Τρίτη 19 Μαρτίου 2019

Το Πένθος ως έκφραση της θλίψης του θανάτου


«Όταν πέθανε ο Russ σε ηλικία 43 ετών απροσδόκητα, σε μια στιγμή, στα χέρια της Carol, στο σπίτι τους, η Carol, που είναι ενεργητική γυναίκα γεμάτη ζωή, και επιστήμονας αυτή η ίδια, αυτοναρκώθηκε για να αποφύγει τον πόνο. Ένας εκπρόσωπος των ανθρωπιστικών επαγγελμάτων την νάρκωσε ακόμη περισσότερο με τη συμβουλή : "Δεν κλαίμε για αυτά τα πράγματα, έτσι δεν είναι;".
Oύτε αυτή ούτε τα τρία παιδιά της έκλαψαν. Ήταν τόσο γενναίοι και τόσο δυνατοί! Αντιστάθηκαν στα συναισθηματικά ξεσπάσματα και αφιέρωσαν το σπίτι στη μνήμη του Russ. Δεκαοκτώ μήνες μετά το θάνατο του Russ, η Carol μας κάλεσε σε κατάσταση απελπισίας. Υπέφερε από ψυχοσωματικές αρρώστιες και δοκίμαζε διάφορα ψυχοσωματικά συναισθήματα, είχε υποστεί μια σημαντική απώλεια βάρους και ήταν δυστυχισμένη και οργισμένη.
Μια επίσκεψη στο σπίτι της σε μια απομακρυσμένη πόλη, βρήκε την Carol ντυμένη στα μπλε, το σπίτι διακοσμημένο με μπλε χρώματα και ένα μπλε αυτοκίνητο μπροστά στο σπίτι. Φυσικά μπλε ήταν το αγαπημένο χρώμα του Russ. Τα ρούχα του ήταν εκεί, τα ξυριστικά του, η πίπα του, η αναπαυτική του πολυθρόνα? κάθε δωμάτιο είχε και μια φωτογραφία του? το σπίτι ήταν αφιερωμένο στον Russ σαν ένα μαυσωλείο.
"Πότε θα αφήσετε τον Russ να πεθάνει;" ρωτήσαμε. "Δεν θέλω να τον αφήσω να πεθάνει", απάντησε εκείνη. "Αλλά είναι πεθαμένος", απαντήσαμε. "Ξέρω ότι είναι πεθαμένος, αλλά δε θέλω να πεθάνει". Διανοητικά, ήξερε ότι είχε πεθάνει, συναισθηματικά όμως το αρνιόταν».

Το παραπάνω περιστατικό από το βιβλίο Death:The Final Stage of Growth της Κubler-Ross, είναι χαρακτηριστικό για να μπορέσει να αντιληφθεί κανείς την καταστρεπτική επίδραση που μπορεί να έχει στον άνθρωπο, η σημερινή κοινωνική και πολιτιστική αντιμετώπιση του θανάτου. Η ενασχόληση με τέτοιου «είδους» θέματα είναι συχνά μη επιθυμητή και πολλές φορές παρουσιάζεται σαν να αγγίζει τα όρια της απρέπειας. Όμως η ζωή και ο θάνατος είναι ένα και ο άνθρωπος δεν μπορεί να χαρεί ή να αγκαλιάσει το ένα από τα δύο, όταν το άλλο απουσιάζει (Henry Miller).
Είναι απαραίτητο λοιπόν να δεχτούμε πως ο θάνατος δεν αποτελεί τυχαία και απροσδόκητη πληγή, αλλά είναι αναπόσπαστο μέρος της ίδιας της ζωής. Όταν λοιπόν κατανοήσουμε τη διάσταση αυτή, μπορούμε να προσεγγίσουμε καλύτερα την αντιμετώπιση της θλίψης, που προκαλεί ο θάνατος ενός αγαπητού προσώπου, μέσω του πένθους, που είναι ο αυθεντικότερος τρόπος εκφράσεώς της.

Η ΘΛΙΨΗ

Η θλίψη είναι μία ανθρώπινη πραγματικότητα που είναι φυσικό να βιώνεται σε περιπτώσεις απώλειας κοντινού προσώπου. Δεν είναι ένα απλό συναίσθημα, αλλά μια συνολική συναισθηματική κατάσταση, της οποίας θετικό συναίσθημα είναι η λύπη ενώ αρνητικά αυτά της εχθρότητας και της ενοχής.
Σύμφωνα με την πατερική φιλολογία η αρχική πληροφόρηση ενός ατόμου για τον θάνατο ενός προσφιλούς προσώπου τον αφήνει εμβρόντητο και άφωνο. Η αρχική θλίψη προκαλεί ένα μούδιασμα, γίνεται ένα βάρος, ένα άγχος, μια πίκρα και ένας πόνος στα σωθικά. Επακολουθεί σφοδρή επιθυμία για εκείνον που χάθηκε, που εκφράζεται με τα ασυγκράτητα δάκρυα, την εξάντληση και την αδυναμία της θελήσεως.
Η αντίδραση στην προσωπική απώλεια επιφέρει μία διάσπαση στο συνηθισμένο πρότυπο συμπεριφοράς. Δημιουργεί ένα αίσθημα της μη πραγματικότητας. O θλιμμένος παίρνει συναισθηματική απόσταση από τα άλλα άτομα, δείχνοντας πολλές φορές ψυχρότητα και αλλαγές στη συμπεριφορά. Βρίσκεται σε μια σύγχυση, η οποία τον οδηγεί στην συναισθηματική παράλυση. Έτσι απομονώνεται από το περιβάλλον του έχοντας έντονο το αίσθημα της μελαγχολίας και της μοναξιάς.
Ένα άλλο έντονο συναίσθημα που βιώνει ο θλιμμένος είναι αυτό της ενοχής. Η ενοχή στη θλίψη οφείλεται στο ότι όλες οι ανθρώπινες σχέσεις είναι ατελείς και όλοι οι άνθρωποι στις σχέσεις τους με τους συνανθρώπους τους προβαίνουν κάποτε σε ενέργειες που βλάπτουν τη σχέση. O θάνατος ματαιώνει κάθε δυνατότητα συγγνώμης και συμφιλίωσης. Έτσι, ο άνθρωπος νιώθει ένοχος για την ατέλειά του.
Είναι φυσικό κάθε απώλεια ενός προσώπου αγάπης να δίνει ένα αίσθημα αυτοαπώλειας. O Freud αναφέρθηκε στο ψυχικό άγχος που προκαλεί η θλίψη και στον έκδηλο ψυχικό πόνο με τα οποία αντιδρά το νήπιο όταν χωρίζεται από τη μητέρα του, όταν ακόμη δεν έχει μάθει να διακρίνει μεταξύ προσωρινής απουσίας και μόνιμης απώλειας. Είναι ο φόβος της εγκαταλείψεως, της διακοπής της σχέσης, της μοναξιάς. Η πραγματικότητα του θανάτου ενός δικού μας προσώπου, γίνεται ο φόβος του δικού μας θανάτου που δεν μπορούμε να αποφύγουμε.

TO ΠENΘOΣ
Όλοι οι άνθρωποι αισθάνονται τον πόνο της απώλειας. Το ζητούμενο είναι πώς αυτός θα εκφραστεί. Αυτό προκύπτει διότι υπάρχει προσπάθεια επιβολής από το περιβάλλον, απόκρυψης των συναισθημάτων που προκαλεί ο θάνατος. Δεν πρέπει όμως να αποκλείουμε στους θλιμμένους τη δυνατότητα να θρηνήσουν, είναι μια φυσική ανάγκη.
Ωστόσο, υπάρχει διαφορά στην ερμηνεία του πένθους, ως έκφρασης πολιτιστικής διαφοράς. Στη Δύση είναι εσωτερική και παθολογική ενώ στη χώρα μας επεκτείνεται και στα εξωτερικά μέσα με τα οποία αυτή η διεργασία εξωτερικεύεται. Το σημαντικό όμως είναι πως το πένθος αποτελεί τον τρόπο έκφρασης της θλίψης που προκαλεί ο θάνατος.
Στην προσπάθεια μελέτης του πένθους είναι απαραίτητο να δούμε τα στάδια στην διαδικασία με την οποία αυτό εκφράζεται. Αυτά είναι τρία κυρίως : του συγκλονισμού, της οδύνης και της αναρρώσεως.
O συγκλονισμός είναι το στάδιο που αρχίζει με την αναγγελία του θανάτου. Τότε παρατηρείται συχνά ψυχολογική κατάρρευση και ο θλιμμένος φαίνεται να μην αντιλαμβάνεται τι γίνεται γύρω του και να μην είναι σε θέση να έχει ξεκάθαρες ιδέες και σκέψεις. Υπάρχει ένα χάσμα μεταξύ της λογικής και των συναισθημάτων. Η ανάγκη του συγκλονισμού στην πρώιμη θλίψη μπορεί να συγκριθεί με τη λιποθυμία που συμβαίνει σε κάποιον που δοκιμάζει έντονο σωματικό πόνο. Είναι ο τρόπος με τον οποίο η φύση προστατεύει από τον αφόρητο πόνο.
Το στάδιο της οδύνης είναι το δυσκολότερο και διάφοροι άνθρωποι αντιδρούν διαφορετικά. Πολλοί συναισθάνονται τον πόνο τους αλλά δεν έχουν την δυνατότητα να τον εκφράσουν. Άλλοι νομίζουν ότι μόνο αν συγκρατήσουν τα συναισθήματά τους θα μπορέσουν να ζήσουν υποφερτά, ενώ άλλοι χάνουν τη λογική τους και καταλαμβάνονται από απελπισία. O ευκολότερος πάντως δρόμος προς την ανάρρωση είναι αναμφίβολα η έκφραση των συναισθημάτων, αρκεί να μην κατακρίνονται από το κοινωνικό περιβάλλον.
Η ανάρρωση είναι η παρατεταμένη, αργή προσαρμογή που πρέπει να κάνει ο θλιμμένος στη ζωή χωρίς κάποιον που αγαπά. Σε αυτό το στάδιο έχουμε την πλήρη συναίσθηση της θλίψης και την προσπάθεια επανασύνδεσης με τους φυσιολογικούς ρυθμούς ζωής.
Ποτέ δεν ελευθερώνεται ο θλιμμένος ολοκληρωτικά από τη θύμιση του νεκρού. Το πένθος δεν εξαλείφεται ποτέ ολότελα, αλλά μειώνεται με την πάροδο του χρόνου. Εκείνος που πέθανε εξακολουθεί να ζει μέσα μας. Είναι ένα μέρος του εαυτού μας που ούτε ο θάνατος ούτε ο χρόνος μπορούν να μας το πάρουν. H αληθινή αγάπη ουδέποτε νεκρούται. O θάνατος δεν μπορεί να νεκρώσει την αγάπη, δεν μπορεί να διασπάσει το δεσμό που συνδέει τα μέλη του σώματος του Xριστού.
Τα δάκρυα του πιστού όμως σταματούν κάποτε, γιατί υπάρχει διαφορά μεταξύ και απίστων. O θρήνος αυτών που ελπίζουν στην ανάσταση έχει όρια. «Eι γάρ πιστεύομεν ότι Iησούς απέθανε καί ανέστη, ούτω καί ο Θεός τούς κοιμηθέντας διά του Iησού άξει σύν αυτώ» (Α' Θεσ. 4,14).
H πεποίθηση πολλών Πατέρων της Εκκλησίας είναι ότι η θλίψη που προκαλεί ο θάνατος ενός αγαπητού προσώπου είναι αποτέλεσμα της ανθρώπινης μεταπτωτικής ατέλειας και αμαρτωλότητας. O άνθρωπος πρέπει να έχει ειλικρινή εμπιστοσύνη στο Θεό και να εξαρτάται περισσότερο από Εκείνον παρά από τους ανθρώπους.

H ANTIMETΩΠIΣH
Η αντιμετώπιση της καταστάσεως του πένθους δεν μπορεί να γίνει με τη χρήση επικίνδυνων cliches του τύπου «στωική αντιμετώπιση», «αξιοπρεπής αντιμετώπιση» και άλλων παρόμοιων από διαφόρους ειδήμονες. Αυτό αποτελεί δείγμα εμφανούς άγνοιας. Oι θλιμμένοι πρέπει να αφεθούν ελεύθεροι να εκφράσουν τα συναισθήματά τους.
  'Ενας πολύ αποτελεσματικός τρόπος εκφράσεως της θλίψης είναι το κλάμα, γιατί έχει καθαρτικό αποτέλεσμα. Ποτέ δεν πρέπει να εμποδίσουμε τον θλιμμένο να κλάψει ή να επιχειρήσουμε να καθορίσουμε πόσο θα πρέπει να κλάψει.«Τίποτα στον κόσμο δεν μπορεί να απομακρύνει την παγωμένη θλίψη, την έρημο της απελπισίας, όπως τα δάκρυα. Ποτέ μην ντραπείς να χύσεις δάκρυα και πάνω από όλα θυμήσου ότι τα δάκρυα που χύνονται για τους άλλους είναι τόσο πολύτιμα στα μάτια του Θεού, όσο τα σμύρνα και ο λίβανος» (Marjory Crosby).
  Η δική μας συμπαράσταση μπορεί να γίνει με την απλή παρουσία. Πρέπει να αποφεύγονται τα κενά συνθήματα με τα οποία συχνά προσπαθούμε να καλύψουμε τη βαθιά μας αγωνία. Δεν χρειάζεται να βρούμε κάποια εξήγηση ή δικαιολογία για τον θάνατο. Πολλές φορές η σιωπή παρηγορεί περισσότερο από κάθε λόγο. O θλιμμένος έχει την ανάγκη να εκφράσει τον πόνο σε κάποιον, να νιώσει πως δεν είναι μόνος, πως ανήκει κάπου.
Πολύ σημαντικό είναι να μην κρίνουμε τους τρόπους με τους οποίους εκφράζει τη θλίψη του ο κάθε άνθρωπος. Ακόμα και σε περίπτωση οργής κατά της Εκκλησίας και του Θεού, θα πρέπει να παραμείνουμε ήρεμοι.
Με βάση τα παραπάνω, γίνεται κατανοητή η χρησιμότητα του πένθους σαν μέσο εκφράσεως της θλίψης. Είναι αναφαίρετο δικαίωμα καθενός ανθρώπου, που τον βοηθάει να αναγνωρίσει και να δεχθεί το αναπότρεπτο του προσωπικού του θανάτου. Η αποδοχή αυτής της ιδέας βαθαίνει την ζωή του, οξύνει την αντίληψή του και τελικά τον οδηγεί σε μια πολύτιμη επαναξιολόγηση της ζωής. Tο θάνατο μπορούμε είτε να προσπαθήσουμε να τον αγνοήσουμε είτε να τον κατανοήσουμε.
Μόνο όταν ο άνθρωπος δεχτεί το πεπερασμένο της υπάρξεώς του μπορεί να βρει το κουράγιο που χρειάζεται να απορρίψει τους εξωτερικούς ρόλους και προσδοκίες και να αφιερώσει κάθε ημέρα της ζωής του στην κατά το δυνατόν πλήρη ανάπτυξή του.
Oι νηπτικοί Πατέρες υποστηρίζουν ότι απαραίτητη είναι η αντίδραση της θλίψης πρωτίστως στον χωρισμό από τον Θεό, που είναι ο απόλυτος, ο πραγματικός θάνατος. Τότε ο άνθρωπος δεν θα παραλύει στη θέα του φυσικού θανάτου και δεν θα τον ανησυχεί τόσο πολύ ο θάνατος του κορμιού του, αλλά θα προσπαθεί να σωθεί από τον πνευματικό θάνατο, που είναι η ζωή πίσω από μια μάσκα σχεδιασμένη με εξωτερικούς ορισμούς.
Θανάσης Παπαδημητρίου
φοιτητής Eφαρμοσμένων
Mαθηματικών E.M.Π.
Bιβλιογραφία:
- Π. Φιλοθέου Φάρου, Το πένθος, εκδόσεις Ακρίτας.
- Elizabeth Kubler-Ross, Death: The Final Stage of Growth, The MacMillan Company New York.
- Marjory Crosby, The Lamps still Burn, Cornish Bross.
- «Δια τας ώρας του πόνου», π. Σεραφείμ Παπακώστας. Eκδόσεις «ZΩH». Eκδόθηκε και στην αγγλική γλώσσα.

ΠΗΓΗ


Αναρτήθηκε από π.Γεώργιος ΠΡΟΣΚΥΝΗΤΗΣ στις 9/23/2013

ΛΟΓΟΣ ΠΕΡΙ ΘΑΝΑΤΟΥ Του μακαριστού Γέροντος Κλεόπα Ηλιέ



ΛΟΓΟΣ ΠΕΡΙ ΘΑΝΑΤΟΥ
Του μακαριστού Γέροντος Κλεόπα Ηλιέ
«Γρηγορείτε ουν, ότι ουκ οίδατε την ημέραν ουδέ την ώραν εν η ο υιός του ανθρώπου έρχεται» (Ματθ. 25,13)
«Εδώ, βασιλεύ, είναι το σκήπτρο σου, εδώ ηγεμόνες του κόσμου είναι τα πα­λάτια σας, εδώ δικαστή είναι το κρεββάτι σου, εδώ, αρχιερεύ του Χριστού είναι η μίτρα σου, εδώ φιλόσοφε, είναι η ακαδημία σου, εδώ διδάσκαλε, είναι το σχολείο σου, εδώ ρήτορ είναι ο άμβων σου, εδώ μοναχέ, είναι η άσκησί σου, εδώ θνητέ άνθρωπε, είναι η κατοικία σου...».

Πατέρες και αδελφοί,
Ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος μας ομιλεί συχνά για την τελευταία ώρα και το λεπτό της παρούσης ζωής μας, από την οποία κρίνονται όλες οι ημέρες της ζωής μας. Αλλά γιατί τόσο ενδιαφέρον και προσοχή σ’ αυτή την ε­σχάτη στιγμή της παρούσης ζωής μας;
Η τελευταία αυτή ώρα είναι ανώτερη από όλη την ζωή μας, όσο μακροχρόνια και να ήταν αυτή. Για να κα­ταλάβουμε αυτό πρέπει να σκεφθούμε ότι γι’ αυτό το τε­λευταίο λεπτό ο Επουράνιος Πατήρ μας έστειλε στον κό­σμο τον Μονογενή Του Υιό. Γι’ αυτό το λεπτό ο Χριστός γεννήθηκε ως βρέφος στην σπηλιά, σπαργανώθηκε στην φάτνη, έκλαυσε μέσα στα άχυρα και υπέμεινε τα πάντα από το αχάριστο γένος των ανθρώπων μέχρι του οδυνη­ρού και σταυρικού Του θανάτου. Γι’ αυτό το λεπτό γρά­φθηκαν τα τέσσερα ευαγγέλια για να μας ελευθερώσουν από την πλάνη, να μας διδάξουν για τον ουράνιο σκοπό μας και να μας προετοιμάσουν για την τελευταία στιγμή της ζωής μας. Γι’ αυτό το λεπτό δόθηκαν τα χαρίσματα του Αγίου Πνεύματος, τα επτά Μυστήρια, ως μέσα αγιασμού μας, οι Δέκα Εντολές και τελευταία η κλήσις για την μοναχική ζωή μας. Γι’ αυτό το λεπτό τόσοι άγιοι έφυ­γαν από τον κόσμο για τις ερήμους, τις σπηλιές και τις τρώγλες της γης και αγωνίσθηκαν μέχρι θανάτου για την εσχάτη καλή απολογία ενώπιον του Δικαίου Κριτού. Γι’ αυτό το λεπτό τόσα εκατομμύρια μάρτυρες υπέφεραν τα βάσανα και εθυσίαζαν την παρούσα ζωή για να κερδίσουν την αιώνια.
Αδελφοί μου, ας μη ξεχνάμε ότι ο εχθρός της σωτη­ρίας μας γνωρίζει καλλίτερα από εμάς πόση μεγάλη ση­μασία έχει αυτό το τελευταίο λεπτό της ζωής μας. Γι’ αυτό τότε μας προκαλεί μεγάλους και φοβερούς πειρα­σμούς, για να θανατώση την ψυχή μας και να μας απομακρύνη έστω την εσχάτη εκείνη στιγμή από τον Θεό και Σωτήρα μας.
Και τώρα να σας κάνω την ερώτηση: Αραγε γνωρίζε­τε ποιοί είναι οι πειρασμοί τους όποιους παρουσιάζει ο διάβολος στην ώρα της εξόδου μας απ’ αυτή την ζωή;
Κατά τους Αγίους Πατέρας τέσσερεις είναι οι επιθέ­σεις του διαβόλου εναντίον των δούλων του Θεού στις ε­πιθανάτιες στιγμές.
Ο πρώτος πειρασμός του διαβόλου γίνεται εναντίον της πίστεώς μας. Βλέποντας ο διάβολος ότι ο άνθρωπος αδυνάτισε, αρχίζει να του σπέρνη στον νου λογισμούς απιστίας και αμφιβολίας για την ορθόδοξο πίστι μας. Ο ά­γιος Νικόδημος ο Αγιορείτης σ’ αυτή την περίπτωσι μας συμβουλεύει τα εξής: «Όταν ιδούμε ότι μας φέρνει λογι­σμούς απελπισίας και απιστίας κατά την ώρα του θανά­του μας, ν’ απομακρύνουμε αυτούς από την σκέψι μας λέγοντας: «Πήγαινε οπίσω μου, σατανά, πατέρα του ψεύ­δους, διότι δεν θέλω ούτε να σε ακούω. Μου είναι αρκετό να πιστεύω σ’ αυτά που πιστεύει η Εκκλησία μου». Δεν πρέπει να δίνουμε καθόλου σημασία στους λογισμούς της απιστίας, όπως μας διδάσκει και η Αγία Γραφή: «εάν πνεύμα του εξουσιάζοντος αναβή επί σε, τόπον σου μη αφής», (Εκκλησ. 10,4). Ενώ, εάν ο πονηρός όφις σε ερωτήση: «Και τί πιστεύει η Εκκλησία»; Μη του δώσης προ­σοχή και μη του απαντήσης καθόλου. Εάν είσαι δυνατός στην πίστι και θέλεις να τον εντροπιάσης, απάντησέ του νοερά: «Η Αγία μου Εκκλησία πιστεύει στην αλήθεια». Εάν σε ερωτήση πάλι: «ποιά αλήθεια;» να του απαντήσης: «Αυτή την οποία πιστεύει η Εκκλησία». Κράτησε τον νου σου δυνατά και σταθερά στον Σταυρωθέντα Κύ­ριο, λέγοντας Του: «Θεέ μου Πλάστη μου και Δημιουργέ μου, βοήθησέ με γρήγορα για να μη απομακρυνθώ από την αλήθειά Σου και την πίστι Σου. Καθώς με την Χάρι Σου με ανεγέννησες έτσι μέχρι τέλους της παρούσης ζω­ής μου να με φυλάξης προς δόξα του Ονόματος Σου».
Ο δεύτερος πειρασμός στην ώρα του θανάτου μας είναι της απελπισίας. Προσπαθεί δηλαδή ο διάβολος να μας προκαλέση φόβο ενθυμίζοντας τις αμαρτίες μας για να μας ρίξη έτσι στον βυθό της απελπισίας. Αλλά εσύ, α­δελφέ μου, στάσου γενναίος σ’ αυτό τον κίνδυνο και να γνωρίζης εκ των προτέρων δύο πράγματα: Εάν η ενθύμησις των αμαρτιών σου σε ταπεινώνη και σου προκαλή πό­νο στην καρδιά σου, διότι ελύπησες τον Θεό με τις αμαρτίες σου, και αυτός ο πόνος σου φέρνει στην ψυχή ειρή­νη, αγάπη για τον Θεό και πραότητα, τότε να ξέρης ότι αυτή η ενθύμησις είναι από την Χάρι του Θεού, ενώ όταν σού προκαλεί οργή στην καρδιά, αδημονία και ταραχή, να γνωρίζης ότι είναι έργο του δαίμονος, ο όποιος θέλει να σε ρίξη στον λάκκο της απελπισίας πιστεύοντας ότι δεν υπάρχει για εσένα σωτηρία και ότι θα κολασθής. Τό­τε να ταπεινώνεσαι περισσότερο και να έχης την ελπίδα σου στον Θεό και όχι στα έργα σου. Μόνο έτσι με γλυτώσης από τους νοητούς εχθρούς, θα σύντριψης τα άρματα τους και θα δοξάσης τον Θεό. Κατόπιν, εάν σου φαίνεται ότι ο ίδιος ο Θεός σου λέγει πώς δεν είσαι από τα πρόβατά Του, να μη χάσης την ελπίδα σου που έχεις προς Αυτόν, αλλά με ταπείνωσι να Του είπης: «Πράγματι έχεις δί­καιο, Θεέ μου, αν με αρνηθής λόγω των αμαρτιών μου, αλλά εγώ έχω μεγάλη ελπίδα στο έλεός Σου ότι  θα με συγχωρέσης. Ζητώ την σωτηρία για την παναθλία μου ψυχή, η οποία για την κακία της είναι άξια τιμωρίας, αλλά που γι’ αυτήν έχυσες το πάντιμο Αίμα Σου. Θέλω να σωθώ, Λυτρωτά μου, για την δόξα Σου έχοντας ελπίδα στο άπειρο έλεός Σου, γι’ αυτό και αφήνω τον εαυτό μου στα χέρια Σου. Κάνε για μένα αυτό που θέλει η ευσπλα­χνία Σου, διότι για μένα μόνο εσύ είσαι ο Δεσπότης μου, και αν ακόμη αποθάνης, εγώ πάλι σε Εσένα θα έχω την ελπίδα μου».
Ο τρίτος πειρασμός του διαβόλου στην ώρα του θα­νάτου μας είναι της κενοδοξίας και της εμπιστοσύνης στα έργα μας που εκάναμε. Γι’ αυτό ουδέποτε, μα προ­παντός στην τελευταία στιγμή της ζωής μας, να μη αφήσουμε τον νου μας να αισθανθή ικανοποίησι για τα έργα που έκανε, έστω και να επέτυχε όλες τις αρετές των ά­γιων. Το στήριγμά μας σε εκείνη κυρίως την ώρα να είναι μόνο η ελπίδα μας στον Θεό, στο έλεός Του, στο Τίμιο Αίμα Του που έχυσε από αγάπη για εμάς και την σωτηρία μας. Πάντοτε, μα προπαντός εκείνη την ώρα, να κατηγο­ρούμε τον εαυτό μας, να τον καταδικάζουμε ως άξιο τι­μωρίας, χωρίς να χάνουμε την ελπίδα μας στο άπειρο έ­λεος του Θεού, και εάν μας παρουσιάση ο πειρασμός κά­ποιο καλό έργο μας, εμείς να λέγωμεν τότε, ότι ο Θεός το έκανε και όχι εμείς. Επί πλέον να μη περιμένουμε τον δί­καιο δήθεν μισθό για τα έργα μας, για τους αγώνες μας και τις νίκες μας κατά του διαβόλου και της αμαρτίας. Να παραμένουμε συνεχώς μέσα σε ένα άγιο φόβο, σκε­πτόμενοι ότι όλοι οι κόποι και οι αγώνες μας θα ήταν μά­ταιοι και ανεκτέλεστοι, εάν ο Θεός δεν μας είχε υπό την σκέπη Του και την βοήθειά Του. Όταν σκεπτώμεθα όλα αυτά, οι δαίμονες δεν θα μπορέσουν τότε να σπάσουν τον δεσμό μας με τον Επουράνιο Πατέρα μας και θα περά­σουμε με το έλεός Του χαρούμενοι από αυτή την γη της ε­ξορίας στην άνω Ιερουσαλήμ, την περιπόθητη πατρίδα μας.
Ο τέταρτος δαιμονικός πειρασμός στις τελευταίες μας στιγμές είναι οι φαντασίες και οι διάφορες μορφές και παραστάσεις.
Σ’ ολόκληρη την ζωή μας ο πονηρός εχθρός δεν μας πολεμά με φαντασίες τόσο όσο στο τέλος της ζωής μας, θέλοντας να μας πλανήση με τις ψευδοαπάτες, δήθεν θε­ωρίες και τους μετασχηματισμούς του σε άγγελο φωτός.
«Σ’ όλα αυτά, αδελφέ μου, να παραμένης σταθερά στην συναίσθησι της μηδαμινότητος και αμαρτωλότητός σου. Όταν έλθη με φαντασίες ο διάβολος να σε προσβάλη, με θάρρος και τολμηρή καρδιά να του ειπής: «Χάσου, άθλιε, στο σκοτάδι σου, διότι δεν μου χρειάζονται οι φαν­τασίες σου. Δεν έχω ανάγκη από άλλο τίποτε, παρά από την ευσπλαχνία του Ιησού μου και τις πρεσβείες της Αειπαρθένου, Μητρός Του και των άλλων Αγίων. Εάν και μετά από πολλές αποδείξεις και εμφανίσεις καταλάβης ότι είναι αληθινά σημεία από τον Θεό και πάλι διώξε τα και όσο μπορείς να τα απομακρύνης από κοντά σου. Δεν θα λυπηθή ο Θεός γι’ αυτή την στάσι σου, έστω και να προέρχωνται οι θεωρίες απ’ Αυτόν. Γνωρίζει Εκείνος να σε πείση, εάν τα σημεία είναι απ’ Αυτόν, ώστε να τα δεχθής».
Αυτές είναι οι σπουδαιότερες επιθέσεις με τις όποιες συνηθίζουν οι νοητοί εχθροί μας να μας προσβάλλουν στα τελευταία λεπτά της ζωής μας....
Από τους παλαιοτέρους καιρούς οι εκλεκτοί άνθρω­ποι του Θεού ώπλίζοντο δυνατά κατά της αμαρτίας με την συνεχή ενθύμησι του θανάτου. Ως πρώτος διδάσκα­λος της μνήμης του θανάτου θεωρείται ο Νώε, ο όποιος προ του χωρισμού των παιδιών του, τα εκάλεσε και τους εμοίρασε τα οστά του προπάτορος Αδάμ, τα όποια δια­τηρούσε στην Κιβωτό ως κληρονομιά από τους παλαιοτέ­ρους πατριάρχας. Όταν τα εμοίρασε στα παιδιά του, εκείνα τον ερώτησαν: «Σε τί θα μας ωφελήσουν αυτά τα οστά του Αδάμ, πάτερ;» και εκείνος τους είπε: «Παιδιά μου, μεγάλη ωφέλεια θα σας προξενούν αυτά, εάν πάντο­τε τα αντικρύζετε. Από πολλές κακίες θα σάς εμποδί­ζουν και σε πολλά καλά έργα θα σάς προτρέπουν. Βλέ­ποντας αυτά θα ενθυμήσθε τις ψυχές των προπατόρων μας, οι όποιες τώρα βασανίζονται στις φοβερές φυλακές του άδου, διότι κατεπάτησαν την εντολή του Θεού φαγόντες από τον απαγορευμένο καρπό. Μη ξεχνάτε ότι και ε­σείς μετά από ολίγο καιρό θα αποθάνετε και εάν εδώ κα­ταπατήσετε τις εντολές του Θεού, θα βασανίζεσθε εκεί αιωνίως, όπως οι προπάτορες  Αδάμ και Εύα. Να γιατί πρέπει να μνημονεύετε τον θάνατο, βλέποντας τα οστά αυτά, ώστε να φυλάγετε εδώ τις εντολές του Θεού» (Α­πό το βιβλίο «Θύρα της Μετανοίας»).
Αλλά και ο κανών της υπομονής ο δίκαιος Ιώβ θέλοντας να δείξη πόση ωφέλεια έχει η θεωρία των τάφων και οστών των νεκρών, γι’ αυτούς που θέλουν στην ζωή των να διορθωθούν, λέγει: «και αυτός εις τάφους απηνέχθη και επί σωρών ηγρύπνησεν» (Ιώβ 21,32). Πράγματι, τίποτε δεν ξυπνά τον άνθρωπο από την χαύνωσι και αναισθησία και τίποτε δεν τον εμποδίζει τόσο από την διάπραξι της αμαρτίας, όσο η σκέψις του θανάτου. Το ίδιο τονίζει και η Αγία Γραφή, όταν λέγη: «Υιέ μου, μνήσθητι των εσχάτων σου και ουδέποτε αμαρτήσει».
Εμείς οι θνητοί, αφ’ ότου γεννώμεθα, αρχίζουμε ολο­ταχώς να τρέχουμε προς τον τάφο. Μεταξύ αυτών των δύο άκρων και ορίων, της γεννήσεως και του θανάτου, προσδιορίζεται η απόστασις της παρούσης ζωής, η οποία είναι όπως ο αντίλαλος μιάς φωνής που ακούγεται και γρήγορα χάνεται. Η Αγία Γραφή λέγει στο βιβλίο του Ιώβ (7,6): «ο δε βίος μου ελαφρότερος λαλιάς». Κανείς από τους φιλοσόφους και ρήτορας αυτού του κόσμου δεν μπορεί να μας ωφελήση περισσότερο, όσο η φωνή του θα­νάτου.
Όταν το σώμα μας διεγείρεται από τις κακές του ε­πιθυμίες, να ερωτάμε τον θάνατο: «Τί λέγεις, ώ θάνατε, να συγκατατεθώ στους αισχρούς λογισμούς και να τελέ­σω την αμαρτία ενώπιον του Θεού η όχι;». Τότε ας ακούσωμε την Γραφή που λέγει: «Το δε φρόνημα της σαρκός θάνατος, το δε φρόνημα του πνεύματος ζωή και ειρήνη» (Ρωμ. 8,6) διότι «ει κατά σάρκα ζήτε, μέλλετε αποθνήσκειν, ει δε πνεύματι τας πράξεις του σώματος θανατούτε, ζήσεσθε» (Ρωμ. 8,13). Ενώ, όταν η φιλαργυρία μας αιχμαλωτίζει τον νου, ώστε να συγκεντρώσουμε χρήμα­τα, χωρίς να τα προσφέρουμε αυτά ως ελεημοσύνη στους πτωχούς, ας ακούσωμε πάλι τον Κύριο στο κατά Ματ­θαίο Ευαγγέλιο να μας λέγει: «Μη θησαυρίζετε υμίν θη­σαυρούς επί της γης, όπου σης και βρώσις αφανίζει» (6, 19). Και ποιό θα είναι το τέλος των άσπλαχνων και φιλάργυρων: «και απελεύσονται ούτοι εις κόλασιν αίώνιον, οι δε δίκαιοι εις ζωήν αιώνιον» (Ματθ. 25,46). Και όταν πάλι ο λογισμός μας συμβουλεύει να τρώγωμε, να πίνουμε και να διασκεδάζουμε σ’ αυτό τον κόσμο, ας ερωτάμε τον θάνατο και αυτός θα μας λέγη: Άνθρωπε, πρόσεχε διότι «ου γάρ έστιν η βασιλεία του Θεού βρώσις και πόσις, αλλά δικαιοσύνη και ειρήνη και χαρά εν Πνεύματι Αγίω» (Ρωμ. 14,17). Πρόσεχε διότι «ούτε μέθυσοι, ούτε πλεονέκται, ου λοίδοροι βασιλείαν Θεού κληρονομήσουσι» (Α' Κορ. 6,10).
Πατέρες και αδελφοί, γνωρίζουμε σίγουρα ότι όλοι θα αποθάνουμε, αλλά το πιο συγκλονιστικό είναι ότι δεν γνωρίζουμε πώς και πότε θα αποθάνουμε. Μάς περιμένει λοιπόν ο θάνατος, αλλά είμεθα προετοιμασμένοι γι’ αυτόν; Ακούμε συχνά από το Ιερό Ευαγγέλιο ότι Μαρία η Μαγδαληνή καθόταν απέναντι του τάφου του Κυρίου και έκλαιε, ενώ ο δίκαιος Ιώβ μέσα στους πόνους και τους στεναγμούς του έλεγε: «εάν δε υπομείνω, άδης μου ο οί­κος, εν δε γνόφω έστρωταί μου η στρωμνή. Θάνατον επεκαλεσάμην πατέρα μου είναι, μητέρα δε μου και αδελφήν σαπρίαν» (17,13-14). Να σκεπτώμεθα, αδελφοί μου, ότι το μνήμα είναι η πατρίς όλων των καλών έργων και ο τό­πος κάθε χριστιανικής φιλοσοφίας. Να πηγαίνουμε και ε­μείς συχνά στους τάφους και στο Κοιμητήριο και εκεί θα διδασκώμεθα όσα δεν μπορούν να μας προσφέρουν όλες οι ανθρώπινες φιλοσοφίες. Και εάν με τον νου μας εισέλ­θουμε μέσα στον τάφο, θα ακούσωμε τις φωνές των κεκοιμημένων να λέγουν προς εμάς: «Εδώ, βασιλεύ, είναι το σκήπτρο σου, εδώ ηγεμόνες του κόσμου είναι τα πα­λάτια σας, εδώ δικαστή είναι το κρεββάτι σου, εδώ, αρχιερεύ του Χριστού είναι η μίτρα σου, εδώ φιλόσοφε, είναι η ακαδημία σου, εδώ διδάσκαλε, είναι το σχολείο σου, εδώ ρήτορ είναι ο άμβων σου, εδώ μοναχέ, είναι η άσκησί σου, εδώ θνητέ άνθρωπε, είναι η κατοικία σου...».
Την παροδικότητα της ζωής μας την περιγράφει σε πολλά σημεία της η Αγία Γραφή: Ο άνθρωπος είναι χόρ­τος και άνθος χόρτου (Ψαλμ. 89,5-6), είναι σκιά, η οποία αναχωρεί γρήγορα και εξαφανίζεται (Α΄ Παραλειπ. 29,15) είναι καπνός: «ότι εξέλιπον ωσεί καπνός αι ημέραι μου και τα οστά μου ωσεί φρύγιον συνεφρύγησαν» (Ψαλμ. 101,4). Η ζωή μας ομοιάζει με το πέταγμα του αετού (Ιώβ 9,26), είναι τόσο σύντομη όσο χρειάζεται να γκρεμίση κάποιος μία καλύβα που μόλις έφτιαξε (Ησ. 38,12), τρέχει όπως το νερό επί της γης (Β' Βασιλ. 14,14), όμοιά- ζει με τον ύπνο και την ατμίδα (Ίακωβ. 4,14).
Και εάν, αδελφέ μου, όλα αυτά τα εγνώριζες η τα έ­μαθες από τις Αγίες Γραφές, για ποιά αιτία έδεσες την καρδιά σου με τα μάταια και εφήμερα πράγματα του κό­σμου; Για ποιά αιτία δεν αγωνίσθηκες να βάλης καλή άρχή μετανοίας και καθαράς ζωής ενώπιον του Θεού; Η φωνή των νεκρών ας ήχοι πάντοτε στα αυτιά μας: «Νήφετε και αγρυπνείτε, αδελφοί μου, όσο έχετε καιρό, διότι δεν γνωρίζετε την ακριβή ώρα που θα έλθετε προς εμάς»!
Μετά από όλα αυτά, ας έχουμε την σκέψι μας πάντο­τε στο τελευταίο λεπτό της ζωής μας, όπου τότε θα κριθή η απώλεια της ψυχής μας η σωτηρία της. Απ’ αυτό το λεπτό κρίνεται η αιωνιότης στην κόλασι ή στον παράδει­σο, όπου η κατάστασις παραμένει αμετάβλητος στους αιώνας των αιώνων. Αμήν.
Ιερομονάχου Κλεόπα Ηλιέ
«Πνευματικοί Λόγοι»
Εκδ. Ορθόδοξος Κυψέλη»
Θεσσαλονίκη 1992

