Τετάρτη 17 Ιουνίου 2020

Ὁ θάνατος τοῦ θανάτου Anthony Bloom (Metropolitan of Sourozh (1914- 2003))





Ἡ ἰδέα τοῦ θανάτου καὶ τῆς αἰώνιας ζωῆς διαπερνᾶ σὰν ἕνα κατακόκκινο νῆμα ὁλόκληρη τὴ Γραφή, τόσο τὴν Παλαιὰ ὅσο καὶ τὴν Καινὴ Διαθήκη καὶ ὁ θάνατος μᾶς παρουσιάζεται σὰν κάτι τὸ παράλογο, τὸ ἄσκοπο, κάτι τὸ ὁποῖο δὲ θὰ ἔπρεπε νὰ ὑπάρχει. Ὁ Ἀπ. Παῦλος μᾶς λέει (1 Κόρ.15.26) ὅτι ὁ τελευταῖος ἐχθρὸς ὁ ὁποῖος θὰ καταργηθεῖ ἀπὸ τὸν Κύριο εἶναι ὁ θάνατος. Ὁμολογοῦμε ὅτι κατὰ τὴν ἔσχατη μέρα θὰ γίνει ἡ ἀνάσταση τῶν νεκρῶν καὶ ἀναμένουμε τὴ νίκη κατὰ τοῦ θανάτου. Καὶ πραγματικά, ὁ Χριστὸς δὲ μᾶς δίδαξε πὼς θὰ ἀγωνιζόμαστε γενναῖα ἐναντίον τοῦ θανάτου, οὔτε καὶ μᾶς δίδαξε ἁπλῶς πῶς νὰ τὸν ἀντιμετωπίζουμε ἄφοβα: μᾶς ἔδειξε τὴ νίκη κατὰ τοῦ θανάτου.

Ὁ θάνατος δὲν ἀρχίζει ἀπὸ τὴ στιγμὴ κατὰ τὴν ὁποία ἡ ψυχὴ χωρίζεται ἀπὸ τὸ σῶμα- μπορεῖ κατὰ τὴ διάρκεια μιᾶς ζωῆς νὰ ὑπάρξει ἕνας ὁποιοσδήποτε ἀριθμὸς θανατηφόρων, φονικῶν στιγμῶν εἶναι πάρα πολλὲς ζωὲς ποὺ βρῆκαν τὸ τέλος τους ἐνῶ τὸ πρόσωπο ἐξακολούθησε τὴ ζωὴ πάνω στὴ γῆ: φτάνει κάποιος νὰ συνειδητοποιήσει ἤ νὰ φανταστεῖ ὅτι ἡ ζωὴ του εἶναι ἄσκοπη, ὅτι κανεὶς δὲν τὸν χρειάζεται, φτάνει νὰ αἰσθανθεῖ ὅτι ὅλοι τὸν ἔχουν ἀποστραφεῖ, παραμελήσει, γιὰ νὰ βρεθεῖ στὴ χώρα τοῦ θανάτου. Ὁ θάνατος στὴν πιὸ τρομακτικὴ καὶ ἀληθινὰ τελειωτικὴ μορφή του δὲν εἶναι ἡ σωματικὴ νέκρωσή μας ἀλλὰ ὁ χωρισμὸς ἀνάμεσα στὶς ἀποξενωμένες καρδιές: «εἶσαι ἀνεπιθύμητος, ἄχρηστος - εἶναι σὰν νὰ μὴν ὑπάρχεις πιά». Αὐτὴ εἶναι ἴσως ἡ πιὸ τρομακτικὴ ἁμαρτία τὴν ὁποία ἕνας ἄνθρωπος μπορεῖ νὰ διαπράξει ἔναντι κάποιου ἄλλου, νὰ τὸν κάνει νὰ αἰσθανθεῖ μὲ λόγια ἤ ἐνέργειες ὅτι εἶναι περιττὸς καὶ ἀνεπιθύμητος, ὅτι ἁπλῶς ὑπάρχει καὶ θὰ ἔκανε τὸ ἴδιο ἂν δὲν ἦταν ἐκεῖ.

Ἀπὸ τὴν Ἀνάσταση στὴν Ἀνάληψη Anthony Bloom (Metropolitan of Sourozh (1914- 2003))



 



Ἡ περίοδος τοῦ Πάσχα ἔφτασε στὸ τέλος της. Ἡ ἡμερα τῆς ἀπόδοσης τοῦ Πάσχα εἶναι ἡ μέρα ποὺ ἀκούσαμε  γιὰ τελευταία φορὰ τὶς πανηγυρικὲς Ἀναστάσιμες ψαλμωδίες. Τὸ Πάσχα ὅμως, τὸ θαῦμα τῆς Ἀνάστασης τοῦ Χριστοῦ θὰ παραμείνει μαζί μας. Ὅλα ἐκεῖνα ποὺ μᾶς χαροποίησαν τὴ βραδιά τοῦ Πάσχα, ἡ ἔκσταση γιὰ τὸ ἀδειανὸ μνημεῖο, γιὰ τὴ σωματικὴ ἔγερση τοῦ Χριστοῦ, γιὰ τὴν ἐμφάνισή Του στοὺς μαθητὲς - καὶ σ' ἐμᾶς - μέσα στὴ δόξα, τὴ νίκη καὶ τὸ θρίαμβο παραμένουν μαζί μας παρὰ τὸ ὅτι τώρα ὁ Κύριος ἀνεβαίνει στοὺς οὐρανούς.

Ἡ Ἀνάληψη εἶναι μιὰ μυστηριώδης γιορτή: εἶναι μιὰ γιορτὴ στὴν ὁποία γιορτάζουμε ἕνα χωρισμό.

Τὸ βράδυ πρὶν ἀπὸ τὸ Σταυρικό Του θάνατο ὁ Χριστὸς εἶπε στοὺς μαθητές Του ὅτι θὰ τοὺς συνέφερε ἂν Ἐκεῖνος ἔφευγε, διότι τότε θὰ τοὺς ἔστελλε τὸν Παράκλητο, τὸ Πνεῦμα τὸ ὁποῖο θὰ τοὺς ὁδηγοῦσε στὴν ἀλήθεια (Ἰω. 16.7-16). Ἡ χαρὰ τοῦ χωρισμοῦ: χαρὰ γιὰ τὸ ὅτι ὁ Χριστὸς ἀνεβαίνει τώρα στὸν Πατέρα γιὰ νὰ καθίσει στὰ δεξιὰ τῆς θεϊκῆς δόξας• χαρὰ καὶ γιὰ τοὺς ἑαυτούς μας διότι ἔχοντας ὁ Χριστὸς ἀναστηθεῖ σωματικά, σωματικὰ καὶ θὰ ἀναληφθεῖ καί, ὅπως λέει ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος, ἂν θέλουμε νὰ γνωρίσουμε τὸ μεγαλεῖο τοῦ ἀνθρώπου καὶ τὴ δόξα ποὺ ἔχει σπαρεῖ μέσα του θὰ πρέπει νὰ κοιτάξουμε ψηλὰ στὸ θρόνο τοῦ Θεοῦ κι ἐκεῖ θὰ δοῦμε καθισμένο στὰ δεξιὰ τοῦ Θεοῦ Πατέρα τὸν Ἄνθρωπο Ἰησοῦ Χριστό, τὸν ἐνσαρκωμένο Γιὸ τοῦ Θεοῦ. Μὲ τὴν Ἀνάσταση καὶ τὴν Ἀνάληψη τοῦ Κυρίου τὸ ἀνθρώπινο γένος ἔχει εἰσέλθει στὸ ἴδιο τὸ μυστήριο τῆς Ἁγίας Τριάδας. Ὁ ἄνθρωπος Ἰησοῦς εἶναι καὶ Θεός μας.

Νὰ ὅμως ποὺ ἐνῶ χαιρόμαστε γιὰ τὸ τρόπαιο τοῦ Κυρίου, γιὰ τὸ δοξασμὸ τοῦ ἀνθρώπου, παραμένουμε ταυτόχρονα σὰν ὀρφανοὶ πάνω στὴ γῆ ὅπως καὶ οἱ πρῶτοι μαθητές, ὅπως καὶ ὅλοι οἱ μαθητὲς κατὰ τὴ διάρκεια τῶν αἰώνων. Ὅσο καιρὸ εἴχαμε ἀνάμεσά μας τὸ Χριστό, ὅπως τὸ λέει καὶ τὸ σημερινὸ Εὐαγγέλιο, ἦταν Ἐκεῖνος τὸ Φῶς μας. Τώρα βρίσκουμε τοὺς ἑαυτούς μας στὸ ἡμίφως ἤ τὸ σκοτάδι τῶν προσωπικῶν μας ζωῶν· στὸ ζόφο τοῦ ἐπίγειου ἀνθρώπινου πεπρωμένου.

Παρασκευή 12 Ιουνίου 2020

«Πίστη και Προσδοκία της Ανάστασης» κατά τον όσιο Σωφρόνιο τον Αγιορείτη (Έσσεξ)Χριστίνα Κατζουράκη, Ιατρός, Θεολόγος, Mr Θεολογίας


«Η ευλογία του Θεού να είναι με όλους σας, και ας ετοιμασθούν οι ψυχές σας για την ένδοξη μετάβαση στον άλλο κόσμο με την πλήρη ελπίδα, με την αδίστακτη πίστη στην ανάστασή μας…Η πίστη του ανθρώπου αποτελεί μεγάλη δύναμη που καταρτίζει τον ίδιο…Να δώσει σε όλους σας ο Κύριος την πίστη αυτή»[1].
Τον λόγο αυτό απευθύνει με επιστολή του, ο Άγιος Σωφρόνιος, σε οικείο του πρόσωπο, μα και σε όλους εμάς, στους ανθρώπους κάθε εποχής, προτρέποντάς μας ασταμάτητα: σε έναν κόσμο όπου όλα μεταβάλλονται, είναι απόλυτα αναγκαίο εμείς να αναζητάμε το αμετάθετο Είναι.Σε συνθήκες ενός κόσμουόπου όλα αδιάκοπα σαλεύονται, εναποθέτοντας με την πραγματικότητά του αυτή, επάνω μας όλο το δυσβάστακτο βάρος του, εμείς πρέπει να αναζητούμε το ασάλευτο[2]. Να αναζητούμε την ανάστασή μας για την αιωνιότητα, που γεννά μέσα μας τη σκέψη για το μη σαλευόμενο[3].Την «ασάλευτον Βασιλεία» (Εβρ. 12,28), την οποία, ο άγιος Σωφρόνιος αντιμετωπίζει σαν τρόπο εκδήλωσης της Θεότητας, δηλαδή σαν Θείο ιδίωμα.
Η Ανάσταση του Χριστού. Γεγονός μοναδικό, που όμως μέσα στην μοναδικότητά του κρύβει την ανάσταση του ανθρώπου. «Πρόκειται για μας τους ίδιους, για τη δική μας ανάσταση»[4].

«Προσδοκώ Ανάστασιν νεκρών και ζωήν του μέλλοντος αιώνος. Αμήν». Πίστη και προσδοκία, εν Αγίω Πνεύματι. Η  ζωοποιός δύναμη, η ικανή να δεχθεί τη ζωή. Και πού βρίσκεται η δημιουργική αυτή δύναμη; Στην προσευχή «παρ΄ελπίδα επ’ ελπίδι» (Ρωμ.4,18). «Αν ζούμε με την προσευχή, τότε πρέπει να αυξάνει διαρκώς μέσα μας η ενέργεια του Θείου Πνεύματος της ασάλευτης Ζωής». Πίστη και προσδοκία. «Πιστεύω», η λέξη με την οποία αρχίζει το Σύμβολο της Πίστεως. «Προσδοκώ» μια λέξη άλλης τάξεως με την οποία τελειώνει. «Όχι μόνο πιστεύω, αλλά και αναμένω». «Αυτή η ίδια η αναμονή- προσδοκώ ανάστασιν- είναι ήδη ενέργεια, που οπωσδήποτε και απαρέγκλιτα θα μας αναστήσει». «Όταν πραγματικά αναμένουμε την ανάσταση των νεκρών, τότε εκεί κρύβεται ενέργεια, δύναμη που θα μας αναστήσει…»[5].
«Έτσι πρέπει να ζούμε: με το “προσδοκώ”. Διότι η ενέργεια της Αναστάσεως βρίσκεται στην πίστη». «Αν εμβαθύνετε στην προσδοκία της αναστάσεως των νεκρών, ελπίζω ότι ο καθένας θα διαισθανθεί ότι περιμένουμε την ανάσταση των νεκρών, διότι για μας πραγματικότητα είναι η αυθεντική πραγματικότητα του Αιωνίου Είναι. Αν, λοιπόν, έχουμε την προσδοκία αυτή, η ενέργειά της οπωσδήποτε θα μας αναστήσει, με άγνωστο τρόπο»[6].
Προσδοκούμε την Ανάσταση εκ των νεκρών. Προσδοκούμε μετοχή στην αιώνιο ζωή, αυτήν την «άλλη» μορφή του είναι. Την μοναδική αδιάστατη πράξη του πληρώματος του είναι, που περιπτύσσεται όλη την έκταση του χρόνου, δίχως η ίδια να έχει έκταση, ούτε να εμφανίζεται ως συνέχεια του χρόνου στο ατελεύτητο. Στην τελική έκβαση της ζωής μας δεν θα υπάρχει πλέον χρόνος, που αποτελεί μορφή της ευμετάβλητης υπάρξεως, όπου εμπεριέχεται το στοιχείο του πάθους[7].Το περιεχόμενό της θα αλλάξει και θα γεμίσει με την ατελεύτητη δύναμη της ζωής του Ίδιου του Θεού. Θα αποκτήσουμε με σύνεση, μέσα μας την Άκτιστη Ενέργεια, η οποία κατά τη φύση της ανήκει μόνο στον αιώνιο Θεό και αποτελεί το αιώνιο Είναι, υπερβαίνοντας την κατάσταση της δημιουργίας η οποία αποτελεί διαδικασία που εμείς ονομάζουμε χρόνο. Εδώ δεν εφαρμόζονται οι έννοιες της εμπειρικής πραγματικότητας, της έκτασης και της διαδοχικότητας, της αρχής και του τέλους, του πριν και του μετά[8]. «Η αιωνιότης δεν έχει διάρκειαν, καίτοι περιβάλλει πάσας τας εκτάσεις των αιώνων και του κοσμικού χώρου. Δυνάμεθα να ομιλώμεν περί αυτής ως “περί αιωνίου στιγμής”, ήτις δεν υπόκειται εις ορισμόν ή καταμέτρησινχρονικήν, διαστημικήν ή λογικήν. Εν αυτή τη ανεξιχνιάστω αιωνία στιγμή, και ημείς, κατά την δωρεάν του Αγίου Πνεύματος, θα περιλάβωμεν εν αγάπη την πληρότητα της απ’ αιώνος κτίσεως διά μιας στιγμιαίας, αθανάτου πράξεως όλης ημών της υπάρξεως. Και τότε ο Θεός θα είναι τα πάντα εν πάσι»[9]. Η ψυχή «βλέπει» με το άγιο Πνεύμα όλο τον  κόσμο, απ’ αρχής μέχρις εσχάτων, τον Αδάμ παγγενή και τον αγκαλιάζει με αγάπη, ξεφεύγοντας από τα όρια του πρόσκαιρου και του υλικού, και πραγματώνοντας την «εικόνα και ομοίωση» Θεού, στην οποίαν ανήκει η αιωνιότητα. Μετέχοντας στην αιώνια Ζωή το κτίσμα, νικώντας τον θάνατο, εν τω Αναστάντι Χριστώ, γίνεται αιώνιο επίσης, όχι μόνο με την έννοια της απεριόριστης παράτασης της ζωής του, αλλά και με την έννοια ότι γίνεται άναρχο, όχι κατ’ ουσίαν, αλλά κατά χάριν, ως κοινωνία με την αϊδιο Ενέργεια- Αγάπη του Θεού. Γιατί η σφαίρα της Θείας υπάρξεως στην οποία μπαίνει, δεν έχει ούτε αρχή ούτε τέλοςΗ Αγάπη αυτή «ως άναρχος και αμετάθετος ζωή του Τριαδικού Θεού διά της ενοικήσεως αυτής εν ημίν, δεν καθιστά ημάς μόνον αθανάτους, υπό την έννοιαν ότι η ύπαρξις ημών θα παρατείνηται εις τους αιώνας, αλλά και “ανάρχους”, διότι και η ενδοτριαδική Αγάπη είναι καθ’ εαυτήν άναρχος. Το ΄άκτιστον Φως, συγκαταβαίνον εις τον άνθρωπον, δίδει εις αυτόν την ζώσανπείραν της Αγάπης ταύτης. Η ενέργεια αυτής υπερνικά τον πλήξαντα ημάς θάνατον και βιούται ως εκ νεκρών ανάστασις εις νέαν, άναρχον πλέον ζωήν»[10].

Αυτή η δύναμη της «προσδοκίας» προσεγγίζεται από τον άγιο Σωφρόνιο και από την αρνητική, την αντίθετή της όψη. Την απόγνωση. Ως απουσία της συνειδήσεως της προσδοκίας. Για τον άγιο η απόγνωση «είναι η απώλεια της συνειδήσεως εκείνης, την οποία θέλει ο Θεός ως προϋπόθεση για να μας δωρίσει την άναρχη ζωή Του»[11]. Έτσι ο άνθρωπος ζει την απόγνωση ως μεγάλη αμαρτία και πάθος, αρνούμενος εκείνο που ο Θεός ετοίμασε για μας[12] και καταδικάζοντας μόνος του τον εαυτό του σε θάνατο[13]. «Ακριβώς εν αυτή τη αυτοκαταδίκη εις πλήρη μετά θάνατον εκμηδένισιν έγκειται η πνευματική ουσία της απογνώσεως»[14].
Αιώνια ζωή είναι η πνευματική ζωή. Η ειρήνη της καθαρής σκέψης και του ήθους στην αδιαίρετη ενότητά τους, με έννοια όχι ψυχολογική, δηλαδή ως υποκειμενική εμπειρία, αλλά έννοια οντολογική, δηλαδή ως τον Νου και την Αγάπη του Χριστού. «Αγάπη στη Σοφία και Σοφία στην Αγάπη. Κι’ αν αυτό ανταποκρίνεται στην αλήθεια, τότε αυθεντικά αιώνιος είναι ο Μόνος Θεός, ενώ εμείς μόνο κατά το μέτρο που μένουμε στον Θεό και ο Θεός σε μας»[15].
Το απ’ αιώνος απόκρυφον Μυστήριον της Θείας Αγάπης γνωρίζουμε στη Θεία Λειτουργία. «Εν αυτή ζώμεν όντως τον τύπον της αναστάσεως» και «αύτη σβεννύει την δίψαν του πνεύματος ημών δι’ άλλου ύδατος, «αλλομένου εις ζωήν αιώνιον(Ιωαν. 4,14)»[16].
Ωστόσο, κατά τον άγιο Σωφρόνιο, η μετοχή  στη χαρά της Αναστάσεως προϋποθέτει την μετοχή στην ζωή του Κυρίου και την ομοίωσή μας με Αυτόν,«διά της κοινωνίας εις τα παθήματα του Χριστού υπέρ ημών. Συμμετέχοντες εις την επίγειονζωήν του Κυρίου αποκτώμεν την Θείαν αιωνιότητα, την πεπληρωμένην αγάπης»[17]. Έτσι μόνον αν, κατά την δωρεάν του Αγίου Πνεύματος, αποκτήσουμε πείρα στη δική μας ζωή των καταστάσεων του Ιησού Χριστού στο Μυστικό Δείπνο, στη Γεθσημανή, στα κριτήρια του Άννα, του Καϊάφα και του Πιλάτου, αν μετέχουμε στην άρση του Σταυρού Του, στους βασανισμούς , τους εξευτελισμούς και το μαρτύριο της ανθρωποεγκαταλείψεως μα κυρίως της Θεοεγκαταλείψεως και στην Κάθοδο στον Άδη, βιώνοντας έτσι την πλήρη εν μετανοία κένωσή μας, μπορούμε να δεχθούμε την μετάδοση της πείρας της Αναστάσεως[18]. Μόνο αν, διά της δωρεάς του Αγίου Πνεύματος προσεγγίσουμε πνευματικά την αίσθηση του θανάτου του Χριστού, θα προσεγγίσουμε συνάμα και την δύναμη της Αναστάσεώς Του, φθάνοντας «τα τέλη των αιώνων» και ψηλαφώντας την Θεία Αιωνιότητα[19]. Διά του ζωοποιού πόνου και των παθημάτων οδηγούμαστε στην μετάνοια και στην αναγεννητική προσευχή της μετανοίας, η οποία μας οδηγεί «βραδέως εις ενεργόναίσθησιν της αναστάσεως της εαυτού ψυχής»[20], αυξάνοντας διαρκώς μέσα μας η ενέργεια του Θείου Πνεύματος, της ασάλευτης Ζωής[21] και τότε: «Ει ουνσυνηγέρθητε τω Χριστώ, τα άνω ζητείτε, ου ο Χριστός έστιν εν δεξιά του Θεού καθήμενος(Κοριν. 3,1)»[22].

Συχνή είναι η αναφορά του αγίου Σωφρονίου στην διαπίστωση πως τη χαρά της Αναστάσεως τη γευόμαστε, για πολύ σύντομο χρονικό διάστημα[23], ίσως για λίγες μόνο ώρες. Το γεγονός αυτό είναι, κατά κάποιο τρόπο, γεγονός μη αναμενόμενο, που αντλεί όμως την πραγματικότητά τουαπό τον προσανατολισμό του ίδιου του Ευαγγελικού μηνύματος.Η Ευαγγελική υπόσχεση και προσδοκία οδηγεί στο απόλυτα ασάλευτο της Βασιλείας του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος. Οδηγεί στην αιωνιότητα,που γεννά μέσα μας τη σκέψη για το μη σαλευόμενο, το αμετάθετο.Όμως,«η εμπειρία της ζωής αυτής έρχεται σε απόλυτη αντίθεση με την ιδέα μας για το ασάλευτο Είναι. Ωστόσο αυτό υπάρχει»[24]. Όλα ρέουν στην ζωή μας μέσα σε συνεχείς αλλαγές, εξασθενώντας την εμπειρία της σταθερότητας του αμετάθετου.Και μόνο βαδίζοντας, την Οδό του Κυρίου, σιγά, ταπεινά, υπομονετικά, κενωτικά, οδηγούμαστε «εκεί, όπου ο Κύριος είναι» και όπου καλεί τον Εκείνου διάκονο. Εξ’ άλλου, κατά τρόπο παράδοξο,το Πάσχα για μερικούς, διαπιστώνει ο άγιος Σωφρόνιος, είναι καιρός δοκιμασίας, που γίνεται αισθητή ως κάποιο κενό στο είναι, ως εξουσιαζόμενο από τον θάνατο. «Να, ήρθετο Πάσχα, κι όμως μένω στον θάνατο των παθών». Ναι, ίσως αυτό συμβαίνει. Όμως, κατά τρόπο απόλυτο η πάλη μας κατά των παθών θα πρέπει να διαπνέεται από την βεβαιότητα πως τίποτα τελικό δεν υπάρχει εκτός από τον Χριστό. Να διαπνέεται από την πίστη και την προσδοκία-αναμονή της αναστάσεως[25].
Το Πάσχα, που γιορτάζουμε προς το παρόν δεν είναι το άνω, είναι Πάσχα μερικό. Τύπος μόνο εκείνου του Αιωνίου, και δεν μπορούμε ακόμη να φθάσουμε στην τέλεια απόλαυση της χαράς[26]. Η ενέργεια της Αναστάσεως υπάρχει μέσα μας όχι όμως ακόμη με συντριπτικό τρόπο, όχι ακόμη ως κάτι το απόλυτα στέρεο[27]. Και μόνον όταν «ο Θεός έσται τα πάντα εν πάσι»(ΆΚορ. 15,28), τότε κι εμείς θα καταστούμε μέτοχοι της αιωνιότητος, όχι πλέον «εκ μέρους» και για σύντομο χρόνο, αλλά στην πληρότητα. Τότε μόνο θα καταστεί δυνατή η χαρά που δεν σκιάζεται από τίποτε[28].
«“Χριστός εγερθείς εκ νεκρών ουκέτι αποθνήσκει, θάνατος Αυτού ουκέτι κυριεύει” (Ρωμ. 6,9). Η νίκη Αυτού εν τη αιωνιότητι είναι βεβαία. Και το πνεύμα προσεύχεται εν ημίν:
Ο Κύριος μου και ο Θεός μου…
Νυν, Κύριε Ιησού Χριστέ, κατά την δωράν της ανεξιχνιάστου δυνάμεως καιευδοκίας Σου προς ημάς και εγώ μεταβαίνω εκ του θανάτου εις την ζωήν»[29].

Παραπομπές:

[1] Αρχιμ. Σωφρόνιος, Γράμματα στή Ρωσία, Ιερά Μονή Τιμίου Προδρόμου, Έσσεξ Αγγλίας 2009, σελ. 132.
[2] Αρχιμ. Σωφρόνιος, Γράμματα, σελ. 75.
[3] Αρχιμ. Σωφρόνιος, Οικοδομώντας τον ναό του Θεού μέσα μας και στους αδελφούς μας, τομ. Β’, Ιερά Μονή Τιμίου Προδρόμου, Έσσεξ Αγγλίας 2013, σελ. 261.
[4] Αρχιμ. Σωφρόνιος, Οικοδομώντας,τομ. Β’, σελ. 261.
[5] Αρχιμ. Σωφρόνιος, Γράμματα, σελ. 75-78.
[6] Αρχιμ. Σωφρόνιος, Οικοδομώντας,τομ. Β’, σελ. 40, 262, 275.
[7] Αρχιμ. Σωφρόνιος, Ἀγώνας Θεογνωσίας, Ιερά Μονή Τιμίου Προδρόμου, Εσσεξ Αγγλίας 2004, σελ. 256-257.
[8] Αρχιμ. Σωφρόνιος, Οικοδομώντας,τομ. Γ’, σελ. 76.
[9] Αρχιμ. Σωφρόνιος, Οψόμεθατόν Θεόν καθώς ἐστί, Ιερά Μονή Τιμίου Προδρόμου, Εσσεξ Αγγλίας 1992, σελ. 173.
[10 ]Αρχιμ. Σωφρόνιος, Οψόμεθα, σελ. 315, ο Γέροντας Σιλουανός, σελ. 161.
[11] Αρχιμ. Σωφρόνιος, Οικοδομώντας,τομ. Β’, σελ. 41.
[12] Αρχιμ. Σωφρόνιος, Οικοδομώντας,τομ. Γ’, σελ. 78.
[13] Αρχιμ. Σωφρόνιος, Οικοδομώντας,τομ. Β’, σελ. 41.
[14] Αρχιμ. Σωφρόνιος, Οψόμεθα, σελ. 416.
[15] Αρχιμ. Σωφρόνιος, Ἀγώνας Θεογνωσίας, σελ. 256-257.
[16] Αρχιμ. Σωφρόνιος, Οψόμεθα, σελ. 363.
[17] Αρχιμ. Σωφρόνιος, Οψόμεθα, σελ. 354.
[18] Αρχιμ. Σωφρόνιος, Οψόμεθα, σελ. 354.
[19] Αρχιμ. Σωφρόνιος, Οψόμεθα, σελ. 388.
[20] Αρχιμ. Σωφρόνιος, Οψόμεθα, σελ. 389.
[21] Αρχιμ. Σωφρόνιος, Οικοδομώντας,τομ. Γ’, σελ. 75.
[22] Αρχιμ. Σωφρόνιος, Οψόμεθα, σελ. 354.
[23] Αρχιμ. Σωφρόνιος, Οικοδομώντας,τομ. Β’, σελ. 223, 262.
[24] Αρχιμ. Σωφρόνιος, Οικοδομώντας,τομ. Β’, σελ. 262.
[25] Αρχιμ. Σωφρόνιος, Οικοδομώντας,τομ. Β’, σελ. 278.
[26] Αρχιμ. Σωφρόνιος, Ἀγώνας Θεογνωσίας, σελ. 257.
[27] Αρχιμ. Σωφρόνιος, Ἀγώνας Θεογνωσίας, σελ. 268.
[28] Αρχιμ. Σωφρόνιος, Ἀγώνας Θεογνωσίας, σελ. 257.
[29] Αρχιμ. Σωφρόνιος, Οψόμεθα, σελ. 389.

Δευτέρα 8 Ιουνίου 2020

Άγιος Παΐσιος: Οι πνευματικές προϋποθέσεις προκειμένου να ενεργήση το Άγιο Πνεύμα



Άγιος Παΐσιος: Το Άγιο Πνεύμα «δεν κατεβαίνει με μηχανές», δεν ενεργεί με κοσμικές νοοτροπίες.
Το Άγιο Πνεύμα δεν κατεβαίνει με μηχανές∙ γι’ αυτό η θεολογία δεν έχει καμιά δουλειά με το στείρο επιστημονικό πνεύμα.
Ο άγιος Παΐσιος ήταν ένας ευλογημένος ασκητής και τελικά άγιος της Εκκλησίας που είχε ξεκάθαρες θεολογικές σκέψεις, είχε προφητικό και αποστολικό χάρισμα, γι’ αυτό ο λόγος του είναι επίκαιρος.
Κάποτε ομίλησε για τις πνευματικές προϋποθέσεις προκειμένου να ενεργήση το Άγιο Πνεύμα. Είπε:
«Ο λόγος του μυαλού αλλοίωση δεν κάνει στις ψυχές, γιατί είναι σάρκα. Ο λόγος του Θεού που γεννιέται από το Άγιο Πνεύμα έχει την θεία ενέργεια και αλλοιώνει τις ψυχές. Το Άγιο Πνεύμα δεν κατεβαίνει με μηχανές∙ γι’ αυτό η θεολογία δεν έχει καμμιά δουλειά με το στείρο επιστημονικό πνεύμα.
Το Άγιο Πνεύμα κατεβαίνει μόνο Του, όταν βρη τις πνευματικές προϋποθέσεις στον άνθρωπο. Πνευματική προϋπόθεση είναι να ξεσκουριάση ο άνθρωπος τα πνευματικά του καλώδια, να γίνη καλός αγωγός, για να δεχθή το πνευματικό ρεύμα του θείου φωτισμού, και έτσι γίνεται πνευματικός επιστήμων, θεολόγος.
Όταν λέω “θεολόγος”, εννοώ αυτούς τους θεολόγους που έχουν αντίκρυσμα θεολογικό και το πτυχίο τους έχει αξία, και όχι αυτούς που έχουν μόνο χαρτί χωρίς αντίκρυσμα και το πτυχίο τους είναι όμοιο με τα χρήματα της Κατοχής».
Με πολλή διάκριση κρίνει τους εκκλησιαστικούς ηγέτες που ζούν σωματικά μόνον στην Ορθόδοξη Εκκλησία, αλλά «το είναι τους» βρίσκεται στην Δύση. Είπε:
Άγιος Παΐσιος: Κατάσταση Συναγερμού!!! - Παίρνουμε δύσκολους καιρούς και χρειάζεται πολλή προσευχή!!!
«Δυστυχώς ο δυτικός ορθολογισμός έχει επιδράσει και σε ανατολικούς ορθοδόξους άρχοντες και έτσι βρίσκονται σωματικά μόνον στην Ανατολική Ορθόδοξη Εκκλησία του Χριστού, ενώ όλο το είναι τους βρίσκεται στην Δύση που την βλέπουν να βασιλεύη κοσμικά.
Εάν έβλεπαν την Δύση πνευματικά, με το φως της Ανατολής, με το φως του Χριστού, τότε θα έβλεπαν το πνευματικό ηλιοβασίλεμα της Δύσης, που χάνει σιγά-σιγά το φως του νοητού Ηλίου, του Χριστού, και προχωρεί για το βαθύ σκοτάδι. Μαζεύονται και συνεδριάζουν και κάνουν συζητήσεις ατέλειωτες για πράγματα που δεν χωράει συζήτηση, που ούτε οι Άγιοι Πατέρες συζήτησαν εδώ και τόσα χρόνια.
Όλες αυτές οι ενέργειες είναι του πονηρού, για να ζαλίζουν και να σκανδαλίζουν τους πιστούς και να τους σπρώχνουν άλλους στην αίρεση και άλλους σε σχίσματα, και να κερδίζη έδαφος ο διάβολος. Πα, πα… βασανίζουν και μπερδεύουν τον κόσμο αυτοί οι άνθρωποι!».


Άγιο Πνεύμα
Άγιο Πνεύμα
Ο άγιος Παΐσιος είχε διορατικό και προορατικό νού και έβλεπε καθαρά την ζωή και την νοοτροπία πολλών συγχρόνων θεολόγων –Κληρικών και λαικών– που λέγονται ορθόδοξοι, αλλά με τις πράξεις τους απέχουν από τις προϋποθέσεις της Ορθοδόξου θεολογίας. Χωρίς τέτοιες προϋποθέσεις, ωθούν τους πιστούς «άλλους στην αίρεση και άλλους σε σχίσματα». Το Άγιο Πνεύμα «δεν κατεβαίνει με μηχανές», δεν ενεργεί με κοσμικές νοοτροπίες.Ν.Ι.
Πηγή: Ι.Μ. Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου

Τι είναι ο Τριαδικός Θεός – Ποια η πηγή γνώσης γι’ Αυτόν – Τι λέει γι’ Αυτόν η Αγία Γραφή


Δευτέρα του Αγίου Πνεύματος σήμερα και καλό θα είναι να θυμηθούμε την διδασκαλία της Ορθόδοξης Εκκλησίας για τον Τριαδικό Θεό, το «τριαδολογικό δόγμα» δηλαδή.
Δευτέρα του Αγίου Πνεύματος σήμερα και καλό θα είναι να θυμηθούμε την διδασκαλία της Ορθόδοξης Εκκλησίας για τον Τριαδικό Θεό, το «τριαδολογικό δόγμα» δηλαδή.
Η διδασκαλία της Ορθόδοξης Εκκλησίας για τον Τριαδικό Θεό ονομάζεται «τριαδολογικό δόγμα». Στο κείμενο αυτό θα προσπαθήσουμε να εξηγήσουμε με απλά λόγια:
Α) Τι είναι ο Τριαδικός Θεός
Β) Ποια η πηγή γνώσης γι’ Αυτόν
Γ) Τι λέει γι’ Αυτόν η Αγία Γραφή
Δ) Ποια η ιστορία της χριστιανικής διδασκαλίας γι’ Αυτόν
Ε) Συμπληρωματικά: τα ονόματα του Θεού, η απεικόνιση της Αγίας Τριάδας και η εορτή του Αγίου Πνεύματος
Α) Ο Τριαδικός Θεός (Αγία Τριάδα)
Σύμφωνα με τους αγίους διδασκάλους του χριστιανισμού (Πατέρες της Εκκλησίας), η διδασκαλία των οποίων διατυπώνεται επίσημα με τις Οικουμενικές Συνόδους, «ο Θεός είναι ένας, αλλά δεν είναι μόνος». Πάντοτε, προαιώνια, στη Θεότητα συνυπάρχουν τρία πρόσωπα, τρεις προσωπικότητες, τις οποίες ονομάζουμε με ονόματα που χρησιμοποιεί η Αγία Γραφή και ιδιαίτερα η Καινή Διαθήκη, με κυριότερα τα ονόματα Πατήρ (Πατέρας), Υιός και Άγιο Πνεύμα.
Τα τρία αυτά πρόσωπα συνυπάρχουν προαιώνια και ενεργούν από κοινού (μαζί, συνεργατικά). Πράξεις όπως η δημιουργία του κόσμου, η συντήρησή του και η σωτηρία του ανθρώπου (και γενικά κάθε πράξη του Θεού) είναι αποτέλεσμα αυτής της συνεργασίας, είναι δηλαδή τριαδική πράξη.
Από τα τρία πρόσωπα της Αγίας Τριάδας, ο Πατέρας είναι αυθύπαρκτος, δηλ. είναι ο ίδιος πηγή της ύπαρξής Του. Ο Υιός και το Άγιο Πνεύμα έχουν πηγή της ζωής Τους τον Πατέρα. Όπως αναφέρει η Καινή Διαθήκη και η Εκκλησία (οι Πατέρες της Εκκλησίας και οι Οικουμενικές Σύνοδοι), ο Υιός «γεννιέται» από τον Πατέρα και το Άγιο Πνεύμα «εκπορεύεται» (πηγάζει) από τον Πατέρα – έτσι λαμβάνουν ζωή.
Η γέννηση του Υιού και η εκπόρευση του Αγίου Πνεύματος είναι διαφορετικές ενέργειες του Θεού Πατέρα και γίνονται με τρόπο άγνωστο και μυστηριώδη για εμάς. Δε γνωρίζουμε καθόλου την εσωτερική ζωή της Αγίας Τριάδας, η οποία διαφέρει εντελώς από οτιδήποτε γνωρίζουμε στον δικό μας κόσμο. Ο Τριαδικός Θεός είναι Μυστήριο. Ο μόνος ουσιαστικά δόκιμος προσδιορισμός Του, που βρίσκεται στην Καινή Διαθήκη και αποτελεί θεμέλιο του χριστιανισμού, είναι η περίφημη φράση του ευαγγελιστή Ιωάννη, από την Α΄ επιστολή του, κεφ. 4, στίχος 8, «ο Θεός αγάπη εστί».
Γιατί η Αγία Τριάδα είναι ένας Θεός και όχι τρεις Θεοί;
Επειδή και τα τρία θεία πρόσωπα έχουν την ίδια θεία ουσία.
«Ουσία» ονομάζεται, από αρχαίους Έλληνες φιλοσόφους (ιδίως τον Αριστοτέλη), το βασικό στοιχείο που κάνει ένα ον να είναι αυτό που είναι. Ο άνθρωπος π.χ. είναι άνθρωπος επειδή έχει ανθρώπινη ουσία. Το δέντρο, ουσία δέντρου. Το ελάφι ουσία ελαφιού, η πέτρα ουσία πέτρας κ.τ.λ. Ο Θεός, σίγουρα, έχει κάποιου είδους ουσία (θεϊκή ουσία, θεία ουσία). Όμως η ουσία του Θεού είναι άγνωστη (δεν μπορούμε ποτέ να τη μάθουμε), ούτε να ενωθούμε με αυτήν (είναι «αμέθεκτη»).
Όλοι οι άνθρωποι έχουμε ίδια ουσία (ανθρώπινη), αλλά όχι την ίδια ουσία (ο καθένας έχει τη δική του). Γι’ αυτό ο καθένας μας είναι ξεχωριστός άνθρωπος και συνολικά υπάρχουν δισεκατομμύρια άνθρωποι.
Όμως τα τρία πρόσωπα της Αγίας Τριάδας δεν έχουν μόνο ίδια ουσία, αλλά έχουν και οι τρεις την ίδια ουσία, η οποία είναι η ουσία του Θεού Πατρός. Δηλαδή ο Πατήρ, από αγάπη, προσφέρει ολόκληρη την ουσία του στον Υιό (η οποία γίνεται ουσία του Υιού, χωρίς να παύει να είναι και ουσία του Πατέρα) και ολόκληρη επίσης στο Άγιο Πνεύμα (και γίνεται ουσία του Αγίου Πνεύματος). Γι’ αυτό τα τρία θεία πρόσωπα είναι ένας Θεός και όχι τρεις Θεοί.
Ο Θεός είναι άγνωστος ως προς την ουσία Του, αλλά γνωστός ως προς τις ενέργειές Του.
Αν και η ουσία του Θεού είναι άγνωστη και αμέθεκτη, ο Θεός έχει και ένα είδος «ακτινοβολίας», που την ονομάζουμε ενέργεια του Θεού ή θεία χάρη. Όπως και η θεία ουσία, έτσι και η θεία ενέργεια είναι αιώνια και άκτιστη ( = αδημιούργητη, δηλ. δεν τη δημιουργεί ο Θεός, αλλά «πηγάζει από μέσα Του» και είναι μέρος της θεότητας). Όμως η θεία ενέργεια δεν είναι αμέθεκτη, αλλά μεθεκτή, δηλ. μπορούμε να την πάρουμε μέσα μας και να ενωθούμε με αυτήν.
Με την ενέργειά Του ο Θεός δημιούργησε και συντηρεί τον κόσμο (το σύμπαν και όλα τα όντα), με την ενέργειά Του δίνει τη ζωή και προσφέρει την αγιότητα.
Η αγιότητα είναι, ακριβώς, η ένωσή μας με αυτή την ενέργεια.
Αν και η θεία ενέργεια είναι μία, λόγω των διαφορετικών αποτελεσμάτων της στον κόσμο τη διακρίνουμε σε ιδιαίτερες «κατηγορίες», που οι κυριότερες είναι τρεις:
Η ουσιοποιός ενέργεια, η οποία δημιουργεί όλα τα δημιουργήματα του Θεού, έμψυχα και άψυχα (δημιουργεί δηλ. ουσίες, γι’ αυτό λέγεται ουσιοποιός). Αυτή την ενέργεια τη λαμβάνουν όλα τα όντα, έμψυχα και άψυχα (ον = κάθε τι που υπάρχει).
Η λογοποιός ενέργεια, η οποία παρέχει λόγο (=λογική) στα λογικά όντα, δηλ. στους ανθρώπους και τους αγγέλους.
Η θεοποιός ενέργεια, η οποία «κάνει θεούς», δηλ. προσφέρει αγιότητα, σε εκείνα τα λογικά όντα που το επιθυμούν και αγωνίζονται για να το καταφέρουν.
Το ότι οι ενέργειες του Θεού είναι άκτιστες και όχι κτιστές (δηλ. είναι αδημιούργητες, «κομμάτι της θεότητας», και όχι δημιουργήματα του Θεού) θεωρείται η σημαντικότερη διαφορά Ορθοδόξων και Ρωμαιοκαθολικών Χριστιανών. Η Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία διδάσκει ότι οι θείες ενέργειες είναι κτιστές, άρα ο άνθρωπος δεν έρχεται ποτέ σε άμεση επαφή με το Θεό, παρά μόνο μέσω ενός κτίσματος (δημιουργήματος). Γι’ αυτό η Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία δεν δέχεται ότι η σωτηρία είναι ένωση με το Θεό (που το τέλειο στάδιό της είναι η θέωση του ανθρώπου, δηλ. να γίνει ο άνθρωπος «κατά χάριν θεός»), αλλά πιστεύει ότι η σωτηρία είναι μια δίκη, στην οποία ο άνθρωπος πρέπει να αθωωθεί, για να πάει στον παράδεισο.
Β) Ποια η πηγή γνώσης μας για το Θεό;
Η πηγή γνώσης μας είναι η ένωση των αγίων με το Θεό. Σε αυτή την κατάσταση (τη θέωση), ο άνθρωπος βρίσκεται μέσα στο θείο Φως και γνωρίζει το Θεό από κοντά, Τον γνωρίζει προσωπικά.
Τον γνωρίζει και ενώνεται με Αυτόν, αλλά δεν μπορεί να περιγράψει με λόγια τι ακριβώς είναι ο Θεός και ποιος είναι ο τρόπος ύπαρξής Του. Γι’ αυτό, οι άγιοι Πατέρες της Εκκλησίας δεν έγραψαν αναλυτικά για την Αγία Τριάδα, παρά μόνο όταν εμφανίστηκαν αιρέσεις που αρνήθηκαν την ύπαρξή Της. Κυριότερη από αυτές τις αιρέσεις ήταν ο αρειανισμός.
Η Αγία Γραφή αναφέρει τα τρία πρόσωπα της Αγίας Τριάδας, μιλάει δηλαδή για τον Πατέρα, τον Υιό και το Άγιο Πνεύμα, αλλά δεν εξηγεί ποια είναι η σχέση μεταξύ Τους.
Η Εκκλησία, όταν χρειάστηκε να μιλήσει για την Αγία Τριάδα, χρησιμοποίηση κυρίως τις λέξεις που χρησιμοποιεί και η Αγία Γραφή. Όμως κάποιες φορές αναγκάστηκε να χρησιμοποιήσει και λέξεις που δεν υπάρχουν στην Αγία Γραφή, όπως η ίδια η λέξη «Τριάδα» και η λέξη «ομοούσιος», την οποία έβαλαν στο Πιστεύω οι Πατέρες της Β΄ (2ης) Οικουμενικής Συνόδου, το 381 μ.Χ., για να εξηγήσουν ότι ο Υιός είναι «ομοούσιος τω Πατρί», δηλ. έχει την ίδια ουσία με τον Πατέρα.
Όλες οι λέξεις που χρησιμοποιούμε για το Θεό είναι ανθρώπινες και αποδίδουν έννοιες ανθρωπομορφικές (δίνουν δηλαδή στο Θεό μορφή ανθρώπου). Οι λέξεις π.χ. Πατήρ, Υιός και Άγιο Πνεύμα, οι λέξεις γέννηση και εκπόρευση, η λέξη αγάπη (όταν λέμε ότι ο Θεός είναι αγάπη – πράγμα που αναφέρεται στην Καινή Διαθήκη, στην α΄ επιστολή Ιωάννου), ακόμη και η ίδια η λέξη Θεός, μας φέρνουν στο νου καταστάσεις από το δικό μας κόσμο, που δεν αντιστοιχούν ακριβώς σε αυτό που είναι ο Θεός.
Γι’ αυτό, κάποιοι Πατέρες της Εκκλησίας χρησιμοποίησαν για το Θεό αντιφατικούς όρους, όπως «υπερούσιος ουσία», για να δείξουν ότι η πραγματικότητα ξεπερνάει τη δυνατότητα που έχουμε να μιλήσουμε γι’ αυτήν. Μάλιστα, σε κατάσταση θέωσης ο άνθρωπος και στην προσευχή του ακόμη δεν χρησιμοποιεί λέξεις.
Τις λέξεις τις χρησιμοποιούμε για το Θεό, επειδή κάπως πρέπει να μιλήσουμε γι’ Αυτόν. Πρέπει όμως να ξέρουμε ότι δεν εκφράζουν ακριβώς τι είναι ο Θεός, ποιος είναι ο τρόπος ύπαρξής Του και πώς είναι η εσωτερική ζωή της Αγίας Τριάδας.
Αυτά που είπαμε τώρα – ότι για το Θεό δεν μπορούμε ποτέ να μιλήσουμε με ακρίβεια – ονομάζονται «αποφατισμός» και η διδασκαλία της Εκκλησίας για το θέμα αυτό λέγεται «αποφατική θεολογία».
Γ) Πώς φαίνεται στην Αγία Γραφή ότι ο Θεός είναι Τριαδικός;
Η Παλαιά Διαθήκη δεν γράφει ξεκάθαρα ότι ο Θεός είναι τριαδικός, επειδή υπήρχε ο κίνδυνος για τους Εβραίους να νομίσουν ότι υπάρχουν πολλοί Θεοί και έτσι να γίνουν πολυθεϊστές. Απλώς υπαινίσσεται την τριαδικότητα του Θεού, δηλαδή την υπονοεί, χωρίς να την αναφέρει καθαρά.
Η τριαδικότητα του Θεού στην Παλαιά Διαθήκη φαίνεται με τρόπους όπως οι παρακάτω:
  1. Με τον πληθυντικό αριθμό σε μερικά σημεία της Γένεσης, όπου ο Θεός μιλάει στον εαυτό Του σε πληθυντικό αριθμό. Παράδειγμα, τα Γέν. 1, 26 («ας φτιάξουμε άνθρωπο κατά την εικόνα και ομοίωσή μας») και Γέν. 11, 7 («ας κατεβούμε και ας τους μπερδέψουμε τις γλώσσες»).
Το εβραϊκό κείμενο στα σημεία αυτά (και σε πολλά άλλα) χρησιμοποιεί για το Θεό τη λέξη Ελοχείμ. Η λέξη αυτή είναι πληθυντικού αριθμού (παρόλο που αναφέρεται έντονα ότι ένας μόνο Θεός υπάρχει), πράγμα που, κατά τους χριστιανούς, συνηγορεί ακόμη περισσότερο στην άποψη ότι εντός της Θεότητος υπάρχουν περισσότερα από ένα πρόσωπα.
  1. Με την εμφάνιση του Θεού, με μορφή Τριών Ανδρών, στον Αβραάμ στο κεφ. 18 της Γένεσης. Εκεί είναι φανερό ότι ο Αβραάμ αντιμετωπίζει και τους Τρεις ως ισότιμους. Ήρθε «να Τους συναντήσει», είπε και στους Τρεις να καθίσουν, να πλυθούν, να φάνε κ.τ.λ., χαρακτήρισε τον εαυτό του «υπηρέτη Τους» και Εκείνοι του απάντησαν σαν με ένα στόμα.
  2. Με τους ανεξήγητους (για μας, «τριαδικούς») πληθυντικούς σε πολλές προφητείες, όπου φαίνεται: (α) ότι εντός της Θεότητος υπάρχουν περισσότερα από ένα πρόσωπα, (β) ότι εμφανίζονται τουλάχιστον δύο «Κύριοι», που ο Ένας στέλνει στη Γη τον Άλλο – π.χ. Ζαχαρίας, κεφ. 2, στίχ. 12-15, κεφ. 6, στ. 15, Ησαΐας κεφ. 45, 1, κεφ. 48, 12-16, Οβδιού, στίχ. 1, και αμέτρητα άλλα.
  3. Με την εμφάνιση του περίφημου «αγγέλου του Θεού», ενός όντος που μιλάει συγχρόνως και ως Θεός ή Κύριος. Εμφανίστηκε π.χ. στο Μωυσή μέσα από τη φλεγόμενη βάτο και χαρακτηρίζεται «άγγελος Κυρίου», όμως είπε «Εγώ είμαι ο Θεός του Αβραάμ, του Ισαάκ και του Ιακώβ» κ.τ.λ. (Έξοδος, κεφ. 3, στίχ. 2). Πρόκειται για τον Υιό (το Χριστό) και χαρακτηρίζεται «άγγελος», γιατί άγγελος = αγγελιαφόρος (ενν. του Θεού Πατέρα). Ο Υιός χαρακτηρίζεται στην Παλαιά Διαθήκη «άγγελος της διαθήκης» και «μεγάλης βουλής άγγελος» (στα βιβλία των προφητών Ησαΐα, κεφ. 9, στίχ. 6, και Μαλαχία, κεφ. 3, στ. 1).
  4. Με την εμφάνιση της «Σοφίας του Θεού», ενός ξεκάθαρα θεϊκού όντος, που μάλιστα μιλάει διά στόματος των προφητών σε πρώτο πρόσωπο, όπως μόνον ο Θεός κάνει, στα βιβλία ΠαροιμίεςΙωβΣοφία Σολομώντος και Σοφία Σειράχ. Είναι ο Χριστός, γι’ αυτό η μεγάλη εκκλησία της Κωνσταντινούπολης, η αφιερωμένη στο Χριστό, ονομάστηκε «Αγία Σοφία».
  5. Η ύπαρξη πολλών προσώπων στη Θεότητα φαίνεται και από τις προφητείες, κατά τις οποίες διά στόματος των προφητών μιλάει ο αναμενόμενος και μελλοντικά ερχόμενος Μεσσίας. Εφόσον ο Μεσσίας μιλάει διά στόματος των προφητών, επομένως είναι Θεός – π.χ. Ησαΐα 61, 1-2, που ο Χριστός το χρησιμοποίησε ως αναφορά στον εαυτό Του (κατά Λουκάν, 4, 17-21). Υπάρχουν και οι χριστολογικοί ή μεσσιανικοί Ψαλμοί, όπου ο Μεσσίας μιλάει διά του προφήτη. Π.χ. Ψαλμ. 68, 22 («μου έδωσαν χολή για τροφή και στη δίψα μου με πότισαν ξύδι», βλ. Ματθ. 27, 48).
Στην Καινή Διαθήκη αποκαλύπτεται πλέον η τριαδικότητα του Θεού με σαφείς αναφορές στον Πατέρα, τον Υιό και το Άγιο Πνεύμα, αν και, όπως είπαμε προηγουμένως, δεν εξηγείται η σχέση αυτών των τριών προσώπων μεταξύ Τους.
Προφανώς οι πρώτοι χριστιανοί δεν χρειάζονταν εξηγήσεις, γιατί ήξεραν τι είναι η ένωση με το Θεό και όλη η ζωή τους, κατά βάσιν, ήταν προσανατολισμένη στο να ενωθούν με Αυτόν. Με την ένωση αυτή βρίσκονταν εντός του θείου Φωτός και γνώριζαν προσωπικά τον Τριαδικό Θεό.
Τρόποι, με τους οποίους στην Καινή Διαθήκη αποκαλύπτεται η τριαδικότητα του Θεού, είναι:
Οι ονομαστικές αναφορές στα τρία θεία πρόσωπα. Κατ’ αρχάς, από τον ίδιο τον Ιησού Χριστό, που πάρα πολλές φορές ανέφερε το Θεό ως Πατέρα Του και τον εαυτό Του ως τον Υιό και μίλησε για ένα τρίτο πρόσωπο, που το ονόμασε Άγιο Πνεύμα ή απλώς Πνεύμα. Αυτό το τρίτο πρόσωπο το χαρακτηρίζει επίσης Παράκλητο (=παρηγορητή) και Πνεύμα της αληθείας, στο κατά Ιωάννην Ευαγγέλιο, κεφάλαια 14, 15 και 16 (που περιέχουν μερικές από τις σπουδαιότερες τριαδολογικές αναφορές της Αγίας Γραφής), και υπόσχεται στους μαθητές Του ότι θα παρακαλέσει τον Πατέρα και θα τους Τον στείλει «στο όνομά Του» μετά την αποχώρησή Του από τον κόσμο (είναι η κάθοδος του Αγίου Πνεύματος, που συνέβη την ημέρα της πεντηκοστής, δηλαδή 50 μέρες μετά την ανάσταση του Χριστού).
Επίσης, στο τέλος του κατά Ματθαίον Ευαγγελίου ο Χριστός δίνει εντολή στους μαθητές Του να βαπτίζουν τους πιστούς «εις το όνομα του Πατρός, του Υιού και του Αγίου Πνεύματος».
Εκτός αυτού, στις επιστολές των αποστόλων υπάρχουν αμέτρητες ξεχωριστές αναφορές στον Πατέρα, τον Υιό και Κύριο Ιησού Χριστό και στο Άγιο Πνεύμα, ενώ μερικές φορές τίθενται και τα τρία θεία πρόσωπα στον ίδιο στίχο.
Παραδείγματα είναι τα λόγια του αποστόλου Παύλου, Α΄ προς Κορινθίους, κεφ. 12, στίχ. 4-6: «Διαιρέσεις δε χαρισμάτων εισί, το δε αυτό Πνεύμα· και διαιρέσεις διακονιών εισί, και ο αυτός Κύριος· και διαιρέσεις ενεργημάτων εισίν, ο δε αυτός εστι Θεός, ο ενεργών τα πάντα εν πάσιν», και Β΄ προς Κορινθίους κεφ. 13, στίχ. 13 (ο τελευταίος στίχος): «Η χάρις του Κυρίου Ιησού Χριστού και η αγάπη του Θεού και η κοινωνία του Αγίου Πνεύματος μετά πάντων υμών· αμήν», καθώς και του αποστόλου Πέτρου, στην Α΄ επιστολή Πέτρου, κεφ. 1, στίχ. 2: «κατά πρόγνωσιν Θεού πατρός, εν αγιασμώ Πνεύματος, εις υπακοήν και ραντισμόν αίματος Ιησού Χριστού».
Έχουμε δύο θεοφάνειες, δηλαδή φανερώσεις του Τριαδικού Θεού: μία στη βάπτιση του Χριστού και μία στη μεταμόρφωσή Του.
Στη βάπτιση του Χριστού από τον άγιο Ιωάννη τον Πρόδρομο στον Ιορδάνη ποταμό ακούστηκε η φωνή του Πατέρα να λέει «ούτός εστιν ο υιος μου ο αγαπητός, εν ω ευδόκησα», ενώ το Άγιο Πνεύμα εμφανίστηκε «εν είδει περιστεράς», δηλ. με μορφή περιστεριού (κατά Ματθαίον, κεφ. 3, Μάρκον κεφ. 1, Λουκάν κεφ. 3).
Η μεταμόρφωση του Χριστού είναι ένα επεισόδιο που αναφέρεται στα Ευαγγέλια κατά Ματθαίον κεφ. 17, Μάρκον κεφ. 9, Λουκάν κεφ. 9 και Β΄ επιστολή Πέτρου κεφ. 1. Ο Ιησούς ανέβηκε στο όρος Θαβώρ παίρνοντας μαζί Του τους αποστόλους Πέτρο, Ιάκωβο και Ιωάννη και εκεί το πρόσωπό Του έλαμψε σαν τον ήλιο και τα ρούχα Του «έγιναν λευκά όπως το φως». Οι προφήτες Μωυσής και Ηλίας εμφανίστηκαν κοντά του, μια φωτεινή νεφέλη τον σκέπασε και από τη νεφέλη ακούστηκε η φωνή του Θεού να λέει: «ούτος εστίν ο υιός μου ο αγαπητός, εν ω ευδόκησα· αυτού ακούετε». Η φωτεινή νεφέλη, όπως εξηγούν οι Πατέρες της Εκκλησίας, ήταν εμφάνιση του Αγίου Πνεύματος. Και εδώ λοιπόν έχουμε φανέρωση του Τριαδικού Θεού.
  1. Στις Πράξεις των αποστόλων, αλλά και στις επιστολές του αποστόλου Παύλου, στα κεφάλαια του κατά Ιωάννην Ευαγγελίου που αναφέραμε πιο πριν και γενικά στην Καινή Διαθήκη, υπάρχουν σημαντικές αναφορές που φανερώνουν ότι το Άγιο Πνεύμα δεν είναι μόνο «η δύναμη του Θεού», αλλά ένα συγκεκριμένο πρόσωπο, με ιδιαίτερη προσωπικότητα, που μιλάει και ενεργεί. Έτσι, βλέπουμε π.χ. το Άγιο Πνεύμα να μιλάει στις Πράξεις των αποστόλων κεφ. 1, στίχ. 16, κεφ. 8, στίχ. 29, κεφ. 10, στίχ. 19, κεφ. 13, στίχ. 2, κ.α. Ένα επίσης από τα πολλά χαρακτηριστικά αποσπάσματα της Καινής Διαθήκης για το Άγιο Πνεύμα είναι το κεφ. 12 της Α΄ προς Κορινθίους επιστολής του αποστόλου Παύλου.
Δ) Η επίσημη διατύπωση του τριαδολογικού δόγματος από την Εκκλησία
Κάποιες πρώτες εξηγήσεις στο πώς βλέπουν το Θεό οι χριστιανοί επιχείρησαν να δώσουν οι Απολογητές, χριστιανοί συγγραφείς του 2ου και 3ου αιώνα μ.Χ., οι οποίοι έγραψαν απολογίες υπέρ των χριστιανών για να πείσουν το ρωμαϊκό κράτος να σταματήσει τους διωγμούς. Αν και πολλοί από τους απολογητές είναι άγιοι (όπως ο άγιος Ιουστίνος, ο άγιος Αθηναγόρας, ο άγιος Αριστείδης κ.ά.), οι απόπειρές τους είναι ακόμη ατελείς. Επίσημη διατύπωση της διδασκαλίας του χριστιανισμού για την Αγία Τριάδα, στην οποία καταβλήθηκε μέγιστη προσοχή να διατυπωθεί η διδασκαλία αυτή με τη μεγαλύτερη δυνατή ακρίβεια και ορθότητα, χρειάστηκε αργότερα να δώσουν οι χριστιανοί, όταν εμφανίστηκαν αιρέσεις.
Οι αιρέσεις που αμφισβητούν την τριαδικότητα του Θεού χαρακτηρίζονται τριαδολογικές αιρέσεις, ενώ εκείνες που εκφράζουν εσφαλμένες απόψεις για τον Ιησού Χριστό (ως Θεάνθρωπο και όχι απλώς ως τον Υιό του Θεού) χαρακτηρίζονται χριστολογικές αιρέσεις.
α) Ο μοναρχιανισμός
Η πρώτη μορφή τριαδολογικών αιρέσεων εμφανίστηκε κατά τον 3ο αιώνα μ.Χ. και είναι εκείνες που ονομάζουμε με το γενικό όνομα μοναρχιανισμός. Οι μοναρχιανοί προσπαθούσαν να διασώσουν τη «μοναρχία» του Θεού Πατέρα, δηλ. ότι στο Θεό υπάρχει μία μόνον αρχή – αιτία και εξουσία – και όχι τρεις αρχές. Αυτό βέβαια λέει και η Εκκλησία, αλλά οι μοναρχιανοί νόμιζαν ότι με τη διδασκαλία για την τριαδικότητα του Θεού έχουμε πολυαρχία και τριθεΐα.
Οι μοναρχιανοί χωρίζονται σε δύο ομάδες:
Η μία ομάδα είναι οι τροπικοί μοναρχιανοί, που δίδασκαν ότι τα τρία πρόσωπα της Αγίας Τριάδας είναι ένα μόνον, που εμφανίζεται με τρεις διαφορετικούς τρόπους (γι’ αυτό λέγονται «τροπικοί»: στην Παλαιά Διαθήκη ως Πατήρ, στην Καινή Διαθήκη ως Υιός και στην ιστορία της Εκκλησίας ως Άγιο Πνεύμα. Τους τροπικούς μοναρχιανούς οι αντίπαλοί τους (συγγραφείς που υπερασπίζονταν την ορθόδοξη διδασκαλία) τους ονόμασαν και πατροπασχίτες, επειδή, κατά τη γνώμη τους, ο ίδιος ο Πατήρ έπασχε στο σταυρό, εμφανιζόμενος ως Υιός-Θεάνθρωπος.
Η άλλη ομάδα μοναρχιανών ήταν οι δυναμικοί μοναρχιανοί, που δίδασκαν ότι ο Ιησούς Χριστός στην αρχή ήταν κοινός άνθρωπος, ο οποίος όμως εξελίχθηκε σε Υιό του Θεού λόγω της μεγάλης ηθικής του τελειότητας. «Δυναμικοί», εδώ, σημαίνει εξελικτικοί – όταν λέμε ότι κάτι είναι δυναμικό εννοούμε εδώ ότι έχει τη δυνατότητα να εξελιχθεί. Κατ’ αυτούς, δηλαδή, ο Χριστός υιοθετήθηκε από το Θεό και έγινε Υιός Του, χωρίς όμως να είναι κατά φύσιν Θεός. Γι’ αυτό, τους δυναμικούς μοναρχιανούς τους χαρακτήριζαν υιοθετιστές.
Το λάθος των μοναρχιανών ήταν ότι προσπάθησαν να κατανοήσουν το Θεό με κριτήρια του δικού μας κόσμου. Σκέφτηκαν δηλαδή ότι ο Θεός μπορεί να είναι είτε ένας είτε πολλοί. Δεν κατάλαβαν ότι στην περίπτωση του Θεού μπορεί να είναι και ένας και πολλοί ταυτόχρονα.
Ο μοναρχιανισμός απορρίφθηκε από την Εκκλησία και χαρακτηρίστηκε αίρεση μέσω τοπικών συνόδων (συμβουλίων επισκόπων) που συγκροτήθηκαν σε διάφορα μέρη.
β) Ο αρειανισμός
Τις αρχές του 4ου αιώνα μ.Χ., δηλαδή λίγο μετά το 300 μ.Χ., στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου, ένας μορφωμένος ιερέας, ο Άρειος, προσπάθησε κι εκείνος να κατανοήσει λογικά το Θεό και απέρριψε την ιδέα ότι ο Θεός μπορεί να είναι ταυτόχρονα ένας και τρεις.
Έτσι, για να διασώσει τη μονοθεΐα των χριστιανών, υποστήριξε ότι μόνο ο Πατέρας είναι Θεός. Ο Υιός, κατά τον Άρειο, είναι απλά ένα δημιούργημα του Θεού, το πρώτο και σημαντικότερο, αλλά πάντως δημιούργημα, όπως οι άγγελοι και οι άνθρωποι. Το Άγιο Πνεύμα είπε ότι είναι απλά η δύναμη του Θεού, όχι μια ιδιαίτερη προσωπικότητα (όχι δηλαδή ιδιαίτερο πρόσωπο).
Η διδασκαλία του Αρείου αναστάτωσε την Αλεξάνδρεια και ο αρχιεπίσκοπος Αλεξανδρείας, ο άγιος Αλέξανδρος, προσπάθησε να τον διορθώσει, αλλά δεν το κατόρθωσε. Η υπόθεση πήρε έκταση, με συνέπεια να ξεκινήσει μια θεολογική διαφωνία (διαμάχη) με τη συμμετοχή αρκετών ιερέων και επισκόπων. Έτσι, ο Μέγας Κωνσταντίνος, που ήταν πλέον αυτοκράτορας, αποφάσισε να λύσει το πρόβλημα με μια σύνοδο όλων των χριστιανών επισκόπων του κόσμου, η οποία ονομάστηκε Οικουμενική Σύνοδο (οικουμένη = ο κατοικημένος κόσμος) και συγκροτήθηκε στη Νίκαια της Μικράς Ασίας το 325 μ.Χ. Συμμετείχαν εκατοντάδες επίσκοποι, από όλες τις περιοχές της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας κι ακόμη από τη Βρετανία μέχρι την Ινδία. Κατά την παράδοση, συγκεντρώθηκαν 318 επίσκοποι, αν και κάποιοι ιστορικοί πιστεύουν ότι ήταν περισσότεροι και ότι ο αριθμός 318 καθιερώθηκε για συμβολικούς λόγους, επειδή στην Παλαιά Διαθήκη βλέπουμε τον Αβραάμ με 318 υπηρέτες να επιτίθεται στους επιδρομείς, που είχαν αιχμαλωτίσει τον ανιψιό του τον Λωτ και την οικογένειά του (Γένεσις, κεφ. 14).
Αυτή είναι η Α΄ (δηλ. η 1η) Οικουμενική Σύνοδος, στην οποία συμμετείχαν άγιοι όπως ο άγιος Νικόλαος, ο άγιος Σπυρίδων, ο άγιος Αθανάσιος ο Μέγας (που ήταν ακόμη διάκονος, αλλά εκπροσωπούσε τον αρχιεπίσκοπο Αλεξανδρείας), ο άγιος Αλέξανδρος Κωνσταντινουπόλεως (που ήταν ακόμη λαϊκός, αλλά εκπροσωπούσε τον αρχιεπίσκοπο ΚΠόλεως) και πολλοί άλλοι σημαντικοί, λιγότερο γνωστοί.
Η Σύνοδος απέρριψε τον αρειανισμό ως αίρεση (ελάχιστοι επίσκοποι συμφώνησαν με τον Άρειο). Ο Άρειος, επειδή επέμενε στη διδασκαλία του και απέρριψε τη διδασκαλία της Εκκλησίας, αφορίστηκε, δηλαδή διαγράφηκε από μέλος της Εκκλησίας (αφορίζω = ξεχωρίζω), ώστε να μην ξεγελιούνται οι χριστιανοί και νομίζουν ότι η διδασκαλία του είναι χριστιανική. Θα μπορούσε να επανέλθει αμέσως αν αποδεχόταν τη διδασκαλία της Οικουμενικής Συνόδου, αλλά δυστυχώς κάτι τέτοιο δεν συνέβη μέχρι τον επεισοδιακό θάνατό του λίγα χρόνια αργότερα.
Ο Μ. Κωνσταντίνος εξόρισε τον Άρειο, θεωρώντας ότι προκαλεί αναταραχή στην κοινωνία. Λίγο καιρό αργότερα άλλαξε γνώμη, τον κάλεσε πίσω και μάλιστα προσπάθησε να υποχρεώσει τον αρχιεπίσκοπο ΚΠόλεως να τον δεχτεί να λειτουργήσουν μαζί. Όμως ο Άρειος πέθανε μία μέρα πριν συμβεί αυτό.
γ) Το «Πιστεύω» και η Β΄ Οικουμενική Σύνοδος
Ο τρόπος που η Α΄ Οικ. Σύνοδος διατύπωσε τη διδασκαλία της Εκκλησίας για την τριαδικότητα του Θεού, είναι το γνωστό Σύμβολο της Πίστεως, δηλαδή το Πιστεύω«Πιστεύω εις ένα Θεό…» κ.τ.λ.
Σύμβολα της Πίστεως υπήρχαν και πριν, τα οποία ήταν μόνο μια δυο φράσεις και λέγονταν από τους ανθρώπους που επρόκειτο να βαπτιστούν. Τώρα όμως συντάχθηκε ένα εκτενές Σύμβολο, ακριβώς για να διατυπωθεί το χριστιανικό δόγμα για τον Τριαδικό Θεό.
Όμως το Πιστεύω, όπως το συνέταξε η Α΄ Οικ. Σύνοδος, δεν είναι ακριβώς όπως το έχουμε σήμερα. Είναι πιο μικρό και απλό. Την πλήρη μορφή του την έδωσε το 381 μ.Χ. η Β΄ Οικουμενική Σύνοδος, στην ΚΠολη, για να απαντήσει στη δεύτερη γενιά αρειανών, που είχαν αρχηγό τον Ευνόμιο, καθώς και σε μια άλλη αίρεση, που αμφισβητούσε τη θεότητα του Αγίου Πνεύματος και γι’ αυτό οι οπαδοί της χαρακτηρίστηκαν πνευματομάχοι.
Μετά το θάνατο του Μ. Κωνσταντίνου, ο γιος και διάδοχός του, ο αυτοκράτορας Κωνστάντιος, και, αργότερα, ο αυτοκράτορας Ουάλης υποστήριξαν τον αρειανισμό και καταδίωξαν τους ορθόδοξους χριστιανούς. Έδωσαν πολλές επισκοπικές θέσεις σε οπαδούς του αρειανισμού και εξόρισαν τους ορθόδοξους επισκόπους, όπως ο Μ. Αθανάσιος και ο Μέγας Βασίλειος.
Καθώς ο Μ. Αθανάσιος είχε γεράσει (όπως και όλα τα μέλη της γενιάς της Α΄ Οικ. Συνόδου είχαν γεράσει ή κοιμηθεί, δηλ. φύγει από αυτή τη ζωή), τον αγώνα ενάντια σε αυτή την αντεπίθεση του αρειανισμού (που είχε πλέον κρατική υποστήριξη και ένα νέο ηγέτη, τον Ευνόμιο, όπως είπαμε) ανέλαβαν δύο νεώτεροι μεγάλοι άγιοι και διδάσκαλοι της Εκκλησίας, ο άγιος Βασίλειος ο Μέγας και ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος, ενώ και άλλοι άγιοι Πατέρες της εποχής εκείνης έγραψαν για το θέμα αυτό, όπως ο αδελφός του Μ. Βασιλείου, ο άγιος Γρηγόριος Νύσσης (επίσκοπς της πόλης Νύσσα στη Μικρά Ασία). Έτσι γράφτηκαν σπουδαία θεολογικά έργα για την Αγία Τριάδα, που τελειοποίησαν την έκφραση της διδασκαλίας της Εκκλησία γι’ αυτό το ζήτημα.
Το 381 μ.Χ. ο αυτοκράτορας Θεοδόσιος Α΄ ο Μέγας συγκάλεσε σύνοδο στην ΚΠολη για να λύσει το πρόβλημα. Στη σύνοδο συμμετείχαν 150 επίσκοποι, ανάμεσά τους και οι δύο άγιοι Γρηγόριοι, και στηρίχτηκαν στη διδασκαλία του αγίου Βασιλείου, ο οποίος όμως είχε κοιμηθεί δύο χρόνια πριν (το 379 μ.Χ.). Η Σύνοδος απέρριψε τη διδασκαλία των αρειανών και διατύπωσε τις θέσεις της Εκκλησίας γράφοντας το Σύμβολο της Πίστεως όπως το ξέρουμε.
Ε) Συμπληρωματικά: τα ονόματα του Θεού, η απεικόνιση της Αγίας Τριάδας και η εορτή του Αγίου Πνεύματος
Τα ονόματα των Τριών Προσώπων της Αγίας Τριάδας
Ένας στίχος της Παλαιάς Διαθήκης, που οι χριστιανοί τον θεωρούμε σημαντικό «τριαδολογικό στίχο», είναι από το βιβλίο Ψαλμοί και συγκεκριμένα από τον Ψαλμό 32 (στην εβραϊκή Βίβλο είναι ο 33), στίχος 6: «τω λόγω του Κυρίου οι ουρανοί εστερεώθησαν και τω πνεύματι του στόματος αυτού πάσα η δύναμις αυτών».
Λόγος του Κυρίου στην Καινή Διαθήκη χαρακτηρίζεται το δεύτερο πρόσωπο της Αγίας Τριάδας, ο Υιός, δηλαδή ο Χριστός. Τον ονομάζει έτσι ο ευαγγελιστής Ιωάννης: «Εν αρχή ην ο Λόγος και ο Λόγος ην προς τον Θεόν και Θεός ην ο Λόγος» (αρχή του κατά Ιωάννην Ευαγγελίου). Επίσης Τον ονομάζει Λόγο στην Α΄ επιστολή Ιωάννου (π.χ. κεφ. 1, στίχ. 1, κεφ. 2, στίχ. 14, ενώ υπάρχει και ο περίφημος στίχος 7 στο κεφ. 5, «ότι τρεις εισίν οι μαρτυρούντες εν τω ουρανώ, ο Πατήρ, ο Λόγος και το Άγιον Πνεύμα, και ούτοι οι τρεις εν εισί», που όμως κάποιοι αμφισβητούν τη γνησιότητά του), όπως επίσης και στην Αποκάλυψη, κεφ. 19, στίχ. 13.
Γιατί ο Υιός του Θεού ονομάζεται Λόγος; Η λέξη λόγος, στα αρχαία ελληνικά, σημαίνει ομιλία, αλλά και λογική. Κάποιοι αρχαίοι Έλληνες φιλόσοφοι έλεγαν ότι υπάρχει ο «Λόγος του κόσμου», ένα είδος «συμπαντικής λογικής», μια δύναμη που δημιούργησε και συντηρεί τον κόσμο. Η Παλαιά Διαθήκη, στο 1οκεφάλαιο της Γένεσης, γράφει ότι ο Θεός δημιούργησε τον κόσμο «με το λόγο Του»: έλεγε και γίνονταν τα διάφορα πράγματα (π.χ. είπε «γενηθήτω φως» και «εγένετο φως»).
Χαρακτηρίζοντας ο ευαγγελιστής Ιωάννης τον Υιό του Θεού «Λόγο» προφανώς υπονοεί ότι ο Λόγος του κόσμου (που έλεγαν οι αρχαίοι Έλληνες) και ο λόγος του Θεού, που λέει η Παλαιά Διαθήκη, δεν είναι μια απρόσωπη δύναμη, αλλά ένα πρόσωπο, το δεύτερο πρόσωπο της Αγίας Τριάδας, ο Υιός.
Εκτός αυτού, ο Υιός ονομάζεται επίσης «Σοφία» του Θεού, όνομα αντίστοιχο με το όνομα Λόγος, που προέρχεται από την Παλαιά Διαθήκη, όπως γράψαμε παραπάνω.
Αυτά τα ονόματα, Υιός, Λόγος και Σοφία, αναφέρονται στη θεία φύση του Ιησού Χριστό, ενώ τα ονόματα Ιησούς, Χριστός, Σωτήρας κ.ά. αναφέρονται στην ανθρώπινη φύση Του. Βέβαια, επειδή ο Χριστός είναι ένα πρόσωπο και όχι δύο, έχουμε τη λεγόμενη «αντίδοση των ιδιωμάτων», δηλαδή δεν μπορούμε να ξεχωρίσουμε απόλυτα όσα αναφέρονται στην ανθρώπινη φύση Του απ’ όσα αναφέρονται στη θεία φύση Του. Γι’ αυτό λέμε π.χ. ότι ο Θεός γεννήθηκε και σταυρώθηκε, ότι η Παναγία είναι Θεοτόκος (=μητέρα του Θεού) κ.λ.π.
Η λέξη πνεύμα στα αρχαία ελληνικά σημαίνει πνοή. Όταν λοιπόν η Αγία Γραφή ονομάζει το τρίτο πρόσωπο της Αγίας Τριάδας «Άγιο Πνεύμα», είναι σαν να το παρομοιάζει με «πνοή του Θεού».
Έτσι λοιπόν ο στίχος 6 του Ψαλμού 32, που γράφουμε παραπάνω, γίνεται ένας στίχος με έντονο τριαδολογικό περιεχόμενο.
Ο Θεός Πατέρας χαρακτηρίζεται επίσης, από ορισμένους χριστιανούς συγγραφείς, Νους. Ο όρος αυτός είναι παρμένος από τους αρχαίους Έλληνες, κάποιοι από τους οποίους (π.χ. ο φιλόσοφος Αναξαγόρας) έλεγαν ότι ο Νους δημιούργησε τον κόσμο.
Έτσι στην Αγία Τριάδα έχουμε ένα συμβολικό σχήμα, που δίνει μια αντιστοιχία με τον άνθρωπο. Νους, Λόγος ή Σοφία και Πνεύμα. Μόνο που στο Θεό αυτά τα τρία δεν είναι απλές ιδιότητες, αλλά ιδιαίτερες προσωπικότητες, πρόσωπα. Και φυσικά δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι όσα ονόματα χρησιμοποιούμε για το Θεό είναι πάντα ανθρωπομορφικά. Ο Θεός είναι άρρητος (= δεν μπορεί να εκφραστεί με λόγια) και απερίγραπτος.
Εκτός αυτών, όπως είπαμε, το Άγιο Πνεύμα χαρακτηρίστηκε από τον Ίδιο το Χριστό Πνεύμα της αληθείας και Παράκλητος. Η 2η αυτή λέξη σημαίνει παρηγορητής («παρακαλώ», στα αρχαία ελληνικά, σημαίνει και παρηγορώ) και ερμηνεύεται ότι οι μαθητές του Χριστού θα χρειάζονταν παρηγοριά και στήριξη μετά την ανάληψη του Χριστού, που δε θα Τον έβλεπαν πλέον τόσο συχνά όσο όταν ήταν μαζί Του μέρα και νύχτα. Ο ευαγγελιστής Ιωάννης χαρακτηρίζει Παράκλητο και τον Ιησού Χριστό – γι’ αυτό ο Χριστός λέει ότι το Άγιο Πνεύμα είναι ένας «άλλος Παράκλητος» (βλ. κατά Ιωάννην, κεφ. 14, στ. 16, και Α΄ επιστολή Ιωάννουκεφ. 2, στ. 1).
Τέλος, πρέπει να πούμε ότι τα εβραϊκά ονόματα του Θεού Ελοχείμ, Γιαχβέ και Αδονάι έχουν τη δική τους ιστορία στα εβραϊκά κείμενα της Παλαιάς Διαθήκης, αλλά δεν παραδόθηκαν σ’ εμάς τους χριστιανούς, ούτε από την ελληνική μετάφραση της Παλαιάς Διαθήκης του 2ου αιώνα π.Χ. (Μετάφραση των 70), την οποία χρησιμοποίησαν οι απόστολοι και όλοι οι χριστιανοί των πρώτων αιώνων του χριστιανισμού, ούτε από τα Ευαγγέλια και τα άλλα βιβλία της Καινής Διαθήκης, τα οποία έγραψαν οι μαθητές του Χριστού. Από την Καινή Διαθήκη μας παραδόθηκαν τα ονόματα που αναφέραμε παραπάνω και αυτά χρησιμοποιούμε. Το όνομα Γιαχβέ έχει παραμείνει μόνο στη λέξη «αλληλούια», η οποία υπάρχει 4 φορές στην Καινή Διαθήκη (στην Αποκάλυψη του αγίου Ιωάννη) και σημαίνει «υμνείτε τον Κύριο». Αυτή τη λέξη συνεχίζουμε να τη χρησιμοποιούμε στη θεία λειτουργία και στις άλλες ιερές τελετές της Εκκλησίας μας.
Στη φράση «Κύριος σαβαώθ», που ακούμε στη θεία λειτουργία και προέρχεται από τον ύμνο των αγγέλων Σεραφείμ στο βιβλίο του προφήτη Ησαΐα (Ησαΐας, κεφ. 6, στίχ. 3), η εβραϊκή λέξη σαβαώθ δεν είναι όνομα, αλλά σημαίνει «των δυνάμεων». Συνεπώς Κύριος σαβαώθ = Κύριος των δυνάμεων, δηλαδή των αγγέλων.
Η απεικόνιση της Αγίας Τριάδας στην ορθόδοξη αγιογραφία
Το Άγιο Πνεύμα δεν έχει στ’ αλήθεια μορφή περιστεριού. Έτσι εμφανίστηκε στη βάπτιση του Χριστού. Στη μεταμόρφωση εμφανίστηκε ως νεφέλη και στην πεντηκοστή ως γλώσσες φωτιάς. Στον Αβραάμ εμφανίστηκε ως άνθρωπος. Στ’ αλήθεια δεν έχει συγκεκριμένη μορφή, αφού ο Θεός γενικά δεν έχει σώμα. Το ίδιο ισχύει και για Θεό Πατέρα. Μόνο ο Υιός διαθέτει σώμα και μπορεί να ζωγραφιστεί (να αγιογραφηθεί), αφού έγινε άνθρωπος. Γι’ αυτό στην Ορθόδοξη Εκκλησία επικρατεί η τακτική, όταν αγιογραφούνται σκηνές από τη δημιουργία του κόσμου και του ανθρώπου, κατά τη διήγηση της Παλαιάς Διαθήκης, ο Τριαδικός Θεός να παριστάνεται συμβολικά μόνο με τη γνωστή ανθρώπινη μορφή του Ιησού Χριστού.
Στην Εκκλησία, επίσης, επικρατεί η απεικόνιση και των τριών θείων προσώπων ως φτερωτών ανθρώπων (όμοιων με αγγέλους, αλλά και όμοιων μεταξύ Τους) στην εικόνα της φιλοξενίας του Αβραάμ (από το κεφ. 18 της Γένεσης, όπως είπαμε), που είναι και η ορθόδοξη εικόνα της Αγίας Τριάδας.
Η άλλη απεικόνιση, που παρουσιάζει το Θεό Πατέρα ως γέρο με μακριά άσπρα γένια, τον Υιό με τη μορφή του Ιησού Χριστού και το Άγιο Πνεύμα σαν περιστέρι, ήρθε σ’ εμάς από τη δυτική Ευρώπη την περίοδο της Αναγέννησης και, παρόλο που επικράτησε σε εποχές πνευματικής εξασθένησης της πατρίδας μας (Τουρκοκρατία), από θεολογική άποψη είναι εσφαλμένη. Εκτός του ότι η γενική απεικόνιση του Αγίου Πνεύματος ως περιστεριού προκαλεί σύγχυση (ότι αυτή είναι η πραγματική Του μορφή), η εικόνα αυτή παρουσιάζει το Θεό Πατέρα ως γέρο και τον Υιό ως νέο, αλλά τα τρία θεία πρόσωπα δεν έχουν ηλικία (βρίσκονται έξω από το χρόνο) και ποτέ δεν υπήρχε ο Πατέρας μόνος Του, χωρίς τον Υιό. Γι’ αυτό, ορθά η συγκεκριμένη εικόνα εγκαταλείπεται στην εποχή μας και επιστρέφουμε στην εικόνα της φιλοξενίας του Αβραάμ, καθώς οι σύγχρονοι αγιογράφοι ανακαλύπτουν τους θησαυρούς της πνευματικής μας παράδοσης.
Η Κυριακή της Πεντηκοστής και η Δευτέρα του Αγίου Πνεύματος
Πενήντα μέρες μετά το Πάσχα η Εκκλησία μας εορτάζει την κάθοδο του Αγίου Πνεύματος στους μαθητές του Χριστού, με την οποία ιδρύθηκε η Εκκλησία και άρχισε η ύπαρξη του χριστιανισμού στον κόσμο. Το γεγονός περιγράφεται στο 2ο κεφάλαιο του βιβλίου Πράξεις των αποστόλων, που έγραψε ο άγιος ευαγγελιστής Λουκάς και βρίσκεται μέσα στην Καινή Διαθήκη, μετά τα Ευαγγέλια.
Η εορτή αυτή θεωρείται ανάλογης σπουδαιότητας με το Πάσχα και τιμάται πανηγυρικά σε όλες τις ορθόδοξες ενορίες και ιερές μονές. Μάλιστα, μετά το τέλος της θείας λειτουργίας, τελείται ο Εσπερινός της Γονυκλισίας, με τις υπέροχες ευχές (προσευχές), που αναπέμπει ο ιερέας μαζί με όλο το χριστιανικό λαό προς το Θεό, πέφτοντας στα γόνατα. Από την Κυριακή του Πάσχα μέχρι την ημέρα της Πεντηκοστής (όπως και κάθε Κυριακή, όλο το έτος) η Ορθόδοξη Εκκλησία έχει θεσπίσει να μη γονατίζουν οι χριστιανοί για να προσευχηθούν, για να θυμούνται ότι, εξαιτίας της ανάστασης του Χριστού, οι άνθρωποι δεν είναι πια δούλοι του διαβόλου, της αμαρτίας και του θανάτου, ούτε δούλοι κανενός ανθρώπου, αλλά ελεύθεροι. Έτσι, την ημέρα της Πεντηκοστής, όλη η Εκκλησία (ο ορθόδοξος χριστιανικός λαός) γονατίζει ξανά, όχι σε ένδειξη δουλικής υποταγής, αλλά λόγω της συντριβής μας για τις αμαρτίες μας και για τις θλίψεις μας – όποιες είναι για τον καθένα – και τις θλίψεις και τις πληγές όλου του κόσμου, με τον οποίο συμπάσχουμε. Το γονάτισμα αυτό συμβολίζει και την ανόρθωσή μας (καθώς σηκωνόμαστε), δηλ. την απελευθέρωσή μας διά του Χριστού από ό,τι και όποιον μας σκλαβώνει.
Τη Δευτέρα, μια μέρα μετά την Πεντηκοστή, εορτάζουμε την περίφημη γιορτή του Αγίου Πνεύματος, κατά την οποία τιμούμε το τρίτο πρόσωπο της Αγίας Τριάδος, που την προηγούμενη ημέρα είδαμε να επισκέπτεται τους αποστόλους και να παραμένει μαζί με τους χριστιανούς εις τον αιώνα.
Θεόδωρος Ι. Ρηγινιώτης – θεολόγος
Πηγή: euxh.gr

Τα χαρίσματα του Αγίου Πνεύματος


 
 
Μεγάλα είναι και ξεπερνούν την ανθρώπινη λογική τα χαρίσματα που μάς δώρισε σήμερα ο φιλάνθρωπος Θεός.
Μεγάλα είναι και ξεπερνούν την ανθρώπινη λογική τα χαρίσματα που μάς δώρισε σήμερα ο φιλάνθρωπος Θεός.
Γι’ αυτό ας χαρούμε όλοι μαζί και σκιρτώντας από αγαλλίαση ας ανυμνήσουμε τον Κύριό μας. Γιατί η σημερινή ημέρα είναι για μάς εορτή και πανηγύρι.Όπως δηλαδή διαδέχονται η μια την άλλη οι εποχές και οι κινήσεις του ήλιου, έτσι ακριβώς και στην Εκκλησία η μία εορτή διαδέχεται την άλλη και με τον τρόπο αυτό απ’ τη μια πηγαίνουμε στην άλλη. Πριν από λίγο καιρό εορτάσαμε τον σταυρό, το πάθος και την Ανάσταση, και ύστερα από αυτά την Ανάληψη του Κυρίου μας Ιησού Χριστού στους ουρανούς.
Σήμερα φθάσαμε στην κορυφή των αγαθών, σ’ αυτήν την κορωνίδα των εορτών, βρισκόμαστε πια στην πραγματοποίηση των επαγγελιών του Κυρίου. «Γιατί αν φύγω –λέει- θα σάς στείλω άλλον Παράκλητο, και δεν θα σάς αφήσω ορφανούς». (Ιωάν. 16,6). Βλέπετε το πατρικό Του ενδιαφέρον; Βλέπετε την ανέκφραστη φιλανθρωπία Του; Πριν λίγες ημέρες ανελήφθη στον ουρανό, κάθισε στον βασιλικό θρόνο, στα δεξιά του Πατρός, και σήμερα μάς στέλνει ως δώρο τα χαρίσματα του Αγίου Πνεύματος και μ’ αυτόν τον τρόπο μάς χορηγεί άπειρα ουράνια αγαθά. Γιατί, πες μου, ποιο από τα αγαθά που συμβάλλουν στη σωτηρία μας δεν μάς δόθηκε από το Άγιο Πνεύμα;
Με τη χάρη Του απαλλασσόμαστε απ’ τη δουλεία του διαβόλου, καλούμαστε στην ελευθερία του Χριστού, οδηγούμαστε στην ουράνια υιοθεσία, αναγεννιόμαστε απ’ την αρχή και ξεφορτωνόμαστε το βαρύ και δυσβάστακτο φορτίο των αμαρτιών μας. Με τη χάρη του Αγίου Πνεύματος βλέπουμε να υπάρχουν τόσοι ιερείς κι έχουμε τάγματα διδασκάλων της Εκκλησίας. Απ’ την πηγή αυτή πήγασαν πλούτη προφητειών και χαρίσματα ιάσεων και όλα τα άλλα που συνήθως στολίζουν την Εκκλησία του Θεού από το Άγιο Πνεύμα προέρχονται. Και φωνάζει ο Παύλος και λέει: «Για όλα αυτά τα χαρίσματα ενεργεί το ένα και μοναδικό Πνεύμα, που τα μοιράζει όπως θέλει στον καθένα χωριστά» (Α’ Κορ. 12,11).

Κυριακή 7 Ιουνίου 2020

Η αιώνιος ζωή δεν είναι μια αφηρημένη αθανασία αλλά εμπειρία του ίδιου του Χριστού

Μια και αύριο είναι ψυχοσάββατο σκέφτηκα να πούμε λίγα πράγματα για αυτή την περίφημη «μετα θάνατον ζωή». Σίγουρα για να μιλήσω γι αυτά τα θέματα θα ήταν σωστό να χρησιμοποιήσω αγιογραφικά και πατερικά χωρία, ορολογίες και έννοιες. Όμως αυτά δεν είναι για το facebook και θα βαρύνει πολύ το κλίμα. Γι’ αυτό θα σας πω την ουσία της Ορθόδοξης Χριστιανικής διδασκαλίας περί του θέματος, αποφεύγοντας βαριές έννοιες και αναλύσεις.

  • Να ξεκαθαρίσουμε εξ αρχής, ότι η αιώνιος ζωή δεν είναι μια αφηρημένη αθανασία της ψυχής αλλά γνωριμία, συνάντηση, μετοχή και εμπειρία του ίδιου του Χριστού, «αὕτη δέ ἐστιν ἡ αἰώνιος ζωή, ἵνα γινώσκωσί σε τὸν μόνον ἀληθινὸν Θεὸν καὶ ὃν ἀπέστειλας ᾿Ιησοῦν Χριστόν..». Δηλαδή είναι κατά χάριν(δώρο) μέθεξης της Δόξας του Θεού. Ένα δώρο του Θεού στον άνθρωπο.
  • Ο άνθρωπος δεν είναι φύση αθάνατος διότι τότε θα ήταν Θεός, είναι όμως κατά χάριν αθάνατος. Ο Θεός θέλει να μην πεθάνει, να μην γυρίσει στο μηδέν. Και τα χαρίσματα του Θεού είναι αμετάκλητα. Δεν τα παίρνει δηλαδή πίσω.
  • Ο θάνατος δεν είναι θέλημα Θεού. Γι΄ αυτό και η σωτηρία μας είναι προαποφασισμένη προ της δημιουργίας των αιώνων, δηλ του χώρου, του χρόνου και κόσμου. Σε εμάς μένει μονάχα να αποδεχτούμε αυτή την σωτηρία στο πρόσωπο του Χριστού.
  • Η «μετα θάνατον» ζωή δεν είναι μια άλλη ζωή, αλλά η συνέχεια αυτής. Αυτό είναι σημαντικό να το κατανοήσουμε διότι μόνο έτσι θα συνειδητοποιήσουμε πόσο αξία έχει η παρούσα φάση ζωής. Στο σήμερα κτίζουμε το αύριο, στο παρόν το αιώνιο.
  • Αυτό που είμαστε σε αυτή την ζωή, αυτό αποτυπώνεται στην ψυχή μας. Το αποτύπωμα της παρούσας φάσης θα πάρουμε στην επόμενη μετα θάνατο πραγματικότητα. Δεν μπορείς εδώ να ζεις στο σκοτάδι της κακίας και μετα να πας στο φως της Αγάπης.
  • Όλοι θα μετέχουμε της Χάριτος του Θεού. Όλοι θα ενωθούμε με την αρχή και ουσία της ύπαρξης μας που είναι ο Χριστός. Θα κολυμπάμε μέσα στην δόξα Του, στο υπέρλαμπρος φως Του. Αλλά δεν θα γευόμαστε όλοι με τον ίδιο τρόπο αυτή την ένωση.
  • Η κόλαση και ο παράδεισος δεν είναι τόπος με καζάνια και φωτιές. Αυτά είναι ποιητικές και συμβολικές περιγραφές. Είναι κατάσταση της ύπαρξης. Οπότε δεν είναι τόπος αλλά τρόπος.
  • Δεν θα είναι αιώνιος μόνο ο παράδεισος αλλά και η κόλαση. Και οι κολασμένοι θα μετέχουν της αιωνιότητας και της δόξας του Θεού αλλά ως οδύνη.
  • Η κόλαση δεν θα είναι τιμωρία του Θεού αλλά αυτοεξορία του ανθρώπου.
  • Για να γευτείς την αιώνια κόλαση πρέπει να το θες πάρα πολύ. Γιατί ο Θεός, δεν θέλει να χαθεί κανείς από την δόξα της Βασιλείας Του. Θέλει όλοι να σωθούν και κάνει τα πάντα γι’ αυτό. Την κόλαση θα την βιώσουν μονάχα εκείνοι που το θέλουν. Γιατί ο Θεός όμως λέει ο Άγιος Μάξιμος Ομολογητής δεν κολάζει τον άνθρωπο. Δεν μπορεί η αγαθότητα του να κολάσει κανέναν εκτός από εκείνους που δεν θέλουν να ζήσουν μαζί Του. Δηλαδή στην πραγματικότητα εμείς κολάζουμε τους ίδιους τους εαυτούς μας, ποτέ ο Θεός.
  • Οι ψυχές των ανθρώπων που έχουν φύγει από την παρούσα φάση ζωής, προγεύονται την δόξα του Θεού είτε ως χαρά είτε ως οδύνη ανάλογα την πνευματική τους κατάσταση. Περιμένουν την τελική κρίση, την κοινή Ανάσταση κατά την οποία θα γίνει και πάλι η ένωσης τους με τα σώματα. Γιατί δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι η Ορθόδοξη Εκκλησία, πιστεύει στην Ανάσταση των σωμάτων και όχι μόνο των ψυχών. Δεν υπάρχει άνθρωπος δίχως σώμα γιατί τότε μιλάμε για φάντασμα αλλά ούτε σώμα δίχως ψυχή γιατί τότε έχουμε πτώμα. Και τα δυο μαζί ενωμένα είναι ο άνθρωπος. Αυτό θα γίνει στο τέλος της ιστορίας όταν τα πάντα θα γίνουν Χριστός. Τα πάντα και οι πάντες θα ενωθούν στο φως του αναστημένου και δοξασμένου Σώματος Του. Δηλαδή αυτό που εξ αρχής πριν καν δημιούργησε ο Θεός το κόσμο είχε αποφασίσει

Κυριακή της Πεντηκοστής: Η κάθοδος της θείας χάριτος

Ἡ Πεντηκοστὴ στὴν Παλαιὰ Διαθήκη ἦταν ἡ ἡμέρα, κατὰ τὴν ὁποία δόθηκε ὁ νόμος τοῦ Θεοῦ στὸ ὄρος Σινᾶ πενήντα ἡμέρες μετὰ τὴν ἔξοδο ἀπὸ τὴν Αἴγυπτο. Ἦταν μεγάλη ἑορτὴ γιὰ τὸν παλαιὸ Ἰσραήλ. Γιὰ τὴν Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ Πεντηκοστὴ σημαίνει ἡμέρα μιᾶς νέας νομοθεσίας, ἀπαρχὴ τοῦ νόμου τῆς ἀγάπης, μία καινούρια Διαθήκη, ποὺ ὑπεγράφη αὐτοχειρὶ διὰ καλάμου χλεύης μὲ τὸ Αἷμα τοῦ Ἐσφαγμένου Ἀρνίου ἐπάνω στὸ Σταυρό καὶ ἐπικυρώθηκε μὲ τὴν σφραγίδα τοῦ Ἁγίου Πνεύματος πενήντα ἡμέρες μετὰ τὴν Ἀνάσταση, μετὰ τὴν ἀπελευθέρωση ἀπὸ τὸ νοητὸ Φαραώ, τὸν διάβολο, καὶ τὴν ἔξοδο ἀπὸ τὴ νοητὴ Αἴγυπτο, τὸν ἀδίστακτο καὶ παμφάγο ᾄδη.
γράφει ο π. Στυλιανός Μακρής για το dogma.gr
Δυναμικὴ ἡ παρουσία τῆς χάριτος τοῦ Θεοῦ, σὰν δυνατὴ βοή, σὰν ἄνεμος, γεμίζει τὸν χῶρο, στὸν ὁποῖο ἦταν συνηθροισμένοι οἱ μαθητὲς τοῦ Χριστοῦ. Πύρινες γλῶσσες κάθονται ἐπάνω ἀπὸ τὰ κεφάλια τους κι ἐκεῖνοι ἀρχίζουν νὰ διαλαλοῦν σὲ ξένες γλῶσσες τὴν Εὐαγγελικὴ ἀλήθεια. Ἰουδαῖοι ἀπὸ ὅλα τὰ μέρη τοῦ γνωστοῦ τότε κόσμου, ποὺ βρίσκονταν στὴν Ἱερουσαλὴμ γιὰ τὴν ἑορτὴ τῆς Πεντηκοστῆς, ἀκοῦν στὴν ἰδιαίτερη τοῦ καθενὸς διάλεκτο τοὺς Ἀποστόλους νὰ ὁμιλοῦν καὶ νὰ διδάσκουν, μένοντας ἐκστατικοί καὶ ἐν ἀπορίᾳ γιὰ τὸ παράδοξο, ἐνῷ ἄλλοι, μᾶλλον πορωμένοι καὶ τυφλοί, τοὺς κατηγοροῦν γιὰ μέθη. Κι ὅμως αὐτοὶ οἱ μεθυσμένοι ἀπὸ χάρη καὶ δύναμη θεϊκὴ βαπτίζουν ἐκείνη τὴν ἡμέρα τρεῖς χιλιάδες ἀνθρώπους.

Άγιος Παΐσιος: "Κάποιοι προσπαθούν να αλλοιώσουν την γλώσσα μας, όμως η ελληνική, έχει «γλώσσα» από τις πύρινες Γλώσσες της Πεντηκοστής!"

Πῶς νὰ κλείσουν τὸ στόμα, ἀφοῦ περισσότερο ἀπὸ ἄλλοτε ἔχουν τὴν ἱκανότητα νὰ διαλαλήσουν τὰ θαυμαστὰ τοῦ Θεοῦ; πῶς νὰ κλείσῃ τὸ στόμα ὁ Πέτρος, ὁ πρώην ἀρνητής, ἀφοῦ σήμερα εἶναι πλέον ὀ θαῤῥαλέος καὶ τολμηρὸς ὑπηρέτης, ἡ πέτρα τῆς ὁμολογίας τοῦ ζωντανοῦ Θεοῦ; πῶς νὰ σιωπήσουν ἐκεῖνοι ποὺ εἶδαν καὶ ἄκουσαν καὶ ψηλάφισαν τὸν Θεό Λόγο, αὐτοὶ ποὺ Τὸν ἔβλεπαν γιὰ σαράντα ἡμέρες ἀναστημένο; Εὐαγγελίζονται οἱ πρωτεργάτες τῆς Καινῆς Διαθήκης τὴν οἰκουμένη ποὺ συγκεντρώνει τὰ πέρατά της στὰ Ἱεροσόλυμα γιὰ τὴν ἑορτὴ τῆς παλαιᾶς Πεντηκοστῆς καὶ καινουργεῖται στὰ νάματα τῆς χάριτος κατὰ τὴν ἑορτὴ τῆς νέας Πεντηκοστῆς, τῆς καινούριας ζωῆς.

Ὁ παλαιὸς Ἰσραήλ, ἡ παλαιὰ δηλαδὴ θρησκευτικὴ κοινότητα ὄσων ἀγαποῦσαν τὸν ἀληθινὸ Θεό τῆς ἀποκαλύψεως, γίνεται καινούριος, νέος Ἰσραήλ, γίνεται Σῶμα Χριστοῦ, Ἐκκλησία, λαὸς εὐλογημένος. Οἱ ἁπλοὶ ψαράδες τῆς Τιβεριάδος γίνονται ἁλιεῖς ἀνθρώπων, ἀναλαμβάνοντας ἕνα ἔργο ποὺ εἶχε σκοπὸ νὰ λυτρώσῃ τὴν ἀνθρωπότητα ἀπὸ τὴν πλάνη τῶν εἰδώλων καὶ νὰ ὁδηγήσῃ τοὺς λαοὺς τῆς οἰκουμένης στὴν ἀποφασιστικῆς σημασίας στροφὴ πρὸς τὴ γνώση τῆς ἀλήθειας.

Μετὰ τὴν Ἀνάληψη τοῦ Κυρίου, ὁ Ἀγαθὸς Παράκλητος ἀναλαμβάνει νὰ ὁδηγήσῃ εἰς πᾶσαν τὴν ἀλήθειαν ὅλα τὰ ἔθνη, νὰ συνεχίσῃ τὸ θαυμαστὸ ἔργο τῆς ἀπολυτρώσεως τοῦ ἀνθρώπου. Ἡ Πεντηκοστὴ εἶναι τὸ μυστήριο τοῦ Ἁγίου Πνεύματος καὶ κάθε μυστήριο τῆς ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας εἶναι μία Πεντηκοστή, γιατὶ ἡ χάρις τοῦ Θεοῦ κατεβαίνει μέχρι τὰ βάθη τῆς ὑπάρξεώς μας, γιὰ νὰ μᾶς φωτίσῃ, νὰ μᾶς ἁγιάσῃ, νὰ μᾶς μεταμορφώσῃ καὶ νὰ μᾶς σώσῃ.

Σήμερα εἶναι ἡ ἡμέρα τῶν Ἀποστόλων· σήμερα εἶναι ἡ ἡμέρα τῶν δωρεῶν τοῦ Παρακλήτου· σήμερα εἶναι ἡ ἡμέρα τῆς Ἐκκλησίας, ἡ δική μας ἡμέρα. Σὲ λίγο θὰ γονατίσουμε· ἂς ζητήσουμε ἕνα δῶρο, ἕνα χάρισμα ἢ περισσότερα ἀπὸ τὸν Παράκλητο. Δὲν εἶναι φειδωλός. Θὰ μᾶς δώσῃ τὰ πρὸς σωτηρίαν. Οἱ πύρινες γλῶσσες θὰ κατέλθουν καὶ σ’ ἐμᾶς· νὰ μιλήσουμε, νὰ διδάξουμε τὴ γλῶσσα τῆς μετανοίας, τῆς ἀγάπης· νὰ ἀρνηθοῦμε τὴ βαβελικὴ σύγχυση τῆς παθῶν ποὺ μᾶς χωρίζει καὶ ἀποξενώνει ἀπὸ Θεὸ καὶ συνάνθρωπο καὶ μᾶς διασκορπίζει στὰ πέρατα τῆς ἁμαρτίας, νὰ γκρεμίσουμε τὸν πύργο τῆς Βαβὲλ τοῦ ἐγωιστικοῦ μας εἰδώλου, νὰ ἀρνηθοῦμε τὴν εἰδωλολατρική μας αὐταρέσκεια καὶ νὰ προσκυνήσουμε τὸν Θεὸ τῆς τῶν πάντων ἑνότητος.

Μᾶς καλεῖ σὲ ἑνότητα κατερχόμενος, γιὰ νὰ μᾶς ὑψώσῃ στὴν αἰώνια ἑνότητα μαζί Του. Νὰ μὴν Τὸν λυπήσουμε, ἀδελφοί μου, γιατὶ μεσολαβεῖ ὑπὲρ ἡμῶν πρὸς τὸν Θεὸ Πατέρα μὲ ἀλαλήτους στεναγμούς.

«Βασιλεῖ οὐράνιε, Παράκλητε, τὸ Πνεῦμα τῆς ἀληθείας, ὁ πανταχοῦ παρὼν καὶ τὰ πάντα πληρῶν, ὁ θησαυρὸς τῶν ἀγαθῶν καὶ ζωῆς χορηγός, ἐλθὲ καὶ σκήνωσον ἐν ἡμῖν καὶ καθάρισον ἡμᾶς ἀπὸ πάσης κηλῖδος καὶ σῶσον, Ἀγαθέ, τὰς ψυχὰς ἡμῶν».

Κυριακή της Πεντηκοστής: Τότε που φανερώθηκε το «κεκρυμμένο» μυστήριο της εκκλησίας

Σήμερα ἡ Ἐκκλησία μέσα ἀπὸ τὴν γιορτὴ τῆς Πεντηκοστῆς θυμᾶται τὴν γενέθλια ἡμέρα της. Τότε ποὺ φανερώθηκε μέσα στὴν ἱστορία καὶ τὸν κόσμο τὸ προαιώνιο «κεκρυμμένο» μυστήριό της. Τὸ γεγονὸς καὶ τὸ περιεχόμενο τῆς γιορτῆς περιγράφουν οἱ Πράξεις τῶν Ἀποστόλων, ἐνῶ στὸ εὐαγγελικὸ ἀνάγνωσμα ποὺ ἀκούσαμε ὁ Χριστὸς μὲ ἕναν σαφῆ ὑπαινιγμὸ ἀναφέρεται στὴν δύναμη καὶ τὴν χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος.
γράφει ὁ Ἱεροκῆρυξ Ἀρχιμ. Νικάνωρ Καραγιάννης για το imkifissias.gr
            «Ὁ πιστεύων εἰς ἐμέ, καθὼς εἶπεν ἡ Γραφή, ποταμοὶ ἐκ τῆς κοιλίας αὐτοῦ ῥεύσουσιν ὕδατος ζῶντος», ὅποιος πιστεύει σὲ ἐμένα, ὅπως τὸ εἶπε ἡ Γραφή, θὰ τρέξουν ἀπὸ τὴν καρδιά του ποταμοὶ ζωντανοῦ νεροῦ.  Ὁ Χριστὸς γνωρίζει πόσο βασικὴ ἀλλὰ καὶ βασανιστικὴ ἀνάγκη εἶναι γιὰ τὸν ἄνθρωπο ἡ σωματικὴ καὶ πνευματικὴ δίψα. Ἀρχίζει νὰ διδάσκει: «ὅποιος διψᾷ ἃς ἔρθει σὲ ἐμένα καὶ ἃς πιεῖ». Τὸ φώναξε δυνατά, γιὰ νὰ τὸ ἀκούσουν οἱ ἄνθρωποι μέσα στὸν θόρυβο καὶ τὴν ὀχλαγωγία ἐκείνης τῆς ἡμέρας, ἀλλὰ καὶ κάθε ἡμέρας καὶ τόπου καὶ ἐποχῆς. Ἔστω καὶ ἂν δὲν τὸ συνειδητοποιεῖ ὁ ἄνθρωπος, στὸ βάθος τῆς ὕπαρξῆς του διψᾷ γιὰ τὴν ἀλήθεια καὶ τὴν ἀγάπη, δηλαδὴ γιὰ τὸν ἴδιο τὸν Θεό. Ὁ Χριστὸς χρησιμοποιεῖ τὸ στοιχεῖο τοῦ νεροῦ, γιὰ νὰ μᾶς παραπέμψει στὴν ζωογόνο δύναμη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Παρομοιάζει τὸ Ἅγιο Πνεῦμα  μὲ νερὸ ἀστείρευτο ποὺ ἀναβλύζει μέσα ἀπὸ  τὴν ἀναγεννημένη καρδιὰ  τοῦ ἀνθρώπου. Πράγματι, ἡ Χάρη  τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ἔρχεται σέ κάθε βαπτισμένο πιστό
προσφέρεται  ἀδιάκοπα.  Ἀναβλύζει  διαρκῶς καὶ δὲν ἀδειάζει ποτέ. Ῥέει σταθερὰ καὶ ἀνεξάντλητα, ὅπως τὸ ποτάμι. Εἶναι τὸ «ὕδωρ τὸ ζῶν»,  ποὺ δίνει τὴν ζωὴ τοῦ Θεοῦ στὸν ἄνθρωπο. Τὸ νερὸ καὶ τὸ Πνεῦμα εἶναι θεμελιώδη στοιχεῖα ποὺ συναντᾶμε στὴ  δημιουργία καὶ τὴν ἀναδημιουργία τοῦ κόσμου καὶ τοῦ ἀνθρώπου τῆς φυσικῆς καὶ πνευματικῆς του ζωῆς «ἐξ ὕδατος καὶ Πνεύματος». Τὸ Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ ἐνεργεῖ μυστηριωδῶς, ζωοποιεῖ καὶ γεμίζει τὰ πάντα. Μεταγγίζει τὴν ἀγάπη καὶ τὴν κοινωνία τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ στὴν κοινωνία τῶν ἀνθρώπινων προσώπων. Ἡ πίστη καὶ ἡ ἐμπειρία τῆς Ἐκκλησίας μᾶς λέει ὅτι ἡ ἐνέργεια τοῦ Ἁγίου Πνεύματος διαχέεται διαρκῶς μέσα στὸ Σῶμα Της. Ἀνακαινίζει, ἀναπλάθει, ἀνανεώνει καὶ μεταμορφώνει τὸν πιστό γιατί τὸ φῶς τοῦ Πνεύματος εἶναι καθαρτικὸ καὶ ἀποκαλυπτικό. Ἐδῶ θὰ πρέπει νὰ ἐπισημάνουμε ὅτι ὁ λόγος τῶν πατέρων τῆς Ἐκκλησίας γιὰ τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιο εἶναι βαθύς, δυσνόητος καὶ δυσερμήνευτος. Ὅμως ὅσο φωτισμένες καὶ ἂν εἶναι οἱ προσεγγίσεις τους καὶ ὅσο πλούσιες καὶ ἂν εἶναι οἱ πνευματικὲς  ἐμπειρίες τους, δὲν ἀναλύουν, δὲν ἐξηγοῦν καὶ δὲν ἑρμηνεύουν τὸ μυστήριο τοῦ Θεοῦ στήν πληρότητά του. Αὐτὸ παραμένει στὴν οὐσία του ἀκατάληπτο. Γιατὶ ὁ Θεὸς εἶναι Θεὸς καὶ ὁ ἄνθρωπος εἶναι ἄνθρωπος μὲ ὅλες τὶς ὁμοιότητες καὶ τὶς διαφορὲς ποὺ ἔχουν μεταξύ τους. Οἱ θεολογικές ὁρολογίες, δὲν ἀπαντοῦν στὸ γιατί ὁ Θεὸς εἶναι ὅπως εἶναι, ἀλλὰ στὸ πῶς ὁ ἄνθρωπος θὰ πετύχει τὴν κοινωνία καὶ τὴν ἕνωσή του μαζί Του. Ἔτσι φωτιζόμαστε στὴν ὀρθὴ πίστη, καὶ ἐνισχυόμαστε στόν δρόμο τῆς σωτηρίας.
            Ὁ σύγχρονος πολιτισμὸς μας εἶναι στὴν οὐσία του ἀντιπνευματικός. Γὶ αὐτὸ καὶ ὁ ὀρθολογιστὴς ἄνθρωπος τῆς ἐποχῆς μας  ἀρνεῖται πεισματικὰ νὰ παραδεχθεῖ τὴν ἀλήθεια τοῦ  Τριαδικοῦ Θεοῦ. Μὲ τὴν ἠθικὴ ἀταξία τῆς ζωῆς του φυγαδεύει τοὺς καρποὺς τοῦ Ἁγίου Πνεύματος τὴν ἀληθινὴ  ἀγάπη, τὴν πραγματικὴ χαρά, τὴν βαθειὰ εἰρήνη, τὴν μακροθυμία, καὶ τὴν πηγαία καλοσύνη. Ἀποθεώνει τὸ πρόσκαιρο, τὸ ἐπιφανειακό, τὸ φανταχτερό. Δὲν θέλει νὰ διακρίνει τὸ σημαντικὸ ἀπὸ τὸ εὐτελές, τὸ ὀρθὸ ἀπὸ τὸ ἐσφαλμένο. Μὲ ἀλαζονεία ἰσχυρίζεται ὅτι ὅλα εἶναι σχετικὰ καὶ τὸ μόνο ποὺ ἀξίζει νὰ ἐπιδιώκει κάποιος εἶναι τὸ χρήσιμο καὶ τὸ ἰδιοτελές. Χωρὶς τὴν πνοὴ καὶ τὸν φωτισμὸ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ὅσο καὶ ἂν προσπαθεῖ μόνος του δὲν μπορεῖ νὰ ἀπελευθερωθεῖ ἀπὸ τὴν θολὴ σύγχυση καὶ τὸν παραλογισμὸ στὸν ὁποῖο ζεῖ.  Μιλᾶ γιὰ τὴν ἑνότητα ἀλλὰ ζεῖ τὴν διαίρεση, τὸν διχασμὸ καὶ τὴν διάσπαση. Διακηρύττει ὅτι βρίσκεται στὴν ἐποχὴ τῆς ἐπικοινωνίας ποὺ καταργεῖ σύνορα καὶ φραγμοὺς καὶ ὅμως ἐγκλωβίζεται στὴν ἀπομόνωση τὴν μοναξιά, τὴν πλήξη καὶ τὴν κατάθλιψη.
             Ἀγαπητοὶ ἀδελφοί, μόνο μὲ τὴν κοινωνία τοῦ Ἁγίου Πνεύματος μπορεῖ ὁ ἀγώνας μας νὰ ἔχει καρποὺς γιὰ νὰ ἐπανορθώνουμε τὴν σχέση μας, τὴν κοινωνία, μὲ τὸν ἑαυτό μας, τὸν Θεὸ καὶ τοὺς ἄλλους. Ἀμήν.

Άγιος Γρηγορίος ο Θεολόγος - Όταν ήρθε η ώρα να μιλήσει για το Άγιο Πνεύμα

(Στυλιανού Παπαδόπουλου, Ο πληγωμένος αετός, εκδ. Αποστολική Διακονία, σελ. 214-222).

Όλες τις μέρες τούτες, θέμα κύριο στις συζητήσεις των χριστιανών στην Πόλη ήταν αυτά που ανέπτυξε ο Γρηγόριος. Η επιτυχία ολοφάνερη. Λουφάξανε οι αρειανοί λογάδες, μασάγανε τα λόγια τους. Οι ορθόδοξοι πλέον κυκλοφορούσανε με το αίσθημα του νικητή. Ο αετός της θεολογίας τους είχε απαλλάξει από την καταφρόνια των αντιπάλων και από κάποιο δικό τους αίσθημα μειονεκτικότητας.
Ο Γρηγόριος —και το ξέρανε οι ακροατές του— δεν είχε τελειώσει τον κύκλο των ομιλιών τούτων, που μείνανε στην ιστορία με την ονομασία «Θεολογικοί Λόγοι», ένεκα της απόλυτης θεολογικής αξίας τους. Δε βιάστηκε. Άφησε να περάσουνε λίγες ημέρες, ν’ ανασάνει ο ίδιος. Να χωνέ¬ψουνε και οι χριστιανοί αυτά που άκουσαν τις ημέρες που πέρασαν. Προπαντός ήθελε να συναχτεί πάλι και πάλι στον εαυτό του. Εκεί ήλπιζε να ζήσει κάτι περισσότερο από την αλήθεια, για την οποία θα μίλαγε.

Ήτανε η ώρα του Αγίου Πνεύματος. Φόβος και τρόμος να μιλήσεις γι’ αυτό. Και περίμενε υπομονετικά. Συνέχεια στο κελί του, νύχτα και μέρα. Ικέτευε το Πνεύμα και μελετούσε. Οι μετάνοιές του δεν είχανε τελειωμό. Τις νύχτες περισσότερο, οι εκ βαθέων κραυγές του προς το Άγιο Πνεύμα ακούγονταν απ’ όσους περνούσαν έξω από το κελί. Στο κρεβάτι δεν ξάπλωσε ούτε στιγμή. Πολύ λίγο ξεκουραζότανε κατάχαμα. Η νηστεία πιο αυστηρή. Μέχρι που εν’ απομεσήμερο, είπε στους ανθρώπους του, στον Ευάγριο και τους άλλους:
— Αύριο, το δειλινό θα μιλήσω. Ειδοποιείστε τον κόσμο. Πέρασε ο καιρός και δεν ξέρουμε τι μας βρίσκει, θα κάνω ό,τι μπορώ. Πως ακριβώς θα τα πω, δεν ξέρω. Ελπίζω να με φωτίσει το Άγιο Πνεύμα κι έπειτα κάποια λόγια θα βρω. Οι λέξεις έρχονται, αρκεί να φτάσει πρώτα το Πνεύμα. Κι αν φτάσει, τότε σίγουρα με τον φτωχό εμένα θα δοξαστεί ο Θεός. Αυτό είναι το μεγαλείο μας, αδελφοί, μ’ εμάς τους τιποτένιους, τους υλικούς και αμαρτωλούς, να δοξάζεται ο τέλειος και άναρχος. Μέγα τ’ όνομά σου Κύριε! Λοιπόν, καθώς είπαμε, αύριο το δειλινό.

Ήταν μέσα του Νοέμβρη. Από το πρωί ψύχρα. Οι άνθρωποι των επτά λόφων, της Πόλης, νιώθανε το χειμώνα στο κόκκαλό τους. Από το μεσημέρι, κάτι μαύρα σύννεφα πήρανε τον κατήφορο από τα θρακικά βουνά. Αργοκίνητα κατεβαίνανε προς το Βόσπορο. Δεν έβρεξε στην Πόλη. Περάσανε μόνο πάνω από τους επτά λόφους και κάπως υποχώρησε το κρύο. Πέρα μακριά, η θάλασσα χώρεσε όλο το φορτίο τους.
Οι πιστοί αρχίσανε να μπαίνουνε στην αυλή του Αβλαβίου. Προχωρούσανε λίγο και φτάνανε στην Αναστασία. Εκεί μέσα οι ορθόδοξοι νιώθανε τόση ζεστασιά, τόση θαλπωρή, που δε θα την αλλάζανε με τίποτα. Την αγαπήσανε πιο πολύ κι από τη μάνα τους. Γι’ αυτό, δε λέγανε ψέματα πριν λίγους μήνες, όταν ορκίζονταν, ότι είν’ έτοιμοι να πεθάνουνε για το Γρηγόριο και την Αναστασία τους.
 
Στην ορισμένη ώρα καρφίτσα δε χώραγε στο ναό. Ακόμα κι έξω από το ναό, στριμώχνονταν μήπως ακούσουνε από την πόρτα και τα παράθυρα τη φωνή του Γρηγορίου.
Εκείνος από νωρίς είχε μπει στο Ιερό και προσευχότανε. Ώρες πολέμαγε με το φοβερό και πολυπόθητο του Άγιο Πνεύμα. Η αίσθηση της ώρας δεν τον παρακολουθούσε. Οι εμπειρίες του δεν είχανε σχέση με τον κόσμο τούτο, αλλά με τον άκτιστο κόσμο της θείας αλήθειας.

Σάββατο 6 Ιουνίου 2020

Απόδειξη Μεγάλου Αθανασίου για την Ανάσταση του Χριστού


Απόδειξη Μεγάλου Αθανασίου για την Ανάσταση του Χριστού
(Προχωρώντας τον λόγο Περί Ενανθρωπήσεως και αφού απέδειξε ότι ο Χριστός κατήργησε τον θάνατο, ο Μέγας Αθανάσιος προσκομίζει απόδειξη περί της Αναστάσεως του Κυρίου).
“””””””””””””
«Εάν δε εις κάποιον δεν είναι αρκετή αυτή η απόδειξις περί της αναστάσεως αυτού, ας βεβαιωθή από αυτά που συμβαίνουν εμπρός εις τα μάτια μας.
Όταν ένας είνε νεκρός, δεν δύναται να ενεργήση˙ η ικανότης του υφίσταται μέχρι το μνήμα, πέραν δε αυτού παύει.  Αι πράξεις και αι ενέργειαι προς τους ανθρώπους είνε ιδιότητες μόνον των ζωντανών. Ας προσέξη λοιπόν αυτός που θέλει, και ας κρίνη από όσα βλέπει, δια να ομολογήσει την αλήθειαν.
Όταν βεβαίως ο Σωτήρ ενεργή εις τους ανθρώπους τόσον μεγάλα, και καθημερινώς πείθει αοράτως να προσέλθουν εις την πίστιν του και να υπακούουν όλοι εις την δικήν του διδασκαλίαν, τόσον μέγα πλήθος από όλα τα μέρη και από εκείνους που κατοικούν εις την Ελλάδα και από εκείνους που κατοικούν εις βαρβαρικάς χώρας, άραγε αμφιβάλλει ακόμη κανείς, ότι ανεστήθη ο Σωτήρ και ζη ο Χριστός, ή μάλλον ότι αυτός είναι η ζωή;
Μήπως είνε ίδιον νεκρού να συγκινή βαθύτατα τας διανοίας των ανθρώπων, ώστε να αρνούνται την θρησκείαν των προγόνων και να προσκυνούν ως διδάσκαλον τον Χριστόν;
Ή, αν δεν ενεργή, εφ΄ όσον είνε νεκρός, πως αυτός σταματά τας ενέργειας εκείνων που ζουν και ενεργούν, ώστε ο μοιχός να μη μοιχεύη πλέον, ο φονεύς να μη φονεύη, ο άδικος να μη πλεονεκτή, και ο ασεβής εις το εξής να είνε ευσεβής;
Εάν πάλι δεν ανεστήθη, αλλ’  είνε νεκρός, πως εκδιώκει και καταδιώκει και καταβάλλει τους ψευδοθεούς και λατρευομένους δαίμονας, δια τους οποίους οι άπιστοι λέγουν ότι ζουν;
Διότι όπου προφέρεται το όνομα Χριστός και η πίστις του, εκκαθαρίζεται απ’  εκεί κάθε ειδωλολατρία, ξεσκεπάζεται κάθε απάτη των δαιμόνων, και κάθε δαίμων ούτε το όνομα δεν υποφέρει, αλλά και μόνον εάν το ακούση, αμέσως τρέπεται εις φυγήν.
Αυτό, βεβαίως δεν είναι έργον νεκρού, αλλά ζώντος και μάλιστα Θεού. Εξ άλλου θα ήτο γελοίον να λέγωμεν ότι είνε μεν ζωντανοί οι δαίμονες οι οποίοι εκδιώκονται υπ’  αυτού και τα είδωλα τα οποία καταργούνται, είνε δε νεκρός αυτός ο οποίος τους εκδιώκει και με την δύναμίν του δεν τους αφήνει να φανούν, αυτός, τον οποίον όλοι ομολογούν ότι είνε Υιός του Θεού.
“”””””””””””””””
Όσοι απιστούν εις την ανάστασιν προκαλούν σφοδρόν έλεγχον εναντίον των, αφού όλοι οι δαίμονες και οι θεοί τους οποίους προσκυνούν δεν εκδιώκουν τον Χριστόν, αλλ’ ο Χριστός τους αποδεικνύει όλους νεκρούς.
Διότι εάν είναι αλήθεια ότι ο νεκρός δεν ενεργεί καμμίαν ενέργειαν, αντιθέτως ο Σωτήρ καθημερινώς κάνει τόσα πολλά, ήτοι ελκύει εις ευσέβειαν, πείθει εις αρετήν, διδάσκει περί αθανασίας, ωθεί εις τον πόθον των ουρανίων, αποκαλύπτει την γνώσιν περί του Πατρός, εμπνέει την δύναμιν κατά του θανάτου, φανερώνει εις τον καθένα τον εαυτόν του, και κρημνίζει την αθεΐαν των ειδώλων.
Από αυτά τίποτα δεν δύνανται να πράξουν οι θεοί και δαίμονες των απίστων, αλλά μάλλον νεκρώνονται με την παρουσίαν του Χριστού, διότι η εμφάνισίς των είναι άνευ έργου και κούφια.
Δια του σημείου  όμως του σταυρού παύεται κάθε μαγεία, καταργείται κάθε μαγγανεία, και όλα τα είδωλα ερημώνονται και εγκαταλείπονται˙ παύει κάθε ανόητη ηδονή, και ο καθένας στρέφει το βλέμμα από την γην προς τον ουρανόν.
Ποιον θα ονομάση κανείς νεκρόν; Τον Χριστόν, ο οποίος ενεργεί τόσον μεγάλα; Αλλά δεν είνε ίδιον του νεκρού να εργάζεται. Ή αυτόν που δεν ενεργεί καθόλου, αλλά μένει άψυχος, πράγμα το οποίον είνε ιδιότης των δαιμόνων και των ειδώλων, αφού είναι νεκρά;
Διότι ο Υιός του Θεού είνε ζωντανός και δραστήριος και καθημερινώς εργάζεται και ενεργεί την σωτηρίαν όλων˙ ενώ καθημερινώς αποδεικνύεται ότι ο θάνατος έχει αδυνατήσει και ότι τα είδωλα και οι δαίμονες είνε νεκροί˙ δια τούτο κανείς πλέον δεν αμφιβάλλει περί της αναστάσεως του σώματος αυτού» .
(Μεγάλου Αθανασίου Έργα, εκδόσεις Γρηγόριος ο Παλαμάς, Θεσσαλονίκη 1973, τομ. 1 σελ. 303-307)