Σάββατο, 23 Ιανουαρίου 2016

Γράφει ὁ Δρ Χαραλάμπης Μ. Μπούσιας, Μέγας Ὑμνογράφος τῆς τῶν Ἀλεξανδρέων Ἐκκλησίας


 
λοι βιώνουμε τὴν προσωπική μας μοναξιά. Εἴμαστε περιχαρακωμένοι στὰ θελήματα τοῦ ἐγώ μας καὶ ἀπομακρυσμένοι ἀπὸ τοὺς πλησίον μας, ποὺ καὶ ἐκεῖνοι βιώνουν κοινωνικὴ ἀπομόνωση, ἀποτέλεσμα τοῦ ἐλλείματός μας φιλαδελφείας, ἀγάπης, συμπόνιας, ἀλληλεγγύης, συμπάθειας, ἀδελφικῆς προσφορᾶς καὶ θυσιαστικοῦ φρονήματος, φρονήματος Ἰησοῦ. Ὀφείλουμε νὰ γνωρίζουμε ὅτι μοναξιὰ καὶ δυστυχία εἶναι ἀποτέλεσμα τῆς ἀπουσίας τοῦ Χριστοῦ ἀπὸ τὴ ζωή μας. Καὶ ἐνῶ τὸ διαπιστώνουμε δὲν ἀποδιώχνουμε τὴ μονωτική μας κατάστασή, δὲν καλλιεργοῦμε, ὡς ἔχουμε χρέος, τὴν ἀρετὴ τῆς κενωτικῆς ἀγάπης, δὲν συνειδητοποιοῦμε τὴ μηδαμινότητά μας, δὲν ἐπιδιώκουμε τὸν ἐξαγιασμό μας μέσα ἀπὸ τὴν προσφορά. Δὲν θέλουμε νὰ κατανοήσουμε ὅτι στὴ μοναξιά μας δὲν εἴμαστε μόνοι, ἀλλὰ ὅτι δίπλα μας στέκει ἀοράτως ὁ Χριστός μας, ἕτοιμος νὰ μᾶς συνδράμει, νὰ μᾶς ἀγκαλιάσει, νὰ μᾶς βοηθήσει σὲ κάθε δυσκολία μας.
Ἡ αὐτονόμησή μας εἶναι αὐτὴ ποὺ μᾶς ὁδηγεῖ στὴ μοναξιὰ καὶ ὁ Χριστός μας τὴ γνωρίζει, ἀλλὰ δὲν ἐπεμβαίνει στὸ προσωπικό μας δράμα. Περιμένει τὸ δικό μας αἴτημα, γιὰ νὰ σταθεῖ σύντροφος στὸ πρόβλημά μας καὶ στὴ δυστυχία μας καὶ νὰ μᾶς στείλει ἀνθρώπους του-ἀγγέλους, νὰ μᾶς συμπαρασταθοῦν καὶ νὰ γλυκάνουν τὴ μοναξιὰ καὶ τὴ δυστυχία μας. Ἂν κατανοήσουμε ὅτι ὁ Χριστός μας εἶναι ἡ ἑτοίμη καταφυγὴ καὶ προστασία καὶ συντροφιὰ καὶ παραμυθία μας, τότε θὰ πάψουμε νὰ νοιώθουμε μόνοι.
Ἡ μοναξιά δὲν ξεπερνιέται με τις κοσμικὲς συνταγές, τὰ ταξίδια, τὰ χόμπυ, τὶς ἐξόδους ἀπὸ τὸ σπίτι καὶ τὶς δραστηριοποιήσεις σὲ συλλόγους, οἱ ὁποῖες μποροῦν νὰ ἐπιτείνουν ἀκόμη πιὸ πολὺ τὸ πρόβλημα καὶ νὰ μεγαλώσουν τὸ ὅποιο ψυχικὸ κενὸ ὑπάρχει μέσα μας παρασύροντας μας σὲ ψυχοκτόνες διασκεδάσεις, ἀλκοόλ, ἡρεμιστικά, ναρκωτικὰ καὶ φιλήδονες σαρκικὲς ἐνασχολήσεις. Ἀφοῦ οἱ ρίζες τῆς μοναξιᾶς βρίσκονται μέσα μας ὀφείλουμε νὰ τὶς ξερριζώσουμε μὲ τὴ θείαΧάρη καὶ νὰ τὶς ἀποξηράνουμε μὲ τὸ φῶς τοῦ Θεοῦ μας. Αὐτὸ μπαίνει αὐτόματα ὅταν ἐμεῖς ἀνοίξουμε τὸ παράθυρο τῆς ψυχῆς μας στὴν ἀγάπη πρὸς τὸ Θεό, πρὸς τὸ συνάνθρωπο καὶ πρὸς τὸ φυσικὸ περιβάλλον. Ὑποκατάστατα ἀπομακρύνσεως τῆς μοναξιᾶς ὑπάρχουν ἀρκετά. Δὲν τὴν φυγαδεύουν ὅμως. Ἀντίθετα τὴν ἐπιτείνουν. Ὁ μοναδικὸς ἐχθρὸς τῆς μοναξιᾶς εἶναι ἡ ἀγάπη. 
 Ὁ ἐπὶ τριανταοκτὼ χρόνια παράλυτος τῆς Βηθεσδὰ παρέμενε μόνος καὶ ἔρημος καὶ ἀβοήθητος ἀνάμεσα στοὺς ἀνθρώπους. Ζοῦσε ἕνα δράμα. Τὸ δράμα τῆς μοναξιᾶς. Δὲν γόγγυξε ὅμως, οὔτε περιφρόνησε, οὔτε βλασφήμησε τὸ Θεὸ γιὰ τὴν κατάσταση ποὺ βρισκόταν. Δὲν κατηγόρησε κανέναν. Δὲν ὁμιλοῦσε μὲ ὀργὴ γιὰ τοὺς ἄλλους ποὺ ἔβλεπε νὰ ἔχουν βοηθοὺς καὶ νὰ θεραπεύονται. Περίμενε μὲ ὑπομονὴ τὴν κάθοδο τοῦ Ἀγγέλου, τὴν ἐπίσκεψη τῆς θείας χάριτος. Καὶ ἡ ὑπομονή του βραβεύθηκε. Τὸ βραβεῖο ἦταν ἡ θεραπεία του ἀπὸ τὸν εὐσυμπάθητο Κύριο, ποὺ ἀργεῖ, ἀλλὰ δὲν λησμονεῖ.
Σήμερα πολλοὶ ἀπὸ ἐμᾶς βιώνουμε τὴ μοναξιὰ ἐγκαταλελειμμένοι στὰ γηροκομεῖα, στὰ νοσοκομεῖα, στὰ πτωχοκομεῖα, στὰ διαμερίσματα ποὺ ἄλλοτε μὲ χαρὰ καὶ ὁραματισμοὺς ἀγοράσαμε, σὲ σπίτια χωρὶς ἀγάπη κι ἂς ἔχουμε παιδιὰ καὶ συγγενεῖς καὶ οἰκείους. Βιώνουμε τὴ μοναξιά, γιατὶ δὲν καλλιεργήσαμε τὴν ἀγάπη. Ἂς ὑπομένουμε ὅμως, γιατὶ θὰ ἔλθει καὶ σὲ ἐμᾶς ὁ Ἄγγελος, ἂν δὲν γογγύζουμε γιὰ τὴν κατάστασή μας, ὅταν τὸν ἐπιζητήσουμε μὲ πίστη καὶ μὲ δάκρυ μετανοίας γιὰ τὴν προηγούμενη ἀσπλαγχνία καὶ σκληροκαρδία μας. Ἡ καλλιέργεια τῆς ἀρετῆς καὶ ἡ ὑπομονὴ θὰ μᾶς φέρουν τὸν Ἄγγελο, ἔνσαρκο ἢ ἄσαρκο, ποὺ θὰ μᾶς λύσει τὸ πρόβλημα τῆς μοναξιᾶς. Ἂς μὴν ἀμφιβάλλουμε! Δίπλα μας στέκει πάντοτε ὁ Χριστός μας, ὁ «ἐτάζων καρδίας καὶ νεφρούς» (Ψαλμ. 7, 10), ὁποῖος παιδαγωγικὰ δὲν ἐπεμβαίνει, ἀλλὰ γνωρίζει τὸν πόνο μας καὶ τὴ μοναξιά μας. Δὲν εἴμαστε μόνοι! Ὀφείλουμε νὰ ἀναλογιζόμαστε καθημερινὰ τὶς ἀναρίθμητες εὐεργεσίες τοῦ Κυρίου πρὸς ἐμᾶς, τὰ πλάσματα τῶν χειρῶν Του καὶ νὰ Τὸν δοξολογοῦμε ἀκατάπαυστα χωρὶς γογγυσμὸ γιὰ τὶς πνευματικὲς καὶ σωματικὲς ἀναπηρίες μας καὶ τὶς θλίψεις, «ταῖς εὐρούσαις ἡμᾶς σφόδρα» (Ψαλμ. 45, 2). Μὲ τὸ αἴσθημα αὐτὸ τῆς εὐγνωμοσύνης γιὰ τὶς δωρεές Του πρὸς ἐμᾶς καὶ τὴ δοξολογία τοῦ παναγίου Του ὀνόματος διώχνουμε τὴν ὁμίχλη τῆς μοναξιᾶς καὶ προσδοκοῦμε τὴν ἡλιοφάνεια τῆς ἐπισκέψεώς Του, ποὺ θὰ μᾶς θεραπεύσει τὶς ψυχὲς καὶ τὰ σώματα «ὡς μόνος δυνάμενος».
Ἀπομάκρυνση τῆς μοναξιᾶς φέρνει ἡ ἐνεργὴ ἀγάπη μας. Γιατί στὶς χριστιανικὲς καὶ μὴ κοινωνίες, ὅπου «ἐψύγη ἡ ἀγάπη τῶν πολλῶν» (Ματθ. κδ΄ 12), νὰ ὑπάρχουν ἄνθρωποι πού, ἂν καὶ διαμένουν σὲ πολυκατοικίες, ζοῦν σὰν σὲ ἀπομόνωση καὶ πεθαίνουν χωρὶς κανεὶς νὰ τὸ πάρει εἴδηση; Γιατί νὰ ὑπάρχουν ἀσθενεῖς στὰ νοσοκομεῖα τοὺς ὁποίους κανεὶς δὲν ἐπισκέπτεται, κι ἂς πηγαινοέρχονται γύρω τους καθημερινὰ ἑκατοντάδες ἄνθρωποι; Γιατί νὰ ὑπάρχουν ἀκόμη γέροντες ἀνήμποροι, παιδιὰ ἐγκαταλελειμμένα, μητέρες ἀβοήθητες, πρόσωπα ἐμπερίστατα ποὺ ἐπαναλαμβάνουν μὲ πόνο τὸ «ἄνθρωπον οὐκ ἔχω» (Ἰωάν. ε΄ 7) ὑπογραμμίζοντας τὴν διαπίστωση ὅτι ἡ μοναξιὰ ἀποτελεῖ τραγικὸ φαινόμενο τῆς ἐποχῆς μας. Καὶ εἶναι πράγματι τραγικό, σὲ μιὰ ἐποχὴ μὲ τὰ τελειότερα μέσα ἐπικοινωνίας, νὰ ὑπάρχουν ἄνθρωποι ποὺ νὰ ὑποφέρουν ἀπὸ μοναξιά, ἡ ὁποία δὲν εἶναι ἡ ἀπομόνωση, ἀλλὰ ἡ ἐγκατάλειψη λόγῳ ἀπουσίας ἀγάπης. Ὅταν λείπει ἡ ἀγάπη, τότε μπορεῖ νὰ ζεῖς ἀνάμεσα σὲ ἑκατομμύρια ἀνθρώπων κι ὅμως νὰ νοιώθεις μόνος, χωρὶς κάποιον νὰ ἔχεις νὰ ἐμπιστευθεῖς, νὰ τοῦ ἀνοίξεις τὴν καρδιά σου, νὰ πεῖς τὸν πόνο σου, τὸ πρόβλημά σου, τὴν ἀγωνία σου.
Τί μποροῦμε, λοιπόν, νὰ κάνουμε, γιὰ νὰ ξεπεράσουμε αὐτὴν τὴν τραγικὴ κατάσταση τῆς μοναξιᾶς; Ὑπάρχει διέξοδος; Ναί! Ἡ ἀναζήτηση καὶ ἡ συνάντησή μας μὲ τὸν Κύριο διώχνει τὴ μοναξιά. Καὶ Ἐκεῖνος δὲν ἀφήνει κανένα ἔρημο καὶ ἀβοήθητο. Μᾶς τὸ λέει, ὅπως τὸ εἶπε καὶ στὸν παραλυτικό: «Διὰ σὲ ἄνθρωπος γέγονα, διὰ σὲ σάρκα περιβέβλημαι, καὶ λέγεις ἄνθρωπον οὐκ ἔχω;». Γιὰ σένα ἔγινα ἄνθρωπος, γιὰ σένα πῆρα τὴν ἀνθρώπινη σάρκα, καὶ σὺ παραπονεῖσαι ὅτι δὲν ἔχεις ἄνθρωπο;…» Πόσο εὔκολα ὅμως ξεχνᾶμε αὐτὴ τὴν σπουδαία ἀλήθεια καὶ βυθιζόμαστε στὴν ἀπελπισία τῆς μοναξιᾶς! Παραπονούμαστε ὅτι δὲν ἔχουμε κανένα νὰ ἐνδιαφερθεῖ γιὰ ἐμᾶς, ἐνῶ ἔχουμε δίπλα μας ὄχι ἁπλῶς ἕναν ἄνθρωπο ἀλλὰ τὸν παντοδύναμο Θεὸ ποὺ ἔγινε ἄνθρωπος ἀπὸ ἄφατη ἀγαθότητα καὶ ὑπερχείλιση ἀγάπης, γιὰ τὴν δική μας σωτηρία. Καὶ δὲν στέκει μόνο ἀοράτως κοντά μας ὁ Κύριος, ἀλλὰ στέλνει καὶ ἔνσαρκους ἀγγέλους, κάποιους συνανθρώπους μας, γιὰ νὰ μᾶς παρηγορήσουν καὶ νὰ μᾶς στηρίξουν στὶς δυσκολίες μας. Πόσοι γνήσιοι χριστιανοὶ ἀναλίσκονται σὲ ἔργα διακονίας καὶ προσφορᾶς πρὸς τοὺς συνανθρώπους μας; Πόσοι ξενυχτοῦν κοντὰ σὲ μοναχικοὺς ἀσθενεῖς; Πόσοι φροντίζουν ἀστέγους, συμπαρίστανται σὲ ἀναπήρους, περιποιοῦνται ἀνιάτους;
 «Ἄνθρωπον οὐκ ἔχω»… Ἡ ἀγωνιώδης κραυγὴ τοῦ παραλύτου τῆς Βηθεσδᾶ ἂς γίνει ἀφορμὴ νὰ ξυπνήσουμε καὶ μὲ ζῆλο νὰ ἐπιδοθοῦμε στὰ ἔργα τῆς ἀγάπης, ὥστε κανεὶς συνάνθρωπός μας νὰ μὴ νοιώθει πλέον μόνος σ᾽ αὐτὸν τὸν ἀπάνθρωπο κόσμο μας. Καὶ πρὸς τοῦτο ἂς θεραπεύσουμε τὴν ψυχικὴ μας παραλυσία τοῦ ἀτομισμοῦ. Ὅλοι μας ἔχουμε καταντήσει φίλαυτοι, ἀχάριστοι, ἄστοργοι, ἀφιλάγαθοι, ὅπως λέει καὶ ὁ Ἀπόστολος Παῦλος στὸν Τιμόθεο: (Β΄ Τιμ. γ΄ 2-3). Ἀδιαφοροῦμε γιὰ τοὺς ἄλλους, δὲν συγκινούμαστε ἀπὸ τὰ δάκρυα τῶν ὀρφανῶν, ἀπὸ τὸ πένθος τῶν χηρῶν, ἀπὂ τὰ πονεμένα βλέμματα τῶν ἀπομάχων τῆς ζωῆς. Περιχαρακωνόμαστε στὰ προσωπικά μας προβλήματα καὶ ἐνδιαφέροντα καὶ δὲν δίνουμε προσοχὴ στὸ γείτονα, στὸν ἄνθρωπο τῆς διπλανῆς μας πόρτας. Ἡ ἡσυχία μας μετράει περισσότερο ἀπὸ τὴ συμπάθεια. Καί, δυστυχῶς, ὁ ἀτομισμὸς μεταδίδεται σὰν ἐπιδημία πολὺ εὔκολα καὶ ἰδιαίτερα στοὺς ἀνθρώπους τῶν μεγαλουπόλεων, οἱ ὁποῖοι διπλοκλειδώνονται στὰ διαμερίσματά τους καὶ ζοῦν ἄγνωστοι μεταξὺ ἀγνώστων. Τὸν ἀτομισμὸ ἀποβάλλει μόνο ἡ χριστιανική μας ἰδιότητα, τὴν ὁποία τονίζει στοὺς Φιλιππησίους ὁ Ἀπόστολος τῶν ἐθνῶν λέγοντας; «Μὴ τὰ ἑαυτῶν ἕκαστος σκοπεῖτε, ἀλλὰ καὶ τὰ ἑτέρων ἕκαστος» Φιλιπ. β΄ 4). 
Ὁ Χριστός μας μὲ τὸν αὐθεντικό Του λόγο διώχνει τὴ μοναξιὰ καὶ μᾶς κάνει κοινωνοὺς ἀγάπης. Τὸν παραλυτικὸ δὲν τὸν θεράπευσε ἡ κολυμβήθρα, ἀλλὰ ὁ θεῖος λόγος. Λέει τὸ δοξαστικὸ τῆς ἑορτῆς: «Τὸν παράλυτον οὐχ ἡ κολυμβήθρα ἐθεράπευσεν, ἀλλ’ ὁ σὸς λόγος ἀνεκαίνισεν». Ἔτσι, ὅπως ὁ δημιουργικὸς λόγος τοῦ Θεοῦ ἀπὸ τὸ μηδὲν δημιούργησε τὸν κόσμο, τὸ ἴδιο καὶ ὁ δυναμικὸς λόγος τοῦ Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ ἀναδημιουργεῖ καὶ ἀνακαινίζει τὸ παραλελυμμένο ἀπὸ τὴν ἁμαρτία πλάσμα Του. Ὁ θεῖος λόγος δίνει ζωή, εἶναι ζωοδότης λόγος. Ἀρκεῖ ἐμεῖς νὰ δεχθοῦμε μὲ ἐμπιστοσύνη τὸν αὐθεντικὸ αὐτὸ λόγο, ποὺ δὲν προσβάλλει, ἀλλὰ εὐφραίνει, ὑγιαίνει τοὺς ἀσθενεῖς, ἐγείρει τοὺς παραλύτους, δίνει τὸ φῶς στοὺς τυφλούς, διώχνει τὴ νοσηρὴ μοναξιὰ καὶ ἀνατέλλει ἡμέρα χαρᾶς, ἀλληλεγγύης καὶ σωτηρίας. Ἂς ἐπανέλθουμε, λοιπόν, στὸ δρόμο τῆς προσφορᾶς, στὸ δρόμο τοῦ εὐαγγελίου τῆς ἀγάπης, τῆς ἐν Χριστῷ ἐλευθερίας, αὐτὸν ποὺ τοὺς παραλύτους μεταποιεῖ σὲ ὑγιεῖς καὶ ἂς λησμονήσουμε τὸν προηγούμενο ἁμαρτωλὸ βίο μας ἀκούγοντας τὰ λόγια τοῦ πανοικτίρμονος Κυρίου μας: «Ἴδε, ὑγιὴς γέγονας, μηκέτι ἁμάρτανε» (Ἰωάν. ε΄ 14 ). Τὴν ἀσθένεια προκάλεσε ἡ ἁμαρτία καὶ ἁμαρτία εἶναι ἡ μὴ τήρηση τῶν σωτηρίων ἐντολῶν. Δὲν ἀρκεῖ, λοιπόν, νὰ εἴμαστε τυπικὰ  καλοὶ Χριστιανοί». Ὁ τύπος εἶναι τὸ κρεβάτι τῆς παραλυσίας μας. Ἡ ἐνεργὴ ἀγάπη, ἡ ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ μας μᾶς ἐγείρει ἀπὸ αὐτό, μᾶς σώζει, ὅπως ἔσωσε καὶ τὸν παραλυτικό. Τότε δὲν θὰ λέμε «ἄνθρωπον οὐκ ἔχω», γιατὶ ὅποιος βγαίνει ἀπὸ τὸν ἑαυτό του, γνωρίζει τὸ Χριστό, ἀγαπάει ὅ,τι Ἐκεῖνος, θυσιάζεται, πονάει, σταυρώνεται καὶ ἀνασταίνεται, ὅπως Ἐκεῖνος. Ὁ προσωπικός μας ἀγώνας σταματάει στὴ σταύρωση. Ἡ ἀνάστασή μας ἀνήκει στὸν Κύριο, τὸν ἀποδιώκτη τῆς μοναξιᾶς καὶ τὸν ἑλκυστήρα τῆς κοινωνικῆς ἀγάπης ποὺ ὁδηγεῖ στὴν κοινωνία τῶν Ἀγγέλων, στὴν οὐράνια πολιτεία.

Συντάκτης: Δρ Χαραλάμπης Μ. Μπούσιας Μέγας Ὑμνογράφος τῆς τῶν
Πηγή: ΣΤΥΛΟΣ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ ΜΑΪΟΣ 2014

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου