Παρασκευή, 28 Οκτωβρίου 2016

Περὶ ψυχῆς καὶ ἀναστάσεως ΤΟΥ ΕΝ ΑΓΙΟΙΣ ΠΑΤΡΟΣ ΗΜΩΝ ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ ΕΠΙΣΚΟΠΟΥ ΝΥΣΣΗΣ ΠΕΡΙ ΨΥΧΗΣ ΚΑΙ ΑΝΑΣΤΑΣΕΩΣ Ο ΛΟΓΟΣ Ο ΛΕΓΟΜΕΝΟΣ ΤΑ ΜΑΚΡΙΝΙΑ


Εἰσαγωγή - Περίληψη
Ὁ λόγος αὐτὸς γράφτηκε τὸ φθινόπωρο τοῦ 379 μ.Χ., ὅταν ὁ Ἅγιος Γρηγόριος ἐπισκέφθηκε τὴν ἀδελφή του Ὁσία Μακρίνα στὸν Πόντο, γιὰ νὰ παρηγορηθεῖ γιὰ τὸ θάνατο τοῦ ἀδελφοῦ τους Μεγάλου Βασιλείου. Ἡ Μακρίνα ἦταν ἄρρωστη, λίγο πρὶν τὸ τέλος της, ἀλλὰ εἶχε μαζὶ του ἕναν ἐνδιαφέροντα διάλογο ποὺ ἔδωσε ἀφορμὴ νὰ γραφτεῖ ὁ παρὼν λόγος. Τὰ κυριώτερα σημεῖα του εἶναι τὰ ἑξῆς:
Ὁ θάνατος εἶναι ὁ χωρισμὸς τῆς ψυχῆς ἀπὸ τὸ σῶμα· ὅταν τὸ σῶμα ἐγκαταλειφθεῖ ἀπὸ τὴν ψυχή, τότε ἀποσυντίθεται στὰ στοιχεῖα ποὺ πρὶν τὸ ἀποτελοῦσαν. Καθένα στοιχεῖο τοῦ σώματος ἐπιστρέφει στὸ φυσικό του στοιχεῖο, ἔτσι ὥστε κανένα ἐπιμέρους στοιχεῖο δὲν καταστρέφεται πλήρως ἢ δὲν ἐπιστρέφει στὴν ἀνυπαρξία, καὶ τὸ σῶμα παραμένει μέσα στὰ ὅρια αὐτοῦ τοῦ κόσμου (στὸ νερό, τὸν ἀέρα, τὸ χῶμα καὶ τὸ πῦρ). Αὐτὸ εἶναι ἡ φθορά, δηλαδὴ ἀποσύνθεση καὶ ὄχι καταστροφὴ ἢ μετάπτωση σὲ κατάσταση ἀνυπαρξίας.
Ἡ ψυχὴ δὲν ἐπηρεάζεται ἀπὸ αὐτὴν τὴν ἀποσύνθεση, γιατὶ εἶναι ἁπλὴ καὶ ἀσύνθετη καὶ γι᾿ αὐτὸ δὲν μπορεῖ νὰ διασπαστεῖ. Ἡ ψυχὴ εἶναι ἀθάνατη καὶ ἐκτείνεται στὴν αἰωνιότητα. Τὸ μόνο ποὺ ἀλλάζει σ᾿ αὐτὴν κατὰ τὸ θάνατο εἶναι ὁ τρόπος ὑπάρξεώς της. Ἀκόμη καὶ τότε ἡ σχέση της μὲ τὸ φθειρόμενο σῶμα δὲν διακόπτεται, καὶ ἡ ψυχὴ θὰ μπορέσει νὰ βρεῖ ὅλα τὰ στοιχεῖα του λόγω τῆς γνωστικῆς της δυνάμεως. Οὔτε ὁ χῶρος (ἀπόσταση) οὔτε ὁ χρόνος ἐμποδίζει τὴν ψυχὴ νὰ βρεῖ τὰ στοιχεῖα τοῦ σώματος κατὰ τὴν ἀνάσταση.
Αὐτὸ ποὺ περιμένει τοὺς ἀνθρώπους μετὰ θάνατον εἶναι ἡ κάθαρση, ἡ ἀνανέωση καὶ ἀποκατάσταση τοῦ σώματος καὶ ἡ ἀνάσταση ὅλων. Ὁ Δημιουργὸς δὲν θέλει νὰ μείνουμε ἁπλὰ ἔμβρυα. Ὁ τελικὸς σκοπὸς τῆς φύσεώς μας δὲν εἶναι ἡ κατάσταση τῆς νηπιακῆς ἡλικίας οὔτε οἱ ἐπόμενες ἡλικίες οὔτε ἀκόμη ἡ καταστροφὴ τοῦ σώματος ποὺ ἔρχεται μὲ τὸ θάνατο. Ὅλα αὐτὰ εἶναι μέρος τῆς ὁδοῦ ποὺ διανύουμε. Τὸ ἔσχατο τέρμα αὐτῆς τῆς κινήσεως εἶναι ἡ ἀποκατάστασή μας στὴν ἀρχέγονη κατάστασή μας. Ἡ ψυχὴ κατὰ τὴν ἀνάσταση θὰ ἐπιστρέψει στὸ σῶμα. Οἱ δίκαιες ψυχὲς θὰ δοξασθοῦν, ἀλλὰ οἱ ἁμαρτωλὲς θὰ τιμωρηθοῦν. Ἡ καθαρὴ ψυχὴ θ᾿ ἀπολαύσει τὴ θέα τοῦ Θεοῦ.
Στὴν ἐποχή μας ἀξίζει νὰ μελετηθεῖ ἰδιαίτερα ὁ λόγος, διότι θέτει τὸ θέμα τοῦ θανάτου, τὴ φθορὰ καὶ τὴν ἀνάσταση τοῦ σώματος, τὴν ἀθανασία τῆς ψυχῆς. Ἡ ὅλη διαπραγμάτευση τοῦ θέματος ὁδηγεῖ τὸν ἀναγνώστη σὲ πρακτικὰ συμπεράσματα, ποὺ ἔχουν ἀντίκτυπο στὴν προσαρμογὴ τῆς καθημερινῆς του ζωῆς στὴν προοπτική της αἰώνιας ζωῆς, δηλαδὴ τὴ βασιλεία τοῦ Θεοῦ.
ΛΟΓΟΣ ΠΕΡΙ ΨΥΧΗΣ ΚΑΙ ΑΝΑΣΤΑΣΕΩΣ
Ὅταν ὁ μεγάλος μεταξὺ τῶν Ἁγίων, Βασίλειος, ἔφυγε ἀπὸ τὴν παροῦσα ζωὴ πρὸς τὸ Θεό, ἀποτέλεσε ὁ θάνατός του τὴν ἀφορμὴ γιὰ γενικὸ πένθος στὶς Ἐκκλησίες. Ζοῦσε τότε ἀκόμη ἡ ἀδελφὴ καὶ δασκάλα μου (Μακρίνα) καὶ πῆγα κοντά της γιὰ νὰ μετάσχω μαζί της στὴ συμφορὰ τοῦ θανάτου τοῦ ἀδελφοῦ μας.
Ἡ ψυχή μου ἦταν πολὺ θλιμμένη, ἐπειδὴ πονοῦσε γι’ αὐτὴ τὴ μεγάλη ἀπώλεια· ζητοῦσα κάποιον ποὺ θὰ ἔχυνε δάκρυα μαζί μου καὶ θὰ σήκωνε τὸ ἴδιο βάρος τῆς θλίψεως. Μόλις συναντηθήκαμε, ἡ παρουσία τῆς δασκάλας μου ἀναζωπύρωσε τὴ θλίψη μου· διότι ἤδη καὶ ἐκείνη ὑπέφερε ἀπὸ θανατηφόρα ἀσθένεια.
Ἐκείνη τότε, ἀφοῦ ὑποχώρησε, μιμούμενη τοὺς δασκάλους τῆς ἱππικῆς τέχνης, καὶ παραδόθηκε μαζί μου στὸ πάθος τῆς θλίψεως, στὴ συνέχεια προσπάθησε μὲ τὸ λόγο της νὰ μὲ σταματήσει· σὰν χαλινάρι χρησιμοποίησε τὴ σκέψη της, γιὰ νὰ ἠρεμήσει τὴν ταραγμένη ψυχή μου. Ἀνέφερε τὸ λόγο τοῦ Ἀποστόλου, ὅτι δὲν πρέπει νὰ λυπούμαστε γιά τοὺς κεκοιμημένους· διότι αὐτὸ τὸ πάθος (τῆς λύπης) χαρακτηρίζει μόνον ὅσους δὲν ἔχουν ἐλπίδα (στὸν Κύριο).
Ἐγὼ τότε, ἐπειδὴ ἡ θλίψη πλάκωνε τὴν καρδιά μου, εἶπα: «Πῶς εἶναι δυνατόν νὰ τὸ πετύχουν αὐτὸ (νὰ μὴν λυποῦνται) οἱ ἄνθρωποι, ἀφοῦ ὅλοι αἰσθάνονται φυσικὴ ἀπέχθεια πρὸς τὸ θάνατο; Καὶ δὲν μποροῦν ν’ ἀντέξουν εὔκολα στὴ θέα αὐτῶν ποὺ εἶναι ἐτοιμοθάνατοι· ἀλλά, καὶ ὅσοι συμβαίνει νὰ τοὺς πλησιάζει ὁ θάνατος, τὸν ἀποφεύγουν ὅσο μποροῦν. Ἀκόμη καὶ οἱ ἰσχύοντες νόμοι θεωροῦν τὸ θάνατο ὡς τὴ μεγαλύτερη ἀδικία καὶ τὴν ἔσχατη τιμωρία. Μὲ ποιὸ τρόπο, λοιπόν, ὅταν ἔλθει ὁ θάνατος, θὰ θεωρήσουμε τὴν ἀναχώρηση ἀπὸ τὴν παροῦσα ζωὴ ὡς ἕνα τίποτε, ἔστω καὶ γιὰ ἕνα ξένο πρόσωπο; Καὶ πολὺ περισσότερο γιὰ συγγενικό μας πρόσωπο;
Καὶ συνέχισα: «Παρατηροῦμε ἄλλωστε ὅτι ὅλος ὁ ἀνθρώπινος μόχθος ἀποβλέπει σ᾿ αὐτό, πῶς δηλαδὴ θὰ διατηρηθοῦμε στὴ ζωή. Γι᾿ αὐτὸ τὸ λόγο ἔχουμε ἐπινοήσει καὶ τὰ σπίτια γιὰ διαμονή, γιὰ νὰ μὴν καταπονεῖται τὸ σῶμα εἴτε ἀπὸ τὴν ψύχρα εἴτε ἀπὸ τὴ ζέστη.

»Ἡ γεωργία τὶ ἄλλο εἶναι παρὰ ἡ μέριμνα γιὰ τὴ ζωή; Καὶ ἡ φροντίδα πάλι γιὰ τὴ ζωὴ γίνεται σίγουρα ἀπὸ φόβο γιὰ τὸ θάνατο. Ἐξάλλου, γιὰ ποιὸ λόγο ἐκτιμοῦν οἱ ἄνθρωποι τὴν ἰατρικὴ ἐπιστήμη; Δὲν εἶναι ἐπειδὴ καταπολεμεῖ μὲ τὶς μεθόδους της τὸ θάνατο;
»Καὶ γιὰ ποιὸ λόγο χρησιμοποιοῦμε τοὺς θώρακες, τοὺς θυρεούς, τὶς κνημῖδες, τὰ κράνη καὶ τὰ ἀμυντικὰ ὅπλα; Γιὰ ποιὸ λόγο γίνονται τὰ τείχη γύρω ἀπὸ τὶς πόλεις, οἱ σιδερόφρακτες πόρτες, οἱ ἀσφαλεῖς τάφροι καὶ τὰ παρόμοια; Γιὰ τὶ ἄλλο γίνονται, ἂν ὄχι γιὰ τὸ φόβο τοῦ θανάτου; Ἔτσι, λοιπόν, ἐνῶ εἶναι ἀπὸ τὴ φύση του φοβερὸς ὁ θάνατος, πῶς εἶναι εὔκολο νὰ μᾶς πείσει ἐκεῖνος ποὺ μᾶς προτρέπει νὰ μὴ λυποῦνται οἱ ἐπιζῶντες γιά τοὺς πεθαμένους;».
Καὶ ἡ δασκάλα ἀπάντησε: «Γιατὶ σοῦ φαίνεται ἰδιαίτερα λυπηρὸ αὐτὸ καθ᾿ αὐτὸ τὸ γεγονὸς τοῦ θανάτου; Διότι δὲν μπορεῖ ἡ συνήθεια τῶν χαμηλῆς νοημοσύνης ἀνθρώπων ν᾿ ἀποτελεῖ κριτήριο γιὰ τὴ στάση ἀπέναντι στὸ θάνατο».
Καὶ ἐγὼ εἶπα πρὸς αὐτήν: «Πῶς δὲν εἶναι ἄξιο λύπης, ὅταν βλέπουμε αὐτόν ποὺ προηγουμένως ἦταν ζωντανὸς καὶ μιλοῦσε, νὰ μένει ξαφνικὰ χωρίς πνοή, ἄφωνος καὶ ἀκίνητος; Νὰ σταματοῦν οἱ φυσικές του αἰσθήσεις; Νὰ μὴν ἐνεργεῖ οὔτε ἡ ὄραση οὔτε ἡ ἀκοὴ οὔτε τίποτε ἄλλο ἀπ᾿ αὐτὰ ποὺ ἀντιλαμβάνονται τὰ αἰσθητήρια;
Κι ἂν ἀγγίξεις τὸ σῶμα του μὲ φωτιὰ ἢ μὲ σίδερο ἢ ἂν τὸ κόψεις μὲ τὸ ξῖφος ἢ τὸ ρίξεις σὲ σαρκοφάγα θηρία, ἀκόμη κι ἂν τὸ παραχώσεις στὸ χῶμα, ἀπέναντι σ᾿ ὅλα αὐτὰ ὁ νεκρὸς ἀντιδρὰ τὸ ἴδιο (μένει ἀναίσθητος).
»Ὅταν, λοιπόν, παρουσιάζεται σ’ αὐτὰ τέτοια ἀλλαγή, καὶ τὸ αἴτιο τῆς ζωῆς –ὁ,τιδήποτε εἶναι αὐτό– φτάσει ἀπότομα στὴν ἀφάνεια καὶ τὴν ἐξαφάνιση, ὅπως συμβαίνει μὲ σβησμένο λυχνάρι ποὺ ἡ φλόγα του, ποὺ ἄναβε πρίν, τώρα οὔτε στὸ φυτίλι δὲν διατηρεῖται οὔτε ἀλλοῦ βρίσκεται, ἀλλὰ παντελὼς χάνεται, πῶς εἶναι δυνατόν μιὰ τέτοια μεταβολὴ νὰ μὴν προκαλέσει καθόλου λύπη σὲ κανέναν, ποὺ δὲν ἔχει προφανῶς καὶ ποὺ νὰ στηριχθεῖ;
»Διότι ἀκούσαμε νὰ βγαίνει ἡ ψυχὴ ἀπὸ τὸ σῶμα καὶ βλέπουμε νὰ μένει τὸ πτῶμα· δὲν γνωρίζουμε αὐτὸ ποὺ ἔφυγε, οὔτε τὶ ἦταν στὴ φύση του οὔτε ποὺ πῆγε. Καὶ κανένα ἀπὸ τὰ στοιχεῖα τοῦ κόσμου μας –οὔτε ἡ γῆ οὔτε ὁ ἀέρας οὔτε τὸ νερό– δείχνει νὰ δέχτηκε μέσα του τὴ δύναμη ποὺ ἔφυγε ἀπὸ τὸ σῶμα· αὐτήν, ποὺ μὲ τὴν ἔξοδό της ἄφησε νεκρὸ τὸ ὑπόλοιπο μέρος τοῦ ἀνθρώπου (τὸ σῶμα) καὶ ἔτοιμο νὰ διαλυθεῖ».
Ἐνῶ ἔλεγα αὐτά, ἡ δασκάλα κούνησε τὸ χέρι της καί μοῦ εἶπε:
«Μήπως σὲ τρομάζει καὶ κυριαρχεῖ στὴ σκέψη σου ἕνας τέτοιος φόβος, ὅτι ἡ ψυχὴ δὲν ζεῖ αἰώνια, ἀλλὰ διαλύεται μαζὶ μὲ τὸ σῶμα;».
Ἐγώ τότε, ἐπειδὴ ὁ λογισμὸς ἦταν βυθισμένος στὸ πάθος τῆς θλίψεως, ἀπάντησα μὲ κάποια θρασύτητα, χωρίς νὰ σκεφτῶ τὶ λέω.
Εἶπα ὅτι οἱ θεῖες φωνές μοιάζουν σὰν διαταγές ποὺ μᾶς ἀναγκάζουν νὰ πιστέψουμε ὅτι ἡ ψυχὴ ζεῖ πάντοτε· σ’ αὐτὴ τὴν πίστη ὅμως δὲν καταλήξαμε μὲ τὴ λογική. Ἀντίθετα, φαίνεται ὅτι ὁ νοῦς δέχεται τὴν ἄποψη αὐτὴ ἀπὸ μέσα του, ἐπειδὴ φοβᾶται σὰν δοῦλος· δὲν συγκατατίθεται στὰ λεγόμενα μὲ τὴ θέλησή του.
Γι’ αὐτὸ τὸ λόγο καὶ ἡ λύπη μας γιά τοὺς νεκρούς γίνεται πιὸ βαρειά, ἐπειδὴ δὲν γνωρίζουμε μὲ ἀκρίβεια, ἐὰν ἐξακολουθεῖ νὰ ὑφίσταται ἀκόμη αὐτὴ ἡ αἰτία τῆς ζωῆς (ἡ ψυχή), καὶ ποὺ εἶναι, καὶ πῶς εἶναι· οὔτε πάλι, ἂν δὲν ὑπάρχει πουθενὰ καθόλου. Ἡ ἀβεβαιότητα αὐτὴ γιὰ τὴν πραγματικὴ κατάσταση ἐξισώνει τὶς ἀντιλήψεις γιὰ τὴν κάθε ἄποψη (ἂν ὑπάρχει ἢ δὲν ὑπάρχει ἡ ψυχή). Ἄλλοι πιστεύουν τὴ μία ἄποψη κι ἄλλοι τὴν ἄλλη. Καὶ μερικοὶ Ἕλληνες, ποὺ ἔχουν μεγάλη φήμη στὴ φιλοσοφία, εἶναι ποὺ τὰ σκέφτηκαν καὶ ἐξέφρασαν ἄποψη γι’ αὐτά.
«Ἄφησε, μοῦ εἶπε, τὶς ἀνοησίες τῶν ἐχθρῶν (εἰδωλολατρῶν), μὲ τὶς ὁποῖες πολὺ πιθανὰ ὁ ἐφευρέτης τοῦ ψεύδους (διάβολος) ἐπινοεῖ τὶς ἀπατηλές φιλοσοφίες, γιὰ νὰ προσβάλλει τὴν ἀλήθεια. Σὺ πρόσεξε τὸ ἑξῆς, ὅτι μιὰ τέτοια ἄποψη γιὰ τὴν ψυχὴ δὲν σημαίνει τίποτε ἄλλο παρὰ ἀπομάκρυνση ἀπὸ τὴν ἀρετὴ καὶ προσκόλληση στὴν ἡδονή τοῦ παρόντος· σημαίνει ἀπόρριψη τῆς ἐλπίδας γιὰ τὴν αἰώνια ζωή, στὴν ὁποῖα κυριαρχεῖ μόνον ἡ ἀρετή».
«Καὶ πῶς, ἀπάντησα, θὰ ἔχουμε σταθερὴ καὶ ἀμετάβλητη πίστη ὅτι ἡ ψυχὴ παραμένει καὶ μετὰ τὸ θάνατο; Διότι ἀντιλαμβάνομαι κι ἐγὼ ὁ ἴδιος ὅτι, ἐὰν δὲν κυριαρχήσει μέσα μας χωρίς ἀμφιβολία ἡ πίστη γι’ αὐτὸ (αἰωνιότητα ψυχῆς), τότε ὁ βίος τῶν ἀνθρώπων χάνει τὸ καλύτερό του στὴ ζωή, τὴν ἀρετή. Διότι, πῶς εἶναι δυνατόν νὰ ὑπάρξει ἀρετὴ ἐκεῖ ποὺ ἡ ὕπαρξη περιορίζεται μόνον στὴν παροῦσα ζωή, καὶ μετὰ ἀπ’ αὐτήν δὲν ἐλπίζουμε σὲ τίποτε;».
«Λοιπόν, πρέπει νὰ ἀναζητήσουμε, λέει ἡ δασκάλα, ποιὸ εἶναι τὸ κατάλληλο σημεῖο, γιὰ ν’ ἀρχίσει ἡ συνομιλία μας. Καὶ ἂν θέλεις, μπορεῖς νὰ ὑπερασπιστεῖς τὰ ἀντίθετα ἐπιχειρήματα· διότι, παρατηρῶ ὅτι ἡ σκέψη σου πρὸς αὐτὰ γέρνει. Ἔπειτα, μετὰ τὴν ἔκθεση τῶν ἀντίθετων ἐπιχειρημάτων, θ’ ἀναζητήσουμε τὴν ἀλήθεια.
Ἐπειδὴ ἐκείνη ἔδωσε αὐτὴ τὴν ἐντολή, τὴν παρακάλεσα νὰ μὴν νομίζει ὅτι θεωροῦσα τὶς ἀντιρρήσεις ὡς ἀληθείς· ἀλλὰ χρησιμοποιοῦσα τὶς ἀπόψεις τῶν ἀντιτιθεμένων σκόπιμα, γιὰ νὰ ἀποδειχθεῖ ἀπόλυτα στέρεο τὸ δόγμα γιὰ τὴν ἀθανασία τῆς ψυχῆς.
«Στ’ ἀλήθεια, ρώτησα, ὅσοι δέχονται τὶς ἀντίθετες ἀπόψεις δὲν λένε ὅτι τὸ σῶμα εἶναι σύνθετο καὶ διαλύεται ὁπωσδήποτε στὰ μέρη ἀπὸ τὰ ὁποῖα συνίσταται;
Καὶ ὅταν τὸ σῶμα διαλυθεῖ στὰ συστατικά του στοιχεῖα, τὸ καθένα πηγαίνει πρὸς τὸ ὅμοιό του σύμφωνα μὲ τὴ φυσική του ροπὴ καὶ ἀποδίδει τὸ ὅμοιο στὸ ὅμοιο μὲ βάση τὸν φυσικὸ προσανατολισμό του. Ἡ θερμότητα π.χ. τοῦ δικοῦ μας (σώματος) θὰ ἐνωθεῖ πάλι μὲ τὴ θερμότητα, καὶ τὸ γήϊνο στοιχεῖο μὲ τὰ στερεὰ στοιχεῖα· καὶ τὰ ὑπόλοιπα στοιχεῖα θὰ ἐνωθοῦν μὲ τὰ συγγενικά τους.
»Ἡ ψυχή, ὅμως, μετὰ τὴ διάλυση, ποὺ θὰ εἶναι; Ἐὰν κάποιος πεῖ ὅτι εἶναι μὲ τὰ στοιχεῖα, τότε ὑποχρεωτικὰ θὰ ἔχει τὴν ἴδια σύσταση μ’ αὐτά. Διότι δὲν μπορεῖ νὰ γίνει ἀνάμειξη δύο διαφορετικῶν στὴ φύση τους στοιχεῖων· καὶ ἂν γίνει μεταξὺ αὐτῶν, τότε ἡ ψυχὴ θὰ φανεῖ νὰ ἔχει ποικιλία στὴ φύση της, διότι θὰ εἶναι ἀναμειγμένη μὲ πολλὰ ἀντίθετα μεταξύ τους στοιχεῖα· καὶ τὸ ποικίλο δὲν εἶναι ἀπλό, ἀλλὰ σύνθετο σὲ κάθε περίπτωση. Καὶ κάθε σύνθετο ἀναγκαστικὰ διαλύεται· καὶ ἡ διάλυση ἀποτελεῖ τὴ φθορὰ τοῦ συνθέτου όντος.
»Καὶ ὅ,τι φθείρεται δὲν εἶναι ἀθάνατο. Διαφορετικά, καὶ τὸ σῶμα θὰ ἦταν ἀθάνατο, ἐφόσον ὡς σύνθετο θὰ διαλύονταν στὰ στοιχεῖα του. Ἐὰν ὅμως ὑπάρχει κάτι ἄλλο ἐκτὸς ἀπ’ αὐτά (τὰ διαλυόμενα στοιχεῖα), δηλαδὴ ἡ ψυχή, ποὺ θὰ τὴ βάλει νὰ ὑπάρχει ἡ σκέψη μας; Διότι, μέσα στὰ στοιχεῖα, λόγω τῆς ἀνὁμοιότητας τῆς φύσεώς της, δὲν εἶναι δυνατὸ νὰ ὑπάρχει. Δὲν ὑπάρχει ἐπίσης τίποτε ἄλλο στὸν κόσμο, στὸ ὁποῖο μέσα νὰ μπορεῖ νὰ ζήσει ἡ ψυχὴ σύμφωνα μὲ τὴ φύση της. Καὶ ἐκεῖνο ποὺ δὲν ὑπάρχει πουθενά, δὲν ὑφίσταται καὶ καθόλου.
Καὶ ἡ δασκάλα, ἀκούγοντας αὐτά, ἀφοῦ ἀναστέναξε ἀπάντησε ἤρεμα: «Ἴσως αὐτὰ καὶ παρόμοια μ’ αὐτὰ ἔλεγε ἡ σύναξη τῶν Στωϊκῶν καὶ οἱ Ἐπικουρείων στὸν Ἀπόστολο (Παύλο) στὴν Αθήνα. Διότι ἀκούω ὅτι ὁ Ἐπίκουρος ὑποστήριζε αὐτές τὶς θεωρίες, ὅτι δηλαδὴ ἡ φύση τῶν ὅντων δημιουργήθηκε αὐτόματα καὶ τυχαῖα καὶ ὅτι καμία πρόνοια δὲν μεριμνᾶ γιὰ τὰ πράγματα. Γι’ αὐτὸ τὸ λόγο, ὡς συνέπεια αὐτῆς τῆς θεωρίας, θεωροῦσε τὴν ἀνθρώπινη ζωὴ σὰν μιὰ φούσκα ἀπὸ ἀέρα· θεωροῦσε τὸ σῶμα ὡς περιτύλιγμα κάποιου πνεύματος, γιὰ νὰ κρατάει καλὰ ὡς περιέχον τὸ πνεῦμα· καὶ ὅταν ὁ ὄγκος τοῦ σώματος θὰ κατέρρεε, κι αὐτὸ ποὺ ὑπῆρχε μέσα (περιεχόμενο) χανόταν.
»Γι’ αὐτόν (τὸν Ἐπίκουρο) βάση τῆς φύσεως τῶν ὅντων ἀποτελοῦσε τὸ φαινόμενο· καὶ μέτρο τῆς κατανοήσεως ὅλων ἦταν ἡ αἴσθηση. Εἶχε κλείσει ἐξ ὁλοκλήρου τὰ αἰσθητήρια τῆς ψυχῆς καὶ γι’ αὐτὸ δὲν μποροῦσε νὰ δεῖ κανένα νοητὸ ἢ ἀσώματο ὅν· ὅπως αὐτὸς ποὺ εἶναι κλεισμένος σ’ ἕνα σπιτάκι καὶ δὲν μπορεῖ νὰ δεῖ κανένα ἀπὸ τὰ οὐράνια θαύματα, διότι τὸν ἐμποδίζουν οἱ τοῖχοι καὶ ἡ ὀροφὴ νὰ δεῖ πρὸς τὰ ἔξω. Ὅλα τὰ αἰσθητὰ ποὺ φαίνονται εἶναι σὰν γήϊνοι τοῖχοι, οἱ ὁποῖοι ἐμποδίζουν τοὺς πιὸ μικρόψυχους νὰ δοῦν μὲ τὸν ἑαυτό τους τὴ θεωρία τῶν νοητῶν.
»Ὁ Ἐπίκουρος βλέπει μόνο γῆ, νερό, ἀέρα καὶ φωτιά. Ἀπὸ μικροψυχία ὅμως δὲν μπορεῖ νὰ δεῖ ἀπὸ ποὺ προέρχεται τὸ καθένα ἢ σὲ τὶ εἶναι ἢ ἀπὸ ποιὸ κρατιέται γύρω γύρω. Καὶ ὅταν δεῖ κάποιος ἕνα ροῦχο, σκέφτεται τὸν ὑφαντουργὸ ποὺ τὸ ἔκανε· καὶ μὲ τὸ πλοῖο σκέφτεται τὸν ναυπηγό· μὲ τὴ θέα πάλι τοῦ οἰκοδομήματος, ἔρχεται στὸ νοῦ ὅσων τὸ βλέπουν τὸ χέρι τοῦ οἰκοδόμου.
»Ἀλλὰ αὐτοί, ἐνῶ βλέπουν πρὸς τὸν κόσμο, κλείνουν τὰ μάτια πρὸς Αὐτόν τὸν ὁποῖο φανερώνουν τὰ πάντα· ἔτσι παρουσιάζονται αὐτὰ τὰ δῆθεν σοφὰ καὶ ἔξυπνα δόγματα ἀπὸ ἐκείνους ποὺ διδάσκουν ὅτι ἡ ψυχὴ χάνεται· λένε ὅτι τὸ σῶμα εἶναι ἀπὸ τὰ στοιχεῖα καὶ τὰ στοιχεῖα ἀπὸ τὸ σῶμα· ὅτι δὲν μπορεῖ ἡ ψυχὴ νὰ ὑπάρξει ἀπὸ μόνη της, ἐὰν δὲν εἶναι ἕνα ἀπὸ τὰ στοιχεῖα ἢ μέσα σ’ αὐτά.
»Διότι, ἐὰν νομίζουν οἱ ἀντιρρησίες ὅτι δὲν ὑπάρχει πουθενὰ ἡ ψυχή, ἐφόσον δὲν ἔχει τὴν ἴδια φύση μὲ τὰ στοιχεῖα, πρέπει αὐτοὶ πρῶτα πρῶτα νὰ δεχτοῦν ὅτι καὶ ἡ ζωή τοῦ σώματος εἶναι ἄψυχη. Διότι τὸ σῶμα δὲν εἶναι τίποτε ἄλλο παρὰ σύνθεση στοιχείων. Ἂς μὴ λένε, λοιπόν, ὅτι ἡ ψυχὴ ὑπάρχει μέσα στὰ στοιχεῖα καὶ ὅτι ἀπὸ μόνη της δίνει τὴ ζωὴ στὸ σύνθετο σῶμα· διότι ἐὰν, ὅπως νομίζουν, δὲν εἶναι δυνατὸ μετά (τὴ διάλυση) νὰ ὑπάρχει ἡ ψυχή, ἐφόσον ὑπάρχουν μόνο τὰ στοιχεῖα, τότε οἱ ἴδιοι ἀποδεικνύουν ὅτι ἡ ζωή μας εἶναι νεκρή.
Ἐὰν ὅμως δὲν ἀμφιβάλλουν ὅτι ὑπάρχει τώρα ἡ ψυχὴ μέσα στὸ σῶμα, τότε πῶς διδάσκουν τὴν ἀπώλειά της, ἐνῶ τὸ σῶμα διατηρεῖται στὰ στοιχεῖα; Ἐξάλλου, πρέπει στὴ συνέχεια νὰ τολμήσουν νὰ ποῦν τὰ ἴδια καὶ γιὰ τὴ φύση τοῦ Θεοῦ. Διότι πῶς θὰ ποῦν ὅτι ἡ νοερή, ἄϋλη καὶ αἰώνια Φύση εισχωρεῖ στὰ ὑγρά, τὰ μαλακὰ καὶ τὰ σκληρά, γιὰ νὰ δίνει συνοχὴ στὰ ὅντα, ἐνῶ οὔτε συγγενεύει μ’ αὐτὰ ποὺ ἔρχεται σὲ ἐπαφή, ἀλλὰ οὔτε καὶ ἀδυνατεῖ νὰ εἶναι μέσα σ’ αὐτὰ μὲ ὁποῖα διαφέρει στὴ φύση. Λοιπόν, ἂς πετάξουν ἔξω ἀπὸ τὸ πιστεύω τους καὶ τὸ Θεό, ὁ ὁποῖος κυβερνᾶ ὅλα τὰ ὅντα».
«Αὐτὸ ἀκριβῶς, εἶπα ἐγώ, θέλω νὰ μάθω: πῶς εἶναι δυνατόν αὐτοὶ ποὺ ἔχουν ἀντιρρήσεις νὰ πιστέψουν χωρίς ἀμφιβολία ὅτι ὁ Θεὸς ἔκανε τὰ πάντα; Νὰ πιστέψουν ὅτι Αὐτὸς ὅλα τὰ κυβερνᾶ καὶ ὅτι γενικὰ ὑπάρχει Θεός, ὁ ὁποῖος ξεπερνᾶ τὴ φύση τῶν δημιουργημάτων;».
Ἐκείνη ἀπάντησε: «Εἶναι προτιμότερο νὰ σιωπᾶ κανεὶς σ’ αὐτές τὶς ἀντιρρήσεις· ν’ ἀπαξιεῖ ν’ ἀπαντᾶ σὲ ἀνόητες καὶ ἀσεβεῖς ἀπόψεις, ἐπειδὴ καὶ ὁ θεῖος λόγος δὲν ἐπιτρέπει ν’ ἀπαντᾶμε στὴν ἀνοησία ἑνὸς ἀνόητου· διότι, σύμφωνα μὲ τὸν Προφήτη, εἶναι ἀνόητος ὅποιος λέει ὅτι δὲν ὑπάρχει Θεός.
»Ἐπειδή, ὅμως, πρέπει κι σ’ αὐτὸ νὰ ἀπαντήσω, θὰ σοῦ πῶ ὄχι δικό μου λόγο οὔτε κάποιου ἄλλου ἀνθρώπου· διότι θὰ ἦταν πολὺ λίγος, ὅποιος κι ἂν ἦταν. Θὰ σοῦ πῶ λόγο ποὺ διηγεῖται ἡ δημιουργία τῶν κτισμάτων μὲ τὰ θαύματά της· θὰ σοῦ πῶ γιὰ τὰ φαινόμενα ποὺ βλέπει τὸ μάτι καὶ γι’ αὐτὰ ποὺ ἠχοῦν μὲ σοφία καὶ καλλιτεχνία μέσα στὴν καρδιά. Διότι ἡ δημιουργία φωνάζει καθαρὰ γιὰ τὸ δημιουργό της· ὅπως λέει ὁ Προφήτης, ὁ ἴδιος ὁ οὐρανὸς μὲ ἀνείπωτες φωνές διηγεῖται τὴ δόξα τοῦ Θεοῦ (Ψαλμ. 18,2).
»Διότι, ποιὸς βλέπει τὴν ἁρμονία τοῦ σύμπαντος καὶ τὰ θαύμασια φαινόμενα τοῦ οὐρανοῦ καὶ τῆς γῆς; Ὅτι δηλαδή, ἐνῶ τὰ στοιχεῖα τους εἶναι ἀπὸ τὴ φύση ἀντίθετα μεταξύ τους, ὅμως ὅλα συνδέονται μὲ ἀδιάσπαστη ἐνότητα μεταξύ τους γιὰ τὸν ἴδιο σκοπό; Ποιὸς δὲν βλέπει ὅτι τὸ καθένα συνεισφέρει τὴ δική του δύναμη γιὰ τὴ συντήρηση τοῦ σύμπαντος; Ποιὸς δὲν βλέπει ὅτι δὲν χωρίζονται οἱ ἄμικτες καὶ ἀκοινώνητες ἀτομικές ἰδιότητες τοῦ ἑνὸς ἀπὸ τὸ ἄλλο; Ἀλλὰ οὔτε διαλύονται τὸ ἕνα μέσα στὸ ἄλλο μὲ τὴν ἀνάμιξη ἀντίθετων ἰδιοτήτων; Διότι συμβαίνει, ὅσα ἡ φύση τους τὰ ὁδηγεῖ πρὸς τὰ πάνω νὰ πηγαίνουν πρὸς τὰ κάτω, ὅπως ἡ ἠλιακὴ θερμότητα ποὺ πέφτει πρὸς τὰ κάτω μὲ τὶς ἀκτῖνες τοῦ ἤλιου. Τα βαριὰ πάλι σώματα ἀνυψώνονται μὲ τὴν ἐλαφρύτητα τῶν ἀτμῶν, ὅπως τὸ νερὸ ποὺ ἀντίθετα στὴ φύση του ἀνεβαίνει πρὸς τὰ πάνω καὶ τὸ σπρώχνει ὁ ἀέρας μὲ τὰ σύννεφα. Ἡ φωτιὰ ἐπίσης, ποὺ εἶναι ἀέρας, γίνεται γήϊνο σῶμα, γιὰ νὰ μὴ μένει τὸ βάθος τῆς γῆς χωρίς θερμότητα. Ἀπὸ τὴν ἄλλη, ἡ ὑγρασία ποὺ πέφτει στὴ γῆ μὲ τὶς βροχές, ἐνῶ ἔχει μία φυσικὴ ἰδιότητα, προκαλεῖ μυριάδες εἴδη διαφορετικῶν φυτῶν, προσφέροντας στὸ καθένα τὴν κατάλληλη συνθήκη ἀναπτύξεως. Βλέπει ἀκόμη κανεὶς τὴν ταχύτατη περιστροφή τοῦ πόλου καὶ τὴν ἀντίστροφη κίνηση μέσα στοὺς ἀστρικούς κύκλους, τὶς ἐκλείψεις, τὶς συνδρομές καὶ τὶς ἁρμονικές ἀπὁστάσεις τῶν ἀστέρων.
»Αὐτὸς ποὺ τὰ βλέπει αὐτὰ μὲ τὸ νοερὸ ὁφθαλμὸ τῆς ψυχῆς του, ἆραγε δὲν μαθαίνει ξεκάθαρα ἀπὸ τὰ φαινόμενα, ὅτι ὑπάρχει κάποια θεία δύναμη, δημιουργικὴ καὶ σοφή, ποὺ φανερώνεται στὰ ὄντα; Μιὰ δύναμη ποὺ διαπερνᾶ ὅλα τὰ μέρη ὥστε νὰ συναπαρτίζουν τὸ ὅλο, καὶ συμπληρώνει τὸ ὅλο μὲ τὰ μέρη; Δὲν μαθαίνει ὅτι μιὰ δύναμη τὰ συγκρατεῖ ὅλα; Ὅτι ὅλα μένουν στὸν ἑαυτό τους καὶ κινοῦνται γύρω του· δὲν σταματοῦν ποτὲ τὴν κίνηση καὶ δὲν ἀλλάζουν τόπο πέρα ἀπ’ αὐτόν ποὺ βρίσκονται;».
«Καὶ πῶς, ρώτησα, ἡ πίστη στὸ Θεὸ ἀποδεικνύει ταυτόχρονα καὶ τὴν ὕπαρξη τῆς ἀνθρώπινης ψυχῆς; Διότι ἡ ψυχὴ δὲν εἶναι κάτι τὸ ἴδιο μὲ τὸ Θεὸ ὥστε, ἐὰν ὀμολογηθεῖ ὅτι ὑπάρχει τὸ ἕνα, νὰ παραδεχτοῦμε ὁπωσδήποτε ὅτι ὑπάρχει καὶ τὸ ἄλλο».
Ἐκείνη τότε μοῦ ἀπάντησε: «Λένε οἱ σοφοὶ ὅτι ὁ ἄνθρωπος εἶναι ἕνας μικρόκοσμος καθὼς περιέχει μέσα του στοιχεῖα ἀπὸ τὰ ὁποῖα ἀποτελοῦνται τὰ ὅντα. Ἂν ὁ λόγος αὐτός, ὅπως φαίνεται, εἶναι ἀληθινός, τότε δὲν θὰ χρειαζόμασταν καμμιὰ ἐπιπλέον ἀπόδειξη γιὰ νὰ βεβαιώσουμε αὐτὸ ποὺ πιστεύουμε γιὰ τὴν ψυχή.
»Πιστεύουμε ὅτι ἡ ψυχὴ ὑπάρχει καθ’ ἑαυτὴ μὲ φύση ἰδιαίτερη καὶ διαφορετικὴ ἀπὸ τὴν παχύτητα τοῦ σώματος. Διότι, ὅπως ἀντιλαμβανόμαστε ὅλο τὸν κόσμο μὲ τὶς αἰσθήσεις, μὲ τὴν ἴδια τὴν ἐνέργεια τῶν αἰσθητηρίων ὁδηγούμαστε στὴ γνώση τῆς ὑπεραισθητῆς καὶ νοητῆς πραγματικότητας· τότε γίνεται τὸ μάτι μαςἑρμηνευτῆς τῆς παντοδύναμης σοφίας (τοῦ Θεοῦ), τὴν ὁποῖα θεωροῦμε στὸ κάθε ὃν καὶ ἡ ὁποῖα μᾶς φανερώνει Ἐκεῖνον ποὺ συγκρατεῖ τὸ σύμπαν. Με τὸν ἴδιο τρόπο κι ἐμεῖς, βλέποντας τὸν ἐσωτερικό μας κόσμο, δὲν ἔχουμε καὶ λίγες ἀφορμές νὰ στοχαστοῦμε μέσα ἀπὸ τὰ φαινόμενα αὐτὸ ποὺ κρύβεται ἀπὸ πίσω. Καὶ κρύβεται ἐκεῖνο τὸ ὁποῖο, ὄντας ἀπὸ τὸν ἑαυτό του νοητὸ καὶ ἀόρατο, ξεφεύγει ἀπὸ τὴν κατανόηση τῶν αἰσθήσεων».
Εἶπα κι ἐγώ: «Σίγουρα εἶναι δυνατόν νὰ δεχθοῦμε μὲ τὸ συλλογισμὸ τὴ σοφία ποὺ ξεπερνᾶ κάθε ὅν, μὲ τὴ θεωρία τῶν σοφῶν καὶ καλλιτεχνικῶν ἰδιοτήτων ποὺ ὑπάρχουν στὴ φύση τῶν ὅντων καὶ ἀποτελεῖ τὴν ἁρμονικὴ διακόσμησή τους. Ποιὰ ὅμως γνώση τῆς ψυχῆς εἶναι δυνατόν νὰ προέλθει ἀπὸ τὶς σωματικές ἰδιότητες σ’ αὐτούς ποὺ ψάχνουν νὰ βροῦν τὶ κρύβεται πίσω ἀπὸ τὰ φαινόμενα;».
«Βέβαια, λέει ἡ παρθένα, γιὰ ἐκείνους πού, σύμφωνα μὲ τὸ σοφὸ παράγγελμα, ἐπιθυμοῦν νὰ γνωρίσουν τὸν ἑαυτό τους, ἡ ἴδια ἡ ψυχὴ γίνεται δασκάλα γιὰ τὰ ζητήματα τῆς ψυχῆς· διότι, ἐνῶ εἶναι ἄϋλη καὶ ἀσώματη, ἐνεργεῖ καὶ κινεῖται ἀνάλογα στὴ φύση της καὶ μὲ τὰ ὄργανα τοῦ σώματος μαρτυρεῖ τὶς κινήσεις της.
»Ἡ κατασκευὴ αὐτὴ τῶν ὀργάνων τοῦ σώματος διατηρεῖται τὸ ἴδιο καὶ σ’ αὐτούς ποὺ ἔχουν ἤδη πεθάνει· μένει ὅμως ἀκίνητη καὶ ἀνενέργητη, διότι δὲν ὑπάρχει μέσα της ἡ δύναμη τῆς ψυχῆς. Τότε μόνον κινεῖται, ὅταν ὑπάρχουν οἱ αἰσθήσεις στὰ σωματικὰ ὄργανα καὶ μέσω τῶν αἰσθήσεων διαπερνᾶ ἡ νοητικὴ δύναμη (τῆς ψυχῆς) μὲ τὴν ὀρμή της καὶ κινεῖ τὶς σωματικές αἰσθήσεις ἐκεῖ ποὺ θέλει».
«Τί, λοιπόν, εἶναι ἡ ψυχή; ρώτησα. Εἶναι δυνατόν μὲ κάποια λόγια νὰ περιγραφεῖ ἡ φύση της, ὥστε νὰ μποροῦμε μὲ τὸν λεκτικὸ ὁρισμὸ ν’ ἀντιληφθοῦμε τὶ εἶναι;».
Καὶ ἡ δασκάλα ἀπάντησε: «Προσπάθησαν πολλοί, μὲ διαφορετικὸ τρόπο ὁ καθένας, σύμφωνα μὲ τὴν ἀντίληψη τους, νὰ ορίσουν τὸν ὁρισμό της· ὁ δικός μας ὁρισμὸς γι’ αὐτήν εἶναι ὁ ἑξῆς: Ἡ ψυχὴ εἶναι κτιστὴ οὐσία, ζῶσα, νοερὴ ποὺ μεταδίδει ἀπὸ μόνη της στὰ ὄργανα καὶ τὶς αἰσθήσεις τοῦ σώματος δύναμη ζωῆς καὶ ἀντίληψη τῶν αἰσθητῶν, ἔως ἐκεῖ ποὺ φτάνει ἡ συνεκτικὴ φύση τους».
Καὶ ἐνῶ ἔλεγε αὐτά, δείχνει μὲ τὸ χέρι τὸ γιατρὸ ποὺ καθόταν δίπλα της γιὰ τὴ θεραπεία τοῦ σώματός της καὶ εἶπε: «Ἡ ἀπόδειξη τῶν ὅσων λέμε εἶναι μπροστά μας. Πές μου, πῶς αὐτὸς (ὁ γιατρός) ἀκουμπώντας μὲ τὰ δάχτυλα τὴν ἀρτηρία, ἀκούει κατὰ κάποιο τρόπο μὲ τὴν αἴσθηση τῆς ἀφῆς τὸν ὀργανισμὸ νὰ τοῦ φωνάζει καὶ νὰ τοῦ διηγεῖται τὶς ἀσθένειές του; Νὰ διηγεῖται δηλαδὴ ὅτι ἡ ἀρρώστια βρίσκεται σὲ ἔξαρση στὸ σῶμα καὶ ξεκίνησε ἀπὸ τὸ τᾶδε σπλάγχνο καὶ γιὰ τόσο καιρὸ θὰ παραταθεῖ ἡ κρίση τοῦ πυρετοῦ;
»Ἐξίσου μ’ αὐτὰ ὁ γιατρὸς διδάσκεται καὶ ἀπὸ τὸ μάτι, παρατηρώντας ἀπὸ τὴ μιὰ τὸ σχῆμα τῆς κατακλίσεώς του κι ἀπὸ τὴν ἄλλη τὴν ἀδυναμία τοῦ σώματος. Παρατηρεῖ τὴν ἐσωτερικὴ κατάσταση τοῦ σώματος, τὸ εἶδος τοῦ χρώματός του, ἂν εἶναι ὠχρὸ ἢ πρασινωπό, καὶ τὸ βλέμμα τῶν ὀφθαλμῶν, ποὺ αὐτόματα φανερώνει τὴ λύπη καὶ τὸν πόνο.
Ἀλλὰ καὶ ἡ ἀκοὴ διδάσκει τὸ γιατρὸ γιὰ παρόμοια πράγματα· κάνει διάγνωση τῆς νόσου μὲ τὴν πυκνότητα τῆς ἀναπνοῆς καὶ μὲ τὸ στεναγμὸ ποὺ βγαίνει ταυτόχρονα μ’ αὐτήν. Θὰ ἔλεγε μάλιστα κανεὶς ὅτι οὔτε ἡ ὄσφρηση τοῦ ἐπιστήμονα μένει ἀχρησιμοποίητη στὴ διάγνωση τῆς ἀσθένειας· μὲ τὴν ποιότητα τῆς ἀναπνοῆς βρίσκει τὴν ἀρρώστεια ποὺ κρύβεται στὰ σπλάγχνα τοῦ σώματος.
»Ἆρα, λοιπόν, ἂν δὲν ἦταν παροῦσα σὲ κάθε αἰσθητήριο μιὰ δύναμη νοητική, τὶ θὰ μποροῦσε νὰ μᾶς διδάξει ἀπὸ μόνο του τὸ χέρι, ἀφοῦ δὲν θὰ καθοδηγοῦσε ἡ νόηση τὴν ἀφὴ στὴ γνώση τοῦ ὑποκειμένου; Σὲ τί, ἐπίσης, θὰ συνέβαλε στὴ γνώση τοῦ ζητουμένου ἡ ἀκοή, ἐφόσον ἦταν ξέχωρα ἀπὸ τὴ νόηση, ἢ τὸ μάτι ἢ ἡ μύτη ἢ κάποια ἄλλη αἴσθηση, ἐὰν ἡ καθεμιὰ ἐνεργοῦσε ἀπὸ μόνη της; Ἀλλά, τὸ πιὸ ἀληθινὸ εἶναι ἐκεῖνο τὸ ὁποῖο ἀναφέρουν ὅτι εἶπε κάποιος ἀπὸ τοὺς μορφωμένους τῆς κοσμικῆς (ἔξω, θύραθεν) παιδείας· ὅτι, δηλαδή, ὁ νοῦς εἶναι ἐκεῖνος ποὺ βλέπει καὶ ἀκούει.
»Καὶ ἐὰν κανεὶς δὲν δεχόταν ὅτι αὐτὸ εἶναι ἀλήθεια, πές μου, πῶς ἐσύ, βλέποντας τὸν ἥλιο, ὅπως σοῦ ἔμαθε νὰ τὸν βλέπεις ὁ δάσκαλός σου, θὰ ἔλεγες ὅτι αὐτὸς στὸ μέγεθος τῆς περιφέρειάς του δὲν εἶναι τόσο μεγάλος ὅσο νομίζουν οἱ πολλοί, ἀλλὰ ξεπερνᾶ σὲ πολλαπλάσιο ἀριθμὸ τὸ μέγεθος ὅλης τῆς γῆς; Δὲν ἰσχυρίζεσαι μὲ αὐτοπεποίθηση ὅτι ἔτσι εἶναι τὰ πράγματα, διότι μελέτησες μὲ τὴ νόηση τὰ φαινομένα, τὴν ὁποιαδήποτε κίνηση, τὰ χρονικὰ καὶ τοπικὰ διαστήματα καὶ τὶς αἰτίες τῶν ἐκλείψεων;
»Καὶ ὅταν βλέπεις τὴν ἔλλειψη ἢ τὸ γέμισμα τῆς σελήνης, διδάσκεσαι ἄλλες ἀλήθειες ἀπὸ τὰ φαινόμενα τοῦ σχήματος τῆς σελήνης· ὅτι στὴ φύση της εἶναι ἀφεγγής (ἑτερόφωτη) καὶ περιφέρεται γύρω ἀπὸ τὴ γῆ· λάμπει μὲ τὸ φῶς ποὺ δέχεται ἀπὸ τὶς ἀκτῖνες τοῦ ἥλιου –ὅπως συμβαίνει μὲ τοὺς καθρέφτες ποὺ δέχονται πάνω τους τὸν ἥλιο καὶ δὲν ἐκπέμπουν δικό τους φῶς, ἀλλ’ ἀντανακλοῦν πρὸς τὰ πίσω τὸ ἡλιακὸ φῶς ἐξαιτίας τῆς λείας καὶ στιλπνῆς ἐπιφάνειάς τους. Αὐτοὶ ὅμως ποὺ βλέπουν τὰ πράγματα χωρίς νὰ τὰ ἐξετάσουν καλά, πιστεύουν ὅτι τὸ φῶς προέρχεται ἀπὸ τὴν ἴδια τὴ σελήνη.
»Ἀποδεικνύεται βέβαια ὅτι ἡ σελήνη δὲν ἔχει δικό της φῶς ἀπὸ τὸ ὅτι, ὅταν βρίσκεται ἐκ διαμέτρου ἀντίθετα στὸν ἥλιο, φωτίζεται σ’ ὅλο της τὸν κῦκλο ποὺ βλέπουμε ἐμεῖς· ἐπειδὴ ὅμως τὸ διάστημα ποὺ περιφέρεται εἶναι μικρότερο, κάνει πιὸ γρήγορα τὸν κῦκλο τοῦ ἑαυτοῦ της, προτοῦ ὁ ἥλιος κάνει τὸ δικό του μία φορά· ἔτσι περιτρέχει τὸν ἑαυτό της περισσότερο ἀπὸ δώδεκα φορές.
»Γι’ αὐτὸ συμβαίνει νὰ μὴν εἶναι γεμάτη πάντα μὲ φῶς ἡ σελήνη· διότι ἡ θέση της δὲν διατηρεῖται συνεχὼς ἀπέναντι στὸν ἥλιο λόγω τῆς ταχείας περιστροφῆς της. Ἐνῶ ὁ ἥλιος κάνει πολὺ χρόνο νὰ περιστραφεῖ γύρω ἀπὸ τὸν ἑαυτό του, ἡ σελήνη κάνει πολὺ λίγο καὶ περιστρέφεται πολλές φορές. Ἔτσι, ὅπως ἡ θέση ἀκριβῶς ἀπέναντι ἀπὸ τὸν ἥλιο, κάνει νὰ φωτίζεται ἀπὸ τὶς ἀκτῖνες του ὅλο τὸ μέρος τῆς σελήνης ποὺ βλέπουμε ἐμεῖς, ἔτσι καὶ ὅταν βρίσκεται στὰ πλάγια τοῦ ἥλιου, τότε τὸ ἡμισφαίριο τῆς σελήνης ποὺ βρίσκεται ἀπέναντι ἀπὸ τὸν ἥλιο δέχεται τὶς ἀκτῖνες του, ἐνῶ τὸ στραμμένο σὲ μᾶς ἀναγκαστικὰ βρίσκεται στὴ σκιά· ἡ λαμπρότητα ἀφαιρεῖται ἀπὸ τὸ μέρος ἐκεῖνο τῆς σελήνης ποὺ δὲν μπορεῖ νὰ βλέπει πρὸς τὸν ἥλιο καὶ δίνεται σ’ ἐκεῖνο τὸ μέρος ποὺ εἶναι πάντα ἀπέναντι ἀπὸ τὸν ἥλιο· ἔως ὅτου ἡ σελήνη περάσει κατευθείαν ἀπέναντι στὸν ἥλιο καὶ δεχθεῖ τὶς ἀκτῖνες του στὸ νότιο μέρος της, ὁπότε φωτίζεται τὸ πάνω ἀπ’ αὐτὸ ἡμισφαίριο καὶ γίνεται ἀόρατο τὸ δικό μας, διότι ἀπὸ τὴ φύση του τὸ δεύτερο εἶναι χωρίς φῶς. Τὸ φαινόμενο αὐτὸ λέγεται ὁλικὴ μείωση τοῦ σώματος τῆς σελήνης.
Ἐὰν πάλι περάσει τὸν ἥλιο στὴ διαδρομὴ τῆς κινήσεώς της καὶ δεχθεῖ πλάγια τὶς ἀκτῖνες του, τότε αὐτὸ ποὺ πρὶν λίγο ἦταν ἀφώτιστο ἀρχίζει νὰ λάμπει, διότι οἱ ἀκτῖνες πέφτουν ἀπὸ τὸ φωτισμένο στὸ πρώην ἀφώτιστο μέρος της.
»Βλέπεις πόσα πράγματα σοῦ διδάσκει ἡ ὄραση; Μόνη της δὲν θὰ σοῦ πρόσφερε τὴ γνώση ὅλων αὐτῶν, ἐὰν δὲν ὑπῆρχε κάτι ποὺ βλέπει μὲ τὰ μάτια· αὐτὸ χρησιμοποιεῖ τὰ δεδομένα τῶν αἰσθήσεων σὰν κάποιο ὁδηγὸ ὥστε νὰ εἰσέλθει μ’ αὐτὰ ποὺ βλέπει σ’ αὐτὰ ποὺ δὲν βλέπει. Πρέπει ἀκόμη νὰ προσθέσουμε τὶς γεωμετρικές μεθόδους, οἱ ὁποῖες μὲ τὰ φαινομενικὰ σχήματα μᾶς ὁδηγοῦν στὰ ὑπεραισθητά· καὶ πέρα ἀπ’ αὐτές μύρια ἄλλα, τὰ ὁποῖα ἀποδεικνύουν ὅτι μὲ τὶς σωματικές μας ἐνέργειες κατανοοῦμε τὴν κρυφὴ μέσα μας νοερὴ οὐσία».
«Τί, εἶπα ἐγώ, ἐὰν ὅπως εἶναι κοινὸ στοιχεῖο στὴ φύση τῶν αἰσθητῶν ἡ ὕλη ἀλλὰ καὶ ἡ διαφορὰ τῆς ὕλης σὲ κάθε εἶδος εἶναι μεγάλη ἐξαιτίας τῆς ἰδιαιτερότητας τῶν χαρακτηριστικῶν του καὶ ἡ κίνησή τους παρουσιάζει ἀντιθέσεις, διότι ἄλλο πάει πρὸς τὰ πάνω, ἄλλο πάλι πάει πρὸς τὰ κάτω καὶ τὸ εἶδος τους δὲν εἶναι τὸ ἴδιο καὶ ἡ ποιότητά τους διαφορετική, θὰ μποροῦσε νὰ πεῖ κάποιος ὅτι ἡ δύναμή τους εἶναι συσσωματωμένη σύμφωνα μὲ τὸ λόγο τους καὶ ἐνεργεῖ τὶς νοητικές αὐτές φαντασίες καὶ κινήσεις ἀπὸ τὴ φυσικὴ ἰδιότητα καὶ δύναμη τῶν στοιχείων;
»Παραδείγματα τέτοια βλέπουμε πολλὰ νὰ κάνουν οἱ μηχανικοί, οἱ ὁποῖοι μὲ τὴ τεχνική τους κάνουν τὴν ὕλη νὰ μιμεῖται τὴ φύση. Δὲν δείχνει τὴν ὁμοιότητα μόνο στὸ σχῆμα ἀλλὰ καὶ σὲ ἄλλα· διότι καὶ κινεῖται καὶ παράγει κάποιο φθόγγο, ὁ ὁποῖος ἠχεῖ στὸ φωνητικὸ μέρος τοῦ μηχανήματος καὶ πουθενὰ στὰ γινόμενα δὲν φανταζόμαστε κάποια νοητικὴ δύναμη ποὺ στὸ καθένα νὰ δημιουργεῖ τὸ σχῆμα, τὸ εἶδος, τὸν ἦχο καὶ τὴν κίνηση.
»Κι ἂν αὐτὰ λέμε ὅτι συμβαίνουν στὰ μηχανικὰ ὄργανα τῆς φύσεώς μας, χωρίς νὰ ὑπάρχει καμιὰ νοητικὴ οὐσία ποὺ νὰ εἶναι συνυφασμένη μὲ τὰ ἰδιαίτερα χαρακτηριστικά της· ἀλλὰ μὲ τὸ νὰ ὑπάρχει στὴ φύση τῶν στοιχείων μας κάποια δύναμη ποὺ δίνει κίνηση, καὶ ἀποτέλεσμα τῆς ἐνέργειάς της εἶναι τίποτε ἄλλο παρὰ μιὰ κίνηση ὁρμητικὴ ποὺ ἐνεργεῖ γιὰ νὰ γνωρίσει τὰ πράγματα ποὺ ἐρευνᾶ· μὲ αὐτὸ τὶ θὰ ἀποδεικνύονταν περισσότερο, ὅτι ἡ νοητὴ ἐκείνη καὶ ἀσώματη οὐσία τῆς ψυχῆς ὑπάρχει ἀφ’ ἑαυτοῦ της ἢ ὅτι δὲν ὑπάρχει καθόλου;».
Ἐκείνη εἶπε: «Τὸ παράδειγμά σου ταιριάζει μὲ τὰ ἐπιχειρήματά σου, ἀλλὰ ὅλη ἡ ἐπιχειρηματολογία τῆς ἀντιρρήσεως στὰ δικά μου ποὺ παρουσιάζεται, θ’ ἀποτελέσει μεγάλη ἐπιβεβαίωση τῶν ἀπόψεών μας».
«Πῶς ἰσχυρίζεσαι κάτι τέτοιο;».
«Διότι, ἀπαντᾶ ἐκείνη, τὸ νὰ γνωρίζεις νὰ χρησιμοποιεῖς καὶ νὰ διαθέτεις τὴν ἄψυχη ὕλη κάπως ἔτσι, ὥστε ἡ τέχνη ποὺ συγκροτεῖ τὰ μηχανήματα νὰ ἔχει σχεδόν τὴ θέση τῆς ψυχῆς στὴν ὕλη καὶ νὰ δημιουργεῖ μ’ αὐτὰ κίνηση, ἦχο, σχήματα καὶ τὶς παρόμοιες ἀπομιμήσεις, αὐτὸ ἀποτελεῖ ἀπόδειξη ὅτι κάτι τέτοιο ὑπάρχει καὶ στὸν ἄνθρωπο. Μ’ αὐτὸ παρουσιάζεται ὁ ἄνθρωπος, μὲ τὴ θεωρητικὴ καὶ ἐφευρετικὴ δύναμή του, νὰ ἐπινοεῖ μέσα του καὶ νὰ προκατασκευάζει μὲ τὴ σκέψη τὰ μηχανήματα· ἔπειτα, μὲ τὴν τέχνη, τὰ θέτει σὲ ἐνέργεια καὶ ὑλοποιεῖ ἐκεῖνο ποὺ εἶχε στὸ νοῦ του.
»Καὶ πρῶτα ἀντιλήφθηκε ὅτι εἶχε ἀνάγκη ἀπὸ ἀέρα γιὰ νὰ δημιουργήσει τὴν ἐκφώνηση. Ἔπειτα, γιὰ νὰ παράγει ἀέρα μὲ τὸ μηχάνημα, ἐξέτασε πρῶτα μὲ τὴ σκέψη καὶ ἐρεύνησε τὴ φύση τῶν στοιχεῖων· βρῆκε ὅτι δὲν ὑπάρχει κανένα κενὸ στὰ ὅντα, ἀλλὰ τὸ ἐλαφρύτερο θεωρεῖται κενὸ μόνο σὲ σύγκριση μὲ τὸ βαρύτερο. Διότι, καὶ ὁ ἴδιος ὁ ἀέρας στὴν ἰδιαίτερη ἰδιοσυστασία του εἶναι γεμᾶτος καὶ πλήρης. Καταχρηστικὰ μάλιστα λέμε ὅτι τὸ δοχεῖο εἶναι ἄδειο. Κι ὅταν εἶναι ἄδειο ἀπὸ τὸ ὑγρὸ περιεχόμενό του, ὁ μορφωμένος ἄνθρωπος πάλι θὰ πεῖ ὅτι εἶναι γεμᾶτο, ἀπὸ ἀέρα.
»Ἀπόδειξη αὐτοῦ ἀποτελεῖ καὶ τὸ ὅτι, ὅταν ρίξουμε ἕναν ἀμφορέα στὴ λίμνη, νὰ μὴ γεμίζει ἀμέσως νερὸ ἀλλὰ στὴν ἀρχὴ νὰ ἐπιπλέει· διότι ὁ περιεχόμενος ἀέρας συγκρατεῖ τὸ κοίλο δοχεῖο πρὸς τὰ πάνω, ἔως ὅτου πιεστεῖ ὁ ἀμφορέας ἀπὸ τὸ χέρι αὐτοῦ ποὺ ἀντλεῖ νερό· ἔτσι βυθίζεται, καὶ τότε γεμίζει νερὸ ἀπὸ τὸ στόμιο. Μ’ αὐτὰ ἀποδεικνύεται ὅτι τὸ δοχεῖο δὲν εἶναι κενὸ πρὶν γεμίσει μὲ νερό.
Στὸ στόμιο τοῦ δοχεῖου γίνεται ἕνα εἶδος μάχης μεταξὺ τῶν δύο στοιχεῖων· τὸ νερὸ ἀπὸ τὴ μιὰ σὰν βαρύτερο πιέζεται πρὸς τὰ κάτω καὶ ρέει μέσα στὸ δοχεῖο· κι ἀπὸ τὴν ἄλλη ὁ ἀέρας ποὺ βρίσκεται μέσα στὸ δοχεῖο, ἐπειδὴ πιέζεται ἀπὸ τὸ νερό, ἀνεβαίνει πρὸς τὸ ἴδιο στόμιο μὲ ὀρμὴ καὶ ἐμποδίζει τὴν εἴσοδο τοῦ νεροῦ· γι’ αὐτό, μὲ τὴ δύναμή του ὁ ἀέρας, κάνει τὸ νερὸ νὰ φουσκώνει καὶ ν’ ἀφρίζει.
»Ὅλα αὐτά, λοιπόν, τὰ κατανόησε ὁ ἄνθρωπος. Γι’ αὐτὸ ἐπινόησε τρόπο πῶς, μὲ τὰ στοιχεῖα τῆς φύσεως, θὰ εἰσέρχεται ὁ ἀέρας στὸ μηχάνημα. Κατασκεύασε ἕνα κοίλωμα ἀπὸ στερεὴ ὕλη καὶ περιόρισε ἀπ’ ὅλες τὶς πλευρές τὸν ἀέρα, νὰ μὴν μπορεῖ νὰ βγεῖ ἔξω. Ἔπειτα, ἔχυσε νερὸ ἀπὸ τὸ στόμιο στὸ κοίλωμα, ἀφοῦ τὸ μέτρησε νὰ εἶναι στὴν ἀπαιτούμενη ποσότητα· κατόπιν, δίνει μὲ τὸν παρακείμενο αὐλὸ διέξοδο στὸν ἀέρα ἀπὸ τὴν ἀντίθετη πλευρά· καὶ ὁ ἀέρας μὲ τὴν πίεση τοῦ νεροῦ γίνεται δυνατὸς ἄνεμος, ὁ ὁποῖος ἐξερχόμενος παράγει ἦχο μὲ τὴν κατασκευή τοῦ αὐλοῦ.
»Ἀποδεικνύεται, λοιπόν, ξεκάθαρα ἀπὸ τὰ φαινόμενα ὅτι ὑπάρχει μέσα στὸν ἄνθρωπο νοῦς, διαφορετικὸς ἀπὸ τὰ ὀρατά· ὁ νοῦς, μὲ τὴν ἀόρατη καὶ νοερὴ φύση του, προκατασκευάζει μὲ τὴν σκέψη του αὐτά (τὰ φαινόμενα) καὶ στὴ συνέχεια μὲ τὴν ὕλη παρουσιάζει πρὸς τὰ ἔξω ἐκεῖνα ποὺ σχεδίασε μὲ τὸ νοῦ του. Ἔτσι δὲν εἶναι;
»Διότι, ἐὰν, σύμφωνα μὲ ὅσα λένε οἱ ἀντιτιθέμενοι, ἦταν δυνατόν αὐτὰ τὰ θαυμαστὰ γεγονότα νὰ τ’ ἀποδώσουμε στὴ φύση τῶν στοιχείων, τότε ἀπὸ μόνα τους θὰ δημιουργοῦνταν τὰ μηχανήματα. Δὲν θὰ περίμενε ὁ χαλκὸς τὴν τέχνη γιὰ νὰ σχηματίσει ἄγαλμα, ἀλλὰ εὐθύς ἀπὸ τὴ φύση του θὰ γινόταν. Οὔτε ὁ ἀέρας θὰ χρειαζόταν τὸν αὐλὸ γιὰ νὰ παράγει ἦχο, ἀλλὰ πάντοτε ἀπὸ μόνος του θὰ τὸν παρῆγε μὲ τὴν ρέουσα κίνησή του. Οὔτε πάλι τὸ νερό, γιὰ νὰ τρέξει πρὸς τὰ πάνω, θὰ πιέζονταν ἀπὸ σωλῆνα μὲ τεχνικὴ πίεση ποὺ σπρώχνει τὸ νερὸ νὰ κινηθεῖ μὲ τρόπο ποὺ ξεπερνᾶ τὴ φύση του· ἀλλά, ἀπὸ μόνο του θ’ ἀνέβαινε τὸ νερὸ πρὸς τὸ μηχάνημα, γιατὶ θὰ τὸ ἔσπρωχνε πρὸς τὰ πάνω ἡ ἴδια ἡ φύση του.
»Ἐὰν, λοιπόν, τίποτε ἀπ’ αὐτὰ δὲν γίνεται αὐτόματα καὶ δὲν ἐνεργεῖ ἀπὸ τὰ ἴδια τὰ στοιχεῖα τῆς φύσεως, ἀλλὰ τὸ καθένα ἐνεργεῖται σύμφωνα μὲ τὴ θέληση, μὲ τὴ δύναμη τῆς τέχνης· καὶ τέχνη εἶναι διάνοια σταθερὴ ποὺ ἐνεργεῖ γιὰ κάποιο σκοπὸ μέσω τῆς ὕλης, ἐνῶ διάνοια εἶναι φυσικὴ κίνηση καὶ ἐνέργεια τοῦ νοῦ· ἐπομένως, ἀπέδειξε ἡ ἐξέταση τῶν ἀντιθέτων ἐπιχειρημάτων στὰ δικά μας, ὅτι ὁ νοῦς εἶναι κάτι τὸ διαφορετικὸ ἀπὸ τὰ φαινόμενα (ὀρατά)».
«Κι ἐγὼ παραδέχομαι, εἶπα, ὅτι ἔτσι ἔχουν τὰ πράγματα· δηλαδή, τὸ μὴ φαινόμενο δὲν εἶναι τὸ ἴδιο μὲ τὸ φαινόμενο. Όμως δὲν βρίσκω στὸ ἐπιχείρημα αὐτὸ τὴν ἀπάντηση ποὺ ζητώ. Διότι δὲν μου εἶναι ἀκόμη ξεκάθαρο, τὶ εἶναι ἐκεῖνο ποὺ πρέπει νὰ θεωροῦμε ὡς μὴ φαινόμενο. Ὅτι δὲν εἶναι ὕλη, τὸ ἔμαθα ἀπ’ ὅσα λέχθηκαν. Δὲν ἔμαθα ὅμως ἀκόμη τὶ ἀκριβῶς πρέπει νὰ λέω γι’ αὐτό. Καὶ θὰ ἐπιθυμοῦσα πολὺ περισσότερο νὰ μάθω τὸ ἑξῆς, τὶ εἶναι ἀκριβῶς καὶ ὄχι τὶ δὲν εἶναι».
Κι ἐκείνη ἀπάντησε: «Μαθαίνουμε πολλὰ γιὰ πολλὰ πράγματα μὲ τὸν ἑξῆς τρόπο· ἐξηγοῦμε ὅτι ὑπάρχει τὸ ζητούμενο, χωρίς νὰ λέμε ποτέ ὅτι αὐτὸ ἀκριβῶς εἶναι ἡ οὐσία τοῦ ζητουμένου. Ὅταν π.χ. λέμε κάποιον ἀπόνηρο τὸν παρουσιάζουμε ὡς ἀγαθό· λέγοντας κάποιον ἄνανδρο τὸν χαρακτηρίζουμε ὡς δειλό· καὶ πολλὰ παρόμοια παραδείγματα μποροῦμε ν’ ἀναφέρουμε. Με αὐτὰ ἢ παρουσιάζουμε τὴν πιὸ ὀρθὴ ἔννοια μὲ ἀποφατικὸ τρόπο (ἀναφέρουμε τὶ δὲν εἶναι) ἢ πάλι παρουσιάζουμε τὶς κακές ἔννοιες καὶ δείχνουμε τὸ κακὸ μὲ τὴν μὴ ἀναφορὰ τῶν καλῶν.
»Ἔτσι, λοιπόν, καὶ στὸν παρόντα λόγο ἐὰν κανεὶς κατανοήσει ἔτσι τὰ πράγματα, δὲν θὰ πέσει ἔξω στὴν ὀρθὴ ἔννοια αὐτοῦ ποὺ ψάχνει. Καὶ ψάχνει τὶ πρέπει νὰ πιστεύουμε ὅτι εἶναι ὁ νοῦς στὴν οὐσία του. Ἐκεῖνος λοιπόν ποὺ δὲν ἀμφιβάλλει ὅτι ὑπάρχει αὐτὸς (ὁ νοῦς) γιὰ τὸν ὁποῖο συζητᾶμε καὶ τὸ στηρίζει στὴν ἐνέργεια ποὺ δείχνει σὲ μας· ἀλλὰ ἐπιπλέον νὰ μάθει τὶ ἀκριβῶς εἶναι, θὰ ικανοποιούνταν ἐὰν μάθαινε ὅτι δὲν εἶναι αὐτὸ ποὺ γίνεται ἀντιληπτὸ μὲ τὶς αἰσθήσεις, ὅτι δὲν εἶναι χρῶμα ἢ σχῆμα ἢ σκληρὸ ἢ βάρος ἢ ποιότητα ἢ τρισδιάστατο, μῆτε καταλαμβάνει χώρο, μῆτε γενικὰ μπορεῖ νὰ γίνει ἀντιληπτὸ μὲ τὰ χαρακτηριστικὰ τῆς ὕλης ἢ εἶναι κάτι ἄλλο πέρα αὐτά».
Ἐγὼ τότε, ἐνῶ συνέχιζε αὐτὴ νὰ μιλάει, πετάχτηκα καὶ εἶπα: «Δεν γνωρίζω πῶς εἶναι δυνατόν, ἐὰν ὅλα αὐτὰ ἀφαιρεθοῦν ἀπὸ τὸν ὁρισμὸ (του νου), νὰ μὴν γίνεται νὰ ἐξαλειφθεῖ καὶ αὐτὸ ποὺ ζητάμε. Διότι, χωρίς αὐτά, ποὺ θὰ βασιστεῖ ἡ ἀντιληπτικὴ ικανότητα; Πουθενὰ δὲν βλέπω ἐγώ, σύμφωνα μὲ τὴν ἀντίληψή μου. Διότι παντοῦ, στὴν ἀναζήτηση τῶν ὅντων μὲ τὴν ἐρευνητικὴ ικανότητα τῆς διάνοιας, σχετικὰ μὲ τὸ ζητούμενο, ὅπως οἱ τυφλοὶ πιανόμαστε στοὺς τοίχους, γιὰ νὰ βροῦμε τὴν πόρτα· ἔτσι κι ἐδῶ ἀκουμπᾶμε σ’ ἕνα ἀπὸ ἀναφερθέντα στοιχεῖα, εἴτε εἶναι χρῶμα εἴτε σχῆμα εἴτε ποιότητα εἴτε κάτι ἄλλο ἀπ’ αὐτὰ ποὺ ἀπαρίθμησες παραπάνω. Ὅταν λοιπόν λέμε ὅτι τὸ ζητούμενο δὲν εἶναι κανένα ἀπ’ αὐτά, τότε ἀπὸ μικροψυχία ὁδηγούμαστε νὰ πιστεύουμε ὅτι αὐτὸ (ὁ νοῦς) δὲν εἶναι ἀπολύτως τίποτε».
Ἐκείνη στενοχωρήθηκε καὶ στὸ μέσο τοῦ λόγου μου εἶπε: «Τὶ ἀνοησία! Σὲ ποιὸ ἐπίπεδο πέφτει ἡ στενόμυαλη καὶ χαμηλὴ αὐτὴ ἀντίληψη γιὰ τὰ ὅντα! Διότι, ἂν ἀφαιρεθεῖ ἀπὸ τὰ ὄντα κάθε τὶ ποὺ δὲν γίνεται ἀντιληπτὸ μὲ τὶς αἰσθήσεις, τότε ἐκεῖνος ποὺ ἰσχυρίζεται κάτι τέτοιο πρέπει νὰ παραδεχτεῖ ὅτι δὲν ὑπάρχει οὔτε αὐτὴ ἡ δύναμη (Θεός) ποὺ ἐπιστατεῖ καὶ συγκρατεῖ τὰ ὅντα. Ἀλλά, ἀφοῦ μάθει ὅτι ἡ θεία φύση εἶναι ἀσώματη καὶ ἀόρατη, θὰ συμπεράνει σύμφωνα μ’ αὐτὴ τὴ συλλογιστικὴ ὅτι δὲν ὑπάρχει καὶ καθόλου. Ἐὰν ὅμως ἐκεῖ (στο Θεό), τὸ ὅτι δὲν ὑπάρχουν αὐτὰ τὰ χαρακτηριστικά, δὲν σημαίνει ὅτι καὶ Αὐτὸς δὲν ὑπάρχει, πῶς ὁ νοῦς τοῦ ἀνθρώπου ἀποκλείεται νὰ ὑπάρχει σὰν νὰ χάνεται μαζὶ μὲ τὶς σωματικές ἰδιότητες ποὺ ἀποκλείστηκαν»;
«Λοιπόν, εἶπα, μὲ τὴ σειρὰ αὐτὴ τῶν ἐπιχειρημάτων πηγαίνουμε ἀπὸ άτοπο σὲ άτοπο. Διότι τὰ ἐπιχειρήματα τοῦ λόγου μας στρέφονται γύρω ἀπὸ τὴν ταύτιση καὶ τοῦ δικοῦ μας νοῦ μὲ τὴ θεία φύση, ἀφοῦ νοοῦμε καὶ τὸν ἕνα καὶ τὴν ἄλλη μὲ τὴν ἀφαίρεση τῶν ἰδιοτήτων τῶν αἰσθήσεων».
Καὶ ἡ δασκάλα ἀπάντησε: «Μη λές ὅτι ταυτίζονται (ὁ νοῦς καὶ ὁ Θεός)· αὐτὸς ὁ λόγος εἶναι ἀσέβεια. Ἀλλά, ὅπως σὲ δίδαξε ἡ Ἁγία Γραφή, νὰ λές ὁτι αὐτὸς (ὁ νοῦς) εἶναι όμοιος μ’ ἐκεῖνον (τὸ Θεό). Διότι ἐκεῖνο ποὺ δημιουργήθηκε κατ’ εἰκόνα ἔχει ὁμοιότητα σὲ ὅλα μὲ τὸ ἀρχέτυπο: τὸ νοερὸ μὲ τὸ νοερό, τὸ ἀσώματο μὲ τὸ ἀσώματο· εἶναι ἀπαλλαγμένο ἀπὸ κάθε όγκο ὅπως ἐκεῖνο· καὶ δὲν μετριέται μὲ καμμία μέτρηση πάλι ὅπως ἐκεῖνο (αρχέτυπο)· ἀλλὰ στὴ φύση του εἶναι κάτι διαφορετικὸ ἀπὸ ἐκεῖνο.
»Διότι, ἂν ἦταν σὲ ὅλα ἴδιο μ’ ἐκεῖνο, δὲν θὰ ἦταν εἰκόνα του· ἀλλά, ὅπως στὶς ἰδιότητες τῆς ἀκτίστου φύσεως βλέπουμε ἐκεῖνο (τὸ κτιστό), παρόμοια καὶ ἡ κτιστὴ φύση δείχνει αὐτὸ (άκτιστο). Καὶ ὅπως πολλές φορές συμβαίνει σὲ μικρὸ γιάλινο κατασκεύασμα, ὅταν πέφτουν πάνω του οἱ ἀκτῖνες τοῦ ἥλιου, βλέπουμε ὅλο τὸ δίσκο τοῦ ἥλιου, ὄχι βέβαια στὸ πραγματικό τοῦ μέγεθος ἀλλ’ ὅσο τὸ μικρὸ μέγεθος τοῦ ἀντικειμένου ἐπιτρέπει τὴ θέα τοῦ ηλιακοῦ δίσκου· ἔτσι γίνεται νὰ καθρεφτίζονται στὰ μικρὰ όρια τῆς δικῆς μας φύσεως ἐκεῖνες οἱ ἀνείπωτες ἰδιότητες τοῦ Θεού· γίνεται ἔτσι, ὥστε ἡ σκέψη νὰ καθοδηγεῖται ἀπ’ αὐτές (θείες ἰδιότητες) καὶ νὰ μὴν ἀστοχεῖ νὰ κατανοήσει τὸ νοῦ στὴν οὐσία του, ἐπειδὴ καθαρίζεται στὴν πορεία τῆς ἔρευνάς της ἀπὸ τὶς σωματικές ἰδιότητες. Οὔτε πάλι νὰ ἐξισώνει τὴ μικρὴ καὶ πρόσκαιρη (ανθρώπινη) φύση μὲ τὴν ἀόρατη καὶ καθαρὴ (θεία) φύση· ἀλλά, νὰ θεωρεῖ ὅτι (ὁ νοῦς) ἔχει νοητὴ οὐσία. Ἐπειδὴ ὅμως αὐτὸς ἀποτελεῖ εἰκόνα νοητῆς οὐσίας, νὰ μὴν λέει ὅτι ταυτίζεται ἡ εἰκόνα μὲ τὸ ἀρχέτυπο.
»Συμβαίνει, λοιπόν, ὅπως μὲ τὴν ἄρρητη σοφία τοῦ Θεοῦ ποὺ φαίνεται παντού· δὲν ἀμφιβάλλουμε ὅτι ἡ θεία φύση καὶ δύναμη βρίσκεται μέσα σ’ ὅλα τὰ ὅντα, γιὰ νὰ διατηροῦνται αὐτὰ στὴν ὕπαρξη. Βέβαια, ἂν ἀπαιτούσες τὸν ὁρισμὸ τῆς θείας φύσεως, ἡ οὐσία τοῦ Θεοῦ ἀπέχει άπειρα ἀπὸ κάθε φαινόμενο καὶ νοούμενο τῆς κτίσεως. Παρ’ ὅλ’ αὐτὰ ὅμως, ὅλοι δέχονται ὅτι αὐτὸ ποὺ διαφέρει στὴ φύση (άκτιστο) βρίσκεται μέσα σ’ αὐτά (κτιστά).
»Ἔτσι, δὲν εἶναι καθόλου ἀπίστευτο ὅτι καὶ ἡ οὐσία τῆς ψυχῆς –η ὁποῖα ὁτιδήποτε κι ἂν ὑποθέτουμε ὅτι εἶναι, εἶναι κάτι ἄλλο καθ’ ἑαυτήν–, νὰ μὴ συναντᾶ ἐμπόδια ὑπάρξεως· παρόλο που, ὅσα στοιχειωδὼς παρατηροῦνται στὸν κόσμο, δὲν συμβαίνουν καὶ στὴ δική της φύση. Οὔτε στὰ ζωντανὰ σώματα στὰ ὁποῖα, ὅπως εἴπαμε παραπάνω, ἡ ὑπόσταση προέρχεται ἀπὸ τὴ σύγκραση τῶν στοιχείων, ὑπάρχει ἀπὸ τὴν πλευρὰ τῆς οὐσίας κάποια κοινωνία τῆς ἀπλῆς καὶ χωρίς μορφὴ ψυχῆς μὲ τὴν παχύτητα τοῦ σώματος. Όμως, δὲν ὑπάρχει καμιὰ ἀμφιβολία ὅτι καὶ σ’ αὐτά (τὰ σώματα) βρίσκεται ἡ ζωτικὴ ἐνέργεια τῆς ψυχῆς, ἡ ὁποῖα ἀναμίχθηκε μ’ αὐτὰ μὲ τρόπο ποὺ ξεπερνᾶ τὴν ἀνθρώπινη ἀντίληψη.
»Ἐπομένως, οὔτε ὅταν διαλυθοῦν μεταξύ τους τὰ στοιχεῖα ποὺ ἀποτελοῦν τὸ σῶμα, δὲν χάνεται αὐτὸ ποὺ τὰ συνδέει μὲ τὴ ζωτικὴ ἐνέργεια. Αλλ’ ὅπως, ὅταν τὸ συγκρότημα ποὺ ἀποτελεῖται ἀπὸ τὰ στοιχεῖα παίρνει τὴ σύστασή του, τότε καὶ τὸ κάθε στοιχεῖο τοῦ σώματος παίρνει τὴ δύναμη τῆς ψυχῆς· διότι ἡ ψυχὴ ἐξίσου καὶ μὲ όμοιο τρόπο εἰσέρχεται σὲ ὅλα τὰ μέρη ποὺ συναποτελοῦν τὸ σῶμα· καὶ κανεὶς δὲν μπορεῖ νὰ πεῖ (Γιὰ τὴν ψυχή) οὔτε ὅτι εἶναι στερεὴ καὶ σκληρὴ καθὼς εἶναι ἐνωμένη μὲ τὰ γεώδη στοιχεῖα, οὔτε ὅτι εἶναι ὑγρὴ ἢ ψυχρὴ ἢ ποιότητα ἀντίθετη στὴν ψυχρότητα· κι ὅλα αὐτά, παρόλο ποὺ βρίσκεται μέσα σ’ ὅλα αὐτά (τὰ στοιχεῖα) καὶ μεταδίδει στὸ καθένα τὴ ζωτική της δύναμη.
Ἔτσι, κι ὅταν διαλυθεῖ ἡ σύνθεση τοῦ σώματος καὶ τὰ στοιχεῖα του πηγαίνουν ὅπου ἀνήκουν, εἶναι εὔλογο νὰ θεωροῦμε ὅτι, καὶ μετὰ τὴ διάλυση, ἐκείνη ἡ ἀπλὴ καὶ ἀσύνθετη φύση (τῆς ψυχῆς) βρίσκεται σὲ κάθε διαλυόμενο μέρος. Καὶ εἶναι εὔλογο νὰ θεωροῦμε ὅτι (ἡ ψυχή), ποὺ συνδέθηκε άπαξ μὲ τρόπο ἀπερίγραπτο μὲ τὰ συστατικὰ στοιχεῖα τοῦ σώματος, θὰ παραμένει γιὰ πάντα μ’ αὐτὰ ποὺ ἀναμίχθηκε, χωρίς ν’ ἀποσπᾶται μὲ κανένα τρόπο μὲ τὴ μία καὶ μοναδικὴ ἔνωσή της (μὲ τὸ σῶμα). Διότι δὲν συμβαίνει, ἐπειδὴ διαλύεται ἡ σύσταση τῶν σωματικῶν στοιχείων, νὰ κινδυνεύει νὰ διαλυθεῖ ταυτόχρονα μαζὶ μὲ τὸ σύνθετο καὶ τὸ άμικτο καὶ ἀσύνθετο (τῆς ψυχῆς)».
Κι ἐγὼ εἶπα: «Κανεῖς βέβαια δὲν ἀντιλέγει ὅτι τὰ στοιχεῖα ἐνώνονται μεταξύ τους καὶ πάλι χωρίζονται, καὶ αὐτὸ ἀποτελεῖ τὴ σύσταση ἀλλὰ καὶ τὴ διάλυση τοῦ σώματος. Ἐπειδὴ μάλιστα αὐτὰ ἀπέχουν πολὺ μεταξύ τους καὶ διαφέρουν τὸ ἕνα ἀπο τὸ ἄλλο καὶ σχετικὰ μὲ τὴ θέση τους στὸ χώρο καὶ μὲ τὴ διαφορετικὴ καὶ ἰδιαίτερη ποιότητά τους· όταν, λοιπόν, συγκεντρωθοῦν μεταξύ τους ὅλα τὰ στοιχεῖα στὸ ὑποκείμενο, εἶναι ἐπόμενο νὰ ἔχουν σύμφυτη πρὸς αὐτὴ τὴν ἐνότητα τὴν ἴδια τὴ νοερὴ καὶ ἀδιαίρετη φύση, τὴν ὁποῖα τὴν ὀνομάζουμε ψυχή.
»Ὅταν ὅμως αὐτὰ τὰ στοιχεῖα χωριστοῦν μεταξύ τους καὶ πάει τὸ καθένα ἐκεῖ ποὺ ἡ φύση τὸ ὁδηγεί, τότε τὶ θὰ πάθει ἡ ψυχὴ ποὺ τὸ όχημά της (τὸ σῶμα) σκορπίσει σὲ πολλὰ σημεία; Συμβαίνει ό,τι μ’ ἕνα ναύτη, ποὺ διαλύεται τὸ πλοῖο του σὲ ναυάγιο· ἀδυνατεῖ νὰ κολυμπάει συγχρόνως σὲ ὅλα τὰ μέρη τοῦ πλοίου ποὺ σκόρπισαν σὲ πολλὰ σημεῖα τοῦ πελάγους· θὰ πιάσει ἐκεῖνο ποὺ θὰ τύχει μπροστά του καὶ τὰ ὑπόλοιπα θὰ τ’ ἀφήσει στὴν τύχη τῶν κυμάτων. Κατὰ τὸν ἴδιο τρόπο καὶ ἡ ψυχή, ἐπειδὴ ἀπὸ τὴ φύση της δὲν μπορεῖ νὰ διασπαστεῖ ἀνάλογα μὲ τὰ στοιχεῖα, ἀλλὰ καὶ ἐπειδὴ δὲν μπορεῖ ν’ ἀποχωριστεῖ τὸ σῶμα, πάντως σίγουρα θὰ προσδεθεῖ σ’ ἕνα ἀπὸ τὰ στοιχεῖα καὶ θὰ χωριστεῖ ἀπὸ τὰ ὑπόλοιπα. Μάλιστα, ἡ λογικὴ δὲν ἐπιτρέπει νὰ πιστεύουμε ὅτι ἡ ψυχὴ γίνεται λιγότερο ἀθάνατη ἐπειδὴ ζεῖ σ’ ἕνα στοιχεῖο, ἀλλὰ οὔτε κι ὅτι γίνεται θνητὴ ἐπειδὴ δὲν ζεῖ σὲ περισσότερα στοιχεῖα.
«Ἀλλά, λέει ἐκείνη, τὸ νοητὸ καὶ ἀδιάστατο οὔτε συστέλλεται οὔτε διαστέλλεται –διότι ἡ συστολὴ καὶ ἡ διαστολὴ εἶναι χαρακτηριστικὸ τῶν σωμάτων· καθόσον (ἡ ψυχή), σύμφωνα μὲ τὴν αΐδιο καὶ ἀσώματη φύση της, παραβρίσκεται ἐξίσου καὶ στὴ σύσταση τῶν στοιχείων γύρω στὸ σῶμα καὶ στὴ διάλυσή τους· οὔτε στενοχωρεῖται ὅταν τὰ στοιχεῖα συνθέτουν τὸ σῶμα οὔτε ὅταν διαλύονται στὰ οἰκεία τους καὶ γυρίζουν στὴ φύση ἀπ’ ὅπου προήλθαν· παρὰ τὸ ὅτι θεωρεῖται πολὺ μεγάλη ἡ ἀπόσταση μεταξὺ τῶν στοιχείων, λόγω τῆς ἐτερότητας τῆς φύσεώς τους.
»Διότι, πράγματι, εἶναι μεγάλη ἡ διαφορὰ τοῦ ἐλαφροῦ καὶ ἄδειου ἀπὸ τὸ βαρὺ καὶ στέρεο· τοῦ θερμοῦ ἀπὸ τὸ ψυχρό, τοῦ ὑγροῦ ἀπὸ τὸ ἀντίθετό του. Καμιὰ δυσκολία ὅμως δὲν ὑπάρχει στὸ νὰ βρίσκεται ἡ νοερὴ φύση σὲ καθένα ἀπ’ αὐτά, μὲ τὰ ὁποῖα μιὰ καὶ μοναδικὴ φορὰ ἐνώθηκε μὲ μίξη, καὶ δὲν κομματιάζεται ἐξαιτίας τῆς ἀντίθεσης τῶν στοιχείων μεταξύ τους.
»Δηλαδή, ἐπειδὴ θεωρεῖται ὅτι τὰ στοιχεῖα ἀπέχουν μεταξύ τους πολὺ καὶ τοπικὰ καὶ ποιοτικά, γι’ αὐτὸ δὲν κουράζεται ἡ ἀχώριστη φύση νὰ συνδέεται μ’ αὐτὰ ποὺ ἀπέχουν τοπικὰ μεταξύ τους. Ἐπειδὴ καὶ τώρα ἐπιτρέπεται στὸ νοῦ νὰ θεωρεῖ καὶ τὸν οὐρανὸ ἀλλὰ καὶ νὰ ἐπεκτείνεται στὰ πέρατα τοῦ κόσμου μὲ τὴν πολυπραγμοσύνη του· καὶ παρ’ ὅλ’ αὐτά, ἡ θεωρητικὴ δύναμη τῆς ψυχῆς μας, μὲ τὴν ἐπέκτασή της σὲ τόσο μεγάλες ἀπὁστάσεις, δὲν διασπάται.
»Ἐπομένως, κανένα ἐμπόδιο δὲν ὑπάρχει στὴν ψυχὴ νὰ παραβρίσκεται ἐξίσου στὰ στοιχεῖα τοῦ σώματος, καὶ ὅταν συγκροτοῦν τὴ σύνθεση καὶ ὅταν σκορπίζουν μὲ τὴ διάλυση. Ὅπως ἀκριβῶς συμβαίνει, ὅταν λειώνουν μαζὶ τὸ χρυσάφι καὶ τὸ ἀσήμι· ὑπονοεῖται ὅτι ὑπάρχει κάποια τεχνικὴ δύναμη ποὺ ἔλιωσε τὶς δύο ὕλες. Κι ὅταν πάλι μετὰ τὸ λιώσιμο ἡ μία ὕλη χωριστεῖ ἀπὸ τὴν ἄλλη, ἡ δύναμη τῆς τεχνικῆς διατηρεῖται ἐξίσου καὶ στὶς δύο· ἡ ὕλη, λοιπόν, χωρίστηκε, ἐνῶ ἡ τεχνικὴ δὲν ἀκολούθησε τὸ χωρισμὸ τῶν ὑλῶν. Διότι, πῶς θὰ διαιρεθεῖ τὸ ἀδιαίρετο;
»Κατὰ τὸν ἴδιο τρόπο καὶ ἡ νοερὴ φύση τῆς ψυχῆς συνυπάρχει μὲ τὰ στοιχεῖα ποὺ ἐνώνονται (στὸ σῶμα)· κι ὅταν αὐτὰ διαλυθοῦν, δὲν διασπᾶται ἀλλὰ διατηρεῖται σ’ αὐτά· μετὰ τὸ χωρισμό τους, ἐπεκτείνεται μαζί τους χωρίς νὰ διακόπτει τὴν ἐπαφὴ μ’ αὐτά, καὶ χωρίς νὰ κομματιάζεται σὲ μικρὰ τεμάχια ἀνάλογα μὲ τὸν ἀριθμὸ τῶν στοιχείων. Διότι ἡ διαίρεση ἀποτελεῖ χαρακτηριστικὸ γνώρισμα τῆς σωματικῆς καὶ διαιρετῆς φύσεως· ἐνῶ ἡ νοερὴ καὶ ἀχώριστη φύση δὲν ἐπιδέχεται τὶς ἰδιότητες τῆς διαίρεσης.
»Ὑπάρχει, ἐπομένως, ἡ ψυχὴ μέσα σ’ αὐτά, ποὺ μία καὶ μοναδικὴ φορὰ εἰσῆλθε· καὶ καμιὰ δύναμη δὲν τὴν ἀποσπὰ ἀπὸ τὴν ἔνωσή της μ’ αὐτά. Ποιὸ σκοτεινὸ σημεῖο, λοιπόν, ὑπάρχει σ’ αὐτά; Ὅτι τὸ ἀόρατο ἀνταλλάσσεται μὲ τὸ ορατό; Γιατὶ ἔχει ἐπηρεαστεῖ τόσο ἀρνητικὰ ὁ νοῦς σου πρὸς τὸ θάνατο;».
