Ασεβής υποβιβασμός τού ανθρώπου
Προτού προχωρήσωμεν δια να μελετήσωμεν το μυστήριον τού θανάτου με οδηγόν την θείαν Αποκάλυψιν, την Αποστολικήν Παράδοσιν και την Πατερικήν σοφίαν της Εκκλησίας μας, πρέπει να ίδωμεν πως αντιμετωπίζουν το πρόβλημα τούτο άλλες θρησκείες και η εγκόσμιος φιλοσοφία. Διότι δια τον θάνατον ωμίλησαν όλοι οι φιλόσοφοι. Μερικοί επεχείρησαν να τον αγνοήσουν, αλλά δεν το επέτυχαν. Άλλωστε είναι αδύνατον να φιλοσοφήση κανείς, όταν παραβλέπη το γεγονός τού θανάτου και δεν εμβαθύνη εις αυτό. Δεν πρόκειται να εισέλθωμε εις τις λεπτομέρειες της διδασκαλίας των άλλων θρησκειών περί θανάτου, ούτε εις τον σκοτεινόν λαβύρινθον της ανθρωπίνης φιλοσοφίας. Θα ρίψωμεν μόνον σύντομον βλέμμα, ώστε να ίδωμεν την σύγχυσιν, τις φαντασιώσεις και γελοιότητες, εις τις οποίες κατέληξε το ανθρώπινον λογικόν, κάθε φοράν, που εδοκίμασε να ερμηνεύση τον θάνατον και να μελετήση την πέραν τού τάφου ζωήν με τις ιδικές του μόνον δυνάμεις. Έτσι θα εκτιμηθή και εις το πρόβλημα τούτο η αλήθεια, η σαφήνεια και το μεγαλείον τού λόγου της θείας Αποκαλύψεως.
Είναι γνωστόν ότι οι ανατολικές θρησκείες, οι οποίες περιφρονούν την παρούσαν ζωήν, περιφρονούν και τον άνθρωπον. Εις τον παρόντα κόσμον δεν βλέπουν παρά μόνον μίαν απάτην. Διά τούτο οι θρησκείες αυτές, όπως π. χ. ο Ινδουισμός, ο Βουδισμός κλπ. , κηρύττουν ότι ο θάνατος είναι η απελευθέρωσις από την εξορίαν και η λύτρωσις από την πτώσιν εις την μισητήν περιοχήν της πλάνης και τού ποικίλου πόνου. Και επειδή ο θάνατος -πάντοτε κατά τις θρησκείες αυτές- καταλύει την εφήμερον αθλιότητα των εγκόσμιων και μας βυθίζει μέσα εις το αιώνιον και αδιαφοροποίητον «πάν», μέσα εις την απέραντον μακαριότητα τού νιρβάνα, δηλαδή τού μηδενός, ο πιστός των θρησκειών αυτών ζη μόνον δια να αποθάνη! Ζητεί με επιμονήν τον θάνατον, διότι πιστεύει ότι η επίγειος ζωή του γίνεται εμπόδιον δια την ευτυχίαν. Διά τούτο οι θρησκείες αυτές καλλιεργούν τον ζωντανόν θάνατον. Λέγουν αφού ο θάνατος μας προσφέρει μίαν τόσον μεγάλην ευεργεσίαν, δεν έχομεν παρά να συντομεύσωμεν την παρούσαν ζωήν με την νέκρωσιν του σώματος και με την νέκρωσιν κάθε είδους ορμής. Έτσι, λέγουν, προγευόμεθα τις ευεργεσίες του θανάτου πριν από τον θάνατον, ο οποίος είναι το κατ' εξοχήν ευφρόσυνον γεγονός.
Παρόμοια στοιχεία περιφρονήσεως του άνθρωπου και της παρούσης ζωής περιέχει και ο Ο ρ φ ι κ ό ς μ ύ θ ο ς, ο οποίος έφθασεν εις τις ελληνικές χώρες από την Θράκην. [Δεν κατωρθώθη μέχρι τώρα να διαπιστωθώ επακριβώς η καταγωγή τού Ορφισμού. Άλλοι υποστηρίζουν ότι οι ιδέες αυτές εισήχθησαν από την Αίγυπτον. Άλλοι, νεώτεροι, υποστηρίζουν ότι ο Ορφισμός έχει Περσικήν ή Ινδικήν καταγωγήν. Αλλά τα επιχειρήματα όλων δεν είναι πειστικά. Το μόνον βέβαιον είναι, ότι ο Ορφισμός έφθασεν εις τις ελληνικές χώρες από την Θράκην κατά τον 7ον και 6ον αιώνα π. Χ. ως οργιαστική λατρεία τού Διονύσου.]
Ο Ηρόδοτος Ιστορεί ότι μία Θρακική φυλή υπεδέχετο τα νεογέννητα βρέφη με κλαυθμούς και οδυρμούς, ενώ συνώδευε τους νεκρούς εις τον τάφον με κραυγές και αλαλαγμούς χαράς, διότι λυτρώνονται από την παρούσαν ζωήν. Ο διάσημος Έλληνας ιατρός Φιλιστίων αναφέρει ότι μία φυλή, οι Καυσιανοί, «τους μεν γεννωμένους θρηνούσι, τους δε τελευτώντας (αυτούς δε που αποθνήσκουν) μακαρίζουσι».
Ο Ορφικός μύθος διδάσκει ότι η ψυχή με την γέννησιν κατεβαίνει εις τον υλικόν και αμαρτωλόν κόσμον ως ένας θείος ξένος. Εισέρχεται εις το σώμα, το οποίον γίνεται δι' αυτήν το «σήμα», δηλαδή ο τάφος της. Η ψυχή όμως πρέπει να ελευθερωθή από την φυλακήν αυτήν, ώστε να επιστρέψη και πάλιν εις την πνευματικήν της πατρίδα. Δι' αυτό οι Ορφικοί έβαζαν εις τα χέρια των νεκρών μικρές χρυσές πλάκες, εις τις οποίες εχάρασσαν το σύνθημα ή έμβλημα της πίστεώς των: «Αυτάρ έμοι γένος ουράνιον»• δηλαδή, εγώ έρχομαι μεν από την γην, αλλ' η ιδική μου καταγωγή είναι ουράνια. Οι νεκροί θα έδειχναν τις πλάκες αυτές ως ένα είδος. . . διαβατηρίου, μόλις θα έφθαναν εις τις πύλες τού άλλου κόσμου!
Η ψυχή όμως δεν θα μείνει εκεί πολύν χρόνον θα επανέλθη εις την γην και θα μετενσωματωθή. Θα φυλακισθή πάλιν εις σώμα ζώων ή ανθρώπων ή και εις φυτά αλλά και πάλιν θα μετανάστευση εις την αρχικήν της πατρίδα. Η ανακύκλησις αυτή θα συνεχίζεται με διαδοχικές και αλλεπάλληλες «γεννήσεις» και «θανάτους», μέχρις ότου η ψυχή εξαγνισθή. Με ελάχιστες διαφοροποιήσεις της ιδέας αυτής εξήταζαν το θέμα τούτο ο Πυθαγόρας και ο Ηράκλειτος. Δυστυχώς όμως και σήμερον κυκλοφορούν παρόμοιες Ιδέες και μάλιστα μεταξύ των μορφωμένων, που έχουν εμπλακή εις τα δίκτυα της Θεοσοφίας και της σκοτεινής θρησκείας του Τεκτονισμού ή Μασονισμού.