ΤΟ ΜΥΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΘΑΝΑΤΟΥ ΣΤΗΝ ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΘΕΟΛΟΓΙΑ


π. Βασίλειος Ἰ. Καλλιακμάνης
untd1. Ἡ ἔλευση τοῦ θανάτου στόν κόσμο
Σύμφωνα μέ τή διδασκαλία τῆς Ἁγίας Γραφῆς καί τῶν Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας ὁ θάνατος δέν προέρχεται ἀπό τήν ἀγαθή θεία βούληση. «Ὁ Θεός θάνατον οὐκ ἐποίησεν οὐδέ τέρπεται ἐπ᾿ ἀπωλείᾳ ζώντων»[1] ἀναφέρει τό βιβλικό λόγιο.
Ὁ Θεός ἔπλασε τόν ἄνθρωπο δεκτικό τῆς θνητότητας καί τῆς ἀθανασίας γράφει ὁ Καθηγητής Γ. Μαντζαρίδης στηριζόμενος στήν πατερική παράδοση. Τόν τοποθέτησε στό μεθόριο τῆς θνητῆς καί τῆς ἀθάνατης φύσης ʺδεκτικόν ἀμφοτέρωνʺ. Ἀκόμα καί ἡ ψυχή τοῦ ἀνθρώπου δέν ἔχει φυσική ἀλλά κατά χάριν καί μετοχήν ἀθανασία. Δέν εἶναι δηλαδή ἀφ’ ἑαυτῆς ἀθάνατη, ἀλλά κτίσθηκε νά γίνει ἀθάνατη. Μόνο ὁ Θεός εἶναι ἀπό τή φύση του ἀθάνατος, ὡς αὐτοζωή καί πηγή τῆς ζωῆς. Ἡ φυσική ζωή, στήν ὁποία μετέχει ὁ ἄνθρωπος, εἶναι ἀποτέλεσμα τῆς δημιουργικῆς ἐνέργειας τοῦ Θεοῦ. Ἡ ἔνθεη ὅμως ζωή εἶναι μετοχή στή θεοποιό ἐνέργειά του. Ἡ τελείωση στή ζωή αὐτήν, πού θά πραγματοποιοῦνταν μέ τήν τήρηση τῆς θείας ἐντολῆς, δηλαδή μέ τή διατήρηση τῆς μετοχῆς του στή θεία ἐνέργεια, ματαιώθηκε μέ τήν παρακοή[2].
Ἡ αἰτία τῆς ἔλευσης τοῦ θανάτου στόν κόσμο βρίσκεται στόν ἄνθρωπο καί εἰδικότερα στήν κακή χρήση τοῦ αὐτεξουσίου του. «Δι’ ἑνός ἀνθρώπου ἡ ἁμαρτία εἰς τόν κόσμον εἰσῆλθε καί διά τῆς ἁμαρτίας ὁ θάνατος, καί οὕτως εἰς πάντας ἀνθρώπους ὁ θάνατος διῆλθεν»[3]. Ὁ Θεός δέν δημιούργησε ἐξαρχῆς τό θάνατο, ἐμπόδισε μάλιστα καί τή γένεσή του, χωρίς ὡστόσο νά παραβιάζει τήν ἐλευθερία τοῦ ἀνθρώπου.
Μέ ποιόν ὅμως τρόπο ὁ Θεός ἐμπόδισε τήν ἔλευση τοῦ θανάτου; Στό ἐρώτημα αὐτό δίνει ἀπάντηση ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς λέγοντας ὅτι, ὁ Θεός φανέρωσε πρίν τήν πτώση τό θέλημά του, πού ὁδηγοῦσε στήν ἀθανασία. Καί προεῖπε φανερά καί ἀπείλησε ὅτι ἡ ἀθέτηση τῆς ζωοποιοῦ θείας ἐντολῆς θά ἦταν θάνατος. Τρεῖς δρόμους θά μποροῦσαν νά ἀκολουθήσουν οἱ πρωτόπλαστοι γιά νά ἀποφύγουν τό θάνατο. Τόν πόθο κοινωνίας μέ τόν Θεό, πού ὁδηγοῦσε στό δεύτερο δρόμο, τήν ἀληθινή θεογνωσία, ἤ ἀκόμη καί τόν δρόμο πού ἐμπνέει ὁ θεῖος φόβος,[4] γιά τήν ἀπώλεια τῶν θείων χαρισμάτων.
Ἡ παράβαση ὅμως τῆς ἐντολῆς καί ἡ ἁμαρτία ἔφεραν τό θάνατο. Οἱ ἐπιπτώσεις τῆς προγονικῆς ἀπόφασης ἦταν καταλυτικές γιά ὁλόκληρη τήν ἀνθρωπότητα. Ἡ διακοπή τῆς κοινωνίας μέ τόν Θεό νέκρωσε τά πνευματικά αἰσθητήρια καί ὁδήγησε στόν ψυχικό θάνατο. Ἀκολούθησε ὁ σωματικός θάνατος. Ἡ θνητότητα τοῦ σώματος ἀποκαλύπτεται ὡς παρατεταμένος θάνατος, τονίζει ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς, ἤ καλύτερα ὡς μύριοι διαδοχικοί θάνατοι μέχρι νά ἐπέλθει ὁ ὁριστικός θάνατος. Ὁ θάνατος ὅμως τοῦ σώματος δέν ἐπῆλθε ταυτόχρονα μέ τήν παρακοή. Τό βάθος τῆς φιλανθρωπίας καί τῆς σοφίας τοῦ Θεοῦ τόν ἀνέβαλε γιά τό μέλλον. Ἔτσι ὁ ζωοδότης Θεός δέν ὁδήγησε σέ ἀπόγνωση τό πλάσμα του. Παρηγόρησε μέ διαδοχικές γεννήσεις τή λύπη πού προξενεῖ ὁ θάνατος. Αὔξησε τό ἀνθρώπινο γένος μέ πολλούς ἀπογόνους ἔτσι ὥστε ὁ ἀριθμός τῶν γεννήσεων νά ὑπερβαίνει τόν ἀριθμό τῶν θανάτων. Παράλληλα προετοίμαζε τή θεραπεία τοῦ θανάσιμου τραύματος διά μέσου τῶν ἐκλεκτῶν του ἀπό γενεά σέ γενεά, ὥστε νά ἀναδειχθεῖ ἡ πολυύμνητη ράβδος, ἡ Παρθένος Μαρία, ἀπό τήν ὁποία θά ἄνθιζε τό ἄνθος τῆς ἀφθαρσίας, ὁ Ζωοδότης Χριστός[5].
Ἑπομένως, γιά τήν ἁγιοπνευματική μας παράδοση ὁ βιολογικός θάνατος εἶναι ἀπόροια τῆς πτώσεως καί τῆς ἀποστασίας τοῦ ἀνθρώπου ἀπό τήν πηγή τῆς ζωῆς, τόν Θεό. Ὁ ἄνθρωπος κάνοντας κακή χρήση τοῦ αὐτεξουσίου του, εἰσπράττει ὡς τίμημα τή φθορά καί τό θάνατο. Ἡ διακοπή τῆς κοινωνίας μέ τόν Θεό εἶχε ὡς ἀποτέλεσμα τή στέρηση τῆς ζωῆς. Καί στέρηση τῆς ζωῆς σημαίνει θάνατος. «Ὅσον γάρ ἀφίστατο τῆς ζωῆς, τοσοῦτον προσήγγισε τῷ θανάτῳ. Ζωή γάρ ὁ Θεός, στέρησις δέ τῆς ζωῆς θάνατος» διδάσκει ὁ Μ. Βασίλειος[6]. Τίς συνέπειες τῆς προγονικῆς ἁμαρτίας κληρονομεῖ ὁλόκληρο τό ἀνθρώπινο γένος. Ἡ φθαρτότητα καί ἡ θνητότητα διακρίνονται εὐκρινέστερα στή γέννηση καί τό θάνατό του. Μέ πόνους καί ὠδίνες ἔρχεται ὁ ἄνθρωπος στόν κόσμο. Μέ ἀγωνία καί ὀδύνη τόν ἐγκαταλείπει.
Αἴτιος τοῦ θανάτου δέν εἶναι ὁ Θεός τῆς ἀγάπης, ἀλλά ὁ ἄνθρωπος πού ἐχθρεύεται τήν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ. Ὁ θάνατος ὡς τίμημα τῆς ἁμαρτίας εἶναι ἔνδειξη θείας φιλανθρωπίας. Ὁ Θεός ἐπέτρεψε τό θάνατο, γιά νά μή γίνει τό κακό ἀθάνατο, σημειώνει ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος καί καταλήγει: «Καί γίνεται φιλανθρωπία ἡ τιμωρία. Οὕτω γάρ πείθομαι κολάζειν Θεόν»[7]. Ἐξάλλου ὁ ἱερός Χρυσόστομος τονίζει ὅτι δέν χρειάζεται νά φοβόμαστε καί νά τρέμουμε τό θάνατο, ἀλλά τήν ἁμαρτία: «Οὐ γάρ θάνατος ἁμαρτίας ἔτεκεν, ἀλλά ἁμαρτία θάνατον ἡμῖν ἐγέννησε· θάνατος δέ ἁμαρτίας γέγονε φάρμακον»[8].
2. Ὁ θάνατος καί τά ἔσχατα

ΘΑΝΑΤΟΣ & ΑΠΩΛΕΙΑ ΑΝΤ ΜΠΛΟΥΜ






Η πρώτη και η πλέον συνεχής επαφή μας με το θάνατο πραγματοποιείται μέσα από το αίσθημα της απώλειας.
Μαθαίνοντας να κατανοούμε το θάνατο των άλλων και να τον βιώνουμε μέσα στους άλλους και στον εαυτό μας, μπορούμε να μάθουμε να τον αντικρίζουμε, και τελικά να αντιμετωπίζουμε το δικό μας θάνατο, κατ' αρχάς ως δυνατότητα -και όντως ως μια βεβαιότητα, μια βεβαιότητα όμως που τόσο συχνά και τόσο εμφανώς έχει απομακρυνθεί από μας, ώστε να μην τη χαρακτηρίζουμε πλέον βεβαιότητα- και κατόπιν ως την ίδια την πραγματικότητα που μας πλησιάζει.

Ένα από τα άμεσα προβλήματα που πρέπει να αντιμετωπίσει το πρόσωπο εκείνο που πενθεί, είναι η εμπειρία της μοναξιάς, το γεγονός ότι το μόνο πρόσωπο που κατά καιρούς τον ενδιέφερε, το πρόσωπο εκείνο που γέμιζε όλο το χώρο και το χρόνο και όλη την καρδιά του τον άφησε.
Κι αν ακόμη το πρόσωπο που μας άφησε δεν μας είχε δώσει όλη του την καρδιά, αφήνει ωστόσο πίσω του ένα τεράστιο κενό. Όσο το πρόσωπο είναι άρρωστο προσφέρουμε πολύ περισσότερο χρόνο στη σκέψη. Οι δραστηριότητές μας συγκεντρώνονται και κατευθύνονται προς αυτό.
Όταν το πρόσωπο πεθάνει, πολύ συχνά αυτοί που μένουν πίσω αισθάνονται ότι η δραστηριότητά τους είναι πλέον άσκοπη, δεν έχουν τουλάχιστον κάποιον άμεσο σκοπό, κέντρο και κατεύθυνση.
Μια ζωή, όσο οδυνηρή και αγωνιώδης κι αν ήταν, έτρεχε σαν το ποτάμι. Τώρα όμως καταντάει ένας βάλτος.

Μοναξιά επίσης σημαίνει ότι δεν υπάρχει ούτε ένα πρόσωπο με το οποίο να μπορεί κάποιος να μιλήσει ή να το ακούσει, ή να το προσέξει, που να ανταποκρίνεται και να αντιδρά, και στο οποίο αυτός να αντιδρά και να ανταποκρίνεται.
Το πρόσωπο που μας αφήνει είναι πολύ συχνά το πρόσωπο εκείνο που, στα δικά μας μάτια, μας έδινε την έσχατη αξία:
το πρόσωπο εκείνο για το οποίο αξίζαμε, το πρόσωπο εκείνο που διεκδικούσε την ύπαρξη και τη σημασία μας.

Περισσότερο από μια φορά έχω αναφέρει, με την ευκαιρία κάποιου γάμου, τη φράση του Λέων Μπλόυ:
«Το να πεις σε κάποιον "σ' αγαπώ" ισοδυναμεί με το να του λες "δεν θα πεθάνεις ποτέ"».
Αυτό ισχύει και σ' αυτό το πλαίσιο.
Το πρόσωπο που μας αφήνει δεν βρίσκεται πλέον εδώ για να διακηρύσσει την έσχατη αξία μας, την έσχατη σημασία μας.
Αυτό το πρόσωπο δεν βρίσκεται πλέον εδώ για να μπορεί να πει «σε αγαπώ», και γι' αυτό χάνεται η αιώνια επιβεβαίωση και αναγνώρισή μας.
Αυτό είναι κάτι που πρέπει να το αντιμετωπίσουμε.
Δεν είναι κάτι που πρέπει να το παραμερίσουμε, να το ξεχάσουμε ή να το παρακάμψουμε.
Δημιουργείται ένα κενό και αυτό το κενό δεν πρέπει ποτέ να γεμίσει με τεχνητά πράγματα, που δεν αξίζουν μπροστά σ' αυτά που αντικαθιστούν.

Πρέπει να είμαστε έτοιμοι να αναγνωρίσουμε ότι ο πόνος είναι μία από τις εκφράσεις της αγάπης.
Αν ισχυριζόμαστε ότι αγαπούμε αληθινά το πρόσωπο που μόλις αναχώρησε από αυτήν τη ζωή, πρέπει να είμαστε και έτοιμοι να το αγαπούμε μέσα από τον πόνο, με τον ίδιο τρόπο που κάποτε το αγαπήσαμε μέσα από τη χαρά - τη χαρά της επιβεβαίωσης, τη χαρά της κοινής ζωής.
Aυτό απαιτεί θάρρος, και νομίζω ότι πρέπει πολλά να εξηγηθούν από την άποψη αυτή σήμερα, όταν τόσοι άνθρωποι, για να ξεφύγουν από τον πόνο, στρέφονται στα ηρεμιστικά, στο αλκοόλ ή σε οποιαδήποτε διασκέδαση, για να ξεχάσουν. Πιθανώς να επισκιάζεται ό,τι συμβαίνει σε μιαν ανθρώπινη ψυχή, συνεχίζει όμως να προχωρά, και αν δεν λυθεί, αφήνει το πρόσωπο φτωχότερο.
Ένα άλλο πράγμα που πρέπει το πρόσωπο που πενθεί να μάθει να μην κάνει ποτέ είναι να μιλά για τη σχέση αγάπης που υπήρχε σε αόριστο χρόνο.
Ποτέ δεν πρέπει κάποιος να πει: «Αγαπούσαμε ο ένας τον άλλο». Πρέπει πάντοτε να λέει: «Αγαπούμε ο ένας τον άλλο».

Αν επιτρέψουμε στην αγάπη μας να μεταβληθεί σε αντικείμενο του παρελθόντος, πρέπει να ομολογήσουμε ότι δεν πιστεύουμε στη συνέχιση της ζωής του προσώπου που πέθανε.
Αν το κάνουμε, πρέπει να ομολογήσουμε ότι είμαστε άπιστοι και άθεοι, με τη χειρότερη έννοια, και ότι αντιμετωπίζουμε τη ζωή από διαφορετική γωνία.
Αν δεν υπάρχει Θεός, αν δεν υπάρχει αιώνια ζωή, τότε ο θάνατος πού επήλθε δεν έχει καμιά μεταφυσική σημασία.
Αποτελεί ένα γεγονός της φυσικής ιστορίας.
Είναι μια νίκη των νόμων της φυσικής και της χημείας, και ο άνθρωπος συνεχίζει να υπάρχει όχι ως πρόσωπο αλλά ως μέρος της φύσης.
Σε κάθε περίπτωση, πρέπει να αντιμετωπίσουμε κατάματα είτε την πίστη μας, είτε την έλλειψη πίστης και να ενεργήσουμε ανάλογα.

Πολύ συχνά, αυτοί που μένουν πίσω αισθάνονται ότι το πρόσωπο που έφυγε δεν είναι μόνο μια δική τους απώλεια, αλλά μια απώλεια που στερεί όλους γύρω από κάτι το πολύτιμο - από μια λογική, μια καρδιά και μια θέληση, από κάποιον που ενεργούσε όμορφα και σωστά.
Και αυτός που έχασε το πρόσωπο μένει επίσης με την απώλεια.
Σ' αυτό το σημείο πρέπει να θυμηθούμε -πράγμα ουσιαστικό- ότι όποιος ζει θέτει ένα παράδειγμα:
ένα παράδειγμα για το πώς ζει κανείς καλά ή ένα παράδειγμα για το πώς ζει κανείς άσχημα.
Πρέπει να μαθαίνουμε από όλους, ζώντες ή κεκοιμημένους, αυτό που είναι λάθος για να το αποφεύγουμε και αυτό που είναι σωστό για να το μιμούμαστε.

Όποιος έχει γνωρίσει κάποιον που τώρα έχει πεθάνει, θα πρέπει να στοχαστεί βαθιά το σημάδι που η ζωή αυτού του ανθρώπου άφησε στη ζωή του.
Πρέπει να στοχαστεί το είδος του σπόρου που σπάρθηκε στη ζωή αυτού του ανθρώπου και τον καρπό που αυτός έφερε.

Υπάρχει μια φράση στο Ευαγγέλιο που λέει πως «εάv μη ο κόκκος του σίτου πεσών εις την γην αποθάνη, αυτός μόνος μένει. Εάν δε αποθάνη πολύν καρπόν φέρει».
Αυτό ακριβώς μπορεί να συμβεί, αν στοχαζόμαστε με όλη μας την καρδιά, με το πνεύμα και με τη μνήμη, με όλη την ευαισθησία μας και την αίσθηση δικαιοσύνης, τη ζωή εκείνων που έχουν αναχωρήσει από αυτήν τη ζωή.
Αν είχαμε το κουράγιο να χρησιμοποιήσουμε αυτό το ξίφος -που είναι ο λόγος του Θεού για να χωρίσουμε το φως από το σκοτάδι, να χρησιμοποιήσουμε όλη μας τη διάκριση για να ξεχωρίσουμε την ήρα από το σιτάρι, τότε, έχοντας συγκεντρώσει όσο σιτάρι θα είχαμε τη δυνατότητα να ξεχωρίσουμε, θα μπορούσε ο καθένας μας, ο καθένας που είχε γνωρίσει τον κεκοιμημένο, να φέρει πολύ καρπό στη ζωή του.
Μπορούμε να ζήσουμε σύμφωνα μ' ένα παράδειγμα που προσφέρεται και λαμβάνεται, να χωνέψουμε όσα αξίζουν να χωνευθούν από τη ζωή αυτού του προσώπου.

Στη Νεκρώσιμη Ακολουθία κρατούμε αναμμένα κεριά.
Πιστεύω ότι αυτό υποδηλώνει δύο πράγματα.
Το πρώτο, που είναι πολύ εμφανές, είναι ότι αναγγέλλουμε την ανάσταση.
Στεκόμαστε κρατώντας αναμμένα κεριά με τον ίδιο τρόπο που στεκόμαστε στην εκκλησία το βράδυ της Ανάστασης.
Στεκόμαστε επίσης δίνοντας τη μαρτυρία μας μπροστά στον Θεό ότι το πρόσωπο αυτό έφερε τουλάχιστον μια σπίθα φωτός στο λυκόφως του κόσμου, ότι αυτό το πρόσωπο δεν έζησε μάταια.
Θα φυλάξουμε, θα προστατεύσουμε και θα μοιραστούμε αυτό το φως, έτσι ώστε να φωτίζει όλο και περισσότερους ανθρώπους, και αν είναι δυνατό να γίνει εκατονταπλάσιο.

Αν ξεκινήσουμε να ζήσουμε μ' αυτό τον τρόπο, να γίνουμε η συνέχεια της επίγειας ζωής του κεκοιμημένου, αν ξεκινήσουμε να γίνουμε η συνέχεια όλων όσα ήταν ευγενικά, καλά, αληθινά και άγια σ' αυτό το πρόσωπο, τότε αυτό το πρόσωπο πράγματι δεν έχει ζήσει μάταια και θα αισθανθούμε κι εμείς ότι πράγματι δεν ζούμε μάταια.
Δεν θα υπάρξει μέσα μας χώρος για ελπίδες ενός άμεσου θανάτου, επειδή πρέπει να επιτελέσουμε κάποια λειτουργία.

Μένουμε πίσω για να κάνουμε δυνατά όλα όσα είδαμε, όλα όσα ακούσαμε, όλα όσα νιώσαμε, να τα πολλαπλασιάσουμε και να τα σκορπίσουμε και να γίνουμε μια νέα αλυσίδα φωτός πάνω στη γη.
Αν μπορέσουμε όμως να ομολογήσουμε πως το πρόσωπο που αναχώρησε από αυτήν τη ζωή ήταν για μας ένας θησαυρός, τότε «όπου γαρ εστιν ο θησαυρός υμών, εκεί έσται και η καρδία υμών».

Πρέπει, μαζί μ' αυτόν που εισήλθε στην αιωνιότητα, να ζήσουμε κι εμείς όσο το δυνατόν τελειότερα και βαθύτερα, στην αιωνιότητα.
Επειδή είναι ο μόνος τόπος όπου μπορούμε να είμαστε μαζί με τον κεκοιμημένο.
Αυτό σημαίνει ότι, καθώς όλο και περισσότερα αγαπημένα πρόσωπα αφήνουν αυτό το επίγειο προσκύνημα και εισέρχονται στη σταθερότητα και στη γαλήνη της αιώνιας ζωής, θα πρέπει να αισθανόμαστε όλο και περισσότερο ότι ανήκουμε όλο και τελειότερα και πληρέστερα σ' εκείνο τον κόσμο, και ότι σταδιακά οι αξίες του γίνονται δικές μας.

Αν μάλιστα ένα από τα πολυαγαπημένα μας πρόσωπα, αν ένας από τους πολυτιμότερους θησαυρούς μας λέγεται Ιησούς Χριστός, τότε μπορούμε αληθινά, όσο είμαστε ακόμη πάνω στη γη, να λαχταρούμε, όπως ο απόστολος Παύλος, με όλη μας την ψυχή και όλο μας το μυαλό, με όλο μας το σώμα και όλη μας την καρδιά, την ημέρα που θα ενωθούμε αδιαίρετα μαζί Του.

Η αντιμετώπιση του δικού μας θανάτου είναι κάτι που το κάνουμε με τρόπους πολύ διαφορετικούς, σύμφωνα με την ηλικία μας και τις περιστάσεις.
Αντιλαμβανόμαστε το θάνατο με διαφορετικό τρόπο σε διαφορετικές καταστάσεις και ηλικίες.
Σκεφτείτε τα παιδιά που ακούν τη λέξη «θάνατος».
Ίσως να διαθέτουν μια πολύ ασαφή ιδέα γι' αυτόν ή ίσως να έχουν ήδη χάσει κάποιο γονιό και να στενοχωριούνται στη μοναξιά τους.
Τον αντιλαμβάνονται ως απώλεια, αλλά όχι ως θάνατο καθαυτό.

Ένα παιδί μπορεί να πληροφορηθεί για το θάνατο με κάποιον τερατώδη τρόπο, που θα τον καταστήσει έτσι αποκρουστικό στα μάτια του, ή αντίθετα με κάποιον λογικό και υγιή τρόπο, όπως μας δείχνει η ακόλουθη ιστορία.
Μια πολυαγαπημένη γιαγιά πέθανε μετά από μακρά και οδυνηρή ασθένεια. Με κάλεσαν στο σπίτι της και, όταν έφθασα, ανακάλυψα ότι τα παιδιά είχαν απομακρυνθεί.
Ρώτησα γιατί και οι γονείς μου είπαν: «Δεν έπρεπε να αφήσουμε τα παιδιά να μείνουν στο σπίτι όπου υπήρχε ένας πεθαμένος».
«Γιατί;»
«Επειδή ξέρουν τι είναι θάνατος».
«Και τι είναι θάνατος;» ρώτησα.
«Είδαν κάποια μέρα ένα κουνελάκι κατακομματιασμένο από μία γάτα στον κήπο, και έτσι γνωρίζουν τι είναι θάνατος».

Σκέφτηκα πως αν αυτή είναι η εικόνα του θανάτου που είχαν αυτά τα παιδιά, τότε θα ήταν υποχρεωμένα όλη τους τη ζωή να ζουν με μια αίσθηση τρόμου, οποτεδήποτε άκουγαν αυτήν τη λέξη, οπουδήποτε παρακολουθούσαν ένα μνημόσυνο, οπουδήποτε έβλεπαν ένα φέρετρο - ανείπωτος τρόμος κρυμμένος μέσα σ' αυτό το ξύλινο κουτί.

Μετά από μακρά συζήτηση, κατά τη διάρκεια της οποίας οι γονείς μου είπαν ότι τα παιδιά θα κατέρρεαν ψυχολογικά αν τους επιτρεπόταν να δουν τη γιαγιά τους και πως η διανοητική τους κατάσταση θα ήταν δική μου ευθύνη, έφερα πίσω τα παιδιά.

Η πρώτη τους ερώτηση ήταν:
«Τι είχε πράγματι συμβεί στη γιαγιά;»
Τους είπα: «Την ακούσατε πολλές φορές να λέει ότι λαχταρούσε να συναντήσει τον άνδρα της στη Βασιλεία του Θεού, όπου αυτός είχε προηγηθεί. Τώρα πήγε και αυτή».
«Έτσι, είναι ευτυχισμένη» είπε ένα από τα παιδιά.
«Ναι» είπα.

Κατόπιν πήγαμε στο δωμάτιο όπου βρισκόταν η γιαγιά.
Η ησυχία ήταν όμορφη. Η ηλικιωμένη γυναίκα, που το πρόσωπό της είχε ρητιδωθεί τα τελευταία χρόνια από τον πόνο, κειτόταν απόλυτα ακίνητη και ήρεμη.
Ένα από τα παιδιά είπε: «Αυτός λοιπόν είναι ο θάνατος».
Και το άλλο συμπλήρωσε: «Τι ωραία».

Εδώ έχουμε δύο μορφές της ίδιας εμπειρίας.
Πρόκειται να επιτρέψουμε στα παιδιά να δουν το θάνατο σύμφωνα με το κατακομματιασμένο από κάποια γάτα κουνελάκι, ή θα τα αφήσουμε να δουν την ηρεμία και την ομορφιά του θανάτου;

Στην Ορθόδοξη Εκκλησία φέρνουμε τον νεκρό στο ναό όσο γρηγορότερα μπορούμε.
Προσευχόμαστε μπροστά στο ανοιχτό φέρετρο.

Το πλησιάζουν ενήλικες και παιδιά. Ο θάνατος δεν είναι κάτι που πρέπει να το κρύψουμε: είναι κάτι απλό και μέρος της ζωής. Και τα παιδιά μπορούν να παρατηρούν τον κεκοιμημένο και να βλέπουν τη γαλήνη στο πρόσωπό του.

Ασπαζόμαστε τον κεκοιμημένο.
Αυτή δε τη στιγμή δεν θα πρέπει να ξεχάσουμε να προειδοποιήσουμε τα παιδιά όταν θα ασπασθούν το μέτωπο του νεκρού που ήταν πάντοτε ζεστό, ότι τώρα θα το βρουν κρύο, και να τους πούμε, «αυτό είναι το σημάδι του θανάτου».
Η ζωή είναι ζεστή.
Ο θάνατος είναι ψυχρός.
Τότε το παιδί δεν θα τρομοκρατηθεί, επειδή διαθέτει την εμπειρία από ζεστά και κρύα πράγματα, που το καθένα έχει το χαρακτήρα και το νόημά του.

Andrew Walker - Κώστας Καρράς (επιμ.),
Ζωντανή Ορθοδοξία στον σύγχρονο κόσμο,
μτφρ Ιωσήφ Ροηλίδης, εκδ. Εστία, Αθήνα 2001

Δευτέρα 18 Μαρτίου 2019

(κείμενο του Αγίου περί Ιερών Μνημοσύνων από το βιβλίο του «Μελέτη περί αθανασίας της ψυχής και ιερών μνημοσύνων») ΠΕΡΙ TΩΝ ΕΤΗΣΙΩΝ ΙΕΡΩΝ ΜΝΗΜΟΣΥΝΩΝ ΤΩΝ ΤΕΛΟΥΜΕΝΩΝ ΥΠΟ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ


Η Eκκλησία τελεί ετήσια μνημόσυνα υπέρ των τέκνων αυτής των μη τυχόντων των νενομισμένων, και στερηθέντων της εκ τούτων ωφελείας διά το αποθανείν αυτά είτε εν ξένη γη, εν θαλάσση, είτ' εν ερήμω. Ώδε εκτίθενται οι λόγοι οι εν τω Tριωδίω, δι ους η Εκκλησία τελεί το υπέρ των κεοιμημένων μνημόσυνον τω Σαββάτω τω πρό της απόκρεως, όπερ και πρώτον λέγεται, (κοινώς ψυχοσάββατον).
α'. Περί του πρώτου ψυχοσαββάτου. Υπόμνημα περί του πρώτου ετησίου μνημοσύνου.
«Τη αυτή ημέρα μνείαν ποιείσθαι των απ' αιώνος κοιμηθέντων ευσεβώς επ' ελπίδι αναστάσεως ζωής αιωνίου οι θειότατοι Πατέρες εθέσπισαν». «Αμνημόνησον πταισμάτων νεκροίς,, Λόγε, τα Χρηστά νεκρά σπλάγχνα σου μή δεικνύων». «Επειδή τινες άωρον πολλάκις επί ξένης υπέστησαν θάνατον εν θαλάσση τε και αβάτοις όρεσι, κρημνοίς τε και χάσμασι, καί λοιμοίς, και λιμοίς, και πολέμοις και εμπρησμοίς, και κρυμοίς, και άλλους παντοίους θανάτους υπομεμενηκότες, ίσως και πένητες όντες και άποροι και των νενομισμένων ψαλμωδιών και μνημοσύνων ουκ έτυχον, φιλανθρώπως οι θείοι Πατέρες κινούμενοι κοινώς τούτων μνείαν απάντων την καθολικήν Εκκλησίαν ποιείσθαι εθέσπισαν, από των Ιερών Αποστόλων διαδεξάμενοι, ίνα και οι των νενομισμένων ανά μέρος διά τινος συμβάντος μη τετυχηκότες, τη νυν κοινή μνεία κακείνοι περιλαμβάνοιντο δεικνύντες ως και τα υπέρ αυτών γινόμενα μεγάλην αυτοίς προξενεί την ωφέλειαν. Καθ' ένα μέν ουν τρόπον ούτως η του Θεού Εκκλησία μνείαν επιτελεί των ψυχων, δεύτερον δέ, επειδή την δευτέραν του Χριστού παρουσίαν θείναι τη επαύριον έμελλον, αρμοζόντως και των ψυχών μνημονεύουσιν. Ωσανεί τον φοβερόν Κριτήν καί απαραλόγιστον ιλεούμενοι τη συνήθει προς αυτάς χρήσασθαι συμπαθεία, και τη επηγγελμένη ταύτας κατατάξαι τρυφή. Άλλως τε και την του Αδάμ εξορίαν οι άγιοι μέλλοντες τη εσομένη εκθείναι Κυριακή, ώσπερ τινα κατάπαυσιν προσεπινοούσι, και τέλος παντων των καθ' ημάς δια της παρούσης νυν καταπαύσεως, ίνα εκείθεν ως απ' αρχής άρξωνται, το γαρ ύστατον των παρ' ημίν πάντων, η των βεβιωμένων παρά του αδεκάστου Κριτού έσται εξέτασις, και ίνα τους ανθρώπους διά τούτων φοβήσαντες, προς τους της νηστείας αγώνας ποιήσωσιν ευχερείς. Εν Σαββάτω δε την των ψυχων μνείαν ποιούμεθα, ότι το Σάββατον κατάπαυσιν σημαίνει Εβραιστί και των τεθνεώτων τοίνυν, ως των βιωτικών και των λοιπών απάντων καταπαυσαμένων, καν τη καταπαυσίμω των ημερών τας υπέρ αυτών δεήσεις ποιούμεθα, ο δη και επί παν κεκράτηκε γίνεσθαι Σάββατον. Το δε γε νυν καθολικώς μνημονεύομεν υπέρ παντός δεόμενοι ευσεβούς, ειδότες και γαρ οι Θείοι Πατέρες, ως τα υπέρ των κεκοιμημένων γινόμενα Μνημόσυνα, λέγω ελεημοσύναι και λειτουργίαι, και ιδίως και κοινή την Εκκλησίαν τούτο ποιείν επιτρέπουσι, παρά των Αγίων Αποστόλων τούτο παραλαβόντες, ως είρηται, καθ' α και ο Αρεοπαγίτης φησί Διονύσιος». Εν τω Η'. Βιβλίω των Αποστολικών διαταγών εν κεφαλαίω μα'. Υπάρχει προσφώνησις υπέρ των κεκοιμημένων έχουσα ώδε: «Υπέρ του αναπαυσαμένου εν Χριστώ αδελφού ημών δεηθώμεν, όπως ο φιλάνθρωπος Θεός, ο προσδεξάμενος αυτού την ψυχήν, παρίδη αυτώ παν αμάρτημα εκούσιόν τε και ακούσιον, και ίλεως και ευμενής γενόμενος, κατατάξη εις χώραν ευσεβών ανειμένων εις κόλπον Αβραάμ, και Ισαάκ, και Ιακώβ μετά πάντων των απ' αιώνως ευαρεστησάντων και ποιησάντων το θέλημα αυτού. Όθεν απέδρα οδύνη λύπη και στεναγμός». Και αύθις, «Αυτός και νυν έπιδε επί τον δούλον σου τον δε, ον εξελέξω και προσελάβου εις ετέραν λήξιν και συγχώρησον αυτώ ει τι εκών ή άκων εξήμαρτε και Αγγέλους ευμενείς παράστησον αυτώ και κατάταξον αυτόν εν τω κόλπω των Πατριαρχών και των Προφητών και των Αποστόλων, και πάντων των απ' αιώνως σοι ευαρεστησάντων, όπου ουκ ένι οδύνη, λύπη και στεναγμός, αλλά χορός ευσεβών ανειμένος και γη ευθεία συνανειμένη και των εν αυτή ορώντων την δόξαν Χριστού κτλ.» Εν δε τω μβ' κεφ. υπάρχει διάταξις περί του πως δει και πότε γίνεσθαι τας των κοιμηθέντων πιστών μνείας, και οτι εκ των υπαρχώντων αυτοίς δει παρέχεσθαι πένησι, έχουσα ώδε: «Επιτελείσθω δε τρίτα των κεκοιμημένων εν ψαλμοίς και αναγνώσεσι και προσευχαίς διά τον διά τριών ημερών εγερθέντα, και ένατα εις υπόμνησιν των περιόντων και των κεκοιμημένων, και τεσσαράκοντα κατά τον παλαιόν τύπον. Μωσήν γαρ ούτως ο λαός επένθησε, και ενιαύσια υπέρ μνείας αυτού, και διδόσθω εκ των υπαρχόντων αυτού πένησιν εις ανάμνησιν αυτού». Εν δε μγ'. κεφαλ. λέγονται τα εξής περί των εν ευσεβεία τελευτησαντων, οτι τους ασεβείς τελευτώντας ουδέν ωφελούσι μνείαι η εντολαί. «Ταύτα δε περί ευσεβών λέγομεν, περί γαρ ασεβών, εάν τα του κόσμου δως πένησιν ουδέν ονήσεις αυτόν, ω γάρ περιόντι εχθρόν ην το θείον, δήλον οτι και μεταστάντι, ου γαρ εστιν αδικία παρ' αυτώ, δίκαιος γαρ ο Κύριος και δικαιοσύνας ηγάπησε και ιδού άνθρωπος και το έργον αυτού». Εν τώ συγγράμματι τού Αθανασίου του Παρίου αναγιγνώσκομεν τα εξής: «Ουκ οίμαι θαυμαστόν είναι, όπερ ο νομομαθής και προφητοδίδακτος Ιούδας ο Mακκαβαίος περί αθανασίας της ψυχής καλώς εφρόνει. Το θαυμαστόν δήπου εκείνο εστιν, ότι άπαντα σχεδόν τά έθνη πεπεισμένα εστίν, ότι παρά ταύτην και άλλη τις εστι ζωή τέλος μη έχουσα. Και τις των πάλαι σοφών, ότι μεγίστην έχει δύναμιν έφασκε παρ' ημίν, περί της των ψυχών αθανασίας η ομοφωνία των ανθρώπων εκείνων, ότι τινές η φοβούνται η τιμώσι τους καταχθονίους. Μαρτυρεί δε και ο Mακρόβιος, ακριβής ανιχνευτής της αρχαίας σοφίας, ότι κοινή ην γνώμη την ψυχήν ουχ ήττον αθάνατον είναι ή ασώματον. Εν όλη τη Αμερική τη τε προς Βορράν, τη τε προς Νότον η ιδέα μιας άλλης ζωής πη μεν μάλλον, πη δ' ήττον καθαρά, το θεμελιον έστι της εαυτων θρησκείας, τουτ' αυτο ειρήσθω και περί πάντων των της Αφρικής αγρίων λαών, των της Σιβηρίας, των Σαμοιέδων, των Σκυθών. Άπαντα τα βάρβαρα ταύτα έθνη τους εαυτών νεκρούς ενταφιάζουσι μετά παρασκευών τοιούτων, αι το χρήσιμον εαυτών εις έτερων βίον επιδεικνύονται, και υπέρ αυτών ετησίως δέονται». Το πνεύμα, και ο τρόπος και ο λόγος της δεήσεως της Εκκλησίας εμφαίνονται έντε ταις ευχαίς και τοις τροπαρίοις των μνημοσύνων, τα οποία αντιγράφομεν ώδε. α'.) «Των απ' αιώνος σήμερον νεκρών απάντων κατ' όνομα μετά πίστεως ζησάντων ευσεβώς μνήμην τελούντες οι πιστοί τον Σωτήρα και Κύριον ανυμνήσωμεν αιτούντες εκτενώς τούτους εν ώρα της κρίσεως απολογίαν αγαθήν δούναι αυτώ τω Θεώ ημών τω πάσαν κρίνοντι την γην, της δεξιάς αυτού παραστάσεως τυχόντες εν χαρά, εν μερίδι Δικαίων, και εν αγίω κλήρω φωτεινώ, και αξίους γενέσθαι της ουρανίου βασιλείας αυτού». β'.) «Ο εν τω οικείω αίματι Σωτήρ βροτούς εκπριάμενος, και θανάτω Σου θανάτου του πικρού εκλυτρωσάμενος ημάς και ζωήν την αιώνιον παρασχών τη αναστασει Σου ημίν, πάντας ανάπαυσον, Kύριε, τους κοιμηθέντας ευσεβώς, ή εν ερήμοις, ή πόλεσιν, ή εν θαλάσση ή εν γη, ή εν παντί τόπω, Βασιλείς τε, Ιερείς, Αρχιερείς, Μοναστάς καί μιγάδας, εν ηλικία πάση παγγενεί, και αξίωσον αυτούς της ουρανίου βασιλείας σου». γ'.) «Τη εκ νεκρών εγέρσει Σου Χριστέ ουκέτι ο θάνατος κυριεύει των θανόντων ευσεβώς, διό αιτούμεν εκτενώς τους Σους δού-λους ανάπαυσον εν αυλαίς Σου καί εν κόλποις Αβραάμ, τους εξ Αδάμ μέχρι σήμερον λατρεύσαντάς Σοι καθαρώς πατέρας καί αδελφούς ημών, φίλους ομού και συγγενείς, άπαντα άνθρωπον τα του βίου λειτουργήσαντα καλώς και προς Σε μεταστάντα πολυειδώς καί πολυτρόπως ο Θεός, και αξίωσον τούτους της ουρανίου βασιλείας Σου». Η δε αίτησις έχει ώδε: « 'Eλέησον ημάς, ο Θεός, κατά το μέγα έλεός Σου, δεόμεθά Σου, επάκουσον, και ελέησον. Έτι δεόμθα υπέρ μακαρίας μνήμης καί αωνίου αναπαύσεως πάντων των κεκoιμημένων ευλαβών και ορθοδόξων Χριστιανών, βασιλέων, αρχιερέων, ιερέων, ιερομονάχων, ιεροδιακόνων, μοναχών, μοναζουσών, πατέρων, προπατόρων, πάππων και προπάππων, εκ των απ' αρχής και μέχρι των εσχάτων και υπέρ του συγχωρηθήναι αυτοίς παν πλημμελημα εκούσιόν τε και ακούσιον» . (Έπειτα αι συνήθεις ευχαί).
β'. Περί του δευτέρου ετnσίου μνημοσύνου.
Το δεύτερον ετήσιον μνημόσυνον υπέρ των ψυχών των κεκοιμημενων η Εκκλησία τελεί λίαν καταλλήλως ημέρας 9 μετά την Ανάληψιν του Σωτήρος Χριστού, ήτoι τω Σαββάτω τω προ της Πεντηκοστής του Πάσχα, ο «ψυχοσάββατον» επίσης καλείται, ως το προ της Κυριακής των Απόκρεων Σάββατoν «πρώτον ψυχoσάββατον». Κατα την ημέραν ταύτην μνήμην ποιείται η Εκκλησία πάντων των από Αδάμ ευσεβώς κοιμηθέντων, δέεται υπέρ αυτών, και αιτείται παρά Χριστου του Θεού του αναληφθέντος εις τους ουρανούς και εν δεξιά καθεσθέντος του Πατρός, όπως εν ώρα της κρίσεως απολογίαν αγαθήν δώσωσιν αυτώ τω Πάσαν κρινοντι την Γην, τύχωσι της εκ δεξιών αυτού παραστάσεως εν χαρά, εν μερίδι δικαίων, και κλήρω φωτεινώ αγίων, και γείνωσιν άξιοι της ουρανίου βασιλίας κληρονόμοι. Η Εκκλησία δεομένη υπέρ πάντων των από Αδάμ μέχρι σήμεpον ευσεβώς κοιμηθέντων εύχεται ουχί βεβαίως μόνον υπέρ Χριστιανών, διότι ουδείς Χριστιανός από Αδάμ μέχρι Χριστού, αλλ' υπέp πάσης ψυχής παντός γένους βροτών εναρέτως βιωσάσης είτε εν νόμω, είτε εν ακροβυστία, εύχεται δ' εν τοις τροπαρίοις, ίνα «άπαντα άνθρωπον τα του βίου λειτουργήσαντα πιστώς και προς Θεόν μεταστάντα πολυειδώς και πολυτρόπως ο Θεός αξιώση της ουρανίου βασιλείας αυτού». Δια της τοιαύτης υπέρ των ευσεβώς κοιμηθέντων διαταχθείσης ακολουθίας η Εκκλησία κηρύττει οτι οι από Αδάμ μέχρι Χριστού τελειωθέντες ενάρετοι άνδρες εισίν άξιοι τού θείου ελέους και δέεται του Θεού υπέρ αυτών, όπως δώση αυτοίς εν τη ημέρα της κρίσεως ευπρόσδεκτον απολογίαν. Το φρόνιμα τούτο της Eκκλησίας, όπερ από των αποστολικων χρόνων γινώσκομεν, είναι λίαν ορθόν δίκαιον, διότι, αφού ο Κύριος ημών ήλθεν, ίνα σώση τον κόσμον, έπεται οτι έμελε να σώση και πάντας τους εναρέτως διαβιώσαντας, προ της αφίξεως αυτού , διότι ουχί η έλλειψις αρετής εν τω κόσμω προυκάλεσε την ανάγκην της ενσάρκου οικονομίας του Υιού του Θεού, αλλ' η έλλειψις της προς τον Θεόν φιλίας και το μεσότοιχον της έχθρας το διαχωρίζον Θεόν και άνθρωπον και, όπερ ο Υιός του Θεού ήλθε να καθέλη. Λόγος λοιπόν της αφίξεως του Υιού του Θεού ήτο η συμφιλίωσις Θεού μετά του ανθρώπου και ουχί η έλλειψις αρετής. Είναι αληθές ότι ο Ιησούς διά της θείας αυτού διδασκαλίας απεκάλυψε τοις ανθρώποις νέας τελειωτικάς αρχάς και υπέδειξεν αυτοίς ουρανόν καινόν, και γην καινήν, αλλα τούτο δεν αναιρεί την ύπαρξιν αρετής εν τω κόσμω, η αρετή λοιπόν εν τω κόσμω υφίστατο, αλλ' ο άνθρωπος ευρίσκετο υπό δυσμένειαν και εδέετο διαλάκτου, τούτου δε ελθόντος ο ενάρετος εύρε χάριν παρά τω Θεώ και έτυχε της σωτηρίας. Ότι τοις δικαίοις επεφυλάσσετο σωτηρία διά Ιησού Χριστού, τούτο διδασκόμεθα εκ της Παλαιάς Διαθήκης, εν ταύτη ο Θεός υπέσχετο τοις Ιουδαίοις σωτηρίαν, εάν ετήρουν τον νόμον, τούτο εβεβαίωσε και ο Σωτήρ, ως αναφέρει ο Ευαγγελιστής Ματθαίος, ειπών προς τον ερωτήσαντα τι να ποιήση, ίνα ζωήν αιώνιον κληρονομήση, ότι αρκετή ήτο προς τούτο η των εντολών τήρησις. Βεβαίως ουδέποτε θα έλεγεν αυτώ να τηρήση τας εντολάς (Ματθ. 19. 17), εάν εν τη τηρήσει των εντολών δεν τω επεφυλάσσετο σωτηρία διά Ιησού Χριστού. Επίσης ουδέ προς τους ελέγχοντας αυτόν Φαρισαίους οτι μετά αμαρτωλών και τελωνών εσθίει και πίνει, θα έλεγεν ο Ιησούς, το «οι ισχύοντες ουκ έχουσι χρείαν ιατρού, αλλ' οι κακώς έχοντες…ου γαρ ήλθον καλέσαι δικαίους, αλλά αμαρτωλούς εις μετάνοιαν» (Ματθ. 9.12.13). Οι λόγοι ούτοι του Ιησού αποδεικνύουσι σαφώς ότι οι δίκαιοι είχον μερίδα εν τη διά του Ιησού Χριστού ελευσομένη σωτηρία του ανθρωπίνου γένους. Αφού δε οι υπό νόμον είχον μέρος εν τη σωτηρία, διατί τα έθνη τά έχοντα τον νόμον γραπτόν εις τας καρδίας αυτών και ποιούντα αυτόν να αποκλεισθώσι της σωτηρίας; μη προσωπολήπτης ο Θεός; ή μήπως Ιουδαίων ο Θεός μόνον; άπαγε ! ο Θεός είναι Θεός δίκαιος καί πατήρ πάσης φυλής καί γένους ανθρώπων, εάν λοιπόν υπεσχέθη σωτηρίαν τοις υπό νόμον, εάν τηρήσωσι τον νόμον, θέλει σώσει και τους εν τη ακροβυστία τους τηρήσαντας τον νόμον τον γεγραμμένον εν ταις καρδίαις αυτών. Ο Άγιος 'Αναστάσιος ο Πατpιάρχης Αντιοχείας διαβεβαιοί ότι δι' αποκαλύψεως εγνώσθη αυτώ η των εθνικών δικαίων σωτηρία. αναφέρει δε την καθ' ύπαρ εμφάνειαν του σοφού Πλάτωνος προς τινα ευσεβή μοναχόν εξυβρίζοντα αυτόν διά τινας πλάνας αυτού, και λέγει ότι εμφανισθείς εδίδαξεν αυτόν τα περί της σωτηρίας του διά Ι. Χριστού και προέτρεψε μη αμαρτάνειν υβρίζων. Η μαρτυρία αύτη, καίτοι αξιόπιστος ως από αξιοπίστου συγγραφέως προερχομένη, και αν μη ληφθή υπ' όψει, η δόξα περί της σωτηρίας των εθνικών εδραζομένη επί των ορθών συλλογισμών, ίσταται καθ' εαυτήν. Η σωτηρία λοιπόν η τω ανθρωπίνω γένει χορηγηθείσα διά Ιησού Χριστού, εγένετο γενική πάσι τοις εναρέτως ζήσασι. Διά τα τοσαύτα αγαθά, όσα ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός παρέσχε τη ανθρωπότητι, ήτις πάσα οφείλει νά ευxαριστή τω Θεώ, η Εκκλησία αναπέμπει ευχαριστίας προς αυτόν ως πρός τον Δεσπότην των απάντων και λυτρωτήν, δοξάζει αυτόν ως Θεόν αληθινόν, και δέεται υπέp των ψυχών πάντων των ευσεβώς κοιμηθέντων πάσης φυλής καί γένους.. Ή ακολουθία των κεκοιμημένων ετέθη λίαν καταλλήλως μετά τον χρόνον της Αναλήψεως του Σωτήρος Χριστού, διότι διά ταύτης γενόμενος ο Κύριος εν τοις κόλποις του Πατρός καί λαβών πάσαν εξουσίαν εν Ουρανώ και επί γης, εγένετο ζώντων και τεθνεώτων Δεσπότης, η Εκκλησία λοιπόν ένθεν μεν θέλουσα να ομολογήση τον Ιησούν Χριστόν ζώντων τε και νεκρών εξουσιαστήν, ένθεν δε να ανακηρύξη την πίστιν αυτής εις την δευτέραν παρουσίαν, την υπέρ των κεκοιμημένων ακολουθιαν συνέταξεν.
