Παρασκευή, 15 Ιανουαρίου 2016

ΑΝ ΜΙΛΟΥΣΑΝ ΟΙ ΝΕΚΡΟΙ (ΠΟΙΗΜΑ)


Ἄνθρωπε στάσου δύο λεπτὰ καὶ πρόσεξε καὶ μένα
θὰ σοῦ μιλήσω συμβουλὲς ποῦ εἶναι καλὲς γιὰ σένα.
Μὲ βλέπεις κόκκαλο γυμνὸ καὶ δίχως φαντασία
καὶ λὲς δέν  ἤμουν τίποτα δὲν δίδεις σημασία.
Μὰ κάποτε στὰ χρόνια μου εἶχα κι ἐγὼ τὸ κάλλος
καὶ βάδιζα περήφανος σὰν φουσκωμένος γάλος.
Κι εἶχα κι ἐγὼ τὴ δόξα μου, σοφία τοῦ Σωκράτη,
τοῦ Ἡρακλῆ τὴ δύναμη, φήμη πολὺ στὰ κράτη.
Εἶχα μαλλιὰ μεταξωτὰ καὶ μάγουλα σὰν μῆλο
καὶ φρύδια ποῦ δὲν βρίσκονται σὰν τῆς ἐλιᾶς τὸ φύλλο.
Κι εἶχα καρδιὰ τοῦ λέοντος καὶ μπράτσα σιδερένια,
ἀκούραστά τα πόδια μου καὶ στήθη μαρμαρένια.
Εἶχα τὴ γλώσσα τ’ ἀηδονιοῦ, μάτια μεγάλα μαῦρα
Καὶ μερικοί μου λέγανε ὅλα μαζὶ ποὺ τὰ ‘βρά.
Γι’αὐτὸ χαιρόμουνα πολὺ πῶς ἤμουν τῆς γῆς ὁ φάρος
καὶ μὲ τὸ νοῦ λογάριαζα πῶς δὲν ὑπάρχει χάρος.
Μὰ πότε δὲν κατάλαβα περάσανε τὰ χρόνια
καὶ φύγανε τὰ νιάτα μου σὰν τοῦ Μαρτιοῦ τὰ χιόνια.
Τὸ γλέντι κι ὅλες οἱ χαρὲς περνοῦσαν στὸν ἀέρα
κι ὅλη ἡ ζωή μου φάνηκε σὰν νάτανε μιὰ μέρα.
Σὰν ἔνιωσα γεράματα θυμᾶμαι τὰ παλιά μου
μοῦ φάνηκε παράξενο π’ἀσπρίσαν τὰ μαλλιά μου.
Τὸ φῶς ἀπὸ τὰ μάτια μου μικραίνει, λιγοστεύει,
κι ὃ νοῦς μου πῶς ἐγήρασα ἀκόμα δὲν πιστεύει.
Τὰ πόδια μου ἀδυνάτισαν, τὰ χέρια μου δὲν κινοῦνται
τὰ δόντια μου καλάσανε κι αὐτὰ παραπονοῦνται.
Κατάλαβα τὸν θάνατο σὲ λίγο τελειώνω
Καὶ τότε βάζω μιὰ φωνὴ μὲ κλάματα καὶ πόνο.
Ποιὸς μάγος φέρνει τὴ ζωὴ καὶ ποιὸ γιατρὸ νὰ πάρω;
καὶ ποιὸς μπορεῖ καὶ δύναται ποῦ νὰ νικᾶ τὸ Χάρο;
Θὰ τοῦ χαρίσω κτήματα καὶ λίρες ὅσες θέλει
ἀρκεῖ τοῦ Χάρου τὸ σπαθὶ νὰ σπάσει καὶ τὰ βέλη.
Κανεὶς δὲν μ’ἀποκρίθηκε κανεὶς δὲν μοῦ’πὲ ξέρει
νὰ μοῦ γλιτώσει τὴ ζωὴ καὶ νειάτα νὰ μοῦ φέρει.
Λοιπὸν μιὰ μέρα τΆπριλιου χωρὶς νὰ περιμένω
κάποιος κτυπᾶ τὴν πόρτα μου μὲ τρόπο ἀγριεμένο.
Ἦταν ψηλὸς κατάμαυρος. Φωνάζω. Τί νὰ κάνω;
καὶ μὲ φωνὴ ποὺ ἐτρόμαζέ μου λέει «σὴκ ‘ ἀπάνω».
Μοῦ ξέσχισε τὰ σπλάχνα μου καὶ πῆρε τὴν ψυχή μου
κι ἀμέσως πᾶν τα πλούτη μου μαζὶ μὲ τὴν στολή μου.
Καὶ τώρα τὰ χωράφια ποὺ πᾶν καὶ τὰ παλάτια;
τὰ ρόδινά τα μάγουλα, ἡ γλώσσα καὶ τὰ μάτια;
σκουλήκια φάγαν τὸ κορμί, τὴν ὀμορφιά, τὸ σῶμα,
ἀφοῦ μὲ λάσπη γίναμε, γένηκαν πάλι χῶμα.
Οἱ φίλοι μου κι οἱ συγγενεῖς δὲν θέλω νὰ μὲ κλαῖνε.
Θέλω κερί, μνημόσυνο , «συγχώρεσε» νὰ λένε.
Ὅπως μὲ βλέπεις ἄνθρωπε καὶ σὺ θὰ καταντήσεις
γι’αὐτὸ στὴν πρόσκαιρη ζωὴ μὴ λὲς θὰ καζαντήσεις.
Ὅταν γηράσω νὰ μὴ λές, θὰ κάνω καλοσύνες
τότε θὰ πάω στὴν Ἐκκλησία, θὰ κάνω ἐλεημοσύνες.
Ὁ χάρος εἶναι λαίμαργος, δὲν ἔχει προθεσμία,
δὲν ἔχει φίλους γιὰ χαρές, ἐξαίρεση καμία.
Παίρνει τὶς μάνες τῶν παιδιῶν, λεβέντες ποὺ γλεντᾶνε,
ἀπὸ τὴν κούνια τὰ μωρά, κοπέλες ποὺ κεντᾶνε.
Νὰ σκέπτεσαι τὸ θάνατο ἑπτὰ φορὲς τὴν ὥρα,
ὑπῆρχαν κι ἄλλοι στὴ ζωὴ μὰ δὲν ὑπάρχουν τώρα.
Σὲ κάθε βῆμα πρόσεξε τοῦ σατανᾶ τὸ βρόχι
μὴν ἀδικήσεις ὀρφανούς, γυναῖκες, χῆρες, ὄχι.
Πιστά τους νόμους φύλανε χωρὶς καμιὰ προσθήκη
τὰς ἐντολᾶς τοῦ Μωϋσῆ, τὴ Νέα Διαθήκη.
Νὰ μὴ δουλεύεις Κυριακὴ καὶ τὶς γιορτὲς Ἁγίων,
νάχεις ἀμόλυντη ψυχὴ καὶ καθαρό το βίο.
Νὰ μὴν κοιτάζεις πονηρὰ , μὴ βλασφημᾶς τὰ θεία
νὰ δίνεις περιφρόνηση στοῦ σατανᾶ τὴν βία.
Τῆς μέρας τ’ἁμαρτήματα καὶ πρὶν ὁ ἥλιος δύσει
μὲ κάθε τρόπο τοῦ Θεοῦ νὰ τάχεις ὅλα σβήσει.
Μετάνοια, ἐξομολόγηση, ἀγάπη καὶ νηστεία
αὐτὰ θὰ σώσουν τὴν ψυχή, μὴ λὲς πῶς εἶναι ἀστεία.
Ἀγάπα τὸν πλησίον σου, κακὸ ποτὲ μὴν κάνεις
γιατί ἀργὰ ἢ γρήνορα θὰ σβήσεις, ΘΑ ΠΕΘΑΝΕΙΣ.
Καὶ τώρα ἀναννώστα μου τί σκέπτεσαι νὰ κάνεις;
τὰ λόγια πού σου μίλησα στὸ νοῦ σου νὰ τὰ βάνεις
γιατί  αὐτοῦ ποὺ εἶσαι ἤμουνα κι ἐδῶ ποὺ εἶμαι θὰ’ρθεῖς.
ΑΣΚΗΤΗΣ ΑΓΙΟΥ ΟΡΟΥΣ

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου