Δευτέρα, 13 Ιουνίου 2016

Η Τριαδική Θεολογία, του Παύλου Ευδοκίμωφ,


Η Τριαδική Θεολογία
του Παύλου Ευδοκίμωφ
από το βιβλίο του  «Το Άγιο Πνεύμα στην Ορθόδοξη Παράδοση», Θεσσαλονίκη 1987
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Δ'
Στην αρχή του τριαδικού Μυστηρίου ο Άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός συνοψίζει τις τρεις μεγάλες αρχές της παραδόσεως, α) Κάθε γνώση του Θεού εξαρτάται εξ ολοκλήρου από την ελεύθερη ενέργεια της θελήσεως Του. β) Στη συνέχεια, ο Λόγος πού έγινε άνθρωπος αποκαλύπτει στην Εκκλησία, της οποίας είναι η Κεφαλή, το Μυστήριο των Τριών θείων Προσώπων. Πραγματικά, η Εκκλησία γνωρίζει τον ιστορικό Χριστό πού σταυρώθηκε, αναστήθηκε και δοξάστηκε, δέχεται την Κυριακή προσευχή και γνωρίζει τον Υιό πού διακρίνεται από τον Πατέρα, ακούει την υπόσχεση για τον «άλλο Παράκλητο» πού πρόκειται να κατεβή και τον δέχεται την ήμερα της Πεντηκοστής. Πάνω από κάθε θεωρία η φιλοσοφία, η Εκκλησία εξαγγέλλει την τριαδική οικονομία του μυστηρίου της σωτηρίας με το κήρυγμα της και τη ζή άμεσα μέσα στον τύπο του βαπτίσματος, μέσα στο Σύμβολο της πίστεως της, μέσα στη Λειτουργία της και τα ιερά της μυστήρια. Αργότερα θα σφυρηλατήσουν οι Πατέρες τα θεολογικά επιχειρήματα, για να ανατρέψουν τις αιρέσεις και να προσδιορίσουν τη δογματική ορθοδοξία της θείας Αλήθειας, γ) Υπάρχει τέλος και η αρχή της Μοναρχίας του Θεού. Ο Πατήρ αναλαμβάνει υπεύθυνα και βεβαιώνει την ενότητα των Τριών Προσώπων μέσα σε μια τέλεια αγάπη, μέσα στη μια φύση. Η γέννηση του Υιού και η εκπόρευση του Πνεύματος φανερώνουν πρώτ' απ' όλα το ομοούσιο τους με τον Πατέρα, πού είναι η πιο φανερή έκφραση της θεότητας τους και της τέλειας ισότητος των Τριών.
1. Η Παλαιά Διαθήκη.
Η Παλαιά Διαθήκη παραδέχεται έναν αυστηρό μονοθεϊσμό, πού διακηρύττει καθαρά ο Μωϋσής: «Άκουε, Ισραήλ, Κύριος ο Θεός ημών εις έστιν». Οι υπαινιγμοί του μυστήριου της Τριάδος φαίνονται αμυδρά. Η αλήθεια του ξεπερνά κάθε δυνατότητα κατανοήσεως και γι' αυτό αποκαλύπτεται κατά θείο τρόπο. Αυτό είναι το βασικό διακριτικό γνώρισμα του χριστιανισμού από την ειδωλολατρεία, τον Ιουδαϊσμό και τον Ισλαμισμό, πού θεωρούν το μυστήριο του Ενός και Τριαδικού Θεού τελείως παράλογο.
Κατά τους Πατέρες δεν μπορεί κανείς να ξεδυαλύνη το μυστήριο της Αγίας Τριάδος στην Π. Δ. παρά μόνο με το φως των Ευαγγελίων. Κατά τους Εβραίους τα περισσότερα κείμενα (Γεν. 3,22. 11,7) αναφέρονται στη συνομιλία του Θεού με τούς αγγέλους. Κατά τον Φίλωνα επίσης ο Άγγελος του Γιαχβέ είναι ο Λόγος με την έννοια της μονοθεϊστικής του θεολογίας, αυτός πού κυβερνά τον κόσμο. Κατά τους Πατέρες όμως πρόκειται περί συνομιλίας μεταξύ των θείων Προσώπων, και ο Θεοδώρητος βλέπει στον Άγγελο του Γιαχβέ το δεύτερο Πρόσωπο της Τριάδος. Σχολιάζοντας το «Άγιος, Άγιος, Άγιος Κύριος» ο Άγιος Αθανάσιος προσδιορίζει ότι «ότε δοξολογούσι τα Σεραφίμ τον Θεόν, λέγοντα τρίτον Άγιος, Άγιος, Άγιος Κύριος Σαβαώθ, Πατέρα και Υιόν και Άγιον Πνεύμα δοξολογούσι»20. «Το γαρ τρίτον τα τίμια ζώα ταύτα προσφέρειν την δοξολογίαν Άγιος, Άγιος, Άγιος λέγοντα, τας τρεις υποστάσεις τελείας δεικνύντα εστίν, ως και εν τω λέγειν το Κύριος, την μίαν ουσίαν δηλούσιν»20α . Ο Ισίδωρος ο Πηλουσιώτης ερμηνεύει το ακαθόριστο των κειμένων με τη θεία παιδαγωγική: «Έτι δε και συνεσκιασμένως ερρέθη, εκείνο λογίζεσθαι χρή, ότι Ιουδαίοις τοις εις πολυθείαν ρέπουσι νομοθετών ουκ εδοκίμασε διαφοράν προσώπων εισαγαγείν ίνα και μη διάφορον φύσιν εν ταις υποστάσεσιν είναι δογματίσαντες, εις ειίδωλολατρείαν εκκυλισθώσιν αλλά το της μοναρχίας εξ αρχής μαθόντες μάθημα, κατά μικρόν το των υποστάσεων αναδιδαχθώσι δόγμα το πάλιν εις ενότητα φύσεως άνατρέχον»21. Έτσι οι προφητείες πού αναφέρονται στο Μεσσία, καθώς και στα ονόματα Του, Εμμανουήλ, Θαυμαστός, Σύμβουλος, Θεός ισχυρός, Άρχων Ειρήνης, Σοφία και Λόγος, θα ερμηνευτούν μόνο από Αυτόν πού θα τις συγκέντρωση στο Πρόσωπο Του, το Χριστό, Υιό του Θεού, Θεάνθρωπο και δεύτερο Πρόσωπο της Τριάδος.
Για τη μυστικιστική ιουδαϊκή σκέψη η Τορά δεν είναι ένας απλός κώδικας εντολών και νόμων αλλά ένα Πρόσωπο ζωντανό. Αν όμως για τους Ιουδαίους μένη ακόμη τραγικά ανώνυμο, για τη χριστιανική πίστη ο Χριστός το προσωποποιεί κάνοντας από το νόμο, πού οδηγείται στο πλήρωμα Του, τη χάρη.

2. Η Καινή Διαθήκη.
Τα Ευαγγέλια περιέχουν την πλήρη αποκάλυψη της Τριάδος. Από τον Ευαγγελισμό ακόμη, ο άγγελος προφητεύει την κάθοδο του Αγίου Πνεύματος και προσδιορίζει το όνομα του βρέφους, «διό και το γεννώμενον άγιον κληθήσεται υιός Θεού» (Λουκ. 1, 35). Ή Βάπτιση του Κυρίου κάνει να λάμψη ή εκθαμβωτική φανέρωση της Τριάδος. Στον αποχαιρετιστήριο λόγο Του ο Υιός αναφέρεται στον «άλλο Παράκλητο», το Άγιο Πνεύμα το «εκ του Πατρός εκπορευόμενον». Στην τάξη του Βαπτίσματος «εις το όνομα του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος», το «όνομα» στον ενικό φανερώνει το δόγμα. «Εν δε όνομα των τριών, υποδηλούν την μίαν φύσιν της Αγίας Τριάδος», σχολιάζει ο Ζιγαβηνός22. Ο Απόστολος Παύλος διατυπώνει την ευλογία: «Η χάρις του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, και η αγάπη του Θεού και η κοινωνία του Αγίου Πνεύματος μετά πάντων υμών» (Β' Κορινθ. 13,13), και ο Απόστολος Πέτρος γράφει «εκλεκτοίς παρεπιδήμοις διασποράς . . . κατά πρόγνωσιν Θεού Πατρός, εν αγιασμώ Πνεύματος, εις υπακοήν και ραντισμόν αίματος Ιησού Χριστού» (Α' Πέτρ. 1,1—2).
3. Η πρώτη διαμόρφωση της διδασκαλίας της Εκκλησίας με τη θεολογία των Πατέρων.
Μέσα στη χριστιανική γραμματεία, από τη Διδαχή ακόμη, βλέπομε παντού την τριαδική διατύπωση, όπως είναι η επίκληση του βαπτίσματος με την τριπλή κατάδυση, οι ευλογίες και οι λειτουργικές δοξολογίες. Στη Δύση εκείνος πού διαμορφώνει τον τύπο «τρία Πρόσωπα,   μία ουσία»23 — tres personae, una substabtia — είναι ο Τερτυλιανός.   Στην Ανατολή ο Θεόφιλος Αντιοχείας χρησιμοποιεί πρώτος τον όρο της Τριάδος: «Η Τριάς, του Θεού και του Λόγου αυτού και της Σοφίας αυτού»24. Πριν από την Σύνοδο της Νικαίας, ωστόσο, το δόγμα δεν είναι ούτε φανερό, ούτε συγκεκριμένο, ενώ η αντίδραση κατά των τριαδικών αιρέσεων είναι γενική.
Ο Αλέξανδρος Αλεξανδρείας, βοηθούμενος από το νεαρό διάκονο του Αθανάσιο, κατηγορεί τον Άρειο, πού καταδικάστηκε στην Α' Οικουμενική Σύνοδο της Νικαίας (325). Η Σύνοδος   αύτη   διακηρύττει   τον Υιό  «γεννηθέντα εκ του Πατρός Μονογενή, τουτέστιν εκ της ουσίας του Πατρός . . . ομοούσιον τω Πατρί . . . ». Η Β' Οικουμενική Σύνοδος της Κωνσταντινουπόλεως (381)  καταδικάζει το Μακεδόνιο και διακηρύττει το Πνεύμα ως «το Άγιον, το Κύριον, το ζωοποιόν, το εκ του Πατρός εκπορευόμενον, τον συν Πατρί και Υιώ συμπροσκυνούμενον και συνδοξαζόμενον». Το ομοούσιο του Υιού και του Αγίου Πνεύματος προς τον Πατέρα διακηρύχτηκε με την μεγαλύτερη ενάργεια από τον Αθανάσιο, τους Καππαδόκες, τον Κύριλλο Ιεροσολύμων, το Χρυσόστομο, τον Επιφάνιο, τον  Κύριλλο Αλεξανδρείας.
«Ουκούν εν μεν τοις ανθρώποις, επειδή διακεκριμένη εστίν η εν τοις αυτοίς επιτηδεύμασιν εκάστου ενέργεια, κυρίως πολλοί ονομάζονται, εκάστου αυτών εις ιδίαν περιγραφήν κατά το ιδιότροπον της ενεργείας αποτεμνομένου των άλλων. Επί δε της θείας φύσεως, ούχ ούτως εμάθομεν, ότι ο Πατήρ ποιεί τι καθ' εαυτόν, ου μη συνεφάπτεται ο Υιός. Η πάλιν ο Υιός ιδιαζόντως ενεργεί τι χωρίς του Πνεύματος. Άλλα πασά ενέργεια η θεόθεν επί την κτίσιν διήκουσα, και κατά τας πολυτρόπους εννοίας ονομαζόμενη, εκ Πατρός αφορμάται και δια του Υιού πρόεισι, και εν τω Πνεύματι τω Αγίω τελειούται»25, διδάσκει ο Άγιος Γρηγόριος Νύσσης. Ο Άγιος Βασίλειος ανακεφαλαιώνει: «Εστί μεν γαρ ο Πατήρ, τέλειον έχων το είναι και ανενδεές, ρίζα και πηγή του Υιού και του Αγίου Πνεύματος, εστί δε ο Υιός εν πλήρει θεότητι ζών Λόγος, και γέννημα του Πατρός ανενδεές, πλήρες δε και το Πνεύμα, ου μέρος ετέρου, αλλά τέλειον και ολόκληρον εφ' εαυτού θεωρούμενον»26.
4.  Θεός, ο Πατήρ.
Θεός, ο Πατήρ του περιουσίου λάου, αποκαλύπτεται στην Καινή Διαθήκη Πατήρ όλων των ανθρώπων. Οι άνθρωποι καλούνται υιοί του Θεού και μέσα στην καρδιά των πιστών το Άγιο Πνεύμα κράζει «αββά, ο Πατήρ». Αυτή η υιική σχέση προέρχεται από τη θεία Πατρότητα, ο Θεός Πατήρ είναι φύσει Πατήρ του Μονογενούς Υιού Του, ενώ οι άνθρωποι είναι οι υιοί εν τω Υιώ, τέκνα κατά υιοθεσία του Θεού δια της χάριτος. Απευθυνόμενος στη Μαγδαληνή μετά την Ανάσταση Του ο Κύριος το υπογραμμίζει σαφώς: «Αναβαίνω προς τον Πατέρα μου και Πατέρα υμών».
5.  Θεός, ο Υιός.
Μέσα στη μία θεία ουσία, ο Υιός διακρίνεται από τον Πατέρα ως ιδιαίτερη Υπόσταση και συνάμα είναι ένα με τον Πατέρα τόσο, ώστε να μην αποτελούν δυο διακεκριμένους Θεούς: «Εγώ εν τω Πατρί και ο Πατήρ εν εμοί εστί» (Ιωάν. 14, 10). «Ουδείς επιγινώσκει τον Υιόν ει μη ο Πατήρ. Ουδέ τον Πατέρα τις επιγινώσκει ει μη ο Υιός» (Ματθ. 11, 27). Ο Κύριλλος Αλεξανδρείας σχολιάζει:   «Μόνη γαρ οίδεν εαυτήν η αγία και ομοούσιος Τριάς, η παντός επέκεινα και νου και λόγου», «Όν (τον Υιόν) μόνος είδεν ο Πατήρ, υπέρ πάντα νουν εστί και λόγον, καθά και αυτός ο Πατήρ ο υπό μόνου γινωσκόμενος του ιδίου γεννήματος»27. Η πρώτη Σύνοδος της Νικαίας διακηρύττει τον Υιόν «ομοούσιον τω Πατρί . . . γεννηθέντα προ πάντων των αιώνων».
6. Θεός, το Άγιο Πνεύμα.
Ακαθόριστη ακόμη στην Παλαιά Διαθήκη η διδασκαλία περί του Αγίου Πνεύματος, καθορίζεται μέσα στην Καινή κάτω από το φως του τριαδικού δόγματος. Ο Κύριος μαρτυρεί σαφώς, ότι το Άγιο Πνεύμα είναι φύσει Θεός, άλλος Παράκλητος, μία Υπόσταση. Κατά τον Άγιο Ιωάννη το Χρυσόστομο ο Κύριος αποκαλύπτει το συνομοούσιο, την ταυτότητα της φύσεως και την τελεία ισοτιμία του Αγίου Πνεύματος28. «Το Πνεύμα πάντα ερευνά και τα βάθη του Θεού», και αυτό υπονοεί ότι είναι ομοούσιο και ισότιμο με τον Πατέρα.
7. Τα προσωπικά ιδιώματα των Υποστάσεων.
Τα πρόσωπα της Αγίας Τριάδος έχουν μια κοινή ουσία και καθένα έχει τα προσωπικά του ιδιώματα. Αυτά είναι οι υποστατικές του ιδιότητες, πού διακρίνουν τον Πατέρα ως αγέννητο, ως αρχή, πηγή και ρίζα της θεότητας, τον Υιό ως γεννηθέντα και το Άγιο Πνεύμα ως εκπορευόμενο.
Οι ιδιότητες αυτές διαφοροποιούν και σημαίνουν τους τρόπους υπάρξεως των υποστάσεων. Ό Πατήρ είναι αιώνια Πατήρ. Ο Υιός είναι γεννηθείς χωρίς αρχή, συνυπάρχει με τον Πατέρα, ισότιμος με Αυτόν ως ζωντανή εικόνα και ισότυπη σφραγίδα της ουσίας Του. Η εκπόρευση του Πνεύματος δε συγχέεται καθόλου με τη γέννηση και μένει μυστηριώδης. Αλλά το Άγιο Πνεύμα εκπορεύεται από τον Πατέρα, ακριβώς όπως και ο Υιός γεννάται από Αυτόν.
Οι οροί γέννηση και εκπόρευση δείχνουν την πηγή της γεννητικής αρχής και εκπορεύσεως, της αχώριστης από τον Πατέρα μυστικής προβολής, πού μεταδίδει όλη την αδιαίρετη ουσία της θεότητας. "Έτσι ο Υιός και το Πνεύμα έχουν την αρχή τους στον Πατέρα πού καλείται «ρίζα και πηγή» και γι' αυτό το λόγο, όπως λέει ο Άγιος Βασίλειος, η θεότητα λατρεύεται στη μοναρχία29. Ο Άγιος Γρηγόριος ο Ναζιανζηνός εξηγεί: «Μοναρχία δε, ούχ ην εν περιγράφει πρόσωπον, άλλ' ην φύσεως ομοτιμία συνίστησι και γνώμης σύμπνοια και ταυτότης κινήσεως και προς το εν των εξ αυτού σύνευσις (όπερ αμήχανον επί της γεννητής φύσεως), ώστε καν αριθμώ διαφέρη, τη γε ουσία μη τέμνεσθαι»30. Ο Άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός συνθέτει. Τα προσωπικά ιδιώματα «ου σημαίνει ουσίας διαφοράν, ουδέ αξίωμα, αλλά τρόπον υπάρξεως»31. Τα προσωπικά ιδιώματα δε φανερώνουν καμμιά διαφορά ουσίας ή αξιώματος, καμμιά ανισότητα των προσώπων, αλλά προσδιορίζουν τον προσωπικό και αμεταβίβαστο χαρακτήρα καθενός.
Ο Άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός επιμένει στον αποφατικό χαρακτήρα των ονομασιών, αγέννητος, γεννητός, εκπορυετός. Ένα φως κατεβαίνει από ψηλά και φωτίζει το πρόσωπο του ανθρώπου, την πατρότητα του και την υιότητά του, άλλα χωρίς κανένα ενδεχόμενο εφαρμογής αυτών των ανθρώπινων εννοιών στο Θεό. Ο Θεός εξηγεί τον άνθρωπο, άλλα ό ίδιος μένει καλυμμένος και μυστηριώδης. Ο Θεός είναι η μόνη κατ' εξοχήν προσωπική ύπαρξη. Πατήρ, «εξ οδ πασά πάτρια εν ουρανοίς και επί γης ονομάζεται» (Έφεσ. 3,15), σημαίνει ότι στον ανθρώπινο χώρο δεν υπάρχουν παρά μόνο οι αντανακλάσεις και οι εικόνες Του. «Επί της θεότητος μόνης ο Πατήρ κυρίως εστί Πατήρ και ώσπερ ουκ αν είη ποτέ ο Πατήρ Υιός, ούτως ουκ αν ποτέ γένοιτο ο Υιός Πατήρ. Και ώσπερ ου παύσεταί ποτέ ο Πατήρ μόνος ων Πατήρ, ούτως ου παύσεται ποτέ ο Υιός μόνος ων Υιός. Και επί τούτων έστηκε το Πατήρ αεί Πατήρ και το Υιός αεί Υιός» λέει ο Άγιος Αθανάσιος32. Το συναιώνιο της γεννήσεως του Λόγου και το αχώριστο Του από τον Πατέρα προσδιορίζονται με την έκφραση «Όλος εστίν όλου Ευκών και απαύγασμα»32 του Πατρός, «σφραγίς της ουσίας Του». Οι οροί αυτοί σημαίνουν πώς ο «Υιός έχει εν εαυτώ όλον τον Πατέρα». Πώς; «Το υπέρ ταύτα νέφει κρύπτεται, την σήν διαφεύγον αμβλυωπίαν», συμπεραίνει ο Άγιος Γρηγόριος ο Ναζιανζηνός33.
20.   «Περί της ενσάρκου επιφανείας του Θεού Λόγου» 10, ΡΟ 26,1000.
20α. «Έκθεσις Πίστεως», ΡΟ 25, 220.
21.   Επιστολαί II, 143, ΡΟ 78, 589 Α.
22.   «Εις Ματθαίον» 28, 19, ΡΟ 129, 764.
23.   ΡL II, 180, 1080.
24.   «Προς Αυτόλυκον» Β', 15, ΒΕΠ 5, 32.
25.   «Περί του μη είναι τρεις Θεούς», ΡΟ 45, 125 Β€
26.   Ομιλία 24, «Κατά Σαβελλιανών» 4, ΡΟ 31, 609.
27.   «Εξήγησις εις το κατά Λουκάν» Χ, 22, ΡΟ 72, 672, 673.
28.  «Ώσπερ ουν περί εαυτού λέγων, Απ' εμαυτόν ου λαλώ, τούτο φησιν, ότι ουδέν εκτός των του Πατρός, ουδέν ίδιον τι παρ' εκείνον και αλλότριον, ούτω και επί του Πνεύματος. Το δε, εκ του εμού, εξ ων εγώ οίδα, εκ της εμής γνώσεως. Μία γαρ εμού και του Πνεύματος γνώσις . . . Επειδή γαρ μείζονα έμελλον ποιείν σημεία παραγινομένου του Πνεύματος, δια  τούτο πάλιν την ισοτιμίαν εισάγων, φησίν, Εκείνος εμέ δοξάσει», ΡΟ 59, 423.
29.   «Κατά Σαβελλιανών» ομιλία 24, ΡΟ 31.
30.   Λόγος 29,2, ΡΟ 36, 76 Α.
31.   ΡΟ 94, 816-817.
32.  «Προς Σεραπίωνα», ΡΟ 26, 569 ΑΒ.
33.   Λόγος 29,8, ΡΟ 36, 84.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου