Σάββατο, 16 Ιουνίου 2018

ΤΟ ΕΚΟΥΣΙΟΝ ΚΑΙ ΣΩΤΗΡΙΟΝ ΠΑΘΟΣ Πορεία πρός τό Πάσχα, μέσα ἀπό τήν ἁγιορείτικη εἰκονογραφική τέχνη 4.





Μαστίγωσις. Τοιχογραφία γ΄μισοῦ τοῦ 18ου αἰ. Ἐργαστήριο ἱερομονάχου Παρθενίου Σκούρτου τοῦ ἐξ Ἀγράφων.


Δημοσίευση:
Παταπίου μοναχοῦ Καυσοκαλυβίτου, «Μεταβυζαντινή τέχνη στή σκήτη Καυσοκαλυβίων», Πρακτικά Β΄ Διεθνοῦς Συμποσίου: Ἅγιον Ὄρος. Πνευματικότητα καί Ὀρθοδοξία. Τέχνη, Θεσσαλονίκη 11-13 Νοεμβρίου 2005, Θεσσαλονίκη 2006, σ. 367, εἰκ. 7.



Κύριος ἑλκόμενος εἰς τό σταυρῶσαι. Τοιχογραφία γ΄μισοῦ τοῦ 18ου αἰ. Ἐργαστήριο ἱερομονάχου Παρθενίου Σκούρτου τοῦ ἐξ Ἀγράφων.


Δημοσίευση:
Παταπίου μοναχοῦ Καυσοκαλυβίτου, «Μεταβυζαντινή τέχνη στή σκήτη Καυσοκαλυβίων», Πρακτικά Β΄ Διεθνοῦς Συμποσίου: Ἅγιον Ὄρος. Πνευματικότητα καί Ὀρθοδοξία. Τέχνη, Θεσσαλονίκη 11-13 Νοεμβρίου 2005, Θεσσαλονίκη 2006, σ. 367, εἰκ. 8.





Σταύρωσις τοῦ Χριστοῦ. Τοιχογραφία γ΄μισοῦ τοῦ 18ου αἰ. Ἐργαστήριο ἱερομονάχου Παρθενίου Σκούρτου τοῦ ἐξ Ἀγράφων.


Δημοσίευση:
Παταπίου μοναχοῦ Καυσοκαλυβίτου, «Μεταβυζαντινή τέχνη στή σκήτη Καυσοκαλυβίων», Πρακτικά Β΄ Διεθνοῦς Συμποσίου: Ἅγιον Ὄρος. Πνευματικότητα καί Ὀρθοδοξία. Τέχνη, Θεσσαλονίκη 11-13 Νοεμβρίου 2005, Θεσσαλονίκη 2006, σ. 364, εἰκ. 1.
Τοῦ ἰδίου, Ὅσιος Παρθένιος ὁ Σκοῦρτος, ὁ ἐκ Φουρνᾶ τῶν Ἀγράφων. Ὁ βίος καί τό ζωγραφικό του ἔργο, ἔκδ. Πανευρυτανική Ἕνωση, Ἀθήνα 2010, σ. 131, εἰκ. 75.





Σταύρωσις. Λεπτομέρεια ἀπό ἀργυρό κάλυμμα εύαγγελίου, πού προέρχεται ἀπό τό ναό Γἕνεσίου τῆς Θεοτόκου Σπάρτης Μ. Ἀσίας. Φέρει ἀφιέρωση τοῦ ἔτους 1875. Κυριακό Καυσοκαλυβίων.
Δημοσίευση: άδημοσίευτη.




























Σταύρωσις. Φορητή εἰκόνα διά χειρός Θεοφάνους μοναχοῦ τοῦ Κρητός 1535. Καθολικό Μεγίστης Λαύρας.

























προετοιμασία τῆς Σταυρώσεως / Ἡ Προδοσία. Τοιχογραφίες περ. ἔτους 1311/12. Λιτή καθολικοῦ μονῆς Βατοπαιδίου.



Δημοσίευση: Ν. Τουτού-Φουστέρη Γ., Εὑρετήριον τῆς μνημειακῆς ζωγραφικῆς τοῦ Ἁγίου Ὄρους. 10ος-17ος αί., ἔκδ. Ἀκαδημίας Ἀθηνῶν, Ἀθήνα 2010, σ. 133, 134.















Κυριακή, 10 Ιουνίου 2018

Θάνατος – Αιωνιότητα



Αγίου Θεοφάνους του Εγκλείστου
Στα σοβαρά ετοιμάζεσθε ν’ αναχωρήσετε; Δεν το πιστεύω, θα υποφέρετε, νομίζω, λίγο και μετά θα σηκωθείτε υγιής.
Θα έλθει φυσικά και για μας η ώρα του θανάτου. Ο θάνατος δεν είναι κάτι που μπορεί κανείς ν’ αποφύγει. Άλλος χθες, άλλος σήμερα, άλλος αύριο, όλοι αναχωρούμε για την αιώνια ζωή. Σημασία δεν έχει το πότε, αλλά το πώς φεύγει κανείς. Ετοιμασθήκατε καθόλου;
Αλλιώς κανείς αντικρίζει τον θάνατο από μακρυά και αλλιώς από κοντά. Ο υγιής και ακμαίος δυσκολεύεται να εννοήσει των εαυτό του στα πρόθυρα της άλλης ζωής. Ο θάνατος είναι μεγάλο μυστήριο για όλους. Φωτίζεται αρκετά με την πίστη στον Χριστό, παραμένει όμως βασικά σαν μυστήριο. Δεν υπάρχει λόγος να θλιβόμαστε με ανώφελους φόβους. Ο ίδιος ο Κύριος πέθανε (κατά την ανθρωπινή Του φύση) και πέρασε τω κατώφλι του θανάτου. Έτσι έκανε ευκολότερη την διάβαση αυτή για μας. Βαδίζοντας κι εμείς στα ίχνη Του ας μη φοβηθούμε, διότι μαζί Του θα βρεθούμε στην αιώνια μακαριότητα».
«Ου ώρες ζωής του καθενός είναι μετρημένες. Μακάριος εκείνος που διαρκώς περιμένει την ώρα του θανάτου και καθημερινά ετοιμάζεται.
Ποιος είναι ικανός να πει: «Εάν γάρ και πορευθώ εν μέσω σκιάς θανάτου, ου φοβηθήσομαι κακά, ότι σύ μετ.’ εμού ει»; (Ψαλμ. 22, 4). Εκείνος που στην ζωή του κοπίασε και κοπιάζει να ευαρεστήσει τον Κύριο. Γι’ αυτόν ο θάνατος είναι μια μετάβαση σε άλλη περιοχή γεμάτη παρηγοριά. Εκεί θα μπορεί να ψάλλει: «Κύριε, κατά το πλήθος των οδυνών μου εν τη καρδία μου, αι παρακλήσεις σου εύφραναν την ψυχήν μου» (Ψαλμ. 93, 19).
Βέβαια το πλησίασμα του θανάτου ίσως δημιουργεί κάποιο φόβο. Ας έχετε όμως θάρρος. Ο Κύριος νίκησε τον θάνατο. Αυτός θ’ αναδείξει νικητή και κάθε πιστό.
Ο εχθρός θα κάνει την τελευταία επίθεση του. Ο πιστός που ετοιμάσθηκε, δεν θα δειλιάσει, αλλά θα παραδώσει τον εαυτό του στον Κύριο. Άγγελοι θα πλησιάσουν και θ’ απομακρύνουν κάθε δαιμονική επήρεια. Δεν βαδίζουμε προς το άγνωστο και η ελπίδα μας δεν θα μας πλανέψει.
Εάν πραγματικά ήλθε η ώρα ν’ αναχωρήσετε και εάν αξιωθείτε να εισέλθετε στην βασιλεία των ουρανών, προσευχηθείτε και για μας να μας χαρίσει ο Κύριος μετάνοια και διόρθωση. Η ευλογία του Θεού μαζί σας».
«Βαθειά θλίψη επικρατεί όταν κάποιος πεθαίνει. Αλλά τί είναι ο θάνατος; Είναι η μετάβαση από την μια μορφή ζωής στην άλλη, όπως το πέρασμα από το ένα δωμάτιο στο άλλο. Η Άννα σας λοιπόν ζει. Ζει σε μια άλλη κατάσταση. Θυμάται τον αγαπητό της Ν., τα παιδιά της και τους υπολοίπους συγγενείς. Τους βλέπει και θλίβεται με τον πόνο τους.
Θα είχε νόημα η μεγάλη θλίψη, εάν αντιμετώπιζε τον θάνατο ανέτοιμη. Εφ’ όσον όμως κοινωνούσε και εξαγνιζόταν με την εξομολόγηση, θα ζει τώρα την μακάρια ζωή. Και αν δεν κατόρθωσε να κοινωνήσει στο τέλος της επιγείου ζωής, και αυτό μη σας στενοχωρεί, θυμηθείτε τις συχνές προηγούμενες θ. Μεταλήψεις. Παρηγορηθείτε με την σκέψη ότι αμείβεται τώρα, γιατί ήταν ένα πιστό τέκνο της Εκκλησίας, του άφθαρτου αυτού σώματος του Χριστού».
«Δεν θλίβομαι για τους νεκρούς όταν είμαι βαθειά πεπεισμένος ότι σώθηκαν και βρίσκονται κοντά στον Θεό. Γιατί να λυπάμαι όταν αυτοί χαίρονται; Εάν αυτοί μας βλέπουν, (και ασφαλώς μας βλέπουν), δεν θα τους είναι δυσάρεστα τα δάκρυα μας;
Θα πω καλύτερα κλαίμε για τον εαυτό μας, επειδή τους χάσαμε. Και αυτό δεν είναι σωστό. Διότι δεν παύουν να είναι κοντά μας και να μας ευεργετούν, όχι βέβαια ορατά. Τώρα μάλιστα είναι ακόμα περισσότερο κοντά μας, διότι σαν άϋλες υπάρξεις δεν περιορίζονται από τον χώρο.
Φιλοσοφώντας έτσι την υπόθεση του θανάτου δεν κλαίω και δεν θρηνώ για τους νεκρούς που βρίσκονται στον ουρανό».
«Το περιβάλλον σας βοηθά να σκέπτεστε την αιωνιότητα, που αρχίζει με το τέλος της επιγείου ζωής. Μπορείτε όμως και οπουδήποτε άλλου ν’ ασχολείσθε με την πνευματική αυτή εργασία. Ενώστε τον νου και την καρδιά με την ενθύμηση της αιωνιότητας και με το πρίσμα της να βλέπετε κάθε εφήμερο γεγονός.
Η εμπιστοσύνη στον Θεό αποτελεί σημαντικό παράγοντα στην πνευματική ζωή. Είναι αποτέλεσμα μιας βαθειάς πίστεως στην πρόνοια και στην αγάπη Του.
Αληθινή ζωή δεν είναι αυτή που ζούμε εδώ στην γη, αλλά εκείνη που θα ζήσουμε στον ουρανό. Εάν αυτή εδώ ήταν η αληθινή ζωή, τότε δεν θα πεθαίναμε. Εδώ στην γη προετοιμαζόμαστε για τον ουρανό, όπου δεν θα υπάρχει η κοσμική τάξη των πραγμάτων, αλλά η αγγελική »
«Με ρωτάτε, πως να μνημονεύετε τους γονείς σας που πέθαναν αιρετικοί. Στην ατομική σας προσευχή να τους μνημονεύετε αναθέτοντας τους στο απέραντο έλεος του Θεού. Στον ναό όμως μην τους μνημονεύετε. Η Εκκλησία προσεύχεται για την σωτηρία των τέκνων της και την επιστροφή των πλανεμένων. Είναι ο ζωντανός κρίκος όλων των πιστών (ζώντων και νεκρών), που αποτελούν ένα σώμα με κεφαλή τον Χριστό. Οι άπιστοι (ζώντες και νεκροί) δεν συμμετέχουν σ’ αυτό το σώμα.
Όσοι πεθαίνουν αιρετικοί, μοιάζουν μ’ όσους αυτοκτονούν. Η Εκκλησία δεν προσεύχεται γι’ αυτούς, διότι πεθαίνουν με θανάσιμο αμάρτημα. Είναι πικρές για σας οι αλήθειες αυτές. Μπορείτε όμως να ελπίζετε στο απεριόριστο έλεος του Θεού και να το επικαλείσθε στις ατομικές σας προσευχές.
Οι ψυχές των αμετανόητων νεκρών περνούν από την μερική κρίση κατά την οποία καθορίζεται η μελλοντική τιμωρία, που θα έχουν μετά την τελική κρίση. Μέχρι τότε περιμένουν την φοβερή εκείνη ώρα με την πρόγευση τής αιωνίου κολάσεως».
«Επιτρέψτε μου να σας θέσω ένα πρόβλημα, για να το λύσετε: Ποιά είναι η καλή απολογία που πρέπει να δώσουμε ενώπιον του φοβερού βήματος του Κριτού κατά την δευτέρα παρουσία;
Όταν το λύσετε γράψτε μου. Δεν σας ορίζω χρόνο, έστω κι όν σ’ όλη σας την ζωή αναζητάτε την λύση. Μόνο μην αφήσετε ποτέ ούτε μια ημέρα να περάσει χωρίς να το σκεφτείτε. Κι αν αυτό είναι λίγο, τότε μην αφήσετε ούτε μία ώρα χωρίς να σκεφτείτε το πρόβλημα που σας θέτω».