γ '. Περί τής προσγιvομέvnς ωφελείας ταις ψυχαίς εκ τωv ιερώv μvnμοσύvωv.
Τα ιερά μνημόσυνα και υπό ηθικήν έποψιν εξεταζόμενα εισί λίαν αναγκαία, καθόσον παρέχουσι και τοις επιζώσι μεγάλην ωφέλειαν, δι' αυτών η Εκκλησία διδάσκει τα εαυτής τέκνα την αληθή χριστιανικήν φιλοσοφίαν και υπομιμνήσκει εις αυτά τας θεμελιώδεις αρχάς του Χριστιανισμού, κηρύττει ως δι' υψηλού κηρύγματος την αθανασίαν της ψυχής, και την έναρξιν μετά θάνατον νέου σταδίου ζωής αλήκτου και ατέρμονος. Επίσης κηρύττει την διηνεκή εν τω κόσμω του Σωτήρος Χριστού παρουσίαν, την μεθ' ημών επικοινωνίαν και σχέσιν, των τεθνεώτων και, ίνα συλλήβην περιλάβω άπαν το πνεύμα των τελουμένων μνημοσύνων, δι αυτών διδάσκει η Εκκλησία τα τέκνα της, ότι ο άνθρωπος είναι ουρανοπολίτης, ότι από της εν γή στρατευομένης Εκκλησίας μεταβαίνει εις την εν Ουρανώ θριαμβεύουσαν, οτι αμφοτέρων κεφαλή είναι ο Χριστός, όστις εισακούει πάντων τας δεήσεις και ικεσίας και επικάμπτεται ταις πρεσβείαις των αγίων και της Θεοτόκου, οτι η ελπίς της σωτηρίας του Χριστιανου δεν απόλλυται και μετά θάνατον, οτι η Εκκλησία πιστεύει, οτι αι δεήσεις αυτής και ικεσίαι αι υπέρ των τέκνων αυτής γινόμεναι εισακούονται παρά του φιλανθρώπου Σωτήρος ημών και παρέχεται τοις υπέρ ων γίνονται τα μνημόσυνα άφεσις παραπτωμάτων, οτι η οριστική απόφασις περί της αμοιβής και τιμωρίας εισέτι δεν εξεδόθη, οτι αύτη επιφυλάσσεται εν τη δευτέρα καί φρικτή του Δεσπότου Χριστού παρουσία, ότε έκαστος θα λάβη το γέρας και τους στεφάνους, ου επολιτεύθη βίου, οτι μέχρι της δευτέρας του Χριστού παρουσίας δύναται η Εκκλησία να αναπέμπει ευχάς και δεήσεις προς τον Κύριον υπέρ των τέκνων αυτής, οτι ως εν τη στρατευομενη Εκκλησία οι υπο Εκκλησιαστικήν ποινήν ευρισκόμενοι δια τας πεπραγμένας αυτών αμαρτίας στερούνται των θείων μυστηρίων, ούτω και εν τη θριαμβευούση Εκκλησία οι εν αμαρτίαις θανοντες μακράν των αγίων και δικαίων εισίν εστερημένοι της δόξης και χάριτος της απορρεούσης εκ του αρ--ρήτου κάλλους του Σωτήρος ημών Ιησού Χριστού, όπερ επιποθεί και ζητεί πάσα ψυχή, όπως χορτασθή, κατά το ρητόν, «Χορτασθήσομαι εν τω οφθήναι μοι την δόξαν Σου», πλην ουχί εκτός του Άδου, εν ω έκαστος αποτίνει την ποινήν κατά το βάρος της εαυτού συνειδήσεως, όπως δε υπέρ των κατηχουμένων της στρατευομένης Εκκλησιας εύχεται η Εκκλησία αδιαλείπτως προς τον Κύριον, ίνα ενώση αυτούς τη αγία καθολική και Αποστολική Εκκλησία, ούτω και υπέρ των εν αμαρτίαις κοιμηθέντων πιστών δύναται να εύχηται και να αιτήται συναντιλήπτορας και τους αγίους της θριαμβευούσης Εκκλησίας, όπως εξιλεώσει τον Θεόν υπέρ αυτών και τάξη αυτούς εν σκηναίς δικαιων, εν κόλποις Αβραάμ, και συναριθμήση αυτούς μετά των σεσωσμένων. Ταύτα πάντα δια των μνημοσύνων διδάσκει η Εκκλησία, δι' ων παραμυθείται και παρηγορεί τους των μεταστάντων συγγενείς και φίλους και θεραπεύει τας τρωθείσας καρδίας δια του ουρανιου βαλσάμου του υπό του Σωτήρος πεμπομένου αυταίς. Διά των μνημοσύνων η Εκκλησία πρώτον συναγείρει το των πιστών σύστημα και παρακελεύεται αυτό να ενδείξη την προς τον μεταστάντα αδελφόν οφειλομένην αγάπην, αφήση αυτώ την οφειλήν, δεηθή υπέρ αυτού μετά της Εκκλησιας προς τον Κύριον των ζώντων τε και νεκρών Δεσπότην και εξουσιαστήν, αιτήσηται παρ' αυτού την συγχώρησιν των υπ' αυτού πραχθέντων πλημμελημάτων, την δαψίλειαν της θείας χάριτος, και την κληρονομίαν της ουρανίου βασιλειας, δεύτερον παραμυθείται η των πιστών ομήγυρις τω τεθλιμμένων τας καρδίας, αίτινες εν τη ενδείξει της αγάπης και της συμπαθείας της όλης Εκκλησίας ευρίσκουσιν ανακούφισιν και παρηγορίαν, διότι ούτω η του πάθους συμ-μετοχή φερει παρηγορίαν τω τεθλιμμένω ως η του βάρους συναντίληψις ελάττωσιν και ανακούφισιν τω πεφορτισμένω, και τρίτον διά των μνημοσύνων γίνεται ανάμνησις του θανάτου, υπόμνησις της ματαιότητος των πραγμάτων του κόσμου, του προσκαίρου βίου και της αιωνίου ζωής, προτροπή προς αρετήν και ενάρετον πολιτείαν, ενθάρυνσις προς ευεργεσίας και αγαθοεργίας, και εν γένει αφορμή προς προκοπήν εν τη αρετή και προς τελείωσιν, και ούτος εστιν ο ηθικός χαρακτήρ των μνημοσύνων.
ΠΕΡΙ ΤΩΝ ΙΕΡΩΝ ΜΝΗΜΟΣΥΝΩΝ ΟΤΙ ΛΥΣΙΤΕΛΗ ΚΑΙ ΟΤΙ ΕΞ ΑΠΟΣΤΟΛΙΚΗΣ ΠΑΡΑΔΟΣΕΩΣ ΕΙΣΙΝ
α'. Mαρτυρίαι εκ των Πατέρων της Εκκλησίας.
Ο Άγιος Ιωαννης ο Δαμασκηνός ομιλών περί των υπό της Εκκλησίας τελουμένων ιερών μνημοσύνων εν τω λόγω αυτού «Περί των εν πίστει κεκοιμημένων» (τόμ. Α'. σελ. 585-595) αναπτύσσει θαυμασίως το περί μνημοσύνων κεφάλαιον ως εξής: «Ίδετε γαρ τι φησιν η θεία Γραφή. «Ώς Ιούδας ο Mακκαβαίος εν τη Σιών τη πόλει του Βασιλέως του Μεγάλου, οπηνίκα τεθανα-τωμένον είδε τον υπ''αυτών λαόν υπό των αλλοφύλων εχθρών, ερευ--νήσας αυτών τους κόλπους και τούτων ένδοθεν ευρών ειδωλεία, εξι-λασμόν αυτίκα υπέρ εκάστου τούτων προς τον εις οίκτον έτοιμον Κύ--ριον προσενήνοχε. πανευσεβώς ποιήσας και φιλαδέλφως λίαν», όθεν και παρά τη θεία Γραφή, ως εν πάσι, και εν τούτω τεθαύμασται. Οι δε γε μύσται και αυτόπται του λόγου, οι τον του κόσμου γύρον ζωγρήσαντες μαθηταί του Σωτήρος και θείοι Απόστολοι, επί των φρικτων και αχράντων και ζωοποιών μυστηρίων μνήμην ποιείσθαι των πιστώς κοιμηθέντων εθέσπισαν, ο και κατέχει βεβαίως και λίαν, αναντιρρήτως η του Χριστού και Θεού απο περάτων μέχρι περάτων Αποστολική και Καθολική Εκκλησία έκτοτε μέχρι του νυν και της του κόσμου λήξεως άχρι, ουκ αλογίστως πάντως, ουδέ ματαίως, ουδέ εική και ως έτυχε, τούτο θεσπίσαντες. Ουδέν γαρ ανόνητον η των Χριστιανών απλανής θρησκεία παρείληφε και εις αιώνα κατέσχεν απαρασάλευτον, αλλά πάντα επωφελή και θεάρεστα και λίαν ονησι--φόρα, και σωτηρίας μεγίστης πρόξενα». «Mετά δε τούτον αύθις ο της θεολογίας επώνυμος θεορρήμων Γρηγόριος εν τω εις Καισάριον τον αδελφόν επιταφίω λόγω, περί της ιδίας μητρός, «Ηκούσθη, φησί, κήpυγμα πάσης ακοής άξιον, και μητρός πάθος κενούται δι υποσχέσεως καλής και οσίας δούναι τα πάντα τω παιδί τον εκείνου πλούτον υπέρ εκείνου δώρον επιταφιον,» και μεθ έτερα, «τα μεν ουν παρ' ημών τοιαύτα, και τα μεν αποδεδώκαμεν, τα δε δώσομεν τας δι' έτους προςφέροντες τιμάς τε και μνήμας, οίγε τω βίω περιλειπόμενοι.» Οράς πως βεβαιοί και καλάς και οσίας καλεί τας υπέρ των κατοιχομένων τω Θεώ προςαγωγάς και τας ετησίας μνήμας, ειςδέχεται; Είτα μετ' αυτόν ο Χρυσορρήμων όντως και χρυσεπώνυμος Ιωάννης, ο της πτωχείας και της μετανοίας οδηγός και διδάσκαλος εν τη προς Φιλιππησίους αυτού και Γαλάτας θεοφεγγεί ερμηνεία. «Ει γάρ oι Έλληνες, φησί, συγκατακαίουσι τοις απελθούσι τα εαυτών, πόσω γε μάλλον σε τον πιστόν συμπαραπέμψαι δει τω πιστώ τα οικεία, ουχ ίνα τέφρα γένωνται, καθά εκείνα και ταύτα, αλλ' ίνα μείζονα τούτο πεpιβάλης την δόξαν, και ει μεν αμαρτωλός ο τεθνηκώς ή, ίνα τα αμαρτήματα λύση, ει δε δίκαιος, ίνα πpοςθήκη γένηται μισθού και ανταποδόσεως,» και πάλιν εν ετέρω λόγω, «Eπινοήσωμεν, φησί, τοις απελθούσιν ωφέλειαν, δώμεν αυτοίς την προςούσαν βοήθειαν, ελεημοσύνας, λέγω, και προςφοράς, και φέρει τούτοις πολλήν το πράγμα την όνησιν, και μέγα το κέρδος και την ωφέλειαν, ου γαρ είκη και ως έτυχε ταύτα νενομοθέτηται, και τη του Θεού Εκκλησία υπό των αυτού πανσόφων μαθητών παραδέδοται, φημμί δη το επί των φρικτών μυστηρίων ευχήν πιείσθαι τον ιερέα υπέρ των εν πίστει κεκοιμημένων, ει μη ίσασιν αυτοίς πολύ το κέρδος εκ τούτου και πολλήν την ωφέλειαν.» Είτα συν τούτοις ο πάνσοφος αύθις Νυσσαέων Γρηγόριος ούτω φησίν, «ουδέν αλογίστως ουδέ ακερδώς υπό των του Χριστού κηρύκων και μαθητών παραδέδο--ται και εν τη του Θεού πανταχού εκκλησία διακεκράτηται, αλλά το πpάγμα επωφελές και θεάρεστον, το μνήμην δηλονότι ποιείν επί της θείας και παμφαούς μυσταγωγίας των εν ορθή πίστει κεκοιμημμένων. Το γαρ ειπείν ότι, συ αποδώσεις εκάστω κατά τα έργα αυτού, και θερίσει πάς τις, ο έσπειρε, και τα τούτων ακόλουθα, περί παρουσίας πάντως του κτίστου και της τότε φρικής αποφάσεως είρηται και της του κόσμου τούδε συμπερατώσεως. Tότε γαρ όλως βοη--θείας ουκ έστι καιρός, αλλά πάσα παράκλησις άπρακτος. της πανηγύρεως γαρ διαλυθείσης, ουκ έστι πραγματειας εμπόρευμα, που γαρ οι πένητες τότε; που λειτουργίαι; που ψαλμωδίαι; που ευποιίαι; Διό προ της ώρας εκείνης, αλλήλοις επικουρήσωμεν, και τω φιλαδέλφω και φιλανθρώπω και φιλοψύχω Θεώ, τα της φιλαδελφείας προσείσωμεν. Δέχεται γαρ ευ μάλα και τοις ασυμφθάστως και, οίον ειπείν, ανετοίμως εκδημήσασι, τας υπό των οικείων τούτοις προσφερομένας των υστερημάτων αναπληρώσεις, και εις έργον τούτοις και πράξιν λογίζεται. Θέλει γαρ ούτως ο φιλάνθρωπος Κύριος αιτείσθαι, και νέμειν τα των ιδίων κτισμάτων προς σωτηρίαν αιτούμενα, και τότε μάλλον αυτοίς ολικώς επικάμπτεται, ουχ όταν τις μόνον υπέρ ιδίας ψυχής αγωνίζεται, αλλ' όταν και υπέρ του πέλας τούτο εργάζεται, εντεύθεν γαρ επί το θεομίμητον εκτυπούται, και τας ετέρων δωρεάς ως οικείας εξαίτει χάριτας, και της τελείας αγάπης τον όρον εμπερικλείει, και τον μακαρισμόν εκ τούτου πορίζεται και την ιδίαν συν τη του πέλας ευεργετεί ψυχήν ότι μάλιστα. Τι δε και δυσαχθές το πράγμα νενόμισται; Μη οτι την Φαλκονίλλαν η πρωτομάρτυς ουκ έσωσε μετά θάνατον; αλλ' ίσως ερείς οτι αύτη κατ' αξίαν επεί πρωτομάρτυς και ταύτης δέον εισακουσθήναι την δέησιν, εγώ δε προς τούτο φημι, καλώς η πρωτομάρτυς εκεί, σκόπει υπέρ τίνος η αίτησις, οτι περ υπέρ Ελληνίδος ειδωλολάτριδος τε, και πάμπαν ανιέρου και αλλοτρίας Κυρίου εργάτιδος, ενταύθα δε πιστός υπέρ πιστού προς τον αυτόν Δεσπότην, θες τοίνυν και εκ θατέρου εις θάτερον, ως αν το πράγμα εξισωθήσεται, και το διστάζον ουκ υπολειφθήσεται». Δέδεικται τοίνυν τη του Χριστού συνεργεία ότι περ γέγονε και εν τω άδη εξομολόγησις. Ταύταα δε φαμεν, ουχί την προφητείαν αvαιρούντες, μη γέvοιτο, αλλά δείξαι βουλόμενοι τον υπεράγαθον Kύριoν υπό της οικειας φιλανθpωπίας νικώμενον, ώσπερ και το, τη Νινευί, καταστραφήσετε, και αύτη ου κατέστραπται, αλλά νενίκηκε την κρίσιν η αγαθότης. Και εν τω Εζεκία, Τάξαι, φησί περί του οίκου σου, αποθνήσκεις γάρ συ και ου ζήση, και αυτός ουκ απέθανε. Και εν τω Αχαάβ, επάξω, φησί, κακά, και ουκ επήγαγεν, αλλ' είπεν, ίδε πως κατενύγη Αχαάβ, διό ουκ επάξω εν ταις ημέpαις αυτού κακά αλλά και πάλιν την απόφασιν η αγαθότης υπερενίκησεν, ως και εν άλλοις πλείστοις κρίμασι, και εις αεί νικήσει μέχρι της εσχάτης ανταποδόσεως, όταν η λήξις της πανηγύρεως ήξει και βοηθείας ουκ έσται καιρός, αλλ' άνθρωπος και το φορτίον αυτού νυν δε και καιρός πραγματείας, καιρός συναλλάγματος, καιρός κόπου, δρόμου και μόχθου, και μακάριος ο μη οκλάσας μήτε χαυνωθείς τη ελπίδι, μακαριώτερος δε, ο και υπέρ εαυτού και υπέρ του πλησίον αγωνισάμενος. Τούτο γαρ μάλλον και τερπει, και κατευφραίνει τον φιλοικτίρμονα Κύριον, τό σπεύδειν έκαστον εις την του πέλας βοήθειαν, τούτο και θέλει ο ελεήμων και βούλεται, ίνα υπ' αλλήλων οι πάντες ευεργετώμεθα, και ζώντες και μετά θάνατον, ου γαρ αν ημίν αφορμήν εδεδώκει, το μνήμην επί της αναιμάκτου θυσίας ποιείσθαι των προλαβόντων και πάλιν τρίτα και ένατα και τεσσαράκοντα και τας ετησίους μνήμας και τελετάς, άτινα πάσης αντιρρήσεως άνευ η καθολική αυτού και Αποστολική Εκκλησια, και ο ταύτης θεοσύλλεκτος και πανευσεβής λαός απαρασάλευτα κατέχει και αδιάβλήτα, ει μη τούτο ευθές ην εν οφθαλμοίς αυτού. Πάντως γάρ ει χλεύη το πράγμα ην και ακερδές και ανόνητον, πολλών γεγονότων θεοφόρων αγίων πατριαρχών, πατέρων και διδασκάλων, ενέσκηψεν αν τούτων ενί καταπαύσαι την πλάνην, αλλ' ουδείς τούτων ανατρέψαι τούτο ποτε δεδοκίμακε, μάλλον μεν ουν και κεκύρωκε κα οσημέραι το πράγμα επαύξεται και προστίθεται, πpοσθήκην επί προσθήκη δεχόμενον. Και αύθις ο Ιωάννης ο Χρυσόστομος. «Ούκ εική ταύτα ενομοθετήθη υπό των Αποστόλων, το επί των φρικτών μυστηρίων μνήμην γίνεσθαι των απελθόντων. Ίσασιν αυτοίς πολύ κέρδος γινόμενον, πολλήν την ωφέλειαν. Όταν γαρ εστήκη λαός ολόκληρος χείρας ανατείνοντες, πλήρωμα ιερατικόν, και πρόκειται η φρικτή θυσία, πως ου δυσωπήσωμεν υπέρ τούτων τον Θεόν παρακαλούντες; αλλά τούτο μεν περί των εν Πίστει παρελθόντων, οι δε κατηχούμενοι ουδέ ταύτης καταξιούνται της παραμυθίας, αλλ' απεστέρηνται πάσης της τοιαύτης βοηθείας, πλην μιας τινος, ποιάς δη ταύτης; ένεστι πένησιν υπέρ αυτών (των κατηχουμένων) διδόναι, ποιείν τινα αυτοίς παραψυχήν το πράγμα, και γαρ παρ' αλλήλων ημάς ωφελείσθαι βούλεται ο Θεός, διατί γαρ υπέρ ειρήνης και ευσταθίας του κόσμου εκέλευσεν εύχεσθαι; διατί περί πάντων ανθρώπων; καίτοι γε ενταύθα εν πάσιν εισι και λησταί και τυμβωρύχοι και κλέπται, και μυρίων κακών γέμοντες, αλλ' όμως υπέρ πάντων ευχόμεθα, ίσως γαρ έσται τις αυτών επιστροφή, ώσπερ ουν υπέρ των ζώντων ευχόμεθα των ουδέν διαλλαττόντων των νεκρών, ούτως ένεστι και υπέρ εκείνων εύχεσθαι. Ο Ιώβ υπέρ των παίδων αυτού εποίει θυσίας, και απήλλαττεν αυτούς των αμαρτημάτων, μήποτε ενενόησαν, φησί, τι εν τη καρδία αυτών». (Χρυσόστομος Τομ ΙΑ. Σελ 217). Και αύθις, «Κλαίωμεν ουν τούτους (τους εν αμαρτίαις αποθανόντας), βοηθώμεν αυτοίς κατά δύναμιν, επινοήσωμεν αυτοίς τινα βοήθειαν, μικράν μεν, βοηθείν δε όμως δυναμένην. Πώς και τίνι τρόπω; Αυτοί τε ευχόμενοι και ετέρους παρακαλούντες ευχάς υπέρ αυτών ποιείσθαι, πένησιν υπέρ αυτών διδόντες συνεχώς. Έχει τινά το πράγμα ωφέλειαν» (αυτόθι). Και αύθις, «Έστι γαρ έστιν, εάν θέλωμεν, κούφην αυτώ γενέσθαι την κόλασιν. Αν ουν ευχάς υπέρ αυτού ποιώμεν συνεχείς, εάν ελεημοσύνην διδώμεν, καν εκείνος ανάξιος, ημάς ο Θεός δυσωπηθήσεται….Περίστησον χήρας….ειπέ τούνομα. Πάσας κέλευσον υπέρ αυτού ποιείσθαι τας δεήσεις και τας ικετηρίας….Ουκ εική προσφοραί γίνονται υπέρ των επελθόντων, ουκ εική ικετηρίας, ουκ εική ελεημοσύναι». (Τομ. ΙΑ. Σελ 174, 175, 217). Και εν ομιλία 41η. «Ει δε και αμαρτωλός απείλθε, και διά τούτο δε χαίρειν, οτι ενεκόπη τα αμαρτήματα, και ου προσέθηκε τη κακία, και βοηθείν, ως οιόν τε η, ου δάκρυσιν, αλλ' ευχαίς και ικετηρίαις και ελεημοσύναις και προσφοραίς. Ου γαρ απλώς ταύτα επινενόηται, ουδέ εική μνήμην ποιούμεθα των απελθόντων επί των θείων μυστηρίων, και υπέρ αυτών πρόσιμεν, δεόμενοι του αμνού του κειμένου, του λαβόντος την αμαρτίαν του κόσμου, αλλ' ίνα τις αυτοίς εντεύθεν γένηται παραμυθία. Ουδέ μάτην ο παρεστώς τω θυσιαστηρίω των φρικτών μυστηρίων τελουμένων βοά υπέρ πάντων των εν Χριστώ κεκοιμημένων και των τας μνείας υπέρ αυτών επιτελούντων. Ει γαρ μη υπέρ αυτών αι μνείαι εγένοντο, ουδ΄αν ταύτα ελέχθη. Ου γαρ εστι σκηνή τα ημέτερα, μη γένοιτο! Πνεύματος γαρ διατάξει ταύτα γίνεται». «Βοηθώμεν τοίνυν αυτοίς , και μνείαν αυτών επιτελώμεν. Ει γαρ τους παίδας του ιώβ εκάθαιρεν η του Πατρός θυσία , τι αμφιβάλλεις, ει και ημών υπέρ των απελθόντων προσφερόντων γίνεταί τις αυτοίς παραμυθία; Είωθε γαρ ο Θεός και ετέροις υπέρ ετέρων χαρίζεσθαι, και τούτο εδείκνυ ο Παύλος λέγων, «Ίνα εκ πολλών προσώπων το εις υμάς χάρισμα διά πολλών ευχαριστηθή υπέρ ημών». Μη δη αποκάμωμεν τοις απελθούσι βοηθούντες, και προσφέροντες υπέρ αυτών και αξιούντες ευχάς υπέρ αυτών τελείσθαι. Και γαρ το κοινόν της οικουμένης κείται καθάρσιον. Διά τούτο θαρρούντες υπέρ της Οικουμένης δεόμεθα τότε και μετά Μαρτύρων αυτούς καλούμεν, μετά Ομολογητών, μετά Ιερέων. Και γαρ εν σώμα εσμεν πάντες, καν λαμπρότερα μέλη μελών, και δυνατόν πάντοθεν συγγνώμην αυτοίς συναγαγείν, από των ευχών, από των υπέρ αυτών δώρων, από των μετ΄αυτών καλουμένων. Τι τοίνυν αλγείς, τι θρηνείς, οπότε τοιαύτην δυνατόν συγγνώμην συναγαγείν τω απελθόντι; Χρησοστόμ. Τομ. Β' ομιλ. 41η Σελ. 525-526). Συμεών ο Θεσσαλονίκης απάντων εις την ερώτησιν «τας εξερχομένας ψυχάς ένας Άγγελος λαμβάνει ή πολλοί, και αν ελεύθεροι απέρχονται, και που πορεύονται»; λέγει, «Λαμβάνεται δε υπ' Αγγέλων αύλων η ψυχή, άυλος ούσα κατά λόγων ορθόν και πρεπόντως, μάλλον δε κατά φύσιν, συγγενώς δε προς τα άυλα και οικείως οι Άγγελοι έχουσιν.» Αι ψυχαί δε πηγαίνουσιν, ως παρά των Αγίων εμάθομεν, εις τόπους αξίους της ζωής και πολιτείας αυτών, και αι μεν πορεύονται εις τον ουρανόν, όσαι δηλαδή και ζώσαι το πολίτευμα εν τοις ουρανοίς, ήγουν έζων εναρέτως, και θεαρέστως, αι οποίαι και μετά του σώματος ούσαι εφέρθησαν εις τους Ουρανούς, καθώς ο Παύλος αρπαχθείς εκείσε, εις τους Ουρανούς, διδάσκει με το να επεθύμει να αναλυθή από την ζωήν, δια να είναι μαζύ με τον Χριστόν, και δια να πληρωθή το ρητόν το λέγον «όπου ειμί εγώ, και αυτοί ώσι μετ' εμού» το οποίον είπεν ο Κύριος, άλλαι δε ψυχαί εις τον Παράδεισον είναι κατά το ρητόν «σήμερον μετ' εμού έσει εν τω παραδείσω» ώστε πρέπει να πιστεύσωμεν, οτι εκεί είναι και όλαι αι ψυχαί εκείνων, οι οποίοι εν μετανοία απέθανον καθώς και η του ευγνώμονος εκείνου ληστού ψυχή. Και δικαίως τούτο ότι, όσοι εμιμήθησαν διόλου τον Χριστόν εις την ζωήν των, πρέπει να συνευρίσκωνται με αυτόν τον Χριστόν, όστις εις τους Ουρανούς ανελήφθη, όσοι δε μετενόησαν καθώς ο ληστής και είναι εις τον παράδεισον, επειδή ο Χριστός και τον ουρανόν και την γην ήνοιξεν. «Αναλόγως δε, ήγουν αρμοδίως, εις την ζωήν κάθε ψυχή δέχεται και την παρηγορίαν από τον Θεόν, όλαι δε είναι ατελείς κατά την απόλαυσιν, έως έλθη ο Κύριος, καθώς διδασκόμεθα, «ίνα μη χωρίς τελειωθώσι, καθώς λέγει ο Παύλος, «και ούτοι πάντες τελειωθέντες διά της πίστεως ουκ εκομίσαντο την επαγγελίαν». Αι δε των Αμαρτωλών και των απίστων ψυχαί ομοίως πρέπει να πιστεύωμεν ότι εις τον άδην είναι εις τόπους σκοτεινούς και θλιβερούς, καθώς και αι των αγίων εν τω Ουρανώ, και κατ' αναλογίαν των αμαρτιώντων, και της απιστίας των υπό των δαιμόνων εξουσιάζονται και τυραννούμενοι καταθλίβονται, δεν παρεδόθησαν όμως ακόμη εις την τελείαν κόλασιν, επειδή ακόμη δεν ηνώθησαν με τα σώματά των, με τα οποία και εξήμαρτον, ουδέ ο Κύριος ακόμη ήλθεν εξ ουρανού, ο οποίος θέλει κρίνει όλους, και θέλει αποδώσει εκάστω κατά τα έργα αυτού, αλλά μήτε κόλασις είναι προτέρα, εις την οποίαν αι αμαρτωλαί ψυχαί εμβαλλόμεναι και τιμωρούμεναι κατά το μέτρον της κακίας των θέλουν ελευθερωθή ποτε από την τιμωρίαν, καθώς τινες δοξάζουσιν. Ειδέ και ο θείος Γρηγόριος ο Διάλογος λέγει, οτι αι ψυχαί εις την φλόγα τιμωρούνται, νοητώς τούτο λέγει, και οτι είναι ως δέσμιοι αι ψυχαί αι αμαρτωλαί εις κάποιον τόπον, ως καταδεδικασμέναι και θλιβόμεναι, και ότι με το πυρ της συνειδήσεως φλέγονται, και οτι χάριν Θεού δεν έχουσι, και οτι υπό δαιμόνων καταθλίβονται, και υπό δαιμόνων οδύνωνται και ταλαιπωρούνται τιμωρούμεναι τω συνειδότει, καθώς και ο Χρυσορρήμων λέγει εν τη Ερμηνεία των πράξεων, «και το μη παρακαλείσθαι και απεκδέχεσθαι την τελευταίαν εκείνην κόλασιν», όλα ταύτα ως νοητώς λεγόμενα πρέπει να τα εκλάβωμεν, εάν λοιπόν και μερικοί ημάρτησαν μετρίως, φθάνει μόνον να εξήλθον με μετάνοιαν από την ζωήν, και δια μέσου της Ιερωτάτης θυσίας, και των ευεργεσιών και ελεών και λοιπών άλλων ειμπορούν να επιτύχουν ελευθερίαν και προτού να έλθη ο κριτής. Τούτο και η Εκκλησία δεχομένη κάμνει τας προσευχάς και θυσίας δια τους κεκοιμημένους, και πολλοί τούτο μαρτυρούσι και μάλιστα οι λυόμενοι και μετά θάνατον από τον δεσμόν της τιμωρίας του αφορισμού, ωσάν όπου βλέπομεν δια των δεήσεων λύονται τα σώματά των. «Όθεν δια τούτο την μεν φλόγα του πλουσίου εκείνου του Ευαγγελίου ας την εννοήσωμεν δια την τιμωρίαν της συνειδήσεως και την στέρησιν της χάριτος του Θεού, το δε οτι έβλεπεν από μακράν τον Αβραάμ τον μακρυσμόν του από τον Θεόν, σημαίνει και την τιμωρίαν και θλίψιν, όπου πάσχει από τους δαίμονας, δεν παρεδόθη όμως ακόμη εις την τελείαν κόλασιν. Επειδή είπεν ο Κύριος οτι είναι εν τη γεένη ο πλούσιος, πρέπει και να πιστεύσωμεν οτι είναι και εις την κόλασιν, και οτι είναι εις τας ψυχάς των αμαρτωλών κόλασις αιώνιος και αρραβών της μελλούσης κολάσεως, πλην από όσον εμπορούμεν να εννοήσωμεν από τας γραφάς με το να μη είναι ακόμη ο διάβολος με τους δαίμονας υποκάτω από τα δεσμά, και εις το πυρ το ητοιμασμένον εις αυτούς, αλλ' ακόμη ενεργούσι την κακίαν των εις τον κόσμον, και με τον να μην έγεινεν ακόμη τελεία απόφασις, το «πορεύεσθαι απ' εμού οι κατηραμένοι εις το πυρ το αιώνιον». «Από αυτά λοιπόν πρέπει να συμπεράνωμεν οτι αι ψυχαί των αμαρτωλών δεν παραδίδονται τώρα εις την τελείαν κόλασιν, και θέλει είναι όχι όμως εις την τελείαν, και μήτε δι' αυτήν την κατά μέρος κόλασιν θέλει ελευθερωθή από την τελείαν, καθώς οι Λατίνοι διά το πουργατόριον φρονούσι, και δηλόν τούτο από το ακόλουθον. Λέγων ο Αβραάμ οτι είναι χάσμα μέγα αναμέσον των αμαρτωλών και των δικαίων, το αδύνατον παρασταίνει της ενώσεως, και οτι δεν δύναται να υποστρέψει πλέον εις τους ζώντας, και σωθή δια της μετανοίας, επειδή η εν τω άδη μετάνοια δεν σώζει, αλλά, καθώς δοξάζομεν οτι ακόμη δεν ευρίσκουσι τελείαν δοκιμήν κολάσεως, έως ου φθάση εις καθένα το τέλος και έλθη πάλιν ο Κύριος, θέλει δε είναι υπό δεσμόν και οδύνην το άυλον πνεύμα εις την γέεναν κατά λόγον πρέποντα, και το μανθάνομεν από τας αγίας γραφάς, πλην και εξ όσων συμβαίνουν εδώ εις ημάς, δύναται έκαστος να γνωρίση και στοχασθή διά τα μέλλοντα.
λβ'. Μαρτυρίαι εκ των θείων λειτουργιών
Εν τη Αγία Λειτουργία του Αποστόλου Μάρκου φέρεται η εξής υπέρ των κεκοιμημένων ευχή. «Και τούτων (υπέρ ων προσεκόμισε και εδεήθη) και πάντων τας ψυχάς ανάπαυσον, Δέσποτα Κύριε ο Θεός ημών, εν ταις των αγίων Σου σκηναίς, εν τη βασιλεία Σου, χαριζόμενος αυτοίς και τας επαγγελίας Σου, ανεκλάλητα αγαθά, α οφθαλμός ουκ είδε, και επί καρδίαν ανθρώπου ουκ ανέβη, α ητοίμασας, ο Θεός, τοις αγαπώσι το όνομά Σου το άγιον. Αυτός μεν ουν τας ψυχάς ανάπαυσον, Κύριε, και βασιλείας Ουρανών αξίωσον,» και εν ετέρω, «και εν τη σήμερον την υπόμνησιν ποιούμεθα.» Εν δε τη Αγία λειτουργία του Αγίου Ιακώβου του Αδελφοθέου, εν τω δευτέρω διπτύχω μετά την ανάμνησιν των Αποστόλων, Προφητών, και λοιπών Αγίων, φέρεται. Μνήσθητι Κύριε ο Θεός των πνευμάτων και πάσης σαρκός ων εμνήσθημεν και ων ουκ εμνήσθημεν Ορθοδόξων, εκεί αυτούς ανάπαυσον, εν χώρα ζώντων εν τη βασιλεία Σου, εν τη τρυφή του Παραδείσου, εν τοις κόλποις Αβραάμ, Ισαάκ και Ιακώβ, των Πατέρων ημών, ένθα απέδρα οδύνη και στεναγμός, ένθα επισκοπεί το φως του προσώπου Σου και καταλάμπει δια παντώς …. Δος γενέσθαι την προσφοράν ημών ευπρόσδεκτον, ηγιασμένην εν πνεύματι αγίω, εις εξιλασμόν των ημετέρων πλημμελημάτων και των του λαού αγνοημάτων, και εις ανάπαυσιν των προκεκοιμημένων ψυχών». Επίσης και εν τη θεία λειτουργία του Κλήμεντος (Μαθητού του Αποστόλου Πέτρου) Πάπα Ρώμης αναγινώσκομεν. «Έτι δεόμεθά Σου, Κύριε, και υπέρ της αγίας Σου Εκκλησίας της από περάτων έως περάτων … έτι προσφέρομέν Σοι και υπέρ πάντων των απ' αιώνως Σοι ευαρεστησάντων Αγίων, Πατριαρχών, Προφητών, Δικαίων, Αποστόλων, Μαρτύρων, Ομολογητών, Επισκόπων, Πρεσβυτέρων, Διακόνων, Υποδιακόνων, Αναγνωστών, Ψαλτών, Παρθένων, λαικών, και πάντων, ων αυτός επίστασαι τα ονόματα.», (ο δε Διάκονος παρακελεύεται τον λαόν, όπως συνδεηθή «υπέρ των εν πίστει αναπαυσαμένων»). Επίσης και εν ταις θείαις λειτουργίαις του Αγίου Βασιλείου και του Αγίου Ιωάννου μνεία γίνεται των κεκοιμημένων. Του Αγίου Ιωάννου Προφήτου Προδρόμου και Βαπτιστού, των αγίων ενδόξων και πανευφήμων Αποστόλων, και πάντων Σου των Αγίων, ων ταις ικεσίαις επίσκεψαι ημάς ο Θεός, και μνήσθητι πάντων των κεκοιμημένων επ' ελπίδι αναστάσεως ζωής αιωνίου, και ανάπαυσον αυτούς όπου επισκοπεί το φως του προσώπου Σου». (Ενταύθα ο Ιερεύς μνημονεύει ζωντων και τεθνεώτων, ων θέλει, και υπέρ ων παράκλησιν έλαβεν, υπέρ δε των τεθνεώτων λέγει). Υπέρ αναπαύσεως και αφέσεως της ψυχής του δούλου Σου (δείνος) εν τόπω φωτεινώ, ένθα απέδρα λύπη, και στεναγμός, ανάπαυσον αυτόν ο Θεός ημών».

