Τετάρτη 12 Δεκεμβρίου 2018

Η ΚΟΣΜΙΚΗ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ ΚΑΙ Ο ΘΑΝΑΤΟΣ


 Ασεβής υποβιβασμός τού ανθρώπου
  Προτού προχωρήσωμεν δια να μελετήσωμεν το μυστήριον τού θανάτου με οδηγόν την θείαν Αποκάλυψιν, την Αποστολικήν Παράδοσιν και την Πατερικήν σοφίαν της Εκκλησίας μας, πρέπει να ίδωμεν πως αντιμετωπίζουν το πρόβλημα τούτο άλλες θρησκείες και η εγκόσμιος φιλοσοφία. Διότι δια τον θάνατον ωμίλησαν όλοι οι φιλόσοφοι. Μερικοί επεχείρησαν να τον αγνοήσουν, αλλά δεν το επέτυχαν. Άλλωστε είναι αδύνατον να φιλοσοφήση κανείς, όταν παραβλέπη το γεγονός τού θανάτου και δεν εμβαθύνη εις αυτό. Δεν πρόκειται να εισέλθωμε εις τις λεπτομέρειες της διδασκαλίας των άλλων θρησκειών περί θανάτου, ούτε εις τον σκοτεινόν λαβύρινθον της ανθρωπίνης φιλοσοφίας. Θα ρίψωμεν μόνον σύντομον βλέμμα, ώστε να ίδωμεν την σύγχυσιν, τις φαντασιώσεις και γελοιότητες, εις τις οποίες κατέληξε το ανθρώπινον λογικόν, κάθε φοράν, που εδοκίμασε να ερμηνεύση τον θάνατον και να μελετήση την πέραν τού τάφου ζωήν με τις ιδικές του μόνον δυνάμεις. Έτσι θα εκτιμηθή και εις το πρόβλημα τούτο η αλήθεια, η σαφήνεια και το μεγαλείον τού λόγου της θείας Αποκαλύψεως.
Είναι γνωστόν ότι οι ανατολικές θρησκείες, οι οποίες περιφρονούν την παρούσαν ζωήν, περιφρονούν και τον άνθρωπον. Εις τον παρόντα κόσμον δεν βλέπουν παρά μόνον μίαν απάτην. Διά τούτο οι θρησκείες αυτές, όπως π. χ. ο Ινδουισμός, ο Βουδισμός κλπ. , κηρύττουν ότι ο θάνατος είναι η απελευθέρωσις από την εξορίαν και η λύτρωσις από την πτώσιν εις την μισητήν περιοχήν της πλάνης και τού ποικίλου πόνου. Και επειδή ο θάνατος -πάντοτε κατά τις θρησκείες αυτές- καταλύει την εφήμερον αθλιότητα των εγκόσμιων και μας βυθίζει μέσα εις το αιώνιον και αδιαφοροποίητον «πάν», μέσα εις την απέραντον μακαριότητα τού νιρβάνα, δηλαδή τού μηδενός, ο πιστός των θρησκειών αυτών ζη μόνον δια να αποθάνη! Ζητεί με επιμονήν τον θάνατον, διότι πιστεύει ότι η επίγειος ζωή του γίνεται εμπόδιον δια την ευτυχίαν. Διά τούτο οι θρησκείες αυτές καλλιεργούν τον ζωντανόν θάνατον. Λέγουν αφού ο θάνατος μας προσφέρει μίαν τόσον μεγάλην ευεργεσίαν, δεν έχομεν παρά να συντομεύσωμεν την παρούσαν ζωήν με την νέκρωσιν του σώματος και με την νέκρωσιν κάθε είδους ορμής. Έτσι, λέγουν, προγευόμεθα τις ευεργεσίες του θανάτου πριν από τον θάνατον, ο οποίος είναι το κατ' εξοχήν ευφρόσυνον γεγονός.
Παρόμοια στοιχεία περιφρονήσεως του άνθρωπου και της παρούσης ζωής περιέχει και ο Ο ρ φ ι κ ό ς  μ ύ θ ο ς, ο οποίος έφθασεν εις τις ελληνικές χώρες από την Θράκην. [Δεν κατωρθώθη μέχρι τώρα να διαπιστωθώ επακριβώς η καταγωγή τού Ορφισμού. Άλλοι υποστηρίζουν ότι οι ιδέες αυτές εισήχθησαν από την Αίγυπτον. Άλλοι, νεώτεροι, υποστηρίζουν ότι ο Ορφισμός έχει Περσικήν ή Ινδικήν καταγωγήν. Αλλά τα επιχειρήματα όλων δεν είναι πειστικά. Το μόνον βέβαιον είναι, ότι ο Ορφισμός έφθασεν εις τις ελληνικές χώρες από την Θράκην κατά τον 7ον και 6ον αιώνα π. Χ. ως οργιαστική λατρεία τού Διονύσου.]
Ο Ηρόδοτος Ιστορεί ότι μία Θρακική φυλή υπεδέχετο τα νεογέννητα βρέφη με κλαυθμούς και οδυρμούς, ενώ συνώδευε τους νεκρούς εις τον τάφον με κραυγές και αλαλαγμούς χαράς, διότι λυτρώνονται από την παρούσαν ζωήν. Ο διάσημος Έλληνας ιατρός Φιλιστίων αναφέρει ότι μία φυλή, οι Καυσιανοί, «τους μεν γεννωμένους θρηνούσι, τους δε τελευτώντας (αυτούς δε που αποθνήσκουν) μακαρίζουσι».

Ο Ορφικός μύθος διδάσκει ότι η ψυχή με την γέννησιν κατεβαίνει εις τον υλικόν και αμαρτωλόν κόσμον ως ένας θείος ξένος. Εισέρχεται εις το σώμα, το οποίον γίνεται δι' αυτήν το «σήμα», δηλαδή ο τάφος της. Η ψυχή όμως πρέπει να ελευθερωθή από την φυλακήν αυτήν, ώστε να επιστρέψη και πάλιν εις την πνευματικήν της πατρίδα. Δι' αυτό οι Ορφικοί έβαζαν εις τα χέρια των νεκρών μικρές χρυσές πλάκες, εις τις οποίες εχάρασσαν το σύνθημα ή έμβλημα της πίστεώς των: «Αυτάρ έμοι γένος ουράνιον»• δηλαδή, εγώ έρχομαι μεν από την γην, αλλ' η ιδική μου καταγωγή είναι ουράνια. Οι νεκροί θα έδειχναν τις πλάκες αυτές ως ένα είδος. . . διαβατηρίου, μόλις θα έφθαναν εις τις πύλες τού άλλου κόσμου!
Η ψυχή όμως δεν θα μείνει εκεί πολύν χρόνον θα επανέλθη εις την γην και θα μετενσωματωθή. Θα φυλακισθή πάλιν εις σώμα ζώων ή ανθρώπων ή και εις φυτά αλλά και πάλιν θα μετανάστευση εις την αρχικήν της πατρίδα. Η ανακύκλησις αυτή θα συνεχίζεται με διαδοχικές και αλλεπάλληλες «γεννήσεις» και «θανάτους», μέχρις ότου η ψυχή εξαγνισθή. Με ελάχιστες διαφοροποιήσεις της ιδέας αυτής εξήταζαν το θέμα τούτο ο Πυθαγόρας και ο Ηράκλειτος. Δυστυχώς όμως και σήμερον κυκλοφορούν παρόμοιες Ιδέες και μάλιστα μεταξύ των μορφωμένων, που έχουν εμπλακή εις τα δίκτυα της Θεοσοφίας και της σκοτεινής θρησκείας του Τεκτονισμού ή Μασονισμού.

ΟΙ ΚΑΡΠΟΙ ΤΗΣ ΣΤΑΥΡΙΚΗΣ ΘΥΣΙΑΣ PATERIKH UEOLOGIA


Η Ευαγγελική ιστορία αναφέρει το θάνατο του Ιησού Χριστού με λίγες λέξεις. Τα κηρύγματα όμως και οι επιστολές των Αποστόλων εκθέτουν δια περισσοτέρων τους καρπούς του θανάτου του Κυρίου.

Έτσι ο απόστολος Παύλος απαριθμεί τους καρπούς που χάρισε στην ανθρωπότητα η λυτρωτική, σταυρική θυσία του Θεανθρώπου Κυρίου Ιησού.

«Εγεννήθη ημίν σοφία από Θεού. δικαιοσύνη τε και αγιασμός και απολύτρωσις» (Α' Κορ. Α' 30), διακηρύττει ο απόστολος των Εθνών.

«Εγεννήθη ημίν από Θεού σοφία».

Αλήθεια, που βρισκόμασταν οι άνθρωποι προ της ενανθρωπήσεως του Κυρίου; Ήμασταν χωρίς Θεό, χωρίς φως, χωρίς αλήθεια και θεογνωσία. Γι’ αυτό και λατρεύαμε την κτίση παρά τον Κτίσαντα, τα άψυχα είδωλα, τα άφωνα, τα άζωα, τα γελοία και μωρά κατασκευάσματα

των ανθρωπίνων χεριών, τα είδωλα-δαιμόνια, που κατατυραννούσαν τον άνθρωπο. Σκοτάδι και πλάνη και μωρία ήταν και η ζωή και η σοφία των ανθρώπων.

Αλλά ήλθε ο Κύριος και μας κήρυξε την αλήθεια, μας αποκάλυψε το Ευαγγέλιο, μας φανέρωνε το Θεό και Πατέρα Του, μας ανέσυρε από το σκοτάδι στο φως και από και από την πλάνη της θεογνωσίας.

Τώρα πια είμαστε οι άνθρωποι του φωτός και της αλήθειας. Τόσο σοφοί και εμείς διά του Χριστού, ώστε να γινόμεθα, παρά την αναξιότητα μας, μέτοχοι των επουρανίων, τών θείων καί σωτηρίων μυστηρίων Του.

« Εγεννήθη ημίν από Θεού σοφία» και προσθέτει ο Απόστολος για τους καρπούς της θυσίας του Χριστού:

«Εγεννήθη ημίν από Θεού... δικαιοσύνη».

Το σκοτάδι της άγνοιας και της πλάνης και ειδωλολατρικής μανίας είχε οδηγήσει τους
ανθρώπους στην αμαρτία, την ηθική αθλιότητα και κακοδαιμονία.

Άδικοι, αμαρτωλοί, ένοχοι, αηδείς, βδελυκτοί και αχρείοι για τις απαίσιες του αμαρτωλού βίου πράξεις τους γίνονταν οι άνθρωποι. Προκαλούσαν την οργή και την κατάρα του Θεού.

Ποιος μπορούσε να δει πρόσωπο Θεού; Ποιος να ατενίσει το θείο μεγαλείο; Ποιος να υψώσει βλέμμα προς τον κατακάθαρο ουρανό; Αμαρτωλοί, ένοχοι, ανάξιοι, υπόδικοι αιωνίου κολάσεως ήμασταν.

Αλλά να ο Κύριος, ο Εσταυρωμένος Λυτρωτής μας! Μπαίνει ανάμεσα στο Θεό και σε μας και αναλαμβάνει το βάρος των αμαρτιών μας, προσφέρεται εκουσίως σε σφαγή, σταυρώνεται, αποθνήσκει. Με τη σταυρική Του θυσία πληρώνει το χρέος των αμαρτιών μας με το πανάγιο Αίμα Του αποπλύνει τις ψυχές μας, και μας απαλλάσσει από την ενοχή και την κατάρα, μας δικαιώνει. Αίρει την αμαρτία, αίρει και την καταδίκη. Αφού επλήρωσε Εκείνος το χρέος το δικό μας, γίνεται πράγματι «δικαιοσύνη» για μας απέναντι του Θεού. Μας καθιστά δίκαιους και άξιους της χάριτος και της ευδοκίας του Θεού και Πατρός Του.

Ένας τρίτος καρπός της σταυρικής θυσίας του Χριστού είναι ότι:

«Εγεννήθη ημίν από Θεού...αγιασμός».

Η αμαρτία δεν είναι μόνο μία πράξη, που φέρει την ενοχή και επισύρει βαριά τη θεία οργή και καταδίκη. Η αμαρτία είναι και κατάσταση ψυχική άθλια και ελεεινή, είναι αρρώστια ηθική, που κατατυραννεί τον άνθρωπο, είναι πάθος, πάθη φοβερά και ολέθρια και τυραννικά, τα οποία μολύνουν και φθείρουν και εξαχρειώνουν τον άνθρωπο και τον καθιστούν ακάθαρτο και δυσώδη και βδελυρό στα μάτια του αγίου Θεού. Τέτοιοι εμπαθείς, αχρείοι, αποξενωμένοι τελείως της Χάριτος του Θεού ήμασταν οι αμαρτωλοί άνθρωποι.

Αλλά ο Κύριος με το σταυρό, τη θυσία και το θάνατο Του, δεν μας εξιλέωσε μόνο, δεν μας απάλλαξε μόνο από την ενοχή και καταδίκη, αλλά και μας καθάρισε, μας αγίασε, μας έδωσε ηθική χάρη και αξία, γέμισε τις ψυχές μας με την ηθική δόξα, ώστε απαλλαγμένοι από πάθη και κακίες και τις άλλες του κόσμου αθλιότητες, να έχομε αγαθές, υϊκές και τρυφερές σχέσεις με το Θεό και Πατέρα. Αυτός είναι ο αγιασμός που μας έφερε ό Κύριος. Μας το δώρησε με τη σταυρική Του θυσία. Τώρα έχομε τη δυνατότητα της διαρκούς κοινωνίας μαζί Του με την προσέλευση στα μυστήρια και κυρίως με τη Θεία Ευχαριστία, που είναι η συνέχιση της σταυρικής Του θυσίας, μία και μόνη και η αυτή θυσία, που μας εξι­λεώνει και μας καθαρίζει που μας αγιάζει γιατί μας χορηγεί τη δική Του αγιότητα.

Τώρα έχομε τη δυνατότητα της ανακτήσεως της προηγούμενης καταστάσεως από την οποία ξεπέσαμε.

Και συμπληρώνει ο Απόστολος στους καρπούς της θυσίας του Υιού του Θεού:

«Εγεννήθη ημίν από Θεού... απολύτρωσις».

Δηλαδή απελευθέρωση πλήρης και τελεία από την τυραννία των παθών της αμαρτίας. Απελευθέρωση από την οργή του Θεού και την κατάρα. Απολύτρωση από τα φοβερά δεινά της αιωνίου κολάσεως, που έφερε και φέρει πάντοτε η αμαρτία στον άπιστο, αμετανόητο και αμαρτωλό άνθρωπο. Από όλα αυτά μας έλυσε, μας απάλλαξε, μας ελευθέρωσε ο Κύριος πλήρως και τελείως, και από τα παρόντα και από τα μέλλοντα δεινά, με το σταυρό και την Ανάσταση Του και την πανένδοξο στους ουρανούς Ανάληψη Του.

Τώρα δεν έχομε να φοβόμαστε τίποτε, αρκεί να πιστεύομε ολόψυχα σ’ Αυτόν και να μετανοούμε για τις αμαρτίες μας. Τώρα δικαιωμένοι, αγιασμένοι, λυτρωμένοι με τη χάρη του Εσταυρωμένου Σωτήρα μας αναμένομε την πλήρη και τελεία ένωση μας μαζί Του, τη λαμ­πρή αποκατάσταση μας στην ουράνια βασιλεία Του.

Ακόμα μας έδωσε τη δυνατότητα της ανορθώσεως μας έπειτα από κάθε πτώση μας. Δεν μας άφησε καθηλωμένους στην αμαρτία, αλλά μας απολύτρωσε με τη συνεχή πορεία μας στην οδό της μετανοίας.

Με το σταυρικό θάνατο Του ο ενανθρωπήσας Θεός, ο άγιος και δίκαιος Ιησούς, ενέχει δύναμη και ισχυρή αποτελεσματικότητα στο να ελκύει τις ψυχές προς Αυτόν. Ο Εσταυρωμένος είναι μαγνήτης που ελκύει. Το είπε ο ίδιος ο Κύριος: « Εάν υψωθώ εκ της γης πάντας ελκύσω προς εμαυτόν» (Ίω. ΙΒ', 32). Όταν εγώ θα υψωθώ πάνω στο σταυρό και αποθάνω για τις αμαρτίες των ανθρώπων, τότε όλοι οι καλοπροαίρετοι άνθρωποι θα με αναγνωρίσουν Θεό τους και θα έλθουν πλησίον Μου.

Γι’ αυτό και από την αρχή και μέχρι σήμερα ο σταυρός για τους απολυμένους είναι μωρία, για τους σωζόμενους όμως είναι σοφία και δύναμη.

Ναι. Ο σταυρός του Χριστού, ως άλλος αειφεγγής ήλιος θα λάμπει πάντα και θα ακτινοβολεί. Για όσους πιστεύουν στο Χριστό και βαδίζουν το δρόμο της σωτηρίας θα είναι δύναμη Θεού ακαταγώνιστη, η οποία θα τους σώζει. Νεκρώνεται και αφανίζεται με τη δύναμη του Εσταυρωμένου η δύναμη της αμαρτίας, ο παλαιός, ο αμαρτωλός εαυτός μας, που μας εξωθεί προς το κακό και την αμαρτία.

Γι’ αυτό και αγκαλιάζει το σταυρό του Χριστού ο απελπισμένος ναυαγός της ζωής και σώζεται. Προσέρχεται στο θρόνο της χάριτος συντετριμμένος ο αμαρτωλός και συγχωρείται. Λουσμένος στα δάκρυα του στρέφει το βλέμμα του προς Αυτόν ο αδικημένος, ο συκοφαντημένος, ο άρρωστος, ο εκπατρισμένος, ο βαθιά θλιμμένος, ο εγκαταλελειμμένος, και βλέπει και ακούει τον Ιησού από το σταυρό να του λέει: «Μη φοβού, μόνο πίστευε» και θα σωθείς. Αντί των εφήμερων και παροδικών πόνων που δοκιμάζεις, σου επιφυλάσσω δόξα και χαρά ανεκλάλητη.

Η Εκκλησία μας σ’ ένα θαυμάσιο σταυρώσιμο ύμνο συμπεριλαμβάνει όλο το μεγαλείο που περικλείει η δύναμη του σταυρού:



«Σταυρέ του Χριστού,

χριστιανών η ελπίς,

πεπλανημένων οδηγέ,

χειμαζόμενων λιμην,

εν πολέμοις νίκος,

οικουμένης ασφάλεια,

νοσούντων ιατρέ,

νεκρών η ανάστασις,

ελέησον ημάς».

Αμήν.

ΤΟ ΜΥΣΤΗΡΙΟΝ ΤΟΥ ΘΑΝΑΤΟΥ ΝΙΚΟΛΑΟΥ Π. ΒΑΣΙΛΕΙΑΔΗ Ο ΑΠΡΟΣΩΠΟΛΗΠΤΟΣ ΕΚΒΙΑΣΤΗΣ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΙΝΟΥ ΓΕΝΟΥΣ




   Πρόβλημα συγκλονιστικόν

      Δύο είναι τα βαθύτερα, συγκλονιστικώτερα και περισσότερον μυστηριώδη γεγονότα τού ανθρωπίνου βίου, η γέννησις και ο θάνατος. Εν τούτοις ο θάνατος μας δημιουργεί δυνατώτερον συγκλονισμόν και βαθύτερα προβλήματα. Διότι τον συναντώμεν εις κάθε βήμα της ζωής μας. Είναι παρών τόσον, όσον παρούσα είναι και η ζωή! Είναι η σκιά καθενός γήινου όντος, το αναγκαίον και αναπόφευκτον τέλος του. Εφ' όσον εγεννήθημεν, δεν είναι δυνατόν παρά να αποθάνωμεν.
Εν τούτοις ο θάνατος απασχολεί μόνον τον άνθρωπον. Το ζώον περνά τις ημέρες του χωρίς καν να υποψιάζεται τον θάνατον του. Δι' αυτό δεν ασχολείται με τίποτε άλλο παρά με την ανάγκην της στιγμής. Ούτε διερωτάται διατί υπάρχει ο κόσμος, ούτε απορεί διατί ο κόσμος υπάρχει όπως υπάρχει ή τι γίνεται με τα δημιουργήματα, που εξαφανίζονται από την ζωήν. Με τον άνθρωπον όμως τα πράγματα είναι διαφορετικά. Αυτός, χάρις εις το λογικόν, με το οποίον τον επροίκισεν ο Θεός, είναι ο μόνος που έχει ζωηράν συνείδησιν τού φαινομένου της φθοράς του. Ο μόνος που γνωρίζει τον θάνατον του. Ο Πασκάλ παρομοιάζει τον άνθρωπον με καλάμι εύθραυστον , αλλά σκεπτόμενον, και συμπληρώνει: «Όταν όμως το σύμπαν θα έσπαζε τον άνθρωπον, ο άνθρωπος θα ήταν περισσότερον ευγενής από το σύμπαν, που τον θανατώνει, διότι γνωρίζει ότι αποθνήσκει (. . . ). Το σύμπαν δεν γνωρίζει τίποτε δι' αυτό». Ώστε ο άνθρωπος είναι το μόνον δημιούργημα επάνω εις την γην, το οποίον έχει την δυνατότητα να γνωρίζη και την ικανότητα να φιλοσοφή γύρω από το φαινόμενον τούτο της ζωής. Διά τον άνθρωπον ο θάνατος γίνεται το πλέον ατομικόν και το κατ' εξοχήν προσωπικόν και υπαρξιακόν γεγονός. Καθώς μάλιστα διαισθάνεται ότι αργά ή γρήγορα θα συναντηθή με τον θάνατον, το γεγονός τούτο καταντά το βαρύτερον και οδυνηρότερον φαινόμενον της ζωής του.


Αλλά το δράμα και η οδύνη μας απέναντι τού θανάτου αυξάνουν ακόμη περισσότερον, εάν λάβωμεν υπ' όψιν ότι το γεγονός αυτό δεν θέλομεν να το παραδεχθώμεν! Δεν θέλομεν να συμβιβασθώμεν με τον θάνατον! Δι' αυτό κάμνομεν το παν να τον απομακρύνωμεν όσον το δυνατόν περισσότερον, ενώ άλλοι προσπαθούν να. . . μη τον σκέπτωνται! Εν τούτοις κατανοούμεν ότι, όσα και αν επιτύχωμεν, δεν ημπορούμεν να αναβάλλωμεν επ' άπειρον το εξιτήριόν μας από το κρατητήριον της επιγείου ζωής μας. Όταν ο σουρρεαλιστής Ισπανός ζωγράφος Πάμπλο Πικάσσο, επάτησε την τελευταίαν δεκαετίαν τού αιώνος της ζωής του, τα έβαλε με την επιστήμην, επειδή αυτή δεν κατώρθωσε να παρατείνη τον βίον τού ανθρώπου. . . μέχρι τα 150 έτη! Αλλά και αν η επιστήμη το είχε κατορθώσει, πάλιν ο παράξενος Ισπανός θα παρεπονείτο, διότι δεν παρετείνετο η ζωή μέχρι τα 200! Αλλά και αν ακόμη επιτύχωμεν δια της επιστήμης να «παρατείνουμε την ζωή μας δύο ή τρεις αιώνες, ο θάνατος δεν θα νικηθή, γιατί η διάρθρωση τού σώματος τον κάνει αναγκαίο»2.
Επομένως κανείς δεν ημπορεί να αντιστρέψη την πορείαν της ζωής μας προς τον τάφον, παρ' όλες τις φιλότιμες προσπάθειες της Γεροντολογίας, τού νέου αυτού κλάδου της Ιατρικής, ο οποίος αναπτύσσεται τα τελευταία χρόνια. Και αρχίζουν οι γεροντολόγοι ιατροί να συνιστούν ορμόνες και βιταμίνες, να καθορίζουν δίαιταν κ. τ. ο. Και ο πολιτισμός μας, ένας πολιτισμός «που αρνιέται τον θάνατον» κάμνει πλέον σκοπόν τα σύγχρονα αυτά ελιξίρια. Ο Δάντης εις την «Θείαν Κωμωδίαν» του, εις την αρχήν τού τμήματος της καθόδου εις τον Άδην με οδηγόν τον Βιργίλιον, θεωρούσε τα τριάντα πέντε χρόνια ως τον μισόν δρόμον της ζωής. Οι σύγχρονοι μας προσβλέπουν από τα τριανταπέντε ή τα σαράντα χρόνια της ηλικίας των εις την φιλοσοφικήν λίθον της. . . Γεροντολογίας, δια να γίνουν αιωνόβιοι!

Αλλά που και πώς να φύγη ή να κρυφθή κανείς από τον θάνατον, τον «έσχατον εχθρόν» (Α' Κορ. ιε' 26), ο οποίος μας απειλεί με ποικίλες μορφές, μας καταδιώκει με τον φυσικόν μαρασμόν και έχει την ικανότητα να αναπηδά απρόσκλητος ενώπιον μας, να κόπτη το νήμα της ζωής μας με το φοβερόν του δρεπάνι, να κατεβάζη την αυλαίαν της ζωής μας και να μας οδηγή μακρυά από το θέατρον της γης; Δι' όλους αυτούς τους λόγους, χωρίς να παύσωμεν να ασχολούμεθα με την καταπολέμησιν της φθοράς, είναι φρονιμώτερον να προσπαθήσωμεν να μελετήσωμεν, να ερμηνεύσωμεν και να κατανοήσωμεν τον θάνατον. Άλλωστε τι ωφελεί να τον περιμένωμεν με αγωνίαν και τρόμον; Όταν έρχεται αιφνίδιος, ή ύστερα από επανειλημμένες προειδοποιήσεις, διατί να τον αντικρύζωμεν με απελπισίαν και φόβον; Εφ' όσον αδυνατούμεν να ανακαλύψωμεν το αλεξιθάνατον φάρμακον, δεν είναι φρονιμώτερον και χρησιμώτερον να συμφιλιωθώμεν με τον θάνατον;

Ασφαλώς! Τοσούτω μάλλον, καθ' όσον το μέγα τούτο γεγονός θέτει ενώπιον μας τα πλέον σοβαρά προβλήματα. Όταν εξετάσωμεν την ζωήν μας κάτω από το πρίσμα του θανάτου, διαπιστώνομεν ότι η αποστολή μας αποκτά τεράστιες διαστάσεις, διαστάσεις, οι οποίες εγγίζουν την αιωνιότητα. Κάτω από το πρίσμα τού θανάτου πολλά και βασανιστικά προβλήματα της ζωής αποκτούν ίδιαίτερον βάθος. Ο θάνατος μας φέρνει π. χ. αντιμέτωπους προς την τραγικότητα και την διάρκειαν των ετών της ζωής μας. Μας υποχρεώνει, είτε το θέλομεν είτε όχι, να συναισθανθώμεν την μηδαμινότητα της παρούσης ζωής. Να συνειδητοποιήσωμεν ότι είμεθα μικρή και ασήμαντη διάρκεια μέσα εις τον απέραντον ωκεανόν της αιωνιότητος.
Ο θάνατος, «ο ακολάκευτος αυτός δήμιος», όπως τον ονομάζει ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος, μας προκαλεί συνεχώς να ενθυμούμεθα ότι η παρούσα ζωή, όσον μακρά και αν είναι, είναι εφήμερος, προσωρινή, παροδική, φευγαλέα. Και παρά τις αντιδράσεις μας απέναντί του μας καλεί να συζητήσωμεν μαζί του! Ή να διαλεχθώμεν με τον εαυτόν μας και να τον ερωτήσωμεν: Διατί ο άνθρωπος «ως θύελλα επαίρεται, και ως κόνις εδαφίζεται; ως φλόξ αναρριπίζεται, και ως καπνός διαλύεται; ως άνθος ωραΐζεται, και ως χόρτος ξηραίνεται;» Δηλαδή• διατί ο άνθρωπος αλαζονεύεται ως θύελλα και κατόπιν πίπτει κατά γης ως σκόνη; διατί άναφλογίζεται, ζωηρεύει και ανερεθίζεται και υστέρα διαλύεται ως καπνός; διατί στολίζεται, καλλωπίζεται και καμαρώνει ως άνθος και εις το τέλος ξηραίνεται όπως το χορτάρι;
      Ακόμη ο θάνατος, ο «απροσωπόληπτος αυτός εκβιαστής τού γένους» μας, όπως τον ονομάζει ο θειος Χρυσόστομος, θέτει επί τάπητος, και μάλιστα με απαιτήσεις άμεσου απαντήσεως, το πρόβλημα της υπάρξεως τού Θεού και τού προορισμού μας. Ζητεί να λύσωμεν τα αινίγματα: Πού πηγαίνομεν μετά θάνατον; Ποιος κόσμος ή ποίου είδους ζωή μας περιμένει, μόλις μας καλύψη η πλάκα τού τάφου; Με μίαν φράσιν: Ο θάνατος θέτει ενώπιον μας προβλήματα υψίστης και ζωτικωτάτης σημασίας. Μάς προβληματίζει ασυγκρίτως περισσότερον από την ζωήν. Διότι την ζωήν δυνάμεθα, περίπου, να την ερευνήσωμεν, ενώ ο θάνατος καλύπτεται από το αδιαπέραστον σκοτάδι τού μυστηρίου. Θα ημπορούσε να λεχθή ότι «υπάρχει μία παράξενη συνωμοσία σιωπής γύρω από το βίαιο γεγονός του θανάτου. Το λείψανο το «φτιασιδώνουνε για να σκεπάσουν τη νέκρα του» [ΑLΕΧ. Z0ΗΜΕΜΑΝΝ, Για να ζήση ο κόσμος, μτφρ. Ζ. Λορεντζάτου, έκδ. «Αθηνά», Αθήνα 1970, σελ. 153] Από της επόψεως αυτής η ζωή χωρίς τον θάνατον είναι πτωχή, πτωχότατη. Χωρίς τον προβληματισμόν του θανάτου η ζωή μας καταντά όπως η ζωή των ζώων ή των φυτών, τα οποία αγνοούν ότι θα αποθάνουν.
 Ενώ ο θάνατος, ο αχώριστος συνοδοιπόρος μας, εμ-πλουτίζει την ζωήν του λογικού ανθρώπου με την προσδοκίαν της αιωνιότητος και με το αίσθημα του χρέους και της ευθύνης. Διότι χωρίς την αίσθησιν της αιωνιότητος δεν θα εγεννάτο εις τα βάθη της ψυχής μας το αίσθημα του χρέους απέναντι του Θεού και το αίσθημα της ευθύνης απέναντι τού συνανθρώπου μας.  Δι' όλους αυτούς τους λόγους ο άνθρωπος κάθε εποχής και κάθε φυλής απησχολήθη εντόνως με τον θάνατον και ανεζήτησε με αγωνίαν το νόημα του, δια να ειρήνευση την ταραγμένην ζωήν του. Είναι δε τόση η σπουδαιότης του προβλήματος τού θανάτου δια τον άνθρωπον, ώστε δεν υπάρχει θρησκεία, από την πλέον πρωτόγονον μέχρι τον Χριστιανισμόν, ο οποίος είναι η τελειότατη των θρησκειών, η οποία να μη απέδωσε σπουδαιότητα και σημασίαν εις τον θάνατον. Θα ημπορούσε μάλιστα κανείς να κάμη ένα κατάλογον των θρησκειών της ανθρωπότητος και να καθορίζη την θέσιν κάθε μιας αναλόγως της σπουδαιότητος, την οποίαν αυτή αποδίδει εις το πρόβλημα του θανάτου.

Μόνο εμείς και κανένας άλλος



Καθώς ό άνθρωπος άντικρύζει τό φαινόμενο τοΰ θανάτου στόν κόσμο- καθώς βλέπει τόν θάνατο νά άρπάζει τούς προσφιλείς του σέ ώριμη ή άωρη ήλικία, ρωτά: Γ ι α τ ί ό Θεός έπέτρεψε τόν θάνατο; Ώς παντογνώστης πού είναι, δέν έγνώριζε ότι ό άνθρωπος θά άμαρτήσει καί άρα θά έφαρμοσθεϊ ή άπειλή πού είπε στούς πρωτοπλάστους, «θανάτω άποθανεϊσθε»', (Γεν. β' 17). Μήπως μέ τό νά επιτρέψει τόν θάνατο καθίσταται υπαίτιος τού θανάτου, έστω καί έμμέσως, ό ϊδιος ό Θεός;
Όχι, άδελφέ μου μακριά άπό τέτοια βλασφημία! Ό Θεός έπλασε τόν άνθρωπο γιά νά έχει «πάσαν τιμήν» καί νά μή υστερεί καθόλου «τής τών άγγέλων διαγωγής». Ό φιλάνθρωπος Θεός δημιούργησε τό λογικό πλάσμα του γιά νά ζήσει μέσα στό φώς, στή χαρά καί τήν καθαρότητα τής δικής Του παρουσίας. Τόν δρόμο πρός τό φυσικό τέλος στό όποιο θά κατέληγε ό άνθρωπος μέ τή χάρη τού Θεού, δηλαδή τή θέωση, τόν άνακόψαμε έμεΐς οι ίδιοι  . Ή Εΰα φαντάσθηκε ότι θά γίνει ϊση μέ τόν Θεόν, όπερηφανεόθηκε μέ τήν ελπίδα τής ίσοθεΐας, διότι δέχθηκε τή συμβουλή τού διαβόλου. Γι’ αύτό έσπευσε νά φάγει άπό τόν άπαγορευμένο καρπό πρός τά έκεί κατηύθυνε καί τό λογικό καί τήν διάνοιά της, καί δέν άπησχολεΐτο μέ τίποτε άλλο παρά πώς νά άδειάσει μέχρι τέλους τό ποτήρι τοΰ δηλητηρίου, τό όποιο τής προσέφερε τή φοβερή εκείνη ώρα ό πονηρός. Ή πτώση όφείλετο, όπως τό άναπτύξαμε, άποκλειστικά στό ότι έκάμαμε κακή χρήση τής έλευθερίας μας άρχιεργάτης τής άμαρτίας, ό άνθρωπόλεθρος δράκων έπλάνησε τόν πρωτόπλαστο, δέν έξεβίασε όμως τήν έλευθερία καί τό αύτεξούσιό του

Επομένως ό φιλάνθρωπος Θεός είναι τελείως άναίτιος τού θανάτου. Ό αιώνιος καί άΐδιος Θεός «θάνατον ούκ έποίησεν», οΰτε τόν εύχαριστεί ούτε τόν τέρπει ή άπώλεια τών ζώντων. Αύτός έπλασε τόν άνθρωπο κινούμενος άπό άκρα άγαθότητα, γιά νά παραμένει άφθαρτος καί άθάνατος, καί τόν δημιούργησε εικόνα τής αίωνιότητός του (βλ. Σ. Σολ. α 13 β' 23). Ό Θεόφιλος, έπίσκοπος Άντιοχείας, μάς διδάσκει δτι, έπειδή ό Άδάμ παρήκουσε τόν Θεόν, έγινε αύτός ό ίδιος αίτιος στόν έαοτό του τού θανάτου3. Ό μέγας φωστήρ της Εκκλησίας τής Αλεξάνδρειάς σημειώνει ορθότατα ότι οί άνθρωποι, άφού άπέστρεψαν τό πρόσωπο άπό τά αιώνια καί μέ τήν ύπουλη συμβουλή τού διαβόλου έπέστρεψαν στήν κατάσταση τής φυσικής φθοράς, έγιναν οί ίδιοι στούς έαυτούς τους αίτιοι τής φθοράς πού τούς συμβαίνει μέ τόν θάνατο. Έάν οί προπάτορές μας δέν άμάρταναν, δέν θά έδέχοντο ώς επιτίμιο τής άμαρτίας τόν θάνατο5. Ό άγιος Γρηγόριος Νύσσης τονίζει δτι ό άνθρωπος, έπειδή δέχθηκε έλεύθερα τήν προσφορά τού διαβόλου, έθεσε τόν εαυτό του έκτός τού Θεοΰ, ό όποιος είναι ή πηγή τής ζωής. Γι’ αύτό ό άνθρωπος βρήκε έθελοντικά κατά τοΰ εαυτού του πρωτότυπο εύρημα τό «παρά φύσιν», δημιουργώντας μέσα στήν προαίρεσή του τήν αίσθηση τοΰ κακού μέ τήν άποστροφή του πρός τήν άρετήβ. Αλλού διδάσκει ότι ό Άδάμ διάλεξε τόν εύκολο δρόμο προτίμησε νά ζήσει μακριά άπό τόν Θεόν, πού είναι ή «αύτοζωή», γι’ αύτό καί έπεσε στίς άγκάλες τού θανάτου. Καί γιά νά μή μάς μείνει καμμία άμφιβολία, γράφει: «Ό Θεός δέν έκαμε τόν θάνατο, άλλά πατέρας τοΰ θανάτου έγινε ό βασιλιάς τής κακίας (ό διάβολος), πού στέρησε τόν εαυτό του άπό τή ζωή. Διότι ό θάνατος εϊσήλθε στή ζωή άπό τόν φθόνο τοΰ διαβόλου .Ό Θεός έγνώριζε άσφαλώς τί έμελλε νά συμβεί μέ τό λογικό πλάσμα του.

Γιατί μπροστά στό παντέφορο βλέμμα του όλα είναι φανερά, γυμνά καί ξεσκεπασμένα (βλ. Έβρ. δ' 13). Έγνώριζε επομένως καί τή μέλλουσα πτώση τοΰ άνθρώπου, για’ αύτό καί τήν προεϊπε. Άλλά τό δτι τήν προεγνώριζε καί τήν προανήγγειλε ή δτι τήν έπέτρεψε δέν σημαίνει δτι καί τήν ένήργησε ό ’Ίδιος. Ό άγιος Γρηγόριος ό Παλαμάς έφιστά τήν προσοχή τού άνθρώπου, ό όποιος διατυπώνει τίς άνωτέρω άπορίες, στούς θεόπνευστους λόγους τής Γενέσεως καί συμβουλεύει: Είναι δυνατόν σέ κείνους οί όποιοι άκούουν γνωστικά καί μέ προσοχή, νά διαπιστώσουν καί άπό τούς λύγους τούτους ότι ό Θεός δέν έδημιούργησε ούτε τόν ψυχικό οΰτε τόν σωματικό θάνατο. Διότι δέν έδωκε έκ προτέρου τήν προσταγή «θάνετε» (νά άποθάνετε) τήν ήμέρα πού θά φάγετε άπό τόν άπαγορευμένο καρπό- άλλ’ είπε «άποθανεισθε» (Γεν. β' 17), δηλαδή θά άποθάνετε. Οΰτε ειπε, τώρα άμέσως άπόθανε καί έπίστρεψε στή γή, άπό τήν όποία πλάσθηκες άλλ’ είπε «επιστρέφεις» (Γεν. γ' 19), δηλαδή θ ά έπιστρέψεις στή γή. Μέ τούς λόγους αύτούς ό Θεός προανήγγελλε καί έπέτρεπε καί δέν εμπόδιζε τίς δίκαιες συνέπειες τής παρακοής

Η πρώτη ανταρσία πάνω στη γή




Η έντολή τοΰ Θεοΰ πρός τούς πρωτοπλάστους, ή όποία έλεγε- άπό τό δένδρο «τού γινώσκειν καλόν καί πονηρόν, ού φάγεσθε απ' αυτού» (Γεν. β' 17), ήταν ένα άθλημα καί γύμνασμα άρετής. Μιά δοκιμασία τής έλεύθερης θελήσεώς τους. Έάν οί πρωτόπλαστοι τηρούσαν τήν έντολή, θά προχωρούσαν έλεύθερα πρός τήν ήθική τους τελειοποίηση καί θά έπετύγ-χαναν τό «καθ' όμοίωσιν». Δηλαδή νά γίνουν όμοιοι μέ τόν Θεόν κατά τήν άρετή. τήν όσιότητα καί άγιότητα, όσο είναι δυνατόν στό κτίσμα νά μοιάσει στόν Κτίστη του. Είναι προφανές ότι ό φιλάνθρωπος Θεός ήθελε έξ άρχής νά μάς δώσει τήν άθανασία. Ό Άδάμ δέν δημιουργήθηκε γιά νά πεθάνει, άλλά γιά νά καταστεί άθάνατος, «όδεύων πρός τήν άθανασίαν»2 μέ τή θέλησή του. Έπί πλέον ή έντολή πού τού δόθηκε ήταν εύκολη. Τοΰ ζητούσε νά μή φάγει άπό τούς καρπούς ενός μόνο δένδρου- όλα τά άλλα ήσαν στή διάθεσή του. Οί συνθήκες πάλι πού έπικρατοΰσαν στόν Παράδεισο δέν ήσαν άπλώς κατάλληλες- ήσαν οί πλέον άριστες, ώστε νά μπορέσει νά έπιτύχει τόν σκοπό τής κατά Θεόν τελειοποιήσεώς του.

Δυστυχώς όμως ό άνθρωπος έκαμε κακή χρήση τής έλευθερίας του. Έπεχείρησε νά ξεπεράσει τά όρια πού τοΰ έθεσε ό Θεός άπό άγάπη. Παρά τά άνασταλτικά μέτρα πού έλαβε ό Πλάστης γιά νά προφυλάξει τό πλάσμα του άπό τήν πτώση, ό Άδάμ «έφαντάσθη ίσοθεΐαν» χωρίς τόν Θεόν. Έπεχείρησε νά γίνει «ώς θεός» μέ τήν ύπόδειξη τοΰ πλάνου, τοΰ άπατεώνα καί άντιθέου διαβόλου. Καί έτσι ό Άδάμ πάνω στήν άφροσύνη του άρπαξε άμέσως τό δόλωμα πού τοΰ έρριξε μέ καταπληκτική τέχνη καί άφάνταστη ύπουλότητα ό άνθρωποκτόνος, ό όποιος παρουσιάσθηκε μπροστά του μέ τή μορφή φιδιού.

Ό διάβολος, ό όποιος άπεστάτησε πρώτος «τής όντως ζωής», δηλαδή άπό τόν Θεόν, έφθόνησε τόν Άδάμ, όταν τόν ειδε νά ζεϊ στόν Παράδεισο, «τό χωρίον τής άκηράτου (άμόλυντης, καθαρής) τρυφής», καί νά περιλάμπεται μέ θεοειδή δόξα καί νά «άνάγεται έκ γής πρός ούρανόν», άπό τόν όποιο ό ϊδιος είχε άπορριφθεΐ άπό τον δίκαιον Θεόν. Ό μισόκαλος διάβολος έφθόνησε γιά όλα αύτά τόν άνθρωπο καί «έμάνη» έναντίον του «μανίαν έσχάτην», ώστε νά τόν σπρώξει σέ άνταρσία καί νά τόν κάμει δούλο τού θανάτου καί τού 'Άδη. Γράφει ό θεοφόρος Μάξιμος: Ό διάβολος, φθονώντας εμάς καί τόν Θεόν καί παραπλανώντας τόν άνθρωπο ότι ό Θεός τόν φθονεί, τόν έκανε νά παραβεί την έντολή. Τόν Θεόν τόν έφθόνησε,γιά νά μήν έκδηλωθεΐ ή πανύμνητη δύναμή του νά θεώνει τόν άνθρωπο. Τόν άνθρωπο τόν έφθόνησε, γιά νά μή γίνει μέ τήν άρετή μέτοχος τής δόξας τού Θεού

 Όχι μόνο τό μίσος λοιπόν, άλλά καί ό φθόνος ήσαν έκείνα πού παρεκίνησαν τόν «μισάνθρωπον όφιν» νά άπατήσει τό λογικό πλάσμα τού Θεού. Καί έπειδή δέν είχε τό θάρρος νά προσβάλει κατά πρόσωπο τόν πρωτόπλαστο, χρησιμοποίησε τόν δόλο καί τήν πανουργία- παρουσιάσθηκε μέ τή μορφή «τού αισθητού όφεως» «ώς φίλος καί χρηστός σύμβουλος,ό δεινός καί όντως έχθρός καί έπίβουλος». Ό φθονερός διάβολος πλησίασε τήν Εΰα καί τής άπηύθυνε τόν γλυκύ, άλλά ψευδή καί ολέθριο λόγο: Τήν ημέρα πού θά φάγετε άπό τόν άπαγορευμένο καρπό, θά άνοιχθούν τά μάτια σας καί θά γίνετε «ώς θεοί». Θά μοιάσετε τοΰ Θεοΰ. Θά καταστείτε αύτόνομοι καί παντογνώστες. Θά γνωρίζετε τό καλό καί τό κακό, χωρίς νά έχετε τήν άνάγκη τοΰ Θεοΰ! (Γεν. γ' 5).
Ή Εΰα έγνώριζε ποιές συνέπειες θά είχε ή παράβαση τής έντολής τοΰ Θεοΰ, ό όποιος είχε προειδοποιήσει: Τήν ήμέρα πού θά φάγετε καρπό άπό τό δένδρο «τού γινώσκειν καλόν καί πονηρόν (...) θανάτω άποθανεϊσθε»  θά γίνετε θνητοί (Γεν. β' 16-17). Έγνώριζε ή πρώτη μητέρα τού γένους μας τήν άπέραντη αγάπη τοΰ Θεοΰ. Χάρη στά θεία δώρα πού τής χάρισε ό Δημιουργός, ήταν ικανή νά άντιληφθεί ότι ό όφις, δηλαδή ό διάβολος, μέ τά όσα τής έλεγε έψεύδετο άσύστολα. Ή Εΰα μπορούσε νά έννοήσει ότι ό διάβολος συκοφαντούσε καί ΰβριζε τόν Θεόν, μέ τό νά έπιμένει ότι ό Θεός τής άληθείας άπέκρυψε άπό τά πλάσματά του τήν άλήθεια, διότι τάχα τά φθονούσε καί δέν ήθελε νά γίνουν καί αύτά «ώς θεοί»! Καί έπεχείρησε μέν ή Εΰα κατ' άρχάς νά πει στόν άπρόσκλητο συνομιλητή της τό άκριβές περιεχόμενο τών λόγων τοΰ Θεοΰ, άλλά στή δεύτερη καί ούσιαστική έπίθεση τοϋ πονηροϋ (βλ. Γεν. γ' 2-5) δέν άντέδρασε. Άπό τή στιγμή πού ή Εΰα δέχθηκε νά συζητήσει μέ τόν Εωσφόρο, έπαθε βαθύτατη έσωτερική αλλοίωση. Ό πονηρός πέτυχε μέ δολιότητα καί πανουργία νά ύποδαυλίσει στήν ψυχή της τόν έγωιστικό πόθο τής ίσοθεΐας χωρίς τόν Θεόν. Έτσι τό βλέμμα της, τό άπλό καί άκακο, μέ τό όποιο έβλεπε έως τότε τόν πάντοτε ώραϊο καρπό τοΰ δένδρου τής γνώσεως τοϋ καλοΰ καί τοϋ κακοΰ, θόλωσε. Καί ένώ μέχρι τότε τό κάλλος τοΰ καρποΰ δέν τής προξενούσε ιδιαίτερη εντύπωση, τώρα περιεργάζεται τόν καρπό μέ τρόπο «εμπαθή» καί πονηρό, καί άνυπομονεϊ νά τόν γευθεϊ. Μέ τόν νοΰ σκοτισμένο άπό τήν έγωιστική επιθυμία, πιστεύει άπόλυτα σέ όσα τής είπε ό ψεύτης, ό πλάνος καί άπατεώνας. «Καί λαβούσα άπό τού καρπού αύτού έφαγε  καί έδωκε καί τώ άνδρί αυτής μετ' αύτής, και εφαγον» (Γεν. γ' 6).

ΤΟ ΜΥΣΤΗΡΙΟΝ ΤΟΥ ΘΑΝΑΤΟΥ - ΝΙΚΟΛΑΟΥ Π.ΒΑΣΙΛΕΙΑΔΗ Ο ΘΑΝΑΤΟΣ ΕΙΣΟΡΜΑ ΣΤΟΝ ΚΟΣΜΟ



Η μακαρία ζωή των πρωτοπλάστων

Είσερχόμαστε πλέον στό μυστήριο τοΰ θανάτου μέ όδηγό τή θεία Αποκάλυψη καί χειραγωγούς τούς θεοφώτιστους Πατέρες τής Εκκλησίας μας. Γιατί καί στο μέγα τούτο ζήτημα ό Θεύς δέν μάς άφησε σε πλήρη άγνωσία. Μάς άπεκάλυψε καί περί τοΰ ζητήματος αύτοΰ εκείνο άκριβώς πού είναι συμφέρον νά γνωρίζουμε. καί αύτύ πού δέν μπορούσαμε νά τα βαστάσουμε λογω τής άνθρώπινης άδυναμίας μας, μάς τύ άπέκρυψε καί τό άπεσιώπησε. Σ’ αύτά θά άρκεσθοΰμε καί μεϊς καί σ’ αύτά θά μείνουμε, χωρίς νά μετακινούμε «όρια αιώνια» οΰτε νά προχωρούμε πέρα άπύ «τήν θείαν παράδοσιν».

Οταν ό ίερεύς προπέμπει τον νεκρύ στύν τάφο έκ μέρους τής στρατευόμενης Εκκλησίας, ρίχνει λίγο χώμα έπάνω στή σορό καί λέγει : «γή ει και είς γην άπελεύση» χώμα είσαι, άπό χώμα έχει πλασθεί τό σώμα σου, καί στό χώμα πρέπει νά έπιστρέψει πάλι- τό σώμα σου θά διαλυθεί στήν ύλη έκείνη, άπό τήν όποία έχεις πλασθεϊ. Έάν ό κεκοιμημένος είναι μοναχός, ψάλλεται ό ύμνος: Γή, πού χάσκεις μέ τόν άνοικτό τάφο, δέξαι αύτον ό όποιος έχει πλασθεϊ άπό τό χέρι τοΰ Θεοΰ, καί ό όποιος πάλι έπιστρέφει σέ σένα πού τύν γέννησες. Σύ (ή γη) δέξου τό σώμα ώς κάτι πού σοΰ άνήκει, διύτι τήν ψυχή του τήν παρέλαβε ό Δημιουργός. Οί λόγοι αύτοί, οί οποιοι είναι επανάληψη τών λόγων τοΰ Θεού πρύς τον Άδάμ (βλ. Γεν. γ' 19), μάς ύπενθυμίζουν δτι είμαστε «διφυείς», άπό σώμα καί ψυχή. Κατά δέ τήν ώρα τοΰ θανάτου ή ενότητά μας αύτή διαλύεται στά στοιχεία άπό τά όποια «συνετέθη» μέ τρόπο άνερμήνευτο καί μυστηριώδη.

«Και επλασεν ό Θεός τόν άνθρωπον, χούν άπό τής γης» (Γεν. β' 7), λέγει ό θεόπνευστος συγγραφεύς τής Π. Διαθήκης. Ή ύλική μας φύση,τό σώμα, πλάσθηκε άπό τό χώμα τής γής (βλ. Ίώβ λδ' [34] 15) κατόπιν ειδικής έπεμβάσεως τοΰ Τριαδικού Θεού (βλ. Γεν. α 27). Ή πράξη εκείνη τής θείας Αγάπης, ή όποία είναι άκατάληπτη στήν άνθρώπινη διάνοια, βεβαιώνεται έπανειλημμένα άπό τήν 'Αγία Γραφή. «Κύριος εκτισεν έκ γής άνθρωπον» (Σ. Σειρ. ιζ' [17] 1), οχι μόνο τόν πρωτόπλαστο, άλλά καί κάθε άπόγονό του διά μέσου τών αιώνων. Κάθε άπόγονος τού Αδάμ «διαρρυθμίζεται»(Β' Μακ. ζ' 22), δηλ. τακτοποιείται καί διασκευάζεται κατά τρόπο άνεξερεύνητο, σέ οργανισμό σύνθετο, ή τελειότητα τοΰ όποιου πιστοποιεί δτι είναι θείο τεχνούργημα. Καί τό σώμα είναι μέν ύλικό καί χοϊκό, άλλά ή άξία του είναι μέγιστη, σύμφωνα πρός τή βαρυσήμαντη διακήρυξη τοΰ Θεού: Όποιος χύνει αίμα άνθρώπου, θά τιμωρηθεί μέ τό χύσιμο τοϋ δικού του αίματος άπό άλλον άνθρωπο («ό φονιάς θά πάει σκοτωτός»). Διότι δημιούργησα τόν άνθρωπο «κατ' εικόνα Θεού» καί έπομένως κανείς δέν μπορεί καί κανείς δέν έχει τό δικαίωμα νά καταστρέψει τήν εικόνα αύτή (Γεν. θ' 6). Ώστε έκείνος πού φονεύει άνθρωπο, ιδιοποιείται δικαίωμα τό όποιο έχει μόνον ή θεία Μεγαλειότης.

Ασφαλώς τό άνθρώπινο σώμα δέν είναι μόνο άνυπολόγιστης αξίας ούτε μόνο τό τελειότερο ύλικό δημιούργημα ώς σύνθεση, άρμονία, κάλλος καί στάση. Είναι καί τό πλέον κατάλληλο κατοικητήριο τής ψυχής. Ή Άγία Γραφή τό ονομάζει «οικίαν», «σκηνήν» καί «ίμάτιον» τής ψυχής. Διότι στό ύλικό σώμα ό Θεός «ένεφύσησε πνοήν ζωής, κα εγένετο ό άνθρωπος είς ψυχήν ζώσαν» (Γεν. β' 7) φύσηξε στό πρόσωπο τού Άδάμ ζωτική ένέργεια, ζωοποιό δύναμη, καί έγινε ό άνθρωπος άπό νεκρό πλάσμα ύπαρξη ζωντανή μέ ψυχή λογική, ελεύθερη, άσώματη καί άθάνατη, ή όποία δίνει ζωή, κίνηση καί ένέργεια στό σώμα καί τά μέλη του.
Γράφει ό άγιος Γρηγόριος Νύσσης: Διπλή είναι ή φύση μας. Τό ένα μέρος της, ή ψυχή, είναι λεπτή καί νοερά καί άνάλαφρη καί εύκίνητη  τό άλλο, τό σώμα, είναι παχό, ύλικό καί βαρύ

Αλλά δέν πρόκειται νά έξερευνήσουμε τό άνεξερεύνητο μυστήριο μπμ περιβάλλει τήν ένότητα τού διφυούς άνθρώπου, γιατί αύτό δέν αποτελεί θέμα τού βιβλίου αύτού
Τούτο μόνο σημειώνουμε έδώ: απο τότε ό άνθρωπος, χάρη στό ύλικό σώμα καίτή ζώσα, λογική καί  αθάνατη ψυχή, μετέχει όχι μόνο τού ύλικοΰ άλλά καί τού πνευματικου κόσμου. Ό άνθρωπος, ένα άπό τά μεγάλα καί άνεξιχνίαστα θαύματα τού δημιουργού Θεού, άναστρέφεται στή γή ώς ενιαίο καί απηρτισμένο σύνολο. Καί ένώ ή ψυχή είναι δεμένη μέ τό σώμα καί δημιουργεί διά τού σώματος, δέν είναι σωματική

Νά χαίρωμεν όταν διαλύεται τό σώμα



Έρωτοϋν πολλοί: Πώς εϊναι δυνατόν νά άναστηθή τό σώμα, άφοϋ έχει διαλυθή;
Προτού άπαντήσωμεν είς τό έρώτημά των, πρέπει νά είπωμεν ότι οί άγιοι Πατέρες θεωρούν τήν διάλυσιν τού σώματος ώς μεγάλην εύεργεσίαν τού Θεού καί έπομένως ώς αιτίαν χαράς.
Ό άγιος Γρηγόριος Νύσσης χαρακτηρίζει τήν διάλυσιν τού σώματος ώς «υπερβολήν τής θείας ευεργεσίας». Τονίζει δέ οτι ή διάλυσις αύτή δέν βλάπτει καθόλου τήν «θείαν εικόνα» τού άνθρώπου, διότι μέ τόν θάνατον «λύεται (μέν) τό αισθητόν» (=τό σώμα), άλλά δέν «άφανίζεται»λ. Όταν ό γεωργός, λέγει ό θείος Χρυσόστομος, Ιδη τόν σπόρον νά διαλύεται είς τήν γήν, όπου τόν έσπειρε, χαίρει  ένώ φοβείται καί τρέμει, όταν τόν βλέπη νά μένη άδιάλυτος, διότι γνωρίζει οτι ή διάλυσις είναι άρχή τής μελλούσης καρποφορίας. Κατά παρόμοιον τρόπον χαίρομεν καί έμεϊς, «όταν σπαρή (=ταφή) ό άνθρωπος». Όρθώς ώνόμασεν ό θείος 'Απόστολος τήν ταφήν σποράν (πρβλ. Α' Κορινθ. ιε' 42-44), διότι ή σπορά τού σώματος είναι άνώτερη άπό άλλην σποράν. Επειδή τήν σποράν τού σπόρου διαδέχεται «φθορά καί θάνατος», ένώ τήν ταφήν τού σώματος, έάν ζώμεν κατά Θεόν, διαδέχονται «Αφθαρσία καί Αθανασία καί τά μύρια αγαθά.
’Αλλού ό θείος Χρυσόστομος βλέπει τήν διάλυσιν τού σώματος
ώς έργον τής άγαθής καί πανσόφου Προνοίας τοϋ Θεοϋ καί διά τούτο πρέπει νά χαίρωμεν περισσότερον, όταν αύτός, πού άπέθανε «σήπεται» καί γίνεται σκόνη. Καί συνεχίζει· όταν κανείς πρόκειται νά κτίση σπίτι, που έχει γίνει έτοιμόρροπον, πρώτον βγάζει έξω τούς ένοικους, κατόπιν κατεδαφίζει τό σπίτι καί τό άνοικοδομεϊ λαμπρότε- ρον. Ή έξωσις δεν λυπεί τούς ένοικους, διότι δέν σταματούν είς τήν κατεδάφισιν τού παλαιού σπιτιού, άλλά περιμένουν τήν άνοικοδόμησιν τού νέου, τό όποιον δέν βλέπουν μέν άκόμη, τό φαντάζονται όμως. Κατά παρόμοιον τρόπον ένεργεΤ καί ό πάνσοφος Θεός. Προκειμένου νά καταλύση τήν φθαρτήν οικίαν τοϋ σώματος καί νά τήν άνοικοδομήση λαμπροτέραν, πρώτον μέν βγάζει άπό αύτό τήν ψυχήν τήν διαχωρίζει μέ τον σωματικόν θάνατον. Όταν δέ άναστήση τό σώμα, θά τήν είσαγάγη καί πάλιν είς αύτό μέ περισσοτέραν δόξαν Μή προσέχωμεν λοιπόν είς τήν διάλυσιν τού σώματος, άλλ' άς ένδιαφερώμεθα διά τήν μέλλουσαν λαμπρότητα καί δόξαν .
"Αλλωστε, όπως παρατηρεί ό Ιερός Χρυσόστομος (καί έδώ συμφωνεί μέ τον άγιον Γρηγόριον Νύσσης), μέ τόν θάνατον δέν χάνεται «ή ουσία τοϋ σώματος». Λέγει:
Όπως άκριβώς όταν ίδωμεν άνδριάνχα νά διαλύεται μέσα είς τό χωνευτή ριον, δέν θεωροϋμεν ότι χάνεται τό μέταλλον, άλλ’ ότι τούτο γίνεται διά νά έπιτύχωμεν καλυτέραν κατασκευήν νέου άνδριάντος, έτσι πρέπει νά σκεπτώμεθα προκειμένου καί περί τού διαλυομένου σώματος. Όπως ή διάλυσις είς τό καμίνι δέν είναι έξαφά- νισις, άλλ’ άνακαίνισις τού άνδριάντος, έτσι καί ό θάνατος των σωμάτων μας· δέν είναι «απώλεια», δηλαδή έκμηδένισις, άλλ’ «άνανέωσις», δηλαδή άνακαίνισις, ξεκαινοόργωμα. Όταν λοιπόν βλέπης τήν σήψιν καί διάλυσιν τού σώματος, περίμενε τήν «άναχώνευσιν», τήν άνακατασκευήν. Προχώρησε όμως καί πέραν τού παραδείγματος αύτοΰ· διότι ό άγαλματοποιός, όταν ρίψη είς τό καμίνι χάλκινον άνδριάντα, θά σοΰ κατασκευάση καί πάλιν χάλκινον. Ό Θεός όμως διαλύει είς τήν γην τό πήλινον καί θνητόν σώμα, διά νά σοΰ κατασκευάση ανδριάντα χρυσόν καί άθάνατον. Διότι ή γη, άφοΰ έδέχθη τό φθαρτόν καί θνητόν σώμα, θά σοΰ άποδώση σώμα «άφθαρτον καί άκηρατον» · αφθαρτον, καθαρόν, άσπιλον, αιώνιον.
Ό θειος Χρυσόστομος άπαντά καί είς τήν άπορίαν έκείνων, οι όποιοι λέγουν: Διατί πρέπει νά σαπίση καί νά διαλυθή τό σώμα, διά νά γίνη ή άνανέωσίς του; "Επρεπε νά γίνεται τούτο χωρίς νά φθείρωνται τά σώματα νά μένουν άκέραια καί νά μετασκευάζωνται. Άπαντά λοιπόν:
α) Έάν έγίνετο αύτό, είς τίποτε δέν θά ώφελοΰσε· μάλλον θά έβλαπτε. Διότι έάν δέν έφθείροντο τά σώματα, θά έμενε τό μεγαλύτερον όλων των κακών, ό έγωϊσμός. Έάν σήμερον, πού τά σώματα άποσυντίθενται καί γίνονται τροφή τών σκωλήκων, τόσοι άνθρωποι άνακηρύσσονται ένεκα τοΰ έγωϊσμοΰ των θεοί, τί θά έγίνετο, άν δέν συνέβαινε τούτο; β)Έάν δέν διελύοντο τά σώματα, δέν θά έπίστευαν οί άνθρωποι ότι είναι γήινοι καί χωματένιοι. ’Αφού καί τώρα πολλοί άμφισβητοΰν τούτο, τί θά έλεγαν, έάν δέν έβλεπαν τήν πραγματικότητα αύτήν; γ) Έάν τά σώματα δέν διελύοντο, θά έγίνοντο πολύ άγαπητά καί πολλοί θά έγίνοντο σαρκικώτεροι καί ύλιστικώτεροι. δ) Οί άνθρωποι δέν θά έπεθύμουν μέ πόθον πολύν τήν μέλλουσαν ζωήν, ε) Όσοι ύποστηρίζουν  οτι ό κόσμος είναι άθάνατος, θά είχαν ισχυρότερα έπιχειρήματα καί δέν θά παρεδέχοντο οτι ό Θεός είναι δημιουργός του. στ) Δέν θά έγνώριζαν τήν άξίαν της ψυχής καί δέν θά έξετίμων τήν θέσιν καί τήν προσφοράν της είς τό σώμα, ζ) Πολλοί, άπό έκείνους πού θά έχαναν τούς συγγενείς των, θά έπήγαιναν νά κατοικήσουν είς τά μνήματα καί θά έγίνοντο ώς παράφρονες, άφού θά συνωμιλοΰσαν συνεχώς μέ τούς νεκρούς προσφιλείς των. Έάν τώρα πολλοί ζωγραφίζουν τούς οικείους των καί μένουν έκεΐ νά κυττάζουν τό σανίδι, οπου είναι ή ζωγραφιά, πόσα άτοπα θά έπινοούσαν, έάν είχαν έμπρός των τά άδιάλυτα σώματα; Δέν άποκλείεται νά έκτιζαν διά τά σώματα αύτά καί ναούς, νά έγίνοντο καί είδωλολάτραι καί νά τούς έξεμεταλλεύοντο οί δαίμονες, οπως κάμνουν σήμερα μέ τις νεκρομαντείες. Διά νά άφανίση λοιπόν ό Θεός ολα τά παραπάνω άτοπα, άφανίζει τά σώματα άπό τά μάτια μας. Έάν αύτά δέν έσήποντο, θά έπήρχετο μεγάλη σύγχυσις είς τήν ζωήν μας· κανείς δέν θά έφρόντιζε διά τήν ψυχήν του καί δέν θά έσκέπτετο τήν άθανασίαν καί τήν πέραν τοΰ τάφου ζωήν .
Πώς θά άναστηθή λοιπόν τό σώμα, άφού έχει διαλυθή;

Ή άνάστασις τών νεκρών σωμάτων

Βεβαίως σήμερον οί άπιστοι δέν δέχονται τήν άνάστασιν τών νεκρών. Τό ίδιον συνέβαινε καί κατά τούς πρώτους αίώνας τοΰ Χριστιανισμού μέ τούς έθνικούς φιλοσόφους, όπως άνεφέραμεν. Κατά τόν διωγμόν έπΐ Μάρκου Αύρηλίου οί είδωλολάτραι έκαιαν τά σώματα τών Χριστιανών Μαρτύρων, πού ησαν πεταμένα είς τούς δρόμους, έσκόρπιζαν τήν στάχτην των είς τό ρεύμα τοΰ Ροδανού ποταμού καί έλεγαν χλευαστικώς: Τώρα θά ίδωμεν, έάν θά άναστηθούν καί έάν δύναται δ Θεός νά τούς βοηθήση Οι Χριστιανοί ομως είχαν σταθερόν πίστιν εις την άνάστασιν τών νεκρών, όσον καί άν αυτή φαίνεται άκατανόητος εις τό άνθρώττινον λογικόν. Διότι τόσον ό Κύριος, όσον καί oi άγιοι 'Απόστολοι έδίδαξαν τήν άλήθειαν αύτήν. "Αλλωστε «όλος ό Χριστιανός καί τα μυστήρια τοΰ Χριστιανού πίστις έστί». Πίστις δέ άληθής είναι «ή Απερΐεργος συγκατάθεσις» είς όσα μάς άπεκάλυψεν ό Θεός διά τών θεοπνεύστων Γραφών. Έάν θέλωμεν νά περιεργαζώμεθα τούς λόγους καί τις έντολές τών θείων Γραφών, «άπολλύμεθα καί είς βυθόν Απιστίας ποντιζόμεθα». Έάν δέ έπιτρέψω μεν είς τόν Σατανάν νά σπείρη είς τις ψυχές μας «λογισμούς Απιστίας», δέν θά διστάση νά σπείρη παρομοίους λογισμούς καί περί αύτοϋ τούτου τού Θεού. Διά τούτο «καί τόν περί Αναστάσεως τών σωμάτων λόγον» άς τόν δεχθώμεν μέ πίστιν   .
Θά άναστηθοϋν λοιπόν οι νεκροί. Τούτο διδασκόμεθα άπό τά άκόλουθα:
α) Τήν άνάστασίν των έγγυάται ή τριήμερος έκ νεκρών Άνάστασις τοΰ Κυρίου μας, ό όποίος είναι καί ή «Απαρχή τών κεκοιμημένων» (Α' Κορ. ιε' 20). Ή λαμπροφόρος Άνάστασίς του είναι ό άρραβών τής άναστάσεως καί τών ίδικών μας σωμάτων. Τούτο προετύπωσεν ήδη είς τήν Π. Διαθήκην μέ τό παράδειγμα τοΰ προφήτου Ιωνά, τόν όποιον κατέπιε τό κήτος καί τόν έξήμεσε πάλιν ζωντανόν καί άκέραιον μετά τρεις ήμέρες. Επίσης ό Κύριος είχε βεβαιώσει τούς ’Ιουδαίους διά τήν Άνάστασίν του. Τούς είπε: «Λύσατε τόν ναόν τούτον, καί έν τρισίν ήμέραις έγερώ αυτόν»· ναόν δέ έλεγεν όχι τόν ναόν τοΰ Σολομώντος, άλλά τόν πανάγιον ναόν τοΰ πανακηράτου σώματός του. Περί τούτου έπείσθησαν πλήρως οί Μαθηταί, όταν πλέον άνεστήθη έκ νεκρών (Ίωάν. β' 19-22).
Ή άλήθεια αύτή άπετέλει τήν κεντρικήν διδασκαλίαν τοΰ άποστολικοϋ κηρύγματος. Είναι δέ καί ή πηγή τής άνεκφράστου χαράς, τήν όποίαν δοκιμάζει ή χριστιανική ψυχή, όταν ένθυμήται τό μέγα θαΰμα τής τριημέρου Άναστάσεως τοΰ Σωτήρος. Δι αύτό καί ψάλλει: «Σώτερ μου», «Αναστάς έκ τοΰ τάφου(.„) συνανέστησας παγγενή τόν Άδάμ» . Καρπός τής ζωηφόρου Άναστάσεώς σου. Κύριέ μου, είναι ή καθολική άνάστασις τοϋ γένους των άνθρώπων. Αυτή μας άνοιξε τις πύλες τοϋ Παραδείσου, πού έκλείσθησαν μέ τήν παράβασιν τών πρωτοπλάστων.