Πέμπτη, 7 Ιουνίου 2018

Πατήρ Σεραφείμ Ρόουζ: Τι μπορούμε να κάνουμε για τους κεκοιμημένους;


image001 (9)
Το ακόλουθο περιστατικό μας δείχνει πόσο σημαντική είναι η τέλεση μνημόσυνου στη Θεία Λειτουργία.
Πριν την αφαίρεση των λειψάνων του Αγίου Θεοδοσίου του Τσερνίγκωφ (1896), ο φημισμένος Στάρετς Αλέξιος (1916), ιερομόναχος του Ερημητηρίου του Γκολοσεγιέφσκυ της Λαύρας των Σπηλαίων του Κιέβου, ο οποίος διεξήγαγε την ανακομιδή των λειψάνων, αποκαμωμένος καθώς καθόταν δίπλα στα λείψανα, λαγοκοιμήθηκε και είδε μπροστά του τον άγιο, ο οποίος του είπε: «Σ’ ευχαριστώ που κοπιάζεις για μένα και σε παρακαλώ θερμά, όταν τελέσεις τη θεία λειτουργία, να μνημονεύσεις τους γονείς μου» – και έδωσε τα ονόματά τους.
«Πως μπορείς εσύ, Ω Άγιε, να ζητάς τις δικές μου προσευχές, όταν εσύ ο ίδιος στέκεσαι στον ουράνιο Θρόνο και ικετεύεις το Θεό να δωρίσει στους ανθρώπους το έλεός Του»; ρώτησε ο ιερομόναχος.
«Ναι, αυτό είναι αλήθεια», απάντησε ο άγιος Θεοδόσιος, «αλλά η προσφορά στη θεία λειτουργία έχει περισσότερη δύναμη από την προσευχή μου».
Έτσι λοιπόν, οι παννυχίδες και η κατ’ οίκον προσευχή για τους νεκρούς είναι ευεργετικές για την ψυχή τους, όπως εξάλλου είναι και οι εις μνήμην τους αγαθοεργίες, όπως ελεημοσύνες ή συνεισφορές στην εκκλησία.

Δευτέρα, 4 Ιουνίου 2018

Αγιορείτικες Διηγήσεις Οι Προσευχές Της Εκκλησίας Και Των Συγγενών Ωφελούν Τους Κοιμηθέντας Αδελφούς Μας



Στο ιερό κοινοβιακό Μοναστήρι του αγίου Παύλου επί των ημερών μας, κοιμήθηκε τον αιώνιο ύπνο η μητέρα του Μονάχου Σεραφείμ, αδελφού της Ιεράς αυτής Μονής.
Ο Μοναχός Σεραφείμ, επειδή γνώριζε την αρετή και παρρησία που είχε στο Θεό ο Γέροντας Κωνστάντιος, επίσης κι αυτός αδελφός της ιδίας Μονής, με ευλάβεια και πίστη, τον παρεκάλεσε να κάνει ιδιαίτερη προσευχή, για την σωτηρία της ψυχής της μητέρας του Ευαγγελίας, που είχε κοιμηθεί. Ο Γέρο - Κωνστάντιος ήταν υπόδειγμα υπακοής, ταπείνωσης και αδιάλειπτου προσευχής. Αγνός και πρόθυμος να εξυπηρετήσει όλους τους αδελφούς, παρά το υπέργηρο της ηλικίας του. Στην αρχή, από υπερβολική ταπείνωση, απέφευγε να δεχθεί την παράκληση αυτή του αδελφού Σεραφείμ, αλλά η επιμονή και πίστη του νεώτερου αυτού Μοναχού, έπεισαν τον Γέροντα Κωνστάντιο να κάνει προσευχή και κομβοσχοίνια για την ψυχή της δούλης του Θεού Ευαγγελίας.


Μετά από σαράντα ήμερες, κατά την ώρα της ιδιαίτερης αυτής προσευχής, παρουσιάζεται μπροστά στον Γέροντα Κωνστάντιο μια γυναικεία μορφή, η οποία ευχαριστούσε τον Γέροντα για την θερμή προσευχή, που έκανε για την ψυχή της και τον βεβαίωνε ότι πολύ ψυχική ωφέλεια και ανακούφιση έλαβε από τον πανάγαθο και πολυεύσπλαχνο Θεό.
Ο Γέρο - Κωνστάντιος, στο φάσμα της γυναικείας αυτής μορφής είπε: «Ποια είσαι συ αδελφή που με ευχαριστείς; Δεν σε γνωρίζω και για ποια προσευχή μιλάς;»
Η γυναίκα απήντησε: «Σεβαστέ γέροντα εγώ είμαι η μητέρα του Μοναχού Σεραφείμ, που σε παρακάλεσε να προσευχηθείς για μένα, και παρεκάλεσα τον Κύριο να μου επιτρέψει να σας ευχαριστήσω και να σας βεβαιώσω ότι πολύ ανακούφιση αισθάνθηκε η ψυχή μου και η προσευχή σας, Πάτερ, με βοήθησε πολύ να τύχω του θείου ελέους». Άμα είπε αυτά έγινε άφαντο το όραμα της γυναίκας, ο δε Γέρο - Κωνστάντιος κάλεσε τον Μοναχό Σεραφείμ, προς τον οποίον αφού διηγήθηκε το όραμα, ευχαρίστησαν μαζί τον Κύριον ημών Ιησού Χριστό και την Αυτού Παναγία Μητέρα Κυρία και Δέσποινα Θεοτόκον, που είχαν και οι δυο παρακαλέσει, για να βοηθηθεί η ψυχή της δούλης του Θεού Ευαγγελίας και για την πληροφορία αυτή.
Μετά το γεγονός αυτό, ο Γέρο - Κωνστάντιος σε βαθύ γήρας (91) χρόνων, άφησε την πρόσκαιρη αυτή ζωή το 1973 και εισήλθε, στα ου¬ράνια και θεία Σκηνώματα, θριαμβευτικά στην αιώνια και μακάρια ζωή της βασιλείας των ουρανών.



Tρομερό  θέαμα σε  μεγάλο  θέατρο της Αμερικής


 Οι δυο αυτοί αυτάδελφοι, στο LINN της Αμερικής, όταν εργαζόντουσαν, ήταν μαζί με ένα αδελφικό τους φίλο από τη Δη-μητσάνα καταγόμενο Δημήτριο. Και οι τρεις αυτοί ευσεβείς νέοι και ευλαβείς χριστιανοί, είχαν πάει στην Αμερική να εργαστούν, να βγάλουν μερικές οικονομικές υποχρεώσεις των οικείων τους και να επιστρέψουν στην πατρίδα για να ζήσουν κάπως πιο άνετη ζωή. Πλην όμως «άλλαι αι βουλαί των ανθρώπων και άλλα ο Θεός κε¬λεύει», όπως λέγει και ή Αγία Γραφή.
Στην αμερικανική πολιτεία πού εργαζόντουσαν, μια μέρα σαν νέοι πού ήταν κι αυτοί, μετά από την καθημερινή εργασία τους θέ¬λησαν κάπως να ψυχαγωγηθούν και απεφάσισαν να πάνε σε ένα μεγάλο θέατρο.
Το θέατρο αυτό, ήταν ένα μεγάλο κτίριο ολόκληρο τετράγω¬νο, έξω από την πολιτεία κτισμένο πάνω στη θάλασσα. Εκεί μέρα -νύχτα έπαιζαν διάφορα θεατρικά έργα, τα όποια διαρκούσαν όλο το 24ωρο. Ένα μεγάλο διάστημα από το όποιο, επί τέσσερες και πλέον ώρες έδειχναν μια παράσταση πολλή ζωντανή, πώς είναι ή Κόλαση με τους δαίμονες κι όλα τα κολαστήρια, και πήγαινε ο κό¬σμος να ιδεί όλα αυτά τα παράξενα πράγματα.
Όπως πήγαιναν, οι αγαθοί αυτοί φίλοι και θεοφοβούμενοι άνθρωποι, προς το κτίριο εκείνο, βλέπουν από μακριά, στο πάνω -πάνω μέρος του κτιρίου, πού ήταν και ή φωτεινή επιγραφή, να γυ¬ρίζουν χορεύοντας στον αέρα, γύρω - γύρω από το θέατρο, κατά¬μαυροι δαίμονες με κέρατα και τεράστιες ουρές, μαλλιαρά κατσι¬κίσια πόδια και βουβαλίσια πρόσωπα. Είχαν πιασμένα χέρι το χέ¬ρι από μια κοπέλα θεόγυμνη, κι από έναν άντρα κουρελιάρη και μεθυσμένο. Από τα μάτια τους, οι δαίμονες, βγάζανε φωτιές και σε κάθε βόλτα πού κάνανε γύρω από το κτίριο, γκρέμιζαν κάτω σε μεγάλο βάραθρο πότε μια κοπέλα και πότε ένα άντρα και τη θέση τους παίρνανε άλλοι νέοι και νέες.
Το τρομερό αυτό θέαμα, πού συνέχεια γίνονταν με εναλλασσό¬μενα πρόσωπα, τους καθήλωσε περισσότερο από τρεις ώρες, κι. από το φόβο και την τρομάρα πού πήραν, δεν μπορούσαν να κάνουν βήμα.
Τότε σαν από λήθαργο ξύπνησαν, κι είπαν ο ένας στον άλλο: «Βρε αδελφέ, αυτό είναι το σπίτι των Δαιμόνων κι εμείς πάμε κει να διασκεδάσουμε; Για κοιτάξτε πώς γκρεμίζουν τους ανθρώπους οι Δαίμονες    και καταστρέφουν   τη ζωή των νέων και των νεα¬νίδων !»
Τούτο ήταν αρκετό και στάθηκε αφορμή, οι τρεις αυτοί νέοι, να πάρουν την απόφαση και να φύγουν από την Αμερική. Συμφώνησαν δε να πάνε στο Αγιον Όρος, να γίνουν Μοναχοί για να σώσουν την ψυχή τους και με το θέλημα του Θεού να ζήσουν εκεί σαν χριστιανοί ελεύθεροι από κάθε επήρεια των ψυχοφθόρων Δαι¬μόνων.
Τη σκέψη τους αυτή, την έκαναν απόφαση «άμ' έπος, άμ' έρ¬γον», «το γοργόν και χάριν έχει» είπαν τα φιλοσοφικά αυτά ρητά και συμφώνησαν να αναχωρήσουν και οι τρεις το συντομότερο.
Τα δυο αδέλφια, παιδιά του Γέρο - Κακουνή από το Καστόρια της Λακωνίας, έφυγαν αμέσως από την Αμερική, και αφού με αλ¬ληλογραφία τακτοποίησαν τις υποχρεώσεις με τους συγγενείς τους, - ΠΗΓΑΝ ΚΑΤ` ευθείαν στο Αγιον Όρος και όπως είπαμε ανω¬τέρω, ο ένας έμεινε στη Σκήτη της Αγίας Τριάδος στα Καυσοκαλύβια με το όνομα Ιερόθεος κι ο άλλος με το όνομα Θεόδωρος έγινε ηγούμενος στην Ιερά Μονή Γρηγορίου.
Μετά από δυο χρόνια, ο Μοναχός Ιερόθεος, αφού γεύτηκε αυ¬τός το μέλι της ησυχίας και της αρετής, σκέφτηκε πώς πρέπει να υπενθύμιση την υπόσχεση πού είχε δώσει κι ο φίλος του στην Αμε¬ρική και να τον καλέσει να έρθει κι εκείνος, για να δοκιμάσει και να μετέχει στα αγαθά και πνευματικά χαρίσματα της Μοναχικής ζωής, πού αυτός με ανέκφραστη χαρά και ευχαρίστηση γευότανε.
Έτσι κι αυτός υστέρα από λίγο άφησε την Αμερική και ήρθε στη συνοδεία του Γέροντα Διονυσίου, στην Καλύβα «Κοίμησης της Θεοτόκου» στο σπήλαιο του αγίου Ακάκιου.
Μετά τριετή δοκιμασία, έγινε κι ο Δημήτρης Μοναχός, κι έλα¬βε το όνομα Τιμόθεος. Ό Μοναχός Τιμόθεος έδειξε μεγάλη υπομο¬νή στη σκληρή δοκιμασία της Καλογερικής ζωής, απεριόριστη εγ¬κράτεια, τυφλή υπακοή και μέχρι θανάτου αυταπάρνηση. Φαγητό γευόταν τόσο λίγο, όσο χρειάζονταν για να διατηρείται στη ζωή και σχεδόν αλάδωτο.
Ύστερα από λίγα χρόνια, ο Γέροντας τους Διονύσιος, έφυγε από τα πρόσκαιρα γήινα, για να μεταβεί στα αιώνια θεία και επ¬ουράνια σκηνώματα της βασιλείας των ουρανών και κατά την αγιορείτικη Παράδοση Γέροντας έγινε ο πάτερ Ιερόθεος.
Ιερόθεος και Τιμόθεος, όπως και στον κόσμο, έτσι και στην Καλογερική, ήταν μια ψυχή σε δυο σώματα, συμφωνούσαν καθ' όλα στην πνευματική ζωή και πρόοδο, καίτοι ήταν της αυτής ηλικίας και πολλά χρόνια στην Αμερική, τους διέκρινε χριστιανική αγάπη και συνεργασία, έτσι και στην Καλογερική ζωή, ο πάτερ Τιμό¬θεος, μεγαλύτερος κατά τι στα χρόνια από τον πατέρα Ιερόθεο, έδειξε υπακοή και κοπή του ίδιου θελήματος, στον Γέροντα του πλέον Ιερόθεο.
και οι δυο αυτοί τελευταίοι διάδοχοι στο ασκητήριο του αγίου Ακάκιου, παρόλο πού ήταν ολιγογράμματοι, σε λίγο διάστημα, έγιναν εγκρατείς της, εκ Παραδόσεως, Μοναχικής φιλοσοφίας. Έδειξαν αγάπη και φιλαδελφία προς όλους τους συνασκητές τους και άφησαν ίχνη πνευματικής ζωής, έγιναν φωτεινό παράδειγμα στους επιγενόμενους Μοναχούς και άφησαν πολλά πνευματικά πα¬ραγγέλματα σ' αυτούς.
Εκ διαμέτρου, κέρδισαν κι αυτοί την αγάπη και το σεβασμό, από τους συνασκητές τους και από όλους τους Μοναχούς του Α¬γίου Όρους, πού είχαν την τιμή να τους γνωρίσουν και να τους ζήσουν από κοντά.
Στη Σκήτη των Καυσοκαλυβίων έζησαν πολλοί πνευματικοί και έμπειροι ξομολόγοι, Όπως ήταν, ο εκ Σμύρνης καταγόμενος, Πνευ¬ματικός Νικόδημος στην Καλύβα της «Ζωοδόχου Πηγής». Γέροντας του πνευματικού τούτου υπήρξε ο μεγαλύτερος καλλιτέχνης της ξυλογλυπτικής τέχνης, ο Γέρων Αρσένιος, από την Μυτιλήνη καταγόμενος, Μοναχός σεμνός, ταπεινός και λιγόλογος. Την τέχνη και τα έργα του θαύμασαν και θα θαυμάζουν οι αιώνες στο Αγιον Όρος, στην Ελλάδα και στην Αμερική. Μέχρι σήμερα σώζονται, τα μεγάλα και θαυμάσια αυτά έργα, πού παριστάνουν, το ένα τη «Σταύρωση του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού», το άλλο την «Ανάσταση των νεκρών» και το τρίτο τη «Δευτέρα Παρουσία του Κυ¬ρίου». Αυτά για να κατασκευαστούν χρειάστηκαν 15 χρόνια και πλέον για το κάθε ένα. Κρίθηκαν από τους ειδικούς, σαν έργα υπομονής και από τη συμμετρία και ωραιότητα τους «έργα αριστουρ¬γηματικής καλλιτεχνίας».
Στην ίδια Σκήτη, εποχή πνευματικής ακτινοβολίας και ενάρε¬της πολιτείας, άφησαν και οι ξομολόγοι: Ό Παπα - Ιωάσαφ, εκ του αγιογραφικού οίκου των αδελφών Ιωασαφαίων. Ή αδελφότης αυτή με πρώτο Γέροντα τον εκ Καππαδοκίας καταγόμενο Μοναχό Ιωάσαφ, στην αρχή ασκήτευαν στην Κερασιά, πού είχαν το Κελί των «Εισοδίων της Θεοτόκου». Όταν ή αδελφότης αυτή έγινε πολυάριθμη, λόγω της δυσκολίας του τόπου, μεταφέρθηκε στη Σκή¬τη των Καυσοκαλυβίων, ή οποία είναι παραθαλάσσια και έχει ευ¬κολίες για τη μετακίνηση του εργόχειρου, των εικόνων και των αγαθών. Εκεί κτίσανε διώροφη κατοικία με θαυμάσια εκκλησία, στο όνομα του «Αγίου Γεωργίου». Όλα αυτά, καθώς μου είπαν, σπίτι και εκκλησία, στοίχισαν τότε το 1880 έτος, δυο χιλιάδες χρυ¬σές λίρες, τις όποιες κατά την ομολογία των ιδίων, σε διάστημα ενός χρόνου τις ξεχρέωσαν με το εργόχειρο της αγιογραφίας, στο οποίο δούλευαν έντεκα, από τους δώδεκα Μοναχούς πού αποτελού-σαν τότε το μικρό αυτό κοινόβιο των Ιωασαφαίων. Τούτο μαρτυ-ρεί την εργατικότητα και την μέχρι θανάτου αυταπάρνηση της αδελφότητας αυτής.
Στην ωραία αυτή Καλύβα των Ιωασαφαίων, πολλές φορές έμενε ο Οικουμενικός Πατριάρχης Ιωακείμ ο Γ', όταν επί δυο φο-ρές εξόριστος του θρόνου του, ησύχαζε στο Αγιον Όρος, με ενέρ¬γειες του οποίου, κτίστηκε το Καμπαναριό του Κυριακού της Σκήτης.
Ο Πατριάρχης Ιωακείμ ο Γ' εκινείτο από τη Μονή Μεγίστης Λαύρας, μέχρι τη Σκήτη των Καυσοκαλυβίων, διότι, όπως έλεγε, του άρεσε υπερβολικά ή συναναστροφή με τους Πατέρες της περιο¬χής αυτής.
Επίσης και ο εθνομάρτυρας Γρηγόριος ο Ε', δέκα χρόνια πού παρέμεινε στο Αγιον Όρος, τον περισσότερο καιρό, έμενε στη Μονή των Ιβήρων στο ησυχαστήριο του «Προφήτη Ηλία», στο Μυλοπόταμο, στη Μεγίστη Λαύρα και στα Καυσοκαλύβια, στην ασκητική αύτη Καλύβα των Ιωασαφαίων. Συχνά πήγαινε και προσκυ¬νούσε στη σπηλιά και το ησυχαστήριο του αγίου Ακάκιου του νέου. Πολλοί επιφανείς και μορφωμένοι αγιορείτες Μοναχοί, όπως ο Ευλόγιος ο Κορίλλας, αδελφός της Μεγίστης Λαύρας, πού έγινε καθηγητής του Καποδιστρίου Πανεπιστημίου Αθηνών και πέθανε ως Μητροπολίτης Κορυτσάς, ο όποιος στο πολύτιμο βιβλίο του «Τα Ασκητικά» έχει γράψει για τον ασκητισμό των Καυσοκαλυβίων. Επίσης ο ιατρός Σπυρίδων - Αθανάσιος Καμπανάου, κι αυτός αδελφός της Μεγ. Λαύρας, ο Παντοκρατορινός Αθανάσιος σχολάρ¬χης της Αθωνιάδος Σχολής και άλλοι επισκέπτονταν τακτικά τα μέρη αυτά, πού έχουν χαρακτηριστεί ανέκαθεν και μέχρι σήμερα, σαν τα ησυχαστικότερα και πνευματικότερα του Αγίου Όρους.
Στο χώρο αυτόν ασκήτευαν κι άλλοι αξιόλογοι πνευματικοί ξομολόγοι, όπως ο Παπα - Παύλος από την Καλύβα «Κοίμησης της Αγίας Άννης», ο παπα - Παντελεήμων από τον «Άγιο Γεώρ-γιο» και πολλοί άλλοι τους οποίους δεν αξιωθήκαμε να τους γνωρίσουμε κατά το δεκαετές χρονικό διάστημα πού ζήσαμε στην πε¬ριφέρεια εκείνη.

Η   γερόντισσα Ολυμπία πως και γιατί έγινε Μοναχή

Στο Άγιον Όρος ένας σεβάσμιος πνευματικός, ο Παπα-Χαράλαμπος, από την Σκήτη της Αγίας Άννης, στην Καλύβα «Άγιος Χαράλαμπος και Άγιος Μόδεστος», μου διηγήθηκε την εξής πραγματική ιστορία, που είχε ο ίδιος ακούσει, από το στόμα μιας ενάρετης Καλόγριας.
Στα μέρη του Πύργου της Ηλείας ζούσε μια Μοναχή, η οποία είχε προκόψει πολύ στην αρετή και στον φόβο του θεού, με το όνομα Ολυμπία.
Όταν ύστερα από σαράντα χρόνια, μου είπε «όπου σαν πνευματικός εξομολόγος επισκέφθηκα τα μέρη εκείνα, σε ένα από τα γυναικεία μοναστήρια, γνώρισα μια ευλαβέστατη Γερόντισσα, η οποία με εντυπωσίασε με το ταπεινό ύφος της, την άδολη ευσέβεια, την οποία διέκρινε ο φόβος του θεού και η βαθειά πίστη στο θεό, στην κρίση και ανταπόδοση της αιώνιας ζωής και αιώνιας κολάσεως.
Με διάκριση και σεβασμό ρώτησα την Γερόντισσα Ολυμπία πως αποφάσισε και ποια ήταν η αιτία που την πείσανε να γίνει μοναχή.
Η Γερόντισσα Ολυμπία με παιδική απλότητα είπε: «άγιε Γέροντα, όταν ήμουνα μικρό παιδί είχα ένα φρόνιμο και άγιο πατέρα, ο οποίος τον περισσότερο καιρό και χρόνο της ζωής του ήτανε άρρωστος και δεν είχε καμία προκοπή ούτε υλική, ούτε πνευματική, το μόνο καλό που είχε δεν γόγγυζε ούτε αγανακτούσε για κανένα πρόβλημα της ζωής του αλλά έκανε μεγάλη υπομονή.
Σε όλη του ζωή υπέφερε και την ημέρα του θανάτου του ξέσπασε μια φοβερή νεροποντή με βροντές και αστραπές, τόσο που νόμιζες πως θα χαλάσει ο κόσμος. Στην καρδιά του καλοκαιριού, έγινε τέτοιος κατακλυσμός, που τρία μερόνυχτα τον κρατούσαμε στο σπίτι νεκρό και άταφο στο δωμάτιο του.
Αλλά για να μην αρχίσει η αποσύνθεση μέσα στο σπίτι και δεν θα μπορούσαμε να σταθούμε για αυτό την Τρίτη ημέρα καίτοι εξακολουθούσε να ρίχνει καταρρακτώδη βροχή, τον σηκώσαμε και πολύ δυσκολία κατορθώσαμε να τον θάψουμε. Ο δε κόσμος όλος αγανάκτησε βλέποντας αυτά τα σημεία τόσο που λέγανε, ότι ο άνθρωπος αυτός, για να κάνει τώρα το καλοκαίρι τόσο κακό καιρό ο θεός, που να μην μπορούμε να τον θάψουμε, φαίνεται ότι θα ήταν πολύ κακός άνθρωπος και θα είχε κάνει πολλές αμαρτίες και αδικίες. Ενώ αυτός ήτανε ένα αθώο και άκακο πρόβατο του Χριστού και πολύ πιστός Χριστιανός.
Είχα επίσης και μια μητέρα, η οποία ήτανε όλως διόλου το αντίθετο από εκείνο που ήτανε ο πατέρας μου. Δηλαδή ήταν πολύλογη, φιλόνικη, γκρινιάρα και φιλονικούσε με τον πατέρα μου και με όλο τον κόσμο. Έλεγε πολλά ψέματα, πολλά βρωμόλογα και πολύ συχνά έκανε παρέα με ακόλαστους και ασεβείς ανθρώπους. Έπινε κρασί και διάφορα ποτά τόσο που πολλές φορές ερχότανε στο σπίτι μεθυσμένη...και κατά αυτόν τον τρόπο το σπίτι μας ήτανε ακυβέρνητο.
Με όλα αυτά η μητέρα μου ζούσε μια ζωή χαρούμενη, ποτέ λέω αρρώστησε και ήτανε πολύ γερή και υγιέστατη χωρίς να γνωρίσει καμιά ταλαιπωρία ή την παραμικρή στενοχώρια να νιώσει. Δεν ίδρωνε ποτέ το αυτί της για τίποτε ούτε την ένοιαζε τι λέει γι' αυτήν ο κόσμος, αυτή καλοπερνούσε σε όλη της τη ζωή.
Ύστερα από πολλά χρόνια, λίγο αδιαθέτησε και χωρίς πόνο και βάσανα πέθανε κι αυτή και της έγινε τέτοια και τόσο ωραία κηδεία, που θα την ζήλευαν όλοι εκείνοι που την συνόδευαν στον τάφο.
Νόμιζε κανείς πώς όλα, κι αυτά τα στοιχεία της φύσεως ακόμη, συνεργήσανε να γίνει μια μεγαλόπρεπη κηδεία. Σε καιρό χειμώνα η ατμόσφαιρα ήταν ζεστή και ευχάριστη. Ο ήλιος έλαμπε από καθαρότητα και όλα ήταν τόσο χαρούμενα πού μαρτυρούσαν πώς κάποια μεγάλη αγία γυναίκα κοιμήθηκε τον αιώνιο ύπνο.
Τέλος όταν μεγάλωσα και έγινα κοπέλα άρχισα να σκέπτομαι, να έχω λογισμούς και διάφορες ιδέες γύριζαν μέσα στο μυαλό μου. Βρέθηκα σε πραγματικό δίλημμα, ποια ζωή να διαλέξω και ποιο δρόμο να ακολουθήσω; Τι να προτιμήσω και τι να υποτιμήσω: Τη ζωή του πατέρα μου να ακολουθήσω, που ήταν όλο μιζέρια, αρρώστια, στενοχώρια και κακομοιριά ή τη ζωή της μάνας μου, που ήταν όλο διασκέδαση, χαρά, γλέντι, κέφι και απόλαυση, χωρίς αρρώστιες, δίχως θλίψεις και στενοχώριες;
Σκεφτόμουνα λοιπόν, για να ακολουθήσω τη ζωή του πατέρα μου, θα πρέπει να είμαι φρόνιμη, ενάρετη, προσεκτική, χωρίς παρέες και διασκεδάσεις, δίχως γλέντια και χαρές, αλλά όλη η ζωή μου να είναι νηστείες, προσευχές, εκκλησίες, λειτουργίες και να ζω με κάθε περιορισμό. Και ποιο θα είναι παρακαλώ το κέρδος; Τι θα με ωφελήσει η ζωή του πατέρα μου; Ο πατέρας μου με τη ζωή που έκανε, όχι μόνο δεν χάρηκε τίποτε στον κόσμο τούτο, αλλά απεναντίας βασανίστηκε πολύ από τις αρρώστιες και τις στερήσεις και τέλος πέθανε και δεν μπορούσαμε να τον θάψουμε από την κακοκαιρία τόσο που νόμιζε κανείς και έδωσε την εντύπωση σε όλους ότι, κι ο Θεός ακόμη τον είχε καταραστεί. Άραγε και ο Θεός δεν την θέλησε τη ζωή που έκανε ο πατέρας μου; Διότι και στο θάνατο του ακόμη άφησε να υποφέρει κι αυτός και όλοι εμείς πού τον κηδέψαμε!
Άλλη σκέψη μου έλεγε, αν η ζωή του πατέρα μου ήταν αρεστή στο Θεό, γιατί τον άφησε τόσο να βασανιστεί και να δοκιμάσει τόσες πίκρες και τόσα κακά και να μην δείξει ένα σημείο ευχάριστο έστω και κατά την ώρα του θανάτου του ακόμη;
Από την άλλη μεριά, σκεφτόμουνα τη ζωή που έκανε η μητέρα μου, πού δεν ήταν αφοσιωμένη στο Θεό, αλλά είχε δοθεί στην καλοπέραση, στην διασκέδαση, στους χορούς και στα τραγούδια. Πέρασε μια ζωή ξέγνοιαστη, χαρούμενη, χωρίς πίκρες και φαρμάκια, δίχως πόνους και αρρώστιες, αλλά είχε όλα τα αγαθά του κόσμου τούτου κι όλες τις απολαύσεις, νοστιμιές της ζωής και ηδυπάθειες! Γιατί λοιπόν κι εγώ να μην προτιμήσω τη ζωή αυτή και να μην ακολουθήσω τα ίχνη πού πέρασε στη ζωή της η μάνα μου; Μια ζωή χαρισάμενη, που ήταν ευκολότερη και καλύτερη από τη ζωή που έκανε ο πατέρας μου. Έτσι με τις σκέψεις αυτές με πήρε ο ύπνος.
Η αποκάλυψη  της  αληθινής ζωής
Στον ύπνο μου βλέπω να στέκεται πάνω από το κεφάλι μου ένας μεγαλόσωμος και πολύ φοβερός στην όψη, ο οποίος με κοίταζε με πολύ αγριεμένο βλέμμα και με κάπως βραχνή φωνή με ρώτησε: «Δεν μου λες κοπέλα μου τι συλλογιζόσουνα; Τι σκέψεις και λογισμούς έχεις μέσα στην καρδιά σου;»
Εγώ πολύ φοβήθηκα και δεν είχα το θάρρος ούτε να τον κοιτάξω. Τότε εκείνος με ξαναρώτησε με την ίδια βραχνή φωνή: «Εμπρός πες μου, ποια είναι
η απόφαση πού πήρες; Ποια ζωή θα ακολουθήσεις; Του πατέρα σου ή της μητέρας σου; και όταν είδε ότι εγώ είχα παραλύσει από το φόβο μου, και από τη σαστημάρα σταμάτησε το μυαλό μου, άρχισε τότε εκείνος να μου λέει όλα εκείνα πού εγώ είχα βάλει στο μυαλό μου και στη σκέψη μου.
Τότε κι εγώ πήρα λίγο θάρρος κι άρχισα να τον παρακαλώ να με συγχωρέσει και να μη με συνερισθεί για τις σκέψεις μου αυτές πού είχα κάνει!!
Τα αγαθά του παραδείσου
Εκείνος με πήρε από το χέρι και μου είπε: «Έλα μαζί μου να ιδής με τα μάτια σου που είναι και πώς βρίσκεται ο πατέρας σου και υστέρα θα σου δείξω που βρίσκεται η μητέρα σου και τότε μόνη σου θα διαλέξεις τίνος ζωή από τους δυο θα προτίμησης.
Με πήρε λοιπόν, και πήγαμε σε μια μεγάλη πεδιάδα η οποία έμοιαζε με παράδεισο και είχε διάφορα είδη δένδρων και λουλουδιών που η ομορφιά τους ήτανε απερίγραπτη. Τα δε δένδρα ήταν φορτωμένα με ωραίους καρπούς και φρούτα.
Εκεί που γυρίζαμε και περιεργαζόμαστε αυτά τα ωραία πράγματα, που δεν χόρταιναν τα μάτια μας να τα βλέπουν, παρουσιάστηκε μπροστά ο πατέρας μου, με αγκάλιασε, με φιλούσε αδιάκοπα και έλεγε: «Αγαπημένο μου παιδί, ευλογημένο κοριτσάκι μου». Εγώ έπεσα στην αγκαλιά του και τον παρακαλούσα να με αφήσει να μείνω εκεί κοντά του. Αυτός μου είπε: «Αυτό πού ζητάς παιδί μου, δεν μπορεί να γίνει τώρα. Αν όμως θελήσεις να ακολουθήσεις το παράδειγμα και υπόδειγμα της δίκης μου ζωής, την οποία είχα στον κόσμο, τότε υστέρα από λίγο καιρό και πολύ αγώνα, θα έρθεις και συ εδώ, να είμαστε μαζί με το Θεό αιώνια, να χαιρόμαστε στην βασιλεία των ουρανών με τους Αγγέλους και όλους τους Αγίους αιώνια.
Τα δεινά της   κολάσεως
Αμέσως εκείνος που με συνόδευε, με πήρε από το χέρι και μου είπε: «Έλα τώρα να σε πάω να δεις και τη μητέρα σου, που έχει πάει, και μετά κρίνε μόνη σου κι αποφάσισε, ποιο δρόμο θα πρέπει να ακολουθήσεις στην πρόσκαιρη αυτή ζωή σου».
Πήραμε τότε ένα μεγάλο κατήφορο και σταματήσαμε μπροστά σε ένα σπίτι πού ήτανε γεμάτο από πυκνό σκοτάδι. Μέσα γινόταν μεγάλη αναταραχή, ακούγονταν βογγητά, κλαθμοί, αναστεναγμοί, βρισιές, βλαστήμιες και πολλά και αδιήγητα βρωμόλογα και αισχρόλογα.
Μου έδειξε ένα μεγάλο και απέραντο καμίνι, οι φλόγες του οποίου ανέβαιναν πολύ ψηλά ως τον ουρανό, μέσα στο καμίνι βράζανε και με τον βρασμό ανεβοκατέβαιναν άνθρωποι, άντρες και γυναίκες. Ακούγονταν τέτοιοι οδυρμοί που σε καταλάβαινε φόβος και τρόμος μόνο να ακούς και να βλέπεις αυτά τα πράγματα.
Το καμίνι αυτό φρουρούσανε κάτι απαίσια οντά, πού μόνο η μορφή τους σε τρόμαζε. «Αυτά που βλέπεις, μου είπε ο συνοδός μου, είναι οι δαίμονες, που τυραννούν τους κολασμένους».
Έρριξα με προσοχή μια ματιά στο καμίνι αυτό και τότε διέκρινα τη μητέρα μου, η οποία ήταν βυθισμένη μέσα στη φωτιά ως το λαιμό και γύρω γύρω σαλεύανε αμέτρητα σκουλήκια και φίδια, τα οποία την δαγκάνανε συνέχεια και την κάνανε να φωνάζει σπαρακτικά από τους πόνους που δοκίμαζε, τα δόντια της τρίζανε κι όλο το κορμί της έτρεμε.
Μόλις μ' αντίκρυσε η μητέρα μου, ξέσπασε σε κλάμα και με φωνές σπαρακτικές μου έλεγε: «Παιδί μου, γλυκό μου κοριτσάκι, φριχτοί και ανυπόφοροι είναι οι πόνοι μου και ατελείωτο είναι το φριχτό μαρτύριο μου εδώ μέσα. Για μια τιποτένια, στιγμιαία απόλαυση της αμαρτίας και της ψεύτικης ηδονής, προξένησα εγώ η ίδια, με την ηδονή του κορμιού, μια ατέλειωτη και φριχτή κόλαση, που τώρα υποφέρω και πάσχω. Με την άθλια και ελεεινή ζωή που έκανα στον κόσμο, για λίγη ψεύτικη χαρά και δηλητηριασμένη ηδονή, βρίσκομαι τώρα εδώ μέσα στο καμίνι της φωτιάς, μακριά από το αιώνιο αγαθό, που είναι ο Θεός, και θεληματικά μου τώρα κατοικώ και καίγομαι αιώνια με τους φριχτούς αυτούς δαίμονες.
«Σπλαχνίσου με παιδί μου τη μητέρα σου, συμπόνεσε με την αμαρτωλή και άπλωσε το χέρι σου να με βγάλεις από τούτη τη φριχτή κόλαση, πού με τρώνε τα σκουλήκια και τα φίδια και με κατακαίανε οι φλόγες του καμινιού τούτου».
Εγώ τη συμπόνεσα και άρχισα να κλαίω και άπλωσα το χέρι μου, για να την βγάλω από εκεί μέσα, αλλά μόλις άγγιξα τη φοβερή εκείνη φωτιά, πόνεσα τόσο πολύ, που άρχισα να φωνάζω και να ουρλιάζω, φαίνεται, πολύ δυνατά.
Διότι από τις φωνές και τα ξεφωνητά μου, ξύπνησαν όλοι οι δικοί μου μέσα στο σπίτι, στο οποίο εμένα με τους συγγενείς μου, οι οποίοι άναψαν τις λάμπες, τρέξανε όλοι κοντά μου και ρωτούσαν να μάθουν την αιτία των κραυγών και του κλαθμού μου.
Σε λίγο όταν συνήλθα, από το φόβο και τρόμο που είχα πάρει έτρεμα ολόκληρη και διηγήθηκα εκείνα τα ωραία πράγματα πού είδα να απολαμβάνει ο πατέρας μου και τη φριχτή κόλαση που είχε πάει και καιγότανε η μητέρα μου και από εκείνη τη στιγμή έκανα την εκλογή και διάλεξα οριστικά το δρόμο πού έπρεπε να ακολουθήσω, για να φτάσω με τη χάρη του Θεού και τη βοήθεια της Παναγίας και όλων των Αγίων, κοντά στο άκρο αγαθό, την αιώνια απόλαυση, στη βασιλεία των ουρανών εκεί πού είναι η χαρά απηλλαγμένη από τη λύπη.
Να είμαι με τους Αγγέλους του Θεού και όλους τους Αγίους, κοντά στο Θεό. Στον  Πατέρα,  στον Υιόν  και στο Άγιον  Πνεύμα,   και να παρακαλώ  την ευσπλαχνία και το έλεος του  Κυρίου  και Θεού  και Σωτήρος ημών Ιησού Χριστού, με το Τίμιο και Πανάγιο Αίμα Του πού έχυσε επάνω στο Σταυρό, να ελεήσει και συγχωρέσει και την ψυχή της αθλίας μητέρας μου.
«Έτσι, τίμιε Πάτερ και σεβαστέ μου πνευματικέ, αποφάσισα να γίνω Μοναχή, επειδή στον Μοναχισμό θεώρησα τον πιο καλό και σίγουρο τρόπο ζωής, για να μπορέσω, με τη βοήθεια και πρεσβεία της Κυρίας Θεοτόκου, να φτάσω πιο κοντά στον Δημιουργό και Πλάστη μας Θεό, στον οποίο πρέπει πάσα δόξα. τιμή και προσκύνησις εις τους αιώνας». και τελευταία είπε στον πνευματικό:
«Κάνε σεβαστέ Πάτερ και για μένα την αμαρτωλή μια θερμή προσευχή να με ο Θεός να τύχω του θείου ελέους, διότι αν δεν προσέξει ο Μοναχός ή η Μοναχή μπορεί ευκολότερα από τη ζωή αυτή ο Διάβολος να εξαπατήσει τον άνθρωπο!!».


Πρώτη εισαγωγή  και δημοσίευση κειμένων  στο Ορθόδοξο Διαδίκτυο από τό Βιβλίο:
Β΄ΔΙΔΑΧΕΣ ΑΠΟ ΤΟΝ ΑΘΩΝΑ
ΙΩΣΗΦ ΜΟΝΑΧΟΥ
ΕΚΔΟΣΕΙΣ «ΤΟ ΑΠΟΝ ΟΡΟΣ»- ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ 1989
Η Ησυχαστική Παράδοση Στο Άγιον Όρος Από Τον Άγιο Γρηγόριο Παλαμά Έως Σήμερα


Η  επεξεργασία  , επιμέλεια  μορφοποίηση  κειμένου  και εικόνων έγινε από τον Ν.Β.Β
Επιτρέπεται η αναδημοσίευση κειμένων στο Ορθόδοξο Διαδίκτυο, για μη εμπορικούς σκοπούς με αναφορά πηγής το Ιστολόγιο:
©  ΠΗΔΑΛΙΟΝ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ
http://www.alavastron.net/

Τρίτη, 22 Μαΐου 2018

Τό κλείσιμο των ψυχών στις θέσεις τους, σαν έλθει το Ψυχοσάββατο της Πεντηκοστής…




Κατά την αρχαία Παράδοση, από το Πάσχα ως το Ψυχοσάββατο της Πεντηκοστής οι ψυχές κυκλοφορούν ελεύθερες, με τίς όποιες βέβαια δεσμεύσεις από τον Σωτήρα Χριστό…

Τά 40λείτουργα πού κάνουν κάποιες Εκκλησίες για την ανάπαυση τών ψυχών, έχουν ώς τελευταία ημέρα και ώς αποκορύφωμα όλων αυτών των καθημερινών δεήσεων για έλεος  στίς υπόδικες ψυχές, το ΨυχοΣάββατο τής Πεντηκοστής !


Ἂς δοῦμε τί ἔλεγε γιὰ τὰ μνημόσυνα ὁ μακαριστός π. Παΐσιος (ἀπὸ τὸν Δ’ τόμο, Οἰκογενειακὴ Ζωή,Λόγοι τοῦ π.Παισίου, Ἐκδόσεις Ἡσυχαστήριο Εὐαγγελιστὴς Ἰωάννης ὁ Θεολόγος, Σουρωτή, Θεσσαλονίκη).

– Γέροντα, οἱ ὑπόδικοι νεκροὶ (πλὴν τῶν Ἁγίων) μποροῦν νὰ προσεύχονται;

– Ἔρχονται σὲ συναίσθηση καὶ ζητοῦν βοήθεια, ἀλλὰ δὲν μποροῦν νὰ βοηθήσουν τόν εαυτό τους. Ὅσοι βρίσκονται στὸν Ἅδη μόνο ἕνα πράγμα θὰ ἤθελαν ἀπὸ τὸν Χριστό: νὰ ζήσουν πέντε λεπτὰ γιὰ νὰ μετανοήσουν.

Ἐμεῖς ποὺ ζοῦμε, ἔχουμε περιθώρια μετανοίας, ἐνῶ οἱ καημένοι οἱ κεκοιμημένοι δὲν μποροῦν πιὰ μόνοι τους νὰ καλυτερεύσουν τὴν θέση τους, ἀλλὰ περιμένουν ἀπὸ ἐμᾶς βοήθεια. Γι’ αὐτὸ ἔχουμε χρέος νὰ τοὺς βοηθοῦμε μὲ τὴν προσευχή μας.

Γιατί, τί νὰ τοὺς κάνει ὁ Θεός; Σὰν ἕνα παιδὶ ποὺ ἀπομακρύνεται ἀπὸ τὸν πατέρα του, σπαταλάει ὅλη τὴν περιουσία του καὶ ἀπὸ πάνω βρίζει καὶ τὸν πατέρα του. Ε, τί νὰ τὸ κάνει αὐτὸ το παιδί ὁ πατέρας του; Οἱ ἄλλοι ὅμως οἱ ὑπόδικοι, ποὺ ἔχουν λίγο φιλότιμο, αἰσθάνονται τὴν ἐνοχή τους, μετανοοῦν καὶ ὑποφέρουν γιὰ τὶς ἁμαρτίες. Ζητοῦν νὰ βοηθηθοῦν καὶ βοηθιοῦνται θετικά μέ τίς προσευχές τῶν πιστῶν.

Τοὺς δίνει δηλαδὴ ὁ Θεὸς μία εὐκαιρία, τώρα ποὺ εἶναι ὑπόδικοι, νὰ βοηθηθοῦν μέχρι νὰ γίνει ἡ Δευτέρα Παρουσία...





Καὶ ὅπως σὲ αὐτὴ τὴ ζωή, ἂν κάποιος εἶναι φίλος μὲ τὸν βασιλιά, μπορεῖ νὰ μεσοαλαβήσει καὶ νὰ βοηθήσει ἕναν ὑπόδικο, ἔτσι κι ἂν εἶναι κανεὶς φίλος μὲ τὸν Θεό, μπορεῖ νὰ μεσολαβήσει στὸ Θεὸ μὲ τὴν προσευχή του καὶ νὰ μεταφέρει τοὺς ὑπόδικους ἀπὸ τὴν μία φυλακὴ σὲ ἄλλη καλύτερη, ἀπὸ τὸ ἕνα κρατητήριο σὲ ἕνα ἄλλο καλύτερο. Ἢ ἀκόμα μπορεῖ νὰ τοὺς μεταφέρει καὶ σὲ ἕνα δωμάτιο ἢ σὲ διαμέρισμα.

Ὅπως ἀνακουφίζουμε τοὺς φυλακισμένους μὲ ἀναψυκτικὰ κλπ ποὺ τοὺς πηγαίνουμε, ἔτσι καὶ τοὺς νεκρούς τους ἀνακουφίζουμε μὲ τὶς προσευχές καί τίς ἐλεημοσύνες ποὺ κάνουμε γιὰ τὴ ψυχή τους.

Οἱ προσευχὲς τῶν ζώντων γιὰ τοὺς κεκοιμημένους καὶ τὰ μνημόσυνα εἶναι ἡ τελευταία εὐκαιρία ποὺ δίνει ὁ Θεὸς στοὺς κεκοιμημένους νὰ βοηθηθοῦν,μέχρι νὰ γίνει ἡ τελικὴ Κρίση.Μετὰ τὴν δίκη δὲν θὰ ὑπάρχει δυνατότητα νὰ βοηθηθοῦν….

Γι’ αὐτὸ καὶ ἡ Ἐκκλησία μᾶς ἔχει τὰ κόλλυβα, τὰ μνημόσυνα. Τὰ μνημόσυνα εἶναι ὁ καλύτερος δικηγόρος γιὰ τὶς ψυχὲς τῶν κεκοιμημένων.

Έχουν τὴ δυνατότητα καὶ ἀπὸ τὴν κόλαση νὰ βγάλουν τὴ ψυχή. Κι ἐσεῖς σὲ κάθε Θεία Λειτουργία νὰ διαβάζετε κόλλυβα γιὰ τοὺς κεκοιμημένους. Έχει νόημα τὸ σιτάρι: Σπείρετε ἐν φθορά, ἐγείρεται ἐν ἀφθαρσία(Ἃ’ Κορινθ, κὲφ 15, ἒδ 42) (δηλαδὴ συμβολίζει τὸ θάνατο καὶ τὴν ἀνάσταση τοῦ ἀνθρώπου), λέει ἡ Γραφή…

===========================

Τοῦ Μητροπολίτου Φλωρίνης π. Αὐγουστίνου Καντιώτου

Tι σημαίνει Ψυχοσάββατο;

H Eκκλησία μας στρέφεται με ιερά συγκίνηση στους τάφους και ενθυμείται τους νεκρούς. Ποιούς νεκρούς; Oι νεκροί είναι πολλοί. Oι νεκροί, που είναι θαμμένοι εδώ στα κοιμητήρια είναι πιο πολλοί από τους ζωντανούς που βρίσκονται στην πόλη Έχουμε δύο πόλεις· η μία αποτελείται από τους ζώντας, και η άλλη από τους κεκοιμημένους.

H μικρα πόλη που αποτελείται από τους ζώντας πόσοι είμεθα; Mερικές χιλιάδες; Eίμεθα μειοψηφία.

H μεγάλη πόλης, η απέραντος πόλις, είναι το νεκροταφείο. Πάνω από ένα εκατομμύριο είναι θαμμένοι εκεί μέσα. Eμείς είμεθα η μειοψηφία, αυτοί είναι πλειοψηφία. Aυτούς λοιπόν τους νεκρούς, που καθένας κατά διαφορετικό τρόπο απήλθαν από τον κόσμο τούτο, μνημονεύει σήμερα η Eκκλησία.

Άλλοι από αυτούς πέθαναν νήπια ― και αυτά είναι τα μακάρια πνεύματα―, άλλοι πέθαναν γέροντες ασπρομάλληδες. Άλλοι πέθαναν μέσα στο σπίτι, και άλλοι έξω στους δρόμους ή στα βουνά. Άλλοι πέθαναν στην ξηρά, άλλοι στη θάλασσα.

Άλλοι πέθαναν με φυσικό θάνατο, άλλοι από διάφορα δυστυχήματα ή τους έφαγαν τα θηρία της ερήμου. Όλους αυτούς ενθυμείται σήμερα η Eκκλησία. Eνθυμείται όμως και κάποιους άλλους. Ποιούς;

Σύμφωνα με την παράδοση, πρέπει ο πιστός Xριστιανός, όταν περάσουν τρεις μέρες από το θάνατο, να τελεί μνημόσυνο, τα τριήμερα· όταν περάσουν εννέα ημέρες, τα εννιάμερα· όταν περάσουν σαράντα ημέρες, τα σαράντα κ.λπ..

Έχουν σημασία αυτά. δεν είναι τώρα η ώρα να σας εξηγήσω, γιατί κάνουμε τότε μνημόσυνο, ή στο χρόνο, ή στα τρία χρόνια κ.λπ..

Tώρα δυστυχώς πάνε κι αυτά, λησμονήθηκαν. Tώρα λησμονούν και τους νεκρούς! Αν πάτε στην Iαπωνία, θα δείτε ότι τιμούν πολύ τους νεκρούς. Tα νεκροταφεία τους είναι περιβόλια, άλση ωραιότατα. Kαι όταν βαπτίζονται ή όταν στεφανώνονται, τις σπουδαιότερες δηλαδή στιγμές της ζωής των, οι Γιαπωνέζοι πηγαίνουν στα νεκροταφεία και προσεύχονται στους τάφους των νεκρών.

Eμείς…· θα έλεγα σκληρά λέξη, αλλά δεν την λέω. Kτηνώδης είναι η κατάστασης. Γινήκαμε αγριότεροι των πάντων.

Λησμονήσαμε τους νεκρούς. Xορτάριασαν τα μνήματα. Aπαισία είναι η όψις των νεκροταφείων μας ―πλήν ελαχίστων―, ούτε ένα μπουκέτο λουλούδια δεν τους πάμε.

Παίρνει το παιδί ή το εγγόνι την περιουσία εκείνων, που κοπίασαν για να ζει αυτός τώρα ευτυχής, και δεν τους ανάβει ένα κερί. Yπάρχουν πολλοί κεκοιμημένοι που τους έχουν λησμονήσει οι πάντες.

Aλλ’ εδώ είναι το μεγαλείο της Eκκλησίας. Eάν όλος ο κόσμος τους λησμονεί, δεν τους λησμονεί όμως η μάνα· ναί, η μάνα. Ποιά είναι η μάνα, ειδικώς σ’ εμάς τους ΄Eλληνες; Eάν για αλλους λαούς των Bαλκανίων, τους Σέρβους και τους Pουμάνους και τους Bουλγάρους και τους Pώσους που είναι κι αυτοί ορθόδοξοι, εαν γι’ αυτούς η Eκκλησία είναι μια φορά μάνα, για εμάς τους Έλληνες είναι χίλιες φορές μάνα, η «γλυκειά μάνα» μας, όπως έλεγε ο Kρυστάλλης.

Αυτή η μάνα λοιπόν δεν λησμονει τα παιδιά της. Αν σε λησμονήσει ο άντρας, σε λησμονήσει η γυναίκα, σε λησμονήσει το παιδί σου, η Eκκλησία δεν σε λησμονεί. Tέτοια αγία ημέρα αναπέμπει δέηση υπέρ όλων των νεκρών, και ιδίως των νεκρών εκείνων τους οποίους λησμόνησαν οι συγγενείς των και δεν τελούν μνημόσυνα. Yπέρ όλων αυτών τελεί σήμερα το μνημόσυνο.

 

Ἰησοῦ, ἀπαρχή τῶν κεκοιμημένων,





ησοῦ, παρχή τν κεκοιμημένων, πρωτότοκε τν νεκρν, ελαβικά στέκομαι μπρός στούς τάφους τν γνωστν μου κι γνώστων γιά νά κδηλώσω τήν πίστη μου στήν αώνια ζωή, τήν λπίδα στή μελλοντική νάσταση καί τήν γάπη γιά ὅλους κείνους πού προηγήθηκαν ἐμοῦ στό ταξίδι τς ζως. Δέ θά φήνω νά μέ καταβάλλει θλίψη καί πογοήτευση μπρός στό θάνατο, λλά μέ ἐλπίδα ἀτενίζοντας τό σταυρό, πού πισκιάζει τά μνήματα, θά κηρύττω ὅτι Σύ εἶσαι νάσταση κι ζωή κι ὅποιος πιστεύει σέ Σένα κι ν ἀποθάνει θά ζήσει.

Ἡ ἡμέρα τῶν κεκοιμημένων (ΨΥΧΟΣΑΒΒΑΤΟ – ΠΡΟ ΤΗΣ ΠΕΝΤΗΚΟΣΤΗΣ) τοῦ Μητροπολίτου Καισαριανῆς, Βύρωνος καί Ὑμηττοῦ Δανιήλ






 «καὶ οὐκ εἶπεν αὐτῷ ὁ Ἰησοῦς ὅτι οὐκ ἀποθνήσκει»

     (Ἰωάννου 21, 23)



Ὁ Κύριός μας Ἰησοῦς Χριστός ὁ ἔχων ἐξουσία ζωῆς καί θανάτου ὡς αἰώνιος βασιλέας δέν ὑποσχέθηκε σέ ἄνθρωπο ὅτι δέν θά πεθάνει. Ὅλοι ἀποθνήσκουν καί ἐκπληρώνουν τό κοινό αὐτό χρέος τῆς ὑπάρξεώς τους. Ὅλοι ἔχουμε κεκοιμημένους. Ὅλους αὐτούς τούς κεκοιμημένους τούς σκεπτόμαστε ἰδιαίτερα τήν παραμονή τῆς ἑορτῆς τῆς Πεντηκοστῆς, πού θεσπίσθηκε ἀπό τήν Ἐκκλησία μας ὡς ἡμέρα μνήμης καί προσευχῆς γιά τούς κεκοιμημένους. Ἡμέρα θλιβερῶν ἀναμνήσεων καί σπαραγμῶν. Ἡμέρα δακρύων. Ἡμέρα, ὅπου οἱ ζωντανοί συναντῶνται μέ τούς κεκοιμημένους γιά νά δηλώσουν, ὅτι ὁ θάνατος δέν σπάζει τούς δεσμούς τοῦ αἵματος καί τῆς ἀγάπης.

Οἱ καμπάνες μέ τούς βαρεῖς ἤχους τους ἀναγγέλλουν τήν πένθιμη αὐτή ἡμέρα. Οἱ μονότονοι καί ἀραιοί κτύποι τους γεμίζουν τίς καρδιές κατήφεια. Μεγάλο πλῆθος ἀνθρώπων πηγαίνει νά ἐπισκεφθεῖ τούς τάφους τῶν προσφιλῶν του. Ἡ σκέψη ὅλων στρέφεται σέ πρόσωπα οἰκεῖα καί ἀγαπητά πού ἀναχώρησαν ἀπό τήν παρούσα ζωή. Οἱ πιστοί συρρέουν στά Κοιμητήρια. Οἱ ζωντανοί ἐπισκέπτονται τούς κεκοιμημένους. Ὅσοι βρίσκονται στό δρόμο πηγαίνουν νά ἐπισκεφθοῦν κείνους πού ἔφθασαν. Αἰδέσιμος καί συγκινητική εἶναι ἡ ἡμέρα τῶν κεκοιμημένων! Ἐμπνέει  σεβασμό καί ἱερότητα πού δέν περιγράφεται. Οἱ κεκοιμημένοι ἑλκύουν τούς ζωντανούς. Οἱ εὐσεβεῖς τιμοῦν τούς κεκοιμημένους. Πρεσβύτεροι μετά νεωτέρων μαυροφορεμένοι μέ τά λουλούδια στά χέρια πᾶνε νά γονατίσουν στούς τάφους τῶν προσφιλῶν τους καί νά τούς ἀνάψουν ἕνα κανδήλι, σύμβολο πίστεως καί ἀγάπης. Ἡ ἡμέρα τῶν ψυχῶν συγκινεῖ καί διδάσκει: α) Γιά τή βαθειά ἔννοια, πού ἐγκλείει καί β) Γιά τά ὅσα μᾶς διδάσκει.



1. Ἡ βαθειά ἔννοια τῆς ἡμέρας τῶν κεκοιμημένων.

Πρίν ἀπό τήν ἑορτή τῆς Πεντηκοστῆς, ἔρχεται ἡ ἡμέρα τῶν κεκοιμημένων. Πρίν ἀπό τή ἔλευση τῆς ἐξαγιαστικῆς ἐνέργειας τοῦ Παναγίου Πνεύματος ἔρχεται τό Ψυχοσάββατο, ἡ ἡμέρα τῶν ψυχῶν. Πρίν ἀκόμα ἀπό τήν ἑορτή τῶν Ἁγίων Πάντων ἔρχεται ἡ ἡμέρα τῶν κεκοιμημένων. Πρίν ἀπό τούς ὕμνους καί τίς μελωδίες χαρᾶς γιά τούς ἁγίους, πού ἔνδοξα βασιλεύουν στούς οὐρανούς[1] ἔρχονται οἱ ὕμνοι καί οἱ μελωδίες λύπης γιά κείνους πού ἔφυγαν ἀπό τόν παρόντα κόσμο. Ἡ Ἐκκλησία, μητέρα ὅλων τῶν λυτρωμένων ἀπό τό αἷμα τοῦ Χριστοῦ[2] σκέπτεται ὅλα τά παιδιά της καί κεῖνα πού βρίσκονται στόν οὐρανό καί κεῖνα, πού ἀγωνίζονται στή γῆ. Ἡ Ἐκκλησία μᾶς προσκαλεῖ νά σκεφθοῦμε ὅλους ἐκείνους, πού  προηγήθηκαν ἀπό μᾶς στό ταξίδι τῆς αἰωνιότητας. Νά σκεφθοῦμε ὄχι μόνο τούς συγγενεῖς καί τούς φίλους ἀλλά ὅλους χωρίς διάκριση. Ὄχι μονάχα τούς μεγάλους εὐεργέτες τῆς ἀνθρωπότητας καί τούς ἥρωες τῆς Πατρίδας ὄχι μόνο κείνους πού ἔλαμψαν μέ τή σοφία τους καί τά εὐγενικά αἰσθήματά τους, ἀλλά ὅλους γενικά, γιατί ὅλοι εἶναι ἀδελφοί μας. Νά τούς σκεφθοῦμε γιά νά τούς τιμήσουμε. Νά τούς τιμήσουμε ὄχι μόνο μέ μία ἁπλή ἐπίσκεψη, ὅπως κάνουμε σέ ἕνα μουσεῖο ἤ μία πινακοθήκη, ὄχι μόνο γιά νά ἀφήσουμε στόν τάφο τους λίγα λουλούδια ἤ νά τούς ἀνάψουμε ἕνα κεράκι, ἀλλά γιά νά τούς ἐκδηλώσουμε τήν ἀγάπη μας μέ τίς προσευχές μας καί νά τούς τιμήσουμε μέ τά καλά μας ἔργα ἐλεημοσύνης καί φιλαλληλίας.

Ἡ τιμή, πού θά ἀποδώσουμε στούς κεκοιμημένους μας ἔχει βαθειά ἔννοια κι αὐτή θέλει ἡ Ἐκκλησία νά ἐξάρει. Ὁ σεβασμός μας στούς κεκοιμημένους εἶναι μία π ρ ά ξ η  π ί σ τ ε ω ς. Τιμώντας τούς κεκοιμημένους διακηρύττουμε ὅτι πιστεύουμε στή μέλλουσα ζωή. Εἶναι    π ρ ά ξ η  ἐ λ π ί δ α ς. Ἐλπίζουμε στήν ἀνάσταση τῶν κεκοιμημένων, ὅτι οἱ κεκοιμημένοι ἀδελφοί μας δέν χάθηκαν μέ τόν θάνατο, δέν ἐπέστρεψαν στήν ἀνυπαρξία, μᾶς ἀναμένουν καί μία ἡμέρα θά συναντηθοῦμε μέ τούς προσφιλεῖς γνωστούς μας. Εἶναι π ρ ά ξ η  ἀ γ ά     π η ς, καθώς ἐκδηλώνουμε τά αἰσθήματα τῆς καρδιᾶς μας, βοηθώντας μέ ἐλεημοσύνες κείνους πού ὑποφέρουν.

Μ’ αὐτές τίς ἀρετές θέλει ἡ μητέρα Ἐκκλησία μας νά καλλιεργήσει τήν ψυχή μας, παροτρύνοντάς μας νά τιμοῦμε τούς κεκοιμημένους.

«Νά πιστεύετε, μᾶς λέγει, στήν ἄλλη ζωή, νά ἐλπίζετε στήν ἀνάσταση τῶν νεκρῶν, νά ἐξασκεῖτε τήν ἀγάπη καί πρός τούς κεκοιμημένους καί προσέξτε, γιατί ἡ λήθη τοποθετεῖ πολύ γρήγορα τήν πιό βαρειά ταφόπετρα ἐπάνω στούς κεκοιμημένους».

* * * * *

2. Τά ὅσα μᾶς διδάσκει ἡ ἡμέρα

Πηγαίνοντας στό Κοιμητήριο πηγαίνουμε σέ ἕνα μεγάλο καί καλό σχολεῖο. Ἐκεῖ τό κάθε τί μᾶς κηρύττει, τό κάθε τί μᾶς ὑπενθυμίζει κάτι.



α΄. Ὁ  τ ά φ ο ς μέ τά ἄσπρα καί κρύα μάρμαρά του πού σκεπάζει τά σώματα τῶν προσφιλῶν μας προσώπων, μᾶς διδάσκει τή ματαιότητα τοῦ κόσμου. Ὅλα τά ἐπίγεια, μάταια, πρόσκαιρα καί φθαρτά τελειώνουν στόν τάφο· ἡ δόξα, τά πλούτη, ἡ ὀμορφιά, ἡ νεότητα, τό γῆρας, ἡ πτωχεία, ἡ ἀσθένεια, οἱ σχέσεις, τά ἀξιώματα, τά ὄνειρα, τά ἰδανικά, «ἐπελθὼν γὰρ ὁ θάνατος πάντα ταῦτα ἐξηφάνισται»[3]. Σκόνη εἶναι τό σῶμα τοῦ ἀνθρώπου «γῆ καί σποδός» (δηλαδή χῶμα καί στάχτη) εἶπε ὁ Προφήτης[4]. Σκόνη κι ὅ,τι ἔφτιαξε μέ πόνους καί μόχθους. Ποῦ εἶναι, φωνάζει ὁ κρύος τάφος, τά μεγαλεῖα σου, ὦ θνητέ, ποῦ ἡ δόξα σου καί τά πλούτη σου; «Πάντα ματαιότης τά ἀνθρώπινα, ὅσα οὐχ ὑπάρχει μετά θάνατον». Ἡ ζωή εἶναι σύντομη, ἐργάσου γιά τό καλό, γιά κεῖνο πού μένει ἀθάνατο καί αἰώνιο, τήν ψυχή.

β΄. Τ ό  μ ν ῆ μ α θυμίζει ἐκεῖνον πού ἔζησε στόν παρόντα πρόσκαιρο κόσμο καί τώρα ζεῖ μέ ἕνα διαφορετικό τρόπο, μιά ἄλλη περίοδο τῆς ζωῆς. Ἡ ζωή τοῦ ἀνθρώπου ἔχει ἀρχή, ἀλλά δέν ἔχει τέλος. Διέρχεται διαδοχικά ἀπό τίς ἑξῆς περιόδους : Πρώτη περίοδος αὐτή πού ζεῖ ὁ ἄνθρωπος στήν παρούσα ζωή, ἡ ψυχή εἶναι ἑνωμένη μέ τό σῶμα. Δεύτερη περίοδο ὅταν χωρίζεται μέ τόν θάνατο ἡ ψυχή ἀπό τό σῶμα καί ἡ ψυχή ἐπιστρέφει «ἔνθα καί τό εἶναι προσελάβετο», τό δέ σῶμα παραδίδεται στήν φθορά τοῦ τάφου νά ἀποσυντεθεῖ στά ἐξ ὧν συνετέθη. Σ’ αὐτή τή περίοδο βρίσκονται ὅλοι οἱ κεκοιμημένοι. Τρίτη περίοδος ἀπό τήν κοινή ἀνάσταση, ὅταν ἡ ψυχή θά ἑνωθεῖ μέ τό σῶμα πού θά ἀναστηθεῖ καί ὁ ἄνθρωπος θά ζήσει στούς αἰῶνας τῶν αἰώνων. Αὐτή τήν ἀλήθεια θυμίζει τό μνῆμα πού ἡ Ἐκκλησία τήν συμπεριέλαβε στήν φράση τοῦ Πιστεύω: «Προσδοκῶ ἀνάσταση νεκρῶν».



γ΄. Κάθε μνῆμα ἔχει κι  ἕ ν α  σ τ α υ ρ ό, σύμβολο ἐλπίδας κι ἀναστάσεως. Ἐπάνω σ’ αὐτόν εἶναι γραμμένο τό ὄνομα τοῦ νεκροῦ καί καμμιά φορά ἡ ἡμερομηνία τῆς γεννήσεώς του καί τοῦ θανάτου του. Σέ κάθε μνῆμα κι ὁ σταυρός εἶναι διαφορετικός καί τά γράμματα μέ ἄλλο τρόπο γραμμένα καί τοποθετημένα. Σύμβολο κι αὐτό, ὅτι ὁ καθένας εἶχε ἕνα ἰδιαίτερο σταυρό νά σηκώνει στή ζωή καί σύμφωνα μέ τόν τρόπο καί τήν προθυμία πού τόν σήκωσε, τώρα ἔχει ν’ ἀπολαύσει τόν κόπο τῶν μόχθων του.

Ὁ σταυρός τοποθετεῖται ἐπάνω στόν τάφο γιά νά μᾶς ὑπενθυμίσει τήν ἀνάσταση τοῦ Κυρίου καί τή δική μας ἀνάσταση. Ἄν ἐμεῖς σταυρωθήκαμε στή ζωή μέ τόν Χριστό, πεθάναμε ὡς πρός τήν ἁμαρτία μαζί Του, θά συναναστηθοῦμε μία ἡμέρα μαζί Του στήν ζωή πού ὁ δεύτερος θάνατος δέν θά ἔχει ἐξουσία, ὅπως τονίζει ὁ εὐαγγελιστής Ἰωάννης[5]. Ὁ σταυρός δέν χωρίζεται ἀπό τήν ἀνάσταση.



δ΄. Τά κ υ π α ρ ί σ σ ι α, πού στολίζουν σχεδόν ὅλα τά Κοιμητήρια, ἔχουν κι αὐτά τό συμβολισμό τους. Μέ τά πυκνά καί μουντά φυλλώματά τους ἀνεβαίνουν ψηλά, σάν νά ἤθελαν νά ἀγγίξουν τόν οὐρανό γιά νά μᾶς ποῦν ὅτι δέν πρέπει ν’ ἀφήνουμε τόν ἑαυτό μας νά λυγίζει στίς θλίψεις, ἀλλά ἀκατάπαυστα ν’ ἀτενίζουμε ψηλά, ἐκεῖ ὅπου βρίσκεται ἡ παντοτεινή κατοικία καί οὐράνια πατρίδα μας κατά τό ἀποστολικό: «Γιατί δέν ἔχουμε ἐδῶ μόνιμη πολιτεία, ἀλλά λαχταροῦμε τή μελλοντική»[6].



ε΄.Τ ό κ α ν δ ή λ ι ἀναμμένο θυμίζει τίς ὡραῖες ψυχές πού ἀγαπήσαμε καί μᾶς ἀγάπησαν, τίς ψυχές πού μᾶς εὐεργέτησαν ἀλλά καί μᾶς στενοχώρησαν, τίς ψυχές πού πόνεσαν καί ἀγωνίσθηκαν γιά μᾶς, τίς ψυχές πού ἔλλαμψαν μέ τήν πίστη καί τίς ἀρετές τους, τίς ψυχές πού ἔγιναν εἰκόνες τοῦ Θεοῦ.



στ΄. Ἡ θ λ ί ψ η  εἶναι κάτι τό ἀνθρώπινο. Ἡ ἔκφραση τρυφερῶν αἰσθημάτων καί συμπόνοιας εἶναι προτέρημα τῆς καρδιᾶς καί ὁ ἴδιος ὁ Ἰησοῦς ἔκλαυσε στόν τάφο τοῦ Λαζάρου καί ἡ Παναγία θρήνησε τό νεκρό Υἱό Της. Ὁ πόνος ὅμως καί ἡ θλίψη δέν πρέπει νά μᾶς καταβάλλουν, ἀλλά νά μᾶς βοηθοῦν νά στραφοῦμε στό μόνο Παρηγορητή καί Λυτρωτή τοῦ δικοῦ μας καί τοῦ ξένου πόνου. Μαζί μέ τά δάκρυα νά βγαίνει καί πιό θερμή ἡ προσευχή μας γιά τήν αἰώνια ζωή καί ἀνάπαυση τῶν προσφιλῶν μας.



Ἄς προσευχηθοῦμε αὐτή τήν ἱερή ἡμέρα μνήμης τῶν κεκοιμημένων στόν Κύριο τῆς ζωῆς καί τοῦ θανάτου, λέγοντας:

Ἰησοῦ, ἀπαρχή τῶν κεκοιμημένων, πρωτότοκε τῶν νεκρῶν, εὐλαβικά στέκομαι μπρός στούς τάφους τῶν γνωστῶν μου κι ἀγνώστων γιά νά ἐκδηλώσω τήν πίστη μου στήν αἰώνια ζωή, τήν ἐλπίδα στή μελλοντική ἀνάσταση καί τήν ἀγάπη γιά ὅλους ἐκείνους πού προηγήθηκαν ἐμοῦ στό ταξίδι τῆς ζωῆς. Δέ θά ἀφήνω νά μέ καταβάλλει ἡ θλίψη καί ἡ ἀπογοήτευση μπρός στό θάνατο, ἀλλά μέ ἐλπίδα ἀτενίζοντας τό σταυρό, πού ἐπισκιάζει τά μνήματα, θά κηρύττω ὅτι Σύ εἶσαι ἡ ἀνάσταση κι ἡ ζωή κι ὅποιος πιστεύει σέ Σένα κι ἄν ἀποθάνει θά ζήσει.

Π Α Ρ Α Π Ο Μ Π Ε Σ

[1] Ἀποκαλύψεως α΄, 10 καί κ΄ 6

[2] Ἀποκαλύψεως α΄, 6

[3] Εὐλογητάριο τοῦ γ΄ ἤχου τῆς Νεκρωσίμου Ἀκολουθίας

[4] Γενέσεως ιη΄, 27

[5] Ἀποκαλύψεως κ΄, 14

[6] «οὐ γὰρ ἔχομεν ὧδε μένουσαν πόλιν, ἀλλὰ τὴν μέλλουσαν ἐπιζητοῦμεν» Πρός Ἑβραίους ιγ΄, 14