Παρασκευή 15 Μαρτίου 2019

Το μήνυμα της ελπίδας στη νεκρώσιμη ακολουθία Δημήτριος Χοϊλούς, Δρ. Θεολογίας – Εκπαιδευτικός Μ.Ε.

Το κήρυγμα αποτελεί απαραίτητο στοιχείο στη ζωή της Εκκλησίας. Η αναγκαιότητα του κηρύγματος θεμελιώνεται στο παράδειγμα του Κυρίου και των Αποστόλων. Η εντολή του Χριστού προς τους μαθητές μετά την Ανάσταση «Πορευθέντες εις τον κόσμον άπαντα κηρύξατε το ευαγγέλιον πάση τη κτίσει» [1] είναι σαφής. Μέσω του κηρύγματος διδάσκεται και διαδίδεται o λόγος του Θεού, κηρύσσεται η αλήθεια του Ευαγγελίου [2], κατηχείται και στηρίζεται ο χριστιανός στην πίστη του προς τον Θεό [3].
Για τη μετάδοση του μηνύματος του ευαγγελίου, εκτός από τον πεζό λόγο, σπουδαίο ρόλο έπαιξε και ο μελοποιημένος ποιητικός λόγος. Η χρήση της μουσικής και της βυζαντινής υμνογραφίας με τα διάφορα τροπάρια και τους ύμνους, που στηρίζονται σε βιβλικές περικοπές και αντλούν το περιεχόμενό τους από την θεολογία της ορθόδοξης εκκλησίας [4]. Η Εκκλησία ενθάρρυνε τη διάδοση και εμπέδωση της ορθόδοξης πίστης με τη βοήθεια της υμνογραφίας, εφόσον «η ομορφιά του στίχου και του μέλους συντελούν στην ευχερέστερη πρόσληψη του μυστηρίου της σωτηρίας εν Χριστώ» [5].
Η νεκρώσιμη ακολουθία αποτελεί παράδειγμα μελωδικού κηρύγματος, που εκφράζει την ελπίδα για την προσδοκία της μελλοντικής αναστάσεως των κεκοιμημένων [6]. Τα νεκρώσιμα τροπάρια, οι ύμνοι, τα κοντάκια και οι ευχές μεταφέρουν την περί θανάτου και αναστάσεως θεολογική δογματική διδασκαλία και διδάσκουν τους πιστούς τον σωστό τρόπο στάσεως απέναντι στο φοβερό μυστήριο του θανάτου.

Σκοπός της νεκρώσιμης ακολουθίας δεν είναι να βοηθήσει τα μέλη της εκκλησίας να συμφιλιωθούν με τον θάνατο, γεγονός που είναι αδύνατο, αλλά κυρίως να αποκαλυφθεί η αλήθεια για τη ζωή και τον θάνατο, ώστε με την αλήθεια αυτή να μπορέσουν οι άνθρωποι να οδηγηθούν στην ελπίδα της σωτηρίας [7].
Ο χαρακτήρας της Εξοδίου Ακολουθίας είναι καθαρά διφυής. Από τη μια σημειώνεται πως «Πάντα ματαιότης τα ανθρώπινα, όσα ουχ υπάρχει μετά θάνατον» [8] τα οποία είναι «σκιάς ασθενέστερα, ονείρων απατηλότερα» [9]. Από την άλλη τονίζεται η αθανασία και η παντοδυναμία του Θεού που είναι «Ζωής ο κυριεύων και του θανάτου» [10] και που πραγματικά είναι «Ο Θεός ο τον θάνατον καταπατήσας, τον δε διάβολον καταργήσας και ζωήν τω κόσμω δωρησάμενος».
Ο θάνατος στην νεκρώσιμη ακολουθία αποτελεί το «φοβερώτατον μυστήριον» με το οποίο η «ψυχή εκ του σώματος, βιαίως χωρίζεται εκ της αρμονίας». Αυτό το γεγονός είναι που συγκλονίζει τον άνθρωπο και τον τοποθετεί υπεύθυνα απέναντι στα εσχατολογικά του όρια και τον καλεί να συνειδητοποιήσει «το βραχύ της ζωής» [11].
Η Εκκλησία παρουσιάζει την τραγικότητα του θανάτου μέσα στη νεκρώσιμη ακολουθία όχι για να απελπίσει τον άνθρωπο αλλά για να τον βοηθήσει να συναισθανθεί τη συμφορά και να διερωτηθεί γύρω από το μυστήριο του θανάτου υπερβαίνοντάς τον τελικά με την εν Χριστώ ζωή [12]. Οι ύμνοι και τα τροπάρια της νεκρώσιμης ακολουθίας αποτελούν την απάντηση στο τραγικό γεγονός του θανάτου, τονίζοντας την ματαιότητα των εγκοσμίων έναντι της ασύγκριτης αξίας των αγαθών της ουρανίου βασιλείας, οδηγώντας τους πιστούς σε σκέψεις εσωτερικής περισυλλογής [13], ώστε «λαβείν τα λυπηρά ως φιλοσοφίας ύλην» [14].
Για τη νεκρώσιμη ακολουθία ο άνθρωπος διατηρεί «εν τοις τάφοις κειμένην την κατ᾿ εικόνα Θεού» [15]. Η προσωπικότητα και ατομικότητα δεν χάνεται γιατί η ψυχή παραμένει αιώνια και άφθαρτη περιμένοντας ακριβώς την αποκατάσταση «εις το καθ᾿ ομοίωσιν και το αρχαίον κάλλος» [16] κατά το πρότυπο του Χριστού την ώρα της καθολικής αναστάσεως των σωμάτων [17]. Γι αυτό και για τη νεκρώσιμη ακολουθία ο θάνατος αποκτά θετική έκβαση γιατί αποτελεί την αρχή για την μεταβολή του ανθρώπου στην αρχαία ομορφιά και την τελική του επιστροφή στον παράδεισο «ένθα πάντων εστίν ευφραινομένων η κατοικία» [18].

Μέσα από τους ύμνους της νεκρώσιμης ακολουθίας ο θάνατος παρουσιάζεται ως διαβάση «εκ των προσκαίρων» στη μέλουσα μακαριότητα «εν χώρα ζώντων, εν σκηναίς δικαίων» [19] γιατί ο άνθρωπος «παροδεύειν μεν τον βίον τούτον, επείγεσθαι δε προς ετέραν ζωήν» [20].
Ο ποιητής της νεκρώσιμης ακολουθίας μεταφέρει το αναστάσιμο και ελπιδοφόρο μήνυμα, πως ο κεκοιμημένος περνώντας μέσα από τον θάνατο, που είναι πασχάλιο σημείο για πέρασμα στην αιώνια ζωή, είναι πλέον μέρος της εσχατολογικής κατάπαυσης του Κυρίου, που δεν είναι άλλη από τον Παράδεισο ως «ποθεινήν πατρίδα» για τον κάθε άνθρωπο [21]. Μάλιστα το παροδικό και όχι μόνιμο του θανάτου μας οδηγεί να θεωρούμε τους αδερφούς μας που έχουν φύγει όχι νεκρούς αλλά κεκοιμημένους, διότι ο αδερφός έχει πέσει σε ύπνο που έχει χάσει απλά τον αξύπνητο χαρακτήρα του [22].
Έτσι ο υμνωδός της εκκλησίας διδάσκει πως ο άνθρωπος μετά το σωματικό θάνατο μπαίνει σε μια νέα ζωή πλέον αθάνατη και άφθαρτη «όπου πάντες οι Άγιοί αναπαύονται» [23]. Γι αυτό και ο άνθρωπος θρηνεί μεν για την απώλεια αλλά την ίδια στιγμή χαίρεται για τη νέα ζωή που ξεκινά. Με αυτό τον τρόπο ο θάνατος δεν αποτελεί το τέλος της ενδοκοσμικής παρουσίας, αλλά μια νέα αρχή στην απεραντοσύνη της αιωνιότητας.
Αυτό αποτελεί βεβαιότητα, γιατί ο υμνωδός της νεκρώσιμης ακολουθίας γνωρίζει καλά και διδάσκει με τους ύμνους του πως ο Χριστός «Ο των ψυχών δεσπόζων και των σωμάτων, ου εν τη χειρί η πνοή ημών» [24], είναι «ο καταβάς εις Άδην, και τας οδύνας λύσας των πεπεδημένων» [25] μεταφέροντας το ελπιδοφόρο μήνυμα της κατάργησης του θανάτου και της αντιμετώπισής του με αίσθημα ελπίδας και αισιοδοξίας.
Ο πιστός βιώνει κατά την ώρα της νεκρώσιμης ακολουθίας την υπέρβαση του θανάτου στο πρόσωπο του αναστάντος Ιησού που είναι «η ανάστασις, η ζωή και η ανάπαυσις» των ανθρώπων. Η νίκη του Χριστού εναντίον του θανάτου, όπως παρουσιάζεται μέσα από τη νεκρώσιμη ακολουθία γίνεται αμέσως και νίκη όλης της ανθρώπινης φύσεως εξαιτίας της σαρκώσεως του Λόγου [26]. Με τον Χριστό η ανθρώπινη φύση θεραπεύτηκε ολοκληρωτικά από τη διάσπαση και τη θνητότητα και αυτή η θεραπεία θα αποκαλυφθεί με την κοινή ανάσταση όλων [27]. Έτσι ο θάνατος αποτελεί την αρχή για την θετική μεταβολή του ανθρώπου και την τελική του επιστροφή στην αρχαία ομορφιά [28].

Συνεπώς τo κεντρικό ελπιδοφόρο μήνυμα της ακολουθίας είναι ότι ο Θεός «Ζωής ο κυριεύων και του θανάτου» [29] παρέχει «τοις μεταστάσι την ανάπαυσιν» ως νικητής του θανάτου. Ο θάνατος έφτασε στο τέλος του με την οριστική νίκη της αγάπης πάνω στον Σταυρό και τη διάλυση του σκότους μέσα στο εσχατολογικό φως της αιώνιας ζωής. Για την νεκρώσιμη ακολουθία ο θάνατος του Κυρίου «αθανασίας γέγονε πρόξενος» [30] ώστε τελικά ο ανθρώπινος σωματικός θάνατος να μην είναι πλέον ο μεγάλος εχθρός, ούτε το φοβερό κέντρο και η οδύνη της υπάρξεως, αλλά απλώς ένα επεισόδιο, μια παρένθεση στη συνέχεια της αιωνιότητας.
Άλλωστε η νεκρώσιμη ακολουθία είναι γεμάτη από την υπενθύμιση της χαρμόσυνης είδησης πως «πάλιν δε ηχούσης της σάλπιγγος, νεκροί, ως εν συσσεισμώ, πάντες αναστήσονται προς την υπάντησιν» [31] του Χριστού μήνυμα το οποίο βοηθά τους χριστιανούς να αντιμετωπίζουν την παρούσα ζωή μέσα από το πνεύμα της κατάργησης του θανάτου. Μέσα σε αυτήν την προοπτική ο θάνατος δεν αποτελεί στοιχείο φόβου αλλά καθίσταται διάβαση προς την αιώνια ζωή και την βασιλεία του Θεού που στηρίζεται ακριβώς στην προσδοκία της μελλούσης αναστάσεως.
Το ερώτημα φυσικά είναι το κατά πόσο όλο το παραπάνω χαρμόσυνο μήνυμα γίνεται αντιληπτό από το λαό του Θεού που ακούει και συμμετέχει στην τέλεση της νεκρωσίμου ακολουθίας.
Η πρόσληψη του μηνύματος των ύμνων είναι σχεδόν ανάλογη με την ευκολία ή τη δυσκολία μετάφρασης του ύμνου. Έτσι πολλές φορές κάποιος που αδυνατεί να κατανοήσει το κείμενο ως μετάφραση, την ίδια στιγμή αδυνατεί να προσλάβει ακριβώς το μήνυμα του τροπαρίου. Αυτή η δυσκολία πολλές φορές στη γλωσσική κατανόηση κρατά τον πιστό σε απόσταση από το λειτουργικό και θεολογικό πλούτο που υπάρχει μέσα στα κείμενα αυτά.
Συμπερασματικά, η Εξόδιος Ακολουθία με το πλούσιο υμνολογικό περιεχόμενο της αποτελεί τη συμπύκνωση της χριστιανικής διδασκαλίας περί του νοήματος του θανάτου και της αιώνιας ζωής. Ο κάθε ύμνος της νεκρώσιμης ακολουθίας εμπεριέχει τα δικά του μηνύματα και τη δική του διδασκαλία. Ο ποιητής της νεκρώσιμης ακολουθίας σε κάθε ύμνο παρουσιάζει πτυχές της ορθόδοξης πίστης με δογματική διατύπωση και με βιβλικά χωρία. Με τη βοήθειά της τα μέλη της Εκκλησίας αντιμετωπίζουν το φοβερό μυστήριο του θανάτου με την αναστάσιμη προοπτική που στηρίζεται στον θρίαμβο του αναστημένου Χριστού πάνω στον θάνατο. Στο περιεχόμενό της φαίνεται ο πανηγυρικός χαρακτήρας της Εκκλησίας, ότι ο άνθρωπος δεν χάνεται, αλλά εξακολουθεί να ζει με τη δύναμη του Χριστού, ελπίζοντας στην ανάσταση του σώματος που νεκρώθηκε με εγγύηση τη ζωηφόρο Ανάσταση του Κυρίου.

Παραπομπές:

1. Μκ. 16,15 .
2. «Ο βασικός λόγος είναι η αδιαμφισβήτητη σημασία του ευαγγελικού μηνύματος και η παρεπόμενη αναγκαιότητα για τη μετάδοση και την εμπέδωσή του, έως εσχάτου της γης και έως συντελείας του αιώνος». Βλ. Δ. Κούκουρα, Σπουδή και Χριστιανική Ομιλία Α΄, εκδ. Π.Πουρναρά, Θεσσαλονίκη 2009, σελ. 15.
3. «Ομιλητική είναι η επιστήμη, η εκθέτουσα την ιστορίαν και την θεωρίαν ή τάς αρχάς και τους κανόνας, καθ’ ους δέον να διεξάγηται το εκκλησιαστικό κήρυγμα, νοούμενον ουχί υπό την στενοτάτην αυτού έννοιαν ως προτροπή και παράκλησις προς μόνους τους πιστούς, τους έχοντας ανάγκην οικοδομής εν Χριστώ, αλλά υπό γενικωτέραν πως έννοι- αν ως αναφερόμενον εις πάσας τας παρούσας ανάγκας του όλου εκκλησιάσματος, του περιλαμβάνοντος και μέλη αδιαφόρως κατά το μάλλον η ήττον έχοντα προς την εν Χριστώ ζωήν». Βλ. Π. Τρεμπέλας, Ομιλητική ή θεωρία του κηρύγματος, εκδ. Ζωή, Αθήνα 1928, σελ. 4.
4. Δ. Κούκουρα, « The necessity of the sermon in liturgical life» στο «Το μήνυμα του ευαγγελίου», εκδ. Πουρναρά, Θεσσαλονίκη 2009, σ. 166.
5. Δ. Κούκουρα, Η Ρητορική και η Εκκλησιαστική Ρητορική (Διαχρονική Μελέτη), εκδ. Π. Πουρναρά, Θεσσαλονίκη 2006, σ. 191.
6. Π. Σκαλτσή, «Θεολογικές Προϋποθέσεις της Εκκλησιαστικής κήδευσης και ιστορική εξέλιξη της νεκρωσίμου ακολουθίας» στο «Λειτουργικές Μελέτες ΙΙ», Ἔκδ. Πουρναρᾶ, σ. 543.
7. Α. Σμέμαν, Έσχατος εχθρός καταργείται ο θάνατος,(μτφρ. Βασίλης Αργυριάδης), εκδ. Εν Πλω, Αθήνα 1999, σ. 116.
8. Ευχολόγιον Μέγα, Νεκρώσιμο Ιδιόμελο ήχος γ, σ. 413.
9. Ευχολόγιον Μέγα, Νεκρώσιμο Ιδιόμελο ήχος α, σ. 413.
10. Ευχολόγιον Μέγα, Νεκρώσιμοι Μακαρισμοί, Β Στιχηρόν, σ. 415.
11. Ευχολόγιον Μέγα, Νεκρώσιμο Ιδιόμελο ήχος β, σ. 413.
12. Δ. Χοϊλού, Το μήνυμα της νεκρώσιμης ακολουθίας και η αποκωδικοποίησή του, Θεσσαλονίκη 2017, σ. 120.
13. Α. Θεοδώρου, Άμωμοι εν οδώ, εκδ. Αποστολικής Διακονίας, Αθήνα 1990, σ. 32.
14. Γρ. Θεολόγου, Ἐπιστ. Ὁμοφρονίῳ, PG 37, 361B.
15. Ευχολόγιον Μέγα, Νεκρώσιμο Ιδιόμελο ήχος πλ δ, σ. 414.
16. Ευχολόγιον Μέγα, Νεκρώσιμο Ευλογητάριο, Β Στιχηρόν, σ. 407.
17. Γρ. Νύσσης, Μέγας Κατηχητικός, PG 45, 36B .
18. Ευχολόγιον Μέγα, Νεκρώσιμο Ιδιόμελο ήχος γ, σ. 413.
19. Ευχολόγιον Μέγα, Νεκρώσιμο Ιδιόμελο ήχος πλ β, σ. 414.
20. Μ. Βασιλείου, Εἰς τούς Ψαλμούς, PG 29, 252A.
21. Χρ. Σταμούλης, Κάλλος το άγιον : προλεγόμενα στη φιλόκαλη αισθητική της Ορθοδοξίας, εκδ. Ακρίτας, Αθήνα 2010, σ. 212-217 .
22. Ιω. Χρυσοστόμου, Προς τους μέλλοντας φωτίζεσθαι, PG 49, 233.
23. Ευχολόγιον Μέγα, Νεκρώσιμο Τρισάγιο, σ. 394.
24. Ευχολόγιον Μέγα, Νεκρώσιμοι Μακαρισμοί, Γ Στιχηρό, σ. 415.
25. Ευχολόγιον Μέγα, Νεκρώσιμο Τρισάγιο, σ. 394.
26. G. Fadi, Η ανάστασις και η ζωή (Η εσχατολογία του αγίου Γρηγορίου του Παλαμά), εκδ. Μπαρμπουνάκη, Θεσσαλονίκη 2010, σ. 166.
27. Α. Καλύβα (πρωτ/ρου), Η Μεγάλη Εβδομάδα και το Πάσχα στην ελληνοορθόδοξη Εκκλησία (μτφρ. Δήμητρα Κούκουρα), εκδ. Πουρναρά, Θεσσαλονίκη 1999, σ. 151.
28. Γρ. Νύσσης, Εἰς την Πουλχερίαν, PG 46,877A.
29. Ευχολόγιον Μέγα, Νεκρώσιμοι Μακαρισμοί, Β Στιχηρό, σ. 415.
30. Ευχολόγιον Μέγα, Νεκρώσιμο Τρισάγιο, σ. 394.
31. Ευχολόγιον Μέγα, Νεκρώσιμο Ιδιόμελο ήχος β, σ. 413.