Ἐγὼ τότε, ἀφοῦ ἔλαβα ὑπόψη μου τὸν ὁρισμὸ γιὰ τὴν ψυχὴ ποὺ ἐκείνη προηγουμένως εἶχε πει, ἀπάντησα: «τὰ ἐπιχειρήματά σου δὲν μοῦ ἀπέδειξαν ἐπαρκῶς τὶς δυνάμεις ποὺ θεωροῦμε ὅτι κατέχει ἡ ψυχή. Ο ὁρισμὸς λέει ὅτι ἡ ψυχὴ εἶναι νοερὴ οὐσία καὶ ὅτι εἰσάγει στὸν οργανισμό τοῦ σώματος δύναμη ζωῆς γιὰ νὰ ἐνεργοῦν οἱ αἰσθήσεις. Διότι ἡ ἐνέργεια τῆς ψυχῆς δὲν περιορίζεται μόνο στὴν ἐπιστημονικὴ καὶ θεωρητικὴ ἔρευνα, ἐργαζόμενη μόνο στὰ όρια τῆς νοερῆς οὐσίας της· οὔτε πάλι χρησιμοποιεῖ τὶς αἰσθήσεις γιὰ νὰ ἐνεργεῖ μὲ αὐτές σύμφωνα μὲ τὰ όρια τῆς φύσεως. Ἀλλά, παρατηρεῖται στὴ φύση μεγάλη ἐνεργοποίηση τόσο τοῦ ἐπιθυμητικοῦ ὅσο καὶ τοῦ θυμικοῦ τῆς ψυχῆς. Ἐπειδὴ καὶ οἱ δύο (ενέργεια ἐπιθυμητικοῦ καὶ θυμικοῦ) ὑπάρχουν γενικὰ μέσα μας, παρατηροῦμε τὴν κίνηση τους νὰ προχωρεῖ σὲ ἐνέργειες μὲ πολλές καὶ ποικίλες διαφορές.
»Διότι βλέπουμε πολλές ἐνέργειες στὶς ὁποῖες αἴτιο εἶναι τὸ ἐπιθυμητικό· πολλές πάλι ἔχουν σὰν αἰτία τὸ θυμικό· οὔτε ὅμως τὸ ἕνα οὔτε τὸ ἄλλο εἶναι σῶμα. Τὸ ἀσώματο πάντως εἶναι νοερό· καὶ ὁ ὁρισμὸς χαρακτήρισε τὴν ψυχὴ νοερὸ πράγμα. Ἑπομένως, σύμφωνα μὲ τὸ συλλογισμό, ἀπὸ τὰ δύο άτοπα ἰσχύει τὸ ἕνα: ἢ τὸ θυμικὸ καὶ τὸ ἐπιθυμητικὸ ἀποτελοῦν ἄλλες ψυχές μέσα μας καὶ ἔχουμε ἀντὶ μία πολλές ψυχές ἢ ὅτι δὲν πρέπει νὰ θεωροῦμε καὶ τὸ διανοητικό μας ὡς ψυχή. Διότι, ἐὰν ἐφαρμόσουμε σὲ ὅλα ἐξίσου τὸ νοερό, ἢ θ’ ἀποδείξει ὅτι ὅλα αὐτὰ εἶναι ψυχές ἢ τὸ καθένα ἀπ’ αὐτὰ θὰ ἐξαιρεθεῖ ἐξίσου ἀπὸ τὴν ἰδιότητα τῆς ψυχῆς».
Ἐκείνη ἀπάντησε: «Κι ἄλλοι πολλοὶ ἤδη είχαν θέσει αὐτὸ τὸ ζήτημα· τώρα τὸ κάνεις καὶ συ· δηλαδή, τὶ τάχα πρέπει νὰ θεωροῦμε ὅτι εἶναι αὐτά, τὸ ἐπιθυμητικὸ καὶ τὸ θυμικό· ἢ ἔχουν τὴν ἴδια οὐσία μὲ τὴν ψυχὴ καὶ ἀμέσως μὲ τὴ δημιουργία της συνυπάρχουν μ’ αὐτήν ἢ εἶναι κάτι ἄλλο ἔξω ἀπ’ αὐτήν καὶ ὕστερα προστίθενται σὲ μᾶς (στην ψυχή μας).
»Όλοι βέβαια παραδέχονται ὅτι αὐτὰ φαίνονται νὰ συνυπάρχουν στὴν ψυχή. Δὲν ἔχει βρει ὅμως ἀκόμη ἡ λογικὴ σκέψη τὶ πρέπει νὰ πιστεύουμε γι’ αὐτά, ἔτσι ὥστε νὰ ἔχουμε ἀποκρυσταλωμένη τὴν ἀντίληψη τους. Διότι οἱ περισσότεροι ἀμφιταλαντεύονται ἀκόμη σὲ πλανεμένες καὶ διαφορετικές γι’ αὐτὰ ἀντιλήψεις.
»Ἐὰν γιὰ μᾶς ἀρκοῦσε γιὰ ἀπόδειξη τῆς ἀλήθειας ἡ κοσμικὴ φιλοσοφία, ἡ ὁποῖα ἐξετάζει ὅλα αὐτὰ μεθοδικά, θὰ ἦταν ίσως περιττὸ νὰ θέτουμε γιὰ συζήτηση τὸ θέμα τῆς ψυχῆς. Σ’ ἐκείνους ὅμως ἡ θεωρία γιὰ τὴν ψυχὴ προήλθε ἐλεύθερα, ὅπως τοὺς φαινόταν ὀρθό· ἐμεῖς ὅμως δὲν ἔχουμε μιὰ τέτοιου εἴδους ἐξουσία ἐλευθερίας, νὰ λέμε δηλαδὴ ό,τι θέλουμε· διότι χρησιμοποιοῦμε ὡς κανόνα καὶ νόμο κάθε δόγματος τὴν Ἁγία Γραφή. Ὑποχρεωτικὰ ἀνατρέχουμε σ’ αὐτήν· καὶ δεχόμαστε μόνον ό,τι εἶναι σύμφωνο μὲ τὸν σκοπὸ ὅσων αὐτὴ καταγράφει.
»Παραμερίζουμε, λοιπόν, τὸ πλατωνικὸ ἄρμα καὶ τὴν ὑποζευγμένη σ’ αὐτὸ δυάδα τῶν ἀλόγων, τὰ ὁποῖα δὲν ἔχουν ὀρμές τὸ ἕνα ἔναντι τοῦ ἄλλου οὔτε ἔχουν τὸν ἁρματηλάτη πάνω σ’ αὐτά· εἶναι ὅλα ἐκεῖνα μὲ τὰ ὁποῖα αὐτὸς (ὁ Πλάτων) φιλοσοφεῖ παραβολικὰ γιὰ τὴν ψυχή.
»Ἂς παραμερίσουμε, ἐπίσης, τὶς ἀρχές ποὺ ἐφαρμόζει ὁ μετὰ ἀπὸ ἐκεῖνον (τον Πλάτωνα) φιλόσοφος (ἐννοεῖ, τὸν Αριστοτέλη), ποὺ παρακολουθεῖ μεθοδικὰ τὰ φαινόμενα καὶ ἐξετάζει μὲ ἐπιμέλεια τὸ προκείμενο θέμα μας· βάσει αὐτῶν αποφάνθηκε ὅτι ἡ ψυχὴ εἶναι θνητή. Ἂς παραμερίσουμε καὶ ὅλους τοὺς φιλοσόφους, τοὺς πρὶν καὶ μετὰ ἀπ’ αὐτούς, ποὺ φιλοσόφησαν εἴτε μὲ πεζὸ λόγο εἴτε μὲ ποιητικό, μὲ ρυθμὸ καὶ μέτρο. Ἂς θέσουμε κριτήριο τοῦ λόγου μας τὴ θεόπνευστη Ἁγία Γραφή, ἡ ὁποῖα ἀποφαίνεται ὅτι δὲν ὑπάρχει καμία ἐξαιρετικὴ ἰδιότητα τῆς ψυχῆς ποὺ νὰ μὴν εἶναι καὶ ἰδιότητα τῆς φύσεως τοῦ Θεοῦ.
»Ἐκεῖνος μάλιστα ποὺ εἶπε ὅτι ἡ ψυχὴ ἀποτελεῖ ὀμοίωμα τοῦ Θεοῦ, διακήρυξε ἐπίσης ὅτι, ό,τι εἶναι ξένο πρὸς τὸ Θεό, αὐτὸ βρίσκεται καὶ ἔξω ἀπὸ τὴν ψυχή. Διότι, ὅπου ὑπάρχει παραλλαγή, δὲν διατηρεῖται ἡ ὁμοιότητα. Ἐπειδή, λοιπόν, δὲν βλέπουμε νὰ ὑπάρχει κανένα ἀπ’ αὐτὰ στὴ φύση τοῦ Θεοῦ, μπορεῖ κανεὶς νὰ συμπεράνει ὅτι αὐτὰ οὔτε καὶ μὲ τὴν οὐσία τῆς ψυχῆς συνυπάρχουν.
»Ἡ ἔρευνα τῶν δικῶν μας δογμάτων, μὲ τὴ διαλλεκτικὴ μέθοδο τῆς ἐπιστήμης τοῦ συλλογισμοῦ καὶ τῆς ἀναλύσεως, ἀποτελεῖ σὰν τέτοιο εἶδος συλλογισμοῦ σαθρὸ καὶ ὕποπτο μέσο γιὰ ἀπόδειξη τῆς ἀλήθειας, καὶ θὰ τὴν ἀφήσουμε στὴν ἄκρη. Διότι εἶναι σὲ ὅλους φανερὸ ὅτι ἡ διαλλεκτικὴ μέθοδος ἔχει ίση ικανότητα καὶ στὰ δύο, τόσο γιὰ ν’ ἀνατρέπει τὴν ἀλήθεια, ὅσο καὶ γιὰ νὰ καταδικάζει τὸ ψέμα. Γι’ αὐτὸ πολλές φορές, ὅταν ἡ ἴδια ἡ ἀλήθεια ἀποδεικνύεται μὲ μιὰ τέτοια μέθοδο, τὴν ὑποψιαζόμαστε, διότι αὐτὴ ἡ φοβερὴ μεθοδολογία ἐξαπατὰ τὴ διάνοιά μας καὶ τὴν κάνει νὰ χάνει τὴν ἀλήθεια.
»Ἐὰν πάλι κάποιος μᾶς παρουσίαζε ἀπλὸ καὶ ἀστόλιστο συλλογισμό, θ’ ἀπαντήσουμε παρουσιάζοντας κατὰ τὸ δυνατόν, σύμφωνα μὲ τὴ διδασκαλία τῆς Ἁγίας Γραφῆς, τὴν θεωρία γι’ αὐτά. Τὶ ἐννοοῦμε μ’ αὐτὸ ποὺ λέμε; Ὅτι τὸ λογικὸ αὐτὸ ον, ὁ ἄνθρωπος, εἶναι δεκτικὸς καὶ τῆς νόησης καὶ τῆς ἐπιστήμης· μᾶς τὸ βεβαιώνουν οἱ φιλόσοφοι τῆς κοσμικῆς σοφίας. Καὶ δὲν θὰ όριζε ἔτσι τὴ φύση μας ὁ ὁρισμὸς (τῆς ψυχῆς), ἐὰν θεωροῦσε τὸ θυμικὸ καὶ τὸ ἐπιθυμητικὸ καὶ ὅλα τὰ παρόμοια συνουσιωμένα στὴ φύση μας. Άλλωστε, δὲν θὰ μποροῦσε νὰ δοθεῖ ὁρισμὸς κάποιου ὑποκειμένου, ἐὰν τὸ κοινὸ χαρακτηριστικὸ οριζόταν σὰν ἰδιαίτερο.
»Ἐπειδή, λοιπόν, καὶ τὸ ἐπιθυμητικὸ καὶ τὸ θυμικὸ ὑπάρχουν ἐξίσου τόσο στὴν ἄλογη ὅσο καὶ στὴ λογικὴ φύση, δὲν θὰ ἦταν εὔλογο νὰ θεωρήσει κάποιος τὸ κοινὸ χαρακτηριστικὸ ὡς ἰδιαίτερο. Καὶ ό,τι εἶναι περιττὸ καὶ ἀπορριπτέο γιὰ ὁρισμὸ τῆς φύσεως, πῶς παρουσιάζεται ὡς μέρος τῆς φύσεως καὶ ἰσχύει ἀνατρέποντας τὸν ὁρισμό; Διότι, κάθε ὁρισμὸς τῆς φύσεως ἀναφέρεται στὸ ἰδιαίτερο χαρακτηριστικό τοῦ ὑποκειμένου. Καὶ ό,τι δὲν εἶναι ἰδιαίτερο χαρακτηριστικό, βγαίνει ἔξω ἀπὸ τὸν ὁρισμὸ σὰν ξένο.
Καὶ βέβαια, ὅλοι παραδέχονται ὅτι ἡ ἐνέργεια τοῦ θυμικοῦ καὶ ἐπιθυμητικοῦ εἶναι κοινὴ καὶ στὴν ἄλογη καὶ στὴ λογικὴ φύση. Καὶ κάθε κοινὸ δὲν ταυτίζεται μὲ τὸ ἰδιαίτερο χαρακτηριστικό. Εἶναι ἐπομένως ὀρθό, αὐτά (τὰ δύο) νὰ μὴν προσμετρώνται στὰ διακριτικὰ γνωρίσματα ποὺ χαρακτηρίζουν τὴν ἀνθρώπινη φύση. Ἀλλά, ὅπως ἀκριβῶς ὅταν δεῖ κανεὶς στὴ φύση μας τὸ χαρακτηριστικὸ τῆς αἰσθήσεως, τῆς θρέψεως καὶ τῆς αὐξήσεως δὲν καταργεῖ μ’ αὐτὰ τὸν ὁρισμὸ τῆς ψυχῆς (ότι τάχα δὲν συμπεριλαμβάνονται) –διότι δὲν σημαίνει ὅτι, ἐπειδή κάποιο ὑπάρχει στὴν ψυχή, τὸ ἄλλο δὲν ὑπάρχει–· ἔτσι, κι ὅταν κατανοήσει τὶς σχετικές μὲ τὸ θυμικὸ καὶ ἐπιθυμητικὸ κινήσεις τῆς φύσεώς μας, δὲν θὰ ἦταν εὔλογο ν’ ἀρνηθεῖ τὸν ὁρισμό, ὅτι τάχα ορίζει ἐλλειπὼς τὴ φύση τῆς ψυχῆς μας».
Ρώτησα τότε κι ἐγὼ στὴ δασκάλα: «Τί, λοιπόν, πρέπει νὰ γνωρίζουμε γι’ αὐτά; Διότ δὲν εἶμαι σὲ θέση νὰ κατανοήσω, πῶς εἶναι δυνατόν νὰ δεχθῶ ὡς ξένα στὴ φύση μας ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα ὑπάρχουν μέσα μας».
«Βλέπεις, μου ἀπάντησε ἐκείνη, ὅτι ὑπάρχει μάχη τοῦ νοῦ πρὸς αὐτὰ καὶ προσπάθεια ν’ ἀπομονωθεῖ, ὅσο εἶναι δυνατόν, ἡ ψυχὴ ἀπ’ αὐτά. Καὶ ὑπάρχουν ὁρισμένοι ποὺ (το) κατόρθωσαν (την ἀπομόνωση), ὅπως ἀκοῦμε π.χ. γιὰ τὸ Μωϋσή, ὅτι ἦταν ἐκεῖνος ἀνώτερος καὶ τοῦ θυμοῦ καὶ τῆς ἐπιθυμίας. Καὶ τὰ δύο τὰ μαρτυρεῖ γι’ αὐτόν ιστορία, ὅτι δηλαδὴ ἦταν πράος περισσότερο ἀπὸ κάθε ἄνθρωπο –με τὴν πραότητα μάλιστα ἡ αοργησία δείχνει καὶ τὴν ἀποχὴ ἀπὸ τὸ θυμό– καὶ ὅτι, ἐπίσης, δὲν ἐπιθύμησε τίποτε ἀπ’ ὅσα βλέπουμε στοὺς περισσότερους ἀνθρώπους νὰ κινεῖ τὸ ἐπιθυμητικό.
»Κι αὐτὸ δὲν θὰ γινόταν, ἐὰν αὐτὰ ἦταν ἴδια τῆς φύσεως καὶ ὑπαγόταν στὴν οὐσία τοῦ ἀνθρώπου. Διότι δὲν μπορεῖ αὐτὸς ποὺ βγήκε ἔξω ἀπὸ τὴ φύση νὰ παραμένει καὶ στὴν ὕπαρξη. Ἑπομένως, ἐὰν ὁ Μωϋσῆς ἦταν στὴν ὕπαρξη ἀλλὰ δὲν ἦταν μέσα σ’ αὐτά, αὐτὸ σημαίνει ὅτι αὐτὰ εἶναι κάτι ἄλλο καὶ ὄχι φύση. Διότι, ἐὰν πράγματι φύση εἶναι αὐτὸ μὲ τὸ ὁποῖο κατανοεῖται ἡ ὕπαρξη τῆς οὐσίας, ἐνῶ ἡ ἀποξένωση ἀπὸ ἐκεῖνα (θυμὸ καὶ ἐπιθυμία) ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὴ διάθεσή μας, τότε ὁ ἀφανισμὸς τους δὲν εἶναι μόνον ἔλλειψη ζημίας ἀλλὰ καὶ κέρδος γιὰ τὴ φύση. Εἶναι, λοιπόν, φανερὸ ὅτι αὐτὰ τὰ πάθη τῆς φύσεως ἔρχονται ἀπέξω καὶ δὲν εἶναι οὐσία της. Διότι οὐσία εἶναι ἐκεῖνο τὸ ὁποῖο ὑπάρχει.
»Πολλοὶ θεωροῦν ὅτι ὁ θυμὸς εἶναι ἀποτέλεσμα ἐξάψεως τοῦ αἴματος γύρω ἀπὸ τὴν καρδιά. Άλλοι πάλι νομίζουν ὅτι εἶναι ἔνστικτο ἄμυνας στὴ λύπη ποὺ προκαλεῖ πρώτος ὁ ἄλλος. Καὶ ὅπως ἐμεῖς πιστεύουμε, θυμὸς εἶναι ἡ ὀρμὴ γιὰ κακοποίηση ἐκεῖνου ποὺ μᾶς ἐξόργισε. Τίποτε ὅμως ἀπ’ αὐτὰ δὲν συμφωνεῖ μὲ τὸν ὁρισμὸ τῆς ψυχῆς.
»Κι ἂν δώσουμε μὲ τὴ σειρά της τὸν ὁρισμὸ τῆς ἐπιθυμίας, θὰ λέγαμε ὅτι εἶναι ἀναζήτηση ἐκεῖνου ποὺ λείπει, ἢ πόθος γιὰ ἀπόλαυση ηδονῶν, ἢ λύπη γιὰ τὴν κατοχὴ τῶν ἐπιθυμητῶν, ἢ κάποια σχέση μὲ τὸ εὐχάριστο ἀπὸ τὸ ὁποῖο ὅμως ἀπουσιάζει ἡ ἀπόλαυση. Ὅλα αὐτὰ καὶ τὰ παρόμοια φανερώνουν βέβαια τὸν ὁρισμὸ τῆς ἐπιθυμίας, ἀλλὰ δὲν συνδέονται μὲ τὸν ὁρισμὸ τῆς ψυχῆς.
»Ἀλλὰ καὶ ὅσα ἄλλα παρατηροῦνται στὴν ψυχὴ καὶ βρίσκονται σὲ ἀντίθεση μεταξύ τους, ὅπως ἡ δειλία καὶ τὸ θάρρος, ἡ λύπη καὶ ἡ ἡδονή, ὁ φόβος καὶ ἡ ἀφοβία καὶ ὅλα τὰ παρόμοια, ποὺ τὸ καθένα φαίνεται νὰ ἔχει σχέση μὲ τὸ ἐπιθυμητικὸ ἢ τὸ θυμικό, παρουσιάζουν τὴ φύση τους μὲ ἰδιαίτερο ὁρισμό.
»Διότι τὸ θάρρος καὶ ἡ ἀφοβία δηλώνουν κάποια ἔνταση τῆς ὀρμῆς τοῦ θυμού· ἐνῶ ἡ σχέση ποὺ βασίζεται στὴ δειλία καὶ τὸ φόβο παρουσιάζει ἐλάττωση καὶ ὕφεση τῆς ὀρμῆς τοῦ ἴδιου (θυμοῦ). Ἡ λύπη πάλι ἔχει τὸ περιεχόμενό της καὶ ἀπὸ τὰ δύο. Διότι ἡ ἀτονία τοῦ θυμοῦ σ’ αὐτόν ποὺ ἀδυνατεῖ νὰ ἐκδικηθεῖ ὅσους τὸν λύπησαν καταντᾶ λύπη· τὸ ἴδιο καὶ οἱ ἀνεκπλήρωτες ἐπιθυμίες καὶ ἡ στέρηση τῶν ποθητῶν δημιουργεῖ στὴν ψυχὴ τὴ γνωστὴ σκυθρωπὴ διάθεση. Καὶ τὸ ἀντίθετο τῆς λύπης, ἐννοῶ τὴν ἔννοια τῆς ἡδονῆς, μοιράζεται ἐξίσου κι αὐτὴ ἀνάμεσα στὸ θυμὸ καὶ τὴν ἐπιθυμία. Διότι ἡ ηδονὴ ἐξουσιάζει τὸ καθένα ἀπ’ αὐτὰ ἐξίσου.
»Ὅλα αὐτὰ καὶ ἔχουν σχέση μὲ τὴν ψυχή, καὶ ψυχὴ δὲν εἶναι· ἀλλὰ εἶναι σὰν κάποιες μυρμηγκιές ποὺ φυτρώνουν στὸ διανοητικὸ μέρος τῆς ψυχῆς. Θεωροῦνται βέβαια μέρη τῆς ψυχῆς, ἐπειδὴ ἐμφανίζονται μ’ αὐτήν· πλην ὅμως, δὲν εἶναι ἐκεῖνο τὸ ὁποῖο εἶναι ἡ ψυχὴ στὴν οὐσία της».
Ἀνταπαντῶ τότε στὴν παρθένο: «Κι ὅμως βλέπουμε ὅτι ἡ συνεισφορὰ αὐτῶν (θυμοῦ καὶ ἐπιθυμίας) γιὰ τὴν πρόοδο τῶν ἐναρέτων δὲν εἶναι μικρή. Στόν Δανιήλ, γιὰ παράδειγμα, ἡ ἐπιθυμία ἔγινε ἔπαινος· καὶ ὁ Φινεές μὲ τὸ θυμὸ ἐξιλέωσε τὸ Θεό. Μάθαμε ἀκόμη ὅτι ὁ φόβος ἀποτελεῖ τὴν ἀρχὴ τῆς σοφίας· καὶ ἀκούσαμε ἀπὸ τὸν Παύλο ὅτι τὸ τέρμα τῆς κατὰ Θεόν λύπης εἶναι ἡ σωτηρία. Τὸ Εὐαγγέλιο, ἐπίσης, μᾶς νουθετεῖ νὰ περιφρονοῦμε τὰ δεινὰ Καὶ τὸ νὰ μὴ φοβόμαστε τὴν περιφρόνηση τίποτε ἄλλο δὲν τὸ ἐξασφαλίζει ἀπὸ τὸ θάρρος, τὸ ὁποῖο ἡ Σοφία τὸ κατατάσσει ἀνάμεσα στὰ ἀγαθά. Φανερώνει, λοιπόν, ὁ λόγος μ’ αὐτὰ τὰ παραδείγματα ὅτι δὲν πρέπει νὰ θεωροῦμε αὐτά (τὸ θυμὸ καὶ τὴν ἐπιθυμία) ὡς πάθη· διότι τὰ πάθη δὲν συντελοῦν στὴν ἐπιτυχία τῆς ἀρετῆς».
Καὶ ἡ δασκάλα μου εἶπε: «Μου φαίνεται ὅτι ἐγὼ εἶμαι ἡ ὑπεύθυνη γιὰ τὴ σύγχυση ποὺ παρουσιάζουν οἱ σκέψεις σου· διότι, δὲν ἔκανα διάκριση στὸ λόγο μου γι’ αὐτά, ὥστε νὰ μπει κάποια τάξη στὴν ἔκθεση τῆς θεωρίας. Τώρα ὅμως, ὅσο εἶναι δυνατό, πρέπει νὰ βάλουμε κάποια τάξη στὴ συζήτηση, ὥστε νὰ προχωρεῖ μὲ συνέπεια ἡ θεωρία καὶ νὰ μὴν προβάλλονται πλέον τέτοιες ἀντιθέσεις στὶς θέσεις μας.
»Ἰσχυριζόμαστε, λοιπόν, ὅτι ἡ θεωρητική, διακριτικὴ καὶ ἐποπτικὴ τῶν ὅντων δύναμη τῆς ψυχῆς εἶναι οἰκεία καὶ φυσικὴ ἰδιότητά της· καὶ μὲ τὴ θεία χάρη, διατηρεῖ μὲ αὐτές (τις δυνάμεις) μέσα της τὴν εἰκόνα (τοῦ Θεοῦ). Ἐπειδὴ καὶ τὸ Θεὸ –ό,τι κι ἂν εἶναι στὴ φύση του–, τὸν στοχάζεται ὁ νοῦς νὰ ὑπάρχει μὲ αὐτές (τις δυνάμεις): νὰ ἐποπτεύει, δηλαδή, τὸ σύμπαν καὶ νὰ διακρίνει τὸ καλὸ ἀπὸ τὸ κακό.
»Ὅσα πάλι βρίσκονται στὸ σύνορο τῆς ψυχῆς, ἔχουν ἀπὸ τὴ φύση τους τὴ ροπὴ πρὸς κάθετι τὸ ἀντίθετο. Καὶ ἡ χρήση τους φέρνει ἀποτέλεσμα ἢ πρὸς τὸ καλὸ ἢ πρὸς τὸ κακό· γιὰ παράδειγμα, ὁ θυμός, ὁ φόβος ἢ κάποιο ἄλλο παρόμοιο. Ὅλα αὐτὰ ἀποτελοῦν κινήσεις τῆς ψυχῆς· χωρίς αὐτές δὲν μποροῦμε νὰ θεωρήσουμε ὅτι ὑπάρχει ἀνθρώπινη φύση. Πιστεύουμε ὅτι αὐτές εἰσήλθαν ἀπέξω στὴν ψυχή· διότι, ἡ ἀρχέτυπη ὀμορφιά (ὁ Θεός) δὲν ἔχει μέσα της καμιὰ τέτοια ἰδιότητα. Ο λόγος, λοιπόν, γι’ αὐτὰ ὅλα ἂς θεωρηθεῖ ὡς ἄσκηση, ποὺ θὰ ξεφεύγει ἀπὸ τὶς ἐπιρροές ὅσων ἀκοῦν κακοπροαίρετα, γιὰ νὰ συκοφαντοῦν.
»Ἡ Ἁγία Γραφὴ διηγεῖται ὅτι ὁ Θεὸς προχώρησε στὴ δημιουργία τοῦ ἀνθρώπου μὲ μέθοδο καὶ συνεπὴ τάξη. Ἀφοῦ δημιουργήθηκε τὸ σύμπαν, ὅπως τὸ διηγεῖται ἡ ιστορία, δὲν παρουσιάζεται εὐθύς ἀμέσως ὁ ἄνθρωπος στὴ γῆ· ἀλλὰ προηγήθηκε ἀπ’ αὐτόν ἡ δημιουργία τῆς φύσεως τῶν ζώων· καὶ πρὶν ἀπὸ ἐκείνα, τὰ φυτά. Μ’ αὐτὴ τὴ σειρὰ δείχνει, νομίζω, ὁ λόγος ὅτι ἡ ζωτικὴ δύναμη ἐνώνεται μὲ τὴ σωματικὴ φύση μὲ ορισμένη διαβάθμιση: πρῶτα παρουσιάζεται σ’ ὅσα δὲν ἔχουν αἰσθήσεις, ἔπειτα προχωρεῖ σ’ ὅσα ἔχουν (αισθήσεις) και, τέλος, ἀνεβαίνει στὰ νοερὰ καὶ λογικὰ ὅντα.
»Ἐπομένως, ἀπὸ τὰ ὄντα ἄλλα εἶναι σωματικὰ καὶ ἄλλα νοερά· καὶ ἀπὸ τὰ σωματικὰ ἄλλα εἶναι ἔμψυχα καὶ ἄλλα ἄψυχα. Έμψυχα ἐννοῶ αὐτὰ ποὺ μετέχουν στὴ ζωή· κι ἀπὸ τὰ ζωντανὰ ἄλλα ἔχουν αἰσθήσεις κι ἄλλα στεροῦνται. Απ’ ὅσα πάλι ἔχουν αἰσθήσεις, ἄλλα εἶναι λογικὰ καὶ ἄλλα ἄλογα.
»Ἐπειδὴ ὅμως ἡ ζωὴ τῶν αἰσθήσεων δὲν μπορεῖ νὰ ὑπάρχει χωρίς τὴν ὕλη, οὔτε ὁ νοῦς μὲ ἄλλο τρόπο στὸ σῶμα παρὰ ἐὰν συνυπάρχουν καὶ οἱ αἰσθήσεις, γι’ αὐτούς τοὺς λόγους περιγράφεται τελευταία ἡ δημιουργία τοῦ ἀνθρώπου· διότι αὐτὸς συμπεριλαμβάνει ὅλες τὶς βαθμίδες τῆς ζωῆς ποὺ παρατηροῦνται καὶ στὰ φυτὰ ἀλλὰ καὶ στὰ ἄλογα ὅντα. (Ὁ ἄνθρωπος ἔχει) τὴ θρεπτικὴ καὶ αὐξητικὴ δύναμη ἀπὸ τὴ ζωὴ τῶν φυτῶν· διότι μπορεῖ νὰ δοῦμε τὶς δυνάμεις αὐτές καὶ στὰ φυτά, ποὺ παίρνουν τὴν τροφὴ ἀπὸ τὶς ρίζες καὶ τὴν ἀποβάλλουν μὲ τοὺς καρπούς καὶ τὰ φύλλα. Την αἰσθητικὴ δύναμη τὴν ἔχει (ὁ ἄνθρωπος) ἀπὸ τὰ ζώα. Ἡ διανοητικὴ ὅμως καὶ ἡ λογικὴ δύναμη, ποὺ εἶναι μοναδικές ἰδιότητες, παρατηροῦνται μόνον σ’ αὐτήν τὴν (ἀνθρώπινη) φύση.
»Ἀλλὰ ἡ φύση ἔχει καὶ τὴν ἐλκυστικὴ ἐπιθυμία γιὰ τὰ ἀπαραίτητα τῆς ὑλικῆς ζωῆς· αὐτήν στὴν περίπτωσή μας τὴν ὀνομάζουμε όρεξη. Καὶ αὐτὴ ὅμως λέμε ὅτι ἀνήκει στὴ βαθμίδα τῆς φυτικῆς ζωῆς. Διότι καὶ στὰ φυτὰ μπορεῖ νὰ δοῦμε ἕνα εἶδος ὀρμῶν ποὺ ἐνεργοῦν μὲ τρόπο φυσικό, γιὰ νὰ ικανοποιήσουν τὸν ἑαυτό τους καὶ νὰ οργιάζουν ἀπὸ βλάστηση. Ἔτσι, καὶ ὅσα χαρακτηρίζουν τὴν ἄλογη φύση ἀναμειγνύονται καὶ μὲ τὴ νοερὴ φύση τῆς ψυχῆς.
»Ἄλλα, λέει (ἡ δασκάλα) ἔχουν θυμό, ἄλλα φόβο καὶ ἄλλα ὅλες τὶς ὑπόλοιπες ἀντιθέσεις ποὺ ἐνεργοῦν μέσα μας, ἐκτὸς ἀπὸ τὴ λογικὴ καὶ διανοητικὴ δύναμη· διότι μόνον αὐτή, ὅπως εἴπαμε, εἶναι τὸ ἐξαιρετικὸ γνώρισμα τῆς ζωῆς μας καὶ ἀποτελεῖ στὸν ἑαυτό μας μίμηση τῶν ἰδιοτήτων τοῦ Θεοῦ. Ἀλλὰ ἐπειδή, σύμφωνα μὲ τὸ ἐπιχείρημα ποὺ ἀναφέρθηκε προηγουμένως, δὲν μποροῦσε μὲ ἄλλο τρόπο ἡ λογικὴ δύναμη νὰ συνδεθεῖ μὲ τὴ ζωή τοῦ σώματος, παρὰ μόνον μέσω τῶν αἰσθήσεων· γι’ αὐτὸ οἱ αἰσθήσεις προϋπῆρχαν στὴ φύση τῶν ζώων. Ἔτσι, ὑποχρεωτικὰ μέσω τοῦ ἑνὸς ἐκπληρώνεται ἡ κοινωνία τῆς ψυχῆς μας καὶ μὲ ὅλα ὅσα ἔχουν συνδεθεῖ μ’ αὐτό.
»Κι αὐτά (που συνδέονται μέσω τοῦ ἑνὸς μὲ τὴν ψυχή) εἶναι τὰ λεγόμενα πάθη μας, τὰ ὁποῖα πάντως δὲν συνάφθηκαν μὲ τὴν ἀνθρώπινη ζωὴ γιὰ κάποιο κακὸ σκοπό. Διότι πράγματι τότε, ἐὰν τὰ σφάλματα ὑποχρεωτικὰ ἦταν ἀπὸ κεῖ συνδεδεμένα μὲ τὴ φύση, αἴτιος τῶν κακῶν θὰ ἦταν ὁ Δημιουργός. Αντίθετα ὅμως, αὐτές οἱ κινήσεις τῆς ψυχῆς γίνονται ὄργανα τῆς ἀρετῆς ἢ τῆς κακίας ἀνάλογα μὲ τὴ χρήση τῆς προαιρέσεως (ἐλευθερία βουλήσεως).
»Ὅπως ἀκριβῶς, ὅταν τὸ σίδερο διαμορφώνεται σύμφωνα μὲ τὴ γνώμη τοῦ τεχνίτη, παίρνει τὸ σχῆμα ποὺ συνέλαβε ἡ φαντασία τοῦ τεχνίτη καὶ γίνεται ἢ ξῖφος ἢ κάποιο γεωργικὸ ἐργαλεῖο. Ἔτσι ἀκριβῶς συμβαίνει, ἐὰν ἡ λογική, ἡ ὁποῖα ἀποτελεῖ τὸ χαρακτηριστικὸ γνώρισμα τῆς φύσεώς μας, ηγεμονεύει σὲ ὅσα εἰσχωροῦν μέσα μας ἀπέξω· ἀποφθεγματικὰ μάλιστα τὸ δηλώνει ὁ λόγος τῆς Ἁγίας Γραφῆς, ὅταν μᾶς δίνει τὴν ἐντολὴ νὰ κυριαρχοῦμε σὲ ὅλα τὰ ἄλογα. Τότε καμία ἀπ’ αὐτές τὶς κινήσεις δὲν θὰ ἐνεργοῦσε μέσα μας, γιὰ νὰ ὑπηρετεῖ τὴν κακία· ὁ φόβος θὰ γεννοῦσε ὑπακοή, ὁ θυμὸς ἀνδρεία, ἡ δειλία ἀσφάλεια καὶ ἡ ὀρμὴ τῆς ἐπιθυμίας θὰ μᾶς προξενοῦσε τὴ θεϊκὴ καὶ ἀγία ἡδονὴ.
»Ἐὰν ὅμως ἡ λογικὴ χάσει τὰ χαλινάρια, γίνεται σὰν τὸν ἁρματηλάτη ποὺ μπλέκεται κάτω ἀπὸ τὸ ἄρμα· καὶ τὸν σέρνει αὐτὸ ὁπουδήποτε τὸν ὁδηγεῖ τὸ ἀκυβέρνητο τρέξιμο τῶν ὑποζυγίων. Τότε οἱ ὀρμές καταντοῦν πάθη, ὅπως ἀκριβῶς μποροῦμε νὰ δοῦμε ὅτι συμβαίνει στὰ ἄλογα ζώα.
»Διότι, ἐπειδὴ ἡ λογικὴ δὲν διευθύνει τὴν κίνηση ποὺ ὑπάρχει ἀπὸ τὴ φύση σ’ αὐτά, τὰ πιὸ θυμώδη ἀπὸ τὰ ζῶα ἀλληλοσκοτώνονται καθοδηγούμενα ἀπὸ τὸ θυμό· τὰ παχύσαρκα πάλι καὶ τὰ πιὸ δυνατὰ ζώα, δὲν ωφελοῦνται καθόλου ἀπὸ τὴ δύναμή τους, διότι λόγω ἐλλείψεως λογικότητας γίνονται ὑπόδουλα σ’ ὅποιον ἔχει λογική· καὶ ἡ ἐνέργεια τῆς ἐπιθυμίας καὶ τῆς ἡδονῆς δὲν στρέφεται σὲ κανένα ἀπὸ τὰ σπουδαία· οὔτε καμμία ἄλλη ἐνέργειά τους ἀποβαίνει μὲ τὴ χρήση τῆς λογικῆς σὲ κάποια ωφέλεια.
»Ἔτσι καὶ σὲ μᾶς, ἐὰν οἱ κινήσεις αὐτές δὲν ὁδηγοῦνται ἀπὸ τὴ λογικὴ ἐκεῖ ποὺ πρέπει, ἀλλὰ ἀντίθετα τὰ πάθη καταδυναστεύουν τὸ νου, τότε ὁ ἄνθρωπος ἀπὸ τὴ λογικότητα καὶ τὴν ὁμοιότητα πρὸς τὸ Θεὸ μεταβαίνει πρὸς τὴν ἀλογία καὶ τὴν ἀνοησία, καὶ μὲ τὴν ὀρμὴ τέτοιων παθῶν ἀποκτηνώνεται».
Ἐγὼ τότε συγκινήθηκα πολὺ ἀπ’ ὅσα ἄκουσα καὶ εἶπα: «Τα τόσο ἀπλὰ καὶ ξεκάθαρα ἐπιχειρήματά σου εἶναι ἀρκετά, γιὰ κάθε ἄνθρωπο ποὺ διαθέτει στοιχειώδη λογική, γιὰ νὰ πεισθεῖ ὅτι εἶναι ὀρθὰ καὶ σὲ κανένα σημεῖο δὲν ξεφεύγουν ἀπὸ τὴν ἀλήθεια. Διότι, γι’ αὐτούς ποὺ ἔχουν μελετήσει τὴ διαλεκτικὴ τέχνη τῶν ἐπιχειρημάτων, ὁ συλλογισμὸς ἀρκεῖ γιὰ νὰ πεισθοῦν. Εμεῖς ὅμως, ἀπ’ ὅλα τὰ πορίσματα τῆς διαλεκτικῆς τέχνης, θεωροῦμε πιὸ αξιόπιστο αὐτὸ ποὺ προκύπτει ἀπὸ τὴ διδασκαλία τῆς Ἁγίας Γραφῆς. Νομίζω, λοιπόν, ὅτι πρέπει ν’ ἀναζητήσουμε γιὰ ὅσα ἔχουν λεχθεῖ, ἐὰν ἡ θεόπνευστη διδασκαλία συμφωνεῖ μ’ αὐτά».
Καὶ ἐκείνη λέει: «Καὶ ποιὸς θὰ εἶχε ἀντίρρηση ὅτι ἡ ἀλήθεια ὑπάρχει μόνον ἐκεῖ ὅπου τίθεται ἡ σφραγίδα τῆς μαρτυρίας τῆς Ἁγίας Γραφῆς; Ἐὰν, λοιπόν, χρειάζεται ν’ ἀναφερθεῖ καὶ κάτι ἀπὸ τὴ διδασκαλία τοῦ Ευαγγελίου γιὰ ἐπιβεβαίωση αὐτῆς τῆς πίστεως, δὲν θὰ ἦταν ἀνεπίκαιρη ἡ η διδασκαλία γιὰ τὴν παραβολὴ τῶν ζιζανίων.
Ὁ οἰκοδεσπότης ἔσπειρε ἐκεῖ τὸν καλὸ σπόρο· ἐμεῖς πάντως ἀποτελοῦμε τοὺς ἔνοικους τοῦ σπιτιού. Ὁ ἐχθρὸς παραφύλαξε και, ὅταν οἱ ἔνοικοι κοιμόταν, ἔσπειρε μέσα στὸν καλὸ καὶ τὸν άχρηστο σπόρο· ἔριξε τὰ ζιζάνια μέσα στὸ στάρι. Καὶ ὅλα τὰ σπέρματα, καλὰ καὶ κακά, βλάστησαν μαζί. Διότι, δὲν ἦταν δυνατὸ ὁ σπόρος, ποὺ σπάρθηκε μαζὶ μὲ τὸ στάρι, νὰ μὴ βλαστήσει μαζὶ μ’ ἐκεῖνο. Ὁ ἐπιστάτης μάλιστα τῆς καλλιέργειας ἐμποδίζει τοὺς ἐργάτες νὰ ξεχορταριάσουν τὰ ἄχρηστα, διότι στὴ ρῖζα εἶχαν φυτρώσει καὶ τὰ χρήσιμα· καὶ μαζὶ μὲ τὸ ἄχρηστο θὰ ξερρίζωνε καὶ τὸ φαγώσιμο στάρι.
»Νομίζουμε ὅτι ἡ παραβολὴ ὑπονοεῖ μὲ τὸν καλὸ σπόρο ἐκεῖνες τὶς ὁρμές τῆς ψυχῆς ποὺ ἡ καθεμιά, ἐὰν καλλιεργοῦνταν μόνο πρὸς τὸ καλό, σίγουρα θὰ ἀπόδιδε σὲ μᾶς τὸν καρπὸ τῆς ἀρετῆς. Ἐπειδὴ ὅμως σπάρθηκε ἀνάμεσα σ’ αὐτὰ καὶ ἡ σύγχυση γιὰ τὴ διάκριση τοῦ καλοῦ, αὐτὸ τὸ όντως καλὸ ἀπὸ τὴν ἴδια του τὴ φύση ἐπισκιάστηκε ἀπὸ τὸ ἀπατηλὸ βλαστάρι ποὺ φύτρωσε παράλληλα. Διότι ἡ ἐπιθυμία δὲν φύτρωσε καὶ αὐξήθηκε χάρη στὸν ἀπὸ τὴ φύση του καλὸ σπόρο, ἐξαιτίας τοῦ ὁποῖου βλάστησε μέσα μας, ἀλλὰ μετάτρεψε τὸ βλαστὸ πρὸς τὴ κτηνωδία καὶ τὴν ἀνικανότητα νὰ διακρίνει τὸ καλό, ἀφοῦ ἡ ἐπιθυμία ὁδηγοῦσε τὴν ὀρμή (τῆς ψυχῆς) σὲ κάτι τέτοιο.
»Παρόμοια καὶ ὁ σπόρος τοῦ θυμοῦ δὲν οδήγησε στὴν ἀνδρεία, ἀλλὰ ἐξόπλισε τοὺς ἀνθρώπους γιὰ πόλεμο ἐναντίον τῶν ὀμοφύλων τους. Καὶ ἡ δύναμη τῆς ἀγάπης ἀπομακρύνθηκε ἀπὸ τὰ νοητά, διότι ἐπιδόθηκε μὲ ὑπέρμετρη μανία στὴν ἀπόλαυση τῶν αἰσθητῶν. Καὶ οἱ ὑπόλοιποι σπόροι, μὲ τὸν ἴδιο τρόπο, ἔβγαλαν τοὺς χειρότερους βλαστούς ἀντὶ τοὺς καλύτερους.
»Ἐξαιτίας αὐτοῦ ὁ σοφὸς γεωργὸς ἀφήνει τὰ ζιζάνια ποὺ φύτρωσαν μαζὶ μὲ τὸ φυτὸ νὰ παραμένουν, ἀπὸ φόβο μήπως ξεριζωθεῖ μαζὶ μὲ τοὺς ἄχρηστους βλαστούς ἐξ ὁλοκλήρου ἡ ἐπιθυμία, καὶ στερηθοῦμε ἐμεῖς καὶ τὰ καλύτερα. Διότι, ἂν πάθει ἡ φύση μας κάτι τέτοιο, τὶ θὰ ὑπάρχει ποὺ θὰ μᾶς ὁδηγεῖ στὴ σχέση μὲ τὰ ἐπουράνια; Ή, ἐὰν ἀφαιρέσουμε τὴν ἀγάπη, μὲ ποιὸ τρόπο θὰ ἐνωθοῦμε μὲ τὸ Θεό; Ἐὰν πάλι ξεθύμαινε τελείως ὁ θυμός, ποιὸ όπλο θὰ ἔχουμε ἐνάντιο σ’ αὐτόν (διάβολο) ποὺ μᾶς πολεμά;
»Ἀφήνει, λοιπόν, μέσα μας τὰ ἄχρηστα σπέρματα ὁ γεωργός, ὄχι γιὰ νὰ κυριαρχήσουν γιὰ πάντα στὸν καλὸ σπόρο· ἀλλά, γιὰ νὰ μπορέσει ἡ γῆ –ἔτσι μεταφορικὰ ὀνομάζει τὴν καρδιά μας–, μὲ τὴ φυσικὴ δύναμη ποὺ διαθέτει –κι αὐτὴ (γιὰ τὴν καρδιά μας) εἶναι τὸ λογικό–, ἄλλα ἀπὸ τὰ βλαστήματα νὰ ξεράνει καὶ ἄλλα νὰ τὰ βοηθήσει νὰ μεγαλώσουν καὶ καρπίσουν. Κι ἂν δὲν γίνει αὐτό, μὲ τὴ φωτιὰ ξεχωρίζει τὰ γεωργικὰ προϊὅντα.
»Ἐπομένως, ἐὰν κανεὶς χρησιμοποιήσει αὐτές (τὶς δυνάμεις) ὅπως πρέπει: ἐὰν δηλαδὴ αὐτὸς κυριαρχεῖ σ’ ἐκεῖνες κι ὄχι ἐκεῖνες σ’ αὐτόν· καὶ ἂν τὶς χρησιμοποιεῖ σὰν συνεργούς, ὅπως ὁ βασιλιάς τὴν ἐργασία τῶν ὑπηκόων του, εὔκολα θὰ πετύχει ἐκεῖνο ποὺ ἐπιδιώκει ἡ ἀρετή.
»Ἐὰν ὅμως ὑποδουλωθεῖ σ’ αὐτές, ὅπως οἱ δούλοι ἐπαναστάτησαν ἐναντίον τοῦ κυρίου τους, καὶ αἰχμαλωτισθεῖ ὑποκύπτοντας ὑποτιμητικὰ στὶς ἐπιθυμίες τῶν δούλων καὶ γίνει ὑποχείριο ἐκείνων ποὺ εἶναι ἀπὸ τὴ φύση στὶς διαταγές του, τότε ἀναγκαστικὰ θὰ ξεπέσει πρὸς τὰ ἐκεῖ ποὺ θὰ τὸν ἐκβιάζει ἡ ἐντολὴ αὐτῶν ποὺ θὰ τὸν ὑποτάξουν.
»Ἐὰν αὐτὴ εἶναι κατάσταση αὐτῶν, δὲν θεωροῦμε καθ’ ἑαυτές μῆτε ἀρετὴ μῆτε κακία αὐτές τὶς δυνάμεις τῆς ψυχῆς ποὺ βρίσκονται κάτω ἀπὸ τὴν ἐξουσία ὅσων τὶς χρησιμοποιοῦν γιὰ νὰ ἐνεργοῦν ἢ καλὰ ἢ ἄσχημα. Ὅταν ἡ κίνησή τους χρησιμοποιεῖται γιὰ τὸ καλύτερο, γίνεται ἀντικείμενο ἐπαίνων· ὅπως συνέβη μὲ τὴν ἐπιθυμία στὸ Δανιήλ, μὲ τὸ θυμὸ στὸ Φινεές καὶ μὲ τὴ λύπη σ’ ἐκεῖνον ποὺ πενθεῖ κατὰ Θεόν. Ἐὰν ὅμως ἡ ὀρμὴ χρησιμοποιεῖται πρὸς τὸ χειρότερο, τότε οἱ κινήσεις αὐτές γίνονται καὶ λέγονται πάθη».
Ἐνῶ ἔλεγε αὐτά, μόλις διέκοψε γιὰ λίγο τὸ λόγο της, ἐγὼ συγκέντρωσα τὸ νοῦ μου σὲ ὅσα εἰπώθηκαν καὶ ἔφερα τὴ σκέψη μου στὴν προηγούμενη συζήτηση, στὴν ὁποῖα εἶχε ὑποστηριχθεῖ ὅτι εἶναι δυνατόν ἡ ψυχή, ὅταν διαλυθεῖ τὸ σῶμα, νὰ παραμένει στὰ στοιχεῖα τοῦ σώματος.
Καὶ ρώτησα τότε τὴ δασκάλα: «Ποῦ εἶναι ἐκεῖνο τὸ πολυθρύλλητο ὅνομα τοῦ Ἅδη; Τὸ ὅνομα ποὺ ἀναφέρεται πολλές φορές καὶ στὴν καθημερινότητα τῆς ζωῆς καὶ στὰ συγγράμματα τῆς κοσμικῆς καὶ χριστιανικῆς παιδείας; Καὶ στὸν ὁποῖο ὅλοι νομίζουν ὅτι οἱ ψυχές ἀπὸ ἐδῶ μεταφέρονται σὰν δοχεῖο; Δὲν πιστεύω νὰ ἔλεγες, βέβαια, "ἅἍδη" τὰ στοιχεῖα τοῦ σώματος!».
Καὶ ἡ δασκάλα μοῦ ἀπάντησε: «Εἶναι φανερὸ ὅτι δὲν πρόσεξες πολὺ ὅσα εἶπα. Διότι ὅταν ἀναφέρθηκα στὴν μετάσταση τῆς ψυχῆς ἀπὸ τὰ ὀρατὰ στὰ αἰώνια, νομίζω ὅτι δὲν παρέλειψα τίποτε σχετικὸ μὲ τὸ ζήτημα τοῦ ἅἍδη. Διότι, τὸ ὅνομα αὐτό τοῦ ἅἍδη, στὸν ὁποῖο λένε ὅτι πηγαίνουν οἱ ψυχές, τίποτε ἄλλο δὲν μοῦ φαίνεται ὅτι σημαίνει, τόσο στὴν κοσμικὴ σοφία ὅσο καὶ στὴν Ἁγία Γραφή, παρὰ τὴν ἀναχώρηση τῆς ψυχῆς γιὰ τὸ αἰώνιο καὶ ἀόρατο».
«Καὶ πῶς, ρώτησα, ὁρισμένοι πιστεύουν ὅτι ὀνομάζεται ἔτσι ἐκεῖνος ὁ ὑπόγειος χώρος ποὺ φιλοξενεῖ τὶς ψυχές τους; Καὶ ὅτι μοιάζει σὰν τόπος κατάλληλος νὰ δέχεται τραβώντας πρὸς τὸν ἑαυτό του τὶς ψυχές ποὺ ἤδη ἔφυγαν ἀπὸ τὴ ζωὴ τῶν ἀνθρώπων».
Ἀπάντησε ἡ δασκάλα: «Σὲ τίποτε τὸ δόγμα μας δὲν θὰ βλαφτεῖ ἀπὸ μιὰ τέτοια ἄποψη. Διότι, ἐὰν εἶναι ἀλήθεια ἐκεῖνο ποὺ εἶπες, ὅτι δηλαδὴ ὁ οὐράνιος πόλος εἶναι συνεχῆς καθ’ ἑαυτόν καὶ ἀδιάσπαστος καὶ μὲ τὸν κύκλο του περικλείει τὰ πάντα καὶ ὅτι στὸ μέσον αἰωρεῖται ἡ γῆ καὶ οἱ δορυφόροι της καὶ ὅτι ἡ κίνηση γενικὰ ὅλων τῶν περιφερομένων γίνεται γύρω ἀπὸ τὸ σταθερὸ καὶ πάγιο αὐτὸ κέντρο· ἐὰν συμβαίνουν ὅλα αὐτά, ὑποχρεωτικὰ ό,τι συμβαίνει στὰ στοιχεῖα ποὺ βρίσκονται στὸ πάνω μέρος τῆς γῆς, αὐτὸ πρέπει νὰ γίνεται καὶ στὸ κάτω, ἀφοῦ ἡ μία καὶ ἴδια οὐσία περιτρέχει κυκλικὰ ὅλο τὸν ὄγκο της.
»Καὶ ὅπως ὅταν ὁ ἥλιος φανεῖ πάνω ἀπὸ τὴ γῆ, ἡ σκιὰ τοῦ σχήματος τῆς σφαίρας του πέφτει στὸ κάτω μέρος τῆς γῆς· διότι αὐτὸ δὲν εἶναι δυνατόν νὰ περιληφθεῖ ὁλόκληρο στὸν κύκλο τῆς ἀκτίνας τῆς γῆς· ἀλλά, ὁ ἥλιος, ὁ ὁποῖος συγκεντρώνεται σ’ ἕνα σημεῖο, σὲ ὅποιο μέρος τῆς γῆς ρίχνει τὶς ἀκτῖνες του, τὸ διαμετρικὰ ἀντίθετο μέρος τῆς γῆς πρὸς τὴν ἄλλη πλευρά, θὰ εἶναι σκοτεινό. Καὶ ἔτσι, πάντοτε μὲ τὴν πορεία τῆς ηλιακῆς ἀκτινοβολίας συμπορεύεται καὶ τὸ σκοτάδι τοῦ μέρους ἐκεῖνου τῆς γῆς ποὺ βρίσκεται ἀντίθετα στὸ φωτιζόμενο· ώστε, ἐξίσου καὶ τὸ πάνω μέρος καὶ τὸ κάτω μέρος τῆς γῆς, πότε βρίσκεται στὸ φῶς καὶ πότε στὸ σκοτάδι. Εἶναι, ἐπομένως, εὔλογο νὰ μὴν ἀμφιβάλλουμε ὅτι ἐκεῖνο ποὺ συμβαίνει στὸ ἕνα ἡμισφαίριο τῆς γῆς, τὸ ἴδιο θὰ συμβαίνει καὶ στὸ ἄλλο.
»Ἀφοῦ εἶναι μία ἡ σύσταση τῶν στοιχείων σὲ κάθε μέρος τῆς γῆς, νομίζω ὅτι δὲν πρέπει οὔτε νὰ διαφωνοῦμε οὔτε νὰ συμφωνοῦμε μ’ ἐκείνους ποὺ ὑποστηρίζουν ὅτι πρέπει νὰ θεωρήσουμε ἢ τὸ πάνω μέρος ἢ τὸ μέρω τῆς γῆς ὡς τὸν τόπο ὅπου τοποθετοῦνται οἱ ψυχές μετὰ τὴν φυγὴ ἀπὸ τὸ σῶμα. Ἐφόσον ἡ θεωρία αὐτὴ δὲν ἀντιτίθεται στὴν πίστη ποὺ προηγουμένως εἶπαμε, ὅτι δηλαδὴ οἱ ψυχές ὑπάρχουν μετὰ τὸ θάνατο, δὲν θὰ διαφωνήσει ἡ δική μας ἐπιχειρηματολογία γιὰ τὸν τόπο· διότι μόνον τὰ σώματα ἔχουν τὴν ἰδιότητα νὰ καταλαμβάνουν θέση στὸ χώρο. Ἡ ψυχὴ εἶναι ἀσώματη καὶ δὲν ἔχει καμιὰ ἀνάγκη ἀπὸ τὴ φύση της νὰ ἐγκαθίσταται σὲ τόπους».
«Καὶ τὶ θ’ ἀπαντήσεις, ρώτησα, ἐὰν ὁ ἀντιρρησίας παρουσιάσει τὸν Ἀπόστολο ποὺ λέει ὅτι ὅλη ἡ λογικὴ κτίση, ὅταν θ’ ἀποκατασταθοῦν τὰ πάντα, θ’ ἀποβλέπει σ’ ἐκεῖνον ποὺ θὰ κυριαρχεῖ σὲ ὅλα; Καὶ μεταξὺ τῶν ἄλλων μάλιστα, στὴν ἐπιστολὴ στοὺς Φιλιππησίους, μνημονεύει καὶ κάποια κάτω μέρη τῆς γῆς (καταχθόνια), λέγοντας: "σ’ Αὐτόν θὰ γονατίσουν (υποταχθοῦν) τὰ ἐπουράνια, τὰ ἐπίγεια καὶ τὰ καταχθόνια;"».
«Ἐμεῖς, ἀπάντησε ἡ δασκάλα, θὰ ἐπιμείνουμε στὴ διδασκαλία μας, κι ἂν ἀκόμη ἀκοῦμε νὰ λένε αὐτά· διότι, γιὰ τὸ ὅτι ζεῖ ἡ ψυχὴ μετὰ θάνατο, ἔχουμε σύμφωνο καὶ τὸν ἀντίπαλο· σχετικὰ πάλι μὲ τὸν τόπο ποὺ πάει ἡ ψυχή, ὅπως εἶπαμε παραπάνω, δὲν θὰ διαφωνήσουμε».
«Καὶ τὶ θὰ ἔλεγε κανείς, ρώτησα, σ’ ἐκείνους ποὺ ἐπιθυμοῦν νὰ μάθουν τὴν ἔννοια αὐτῆς τῆς ἀποστολικῆς φράσεως, ἀκόμη κι ἂν ἐσὺ παραμερίζεις τὴν τοπικὴ σημασία τῆς λέξεως;».
Ἐκείνη ἀπάντησε: «Δεν νομίζω ὅτι ὁ θεῖος Ἀπόστολος διακρίνει τοπικὰ τὴ νοερὴ οὐσία (τῆς ψυχῆς) καὶ ὀνομάζει ἕνα μέρος της ἐπουράνιο, ἄλλο ἐπίγειο κι ἄλλο ὑπόγειο (καταχθόνιο). Ἀλλὰ τὸ λέει, ἐπειδὴ εἶναι τρεις οἱ καταστάσεις τῆς φύσεώς μας: στὴν ἀρχὴ ἐξασφαλίσαμε τὴν ἀσώματη ζωή, ποὺ τὴν ἀποκαλοῦμε ἀγγελική· ἔπειτα, αὐτήν ποὺ συμπλέκεται μὲ τὴ σάρκα τὴν ὀνομάζουμε ἀνθρώπινη· καὶ τέλος, αὐτὴ ποὺ διαλύεται, μετὰ τὸ θάνατο τῆς σάρκας.
»Νομίζω, λοιπόν, ὅτι ὁ θεῖος Ἀπόστολος βλέπει, μὲ τὸν πλούτο τῆς σοφίας του, αὐτὸ ποὺ παρατηρεῖται στὶς ψυχές. Δηλώνει τὴ συμφωνία ὅλων τῶν λογικῶν ὅντων μὲ τὸ ἀγαθό, ποὺ θὰ γίνει στὸ μέλλον. Γι’ αὐτὸ ὀνομάζει ἐπουράνια τὴν ἀγγελικὴ καὶ ἀσώματη κατάσταση· ἐπίγεια τὴν κατάσταση ποὺ συμφύρεται μὲ τὸ σῶμα· καὶ καταχθόνια αὐτήν ποὺ ἤδη ἔχει χωριστεῖ ἀπὸ τὸ σῶμα. Ἐὰν πάλι, ἐκτὸς ἀπ’ ὅσα εἶπαμε, πιστεύει κάποιος ὅτι ὑπάρχει κάποια ἄλλη λογικὴ φύση, εἴτε δαίμονες εἴτε πνεύματα εἴτε ὁτιδήποτε παρόμοιο ὅνομα θέλει κάποιος νὰ δώσει, δὲν θὰ διαφωνήσουμε.
»Διότι, ἀπὸ τὴν κοινὴ λογικὴ καὶ τὴν παράδοση τῶν Γραφῶν, πιστεύουμε ὅτι ὑπάρχει κάποια ἄλλη φύση ἔξω ἀπὸ τὰ ἀνθρώπινα σώματα· αὐτὴ συμπεριφέρεται ἐνάντια στὸ καλὸ καὶ προσπαθεῖ νὰ βλάψει τοὺς ἀνθρώπους. Ἀπομακρύνθηκε μὲ τὴ θέλησή της ἀπὸ τὴν καλύτερη κατάσταση. Καὶ μὲ τὴν ἀπομάκρυνση ἀπὸ τὸ καλὸ ἔγινε προσωποποίηση τοῦ ἐχθρικοῦ πρὸς αὐτό. Αὐτήν ἀκριβῶς τὴ φύση, λένε ὅτι, καταριθμεῖ στὰ καταχθόνια ὁ Ἀπόστολος. Με τὴ φράση του ἐκείνη ἐννοεῖ ὅτι, ὅταν κάποτε, μὲ τὴν πάροδο πολλῶν αἰώνων, ἐξαφανιστεῖ ἡ κακία, τίποτε δὲν θὰ μείνει μακριὰ ἀπὸ τὸ ἀγαθό. Τότε ἡ ὀμολογία τῆς κυριαρχικῆς ἐξοὐσίας τοῦ Χριστοῦ θὰ γίνει καὶ ἀπὸ ἐκείνη (την ἐχθρικὴ φύση) ομόφωνα.
»Ἐνῶ, λοιπόν, ἔτσι εἶναι τὰ πράγματα, κανεὶς δὲν μᾶς ὑποχρεώνει μὲ τὸ ὅνομα "καταχθόνια" νὰ ἐννοοῦμε τὸν τόπο κάτω ἀπὸ τὴ γῆ (ὑπόγειο)· διότι ὁ ἀέρας ἀπὸ παντοῦ περιβάλλει τὴ γῆ καὶ κανένα μέρος τῆς γῆς δὲν μένει ἔξω ἀπὸ τὸ περιβάλλον του».
Ἀφοῦ ἀνάπτυξε αὐτὰ ἡ δασκάλα, διστάζοντας γιὰ λίγο, εἶπα: «Δὲν κατάλαβα καλὰ τὸ ζήτημα· ἀκόμη ἡ σκέψη μου ἔχει ἀμφιβολίες γιὰ ὅσα εἶπες, καὶ σὲ παρακαλῶ πάλι ἡ συζήτηση νὰ ἐπανέλθει στὸ ἴδιο θέμα, ἐκτὸς φυσικὰ ἀπὸ ἐκεῖνα ποὺ συμφωνήσαμε.
»Διότι νομίζω ὅτι, μὲ ὅσα εἰπώθηκαν, ὅσοι δὲν εἶναι φανατικοὶ ἀντιρρησίες θὰ πεισθοῦν ἰκανοποιητικὰ νὰ μὴν ὁδηγοῦν τὴν ψυχὴ σὲ καταστροφὴ καὶ ἀνυπαρξία, μετὰ τὴ διάλυση τοῦ σώματος· οὔτε νὰ θεωροῦν ὅτι πουθενά, σὲ κανένα ὄν, δὲν μπορεῖ νὰ βρίσκεται ἡ ψυχή, διότι ἔχει διαφορετικὴ οὐσία ἀπὸ τὴν (ὑλική) οὐσία τῶν (σωματικῶν) στοιχείων. Ἐπειδή, κι ἂν ἀκόμη αὐτὰ δὲν ἔχουν νοερὴ καὶ ἄϋλη φύση, δὲν ὑπάρχει κανένα ἐμπόδιο τὸ νὰ βρίσκεται ἡ (νοερὴ φύση-ψυχή) μέσα σ’ αὐτά·
»Ἡ ἄποψή μας αὐτὴ ἀποδεικνύεται ἀπὸ δύο γεγονότα: πρῶτα ἀπὸ τὴν παροῦσα ζωή· ἡ ψυχὴ βρίσκεται μέσα στὸ σῶμα, ἂν καὶ στὴν οὐσία εἶναι κάτι ἄλλο ἀπὸ τὴν οὐσία τοῦ σώματος· κι ἔπειτα, ἀπὸ τὸ ὅτι ἡ θεία φύση, ὅπως ἀπέδειξε ἡ ἐπιχειρηματολογία μας, ἂν καὶ εἶναι κάτι ἄλλο ἀπὸ τὴν αἰσθητικὴ καὶ ὑλικὴ φύση, ὅμως βρίσκεται σὲ καθένα ἀπὸ τὰ ὄντα καὶ μὲ τὴν ἀνάμιξη μαζί τους τὰ συγκρατεῖ στὴν ὕπαρξη. Ἐπομένως, σύμφωνα μ’ αὐτά, μῆτε νὰ θεωροῦμε ὅτι ἡ ψυχὴ βρίσκεται ἔξω ἀπὸ τὰ ὄντα· ἀλλά, μετατίθεται ἀπὸ τὴν θεωρούμενη ὑλικὴ ζωὴ στὴν αἰώνια κατάσταση.
»Ἀλλά, ρώτησα, πῶς θὰ συμβεῖ αὐτό, ὅταν τὰ στοιχεῖα ποὺ συστήνουν τὸ σῶμα, μὲ τὴ μίξη μεταξύ τους, πάρουν ἄλλη μορφὴ ἀπὸ ἐκείνη μὲ τὴν ὁποῖα ἔχει ἐξοικειωθεῖ ἡ ψυχή; Διότι, μὲ τὴ διάλυση τῶν σωματικῶν στοιχείων, εἶναι εὔλογο νὰ χαθεῖ μαζὶ καὶ ἡ μορφή. Τότε ἡ ψυχὴ ποιὸ σημάδι θ’ ἀκολουθήσει, ἀφοῦ χάθηκε αὐτὸ ποὺ τῆς ἦταν γνωστό (ἡ μορφή);».
Ἐκείνη τότε προβληματίστηκε γιὰ λίγο, καὶ εἶπε μετά: «Ἄς μοῦ ἐπιτραπεῖ νὰ πῶ ἕνα ὑποθετικὸ παράδειγμα, γιὰ ν’ ἀποσαφηνίσω τὸ ζήτημα, ἂν κι αὐτὸ ποὺ θὰ πῶ φαίνεται ἐξωπραγματικό. Ἄς ὑποθέσουμε ὅτι στὴ ζωγραφικὴ εἶναι δυνατόν ὁ ζωγράφος, ὄχι μόνον ν’ ἀναμιγνύει τὰ ἀντίθετα (συμπληρωματικά) χρώματα, ὅπως συνήθως γίνεται γιὰ νὰ πετύχει τὴν προσομοίωση τῆς μορφῆς ποὺ ζωγραφίζει· ἀλλά, ὅτι εἶναι δυνατόν ὁ ζωγράφος νὰ χωρίσει καὶ τὰ μίγματα καὶ ν’ ἀποδώσει στὸ κάθε χρῶμα τὴ φυσική του βαφή.
Ἔτσι, λοιπόν, τὸ λευκό, τὸ μαῦρο, τὸ κόκκινο, τὸ χρυσὸ ἢ ὅποιο ἄλλο χρῶμα ἀναμίχθηκε γιὰ ν’ ἀποδώσει ὅσο πιὸ πιστὰ γίνεται τὸ χρῶμα τοῦ εἰκονιζομένου, ἐὰν πάλι χωριστεῖ ἀπὸ τὴ μίξη του μὲ τὸ ἄλλο χρῶμα καὶ ἀπομονωθεῖ, πιστεύουμε ὅτι ὁ ζωγράφος τὸ ἴδιο μὲ πρῶτα θ’ ἀναγνωρίσει αὐτὸ τὸ εἶδος τοῦ χρώματος. Μὲ τίποτε δὲν θὰ ξεχάσει οὔτε τὸ κόκκινο χρῶμα οὔτε τὸ μαῦρο, ἀκόμη κι ὅταν, ἀφοῦ ἔδωσαν μετὰ τὴ μίξη τους ἕνα ἄλλο χρῶμα, ἐπανέλθουν πάλι στὴ φυσική τους βαφή.
Ὁ ζωγράφος θυμᾶται τὸν τρόπο μὲ τὸν ὁποῖο ἀνέμιξε τὰ χρώματα. Γνωρίζει ποιὸ ἀναμίχθηκε μὲ ποιὸ καὶ ἀπέδωσε τὸ τᾶδε χρῶμα, καὶ πῶς, ὅταν σβήστηκε τὸ ἕνα μὲ τὴ διάλυση τοῦ ἄλλου, πάλι ἐπανήλθε στὴν ἀρχική του βαφή. Γνωρίζει ἐπίσης ὅτι, κι ἂν πάλι χρειαστεῖ μὲ τὴ μίξη νὰ ξαναφτιάξει τὸ ἴδιο (μεικτό) χρῶμα, ἡ ἐργασία τώρα γίνεται πιὸ εὔκολη, ἐπειδὴ τὴν εἶχε μελετήσει στὴν προηγούμενη μίξη.
»Ἥδη, πρέπει ἐμεῖς νὰ ἐξετάσουμε, εἶπε (ἡ δασκάλα), ἐὰν τὸ παράδειγμα αὐτὸ ἔχει ἐφαρμογὴ στὸ θέμα μας. Ἀντὶ γιὰ τὴν τέχνη τῆς ζωγραφικῆς ἂς τεθεῖ γιὰ συζήτηση τὸ θέμα τῆς ψυχῆς· καὶ ἀντὶ γιὰ τὰ χρώματα τῆς ζωγραφικῆς ἂς σκεφτοῦμε τὴ φύση τῶν στοιχείων (του σώματος)· ἡ ἀνάμιξη πάλι τῶν πολύχρωμων χρωμάτων καὶ ἡ ὑποθετικὴ ἐπανασύστασή τους στὰ πρωταρχικὰ χρώματα, ἂς ὑπονοεῖ ἀπὸ τὴ μιὰ τὴ σύνθεση τῶν στοιχείων τοῦ σώματος κι ἀπὸ τὴν ἄλλη τὴ διάλυσή τους.
Ὅπως, λοιπόν, στὸ παράδειγμα λέμε ὅτι ὁ ζωγράφος δὲν ξεχνᾶ τὴ βαφή τοῦ χρώματος, ὅταν μετὰ τὴν ἀνάμιξη ἐπανέλθει στὴν ἀρχική της μορφή, ἀλλὰ ἀναγνωρίζει καλὰ καὶ τὸ κόκκινο χρῶμα καὶ τὸ μαύρο καὶ ὅποιο ἄλλο, τὸ ὁποῖο δημιούργησε μὲ τὴν ἀνάμιξή του μὲ ἄλλο χρώμα· γνωρίζει, δηλαδή, τὶ είδους χρῶμα ἔγινε μὲ τὴ μίξη, τὶ είδους εἶναι τώρα στὴ φυσική του κατάσταση καὶ τὶ πάλι θὰ γίνει, ἐὰν τὰ χρώματα μὲ τὸν ἴδιο τρόπο ἀναμιχθοῦν μεταξύ τους.
»Κατὰ τὸν ἴδιο τρόπο ἡ ψυχή, στὸ σῶμα ποὺ βρίσκεται, γνωρίζει τὴ φυσικὴ ἰδιότητα τῶν στοιχείων ποὺ συνενώνονται γιὰ τὴ σύστασή του ἀκόμη καὶ μετὰ τὴ διάλυσή τους. Ὅταν, δηλαδή, ἡ φύση ἀπομακρύνει (μὲ τὸ θάνατο) τὸ ἕνα (στοιχεῖο) ἀπὸ τὸ ἄλλο γιὰ τὶς ὑπάρχουσες ἀντιθέσεις καὶ ἐμποδίζει τὸ καθένα ν’ ἀναμιχθεῖ μὲ τὸ ἀντίθετό του, ἡ ψυχὴ ὅμως ἐξίσου θὰ βρίσκεται στὸ καθένα· μὲ τὴ γνωστική της δύναμη προσεγγίζει τὰ δικά της καὶ παραμένει στὸ καθένα, ἔως ὅτου γίνει πάλι ἡ σύνθεση τῶν χωρισμένων στοιχείων γιὰ ἀνασύσταση τοῦ διαλυθέντος σώματος, πρᾶγμα τὸ ὁποῖο θὰ εἶναι ἡ ἀνάσταση καὶ ἔτσι ὀνομάζεται».
Καὶ ἐγὼ εἶπα: «Μοῦ φαίνεται ὅτι μὲ ὅσα εἶπες ἄριστα ὑποστηρίζεις τὴν ἰδέα τῆς ἀναστάσεως. Διότι μὲ τὰ ἐπιχειρήματά σου εἶναι δυνατόν οἱ ἀντιτιθέμενοι νὰ πλησιάσουν σιγὰ σιγὰ νὰ δεχθοῦν τὴν πίστη, καὶ νὰ μὴ θεωροῦν ὅτι εἶναι ἀδύνατο νὰ συγκεντρωθοῦν πάλι τὰ στοιχεῖα καὶ νὰ ξαναφτιάξουν τὸν ἄνθρωπο».
Καὶ ἡ δασκάλα εἶπε: «Ἀλήθεια τὸ λές. Διότι εἶναι δυνατόν ν’ ἀκούσουμε τοὺς ἀντίθετους στὰ ἐπιχειρήματά μας νὰ λένε ὅτι, ἀφοῦ τὰ στοιχεῖα διαλυθοῦν, καὶ πάει τὸ καθένα στὸ στοιχεῖο μὲ τὸ ὁποῖο συγγενεύει, τότε μὲ ποιὸ τρόπο τὸ θερμό, ποὺ ὑπάρχει καὶ ἀναμιγνύεται ἔπειτα μὲ τὸ καθόλου θερμό, μπορεῖ πάλι νὰ χωριστεῖ ἀπὸ τὸ συγγενικό του στοιχεῖο καὶ νὰ συστήσει ξανὰ τὸν ἄνθρωπο ποὺ ἀνασταίνεται; Διότι, ἂν δὲν ἐπανέλθει ἀκριβῶς τὸ ἴδιο, ἀλλὰ ληφθεῖ κάτι παρόμοιο καὶ ὄχι τὸ ἀκριβῶς ἴδιο, τότε θὰ βγεῖ ἄλλος ἄνθρωπος στὴ θέση ἄλλου. Κι αὐτὸ δὲν θὰ εἶναι ἀνάσταση, ἀλλὰ πλάσιμο καινούργιου (ἄλλου) ἀνθρώπου. Ἐὰν ὅμως πρέπει ὁ ἴδιος ἄνθρωπος ν’ ἀναστηθεῖ, τότε πρέπει ὁλόκληρος νὰ ἐπανέλθει στὸν ἑαυτό του καὶ νὰ πάρει τὴν ἀρχικὴ φύση του μὲ ὅλα τὰ ἐπιμέρους στοιχεῖα».
«Ἐπομένως, εἶπα, αὐτὴ ἡ ἀντίληψη γιὰ τὴν ψυχὴ θὰ ἦταν ἀρκετὴ γιὰ ἀντίκρουση τῆς ἐνστάσεως· ὅτι, δηλαδή, ἡ ψυχὴ μὲ ὅσα στοιχεῖα συνυφάνθηκε στὴν ἀρχὴ (ποὺ δημιουργήθηκε), μ’ αὐτὰ παραμένει καὶ μετὰ τὴ διάλυση. Ἔτσι καθίσταται σὰν φύλακας τῶν δικῶν της (σωματικῶν στοιχεῖων)· καὶ μὲ τὴν ἀνάμιξή της μὲ τὰ ἴδιου γένους δὲν ἐγκαταλείπει τὰ δικά της μὲ τὴν λεπτὴ καὶ εὐκίνητη νοερὴ δύναμή της· δὲν ξεγελιέται σὲ καμιὰ λεπτομέρεια τῶν στοιχείων, ἀλλὰ διαλύεται μαζὶ μὲ τὰ δικά της στοιχεῖα ποὺ πηγαίνουν πρὸς τὰ συγγενή τους (στοιχεῖα)· καὶ δὲν δυσκολεύεται νὰ ἐνωθεῖ καὶ πάλι μ’ αὐτά, ἐνώνονται σὲ ἕνα σύνολο (ἀνασταίνονται). Μένει πάντοτε μαζί τους, ὅπου εἶναι, καὶ ὅπως ἡ φύση τὰ συγκροτεῖ.
»Κι ὅταν ἡ δύναμη ποὺ οἰκονομεῖ τὰ πάντα (Θεός) δώσει τὴν ἐντολὴ νὰ συγκεντρωθοῦν πάλι τὰ διαλυθέντα στοιχεῖα, τότε συμβαίνει, ὅπως ἀκριβῶς μὲ τὰ διάφορα σχοινιὰ ποὺ εἶναι δεμένα ἀπὸ τὸ ἴδιο σημεῖο· μὲ τὴ δύναμη ποὺ τὰ τραβάει, ἐνώνονται ὅλα μαζί. Ἔτσι, καὶ μὲ τὴ δύναμη τῆς μιᾶς ψυχῆς, ποὺ ἐλκύει ὅλα μαζὶ τὰ διαφορετικὰ στοιχεῖα, μὲ μιᾶς μὲ τὴ σύνθεση τῶν στοιχείων τῆς ψυχῆς, συγκροτεῖται ἡ δομή τοῦ σώματός μας μέσω τῆς ψυχῆς· διότι, τὸ κάθε στοιχεῖο τῆς ψυχῆς συνδέεται κατάλληλα μὲ τὸ παλιὸ καὶ συνηθισμένο στοιχεῖο τοῦ σώματος καὶ συνάπτεται μὲ τὸ γνωστό του».
«Ἀλλὰ κι αὐτὸ τὸ παράδειγμα, πρόσθεσε ἡ δασκάλα, δικαιολογημένα θὰ μποροῦσε νὰ προστεθεῖ στὰ ὅσα εἶπαμε· γιὰ ν’ ἀποδειχθεῖ ὅτι ἡ ψυχὴ δὲν δυσκολεύεται πολὺ νὰ διακρίνει ἀνάμεσα στὰ στοιχεῖα τὸ δικό της ἀπὸ τὸ ξένο. Γιὰ παράδειγμα, ἂς προσφέρουμε σ’ ἕνα κεραμέα πηλό, καὶ μάλιστα νὰ τοῦ δώσουμε πολύ, ἀπὸ τὸν ὁποῖο ἕνα μέρος ἤδη ἔχει χρησιμοποιηθεῖ γιὰ κατασκευὴ σκευῶν, καὶ τὸ ὑπόλοιπο στὸ μέλλον. Καὶ τὰ σκεύη ἂς μὴν ἔχουν τὸ ἕνα μὲ τὸ ἄλλο τὸ ἴδιο σχῆμα· ἄλλο νὰ εἶναι πιθάρι, ἄλλο ἀμφορέας ἢ πινάκιο ἢ τριβλίο ἢ κάτι ἄλλο ἀπο τὰ ἀναγκαία στὴν καθημερινὴ χρήση· ἂς ὑποθέσουμε ἀκόμη ὅτι ὅλα αὐτὰ δὲν ἀνήκουν σ’ ἕναν, ἀλλὰ τὸ καθένα ἔχει τὸν κάτοχό του.
»Αὐτά, λοιπόν, τὰ σκεύη ὅσο διατηροῦνται, οἱ κάτοχοί τους τὰ ἀναγνωρίζουν· καὶ νὰ σπάσουν ὅμως πάλι, οἱ κτήτορές τους θὰ τ’ ἀναγνωρίσουν στὸν ἴδιο βαθμὸ ἀπὸ τὰ κομμάτια τους· θὰ δείχνουν ποιὸ ἀνήκει στὸ πιθάρι καὶ ποιὸ εἶναι κομμάτι τοῦ ποτηρίου. Κι ἂν κάτι ἀναμιχθεῖ μὲ τὸν ἀκατέργαστο πηλό, τότε ἡ ἀναγνώριση τοῦ ἤδη κατεργασμένου πηλοῦ γίνεται ἀλάνθαστα ἀπὸ τὸν ἀκατέργαστο.
»Ἔτσι ὁ κάθε ἄνθρωπος εἶναι σὰν τὸ σκεῦος· πλάστηκε ἀπὸ τὴ συνδρομὴ τῶν στοιχείων τῆς κοινῆς ὕλης, ἀλλὰ μὲ τὴν ἰδιαίτερη μορφή του παρουσιάζει μεγάλη διαφορὰ πρὸς τοὺς ὀμογενεῖς του. Ὅταν τὸ ἀνθρώπινο σκεῦος διαλυθεῖ, ἡ ψυχὴ ποὺ κατέχει τὸ σκεῦος (σῶμα) τὸ ἀναγνωρίζει καὶ ἀπὸ τὰ λείψανά του· διότι δὲν ἀπομακρύνεται ἀπὸ τὸ δικό της σκεῦος οὔτε στὴ διάλυση τῶν κομματιῶν του οὔτε ἂν ἀναμιχθεῖ μὲ τὴν ἀκατέργαστη ὕλη τῶν στοιχεῖων· ἀλλά, πάντοτε (ἡ ψυχή) ἀναγνωρίζει τὸ δικό της σκεῦος ὅπως ἦταν ἐνωμένο σὲ ἐνιαία μορφή· ἀκόμη καὶ μετὰ διάλυσή του δὲν λαθεύει στὴν ἀναγνώριση τοῦ δικοῦ της σκεύους, διότι τὴν ὁδηγοῦν τὰ ἐναπομείναντα σημάδια στὰ λείψανά του.
Ἀφοῦ ἀποδέχτηκα ἐγὼ ὅσα εἶπε, ὅτι ἐξυπηρετοῦν ἀπόλυτα καὶ ὀρθὰ τὸ ζήτημα ποὺ ἐξετάζουμε, εἶπα: «αυτὰ πράγματι εἶναι καλὸ ἔτσι νὰ τὰ λέμε καὶ νὰ τὰ πιστεύουμε. Ἐὰν ὅμως κάποιος φέρει ὡς ἀντίλογο τὴ διήγηση τοῦ Κυρίου στὸ Εὐαγγέλιο σχετικὰ μὲ τὸν άδη, καὶ ὑποστηρίξει ὅτι δὲν συμφωνεῖ μὲ τὰ ἀποτελέσματα τῆς συζητήσεως, ποιὰ ἀπάντηση θὰ πρέπει νὰ δώσουμε σ’ αὐτόν;».
Ἡ δασκάλα ἀπάντησε: «Ο λόγος παρουσιάζει τὴν εὐαγγελικὴ διήγηση πιὸ ὑλιστική· ἀφήνει ὅμως πολλές ὑπόνοιες, μὲ τὶς ὁποῖες προσκαλεῖ τὸν γνώστη ἐρευνητὴ σὲ ὑψηλότερη θεωρία. Διότι ἐκεῖνος ποὺ χωρίζει μὲ μεγάλο χάσμα τὸ κακὸ ἀπὸ τὸ ἀγαθό, καὶ κάνει τὸν ἄνθρωπο ποὺ ὑποφέρει νὰ ἐπιθυμεῖ μιὰ σταγόνα νεροῦ ποὺ θὰ τοῦ δοθεῖ μὲ τὸ δάχτυλο, καὶ παρουσιάζει τὸν τόπο τοῦ πατριάρχη ὡς τόπο ἀναπαύσεως γιὰ τὸν ταλαιπωρημένο στὴν παροῦσα ζωὴ καὶ διηγεῖται πρῶτα ἀπ’ ὅλα τὸ θάνατο καὶ τὴν ταφή τους (τοῦ πλούσιου καὶ τοῦ φτωχοῦ Λαζάρου), αὐτὸς (μὲ ὅλα αὐτά) ὁδηγεῖ τὸ συνετὸ ἀκροατὴ πολὺ πιὸ πέρα ἀπὸ ἕναν ἐπιπόλαιο προβληματισμό.
»Διότι ποιὰ μάτια σηκώνει ψηλὰ στὸν ἅδη ὁ πλούσιος, ἀφοῦ ἄφησε ἤδη τὰ σωματικὰ μέσα στὸν τάφο; Πῶς πάλι ἡ ἀσώματη ὕπαρξη αἰσθανόταν φωτιά; Ποιὰ γλῶσσα, ἐπίσης, ἐπιθυμεῖ νὰ δροσίσει μὲ τὴ σταγόνα τοῦ νεροῦ, ἀφοῦ δὲν ἔχει πλέον σάρκινη γλῶσσα; Ποιὸ δάχτυλο ὑπάρχει γιὰ νὰ τοῦ φέρει τὴ σταγόνα (τοῦ νεροῦ); Ποιὸς πάλι εἶναι αὐτὸς ὁ κόλπος τῆς ἀναπαύσεως;
»Διότι, ἀφοῦ τὰ σώματα εἶναι στοὺς τάφους, καὶ ἡ ψυχὴ δὲν εἶναι οὔτε στὸ σῶμα οὔτε συνίσταται σὲ μέρη, εἶναι ἀδύνατον ν’ ἀνταποκριθοῦν στὴν ἀλήθεια τὰ στοιχεῖα τῆς διηγήσεως, ἐὰν τὰἑρμηνεύσουμε κατὰ γράμμα. Εκτὸς ἐὰν ἐξηγήσει κανεὶς τὸ καθένα μὲ ἀλληγορικὴ σημασία· ἔτσι, χάσμα νοεῖται ὄχι ἀπόσταση γῆς, ἀλλὰ αὐτὸ ποὺ ἐμποδίζει τὴν ἐπαφὴ τῶν ἀντιθέτων· διότι, ποιὰ δυσκολία ἐμποδίζει τὴν ἀσώματη καὶ νοερὴ ὕπαρξη νὰ διαβεῖ τὸ χάσμα, ὅσο μεγάλο κι ἂν εἶναι; Καθόσον αὐτὸ ποὺ εἶναι νοερὸ στὴ φύση του, βρίσκεται ὅπου θέλει ἀχρόνως».
«Τὶ εἶναι, λοιπόν, ρώτησα, ἡ φωτιά, τὸ χάσμα καὶ τὰ ὑπόλοιπα τῆς διηγήσεως, ἐὰν δὲν εἶναι ἐκεῖνα ποὺ λέγονται;».
«Μοῦ φαίνεται, ἀπάντησε ἐκείνη, ὅτι μὲ τὸ καθένα ἀπ’ αὐτὰ δηλώνει τὸ Εὐαγγέλιο κάποια δόγματα γιὰ τὰ ζητήματα τῆς ψυχῆς. Διότι, ὅταν ὁ πατριάρχης εἶπε πρῶτα στὸν πλούσιο, ὅτι ἀπόλαυσες στὴν ἐπίγεια ζωή σου τὸ μερίδιο τῶν ἀγαθῶν, καὶ γιὰ τὸ φτωχὸ εἶπε τὸ ἴδιο, ὅτι δηλαδὴ καὶ αὐτὸς στὴν ἐπίγεια ζωή του ξεπλήρωσε τὸ καθήκον τῆς δοκιμασίας τῶν θλίψεων· κι ἔπειτα, ὅταν φέρνει τὸ λόγο γιὰ τὸ χάσμα, ὅτι δηλαδὴ μεταξύ τους χωρίζονται μὲ ἀγεφύρωτη ἀπόσταση, νομίζω ὅτι μὲ ὅλα αὐτὰ τὰ λόγια ὑπονοεῖ κάποιο σπουδαῖο δόγμα.
»Καὶ κατὰ τὴ δική μου ἀντίληψη, τὸ δόγμα εἶναι τὸ ἑξῆς: ἡ ζωὴ τῶν ἀνθρώπων ἦταν μονόπλευρη· μονόπλευρη ἐννοῶ ὅτι ἦταν στραμμένη μόνο στὸ ἀγαθό, καὶ δὲν εἶχε καμία ἀνάμιξη μὲ τὸ κακό. Τὴν ἀλήθεια αὐτὴ τὴν ἀποδεικνύει ὁ πρώτος νόμος τοῦ Θεού· αὐτὸς ἔδινε ἐντολὴ στὸν ἄνθρωπο στὸν παράδεισο νὰ γεύεται ὅλα τὰ ἀγαθά· ἀπαγόρευε μόνον ἐκεῖνο τὸν καρπό, ὁ ὁποῖος ἦταν μικτὸς στὴ φύση του, ἀποτελούμενος καὶ ἀπὸ τὸ κακὸ καὶ ἀπὸ τὸ καλό. Στὸν παραβάτη ἐπέβαλε ὡς τιμωρία τὸ θάνατο.
»Ὁ ἄνθρωπος, βέβαια, ἐλεύθερα μὲ τὴν αὐτεξούσια θέλησή του ἐγκατέλειψε τὴν ἀπείραχτη ἀπὸ τὸ κακὸ κατάστασή του καὶ διάλεξε τὴν ἀνάμικτη ζωὴ ἀπὸ τὰ ἀντίθετα. Ἡ θεία πρόνοια ὅμως δὲν ἄφησε ἀδιόρθωτη τὴν ἀπερισκεψία μας. Ἀλλά, ἐπειδὴ γιά τοὺς παραβάτες τοῦ νόμου ἐπακολούθησε ὑποχρεωτικὰ ὁ θάνατος ποὺ ὁρίστηκε ὡς τιμωρία· καὶ χώρισε στὰ δύο τὴν ἀνθρώπινη ζωή, σ’ ἐκείνη μέσα στὸ σῶμα καὶ σ’ αὐτήν ἔξω ἀπὸ τὸ σῶμα, ποὺ ἀκολουθεῖ μετά· (ὁ Θεὸς ὅμως) τὴ χρονικὴ διάρκεια (τῶν δύο καταστάσεων) δὲν τὴν ὅρισε ἴση, ἀλλὰ τὴν πρώτη (ἐπίγεια ζωή) τὴν ὅρισε νὰ διαρκεῖ πολὺ σύντομο χρόνο· τὴν ἄλλη ὅμως τὴν παρέτεινε στὴν αἰωνιότητα. Ἀπὸ ἀγάπη γιὰ τὸν ἄνθρωπο ἔδωσε τὴν ἐξουσία ώστε, ἐὰν κάποιος θέλει, νὰ ἐκλέγει τὸ ἕνα ἀπὸ τὰ δύο, ἐννοῶ τὸ καλὸ καὶ τὸ κακό· νὰ ζήσει, δηλαδή, ἢ τὴ σύντομο καὶ προσωρινὴ παροῦσα ζωὴ ἢ αὐτήν ποὺ πάει στοὺς ἀπέραντους αἰῶνες καὶ δὲν ἔχει τέλος.
»Ἐπειδὴ ὅμως τὸ καλὸ καὶ τὸ κακὸ λέγονται μὲ τὴν ἴδια ὀνομασία, καὶ τὸ καθένα ἀπὸ τὰ δύο ἔχει διπλὴ ἔννοια, τὴν νοητικὴ καὶ τὴν αἰσθητική, ὁρισμένοι θεωροῦν ὡς ἀγαθὸ αὐτὸ ποὺ φαίνεται εὐχάριστο στὶς αἰσθήσεις. Ἄλλοι πάλι πιστεύουν ὅτι ἀγαθὸ εἶναι καὶ καλεῖται αὐτὸ τὸ ὁποῖο θεωρεῖ ὡς ἀγαθὸ μόνον ὁ νοῦς.
Ὅσοι, λοιπόν, ἔχουν ἀπαίδευτο τὸ λογισμό τους, διότι δὲν σκέφτεται τὸ ἀγαθό, αὐτοὶ ἀπὸ λαιμαργία ξοδεύουν στὴν παροῦσα ζωή τους τὰ καλὰ ἀγαθὰ ποὺ ἀναλογοῦν στὴ φύση τους· δὲν ἀποταμιεύουν τίποτε γιὰ τὴν ἄλλη ζωή. Ἀντίθετα, ἐκεῖνοι ποὺ ἐξοικονομοῦν τὴ ζωή τους μὲ διάκριση καὶ σωφροσύνη, ἐνοχλοῦνται στὴν σύντομη παροῦσα ζωὴ ἀπὸ τὶς λυπηρές ἐμπειρίες τῶν αἰσθήσεων· ἀποταμιεύουν ὅμως τὰ ἀγαθὰ γιὰ τὴ μέλλουσα ζωή, ὥστε ἡ καλύτερη τύχη νὰ παρατείνεται γι’ αὐτούς μαζὶ μὲ τὴν αἰωνιότητα.
»Αὐτὸ εἶναι, λοιπόν, σύμφωνα μὲ τὴν ἄποψή μου, τὸ χάσμα, τὸ ὁποῖο δὲν σχηματίζεται ἐπειδὴ χωρίζεται στὰ δύο ἡ γῆ, ἀλλὰ τὸ δημιουργεῖ ἡ ἐπιλογὴ τῆς ζωῆς ποὺ διαιρεῖται σὲ ἀντίθετες προτιμήσεις. Ἐκεῖνος ποὺ διάλεξε ἐφάπαξ τὴν ἀπόλαυση στὴν παροῦσα ζωὴ καὶ δὲν μετανόησε γιὰ νὰ θεραπεύσει τὴν ἀπερισκεψία του, ἔκανε ἀπροσπέλαστο γιὰ τὸν ἑαυτό του τὸν τόπο τῶν ἀγαθῶν στὴν ἄλλη ζωή· δημιούργησε σὲ βάρος του τὴν αξεπέραστη αὐτὴ κατάσταση, σὰν κάποια ἀχανὴ καὶ ἀδιάβατη χαράδρα.
»Γι’ αὐτό, μοῦ φαίνεται ὅτι καὶ τὴν ἀγαθὴ κατάσταση τῆς ψυχῆς τὴν ὀνομάζει ὁ (εὐαγγελικός) λόγος κόλπο τοῦ Αβραάμ, στὸν ὁποῖο ἀναπαύεται ὁ ἀθλητὴς τῆς ὑπομονῆς. Διότι πρώτος ἀπ’ ὅλους τοὺς ἀνθρώπους αὐτὸς ὁ πατριάρχης λέγεται ὅτι προτίμησε τὴν ἐλπίδα τῶν μελλοντικῶν ἀγαθῶν ἀντὶ γιὰ τὴν ἀπόλαυση τῶν παρόντων. Αὐτὸς στερήθηκε ὅλα τὰ ἀγαθὰ ποὺ εἶχε στὴν ἀρχὴ τῆς ζωῆς του, καὶ ζοῦσε ἀνάμεσα σὲ ξένους· ἐξασφάλισε ἔτσι, μὲ τὴν κακοπάθεια τῆς παρούσης ζωῆς, τὴ μελλοντικὴ μακαριότητα.
»Ὅπως ἀκριβῶς, λοιπόν, ὀνομάζουμε καταχρηστικὰ ἕνα ὁρισμένο μέρος τῆς θάλασσας κόλπο, ἔτσι, μοῦ φαίνεται, ὁ (εὐαγγελικός) λόγος μὲ τὸ ὅνομα τοῦ κόλπου ὑπονοεῖ τὰ ἀμέτρητα ἐκεῖνα ἀγαθά. Διότι στὸν κόλπο, ὅλοι ὅσοι διακινδυνεύουν μὲ τὴν ἄσκηση τῶν ἀρετῶν τὴν παροῦσα ζωή, ὅταν θὰ φύγουν ἀπ’ αὐτήν, θ’ ἀράξουν τὶς ψυχές τους στὸν κόλπο τῶν ἀγαθῶν, σὰν ἀσφαλές λιμάνι. Γιὰ τοὺς ὑπόλοιπους, ὅμως, αὐτὴ ἡ στέρηση τῶν ἀγαθῶν ποὺ ὑπάρχουν ἐκεῖ (στὸν κόλπο) γίνεται φλόγα ποὺ καίει τὴν ψυχή τους· ἔχει ἀνάγκη (ἡ ψυχή τους) κάποια σταγόνα ἀπὸ τὸ πέλαγος τῶν ἀγαθῶν ποὺ κατακλύζουν τοὺς δικαίους, γιὰ νὰ παρηγορηθεί· ἀλλὰ δὲν τὸ πετυχαίνει.
»Ἀκούοντας, ἐπίσης, στὸν (εὐαγγελικό) λόγο γιὰ τὰ ἀσώματα, ὁνόματα ὅπως γλῶσσα, ὁφθαλμός, δάχτυλο καὶ τὴν παρόμοια σχετικὴ ὁρολογία γιὰ τὸ σῶμα, θὰ παραδεχθεῖς ὅτι αὐτὰ – ἐὰν ἐξετάσεις τὴν ἔννοια τῶν ὁνομάτων– συμφωνοῦν μὲ ὅσα στοχαστήκαμε γιὰ τὸ θέμα τῆς ψυχῆς. Διότι, ὅπως ἡ συνδρομὴ ὅλων τῶν στοιχείων τοῦ σώματος συγκροτεῖ τὴν οὐσία του, ἔτσι εἶναι εὔλογο ἡ ἴδια αἰτία (συνδρομή) νὰ ὁλοκληρώνει τὴ φύση τῶν μερῶν, ποὺ ἀποτελοῦν τὸ σῶμα.
»Ἐὰν, λοιπόν, παραβρίσκεται ἡ ψυχὴ στὰ στοιχεῖα τοῦ σώματος, τὰ ὁποῖα ἀναμίχθηκαν μὲ τὸ σύμπαν (μετὰ θάνατο), τότε ὄχι μόνο θὰ γνωρίσει ὅλο τὸ πλήθος τῶν στοιχείων ποὺ συνέθεσαν τὸ σῶμα, καὶ θὰ βρίσκεται σ’ αὐτά· ἀλλά, θὰ γνωρίσει καὶ τὴν ἰδιαίτερη σύσταση κάθε μέρους τοῦ συνόλου, δηλαδὴ μὲ ποιὰ μόρια τῶν στοιχείων σχηματίστηκαν τὰ μέλη τοῦ σώματός μας. Δὲν εἶναι, λοιπόν, παράδοξο ἡ ψυχή, ποὺ βρίσκεται σ’ ὅλο τὸ σύνολο τῆς συνθέσεως τῶν στοιχείων, νὰ βρίσκεται καὶ σὲ κάθε μόριο. Ἔτσι, βλέποντας κανεὶς τὰ στοιχεῖα, στὰ ὁποῖα μέσα ὑπάρχουν δυνάμει τὰ ἰδιαίτερα μέλη τοῦ σώματος, δὲν θὰ κάνει σφᾶλμα νὰ ἐννοήσει ὅτι ἡ Γραφὴ γιὰ αὐτὰ ὁμιλεῖ ὅταν ἀναφέρεται, μετὰ τὴ διάλυση τοῦ σώματος, σὲ δάχτυλο, ὁφθαλμό, γλῶσσα καὶ σ’ ὅλα τὰ ὑπόλοιπα μέλη.
»Ἐὰν, λοιπόν, ἡ ἐξέταση τοῦ καθένα (στοιχείου) μεταφέρει τὸ νοῦ μακριὰ ἀπὸ σωματικὴ ἐκδοχὴ τῆς διηγήσεως, εἶναι εὔλογο καὶ ἡ ἀναφορὰ τώρα σὲ ἅδη, νὰ μὴν ὑπονοεῖ κάποιον τόπο ποὺ ἔχει αὐτὸ τὸ ὅνομα, ἀλλὰ νὰ ἐννοεῖ μιὰ κατάσταση βίου, αἰώνια καὶ ἀσώματη· σ’ αὐτήν, μᾶς διδάσκει ἡ Γραφή, ζεῖ ἡ ψυχή.
»Ἀλλά, στὴ διήγηση γιὰ τὸν πλούσιο καὶ τὸ φτωχὸ (Λάζαρο), καὶ κάποιο ἄλλο δόγμα μαθαίνουμε, τὸ ὁποῖο ἔχει μεγάλη ὁμοιότητα μὲ ὅσα ἐξετάσαμε. Παρουσίασε (ἡ διήγηση) ἐκεῖνο τὸν ἐμπαθὴ καὶ φιλόσαρκο (πλούσιο), ὅταν εἶδε ὅτι ἡ καταδίκη του ἦταν ἀναπόφευκτη, νὰ φροντίζει γιά τοὺς συγγενεῖς του ποὺ ἦταν στὴ γῆ, ὥστε νὰ κάμουν τὸ ὀρθό· καὶ ὁ Ἀβραάμ ἀπάντησε ὅτι ὁ Θεὸς δὲν ἄφησε ἀφρόντιστη τὴν ἐπίγεια ζωὴ τῶν ἀνθρώπων· ἀλλὰ μποροῦν, ἐὰν θέλουν, νὰ γνωρίσουν τὴν ὀρθὴ ζωὴ ἀπὸ τὴ διδασκαλία τοῦ νόμου καὶ τῶν προφητῶν. (Ὁ πλούσιος) ὅμως ἐξακολουθεῖ νὰ παρακαλεῖ τὸν δίκαιο (Ἀβραάμ), λέγοντας ὅτι ἡ διδασκαλία θὰ ἔχει ἀποτέλεσμα μόνο μὲ τρόπο θαυματουργικό, ἐὰν δηλαδὴ κάποιος ἀπὸ τοὺς νεκρούς ἀναστηθεῖ καὶ τοὺς διδάξει».
«Ποιὸ δόγμα, λοιπόν, ρώτησα, ὑπάρχει σ’ αὐτὴ τὴ διήγηση;».
«Ἡ ψυχή τοῦ Λαζάρου, ἀπάντησε ἐκείνη, δὲν ἐνδιαφέρεται γιὰ τὰ παρόντα καὶ δὲν ἐπιστρέφει σὲ τίποτε ἀπ’ ὅσα ἄφησε πίσω της στὴ γῆ· ὁ πλούσιος ὅμως εἶναι προσκολλημένος σὰν ἱξὸς στὴ σαρκικὴ ζωὴ ἀκόμη καὶ μετὰ τὸ θάνατο· ἀπ’ αὐτήν δὲν ἀπαλλάχτηκε τελείως κι ὅταν ἔπαψε νὰ ζεῖ, ἀλλὰ ἀκόμη φροντίζει γιὰ τὴ σάρκα καὶ τὸ αἶμα· ἀφοῦ παρακαλεῖ ν’ ἀπαλλαγοῦν οἱ συγγενεῖς του ἀπὸ τὰ κακά, εἶναι φανερὸ ὅτι δὲν ἔχει ἀκόμη ἐλευθερωθεῖ ἀπὸ τὶς γήϊνες φροντίδες. Με ὅλες αὐτές τὶς διηγήσεις, θεωροῦμε ὅτι ὁ Κύριος θεμελιώνει τὸ ἑξῆς δόγμα: αὐτοὶ ποὺ ζοῦν ἀκόμη τὴ σαρκικὴ ζωὴ πρέπει, μὲ τὴν ἐνάρετη βιοτή τους, ν’  ἀπομακρύνονται κάπως καὶ νὰ ξεφεύγουν ἀπὸ τὴ σχέση μὲ τὴ σάρκα, ὥστε μετὰ τὸ θάνατο νὰ μὴν ἔχουν ἀνάγκη ἀπὸ κάποιον ἄλλο θάνατο, ὁ ὁποῖος θὰ καθαρίσει τὰ ὑπολείμματα τῆς σαρκικῆς ζωῆς. Ἀλλά, ὅπως ἔσπασαν τὰ δεσμὰ τῆς ψυχῆς, νὰ τῆς γίνει εὔκολος καὶ ἄνετος ὁ δρόμος πρὸς τὸ ἀγαθὸ καὶ κανένα σωματικὸ βάρος νὰ μὴν τὴν ἀποσπᾶ.
»Ὅποιος γίνει ἐντελῶς σαρκικὸς στὴ σκέψη του καὶ ἀφιερώνει κάθε κίνηση καὶ ἐνέργεια τῆς ψυχῆς στὰ θελήματα τῆς σάρκας, αὐτός, κι ὅταν ἀκόμη βγεῖ ἔξω ἀπὸ τὴ σάρκα του, δὲν ἀποχωρίζεται τὰ πάθη της. Ὅπως ἐκεῖνοι ποὺ ἔχουν μείνει ἀρκετὸ καιρὸ στοὺς πιὸ βρωμερούς τόπους, ἀκόμη κι ὅταν φύγουν ἀπὸ κεῖ καὶ ἔλθουν στὸν καθαρὸ ἀέρα, δὲν ἀπαλλάσσονται ἀπὸ τὴ δυσοσμία τῆς βρῶμας, τὴν ὁποῖα συνήθισαν λόγω τῆς μακρᾶς διαμονῆς τους σ’ αὐτήν.
»Ἔτσι, ὅταν γίνει ἡ μεταφορὰ πρὸς τὴν αἰώνια καὶ ἀόρατη ζωή, δὲν εἶναι δυνατόν αὐτοὶ ποὺ ἀγαποῦν τὴ σάρκα νὰ μὴν ἐλκύονται μὲ ὁποιονδήποτε τρόπο ἀπὸ τὴ δυσοσμία τῆς σαρκικῆς ζωῆς. Ἀπ’ αὐτὸ ἡ ὁδύνη τους γίνεται βαρύτερη, ἐπειδὴ ἡ ψυχὴ ἀπ’ αὐτήν τὴν κατάσταση γίνεται περισσότερο ὑλόφρονη. Νομίζω μάλιστα ὅτι συμφωνεῖ μ’ αὐτὴ τὴν ἀποψή μου αὐτὸ ποὺ λένε ὁρισμένοι, ὅτι δηλαδὴ πολλές φορές ἐκεῖ ποὺ βρίσκονται τὰ σώματα (τάφοι) φαίνονται σκιές φαντασμάτων τῶν νεκρῶν.
»Ἐὰν πράγματι γίνεται κάτι τέτοιο, ἀποδεικνύεται ἔτσι ἡ προσκόλληση τῆς ψυχῆς στὴν σαρκικὴ ζωὴ περισσότερο ἀπὸ τὸ πρέπον· ἔτσι ὥστε, κι ὅταν βγεῖ ἀπὸ τὴ σάρκα, νὰ μὴ θέλει ν’ ἀποχωριστεῖ καθαρὰ ἀπ’ αὐτήν, οὔτε νὰ δέχεται τὴν ὁλοκληρωτικὴ ἀλλαγή της στὴν κατάσταση τῆς αἰωνιότητας· ἀντίθετα, νὰ παραμένει ἀκόμη, καὶ μετὰ τὴ διάλυση, στὴ σωματικὴ μορφὴ και, ἐνῶ εἶναι ἤδη ἔξω ἀπὸ τὸ σῶμα, νὰ περιφέρεται μὲ νοσταλγία στοὺς τόπους τῆς ὑλικῆς ζωῆς καὶ ἐκεῖ νὰ ἀναστρέφεται».
Ἐγὼ τότε, ἀφοῦ συλλογίστηκα γιὰ λίγο καὶ σκέφτηκα τὴν ἔννοια τῶν λόγων της, εἶπα: «Μοῦ φαίνεται, μὲ ὅσα εἰπώθηκαν, προκύπτει κάποια ἀντίφαση στὰ θέματα ποὺ συζητήθηκαν γιὰ τὰ πάθη. Διότι, νομίσαμε ὅτι αὐτὰ τὰ κινήματα τῶν παθῶν, τὰ ὁποῖα ἀπαρίθμησες στὴν προηγούμενη συζήτησή μας, ὅπως ὁ θυμός, ὁ φόβος, ἡ ἡδονὴ, ἡ ἐπιθυμία καὶ τὰ παρόμοια, ἐνεργοῦν στὴν ψυχή μας ἐξαιτίας τῆς συγγένειάς της μὲ τὰ ἄλογα. Παράλληλα ὅμως εἶπες ὅτι ἡ καλὴ χρήση τους (τῶν παθῶν) εἶναι ἀρετή, ἐνῶ ἡ σφαλερὴ κακία· καὶ πρόσθεσες ἀκόμη στὴ συζήτηση ὅτι καὶ κάθε ἄλλο (πᾶθος) συμβάλλει στὸν ἐνάρετο βίο, διότι μὲ τὴν ἐπιθυμία ἀνεβαίνουμε πρὸς τὸ Θεό, σὰν νὰ ἀναρριχόμαστε πρὸς Αὐτόν μὲ μιὰ ἀλυσίδα κάτω ἀπὸ τὴ γῆ. Νομίζω, λοιπόν, ὅτι τὰ ἐπιχειρήματα (τοῦ λόγου σου) ἀντιφάσκουν μὲ τὸ συμπέρασμα».
«Πῶς τὸ λὲς αὐτό;», μὲ ρώτησε ἐκείνη.
«Ἀφοῦ μὲ τὴν κάθαρση, ἀπάντησα, σβήνει μέσα μας κάθε ἄλογη κίνηση, εἶναι ἐπόμενο ὅτι δὲν ὑφίσταται καθόλου οὔτε ἡ ἐπιθυμία· κι ἀφοῦ δὲν ὑπάρχει αὐτή, δὲν ὑπάρχει ἐπιθυμία οὔτε γιὰ τὰ καλύτερο (ἀγαθό)· διότι δὲν ἔμεινε στὴν ψυχὴ καμιὰ κίνηση (πᾶθος), ποὺ νὰ τὴν διεγείρει νὰ ἐπιθυμεῖ τὰ ἀγαθά».
«Στὴν ἀντίρρηση αὐτή, εἶπε ἐκείνη, ἀπαντᾶμε τὸ ἑξῆς: ἡ θεωρητικὴ καὶ διακριτικὴ ἰκανότητα ἀποτελεῖ ἰδιότητα τῆς θεοείδειας τῆς ψυχῆς· διότι καὶ τὸ Θεὸ μὲ αὐτές τὸν ἀντιλαμβανόμαστε. Ἐὰν, λοιπόν, εἴτε μὲ τὸν πνευματικὸ ἀγώνα τῆς παρούσης ζωῆς εἴτε μὲ τὴν κάθαρση μετὰ ἀπ’ αὐτήν, ἐλευθερωθεῖ ἡ ψυχὴ ἀπὸ τὴν ἐξάρτησή της ἀπὸ τὰ ἄλογα πάθη, τότε τίποτε δὲν τὴν ἀποκλείει ἀπὸ τὴ θεωρία τοῦ καλού. Διότι τὸ καλὸ ἀπὸ τὴ φύση του ἐλκύει καθέναν ποὺ προσβλέπει σ’ αὐτό. Ἐὰν, λοιπόν, ἡ ψυχὴ καθαριστεῖ ἀπὸ κάθε κακία, σίγουρα θὰ βρίσκεται μέσα στὸ καλό. Καὶ καλὸ στὴ φύση του εἶναι τὸ Θείο, στὸ ὁποῖο ἡ ψυχὴ θὰ προσδένεται μὲ τὴν καθαρότητά της ὅπως συνδέεται μὲ συγγενή της.
»Ἐὰν, λοιπόν, γίνει αὐτό, τότε δὲν θὰ μᾶς χρειάζεται πλέον ἡ λειτουργία τῆς ἐπιθυμίας, γιὰ νὰ μᾶς ὁδηγήσει στὸ καλό. Μόνον ὅποιος βρίσκεται στὸ σκοτάδι, αὐτὸς ἐπιθυμεῖ τὸ φῶς. Ἐὰν ὅμως βρεθεῖ στὸ φῶς, τὴν ἐπιθυμία διαδέχεται ἡ ἀπόλαυση· καὶ ἡ κυριαρχία τῆς ἀπολαύσεως θὰ καταστήσει ἀργὴ καὶ ἄχρηστη τὴν ἐπιθυμία.
»Καμία, λοιπόν, ζημία δὲν θὰ ἔχει ἡ ψυχὴ στὴ μετοχή της στὸ ἀγαθό, ἐὰν ἀπελευθερωθεῖ ἀπὸ τέτοια κινήματα (τῶν παθῶν)· θὰ ἐπανέλθει πάλι στὸν ἑαυτό της καὶ θὰ δεῖ ἀκριβῶς τὴν ὕπαρξή της, ποιὰ ἀκριβῶς εἶναι· καί, σὰν σὲ καθρέφτη ποὺ ἀπεικονίζει, θὰ βλέπει μὲ τὸ δικό της κάλλος τὸ ἀρχέτυπό της.
»Πράγματι, σ’ αὐτὸ ἀκριβῶς μποροῦμε νὰ ποῦμε ὅτι ἀποτυπώνεται ἡ ἀκριβὴς ὀμοίωση μὲ τὸ Θεό· νὰ μιμεῖται δηλαδή, ὅσο γίνεται, ἡ δική μας ψυχὴ τὴν ἀνώτερή μας ὕπαρξη. Διότι ἡ φύση (τοῦ Θεοῦ), ποὺ ὑπάρχει πάνω ἀπὸ κάθε (κατα)νόηση, βρίσκεται μακριὰ ἀπὸ τὶς δικές μας ἀντιλήψεις· διάγει τὴ ζωή της μὲ διαφορετικὸ τρόπο, καὶ ὄχι ὅπως ἐμεῖς ζοῦμε τὴν παροῦσα ζωή. Διότι ἐμεῖς οἱ ἄνθρωποι, ἐπειδὴ ἡ φύση μας βρίσκεται πάντοτε σὲ κίνηση, πηγαίνουμε ἐκεῖ ποὺ μᾶς ὁδηγεῖ ἡ ὀρμὴ τῆς προαιρέσεώς μας· ἡ ψυχὴ ὅμως, θὰ ἔλεγε κανείς, δὲν διάγει τὸ ἐπόμενο στάδιο τῆς ὑπάρξεώς της ὅπως καὶ τὸ προηγούμενο.
»Διότι ἡ ἐλπίδα καθοδηγεῖ (τὴν ψυχή) στὴν κίνησή της πρὸς τὰ μπρός, ἐνῶ ἡ μνήμη διαδέχεται τὴν ἐλπίδα, ὅταν προχωρήσει ἡ κίνηση πρὸς τὰ μπρός. Ἀλλά, ἐὰν βέβαια ἡ ἐλπίδα ὁδηγεῖ τὴν ψυχὴ σ’ αὐτὸ ποὺ εἶναι καλὸ ἀπὸ τὴ φύση του, τότε ἡ κίνηση τῆς προαιρέσεως χαράσσει στὴ μνήμη ἴχνος εὐχάριστο. Ἐὰν ὅμως ὁ ἄνθρωπος ἀποτύχει στὴν ἐπιδίωξη του καλύτερου, ἐπειδὴ ἡ ἐλπίδα ξεγέλασε τὴν ψυχὴ μὲ ψεύτικο κάλλος, ἡ μνήμη, ποὺ ἀκολουθεῖ τὰ γεγονότα, γίνεται αἰτία ντροπῆς. Καὶ ἔτσι γίνεται μέσα στὴν ψυχὴ ἐμφύλιος πόλεμος· ἡ μνήμη μάχεται ἐνάντια στὴν ἐλπίδα, ἐπειδὴ ἔγινε κακὸς ὁδηγὸς τῆς προαιρέσεως.
Τέτοια πράγματι ἔννοια ἔχει σαφὼς τὸ πάθος τῆς ντροπῆς, ὅταν ἡ ψυχὴ πληγώνεται ἀπὸ τὸ ἀποτέλεσμα· χρησιμοποιεῖ τὴ μετάνοια σὰν μαστίγιο ἐναντίον τῆς ἀθέλητης ὀρμῆς καὶ προκαλεῖ σὲ συμμαχία τὴ λησμονιὰ ἐνάντια στὴ λύπη. Ἀλλὰ σὲ μᾶς βέβαια ἡ φύση, ἐπειδὴ εἶναι φτωχὴ ἀπὸ τὸ καλό, πάντοτε τρέχει πρὸς αὐτὸ ποὺ τῆς λείπει· καὶ αὐτὸς ὁ πόθος τοῦ ἐλλείποντος ἀποτελεῖ τὴν ἴδια τὴν ἐπιθυμητικὴ διάθεση τῆς φύσεώς μας· ἡ ὁποῖα, εἴτε σφάλλει ἀπὸ ἀπειρία νὰ φτάσει τὸ ὅντως καλό, εἴτε πετυχαίνει ἐκεῖνο ποὺ εἶναι καλό.
»Ἡ φύση πάλι (Θεός) ποὺ ξεπερνᾶ κάθε ἔννοια τοῦ ἀγαθοῦ καὶ κάθε δύναμη, ἐπειδὴ δὲν ἔχει ἀνάγκη κανένα ἀπὸ ἐκεῖνα ποὺ θεωροῦνται ἀγαθά, ἀποτελεῖ ἡ ἴδια τὴν πληρότητα ὅλων τῶν ἀγαθῶν. Δὲν βρίσκεται στὸ καλὸ γιατὶ μετέχει σὲ κάποιο καλό, ἀλλὰ ἡ ἴδια εἶναι ἡ φύση τοῦ καλοῦ, ὁτιδήποτε κι ἂν ὑποθετεῖ ὁ νοῦς ὅτι εἶναι τὸ καλό. Αὐτὴ ἡ φύση δὲν δέχεται γιὰ τὸν ἑαυτό της τὴν κίνηση τῆς ἐλπίδος –διότι ἡ ἐλπίδα κινεῖται μόνον πρὸς αὐτὸ ποὺ δὲν ὑπάρχει· "αὐτὸ ὅμως ποὺ τὸ ἔχει κάποιος, γιατὶ νὰ τὸ ἐλπίζει;", λέει ὁ Ἀπόστολος. Οὔτε πάλι χρειάζεται τὴν ἰκανότητα τῆς μνῆμης γιὰ νὰ γνωρίζει ἀκριβῶς τὰ ὅντα· διότι αὐτὸ ποὺ βλέπει, δὲν ἔχει ἀνάγκη νὰ τὸ θυμᾶται.
»Ἐπειδή, λοιπόν, ἡ θεία φύση εἶναι πέρα ἀπὸ κάθε ἀγαθὸ –καὶ τὸ ἀγαθὸ βέβαια ἀγαπᾶ τὸ ἀγαθό–, γι’ αὐτὸ βλέποντας μέσα της καὶ ό,τι ἔχει θέλει καὶ ὅ,τι θέλει ἔχει· δὲν δέχεται τίποτε ἀπέξω γιὰ τὸν ἑαυτό της, ἐνῶ ἔξω ἀπ’ αὐτήν δὲν ὑπάρχει τίποτε ἐκτὸς ἀπὸ τὴν κακία, ἡ ὁποῖα –ὅσο κι ἂν εἶναι παράδοξο νὰ τὸ ποῦμε– ἔχει τὴν ὕπαρξή της στὴν ἀνυπαρξία. Διότι τίποτε ἄλλο δὲν γεννᾶ τὴν κακία παρὰ ἡ στέρηση τοῦ ὅντος. Καὶ αὐτὸ ποὺ ὅντως εἶναι ὄν (ὕπαρξη) εἶναι ἡ φύση τοῦ ἀγαθοῦ. Καὶ ὅ,τι δὲν βρίσκεται στὴν ὕπαρξη (δὲν εἶναι ὅν), βρίσκεται στὴν ἀνυπαρξία.
»Ὅταν, λοιπόν, καὶ ἡ ψυχὴ πετάξει ἀπὸ πάνω της ὅλα τὰ διάφορα κινήματα (πάθη) τῆς φύσεως καὶ γίνει ὅμοια μὲ τὴ θεία φύση· ὅταν ξεπεράσει τὴν ἐπιθυμία καὶ βρίσκεται ἐκεῖ ποὺ προηγουμένως τὴν ὁδηγοῦσε ἡ ἐπιθυμία· τότε, δὲν ἐπιτρέπει πλέον τίποτε στὸν ἑαυτό της, οὔτε τὴν ἐλπίδα οὔτε τὴ μνήμη, διότι κατέχει αὐτὸ ποὺ ἐλπίζει. Ἡ ἀσχολία πάλι γιὰ τὴν ἀπόλαυση τῶν ἀγαθῶν ἀποβάλλει τὴ μνήμη ἀπὸ τὸ νοῦ. Καὶ ἔτσι μιμεῖται τὴν ὑπεροχικὴ ζωὴ ποὺ ἔχει ἀποτυπωθεῖ ἀπὸ τὶς ἰδιότητες τῆς θείας φύσεως· ὥστε, τίποτε ἄλλο νὰ μὴν ἐπιδιώκει παρὰ μόνον τὴν ἀγάπη, ἡ ὁποῖα ἀπὸ τὴ φύση της βλαστάνει μαζὶ μὲ τὸ ἀγαθό. Διότι ἀγάπη εἶναι τὸ ἑξῆς, ἡ ἐσωτερικὴ σχέση πρὸς τὸ ἐπιθυμητό.
»Ὅταν, λοιπόν, ἡ ψυχὴ γίνει ἀπλὴ καὶ ἔχει μόνο ἕνα πάθος (ἀγάπη) καὶ εἶναι περίπου ὅμοια μὲ τὴ θεία φύση, θὰ βρεῖ πράγματι ἕνα ἀπλὸ καὶ άϋλο ἀγαθό, ποὺ εἶναι τὸ μόνο ἀγαπητὸ καὶ ἐπιθυμητό. Ἐνώνεται καὶ ἀναμειγνύεται (ἡ ψυχή), μὲ τὴν ἀγαπητικὴ διάθεση καὶ ἐνέργειά της, μ’ αὐτὸ (ἀγαθό=Θεός)· ἐκτυπώνει τὴν μορφὴ τῆς σύμφωνα μ’ αὐτό, ποὺ πάντοτε νοεῖται καὶ ὑπάρχει. Γίνεται, μὲ τὴν ὀμοίωση τοῦ ἀγαθοῦ, ὅ,τι ἀκριβῶς εἶναι ἡ φύση αὐτοῦ στὸ ὁποῖο μετέχει. Ἐπειδὴ ἐκεῖνο (τὸ ἀγαθό=Θεός) δὲν ἔχει καμιὰ ἐπιθυμία, διότι δὲν τοῦ λείπει κανένα ἀπὸ τὰ ἀγαθά, εἶναι ἐπόμενο καὶ ἡ ψυχὴ νὰ γίνεται κι αὐτὴ ἀνενδεής· διώχνει ἀπὸ πάνω της τὴν ἐπιθυμητικὴ κίνηση καὶ διάθεση, ἡ ὁποῖα τότε μόνον ὑφίσταται, ὅταν ἀπουσιάζει τὸ ἀντικείμενο τοῦ πόθου.
»Στὸ δόγμα αὐτὸ μᾶς ὁδηγεῖ καὶ ὁ θεῖος Ἀπόστολος (Παῦλος), ὁ ὁποῖος προανήγγειλε παύση καὶ καταστολὴ ὅλων τῶν ἐνεργημάτων ποὺ ὑπάρχουν τώρα μέσα μας καὶ μᾶς κατευθύνουν στὸ ἀγαθό· μόνο γιὰ τὴν ἀγάπη δὲν ὑπάρχει τέλος. Διότι, εἶπε, οἱ προφητεῖες θὰ καταργηθοῦν καὶ τὰ χαρίσματα τῆς γλωσσολαλιάς θὰ σταματήσουν· ἡ ἀγάπη ὅμως ποτέ δὲν πέφτει· πρᾶγμα ποὺ σημαίνει ὅτι (ἡ ἀγάπη) πάντοτε μένει ἡ ἴδια. Ἀλλά, λέγοντας ὅτι θὰ παραμείνουν μαζὶ μὲ τὴν ἀγάπη ἡ πίστη καὶ ἡ ἐλπίδα, πάλι αὐτήν, δικαιολογημένα, τοποθετεῖ ἐπικεφαλής. Διότι ἡ ἐλπίδα ἐνεργεῖ μέχρις ὅτου δὲν ἔχει ἔλθει ἡ ἀπόλαυση τῶν ἐλπιζομένων· καὶ ἡ πίστη παρόμοια γίνεται στήριγμα τῆς ἀβεβαιότητας τῶν ἐλπιζομένων. Γι’ αὐτὸ καὶ ἔδωσε τὸν ὁρισμό της, λέγοντας: "πίστη εἶναι ὑπόσταση (πραγμάτωση) ὅσων ἐλπίζουμε".
»Ὅταν ὅμως ἐκπληρωθεῖ αὐτὸ ποὺ ἐλπίζουμε καὶ ὅλες οἱ ἄλλες (ἀρετές) καταργοῦνται, τότε μένει μόνον ἡ ἐνέργεια τῆς ἀγάπης, χωρίς νὰ βρίσκει διάδοχό της. Γι’ αὐτὸ καὶ (ἡ ἀγάπη) εἶναι πρώτη σ’ ὅλα τὰ ἐπιτεύγματα τῶν ἀρετῶν καὶ τῶν ἐντολῶν τοῦ (θείου) νόμου. Ἐὰν, λοιπόν, φτάσει κάποτε ἡ ψυχὴ σ’ αὐτὸ τὸ τέρμα, τότε δὲν θὰ ἔχει ἀνάγκη τὶς ἄλλες ἀρετές, ἐπειδὴ θὰ ἔχει πραγματώσει τὸν ἀνώτατο σκοπὸ τῶν ὅντων καὶ μόνη της θὰ φαίνεται ὅτι διατηρεῖ μέσα της τὰ χαρακτηριστικὰ τῆς θείας μακαριότητας.
»Διότι ἡ ζωὴ τῆς ἄνω (θείας) φύσεως εἶναι ἀγάπη· ἐπειδὴ τὸ καλὸ εἶναι ἀγαπητὸ σ’ ἐκείνους ποὺ τὸ γνωρίζουν, καὶ ὁ Θεὸς πάλι γνωρίζει τὸν ἑαυτό του· γι’ αὐτό, καὶ ἡ γνώση αὐτὴ εἶναι ἀγάπη. Διότι, εἶναι καλὸ ἀπὸ τὴ φύση του αὐτὸ ποὺ γνωρίζεται· καὶ τὸ ἀληθινὰ καλὸ δὲν τὸ ἀγγίζει ἡ ὕβρις τοῦ χορτασμού. Ἐφόσον, λοιπόν, ὁ χορτασμὸς δὲν διακόπτει τὴ σχέση τῆς ἀγάπης πρὸς τὸ καλό, πάντοτε ἡ θεία ζωὴ θὰ ἐνεργεῖ μὲ τὴν ἀγάπη, ἡ ὁποῖα εἶναι ἀπὸ τὴ φύση της καλή, καὶ ἀγαπᾶ αὐτὸ ποὺ ἀπὸ τὴ φύση του εἶναι καλό· ἡ ἐνέργεια τῆς ἀγάπης δὲν ἔχει όριο, διότι οὔτε τοῦ καλοῦ ὑπάρχει τέρμα, ὥστε ἡ ἀγάπη νὰ τερματίζει στὸ τέρμα τοῦ καλοῦ. Διότι τὸ καλὸ σταματᾶ μόνον ἀπὸ τὸ ἀντίθετό του. Ὅπου ὅμως ἡ φύση δὲν ἀποδέχεται τὸ κακό, τότε τὸ ἀγαθὸ θὰ προχωρεῖ στὸ ἀτελείωτο καὶ ἀπεριόριστο.
»Ἐπειδή, λοιπόν, κάθε φύση ἐλκύει τὰ συγγενή της –καὶ ὁ ἄνθρωπος συγγενεύει κάπως μὲ τὸ Θεό, διότι ἀποτελεῖ ὁ ἑαυτός του εἰκόνα (μίμηση) τοῦ ἀρχετύπου–, ὑποχρεωτικὰ ἡ ψυχὴ ἔλκεται πρὸς τὸ θεῖο καὶ συγγενικό της (Ὅν). Πρέπει βέβαια ὁπουδήποτε καὶ ὁπωσδήποτε νὰ ἀποδοθεῖ στὸ Θεὸ τὸ δικό του. Ἐὰν, λοιπόν, ἡ ψυχὴ εἶναι ἐλαφριὰ καὶ ἀπλή, χωρίς νὰ τὴν πιέζει κανένα σωματικὸ βάρος, τότε ἡ προσκόλλησή της πρὸς αὐτὸ ποὺ τὴν ἐλκύει γίνεται εὐχάριστη καὶ εὔκολη.
»Ἐὰν, ὅμως, (ἡ ψυχή) εἶναι προσηλωμένη στὰ ὑλικὰ μὲ τὰ καρφιὰ τῶν βιωτικῶν φροντίδων, τότε παθαίνει κάτι ἀνάλογο μὲ τὰ σώματα τὰ καταπλακωμένα ἀπὸ χώματα στὴν περίπτωση τῶν σεισμῶν. Καὶ ἂς ὑποθέσουμε ὅτι τὰ σώματα δὲν ἔχουν μόνο πάνω τους τὸ βάρος τῶν συνεπειῶν τοῦ σεισμοῦ, ἀλλὰ ὁρισμένα ἔχουν τρυπηθεῖ κιόλας μὲ βέλη καὶ ξύλα ποὺ ἦταν μέσα στὰ χώματα· κάτι τέτοιο εἶναι φυσιολογικὸ νὰ συμβαίνει στὰ σώματα ποὺ βρίσκονται σ’ αὐτὴ τὴν κατάσταση καὶ τὰ ἀνασύρουν οἱ συγγενεῖς τους, γιὰ νὰ τὰ θάψουν. Τα σώματα αὐτὰ σίγουρα θὰ φανοῦν καὶ θὰ κομματιαστοῦν καὶ θὰ πάθουν κάθε τὶ τὸ φοβερό, διότι τὰ ξεσχίζουν τὰ χώματα καὶ τὰ καρφιά, καθὼς ἀνασύρονται μὲ δύναμη.
»Ἀπὸ κάποιο τέτοιο πάθος, νομίζω, ὑποφέρει καὶ ἡ ψυχή, ὅταν ἡ δύναμη τοῦ Θεοῦ ἀπὸ ἀγάπη ἐλκύει ἐκεῖνο ποὺ τῆς ἀνήκει ἀπὸ τὶς παράλογες καὶ ὑλιστικές καταστάσεις. Διότι ὁ Θεός, ποὺ ἀπαιτεῖ καὶ ἐλκύει πρὸς τὸν ἑαυτό του κάθε τὶ ποὺ αὐτὸς τὸ δημιούργησε, δὲν ἐπιφέρει, σύμφωνα μὲ τὴ γνώμη μου, αὐτές τὶς οδυνηρές διαθέσεις στοὺς ἁμαρτωλούς, ἀπὸ μίσος καὶ τιμωρία γιὰ τὴν κακή τους ζωή. Ἀλλά, γιὰ καλύτερο σκοπὸ ἐλκύει Αὐτὸς τὴν ψυχὴ πρὸς τὸν ἑαυτό του, ποὺ ἀποτελεῖ τὴν πηγὴ κάθε εὐτυχίας. Ἡ οδυνηρὴ ὅμως διάθεση εἶναι φυσιολογικὸ νὰ συμβαίνει σὲ κάθε ἐλκυόμενο.
»Καὶ ὅπως ὅσοι καθαρίζουν μὲ φωτιὰ τὴν ὕλην ποὺ ἀναμίχθηκε μὲ τὸ χρυσό, δὲν λειώνουν μόνο τὸ ψεύτικο στοιχεῖο, ἀλλὰ ἀναγκαστικὰ μαζὶ μὲ τὸ κίβδηλο λειώνουν καὶ τὸ καθαρό, κι ὅταν τὸ κίβδηλο κατακαεῖ, μένει μόνο αὐτὸ (τὸ καθαρό)· ἔτσι κι ὅταν ἡ κακία λειώνει στὴν ἀκοίμητη φωτιὰ τῆς καθάρσεως, ὑποχρεωτικὰ βρίσκεται στὴ φωτιὰ καὶ ἡ ψυχὴ ποὺ εἶναι ἐνωμένη μαζί της· ἔως ὅτου ἡ διεσπαρμένη ἀπατηλή, ὑλιστικὴ καὶ κίβδηλη κατάσταση (τῆς κακίας) κατακαεῖ μὲ τὴν αἰώνια φωτιά.
»Καὶ ὅπως ἀκριβῶς ὅταν ἕνα σχοινὶ περιτυλιχθεῖ ἀπὸ παχὺ στρώμα κολλώδους λάσπης καί, στὴ συνέχεια, ἡ ἀρχή τοῦ σχοινιοῦ περάσει ἀπὸ μιὰ στενὴ τρύπα καὶ τὸ τραβάει κάποιος μὲ δύναμη ἀπὸ τὴν ἄκρη του μέσα ἀπ’ αὐτήν, ὑποχρεωτικὰ τὸ σχοινὶ ἀκολουθεῖ τὸ τράβηγμα· ἐνῶ ἡ λάσπη ποὺ τὸ περιβάλλει ἀπὸ τὸ δυνατὸ τράβηγμα ἀποξύνεται καὶ μένει ἔξω ἀπὸ τὴν τρύπα ποὺ περνάει τὸ σχοινί· ἡ λάσπη γίνεται αἰτία νὰ μὴν περνάει εὔκολα τὸ σχοινὶ τὴν τρύπα, ἀλλὰ νὰ ὑφίσταται βίαιο τέντωμα ἀπὸ τὸ τράβηγμα. Κάτι τέτοιο, νομίζω, πρέπει νὰ σκεφτόμαστε ὅτι παθαίνει καὶ ἡ ψυχή, ποὺ ἔχει τυλιχθεῖ μὲ τὰ γήϊνα καὶ ὑλιστικὰ πάθη· ὑποφέρει καὶ κουράζεται, ἐπειδὴ ὁ Θεὸς ἐλκύει πρὸς τὸν ἑαυτό του ὅ,τι εἶναι δικό του· καὶ ὅ,τι ξένο ἔχει κολλήσει πάνω της, ἀποξύνεται μὲ βία καὶ δημιουργεῖ στὴν ψυχὴ ὁξεὶς καὶ ἀνυπόφορους πόνους».
«Ἔτσι, λοιπόν, εἶπα ἐγώ, ὅπως φαίνεται ἀπ’ ὅσα λέχθηκαν προηγουμένως, δὲν τιμωρεῖ μὲ τὴν κόλαση τοὺς ἁμαρτωλούς ἡ κρίση τοῦ Θεοῦ, ἀλλά, ὅπως ἀπέδειξαν τὰ ἐπιχειρήματα, ἐνεργεῖ μόνο γιὰ νὰ ξεχωρίσει τὸ ἀγαθὸ καὶ νὰ τραβήξει τὴν ψυχὴ στὴν κοινωνία τῆς μακαριότητος· τὸ ξεχώρισμα ὅμως τῶν συνυφασμένων στοιχείων (ψυχῆς καὶ παθῶν) προκαλεῖ πόνο στὴν ἐλκόμενη (ψυχή)».
«Αὐτὴ εἶναι καὶ ἡ δική μου ἄποψη, εἶπε ἡ δασκάλα. Μέτρο τοῦ πόνου εἶναι ἡ ποσότητα τῆς κακίας ποὺ ὑπάρχει στὸν καθέναν. Διότι δὲν εἶναι δίκαιο, αὐτὸς ποὺ πέφτει σὲ τόσα πολλὰ ἀπαγορευμένα κακὰ καὶ αὐτὸς ποὺ ἔχει διαπράξει ἐλαφρὰ πλημμελήματα, νὰ ὑποστοῦν τὴν ἠμέρα τῆς κρίσεως τὴν ἴδια τιμωρία γιὰ τὴν κακή τους συνήθεια. Ἀλλά, ἐκείνη ἡ φλόγα ποὺ προκαλεῖ οδύνη θὰ κάψει ἀνάλογα μὲ τὴν ποσότητα τῆς κακίας, λίγο ἢ πολύ, ἔως ὅτου ὑπάρχει ὑλικὸ ποὺ τὴν τρέφει.
»Σ’ ὅποιον, λοιπόν, εἶναι πολὺ τὸ φορτίο τῆς ὑλοφροσύνης, ἐξ ἀνάγκης καὶ ἡ φωτιὰ ποὺ θὰ τὸν κατακαίει θὰ εἶναι μεγάλη καὶ θὰ διαρκεῖ πολύ. Σ’ ὅποιον ὅμως τὸ ὑλικὸ ποὺ ἔχει ἀναμιχθεῖ γιὰ νὰ καεῖ εἶναι λιγότερο, τόσο πιὸ χαμηλὴ σὲ ἔνταση καὶ δριμύτητα θὰ εἶναι ἡ φωτιὰ ποὺ θὰ τιμωρεῖ (κόλαση)· θὰ ἐλαττώνεται ἀνάλογα μὲ τὴν ποσότητα τῆς κακίας τοῦ ὑποκειμένου (ἀνθρώπου).
»Διότι πρέπει ἐξάπαντος καὶ μὲ ὁποιοδήποτε τρόπο νὰ βγεῖ κάποτε τὸ κακὸ ἀπὸ τὸ ὄν (ὔπαρξη)· καὶ ὅπως εἴπαμε παραπάνω, νὰ μὴν ὑπάρχει καθόλου τὸ μὴ ὄν (κακό). Ἐπειδή, πράγματι, ἡ κακία ἔχει τὴ φύση της ἔξω ἀπὸ τὴν προαίρεση (θέληση), ὅταν κάθε προαίρεση εἶναι μὲ τὸ Θεό, τότε ἡ κακία θ’ ἀφανιστεῖ ἐντελὼς, διότι δὲν θὰ τῆς ἀπομείνει καμιὰ ψυχὴ νὰ τὴ δεχθεῖ».
«Ἀλλά, ρώτησα, ποιὸ εἶναι τὸ κέρδος αὐτῆς τῆς καλῆς ἐλπίδος γιὰ ἐκεῖνον ποὺ σκέφτεται πόσο μεγάλο εἶναι τὸ κακό, νὰ ὑποστεῖ τὴν ὁδύνη του καὶ γιὰ ἕνα μόνο χρόνο; Κι ἄν, βέβαια, ἡ ἀνυπόφορη ἐκείνη ὁδύνη παραταθεῖ στὴν αἰωνιότητα, ποιὰ παρηγοριὰ μένει γιὰ τὴν μετέπειτα ἐλπίδα σ’ ἐκεῖνον ποὺ ἡ κόλαση διαρκεῖ γιὰ τὴν αἰωνιότητα;».
«Ὥστε, λοιπόν, πρέπει νὰ φροντίσουμε ἢ νὰ διατηρήσουμε τὴν ψυχή μας καθαρὴ καὶ ἁμόλυντη ἀπὸ τὶς προσβολές τῆς κακίας ή, ἐὰν αὐτὸ εἶναι παντελὼς ἀδύνατο, ἐξαιτίας τῆς ἐμπαθούς φύσεώς μας, νὰ προσέξουμε τὰ λάθη τῆς ἀπομακρύνσεώς μας ἀπὸ τὴν ἀρετὴ νὰ εἶναι, κατὰ τὸ δυνατόν, ἀσήμαντα καὶ νὰ θεραπεύονται εὔκολα.
»Διότι ἡ διδασκαλία τοῦ Ευαγγελίου ἀναφέρει ὁφειλέτες μυρίων ταλάντων, πεντακοσίων δηναρίων, πενήντα δηναρίων καὶ ἑνὸς κοδράντη, ὁ ὁποῖος εἶναι τὸ μικρότερο νόμισμα. Ἡ δικαιοσύνη ὅμως τοῦ Θεοῦ τοὺς κρίνει ὅλους (τοὺς ὀφειλέτες), καὶ ἐπιβάλλει ὑποχρεωτικὰ τὴν ἐξόφληση ἀνάλογα μὲ τὸ ποσὸ τῆς ὀφειλῆς, χωρίς νὰ παραβλέπει καὶ τὸ μικρότερο χρέος.
»Ἡ ἀποπληρωμὴ τῆς ὀφειλῆς, διηγεῖται τὸ Εὐαγγέλιο, δὲν γίνεται μὲ τὴν ἐπιστροφὴ τῶν χρεωστουμένων χρημάτων, ἀλλὰ ὁ ὀφειλέτης παραδίνεται στοὺς βασανιστές, ἔως ὅτου ξοφλήσει ὅλο τὸ χρέος. Αὐτὸ σημαίνει ὅτι μὲ τὰ βασανιστήρια ἐξοφλεῖται τὸ ὑποχρεωτικὸ χρέος, δηλαδὴ μὲ τὴν τιμωρία νὰ γευθεῖ ὁδύνες καὶ λύπες· αὐτές, δηλαδή, ποὺ χρεώθηκε στὴ διάρκεια τοῦ βίου του, ἐπειδὴ προτίμησε, ἀπὸ ἀπερισκεψία, τὴν ἀσύδοτη καὶ ἄμετρη ἡδονὴ τοῦ ἀντιθέτου (κακοῦ). Καὶ ἔτσι, ἀφοῦ ἀποθέσει κάθε τὶ τὸ ξένο πρὸς τὸν ἑαυτό του, τὴν ἁμαρτία δηλαδή, καὶ ἀποβάλει τὴν ντροπὴ τῶν χρεῶν, θὰ βρεθεῖ πάλι ἐλεύθερος καὶ ἄφοβος.
»Ἐλευθερία πάλι εἶναι ἡ ἐξομοίωση μὲ τὴν ἀνεξαρτησία καὶ τὴν αὐτονομία· ὁ Θεὸς στὴν ἀρχὴ μᾶς δώρησε τὴν ἐλευθερία, ἀλλὰ μὲ τὶς ντροπές τῶν χρεῶν τῶν ἁμαρτιῶν μας τὴν καταχωνιάσαμε. Καὶ κάθε μορφὴ ἐλευθερίας μία εἶναι στὴν οὐσία της καὶ βρίσκεται σὲ ἁρμονία μὲ τὸν ἑαυτό της. Ἐπομένως, κάθε τὶ τὸ ἐλεύθερο ταιριάζει μὲ τὸ ὅμοιό του. Καὶ μόνον ἡ ἀρετὴ εἶναι ἀνεξάρτητη. Ἀνεξάρτητη ὅμως εἶναι καὶ ἡ ἐλευθερία καὶ θὰ συναφθεῖ μὲ τὴν (ἀνεξάρτητη) ἀρετή. Καί, βέβαια, αἰτία κάθε ἀρετῆς εἶναι ἡ θεία φύση. Ἐπομένως, ὅσοι ἔχουν ἀπαλλαγεῖ ἀπὸ τὴν κακία θὰ ἐνωθοῦν μ’ αὐτήν (τὴ θεία φύση), γιὰ νὰ εἶναι ὁ Θεὸς τὸ πᾶν γιὰ τὰ πάντα, ὅπως λέει ὁ Ἀπόστολος.
»Αὐτὰ τὰ λόγια, νομίζω, πιστοποιοῦν τὴ σκέψη ποὺ εἴχαμε ἐκθέσει προηγούμενα καὶ λέει, ὅτι ὁ Θεὸς θὰ γίνει τὰ πάντα καὶ θὰ εἶναι σὲ ὅλα. Διότι, ἡ παροῦσα ζωὴ βιώνεται μὲ πολλούς καὶ διάφορους τρόπους καὶ εἶναι πολλὰ αὐτὰ στὰ ὁποῖα μετέχουμε, ὅπως ὁ χρόνος, ὁ ἀέρας καὶ ὁ τόπος, ἡ βρώση καὶ πόση, τὰ σκεπάσματα, ὁ ἥλιος, τὸ λυχνάρι καὶ ἄλλα πολλὰ ἀπαραίτητα γιὰ τὴ ζωὴ τῶν πολλῶν, ἀπὸ τὰ ὁποῖα ὅμως κανένα δὲν εἶναι ὁ Θεός. Ἀντίθετα, ἡ προσδοκώμενη μακαριότητα (τῆς αἰώνιας ζωῆς) δὲν ἔχει ἀνάγκη ἀπὸ τίποτε, διότι θὰ τὰ ἀντικαταστήσει ὅλα γιὰ χάρη μας ἡ θεία φύση, ἐπιμερίζοντας κατάλληλα τὸν ἑαυτό της, γιὰ νὰ καλύψει κάθε ἀνάγκη τῆς ζωῆς ἐκείνης.
»Καὶ αὐτὸ τὸ βεβαιώνουν τὰ λόγια τῆς Ἁγίας Γραφῆς, ὅτι δηλαδὴ ὁ Θεὸς γίνεται γιά τοὺς αξίους καὶ τόπος, καὶ οἰκία, καὶ ἔνδυμα, καὶ τροφή, καὶ πόση, καὶ φῶς, καὶ πλοῦτος, καὶ βασιλεία, καὶ κάθε ἔννοια καὶ ὅνομα ἀπ’ ὅσα συναπαρτίζουν τὴν ἀγαθὴ (αἰώνια) ζωή μας. Καὶ Αὐτὸς ποὺ γίνεται τὰ πάντα, θὰ εἶναι καὶ σὲ ὅλα. Μ’ αὐτὴ τὴ φράση, μοῦ φαίνεται, ἡ Γραφὴ ἐννοεῖ τὴν ὁλοκληρωτικὴ ἐξαφάνιση τῆς κακίας. Διότι, ἐὰν ὁ Θεὸς θὰ εἶναι σὲ ὅλα τὰ ὅντα, τότε ἡ κακία δὲν μπορεῖ νὰ βρίσκεται σ’ αὐτά. Ἐὰν κανεὶς ὑποθέσει ὅτι καὶ ἐκείνη βρίσκεται ἐκεί, τότε πῶς θὰ σωθοῦν (τὰ ὅντα) ἀπὸ τὸ Θεὸ ποὺ βρίσκεται σὲ ὅλα αὐτά; Διότι, ἡ ἐξαίρεση ἐκείνης (νὰ βρίσκεται καὶ ἡ κακία στὰ ὅντα), κάνει ἐλλιπὴ τὴν συμπερίληψη ὅλων τῶν ὅντων (στο Θεό). Αὐτὸς ποὺ θὰ εἶναι σὲ ὅλα, δὲν θὰ εἶναι στὰ μὴ ὄντα (κακία).
«Τί, λοιπόν, ρώτησα, πρέπει νὰ λέω σ’ ἐκείνους ποὺ συμπεριφέρονται μὲ γογγυσμὸ στὶς συμφορές;».
«Θὰ τοὺς ποῦμε, ἀπάντησε ἡ δασκάλα, ὅτι μάταια δυσανασχετεῖτε, φίλοι μας, καὶ παραπονεῖσθε γιὰ τὴ σειρὰ τῆς ἀναγκαίας ροῆς τῶν πραγμάτων (στὴ ζωή)· ἀγνοεῖτε τὸ σκοπὸ τὸν ὁποῖο ἐξυπηρετεῖ τὸ κάθετι στὸ σύμπαν, ὅτι δηλαδὴ ὅλα, ἀκολουθώντας κάποια τάξη καὶ συνέπεια σύμφωνα μὲ τὸ σχέδιο τοῦ σοφοῦ καθοδηγητή, πρέπει νὰ οἰκειωθοῦν τὴ θεία φύση. Γι’ αὐτὸ τὸ σκοπὸ δημιουργήθηκε ἡ λογικὴ φύση, γιὰ νὰ μὴ μένει ἀνεκμετάλλευτος ὁ πλοῦτος τῶν θείων ἀγαθῶν. Ἀλλὰ εἶναι, σὰν νὰ κατασκεύασε ἡ θεία Σοφία, ποὺ ἔφτιαξε τὰ πάντα, τὰ δοχεῖα τῶν ψυχῶν ὡς ἀγγεῖα προαιρετικά, στὰ ὁποῖα ὑπάρχει χῶρος γιὰ νὰ δεχτοῦν τὰ ἀγαθά· καὶ ὁ ὁποῖος (χῶρος) συνέχεια αὐξάνει μὲ τὴν προσθήκη εἰσερχομένων ἀγαθῶν.
»Τέτοια εἶναι ἡ μετοχὴ στὰ ἀγαθὰ τοῦ Θεοῦ, ὥστε αὐτόν ποὺ μετέχει νὰ τὸν καθιστᾶ μεγαλύτερο καὶ πιὸ δεκτικό· προσθέτει δύναμη καὶ μέγεθος σ’ αὐτόν ποὺ τὰ δέχεται (τὰ ἀγαθά), μὲ ἀποτέλεσμα νὰ αὐξάνεται αὐτὸς ποὺ τρέφεται μ’ αὐτὰ καὶ νὰ μὴν σταματᾶ ποτέ ἡ αὔξηση. Διότι, καθὼς ἡ πηγὴ τῶν ἀγαθῶν εἶναι ἀστείρευτη, ἡ φύση του μετέχοντος σ’ αὐτά, ἐπειδὴ τίποτε ἀπ’ ὅσα λαμβάνει δὲν εἶναι σκουπίδι καὶ ἄχρηστο καὶ ὅλο ὅσο εἰσέρχεται προστίθεται στὸ μέγεθος του, γίνεται πιὸ ἐλκυστικὴ γιὰ τὸ ἀγαθὸ καὶ περισσότερο εὐρύχωρη. Διότι καὶ τὰ δύο ἐνισχύονται τὸ ἕνα ἀπὸ τὸ ἄλλο: καὶ ἡ δύναμη ποὺ τρέφεται μὲ τὴν ἀφθονία τῶν ἀγαθῶν συντελεῖ στὴν αὔξηση, καὶ ἡ χορηγία ποὺ τρέφει μεγαλώνει κι αὐτὴ μαζὶ μὲ τὴν ἐπίδοση τῶν μετεχόντων ποὺ αὐξάνουν. Καὶ εἶναι εὔλογο νὰ φτάσει σὲ τέτοιο μέγεθος (ἡ φύση μας), ἐπειδὴ δὲν ὑπάρχει κανένα ὅριο νὰ σταματήσει τὴν αὔξησή της.
»Ἀφοῦ, λοιπόν, ὑπάρχουν μπροστά μας τέτοια ἀγαθά, ἀγανακτεῖτε γιὰ τὴν πορεία ποὺ ἔχει χαραχθεῖ στὴ φύση μας, γιὰ νὰ βαδίσει πρὸς τὸ σκοπό της; Διότι, δὲν ὑπάρχει ἄλλος δρόμος νὰ βαδίσουμε πρὸς ἐκεῖνα (τὰ ἀγαθά), ἂν αὐτὸ τὸ βάρος μας, ἐννοῶ τὸ βαρὺ καὶ γήϊνο φορτίο μας, δὲν ξεφορτωθεῖ ἀπὸ τὴν ψυχή μας· κι ἂν δὲν καθαρθοῦμε μὲ μεγαλύτερη ἐπιμέλεια ἀπὸ τὴν προσκόλλησή μας σ’ αὐτό, ποὺ τὴν ἀποκτήσαμε στὴν παροῦσα ζωή,ώστε μὲ τὴν καθαρότητα νὰ μπορέσουμε νὰ πλησιάσουμε στὸ ὅμοιό μας (Θεό).
»Ἐὰν πάλι εἶσαι πολὺ δεμένος μὲ τὸ σῶμα αὐτὸ καὶ σὲ στενοχωρεῖ ὁ χωρισμὸς ἀπὸ τὸ ἀγαπημένο σου, μὴν ἀπελπίζεσαι γι’ αὐτό. Διότι θὰ δεῖς αὐτὸ τὸ σωματικὸ περίβλημα, ποὺ τώρα τὸ διαλύει ὁ θάνατος, νὰ ὑφαίνεται πάλι μὲ τὰ ἴδια ὑλικά· ὄχι βέβαια γιὰ νὰ δώσει τὴν ἴδια παχιὰ καὶ βαρειὰ μορφή, ἀλλὰ μὲ κλώσιμο τοῦ νήματος γιὰ νὰ ὑφάνει πιὸ λεπτὴ καὶ ἀέρινη μορφή. Ἔτσι, καὶ θὰ εἶναι κοντά σου τὸ ἀγαπημένο (σῶμα) καὶ θὰ ἔχει ἀποκαταστασθεῖ αὐτὸ σὲ καλύτερη καὶ ὠραιότερη ὀμορφιά».
«Ἀλλὰ μοῦ φαίνεται, εἶπα, ὅτι κατὰ κάποιο τρόπο ἡ συζήτησή μας κύλησε σιγὰ σιγὰ πρὸς τὸ δόγμα τῆς ἀναστάσεως. Καὶ νομίζω ὅτι ἀπὸ τὴ διδασκαλία τῶν Γραφῶν αὐτὸ ἀποδεικνύεται ἀληθινὸ καὶ παραδεκτό, ὥστε κανεὶς νὰ μὴν ἀμφιβάλλει. Ἐπειδή, ὅμως, ἡ ἀδυναμία τοῦ νοῦ τοῦ ἀνθρώπου ἀναζητεῖ περισσότερο, γιὰ νὰ πιστέψει, λογικὰ ἐπιχειρήματα, θὰ ἦταν καλὸ νὰ μὴν ἀφήσουμε ἀνεξέταστο κι αὐτὸ τὸ θέμα. Ἂς σκεφθούμε, λοιπόν, τὶ πρέπει νὰ ποῦμε γι’ αὐτό».
Καὶ ἡ δασκάλα εἶπε: «Οἱ στοχαστές ὄχι τῆς δικῆς μας φιλοσοφίας διατύπωσαν ὁ καθένας, διαφορετικὴ θεωρία γιὰ κάποιο μέρος τοῦ δόγματος τῆς ἀναστάσεως· οἱ θεωρίες τους οὔτε συμφωνοῦν ἀκριβῶς μὲ τὴ δική μας οὔτε ὅμως ἀπομακρύνονται τελείως ἀπὸ μιὰ τέτοια ἐλπίδα (τῆς ἀναστάσεως). Διότι ὁρισμένοι ἐξευτελίζουν τὴν ἀνθρώπινη φύση, καθὼς παραδέχονται ὅτι ἡ ἴδια ψυχὴ πότε ἀνήκει σὲ ἄνθρωπο καὶ πότε σὲ ἄλογο ζώο· μετασαρκώνεται καὶ κάθε φορὰ μεταβαίνει ἀπὸ τὸ σῶμα τοῦ ἀνθρώπου σ’ αὐτὸ ποὺ τῆς ἀρέσει, εἴτε (στὸ σῶμα) πτηνοῦ ἢ θαλάσσιου ζώου ἢ ζώου τῆς ξηρᾶς· καὶ στὸ τέλος μετὰ ἀπ’ αὐτά, ἐπανέρχεται στὴν ἀνθρώπινη φύση. Ἄλλοι πάλι ἐπεκτείνουν αὐτὴ τὴν ἀνόητη πίστη μέχρι καὶ τοὺς θάμνους· θεωροῦν ὅτι καὶ ἡ ζωὴ τῶν δένδρων εἶναι κατάλληλη καὶ ταιριαστὴ γι’ αὐτήν (τὴ μετενσάρκωση).
»Ἄλλοι τέλος νομίζουν ὅτι αὐτὸ (μετενσάρκωση) γίνεται μόνον ἀπὸ ἄνθρωπο σὲ ἄνθρωπο· ἔτσι ὥστε ὁ βίος τῶν ἀνθρώπων νὰ συνεχίζεται πάντοτε ἀπὸ τὶς ἴδιες ψυχές, οἱ ὁποῖες συνεχὼς εἰσέρχονται τώρα σ’ αὐτὰ τὰ σώματα καὶ κατόπιν σὲ ἄλλα. Ἐμεῖς ὅμως, ξεκινώντας ἀπὸ τὴν πίστη τῆς Ἐκκλησίας, ἰσχυριζόμαστε ὅτι εἶναι καλὸ νὰ δεχθοῦμε ἀπὸ τὶς ἀντιλήψεις τῶν μὴ χριστιανῶν φιλοσόφων τόσο μόνο, ὥστε νὰ δείξουμε ὅτι συμφωνοῦν κι αὐτοὶ κατὰ κάποιο τρόπο μὲ τὸ δόγμα τῆς ἀναστάσεως. Καθὼς, τὸ νὰ λένε αὐτοὶ ὅτι, μετὰ τὴ διάλυση του σώματος, εἰσέρχεται πάλι ἡ ψυχὴ σὲ ἄλλα σώματα, δὲν ἀντίκειται πολὺ ἀπὸ τὴν δική μας ἐλπιζόμενη ἀνάσταση. Διότι καὶ ἡ δικὴ διδασκαλία λέει ὅτι τὸ σῶμα συνίσταται, καὶ τώρα καὶ μετὰ ἀπ’ αὐτὴ τὴ ζωή, ἀπὸ τὰ στοιχεῖα τοῦ κόσμου.
»Καὶ συμφωνεῖ μὲ τοὺς ἐκτὸς χριστιανισμοῦ σοφούς. Διότι δὲν μποροῦν νὰ ἐπινοήσουν ἄλλο τρόπο συστάσεως τῆς φύσεως τοῦ σώματος ἐκτὸς ἀπὸ τὴ συνδρομὴ τῶν στοιχείων. Ἡ διαφορά μας εἶναι τόση, ὅσο λέμε ἐμεῖς ὅτι τὸ ἴδιο σῶμα συγκροτεῖται πάλι γύρω ἀπὸ τὴν ψυχὴ καὶ ἀποτελεῖται ἀπὸ τὰ ἴδια στοιχεῖα. Ἐκεῖνοι βέβαια πιστεύουν ὅτι ἡ ψυχὴ ξεπέφτει σὲ κάποια ἄλλα σώματα, εἴτε λογικὰ εἴτε ἄλογα εἴτε χωρίς αἰσθήσεις. Παραδέχονται ὅτι τὰ σώματα συνίστανται ἀπὸ τὰ στοιχεῖα τοῦ κόσμου, ἀλλὰ διαφωνοῦν στὸ ὅτι δὲν πιστεύουν ὅτι τά (ἀναστημένα) σώματα γίνονται πάλι ἀπὸ τὰ ἴδια στοιχεῖα ποὺ ἐνώθηκαν μὲ τὴν ψυχὴ στὴν ἐπίγεια ζωή. Ἐπομένως, τὸ ὅτι δὲν εἶναι ἀπίθανο νὰ εἰσέλθει ἡ ψυχὴ πάλι στὸ σῶμα, τὸ βεβαιώνει ἡ κοσμικὴ φιλοσοφία. Καὶ τώρα εἶναι καιρὸς νὰ διαλύσουμε τὸ ἀσύστατο τῆς δικῆς τους πίστεως καὶ νὰ φανερώσουμε τὴν ἀλήθεια, ὅσο εἶναι δυνατόν, μὲ τὰ ἐπιχειρήματα ποὺ προκύπτουν εὔλογα ἀπὸ τὴ συνέχεια τῆς συζητήσεώς μας.
»Ποιὰ εἶναι, λοιπόν, τὰ ἐπιχειρήματά μας γι’ αὐτό; Ἐκεῖνοι ποὺ τοποθετοῦν τὴν ψυχὴ σὲ διάφορα σώματα, μοῦ φαίνεται ὅτι συγχέουν τὶς φυσικές ἰδιότητες. Ἀναμειγνύουν καὶ μπερδεύουν ὅλα τὶς ἰδιότητες μεταξύ τους, τὴν ἀλογία, τὴ λογικό, τὶς αἰσθήσεις, τὴν ἔλλειψη αἰσθήσεων· ἐφόσον αὐτές ἀνακατεύονται ἡ μία μὲ τὴν ἄλλη, δὲν ταξινομοῦνται μεταξύ τους σύμφωνα μὲ κάποια φυσικὴ σειρά.
Διότι, δέχονται ὅτι πρῶτα ἡ ψυχή, μὲ τὴν περιβολή τοῦ τᾶδε μορφῆς σώματος, γίνεται λογικὴ καὶ ἔχει νοῦ· στὴ συνέχεια ὅμως, ζεῖ στὶς φωλιές τῶν ἐρπετῶν ἢ ζεῖ στὴν ἀγέλη ἀρπακτικῶν ἢ γίνεται ζώο ἀχθοφόρο ἢ σαρκοβόρο ἢ θαλάσσιο· ἢ πέφτει στὴν κατάσταση αὐτῶν ποὺ δὲν ἔχουν αἰσθήσεις, δηλαδὴ φυτὸ μὲ ρίζες ἢ χωρίς αὐτές, ἢ βλαστὸς ποὺ βγάζει κλαδιὰ κι ἀπ’ αὐτὰ βγαίνουν ἄνθη ἢ ἀγκάθια ἢ καρπὸς καλὸς ἢ δηλητηριώδης· ὅλα αὐτὰ δὲν σημαίνουν τίποτε ἄλλο παρὰ ὅτι ὅλα ταυτίζονται καὶ ὅτι ὅλα τὰ ὄντα ἔχουν μία φύση ποὺ βρίσκεται σὲ κατάσταση συγχύσεως καὶ ἀδιάκριτης κοινωνίας μὲ τὸν ἑαυτό της, ἀφοῦ καμιὰ ἰδιότητα της δὲν ξεχωρίζει τὸ ἕνα ὄν ἀπὸ τὸ ἄλλο.
»Ἐκεῖνος ποὺ λέει ὅτι τὸ ἴδιο ὃν γίνεται καὶ ὅλα τὰ ἄλλα, δηλώνει ὅτι θέλει ὅλα νὰ εἶναι ἕνα· ἀφοῦ ἡ ἐμφανὴς διαφορὰ τῶν ὅντων δὲν ἐμποδίζει σὲ τίποτε τὴν ἀνάμιξη ἐκείνων ποὺ δὲν ἀναμειγνύονται. Δείχνει ὅτι εἶναι ἀνάγκη, ἀκόμη κι ἂν δεῖ ἕνα δηλητηριώδες ἢ σαρκοφάγο ζώο, νὰ τὸ θεωρεῖ ὁμόφυλο καὶ συγγενικὸ μὲ τὸν ἑαυτό του. Αὐτὸς ποὺ ἔχει αὐτές τὶς ἀπόψεις οὔτε τὸ κώνειο θεωρεῖ σὰν ξένο στὴ φύση του. Ἐὰν πιστεύει ὅτι ὁ ἄνθρωπος γίνεται καὶ φυτό, ἀκόμη καὶ τὰ σταφύλια, ποὺ τὰ καλλιεργεῖ γιὰ τὶς ἀνάγκες τῆς ζωῆς του, θὰ τὰ ὑποψιάζεται! Διότι καὶ αὐτὸς ἀπὸ τὰ φυτὰ προέρχεται· φυτά, ἐπίσης, εἶναι καὶ τὰ γεννήματα τῶν σιτηρῶν, μὲ τὰ ὁποῖα τρεφόμαστε.
»Πῶς, λοιπόν, θὰ πάρει τὸ δρεπάνι γιὰ νὰ θερίσει τὰ στάχυα; Πῶς θὰ πατήσει τὰ σταφύλια ἢ θὰ ξερριζώσει τ’ ἀγκάθια ἀπὸ τὸ χωράφι ἢ θὰ κόψει τὰ ἄνθη ἢ θὰ κυνηγήσει πουλιὰ ἢ θ’ ἀνάψει φωτιὰ μὲ ξύλα, ἀφοῦ δὲν γνωρίζει ἂν τὸ χέρι του ὑψώνεται γιὰ νὰ σκοτώσει κάποιον συγγενὴ ἢ πρόγονο ἢ ὁμόφυλό του; Δὲν γνωρίζει ἂν ἀνάβει φωτιὰ ἢ γεμίζει τὸ ποτήρι ἢ ἐτοιμάζει φαγητὸ μὲ τὸ σῶμα κάποιου ἀπ’ αὐτούς;
»Διότι, ἐφόσον δέχεται ὅτι, μέσα ἀπὸ τὸ καθένα ἀπ’ αὐτά, ἡ ψυχή τοῦ ἀνθρώπου γίνεται φυτὸ ἢ ζῶο καὶ δὲν ὑπάρχουν σημάδια ἀναγνώρισης ποιὸ φυτὸ ἢ ζῶο κατάγεται ἀπὸ ἄνθρωπο καὶ ποιὸ προέρχεται ἀπὸ ἄλλη αἰτία, ἀναγκαστικὰ αὐτὸς ποὺ δέχεται αὐτὴ τὴ θεωρία πρέπει σ’ ὅλα νὰ δείχνει ἴδια συμπεριφορά. Ὑποχρεωτικά, ἢ θὰ συμπεριφέρεται μὲ ἀγένεια πρὸς ὅλους ὅσοι εἶναι ἄνθρωποι ἀπὸ τὴ φύση τους, ἤ, ἐὰν ἔχει μέσα του φυσικὴ ἀγάπη γιά τοὺς ὁμοφύλους του, θὰ δείχνει ἴδια συμπεριφορὰ σὲ κάθε ἔμψυχο ὅν, εἴτε ἐρπετὸ εἴτε ἄγριο θηρίο.
Ἀλλά, κι ἂν ἐκεῖνος ποὺ δέχεται αὐτὴ τὴ θεωρία ἔλθει σὲ δάσος ἀπὸ δένδρα, θὰ νομίσει τὰ δένδρα ὡς πλῆθος ἀπὸ ἀνθρώπους. Τὶ εἴδους ζωὴ θὰ εἶναι αὐτή, ὅταν ἢ θὰ τὰ σέβεται ὅλα ὡς ὁμόφυλα ἢ θὰ συμπεριφέρεται σκληρὰ πρὸς τοὺς ἀνθρώπους, ἀφοῦ δὲν θὰ βλέπει διαφορά μὲ τὰ ἄλλα ὅντα. Ἡ θεωρία, λοιπόν, αὐτὴ ἀπ’ ὅσα εἶπαμε εἶναι ἀβάσιμη, καθὼς καὶ πολλοὶ ἄλλοι λόγοι συνηγοροῦν γιὰ τὴν ἀπόρριψή της.
Διότι ἄκουσα ἀπ αὐτούς ποὺ ἀσπάζονται αὐτές τὶς θεωρίες, ὅτι πλῆθος ψυχῶν, πρὶν τὴ σωματικὴ ζωή (ἐπίγεια), ζοῦν σὲ κάποια ἰδιαίτερη πολιτεία· μὲ τὴν λεπτὴ καὶ εὐκίνητη φύση τους περιφέρονται, πετώντας μαζὶ μὲ τὴ κίνηση τοῦ σύμπαντος· ἀλλά, ἐξαιτίας κάποιας ροπῆς τῶν ψυχῶν πρὸς τὴν κακία, χάνουν τὶς πτέρυγές τους καὶ μπαίνουν μέσα σὲ σῶμα. Στὴν ἀρχή, εἰσέρχονται σὲ σώματα ἀνθρώπων· ἔπειτα ὅμως, μετὰ τὸ τέλος τῆς ἀνθρώπινης ζωῆς, ἐπειδὴ μετέχουν στὰ ἄλογα πάθη, ἀποκτηνώνονται, καὶ ἀπὸ κεῖ πέφτουν στὴν ἀναίσθητη φυσικὴ κατάσταση τῆς ζωῆς. Ἔτσι, ἡ ἀπὸ τὴ φύση της λεπτὴ καὶ εὐκίνητη ψυχὴ πρῶτα γίνεται βαρειὰ καὶ πέφτει πρὸς τὰ κάτω, ἐπειδὴ λόγω τῆς κακίας εἰσέρχεται στὰ ἀνθρώπινα σώματα. Ἔπειτα, ὅταν χαθεῖ ἡ λογική της δύναμη, ζεῖ ἀνάμεσα στὰ ἄλογα ζῶα. Καὶ ἀπὸ κεῖ, ἀφοῦ τῆς ἀφαιρεθεῖ κι αὐτὴ ἡ χάρη τῶν αἰσθήσεων, μεταβαίνει στὴ ζωὴ τῶν φυτῶν, ποὺ δὲν ἔχουν οὔτε αἰσθήσεις. Τέλος, κι ἀπ’ αὐτὴ τὴν κατάσταση ἀνεβαίνει πάλι τὶς ἴδιες βαθμῖδες τῆς ζωῆς, καὶ ἀποκαθίσταται στὸν τόπο τοῦ οὐρανοῦ.
»Αὐτὴ ἡ διδασκαλία, καὶ γιὰ ἐκείνους ποὺ ἔχουν μέτρια κρίση (λογική), ἀποδεικνύεται ὅτι δὲν ἔχει μέσα της καμία βάση. Διότι, ἐὰν ἡ ψυχὴ κατρακυλᾶ ἐξαιτίας τῆς κακίας ἀπὸ τὴν οὐράνια ζωὴ στὴ ζωὴ τῶν φυτῶν, καὶ ἀπ’ αὐτή, μέσω τῆς ἀρετῆς, ἀνεβαίνει πάλι στὰ οὐράνια, τότε ὁ νοῦς τους βρίσκεται σὲ ἀμηχανία, τὶ νὰ θεωρεῖ προτιμότερο, τὴ φυτικὴ ἢ τὴν οὐράνια ζωή!
Διότι γίνεται μιὰ κυκλικὴ πορεία ἀπὸ ὅμοιες καταστάσεις· καὶ ἡ ψυχή, ὅπου κι ἂν εἶναι, βρίσκεται σὲ ἀστάθεια. Ἐὰν, δηλαδή, πέφτει ἡ ψυχὴ ἀπὸ τὴν ἀσώματη στὴ σωματικὴ ζωή, ἀπ’ αὐτήν στὴν ἀναίσθητη, καὶ ἀπὸ κεῖ πάλι ἀνεβαίνει στὴν ἀσώματη, ὅλα αὐτὰ τίποτε ἄλλο δὲν σημαίνουν, γι’ αὐτούς ποὺ τὰ δέχονται, παρὰ ἀδυναμία διακρίσεως τῶν κακῶν ἀπὸ τὰ ἀγαθά, καὶ σύγχυση. Διότι, οὔτε ἡ οὐράνια ζωὴ μπορεῖ νὰ παραμείνει εὐτυχισμένη, ἐφόσον ἡ κακία ἐπηρεάζει ὅσους ζοῦν ἐκεῖ· οὔτε τὰ δένδρα θὰ εἶναι ἀμέτοχα στὴν ἀρετή, ἐπειδὴ πιστεύουν ὅτι ἀπ’ αὐτήν τὴ (φυτική) ζωὴ ἀρχίζει πάλι ἡ ψυχὴ νὰ ἐπιστρέφει στὸ ἀγαθό, ἐνῶ ἀπὸ κεῖ ἀρχίζει τὴ ζωὴ τῆς κακίας.
»Ἐὰν, πράγματι, ἡ ψυχὴ περιφερόμενη στὸν οὐρανὸ συνδέεται μὲ τὴν κακία, καὶ ἐξαιτίας τῆς κακίας πάλι, ἐνῶ ἔχει παρασυρθεῖ στὴν ὑλόφρονα ζωή, ἀνεβαίνει ἀπὸ κάτω πρὸς τὴν ὑψηλὴ ζωή, εἶναι ἐπόμενο ἐκεῖνοι νὰ ἔχουν ἀντίθετη πίστη (μὲ μᾶς): ἡ ὑλικὴ ζωὴ (γι’ αὐτούς) ἀποτελεῖ στάδιο καθάρσεως ἀπὸ τὴν κακία, ἐνῶ ἡ ζωὴ στὸν οὐρανὸ γίνεται γιὰ τὶς ψυχές πρωταίτια τῆς κακίας. Διότι, (οἱ ψυχές) ἀπὸ τὴν παροῦσα ζωὴ μὲ τὴν ἀρετὴ βγάζουν φτερὰ καὶ ἀνεβαίνουν στὸν οὐρανό, ἐνῶ ἀπὸ κεῖ (οὐρανό) μὲ τὴν κακία χάνουν τὰ φτερά τους, προσγειώνονται χαμηλὰ στὴ γῆ καὶ ἀνακατεύονται μὲ τὴν παχύτητα τῆς ὑλικῆς φύσεως.
Καὶ δὲν σταματᾶ μέχρις ἐδῶ ἡ ἀντίφαση αὐτῶν τῶν θεωριῶν, στὴν ἀντιστροφὴ δηλαδὴ τῶν δογμάτων πρὸς τὸ ἀντίθετο. Ἀκόμη, κι αὐτή τους ἡ ἄποψη δὲν μένει σταθερὴ σὲ ὅλα ἔως τὸ τέλος. Διότι, ἐὰν θεωροῦν ἄτρεπτη τὴν οὐράνια φύση, πῶς εἰσχωρεῖ πάθος στὸ ἄτρεπτο; Καὶ ἐὰν εἶναι ἐμπαθὴς ἡ ἐπίγεια φύση, πῶς εἶναι δυνατόν μέσα στὸ πάθος νὰ κατορθώνεται ἡ ἀπάθεια; Ἀλλὰ αὐτοὶ ἀναμειγνύουν τὰ ἄμικτα καὶ ἐνώνουν τὰ ἀκοινώνητα· ἀποδίδουν στὸ πάθος τὸ ἄτρεπτο, καὶ ἀντίθετα στὸ τρεπτὸ τὴν ἀπάθεια. Οὔτε μένουν σταθεροὶ σ’ αὐτές τὶς ἀπόψεις γιὰ πάντοτε. Ἀλλά, ἀπ’ ὅπου ἐξόρισαν τὴν ψυχὴ μὲ τὴν κακία, ἐκεῖ πάλι τὴν ἐγκαθιστοῦν, ἀπὸ τὴν ὑλικὴ στὴν ἀσφαλὴ καὶ ἀπείραχτη ζωή· σὰν νὰ λησμόνησαν ὅτι ἀπὸ κεῖ πήγασε ἡ κακία καὶ ἀναμείχθηκε μὲ τὴν κατώτερη φύση.
»Τόσο, λοιπόν, ἡ κατάκριση τῆς παρούσης ζωῆς ὅσο καὶ ὁ ἔπαινος τῆς ἐπουράνιας συγχέονται μεταξύ τους καὶ μπερδεύονται· διότι, σύμφωνα μὲ τὴν ἄποψή τους, ὁ κατακριτέος (ἐπίγειος βίος) ὁδηγεῖ στὸ καλό· ἐνῶ αὐτὸς ποὺ θεωρεῖται ἀφορμὴ γιὰ τὸ καλύτερο, παρέχει στὴν ψυχὴ ροπὴ πρὸς τὸ χειρότερο.
»Γι’ αὐτὸ πρέπει νὰ ἀπορριφθεῖ ἀπὸ τὴν ἀληθινὴ διδασκαλία τῆς πίστεως κάθε πλανεμένη καὶ ἀβάσιμη θεωρία γι’ αὐτὰ τὰ θέματα. Οὔτε θὰ θεωρήσουμε ἀληθινές τὶς ἰδέες ἐκεῖνες ποὺ ὑποστηρίζουν ὅτι οἱ ψυχές μεταβαίνουν ἀπὸ τὰ γυναικεία σώματα στὴν ἀνδρικὴ ζωή· καὶ τὸ ἀντίστροφο, οἱ ψυχές ποὺ ἔφυγαν ἀπὸ ἀνδρικὰ σώματα πηγαίνουν σὲ γυναῖκες, ἢ μεταβαίνουν ἀπὸ ἄνδρες σὲ ἄνδρες καὶ ἀπὸ γυναῖκες σὲ ἄλλες γυναῖκες.
»Πράγματι, ἡ πρώτη θεωρία ἀποδοκιμάστηκε ὄχι μόνον ὡς ἀβάσιμη καὶ πλανερὴ –διότι περιέχει μέσα της ἀντιφάσεις–, ἀλλὰ εἶναι καὶ ἀσεβής, διότι διδάσκει ὅτι κανένα ὄν δὲν δημιουργεῖται, ἐὰν ἡ κακία δὲν δώσει τὴν ἀρχὴ τῆς φύσεως τοῦ καθενός. Ἐὰν, λοιπόν, οὔτε οἱ ἄνθρωποι οὔτε τὰ φυτὰ οὔτε τὰ ζῶα δὲν γεννιοῦνται, ἂν δὲν ἐκπέσει ἀπὸ τὰ πάνω πρὸς αὐτὰ κάποια ψυχή· κι ἂν ἡ πτώση τῆς ψυχῆς ἔχει αἰτία τὴν κακία, ἆρα αὐτοὶ θεωροῦν ὅτι ἡ κακία ἀποτελεῖ τὴ συστατικὴ ἀρχὴ τῶν ὅντων.
»Καὶ πῶς συμβαίνει νὰ γίνονται ταυτόχρονα καὶ τὰ δύο, δηλαδὴ καὶ ὁ ἄνθρωπος νὰ γεννιέται ἀπὸ τὸ γάμο καὶ ἡ ἔκπτωση τῆς ψυχῆς νὰ γίνεται σύγχρονα μὲ τὸ γάμο; Καὶ τὸ ἀκόμη πιὸ παράλογο, ἐὰν τὰ περισσότερα ἀπὸ τὰ ἄλογα ζῶα συνέρχονται τὴν ἄνοιξη, ἆραγε εἶναι δυνατόν νὰ πεῖ κανεὶς ὅτι ἡ ἄνοιξη συντελεῖ στὸ νὰ φυτευθεῖ ἡ κακία καὶ σ’ αὐτὰ ποὺ βρίσκονται στὸν οὐρανό; Ὥστε, νὰ συμβαίνει ταυτόχρονα καὶ οἱ ψυχές γεμάτες ἀπὸ κακία νὰ πέφτουν ἀπὸ τὸν οὐρανὸ καὶ οἱ κοιλιές τῶν ζώων νὰ κυοφοροῦν;»
»Καὶ τὶ νὰ πεῖ κανεὶς γιὰ τὸ γεωργὸ ποὺ φυτεύει στὴ γῆ τὰ βλαστάρια τῶν φυτών; Πῶς γίνεται τὸ χέρι του μαζὶ μὲ τὸ βλαστάρι νὰ φυτεύει καὶ τὴν ἀνθρώπινη ψυχή, ἡ ὁποῖα ἔχασε τὰ φτερά της ἀκριβῶς τὴ στιγμὴ ποὺ ὁ ἄνθρωπος φυτεύει; Ο ἴδιος παραλογισμὸς παρουσιάζεται καὶ στὴν ἄλλη θεωρία, σύμφωνα μὲ τὴν ὁποῖα οἱ ψυχές παρακολουθοῦν τὶς συνευρέσεις τῶν συζύγων ἢ προσέχουν τὶς γέννες, γιὰ νὰ εἰσέλθουν στὰ δημιουργούμενα σώματα.
»Κι ἂν ὁ ἄνδρας ἀρνεῖται τὸ γάμο καὶ ἡ γυναίκα θέλει νὰ ζεῖ ἐλεύθερα ἀπὸ τοὺς πόνους τῆς γέννας, στὶς περιπτώσεις αὐτές δὲν θὰ κάνει ἡ κακία τὴν ψυχὴ νὰ ἐκπέσει (ἀπὸ τὸν οὐρανό); Ἑπομένως, ὁ γάμος δίνει τὴν ἄδεια στὴν οὐράνια κακία νὰ δράσει ἐναντίον τῶν ψυχῶν ἢ καὶ χωρίς τὸ γάμο ἡ κακία ἐπηρεάζει τὴν ψυχή; Καὶ ἀκόμη, ἡ ψυχὴ δὲν θὰ περιπλανιέται σὰν ἄστεγη καὶ ἀλήτισσα, ἀφοῦ ξέπεσε ἀπὸ τὰ ἐπουράνια, ἀλλὰ δὲν πέτυχε ἐδῶ κάτω νὰ βρεῖ σῶμα ποὺ νὰ τὴν ὑποδεχθεῖ;
»Ἔπειτα, μετὰ ἀπ’ αὐτά, πῶς θὰ ἰσχυριστοῦν ὅτι ὁ Θεὸς προνοεῖ γιὰ τὰ ὅντα, ὅταν τὴ γένεση τῆς ἀνθρώπινης ζωῆς τὴν ἐξαρτοῦν ἀπ’ αὐτὴ τὴν τυχαῖα καὶ παράλογη ἔκπτωση τῶν ψυχῶν; Διότι εἶναι ὑποχρεωτικὸ νὰ συμφωνεῖ κάθε ἀρχὴ (γένεση) καὶ μ’ αὐτὰ ποὺ θ’ ἀκολουθήσουν. Ἐὰν, λοιπόν, ἡ ζωὴ κάποιου ἄρχισε τυχαῖα, τότε τυχαῖα θὰ εἶναι καὶ ὁλόκληρη ἡ ζωή του.
»Καὶ μάταια αὐτοί, ἐφόσον θεωροῦν ὅτι τὰ πράγματα τοῦ κόσμου δὲν δημιουργήθηκαν ἀπὸ τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ, λένε ὅτι τὰ ὄντα ἐξαρτῶνται ἀπὸ τὴ θεία δύναμη· ἀνάγουν τὴν ἀρχὴ τῶν ὅντων σὲ κάποια πονηρὴ συντυχία, σὰν νὰ μὴν ἀποκτοῦσε σύσταση ἡ ἀνθρώπινη ζωή, ἐὰν ἡ κακία δὲν ἔδινε τὸ δικαίωμα στὴ ζωή. Ἐὰν, λοιπόν, ἡ ἀρχὴ τῆς ζωῆς εἶναι τέτοια, εἶναι φανερὸ ὅτι καὶ τὰ μετέπειτα θὰ ἐξελιχθοῦν σύμφωνα μὲ τὴν ἀρχή της. Δὲν εἶναι δυνατόν νὰ ἰσχυρίζεται κάποιος ὅτι τὸ καλὸ προέρχεται ἀπὸ τὸ κακὸ οὔτε τὸ κακὸ ἀπὸ τὸ ἀγαθό, ἀλλὰ σύμφωνα μὲ τὸ σπόρο περιμένουμε καὶ τοὺς καρπούς. Ἑπομένως, σ’ ὅλη τὴ ζωὴ κυριαρχεῖ ἡ αὐτόματη καὶ τυχαῖα κίνηση καὶ καμιὰ πρόνοια δὲν φτάνει μέχρι τὰ δημιουργήματα.
»Ὁλοκληρωτικὰ ἄχρηστη θὰ εἶναι καὶ ἡ ὕπαρξη τῆς λογικῆς. Ἡ ἀρετὴ δὲν προσφέρει κανένα κέρδος, καὶ ἡ ἀπομάκρυνση ἀπὸ τὸ κακὸ δὲν ἔχει καμιὰ αξία. Διότι ὅλα ὁπωσδήποτε θὰ γίνονται τυχαῖα καὶ ἡ ζωὴ σὲ τίποτε δὲν θὰ διαφέρει ἀπὸ τὰ ἀνερμάτιστα πλοία, ἀφοῦ τυχαῖα, σὰν τὰ κύματα, θὰ πηγαίνει κάθε φορὰ σὲ διαφορετικὴ συνάντηση ἄλλοτε καλῶν κι ἄλλοτε κακῶν.
»Διότι γιὰ ἐκείνους, ποὺ ἡ φύση τους ἔχει ὡς ἀρχὴ τὴν κακία, δὲν μπορεῖ νὰ προέλθει κέρδος ἀπὸ τὴν ἀρετή. Ἐὰν ἡ ζωή μας ρυθμίζεται ἀπὸ τὸ Θεό, τότε παραδεχόμαστε ὅτι ἡ κακία δὲν ἀποτελεῖ τὴν ἀρχὴ τῆς ζωῆς μας. Ἐὰν ὅμως μᾶς δημιουργεῖ ἡ κακία, τότε σίγουρα θὰ ζήσουμε σύμφωνα μ’ αὐτήν. Καὶ ἀπ’ αὐτὰ θ’ ἀποδειχθοῦν ἀνοησίες ἡ μετὰ τὴν παροῦσα ζωὴ κρίση, ἡ κατ’ ἀξία ἀνταπόδοση καὶ ὅσα ἄλλα λέγονται καὶ πιστεύονται γιὰ νὰ ἀπαλλαχθοῦμε ἀπὸ τὴν κακία.
»Διότι, πῶς εἶναι δυνατόν ὁ ἄνθρωπος, ποὺ γεννήθηκε ἀπὸ τὴν κακία, νὰ βρεθεῖ ἔξω ἀπ’ αὐτήν; Πῶς θ’ ἀποκτήσει ὁ ἄνθρωπος τὸ ἰδίωμα τῆς προαιρέσεως γιὰ τήν ἐνάρετη ζωή, ἀφοῦ ἡ φύση του, ὅπως λένε, ἔχει τὴν ἀρχή της στὴν κακία; Ὅπως δὲν προσπαθεῖ κανένα ζώο νὰ μιλήσει ἀνθρώπινα, ἀλλὰ χρησιμοποιεῖ τὴ δική του φυσικὴ φωνὴ καὶ καθόλου δὲν θεωρεῖ τὴ στέρηση τοῦ ἀνθρώπινου λόγου ὡς ἔλλειψη, κατὰ τὸν ἴδιο τρόπο καὶ αὐτοὶ ποὺ θεωροῦν τὴν κακία ὡς ἀρχὴ καὶ αἰτία τῆς ζωῆς, δὲν μποροῦν μὲ τίποτε νὰ ἐπιθυμήσουν τὴν ἀρετή, διότι εἶναι ἔξω ἀπὸ τὴ φύση τους. Πλὴν ὅμως, ὅσοι ἔχουν καθαρίσει τὴν ψυχὴ μὲ τὴ λογική τους, αὐτοὶ ἐπιθυμοῦν καὶ ἀγωνίζονται γιὰ τὴν ἐνάρετη ζωή.
»Ἐπομένως, ἀπ’ αὐτὸ ἀποδεικνύεται ξεκάθαρα, ὅτι ἡ κακία δὲν εἶναι πιὸ μεγάλη ἀπὸ τὴ ζωή, οὔτε ἡ φύση ἔχει τὴ δημιουργική της ἀρχὴ ἀπ’ αὐτήν, ἀλλὰ ἡ σοφία τοῦ Θεοῦ κυβερνᾶ τὴ ζωή μας καὶ προνοεῖ γιὰ τὸ καθετί. Ὅταν ἡ ψυχὴ δημιουργηθεῖ, σύμφωνα μὲ τὸν ἀρεστὸ στὸ Δημιουργό της τρόπο, τότε ἡ ἴδια ἐπιλέγει ἐλεύθερα αὐτὸ ποὺ κατὰ τὴ γνώμη της εἶναι ὀρθὸ καὶ γίνεται, σύμφωνα μὲ τὴ δύναμη τῆς προαιρέσεώς της, ὅ,τι ἐκείνη θέλει.
»Θὰ καταλάβουμε τὸ θέμα ἀπὸ τὸ παράδειγμα τῶν ὁφθαλμῶν· ἐκεῖ ἡ ὅραση προέρχεται ἀπὸ τὴ φύση, ἐνῶ ἡ τύφλωση ἀπὸ τὴν προαίρεση ἢ τὸ πάθος. Εἶναι δυνατόν βέβαια καμιὰ φορὰ νὰ συμβεῖ τὸ παρὰ φύσιν ἀντὶ γιὰ τὸ φυσικό, ὅταν κάποιος μὲ τὴ θέλησή του κλείσει τὰ μάτια ἢ ἀπὸ πάθος χάσει τὸ φῶς του. Κάτι παρόμοιο συμβαίνει καὶ μὲ τὴν ψυχή, ἡ ὁποῖα ἔχει τὴ σύστασή της ἀπὸ τὸ Θεό· ἐπειδὴ καμιὰ κακία δὲν ἀποδίδεται στὸ Θεό, βρίσκεται (καὶ ἡ ψυχή) ἔξω ἀπ’ αὐτὴ τὴν ἀναγκαιότητα. Ἔχοντας, λοιπόν, δημιουργηθεῖ ἔτσι, ὁδηγεῖται μὲ τὴ δική της γνώμη σ’ αὐτὸ ποὺ θέλει: ἢ κλείνει θεληματικὰ τὰ μάτια της στὸ καλό, ἢ ἀπὸ προσβολή τοῦ ἐχθροῦ (διαβόλου), ποὺ συγκατοικεῖ στὴ ζωή μας, παθαίνει ζημιὰ στὰ μάτια καὶ ζεῖ στὸ σκοτάδι τῆς πονηρίας· ἢ καὶ τὸ ἀντίθετο πάλι· βλέποντας καθαρὰ τὴν ἀλήθεια, ἀπομακρύνεται ἀπὸ τὰ σκοτεινὰ πάθη.
»Θὰ ρωτήσει, λοιπόν, κάποιος: πότε καὶ πῶς γεννιέται ἡ ψυχή; Ἀλλὰ τὸ θέμα γιὰ τὸ πῶς ἔγινε τὸ καθένα, πρέπει ν’ ἀποκλειστεῖ τελείως ἀπὸ τὴ συζήτησή μας. Διότι ἀκόμη καὶ τὰ θέματα ποὺ εἶναι εὔκολα στὴν κατανόησή τους καὶ τὰ ἀντιλαμβανόμαστε μὲ τὶς αἰσθήσεις, δὲν θὰ μποροῦσε αὐτὸς ποὺ τὰ ἐρευνᾶ μὲ τὴ λογικὴ νὰ κατανοήσει πῶς δημιουργήθηκε τὸ φαινόμενο (τῆς ψυχῆς). Ἄλλωστε θεωροῦμε ὅτι αὐτὸ δὲν τὸ κατανόησαν οὔτε οἱ θεοφόροι καὶ ἅγιοι Πατέρες.
»"Μὲ τὴν πίστη κατανοοῦμε", λέει ὁ Ἀπόστολος, "ὅτι ἔχουν δημιουργηθεῖ οἱ αἰῶνες μὲ τὸ λόγο τοῦ Θεοῦ, ὥστε νὰ ἔχουν γίνει αὐτὰ ποὺ βλέπονται ἀπὸ ἐκεῖνα ποὺ δε φαίνονται"· καὶ δὲν νομίζω ὅτι θὰ τὸ ἔλεγε αὐτὸ (ὁ Ἀπόστολος), ἐὰν θεωροῦσε ὅτι τὸ ζήτημα εἶναι κατανοητὸ μὲ τὴ λογική. Ο Ἀπόστολος λέει, ὅτι πιστεύει ἀπόλυτα ὅτι αὐτὸς ὁ κόσμος καὶ ὅσα Ἐκεῖνος ἔκαμε –ὁτιδήποτε κι ἂν εἶναι αὐτὸς ὁ κόσμος, στὸν ὁποῖο συμπεριλαμβάνεται κάθε ὁρατὸ καὶ ἀόρατο κτίσμα–, ὅλα ἔχουν δημιουργηθεῖ ἀπὸ τὸ θέλημα τοῦ Θεού· τὸ πῶς δημιουργήθηκαν, δὲν τὸ ἐρευνᾶ.
»Καὶ δὲν νομίζω ὅτι εἶναι ἐφικτὸ κάτι τέτοιο στοὺς ἐρευνητές, καθὼς αὐτὸ τὸ θέμα παρουσιάζει μπροστά μας πολλές δυσκολίες. Πῶς προῆλθε, γιὰ παράδειγμα, ἀπὸ τὴν ἀκίνητη φύση τὸ κινούμενο, ἀπὸ τὴν ἀπλὴ καὶ ἀδιάστατη τὸ διαστηματικὸ καὶ σύνθετο; Μήπως ἀπὸ τὴν ἴδια τὴν ἀνώτερη (θεία) οὐσία; Ἀλλὰ δὲν συμφωνεῖ μ’ αὐτὸ τὸ γεγονὸς ὅτι τὰ ὄντα ἔχουν ἄλλη φύση μ’ ἐκείνη. Καὶ ἀπὸ ποὺ ἀλλοῦ; Καὶ ὅμως ἡ λογικὴ δὲν βλέπει τίποτε ἔξω ἀπὸ τὴ θεία φύση. Πράγματι θὰ διαιρεθεῖ σὲ πολλές θεωρίες τὸ ζήτημα, ἐὰν θεωρήσουμε κάτι ἔξω ἀπὸ τὴ δημιουργικὴ αἰτία (τοῦ Θεοῦ), ἀπὸ τὸ ὁποῖο ἡ σοφία τῆς τέχνης λαμβάνει τὶς μεθόδους τῆς δημιουργίας.
»Τὸ αἴτιο, λοιπόν, τῶν ὅντων εἶναι ἕνα, ἀλλὰ δὲν ἔχουν τὴν ἴδια μὲ τὴ θεϊκὴ φύση τὰ ὄντα ποὺ δημιουργοῦνται ἀπ’ αὐτήν. Ἐξίσου ἀπορριπτέες εἶναι καὶ οἱ δύο θεωρίες, τόσο ὅτι ἡ κτίση προέρχεται ἀπὸ τὴ φύση τοῦ Θεοῦ, ὅσο καὶ τὸ ὅτι ὅλα ἔχουν δημιουργηθεῖ ἀπὸ κάποια ἄλλη φύση. Δηλαδή, ἢ θὰ νοηθεῖ τὸ θεῖο μὲ τὶς ἰδιότητες τῆς κτίσεως, ἐφόσον τὰ δημιουργήματα ἔχουν τὴν ἴδια φύση μὲ τὸ Θεό· ἢ κάποια ἄλλη ὑλικὴ φύση θὰ εἰσαχθεῖ ἀπέξω στὴ θέση τοῦ Θεοῦ καὶ θὰ ἐξισωθεῖ μ’ αὐτόν στὴν ἰδιότητα τοῦ ἀγεννήτου μέσω τῆς αἰωνιότητας τῶν κτισμάτων. Κάτι τέτοιο φαντάσθηκαν καὶ οἱ Μανιχαῖοι, τὸ ἀποδέχθηκαν καὶ ὁρισμένοι Έλληνες φιλόσοφοι καὶ ἔκαναν δόγμα πίστεως τὴ φανταστικὴ αὐτὴ θεωρία.
»Γιὰ ν’ ἀποφύγουμε, λοιπόν, κατὰ τὸ δυνατόν, τὸ ἀβάσιμο καθεμιᾶς ἀπ’ αὐτές τὶς θεωρίες γιὰ τὴ δημιουργία τῶν ὅντων, δὲν θὰ ἐξετάσουμε τὸ ζήτημα, τὸ τὶ καὶ τὸ πῶς τῆς γενέσεως, σύμφωνα μὲ τὸ παράδειγμα τοῦ Ἀποστόλου· τόσο μόνο θὰ σημειώσουμε, ὅτι ἡ ὀρμὴ τῆς θείας βουλήσεως, ὅταν θέλει, πραγματώνεται, καὶ ἡ θέληση γίνεται οὐσία καὶ ἀμέσως σχηματίζει φύση. Καθόσον ἡ παντοδύναμη ἐξουσία (τοῦ Θεοῦ), ὁτιδήποτε σχεδιάσει μὲ σοφία καὶ καλλιτεχνία, δὲν ἀφήνει τὸ θέλημά της ἀνυπόστατο. Διότι ἡ ὕπαρξη τοῦ θελήματος εἶναι οὐσία.
»Καὶ καθὼς τὰ ὄντα διαιροῦνται σὲ δύο είδη, στὰ νοερὰ καὶ τὰ σωματικά, ἡ δημιουργία τῶν νοερῶν δὲν φαίνεται ἐντελὼς ἀσύμφωνη μὲ τὴ δημιουργία τῆς ἀσώματης φύσεως· ἀλλὰ δείχνει ἀπὸ κοντὰ τὶς ἰδιότητες τοῦ ἀΐδιου, ἄϋλου καὶ ἀδιάστατου. Αὐτές, δὲν θὰ κάνει λάθος κάποιος, νὰ τὶς ἀποδώσει καὶ στὴν ἀνώτερη (θεϊκή) φύση. Ἡ σωματικὴ πάλι φύση θεωρεῖται ὅτι ἔχει ἰδιότητες ἀκοινώνητες (ξένες) πρὸς τὸ Θείο· καὶ μάλιστα προκαλεῖ μεγάλη ἀδυναμία στὴ λογική, διότι δὲν μπορεῖ νὰ καταλάβει πῶς προέρχεται ἀπὸ τὸ ἀόρατο τὸ ὀρατό, ἀπὸ τὸ ἄϋλο τὸ στερεὸ καὶ σκληρό, ἀπὸ τὸ ἀόριστο τὸ συγκεκριμμένο, ἀπὸ τὸ ἀμέτρητο καὶ ἀχώρητο (πῶς προέρχεται) αὐτὸ ποὺ χωρεῖ μέσα σὲ μέτρα καὶ ποσά.
»Καὶ τὸ καθένα ἀπ’ αὐτὰ ποὺ κατατάσσονται στὴ φύση τῶν σωμάτων, γιὰ τὰ ὁποῖα τόσο πολὺ ἰσχυριζόμαστε ὅτι κανένα ἀπ’ αὐτὰ ποὺ ἀποδίδονται στὶς ἰδιότητες τοῦ σώματος δὲν εἶναι σῶμα, οὔτε σχῆμα, οὔτε χρῶμα, οὔτε βάρος, οὔτε διάστημα, οὔτε μέγεθος, οὔτε κάτι ἄλλο ἀπ’ ὅσα ἀνήκουν στὴν ποιότητα, ἀλλὰ τὸ καθένα ἀπ’ αὐτὰ εἶναι λόγος· μόνον ἡ συνδρομὴ καὶ ἡ ἔνωση ὅλων αὐτῶν μεταξύ τους ἀποτελεῖ τὸ σῶμα. Ἐπειδή, λοιπόν, οἱ ἰδιότητες ποὺ συναπαρτίζουν τὸ σῶμα, κατανοοῦνται μὲ τὸ νοῦ καὶ ὄχι μὲ τὶς αἰσθήσεις, καὶ νοερὸς εἶναι ὁ Θεός, ποιὰ δυσκολία ἔχει ὁ νοητὸς νὰ κατασκευάσει τὰ νοητά, τῶν ὁποίων ἡ συνένωση συγκρότησε τὴ φύση τοῦ σώματός μας;
»Ἀλλὰ αὐτὰ βέβαια ἐξετάστηκαν, ἐνῶ εἶναι ἔξω ἀπὸ τὸ θέμα μας. Τὸ ζητούμενο, λοιπόν, ἦταν, ἐὰν προϋπάρχουν οἱ ψυχές ἀπὸ τὰ σώματα, πότε καὶ πῶς γίνονται. Ἡ συζήτησή μας πάντως ἄφησε ἀνεξέταστο τὸ θέμα πῶς γεννιοῦνται οἱ ψυχές, ἐπειδὴ εἶναι ἀπλησίαστο. Μένει γιὰ συζήτηση τὸ θέμα, ποὺ ἔχει σχέση μὲ τὰ προλεχθέντα, πότε οἱ ψυχές ἔχουν τὴν ἀρχή τους.
»Ἐὰν πράγματι γίνει δεκτὸ ὅτι ἡ ψυχὴ ζεῖ σὲ ἰδιαίτερη κατάσταση πρὶν ἀπὸ τὴ γένεση του σώματος, ὑποχρεωτικὰ θὰ δεχθοῦμε ὅτι εἶναι ἔγκυρες ἐκεῖνες οἱ ἀπαράδεκτες θεωρίες οἱ ὁποῖες εἰσάγουν τὶς ψυχές μέσα στὰ σώματα ἐξαιτίας τῆς κακίας τους. Ἀλλά, βέβαια, κανένας ἀπὸ τοὺς λογικούς ἀνθρώπους δὲν πιστεύει ὅτι οἱ ψυχές εἶναι ὑστερόχρονες στὴ δημιουργία καὶ νεότερες στὴ γέννηση ἀπὸ τὰ σώματα· διότι εἶναι σ’ ὅλους φανερὸ ὅτι κανένα ἄψυχο δὲν ἔχει ἀπὸ τὸν ἑαυτό του δύναμη νὰ κινηθεῖ καὶ αὐξηθεί. Καὶ κανεὶς δὲν ἀμφιβάλλει ὅτι ἀκόμη καὶ τὰ νήπια καὶ μεγαλώνουν καὶ κινοῦνται τοπικά.
»Μένει, λοιπόν, νὰ δεχθοῦμε τὴν ταυτόχρονη ἀρχὴ τῆς συστάσεως τῆς ψυχῆς καὶ τοῦ σώματος. Καὶ ὅπως ἡ γῆ, ἀφοῦ δέχθηκε τὴ ρίζα τοῦ φυτοῦ ἀπὸ τοὺς γεωργούς, τὴν ἔκανε δένδρο, χωρίς νὰ βάζει μέσα στὸ τρεφόμενο (φυτό) τὴ δύναμη τῆς αὐξήσεως, ἀλλὰ παρεῖχε στὸ φύτευμα μόνο τὶς ἀφορμές γιὰ αὔξηση· ἔτσι παρόμοια ἰσχυριζόμαστε ὅτι καὶ αὐτὸ ποὺ ἀποσπᾶται ἀπὸ τὸν ἄνθρωπο γιὰ νὰ γεννηθεῖ ἄλλος ἄνθρωπος, εἶναι κι αὐτό, κατὰ κάποιο τρόπο, ἔμψυχο ὄν ποὺ προέρχεται ἀπὸ ἄλλο ἔμψυχο, καὶ τρέφεται ἀπὸ κάποιο ποὺ καὶ ἐκεῖνο τρέφεται.
»Δὲν εἶναι καθόλου παράξενο, ἐὰν ἕνα τόσο μικρὸ κομμάτι περιέχει ὅλες τὶς ἐνέργειες καὶ κινήσεις τῆς ψυχῆς. Διότι οὔτε ὁ σπόρος τοῦ σταριοῦ ἀπὸ τὴν ἀρχὴ δὲν φαίνεται σὰν στάχυς –διότι πῶς εἶναι δυνατόν ἕνα τόσο μεγάλο νὰ χωρέσει σὲ τόσο μικρό; Καθὼς ἡ γῆ τὸν τρέφει μὲ τὶς κατάλληλες τροφές, ὁ σπόρος τοῦ σταριοῦ γίνεται στάχυς, χωρίς νὰ μεταβάλλει μέσα στὸ χῶμα τὴ φύση του, ἀλλὰ ἀναπτύσσει τὸν ἑαυτό του καὶ τὸν τελειοποιεῖ μὲ τὴν ἐνέργεια τῆς τροφῆς.
»Ὅπως ἀκριβῶς, λοιπόν, στοὺς σπόρους τῶν φυτῶν ἡ αὔξηση προχωρεῖ λίγο λίγο πρὸς τὴν τελείωση, μὲ τὸν ἴδιο τρόπο καὶ στὴ σύσταση τοῦ ἀνθρώπου, ἡ δύναμη τῆς ψυχῆς σχηματίζεται ἀναλογικὰ μὲ τὴν σωματικὴ ποσότητα. Πρῶτα ἐμφανίζεται (ἡ ψυχή) νὰ ἐνεργεῖ μὲ τὴν θρεπτικὴ καὶ αὐξητικὴ ἰδιότητα στὰ ἔμβρυα, ποὺ πλάθονται μέσα στὴν κοιλιά· ἔπειτα, προσφέρει τὴ δωρεὰ τῶν αἰσθήσεων σὲ ὅσους ἔλθουν στὸ φῶς (γεννηθοῦν)· τέλος παρουσιάζει, σὰν καρπὸ ἑνὸς φυτοῦ ποὺ μεγάλωσε, τὴ δύναμη τῆς λογικῆς, ὄχι ὁλοκληρωμένη ἀμέσως, ἀλλὰ βαθμιαία, νὰ αὐξάνεται σὲ ἀναλογία μὲ τὸ μεγάλωμα τοῦ φυτοῦ.
»Ἐπειδή, λοιπόν, αὐτὸ ποὺ ἀποσπᾶται ἀπὸ ἔμψυχο (στοιχεῖο) γιὰ νὰ συστήσει ἕνα ἔμψυχο ὅν, δὲν μπορεῖ νὰ εἶναι νεκρό –διότι ἡ νεκρότητα προέρχεται ἀπὸ τὴν ἀπουσία ψυχῆς· καὶ ἡ ἀπουσία ψυχῆς δὲν παίρνει μορφή–, ἀπ’ αὐτὰ καταλαβαίνουμε ὅτι ἡ σύσταση τοῦ ἀνθρώπου γίνεται ἀπὸ τὴν κοινὴ συνύπαρξη καὶ τῶν δύο (ψυχῆς καὶ σώματος)· οὔτε τὸ ἕνα προηγεῖται οὔτε τὸ ἄλλο ἀκολουθεί.
»Ὑποχρεωτικὰ τὸ δόγμα μας προβλέπει ὅτι κάποτε θὰ σταματήσει ἡ αὔξηση ψυχῶν, γιὰ νὰ μὴν αὐξάνεται διαρκὼς ἡ ἀνθρώπινη φύση· καθὼς μὲ τὰ νεογέννητα θὰ κινεῖται πρὸς τὰ ἐμπρὸς καὶ ποτέ δὲν θὰ σταματᾶ. Νομίζουμε πως ἡ αἰτία ὅτι πρέπει νὰ σταματήσει κάποτε τὴν κίνησή της καὶ ἡ δική μας φύση εἶναι ἡ ἑξῆς, ὅτι ὅπως κάθε νοητὴ φύση βρίσκεται στὸ πλήρωμά της, εἶναι φυσιολογικὸ καὶ ἡ ἀνθρώπινη φύση νὰ φτάσει στὸ τέρμα της –διότι οὔτε αὐτὸ εἶναι ξένο πρὸς τὴ νοητὴ φύση–, ὥστε νὰ μὴ θεωρεῖται ὅτι πάντοτε ζεῖ μὲ ἔλλειψη. Διότι, ἡ συνεχὴς προσθήκη τῶν νεογέννητων ἀποτελεῖ κατηγορία, ὅτι ἡ φύση εἶναι ἐλλιπής.
»Ὅταν, λοιπόν, τὸ ἀνθρώπινο γένος ἔρθει στὸ πλήρωμά του, θὰ σταματήσει ὁπωσδήποτε αὐτὴ ἡ ρευστὴ κίνηση τῆς φύσεώς μας, ἀφοῦ ἔφθασε στὸ ἀναγκαῖο τέρμα. Καὶ κάποια ἄλλη κατάσταση θὰ διαδεχθεῖ αὐτὴ τὴ ζωή, διαφορετικὴ ἀπὸ τὴν παροῦσα, ποὺ βρίσκεται στὴ γένεση καὶ τὴ φθορά. Διότι, ἂν δὲν ὑπάρχει γένεση, ὑποχρεωτικὰ δὲν θὰ γίνει οὔτε αὐτὸ ποὺ θὰ φθαρεῖ. Ἐὰν ἡ σύνθεση ἀρχίζει πρὶν ἀπὸ τὴ διάλυση –και σύνθεση ἐννοοῦμε τὴν ἐμφάνιση μὲ τὴ γέννηση–, εἶναι ἐπόμενο, ἐὰν δὲν προηγηθεῖ ἡ σύνθεση, δὲν θ’ ἀκολουθήσει οὔτε ἡ διάλυση. Ἑπομένως, ἡ ζωὴ μετὰ τὴν παροῦσα προμηνύεται ὁπωσδήποτε σταθερὴ καὶ ἀδιάλυτη, χωρίς νὰ ἀλλοιώνεται οὔτε ἀπὸ τὴ γένεση οὔτε ἀπὸ τὴ φθορά».
Ἀφοῦ ἡ δασκάλα εἶπε αὐτὰ καὶ ἐπειδὴ πολλοὶ ποὺ ἄκουγαν νόμισαν ὅτι ἡ συζήτηση ἔφτασε στὸ τέλος της, ἐγώ, ἀντίθετα, φοβήθηκα ὅτι, ἐὰν ἡ δασκάλα πάθει κάτι λόγω τῆς ἀρρώστιας της, ὅπως καὶ ἔγινε, μήπως δὲν θὰ ὑπάρχει αὐτὸς ὁ ὁποῖος θὰ ἀντικρούσει τὶς θεωρίες τῶν ἐχθρῶν μας σχετικὰ μὲ τὴν ἀνάσταση. Γι’ αὐτὸ εἶπα: «ἡ συζήτησή μας δὲν ἔθιξε ἀκόμη τὸ σπουδαιότερο μέρος τοῦ δόγματος (τῆς ἀναστάσεως). Διότι λέει ἡ θεόπνευστη Ἁγία Γραφή, καὶ ἡ Καινὴ καὶ ἡ Παλαιὰ διδασκαλία, ὅτι ὅταν κάποτε θὰ φθάσει ἡ φύση μας μὲ τάξη καὶ συνοχὴ στὸ τέλος αὐτῆς τῆς παροδικῆς χρονικῆς κινήσεώς της, τότε θὰ σταματήσει αὐτὴ ἡ χρονικὴ ροὴ ποὺ δημιουργεῖται ἀπὸ τὴ διαδοχὴ τῶν γενεῶν· καὶ τὸ σύνολο τοῦ πληρώματος δὲν θὰ δέχεται πλέον καμιὰ ἐπιπλέον αὔξηση. Τότε ὅλο τὸ σύνολο τῶν ψυχῶν θὰ ἐπιστρέψει πάλι ἀπὸ τὴν κατάσταση ποὺ ἦταν ἀόρατο καὶ σκορπισμένο, στὴν κατάσταση νὰ ἔχει μορφὴ καὶ νὰ φαίνεται· τὰ ἴδια στοιχεῖα, μὲ τὴν ἴδια τάξη. θὰ συνδράμουν πάλι ὅλα μαζί, τὸ ἕνα μὲ τὸ ἄλλο, (καὶ θὰ συστήσουν τὸν ἄνθρωπο). Αὐτὴ ἡ (νέα) κατάσταση τῆς ζωῆς λέγεται ἀπὸ τὴ διδασκαλία τῆς Ἁγίας Γραφῆς ἀνάσταση· μὲ τὸ ὅνομα αὐτό, μαζὶ μὲ τὴν ἀναγέννηση τοῦ γηΐνου, ἐννοεῖται καὶ ὅλη ἡ κίνηση καὶ συνδρομὴ τῶν στοιχεῖων».
«Ποιό, λοιπόν, ἀπ’ αὐτά, εἶπε ἐκείνη, δὲν εἰπώθηκε στὴ συζήτησή μας;».
«Αὐτό, λέω, τὸ δόγμα τῆς ἀναστάσεως».
«Καὶ ὅμως, ἀπάντησε, πολλά, ποὺ εἰπώθηκαν μὲ κάθε λεπτομέρεια, σ’ αὐτὸ τὸ θέμα μᾶς ὁδηγοῦν».
«Δὲν γνωρίζεις, ρώτησα, πόσο πλῆθος ἐπιχειρημάτων ἐπιστρατεύουν οἱ ἀντιτιθέμενοι σ’ αὐτή μας τὴν ἐλπίδα;». Καὶ ἐπιχειροῦσα ταυτόχρονα νὰ ἐκθέσω τὶς ἀντιρρήσεις ποὺ οἱ ἐριστικοί μας ἀντίπαλοι ἐφευρίσκουν ἐναντίον τῆς ἀναστάσεως.
Μοῦ ἀπάντησε ἐκείνη: «Μοῦ φαίνεται ὅτι πρέπει πρῶτα νὰ ἀναφέρουμε μὲ συντομία ὅσα διάσπαρτα ἀναφέρει ἡ Ἁγία Γραφὴ γι’ αὐτὸ τὸ δόγμα, γιὰ νὰ ἔχουμε ἐπικεφαλίδα τοῦ λόγου μας ἐκείνη (Ἁγ. Γραφή). Άκουσα, λοιπόν, τὸν Δαβίδ νὰ ὑμνολογεῖ στὶς θεόπνευστες ὡδές του, καὶ νὰ ἔχει ὡς περιεχόμενο τοῦ ὕμνου του, στὸν ἐκατοστὸ τρίτο Ψαλμό, τὸ στολισμό τοῦ σύμπαντος· Λέει τὸ ἑξῆς πρὸς τὸ τέλος τοῦ ψαλμοῦ: "Θ’ ἀφαιρέσεις τὸ πνεῦμα τους καὶ θὰ πεθάνουν· καὶ θὰ ἐπιστρέψουν πάλι στὸ χῶμα (τῆς προελεύσεώς) τους. Θὰ ξαναστείλεις τὸ Πνεῦμα σου καὶ θὰ ζήσουν· καὶ θὰ ἀναγεννήσεις ὅλα τὰ πρόσωπα τῆς γῆς". Ἐννοεῖ, μ’ αὐτὰ τὰ λόγια, τὴ δύναμη τοῦ Πνεύματος ποὺ ἐνεργεῖ καὶ δίνει ζωὴ σὲ ὅλους ὅσους ἐπισκέπτεται, ἐνῶ ἀφαιρεῖ τὴ ζωὴ ἀπ’ ὅσους ἀποχωρεῖ.
»Ἐπειδή, λοιπόν, λέει ὅτι μὲ τὴν ἀναχώρηση τοῦ πνεύματος ἔχουμε τὸ θάνατο τῶν ζώντων, ἐνῶ μὲ τὴν παρουσία του ἔχουμε τὴν ἀναγέννηση τῶν νεκρῶν, σύμφωνα μὲ τὴ λογικὴ σειρά, προηγεῖται ὁ θάνατος αὐτῶν ποὺ θὰ ξαναγεννηθοῦν. Νομίζουμε ὅτι στὸν ψαλμό του ἐκεῖνο ὁ Δαβίδ, μὲ τὸ προφητικό του χάρισμα, προαναγγέλλει τὸ μυστήριο τῆς ἀναστάσεως ποὺ ἡ Ἐκκλησία κηρύττει.
»Ἀλλὰ καὶ κάπου ἀλλοῦ ὁ ἴδιος προφήτης λέει ὅτι ὁ Θεὸς τοῦ σύμπαντος, ὁ Κύριος ὅλων τῶν ὅντων, "φανερώθηκε σὲ μᾶς καὶ συνέστησε τὴ γιορτὴ μὲ τοὺς πυκασμούς". Με τὴ λέξη "πυκασμό" ἐννοεῖ τὴν ἐορτὴ τῆς Σκηνοπηγίας, ἡ ὁποῖα, καθὼς νομίζω, καθιερώθηκε παλαιὰ ἀπὸ τὴν παράδοση τοῦ Μωϋσῆ· μ’ αὐτήν ὁ νομοθέτης προαναγγέλλει τὰ μέλλοντα νὰ συμβοῦν· αὐτὴ (Σκηνοπηγία) γίνεται πάντοτε (συμβολικά), ἀλλὰ δὲν ἔχει γίνει ἀκόμη (πραγματικά).
»Προαγγελόταν, βέβαια, ἡ ἀλήθεια τυπολογικά, μὲ τὰ σύμβολα ὅσων γίνονταν, ἡ ἀληθινὴ ὅμως σκηνοπηγία δὲν γινόταν ἀκόμη. Ἀλλά, ἀκριβῶς γιὰ τὸ γεγονὸς αὐτό, σύμφωνα μὲ τὸ λόγο τοῦ προφήτη, ὁ Θεὸς καὶ Κύριος τοῦ σύμπαντος φανερώθηκε σὲ μᾶς, γιὰ νὰ συσταθεῖ στὴν ἀνθρώπινη φύση ἡ σκηνὴ τῆς διαλυμένης οἰκίας μας, ποὺ θὰ σχηματισθεῖ πάλι σὲ σῶμα ἀπὸ τὴ συνδρομὴ τῶν στοιχείων. Διότι ἡ λέξη "πυκασμός" δηλώνει μὲ ἔμφαση τὴν ἔνδυση καὶ τὸ στολισμό της (τῆς ἀνθρώπινης φύσεως).
»Καὶ τὰ λόγια τοῦ Ψαλμοῦ ἔχουν ὡς ἑξῆς: "Ὁ Θεὸς Κύριος φανερώθηκε σὲ μᾶς, γιὰ νὰ συστήσει ἐορτὴ μὲ τὸ στολισμὸ ἔως τὰ κέρατα τοῦ θυσιαστηρίου". Μοῦ φαίνεται ὅτι αὐτὸ προαναγγέλλει συμβολικὰ ὅτι θὰ συστηθεῖ μιὰ γιορτὴ ὅλης τῆς λογικῆς δημιουργίας, στὴν ὁποῖα θὰ συμπανηγυρίζουν τὰ κατώτερα μὲ τὰ ἀνώτερα στοιχεῖα μὲ τὴ συνοδεία τῶν ἀγαθῶν.
Ἐπειδὴ στὴν περίπτωση τοῦ κανονισμοῦ τοῦ Ναοῦ (τοῦ Σολομῶντα), δὲν ἐπιτρεπόταν σὲ ὅλους ποὺ βρισκόταν ἀπέξω νὰ εισέλθουν μέσα, ἀλλὰ ἀπαγόρευαν τὴν εἴσοδο στοὺς εἰδωλολάτρες καὶ ξένους· καὶ ἐπίσης, οἱ εἰσερχόμενοι δὲν εἶχαν ὅλοι τὸ ἴδιο δικαίωμα νὰ προχωρήσουν στὰ ἐνδότερα, ἐὰν δὲν ἐξαγνιζόταν μὲ καθαρότερη νηστεία καὶ ραντισμούς· καὶ πάλι, γιὰ ἐκείνους τοὺς ἴδιους δὲν ἦταν προσβάσιμος ὁ ἐσωτερικὸς ναὸς σὲ ὅλους, ἀλλὰ ἐπιτρεπόταν μόνον στοὺς ἱερεῖς νὰ ἐπιτελοῦν τὶς ἀναγκαῖες ἱερουργίες μέσα στὸ καταπέτασμα· καὶ τὸ ἀπόκρυφο καὶ ἀπροσπέλαστο μέρος τοῦ Ναοῦ, στὸ βρισκόταν τὸ θυσιαστήριο στολισμένο μὲ κέρατα σὰν προβόλους, ἦταν ἄβατο καὶ γιά τοὺς ἴδιους τοὺς ἱερείς· ἐκτὸς ἀπὸ ἕναν ποὺ προεξῆρχε τῶν ἱερέων καὶ ὁ ὁποῖος μιὰ φορὰ τὸ χρόνο, τὴν ὀρισμένη ἠμέρα ἀπὸ τὸ Νόμο, μόνος του ἔμπαινε μέσα γιὰ νὰ προσφέρει τὴν πιὸ ἀπόκρυφη καὶ μυστικὴ ἱερουργία.
»Ἐὰν, λοιπόν, ὑπῆρχε τόση διαφορὰ στὰ μέρη τοῦ Ναοῦ ἐκεῖνου, ὁ ὁποῖος ἦταν μιμητικὴ ἀπεικόνιση τῆς νοητῆς καταστάσεως, ὁ ἐξωτερικὸς καὶ μόνο συμβολισμὸς διδάσκει τὸ ἑξῆς: δὲν εἶναι δυνατόν νὰ πλησιάσει ὅλη ἡ λογικὴ φύση τὸ Θεό, δηλαδὴ νὰ πιστέψει καὶ ὀμολογήσει τὸν ἀληθινὸ Θεό, ἀλλὰ οἱ πλανεμένοι σὲ ψευδεῖς θεωρίες βρίσκονται ἔξω ἀπὸ τὸ θεῖο περίβολο· ἀπὸ ἐκείνους πάλι, ποὺ μὲ τὴν ὀμολογία τῆς πίστεως εισήλθαν μέσα (στο Ναό), προτιμώνται περισσότερο ὅσοι καθαρίζονται μὲ ραντισμούς καὶ ἀγνισμούς· καὶ ἀπ’ αὐτούς τέλος πλεονεκτοῦν οἱ ἀφιερωμένοι, ὥστε νὰ ἀξιώνονται τὴν ἐσωτερικὴ μυσταγωγία.
»Καὶ ἐὰν κάποιος ἐξηγήσει πιὸ φανερὰ αὐτὴ τὴν ἀλληγορία, θὰ καταλάβει τὰ ἑξῆς ἀπὸ τὴ διήγηση: ἀπὸ τὶς λογικές δυνάμεις ορισμένες βρίσκονται μέσα στὸ ἅγιο θυσιαστήριο, ἐγκαταστημένες στὸ άδυτο τῆς θεότητος· ἄλλες πάλι ἀπ’ αὐτές ἐξέχουν καὶ προβάλλονται σὰν κέρατα, καὶ ἄλλες βρίσκονται γύρω ἀπὸ ἐκεῖνες μὲ καθορισμένη τάξη στὴν πρώτη καὶ δεύτερη σειρά· τὸ ἀνθρώπινο ὅμως γένος, ἐξαιτίας τῆς κακίας ποὺ εἰσῆλθε μέσα του, ἐξορίστηκε ἔξω ἀπὸ τὸ θεῖο περίβολο· ὅταν ὅμως καθαρισθεῖ μὲ τὸ ραντιστήριο λουτρὸ (βάπτισμα), πάλι εισέρχεται μέσα.
Ἀλλὰ ἐπειδὴ πρόκειται κάποτε νὰ καταργηθοῦν οἱ ἐσωτερικές περιφράξεις, μὲ τὶς ὁποῖες ἡ κακία μᾶς ἔβγαλε ἔξω ἀπὸ τὸ ἐσωτερικό τοῦ καταπετάσματος, ὅταν ἡ φύση μας θὰ ἀνακαινισθεῖ μὲ τὴν ἀνάσταση καὶ θὰ ἐξαφανισθεῖ ὅλη ἡ φθορὰ τῶν ὅντων ποὺ προῆλθε ἀπὸ τὴν κακία, τότε θὰ συστηθεῖ κοινὴ γιορτὴ γύρω ἀπὸ τὸ Θεὸ ἀπὸ ἐκείνους ποὺ θὰ εἶναι στολισμένοι μὲ τὴν ἀνάσταση. Καὶ ἔτσι ὅλοι θὰ γεύονται τὴν ἴδια χαρὰ καὶ εὐφροσύνη, καὶ καμία διαφορὰ δὲν θὰ ξεχωρίζει τὶς λογικές φύσεις ἀπὸ τὸ νὰ μετέχουν ἐξίσου· ἀλλὰ καὶ αὐτοὶ ποὺ τώρα βρίσκονται ἔξω (απὸ τὸ καταπέτασμα) ἐξαιτίας τῆς κακίας, θὰ εἰσέλθουν κάποτε μέσα στὰ ἄδυτα τῆς θείας εὐτυχίας καὶ θὰ συνενωθοῦν μὲ τὰ κέρατα τοῦ θυσιαστηρίου, δηλαδὴ μὲ τὶς σπουδαιότερες ὑπερκόσμιες (ἀγγελικές) δυνάμεις.
»Αὐτὸ τὸ λέει ξεκάθαρα ὁ Ἀπόστολος (Παῦλος) ὅταν περιγράφει τὴ συμφωνία ὅλων πρὸς τὸ ἀγαθό, ὅτι, δηλαδή, μπροστά του "θὰ γονατίσουν οἱ ἐπουράνιες, οἱ ἐπίγειες καὶ οἱ καταχθόνιες δυνάμεις, καὶ κάθε γλῶσσα θὰ δοξολογήσει ὅτι αὐτὸς εἶναι ὁ Κύριος Ἰησούς Χριστός, ἡ δόξα τοῦ Θεοῦ Πατέρα". Ἀντὶ γιὰ κέρατα ἀναφέρει τὶς ἀγγελικές καὶ ἐπουράνιες δυνάμεις, ἐνῶ μὲ τὶς ὑπόλοιπες ὁρολογίες ἐννοεῖ τὴ μετὰ ἀπὸ τοὺς ἀγγέλους δημιουργία, δηλαδὴ ἐμᾶς, γιά τοὺς ὁποῖους ὅλους θὰ στηθεῖ μία ἁρμονικὴ γιορτή. Καὶ γιορτὴ εἶναι ἡ ὁμολογία καὶ ἐπίγνωση τοῦ ἀληθινοῦ Θεοῦ.
»Εἶναι δυνατόν, συνέχισε, νὰ ἐπιλεγοῦν καὶ ἄλλα πολλὰ χωρία τῆς Ἁγίας Γραφῆς γιὰ τὴ στήριξη τοῦ δόγματος τῆς ἀναστάσεως. Πράγματι καὶ ὁ Ιεζεκιήλ, ξεπερνώντας μὲ τὸ προφητικό του πνεύμα ὅλο τὸν ἐνδιάμεσο χρόνο καὶ τὸ ἀντίστοιχο διάστημα, σταματᾶ ἀκριβῶς στὴ στιγμὴ τῆς ἀναστάσεως· καὶ βλέποντας μὲ τὴν προγνωστική του δύναμη αὐτὸ ποὺ θὰ ἔλθει, ἤδη ὡς παρόν, τὸ ἀναπαριστᾶ μὲ τὴ διήγησή του.
»Εἶδε, λοιπόν, μιὰ ἀπέραντη πεδιάδα νὰ ἀπλώνεται, γεμάτη ἀπὸ πολλούς σωρούς μὲ ὁστά, ποὺ ἦταν πεταμένα ἄλλα ἀπὸ δῶ κι ἄλλα ἀπὸ κεῖ. Ἔπειτα, μὲ τὴ θεία δύναμη, τὸ κάθε ὁστὸ κινούνταν πρὸς τὸ συγγενικό του καὶ ἐνώνονταν μ’ αὐτὸ ἁρμονικά· στὴ συνέχεια, καλύφθηκαν (τὰ ὁστά) μὲ νεύρα, σάρκα καὶ δέρμα (τὸ ὁποῖο ὁ Ψαλμὸς τὸ ὀνομάζει στολισμό)· καὶ τέλος τὸ πνεύμα ἔδωσε ζωὴ καὶ ἀνάστησε ὅλο τὸ πλῆθος τῶν ὁστῶν ποὺ ἦταν πεταμένα ἐκεῖ.
»Καὶ ποιὸς νὰ πεῖ τὴ διήγηση τοῦ Ἀποστόλου σχετικὰ μὲ τὸ θαυμαστὸ γεγονὸς τῆς ἀναστάσεως, ἀφοῦ εἶναι πασίγνωστη στοὺς ἀναγνῶστες; Ὅτι, δηλαδή, ὅπως διηγεῖται ὁ λόγος, μὲ κάποιο πρόσταγμα καὶ ἦχο σαλπίγγων, ἀκαριαῖα ὅλο μαζὶ τὸ πλῆθος τῶν νεκρῶν καὶ πεθαμένων, θὰ μεταλλαγεῖ στὴν κατάσταση τῆς ἀθανάτου φύσεως; Θὰ ἀφήσουμε στὴν ἄκρη ἐπίσης καὶ τὶς εὐαγγελικές διηγήσεις, διότι ὅλοι τὶς γνωρίζουν. Κι αὐτὸ διότι ὁ Κύριος δὲν διδάσκει μόνο μὲ τὸ λόγο ὅτι οἱ νεκροὶ θ’ ἀναστηθοῦν, ἀλλὰ καὶ ἔμπρακτα ἀνασταίνει, ἀρχίζοντας τὰ θαύματα ἀπὸ τὰ πιὸ κοντινὰ σὲ μᾶς καὶ λιγότερο ἀμφισβητήσιμα.
»Πρῶτα, δηλαδή, δείχνει τὴ ζωοποιὸ δύναμή του στὰ θανατηφορὰ νοσήματα, ἀπομακρύνοντας τὶς ἀρρώστιες μὲ τὸ πρόσταγμα καὶ τὸ λόγο του. Ἔπειτα, ἀνασταίνει ἕνα πρόσφατα πεθαμένο παιδί. Κατόπιν, ἀνασταίνει ἕνα νέο τὴν ώρα ποὺ μετέφεραν τὴ σορό του στὸν τάφο καὶ τὸν παραδίδει στὴ μητέρα του. Μετὰ ἀπ’ αὐτό, βγάζει ζωντανὸ ἀπὸ τὸν τᾶφο τὸ νεκρὸ Λάζαρο, ποὺ ἦταν ἤδη πεθαμένος τέσσερις ἠμέρες, καὶ ἀνασταίνει τὸ νεκρὸ μὲ φωνὴ καὶ προσταγή. Τέλος, τὸν ἑαυτό του, ποὺ τὸν είχαν τρυπήσει μὲ καρφιὰ καὶ λόγχη, τὸν ἀνασταίνει ἀπὸ τοὺς νεκρούς τὴν τρίτη ημέρα, γιὰ νὰ φέρνει ὡς ἀπόδειξη τῆς ἀναστάσεως τὰ σημάδια τῶν καρφιῶν καὶ τὴ λογχισμένη πληγή. Νομίζω ὅτι δὲν χρειάζεται νὰ τὰ πῶ αὐτὰ διεξοδικά, διότι δὲν μένει καμιὰ ἀμφιβολία σ’ ὅσους παραδέχονται τὰ γραπτὰ τοῦ Ευαγγελίου».
«Ἀλλὰ τὸ ζητούμενο, εἶπα ἐγώ, δὲν ἦταν αὐτό. Τὸ ὅτι κάποτε θὰ γίνει ἡ ἀνάσταση καὶ ὁ ἄνθρωπος θὰ ὁδηγηθεῖ στὴν ἀδέκαστη κρίση τοῦ Θεοῦ, οἱ περισσότεροι ἀκροατές θὰ συμφωνήσουν ὅτι αὐτὰ ἀποδεικνύονται καὶ ἀπὸ τὴν Ἁγία Γραφὴ καὶ ἀπ’ ὅσα ἤδη ἀναφέραμε. Μένει νὰ ἐξετάσουμε, ἐὰν ἡ μελλοντικὴ κατάσταση θὰ εἶναι ὅπως καὶ ἡ παροῦσα. Ἂν κάτι τέτοιο συνέβαινε, θὰ ἔλεγα ὅτι δὲν συμφέρει στοὺς ἀνθρώπους νὰ ἐλπίζουν σὲ ἀνάσταση. Διότι, ἐὰν τὰ ἀνθρώπινα σώματα ἀποκατασταθοῦν πάλι στὴν κατάσταση ποὺ ἦταν στὸ τέλος τῆς ζωῆς τους, τότε οἱ ἄνθρωποι προσδοκοῦν μὲ τὴν ἀνάσταση μιὰ συμφορὰ δίχως τέλος.
»Διότι, ποιὸ θέαμα εἶναι πιὸ τρισάθλιο ἀπὸ τὰ σώματα ποὺ στὰ βαθιὰ γεράματα ἔχουν συρρικνωθεῖ καὶ ἔχουν πάρει μιὰ ἀπαίσια καὶ ἄσχημη μορφή, καθὼς ἡ σάρκα ἔχει μαραζώσει ἀπὸ τὸ χρόνο, ἐνῶ τὸ ροζιασμένο δέρμα κολλάει πάνω στὰ κόκαλα; Καθὼς, ἐπίσης, τὰ νεύρα κάνουν συσπάσεις, ἐπειδὴ δὲν διατηροῦνται σὲ φυσικὴ ικμάδα, καὶ γι’ αὐτὸ ὅλο τὸ σῶμα καμπουριάζει καὶ παρουσιάζει ἕνα ἄθλιο καὶ ἐλεεινὸ θέμα. Ἀκόμη, τὸ κεφάλι πέφτει στὰ γόνατα, ἐνῶ τὰ χέρια πέφτουν ἀπὸ δῶ κι ἀπὸ κεῖ· ἀδυνατοῦν νὰ κάμουν τὶς ἐνέργειες τῆς φύσεως, τρέμουν χωρίς τὴ θέλησή τους καὶ κουνιοῦνται συνεχὼς.
»Ποιὰ εἶναι πάλι τὰ σώματα αὐτῶν ποὺ λιώνουν σὲ χρόνια νοσήματα; Αὐτὰ τόσο διαφέρουν ἀπὸ τὰ ἀπογυμνωμένα ὀστά, ὥστε φαίνονται σὰν νὰ ἔχουν καλυφθεῖ μ’ ἕνα λεπτὸ καὶ φθαρμένο δέρμα. Ποιὰ εἶναι, ἐπίσης, τὰ σώματα ἐκείνων ποὺ ἔχουν φουσκώσει ἀπὸ τὴν ὑδρωπικία; Ποιὰ λόγια νὰ πεῖ κανείς, γιὰ νὰ περιγράψει τὴν ἀπαίσια λέπρα ὅσων προσβλήθηκαν ἀπὸ τὴν ἱερὴ νόσο; Πῶς, δηλαδή, ἡ σήψη προχώρησε σιγὰ σιγὰ καὶ κατατρώει ὅλα τὰ μέλη, καὶ τὰ ὄργανα καὶ τὰ αἰσθητήριά τους; Καὶ τὶ νὰ πεῖ κάποιος γιά τοὺς ἀκρωτηριασμένους ἀπὸ σεισμούς ἢ πολέμους ἢ ἀπὸ κάποια ἄλλη αἰτία, ποὺ ζοῦν πολλὰ χρόνια πρὶν πεθάνουν μ’ αὐτὴ τὴν ἀναπηρία; Ή τὶ νὰ πεῖ γιὰ ἐκείνους ποὺ ἀπὸ τὴ γέννησή τους είχαν κάποια ἀνωμαλία στὸ σῶμα καὶ μεγάλωσαν μὲ ἀναπηρία στὰ μέλη τους;
»Καὶ τὶ πρέπει νὰ σκεφθοῦμε γιὰ τὰ νεογέννητα νήπια, ὅσα ἐκτίθενται, ὅσα πνίγονται καὶ ὅσα πεθαίνουν ἀμέσως; Ἐὰν αὐτὰ ἐπανέλθουν στὴ ζωή, ἆραγε θὰ μείνουν στὴ νηπιότητα; Καὶ τὶ εἶναι πιὸ ἐλεεινὸ ἀπ’ αὐτό; Θὰ φθάσουν στὸ ἄκρο τῆς ἡλικίας; Με τὶ είδους γάλα πάλι θὰ τ’ ἀναθρέψει ἡ φύση;
»Ὥστε, ἐὰν ἀναστηθεῖ τὸ σῶμα μας πάλι στὴν ἴδια σὲ ὅλα κατάσταση, τὸ προσδοκώμενο θὰ εἶναι συμφορά. Ἐὰν πάλι δὲν εἶναι τὸ ἴδιο σῶμα, τότε ὁ ἀναστημένος θὰ εἶναι ἄλλος καὶ ὄχι ἐκεῖνος ποὺ πέθανε. Πράγματι, ἐὰν πέθανε παιδὶ καὶ ἀνασταίνεται τέλειος ἄνθρωπος, καὶ τὸ ἀντίστροφο, τότε πῶς μποροῦμε νὰ ποῦμε ὅτι ἀναστήθηκε ὁ πεθαμένος, ἀφοῦ ὁ πεθαμένος ἄλλαξε ἡλικία; Διότι, ὅταν κανεὶς βλέπει ἀντὶ γιὰ παιδὶ ὣριμο ἄνθρωπο καὶ ἀντὶ γιὰ γέρο νέο καὶ ἀντὶ γιὰ ἀνάπηρο βλέπει ἀρτιμελὴ καὶ ἀντὶ γιὰ λιπόσαρκο εὔσωμο καὶ τὰ ὑπόλοιπα κατὰ παρόμοιο τρόπο –γιὰ νὰ μὴ πολυλογεῖ κανένας ἀναφέροντας μὲ λεπτομέρειες τὰ καθέκαστα–, τότε βλέπει ἄλλο ἄνθρωπο στὴ θέση ἄλλου.
»Ἐὰν ὅμως δὲν ἀναστηθεῖ τὸ σῶμα πάλι ὅπως ἦταν ὅταν παραχώθηκε στὴ γῆ, τότε δὲν θὰ ἀναστηθεῖ ὁ πεθαμένος, ἀλλὰ θὰ πλασθεῖ ἀπὸ τὸ χῶμα ἄλλος ἄνθρωπος. Τὶ θὰ μὲ ωφελήσει, λοιπόν, ἡ ἀνάσταση, ἐὰν ἀντὶ γιὰ μένα κάποιος ἄλλος θ’ ἀναστηθεῖ; Πῶς θ’ ἀναγνώριζα ἐγὼ τὸν ἑαυτό μου, βλέποντας στὸν ἑαυτό μου ὄχι τὸν ἑαυτό μου; Διότι δὲν θὰ ἤμουν ἀληθινὰ ἐγώ, ἐὰν δὲν ἤμουν σὲ ὅλα ἴδιος μὲ τὸν ἑαυτό μου.
»Ὅπως, λοιπόν, στὴν παροῦσα ζωή, ἐὰν ἔχω στὴ μνήμη μου τὰ χαρακτηριστικὰ κάποιου, καὶ αὐτὸς εἶναι, γιὰ παράδειγμα, φαλακρός, μεγαλόχειλος, πλακομύτης, λευκός, γαλανομάτης, λευκότριχος καὶ μὲ ρυτίδες στὸ σῶμα· κι ἔπειτα, ἐνῶ ζητῶ αὐτόν, βρίσκω (μετὰ τὴν ἀνάσταση) ἕνα νέο, τριχωτό, γαμψομύτη, μελαχροινὸ καὶ σ’ ὅλα τ’ ἄλλα μὲ διαφορετικὰ χαρακτηριστικά. Ἆραγε, βλέποντας αὐτόν, θὰ νομίσω ὅτι εἶδα ἐκεῖνον; Ἀλλά, γιατὶ χρονοτριβῶ σ’ αὐτές τὶς μικρές ἀντιρρήσεις γιὰ τὴν ἀνάσταση καὶ ἀφήνω τὴ σπουδαιότερη; Ποιὸς δὲν γνωρίζει ὅτι ἡ ἀνθρώπινη φύση μοιάζει μὲ ρεῦμα, προχωρώντας ἀπὸ τὴ γέννηση στὸ θάνατο πάντοτε μὲ μιὰ κίνηση, ἡ ὁποῖα τότε σταματᾶ, ὅταν παύει καὶ ἡ ὕπαρξη;
»Καὶ ἡ κίνηση αὐτὴ δὲν εἶναι τοπικὴ μετάσταση –διότι δὲν βγαίνει ἀπὸ τὸν ἑαυτό της ἡ φύση–, ἀλλὰ προχωρεῖ μὲ ἀλλοίωση. Καὶ ἀλλοίωση σημαίνει αὐτὸ ποὺ λέει τὸ ὅνομά της, δὲν μένει δηλαδὴ ποτέ στὰ ἴδια (διότι πῶς αὐτὸ ποὺ ἀλλοιώνεται θὰ παραμένει στὴν ταυτότητά του;)· ἀλλά, ὅπως ἡ φλόγα τοῦ φυτιλιοῦ φαίνεται ὅτι εἶναι πάντοτε ἡ ἴδια (διότι ἡ συνεχῆς κίνησή της κάνει τὴ φλόγα νὰ φαίνεται πάντοτε ἀδιάσπαστα ἐνωμένη μὲ τὸν ἑαυτό της), ἐνῶ στὴν πραγματικότητα ποτέ δὲν μένει ἡ ἴδια, διότι διαδέχεται ἡ ἴδια τὸν ἑαυτό της· (ἡ ὕλη ποὺ βγαίνει ἀπὸ τὴ θερμότητα γίνεται φλόγα καὶ μὲ τὴν καύση γίνεται καπνός, καὶ πάντοτε ἡ κίνηση τῆς φλόγας ἐνεργεῖ μὲ τὴ δύναμη τῆς ἀλλοιώσεως μεταβάλλοντας τὸ ἐνεργούμενό της σὲ καπνό)· ὅπως, λοιπόν, ἂν κάποιος ἀγγίξει δύο φορές στὸ ἴδιο σημεῖο τὴ φλόγα, δὲν εἶναι δυνατὸ νὰ ἀγγίξει δύο φορές τὴν ἴδια φλόγα (διότι ἡ ταχύτητα τῆς ἀλλαγῆς δὲν περιμένει αὐτόν ποὺ τὴν ἀγγίζει πάλι γιὰ δεύτερη φορά, ὅσο γρήγορα κι ἂν τὸ κάμει), ἀλλὰ πάντοτε ἡ φλόγα γίνεται καινούργια καὶ νωπή, καὶ πάντοτε διαδέχεται τὸν ἑαυτό της καὶ ποτέ δὲν μένει στὸ ἴδιο σημεῖο. Κάτι παρόμοιο γίνεται καὶ μὲ τὴ φύση τοῦ σώματός μας.
»Διότι ἡ ροὴ καὶ ἡ ἀπορροὴ τῆς φύσεώς μας προχωρεῖ πάντοτε μὲ τὴν κίνηση τῆς ἀλλοιώσεως· καὶ τότε παύει νὰ κινεῖται, ὅταν λήξει καὶ ἡ ζωή. Όσο χρόνο ὅμως ζεῖ, δὲν σταματᾶ καθόλου· διότι ἢ γεμίζει ἢ ἀδειάζει ἢ πάντοτε κινεῖται μὲ συνδυασμὸ καὶ τῶν δύο καταστάσεων. Ἐὰν, λοιπόν, κανεὶς δὲν εἶναι ἴδιος μὲ τὸ χθεσινὸ ἑαυτό του, ἀλλὰ μὲ τὴν ἀλλοίωση γίνεται διαφορετικός, ὅταν ἡ ἀνάσταση θὰ ἐπαναφέρει πάλι τὸ σῶμα μας στὴ ζωή, ὁ ἕνας θὰ γίνει πλῆθος ἀνθρώπων, γιὰ νὰ μὴν ἀπουσιάζει ἀπὸ τὸν ἀναστημένο τίποτε, τὸ βρέφος, τὸ νήπιο, τὸ παιδί, ὁ ἔφηβος, ὁ ἄνδρας, ὁ πατέρας, ὁ γέροντας καὶ ὅλες οἱ ἐνδιάμεσες καταστάσεις τῆς ηλικίας.
»Ἐφόσον ὅμως καὶ ἡ σωφροσύνη καὶ ἡ ἀκολασία γίνονται μὲ τὴ σάρκα, πῶς εἶναι δυνατόν στὴν Κρίση ν’ ἀποδοθεῖ τὸ δίκαιο τόσο σ’ ἐκείνους ποὺ ὑπομένουν τὶς ὁδυνηρές τιμωρίες γιὰ τὴν εὐσέβεια, ὅσο καὶ σ’ ἐκείνους ποὺ τὶς ἀποφεύγουν ἀπὸ φιλοσαρκία; Καθὼς καὶ οἱ δύο κατηγορίες (ἀνθρώπων) δείχνουν τὴ διαγωγή τους μὲ τὶς αἰσθήσεις τοῦ σώματος; Ἤ, στὴν περίπτωση τοῦ ἀνθρώπου, ποὺ τώρα ἁμαρτάνει καὶ κατόπιν μὲ τὴ μετάνοια καθαρίζεται, ἂν τύχει νὰ πέσει πάλι ὁ ἴδιος σὲ σφᾶλμα, ὁπότε τὸ σῶμα θὰ ἔχει γευθεῖ, σύμφωνα μὲ τὴν ροὴ τῆς φύσεως, καὶ τὴν κατάσταση τῆς ἀκολασίας καὶ τῆς καθαρότητος, χωρίς καμία ἀπὸ τὶς δύο νὰ καταφέρει νὰ διαρκέσει γιὰ πάντα, τότε ποιὸ σῶμα θὰ τιμωρηθεῖ γιὰ τὴν ἀκολασία; Αὐτὸ ποὺ ζάρωσε στὰ γεράματα, λίγο πρὶν τὸ θάνατο; Ἀλλὰ αὐτὸ ἦταν διαφορετικὸ ἀπ’ αὐτὸ ποὺ διέπραξε τὴν ἁμαρτία. Μήπως αὐτὸ ποὺ μολύνθηκε ἀπὸ τὸ πάθος; Καὶ ποὺ θὰ εἶναι τότε ὁ γέρος ἄνθρωπος; Διότι, ἢ δὲν θ’ ἀναστηθεῖ αὐτός, ὁπότε δὲν θὰ ἔχει γενικὴ ἰσχὺ ἡ ἀνάσταση· ἢ θὰ ἀναστηθεῖ αὐτός, ἀλλὰ θὰ ξεφύγει ἀπὸ τὴν τιμωρία αὐτὸς (ὁ νέος) ποὺ τὴν διέπραξε.
»Ἂς ἀναφέρω καὶ κάτι ἄλλο ἀπ’ ὅσα λένε αὐτοὶ ποὺ δὲν δέχονται τὴ διδασκαλία μας (γιὰ τὴν ἀνάσταση). Ἡ φύση, λένε, κανένα μόριο τοῦ σώματος δὲν ἔπλασε, γιὰ νὰ εἶναι ἄπραγο. Ὀρισμένα (μόρια) ἔχουν τὴν αἰτία καὶ τὴ δύναμη τῆς ζωῆς μέσα μας, χωρίς τὰ ὁποῖα δὲν μπορεῖ νὰ ὑπάρξει ἡ ζωή τοῦ σώματος· γιὰ παράδειγμα, ἡ καρδιά, τὸ συκώτι, ὁ ἐγκέφαλος, τὰ πνευμόνια, τὸ στομάχι καὶ τὰ ἄλλα σπλάγχνα. Ἄλλα μόρια ἔχουν ἀποστολὴ νὰ λειτουργοῦν τὶς αἰσθήσεις, ἄλλα εἶναι γιὰ νὰ ἐνεργοῦν τὶς πράξεις καὶ κινήσεις καὶ ἄλλα εἶναι ἁρμόδια γιὰ τὴν ἀναπαραγωγὴ τῶν ἀπογόνων.
»Ἐὰν, λοιπόν, ἡ μετέπειτα ζωή μας θὰ συνίσταται στὴν ἴδια ἀποστολὴ (μὲ τὴν παροῦσα), τότε ἡ ἀνάσταση δὲν ὡφελεῖ καθόλου. Ἐὰν ὅμως εἶναι ἀλήθεια –ὅπως καὶ εἶναι–, ὅτι στὴ ζωὴ μετὰ τὴν ἀνάσταση δὲν ἔχει θέση ὁ γάμος, οὔτε ἡ ζωὴ συντηρεῖται ἀπὸ τὸ φαγητὸ καὶ τὸ πιοτό, τότε ποιὰ ἀνάγκη θὰ ὑπάρχει γιὰ τὰ μόρια τοῦ σώματος, ἀφοῦ στὴν ἄλλη ζωὴ δὲν θὰ χρειάζονται γιὰ ὅσα τώρα αὐτὰ τὰ μέλη χρησιμεύουν; Πράγματι, ἐὰν χάρη στὸ γάμο ὑπάρχουν τὰ σχετικὰ μὲ τὸ γάμο, ὅταν ἐκεῖνος δὲν θὰ ὑφίσταται, δὲν θὰ χρειαζόμαστε τίποτε ἀπὸ τὰ σχετικὰ γάμου. Παρόμοια, δὲν θὰ εἶναι ἀναγκαῖα τὰ χέρια γιὰ τὴν ἐργασία, τὰ πόδια γιὰ τὸ δρόμο, τὸ στόμα γιὰ τὴ λήψη τροφῆς, τὰ δόντια γιὰ νὰ τὴ μασήσουν, τὰ σπλάγχνα γιὰ τὴν πέψη καὶ οἱ διεξοδικοὶ πόροι γιὰ τὴν ἀποβολὴ τῶν ἀχρήστων. Ὅταν, λοιπόν, οἱ λειτουργίες ἐκεῖνες δὲν ὑπάρχουν, πῶς καὶ γιατὶ νὰ ὑπάρχουν τὰ ὄργανα τὰ ὁποῖα τὶς ἐκτελοῦν;
»Εἶναι, ἐπομένως, ἀνάγκη, ἐὰν δὲν θὰ ὑπάρχουν στὸ σῶμα τὰ μόρια ποὺ δὲν πρόκειται νὰ συμβάλλουν στὴ ζωὴ ἐκείνη, οὔτε ὅσα εἶναι συμπληρωματικὰ στὸ τωρινό μας σῶμα (διότι ἡ ζωὴ συνίσταται ἀπὸ ἄλλα), καὶ κανεὶς αὐτὸ νὰ μὴν τὸ ὀνομάσει ἀνάσταση, ἀφοῦ δὲν συγκροτοῦν τὸ σῶμα καθένα ἀπὸ τὰ μέλη τοῦ λόγω τῆς ἀχρησίας τους σ’ ἐκείνη τὴ ζωή; Ἐὰν ὅμως σὲ ὅλα τὰ μέλη τοῦ σώματος θὰ συμβεῖ ἡ ἀνάσταση, τότε αὐτὸς ποὺ ἐνεργεῖ τὴν ἀνάσταση θὰ δημιουργήσει γιὰ ἐκείνη τὴ (μέλλουσα) ζωὴ μάταια καὶ ἀνώφελα μέλη. Αλλ’ ὅμως, πρέπει νὰ πιστέψουμε ὅτι καὶ ἡ ἀνάσταση θὰ γίνει καὶ δὲν εἶναι ἄσκοπη. Γι’ αὐτὸ πρέπει νὰ προσέξουμε στὸ ζήτημα, μέ ποιὸ τρόπο θὰ διασωθεῖ στὸ δόγμα τὸ ὀρθό».
Ἀφοῦ, λοιπόν, εἶπα ἐγὼ αὐτά, μοῦ λέει ἡ δασκάλα: «μὲ δεξιότητα καὶ σύμφωνα μὲ τὴν καλούμενη ρητορικὴ τέχνη, παρουσίασες τὸ δόγμα τῆς ἀναστάσεως· κατοχύρωσες τὴν ἀλήθεια μὲ πειστικὰ ἀνασκευαστικὰ ἐπιχειρήματα, ὥστε ἐκεῖνοι ποὺ δὲν γνωρίζουν καλὰ τὸ μυστήριο αὐτὸ τῆς ἀλήθειας, νὰ ἐπηρεασθοῦν σοβαρὰ ἀπὸ τὰ ἐπιχειρήματά σου καὶ νὰ πιστέψουν ὅτι ἡ ἀπορία γιὰ τὰ λεγόμενα δὲν εἶναι ἔξω ἀπὸ τὸ δέον.
»Ἡ ἀλήθεια, ὅμως, δὲν εἶναι αὐτή, ἂν καὶ δὲν θὰ μπορούσαμε νὰ τὰ ἀναιρέσουμε αὐτὰ μὲ τὴν ἴδια ρητορικὴ δύναμη. Ἡ ἀλήθεια γι’ αὐτὰ εἶναι ἀποταμιευμένη στοὺς ἀπόκρυφους θησαυρούς τῆς σοφίας· καὶ τότε θὰ ἐμφανισθεῖ, ὅταν ἔμπρακτα θὰ μάθουμε τὸ μυστήριο τῆς ἀναστάσεως· ὁπότε δὲν θὰ μᾶς χρειάζονται λόγια γιὰ νὰ φανερώσουμε ὅσα ἐλπίζουμε. Ἀλλά, ὅπως ἀκριβῶς τὴ νύχτα, ὅσοι ξαγρυπνοῦν, λένε πολλὰ γιὰ τὴ λάμψη τοῦ ἥλιου, πῶς (φαντάζονται ὅτι) εἶναι· μόλις ὅμως ἐμφανισθεῖ ἡ χάρη τῆς ἀκτίνας του ἥλιου, καταργεῖ κάθε περιγραφὴ τῶν λόγων· ἔτσι, ὅταν τὸ προσδοκώμενο ἀποκτηθεῖ μὲ τὴν πείρα, θ’ ἀποδείξει χωρίς καμιὰ αξία κάθε συλλογισμὸ ὁ ὁποῖος στοχάζεται τὴ μέλλουσα κατάσταση. Ἐπειδή, ὅμως, δὲν πρέπει νὰ ἀφήσουμε ὁλοκληρωτικὰ ἀνεξέταστες τὶς ἐνστάσεις ποὺ ὑπέβαλαν σὲ μᾶς, γι’ αὐτὸ θὰ συζητήσουμε τὰ ἐπιχειρήματα αὐτά.
»Πρέπει πρῶτα νὰ καταλάβουμε ποιὸς εἶναι ὁ σκοπὸς τοῦ δόγματος τῆς ἀναστάσεως καὶ γιὰ χάρη τίνος ἔχει λεχθεῖ αὐτὸ ἀπὸ τὴν ἀγία φωνὴ καὶ ἔγινε πιστευτό. Λοιπόν, γιὰ νὰ τὸ ὁρίσουμε, ἀφοῦ τὸ βάλουμε σὲ συγκεκριμένες συντεταγμένες, λέμε τὸ ἑξῆς: ἀνάσταση εἶναι ἡ ἀποκατάσταση τῆς φύσεώς μας (στὸ ἀρχαῖο κάλλος της). Ἀλλά, στὴν ἀρχικὴ ζωὴ ποὺ μᾶς ἔπλασε ὁ Θεός, δὲν ὑπήρχαν, ὅπως ἦταν φυσικό, οὔτε γεράματα, οὔτε νηπιακὴ ηλικία, οὔτε τὰ βάσανα τῶν πολύμορφων ἀσθενειῶν, οὔτε τίποτε ἄλλο ἀπὸ τὴν σωματικὴ ταλαιπωρία (διότι δὲν εἶναι φυσικὸ νὰ δημιουργεῖ τέτοιου εἴδους καταστάσεις ὁ Θεός)· ἀλλὰ ἡ ἀνθρώπινη φύση ἦταν κάτι τὸ θείο, προτοῦ ὀρμήσει στὴν ἀνθρωπότητα τὸ κακό. Καὶ ὅλα αὐτὰ ἦλθαν σὲ μᾶς μὲ τὴν ἔλευση τῆς κακίας. Ἑπομένως, ὁ βίος ποὺ εἶναι χωρίς κακία, δὲν θὰ ἔχει καμιὰ ἀνάγκη νὰ γεύεται τὶς συνέπειες τῆς κακίας.
»Συμβαίνει ὅ,τι μ’ αὐτόν ποὺ πεζοπορεῖ στὴν παγωνιὰ καὶ αἰσθάνεται τὸ ψύχος στὸ σῶμα του, ἢ ὅ,τι μ’ αὐτόν ποὺ βαδίζει κάτω ἀπὸ τὶς θερμές ἀκτῖνες τοῦ ἥλιου καὶ μαυρίζει τὸ δέρμα του· καὶ ὅταν κάποιος ἀπομακρυνθεῖ καὶ ἀπὸ τὰ δύο αὐτά, θὰ ἀπαλλαγεῖ σίγουρα καὶ ἀπὸ τὸ μαύρισμα καὶ ἀπὸ τὴν ψύξη· διότι, ὅταν δὲν ὑπάρχει ἡ αἰτία, κανεὶς δὲν δικαιολογεῖται νὰ ζητεῖ τὸ ἀποτέλεσμά της. Ἔτσι καὶ ἡ φύση μας, ὅταν ἔγινε ἐμπαθής, ἀναγκαστικὰ ὑπέστη ὅσα συνεπάγεται ἡ ζωὴ τῶν παθῶν. Ὅταν ὅμως ἐπιστρέψει πάλι στὴν ἀπαθὴ μακαριότητα, τότε δὲν θὰ φέρει μαζί της τὶς συνέπειες τῆς κακίας.
Ἐπειδή, λοιπόν, ὅσα ἀπὸ τὴν ἄλογη ζωὴ ἀναμίχθηκαν στὴν ἀνθρώπινη φύση, δὲν ἀνήκαν σὲ μᾶς προτοῦ πέσουμε στὰ πάθη μὲ τὴν κακία, σίγουρα, ὅταν καθαρισθοῦμε ἀπὸ τὰ πάθη, θὰ ἐγκαταλείψουμε μαζὶ καὶ ὅλα τὰ συνακόλουθά τους. Ἑπομένως, δὲν εἶναι ὀρθὸ σ’ ἐκείνη τὴ ζωὴ (τῆς ἀναστάσεως) νὰ ζητάει κανεὶς ὅσα συνέβησαν σὲ μᾶς ἐξαιτίας τῶν παθῶν.
»Ὅπως ὅταν κάποιος ἔχοντας ξεσχισμένο χιτῶνα τὸν πετάξει ἀπὸ πάνω του, δὲν θὰ βλέπει πλέον στὸν ἑαυτό του τὴν ἀσχήμια τοῦ πεταμένου ρούχου, ἔτσι ὅταν κι ἐμεῖς θὰ ἀπεκδυθοῦμε ἀπὸ πάνω μας ἐκεῖνο τὸν νεκρὸ καὶ ἀπαίσιο χιτῶνα, ποὺ μᾶς ἐπιβλήθηκε ἀπὸ τὰ ἄλογα δέρματα (όταν ἀκούω δέρμα ἐννοῶ τὴ μορφὴ τῆς ἀλόγου φύσεως, τὴν ὁποῖα φορέσαμε ἀφοῦ ἐξοικειωθήκαμε μὲ τὰ πάθη), τότε μαζὶ μὲ τὴν ἔκδυση τοῦ δέρματος θὰ ἀποβάλλουμε καὶ ὅλα ὅσα ἦταν γύρω μὲ τὸ δέρμα τῆς ἀλόγου φύσεως.
»Καὶ αὐτὰ ποὺ πήραμε ἀπὸ τὸ ἄλογο δέρμα εἶναι ἡ γαμικὴ μίξη, ἡ σύλληψη, ἡ γέννηση, ἡ ἀκαθαρσία, ὁ θηλασμός, ἡ τροφή, ἡ ἀποβολὴ τῶν ἀκαθαρσιῶν, ἡ βαθμιαία αὔξηση πρὸς τὸ τέλειο, ἡ νεότητα, τὰ γεράματα, ἡ ἀσθένεια, ὁ θάνατος. Ἐὰν, λοιπόν, δὲν θὰ ἔχουμε πάνω μας ἐκεῖνο (τὸ δέρμα), πῶς θὰ μείνουν σὲ μᾶς ἐκεῖνα ποὺ προέρχονται ἀπ’ αὐτό; Ἑπομένως, ἀφοῦ ἐλπίζουμε στὴ μέλλουσα ζωὴ μιὰ ἄλλη κατάσταση, εἶναι μάταιος κόπος νὰ ἀντιδροῦν στὸ δόγμα τῆς ἀναστάσεως μὲ στοιχεῖα ποὺ δὲν ἔχουν καμιὰ σχέση μ’ αὐτήν. Διότι, τὶ κοινὸ ἔχει τὸ ζάρωμα καὶ ἡ παχυσαρκία, ἡ ἀδυναμία καὶ ἡ πληθωρικότητα καὶ ό,τι ἄλλο ἀφορὰ στὴ ρευστὴ φύση τῶν σωμάτων μὲ τὴ ζωὴ ἐκείνη, ἡ ὁποῖα εἶναι ξένη μὲ τὴ ρευστὴ καὶ παροδικὴ διαγωγὴ τῆς παρούσης ζωῆς;
»Ἕνα μόνο ζητάει τὸ δόγμα τῆς ἀναστάσεως, ἄνθρωπο ποὺ προῆλθε ἀπὸ γέννηση, ἢ καλύτερα, ὅπως λέει τὸ Εὐαγγέλιο, "ἐάν γεννήθηκε ἄνθρωπος στὸν κόσμο"· τὸ ἂν ὑπήρξε μακρὸς ἢ βραχύς ὁ βίος του ἢ ὁ θάνατός του συνέβη μὲ τὸν ἄλφα ἢ βῆτα τρόπο, εἶναι μάταιο νὰ συνεξετάζεται μὲ τὸ δόγμα τῆς ἀναστάσεως. Ὅπως κι ἂν ὑποθέσουμε ὅτι ἔγιναν αὐτά, εἶναι σχεδόν τὸ ἴδιο, καὶ ἀπὸ τὴ διαφορὰ αὐτὴ δὲν προκαλεῖται οὔτε δυσκολία οὔτε εὐκολία στὴν ἀνάσταση. Ἐκεῖνος ποὺ ἄρχισε νὰ ζεῖ, πρέπει πάντως νὰ ζήσει, ἀφοῦ διορθωθεῖ μὲ τὴν ἀνάσταση ἡ διάλυσή του, ποὺ στὸ μεταξὺ ἔφερε ὁ θάνατος. Τὸ πῶς καὶ τὸ πότε γίνεται ἡ διάλυση, τὶ σχέση ἔχει μὲ τὴν ἀνάσταση;
»Ἡ ἐξέταση γι’ αὐτό (τὸ δόγμα τῆς ἀναστάσεως) λαμβάνει ὑπόψη της ἄλλη προϋπόθεση, ἂν δηλαδὴ ἔζησε κανεὶς μὲ ἀπολαύσεις ἢ μὲ στερήσεις, μὲ ἀρετὴ ἢ κακία, ἐπαινετὰ ἢ μὲ ἐνοχές, ἂν πέρασε τὴ ζωή του ἐλεεινὰ ἢ εὐτυχισμένα. Διότι ὅλα αὐτὰ καὶ τὰ παρόμοια βρίσκονται ἀπὸ τὸ μάκρος καὶ τὸ εἶδος τῆς παρούσης ζωῆς. Καὶ ἔτσι, ὅταν θὰ γίνει ἡ κρίση γιὰ ὅσα ἔζησε (ὁ ἄνθρωπος), ὑποχρεωτικὰ ὁ κριτὴς θὰ ἐρευνήσει τὸ πάθος, τὴν πληγή, τὴν ἀσθένεια, τὰ γεράματα, τὴ νεότητα, τὸν πλούτο, τὴ φτώχεια· πῶς ὁ καθένας συμπεριφέρθηκε στὴν ἀνάλογη κατάσταση, ἂν πέρασε τὸ βίο ποὺ τοῦ ἔλαχε καλῶς ἢ κακῶς, ἐὰν δέχθηκε πολλὰ ἀγαθὰ ἢ κακὰ σὲ μεγάλο χρονικὸ διάστημα, ἢ μήπως δὲν δοκίμασε κανένα ἀπ’ αὐτά, διότι ἔπαυσε νὰ ζεῖ προτοῦ κἄν ὡριμάσει; Ὅταν, λοιπόν, ὁ Θεὸς ἐπαναφέρει τὴ φύση τοῦ ἀνθρώπου στὴν πρώτη της κατάσταση, θὰ ἦταν ἄσκοπο νὰ συζητάει κανεὶς τέτοια, καὶ νὰ πιστεύει ὅτι μὲ αὐτές τὶς ἀντιρρήσεις θὰ ἐμποδίσει τὴ δύναμη τοῦ Θεοῦ νὰ φθάσει στὸν σκοπό της.
»Καὶ ὁ σκοπὸς τοῦ (Θεοῦ) εἶναι ἕνας· ὅταν τὸ πλήρωμα ὅλης τῆς φύσεώς μας τελειωθεῖ μὲ αὐτὰ ποὺ ἀφοροῦν στὸν κάθε ἄνθρωπο, ἀφοῦ ἄλλοι εὐθύς ἀμέσως ἀπὸ τὴν παροῦσα ζωὴ θὰ ἔχουν καθαρθεῖ ἀπὸ τὴν κακία, ἐνῶ ἄλλοι θὰ γιατρευθοῦν μὲ τὸ πὺρ στὸ μέλλον στὰ ἀναγκαῖα χρόνια, καὶ τέλος ἄλλοι ποὺ δὲν γνώρισαν στὸν παρόντα βίο τὴ γεύση οὔτε τοῦ καλοῦ οὔτε τοῦ κακοῦ, (σκοπὸς τοῦ Θεοῦ εἶναι) σ’ ὅλους νὰ προσφέρει τὴ συμμετοχὴ στὰ ἀγαθά του, τὰ ὁποῖα, ὅπως λέει ἡ Ἁγία Γραφή, μῆτε ὁφθαλμὸς τὰ εἶδε μῆτε αὐτὶ τὰ ἄκουσε μῆτε σκέψη τὰ διανοήθηκε.
»Καὶ αὐτό, σύμφωνα μὲ τὴν ἀντίληψή μου, δὲν σημαίνει τίποτε ἄλλο, παρὰ τὸ νὰ εἶναι μέσα στὴν ὕπαρξη τοῦ Θεοῦ. Διότι τὸ ἀγαθὸ ποὺ ξεπερνᾶ τὴν ἀκοή, τὴν ὅραση καὶ τὴ σκέψη, εἶναι αὐτό(ς) (ὁ Θεός) ποὺ βρίσκεται πάνω ἀπ’ ὅλα. Καὶ ἡ διαφορὰ μεταξύ τοῦ ἐναρέτου καὶ ἁμαρτωλοῦ βίου στὴ μέλλουσα ζωὴ θὰ φανεῖ περισσότερο στὸ ἑξῆς, στὴ γρήγορη ἢ ἀργὴ (χρονικά) συμμετοχὴ στὴν προσδοκώμενη μακαριότητα. Διότι ὁ χρόνος τῆς θεραπεῖας θὰ ἐξαρτηθεῖ σίγουρα ἀπὸ τὸ ποσὸ τῆς κακίας ποὺ ἔχει ὁ καθένας. Καὶ θεραπεία τῆς ψυχῆς ἐννοεῖται ἡ κάθαρση ἀπὸ τὴν κακία. Αὐτὴ δὲν εἶναι δυνατόν νὰ κατορθωθεῖ χωρίς πόνο, ὅπως τὸ ἀναφέραμε προηγουμένως.
»Ἀλλά, ὁπωσδήποτε, μπορεῖ κανεὶς εὔκολα νὰ καταλάβει πόσο περιττές καὶ ἀνάρμοστες εἶναι οἱ ἀντιρρήσεις, ἐὰν ἐνδιατρίψει στὸ βᾶθος τῆς σοφίας τῶν Ἀποστόλων. Πράγματι ὁ Ἀπόστολος ἐξηγεῖ τὸ μυστήριο αὐτὸ στοὺς Κορινθίους, οἱ ὁποῖοι πιθανόν εἷχαν τὶς ἴδιες ἀντιρρήσεις, ὅπως ἀκριβῶς ἔχουν ὅσοι τώρα προσπαθοῦν νὰ ἀνατρέψουν τὴν πίστη στὸ δόγμα τῆς ἀναστάσεως. Λέει τὰ ἑξῆς (ὁ Ἀπόστολος), γιὰ νὰ κόψει μὲ τὴ γνώση του τὸ θρᾶσος τῆς δικῆς τους ἀμάθειας: "Θὰ μοῦ πεῖς· πῶς θ’ ἀναστηθοῦν οἱ νεκροί; Μὲ ποιὸ σῶμα θὰ ἔλθουν; Ἀνόητε", λέει, "ἐσὺ αὐτὸ ποὺ σπέρνεις δὲν φυτρώνει, ἂν δὲν σαπίσει· καὶ δὲν σπέρνεις τὸ φυτὸ ποὺ θὰ φυτρώσει, ἀλλὰ σπέρνεις ξερὸ σπόρο σταριοῦ ἢ κάποιου ἄλλου φυτοῦ· ὁ Θεὸς ὅμως εἶναι ποὺ δίνει τὸ σῶμα (τοῦ φυτοῦ), ὅπως ὁ ἴδιος θέλει".
»Ἐδῶ, νομίζω, ἀποστομώνει αὐτούς ποὺ δὲν γνωρίζουν τὰ πραγματικὰ ὃρια τῆς φύσεώς μας καὶ ἐρευνοῦν τὴ θεία δύναμη σύμφωνα μὲ τὴ δική τους ἀντίληψη· πιστεύουν ὅτι ὁ Θεὸς ἔχει τόση μόνο δυνατότητα, ὅση ἀντιλαμβάνεται ὁ νοῦς τοῦ ἀνθρώπου· καὶ ὅτι αὐτὸ ποὺ εἶναι πάνω ἀπὸ τὶς δικές μας δυνατότητες, ξεπερνᾶ καὶ τὴ δύναμη τοῦ Θεοῦ. Βέβαια, αὐτὸς ποὺ ρώτησε τὸν Ἀπόστολο, "πῶς θ’ ἀναστηθοῦν οἱ νεκροί", πιστεύει ὅτι εἶναι ἀδύνατο τὰ σκορπισμένα στοιχεῖα τοῦ σώματος νὰ συγκροτηθοῦν καὶ πάλι. Καὶ ἀφοῦ αὐτὸ εἶναι ἀδύνατο, καὶ ἄλλο σῶμα δὲν γίνεται ἐκτὸς ἀπὸ τὴ συνδρομὴ τῶν στοιχείων, καταλήγει στὸ ἑξῆς, ποὺ τὸ συμπέρανε μ’ ἕνα ὑποθετικὸ συλλογισμό, ὅπως κάνουν οἱ ἰκανοὶ συζητητές: ἐὰν τὸ σῶμα ἀποτελεῖ συνδρομὴ στοιχείων καὶ ἡ συνδρομὴ αὐτῶν γιὰ δεύτερη φορὰ δὲν εἶναι δυνατή, τότε ποιὸ σῶμα θὰ ἔχουν οἱ ἀναστημένοι;
»Αὐτὸ τὸ συμπέρασμα, τὸ ὁποῖο βγῆκε ἀπὸ ἕνα φιλοσοφικὸ τέχνασμα, τὸ ὁνόμασε (ὁ Ἀπόστολος) ἀνοησία ἐκείνων ποὺ δὲν εἶδαν στὴν ὑπόλοιπη δημιουργία τὴν ὑπεροχὴ τῆς θείας δυνάμεως. Πράγματι, ἄφησε στὴν ἄκρη τὰ σπουδαιότερα θαύματα τοῦ Θεοῦ, μὲ τὰ ὁποῖα θὰ μποροῦσε νὰ φέρει σὲ ἀμηχανία τὸν ἀκροατή του –γιὰ παράδειγμα, τὶ εἶναι τὸ σύμπαν καὶ ἀπὸ ποὺ ἔρχεται, τὶ εἶναι ὁ ἥλιος, ἡ σελήνη ἢ τὸ φαινόμενο τῶν ἄστρων, ὁ αἰθέρας, ὁ ἀέρας, τὸ νερό, ἡ γῆ;–, (ἀφήνοντας ὅλα αὐτά) ἐλέγχει τὴν ἀπερισκεψία τῶν ἀντιρρησιῶν μὲ κοινὰ καὶ κοντινά μας παραδείγματα.
»Διότι, δὲν σὲ διδάσκει ἡ γεωργία, ρωτάει (ὁ Ἀπόστολος), ὅτι ματαιοπονεῖ ὅποιος μετράει τὴν ἀνώτερη δύναμη τοῦ Θεοῦ μὲ τὰ δικά του μέτρα; Ἀπὸ ποὺ προέρχονται τὰ σώματα ποὺ φυτρώνουν γύρω στοὺς σπόρους; Τὶ γίνεται πρὶν βλαστήσουν; Δὲν γίνεται ὁ θάνατος, ἐφόσον θάνατος εἶναι ἡ διάλυση τῶν συστατικῶν στοιχείων; Διότι ὁ σπόρος δὲν πρόκειται νὰ φυτρώσει, ἐὰν δὲν διαλυθεῖ στὸ χῶμα καὶ δὲν γίνει ἀραιὸς καὶ πορώδης, ὥστε ν’ ἀναμιχθεῖ ἡ οὐσία του μὲ τὴν ὑγρασία τοῦ περιβάλλοντος, καὶ ἔτσι νὰ δώσει ρῖζα καὶ βλαστό· καὶ οὔτε ἐκεῖ θὰ μείνει, ἀλλὰ θὰ μεταποιηθεῖ σὲ καλαμιὰ ποὺ θὰ ἔχει πάνω της, σὰν νὰ εἶναι ζωσμένη μὲ συνδέσμους, τὰ ἐνδιάμεσα γόνατα, γιὰ νὰ μπορεῖ νὰ σηκώσει τὸ στάχυ σὲ ὄρθια στάση, ὅταν θὰ εἶναι γεμᾶτο ἀπὸ καρπό. Ποῦ ἦταν αὐτὰ στὸ στάρι, προτοῦ ἀπὸ τὴ διάλυση τοῦ σπόρου στὸ χῶμα; Καὶ βέβαια, ἀπὸ κεῖ εἶναι ὅλα αὐτά. Διότι, ἂν δὲν ὑπῆρχε ἐκεῖνο προηγουμένως, οὔτε τὸ στάχυ θὰ γινόταν.
»Ὅπως, λοιπόν, τὸ σῶμα τοῦ στάχυ φυτρώνει ἀπὸ τὸν σπόρο, ἐπειδὴ ἡ θεία δύναμη τὸ ἐπιμελεῖται γιὰ νὰ γίνει ἀπ’ αὐτόν (σπόρο) ἐκεῖνο (στάχυ)· καὶ δὲν εἶναι ἀπόλυτα ὅμοιο μὲ τὸ σπόρο ἀλλὰ οὔτε καὶ διαφορετικὸ σὲ ὅλα· κατὰ τὸν ἴδιο τρόπο, λέει, καὶ τὸ μυστήριο τῆς ἀναστάσεως σοῦ ἔχει προτυπωθεῖ μὲ τὰ θαυμαστὰ συμβάντα τῶν σπόρων. Διότι, ἡ θεία δύναμη, μὲ τὴν πολλή της ἐξουσία, δὲν σοῦ ἀποδίδει μόνο ἐκεῖνο ποὺ ἔχει διαλυθεῖ, ἀλλά σοῦ προσθέτει καὶ ἄλλα μεγάλα καὶ καλὰ σ’ αὐτό, μὲ τὰ ὁποῖα ἡ ἀνθρώπινη φύση σου παρουσιάζεται πιὸ μεγαλοπρεπής. "Σπείρεται", λέει, "στὴ φθορά, ἀνασταίνεται σὲ κατάσταση ἀφθαρσίας· σπείρεται ἀσθενικό, ἀνασταίνεται δυνατό· σπείρεται ἄτιμο καὶ ἀνασταίνεται ἔνδοξο· σπείρεται (πεθαίνει) σῶμα ψυχικὸ καὶ ἀνασταίνεται σῶμα πνευματικό".
»Ὅπως ὁ σπόρος τοῦ σταριοῦ, μετὰ τὴ διάλυσή του στὸ χῶμα, ἀφήνει τὴ μικρή του ποσότητα καὶ τὴν ποιοτικὴ ἰδιότητα τῆς μορφῆς του, ἀλλὰ δὲν ἀφήνει τὴν ταυτότητά του, παρὰ μένοντας στὸν ἑαυτό του γίνεται στάχυς καὶ πολὺ διαφέρει ἀπὸ τὸν ἑαυτό του στὸ μέγεθος, τὴν ὀμορφιά, τὴν ποικιλία, τὸ σχῆμα. Κατὰ παρόμοιο τρόπο, καὶ ἡ ἀνθρώπινη φύση ἀφήνει μὲ τὸ θάνατο ὅλες τὶς ἰδιότητές της, τὶς ὁποῖες ἀπόκτησε μὲ τὴν ἐμπαθή της διάθεση, καὶ ἐννοῶ τὴν ἀτιμία, τὴ φθορά, τὴν ἀσθένεια, τὴ διαφορὰ κατὰ ἡλικία, χωρίς ὅμως νὰ ἐγκαταλείπει τὸν ἑαυτό της· ἀλλά, σὰν στάχυ, μεταφέρεται στὴν ἀφθαρσία, τὴ δόξα, τὴν τιμή, τὴ δύναμη καὶ τὴν τελειότητα σὲ ὅλα. Ἡ ζωή της δὲν ρυθμίζεται πλέον ἀπὸ τὶς ἰδιότητες τῆς φύσεως, ἀλλὰ ἔχει εισέλθει σὲ κάποια πνευματικὴ καὶ ἀπαθὴ κατάσταση. Αὐτὴ εἶναι ἀκριβῶς ἡ ἰδιότητα τοῦ ψυχικοῦ σώματος, τὸ νὰ ἀλλοιώνεται διαρκὼς μὲ συνεχὴ ροὴ καὶ κίνηση καὶ νὰ μεταβάλλεται ἀπὸ τὴν κατάσταση ποὺ εἶναι σὲ κάτι ἄλλο. Ἀπ’ αὐτά, λοιπόν, τὰ ὁποῖα δὲν τὰ βλέπουμε μόνο στοὺς ἀνθρώπους ἀλλὰ καὶ στὰ φυτὰ καὶ τὰ ζώα, τίποτε δὲν θὰ μείνει στὴν ἄλλη ζωή.
»Μοῦ φαίνεται ὅτι καὶ μὲ ὅλα αὐτὰ συμφωνεῖ ὁ λόγος τοῦ Ἀποστόλου μὲ τὴ ἀντίληψή μας γιὰ τὴν ἀνάσταση· καὶ φανερώνει αὐτὸ ποὺ περιέχει ὁ δικός μας ὁρισμός, ποὺ λέει ὅτι ἀνάσταση δὲν εἶναι τίποτε ἄλλο παρὰ ἡ ἀποκατάσταση στὴν ἀρχαία φύση μας. Ἐπειδὴ διδαχθήκαμε ἀπὸ τὴν Ἁγία Γραφὴ τὸ ἑξῆς, ὅτι στὴν πρώτη δημιουργία πρῶτα βλάστησε ἡ γῆ βοτάνη ἀπὸ χόρτα, ὅπως τὸ λέει τὸ κείμενο, καὶ ἔπειτα ἀπὸ τὸ βλαστὸ ἔγινε ὁ σπόρος, ὁ ὁποῖος, ὅταν πέσει στὸ χῶμα, φυτρώνει πάλι τὸ ἴδιο εἶδος τοῦ δένδρου ποὺ φυτεύθηκε ἀρχικά· αὐτὸ γίνεται, λέει ὁ θεῖος Ἀπόστολος, καὶ μὲ τὴν ἀνάσταση.
»Καὶ δὲν διδασκόμαστε μόνον αὐτὸ ἀπ’ αὐτόν, ὅτι δηλαδὴ τὸ ἀνθρώπινο γένος μετακομίζει σὲ πιὸ μεγαλοπρεπὴ κατάσταση, ἀλλὰ καὶ ὅτι αὐτὸ ποὺ ἐλπίζουμε δὲν εἶναι τίποτε ἄλλο παρὰ αὐτὸ ποὺ ἦταν ἀρχικά. Ἐπειδὴ ὅμως ἀρχικὰ δὲν προῆλθε ὁ στάχυς ἀπὸ τὸ σπόρο ἀλλὰ ὁ σπόρος ἀπὸ τὸ στάχυ, καὶ κατόπιν ὁ στάχυς βλαστάνει γύρω ἀπὸ τὸ σπόρο, ἡ σειρὰ τοῦ παραδείγματος δείχνει μὲ σαφήνεια ὅτι ὅλη ἡ μακαριότητα, ποὺ ξεπηδᾶ ἀπὸ τὴν ἀνάσταση, μᾶς ἐπαναφέρει στὴν πρωταρχικὴ χάρη.
»Καὶ ἐμεῖς στὴν ἀρχὴ ἤμασταν κατὰ κάποιο τρόπο στάχυς. Ἀφοῦ, ὅμως, ξεραθήκαμε ἀπὸ τὸν καύσωνα τῆς κακίας καὶ μᾶς παρέλαβε ἡ γῆ μετὰ τὴ διάλυση τοῦ θανάτου, πάλι ἡ ἄνοιξη τῆς ἀναστάσεως θὰ ἀναδείξει τὸ γυμνὸ αὐτὸ κόκκο τοῦ σώματος σὲ στάχυ μεστωμένο, πλούσιο καὶ ὄρθιο· νὰ ἐκτείνεται σὲ οὐράνιο ὕψος, καὶ ἀντὶ γιὰ καλάμη ἢ ἀνθέρικο νὰ εἶναι στολισμένο (τὸ σῶμα) μὲ τὴν ἀφθαρσία καὶ τὶς ὑπόλοιπες θεοπρεπεῖς ἰδιότητες. "Διότι πρέπει τὸ φθαρτὸ σῶμα νὰ ντυθεῖ τὴν ἀφθαρσία".
»Ἡ ἀφθαρσία πάλι, ἡ δόξα, ἡ τιμὴ καὶ ἡ δύναμη, κατὰ κοινὴ ὀμολογία, ἀποτελοῦν ἰδιότητες τῆς θείας φύσεως· αὐτές προηγουμένως ἀνήκαν στὸν κατ’ εἰκόνα Θεοῦ (άνθρωπο) καὶ ἐλπίζεται ὅτι θὰ ἀνήκουν πάλι. Διότι ὁ πρώτος στάχυς ἦταν ὁ πρώτος ἄνθρωπος, ὁ Αδάμ. Ἀλλά, ἀφότου μὲ τὴν εἴσοδο τῆς κακίας ἡ φύση τεμαχίστηκε σὲ πολλὰ κομμάτια, ὅπως συμβαίνει μὲ τὸν καρπό τοῦ στάχυος, ἔτσι καὶ ὁ καθένας μας ποὺ γυμνωθήκαμε ἀπὸ τὸ εἶδος ἐκεῖνου τοῦ στάχυος καὶ ἀναμιχθήκαμε μὲ τὴ γῆ, στὴν ἀνάσταση θὰ ξαναγεννηθοῦμε πάλι στὸ πρώτο κᾶλλος, καὶ θὰ γίνουμε στὴ θέση τοῦ πρώτου στάχυος ἄπειρες μυριάδες στάχεις τῶν ἀγρῶν.
»Ο ἐνάρετος βίος πάλι αὐτὴ τὴ διαφορὰ ἔχει ἀπὸ τὴν κακία, ὅτι ὅσοι στὴν παροῦσα ζωὴ καλλιέργησαν τὸν ἑαυτό τους μὲ τὴν ἀρετή, εὐθύς ἀμέσως φυτρώνουν σὰν τέλειοι στάχεις. Ὅσοι πάλι στὸν παρόντα βίο ἔκαναν τὴ δύναμη τῆς ψυχῆς σὰν ξεθωριασμένο καὶ ἀνεμοδαρμένο σπόρο, τότε οἱ γνώστες αὐτῶν τῶν πραγμάτων λένε ὅτι γίνονται σὰν τὰ ὀνομαζόμενα κεράσβολα. Τὸ ἴδιο κι αὐτοί, παρόλο ποὺ θὰ φυτρώσουν μὲ τὴν ἀνάσταση, θὰ ὑποστοῦν μεγάλη ἐπιτίμηση ἀπὸ τὸν Κριτή, ἐπειδὴ δὲν μποροῦν νὰ βλαστήσουν σὰν τὸ εἶδος τοῦ στάχυος καὶ νὰ γίνουν ὅπως ἤμασταν πρὶν ἀπὸ τὴν πτώση στὴ γῆ.
»Ἡ θεραπεία πάλι τὴν ὁποῖα προσφέρει ὁ ἐπιστάτης εἶναι ἡ συλλογὴ τῶν ζιζανίων καὶ τῶν ἀγκαθιῶν, τὰ ὁποῖα φύτρωσαν μαζὶ μὲ τὸ σπόρο· διότι, ὅλη ἡ δύναμη ποὺ τρέφει τὴ ρῖζα, πῆγε στὰ παράσιτα καὶ ἐξαιτίας τους ὁ καλὸς σπόρος ἔμεινε ἀτροφικὸς καὶ ἄγονος, ἀφοῦ τὸν ἔπνιξαν οἱ παρὰ φύσιν βλαστοί. Ὅταν, λοιπόν, κάθε παράσιτο καὶ ξένο βλαστάρι χωριστεῖ ἀπὸ τὸ καλὸ φυτὸ καὶ ὁδηγηθεῖ στὸν ἀφανισμὸ μὲ τὴν καταστροφή του ἀπὸ τὴν παρὰ φύσιν φωτιά, τότε καὶ σ’ αὐτούς (τους ἀνθρώπους) θ’ ἀναπτυχθεῖ ἡ φύση καὶ θὰ δώσει καρπὸ χάρη σ’ αὐτήν τὴ φροντίδα· θ’ ἀποκτήσει πάλι, μετὰ μακρὺ χρονικὸ διάστημα, τὸ ἀρχικὸ κοινὸ εἶδος, ποὺ μᾶς ἔδωσε ὁ Θεός. Καὶ εὐτυχισμένοι εἶναι πράγματι ἐκεῖνοι στοὺς ὁποῖους τὸ τέλειο κᾶλλος τῶν στάχυων φυτρώνει ἀμέσως μὲ τὴν ἀνάσταση.
»Καὶ λέμε αὐτά, ὄχι διότι τάχα θὰ ὑπάρχει κάποια σωματικὴ διαφορὰ κατὰ τὴν ἀνάσταση στοὺς ἐνάρετους ἀπὸ τοὺς ἁμαρτωλούς, ὥστε νὰ νομίζει κανεὶς ὅτι ὁ ἕνας εἶναι ἀτελὴς στὸ σῶμα καὶ ὁ ἄλλος τέλειος. Ἀλλά, ὅπως στὸν παρόντα βίο ὁ φυλακισμένος καὶ ὁ ἐλεύθερος ἔχουν βέβαια καὶ οἱ δύο ὁμοιότητα στὸ σῶμα, ὑπάρχει ὅμως μεγάλη διαφορὰ μεταξύ τους σχετικὰ μὲ τὴν εὐχαρίστηση καὶ τὴ λύπη, παρόμοια νομίζω πρέπει νὰ θεωροῦμε τὴ διαφορὰ μεταξὺ τῶν ἀγαθῶν καὶ τῶν κακῶν στὴ μέλλουσα κατάσταση.
»Διότι ἡ τελείωση τῶν ἀναστημένων ἀπὸ τὴ φθορὰ σωμάτων φανερώνεται, ὅπως λέει ὁ Ἀπόστολος, στὴν ἀφθαρσία, τὴ δόξα, τὴν τιμὴ καὶ τὴ δύναμη. Ἡ μείωση αὐτῶν τῶν ἰδιοτήτων δὲν σημαίνει κάποια ἀναπηρία τοῦ ἀναστημένου σώματος, ἀλλὰ στέρηση καὶ ἀλλοτρίωση καθενὸς ἀπὸ τὰ νοητὰ ἀγαθά (τῆς ἀναστάσεως). Ἐπειδή, λοιπόν, τὸ ἦθος τοῦ ἀνθρώπου ἕνα ἀπὸ τὰ δύο ἀντίθετα πρέπει νὰ τὸ διακρίνει, ἢ τὸ ἀγαθὸ ἢ τὸ κακό, εἶναι φανερὸ ὅτι, ὅταν λέμε ὅτι κάποιος δὲν βρίσκεται μέσα στὸ ἀγαθό, δείχνουμε ὅτι σίγουρα βρίσκεται μέσα στὸ κακό. Καὶ βέβαια στὴν κακία δὲν ὑπάρχει οὔτε τιμή, οὔτε δόξα, οὔτε ἀφθαρσία, οὔτε δύναμη.
»Ὑποχρεωτικά, λοιπόν, δὲν πρέπει ν’ ἀμφιβάλλουμε ὅτι σ’ ὅποιον δὲν ὑπάρχουν αὐτά, ὑπάρχουν τὰ ἀντίθετά τους, δηλαδὴ ἀσθένεια, ἀτιμία, φθορὰ καὶ ὅσα ἀνήκουν στὴν ἴδια κατηγορία. Αὐτά, ὅπως εἴπαμε στὴ συζήτησή μας παραπάνω, ἀποτελοῦν τὰ πάθη τῆς κακίας γιὰ τὴν ψυχὴ ποὺ δύσκολα διώχνονται, διότι ἀναμειγνύονται καὶ φυτρώνουν μαζί, καὶ γίνονται ἕνα μ’ αὐτήν. Ἀφοῦ, ὅμως, αὐτά (τὰ πάθη) μὲ τὴ θεραπεία τῆς φωτιᾶς (τῆς κρίσεως) καθαρισθοῦν καὶ χαθοῦν, θὰ ἔλθει στὴ θέση τους καθένα ἀπὸ τὰ θεωρούμενα ἀγαθά, δηλαδὴ ἡ ἀφθαρσία, ἡ ζωή, ἡ τιμή, ἡ χάρη, ἡ δόξα, ἡ δύναμη καὶ ὁτιδήποτε ἄλλο παρόμοιο φανταζόμαστε ὅτι ὑπάρχει τόσο στὸ Θεὸ ὅσο καὶ στὴν εἰκόνα Του, ποὺ εἶναι ἡ ἀνθρώπινη φύση».

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου