρτά, ο νους είναι απόσπασμα του θεού, έχει φύσιν νοεράν και αθάνατον, διά τούτο και επιστρέφει πάλιν εις τον θεόν. [Πρβλ. ΚΩΝΣΤ. ΓΕΩΡΓΟΥΛΗ, Ιστορία της Ελληνικής Φιλοσοφίας, τόμ. Β', σελ. 494.]
Είναι φανερόν ότι ο Στωικός αυτός φιλόσοφος είναι επηρεασμένος από τις αντιλήψεις τού Πλάτωνος και του Αριστοτέλους. Είναι επίσης χαρακτηριστικόν ότι ο Μάρκος Αυρήλιος εφοβείτο μήπως εις την ζωήν λησμονήση τον εαυτόν του, ενώ μετά δεν διατρέχει τέτοιον κίνδυνον. Από τον Πλάτωνα είναι επηρεασμένος και ο Στωϊκός Σενέκας, ο οποίος έθεσε τέρμα εις την ζωήν του το 65 μ.Χ., επειδή είχεν ανακαλυφθή ότι έλαβε μέρος εις συνωμοσίαν εναντίον τού Νέρωνος. Ο Σενέκας, ο οποίος κατεκρίθη ως ασταθής και υποκριτής, χαρακτηρίζει την ψυχήν ως «ιεράν» και «αιωνίαν», το δε σώμα ως «δεσμωτήριον» της ψυχής. [Πρβλ. ΚΩΝΣΤ. ΓΕΩΡΓΟΥΛΗ, ένθ' άνωτ., σσ. 486-487.]

Ο Επίκουρος (341-270 π.Χ.) επίστευεν ότι η ψυχή διαλύεται μετά τον θάνατον, επειδή είναι άθροισμα μορίων. Απέναντι τού θανάτου, λέγει, δεν πρέπει να δοκιμάζωμεν κανένα φόβον, διότι όταν θα έλθη αυτός, η αίσθησις θα έχη εξαφανισθή, επομένως δεν υπάρχει φόβος να δοκιμάσωμεν λύπην ή πικρίαν. Έγραφε προς τον Μενοικέα: Να συνηθίζης και να εξοικειώνεσαι με την πίστιν ότι ο θάνατος δεν είναι τίποτε δι' ημάς («συνέθιζε εν τω νομίζειν μηδέν προς ημάς είναι τον θάνατον»)• επειδή κάθε αγαθόν και κάθε κακόν υπάρχει εις την αίσθησιν, ο δε θάνατος είναι στέρησις και εξαφάνισις της αισθήσεως. Διά τούτο η ορθή γνώσις και κατανόησις ότι ο θάνατος δεν είναι τίποτε δι' ημάς, κάμνει την θνητότητα της ζωής απολαυστικήν, όχι διότι της προσθέτει άπειρον διάστημα χρόνου, Αλλά διότι της αφαιρεί τον πόθον της αθανασίας. Διότι δεν υπάρχει τίποτε το φοβερόν εις την ζωήν διά τον άνθρωπον, ο οποίος αντελήφθη αληθινά ότι δεν υπάρχει τίποτε το φοβερόν εις την απουσίαν της ζωής. «Ώστε μάταιος» είναι ο άνθρωπος, που λέγει ότι φοβείται τον θάνατον, όχι διότι δεν θα είναι λυπηρός και οδυνηρός, όταν θα έλθη, Αλλά διότι είναι οδυνηρόν να τον περιμένωμεν. Διότι αυτό που δεν μας ενοχλεί όταν είναι παρόν, είναι ματαία ενόχλησις και όταν το περιμένης. Έτσι ο θάνατος, το πλέον φοβερόν και φρικώδες από τα κακά, είναι «ουδέν προς ημάς»- δεν ημπορεί να έλθη εις καμμίαν σχέσιν προς ημάς, δεν είναι τίποτε δι' ημάς. Επειδή τέλος πάντων, όταν μεν ημείς υπάρχωμεν, δεν υπάρχει ο θάνατος- όταν δε έρχεται εκείνος, τότε δεν υπάρχομεν ημείς. Κατά συνέπειαν δεν άφορα ούτε τους ζωντανούς ούτε τους νεκρούς, εφ' όσον διά τους πρώτους δεν υπάρχει, οι δε τελευταίοι δεν υπάρχουν πλέον. [Επικ. Επιστ. προς Μενοικέα 124-125.]

Αυτά έγραφε προς τον Μενοικέα. Αλλά με το απόφθεγμα του (ο θάνατος δεν σημαίνει... τίποτε διά τον άνθρωπον, αφού όταν υπάρχωμεν ημείς δεν υπάρχει εκείνος και όταν υπάρχη εκείνος δεν υπάρχομεν ημείς) ο Επίκουρος δεν έλυσε το πρόβλημα τού θανάτου. Απλούστατα παρέκαμψε και απέφυγε τον σκόπελον τού μεγάλου τούτου προβλήματος. Ίσως δι' αυτό και οι οπαδοί του παρεδόθησαν εις τις ηδονές [Γ. ΜΙΣΤΡΙΩΤΟΥ, Ελληνική Γραμματολογία, τόμ. Β', Αθήναι 1897, σελ. 619.], πράγμα που είχεν ως αποτέλεσμα να τους εκδιώξουν και οι Ρωμαίοι, όταν ύπατος της Ρώμης ήταν ο Λεύκιος Πιστούμιος, και οι Μεσσήνιοι.
     Άλλοι Λατίνοι επηρεασμένοι από τους υλιστάς Επικούρειους και άλλοι από τους Στωικούς, τους αυστηρούς ηθικολόγους της αρχαιότητος, προβάλλουν και συνιστούν τον θάνατον ως παιδαγωγόν της ζωής. Ο άθεος Λουκρήτιος συγγράφει το «Περί της των πραγμάτων φύσεως», διά να απαλλάξη δήθεν τον άνθρωπον από τον φόβον τού Θεού και τού θανάτου. Αλλά το μόνον που επιτυγχάνει είναι να ομιλή διά τα μυστήρια με οδηγόν την... φυσικήν και την ηθικήν τού υλιστού Επικούρου!
Ο Ζήνων ο Κιτιεύς (336-264; π.Χ.) έδειξε την περιφρόνησίν του προς τον θάνατον, με τον τρόπον που απέθανεν ο ίδιος. Ενώ επέστρεφεν από την Σχολήν εις το σπίτι του, έπεσε και ετραυματίσθη εις ένα από τα δάκτυλα του. Αφού δε εκτύπησε την γην με το χέρι του, είπε τον στίχον από την Νιόβην τού διθυραμβοποιού Τιμοθέου: Έρχομαι, είναι περιττόν να μου φωνάζης- και αμέσως έθεσε τέρμα εις την ζωήν του, με το να πνίξη τον εαυτόν του. Ο ίδιος εθαύμαζε τους Κέλτας (ή Κελτούς), οι οποίοι εγειτόνευαν με τον Ατλαντικόν Ωκεανόν, επειδή δεν εφοβούντο τον θάνατον. Οι Κέλται εάν ήσαν κάτω από σπίτι, που επρόκειτο να κατάρρευση ή δίπλα από τοίχον, που εκρημνίζετο, εθεωρούσαν όνειδος, ατιμίαν και δειλίαν να φύγουν διά να μη καταπλακωθούν από τα ερείπια. Όταν δε συνέβαινε πλημμυρά από τον ωκεανόν, αντί να τρέξουν να φύγουν, εστέκοντο ωπλισμένοι και ακίνητοι, μέχρις ότου τους εσκέπαζαν τα κύματα• και τούτο διά να μη φανούν ότι αποφεύγουν τον θάνατον, διότι τον... φοβούνται!.
Ο Στωικός Κλεάνθης (304-233; π.Χ.), διάδοχος τού Ζήνωνος, απέθανεν εις βαθύ γήρας, αφού έθεσε μόνος του τέρμα εις την ζωήν του. Επροκάλεσεν ο ίδιος τον θάνατον του με αποχήν από κάθε τροφήν. Επίστευεν ότι οι ψυχές όλων των ανθρώπων θα εξακολουθήσουν να ζουν μετά θάνατον, αλλά μόνον μέχρι της εκπυρώσεως τού κόσμου, οπότε θα απορροφηθούν εις τους κόλπους τού Διός. Ο Χρύσιππος όμως (281-208; π. Χ.), ο οποίος έδωκε οριστικήν μορφήν εις την Στωϊκήν φιλοσοφίαν, επίστευεν ότι μόνον οι ψυχές των σοφών και των μορφωμένων εξακολουθούν να ζουν μετά θάνατον μέχρι της εκπυρώσεως τού κόσμου. Οι ψυχές των απαίδευτων, έλεγε, διαλύονται ως «ατροφικαί και αδύνατοι», μόλις χωρισθούν με τον θάνατον από το σώμα. Περιττόν βεβαίως να είπωμεν ότι και ο Χρύσιππος εδέχετο την ψυχήν ως υλικήν.
Πολύ χαρακτηριστικά είναι τα λόγια τού στωικού Επικτήτου (50-1 38; μ. Χ.), τα οποία δεικνύουν και την στάσιν του απέναντι τού θανάτου. Ο Επίκτητος, ο οποίος εφιλοδόξησε να γίνη καθοδηγός των ανθρώπων, φανταζόμενος τον θάνατον να πλησιάζη, αρχίζει μαζί του τον ακόλουθον διάλογον:
Η σάλπιγξ, που καλεί εις τον θάνατον, σημαίνει, άνοιξε την θύραν και σου λέγει: «έρχου».
-Που;
-Εις τίποτε το φοβερόν, αλλα εκεί από όπου ήλθες εις την ύπαρξιν, εις τα αγαπητά και συγγενή, εις τα στοιχεία, από τα οποία αποτελείσαι• όσον μέρος της ανθρωπινής υπάρξεως σου ήταν από φωτιάν, επιστρέφει εις την φωτιάν, όσον ήταν από κομμάτι γης, επιστρέφει εις την γην, όσον ήταν μικρά πνοή, εις την πνοήν, όσον ήταν ολίγον νερόν, εις το νερόν. Δεν υπάρχει λοιπόν κανένας Άδης ούτε Αχέρων ούτε Κωκυτός ούτε Πυριφλεγέθων, αλλά όλα είναι γεμάτα από θεούς και θείες δυνάμεις;
Αυτά ακριβώς επειδή ημπορεί κανείς πολύ να τα συλλογίζεται και καθώς βλέπει τον ήλιον και την σελήνην και τα άστρα και καθώς απολαμβάνει την γην και την θάλασσαν, δεν είναι εγκαταλελειμμένος• είναι μάλλον άνθρωπος, που δεν δέχεται βοήθειαν.
-Τι λοιπόν; Και αν κανείς μου έπιτεθή, όταν θα είμαι μόνος, και με κατασφάξη;
-Ανόητε, δεν θα κατασφάξη σε, αλλά το ευτελές σώμα (το κορμάκι)
. [Έπικτ. Διατρ. III, κεφ. ιγ' 14.]
Γ ε ν ι κ ώ ς οι Στωικοί, επειδή είναι πανθεϊσταί, πιστεύουν ότι η ψυχή είναι απόσπασμα ή μέρος της ψυχής τού κόσμου και ότι είναι υλική και ενσώματος. Συχνά ταυτίζουν την ψυχήν, η οποία ζωοποιεί τον ανθρώπινον οργανισμόν, με τον νουν. Πιστεύουν εις την θείαν Πρόνοιαν και δέχονται ότι υπάρχει μία σκοπιμότης εις τον κόσμον. Εν τούτοις διδάσκουν ότι η ψυχή, ως μέρος τού κόσμου, θα ακολουθήσω μετά τον θάνατον την μοίραν όλων των όντων δηλαδή θα διαλυθή και αυτή με το «κοσμικόν πυρ» όπως και όλα τα όντα. Επίσης δεν πρέπει, λέγουν, να περιμένωμεν μετά θάνατον τελειοτέραν ζωήν. Ο καρπός της αμαρτίας είναι μόνον η απώλεια της ανθρωπινής αξιοπρέπειας και η αποκτήνωσις εις την παρούσαν ζωήν. Ο θάνατος δεν είναι τίποτε άλλο παρά «η επιστροφή και η εξαφάνισις των ανθρωπίνων μορίων εις την μεγάλην χοάνην τού σύμπαντος». [ΝΙΚ. Μ. ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ, μν. έργ., σελ. 14.]
«Την εξ ολοκλήρου αθανασίαν της ατομικής ζωής» δεν την απεδέχθη κανείς από τους Στωικούς. [ΚΩΝΣΤ. ΓΕΩΡΓΟΥΛΗ, ένθ' άνωτ., τόμ. Α', σελ. 391.]

     Αν και η στάσις τού Στωικισμού είναι ανίσχυρος απέναντι τού θανάτου, εν τούτοις είναι ευγενεστέρα άλλων φιλοσοφιών, οι οποίες τον παραθεωρούν εξ ολοκλήρου. Αλλ' ο Επίκτητος, όπως και ολόκληρος η προχριστιανική σκέψις, υποτάσσεται εις την μοίραν. Εις δε την σκέψιν τού Επικτήτου και των ομοίων του είναι φανερά μία οδυνηρά αντινομία. Αυτοί οι «χαμογελαστά απαισιόδοξοι» φιλόσοφοι προσπαθούν να μας προσφέρουν παιδαγωγικές συνταγές και να παρουσιασθούν ατάραχοι εμπρός εις τον θάνατον, την στιγμήν κατά την οποίαν υποφέρουν από το άγχος, που τους προκαλεί το τεράστιον κενόν της ψυχής των. Και επειδή ο άνθρωπος τού προχριστιανικού κόσμου ακούει από όλους αυτούς μόνον δογματισμούς, είναι διαποτισμένος από την μελαγχολίαν, την αγωνίαν και τον τρόμον τού θανάτου.

          Αμφιβολία και ρηχότης
     Ενώπιον τού θανάτου εστάθη εκστατική όλη η εγκόσμιος φιλοσοφία. Καθώς κινείται μακρυά από το φώς της θείας Αποκαλύψεως, παραπαίει εις το χάος και ψηλαφά το σκότος της αβύσσου. Αλλά δεν θα ασχοληθώμεν με όλους τους εκτός τού Χριστιανισμού φιλοσόφους- άλλωστε κανείς δεν μας δίδει ικανοποιητικήν εξήγησιν, όλοι δε κινούνται ουσιαστικώς εις τα ίδια πλαίσια. Θα σταχυολογήσωμεν μερικές μόνον ιδέες από τους φιλοσόφους των τελευταίων αιώνων.

Ο Γάλλος Μονταίνι (1533-1592) εις ένα Δοκίμιον, που αφιερώνει ειδικώς εις τον θάνατον, αγωνίζεται να πείση τον άνθρωπον να μη φοβήται τον θάνατον. Λέγει πολλά, μιμούμενος τους αρχαίους φιλοσόφους και ηθικολόγους, τους κλασσικούς Λατίνους και τον Σενέκαν. Αλλά το Δοκίμιον του αυτό, όπως άλλωστε όλα τα Δοκίμια του, είναι διαποτισμένον από την αμφιβολίαν. Η δε φιλοσοφία του με την πάροδον των ετών αλλάσσει. Κατ' αρχάς προβάλλει ως Στωικός. Η γενική φιλοσοφία του ήτο: ν' αγαπάς την ζωήν και να φοβήσαι τον θάνατον. Ετόνιζε τον λόγον των αρχαίων «φιλοσοφία είναι να μανθάνης να αποθνήσκης». Κατόπιν διεκήρυξε με πολύν σκεπτικισμόν ότι «αι κυριαρχούσαι ανθρώπιναι αλήθειαι» αντιφάσκουν. Εθαύμαζε τον Επίκουρον, όταν όμως εγνώρισε τον άθεον Λουκρήτιον, έμεινεν έκθαμβος! Ορισμένες φορές έχει κάτι το θετικόν εις την σκέψιν του, ουσιαστικώς όμως ζη μέσα εις την αντίφασιν και τον σκεπτικισμόν, ο οποίος χρωματίζει το μεγαλύτερον μέρος της φιλοσοφίας του.

     Ο θάνατος, λέγει ο φιλόσοφος της απαισιοδοξίας Αρθούρος Σοπενχάουερ, (1788-1860) «είναι ένας ύπνος, που μέσα του ξεχνιέται η ατομικότητα». Αλλ' ο διάσημος αυτός αρνητής της ζωής κατέχεται από έντονον... φιλοζωΐαν. Κάμνει το πάν να αποφύγη τον θάνατον και φεύγει πανικόβλητος, όταν βλέπη ότι ο θάνατος τον πλησιάζει! Ενώ δε ομιλεί περί θανάτου δια να παρηγόρηση τον άνθρωπον, επιτυγχάνει να συντρίψη την καρδιά εκείνου, τον οποίον προσπαθεί να παρηγόρηση! Ο πανθεϊστής Σοπενχάουερ επίστευεν, ή υπεκρίνετο πως επίστευεν, ότι μας εξήγησε τον θάνατον παρ' όλα αυτά όμως δεν μας τον εξηγεί καθόλου!
    «Εσυκοφάντησαν τον θάνατον και αυτό αποτελεί την χειροτέραν απάτην εις τον κόσμον! Ο θάνατος είναι η πλέον απαλή μορφή της ζωής», φωνάζει ο Μιχαήλ Κράμερ εις το ομώνυμον δράμα τού Γεράρδου Χάουπτμαν (1862-1946). Αλλ' ο Χάουπτμαν παρουσιάζει πάρα πολλές αντιφάσεις εις τα έργα του, το δε ανωτέρω δράμα φέρει την σφραγίδα της μοίρας, τού πεπρωμένου. Βεβαίως η κραυγή που ανεφέραμεν, την οποίαν αφήνει ο Κράμερ εξ αφορμής τού θανάτου τού υιού του, εκφράζει μίαν αλήθειαν. Αλλ' ο Γερμανός ποιητής και θεατρικός συγγραφεύς Χάουπτμαν με το οξύμωρον αυτό σχήμα εισάγει και ένα πρόβλημα, το όποιον μένει αναπάντητον. Λέγει ότι ο θάνατος είναι μορφή ζωής, αλλά τι είδους ζωή; Ο λόγος του διατυπώνει ουσιαστικώς την αγωνίαν των στίχων τού Ευριπίδου, «ποιος ξέρει αν η ζωή είναι θάνατος, ο δε θάνατος ζωή;»
     Ανεξήγητον αφήνει τον θάνατον και ο Ράϊνερ Μαρία Ρίλκε (1875-1926), ο ποιητής με την φιλοσοφικήν σκέψιν. Είπαν ότι ο Ρίλκε δεν μας εξηγεί μεν τον θάνατον, τον φέρνει όμως πολύ κοντά μας και έτσι μας βοηθεί εις μίαν «εσωτερικήν συναναστροφήν με τον θάνατον». Αλλά και πάλιν το μυστήριον τού θανάτου εξακολουθεί να μένη βαθύ, σκοτεινόν και απροσπέλαστον. Έγραψαν ότι η φιλοσοφία είπε την τελευταίαν λέξιν περί θανάτου με το στόμα τού Καντ (1724-1804). Ο Γερμανός αυτός φιλόσοφος απέδειξεν ότι η ύπαρξις της ψυχής και η επιβίωσίς της μετά θάνατον είναι θέματα, τα οποία αδυνατεί να ερευνήση ο νους τού ανθρώπου. Εφ' όσον δεν έχομεν εμπειρικά δεδομένα, η λογική μας δεν ημπορεί να πλησίαση τα θέματα αυτά. Δέχεται όμως την ύπαρξιν και την αθανασίαν της ψυχής, διότι το βασικόν τούτο αίτημα τίθεται εις τον άνθρωπον από την ηθικήν του συνείδησιν. Ώστε η ύπαρξις και η επιβίωσις της ψυχής είναι μία θεμιτή ελπίδα, μία νόμιμος προσδοκία τού ηθικού ανθρώπου.
Διά τις αντιλήψεις των άθεων υπαρξιστών περί θανάτου δεν έχομεν να είπωμεν τίποτε, διότι αυτοί υπεκφεύγουν ουσιαστικώς το δύσκολον τούτο πρόβλημα.

Ο Χάϊντεγγερ (1889-1976) π. χ. αποφεύγει να αντιμετώπιση τον θάνατον ως ένα εγκόσμιον ιδικόν του γεγονός. Ο θάνατος, λέγει, είναι μόνον υποκειμενικόν γεγονός, διότι βιούται μόνον από το εξαφανιζόμενον «εγώ». Όσοι επιζούν, τον μελετούν ως αντικειμενικόν γεγονός- αλλά τούτο είναι μία αυταπάτη. Ο θάνατος απομονώνει. Και ερωτά: Πώς ημπορώ να μελετήσω τον θάνατον, αφού δεν δύναμαι να συμμερισθώ ο,τι δεν υπάρχει εδώ και να συζήσω με ο,τι δεν ζη εδώ;
Ο Γιάσπερς (1883-1969) κατατάσσει τον θάνατον εις «τις οριακές καταστάσεις». Δηλαδή ο θάνατος (όπως ο πόνος, η ενοχή κλπ.) είναι ουσιαστικώς κατάστασις αμετάβλητος, εις την οποίαν φαίνονται τα ανυπέρβλητα όρια, επάνω εις τα οποία προσκρούει ο άνθρωπος και έτσι συνειδητοποιεί το φθαρτόν, το πρόσκαιρον και πεπερασμένον της κατωτέρας του υπάρξεως.
Ο αντιανθρωπιστής Σαρτρ, ο οποίος αποκαλεί τον άνθρωπον «άχρηστον πάθος», λέγει ότι δεν έχει νόημα το ότι εγεννήθημεν, ούτε έχει νόημα το ότι θα αποθάνωμεν (*). 
     Εξ όσων εγράψαμεν γίνεται φανερόν ότι η στάσις όλων των ανωτέρω έναντι τού θανάτου στερείται βάθους και βαρύτητος. Η εγκόσμιος φιλοσοφία ομολογεί την άγνοιαν και το δέος της εμπρός εις το πυκνόν και αδιαπέραστον σκοτάδι, το οποίον καλύπτει την πέραν τού τάφου ζωήν. Ο θάνατος είναι το τέλος, λέγουν οι υπαρξισταί, το οποίον αποκαλύπτει το πεπερασμένον. Αλλ' οι φιλόσοφοι αυτοί τού συρμού δεν έχουν δίκαιον. Ο θάνατος δεν είναι το τέλος, είναι η αρχή της αληθινής ζωής, η οποία μας περιμένει εκεί, εάν βεβαίως έχωμεν αρχίσει να την ζώμεν εδώ. Ο Χριστός, «η ανάστασις και η ζωή» (Ιωάν. ια' 25), ήλθεν, εσταυρώθη, ανεστήθη, ανελήφθη εις τους ουρανούς και μας περιμένει εκεί, διότι μας εβεβαίωσε: Πηγαίνω εις τους ουρανούς διά να σας ετοιμάσω τόπον (Ιωάν. ιδ' 2). Ώστε ο θάνατος δεν αποκαλύπτει το ιδικόν μας πεπερασμένον αποκαλύπτει το ιδικόν μας ατελεύτητον, την ιδικήν μας αιωνιότητα. Διά τούτο ο Χριστιανός μελετά και εμβαθύνει εις το μυστήριον τού θανάτου κατά τρόπον γόνιμον, θετικόν και δυναμικόν. Διότι η παρούσα ζωή είναι στίβος και κονίστρα, εις την οποίαν διεξάγεται η μεγάλη μάχη χάριν της αθανασίας και της απείρου αιωνιότητος.

(*) Γενικώς δια τις ιδέες και αντιλήψεις των υπαρξιστών και ιδιαιτέρως τού Σαρτρ περί των ανθρωπολογικών προβλημάτων βλέπε: Ν. Π. ΒΑΣΙΛΕΙΑΔΗ, Χριστιανισμός και Ανθρωπισμός, έκδ. «ο Σωτήρ», Αθήναι 1981

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου