Πέμπτη, 27 Απριλίου 2017

ΦΩΤΗΣ ΚΟΝΤΟΓΛΟΥ ΠΩΣ ΠΕΘΑΝΕ Ο ΛΗΣΤΗΣ ΙΓΝΑΤΙΟΣ ΦΟΒΟΣ (Σύφωνα μ΄ ένα τεφτέρι γραμμένο το 1838)





     Μ΄ άλλα λόγια πώς τον σκοτώσανε.
     Βέβαια τους ληστές τους σκοτώνουν. Αλλά, νυστασμένε μου αναγνώστη, λάβε, σε παρακαλώ, λίγη υπομονή· δεν είμαι τόσο κουτός όσο φαντάζεσαι, που να κουράζω άδικα τα δικά μου μάτια ως και της αφεντιάς σου, ιστορώντας σου ένα πράμα που μπορείς κι εσύ ατός σου να είδες ένα όμοιο με τα μάτια σου.
     Ο Φόβος δε σκοτώθηκε όπως όλοι οι ληστές· εξ άλλου είμαστε πολύ λίγοι παρόν στο τουφέκισμα, κι από μιαν άλλη μεριά είναι έτσι νόστιμη η ιστορία μου, που, μ΄ όλο που το στόμα μου είναι δίχως χάρες, δε θα στεναχωρεθείς, γιατί ο Θεός πιπέρωσε τα συντέλεια του μακαρίτη Ιγνάτιου, με τρόπο που θα σου φανεί το ιστόρημά μου σα στρείδι του Πόρτο. Μπορεί ακόμα να σου έρτει σα μια σπιρτόζα πρέζα ταμπάκος, και να πιάσεις να φτερνίζεσαι από τα γέλια ως που να σβήσεις τα ψηφιά μου με τα σάλια σου. Ο Θεός να το δώσει….
     Το κάτω – κάτω, ο θανατωμένος ήταν ένα πρόστυχο πούλουδο – ένας κακός λύκος, που κουρέλιασε το κορμί του μέσα στα βουνά, μέχρι που ο διάολος κατάφερε στο τέλος να χάψει την ψυχή του…Αμ΄ γι΄ αυτήν την αιτία καταπιάνουμαι κι εγώ, ένας ταπεινός λεβίτης, να γίνω ιστορικός του – τέτοιο μούτρο, τέτοιο ξουράφι! Το να ιστορήσει κανένας τη θανή του Μεγ΄- Αλέξαντρου, είτε το πώς στερήθηκε ο κόσμος κανένα ακριβό υποκείμενο σαν τον σουλτάνο της Μαδαγασκάρας ή σαν τον σέχη της ξακουστής Φουμαρόλας, είτε σαν τον αυτοκράτορα του Καλμούκ, που λοξέψανε τα μάτια τους να τον μοιρολογάνε ένα σωρό μιλιούνια μυξάρηδες, ένα τέτοιο πράμα θέλει κεφάλι γερό σα σιδερόπετρα. Μα για κείνον το λωποδύτη εγώ φτάνω και περσεύω. Ναίσκε, του πέφτω πολύς. Ίσως – ίσως απορέσεις κιόλας με το πώς νοιάζουμαι για την ψυχή του Φόβου· γιατί, στ΄ αλήθεια, κανένας ιστορικός, καθόσο ξέρω, δε νοιάζεται τους ανθρώπους του, μια φορά που τους έβαλε στο λάκκο: κι έτσι αρμόζει για τα σπουδαία κείνα προσώπατα. Μα εδώ, ο συφοριασμένος ο Φόβος ήτανε μια ψυχή σακατεμένη, μια νυχτερίδα, ένας τυφλοπόντικας, που σκάβει τώρα το μαύρο χώμα της Κόλασης και σφυρίζει ξεχασμένος απ΄ τη σπλαχνιά του Θεού.
     Κι αυτός ο κουρελιάρης να συλλογιέσαι πως πέρασε της ζωή του μέσα στ΄ ασήμι – θέλω να πω πως δούλεψε κάμποσα χρόνια στις μίνες που βγάζουν ασήμι, σιμά στην Κοζάλα. Ο διάολος να με πάρει, αν κατάλαβε ποτές τι σκάλιζε, ασήμι ή κοπριά. Ο διάολος να με πάρει, καλά λέω, μια φορά που αυτός ο φουκαράς τον πήρε ο διάολος δίχως να ΄χει μισό ριάλι στην τσέπη. Τι να πεις; Ένα τέτοιο χαμένο κορμί δεν ήθελε στρέξει να το βάλει σπίτι του ούτε κ΄ ένας άνθρωπος ακόμα, δίχως μισό ριάλι στην τσέπη, πολύ περσότερο ο διάολος! Οι μίνες ήτανε χτήμα του κουβέρνου, κ΄ είναι ν΄ απορέσεις με τα παλιόσπιτα και με το κουρελαριό της Κοζάλας….
     Τον σκοτώσανε στα 1834. Έτυχε να βρεθώ εκεί περαστικός, και πήγα να δω, όπως όλος ο κόσμος, τον ληστή, που τον είχανε πιάσει λίγες μέρες πριν. Ο μπιρμπάντης! Έβαζες στοίχημα πως πας να προσκυνήσεις τον Χριστό. Τα γενάκια του έστριβαν μπούκλες-μπούκλες, λες κι ήτανε ο ίδιος ο Χριστός – λες κι ήτανε ένας ζωντανός Χριστός. Χαμογέλαγε, όπως κάπνιζε με την ησυχία του ένα μακρύ τσιγάρο, μα τα μάτια του, ο Θεός να δώσει να χάσω τα δικά μου, αν δεν ήτανε τα μάτια ενούς λαφιού…. Όχι πω δεν έβλεπε τον κόσμο που βούιζε γύρω του, μα λες και δεν έδινε ένα κάρτο του ριαλιού για όλα τα ζούπαστρα της Δημιουργίας.
     Ο δικαστής που ήθελε να τον κρίνει ήτανε παλιός μου σχετικός. Αυτός ήτανε όλος-όλος ο Juez de Lettras* στην Κοζάλα. Από κείνον έμαθα πως θα τον δίκαζε αύριο κατά το μεσημέρι.
     Ίσως-ίσως το μεσημέρι αυτό ήρτε γληγορότερα για τον Φόβο παρά για μένα. Κείνος ήτανε κιόλας μέσα, σαν έφταξα.
     Αν βλέπατε το δικαστήριο, δε θα κρατιόσαστε· θα φωνάζατε: Ζήτω η Μέξικα! Ωστόσο εγώ άνοιξα μονάχα το στόμα μου και κοίταζα τα καθέκαστα. Τα έπιπλα ήτανε ένα κρεβάτι που κρεμότανε από δυο δοκάρια της σκεπής, δύο σκαμνιά από καλάμι της Ιντίας κ΄ ένα τραπέζι κουτσό.
     Πίσω απ΄ το τραπέζι καθότανε ένα γεροντάκι στραγγισμένο σαν τσίρος, μ΄ ένα μούτρο όλο ζάρες, λες κ΄ ήτανε τσαλακωμένο χαρτί. Ακούμπαγε το πηγούνι στο δεξί του χέρι και, μ΄ όλο που τα ρούχα του ήτανε τριμμένα και μπαλωμένα, μεσ΄ στους ρέστους κουρελιάρηδες φάνταζε σαν κάτι. Αυτός ήτανε ο  Juez de Lettras! Απάνου στο τραπέζι βρισκότανε ένα κουτί σπίρτα πλάγι σ΄ ένα μάτσο τσιγάρα που τα περσότερα ήτανε ξεκοιλιασμένα, κ΄ ένα καλαμάρι σκονισμένο, μ΄ ένα λιγδιασμένον κοντυλοφόρο.
     Ο Ιγνάτιος καθότανε σ΄ ένα σκαμνί και, στα οπίσθια του, απάνου στην ψάθα ήτανε ξαπλωμένοι οι δυο χωροφύλακες που τον φυλάγανε, στρίφτοντας από ΄να τσιγάρο. Ο κόσμος ούρλιαζε ένα γύρω, οι βρισιές σφεντονιζόντανε από παντού σα ρουκέτες, οι γροθιές κατεβαίνανε απάνω στα κεφάλια – κάτι γροθιές σαν εγγλέζικες πατάτες.
     Το γεροντάκι, όχι και με πολλή επισημότητα, γύρισε κατά τον Φόβο.
     «Αί, λοιπόν, παλληκαρά μου, τώρα, θα σε κρίνουμε, αί;»

     «Με συμπάθιο, αφεντικό! είπε ο Ιγνάτιος· και, δίχως να δώσει απόκριση, σίμωσε στο τραπέζι και πήρε τα σπίρτα για ν΄ ανάψει το τσιγάρο του.
     «Ω! Έννοια σου, παιδί μου, μη σε μέλει! Είναι φυσική ανάγκη να φουμάρει κανένας, μ΄ όλο που ο καπνός μας είναι κακορίζικος απ΄ τη μέρα που έβαλε φόρους το κουβέρνο….»
     «Ωστόσο βρίσκουνται ακόμα τίμιοι χριστιανοί, που φουμάρουνε φίνα τσιγάρα και πλερώνουν με μπάλες τους τελώνες. Να, πάρε τούτα δω, αν θέλεις να βεβαιωθείς.»
     «Μετά χαράς! Μετά χαράς!»
     Ο γέρος τράβηξε ένα τσιγάρο απ΄ το μάτσο κι άναψε.
     «Περίφημο! Έχεις δίκιο, βρε παιδί, τούτο είναι έξοχο! Αμ΄ τώρα πια μονάχα εσείς οι παλληκαράδες καπνίζετε φίνα τσιγάρα…. Άκου, παιδάκι μου, πες δυο λόγια για μένα, στ΄ όνομα της φιλίας μας, στον κύριο λαθρέμπορα που σου τα προμήθεψε…. Εξ΄ άλλου δεν θα το μετανιώσει, γιατί, εξόν που θα ωφεληθεί απ΄ τα τσιγάρα του, ίσως καμιά φορά λάβει χρεία της προστασίας μου… Μα ας τελειώσουμε με τούτην την ανάκριση…. Μωρέ, τι διάολος σου μπήκε και σκότωσες κείνον τον Αντόνιο;»
     «Αμ΄ κ΄ εγώ δεν το καλοσυλλογίστηκα ποτές, γιατί τάχα τον εσκότωσα!» είπε μη δίνοντας σημασία στα λόγια του. «Μου φαίνεται πως κείνην τη μέρα, ήτανε μουδιασμένα τα νεύρα μου, και θα το ΄κανα για να ξεμουδιάσω.»
     «Το δικαιολόγημά σου είναι καλό, είμαι σύφωνος, όμως δεν είναι γερό… Αλήθεια, πόσο πουλά το κουτί τα τσιγάρα ο φίλος σου ο λαθρέμπορας;»
     «Δώδεκα ριάλια· κάθε κουτί έχει τριανταδύο μάτσα.»
     «Και το κουβέρνο μας τα πουλά δεκατέσσερα!» έγρουξε φτύνοντας ο Juez de Lettras. «Αυτό πια είναι κλεψιά πρόστυχη, φανερή… Μα, τι τα θες, μη μου κουβεντιάζεις για τα κουβέρνα· πάρε το ΄να, χτύπα τ΄ άλλο· είναι όλα παστρικά!»
     «Δίχως άλλο!» είπε χαμογελώντας ο Φόβος. «Μονάχα που δεν τα τουφεκίζουνε!»
     «Καλά που μου το θύμισες, λίγο έλειψε να το ξεχάσω! Σε άκουσα – τώρα θα συντάξω την απόφαση.»
     Και, λέγοντας αυτά, τράβαγε την πέννα, που ήτανε κολλημένη μέσα στο καλαμάρι.
     «Ω διάολε!» φώναξε. Να δεις που λησμόνησα να πάρω και χαρτόσημο….Τι να κάνω τώρα;»
     Άξαφνα του ήρτε ιδέα και γύρισε στο ακροατήριο:
     «Ακούστε, παιδιά, εν ελλείψει χαρτοσήμου για να γράψω την απόφαση, σας παίρνω μάρτυρες πως καταδικάζω τον Ιγνάτιο Κλόκα, το φονιά του Αντόνιο, να τουφεκιστεί σε εικοσιτέσσερες ώρες, στο ίδιο μέρος που έπραξε το κακούργημα…. Σύρτε τον στο φρέσκο!»
     Την ώρα που διασκέλιζε ο κατάδικος το κατώφλι, ο Juez de Lettras έτρεξε, του πήρε το χέρι και του λέγει:
     «Ιγνάτιε μου, ελπίζω πως αυτό το καθέκαστο, που είναι δουλειά μου να το πράξω, δε θα σε μποδίσει να με συστήσεις στο φίλο σου, πόχει κείνα τα ωραία τσιγάρα….»

     Σε δυο μέρες βγάζανε πάλι απ΄ τη φυλακή το συφοριασμένο τον Φόβο για να τον σκοτώσουν.
     Κείνος είχε μεγάλη πρεμούρα, και τράβαγε σα φρεγάδα μ΄ ανοιχτές κουρτελάτσες. Μα τον σταμάτησαν, γιατί κείνην τη στιγμή θυμήθηκε ο φρούραρχος που του χρειαζόντανε οι έξι χωροφύλακες, μ΄ άλλα λόγια όλη η φρουρά της πολιτείας, για να συνοδέψουνε τα μουλάρια που θα κουβάλαγαν τ΄ ασήμι της μίνας. Ο Ιγνάτιος όμως έπρεπε, έτσι ή αλλιώς, να τουφεκιστεί.
     Στο τέλος λάβανε απόφαση ν΄ αλλάξουν τους χωροφύλακες, νοικιάζοντας τρεις άντρες με τουφέκια. Αυτό όμως δεν ήτανε εύκολο, και περάσανε τρεις ώρες ως να τους κονομήσουν, όχι γιατί έλειπε η καλή θέληση από μέρος των κουρελήδων, μα γιατί δεν είχανε άρματα, επειδής, όποιος είχε την τύχη να έρτει στα χέρια του ένα τέτοιο δώρο του Θεού, δε χασομέραγε να γίνει ληστής. Όπως και να ΄ναι, ως τη στιγμή μονάχα δυο απ΄ τους τρεις αρματωμένους είχανε δεχτεί τη συμφωνία. Ο τρίτος, ένας μπακιρόμουτρος Ιντιάνος, σα βόδι, παζάρευε ακόμα.
     «Μ΄ όλο που ΄ναι λίγα τέσσερα ριάλια για να σκοτώσεις έναν άνθρωπο, πάλι θα δεχόμουνα, αν ήτανε για κανέναν άλλον. Μα ο Ιγνάτιος είναι φίλος μου, και μάλιστα φίλος μου γκαρδιακός και τίμιος, και δε θα τον τουφεκίσω ποτές για λιγότερο από έξι ριάλια. Τούτος είναι ο τελευταίος λόγος μου!»
     Ο δεσμοφύλακας, δίχως να δώσει σημασία σ΄ αυτές τις φασαρίες, ορδινάρισε να ξεκινήσουν.
     Σε λίγο φάνηκε κ΄ ένας παπάς και κόλλησε δίπλα στον Ιγνάτιο, για να τον ξαγορέψει στις τελευταίες στιγμές του. Κράταγε ένα χρυσό σταυρό κ΄ έλεγε, έλεγε:
     «Τέκνον μου, είσαι ευτυχισμένος άνθρωπος, επειδή, χάρη στη συχώρεση που θα σου δώσω, είναι σίγουρο πως θα δειπνήσεις μέσα στην αγκαλιά του Αβραάμ!»
     «Ευχαριστώ, γέροντα», του είπε γλυκά-γλυκά ο Ιγνάτιος. «Εγώ όμως δεν είμαι εγωιστής· και, επειδή, μαθές, είσαι έτσι σίγουρος για την καλή τύχη που με προσμένει, πάρε τη θέση μου… Και, να σου πω κιόλας; Σου τη δίνω με την καρδιά μου!»
     «Μα αυτό δε γίνεται, παιδί μου! Μάχαιραν έδωσες, μάχαιραν θα λάβεις! Έτσι λέει το Βαγγέλιο και αυτό ζητάει η κοινωνία!»
     «Η κοινωνία δεν ξέρει τι της γίνεται, είναι κουτή!»
     «Είναι δίκαια!»
     «Είναι για το διάολο!»
     «Κάνει σωστά!»
     «Είναι παλαβή, σου λέω!»
     «Δίνει το καλό παράδειγμα!»
     «Δεν ξέρει τι Θεό λατρεύει!» φώναξε θυμωμένος ο Ιγνάτιος. «Επειδή, αποκρίσου μου, παρακαλώ. Ένας άνθρωπος κλέβει ένα άλογο. Τι είναι;»
     «Κλέφτης!»
     «Καλά!. Έρχεται ένας άλλος και το κλέβει κι αυτουνού. Τι είναι αυτός ο άλλος;»
     «Κλέφτης κι αυτός!»
     «Περίφημα, παπούλη μου! Σύμφωνος! Τώρα, λοιπόν, πώς τον λέτε κείνον που σκότωσε;»
     «Φονιά!»
     «Ακόμα πιο λαμπρά! Και κείνους που σκοτώνουν αυτόν τον φονιά, πώς του λέτε, αι, παπαδάκι μου;»
     Ο παπάς κοκκάλωσε. Έκανε πως έπεσε σε βαθειά συλλογή, κ΄ είπε:
     «Στ΄ αλήθεια, δεν ξέρω τι μου ήρτε και χάνω τον καιρό μου μαζί σου. Καταδικάστηκες δίκια. Αυτό φτάνει. Είμαι βέβαιος πως είναι με τη γνώμη μου κι ο άγιος Αυγουστίνος που ΄χω στη βιβλιοθήκη μου!»
     «Τι έχει να κάνει; Κι ο άγιος Αυγουστίνος ατός του ήθελε χάσει τα λόγια του, αν μου ΄λεγε πως είναι δίκιο να με σκοτώσουνε…»
     Στο μεταξύ σίμωσαν στο μέρος που έπρεπε. Ο παπάς κι ο ληστής περπάταγαν δίχως μιλιά. Άξαφνα ο Ιγνάτιος έστρεψε κι είπε του παπά:
     «Σε παρακαλώ να με συμπαθήσεις, γέροντα, για τις ανοησίες μου… Φαίνεται πως είχα άδικο… Είμαι ένας αγράμματος σκύλος, ένα σκουπίδι….»
     Ένα ποταμάκι κυλούσε το δροσερό νερό του ανάμεσα στα δέντρα. Ο Ιγνάτιος ζήτησε να πιει. Του το ΄στρεξαν και γονάτισε με τα χέρια δεμένα στις πλάτες.
     Λίγο παρέκει είδαμε έναν σταυρό, ψηλόν έξι ποδάρια, μπηγμένον στο χώμα. Δυο-τρεις πιθαμές απάνου απ΄ τη γη είχε ένα είδος σκαμνί, για να καθίζει ο κατάδικος. Σε πολλές μεριές ήτανε τρυπημένος από ένα σωρό μπάλες.
     Ο Ιγνάτιος πήγε ίσια και κάθησε γελώντας στο θρονί του. Στη στιγμή τον δέσανε με λουριά, τα χέρια κρεμασμένα στα δυο φτερά κεινού του σταυρού. Το ξαναλέω, ήτανε απαράλλαχτος ο Ιησούς Χριστός…..
     Ακόμα δεν τον είχανε καλοδέσει και άρχισε να λέει ένα σωρό προσευχές.
     Στη Μέξικα κρατά συνήθιο, φτάνοντας ο κατεργάρης στο μισό Πιστεύω, ο παπάς του δίνει με μια μεγάλη φωνή τη συχώρεση, ενώ ο αξιωματικός τραβά το σπαθί και προστάζει: Πυρ. Μα τούτην τη φορά ο Ιγνάτιος είπε το Πιστεύω και, όξ΄ απ΄ το Πιστεύω, ένα σωρό άλλες προσευχές, γιατί ο Ιντιάνος δεν έστεργε με τέσσερα ριάλια.
     «Σας είπα και σας ξαναλέω», έσκουζε, «δεν τουφεκίζω εγώ ποτές έναν κολίγα για λιγότερο από έξι ριάλια!»
     Ο δεσμοφύλακας όμως δεν παραδεχότανε τίποτα.
     Στο μεταξύ είχαν αφήσει μονάχο το σταυρωμένο να λέει τις προσευχές του….
     Έτσι πέρασε κάμποση ώρα, ως που στο τέλος ο Juez de Lettras έστειλε να του φέρουν την καραμπίνα του Ιγνάτιου, λέγοντας όπως πως έπρεπε να του τη γυρίσουν ύστερ΄ απ΄ την εχτέλεση γιατί κείνη ήτανε το «πειστήριο».
     Όταν λοιπόν έφταξε αυτό το «πειστήριον», το πήρε στα χέρια του ο Juez de Lettras, κι αφού το γιόμισε, ρώτηξε:
     «Ποιος αγαπά να κερδίσει τέσσερα ριάλια;»
     Ένα σωρό λαζαρόνοι χύμηξαν. Ο δικαστής διάλεξε έναν παλιό ληστή, γνώριμό του, και του ΄δωσε την καραμπίνα και τα τέσσερα ριάλια.
     Ο δεσμοφύλακας τότες γύρισε και λέει του Ιντιάνου:
     «Άι, σκουριασμένο μούτρο, βλέπεις πως μπορούμε να περάσουμε και δίχως εσένα!»
     «Ναι! Ο Θεός να δώσει! Μα κατά την πλερωμή κι η δουλειά! Τώρα βλέπουμε…»
     Στο μεταξύ οι τρεις λέπεροι στάθηκαν σε τέσσερα βήματα απ΄ τον Ιγνάτιο, σημάδεψαν και περιμένανε την προσταγή.
     Ο αξιωματικός τράβηξε το σπαθί, μα μοναχά ένα μπαμ ακούστηκε! Ο Ιγνάτιος έβγαλε μιαν άγρια φωνή, απ΄ την τρομάρα του όμως, γιατί η μπάλα μόνο που άρπαξε το τσαρούχι του, που κρεμότανε στο σταυρό, κι έπεσε στο ποτάμι. Ο ένας απ΄ τους δυο που δεν τράβηξαν είχε ξεχάσει να σηκώσει τον κόκορα. Ο άλλος, πάλι, είδε κείνην τη στιγμή πως το τσακμάκι του ήτανε κομμένο άσκημα και βάρθηκε να το πελεκήσει για τη δεύτερη μπαταριά.
     Μα ξανά, στη διαταγή, σφύριξε ένα μονάχα βόλι, γιατί τούτην τη φορά ο λέπερος που τράβηξε, έκοψε στη μέση τους δυο άλλους κι έτρεξε να δει την επιτυχία του απάνω στο σταυρό. Και, στ΄ αλήθεια, η σφαίρα του τρύπησε το ξύλο έξι δάχτυλα απάνω απ΄ το σφυριασμένο κεφάλι του Φόβου.
     «Παρά τρίχα!» φώναξε και γύρισε στη θέση του.
     «Λοιπόν, κύριε δεσμοφύλακα», πετάχτηκε ο Ιγνάτιος, «βλέπεις πώς τραβούν κείνοι που ΄ναι ενός ριαλιού; Καλύτερα θα ΄κανες να μου δώσεις τα έξι ριάλια απ΄ αρχής. Χμ, εγώ δεν κρατώ έχτρα. Δος μου τα και τώρα, να σου τελειώσω τη δουλειά στο μινούτο!»
     «Ιωσέ», είπε με σοβαράδα ο δεσμοφύλακας, «το κουβέρνο δεν παίζει. Δε δέχουμαι, κι αν ακόμα βραδιαστούμε δω χάμου!
     Τότες άρχισε μιαν ελεεινή σκηνή – μια σκηνή να κλαις.
Περσότερο από μισή ώρα, οι τρεις λέπεροι γιόμιζαν τα όπλα τους, δίχως να βιαστούν στο παραμικρό, και τ΄ άδειαζαν στα μούτρα του Φόβου, άλλος μπρος, άλλος πίσω, δίχως να μπορούν να τον τελειώσουν.
     Στο τέλος, ο άμοιρος, είδε πως έπρεπε να νοιαστεί ο ίδιος για τον σκοτωμό του.
     «Εδώ είσαι, Ιωσέ;» είπε με θλιμμένη φωνή.
     «Εδώ!» είπε ο Ιντιάνος σιμώνοντάς τον.
     «Σκότωσέ με, amigo
     «Αυτό γυρεύω κ΄ εγώ! Μα ο δεσμοφύλακας δε θέλει να μου δώσει έξι ριάλια για τον κόπο μου…»
     «Αυτό είναι;…. Ω, ω, μη σε μέλει…. Σκόρπισέ μου πρώτα τα μυαλά κ΄ έπειτα πάρε όσα βρεις απάνω μου….»
     «Είναι έξι ριάλια;»
     «Εφτά…. Μα κάνε γλήγορα, γιατί τραβώ όλα τα βάσανα της Κόλασης….»
     «Ο φουκαράς ο Ιγνάτιος…» μουρμούριζε ο Ιντιάνος σημαδεύοντάς τον. «Ο καϊμένος ο κολίγας μου, πόχει εφτά ριάλια και κάθεται και τον τυραγνάνε σαν τον Χριστό οι Οβραίοι….»
     Μίλαγε ακόμα, που πήρε φωτιά η καραμπίνα. Το βόλι βρήκε τον Ιγνάτιο ανάμεσα στα μάτια και του βούλιαξε ολάκερο το πρόσωπο.
     Ο Ιωσέ χύθηκε απάνου στο φίλο του, κ΄ έχωσε τα χέρια στις τσέπες του. Βρήκε μονάχα δυο ριάλια και δυο πακέτα τσιγάρα.
     «Ιγνάτιο», είπε κακιωμένα, «στάθηκες άπιστος amigo…»
     Και λέγοντας τούτα, τράβηξε απάνου στο σταυρό ένα σπίρτο, για ν΄ ανάψει ένα τσιγάρο.






* Δικαστής της Μέξικας με κάθε εξουσία.
Λέπεροι- Λέρες της Ισπανίας

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου