Παρασκευή 24 Μαΐου 2019

Η ΣΤΑΥΡΩΣΗ ΤΗΣ ΜΑΝΑΣ (π. Δημητρίου Μπόκου)




Αποτέλεσμα εικόνας για Η ΣΤΑΥΡΩΣΗ ΤΗΣ ΜΑΝΑΣ     π. Δημητρίου Μπόκου
«…θρηνήσατε συν εμοί, τη του Θεού υμών μητρί» ( Εγκώμια Μεγ. Παρασκευής)
Καθώς ο πραίτωρας απάγγειλε την τελική του απόφαση, η οχλοβοή εντάθηκε κατακόρυφα. Υψώθηκε στον αέρα, στριφογύρισε πάνω απ’ το πραιτώριο και σάρωσε τα λιθόστρωτα της πόλης, απλώνοντας τη χλωμάδα του θανάτου παγερή στο πέρασμά της. Ο Υιός του Ανθρώπου παραδόθηκε στη σταύρωση.
Χαμένη στο ανάστατο πλήθος η μάνα, ένοιωσε στο άκουσμα της καταδίκης να λιποθυμάει. Κοφτερό σπαθί τα λόγια του πραίτωρα έσχισαν την καρδιά της. Η γοερή κραυγή απ’ τα σφιγμένα της χείλη σμίχτηκε με τις κραυγές του έξαλλου πλήθους. Τα μάτια της θόλωσαν. Έγειρε να πέσει, μα η Σαλώμη και η Ιωάννα τη συγκράτησαν. Καθώς το αίμα έφευγε απ’ το πρόσωπό της και η πνοή της έσβηνε, οι γυναίκες που την παράστεκαν την κύκλωσαν παρευθύς. Η Μαρία του Κλωπά, η Μαγδαληνή, η σύζυγος του Χουζά, η μητέρα Ιωάννου και Ιακώβου, των υιών Ζεβεδαίου.
Η τραχειά φωνή του κεντυρίωνα σκέπασε προς στιγμήν τα βουητά του συρφετού. Στοιχισμένοι σε αρραγή πυκνή γραμμή οι πραιτωριανοί, όρθωσαν τα αιχμηρά δόρατα συγκρατώντας το πλήθος. Η φάλαγγα άρχισε αργά να προχωρεί. Ο Υιός του Ανθρώπου στράφηκε με κόπο. Κάθιδρο, με ακάνθινο στέμμα το πρόσωπό του, αυλακωμένο από θλίψη και πόνο, ατένισε μολαταύτα ήσυχα τον μαινόμενο όχλο. Το βλέμμα του σταμάτησε πάνω στη συντετριμμένη μητέρα του. Σπρωγμένη από άφατο πόνο εκείνη προσπάθησε να τρέξει κοντά του, μα στάθηκε αδύνατο να σπάσει τον κλοιό. Οι ματιές τους συναντήθηκαν με ανείπωτο σπαραγμό. Τι ειπώθηκε από μάνα και γιο στο φευγαλέο εκείνο άγγιγμα των ψυχών τους;
Ο εκατόνταρχος Λογγίνος περνώντας δίπλα της πρόσεξε την έντασή της.
–  Αχ, κύριέ μου, σε παρακαλώ…! ξέσπασε με πόνο η μάνα, μα ό,τι κι αν ήθελε να πει, πνίγηκε στους σπαραχτικούς της λυγμούς.
Ο κεντυρίωνας κοντοστάθηκε αμήχανος. Καθώς αντιλήφθηκε ποιά ήταν, μια βαθειά συμπόνια χύθηκε στην καρδιά του.
–  Έχεις τον λόγο μου, σεβαστή κυρία! είπε χαμηλόφωνα σκύβοντας προς το μέρος της. Θα κάνω ό,τι καλύτερο μπορώ γι’ αυτόν.
–  Να ’σαι ευλογημένος, κύριέ μου! ψιθύρισε εκείνη και το μητρικό της βλέμμα τον αγκάλιασε με στοργή.
Πιασμένος από δεκάδες χέρια φάνηκε απ’ αντίκρυ ο τεράστιος σταυρός. Ερχόταν από μακριά. Απ’ την πολύ παλιά εποχή, δύο χιλιάδες χρόνια πριν. Όταν τρεις άγγελοι στην πόρτα του Αβραάμ άφησαν τα τρία κατάξερα ραβδιά τους, από κέδρο, πεύκο και κυπαρίσσι, για ευλογία. Τα φύτεψε κάποτε ο Λωτ, τα τρία μαζί, πασχίζοντας να βρει την άφεση για αμαρτήματα βαριά. Και όταν τα πότισε με το νερό του Ιορδάνη, φερμένο με κόπο από μιας μέρας δρόμο μακριά, εκείνα βλάστησαν. Θέριεψαν, έθρεψαν σ’ έναν κορμό, έγιναν δέντρο δυνατό, πελώριο. Το ’κοψαν, όταν χτιζόταν ο περίφημος ναός του Σολομώντα, μα οι τεχνίτες δεν κατάφεραν να ταιριάξουνε το ξύλο του πουθενά. «Καταραμένο ξύλο», είπαν και το πέταξαν στον σκουπιδότοπο. Μα εκείνο δεν ταίριαζε, γιατί προοριζόταν γι’ αλλού, για τον ναό «του σώματος Αυτού». Αυτόν που τώρα με μανία κατεδάφιζαν της ανομίας οι εργάτες, μα και που έμελλε σε τρεις μονάχα μέρες να ξαναχτιστεί.
Ο δεύτερος από τους τρεις αγγέλους, Υιός Ανθρώπου τώρα, αποτράβηξε το βλέμμα του απ’ το βαθύ παρελθόν. Αντικρύζοντας και το δικό του ραβδί ενωμένο αχώριστα, μα και ασύγχυτα, με τα άλλα δύο μες στο σκληρό ξύλο του σταυρού, χαμογέλασε πονεμένα.
–  Έλα λοιπόν, ευλογημένο ξύλο, να τελειώσουμε το έργο που τότε ξεκινήσαμε, ψιθύρισε με ιλαρό πρόσωπο. Αρκεί πια η αναμονή του Αβραάμ. Πλημμύρισε κιόλας αγαλλίαση βλέποντας να φτάνει η μέρα ετούτη.
Το βασανισμένο του σώμα έσκυψε και ο τεράστιος σταυρός ακούμπησε στους ματωμένους ώμους. Η θλιβερή ετερόκλιτη συνοδεία βάδισε ανοδικά, αργά, επώδυνα την οδό του μαρτυρίου. Μα όχι για πολύ. Τα βήματα του μεγάλου κατάδικου κάτω απ’ το βάρος του σταυρού δυσκόλευαν συνεχώς, ώσπου κατέρρευσε. Το λιθόστρωτο κοκκίνισε, καθώς το θεϊκό σώμα καθημαγμένο, με χαίνουσες τις πληγές, σωριάστηκε.
Η ταλαίπωρη μάνα έβγαλε σπαραχτική κραυγή. Ένοιωσε πως έφτασε η τελευταία της στιγμή. Στη φωνή της σήκωσε τα θολά του μάτια, αν και μισολιπόθυμος ο γιος. Μόνος, κατάμονος αυτός, μα έπρεπε να τη βοηθήσει. Ο πόνος της ήταν βαθύς, πάνω απ’ τα μέτρα τα ανθρώπινα. Γιατί και η αγάπη της είχε διαβεί τα όρια του ανθρώπου. Κι όσο η αγάπη πιο απύθμενη, τόσο κι ο πόνος πιο απέραντος. Αγάπη για τον γιο της, μα και για τον λαό που είχε ξεστρατίσει, τον λαό της.
H μάνα λύγιζε και χανόταν, μα η τελευταία της ματιά ήταν καρφωμένη στα σβησμένα μάτια του μοναχογιού της. Μια παράξενη λάμψη απ’ το θολό εκείνο βλέμμα του άστραψε τότε και την αγκάλιασε ολόκληρη. Μια μυστική δύναμη χύθηκε πάραυτα μέσα της και τη στερέωσε.
–  Γιέ μου! Γλυκύτατο τέκνο μου! μουρμούρισε, καθώς τα δάκρυά της κυλούσαν ποτάμι. Σε βλέπω μπρος μου αδύναμο, κατάστικτο απ’ τις πληγές και τους μώλωπες και η ψυχή μου σπαράζει. Μα δεν ξεχνώ πως είσαι παρά ταύτα και πανσθενουργός. Και ως παντοδύναμο Θεό και Κύριό μου σε αναγνωρίζω και σε προσκυνώ.
Ο εκατόνταρχος Λογγίνος έσπευσε με δυο αφοσιωμένους στρατιώτες του δίπλα στον πεσμένο κατάδικο. Παραμέρισαν προσεκτικά τον σταυρό του. Τα στιβαρά χέρια των πραιτωριανών ακούμπησαν σχεδόν ευλαβικά τις ξεσχισμένες σάρκες για να τον ανασηκώσουν.
Μες απ’ το πλήθος όρμησε την ίδια στιγμή ακάθεκτη μια νεαρή. Πριν προλάβει να την εμποδίσει κανένας, ήταν κιόλας γονατισμένη δίπλα του. Με το μαντήλι της η Βερονίκη σκούπιζε απαλά το πρόσωπό του, αγνώριστο απ’ τον ιδρώτα, τη σκόνη και τα αίματα. Τέλειωσε γρήγορα κι επιδέξια τη δουλειά της, αψηφώντας τις ύβρεις που στροβιλίζονταν γύρω της. Μα καθώς έκαμε να σηκωθεί, είδε το λερωμένο μαντήλι που κρατούσε και μαρμάρωσε.
–  Κύριέ μου! ψέλλισε μονάχα εκστατική.
Απ’ το πολυβασανισμένο εκείνο πρόσωπο, όπου δεν είχε απομείνει ίχνος χάρης και ομορφιάς, μια θεϊκά υπέροχη, σαγηνευτική μορφή είχε αχειροποίητα εντυπωθεί στο μαντήλι της Βερονίκης.
Στο μεταξύ ο Λογγίνος δεν άργησε να ξεχωρίσει στο κινούμενο πλήθος ένα στιβαρό παράστημα.
–  Εσύ! φώναξε αμέσως δείχνοντάς τον με το χέρι.
Μ’ ένα του νεύμα οι δυο στρατιώτες τον έφεραν μπροστά. Ο Σίμων, πάροικος απ’ την Κυρήνη, μόλις που επέστρεφε απ’ τον αγρό. Έμπλεξε με το πλήθος, όταν τα δυό του παιδιά, Αλέξανδρος και Ρούφος, γεμάτα περιέργεια για την έκβαση των γεγονότων, τον τράβηξαν προς τα ’κει.
–  Εσύ θα πάρεις τον σταυρό! πρόσταξε ο Λογγίνος.
Ο Σίμων ξαφνιάστηκε. Μα το ύφος του κεντυρίωνα δεν σήκωνε αντίρρηση. Από την άλλη, βλέποντας τον μεγάλο κατάδικο, ένα κύμα ανεξήγητης συμπόνιας τον συνεπήρε. Έσκυψε χωρίς κουβέντα και φορτώθηκε τον σταυρό.
Οι γυναίκες που συνόδευαν τη δύστυχη μάνα χτυπιόντουσαν και θρηνούσαν μαζί της. Ο Υιός του Ανθρώπου στράφηκε προς αυτές.
–  Μην κλαίτε για μένα, θυγατέρες της Ιερουσαλήμ, είπε. Κλάψτε για σας και τα παιδιά σας. Γιατί μεγάλες συμφορές θα βρουν τον τόπο τούτο.
Είχε πάει μεσημέρι, όταν έφτασαν στον τόπο του Κρανίου. Η κουστωδία ανέλαβε το μακάβριο έργο της. Τα καρφιά μπήχτηκαν, ο σταυρός ανυψώθηκε.
Η ταλαίπωρη μάνα ένοιωσε το κάθε καρφί να μπήγεται στην καρδιά της. Ο νους της δεν χώραγε τα όσα συνέβαιναν. Πώς πέθαινε άδικα η πηγή της ζωής; Πώς κρεμόταν στον σταυρό αυτός που κρατούσε στην παλάμη του τα σύμπαντα; Απαρηγόρητη οδυρόταν η άμοιρη.
Ήταν η έκτη ώρα της ημέρας. Η ώρα που στον Παράδεισο ο Πρωτόπλαστος αποτόλμησε την αμαρτία. Την ίδια ώρα τώρα το χειρόγραφο της αμαρτίας εκείνης προσηλώθηκε στον σταυρό.
Θαμμένο στον γυμνό εκείνο λόφο το κρανίο του Πρωτόπλαστου περίμενε χιλιάδες χρόνια τη στιγμή αυτή. Κάνοντας αυλάκι το αίμα απ’ τις πληγές του νέου Αδάμ, πότισε τη γη, χώθηκε βαθιά στα σπλάχνα της, έφτασε ως το κρανίο του Πρωτόπλαστου. Στο ζεστό, ζωοποιό του άγγιγμα σκίρτησε κι αναγάλλιασε ο Αδάμ στ’ ανήλιαγο βασίλειο του θανάτου.
Μπροστά στην απερίγραπτη αλογία των ανθρώπων όμως προς τον Κτίστη, επαναστάτησε τότε η κτίση. Ο ήλιος έκρυψε το φως του και σκότος μέγα σκέπασε την οικουμένη από την έκτη ως την ενάτη ώρα της ημέρας. Σεισμός συντάραξε συθέμελα τη γη. Οι πέτρες σχίστηκαν. Οι τάφοι άνοιξαν. Νεκροί εγέρθηκαν. Το καταπέτασμα του Ναού άνοιξε από άνω έως κάτω.
Πως άντεξε τρεις ώρες σκοτεινές η μάνα μπροστά στον σταυρωμένο γιο της;
–  Χωρίς ωδίνες σε γέννησα, παιδί μου, μα τώρα η ρομφαία που προείπε ο Συμεών, διαπερνάει την καρδιά μου. «Ωραίος κάλλει» ήσουνα, μα τώρα χάθηκε η ομορφιά σου. Το πρόσωπό σου ατιμάστηκε και αφανίστηκε περισσότερο απ’ το πρόσωπο κάθε ανθρώπου. Οδηγήθηκες «ως πρόβατον επί σφαγήν» για άλλων αμαρτίες και «ως αμνός άφωνος» δεν ανοίγεις το στόμα σου.
Μέσα στο ζοφερό άφεγγο σκότος της ενάτης ώρας όμως τα σβησμένα μάτια του γιου της φώτισαν και πάλι την καρδιά της.
–  «Μη εποδύρου μου, μήτερ». Μη θρηνείς για μένα, μητέρα μου, αν και με βλέπεις τώρα στον σταυρό και σε λίγο στον τάφο. Πάσχω, αλλά υπέρ του κόσμου. Γρήγορα θ’ αναστηθώ και θα υψώσω μαζί μου όσους πιστεύουν σε μένα και με αγαπούν. Και τώρα ας είναι για σένα, που ποτέ δεν μ’ εγκατέλειψες από την ώρα που με γέννησες, η τελευταία μου φροντίδα. Στα χέρια του αγαπημένου μαθητή μου σ’ εμπιστεύομαι, στον Ιωάννη. Μητέρα μου, να, αυ­τός θα ’­ναι τώ­ρα ο γιος σου.
Έστρε­ψε το κε­φά­λι του προς τη με­ρια που έ­στε­κε ο Ι­ω­άν­νης.
–  Α­νά­λα­βέ την τώ­ρα συ, Ι­ω­άν­νη. Αυ­τή θα ’­ναι η μη­τέ­ρα σου.
Ό­λα πλέ­ον εί­χαν τε­λει­ώ­σει. Και τό­τε α­πό τα ξέ­πνο­α εκεί­να στή­θη κραυ­γή με­γά­λη τράν­τα­ξε τον φρι­χτό Γολ­γο­θά.
–  «Τε­τέ­λε­σται».
Και κλί­νον­τας την κε­φα­λή πα­ρέ­δω­σε το πνεύ­μα του στα χέ­ρια του Πα­τέ­ρα του. Συγ­κλο­νι­σμέ­νος ο Λογ­γί­νος φώ­να­ξε:
–  Α­λη­θι­νά Υιός Θε­ού ή­ταν ο άν­θρω­πος αυ­τός.
Για τη συν­τε­τριμ­μέ­νη μά­να ό­μως τί­πο­τε δεν εί­χε τε­λει­ώ­σει.
–  Έ­δυ­σες πια, το φως των ὀοφθαλ­μών μου, γιε μου! Και θέ­λη­σες ε­γώ να μεί­νω πί­σω και να ζή­σω. Μέ­νω λοι­πόν και πε­ρι­μέ­νω, ό­πως προ­εί­πες, την Α­νά­στα­ση.
–  Στης τρί­της μέ­ρας την αυ­γή πε­ρί­με­νέ με, θα ’ρ­θω και πρώ­τη θα με δεις ε­σύ, μη­τέ­ρα μου! … μες στην καρ­διά της ά­κου­σε ξα­νά σαν βάλ­σα­μο γλυ­κό τη γνώ­ρι­μη φω­νή η μά­να.
Πάσχα 2012





Διαδίδω την «Α ν τ ι ύ λ η»

Το τελευταίο δείπνο του Ιησού – Ανατομία και σημασία


BM_49
Του Αναπληρωτή Καθηγητή του Τμήματος Θεολογίας ΑΠΘ Χαράλαμπου Γ. Ατματζίδη
Στο πρώτο μέρος του άρθρου μας για το τελευταίο δείπνο του Ιησού εξετάσαμε τη  γιορτή του Εβραϊκού Πάσχα, την τελετουργία του Εβραϊκού πασχαλίου δείπνου (σέντερ) και το τελευταίο δείπνο του Ιησού (Μκ 14,12-26 πρλ.) σε ό,τι αφορά τα ιστορικά ζητήματα και τον αφηγηματικό του χαρακτήρα. Στο δεύτερο μέρος θα συνεχίσουμε με την εξέταση της αφήγησης του τελευταίου δείπνου του Ιησού σε σχέση με τη διακειμενικότητα και με την τελετουργία. Θα κλείσουμε με τη σημασία της αφήγησης του τελευταίου δείπνου του Ιησού.
Πλαστήρα_145
Ι
Η αφήγηση του τελευταίου δείπνου του Ιησού και η διακειμενικότητα
Πρέπει να σημειώσουμε ότι η αφήγηση του τελευταίου δείπνου του Ιησού, ιδιαίτερα όσα αναφέρονται στο Μκ 14,22-24, μας ωθούν να τα συνδυάσουμε με την αφήγηση του Εβραϊκό πασχαλίου δείπνου που περιγράφεται στο Εξ 12,1-13. Η σύνδεση αυτή ίσως θεωρηθεί περιττή.  Όμως, κατά τη γνώμη μας, είναι σχεδόν αδύνατο να αγνοήσουμε το βουητό της αφήγησης του Εβραϊκού πασχαλίου δείπνου (σέντερ). Πιθανολογούμε, λοιπόν, ότι έχουμε εμπρός μας ένα  ακόμη παράδειγμα διακειμενικότητας. Θεωρούμε δηλαδή ότι έχουμε εμπρός μας ένα διακείμενο, που έχει ως θέμα: «δείπνο και σωτηρία». Σε αυτό ενυπάρχουν η αφήγηση του Εβραϊκού πασχαλίου δείπνου και η αφήγηση του τελευταίου δείπνου του Ιησού. Με άλλα λόγια συμβαίνει κάτι ανάλογο με αυτό που συμβαίνει με το χιόνι στον παγετώνα, αυτή τη μεγάλη μάζα πάγου η οποία σχηματίζεται από τη συνεχή ανακρυστάλλωση του χιονιού στις περιοχές όπου οι καιρικές συνθήκες δεν επιτρέπουν την τήξη του κατά τη διάρκεια του καλοκαιριού[1].
Για να διαπιστώσουμε την ύπαρξη του σχετικού διακειμένου χρειάζεται να παραλληλίσουμε τις δύο αφηγήσεις ή αλλιώς κειμενικά στοιχεία, εκείνο του Εβραϊκού πασχαλίου δείπνου και εκείνο του τελευταίου δείπνου του Ιησού. Έχοντας αναφερθεί ήδη στην αφήγηση (κειμενικό στοιχείο) του Εξ 12,1-13, επικεντρώνουμε στην αφήγηση (κειμενικό στοιχείο) του Μκ 14,22-24. Σε αυτό ο Ευαγγελιστής μας αφηγείται: «Καὶ ἐσθιόντων αὐτῶν λαβὼν (ο Ιησούς) ἄρτον εὐλογήσας ἔκλασεν καὶ ἔδωκεν αὐτοῖς καὶ εἶπεν· λάβετε, τοῦτό ἐστιν τὸ σῶμά μου. καὶ λαβὼν ποτήριον εὐχαριστήσας ἔδωκεν αὐτοῖς, καὶ ἔπιον ἐξ αὐτοῦ πάντες. καὶ εἶπεν αὐτοῖς· τοῦτό ἐστιν τὸ αἷμά μου τῆς διαθήκης τὸ ἐκχυννόμενον ὑπὲρ πολλῶν»[2] .
Από την ανάγνωση των δύο αφηγήσεων, του Εβραϊκού πασχαλίου δείπνου (Εξ 12,1-13) και του τελευταίου δείπνου του Ιησού (Μκ 14,22-24), διαπιστώνουμε πρώτ’ απ’ όλα ότι και τα δύο έχουν ως θέμα: «το δείπνο και η σωτηρία». Ταυτόχρονα, όμως, παρατηρούμε ότι οι δύο αφηγήσεις (κειμενικά στοιχεία) έχουν διαφορετική στόχο. Στην αφήγηση του Εβραϊκού πασχαλίου δείπνου στόχος είναι η θύμηση της σωτηρίας από τον Θεό. Στην αφήγηση του τελευταίου δείπνου του Ιησού στόχος είναι η θύμηση της σωτηρίας από τον Θεό μέσω του Ιησού. Ακόμη, παρατηρούμε ότι και οι δύο αφηγήσεις (κειμενικά στοιχεία) έχουν τους ίδιους κώδικες, διαφοροποιημένους όμως ως προς το περίβλημα. Αυτοί είναι:
Πρώτον,  ο κώδικας «άρτος».
Αυτός είναι στην αφήγηση του Εβραϊκού πασχαλίου δείπνου ο άζυμος άρτος που σπάζεται, ευλογείται και διαμοιράζεται από τον αρχηγό της οικογένειας. Ο κώδικας «άρτος» στην αφήγηση του τελευταίου δείπνου του Ιησού είναι ο άρτος που ευλογείται, σπάζεται και διαμοιράζεται από τον Ιησού, είναι το σώμα του Ιησού («τοῦτό ἐστιν τὸ σῶμά μου»).
Δεύτερον, ο κώδικας «ποτήρι με τον οίνο της σωτηρίας».
Αυτός  είναι στην αφήγηση του Εβραϊκού πασχαλίου δείπνου το ποτήρι με τον οίνο με το οποίο οι συμμετέχοντες στο γιορτινό τραπέζι θυμούνται τη σωτηρία τους από τον Θεό. Στην αφήγηση του τελευταίου δείπνου του Ιησού ο κώδικας «ποτήρι με τον οίνο της σωτηρίας» είναι το ποτήρι που υψώνει ο Ιησούς και δίνει να πιουν από αυτό οι μαθητές, ώστε να θυμούνται τη σωτηρία που προσφέρεται από τον Θεό μέσω του Ιησού προς  όλους.
Τέλος τρίτον, ο κώδικας «αίμα σωτηρίας».
Αυτός είναι στην αφήγηση του Εβραϊκού πασχαλίου δείπνου το αίμα του αρνιού, με το οποίο οι Ισραηλίτες άλειψαν τους παραστάτες και το ανώφλι της πόρτας των σπιτιών τους, πριν την έξοδο τους από την Αίγυπτο και έτσι απέφυγαν την τιμωρία του Θεού (Εξ 12,1-3). Στην αφήγηση του τελευταίου δείπνου του Ιησού ο κώδικας «αίμα σωτηρίας» είναι ο ίδιος ο Ιησούς, ακριβέστερα  «τὸ αἷμά μου (του Ιησού) …τὸ ἐκχυννόμενον ὑπὲρ πολλῶν» (Μκ 14,23-24· πρβλ. Α΄ Κορ 11,23-26).
Σχηματικά το εν λόγω διακείμενο έχει ως εξής:
Διακείμενο (Εξ 12,1-13/Μκ 14,22-24) 
I. ΚΟΙΝΟ ΘΕΜΑ ΤΩΝ ΑΦΗΓΗΣΕΩΝ (ΚΕΙΜΕΝΙΚΩΝ ΣΤΟΙΧΕΙΩΝ)
«Το δείπνο και η σωτηρία»
II. ΣΤΟΧΟΙ ΤΩΝ ΑΦΗΓΗΣΕΩΝ (ΚΕΙΜΕΝΙΚΩΝ ΣΤΟΙΧΕΙΩΝ)
Αφήγηση  (Κειμενικό στοιχείο)   Στόχος
Εξ 12,1-13 Η θύμηση της σωτηρίας από τον Θεό
Μκ 14,22-24 Η θύμηση της σωτηρίας από τον Θεό μέσω του Ιησού
ΙΙΙ. ΚΟΙΝΟΙ ΚΩΔΙΚΕΣ
Αφήγηση (Κειμενικό στοιχείο) κώδικας«άρτος» κώδικας  «ποτήρι με τον οίνο της σωτηρίας» κώδικας: «αίμα σωτηρίας»
Εξ 12,1-13 Ο άζυμος άρτος της αφήγησης του Εβραϊκού πασχαλίου δείπνου (σέντερ) Το ποτήρι με τον οίνο της θύμησης της σωτηρίας από τον Θεό Το αίμα του αμνού, με το οποίο οι Ισραηλίτες άλειψαν τους παραστάτες και το ανώφλι της πόρτας των σπιτιών τους, πριν την έξοδο τους από την Αίγυπτο
Μκ14,22-24 Ο «άζυμος» άρτος του τελευταίου δείπνου του Ιησού (Το σώμα του Ιησού) Το ποτήρι με τον οίνο της θύμησης της σωτηρίας «ὑπὲρ πολλῶν» από τον Θεό μέσω του Ιησού Το ποτήρι με τον οίνο της θύμησης της σωτηρίας από τον Θεό μέσω του Ιησού(Τὸ αἷμά του Ιησού …τὸ ἐκχυννόμενον ὑπὲρ πολλῶν»)
Από την παραπάνω ακτινοσκόπηση της επικοινωνίας που συντελείται στο διακείμενο μεταξύ των κειμενικών στοιχείων, του προ-κειμένου Εξ 12,1-13 με το μετά-κειμένου Μκ 14,22-24 αναδεικνύεται η στενή εξάρτηση του ευαγγελικού κειμένου από το κείμενο της Εξόδου. Η εξάρτηση αυτή είναι δημιουργική και καθόλου δουλική. Μέσα από το Μκ 14,22-24 ξεχειλίζει η διαπλαστική υιοθέτηση αρχέγονων κωδίκων, που αναδεικνύουν την προσωπικότητα του Ιησού και την δυναμική του τελευταίου δείπνου του Ιησού. Ακριβέστερα μέσα από τους διαπλαστικά επαναχρησιμοποιούμενους αυτούς κώδικες περιγράφεται η μετάλλαξη ενός πατροπαράδοτου θεσμού και η αλλαγή του μηνύματός του. Το μετά-κείμενο Μκ 14,22-24 σηματοδοτεί τη νέα  παρέμβαση του Θεού στον κόσμο και την τελική και αποφασιστική ολοκλήρωση της φάσης θεμελίωσης της ΒτΘ  πάνω στο κεντρικό αγκωνάρι, τον Ιησού και της αυτό-προσφοράς του υπέρ των πολλών. Η γερά θεμελιωμένη ΒτΘ, από τον Θεό και πάνω στον Ιησού και το πολύμορφο έργο του, είναι πανέτοιμη ν’ αντέξει στον χρόνο μέχρι τα έσχατα.
BM_147
ΙΙ
Η αφήγηση του τελευταίου δείπνου του Ιησού και η τελετουργία
Ενδιαφέρουσα και χρήσιμη είναι επίσης, η ανάδειξη της σχέσης του τελευταίου δείπνου του Ιησού, αλλά και του Εβραϊκού πασχαλίου δείπνου  με την τελετουργία[1]. Σημειώνουμε επιγραμματικά ότι με τον όρο τελετουργία εννοείται ένα σύνολο «πρακτικών», που διαθέτουν ή προσδίδεται σε αυτές συμβολικό νόημα, το οποίο τις διακρίνει από τις καθημερινές «πρακτικές». Οι συμβολικές αυτές «πρακτικές» μπορεί να είναι είτε σωματικές, π.χ. έγερση του ατόμου από το κάθισμά του με σκοπό την αναγγελία κάποιου σημαντικού πράγματος, είτε η εκφορά συγκεκριμένου λόγου, όπως η διήγηση κάποιου συμβάντος, είτε η κατανάλωση συγκεκριμένων τροφών, όπως κρέατος και οίνου.
Σημειώνουμε ότι η τελετουργία μετουσιώνει δυναμικά αυτό που κρύβουν οι διάφορες συμβολικές πρακτικές. Ταυτόχρονα η τελετουργία συμβάλλει αποφασιστικά στη σύνδεση του ατόμου ή της ομάδας με την κοινωνική οργάνωση. Στις αφηγήσεις του Εξ 12,1-13 και του Μκ 14,12-26, που αναφέρονται στο πρώτο Εβραϊκό πασχάλιο δείπνο και στο τελευταίο δείπνο του Ιησού με τους μαθητές του, ανακαλύπτουμε τέτοιες τελετουργίες. Σημειώνουμε ότι οι κειμενικές αυτές ενότητες αποτελούν αφηγηματική μεταφορά συγκεκριμένων παραδόσεων. Η τελετουργία και η αποτύπωσή της σε συγκεκριμένες  κειμενικές ενότητες, ή αλλιώς  η σχέση της τελετουργίας  με το κείμενο  απασχόλησε του ερευνητές. Αυτοί επιχείρησαν να εξηγήσουν τη σχέση αυτή με πολλούς τρόπους.  Αναφέρουμε ενδεικτικά  τους εξής:
Πρώτον, θεωρήθηκε γενικά ότι η εκάστοτε τελετουργία εντάσσεται σε συγκεκριμένες κειμενικές ενότητες και ερμηνεύει πρακτικές που περιγράφονται σε άλλα προηγούμενα κείμενα. Ως προς το θέμα μας, η τελετουργία που βρίσκεται στο Εξ 12,1-3 εντάσσεται διαπλαστικά σε άλλα κείμενα, όπως σε αυτά της Μισνά, και έτσι δημιουργήθηκε η παράδοση του Εβραϊκού πασχαλίου δείπνου (σέντερ)[2].
Αντίστοιχα, μπορούμε να ισχυριστούμε ότι η τελετουργία που βρίσκεται στην προϋπάρχουσα παράδοση για το τελευταίο δείπνο του Ιησού εντάσσεται στο κείμενο Μκ 14,22-26 (πρβλ. Λκ 22,7-23· Α΄ Κορ 11,23-26) και έτσι δημιουργείται η χριστιανική παράδοση της θείας Ευχαριστίας.
Η περιγραφή των συγκεκριμένων τελετουργιών στη Μισνά (Misna Pesachim, Mishnah Seder Moed)[3] και στο Μκ 14,22-26 (πρβλ. Λκ 22,7-23· Α΄ Κορ 11,23-26) αποσκοπεί να ευαισθητοποιήσει τον αναγνώστη ως προς τη σημασία των περιγραφόμενων πράξεων[4]. Έτσι η τελετουργία που περιγράφεται στη Μισνά για το Εβραϊκό πασχάλιο δείπνο αποσκοπεί στο να τονίσει  τη σημασία του γεγονότος της Εξόδου των Ισραηλιτών από την Αίγυπτο για την Ισραηλιτική κοινότητα. Πρόκειται για μια παρέμβαση του Θεού για τη σωτηρία των Ισραηλιτών.
Αντίστοιχα η τελετουργία που περιγράφεται στα Μκ 14,22-26 (πρβλ. Λκ 22,7-23· Α΄ Κορ 11,23-26) αποσκοπεί στο να εξάρει  τη σημασία του γεγονότος του τελευταίου δείπνου του Ιησού για την χριστιανική κοινότητα. Πρόκειται για μια παρέμβαση του Θεού για τη σωτηρία των χριστιανών μέσω του Ιησού.
Δεύτερον, θεωρήθηκε[5] ότι η τελετουργία καθρεφτίζει ένα ευρύτερο κοινωνικό δρώμενο (“social drama”). Το κοινωνικό όμως αυτό δρώμενο εμπεριέχει πολλά επιμέρους είδη κοινωνικών δρώμενων, στα οποία καθρεφτίζονται διάφορα είδη τελετουργίας. Αυτά στη συνέχεια εντάσσονται σε κείμενα, τα οποία εξιστορούν τόσο το συγκεκριμένο κοινωνικό δρώμενο όσο και την τελετουργία του. Έτσι, η τελετουργία που περιγράφεται στο Εξ 12,1-13 αποτελεί μεταφορά και εξιστόρηση στο κείμενο της Εξόδου του συγκεκριμένου ιστορικού συμβάντος και της τελετουργίας που αναπτύχθηκε γύρω από αυτό. Το συμβάν αυτό αναφέρεται στη συγκέντρωση των Ισραηλιτών κατά ομάδες πριν απελευθερωθούν  από την σκλαβιά των Αιγυπτίων, στη συμμετοχή τους στο πασχάλιο Εβραϊκό δείπνο και στην τελετουργία του δείπνου αυτού.
Αντίστοιχα η τελετουργία που περιγράφεται στο Μκ 14,22-26 αποτελεί μεταφορά και εξιστόρηση στο κείμενο του Ευαγγελίου του συγκεκριμένου ιστορικού συμβάντος και της τελετουργίας που αναπτύχθηκε γύρω από αυτό. Το συμβάν αυτό αναφέρεται στη συγκέντρωση του Ιησού με τους μαθητές του πριν το Πάθος του, στη συμμετοχή όλων στο τελευταίο δείπνο με τον διδάσκαλό τους και στην τελετουργία του τελευταίου αυτού δείπνου.
Τρίτον τέλος, θεωρήθηκε[6] ότι η τελετουργία καθρεφτίζει την μετατροπή διάφορων μεταφορών ή εικόνων σε τελετουργικά δρώμενα (ritualization of metaphors). Ως μεταφορά εννοείται εδώ η συμβολική κατανάλωση συγκεκριμένων τροφών κ.ά. Έτσι στο Εξ 12,1-18 περιγράφεται η τελετουργία της κατανάλωσης συγκεκριμένων τροφών (αμνού, άζυμου άρτου και πικρών χόρτων) και της εντολής προς τους Ισραηλίτες να θυμούνται το γεγονός της Εξόδου. Η τελετουργία αυτή είναι δραματοποίηση της βασικής θεολογικής θέσης της Ισραηλιτικής κοινότητας ότι ο Θεός έσωσε του Ισραηλίτες από την σκλαβιά της Αιγύπτου. Σημειώνουμε ότι η όλη αυτή διαδικασία συντελείται  τον πρώτο αιώνα μ.Χ., στηρίζεται στην βασική αφήγηση του Εξ. 12,1-18 και αποτυπώνεται στο κείμενο της Μισνά, ακριβέστερα στην περιγραφή του Εβραϊκού πασχαλίου δείπνου (σέντερ).
Αντίστοιχα, στο Μκ 14,22-26 περιγράφεται η τελετουργία που περιλαμβάνει το σπάσιμο του άρτου από τον Ιησού, το μοίρασμα των κομματιών στους μαθητές, την προτροπή του Ιησού να καταναλώσουν τον άρτο και τη ρήση του ότι ο άρτος εκείνος είναι το σώμα του («τοῦτό ἐστιν τὸ σῶμά μου»). Η τελετουργία αυτή είναι δραματοποίηση της βασικής θεολογικής θέσης της χριστιανικής κοινότητας ότι ο Θεός στο πλαίσιο της ΒτΘ σώζει τους χριστιανούς δια του Ιησού. Σημειώνουμε ότι η όλη αυτή διαδικασία συντελείται τον πρώτο αιώνα μ.Χ., στηρίζεται στη σχετική παράδοση και αποτυπώνεται στο κατά Μάρκον Ευαγγέλιο (Μκ 14,22-26· πρβλ. Λκ 22,7-23· Α΄ Κορ 11,23-26).
Μετά την παράθεση των παραπάνω θεωριών που εξετάζουν το κοινωνικό φαινόμενο της τελετουργίας και της σχέσης της με τα διάφορα κείμενα, μπορούμε να παραθέσουμε τις σημαντικότερες, κατά τη γνώμη μας, τελετουργικές πρακτικές που βρίσκουμε στις κειμενικές παραδόσεις του Εξ 12,1-18 και του Μκ 14,22-26. Στο Εξ 12,1-18 βρίσκουμε την τελετουργία της επάλειψης των δύο παραστάδων και του ανωφλιού των θυρών των σπιτιών των Ισραηλιτών με το αίμα του σφαγμένου αμνού, της σύναξης της οικογένειας και της κατανάλωσης συγκεκριμένων τροφών (αμνός, άζυμος άρτος, πικρά χόρτα), ώστε η Ισραηλιτική κοινότητα να θυμάται το σωτήριο αυτό γεγονός.
Στο Μκ 14,22-26 βρίσκουμε επίσης την τελετουργία με το σπάσιμο του άρτου από τον Ιησού, με το μοίρασμα των κομματιών του στους μαθητές και με τη ρήση του Ιησού ότι ο άρτος αυτός  είναι το σώμα του.  Επίσης βρίσκουμε την τελετουργία με το ποτήρι με τον οίνο. Ο Ιησούς προσφέρει το ποτήρι με τον οίνο  στους μαθητές, τους καλεί να πιούν και τους τονίζει ότι ο οίνος αυτός είναι το αίμα του «τὸ ἐκχυννόμενον ὑπὲρ πολλῶν». Με τις τελετουργικές αυτές πρακτικές η χριστιανική κοινότητα θυμάται τη σωτηρία των χριστιανών από τον Θεό μέσω του Ιησού.
Υπογραμμίζουμε ότι οι παραπάνω γενικές θεωρίες για το κοινωνικό φαινομένου της τελετουργίας, καθώς και για την εφαρμογή τους στις κειμενικές παραδόσεις του Εξ 12,1-18 και Μκ 14,22-26 δεν λειτουργούν ανταγωνιστικά μεταξύ τους. Αντίθετα αυτές λειτουργούν παραπληρωματικά  και μας βοηθούν να προσεγγίσουμε κοινωνιολογικά το Εβραϊκό πασχάλιο δείπνο και το τελευταίο  δείπνο του Ιησού με τους μαθητές του.
Επίσης οι παραπάνω γενικές θεωρίες για το κοινωνικό φαινόμενο της τελετουργίας μας βοηθούν να διαπιστώσουμε την ομοιότητα των δύο  αφηγήσεων ως προς τις τελετουργικές πρακτικές τους. Και οι δύο χρησιμοποιούν το δείπνο ως την κοινωνική εκδήλωση εφαρμογής της τελετουργίας και του βαθύτερου νοήματος που αυτή εμπεριέχει. Επίσης και οι δύο αφηγήσεις μας περιγράφουν την κατανάλωση κοινών τροφών, όπως είναι ο άρτος και ο οίνος. Με την κατανάλωση αυτή δηλώνεται η βαθύτερη θεολογική σημασία των δύο αυτών δείπνων.
Τέλος, οι παραπάνω γενικές θεωρίες για το κοινωνικό φαινόμενο της τελετουργίας μας βοηθούν να διαπιστώσουμε την διαφορά των δύο τελετουργιών  ως προς τον σκοπό που αυτές υπηρετούν.
Από τη μια μεριά η τελετουργία του Εβραϊκού πασχαλίου δείπνου αποσκοπεί να τονίσει την διαχρονική ενότητα της Ισραηλιτικής κοινότητας, η οποία επιβεβαιώνεται με τη συμμετοχή των μελών της Ισραηλιτικής κοινότητας στο Εβραϊκό πασχάλιο δείπνο, που συμβολίζει τη σωτηρία των Ισραηλιτών από τον Θεό.
Από την άλλη μεριά η τελετουργία του τελευταίου δείπνου του Ιησού  με τους μαθητές του αποσκοπεί να ξεχωρίσει τη χριστιανική κοινότητα από την Ισραηλιτική κοινότητα και να αναδείξει την ταυτότητα της χριστιανικής κοινότητας. Αυτά επιτυγχάνονται  μέσα από τη συμμετοχή των μελών της χριστιανικής κοινότητας στο τελευταίο δείπνο του Ιησού με τους μαθητές του (θεία Ευχαριστία), που συμβολίζει τη σωτηρία των χριστιανών από τον Θεό μέσω του Ιησού.
Πλαστήρα_146
ΙΙΙ
Σημασία της αφήγησης του τελευταίου δείπνου του Ιησού
Η αφήγηση του τελευταίου δείπνου του Ιησού αποτελεί μέρος της αφήγησης του Πάθους του Ιησού και περιγράφει αφηγηματικά τα διάφορα συμβάντα που σχετίζονται με το τελευταίο δείπνο του Ιησού. Ο αφηγηματικός χαρακτήρας της αναφοράς του τελευταίου δείπνου του Ιησού έχει ως συνέπεια τα επιμέρους περιγραφόμενα συμβάντα να υφίστανται την διαπλαστική παρέμβαση πρωτίστως του αφηγητή Ευαγγελιστή Μάρκου και δευτερευόντως των άλλων Ευαγγελιστών. Και αυτό συμβαίνει, γιατί ο Μάρκος είναι εκείνος που διαμορφώνει πρώτος την αφήγηση για το τελευταίο δείπνο του Ιησού, βασιζόμενος στην παράδοση της πρωτοχριστιανικής κοινότητας, όπως αυτή διασώθηκε από τον Απ. Παύλο στο Α΄ Κορ 11,23-26.
Συνοπτικά, μπορούμε να πούμε ότι η αφήγηση του τελευταίου δείπνου του Ιησού θίγει δύο κυρίως θέματα. Το ένα σχετίζεται με τον Ιησού και την αυτοσυνειδησία του και το άλλο με τη χριστιανική κοινότητα και την αυτοσυνειδησία της.
1) Σε ό,τι αφορά τον Ιησού και την αυτοσυνειδησία του, διαπιστώνουμε ότι ο Ιησούς προβάλλει ενσυνείδητα το δικό του πρότυπο για να ξεπεραστεί η ορατή Ισραηλιτική θρησκευτικό-κοινωνική κρίση. Το πρότυπό του αυτό συνοψίζεται σε όσα λέει και πράττει ο Ιησούς στο τελευταίο του δείπνο με τους μαθητές του. Ο Ιησούς στο πλαίσιο της γιορτής του Εβραϊκού Πάσχα και του Εβραϊκού πασχάλιου δείπνου (σέντερ) προβάλλει τη δική του πρόταση για την έξοδο από το θρησκευτικό και κοινωνικό αδιέξοδο. Η πρότασή του είναι: ταύτιση των Ισραηλιτών με τον Ιησού και αποδοχή της ΒτΘ.  Οι πιστοί εμπνεόμενοι από τον νέο τους ηγέτη, τον Ιησού και εφοδιασμένοι κατάλληλα είναι έτοιμοι για την έξοδό τους  από την θρησκευτική και κοινωνική κρίση.
2) Σε ό,τι αφορά την αφήγηση του τελευταίου δείπνου και την αυτοσυνειδησία της χριστιανικής κοινότητας παρατηρούμε τα εξής: Πρώτ’ απ’ όλα  η πρώτη χριστιανική κοινότητα αγκαλιάζει την πρωτοβουλία του Ιησού για υπέρβαση της θρησκευτικής και κοινωνικής κρίσης. Στην αρχή εντάσσει το πρωτοποριακό αυτό μήνυμα του Ιησού στις φόρμουλες πίστης, που εκφωνούν τα μέλη της στις λατρευτικές συνάξεις τους. Στη συνέχεια αυτή μετατρέπει το μήνυμα του Ιησού σε αφήγημα και το εντάσσει στα Ευαγγέλιά της. Είναι αξιοπρόσεκτο ότι η περιγραφόμενη στα Ευαγγέλια τελετουργία του τελευταίου δείπνου του Ιησού μοιάζει με την τελετουργία του Εβραϊκού πασχαλίου δείπνου (σέντερ). Ταυτόχρονα όμως στις αφηγήσεις του τελευταίου δείπνου επέρχεται η κρίσιμη διαπλαστική χριστιανική παρέμβαση.  Στην αφήγηση  προβάλλεται ότι ο άρτος που μοιράζεται είναι ο ίδιος ο Ιησούς και ο οίνος που προσφέρεται  είναι πάλι ο ίδιος ο Ιησούς. Στο Εβραϊκό πασχάλιο δείπνο, η συμμετοχή των Ισραηλιτών στο δείπνο επιβεβαιώνει τους δεσμούς τους με τους προγόνους τους και πιστοποιεί την Ισραηλιτική τους ταυτότητα. Οι Ισραηλίτες είναι εκείνοι που ο Θεός σώζει. Στο τελευταίο δείπνο του Ιησού, η συμμετοχή των μαθητών σε αυτό σηματοδοτεί τους δεσμούς των χριστιανών με τον Ιησού και πιστοποιεί την χριστιανική τους ταυτότητα. Έτσι με το τελευταίο δείπνο του Ιησού, όπως αυτό προσλήφτηκε από την πρώτη χριστιανική κοινότητα, η πρόταση του Ιησού για την υπέρβαση της θρησκευτικής και κοινωνικής κρίσης υπερβαίνει τα όρια της Ισραηλιτικής κοινότητας και απευθύνεται πλέον προς όλους όσους την αποδεχθούν. Το μήνυμα του Ιησού για μια ατομική και συλλογική αλλαγή έχει καταστεί πλέον οικουμενικό.
Έφεσος_97
[1] Βλ., μεταξύ των άλλων,  D. E. Smith, «Meal Customs: Greco-Roman Meal Customs», ABD, vol. 4, 650-655· του ίδιου, From Symposium to Eucharist: The Banquet in the Early Christian World, Fortress Press, 2009· J. Brumberg-Kraus, “’Not by Bread Alone…’: The Ritualization of Food and Table Talk in the Passover Seder and in the Last Supper”, A. Brenner/J. van Henten, (Eds.) Semeia, 86, (1999), 165–191· R. E. DeMaris, The New Testament in its Ritual World, Routledge, 2008.
[2] Βλ. B. Bokser, “Ritualizing the Seder;” JAAR 56 (1988), 443–471.
[3] Βλ. Sefaria, A Living Library of Jewish Texts, https://www.sefaria.org (ανάκτηση 10/08/2017).
[4] J. Z. Smith, To Take Place: Toward Theory in Ritual, Chicago, 1987.
[5] V. Turner, “Social Dramas and Stories About Them”, Critical Inquiry, 7 (1908), 141-168.
[6] I. G. Marcus, The Rituals of Childhood, Yale University Press, New Haven, 1996.

ΙΔΟΥ ΑΝΑΒΑΙΝΟΜΕΝ ΕΙΣ ΙΕΡΟΣΟΛΥΜΑ: ΘΕΟΛΟΓΙΚΗ ΙΧΝΗΛΑΣΙΑ ΣΤΑ ΠΡΟΣΩΠΑ ΚΑΙ ΤΑ ΓΕΓΟΝΟΤΑ ΤΗΣ ΑΓΙΑΣ ΚΑΙ ΜΕΓΑΛΗΣ ΕΒΔΟΜΑΔΑΣ


Αποτέλεσμα εικόνας για TA ΠΑΘΗ ΤΑ ΣΕΠΤΑ

Γράφει ο Θεολόγος – Εκκλησιαστικός Ιστορικός – Νομικός κ. Ιωάννης Ελ. Σιδηράς
ΙΔΟΥ ΑΝΑΒΑΙΝΟΜΕΝ ΕΙΣ ΙΕΡΟΣΟΛΥΜΑ
ΘΕΟΛΟΓΙΚΗ ΙΧΝΗΛΑΣΙΑ ΣΤΑ ΠΡΟΣΩΠΑ ΚΑΙ ΤΑ ΓΕΓΟΝΟΤΑ ΤΗΣ ΑΓΙΑΣ ΚΑΙ ΜΕΓΑΛΗΣ ΕΒΔΟΜΑΔΑΣ
Από το «Ωσαννά» στο «Άρον, Άρον Σταύρωσον Αυτόν»
Η απαρχή και τελείωση της Αγίας και Μεγάλης Εβδομάδος σφραγίζεται από το ένα και μοναδικό θεανδρικό πρόσωπο του Σωτήρος και λυτρωτού Ιησού Χριστού. Όλα τα υπόλοιπα πρόσωπα και τα γεγονότα που σχετίζονται με το θείο δράμα φωτίζονται και ερμηνεύονται υπό το φως του προσώπου του «ανυμφεύτου μεγάλου Νυμφίου» της Εκκλησίας Ιησού. Μέτρο και κανόνας της κρίσεως αυτών είναι ο Κύριος.
«Μεγάλη Εβδομάδα αποκαλούμε αυτήν επειδή σε αυτήν συντελέσθηκαν
προς ώφελός μας από τον Χριστό μεγάλα κατορθώματα»

Ιχνηλατούντες θεολογικώς τα πρόσωπα και τα γεγονότα, τα οποία συνθέτουν την μυσταγωγία της Αγίας και Μεγάλης Εβδομάδος, αναμιμνησκόμεθα τα γραφομένα του Αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου, ο οποίος αναφερόμενος στο «υπεροχικόν μυστήριον» της Μεγάλης Εβδομάδος έναντι των υπολοίπων εβδομάδων του λειτουργικού έτους, υπομνηματίζει θεοπνεύστως τα εξής: «Μεγάλη Εβδομάδα αποκαλούμε αυτήν όχι επειδή οι ημέρες αυτής έχουν μεγαλύτερο μήκος απ’ όλες τις άλλες, ούτε επειδή είναι κατά τον αριθμό περισσότερες, αλλά επειδή σε αυτήν συντελέσθηκαν προς ώφελός μας από τον Δεσπότη (Χριστό) μεγάλα κατορθώματα. Σε αυτήν δηλαδή την Μεγάλη Εβδομάδα, η χρονία του Διαβόλου τυραννία κατελύθη, ο θάνατος εσβέσθη, ο ισχυρός εδέθη. Τα σκεύη (τα υπάρχοντα) του διαβόλου αρπάχτηκαν, η αμαρτία θανατώθηκε, η κατάρα κατελύθη, ο Παράδεισος άνοιξε και ο Ουρανός έγινε προσιτός. Οι άνθρωποι αναμείχθηκαν με τους αγγέλους και το μεσότοιχον (μεσοτοιχία) που έφραζε την θύρα του παραδείσου άνοιξε. Ο της Ειρήνης Θεός ειρηνοποίησε τα άνω και τα επί της γης, και γι’ αυτό αποκαλείται Μεγάλη Εβδομάδα».
Ο «Ανύμφευτος Νυμφίος» της Εκκλησίας
Η ιχνηλασία της σωτηριώδους μυσταγωγίας της Αγίας και Μεγάλης Εβδομάδος επικεντρώνεται στον «Ανύμφευτο Νυμφίο» της Εκκλησίας, τον θεάνθρωπο Ιησού Χριστό, ο οποίος νυμφαγωγεί το Χριστεπώνυμο πλήρωμα των πιστευόντων «εις οδόν ζωής και σωτηρίας». Ο της Εκκλησίας Νυμφίος τελεί τον «μυστικό νυμφώνα» με τον κάθε άνθρωπο, σώζει την κάθε ανθρώπινη ψυχή χωρίς περιθωριοποιήσεις, διακρίσεις και αποκλεισμούς. Αυτή η υπερουράνια νυμφαγωγία που γεννά την «μυστική νυφική σχέση» με κάθε ανθρώπινο πρόσωπο είναι η άκτιστη και άληκτη Βασιλεία του Θεού στην οποία κοινωνοί και μέτοχοι, κληρονόμοι και συνδικαιούχοι κατά χάριν είναι οι άνθρωποι όλων των αιώνων και των εποχών έως της συντελείας των αιώνων στα έσχατα. Σε αυτή την σωτηριώδη μυστική νυφική σχέση που είναι προσωπική και άμεσα βιωματική και εμπειρική, κυριαρχεί η ελευθερία που αποτελεί την θεμελιώδη βάση της αγαπητικής συναντήσεως και ενώσεως του Νυμφίου Χριστού με το κάθε ανθρώπινο πρόσωπο.
Σε αυτό το «ακατάληπτον μυστήριον» της Αγίας και Μεγάλης Εβδομάδος υπάρχει ένα οξύμωρο σχήμα, μια αντινομία έναντι της ανθρώπινης λογικής, του αλυσιτελούς πνευματικά ορθολογισμού, που σχετίζεται με την τέλεση αυτού του μυστικού νυμφώνος μέσα από την δοκιμασία του Σταυρού. Για τον πεπερασμένο ανθρώπινο νου, που αξιολογεί και ερμηνεύει τα πάντα με κοσμικά κριτήρια, φαντάζει παράδοξο το γεγονός ότι συντελείται αυτός ο υπερουράνιος νυμφώνας δια των σεπτών και σωστικών παθών, του φρικτού σταυρικού θανάτου και του λυτρωτικού αίματος του μαρτυρίου. Ταύτα πάντα όμως έχουν ως οντολογική βάση την θεϊκή αγάπη, την προσφυώς καλούμενη «Εσταυρωμένη Αγάπη» που στηρίζει, συγκροτεί και συνέχει αυτόν τον νυμφώνα της σωτηρίας που πεπτωκότος χοϊκού ανθρώπου.
Ο Θεάνθρωπος Ιησούς Χριστός είναι το «εθελόθυτον θύμα», το οποίο με Θεϊκή αγάπη για την σωτηρία και την κατά χάριν θέωση του ανθρώπου πορεύεται την οδό του εκουσίου πάθους και της εκούσιας θυσιαστικής – θανατικής πορείας του χωρίς να υπόκειται σε κανένα νομοτελειακό φυσικό καταναγκασμό. Ο Κύριος είναι ο Βασιλεύς των Βασιλευόντων και Κύριος των Κυριευόντων, ο λυτρωτής και απελευθερωτής όλων των εθνών και όχι μόνο του Ισραήλ. Δεν είναι ένας σωβινιστής κοσμικός Βασιλεύς, αλλά ο ένας και μοναδικός, ανεπανάληπτος και ασύγκριτος σωτήρας πάντων των εθνών. Είναι ο πνευματικός Βασιλεύς των καρδιών και ψυχών, και όχι ο «Πολιτικός Μεσσίας», όπως στρεβλά τον ανέμενε το Ισραήλ.
Στην μυσταγωγική ιχνηλασία της Αγίας και Μεγάλης Εβδομάδος εναλλάσσονται πρόσωπα και γεγονότα, τα οποία συνθέτουν εν πολλοίς ένα εμφατικώς αντιφατικό και με αντινομίες πολύμορφο ψηφιδωτό με το οποίο η Εκκλησία δια των Θεοκινήτων και Θεοφόρων Πατέρων αυτής παιδαγωγεί, νουθετεί και καταρτίζει πνευματικώς το χριστεπώνυμο πλήρωμά της.
Η αντινομία ανάμεσα στη μετανοούσα πόρνη και τον Ιούδα Ισκαριώτη
Η πλέον «προκλητικά» και εμφατικά έντονη αντινομία ενσαρκώνεται ανάμεσα στην οντολογικά μετανοούσα πόρνη γυναίκα και τον ζηλοτύπως φίλαυτο και εγωιστή μαθητή Ιούδα τον Ισκαριώτη. Κυριολεκτικώς θραύει κόκκαλα η σύγκριση ανάμεσα στις δύο προσωπικότητες, όπως επιτυγχάνεται και προβάλλεται παιδαγωγικώς από την Εκκλησία μέσα από την μοναδική θεόπνευστη υμνολογία της, καθώς η αντιπαραβολή των δύο προσώπων αποκαλύπτει το «ταμείον της ψυχής» τους στο παρακάτω τροπάριο των Αίνων της Μεγάλης Τετάρτης: «Ότε η αμαρτωλός προσέφερε το μύρον, τότε ο μαθητής συνεφώνει τοις παρανόμοις. Η μεν έχαιρε κενούσα τον πολύτιμον, ο δε έσπευδε πωλήσαι τον ατίμητον. Αύτη τον Δεσπότην επεγίγνωσκεν, ούτος του Δεσπότου εχωρίζετο. Αύτη ηλευθερούτο και ο Ιούδας εγεγόνει του εχθρού. Δεινόν η ραθυμία! μεγάλη η μετάνοια! ην μοι δώρησαι, Σωτήρ, ο παθών υπέρ ημών, και σώσον ημάς».
Ο Ιερός Χρυσόστομος ερμηνεύει θεολογικά τις επιλογές των δύο προσώπων, αναφέροντας ότι: «η πόρνη μεν εσώθη επειδή επαγρύπνησε, ενώ ο Ιούδας που έπεσε σε οκνηρία, κατέπεσε . . . ο μαθητής επειδή νόμιζε πως στεκόταν καλά, έπεσε, αλλά η πόρνη πεσμένη στην αμαρτία ανέστη». Εύστοχα δε επισημαίνεται ότι η αμαρτωλή γυναίκα με την προσφορά του μύρου έδειχνε την αγάπη της στο διδάσκαλο και έτσι παρόλη την αμαρτία της γέμισε με τη χάρη του Χριστού. Ο Ιούδας με τον εγωισμό του άδειασε τον εαυτό του από τα χαρίσματα του Θεού και προσπάθησε να τον γεμίσει με το αντίτιμο της πωλήσεως του Κυρίου.
Η μακροθυμία και πελάγια αγάπη του Κυρίου καταργεί κάθε προκατάληψη ηθικισμού και ψευδοευσέβειας. Ο Χριστός δέχεται την ανυπόκριτη μετάνοια της πόρνης γυναικός και, σύμφωνα με την ερμηνεία του Ιερού Χρυσοστόμου και του Αμφιλοχίου Ικονίου, με την μετάνοιά της κατέστη σεμνοτέρα Παρθένου κόρης και έγινε καθηγητής για τους αμαρτωλούς στον τρόπο της μετάνοιας που δέχεται ο Κύριος. Τα δάκρυα και οι στεναγμοί της καρδίας της αποδεικνύουν την επενέργεια της μετανοίας, ώστε καθιστούν και τον ίδιο τον Χριστό συνήγορο των δακρύων της. Η πόρνη μετανοούσα μεταβάλλει τον σαρκικό έρωτα σε θείο έρωτα και επουράνιο μέσα από το φίλτρο της μετανοίας. Γι’ αυτό και ο πολύς Ιωσήφ Βρυέννιος υπογραμμίζει ότι τα δάκρυά της λογίζονται ως μαρτύριο αίματος καθώς πηγάζουν από τον έσω κόσμο της ψυχής της.
Η σύγκριση ανάμεσα στον Ιούδα και την μετανοούσα πόρνη γυναίκα είναι λίαν αποκαλυπτική. Η συνθλιβόμενη από την ψυχοφθόρο αμαρτία αμαρτωλή γυναίκα αναζητά διακαώς και απεγνωσμένα την οντολογική αποκατάσταση της κατακερματισμένης υπάρξεώς της σε κοινωνία με την αγάπη του Χριστού, ενώ ο Ιούδας με την εγωιστική και φίλαυτη βεβαιότητα της ηθικότητός του παραμερίζει την αγάπη του Κυρίου και με την φιλαργυρία του απορρίπτει την αγάπη και το πρόσωπο του Σωτήρος.
Τυφλωμένος και αλλοτριωμένος ο Ιούδας από τα δυσώδη πάθη της ψυχής του απορρίπτει ενσυνείδητα την αγάπη του Χριστού και καθίσταται «υιός της απωλείας». Δεν μετανοεί αληθινά, αλλά απλώς μεταμελείται και οδηγείται στην αυτοκτονία. Οι θεοφώτιστοι Πατέρες της Εκκλησίας διδάσκουν θεοπνεύστως ότι ο Ιούδας δεν ήταν «φύσει κακός», αλλά λόγω της προαιρέσεώς του κατέστη πειθήνιο όργανο του Διαβολέα απατεώνα. Και για τον Ιούδα όμως υπήρχε η δυνατότητα να γευθεί την συγχώρεση του Χριστού, εάν η μετάνοιά του ήταν αληθής και ανυπόκριτη.
Την άπειρη μακροθυμία και πελάγια αγάπη του Κυρίου ακόμη και για τον προδότη Ιούδα επισημαίνει ο υψιπέτης θεολόγος Άγιος Γρηγόριος ο Νύσσης: «Ο Ιούδας ο Ισκαριώτης, αν δεν γινόταν αμέσως δήμιος του εαυτού του, αφού έκρινε ως ασύγγνωστη την αμαρτία του, και έσπευδε να προσπέσει στα πόδια του Κυρίου και να ζητήσει συγχώρηση, δεν θα αστοχούσε από το να λάβει τους οικτιρμούς του Χριστού, που τους προσφέρει με περίσσεια σε ολόκληρη την οικουμένη». Ο δε Ιερός Χρυσόστομος συμπληρώνει εμφατικά ότι: «δεν υπάρχει καμμία κακία, η οποία να μη λύνεται με την μετάνοια». Αυτή τη σωστική μετάνοια ανέμενε ο Χριστός από τον Ιούδα.
Ο αρνητής του Διδασκάλου Πέτρος
Ηχηρή είναι και η αντιπαραβολή στην οποία προβαίνουν οι θεοφόροι Πατέρες της Εκκλησίας όταν αναφέρονται στον αρνητή του Διδασκάλου, τον Πέτρο, και στον μετανοούντα επί του σταυρού ληστή.
Ο ενθουσιώδης μαθητής ως άπειρος μαχητής απέναντι στα «βέλη του πονηρού» κυριεύεται από την έπαρση και τον στιγμιαίο αλαζονικό εγωισμό τον οποίο είχε γεννήσει η πεποίθησή του ότι αγαπούσε τον Ιησού περισσότερο από τους άλλους μαθητές. Δεν ήταν αρκετή όμως μόνον η προαίρεση ή η πρόθεση του Πέτρου ενώ απουσίαζε η του Θεού επικουρία. Η ανθρώπινη αδυναμία του ενώπιον του φόβου και των δεινών που απεργαζόταν η σπείρα των Ιουδαίων, έκαμψε και απεγύμνωσε προς στιγμήν την ενθουσιώδη ψυχή του μαθητού, ο οποίος γίνεται αρνητής του Διδασκάλου. Ο φόβος του έθαψε την αγάπη του.
Η θεολογική ερμηνεία του βαθύτερου πνευματικού υποστρώματος της δειλίας του Πέτρου αποκαλύπτει ότι ο μαθητής ήταν εγκλωβισμένος στον «ιδιότυπο εγωισμό» του, που τον οδηγούσε σε παράτολμες και αλαζονικές εκδηλώσεις προβολής της ενθουσιώδους αγάπης του προς τον Χριστό. Ο Πειρασμός του μισάνθρωπου διαβολέα ωθούσε τον μαθητή στην πτώση της αρνήσεως. Ο Ιερός Χρυσόστομος εύστοχα αναφέρει ότι ο Χριστός σκοπίμως επέτρεψε την πτώση του Πέτρου προκειμένου να συνειδητοποιήσει πως έπρεπε να εμπιστεύεται περισσότερο τα όσα του απεκάλυψε ο Χριστός για την τριπλή άρνησή του, και να θάψει την εγωιστική φιλαυτία του. Η μετάνοια σώζει τον Πέτρο. Αναλογιζομένοι οι θεοφώτιστοι Πατέρες της Εκκλησίας την προδοσία του Ιούδα και την άρνηση του Πέτρου επισημαίνουν ότι μόνον η μετάνοια του μαθητή και όχι η υποκριτική και επίπλαστη μεταμέλεια καθίσταται η σωστική γέφυρα που τον οδήγησε στην λύτρωση της συγχωρητικής αγάπης του Κυρίου.
Ο Χριστός σεβόμενος το «αυτεξούσιο» της προαιρέσεως τόσο του Ιούδα όσο και του Πέτρου δεν εξαναγκάζει εκβιαστικά την μετάνοιά τους, αλλά με άπειρη θεϊκή αγάπη αναμένει την επιστροφή τους. Παιδαγωγεί τους μαθητές προκειμένου να κατανοήσουν και να βιώσουν την ασθένεια και την αδυναμία της ανθρώπινης φύσεως, η οποία μπορεί να αμύνεται έναντι στα βέλη του πονηρού μόνο με την ταπεινοφροσύνη και την απόλυτη εμπιστοσύνη στο πρόσωπο του όλου αγάπη Χριστού. Ο Πέτρος τελικώς εγκεντρίζεται σωστικά στον Χριστό, ενώ ο Ιούδας εγκεντρίζεται στον απατεώνα διαβολέα.
Ο εσταυρωμένος ληστής
Ο Πέτρος αρνείται τον Διδάσκαλο φοβούμενος τον φρικτό σταυρικό θάνατο ενώ ο εσταυρωμένος ληστής καταλύει τον φόβο του και είναι ο αληθώς ελεύθερος απέναντι στον φόβο του θανάτου. Τραγική ειρωνεία και ηχηρή αντινομία υπάρχει ανάμεσα στα δύο πρόσωπα.
Η ολοκληρωτική και απόλυτη μετάνοια του ληστού συμπυκνώνεται σε μια φράση: «Μνήσθητί μου, Κύριε, όταν έλθης εν τη Βασιλεία Σου», και ο άνομος που μετανοεί την εσχάτη στιγμή καθίσταται πρώτος πολίτης και οικιστής του παραδείσου. Η Εκκλησία μέσω της θεσπέσιας υμνολογίας της διακηρύττει την αλήθεια: «μικράν φωνήν αφήκεν ο ληστής εν τω Σταυρώ, μεγάλην πίστιν εύρε, μια ροπή εσώθη και πρώτος παραδείσου πύλας ανοίξας εισήλθεν. Ο αυτού την μετάνοιαν προσδεξάμενος, Κύριε, δόξα σοι». Η μετάνοια του κακούργου ληστού καθιστά αυτόν «πρότυπο και υπόδειγμα» αληθούς μετανοίας για κάθε ανθρώπινη ύπαρξη που στενάζει και συνθλίβεται κάτω από την δύναμη της ψυχοφθόρου αμαρτίας. Και ενώ «ο μαθητής ηρνήσατο, ο ληστής εβόησε, Μνήσθητί μου, Κύριε, εν τη Βασιλεία Σου». Ο Χριστός τιμά και σώζει τον μετανοούντα ληστή, τον οποίο καθιστά κοινωνό και μέτοχο της ουρανίου και ακτίστου Βασιλείας Του. Δια τούτο ψάλλει και η Εκκλησία: «Κύριε, ο τον ληστήν συνοδοιπόρον λαβών, τον εν αίματι χείρας μολύναντα, και ημάς συν αυτώ καταρίθμησον ως αγαθός και φιλάνθρωπος».
Ο ληστής ανοίγει διάπλατα τους πνευματικούς οφθαλμούς της υπάρξεώς του, την ψυχή και την καρδία του, δεχόμενος και αντιλαμβανόμενος την σταύρωση του Χριστού ως αυτοθυσιαστική πράξη που αφορά και την προσωπική του λύτρωση και σωτηρία. Με τους οφθαλμούς της ψυχής του βλέπει τον κρεμάμενο επί ξύλου Χριστό ως ιστάμενο επί θρόνου δόξης και συγκαθήμενο με τον Θεό Πατέρα και το Πανάγιο Πνεύμα. Ο ληστής και ο αρνητής Πέτρος μετανοούν, ενώ ο Ιούδας μεταμελείται, αλλά η μεταμέλεια δεν έχει σχέση με την μετάνοια, διότι το κίνητρό της είναι ο πληγωμένος εγωισμός και όχι η συντριβή ως έκφραση ταπεινώσεως. Αποδεικνύεται λοιπόν σύμφωνα με την γραφή του Ιερού Χρυσοστόμου ότι «ο ληστής ήταν όντως ληστής και γι’ αυτό ελήστευε την Βασιλεία του Θεού με το «Μνήσθητί μου Κύριε»».
Η πολιτική και θρησκευτική ελίτ του Ισραήλ
Η σπείρα των Ιουδαίων, δηλαδή οι Γραμματείς, οι Φαρισαίοι, οι Ιερείς και Αρχιερείς που απάρτιζαν το Ανώτατο Ισραηλιτικό Συμβούλιο, το οποίο τελικώς κατεδίκασε παρανόμως τον Ιησού, υπήρξαν τα πρόσωπα εκείνα που ως η «πολιτική και θρησκευτική κάστα» καταδυνάστευαν τον Ισραηλιτικό λαό, τον οποίο χειραγωγούσαν και ποδηγετούσαν. Αυτή η φατρία του Ισραήλ αισθανόμενη τα πλήγματα από τους πύρινους λόγους και τον δημόσιο έλεγχο του Ιησού εξυφαίνει το «σχέδιον της ανομίας και της χριστοκτονίας». Η πολιτική και θρησκευτική ελίτ του Ισραήλ απεργάζεται το ανουσιούργημα της δυσώδους θεοφονίας και φανατίζει τον λαό του Ισραήλ, ο οποίος παρά τις πολλαπλές ευεργεσίες που εδέχθη από το δημιουργό και Πλάστη του Χριστό, αποδεικνύεται τυφλός και πωρωμένος από την κακία και την άβυσσο των παθών που κυριαρχούν. Ο αγνώμων λαός στρέφεται κατά του ευεργέτου και υποτάσσεται στο μιαρό σχέδιο της χριστοκτονίας που οι Γραμματείς και οι Αρχιερείς έχουν προαποφασίσει. Χορεύει ο διάβολος τον πιο τρελό χορό του και κρούει τα τύμπανα της ανομίας μαζί με τον άνομο θίασο της πολιτικής και θρησκευτικής κάστας που μόνον κατ’ όνομα είναι το Ιερατείο του λαού, αλλά στην πραγματικότητα αποτελεί την σπείρα των πλέον στυγνών δολοφόνων του αναμάρτητου Ιησού.
Αβυσσώδες μίσος, κακία, φθόνος, σκληροκαρδία, εωσφορική μανία και πνευματική τύφλωση συνθέτουν την πνευματική υπόσταση του λαού, ο οποίος δεν δέχεται την αγάπη του Κυρίου και του προσφέρουν χολή, όξος, σταυρό και καρφιά. Η απόλυτη κατάπτωση του αγνώμονος λαού αποκαλύπτεται όταν στη δημόσια τοποθέτηση του Ποντίου Πιλάτου: «Αθώος ειμί από του αίματος του δικαίου τούτου υμείς όψεσθε», ακούγεται η εωσφορική βοή, η οποία ηχεί ως ενσυνείδητη ομολογία της μιαιοφονίας: «Το αίμα αυτού εφ’ ημάς και επί τα τέκνα ημών». Εωσφορικός εγωισμός και δαιμονιώδης κακία υποτάσσουν τον σκληρόκαρδο λαό, ο οποίος παρόλο που εγεύθη τις πολλαπλές ευεργεσίες του Ιησού, εντούτοις καθίσταται μιαρός και δυσώδης φονευτής του δικαίου Ιησού. Και όντως το αίμα Ιησού καταπνίγει την ανομία τους.
Το κύριο πειθήνιο όργανο του διαβόλου, η σπείρα των Γραμματέων, Πρεσβυτέρων, Αρχιερέων και Φαρισαίων, που συναποτελούν την θρησκευτική και εθνική ηγεσία του υπόδουλου στους ειδωλολάτρες Ρωμαίους Ισραήλ, κινεί τα νήματα της θεοκτονίας. Το ανώτατο Ισραηλιτικό Συμβούλιο κατά παράβαση κάθε θρησκευτικού και κοσμικού νόμου, και καταστρατηγώντας κάθε έννοια δικονομικού δικαίου υφαίνουν το άνομο σχέδιο τους και στήνουν την «ανάκριση-δίκη παρωδία» προκειμένου να οδηγήσουν στον θάνατο τον αναμάρτητο και ανεξίκακο Ιησού. Με ψευδομάρτυρες πληρωμένους και εκφοβισμένους κατευθύνουν την όλη διαδικασία στην επαλήθευση της διπλής κατηγορίας ότι: α) ο Ιησούς είναι ψευδομεσσίας και β) επικίνδυνος επαναστάτης εναντίον του ρωμαϊκού κράτους. Από το άνομο δικαστήριο ανόμων ανθρώπων η δίκη του Ιησού καθίσταται βδελυρό στίγμα και αιώνιο όνειδος των δολοφόνων ψευδοκριτών.
Επιβεβαιώνεται και κατακυρώνεται η κατασκευασμένη κατηγορία των συκοφαντών Αρχιερέων, Γραμματέων και Φαρισαίων, οι οποίοι παραδίδουν τον Ιησού στον Πιλάτο για να εκτελέσει την σταυρική θανατική καταδίκη καθώς μόνον οι επικυρίαρχοι ρωμαίοι κατακτητές είχαν το δικαίωμα να εκτελούν τις σταυρικές καταδίκες, ενώ κατά τον Ιουδαϊκό νόμο θα έπρεπε να τον καταδικάσουν σε θάνατο με λιθοβολισμό. Η αρρωστημένη διαστροφή που γεννά η αμαρτία και η φθονερή θυγατέρα της, η κακία, οδηγεί τους Ιουδαίους να απαιτούν την φρικτή σταυρική θανάτωση του Ιησού παρόλο που ο Πιλάτος δεν επιθυμεί να τον δικάσει και τον καταδικάσει λέγοντας: « Λάβετε αυτόν υμείς και κατά τον νόμον υμών κρίνατε αυτόν». Η τραγικότητα της θρησκευτικής ηγεσίας του Ισραήλ έγκειται στο γεγονός της άκρας υποκρισίας και ψευδοευσεβούς τυπολατρείας τους καθώς γνωρίζουν ότι οδηγούν αδίκως στον θάνατο τον αναμάρτητο και δίκαιο Χριστό και ταυτοχρόνως επιδιώκουν να καταστήσουν τον Πιλάτο συνεργό στο ανοσιούργημά τους προκειμένου να αποποιηθούν την πνευματική ευθύνη και το ηθικό βάρος της αμαρτίας τους.
Ο Πόντιος Πιλάτος
Ο Πόντιος Πιλάτος είναι «σημείον αντιλεγόμενον» και αμφιλεγόμενο πρόσωπο. Εγκλωβισμένος ο ίδιος στο πανούργο και διαβολικό σχέδιο της σπείρας των Ιουδαίων φαντάζει ωσάν να ψυχορραγεί φοβούμενος την θρησκευτική ηγεσία του Ισραήλ, η οποία τον εμπλέκει άμεσα στην θανατική καταδίκη του αθώου Ιησού. Προσπαθεί μέσα από τις πολλαπλές ερωτήσεις προς τον Ιησού να ανακαλύψει την αλήθεια, αλλά η αλήθεια που είναι ένσαρκη και ίσταται ενώπιον του δεν την βλέπει, διερωτώμενος: «τι έστιν αλήθεια;». Δεν διστάζει να ομολογήσει: «εγώ ουδεμίαν αιτίαν ευρίσκω εν αυτώ» και προκειμένου να θέσει τέλος στην δοκιμασία του Ιησού, τον παραδίδει στους στρατιώτες να τον μαστιγώσουν και να τον εξευτελίσουν, ώστε να τον εμφανίσει στον μενόμενο όχλο για να τον συγκινήσει και να τον σώσει.
Αλλά και η επιλογή του Πιλάτου να εφαρμόσει την κατ’ έθος απελευθέρωση ενός καταδίκου εν όψει της εορτής του Ιουδαϊκού Πάσχα, καταδεικνύει ότι ο ίδιος παλεύει εσωτερικά με την συνείδησή του προκειμένου να σώσει τον Ιησού. Σε καμμία περίπτωση όμως δεν θα πρέπει να αποσιωπηθεί ότι ο Πιλάτος γνωρίζει καλά την δεινή θέση στην οποία τον είχε οδηγήσει η σπείρα των Ιουδαίων και φοβούμενος μήπως εκτεθεί στην Ρώμη και απωλέσει την θέση του ύστερα από την δόλια τακτική των Ιουδαίων να τον θέσουν εκβιαστικά προ των ευθυνών του, όταν κατηγορούν φθονερώς τον Ιησού ως ψευδοπροφήτη, ψευδομεσσία και κυρίως ως επαναστάτη Βασιλέα του Ισραήλ που αντιστρατεύεται την εξουσία και κυριαρχία του αυτοκράτορος, τελικώς εν πλήρει συνειδήσει συνηγορεί στο ανοσιούργημα τους. Δεν λειτουργεί με κριτήριο την δικαιοσύνη, αλλά ενεργεί για να σώσει την καριέρα και το κεφάλι του συλλογιζόμενος το «ίδιον όφελος». Ο Πιλάτος με δολιότητα προσπαθεί ν’ αποσπάσει από τον Ιησού την κατάλληλη ομολογία για να θεμελιώση την ανυπόστατη κατηγορία και τον ερωτά: «Συ ει ο Βασιλεύς των Ιουδαίων;». Ο ευθυνόφοβος Πιλάτος δεν ενδιαφέρεται να σώσει τον Ιησού, αλλά ως άτολμος, δειλός και μοιραίος εκπρόσωπος της κοσμικής εξουσίας αγωνίζεται να κρατήσει την εξουσία του. Προκαλεί μάλιστα εντύπωση η θρησκευτική και εθνική αποστασία του Ισραήλ, ιερατείου και λαού, όταν φθάνει στην απόλυτη κατάπτωση να αποδεχθεί την ειδωλολατρική ηγεσία των Ρωμαίων δυναστών του μόνο και μόνο για να δολοφονηθεί ο Ιησούς, ομολογώντας με ωμότητα: «ουκ έχομεν Βασιλέα, ει μη Καίσαρα».
Η σύζυγος του Πιλάτου και ο ρωμαίος ειδωλολάτρης εκατόνταρχος
Στην τρέλα του προδότη λαού και στον φόβο που επιβάλλει το δυσεβές Ιερατείο, όλα φαντάζουν απογοητευτικά και πνιγμένα στο σκότος της ανομίας. Εντούτοις λίγες αχτίδες ελπίδος προβάλλουν μέσα από την αγαθή προαίρεση ορισμένων προσώπων που αναγνωρίζουν στο πρόσωπο του Ιησού τον Μεσσία. Η σύζυγος του Πιλάτου «κατ’ όναρ» δέχεται την αποκαλυφθείσα θεόθεν αλήθεια στο πρόσωπο του Κυρίου, όπως και ο ρωμαίος ειδωλολάτρης εκατόνταρχος, ο οποίος ιστάμενος ενώπιον του στον Γολγοθά κατά τις «μεγάλες ώρες» του θείου πάθους, ομολογεί υπό του Θεού φωτιζόμενος στα ενδότατα των μυχίων της ψυχής του: «Αληθώς Θεού υιός ην ούτος». Η τραγικότητα των στιγμών αυτών εντείνεται ακόμη περισσότερο εάν αναλογισθεί κάποιος ότι ο εθνικός (ειδωλολάτρης) εκατόνταρχος αν και «θεοστυγής», όπως χαρακτηρίζονται οι ειδωλολάτρες, πιστεύει στο πρόσωπο του Ιησού και αργότερα ως οπαδός του Ναζωραίου υπομένει το μαρτύριο του αίματος, ενώ οι ιουδαίοι, ο «περιούσιος λαός», καθίστανται «θεοκτόνοι» από την εωσφορική και «αυτόφθονη» κακία και το αβυσσώδες μίσος τους. Τυφλοί οδηγούνται στην πνευματική απώλεια.
Ο Ιωσήφ και ο Νικόδημος
Οι δύο επιφανείς άνδρες του Ισραήλ, ο ευσχήμων Βουλευτής Ιωσήφ και ο Νικόδημος υπερβαίνουν τον ανθρώπινο φόβο που γεννά η αμαρτία και η δυσπιστία ή απιστία έναντι του Ιησού, αιτούνται το σώμα του μεγάλου νεκρού από τον Πιλάτο και κατ’ εφαρμογή των νενομισμένων του Ιουδαϊκού νόμου ενταφιάζουν αυτό στο «καινόν μνημείον» που ήταν ιδιόκτητο επ’ ονόματι του Ιωσήφ. Οι θεοφώτιστοι Πατέρες της Εκκλησίας αναφέρονται στο θάρρος και τον ηρωισμό των δύο ανδρών, οι οποίοι κινούμενοι εξ αγάπης και με ανθρώπινο σεβασμό στο πρόσωπο του νεκρού Ιησού δεν υπολογίζουν το κοινωνικό και προσωπικό κόστος της επιλογής και πράξεώς τους, αλλά ενεργούν ελευθέρως και αυτοπροαιρέτως.
Οι Πατέρες της Εκκλησίας συγκρίνουν την στάση των δύο επιφανών ανδρών του Ισραήλ με εκείνη των μαθητών που φοβισμένοι κρύπτονται εγκαταλείποντας τον Διδάσκαλο, ενώ ακόμη και την ώρα που θα έπρεπε να ζητήσουν το σώμα του Κυρίου για να το ενταφιάσουν είναι απόντες, πλην του Ιωάννου «όν ηγάπα ο Κύριος». Οι κρυπτόμενοι «δια τον φόβον των Ιουδαίων» μαθητές είναι διασκορπισμένοι αφού πατάχθηκε ο Ποιμένας και όντας χλιαροί περί την πίστη στο πρόσωπο του Κυρίου βιώνουν την απελπισία και την απόγνωση του φόβου και της ανασφάλειας που γεννά η επενέργεια της αμαρτωλής και αδύναμης ανθρώπινης φύσεως.
Οι γυναίκες ενώπιον του σταυρωθέντος Ιησού
Τα μόνα πρόσωπα που ίστανται ενώπιον του σταυρωθέντος Ιησού είναι οι γυναίκες με πρώτη την Υπεραγία Θεοτόκο, εξαιρουμένου του νεαρού μαθητού Ιωάννου, οι οποίες εμφορούμενες από την ανυπόκριτη και πανσθενουργό αγάπη για το πρόσωπο του Ιησού ακυρώνουν και αποβάλλουν τον ανθρώπινο φόβο καθώς «η αγάπη έξω βάλλει τον φόβον». Γι’ αυτό και ο Ιερός Χρυσόστομος επισημαίνει ότι «και το ασθενέστερον γένος ανδρειότερον εφάνη τότε». Αυτές οι γενναιόφρονες γυναίκες που μόνες βίωσαν τις «μεγάλες ώρες» του Γολγοθά και πάλι αυτές θα γευθούν την ευφρόσυνη χαρά της πρώτης είδησης ότι «ηγέρθη ο Κύριος».
ΙΩΑΝΝΟΥ ΕΛ. ΣΙΔΗΡΑ

Πορεία προς την Ανάσταση της Νοτίου Μαδαγασκάρης. Η Μαρτυρία του Χριστού στα σύγχρονα έθνη


Κάποτε διάβασα σε ένα ιεραποστολικό περιοδικό: «ο Ιεραπόστολος μεταξύ των άλλων είναι ένας παγκόσμιος ζητιάνος…» και τότε κατάλαβα ότι αυτό θέλω να γίνω. Ένας παγκόσμιος ζητιάνος! Ένα συνεχές «χρειάζομαι», ένα «χρειάζομαι» που δεν εκφράζει εμένα αλλά τον άλλον. Ένα «χρειάζομαι» που τρέχει με αεροπλάνα, πλοία, αυτοκίνητα όπου υπάρχει διάθεση για προσφορά. Ένα «χρειάζομαι» προσευχή, ανθρώπους, φάρμακα, τρόφιμα, ρούχα, χρήματα. Και ως «ζητιάνος» δε θα νιώσω ποτέ ντροπή, άλλωστε αυτό είναι πολυτέλεια, το χρέος μου προς σε αυτά τα παιδιά και στην Μητέρα Εκκλησία με καλεί και πάλι να απλώσω το χέρι μου ούτως ώστε να βοηθήσουμε όλοι είτε με τη φυσική μας παρουσία είτε με ένα ελάχιστο χρηματικό ποσό είτε με υλική βοήθεια σε είδη πρώτης ανάγκης μια χώρα που συγκαταλέγεται στις φτωχότερες του κόσμου. Όραμα μας να μπορέσουμε να χτίσουμε αρκετά σχολεία, ορφανοτροφεία και κέντρα υγείας ούτως ώστε να προσφέρουμε ένα καλύτερο αύριο στους αδελφούς μας. Ένα καλύτερο αύριο…

ΜΕ ΤΟ ΧΡΙΣΤΟ ΣΤΗΝ ΟΔΟ ΜΑΡΤΥΡΙΟΥ – ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ ΚΟΤΤΑΔΑΚΗΣ



ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ  ΚΟΤΤΑΔΑΚΗΣ
Με αυτόν τον τίτλο μεταδόθηκαν το έτος 1992 από το Ρ.Σ. «Πειραϊκή Εκκλησία» εφτά εκπομπές για τη Μ. Εβδομάδα με βασικό υπόβαθρο την Υμνογραφική κλίμακα. Μικρή φιλοκαλία της 1ης και Εισαγωγικής,  και αναθεωρημένη η 4η της Μεγάλης Τρίτης.  «Της αλειψάσης τον Κύριον μύρω πόρνης γυνακός …», προσφέρονται αδελφικά ως επιστολή αναφοράς στη Μ. Εβδομάδα του 2019.
1η  Φιλοκαλία Εισαγωγικής.
Έχει τονιστεί ότι η Ορθοδοξία ζει τη Μ. Εβδομάδα, ως την κορυφαία του χρόνου, γιατί είναι, «η Εβδομάδα των μεγάλων κατορθωμάτων του Χριστού … αυτών που έβαλαν τέλος στην εποχή του θανάτου … άνοιξαν τον παράδεισο της αγάπης του Θεού, έκαναν βεβαιότητα την ελπίδα του ουρανού, την όντως ζωή»-Άγιος Ιωάννης Χρυσόστομος.
       Βέβαια η εποχή μας απογύμνωσε τον άνθρωπο-όχι λίγο το χριστιανό Δύσης και Ανατολής-από την Αλήθεια της Μεγάλης Ελπίδας ! Τον παγίδευσε στο λαβύρινθο του ορθολογισμού, που τον απέκοψε από τη δυναμική της άνω αναφοράς, και τον παρέδωσε στο δαιμονισμό των αισθήσεων. Έτσι τις ιερότητες των κορυφαίων γεγονότων της Μ. Εβδομάδας τις προσεγγίζει πιο πολύ από τη λαογραφική τους πλευρά, την ιστορική, ήγουν, παρελθοντική, την αισθητική που ταιριάζουν στα ψαλιδισμένα φτερά του. Επί πλέον, τις ενέταξε στο ποδοβολητό της φυγής, της ευκαιρίας τουριστικής περιπέτειας, δίαυλο από τον οποίο τις πέρασε στον καταναλωτικό μινώταυρο της εποχής που μεταποιεί το χρόνο, και αυτόν τον ιερό, σε χρήμα και απόλαυση, με κάποια επίφαση ή απόφυση χριστιανική.
      Έτσι μένει ακοινώνητος από ουσία, άγευστος από νόημα, ανίδεος για τη σημασία και αξία της. Τελειώνουν οι ιερές ημέρες και επιστρέφει μοναχικός και αδικαίωτος στα ίδια αδιέξοδα της καθημερινής πεζότητας. Οι ιερότητες των ημερών δεν γίνονται γι αυτόν γεύση «άλλης βιωτής, της αιωνίου απαρχή». Βλέπετε και η Εκκλησιαστική πνευματική ηγεσία, έχοντας περάσει απότομα από την κατάσταση και τάξη της μοναρχικής χριστιανικής επιβολής στη σημερινή του ανοιχτού κόσμου μικρού χωριού, δεν έχει προφτάσει να ανασυνταχτεί ως θα έπρεπε στις πνευματικές ανάγκες του.    
    Αυτά δεν γράφονται ως αιχμές κρίσης ή κατάκρισης κανενός. Αυτά καταθέτονται ως αιχμές αφύπνισης και ευθύνης κάθε χριστιανού, ιδιαίτερα εκκλησιαστικού πνευματικού ταγού, ορθόδοξου, ρωμαιοκαθολικού, προτεσταντικού, ως ιστορικά έχει τεμαχιστεί ο άρραφος χιτώνας του Χριστού ! Ως αιχμές χρέους μας απέναντι στον άνθρωπο και αυτής της εποχής, ας μην ξεχνάμε, «αδελφό του Χριστού» ! Που χάνει μένοντας ακοινώνητος από τις γεύσεις της Αλήθειας για τη ζωή που κομίζουν οι μεγάλες ώρας αυτής της Αγίας και Κορυφαίας  Εβδομάδας. Ως αιχμές χρέους για τον τρόπο που θα μπορούσε να τις γευτεί ως ιερουργούνται-δηλαδή, γίνονται μυστική επικαιρότητα- σε κάθε Ναό, που μεταμορφώνεται σε Κρανίου τόπο, στον ίδιο εκείνο Γολγοθά, στην ανηφοριά του οποίου βηματίζει «κατάστικτος τοις μώλωψιν» ο ίδιος Εκείνος θείος Οδοιπόρος, φέρων στους ώμους τον ασήκωτο και από το βάρος του ξύλου, και πιο πολύ από αυτό των αμαρτιών όλων των ανθρώπων Σταυρό ! Από την εκπληκτικά ρεαλιστική συνάμα και υψηλή και θεία υμνογραφία της βραδιάς και να νιώσει ως  συνοδοιπόρος Του στην αιμάτινη πορεία στο Σταυρό, τον Τάφο, στον Αναστάσιμο θρίαμβο Αυτού. Στο Πάσχα πέρασμα από το θάνατο στη Ζωή.
       Πιο απλά, πιο πρακτικά, κάθε χρονιά κλιμακωτά να ανεβεί ένα σκαλοπάτι πιο ψηλά, να κινηθεί ένα ακόμα βήμα στο Χριστό πιο κοντά ! Να ανανεώσει μέσα του τη μεγάλη ελπίδα, ότι δεν είναι η ζωή «βίος αβίωτος» που τελειώνει εδώ. Χάρη στη θυσία του «Καλού Ποιμένα» Χριστού, έχει πύλη ανοιχτή στην περίσσεια της-«Εγώ ήλθον ίνα ζωήν έχωσιν, και περισσόν έχωσιν»-«Εγώ όμως ήρθα για να έχουν τα πρόβατά μου ζωή, και μάλιστα ζωή περίσσια»,Ιωαν.10,10- στην ατελεύτητη κοινωνία της Αγάπης του Θεού !
4η  Μ. Τρίτη Εσπέρας. «Της αλειψάσης τον Κύριον μύρω πόρνης γυναικός …»

    Το βράδυ της Μ. Τρίτης τελούμε την πιο γνωστή και πιο αγαπητή σε παν-ορθόδοξη κλίμακα Ακολουθία του Νυμφίου. Βασικό θέμα της είναι η μεγαλειώδης πράξη ταπείνωσης ως έκφρασης άπειρης ευγνωμοσύνης στον Κύριο μιας πόρνης γυναίκας που η Αγάπη Του συγχώρεσε τα πολλά κρίματα της ζωής της. Έλυσε τα μαλλιά της κεφαλής της-σημάδι έσχατης ταπείνωσης-και σπόγγισε με αυτά το πολύτιμο μύρο συν τα δάκρυα που η ίδια λίγο πριν ευγνωμονούσα, είχε αλείψει τα πόδια του Χριστού. Στην ιδιαίτερη αγάπη αυτής της Ακολουθίας, πέρα από το θέμα που δίνει  στον καθένα υποσυνείδητα αφορμή για αυτοκριτική, έχει συντελέσει αποφασιστικά το εκπληκτικό Δοξαστικό της βραδιάς, «Κύριε, η εν πολλαίς αμαρτίες περιπεσούσα γυνή …», ποίημα της Οσίας Κασίας ή Κασσιανής μοναχής, της οποίας έχει κακοποιηθεί επώδυνα η ιστορία προς τέρψη της λαϊκής μυθομανίας !
      Στον υπομνηματισμό της Ακολουθίας υπογραμμίζονται τα εξής: «Τη Αγία και Μ. Τετάρτη-κάθε εσπερινή Ακολουθία είναι ο Όρθρος, η Πρωινή Ακολουθία της επόμενης ημέρας-της αλειψάσης τον Κύριον μύρω πόρνης γυναικός μνείαν ποιείσθαι οι θειότατοι Πατέρες εθέσπισαν, ότι προ του σωτηρίου Πάθους μικρόν τούτο γέγονεν». Ήδη  από την αρχή της Ακολουθίας ο  Υμνογράφος της Εκκλησίας με έναν ύμνο υψηλής πυκνότητας μας εισάγει σε αυτό το φοβερά ανθρώπινο για την τραγικότητά του θέμα, αλλά και έκτακτα θείο, για τον πλούτο της αποκαλυπτόμενης αγάπης του Χριστού. Παράλληλα αρχίζει να μας προϊδεάζει ανοιχτά, να μας δείχνει με εσωτερική οδύνη λίαν ευδιάκριτα την αποκρουστική πράξη, που προωθεί «χωρίς αιδώ, χωρίς ντροπή» καμιά πια, «μαθητής ο αχάριστος». «Πόρνη προσήλθε Σοι, μύρα συν δάκρυσι, κατακενούσα σου ποσί φιλάνθρωπε, και δυσωδίας των κακών, λυτρούται τη κελεύσει σου». Με υπέροχη δύναμη σε δυο-τρεις στίχους μας δίνει παραστατικά τη δραματική όσο και μεγαλειώδη πράξη και τη διάστασή της. Μια πόρνη προσέρχεται με μύρο και δάκρυ. Αδειάζει στα πόδια του Χριστού το πολύτιμο μύρο, και κάνει ακόμα πιο υπέροχο το άρωμά του με τα από καρδίας δάκρυα μετανοίας-συνάμα και ευγνωμοσύνης της, Και η άμετρη φιλανθρωπία της Αγάπης του Χριστού, εκδηλώνεται άμεσα. Αυτό το, «και δυσωδίας των κακών, λυτρούται τη κελεύσει σου», ιδιαίτερα η τελευταία λέξη, «τη κελεύσει Σου»,υπογραμμίζουν απόλυτα την αμεσότητα του αποτελέσματος, μια αμεσότητα εγγυημένη από Εκείνον που διακήρυξε, «εδόθη μοι πάσα εξουσία εν ουρανώ και εν γη»-Ματθ.28,18. Ένα νεύμα- κέλευσμα, και η δυσωδία των παθών, ή να το πούμε αλλιώς, η τραγικά πικρή δοκιμασία αυτής τη γυναίκας, παίρνει τέλος.
      Και την ώρα που συμβαίνει αυτό το υπέροχο γεγονός ο υμνογράφος μας παραπέμπει στην αποκρουστική πράξη ενός δικού Του, μια πράξη που αγγίζει τα όρια της βλασφημίας του Αγίου Πνεύματος. «Πνεων δε την χάριν Σου, μαθητής ο αχάριστος, ταύτην αποβάλλεται, και βορβόρω συμφύρεται φιλαργυρία απεμπολών Σε» ! Η αντίστροφη κίνηση-προσέχουμε μήπως για μας το λέει-καθένας μας και μαθητής του. Αχάριστος, καθώς αποβάλλει την ατμόσφαιρα χαρισματικής αγάπης μέσα στην οποία ζούσε τρία ολόκληρα χρόνια κοντά στο Χριστό, και πέφτει και κυλιέται στο δικό του βόρβορο ξεπουλώντας από αθεράπευτη φιλαργυρία το θείο Διδάσκαλο και στην πιο εξευτελιστική τιμή. Διό και ο υμνογράφος σαν να βιάζεται να προσπεράσει, να ρίξει στη λησμονιά αυτή την απίστευτη αθλιότητα, κλείνει  γρήγορα τον ύμνο μετακινώντας μας σε μια λιτή δοξολογία της ευσπλαχνίας του Χριστού. «Δόξα Χριστέ τη ευσπλαχνία σου». Είναι σαν να λέει, ανθρώπινα πολύ ανθρώπινα. «Δεν την αντέχω, Κύριε, με συγχωρείς δεν ξέρω τι να πω, αυτή την ευσπλαχνία Σου». Κατά κάποιο τρόπο, αφού τα ήξερες όλα, απορώ πώς δεν τον κεραυνοβόλησες !
Στην ίδια γραμμή κινούνται  άλλοι ύμνοι της Ακολουθίας. «Η πόρνη εν κλαυθμώ ανεβόα Οικτίρμον, εκμάσουσα θερμώς τους αχράντους σου πόδας, θριξίν της κεφαλής αυτής και εκ βάθους στενάζουσα». Η πόρνη με κλάμα συντριβής προσέφευγε στην Αγάπη Σου, καθώς έφτασε στην πράξη έσχατης ταπείνωσης για μια γυναίκα εκείνης της εποχής, να λύσει δηλαδή τα μαλλιά της και να σφουγγίζει με όλη της θέρμη τα αμόλυντα πόδια σου !  Συνάμα από τα βάθη του είναι της να βγάζει κραυγή αγωνιώδους ικεσίας. «Μη απώση με μηδέ βδελύξη, Θεέ μου. Αλλά δέξαι με μετανοούσαν και σώσον με ως μόνος Φιλάνθρωπος». Μη με αποδιώξεις, μήτε να αποτραβηχτείς Θεέ μου, με το δίκιο σου βέβαια για το βδελυρό και αποκρουστικό των πράξεων μου. Αλλά  δέξου τη μετάνοιά μου για όλα όσα έχω κάνει, και σώσε με, Εσύ που είσαι  ο μόνος Φιλάνθρωπος.
Θα περάσω σε έναν ακόμη από τους υπέροχους ύμνους της Ακολουθίας με υψηλή σύλληψη των αισθημάτων της πόρνης, θαυμασμό της ανοιχτής ομολογίας και παραδοχής της φοβερά δύσκολης θέσης της, αλλά και της τολμηρής υποθήκευσης της μετανοίας της «Σε τον της Παρθένου Υιόν, πόρνη επιγνούσα Θεόν έλεγε». Ανοιχτή καταγραφή της υψηλής κίνησης της πόρνης γυναίκας,  από την αρχή γνωρίζει καλά σε ποιον απευθύνεται. Σε ένα Θεό που έγινε και άνθρωπος από το πιο καθαρό πλάσμα της ιστορίας, την Παναγία Θεοτόκο Παρθένο Μαρία. Σε ένα Θεό που τόλμησε να αποδεχτεί την άβυσσο της ανθρώπινης μοίρας, από τούτο, πόσο ανθρώπινο, πόσο κοντά στους ανθρώπους. «Σε τον της Παρθένου Υιόν». Ανοίγει την καρδιά της και θερμοπαρακαλεί αισθανόμενη ότι οι πράξεις της είναι λίαν αξιοδάκρυτες. «Εν κλαυθμώ δυσωπούσα ως δακρύων άξια πράξασα». Και τι ακριβώς λέει στη θερμή της παράκληση.«Διάλυσον το χρέος, ως καγώ τους πλοκάμους, αγάπησον φιλούσαν, την δικαίως μισουμένην, και πλησίον τελωνών σε κηρύξω, Ευεργέτα Φιλάνθρωπε». Διάλυσε, σκόρπισε, εξαφάνισε τα χρέη των αμαρτημάτων μου, όπως εγώ τούτη την ώρα διαλύω τα μαλλιά της κεφαλής μου. Χάρισε την αγάπη σου σ’ αυτήν που σου φιλάει τα πόδια, και είναι μια γυναίκα που με το δίκιο τους μισούν όλοι, απολαμβάνοντας βέβαια και τις … χάρες της, και συνάμα αισθανόμενοι υποκριτικά απέχθεια σ’ αυτήν για την …«πράξη της» ! Η οποία όμως γυναίκα τούτη την ώρα, έφτασε να σου δείχνει μια υπέροχη άλλη αγάπη. Και η αγάπη που θα της χαρίσεις δε θα πάει χαμένη, θα γίνει διαπρύσιο κήρυγμα στους τελώνες, άλλους από άλλο δρόμο βαριά χτυπημένους από την αμαρτία, καθώς θα δουν από την περίπτωσή μου ότι υπάρχει  ένας Θεός Ευεργέτης και Φιλάνθρωπος.
Η επιβολή ανάλογου πνεύματος ύμνων τη Μ. Τρίτη το βράδυ, είναι κυριολεκτικά συγκλονιστική και ολοκληρωτική. Τέτοιοι είναι κι εκείνοι που την παρουσιάζουν να αγοράζει το πολύτιμο μύρο, λέγοντας στον μυροποιό ότι θέλει το πιο καλό για να αρωματίσει, τον ευεργέτη της, αυτόν που τις εξάλειψε όλες τις αμαρτίες. Και ο άλλος, όπου «η βεβυθισμένη τη αμαρτία» βρίσκει το Χριστό ως λιμάνι της σωτηρίας, και τον δείχνει σε όλο τον κόσμο, τόσο αυθεντικά, τόσο υπέροχα με κείνο το: «Ίδε ο των αμαρτανόντων την μετάνοιαν φέρων». Να, δείτε όλοι, Αυτός είναι που φέρνει τη μετάνοια των αμαρτωλών !
      Όλοι αυτοί οι ύμνοι έχουν μια εξαιρετική δυναμική , γιατί φανερώνουν και τη μετάνοια και τη συγχώρεση, ως αυθεντικές καταθέσεις εμπειρίας μιας έκτακτα διακεκριμένης, αλλά και αποδοκιμασμένης για τη ζωή της γυναίκας. Και θα πρόσθετα ότι λειτουργούν σαν άμεσες προκλήσεις μίμησης από τον καθένα μας οτιδήποτε κι αν έχει  κάνει ! Ιδιαίτερα αν κρίνει κανείς και από τη μεγάλη κραυγή ομολογίας με την οποία κλείνει ένας άλλος ύμνος όπου αντιπαρατίθεται το πιο αποκρουστικό και ασύγκριτα πιο αξιοκατάκριτο της πράξης του Ιούδα και της ζωής της πόρνης, που βγήκε όμως στην οδό της μετάνοιας. «Δεινόν η ραθυμία ! Μεγάλη η μετάνοια» ! Που διαβάστε, ακούγοντάς το μέσα σας πιο πολύ στον υψηλό τόνο που το αποδίδει συνήθως ο Πρωτοψάλτης !
       Να ολοκληρώσουμε με ένα ταχύ ερμηνευτικό πέρασμα από τον τελευταίο ύμνο της Ακολουθίας της Μ. Τρίτης, πριν το αναμενόμενο με αδημονία από όλους υπέροχο δοξαστικό, ποίημα Κασσιανής μοναχής της Οσίας. «Κύριε οι εν πολλαίς αμαρτίαις περιπεσούσα γυνή», που με τη δέουσα ευλάβεια και ψαλτική τέχνη φιλοδοξούν να εκτελέσουν και εκτελούν κάθε χρόνο βυζαντινοί χοροί μέσα και έξω από τους Ναούς. Ο τελευταίος λοιπόν ύμνος αρχίζει. «Η απεγνωσμένη δια τον βίον, και επεγνωσμένη δια τον τρόπον»Και, από τον πρώτο στίχο σε καθηλώνει συνάγοντας ότι. «Η απελπισμένη για την άθλια ζωή της, γίνεται καταξιωμένη από το Χριστό χάρη στον τρόπο της, την αυταπόδεικτα ειλικρινή της μετάνοια»! Κι εκείνο το, «μη με την πόρνην απορρίψης ο τεχθείς εκ Παρθένου», που παίρνει ειδικό βάρος, γιατί ξεκαθαρίζει ότι ο Χριστός και ως άνθρωπος προέρχεται από τον αντίπερα όχθη, αυτή της παρθενικής  καθαρότητας !  Και το, «μη μου τα δάκρυα παρίδης, η χαρά των αγγέλων», που είναι απήχημα της μεγάλης χαράς που γίνεται «εν ουρανώ μεταξύ των αγγέλων του Θεού επί ενί αμαρτωλώ μετανοούντι»,Λουκ.15.7-ολοκληρώνουν. Από κει και πέρα προϊδεάζεσαι ανοιχτά για την βεβαιότητά της πως θα δεχτεί  την μετανοούσα γυναίκα Αυτός που δεν την απόδιωχνε τον καιρό που κυλιόταν στο βούρκο της αμαρτίας. Αυτό το, «ην ουκ απώσω αμαρτάνουσαν», πόσες χριστιανικές ψευδό-εξασφαλίσεις δεν τινάζει στον αέρα. Πόσα ρήγματα δεν προκαλεί στην ψευδό-ευσέβεια της απόρριψης του στιγματισμένου για πάντα ως αμαρτωλού, κι ας έχει αλλάξει πια ζωή,  όχι σπάμια πρακτική της χριστιανικής κοινότητας, αντίστροφη από αυτή του Διδασκάλου !
     Τώρα, αν όλοι οι ύμνοι της βραδιάς θα μπορούσαν να θεωρηθούν συγκλονιστικά διαψάλματα της αβυσσαλέας αγάπης του Θεού προς τον αμαρτωλό άνθρωπο από την περίπτωση της πόρνης γυναίκας, το Δοξαστικό με το οποίο κλείνει η Ακολουθία της Μ. Τρίτης, και είναι ποιητικός καρπός της Οσίας Κασσιανής, θα θεωρούνταν  ανεπιφύλακταως ο θριαμβευτικός παιάνας του θείου ελέους. Κι αν μένει άλυτο για κάποιους ακόμα το φιλολογικό πρόβλημα της ενότητας του ύμνου, και ατυχώς δίνει τροφή-αφορμή στα γνωστά παρά- φιλολογικά παιχνίδια,είναι απόλυτα λυμένο αυτό που προέχει, το πνεύμα της απέραντης αγάπης του Θεού στον οποιασδήποτε έκτασης και βάθους αμαρτωλό που καταθέτει από τους στίχους του η αγία ποιήτρια και μεγάλη υμνογράφος της Εκκλησίας.
    «Κύριε η εν πολλαίς αμαρτίαις περιπεσούσα γυνή». Και εδώ από τις πρώτες λέξεις καθένας μας ως πιστός χριστιανός μετακινείται αυτόματα στο δικό του εσωτερικό κόσμο, διαβάζει κι ακούει μέσα του  τα πολλά ή λίγα δικά του κρίματα. Κύριος οίδε αν ή πόσο προχωρεί και στα τολμήματα της συνέχειας με πρώτο εκείνη την φοβερή ομολογία, «την σην αισθομένη θεότητα μυροφόρου αναλαβούσα τάξιν οδυρομένη, μύρα σοι προ του ενταφιασμού κομίζει». Θα έλεγα χωρίς τον παραμικρό δισταγμό ότι όλη τη δύναμη των στίχων την απορροφά κυριολεκτικά εκείνο το, «αισθομένη», «την σην αισθομένη θεότητα». Αυτή η αφοπλιστική κατάθεση άμεσης αίσθησης της θεότητας του Χριστού, όχι αντίληψης για τη θεότητά του, που έρχεται ύστερα από μια γυμναστική του νου, μια χλιαρή λογική επεξεργασία, σαν αυτή επιχειρεί ο σημερινός άνθρωπος για να πείσει εαυτόν, ότι τέλος πάντων κάτι υψηλό και ανώτερο θα υπάρχει. Αγνοεί την πίστη ως προσωπική σχέση εμπιστοσύνης, τη συγχέει με τη λογική τεκμηρίωση και συνακόλουθη πειθώ, ως τυπικό παράγωγο στοιχείων γνώσης.
     Αλλά ! «Ο Θεός δεν είναι μια ιδέα που την αποδείχνουμε, είναι ένα Πρόσωπο σε σχέση με το οποίο ζούμε», λέει εκπληκτικά εύστοχα,όσο και εντελώς αλλιώτικα ένας πονεμένος μεγάλος χριστιανός, ο Δανός Υπαρξιστής φιλόσοφος της εποχής μας Σαίρεν Κιρκεγκώρ.«Αιρετικός», βέβαια, κι αυτός για τους γνωστούς μικρονοϊκούς που θέλουν «αιρετική» και στερημένη από Χριστό συλλήβδην όλη τη Δυτική χριστιανοσύνη. Το πρόσωπο σε γεμίζει με αίσθηση παρουσίας ! Για τούτο αυτό το. «την σην αισθομένη θεότητα», σημαίνει «νιώθω, αισθάνομαι να σε έχω απέναντι, ζωντανή παρουσία όλον ως Θεό και Άνθρωπο, νιώθω ότι μιλάω μαζί Σου πρόσωπο με πρόσωπο ! Αυτό είναι πίστη χριστιανική και ορθόδοξη με τα όλα της, και μακάριος όποιος τη ζει έτσι !  Γιατί τότε ανοίγει το δρόμο για όλα τα άλλα,«μυροφόρου αναλαβούσα τάξιν», μπαίνω στην τάξη της μυροφόρου, και με οδυρμό σου καταθέτω «ακαλύπτω προσώπω» ως άνθη ευλάβειας τα πολλά ή λίγα κρίματά μου, εγώ ο ξεπεσμένος σε πολλές αμαρτίες, ως μύρα της αγάπης μου, λίγο πριν τον ενταφιασμό σου.
     Αυτά αναλογίζομαι, τώρα που έχω απέναντι Εσένα, και ομολογώ και λέω. «Αλί μου, και τρις αλί, μέσα μου βλέπω νύχτα φοβερή, παραφορά για ακολασία δυνατή, σκότος ζοφερό, κατάμαυρο σαν της ασέληνης νύχτας ο έρωτας για αμαρτία που με κατακλύζει». «Οίμοι λέγουσα ότι νυξ μοι υπάρχει, οίστρος ακολασίας, ζοφώδης τε και ασέληνος έρως της αμαρτίας».  Αλλά ! Φτάνει πια, η τραγωδία μέχρις εδώ ! «Ο κύβος ερρίφθη», η μεγάλη απόφαση, «Μετάνοια», ελήφθη ! «Δέξου, λοιπόν, τα αστείρευτα σαν τις πηγές δάκρυά μου, Εσύ που βγάζεις στα ύψη σαν σύννεφα τα νερά των θαλασσών. Σκύψε κι άκουσε τους στεναγμούς της καρδιάς μου, Εσύ που δεν δίστασες να αποτολμήσεις το πιο αβυσσαλέο σκύψιμο, την κάθοδό Σου στη γη από τον ουρανό, την ανέκφραστη με λόγια, κατά Απ. Παύλο κένωσή Σου, το άδειασμα της θεότητάς σου μέσα σε μια ανθρώπινη φύση». «Δέξαι μου τας πηγάς των δακρύων, ο νεφέλαις διεξάγων της θαλάσσης το ύδωρ ! Κάμφθητί μοι προς τους στεναγμούς της καρδίας, ο κλίνας τους ουρανούς τη αφάτω Σου κενώσει». Έμπλεος ευγνωμοσύνης για τη συγχώρεση θα φιλήσω κι εγώ με όλη μου την καρδιά, και με όση μου έχει απομείνει τρυφερότητα τα αμόλυντα πόδια σου»«Καταφιλήσω σου τους αχράντους σου πόδας», θα τα ποτίσω με τα δάκρυα της μετανοίας μου, και «αποσμίξω τούτους δε πάλιν», και θα τα σφουγγίσω, όχι με τα μαλλιά της κεφαλής μου όπως η πόρνη, αλλά με την ολόκαρδη ευχαριστία της αγάπης μου !
      «Ων εν τω παραδείσω Εύα το δειλινόν κρότον τοις ωσίν ηχηθείσα τω φόβω ακρύβη». Είμαστε στο περιβόητο σημείο αιχμής, την τάχα μου αναντιστοιχία της συνέχειας με τα πριν, και αφορμή  στα μυθιστορηματικά παίγνια τέρψης και μυθομανίας λαϊκής. Μακριά, θυμάται η Υμνογράφος, η Εύα της παράβασης από όλα αυτάμετάνοια, δάκρυα, αρωματική ευχαριστία-όπως και ο Αδάμ, σαν άκουσαν κρότο, το γνωστό ήχο της παρουσίας του Θεού «περιπατούντος εν τω παραδείσω το δειλινόν, και εφοβήθησαν και εκρύβησαν ότι ήσαν γυμνοί», κατά τη ρεαλιστική περιγραφή της Μωσαϊκής Γένεσης. Τι άλλο τους έμενε να κάνουν, είχαν κάνει την παράβαση, τα είχαν κάνει μούσκεμα, και ήταν στερημένοι από όλα αυτά πια- «Ων…» ! Όχι όμως εγώ, σαν να λέει η Υμνογράφος στο όνομα κάθε μετανοούντος χριστιανού, κάθε άσωτου επιστρέφοντος στον Πατέρα Θεό ! «Αμαρτιών μου τα πλήθη και κριμάτων σου αβύσσους τις εξιχνιάσει, ψυχοσώστα Σωτήρ μου».«Αμαρτιών μου τα πλήθη, λοιπόν, απέναντι στην ανεξιχνίαστη άβυσσο της θείας κρίσης Σου ψυχοσώστη Σωτήρα μου» ! «Μη με την σην δούλην, τον σον δούλον, μετανοούντας  παρίδεις, είμαι βέβαιη-βέβαιος ότι δεν θα προσπεράσεις, γιατί είσαι ο αμέτρητον έχων το έλεος». Η μόνη ελπίδα σωτηρίας για κάθε χριστιανό, για κάθε άνθρωπο που φτάνει να μετανοεί, να γυρίζει στο Μόνο που τον αγαπά Πατέρα !
     Κατάθεση ελπίδας σε μόνιμη βάση για κάθε χριστιανό και κάθε άνθρωπο που επιστρέφει στο Θεό  ο Ύμνος αυτός ! Όντως δοξολογία στο Θεό της Αγάπης, μιας Αγάπης που προεκτείνεται σε άπειρο έλεος, και ευτυχής όποιος «ποντάρει» έγκαιρα σ’ αυτό. Γιατί πάντα «έτι μακράν απέχοντος», αρπάζει με το βλέμμα του αυτόν που επιστρέφει, ο Θεός, και τρέχει και τον αγκαλιάζει ως στην Παραβολή του Ασώτου, πρώτος Αυτός ! Έτσι εξηγείται γιατί Μ. Τρίτη βράδυ οι Ναοί είναι γεμάτοι πιστούς χριστιανούς, αυτά ακουμπούν την ψυχή τους δυνατά, καλύτερα, το είναι τους ανακουφιστικά !
      Θα έλεγα λοιπόν ότι, μετά από το υπέροχο, «την σην αισθομένη θεότητα» στην αρχή, και στο τέλος του τα, «αμαρτιών μου τα πλήθη», απέναντι στο, «και κριμάτων σου αβύσσους τις εξιχνιάσει ψυχοσώστα Σωτήρ μου», κατά το «άβυσσος άβυσσον επικαλείται», η άβυσσος της αμαρτίας μπαίνει απέναντι στην ανεξιχνίαστη άβυσσο της εν ελέω κρίσης του Ψυχοσώστη Σωτήρα», καταλαγιάζουν ψυχές κάθε χρόνο Μ. Τρίτη βράδυ, και ίσως κυοφορούν ελπίδα σωτηρίας ! Κύριος οίδε. Χρέος δικό μου, δικό σας, χρέος κάθε χριστιανού η ευχή-προσευχή να συμβαίνει αυτό στους αιώνες των αιώνων, που θα ψέλνεται και θα ακούγεται με ευλάβεια και κατάνυξη το υπέροχο Δοξαστικό Οσίας Κασσιανής μοναχής το υπέροχο ! Θείο δώρο για βηματισμό τις επόμενες Μεγάλες Μέρες στο Σταυρό, το θάνατο, την Ανάσταση του Χριστού». 
Μεγάλη Τρίτη 2019.
Με «την αγάπην την πρώτην ην ουκ αφήκα …»
Αθανάσιος Κοτταδάκης