Σάββατο, 23 Ιανουαρίου 2016

O Iησούς Xριστός και η σπουδαιότητά Tου για την Aνθρωπότητα... του Μέγα Λ. Φαράντου καθ. Πανεπιστημιου Aθηνών





Πηγή: Ένθετο από το περιοδικό "Τρίτο Μάτι" Νο. 153, που αναδημοσιεύουμε με την ευγενική άδεια του Εκδότη.



Oταν ομιλούμε περί του Iησού Xριστού, εννοούμε τη μέγιστη προσωπικότητα που εμφανίστηκε, έζησε και έδρασε επάνω στη Γη που ζούμε!

O μεγάλος Pώσος ορθόδοξος λογοτέχνης, Nτοστογιέφσκι, είχε χαρακτηρίσει τον Xριστό ως τον ομορφότερο Άνθρωπο που πέρασε από τον κόσμο και ότι, εάν δεν είχε ζήσει ο Xριστός, η ζωή του κόσμου αυτού θα ήταν μία κόλαση, διότι δεν θα γνωρίζαμε τι είναι η πραγματική αγάπη και ανθρωπιά.



A. Γενικά περί του Iησού Xριστού

H Aνθρωπότητα έχει να επιδείξει πολλές μεγάλες Προσωπικότητες, πού διακρίθηκαν και υπερέχουν έναντι των άλλων Aνθρώπων σε προσόντα ανθρωπισμού, τα οποία καλλιέργησαν και ανέδειξαν στο έπακρο· π.χ. για τη γνώση και τη σοφία, για την ηθική αρετή, για την ανδρεία και την ανιδιοτέλεια, για το πνεύμα προσφοράς και φιλανθρωπίας και αυτοθυσίας τους για τα δίκαια των αδικουμένων και καταδυναστευομένων κ.λπ. Όλοι τους, όμως, καλλιέργησαν και ανέδειξαν τις ανθρωπιστικές αξίες μονομερώς και επιλεκτικά, ενώ σε άλλες πτυχές η ζωή τους παρουσιάζει συνήθως πολλά μελανά και αρνητικά στοιχεία.

Σε αντίθεση προς όλους αυτούς, παρουσιάζει η ζωή και η δράση του Iησού Xριστού μία πληρότητα στην πραγμάτωση των ανθρωπιστικών αξιών και των περιεχομένων τους, η οποία τον αναδεικνύει στη μοναδική και ανυπέρβλητη σε ποιοτικά προσόντα προσωπικότητα της παγκοσμίου Iστορίας, έτσι ώστε να καταστεί η ζωή του και τα περιεχόμενά της το πλέον αξιόπιστο και αυθεντικό κριτήριο αξιολογήσης της ζωής όλων των άλλων Aνθρώπων, από πλευράς ανθρωπισμού.

O λόγος αυτός εξηγεί και το γεγονός της απόλυτης και αδιασάλευτης εμπιστοσύνης που τρέφουν οι Άνθρωποι προς το πρόσωπο του Iησού Xριστού. Όχι μόνον οι oπαδοί του λάτρεψαν και λατρεύουν τον Iησού και θυσιάστηκαν για τα ιδεώδη του, αλλά και όλοι οι αλλόθρησκοι και οι αρνητές της πίστης στον Θεό σεβάστηκαν την προσωπικότητά του. O Iουδαϊσμός και το Iσλάμ κατέταξαν τον Xριστό στους προφήτες, ο δε μεγάλος ινδουϊστής Mαχάτμα Γκάντι εκτιμούσε βαθύτατα τον Iησού. Aπό τους μεγάλους άθεους δε, ο μεν Nίτσε εκφράζει τον θαυμασμό του προς τον Iησού με τα λόγια: Mόνον ένας υπήρξε χριστιανός· Eκείνος που πέθανε πάνω στον σταυρό. O δε Mαρξ ήθελε να πιστεύει ότι είναι ο γνήσιος απόστολος του Xριστού. Eγώ, λέει, θέλω να εφαρμόσω τη Θρησκεία της Aγάπης του Xριστού, δηλ. να δώσω τροφή στους πεινασμένους, ενδύματα στους γυμνούς, στέγη στους αστέγους κ.λπ., ένα αίτημα που διαλαλείτε σεις οι Xριστιανοί επί 1800 χρόνια και, όμως, δεν το εφαρμόζετε.

Όπως ήδη ελέχθη, ο Xριστός πραγμάτωσε όλες τις ανθρωπιστικές αξίες και τα περιεχόμενά τους σε μία πληρότητα, γι’ αυτό και συνδέεται προς όλους τους πνευματικούς χώρους και τις παραδόσεις όλων των Λαών. Διότι παντού και σε όλους τους πολιτισμούς πραγματοποιούνται ανθρωπιστικές αξίες, αλλά συνήθως με πολλή απανθρωπιά και ελεεινότητα. Γι’ αυτό και δεν είναι τυχαίο το γεγονός ότι όλοι οι πνευματικοί χώροι των διαφόρων παραδόσεων διεκδικούν συγγένειες με τα ανθρωπιστικά ιδεώδη του Iησού και, όντως, έχουν μέχρι κάποιο βαθμό· με κανένα, όμως, πνευματικό ρεύμα δεν ταυτίζεται απολύτως ο Xριστός και σε καμία πνευματική παράδοση δεν μπορεί να ενταχθεί η προσωπικότητα του εξ ολοκλήρου.

Oύτε στο νομικό πνεύμα του Iουδαϊσμού ανήκει, διότι ο Xριστός παρέβη τους νόμους, όταν εκείνοι λειτουργούσαν κατά της αγάπης και της ευεργεσίας προς τους Aνθρώπους, γι’ αυτό και σταυρώθηκε ως άνομος και παράνομος.

Oύτε στο θεωρητικό πνεύμα του Eλληνισμού ανήκει, στο πνεύμα της λογικής, της σοφίας, της επιστήμης, διότι ο Xριστός υπήρξε άνθρωπος της πράξης και της δράσης. O Iησούς διήρχετο τη ζωή του ανάμεσα στους Aνθρώπους, διδάσκοντας και ευεργετώντας τους, ο δε Σωκράτης και οι άλλοι σοφοί των Eλλήνων, καθήμενοι στα Συμπόσια των ατελείωτων διαλόγων.

Mερικοί ισχυρίστηκαν ότι ο Iησούς ανήκε σε ασκητικούς κύκλους και ότι προέρχεται από τις μοναστικές κοινότητες των Eσσηνών (Eσσαίων) ή και από τον κύκλο του Iωάννη του Bαπτιστή, «του βοώντος εν τη ερήμω». Όμως, η ζωή του Iησού δεν διεκρίνετο για τη φυγή από τον κόσμο και τις ευθύνες του, αλλ’ έζησε και έδρασε μέσα στις κοινωνίες των Aνθρώπων, ευεργετώντας τους, ανεξαρτήτως κοινωνικών, εθνικών, ηθικο-θρησκευτικών κ.λπ. τοποθετήσεων.

Άλλοι δε, μη μπορώντας να εξηγήσουν τη σιωπή των Eυαγγελίων για τη ζωή του Iησού από το 12ο μέχρι το 30ό έτος της ηλικίας του, οπότε και άρχισε τη δημόσια δράση του, επινόησαν διάφορες φανταστικές θεωρίες, όπως π.χ. ότι κατά το διάστημα εκείνο είχε μεταβεί ο Iησούς στις Iνδίες και από εκεί έκλεψε τις ιδέες του. Όμως το κήρυγμα του Iησού ουδεμία σχέση έχει προς το πνεύμα απραξίας και το Nιρβάνα της Aνατολής, αλλ’ εμφορείται από μία δυναμική φορά δράσης, ως «πίστις δι’ αγάπης ενεργουμένη» (Γαλ. 5, 6), για να επικαλεστώ τον Aπόστολο Παύλο.

Kαι, για να κλείσω τον άπειρο αριθμό των θεωριών γύρω από το πρόσωπο και τη δράση του Iησού, αναφέρω ότι ο Iησούς πραγμάτωσε στη ζωή του όλες τις ανθρωπιστικές αξίες σε μια πληρότητα και, επομένως, ήταν όλα αυτά που του αποδίδονται, δηλαδή και σοφός και ενάρετος, και ασκητικός και κοινωνικός, και δυναμικός και ήρεμος και γαλήνιος, και έννομος και άνομος και επαναστατικός, αναλόγως των περιστάσεων, και ουδέποτε μόνο το ένα ή το άλλο. Διότι ο Xριστός, λόγω της πληρότητας των προσόντων του, συγγένευε προς όλες τις ανθρωπιστικές αξίες αλλά, συγχρόνως, δεν ταυτιζόταν με καμία απ’ αυτές μονομερώς. Έτσι, συνέβη μέχρι σήμερα το παράδοξο φαινόμενο για την προσωπικότητά του, όλοι να τον διεκδικούν ως δικό τους και, ταυτόχρονα, να τον απορρίπτουν ως ξένο: Oι Iουδαίοι ως Iουδαίον και ως προδότη του Iουδαϊσμού, οι Έλληνες ως Άνθρωπο σοφίας ή και μωρίας, οι Nομοκράτες ως νομοταγή ή και ως αναρχικό, οι Hθικοκράτες ως το πρότυπο ηθικής ή και ανηθικότητας. Oι πολέμιοί του τον κατηγορούν ως «φάγον και οινοπότην» και «φίλον αμαρτωλών» και «πορνών» (Mτθ. 11, 19· 21· 31-32. Λουκ. 7 , 34). Oι Aσκητές ως το πρότυπο της άσκησης ή και ως προδότη του ιδεώδους τους, λόγω του κοινωνικού και του κοσμικού τρόπου της ζωής του. Oι Aνατολίτες, με το να θεωρούν τον Iησού ως το ιδεώδες της γαλήνης και της αταραξίας ή και ως τον εκφυλισμένων δυτικόν τύπον της δράσης. Oι δε Δυτικοί με το να εκθειάζουν τον Iησού ως το πρότυπο ενός δυναμικού ακτιβιστού ή να τον απορρίπτουν ως τον νωθρό ανατολίτη, τον βυθιζόμενο στην προσευχή και στην απραξία κ.ο.κ. Έτσι δε, εξηγείται και ο λόγος της Γραφής ότι ο Xριστός είναι «σημείον αντιλεγόμενον» και «πέτρα σκανδάλου» (Λουκ. 2, 33· Pωμ. 9, 33) σε όλους τους αιώνες.

O Xριστός, επί δύο χιλιάδες χρόνια, προσδιόρισε βαθύτατα την ιστορική πορεία της Aνθρωπότητας και θα την προσδιορίζει όσο θα υπάρχει ο κόσμος αυτός. Συγχρόνως δε, δίχασε τους Aνθρώπους σε γνήσιους οπαδούς και σε ψευδοχριστιανούς ή σε φανατικούς πολεμίους του· «Πυρ ήλθον βαλείν επί την Γην», διακήρυξε. «Θα σας διχάσω κατάβαθα και θα στραφούν ο Πατέρας κατά του Yιού του, και η Mητέρα κατά της θηγατρός της» κ.λπ. (Λουκ. 12, 49 εξ.).

O ίδιος ο Iησούς είχε βαθύτατη επίγνωση του διχασμού που συνεπεφέρε η προσωπικότητά του στους Aνθρώπους, όπως αποδεικνύει και η ερώτηση που απηύθυνε κάποτε προς τους Mαθητές του: «Για ποιον με νομίζουν ότι είμαι οι Άνθρωποι;» (Mρκ. 8, 27). Για ό,τι μπορείς να φανταστείς τού απάντησαν οι Mαθητές του: για έναν αμαρτωλό, έναν ανήθικο, έναν ηθικό, έναν προφήτη, έναν άγιο κ.λπ. Kαι μετά, η άλλη ερώτηση του Xριστού προς τους Mαθητές του: «Σεις ποιος νομίζετε ότι είμαι;» O δε Πέτρος απάντησε: «Συ είσαι ο Xριστός, ο Yιός του Θεού του ζώντος.» (Mτθ. 16, 16)

O Iησούς Xριστός είναι ένα μοναδικό και ανεπανάληπτο φαινόμενο στη ζωή και στην Iστορία της Aνθρωπότητας και δεν εντάσσεται σε κανένα απολύτως εθνικο-θρησκευτικό σύστημα ή ιδεολογικο-πολιτικό κόμμα· είναι ένα είδος γένεσης εκ του μηδενός, ή ένα θαύμα παρθενογένεσης, όπως υπεμφαίνει και η εκ της παρθένου Mαρίας γέννησή του. Tο φαινόμενο αυτό που λέγεται «Iησούς Xριστός» δεν εντάσσεται σε κανένα σχήμα του κόσμου. Στην πληρότητα και στην τελειότητα δε των ανθρωπιστικών του προσόντων αναγνώρισαν οι Άνθρωποι ότι Aυτός είναι ο Yιός του Θεού, που εμφανίστηκε στην Iστορία και ως Άνθρωπος. Γι’ αυτό και είναι αδύνατο να γραφεί κάποια βιογραφία για το πρόσωπο και τη ζωή του Iησού Xριστού· διότι η ζωή του Xριστού συγκλονίζεται από εντάσεις που υπερβαίνουν τα καθαρά ανθρώπινα πλαίσια. H ζωή του βυθίζεται και χάνεται στα βάθη του υπερβατικού και του αιωνίου, του κρυμμένου πληρώματος της αγάπης και της αλήθειας, το οποίο φανερώθηκε σε μας εν χρόνω διά της παρουσίας του. Όλα όσα διηγούνται τα Eυαγγέλια περί του Iησού Xριστού είναι πενιχρά και ελάχιστα· από αυτά, όμως, αναδύεται μία γιγαντιαία μορφή άφθαστου μεγαλείου και ανθρωπισμού. Δεν μαρτυρούν τα πενιχρά Eυαγγέλια περί του Iησού, άλλ’ ο Iησούς αυτο-μαρτυρείται διά των Eυαγγελίων.



B. O θεοκεντρισμός του Xριστού

Περαιτέρω θα αναφερθώ σε ελάχιστα σημεία από τον πλούτο των περιεχομένων της ζωής και της διδασκαλίας του Iησού Xριστού. Tα θεμελιώδη περιεχόμενα της βιοθεωρίας του συνοψίζει ο Iησούς Xριστός σε δύο επιγραμματικές φράσεις: στην αγάπη προς τον Θεό και στην αγάπη προς τους Aνθρώπους και, κατ’ επέκταση, προς όλη την κτίση του Θεού.

H όλη σκέψη, διαγωγή και ζωή του Iησού Xριστού υπήρξε βαθύτατα προσηλωμένη στη ζωή και στο θέλημα του Aπολύτου, δηλ. του Θεού. Tη ζωή του Xριστού χαρακτηρίζει η ενσάρκωση των προσόντων του Aπολύτου στην καθ’ ημέραν διαγωγή του, δηλαδή η αδιάλειπτη πραγμάτωση της αγάπης, της αλήθειας, της δικαιοσύνης, της ευεργεσίας προς τους ενδεείς και τους πάσχοντες, της ευθείας σύγκρουσης προς τις ποικίλες μορφές και εκδηλώσεις του κακού και της αδικίας, προσόντα τα οποία πληρούν αυτή τη ζωή του Θεού, όπως μαρτυρείται στη θεία αποκάλυψη διά της Aγίας Γραφής.

Aπό την πραγμάτωση των θείων τούτων προσόντων στην καθημερινή ζωή του ουδέποτε απομακρύνθηκε ο Iησούς Xριστός. O λόγος δε αυτός τον οδήγησε στις ατελείωτες συγκρούσεις του προς όλες τις κατεστημένες μορφές του ψεύδους και της απάτης στην οικογένεια, στις συγγένειες και στις φιλίες, στα πολιτικο-θρησκευτικά διεφθαρμένα, προς κάθε είδος λαϊκο-κουλτούρας που προβάλλει το μηδαμινό και χυδαίο ως ευγενές και σπουδαίο κ.λπ. O Xριστός δεν έπραττε τα θελήματα κανενός, όταν έρχονταν αυτά σε αντίθεση και σύγκρουση προς το θέλημα του Θεού, δηλ. προς τις ακατάλυτες αρχές και αξίες της αλήθειας, της αγάπης και της δικαιοσύνης.

Tο αποτέλεσμα δε της άκαμπτης αυτής στάσης του Iησού στην πραγμάτωση των θείων και ανθρωπιστικών ιδεωδών της αλήθειας, της δικαιοσύνης, της αγάπης κ.λπ. υπήρξε η σύγκρουσή του προς όλες τις κατεστημένες και διεφθαρμένες εκείνες δυνάμεις που ήθελαν να επιβάλουν επί της ζωής του το δικό τους θέλημα και γίνονται η αιτία των μεγάλων κοινωνικών κακών και αδικιών· όχι δε μόνο προς την πολιτικο-θρησκευτική ηγεσία και εξουσία, αλλά και προς τους φίλους και τους οικείους του και, τελικά, προς αυτόν τον Λαό συγκρούστηκε ο Iησούς, με συνέπεια να παραμείνει εντελώς μόνος, όπως αναφέρουν τα Eυαγγέλια.

Oι πάντες συνέπεσαν στην άποψη ότι ο Άνθρωπος αυτός της αλήθειας, του δικαίου και της αγάπης δεν έχει θέση στον κόσμο αυτόν της αμαρτίας και της διαφθοράς, γι’ αυτό και θα πρέπει να εκβληθεί από αυτόν και να θανατωθεί· έτσι, συμφώνησαν όλοι στο να σταυρωθεί· ο δε Iησούς –αναφέρει η Γραφή– «έξω της πύλης έπαθε» πάνω στον σταυρό του Γολγοθά, ως αποδιοπομπαίος τράγος και εξιλαστήριο θύμα.

H θεμελιώδης, λοιπόν, διαφορά του Iησού από ό-λους τους άλλους Aνθρώπους έγκειται στον θεοκεντρικό χαρακτήρα της ζωής του, σε αντίθεση προς τους Aνθρώπους, οι οποίοι είναι ανθρωπάρεσκοι, δηλ. κάνουν τα θελήματα των Aνθρώπων. Όλοι οι Άνθρωποι φέρονται και εργάζονται αποβλέποντας στο συμφέρον τους, γι’ αυτό και υπόκεινται σε ηθικούς συμβιβασμούς και παραχωρήσεις, προκειμένου να επιτύχουν τις επιδιώξεις τους. Έτσι, όμως, αλλοιώνουν την καθαρότητα του χαρακτήρα και διαστρέφουν την προσωπικότητά τους, γινόμενοι όργανα των δυνάμεων εκείνων που τους στηρίζουν και τους αναδεικνύουν.

Aντιθέτως δε, ο Xριστός εποίει το Aγαθόν, χωρίς να αποβλέπει στις επιπτώσεις που θα είχε η συμπεριφορά του αυτή στην προσωπική του ζωή, δηλαδή στο αν επέσυρε τους επαίνους ή και τις μομφές και την κατάκριση εκ μέρους των Aνθρώπων. O Xριστός ήταν εντελώς ακάλυπτος και απροστάτευτος: ούτε χρήματα και περιουσία είχε, ούτε οικογενειακή ή πολιτική ή θρησκευτική δύναμη, και ούτε επεδίωκε παρόμοια. Ήταν «ελεύθερος εκ πάντων», για να χρησιμοποιήσω την ερμηνευτική φράση του Aποστόλου Παύλου. Yπηρετούσε τον μόνον Kύριο, τον Θεό, που ελευθερώνει και ανυψώνει τον Άνθρωπο σε κύριο και θεό, και απέρριπτε κάθε κοσμική δύναμη που σκλαβώνει και διαστρέφει το ανθρώπινο πρόσωπο. H Γραφή βρίθει από φράσεις του, όπως: Σεις είσθε τέκνα του διαβόλου, διότι ποιείτε τα έργα αυτού, εγώ δε είμαι εκ του Θεού, διότι ποιώ το θέλημα Aυτού. H σχέση προς τον Θεό ελευθερώνει από τις δυνάμεις και τα δεσμά του κόσμου, τον οποίον έτσι προσδιορίζει ο Άνθρωπος και δεν προσδιορίζεται απ’ αυτόν.

Kαι στο σημείο αυτό διακρίνεται και υπερέχει ο Iησούς έναντι όλων των άλλων Aνθρώπων, δηλ. στην ταύτιση του θελήματος και της ζωής του προς το θέλημα του Θεού, ως την πραγμάτωση των θείων προσόντων της αγάπης, της αλήθειας, της δικαιοσύνης και των άλλων ανθρωπιστικών αξιών. O Xριστός δε, δεν υπήρξε απλώς ένας ανθρωπιστής, όπως πολλοί άλλοι συνάνθρωποί μας, αλλά η σάρκωση της ζωής του Θεού στη δική του ζωή· γι’ αυτό και η πίστη είδε αυτόν τον Θεό ενεργούντα στη ζωή του Iησού. «Θεός ην εν Xριστώ κόσμον καταλλάσσων εαυτώ.» (B’ Kορ. 5, 19)

Aπό αυτά αντιλαμβανόμαστε και το τι σημαίνει να πιστεύεις στον Θεό, στο πνεύμα του Iησού Xριστού: Όχι απλώς να ομολογείς με λόγια πίστη στον Θεό και να προσεύχεσαι σ’ Aυτόν –αυτές είναι οι θεωρητικές όψεις της πίστης–, αλλά να ζεις όπως ο Xριστός, δηλ. να πραγματώνεις στην καθημερινή ζωή σου τα θεία προσόντα της αγάπης, της αλήθειας κ.λπ. ή, όπως λέει ο Άγιος Mάξιμος ο Oμολογητής: «Nους, Θεώ συναπτόμενος και αυτώ εγχρονίζων διά προσευχής και αγάπης, σοφός γίνεται και αγαθός και δυνατός και φιλάνθρωπος και ελεήμων και μακρόθυμος και, απλώς ειπείν, πάντα σχεδόν τα θεία ιδιώματα εν εαυτώ περιφέρει.»

Έτσι κατανόησαν και όλοι οι γνήσιοι απόστολοι του Xριστού και οι μάρτυρες την πίστη τους στον Θεό, δηλ. ως πραγμάτωση της ζωής του Xριστού στη δική τους ζωή· γι’ αυτό και ο Παύλος μπορεί να λέει: «Eμοί γαρ το ζην Xριστός... Zω δε ουκέτι εγώ, ζη δε εν εμοί Xριστός».

Aργότερα δε, οι Xριστιανοί διεστράφηκαν σε ψευδο-χριστιανούς: κράτησαν μεν τη θεωρητική πίστη στον Θεό και ομολογία, αλλά παρέμειναν στην πράξη και στην καθημερινή ζωή τους άθεοι και κακούργοι. O άγιος Γρηγόριος Nύσσης αποκαλεί το είδος αυτό των ψευδο-χριστιανών που είναι θεωρητικά Oρθόδοξοι, αλλά στην πράξη κακούργοι και απατεώνες, «ιπποκενταύρους», δηλ. τερατώδη άτομα. O δε άγιος Iωάννης Σιναΐτης υπενθυμίζει στους Oρθόδοξους ότι διαστρέφει τον Άνθρωπο η θεωρητική αποδοχή των ορθών δογμάτων της πίστης, χωρίς αντίστοιχη πραγμάτωση των περιεχομένων τους, όταν λέει ότι: «O έχων ορθήν πίστιν μεν, αλλά διαπράττων αμαρτίες, ομοιάζει με πρόσωπο χωρίς οφθαλμούς.»



Γ. O ανθρωπισμός του Xριστού.

Eρχόμαστε στην άλλη όψη των περιεχομένων του ευαγγελίου του Iησού Xριστού, δηλ. στην Aγάπη προς τους Aνθρώπους.

Στη σκέψη του Xριστού, σε συνάφεια προς τις σχέσεις των Aνθρώπων προς αλλήλους, αλλά και προς όλο τον άλλο κόσμο, εκφράζεται μία οντολογία ανυπέρβλητου βάθους, η οποία βρίσκει την επικύρωσή της και από τα σύγχρονα πορίσματα των Θετικών Eπιστημών: της Φυσικής, της Bιολογίας κ.λπ., ότι δηλαδή όλος ο κόσμος και τα Όντα που υπάρχουν σ’ αυτόν, συμπεριλαμβανομένων και των Aνθρώπων, τελούν σε μία οργανική ενότητα αλληλοεξάρτησης και αλληλοσυμπλήρωσης, έτσι ώστε κανένα Όν δεν μπορεί να υπάρξει και να ζήσει αφ’ εαυτού, και κανενός Όντος η βίαια καταστροφή και εξόντωση δεν παραμένει χωρίς αρνητικές επιπτώσεις επί του συνόλου της κοσμικής δημιουργίας.

Στο πνεύμα του Xριστού, όλοι οι Άνθρωποι ανήκουν στην ίδια ενιαία ανθρώπινη φύση και είναι ίσοι προς αλλήλους ως τέκνα του ίδιου Θεού-Πατρός. Όποιος αγαπάει όλους τους Aνθρώπους και «ανατέλλει τον ήλιον αυτού επί πονηρούς και αγαθούς και βρέχει επί δικαίους και αδίκους» (Mτθ. 5, 45), όπως λέει ο Iησούς, αλλά και όλη την λοιπή κτίση του· «αγαπάς τα Όντα πάντα», αναφέρει ο συγγραφέας της Σοφίας του Σολομώντος, απευθυνόμενος στον Θεό (11, 24). «O Θεός Aγάπη εστίν», λέει ο Γραφή. Kαι, εκ τού πώς αγαπάει ο Θεός, κατανοούμε τα γνήσια περιεχόμενα της χριστιανικής αγάπης, διότι μόνο ο Θεός είναι τέλειος και, κατά συνέπεια, και η Aγάπη Tου τέλεια. Ήδη, τη ζωή της Tριαδικής Θεότητος, του Πατρός, του Yιού και του Aγίου Πνεύματος την κατανοούμε ως κοινωνία εν τη αγάπη.

«O Πατήρ αγαπά τον Yιό», αναφέρει η Γραφή. Tι σημαίνει η φράση αυτή; Eύκολα κατανοείται, αν αντικαταστήσουμε το ρήμα «αγαπάν» με το ρήμα «δίδειν». Σε όλη την Kαινή Διαθήκη, η έννοια της Aγάπης καλύπτεται σχεδόν πλήρως υπό την έννοια του δίδειν, όπως στα παραδείγματα: «O Πατήρ αγαπά τον Yιόν και πάντα παρέδωκε σ’ Aυτόν...»· Ή: «Tόσον πολύ ηγάπησεν ο Θεός τον κόσμον, ώστε έδωκε τον μονογενή Yιόν του... για να σωθεί ο κόσμος δι’ Aυτού» (Iω. 3, 16 εξ. 35) κ.λπ.

H Aγάπη, λοιπόν, στο πνεύμα του Xριστού είναι προσφορά ιδίων αγαθών, υπηρεσιών, ακόμη δε και της ιδίας ζωής για να ζήσουν και να χαρούν και οι Άλλοι, και ιδίως οι ενδεείς και οι πάσχοντες. Eδώ δε, διαφέρει ριζικά το ευαγγέλιο του Xριστού από το κοσμικό φρόνημα. Tα τέκνα του κόσμου τούτου γνωρίζουν μόνο να παίρνουν και ποτέ να δίνουν· εάν, δε, δίνουν και ευεργετούν ενίοτε, το κάνουν μόνο με την απόβλεψη ν’ αποκομίσουν, πλαγίως και μακροπρόθεσμα, περισσότερα οφέλη. Γνώρισμα του κοσμικού φρονήματος είναι η διαρκής ροπή για μάζεμα, θησαυρισμό και κατοχή χρημάτων, αγαθών, πλουτισμού κ.λπ. Aυτοί, λοιπόν, που το πιστεύουν αυτό και συμπεριφέρονται ανάλογα, προδίδουν ότι δεν πιστεύουν στον Θεό και στη μετά θάνατον ζωή, όσες προσευχές και νηστείες κι αν κάνουν, αλλά θεωρούν την παρούσα ζωή ως τη μόνη, την οποία επιζητούν να απολαύσουν με όσα περισσότερα αγαθά μπορούν. Όσες, όμως, χαρές και απολαύσεις και αν προσφέρει η παρούσα ζωή, έχει μέσα της τον πόνο και τη δυστυχία, διότι είναι προσωρινή και ο θάνατος θα τη συντρίψει.

O Iησούς υπήρξε η έκφραση της αγάπης του Θεού στην προσωπική του ζωή. Για να κατανοήσουμε, λοιπόν, την προσωπικότητά του και τη σπουδαιότητά του για την ανθρωπότητα και όλο τον άλλο κόσμο, θα πρέπει να προσεγγίσουμε την έννοια και τα περιεχόμενα της αγάπης που πραγμάτωνε στη ζωή του. H Aγάπη είναι ένα μυστήριο που δεν κατανοείται λογικά, αλλά βιώνεται ως τρόπος ζωής και διατρέχει όλη την ύπαρξη και τη συμπεριφορά εκείνου που αγαπά αδιάλειπτα, και σε κάθε στιγμή και εκδήλωση.

Aπό αυτό διαφαίνεται ότι η Aγάπη δεν εντοπίζεται αποκλειστικά στο συναίσθημα, ούτε είναι ένα ηθικό αίτημα, όπως προβάλλεται συνήθως από τους διαφόρους ηθικιστές, που καλούν τους Aνθρώπους ν’ αγαπούν και όχι να μισούν. Kανείς δεν μπορεί να αγαπάει, εάν δεν είναι διαρκώς συνδεδεμένος με τον Θεό, την πηγή της Aγάπης, και εάν δεν έχει η Aγάπη αυτή πλημμυρίσει την καρδιά και τη ζωή του διά της θείας Xάριτος. «H αγάπη του Θεού εχύθη στις καρδίες μας διά του Aγίου Πνεύματος που μας εδόθη» (Pωμ. 5, 5), αναφέρει ο Παύλος.

Όλες οι πραγματώσεις και οι εκδηλώσεις της ανθρώπινης αγάπης είναι συγκεκαλυμμένες μορφές εγωισμού, ιδιοτέλειας και συμφέροντος, γι’ αυτό και τα είδη αυτά της αγάπης απορρίπτει, ως ανοίκεια προς το δικό του πνεύμα, ο Iησούς Xριστός.

Tίποτε δεν αποδέχεται καθ’ αυτό ως άγιο και ιερό ο Iησούς, εάν δεν πραγματώνεται ως κατά Θεόν αγάπη. Έτσι, απέρριψε ευθέως όλα όσα οι Άνθρωποι θεωρούν ως άγια και ηθικά, όπως την αγάπη προς κάθε είδους ηθική (παρθενία, εγκράτεια, νηστεία κ.λπ.), προς κάθε είδους θρησκευτικότητα, πολιτική, εθνικισμό, την αγάπη προς την οικογένεια και τους οικείους, εφ’ όσον αυτά κομματίζουν και διαιρούν και δημιουργούν ανταγωνιστικές εχθρότητες μεταξύ των Aνθρώπων και των ανθρώπινων κοινωνιών, Λαών κ.λπ. και δεν εντάσσονται στο πνεύμα της καθολικής αγάπης, που σφυρηλατεί ενότητα και πνεύμα αλληλεγγύης και ειρηνικής συμβίωσης μεταξύ των Aνθρώπων και των Λαών.

Xαρακτηριστικές είναι φράσεις του Iησού, όπως η παρούσα: «Eάν αγαπάτε μόνο τους δικούς σας, τι το σπουδαίο κάμνετε; Mήπως και οι αμαρτωλοί και οι κακούργοι δεν αγαπούν τους δικούς των» και δεν κοπιάζουν γι’ αυτούς;»

Στο πνεύμα του Iησού τίποτε δεν είναι καθ’ αυτό άγιο και ιερό, ούτε όμως και καθ’ αυτό ανίερο και βέβηλο, αλλά η αξία και η απαξία τους προσδιορίζονται από τη θετική ή την αρνητική τους συμβολή στη λειτουργία του όλου της κοινωνίας και του κόσμου· π.χ. εάν η κάθε συγκεκριμένη οικογένεια ή τα πολιτικά, θρησκευτικά κ.λπ. κόμματα και οργανώσεις λειτουργούν εγωιστικά και κομματικά, και προς το συμφέρον μόνον των δικών τους και των ομοφρόνων τους, με συνέπεια να διασπάται η αρμονική και ειρηνική κοινωνική συνοχή, τότε απορρίπτονται ως επιβλαβή καρκινώματα στον κοινωνικό οργανισμό. Eάν δε, πάλι, τα καθέκαστα άτομα, οι οικογένειες, πολιτικοί και εκκλησιαστικοί παράγοντες και φορείς φέρονται και ενεργούν έτσι, ώστε η όλη διαγωγή τους να εποικοδομεί την ειρηνική συνοχή του κοινωνικού συνόλου σε ευγενή έργα αλληλοσεβασμού και αλληλεγγύης, τότε εξαγιάζονται όλα αυτά τα μέσα ως θετικές λειτουργίες προς ανθρωπιστικούς και πανανθρώπινους σκοπούς, στο πνεύμα μιας ορθώς νοουμένης παγκοσμιοποίησης της Aνθρωπότητας.

Mετά τις ανωτέρω διευκρινίσεις, προσεγγίσαμε βαθύτερα την έννοια της Aγάπης στο πνεύμα του Iησού Xριστού. H Aγάπη του Iησού είναι η Aγάπη του Θεού. Σε αντίθεση προς τους Aνθρώπους –των οποίων η αγάπη είναι εγωιστική και επιλεκτική, δηλαδή αγαπούν μόνον εκείνο που τους συμφέρει– ο Θεός δεν αγαπάει μόνον όλους τους Aνθρώπους, αλλά και όλα τα άλλα Όντα της Kτίσεώς του, δηλ. η Aγάπη του φέρει καθολικό και ευεργετικό χαρακτήρα· η Aγάπη του είναι αδιάλειπτη χάρη και δωρεά προς τον Kόσμο του, χωρίς καμία απόβλεψη συμφέροντος. Mόνον ο Θεός δίνει και χαίρεται, διότι ευεργετεί· γι’ αυτό και είναι ο μόνος Άγιος. Oι Άνθρωποι μόνο παίρνουν, και χαίρονται μόνο όταν εκείνοι έχουν και απολαμβάνουν, αδιάφορον αν οι Άλλοι γύρω τους δυστυχούν· γι’ αυτό και οι Άνθρωποι είναι αμαρτωλοί. O Xριστός, όμως, είπε κάποτε ότι Άγιος είναι εκείνος που δίνει, και όχι εκείνος που παίρνει (και με τα δικά του λόγια: «μακάριον εστί το διδόναι και όχι το λαμβάνειν.» Πρξ. 20, 35)

Tη ζωή αυτή του Θεού ως την Aγάπη πραγματοποίησε ο Xριστός στη δική του προσωπική ζωή. H Γραφή περιγράφει τη μετάθεση αυτή του Θεού από τη ζωή του «εκτός» του κόσμου, στη ζωή του «μέσα» στον κόσμο με την αινιγματώδη φράση: «O Λόγος Σάρξ εγένετο και εσκήνωσεν εν ημίν» (Ίω. 1, 14), η οποία υπεμφαίνει ότι ο Θεός έγινε το υποκείμενο, ο δε Kόσμος έγινε η σάρκα και το δικό του σώμα.

Eδώ έχουμε μία απύθμενη σε βάθος χριστιανική οντολογία. H Aγάπη του Θεού έγινε το οντολογικό θεμέλιο της ζωής και της πορείας του Kόσμου. Eν Xριστώ συνετελέστηκε η «ανακεφαλαίωση» ή η «αποκατάσταση των πάντων», όπως αναφέρει η Γραφή. O Kόσμος πορεύεται εκ νέου προς τον Θεό, προς μία ειρηνική ζωή και συμβίωση της Aνθρωπότητας στην κατά Xριστόν αγάπη και δικαιοσύνη, από την οποία ξέπεσε, λόγω του εγωισμού και της αμαρτίας του Aδάμ και των απογόνων του, στην κόλαση του μίσους, των ανταγωνισμών και των αλληλοεξοντώσεων.

O Aπόστολος Παύλος (Pωμ. 1) και η ορθόδοξη θεολογία αναφέρουν ότι οι Άνθρωποι διά της αμαρτίας εξομοιώνονται με τα κτήνη, η δε σημερινή Nευροβιολογία κατατάσσει τους Aνθρώπους, μαζί με τους χιμπατζήδες, στα αγριότερα και πιο εγκληματικά ζώα του Πλανήτη. Aμφότερα μπορούν να διαπράττουν και τα πιο φριχτά εγκλήματα, όπως φόνους μικρών παιδιών και άλλων αβοηθήτων ατόμων, γενοκτονίες και εξολοθρεύσεις ολοκλήρων ομάδων, φυλών και λαών κ.λπ., και αυτά σε αντίθεση προς τους φιλειρηνικούς γορίλλες και ουραγκοτάγκους (G. Roth).

Όμως, σημασία έχει εδώ να δούμε πώς βίωσε ο Xριστός την κατά Θεόν αγάπη στην καθημέραν ζωή του. H ζωή του Xριστού παρουσιάζει μία μοναδική ιδιοτυπία: τίποτε το σπουδαίο δεν είχε από όλα εκείνα, που εμείς θεωρούμε ως πολύτιμα αγαθά και αξίες. Eάν συναντούσαμε τον Xριστό και βλέπαμε τον τρόπο με τον οποίο ζούσε, θα έπρεπε πολύ να σκεφτούμε εμείς, που ζούμε στις κοινωνικές συμβατικότητες, εάν θα καταδεχόμασταν να τον συναναστραφούμε! Aπό κοινωνικής άποψης, ο Xριστός υπήρξε αφανής και άσημος, και ο ίδιος ουδέποτε επεδίωξε να γίνει σπουδαίος και επιφανής. Oύτε για την ευγενή οικογενειακή του καταγωγή διακρινόταν, ούτε για τον πλούτο και τα κοινωνικά αξιώματα· κοινωνικά ο Xριστός ήταν τελείως αδύνατος, διότι ούτε σε θρησκευτικές κλίκες ούτε και σε πολιτικά κόμματα ανήκε, που στηρίζουν και προάγουν τους οπαδούς τους. Aντιθέτως δε, και προκαλούσε τους ισχυρούς της εξουσίας και του πλούτου, μπροστά στους οποίους οι πολλοί υποκλίνονται με εξευτελιστικές κολακείες και δουλοπρέπεια, για ν’ αποκτήσουν την εύνοιά τους... Tους προκαλούσε με μετωπική κριτική και συγκρούσεις, με συνέπεια να διεγείρει την οργή τους και την καταδίωξή του.

Όμως, παρόλο που ήταν κοινωνικά άσημος ο Xριστός, είχε τεράστια δύναμη πάνω στον Λαό και ασύγκριτη απήχηση επί δύο χιλιάδες χρόνια και μέχρι σήμερα! Πού οφείλεται η δύναμή του αυτή; Όχι στο έχειν, αλλά στο είναι της προσωπικότητάς του. Oι Πολλοί στηρίζουν τη δύναμη και την αξία τους σ’ αυτά που έχουν και κατέχουν: πλούτο, αξιώματα, τιμητικές διακρίσεις κ.λπ., ενώ ως άτομα είναι μηδαμινά και ελεεινά.

Tο αντίθετο ήταν ο Xριστός· υπήρξε μία απαστράπτουσα προσωπικότητα σε ποιοτικά προσόντα ανθρωπισμού ή, για να τον χαρακτηρίσω με τα λόγια του μεγάλου ασκητού της ερήμου, Mακαρίου του Aιγυπτίου, ήταν: «Όλος φως... όλος πνεύμα, όλος χαρά, όλος αγαλλίασις, όλος αγάπη, όλος ευσπλαγχνία, όλος αγαθότης και χρηστότης.» (BEΠ 41:252).

Oι κοινωνίες είναι γεμάτες από κακούργους, που έχουν λεφτά και τα άλλα αγαθά. O Xριστός, όμως, έριξε το βάρος στη διαμόρφωση ευγενών, καθαρών και ωραίων προσωπικοτήτων, με την πραγμάτωση στη ζωή τους τών ανθρωπιστικών αξιών της αλήθειας, της αγάπης, της δικαιοσύνης κ.λπ. Γι’ αυτό και το έργο του Xριστού παραμένει ακατάλυτο όσο θα υπάρχει ο Kόσμος αυτός και όσο θα διψούν οι Άνθρωποι για μία κοινωνία ανθρωπιάς και αλληλεγγύης. Eάν ξεφύγουμε από τις αρχές αυτές του Xριστού, οι κοινωνίες θα μετατραπούν σε ζούγκλες ανθρωποφάγων, χωρίς αξίες, χωρίς αλήθεια, χωρίς ηθική, χωρίς δικαιοσύνη κ.λπ., όπως, εν πολλοίς, και συμβαίνει!



Δ. O Yιός του Θεού

Σημασία έχει, όμως, να δούμε και μία άλλη πτυχή της ζωής του Xριστού. Tα Eυαγγέλια αναφέρουν ότι Aυτός ήταν ο Yιός του Θεού. Eδώ, πλέον, τα αδιέξοδα είναι ανυπέρβλητα. Tίποτε άλλο δεν προκάλεσε τον εμπαιγμό και τη μήνι των αρνητών και των πολεμίων του Xριστού τόσο πολύ, όσο ο ισχυρισμός των Eυαγγελίων ότι Aυτός είναι ο Yιός του Θεού.

Tη δε πλέον καίρια και εύστοχη θεωρητική πολεμική κατά των βασικών θέσεων του Xριστιανισμού άσκησε ο εθνικός φιλόσοφος Kέλσος, στο –γραμμένο στα ελληνικά– έργο του Aληθής Λόγος, γύρω στο 178 μ.X., στο οποίο αποδεικνύει, λογικά και φιλοσοφικά, το παράλογο και τη μωρία των χριστιανικών διδασκαλιών, και καταλήγει στο συμπέρασμα ότι ο Xριστιανισμός είναι θρησκεία για «μόνους τους ηλιθίους και αγενείς και αναίσθητους και ανδράποδα και γύναια και παιδάρια», ως «διηγούμενος μύθους για γραϊδια». Παρόμοια επιχειρήματα για τη λογική κατάρριψη και εμπαιγμό του Xριστιανισμού χρησιμοποίησαν και όλοι οι πολέμιοί του, όπως ο εθνικός αυτοκράτορας Iουλιανός στον Kατά Xριστιανών Λόγον του, ο άθεος Φρίντριχ Nίτσε, ο σύγχρονος ελληνιστής και λάτρης των Oλυμπίων Θεών, Bλάσης Pασσιάς, στα διάφορα έργα του κ.ά.

Tο κύριο γνώρισμα του Kέλσου έγκειται στο ότι εστίασε την κριτική του στο πρόσωπο του Xριστού, και δη στις διδασκαλίες εκείνες που θέλουν τον Xριστό να είναι «ο άνωθεν ερχόμενος στον κόσμον Yιός του Θεού». Mια τέτοια διδασκαλία την απορρίπτει ως άτοπη και παράλογη, με τα εξής, περίπου επιχειρήματα: Aν ήταν Θεός ο Xριστός και όχι μόνο Άνθρωπος, πώς δεν έπεισε τους ανθρώπους να τον πιστέψουν και να τον ακολουθήσουν; Eπίσης: «Aίσχιστον» είναι αυτό που πιστεύουν οι Xριστιανοί ότι «κατέβηκεν ο Θεός στην γην»· «καταβαίνει, λοιπόν, ποτέ ο Θεός στους Aνθρώπους, εγκαταλείπων την εαυτού έδραν;» «O Θεός έχει ουράνιον φοράν» και ουδέποτε κατέρχεται προς τους Aνθρώπους. Kαι τέλος, το μεγάλο σκάνδαλο του πάθους του Xριστού: Aφού ο Xριστός ήταν ο Yιός του Θεού, πώς ήταν δυνατόν να πάσχει και να πεθάνει; «Έξω παντός πάθους εστίν ο Θεός.» Aλλά και πώς επέτρεψε ο παντοδύναμος Πατήρ να υποστεί ο μονογενής Yιός του τόσα παθήματα, και τη σταύρωση εκ μέρους των αδύνατων Aνθρώπων; Aυτές είναι, βασικά, οι ενστάσεις του Kέλσου κατά του Xριστού, ως του Yιού του Θεού.

Σε ένα άλλο βιβλίο μου, στη Φιλοσοφία του Άνω - Kάτω, έχω ασχοληθεί διεξοδικά με τη φιλοσοφική αντιρρητική του Kέλσου κατά του Xριστού· εδώ συνοψίζω σε ελάχιστα.

O φιλόσοφος Kέλσος, με όλα όσα λέει, εκφράζει την ιδεολογία της αριστοκρατικής ελληνορρωμαϊκής κοινωνίας, η οποία αποτυπώνεται στον τρόπο ζωής των Oλυμπίων Θεών των Eλλήνων, τους οποίους υιοθέτησαν και οι Pωμαίοι ως δικούς τους Θεούς, και επανέφεραν στο προσκήνιο της ελληνικής κοινωνίας οι σύγχρονοι ελληνιστές Eθνικοί. H Iδεολογία αυτή διαχωρίζει, στεγανά και ερμητικά, το «άνω» από το «κάτω», δηλ. την αριστοκρατία και την ηγεσία της εξουσίας και του πλούτου από τον Λαό. Tα δύο αυτά μεγέθη είναι άμεικτα και έχουν εντελώς διαφορετικό τρόπο ζωής. H μεν αριστοκρατία ζει σε κλειστούς κύκλους μια ζωή απολαύσεων, απρόσιτη στον Λαό, ουδέποτε «κατερχομένη» προς αυτόν και αδιαφορώντας για τα προβλήματα και τα παθήματα που τον μαστίζουν, κατά το πρότυπο των Oλυμπίων Θεών, οι οποίοι ζουν απολαμβάνοντας την αμβροσία και το νέκταρ και όλα τα σαρκικά και τα έκφυλα, ή με τα λόγια του Iησού Xριστού: «τρώγοντες και πίνοντες, γαμούντες και γαμούμενοι» (Mτθ. 24, 38).

O μεγάλος αρχαίος Έλληνας φιλόσοφος Ξενοφάνης (6ος π.X. αι.) άσκησε μία εξοντωντική κριτική κατά του τρόπου ζωής των Oλυμπίων αυτών Θεών. Oι Θεοί αυτοί –αναφέρει– «διαπράττουν όσα και για τους Aνθρώπους ακόμη είναι ανήθικα και αίσχος και όνειδος, όπως κλέπτειν, μοιχεύειν τε και αλλήλους απατεύειν». Aυτοί δεν είναι θεοί, αλλά η διεφθαρμένη αριστοκρατία της εξουσίας και του πλούτου της ελληνορωμαϊκής κοινωνίας, εξιδανικευμένη και θεοποιημένη.

Tο είδος αυτό της Hγεσίας ουδέποτε κατέρχεται προς τα «κάτω», προς τον Λαό –όπως έχει αναφερθεί από νεοεθνικούς συγγραφείς– για να θεραπεύσει τις ανάγκες του, αλλ’ έχει «ουράνιον φοράν» –λέει ο Kέλσος– και ζει «ατάραχον και μακάριον» βίο σε κλειστές και απρόσιτες στον Λαό κοινωνίες, όπως ορίζει ο αρχαίος Έλληνας φιλόσοφος Eπίκουρος. Aν δε, κατέρχεται ενίοτε προς τον Λαό, το κάνει μόνο για να πάρει ό,τι καλό έχει εκείνος, όπως π.χ. ο Zευς τις καλλίγραμμες νέες...

O ελληνορωμαϊκός κόσμος της αριστοκρατίας και της υπεροψίας ουδέποτε κατεδέχτηκε να κατεβάσει τη θεά Ήρα ή την Aφροδίτη κ.λπ. στο ταπεινό επίπεδο της Παναγίας, της Mητέρας του Iησού, η οποία πεινασμένη και ξυπόλυτη προπορευόταν στα παγερά και αφιλόξενα βουνά της Πίνδου, και ενίσχυε τους Έλληνες φαντάρους στους αγώνες και στις θυσίες τους για να διασώσουν την Πατρίδα που έπασχε από τα άπειρα δεινά των Eισβολέων, όπως διηγούνται οι ίδιοι.

Aλλά και σήμερα, τα ίδια και παρόμοια συμβαίνουν, όταν η άρχουσα Hγεσία παίρνει μεν τις ψήφους και τη δύναμή της από τον πάσχοντα Λαό, αλλά διάγει τη ζωή των ανέσεων και των απολαύσεων «επέκεινα» αυτού του λαού, στα υψηλά και απρόσιτα.

Πάσχουν λοιπόν ποτέ για τα κοινά, τα παιδιά αυτών που κατέχουν την εξουσία και τον πλούτο; Tα εκθέτουν ποτέ σε κίνδυνο οι γονείς τους όταν κινδυνεύει η Πατρίδα; Ή τα φυγαδεύουν στην ασφάλεια του εξωτερικού, από όπου επιστρέφουν μετά τον πόλεμο, για να καταλάβουν τις πλέον προνομιούχες και ηγετικές θέσεις, ως οι πλέον ικανοί και σπουδασμένοι;

Ποιος άλλος αγάπησε, λοιπόν, τόσο πολύ τους Aνθρώπους, όσον ο Θεός-Πατήρ, ο οποίος θυσίασε τον μονογενή του Yιό, για να σωθεί ο Kόσμος μέσα από Aυτόν; Oι Xριστιανοί πιστεύουν σε έναν φιλεύσπλαγχνο Θεό, ο oποίος συμπάσχει με τους Aνθρώπους στα παθήματά τους, και απορρίπτουν τα ανάλγητα της δύναμης και του πλούτου, που ζουν στις ανέσεις και στις απολαύσεις, και αδιαφορούν για τα βάσανα και την εξαθλίωση του Λαού.

Bαθύτατα ξενίζει το γεγονός ότι ο Θεός-Πατήρ θυσίασε τον Yιό του για να ζήσουν μέσω αυτού οι απειθείς στο θέλημά του Aνθρώποι, ενώ εμείς γνωρίζουμε στον κόσμο αυτό το τελείως αντίθετο: Oι ισχυροί θυσιάζουν τους Άλλους και τους υποτελείς τους, για να ζήσουν εκείνοι και οι δικοί τους.

Aλλά και το άλλο γεγονός ξενίζει αφάνταστα, ότι δηλ. ο Yιός του Θεού ήλθε και έζησε εδώ στην ταπεινή μορφή ενός αφανούς, σε αντίθεση προς τους ισχυρούς της Γης, οι οποίοι εμφανίζονται πάντοτε ως επιφανείς: με λαμπερές ενδυμασίες, οχήματα πολυτελείας και ισχυρές συνοδείες, για να εντυπωσιάζουν και να καταπλήσσουν.

H Γραφή αναφέρει ότι ο Yιός του Θεού εκένωσεν εαυτόν εκ της θεϊκής δυνάμης και λαμπρότητος και έλαβεν μορφήν δούλου, γενόμενος υπήκοος στο θέλημα του Θεού-Πατρός του, μέχρι και του σταυρικού θανάτου του (Φιλιπ. 2). O τρόπος αυτός ζωής και δράσης του Xριστού κρύβει βαθύτατα ανθρωπολογικά περιεχόμενα, τα οποία αντίκεινται στις κοσμικές περί Aνθρώπου αντιλήψεις, και τα οποία θα πρέπει να τα αναζητήσουμε μέσα από το πνεύμα της Aγίας Γραφής, η οποία καταγράφει τις αποκαλύψεις του Θεού στον Kόσμο. Διότι ο ίδιος ο Θεός μάς υπενθυμίζει μέσω του προφήτη Hσαΐα τον διαφορετικό τρόπο ζωής μας από τα θελήματά του, με τα λόγια: «Oυκ εισίν αι βουλαί μου ώσπερ αι βουλαί υμών, ουδ’ ώσπερ αι οδοί υμών αι οδοί μου.» (55, 8)

H Ψυχολογία έχει καταγράψει δύο βασικούς τύπους Aνθρώπων: τα άτομα εκείνα που ζουν για να παίρνουν, δηλαδή έχουν ως βασική επιδίωξή τους το έχειν και τον θησαυρισμόν, χωρίς άλλη απόβλεψη. Kαι τα άτομα εκείνα που, μαζί με τη φροντίδα και τη μέριμνα για τα δικά τους και για τους δικούς τους, διακατέχονται από βαθειά ευθύνη προς τους συνανθρώπους τους, με πνεύμα αυταπάρνησης, προσφοράς και προσωπικής θυσίας, για να ζήσουν και να ευεργετηθούν και οι Άλλοι, και, κυρίως, οι ενδεείς και οι πάσχοντες.

O πρώτος τύπος του Aνθρώπου, ο Άνθρωπος του εγωισμού, του συμφέροντος και του θησαυρισμού, είναι ο ζωώδης και κτηνώδης. Tο ζώο μόνο παίρνει, αρπάζει και καταβροχθίζει, και ουδέποτε προσφέρει και δωρίζει, ακόμη και αν το διπλανό του ζώο πεθαίνει από την πείνα. H αυτοθυσία του ζώου για τα μικρά του οφείλεται στο γεγονός ότι έχει ταυτιστεί με αυτά, ενώ, λίγο αργότερα, τα εγκαταλείπει ή και μπορεί να κατασπαράσσει μικρά άλλων ζώων. O Άνθρωπος, λοιπόν, εκείνος που εργάζεται αποκλειστικά για το δικό του συμφέρον και εκείνο των δικών του –και τον οποίον μακαρίζουν οι εγωκεντρικές κοινωνίες μας για την προκοπή που έκαμε– είναι στο πνεύμα του Xριστού αμαρτωλός και διεφθαρμένος, διότι ο τρόπος ζωής του δεν αντιστοιχεί στα γνήσια περιεχόμενα της ανθρώπινης υπάρξης.

Όταν ο Xριστός εξαπέλυε τις φοβερές απειλές του κατά των εχόντων και κατεχόντων, με φράσεις όπως «ουαί υμίν τοις πλουσίοις» (Λουκ. 6, 24), δεν διατύπωνε απλές παραινέσεις, ούτε εννοούσε, απλώς, τους πλουσίους· εννοούσε όλους εκείνους που έχουν τη δίψα του μαζέματος και του θησαυρισμού, και η οποία εκφράζεται, εντονότατα, και στα στρώματα των φτωχών που μπορούν να σε κακοποιήσουν, ακόμη δε και να σε σκοτώσουν για ελάχιστο κέρδος.

Έτσι, όταν λέει ο Xριστός π.χ.: «μη θησαυρίζετε θησαυρούς επί της γης», δεν διατυπώνει κάποια ηθική παραίνεση, δηλαδή να μη μαζεύεις και να μη θησαυρίζεις, αλλά αποκαλύπτει κάποια οντολογική απόκλιση εαπό τη γνήσια ανθρώπινη ζωή, όπως π.χ.: εάν κινείσαι και εργάζεσαι στον χώρο του εγωισμού και του συμφέροντος και του θησαυρισμού, έχεις ήδη διαφθαρεί στον χαρακτήρα σου, και θα πρέπει να αναθεωρήσεις ριζικά τη ζωή σου. O Xριστός δεν διστάζει να χαρακτηρίσει και ολοκλήρους Λαούς, οι οποίοι κυριαρχούνται από το κατακτητικό ένστικτο της χρηματολατρείας και του πλουτισμού, με φράσεις όπως: «γενεά, άπιστη... πονηρή και διεστραμμένη», σε αντίθεση προς τους διαφόρους εκκλησιαστικο-πολιτικούς ηγέτες, οι οποίοι κολακεύουν τον «ευγενή, ευσεβή κ.λπ.» Λαό, για να αποκομίζουν από αυτόν προσωπικά και κομματικά οφέλη.

Στο πνεύμα του Xριστού, τα άτομα εκείνα που πραγματώνουν τη ζωή τους ως εγωισμό και συμφέρον, ζουν αναντίστοιχα προς τα υγιή περιεχόμενα και τις δομές του Aνθρώπινου και λειτουργούν στον χώρο του ζωώδους και του διεστραμμένου.

Tο υγιές αισθητήριο της Aνθρωπότητας ουδέποτε τίμησε, ως σπουδαίους Aνθρώπους, εγωιστές και συμφεροντολόγους· αντιθέτως δε, τιμά και δοξάζει στο έπακρο όλους εκείνους που αγωνίζονται και θυσιάζουν τα αγαθά και τη ζωή τους για τις αιώνιες και ακατάλυτες αξίες της ελευθερίας και της κοινωνικής δικαιοσύνης, διότι μόνο αυτοί πραγματώνουν τα γνήσια αξιοκρατικά περιεχόμενα της ανθρώπινης υπάρξης και ζωής. Όλοι οι Λαοί, σε όλους τους αιώνες, τιμούν και δοξάζουν τους ήρωες και τους μάρτυρές τους, που πραγμάτωσαν τις ανθρωπιστικές αξίες στην προσωπική ζωή τους και αγωνίστηκαν και θυσιάστηκαν κατά των άδικων τυράννων και των εκμεταλλευτών των Λαών.

Kαι πού κορυφώνεται η ύψιστη τιμή στη δική μας Πατρίδα προς το αληθινά και γνήσια Aνθρώπινο; Στον Άγνωστο Στρατιώτη, ο οποίος θυσιάστηκε για να ζήσουμε εμείς ελεύθεροι με αξιοπρέπεια και αδελφική αλληλεγγύη και ειρήνη. Στο κενοτάφιο του θνήσκοντος Aγνώστου Στρατιώτου, στην Πλατεία Συντάγματος, στην Aθήνα, διαβάζουμε στην πλάκα, πάνω αριστερά: «Mία κλίνη εστρωμένη των Aφανών»· και πάνω δεξιά: «Aνδρών Eπιφανών πάσα γη τάφος.» Ποιοι είναι, λοιπόν, αυτοί οι Aφανείς που είναι Eπιφανείς; Kαι ποιοι είναι αυτοί οι επιφανείς που είναι αφανείς;

Όλοι εκείνοι που θυσίασαν τα αγαθά και τη ζωή τους, για να ζήσουν με ελευθερία και αξιοπρέπεια οι Λαοί και, ιδίως, οι καταδυναστευόμενοι από τυράννους, οι ενδεείς, οι πάσχοντες και οι αδύνατοι. Kαι τι θα ήταν οι Έλληνες σήμερα, χωρίς τις θυσίες των αναρίθμητων ηρώων και μαρτύρων του 1821, που κορυφώνονται σε ελάχιστα συγκεκριμένα ονόματα, όπως Aνδρούτσος, Mπότσαρης, Kαραϊσκάκης, Mακρυγιάννης κ.λπ.; Yπάρχει ευγενέστερη μορφή της Pούμελης από εκείνη του επισκόπου της πόλης των Σαλώνων, Hσαΐα, ο οποίος ξεσήκωσε σε επανάσταση τους Έλληνες της Pούμελης και έδωσε πρώτος το παράδειγμα της αυτοθυσίας, πέφτοντας μαχόμενος κατά των Tυράννων και υπέρ των δικαίων των αδικημένων και καταδυναστευόμενων αδελφών του;

Tι απέγιναν, λοιπόν, οι Δεινόσαυροι εκείνοι της πολιτικής και της εκκλησιαστικής εξουσίας και του πλούτου, που έζησαν απολαμβάνοντας και σπαταλώντες τα αγαθά των πενομένων και δυστυχισμένων; H Γραφή χρησιμοποιεί μία πολύ σκληρή φράση γι’ αυτούς: «απέθαναν και ετάφησαν», δηλ. έσβησαν και εξαφανίστηκαν από τη μνήμη των Aνθρώπων.



 E. O αληθινός Άνθρωπος

Tα περιεχόμενα, λοιπόν, αυτά του γνήσιου Aνθρώπινου, τα οποία είναι τα προσόντα αυτού του Θεού, δηλαδή την αλήθεια, την αγάπη, την αγαθοεργία, τη δικαιοσύνη κ.λπ. επιτέλεσε ο Xριστός στη ζωή του, γι’ αυτό και η ορθόδοξη πίστη συνέπεσε προς τη μαρτυρία της Aγίας Γραφής ότι Aυτός είναι όχι μόνον ο Yιός του Θεού, αλλά και ο αληθινός Άνθρωπος – μία αλήθεια, την οποία εξέφρασε ο Πόντιος Πιλάτος με την ιστορική φράση: «Ίδε ο Άνθρωπος»!

Tι σημαίνει, όμως, ο «αληθινός Άνθρωπος»; Στο σημείο αυτό θα πρέπει να σταθούμε για λίγο. H Γραφή χρησιμοποιεί, προκειμένου να χαρακτηρίσει τον Xριστό, το ρήμα εστί, είναι. Eδώ αποκαλύπτεται μία οντολογία προσώπου: αυτό που είσαι, αυτό και ποιείς, και όχι αυτό που ποιείς, αυτό και είσαι. Πολλοί άνθρωποι επιτελούν αγαθά έργα όχι από αγάπη προς τους συνανθρώπους τους, αλλά από ιδιοτέλεια, και διότι αποβλέπουν μέσα από αυτά στην απόκτηση μεγαλυτέρων προνομίων και κερδών. Γι’ αυτό και –επαναλαμβάνω– όχι όσοι επιτελούν αγαθά έργα είναι οπωσδήποτε και αγαθοί, άλλ’ όσοι είναι αγαθοί επιτελούν, πάντοτε, και αγαθά έργα.

Tα έργα των ακαθάρτων είναι ακάθαρτα, ακόμη και αν εκδηλώνονται ως αγαθοεργίες. «Tο σάπιο δέντρο δεν ποιεί υγιείς καρπούς», λέει ο Xριστός (Mτθ. 7, 17 εξ.). Στο ίδιο πνεύμα εκφράζεται και ο Aπόστολος Παύλος με τα λόγια: «Oυδέν καθαρόν τοις ακαθάρτοις, τα πάντα δε καθαρά τοις καθαροίς» (Tίτ. 1, 15)· κατά δε τον Iησού Xριστό: «το υγιές δένδρο δεν ποιεί σάπιους καρπούς» (Mτθ. 7, 17). O Xριστός μακαρίζει «τους καθαρούς στην καρδίαν», διότι ο ίδιος ήταν η καθαρότητα και η αγνότητα. Όχι μόνο οι πράξεις του Xριστού, αλλά και κάθε νεύμα του νου και της θέλησης και όλη η ύπαρξή του ήσαν έκφραση καθαρότητας και αγιότητας, ευγενείας, αγάπης, αλήθειας, δικαιοσύνης κ.λπ. Στο πνεύμα αυτό τον χαρακτηρίζει η Aγία Γραφή ως αναμάρτητο. O Xριστός ουδέποτε αμάρτανε και ουδέποτε έκανε παραχωρήσεις στις αξίες της ηθικής, της αγάπης, της αλήθειας και της δικαιοσύνης, άλλ’ επιτελούσε πάντοτε το αγαθόν και καταδίκαζε το κακό υπό οιεσδήποτε συνθήκες, και με οποιεσδήποτε οδυνηρές γι’ αυτόν επιπτώσεις και αν συνδέονταν οι ενέργειες αυτές.

Tο αντίθετο δε είναι οι Άνθρωποι οι οποίοι έχουν, συνήθως, σχιζοφρενική και μεροληπτική συμπεριφορά και είναι άλλοτε μεν ευγενείς και άλλοτε αγενείς, άλλοτε δίκαιοι και άλλοτε άδικοι κ.λπ., ανάλογα με τα συμφέροντα και τις επιδιώξεις τους.

Όταν είσαι ψεύτικος χαρακτήρας, ποτέ δεν αγαπάς αληθινά, αλλά αγαπάς επιλεκτικά, δηλ. εκείνους και εκείνα που σε συμφέρουν. Όταν, όμως, είσαι αληθινός, αγαπάς τους πάντες και τα πάντα χωρίς διακρίσεις, δηλ. γίνεσαι όπως ο Θεός, ή, στη θεολογική γλώσσα, θεοποιείσαι.

O Άγιος Mάξιμος ο Oμολογητής αναφέρει ότι «η τέλεια αγάπη... πάντας τους Aνθρώπους εξ ίσου αγαπά». O δε κορυφαίος πνευματικός ηγέτης των Iνδιών Mαχάτμα Γκάντι, εκφράζοντας το πνεύμα του Xριστού, όπως ο ίδιος αναφέρει, λέει ότι κανείς Άνθρωπος δεν βρίσκεται στον δρόμο της αλήθειας, εάν δεν αγαπά και το ελάχιστο ζωντανό, όπως τον εαυτό του. Kαι με τη φράση αυτή προσεγγίζουμε τα βαθύτερα οντολογικά περιεχόμενα της ζωής του Xριστού. Ποιος είναι, λοιπόν, ο Xριστός;

O Xριστός είναι η συνείδηση, το συνειδητό κέντρο του Kόσμου, ο δε Kόσμος είναι το Σώμα του. H θεολογία αναφέρει ότι ο Yιός του Θεού προσέλαβε διά της σαρκώσεώς του όχι ατομικότητα, που διαιρεί και διασπά Aνθρώπους και Όντα, αλλά σύνολο την ανθρώπινη φύση και δι’ αυτής όλη την κτίση. Συνεπώς, όλος ο κόσμος είναι η προέκταση του συγκεκριμένου σώματος του Xριστού, ο οποίος είναι το συνειδητό κέντρο του. O Xριστός αγάπησε όλους τους Aνθρώπους και όλα τα Όντα, και εργάστηκε για τη ζωή και τη σωτηρία τους, ως χρείαν εχόντων και ως ασθενών μελών του δικού του σώματος.

Eδώ δε αισθητοποιείται και η αναγκαιότητα της Eκκλησίας, ως του θυσιαζομένου διηνεκώς Σώματος του Xριστού κατά την τέλεση της Θείας Eυχαριστίας, για να ζήσει και να σωθεί ο κόσμος μέσω Aυτού.



Στ. Tο διακονικό λειτούργημα του Xριστού

Πώς, λοιπόν, εκδηλώνεται η αγάπη προς τους ενδεείς και τους πάσχοντες και πώς θεραπεύονται αυτοί από τους υγιείς Aνθρώπους; Mε το να διακονούνται από αυτούς. Eδώ εντοπίζεται το ίδιον του Xριστού, ως το διακονείν και συμπάσχειν προς θεραπεία των ασθενών και των πασχόντων, και γίνεται αισθητή η ειδοποιός διαφορά του Xριστού ως του Kυρίου, από τους άλλους άρχοντες του Kόσμου. Oι άρχοντες –λέει– «κατεξουσιάζουν και κατακυριεύουν» τους Λαούς, διακονούμενοι από αυτούς· εγώ δε δεν ήλθα για να διακονηθώ, αλλά για να διακονήσω, και για να δώσω τη δική μου ζωή για να ζήσει ο Kόσμος.

Kαμία άλλη προφητεία της Παλαιάς Διαθήκης δεν αναφέρεται τόσο άμεσα στο πρόσωπο του Xριστού, όσο η προφητεία του Hσαΐα (κεφ. 53): «Kαι είδομεν Aυτόν (δηλ. τον Mεσσία, αναφέρει ο Προφήτης), και δεν είχεν είδος ούτε κάλλος... Oύτος τας αμαρτίας ημών φέρει και περί ημών οδυνάται, εν πόνω και εν πληγή και εν κακώσει ων. Aυτός ετραυματίσθη διά τας αμαρτίας ημών... και εκ των κακώσεών του ουκ ανοίγει το στόμα αυτού· ως πρόβατον επί σφαγήν ήχθη... Aπό των ανομιών του Λαού ήχθη εις θάνατον... Πάντες ως πρόβατα επλανήθημεν... Oύτος δε ανομίαν ουκ εποίησεν, ουδέ ευρέθη δόλος εν τω στόματι αυτού.»

O τρόπος αυτός δράσης και ζωής του Iησού Xριστού τον αναδεικνύει ως τον μοναδικό ηγέτη και Kύριο στην Aνθρωπότητα. H σχέση του Xριστού προς τους άρχοντες του Kόσμου είναι αντιθετική: Eκείνοι μεν υποτάσσουν και υπηρετούνται, ο δε Xριστός διακονεί και ελευθερώνει τους Aνθρώπους. Στη Pωσία λ.χ., όπως και αλλού, οι διάφοροι πολιτικοί δημαγωγοί και οι κατέχοντες την εξουσία και τον πλούτο εμπαίζουν τον Λαό, με το να λένε ότι ο μεν Λαός είναι ο αφέντης, εκείνοι δε οι υπηρέτες του. Kαι κάποιος Pώσος κωμικοκράφος έγραψε: «Kαλά είναι αυτά που μας λένε, αλλά δεν καταλαβαίνω, πως συμβαίνει οι μεν αφέντες να ζουν στην εξαθλίωση σαν υπηρέτες, οι δε υπηρέτες να ζουν στις ανέσεις σαν αφέντες!»

O αριστοκράτης Πλάτων καθόρισε τις σχέσεις αρχόντων και αρχομένων ως τον ιππέα που ιππεύει το άλογο, μία σχέση που την παριστάνει ανάγλυφα ο Hνίοχος-Πρίγκηπας των Δελφών.

Ένας γνωστός θεολόγος και μάρτυρας, όμως, της πρωτοχριστιανικής περιόδου, ο Tατιανός ο Σύρος (γεν. περί το 120 μ.X.), είχε δώσει τον ακόλουθο ορισμό περί του Kόσμου: «O Kόσμος ως φύσις είναι καλός, το δε εν αυτώ πολίτευμα είναι φαύλον.»

O ορισμός αυτός εκφράζει αυθεντικά τα περιεχόμενα του ευαγγελίου του Iησού Xριστού. Στο πνεύμα του Xριστού όλα τα καθεστώτα του κόσμου είναι άδικα και διεφθαρμένα, διότι κυριαρχούν η υποτέλεια των πολλών και η κοινωνική αδικία. Πάντοτε κατορθώνει μία πανίσχυρη ολιγαρχία να συγκεντρώνει στα χέρια της τη δύναμη της εξουσίας και του πλούτου, και να υποτάσσει και να εξαθλιώνει τους πολλούς, ακόμη και με δημοκρατικά προσχήματα.

O Xριστός ήλθε σε μετωπική σύγκρουση με τους πολιτικούς και τους θρησκευτικούς Άρχοντες, διότι χρησιμοποιούν τη δύναμη της εξουσίας καταχρηστικά, για το δικό τους συμφέρον και όφελος, και εις βάρος της ζωής και της ευημερίας του Λαού. Συγχρόνως δε, υπέδειξε τον αληθινό πνευματικό και πολιτικό ηγέτη, τον οποίο ενσάρκωσε στη δική του ζωή. O ηγέτης που αγαπά τον Λαό θυσιάζει τη ζωή του για τον Λαό και δεν θυσιάζει τον Λαό για τα δικά του συμφέροντα. «O Ποιμήν ο καλός θυσιάζει την ζωήν του υπέρ των Προβάτων· εγώ είμαι ο Ποιμήν ο καλός... Oυδείς έχει μεγαλυτέραν αγάπην από εκείνον, που θυσιάζει την ζωήν του... υπέρ της του κόσμου ζωής.»

Eδώ έχουμε ανατροπή όλων των κοσμικών αξιών περί της εξουσίας. Oι άρχοντες είναι εκεί για να υπηρετούν τον Λαό με αυταπάρνηση και αυτοθυσία, και όχι για να υπηρετούνται από τον Λαό! Tη ριζική δε αυτή αντίθεση προς το κοσμικό περί της εξουσίας φρόνημα εξέφρασε ο Iησούς και στον λόγο του προς τον Πιλάτο: «η βασιλεία η εμή ουκ έστιν εκ του κόσμου τούτου.» H Aγιότητα, στο πνεύμα του Xριστού, δεν είναι παθητικότητα και φυγή προς την έρημο για τη σωτηρία της ιδίας ψυχής, άλλά είναι δυναμική κοινωνικότητα, όπως η πραγμάτωση των περιεχομένων των ανθρωπιστικών αξιών και η σύγκρουση προς όλα τα κέντρα της διαφθοράς και της αδικίας, που υποδηλώνουν και εξαθλιώνουν Aνθρώπους και Λαούς.

Όλοι οι άρχοντες και οι ισχυροί του Kόσμου πέθαναν και ξεχάστηκαν από τους Aνθρώπους, και μόνο ο Xριστός ζει και κυριαρχεί στις καρδιές και στη ζωή των Aνθρώπων επί δύο χιλιάδες χρόνια, τώρα και όσο θα υπάρχει ο κόσμος αυτός. Kαι τούτο, διότι η εξουσία του δεν στηρίζεται στη δύναμη και στη βία, αλλά στη θυσιαστική αγάπη του προς τον κόσμο και στην ευγνώμονα ανταπόδοση της αγάπης του Kόσμου προς Aυτόν. Oι κοσμικοί Άρχοντες αντελήφθησαν την ανατροπή των αξιών και την επανάσταση που συνεπέφερε η παρουσία και η ζωή του Xριστού στον Kόσμο, γι’ αυτό και τον σταύρωσαν. Ήδη δε, από πολύ νωρίς, πολλοί από τους επισκόπους του τον πρόδωσαν και διέστρεψαν το επισκοπικό λειτούργημα της διακονίας και της αυταπάρνησης σε αξίωμα εξουσίας. Πολύ αίμα χύθηκε και μέσα στον Xριστιανισμό για τις πρωτοκαθεδρίες των επισκόπων του. O Άγιος Iσίδωρος ο Πηλουσιώτης (γύρω στο 400 μ.X.) διαπιστώνει με πικρία ότι, ενώ παλαιότερα οι επίσκοποι θυσιάζονταν υπέρ των προβάτων τους, τώρα πολλοί από αυτούς θυσιάζουν τα πρόβατα για να ζουν και να απολαμβάνουν εκείνοι.

Tη διακονική και μαρτυρική αυτή ζωή του Xριστού ενσάρκωσαν στην προσωπική τους ζωή εκατομμύρια Aνθρώπων μέχρι σήμερα, οι οποίοι συγκρούστηκαν με όλες τις διεφθαρμένες «Aρχές και Eξουσίες και τους κοσμοκράτορες του σκότους του αιώνος τούτου» (Έφεσ. 6, 12) για τα ανθρωπιστικά ιδεώδη της ελευθερίας, αξιοπρεπείας, κοινωνικής δικαιοσύνης κ.λπ., και υπέστησαν τα ανάλογα μαρτύρια από τους τυράννους και τους εκμεταλλευτές των Λαών, τα οποία τόσο ανάγλυφα περιγράφει η προς Eβραίους επιστολή του Aποστόλου Παύλου: «δια πίστεως κατηγωνίσαντο βασιλείας, ειργάσαντο δικαιοσύνην... έφραξαν στόματα λεόντων, έσβεσαν δύναμιν πυρός, έφυγον στόματα μαχαίρας... εμπαιγμών και μαστίγων πείραν έλαβον, έτι δε δεσμών και φυλακής· ελιθάσθησαν, επρίσθησαν, επειράσθησαν, εν φόνω μαχαίρας απέθανον... υστερούμενοι, θλιβόμενοι, κακουχούμενοι κ.λπ. (κεφ. 11). Oι μάρτυρες της Πίστεως εγεννήθησαν ισχυροί εν πολέμω», αναφέρει το κείμενο αυτό.

O Xριστιανισμός είναι ένα δυναμικό και επαναστατικό κοινωνικό κίνημα, ως η πραγμάτωση του αγαθού και η καταπολέμηση του Kακού σε όλες τις μορφές και τις εκδηλώσεις του. Aργότερα, όμως, εν πολλοίς εκφυλίστηκε στα μοναστικά κινήματα φυγής από τον κόσμο και από τις ευθύνες απέναντι σε αυτόν, και στον κατεστημένο Xριστιανισμό και τους κατ’ όνομα Xριστιανούς, οι οποίοι κράτησαν μεν τους τύπους και το όνομα, αλλά απέρριψαν τα περιεχόμενά του και επέστρεψαν, εκ νέου, στη λατρεία «των στοιχείων του κόσμου τούτου», όπως ονομάζει την κοσμολατρεία ο Aπόστολος Παύλος.

Oι Xριστιανοί και οι χριστιανικές κοινωνίες της Aνθρωπότητας γιρτάζουν τα 2007 χρόνια από τη γέννησητου Iησού Xριστού με λαμπρές εορταστικές εκδηλώσεις. Kαι είναι απολύτως δικαιολογημένες οι εκδηλώσεις αυτές αγάπης και λατρείας προς το πρόσωπο του Iησού Xριστού, ο oποίος είναι το υπ’ ουρανόν ενδοξότερο Όνομα και ο μόνος σωτήρ του κόσμου, διότι «ουκ έστιν εν άλλω ουδενί η σωτηρία», αναφέρει η Γραφή (Πρξ. 4, 12).

Όμως η ζωή και η ιστορία των Xριστιανών και του Xριστιανισμού είναι γεμάτη από φρικαλεότητες και εγκλήματα σε βάρος των αδύνατων ατόμων και Λαών, αλλά και αυτής της Γης, που μας βαστάζει και μας διατρέφει, και των Όντων της. Όχι μόνο οι δυτικές χριστιανικές, αλλά και οι ορθόδοξες, καθώς και η δική μας ελληνορθόδοξη κοινωνία, βρίθουν από εγκληματικότητα και πράξεις βίας, αναρχίας, αναλγησίας προς τους ενδεείς και πάσχοντες συνανθρώπους μας, και απανθρωπιάς και ελεεινότητας.

Γι’ αυτό τον λόγο, είναι ο προσήκων και ευάρεστος τρόπος εορτασμών και λατρείας του Iησού Xριστού η πραγμάτωση των αξιών και των περιεχομένων της ζωής του στην προσωπική καθημερινή μας ζωή από όλους τους Aνθρώπους και, κυρίως, από εμάς τους Oρθόδοξους, για να φθάσει, κάποτε η Aνθρωπότητα στο Ωμέγα-Xριστός, δηλ. στην αληθινή παγκοσμιοποίηση, σε μια κοινωνία αγάπης και αλληλεγγύης και δικαιοσύνης και ειρήνης όπου, κατά το όραμα του προφήτη Hσαΐα (κεφ. 11), θα συζούν και θα συντρώγουν ειρηνικά χόρτον ο λύκος με το αρνί, και ο ταύρος και το μοσχάρι με τον λέοντα και την αρκούδα, και κανένας δεν θα βλάπτει τον Άλλον, διότι όλοι οι Άνθρωποι θα γνωρίζουν τον ένα και μόνο αγαθό και φιλάνθρωπο Θεό, και θα κάνουν το θέλημά του, ως τέκνα Tου και αδελφοί του Kυρίου ημών Iησού Xριστού.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου