Δευτέρα 22 Ιουλίου 2019

Αρχιεπίσκοπος Αναστάσιος: Η Ανάσταση προσφέρει απροσμέτρητη ελπίδα


«Τη ελπίδι χαίροντες» αναβοώμεν Χριστός Ανέστη!

«Η αναστάσιμη ελπίδα δεν αναφέρεται σε κάποια αόριστη ιδέα, αλλά είναι συνδεδεμένη με ένα Πρόσωπο, τον Θεάνθρωπο Ιησού Χριστό, ο οποίος εκουσίως υπέστη φρικτά βασανιστήρια, σταυρώθηκε νικώντας τον θάνατο. Η αναφώνηση Χριστός Ανέστη δεν δηλώνει ότι ανέστη ο Θεός -η θεότητα δεν πεθαίνει- αλλά ανέστη ο Θεάνθρωπος Χριστός και συνανέστησε την ανθρώπινη φύση, την οποία προσέλαβε «εκ Πνεύματος Αγίου και Μαρίας της Παρθένου»», τονίζει, μεταξύ άλλων, στο πασχάλιο μήνυμά του ο αρχιεπίσκοπος Τιράνων, Δυρραχίου και πάσης Αλβανίας Αναστάσιος.
Αναλυτικά, το πασχάλιο μήνυμα του Μακαριωτάτου:
«Τη ελπίδι χαίροντες» αναβοώμεν Χριστός Ανέστη!
Απροσμέτρητη ελπίδα, αδελφοί μου, προσφέρει η Ανάσταση. Ελπίδα βασισμένη στη χαρμόσυνη είδηση ότι νικήθηκε ο αδυσώπητος εχθρός του ανθρώπου, ο θάνατος. Τον καταπάτησε ο Χριστός: «Πού σου, θάνατε, το κέντρον; Πού σου, άδη, το νίκος; Ανέστη Χριστός, και συ καταβέβλησαι» αναφωνεί ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος και μαζί του όλη η Ορθόδοξη Εκκλησία «…Ανέστη Χριστός, και ζωή πολιτεύεται… Χριστός γαρ εγερθείς εκ νεκρών, απαρχή των κεκοιμημένων εγένετο· αυτώ η δόξα και το κράτος εις τους αιώνας των αιώνων. Αμήν».
Το γεγονός της Αναστάσεως του Χριστού καταυγάζει όλη την ανθρώπινη ζωή με ζωογόνο φως. Ακόμη και στις πιο δύσκολες συνθήκες μάς στηρίζει η αναστάσιμη εμπειρία: «ίνα μη πεποιθότες ώμεν εφ’ εαυτοίς, αλλ’ επί τω Θεώ τω εγείροντι τους νεκρούς» (B΄ Κορ. 1:9). Ο ανθρώπινος νους δεν χωράει το θαύμα. Η καρδιά, όμως, διαισθάνεται την αλήθεια αυτή και σκιρτά ψάλλοντας το Χριστός Ανέστη. Συγχρόνως η Ανάσταση δυναμώνει την ελπίδα ότι θα εξουδετερωθεί κάθε ενέργεια θανατηφόρα που συνθλίβει τη ζωή μας. Ενισχύει την ελπίδα ότι τελικά θα νικηθούν η αδικία, ο φθόνος, η διαφθορά, τα σκοτεινά συμφέροντα που συμβαδίζουν συνήθως με το δόλιο ψέμα και την αδίστακτη αλαζονεία και θανατώνουν την ειρήνη οδηγώντας την κοινωνία στην εξαθλίωση και στην παρακμή. Ως λυτρωτική φωτοχυσία η ελπίδα διαχέεται ιδιαίτερα κατά την υπέρλαμπρη εορτή του Πάσχα προς όλες τις κατευθύνσεις. Καταυγάζει την ύπαρξη των πιστών, αγγίζει μυστικά και τις καλοπροαίρετες ψυχές που κινούνται στις παρυφές της πίστεως.
Η χριστιανική ελπίδα δεν προέρχεται από ακαθόριστη αισιοδοξία, δεν σχετίζεται με ψευδαίσθηση ουτοπιστική. Στηρίζεται στη βεβαιότητα ότι υπάρχει Θεός Παντοδύναμος, Δημιουργός του παντός και Προνοητής. Προσωπικός Θεός αγάπης, ο οποίος ούτως ηγάπησεν τον «κόσμον, ώστε τον υιόν αυτού τον μονογενή έδωκεν, ίνα πας ο πιστεύων εις αυτόν μη απόληται, αλλ’ έχη ζωήν αιώνιον» (Ιω. 3:16). Η αναστάσιμη ελπίδα δεν αναφέρεται σε κάποια αόριστη ιδέα, αλλά είναι συνδεδεμένη με ένα Πρόσωπο, τον Θεάνθρωπο Ιησού Χριστό, ο οποίος εκουσίως υπέστη φρικτά βασανιστήρια, σταυρώθηκε νικώντας τον θάνατο. Η αναφώνηση Χριστός Ανέστη δεν δηλώνει ότι ανέστη ο Θεός -η θεότητα δεν πεθαίνει- αλλά ανέστη ο Θεάνθρωπος Χριστός και συνανέστησε την ανθρώπινη φύση, την οποία προσέλαβε «εκ Πνεύματος Αγίου και Μαρίας της Παρθένου».
Ο Απόστολος Παύλος επεξηγεί: «η αλήθεια είναι πως ο Χριστός έχει αναστηθεί, κάνοντας την αρχή για την ανάσταση όλων των νεκρών. Γιατί όπως ο θάνατος ήρθε στον κόσμο από έναν άνθρωπο, έτσι από έναν άνθρωπο ήρθε και η ανάσταση των νεκρών. Όπως πεθαίνουν όλοι εξαιτίας της συγγενείας με τον Αδάμ, έτσι, χάρις στη συγγένεια με τον Χριστό όλοι θα ξαναπάρουν ζωή». («Νυνί δε χριστός εγήγερται εκ νεκρών, απαρχή των κεκοιμημένων εγένετο. επειδή γαρ δι᾽ ανθρώπου θάνατος, και δι΄ανθρώπου ανάστασις νεκρών. ώσπερ γαρ εν τω Αδάμ πάντες αποθνήσκουσιν, ούτως και εν τω Χριστώ πάντες ζωοποιηθήσονται») (Α΄ Κορ. 15: 20-22).
Με αυτή την χωρίς όρια ελπίδα προχωρεί η Εκκλησία ψάλλοντας τον αναστάσιμο παιάνα: «Χριστός ανέστη εκ νεκρών, θανάτω θάνατον πατήσας και τοις εν τοις μνήμασι ζωήν χαρισάμενος». Με δοξαστική αγαλλίαση επαναλαμβάνει: «Ευλογητός ο θεός και πατήρ του κυρίου ημών Ιησού Χριστού, ο κατά το πολύ αυτού έλεος αναγεννήσας ημάς εις ελπίδα ζώσαν δι’ αναστάσεως Ιησού Χριστού εκ νεκρών» (Α΄ Πετρ. 1:3). Αυτή η ελπίδα ενισχύει τα μέλη της -όλους εμάς- στον καθημερινό μας αγώνα, για να αντέχουμε στις πολύμορφες θλίψεις, τις συκοφαντίες, τις αρρώστιες, τις αποτυχίες, την ανέχεια, τον βαθύ πόνο που προκαλεί η εκδημία των αγαπημένων μας προσώπων. Μάς στηρίζει επίσης και μας παρηγορεί η πασχαλινή ελπίδα ότι με τον φωτισμό του σταυρωθέντος και αναστάντος Χριστού θα ευρεθούν λυτρωτικές διαβάσεις στα ποικίλα πολιτικά, εκκλησιαστικά, προσωπικά και κοινωνικά αδιέξοδα, που μάς ταλαιπωρούν. Προχωρούμε λοιπόν «τη ελπίδι χαίροντες, τη θλίψει υπομένοντες, τη προσευχή προσκαρτερούντες (Ρωμ. 12:12)».
Υπάρχουν, βεβαίως, συγκεκριμένες προϋποθέσεις για την ενεργοποίηση αυτής της ελπίδας. Πρώτη είναι η εμπιστοσύνη σε όσα έχει αποκαλύψει ο Χριστός, σε όσα σταθερά ευαγγελίζεται η Εκκλησία, τα οποία έχουν αιώνιο και οικουμενικό κύρος. Η πεποίθηση ότι στον αναστάντα Χριστό εδόθη «πάσα εξουσία εν ουρανώ και επί γης» και ότι συνεπώς η ιστορία δεν διαμορφώνεται με τους σχεδιασμούς και τις ενέργειες των κατά καιρούς ισχυρών, αλλά τον τελευταίο λόγο τον έχει ο αιώνιος Θεός της δικαιοσύνης και της αγάπης. Ο Αναστάς Χριστός υποσχέθηκε τη συνεχή παρουσία Του στη ζωή μας: «ιδού εγώ μεθ’ υμών ειμι πάσας τας ημέρας έως της συντελείας του αιώνος» (Ματθ. 28:20).
Με την αναστάσιμη ελπίδα συμπορεύονται η ειρήνη και η χαρά. «Η ειρήνη του θεού η υπερέχουσα πάντα νούν» (Φιλιπ. 4:7), όπως την καθόρισε ο Χριστός προ του πάθους Του («ειρήνην την εμήν δίδωμι υμίν ου καθώς ο κόσμος δίδωσιν εγώ δίδωμι υμίν» (Ιω. 14:27)). Όπως την προσέφερε μετά την Ανάστασή Του ως μόνιμο χαρακτηριστικό των μαθητών και αποστόλων Του: «ειρήνη υμίν, καθώς απέσταλκέν με ο πατήρ, καγώ πέμπω υμάς» (Ιω. 20:21).
Χριστός Ανέστη, αδελφοί μου! Ας συνοψίσουμε τον αναστάσιμο αυτό χαιρετισμό με τα λόγια του Αποστόλου των εθνών: «Ο δε Θεός της ελπίδος πληρώσαι υμάς πάσης χαράς και ειρήνης εν τω πιστεύειν, εις το περισσεύειν υμάς εν τη ελπίδι εν δυνάμει πνεύματος αγίου» (Ρωμ. 15:13). Σε ελεύθερη απόδοση: Είθε ο Θεός της ελπίδας να γεμίζει τις ψυχές όλων μας με απέραντη χαρά και ειρήνη, που προέρχονται από την πίστη. Ώστε να έχουμε άφθονη την ελπίδα με τη δύναμη του Αγίου Πνεύματος. Όχι απλώς λίγη ελπίδα, αλλά ελπίδα που να ξεχειλίζει και να περισσεύει, ώστε να μπορούμε να την προσφέρουμε και στους άλλους. Και όλα αυτά θα συντελούνται όχι με τις δικές μας ικανότητες, αλλά με την παρουσία και τη χάρη του Αγίου Πνεύματος.
Αυτή την απέραντη πασχαλινή ελπίδα ας ευχηθούμε εις εαυτούς και αλλήλους να μας χαρίσει ο Σταυρωθείς και Αναστάς Κύριος, η Κεφαλή της Εκκλησίας μας. Χριστός Ανέστη!

ΑΓΑΠΗ ΚΑΙ ΦΡΟΝΤΙΔΑ ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΚΕΚΟΙΜΗΜΕΝΟΥΣ


Διηγήθηκε κάποτε ο Άγιος Παΐσιος ο Αγιορείτης (1924–1994), τα εξής:
 
«Μόλις είχα πάει στην Σκήτη των Ιβήρων (Μάϊος 1964), το έμαθε ο μπαρμπα–Θανάσης
ο “Κουρτζής” (=ο δασοφύλακας) από την Μονή του Φιλοθέου και ήρθε να με δει.
Ήταν γνωστός μου και μου έφερε κάτι ευλογίες, διότι τότε στις αρχές δεν είχα
τίποτε.


     »Τον ευχαρίστησα και του είπα να γράψει τα ονόματα των κεκοιμημένων συγγενών του, για να τα μνημονεύω. Εκείνος, επηρεασμένος από κάποιον μάρτυρα του Ιεχωβά, έλεγε: “Άμα πεθάνει ο άνθρωπος, δεν υπάρχει τίποτε· μετά θάνατον, όλα χάνονται!...”.

    »Δεν πέρασε καιρός, εκοιμήθη και ο ίδιος. Όταν το έμαθα, πήγα μέχρι το (Μοναστήρι
του) Φιλοθέου και είδα τον τάφο του. Έκανα κάθε μέρα προσευχή γι’ αυτόν, ο Θεός
να αναπαύσει την ψυχή του.

    »Ύστερα από είκοσι μέρες από την κοίμηση του μπαρμπα–Θανάση, μαθαίνω ότι με
έψαχνε ένα πρόσωπο από την Μονή του Φιλοθέου. Έρχεται αναστατωμένος, ήταν και
Επίτροπος σ’ αυτό το Μοναστήρι. “Πάτερ”, μου λέει, “ήρθε στον ύπνο μου ο
μπαρμπα–Θανάσης, ο πεθαμένος, και μου παραπονέθηκε πως τον ξέχασα και ότι εγώ
δεν έκανα τίποτα γι’ αυτόν. Μάλιστα δε, μου είπε ότι μόνον εσύ τον βοηθάς με
την προσευχή σου. Και, πραγματικά! Δεν τον μνημονεύω στην προσευχή μου. Ανέλαβα
Προϊστάμενος του Μοναστηριού και τώρα τακτοποιώ το γραφείο, έχω πολλή δουλειά,
τι να κάνω τώρα, άφησα και τον κανόνα μου…”.
 
Του είπα:
 
–“Ε, τώρα (μετά απ’ αυτό), να κάνεις λίγο παραπάνω (προσευχή)!”».
 
Αυτό το γεγονός, ενίσχυσε τον Άγιο Γέροντα Παΐσιο και συνέχισε να εύχεται
περισσότερο για τις ψυχές όλων των κεκοιμημένων.
 
Μία διετία νωρίτερα, όταν ο Άγιος ζούσε και ασκήτευε στο Μοναστήρι του
Στομίου της Κόνιτσας (Αύγουστος 1958–Σεπτέμβριος 1962), όποτε δεν είχε Θεία
Λειτουργία τις Κυριακές στο Μοναστήρι, κατέβαινε να λειτουργηθεί και να
κοινωνήσει στην κωμόπολη της Κόνιτσας. Το Σάββατο στις 12 τα μεσάνυχτα, έκλεινε
το Μοναστήρι και, μέσα σε μία ώρα, έφθανε στην Κόνιτσα. Πήγαινε και περίμενε
στο οστεοφυλάκιο και, επί 6 με 7 ώρες, έκανε προσευχή για ζώντες και, κυρίως,
για τους κεκοιμημένους, μέχρι ν’ ανοίξει ο νεωκόρος την Εκκλησία. Κάποτε, σε
μια τέτοια νύχτα, είδε τα οστά των κεκοιμημένων να εκπέμπουν φως. Ήταν ασφαλώς “σημείο”
εκ Θεού, για να του δείξει ότι οι κεκοιμημένοι αισθάνονται τις προσευχές του.
 
Έλεγε πολύ χαρακτηριστικά ο ίδιος:

     «Η προσευχή για τους κεκοιμημένους, πολύ βοηθά. Όσες φορές είμαι κουρασμένος ή δεν
έχω τον χρόνο να προσευχηθώ για τους κεκοιμημένους, την ίδια νύχτα στον ύπνο
μου βλέπω τους γονείς μου, για τους οποίους (από πνευματική ξενητεία) ποτέ δεν
προσεύχομαι.
 
»Όταν ανάβουμε κερί για την ψυχή κάποιου κεκοιμημένου, ωφελείται πολύ. Αν έχεις
έναν νεκρό, ο οποίος έχει παρρησία στον Θεό, και του ανάψεις ένα κερί, αυτός
έχει υποχρέωση να προσευχηθεί για σένα στον Θεό. Αν, πάλι, έχεις έναν νεκρό, ο
οποίος νομίζεις ότι δεν έχει παρρησία στον Θεό, τότε, όταν του ανάβεις ένα αγνό
κερί, είναι σαν να δίνεις ένα αναψυκτικό σε κάποιον που καίγεται. Οι άγιοι
δέχονται ευχαρίστως την προσφορά του κεριού και είναι υποχρεωμένοι να
προσευχηθούν γι’ αυτόν που το ανάβει. Κι ο Θεός, ευχαρίστως, το δέχεται.
 
»Ν’ αφήνετε μέρος της προσευχής σας για τους κεκοιμημένους. Οι ίδιοι οι
πεθαμένοι, δεν μπορούν να κάνουν τίποτα. Οι ζωντανοί, όμως, μπορούν. Με την
προσευχή (που κάνετε για τους κεκοιμημένους), είναι σαν να τους κερνάτε μία
πορτοκαλάδα, ένα αναψυκτικό. Όταν ελεείτε κάποιον, να λέτε για ποιον
(συγκεκριμένα κεκοιμημένον) το κάνετε. Ώστε, να την πάρει ο άλλος την
ελεημοσύνη και να πει: “Θεός, σχωρέσ’ τον!”. Κι αν ο άλλος το πει αυτό με την
καρδιά του, το μετράει μετά αυτό ο Θεός.

»Να πηγαίνετε στην εκκλησία “λειτουργιά”, δηλαδή πρόσφορο, και να δίνετε το
όνομα του κεκοιμημένου, να μνημονευθεί από τον ιερέα στην Προσκομιδή. Επίσης,
να κάνετε μνημόσυνα και τρισάγια. Σκέτο το “τρισάγιο”, χωρίς την Θεία
Λειτουργία, είναι ελάχιστο. Το μέγιστο που μπορούμε να κάνουμε για κάποιον,
είναι το “Σαρανταλείτουργο”. Καλό θα είναι, κι αυτό ακόμη, να συνοδευθεί με
ελεημοσύνη».
 
Μαρτυρία ανωνύμου:

«Πήγα να δω τον Γέροντα Παΐσιο μετά το Πάσχα του 1992. Πριν λίγους μήνες, είχε
κοιμηθεί η κόρη μου η Μαρία από καρκίνο. Ο Γέροντας, με οδήγησε μέσα στην
Εκκλησία. Προσκύνησα την Παναγία και, ύστερα, γύρισε και μου είπε: “Άκου… Εγώ,
έκανα Ανάσταση με την Μαρία την κόρη σου και με πάρα πολλές άλλες ψυχές!”.
Γύρισα και τον κοίταξα στα μάτια και αυτός μου ξαναείπε επιβεβαιωτικά:
“ναι!...”».

     Ο Άγιος Γέροντας Παΐσιος, ως καθαρός στον νου ασκητής, με την Χάρη του Θεού, αξιώθηκε να
δει ψυχές προσώπων την ώρα που άφηναν την γη και ανέβαιναν στον ουρανό, και
γνώριζε σε ποιά κατάσταση βρίσκονται άλλοι κεκοιμημένοι. Έτσι, όταν ερωτάτο για
ψυχή κάποιου κεκοιμημένου, απαντούσε ανάλογα με την κατάσταση που έβλεπε ότι
βρίσκεται. Π.χ., «την μητέρα σου, την ανέπαυσε ο Θεός»· ή «να κάνετε
ελεημοσύνες στο όνομά του»· ή «ας προσευχηθούμε στον Κύριο να τον αναπαύσει».

     Έλεγε ο Άγιος Γέροντας Παΐσιος:
     «Οι νεκροί έρχονται σε συναίσθηση και ζητούν βοήθεια, αλλά δεν μπορούν να βοηθήσουν τον εαυτό τους. Όσοι βρίσκονται στον Άδη μόνον ένα πράγμα θα ήθελαν από τον Χριστό: να ζήσουν πέντε λεπτά, για να μετανοήσουν. Εμείς που ζούμε, έχουμε περιθώρια μετανοίας, ενώ, οι καημένοι
οι κεκοιμημένοι, δεν μπορούν πια μόνοι τους να καλυτερεύσουν την θέση τους,
αλλά περιμένουν από εμάς βοήθεια. Γι’ αυτό έχουμε χρέος να τους βοηθούμε με την
προσευχή μας. Οι δε κολασμένοι είναι υπόδικοι, φυλακισμένοι, που βασανίζονται
ανάλογα με τις αμαρτίες που έκαναν και περιμένουν να γίνει η τελική δίκη, η
μέλλουσα Κρίση. Υπάρχουν βαρυποινίτες, υπάρχουν και υπόδικοι με ελαφρότερες
αμαρτίες. Ο Θεός, ενώ έχει πει εδώ και πόσους αιώνες το “μετανοεῖτε ἤγγικε γὰρ
ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν” (Ματθ. γ΄ 2, δ΄ 17, ι΄ 7· Μάρκ. α΄ 15),
παρατείνει-παρατείνει τον χρόνο, επειδή περιμένει εμάς να διορθωθούμε. Αλλά
εμείς παραμένοντας στις κακομοιριές μας, αδικούμε τους Αγίους, γιατί δεν
μπορούν να λάβουν την τέλεια δόξα (εξαιτίας μας), την οποία θα λάβουν μετά την
μέλλουσα Κρίση.

     »Μου λέει ο λογισμός ότι μόνον το δέκα τοις εκατό από τους υπόδικους νεκρούς βρίσκονται σε δαιμονική κατάσταση και, εκεί που είναι, βρίζουν τον Θεό, όπως οι δαίμονες. Δεν ζητούν βοήθεια, αλλά και δεν δέχονται βοήθεια. Γιατί, τι να τους κάνει ο Θεός; Σαν ένα παιδί που
απομακρύνεται από τον πατέρα του, σπαταλάει όλη την περιουσία του και από πάνω
βρίζει και τον πατέρα του. Ε, τι να το κάνει αυτό (το παιδί) ο πατέρας του; Οι
άλλοι όμως υπόδικοι, που έχουν λίγο φιλότιμο, αισθάνονται την ενοχή τους,
μετανοούν και υποφέρουν για τις αμαρτίες τους. Ζητούν να βοηθηθούν και
βοηθιούνται θετικά με τις προσευχές των πιστών. Τους δίνει δηλαδή ο Θεός μια
ευκαιρία, τώρα που είναι υπόδικοι, να βοηθηθούν μέχρι να γίνει η Δευτέρα
Παρουσία. Και όπως σ’ αυτήν την ζωή, αν κάποιος είναι φίλος με τον βασιλιά,
μπορεί να μεσολαβήσει και να βοηθήσει έναν υπόδικο, έτσι και αν είναι κανείς
“φίλος” με τον Θεό, μπορεί να μεσολαβήσει στον Θεό με την προσευχή του και να
μεταφέρει τους υπόδικους νεκρούς από την μια “φυλακή” σε μια άλλη καλύτερη, από το
ένα “κρατητήριο” σε ένα άλλο καλύτερο. Ή ακόμη, μπορεί να τους μεταφέρει και σε
“δωμάτιο” ή σε “διαμέρισμα”.

     »Όπως ανακουφίζουμε τους φυλακισμένους με αναψυκτικά κ.λπ. που τους πηγαίνουμε, έτσι και τους νεκρούς τους ανακουφίζουμε με τις προσευχές και τις ελεημοσύνες που κάνουμε για την ψυχή τους. Οι προσευχές των ζώντων για τους κεκοιμημένους και τα μνημόσυνα είναι η τελευταία
ευκαιρία που δίνει ο Θεός στους κεκοιμημένους να βοηθηθούν, μέχρι να γίνει η
τελική Κρίση. Μετά την δίκη, δεν θα υπάρχει πλέον δυνατότητα να βοηθηθούν.


     »Ο Θεός θέλει να βοηθήσει τους κεκοιμημένους, γιατί πονάει για την σωτηρία τους, αλλά δεν το κάνει, γιατί έχει αρχοντιά. Δεν θέλει να δώσει δικαίωμα στον διάβολο να πει: “Πώς τον σώζεις
αυτόν, ενώ δεν κόπιασε (για την σωτηρία του);”. Όταν όμως προσευχόμαστε εμείς
για τους κεκοιμημένους, (τότε), Του δίνουμε το δικαίωμα να επεμβαίνει. Περισσότερο, μάλιστα, συγκινείται ο Θεός, όταν κάνουμε προσευχή για τους κεκοιμημένους παρά για τους
ζώντες.

        »Γι’ αυτό και η Εκκλησία μας έχει τα κόλλυβα, τα μνημόσυνα. Τα μνημόσυνα είναι ο καλύτερος “δικηγόρος” για τις ψυχές των κεκοιμημένων. Έχουν την δυνατότητα και από την κόλαση να βγάλουν την ψυχή. Κι εσείς σε κάθε Θεία Λειτουργία να διαβάζετε κόλλυβα για τους κεκοιμημένους.
Έχει νόημα το σιτάρι. “Σπείρεται ἐν φθορᾷ, ἐγείρεται ἐν ἀφθαρσίᾳ” (Α΄ Κορ. ιε΄
42), λέει η Γραφή. Στον κόσμο, μερικοί βαριούνται να βράσουν λίγο σιτάρι και
πηγαίνουν στην εκκλησία σταφίδες, κουραμπιέδες, κουλουράκια, για να τα
διαβάσουν οι ιερείς. Και, βλέπεις, εκεί στο Άγιον Όρος, κάτι γεροντάκια τα
καημένα, σε κάθε Θεία Λειτουργία, κάνουν κόλλυβα για τους κεκοιμημένους και για
τον Άγιο που γιορτάζει, για να έχουν την ευλογία του!

     »Το καλύτερο από όλα τα μνημόσυνα που μπορούμε να κάνουμε για τους κεκοιμημένους, είναι η προσεκτική ζωή μας, ο αγώνας που θα κάνουμε, για να κόψουμε τα ελαττώματά μας και να λαμπικάρουμε την ψυχή μας. Γιατί η δική μας ελευθερία από τα υλικά πράγματα και από τα ψυχικά
πάθη, εκτός από την δική μας ανακούφιση, έχει ως αποτέλεσμα και την ανακούφιση των
κεκοιμημένων προπάππων όλης της γενιάς μας. Οι κεκοιμημένοι νιώθουν χαρά, όταν
ένας απόγονός τους είναι κοντά στον Θεό. Αν εμείς δεν είμαστε σε καλή
πνευματική κατάσταση, τότε υποφέρουν οι κεκοιμημένοι γονείς μας, ο παππούς μας,
ο προπάππος, όλες οι γενεές. “Δες τι απογόνους κάναμε!”, λένε και
στενοχωριούνται. Αν όμως είμαστε σε καλή πνευματική κατάσταση, ευφραίνονται,
γιατί και αυτοί έγιναν συνεργοί να γεννηθούμε και ο Θεός, κατά κάποιον τρόπο,
υποχρεώνεται να τους βοηθήσει. Αυτό δηλαδή που θα δώσει χαρά στους
κεκοιμημένους είναι να αγωνισθούμε να ευαρεστήσουμε στον Θεό με την ζωή μας,
ώστε να τους συναντήσουμε στον Παράδεισο και ζήσουμε όλοι μαζί στην αιώνια ζωή».

ΑΓΙΟΣ ΠΑΪΣΙΟΣ ΑΓΙΟΡΕΙΤΗΣ (1924–1994)

[(1) Αγίου Γέροντος Παϊσίου Αγιορείτου:

Οι τρόποι με τους οποίους βοηθούνται οι ψυχές μετά τον θάνατον. 4.11.2007 Κυρ. Ε΄Λουκά π.Στεφάνου Αναγνωστοπούλου



  

«Ο διψών ερχέσθω προς με και πινέτω», είπεν ο Κύριος.
Έτσι λοιπόν το σημερινό Ευαγγελικό ανάγνωσμα, μας προσφέρει άφθονον αθάνατον και αιώνιον ύδωρ, όπως και τροφή.
Από το σημερινό αυτό ανάγνωσμα που ακούσαμε προηγουμένως όλοι μας, θα πάρουμε μια από τις δυο θέσεις που παρουσίασε η σημερινή παραβολή.
Ή του άφρονος πλουσίου που υπήρξε στη ζωή του σκληρόκαρδος και αμετανόητος, και μετά το θάνατό του δυστυχώς τον βλέπουμε να υποφέρει στα κολαστήρια του Άδου, ή θα πάρουμε τη θέση του πτωχού Λαζάρου που αναπαυόταν μετά το θάνατό του στους κόλπους του Αβραάμ.
Μια από τις δύο.
Ποια όμως θα πάρουμε; Ποια θα διαλέξουμε; Ποια θα προτιμήσουμε;
Μήπως την πρώτη όπου βασιλεύει ο αιώνιος πόνος και ο κολασμός της ψυχής;
Ή μήπως τη δεύτερη όπου βασιλεύουν η αγάπη και η δόξα του εν Τριάδι Θεού μαζί με όλες τις χαρές του Παραδείσου;

Βέβαια έχουμε πόνους, έχουμε βάσανα, έχουμε στεναχώριες, και έχουμε και ποικιλίες ασθενειών.
Έτσι είναι. Για να πάς στον Παράδεισο, για να κληρονομήσεις τη Βασιλεία των Ουρανών θα περάσεις μέσα από την Κόλαση του Άδου μέσα στη σημερινή ζωή όπου ζούμε.
Διότι αλίμονον αν την περάσουμε εκεί. Από κει δε μπορούμε να περάσουμε στη αντίπερη όχθη, από δω μπορούμε.
Και οι μεν πρώτοι προγεύονται από τον θάνατόν τους, μέχρι και της Δευτέρας του Χριστού Παρουσίας, τις οδύνες της Κολάσεως, και οι δεύτεροι προαπολαμβάνουν τα άπειρα αγαθά της Βασιλείας των Ουρανών.
Αυτή είναι και η μέση κατάστασις για την οποία έχομε μιλήσει σε τόσα πολλά κηρύγματα.
Και δυστυχώς, όπως μας βεβαιώνει ο ίδιος ο Χριστός, και δυστυχώς αδυνατούν να προσφέρουν βοήθεια οι σεσωσμένες ψυχές, στους αμετανοήτους αμαρτωλούς.
Διότι μεταξύ των δευτέρων και των πρώτων, «χάσμα μέγα κείται».
Μεγάλο χάσμα τους χωρίζει και η βοήθεια είναι τελείως αδύνατη.
Εκεί δηλαδή οι σεσωσμένοι και οι άγιοι δεν μπορούν να προσφέρουν βοήθεια στους κολασμένους.
Αυτή είναι η πρώτη πληροφορία.
Η δεύτερη πληροφορία που μας δίνει το σημερινό Ευαγγελικό ανάγνωσμα, είναι ότι οι ψυχές έχουν συναίσθηση και συνείδηση του ποιες είναι.
Δηλαδή αναγνωρίζουν τον εαυτόν τους.
Παραδείγματος χάριν εγώ θα γνωρίζω, θα ξέρω ότι είμαι ο πατήρ Στέφανος.
Εσύ θα ξέρεις ότι είσαι ο Κωνσταντίνος, και συ ότι είσαι η Μαρία ή η Αικατερίνη.
Θα το γνωρίζουμε αυτό. Θα έχουμε αντίληψη του προσώπου μας.
Τρίτη πληροφορία που μας δίνει η παραβολή είναι ότι εκεί ενθυμούνται την προηγούμενη ζωή τους.
Τη ζωή τους πάνω στη γη. Γι’ αυτό ή χαίρονται ή υποφέρουν.
Βέβαια για έναν που έχει κερδίσει τη Βασιλεία των Ουρανών και υπήρξε αμαρτωλός κατά τον άλφα ή τον βήτα τρόπο,
με μεγάλες ή μικρές αμαρτίες, εφόσον θα τις έχει εξομολογηθεί, αυτές δεν θα τις ενθυμείται.
Είδαμε λοιπόν, αυτή είναι η τρίτη πληροφορία, γι’ αυτό επαναλαμβάνω, ή θα υποφέρουν ή θα χαίρονται.
Ή θα μισούν, ή θα δοξάζουν τον Θεόν. Άλλοι θα Τον βρίζουν και οι σεσωσμένοι θα Τον ευχαριστούν εις τους αιώνας των αιώνων για τα αγαθά που απολαμβάνουν.
Η τέταρτη πληροφορία που μας δίνει η παραβολή είναι ότι όλες οι ψυχές στη μέση αυτή κατάσταση, ενθυμούνται τους δικούς των ανθρώπους στη γη. Μας θυμούνται δηλαδή οι πεθαμένοι. Όλους μας.
Και γονείς και παιδιά, και συγγενείς και φίλους και γείτονες, τους πάντες ενθυμούνται.
Και δια μέσω των αγγέλων, τους ζητούν βοήθεια.
Ζητούν δηλαδή εκείνοι από μας βοήθεια, αλλά δια μέσω των αγγέλων.
Γι’ αυτό και τους τιμούμε τόσο πολύ μεθαύριο.
Δεύτερον. Προσπαθούν εκείνοι να μας προειδοποιήσουν, εμάς να προειδοποιήσουν, για την εκεί ζωή τους πώς είναι; - άλλοτε κρυώνουν, άλλοτε πεινούν,
άλλοτε είναι ολόλαμπροι, άλλοτε είναι δεδοξασμένοι, άλλοτε είναι γεμάτοι μέσα στο φώς.
Και έτσι μας αποδεικνύουν μ’ αυτές τις εμφανίσεις τους, ότι υπάρχει και δικαία κρίσις του Θεού, όπως υπάρχει και κόλασις.
Ναι υπάρχει.
Είναι το μίσος που θα τρέφομε κατά του Αγίου Θεού.
Ο Θεός που θα είναι αγάπη δεν την καταργεί αυτήν την αγάπη, ούτε στην κόλαση.
Μόνο που για μας αυτή η αγάπη θα είναι κόλασις, διότι θα την μισούμε.
Διότι θα θεωρούμε τον Θεόν υπέυθυνον για την κατάντια μας αυτή, ενώ εμείς με τη δική μας ελευθερία,
με το δικό μας αυτεξούσιο διαλέξαμε εδώ κάτω στη γη να υπηρετούμε τα πάθη μας και την αμαρτία, μέρα και νύχτα, πρωί και βράδυ.
Τετάρτη πληροφορία της παραβολής είναι ότι μετά τον θάνατον δεν υπάρχει μετάνοια.
Γι’ αυτό και το φωνάζουμε όλοι μας συχνά «εν τω Άδη ουκ έστι μετάνοια».
Ο προφητάναξ Δαυίδ όμως, στον έκτο του ψαλμό ερωτά «εν δε τω Άδη τις εξομολογητήσεταί σοι;»
Επαναλαμβάνω λοιπόν ότι οι ψυχές που προγεύονται τον Παράδεισο, δεν μπορούν να επικοινωνήσουν ούτε και να παρηγορήσουν τις ψυχές που προγεύονται την Κόλαση στη μέση κατάσταση.
Διότι το χάσμα είναι αγεφύρωτο, και αυτήν την πληροφορία την είδαμε στο σημερινό Ευαγγελικό ανάγνωσμα.
Όσοι δεν το προλάβατε, να καθίσετε σήμερα να το διαβάσετε.

Παρά ταύτα η άπειρος ευσπλαχνία του Θεού, βρήκε τρόπους για να βοηθούνται όλες οι ψυχές.
Να λαμβάνουν κατά κάποιον τρόπον παράκληση, παρηγοριά, βοήθεια.
Και πρώτα - πρώτα με τις πρεσβείες της Υπεραγίας Θεοτόκου και όλων των Αγίων της Ορθοδόξου ημών εκκλησίας.
Είναι το χρέος και η αγάπη της θριαμβεύουσας Εκκλησίας προς τον Πανάγιον Θεόν.
Αυτοί εύχονται.
«Και Σε Μεσίτριαν έχω προς τον φιλάνθρωπον Θεόν».
Όχι για μένα, αλλά και για τον πατέρα μου, για τη μάνα μου, για τους παππούδες μου, για τις γιαγιάδες μου, για τους προγόνους μου, για τα εκατομμύρια των ψυχών που πέθαναν πριν από μένα.
Βοηθάει όμως τους ανθρώπους που έχουν φύγει από κοντά μας η εδώ στρατευομένη Εκκλησία.
Και η πιο μεγάλη βοήθεια προσφέρεται μέσα απ’ τη Θεία Λειτουργία, γιατί η Θεία Λειτουργία είναι το πάν.
Εκεί στην Πρόθεση, στον όρθρο όταν αρχίσαμε, είπαμε κατ’ αρχάς ένα ψιχουλάκι, πολύ μικρό ψιχουλάκι, - τι είναι ένα ψιχουλάκι - είπαμε «Μνήσθητι Κύριε πάσης επισκοπής Ορθοδόξων, Πατριαρχών, Αρχιερέων, Ιερέων, Ιερομονάχων, Ιεροδιακόνων, Μοναχών, Μοναζουσών», σε ένα ψιχουλάκι, σε ένα ψιχουλάκι. Σε ένα ψίχουλο. Χιλιάδες ψυχές ζωντανών κληρικών ορθοδόξων, παντός βαθμού, σε ένα ψίχουλο, που βαπτίζεται αυτό μέσα στο Αίμα του Κυρίου.
Κι ύστερα παίρνουμε άλλο ψιχουλάκι, και λέμε «Μνήσθητι Κύριε των επ’ ελπίδι αναστάσεως ζωής αιωνίου, των απ’ αιώνων κεκοιμημένων ευσεβώς Ορθοδόξων Χριστιανών, Πατριαρχών, Αρχιερέων, Ιερέων, Ιερομονάχων, Ιεροδιακόνων, Μοναχών, Μοναζουσών, πατέρων προπάππων, προπατόρων, πάππων και προπάππων, εκ των απ’ αρχής και μέχρις των εσχάτων τελειωθέντων».
Για σκεφθείτε! Για σκεφθείτε λίγο. Εκατομμύρια ψυχές Ορθοδόξων Χριστιανών δύο χιλιάδων ετών, σε δυό τρία ψιχουλάκια.
Εκατομμύρια ψυχές!
Και όμως βοηθούνται!
Διότι στο τέλος αυτά, αυτές οι ψυχές, των ζωντανών και των πεθαμένων, που αντιπροσωπεύονται και συμπυκνούνται στο ψίχουλα που υπάρχουν πάνω στο Άγιο Δισκάριον, ρίπτονται μέσα στο Άγιον Ποτήριον, στο Αίμα του Κυρίου!
Και τότε ο ιερεύς λέγει, - ή ο διάκονος «απόπλυνον Κύριε τας αμαρτίας των ενθάδε μνημονευθέντων δούλων Σου ζώντων τε και τεθνεότων τω Αίματί Σου τω τιμίω, δια πρεσβειών της Υπεραγίας Θεοτόκου και πάντων των Αγίων Σου.»
Και φοβερόν είναι, και θαυμαστόν είναι, και φιλεύσπλαχνον είναι, και μακρόθυμον είναι, να δίνεις ένα όνομα, ζωντανού ή πεθαμένου, και να πλένεται στο Αίμα του Κυρίου.
Εκατομμύρια εκατομμυρίων ψυχών Ορθοδόξων Χριστιανών πλένονται λοιπόν στο Πανάγιον Αίμα του Κυρίου μας.
Να η μεγάλη αξία της Θείας Λειτουργίας στη βοήθεια που προσφέρει ιδιαιτέρως υπέρ των κεκοιμημένων, και ύστερα υπέρ των ζώντων.
Επίσης βοηθούν τα τρισάγια όπως το προηγούμενο, εφόσον δίδετε τα ονόματα στη Θεία Λειτουργία δε χρειάζεται το τρισάγιο τώρα, άλλη φορά. Άλλη μέρα, άλλη ώρα.
Τα μνημόσυνα, και οι ελεημοσύνες υπέρ των κεκοιμημένων.
Πάρε βρέ αδελφέ δέκα ευρώ, και πές, κρυφά δώστα κάπου που υπάρχει ανάγκη, χωρίς να το γνωρίζει η δεξιά σου τι ποιεί η αριστερά σου,
και πες αυτό για την ψυχή του πατέρα μου, της μάνας μου, του αδελφού μου, του παππού μου, της γιαγιάς μου.
Μπορείς να δώσεις μια τέτοια ελεημοσύνη!
Και να πεις για όλους εκείνους, που έπεσαν στα βουνά της Αλβανίας, για να ’μαστε σήμερα ελεύθεροι. - δεκαπέντε χιλιάδες νεκρούς είχαμε!
Και για όλους εκείνους τους ήρωες, τους οποίους και μείς μνημονεύουμε στην πρόθεση, που πέθαναν ηρωικώς, χιλιάδες χιλιάδων, πεντακόσιες χιλιάδες Έλληνες, για να ελευθερώσουν την πατρίδα μας απ’ την Τούρκικη σκλαβιά.
Άλλη βοήθεια, το κομποσχοίνι,
«Κύριε Ιησού Χριστέ ανάπαυσον τον κεκοιμημένον δούλον Σου, τον πατέρα μου».
Κάνε, μπορείς να κάνεις και το Σταυρό σου και να λες
«Κύριε Ιησού Χριστέ ανάπαυσε τον πατέρα μου».
«Κύριε Ιησού Χριστέ ανάπαυσε τον πατέρα μου».
«Κύριε Ιησού Χριστέ ανάπαυσε τη μητέρα μου».
«Κύριε Ιησού Χριστέ ανάπαυσε τη Γεωργία».
«Κύριε Ιησού Χριστέ ανάπαυσε τον Κωνσταντίνο» και ούτω κάθε εξής.
Και στις στρωτές μετάνοιες για όσους έχουν υγεία και μπορούν, ιδίως οι νέοι, και κάποιοι κάπως μεγάλοι που έχουν δυνάμεις ακόμα, να κάνουν στρωτές μετάνοιες και να λεν «Ανάπαυσον την ψυχήν του δούλου Σου, ανάπαυσον».
Και βλέπει ο Θεός αυτόν τον κόπον και παίρνει αυτήν τη φωνή και την ανεβάζει στον ουρανό προς βοήθεια εκείνων που την χρειάζονται.
«Πολύ ισχύει δέησις δικαίου ενεργουμένη».
Και αν δεν είμαστε δίκαιοι, τουλάχιστον είμαστε απ’ αυτούς έστω, ε, λίγο πολύ ψευτοαγωνιζόμαστε εν Χριστώ σε αυτόν εδώ τον κόσμο.
Έτσι λοιπόν, η μεγαλύτερη ελεημοσύνη είναι η προσευχή, είναι το «Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με», είναι το κομποσχοίνι, αλλά είναι και η Θεία ιδιαιτέρως Λειτουργία.
Γι’ αυτό και στο Άγιον Όρος, την κάνουν κάθε μέρα.
Όπως υπάρχουν και εδώ στον κόσμο, δυο τρείς πέντε εκκλησίες ενοριακές οι οποίες διατηρούν καθημερινά την τέλεση της Θείας Λειτουργίας, για να βοηθούνται όλοι αυτοί οι νεκροί, από τον πρώτον που πέθανε μετά την Ανάστασιν του Χριστού, μέχρι και αυτήν την στιγμήν που ομιλούμε.
Για όλους αυτούς τους νεκρούς τελείται η Θεία Λειτουργία.
Έχουμε πολλές μαρτυρίες, ότι Θείες Λειτουργίες έβγαλαν και πέταξαν από την πρόγευση της Κολάσεως, και τις έβαλαν στον Παράδεισο.
Μαρτυρίες έχομε. Μαρτυρίες Αγίων ακόμα και για το κομποσχοίνι.
Έχουμε του γέροντος Ιωσήφ μαρτυρία, για τον ιερέα του χωριού του που ήταν Άγιος άνθρωπος, - που όταν τελούσε την Θεία Λειτουργία υπερίπτατο του εδάφους, και ελούζετο μέσα στο φως, και το έβλεπαν κατάπληκτοι οι χωρικοί,- αυτός εφανερώθη μια φορά σε έκσταση, και είπε στον ησυχαστή και μεγάλον εκείνον θεόπτη, ότι μέχρι τώρα εγνωριζα ότι μόνον οι Θείες Λειτουργίες βγάζουν απ’ την Κόλαση ψυχές και τις βάζουν στον Παράδεισο.
Διαπίστωσα λοιπόν, ότι και το κομποσχοίνι με την άκρα άσκηση, την αγρυπνία, την προσευχή, τους ατέλειωτους κόπους και αγώνες που κάνετε εσείς στας ερήμους, και αυτές οι ματωμένες προσπάθειες, του αναιμάκτου μαρτυρίου της συνειδήσεώς σας, βγάζουν και αυτές ψυχές απ’ την Κόλαση και τις μεταφέρουν στον Παράδεισο.
Δηλαδή στη μέση κατάσταση, όπου υπάρχει σήμερα δυνατότης.
Διότι μετά την Δευτέρα Παρουσία, η δυνατότητα αυτή καταργείται.
Δεν θα υπάρχει πλέον δύναμις βοηθείας, και καμία παράκλησις δεν θα μπορεί να δίδεται.
Και θα είναι τρομερή η κατάστασις εκείνη τότε των κολασμένων.
Αφού δεν θάχουν παρηγοριά, δεν θα μπορεί ο ένας τον άλλον να παρηγορεί, διότι θα βλέπουν μόνο τα οπίσθια ο ένας του άλλου, θα έχουν μόνον την θέα των δαιμόνων, και η αίσθησις της παρουσίας της αγάπης του Θεού θα τους προκαλεί αφόρητο μίσος, ψύχος και παγωνιά, κάψιμο στην ψυχή, πολλά περίεργα πνευματικά και φοβερά θα συμβαίνουν τότε και αλίμονον σε όσους από μας τα κληρονομήσουν.
Γι’ αυτό λοιπόν, δεν έχουν ανάγκη, τόση ανάγκη οι ζωντανοί.
Οι ζωντανοί θα βρουν κάποτε παρηγοριά, θα βοηθηθούν λιγάκι, θα φωτισθούν, πότε έτσι, πότε αλλιώς, μέχρι το τέλος της ζωής τους κάτι θα γίνει.
Με τους πεθαμένους όμως τι γίνεται, τους θυμάστε;
Όταν θα πεθάνω θα με θυμάστε; Ή σε έξι μέρες θα με ξεχάσετε; Ξεχάσατε τον πατέρα σας, τη μάνα σας, που σας γέννησε, που σας πόνεσε; Τους θυμάστε τους νεκρούς σας;
Αυτοί έχουν ανάγκη, και μεγάλη ανάγκη.
Και φωνάζουν «Βοήθεια, πεινάμε, διψάμε, κρυώνομε, βοήθεια! Κάντε προσευχές, κάντε λειτουργίες, δώστε τα ονόματά μας, κάντε τρισάγια, κάντε ότι μπορείτε για να μας σώσετε.»
Η ομολογία που κάνει ο Μογίλας, αντιπροσωπεύοντας την Ρωσική Εκκλησία, λέγει ότι μεγάλη η ωφέλεια και της ελεημοσύνης, και της προσευχής, και ειδικότερα της Θείας Λειτουργίας για τις ψυχές των κεκοιμημένων.
Τι άλλο να σας πώ;
Αυτή η παραβολή, είναι από τις πιο μεγάλες και τις πιο σπουδαίες που έχει η Εκκλησία μας και που δίνει μια καθαρή εικόνα τι γίνεται τώρα, στη μέση κατάσταση των ψυχών, αλλά και τι θα γίνει ύστερα, μετά τη Δευτέρα Παρουσία του Κυρίου.
Το πότε δεν το ξέρουμε, μην ακούτε φήμες, ψευδοπροφήτες.
Υπάρχουν, πάμπολλοι στην πατρίδα μας και στην Ελλάδα μας.
Ακόμα και βιβλία βγάζουν.
Μακριά από τους ψευδοπροφήτες, και από τους ψευδο-ορατικούς, και από τους ψευδοδιδασκάλους.
Μέσα στην Εκκλησία την Ορθόδοξη του Χριστού σώζεται ο άνθρωπος.
Διότι η Εκκλησία αυτή, είναι η Κιβωτός της σωτηρίας.
Εδώ μέσα θα σωθούμε, και εγώ και σεις.
Με το έλεος όμως του Αγίου Θεού.
Διότι δεν είμαστε άξιοι να σωθούμε.
Δεν τηρούμε τις εντολές του Θεού.
Ποιος να ’ρθεί να μου πει εδωπέρα, θα του φιλήσω τα πόδια, θα πέσω κάτω και θα συρθώ, και θα τα γλύψω, αν μου πει ότι αγαπάει τον Θεόν, εξόλης ψυχής, καρδίας, ισχύος και διανοίας.
Ας έρθει να μου το πει, εδώ μπροστά.
Ποιος το κάνει αυτό;
Ποιος τηρεί αυτή την εντολή;
Ποιος τηρεί την εντολή «Αγάπα τον πλησίον σου ως σεαυτόν»;
Πως βγάζει τον εαυτόν του στον άλλον να πει «Θεέ μου τι έχει αυτός λέπρα; Δός μου την εμένα! Και δός τον αυτός υγεία. Πάρτην από μένα και δόστην σ’ αυτόν.» Το λέμε;
Λοιπόν, για να κοιτάξομε λίγο περισσότερο, τις εντολές του Θεού, και μην έρχεστε στην εξομολόγηση, και μου λέτε αερολογίες. Συγκεκριμένα πράγματα και αμαρτωλά.
Αμαρτίες θέλω, αμαρτίες. Έκλεψα, έφταιξα, κορόιδεψα, καταράστηκα, αγανάκτησα.
Έτσι θα τις λέτε τις αμαρτίες σας. Πέντε δέκα και τελείωσα.
Τι χρειάζονται οι αερολογίες; Οι λεπτομέρειες των λεπτομερειών;
Με συγχωρείτε που φώναξα, αλλά δεν αντέχω άλλο.
Τα χρόνια τελειώνουν, και ήρθε και η ώρα η δική μου, να βρεθώ στην ώρα της Κρίσεως του Αγίου Θεού.
Λοιπόν καλύτερα προετοιμασμένοι, όταν έρχεστε στην ιερά Εξομολόγηση και με το κεφάλι κάτω και συντετριμμένοι.
 
 Αμήν. 

Πηγή :  agia-varvara.blogspot.com Ομιλία και κείμενο π. Στέφανου Αναγνωστόπουλου

Περί των εν πίστει κεκοιμημένων



Αγίου Ιωάννου του Δαμασκηνού
Ότι οι λειτουργίες και αγαθοεργίες τους ωφελούν
Νεοελληνική απόδοση Δημητρίου Ρίζου
ΠΡΟΛΟΓΙΚΟ
Έρχεται η ώρα, η ώρα του θανάτου, και προ­σφιλή μας πρόσωπα αναχωρούν από τον κόσμο τούτο, όπως θ' αναχωρήσουμε κι εμείς όταν έρθη η δική μας ώρα. Και αμέσως μετά τις εξόδιες τι­μές και υποχρεώσεις τελούμε τα κανονισμένα από την Εκκλησία μας μνημόσυνα.
  Πόσο αλήθεια είναι παρεξηγημένα τα μνημό­συνα; Και πόσες αντιρρήσεις δεν ακούγονται γι' αυτά:

-Τί τα χρειαζόμαστε; Δεν ωφελούν σε τίποτε.
-Τί τα θέλεις, πάει ο άνθρωπος; Τώρα τελείω­σε!!
-Αυτά είναι επινοήσεις των παπάδων για να εισπράττουν.
-Δεν τον κύτταξαν όταν ζούσε, τώρα θα του κάνουν τα μνημόσυνα, για τα μάτια του κόσμου.

Α, εμείς «αντί μνημόσυνου» θα δώσουμε, και πιο πολύ θα «πιάσει», στο (τάδε) ίδρυμα κτλ.

Τα ερωτήματα όμως μένουν. Ωφελούν ή όχι τα μνημόσυνα; Πρέπει να τελούνται; Μπορεί ν' αντικατασταθεί το μνημόσυνο που γίνεται στο ναό, με μια δωρεά; Πότε και ποια μνημόσυνα πρέπει να γίνονται;

Η απάντηση βρίσκεται στην πραγματεία «Περί των εν πίστει κεκοιμημένων» που έγραφε ή, όπως φαίνεται από μια προσφώνηση, εκφώνη­σε ο άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός. Πρόκειται για μια σύνοψη της διδασκαλίας της Εκκλησίας μας για τα μνημόσυνα. Περιέχονται όλα όσα πρέ­πει να ξέρει ο ορθόδοξος χριστιανός και μάλιστα από έναν μεγάλο θεολόγο του 9ου αιώνα, όπως είναι ο Δαμασκηνός. Ο άγιος Ιωάννης ο Δαμα­σκηνός λύνει πολλά προβλήματα και απαντάει σε πολλά ερωτήματα που συναντάμε στις κατ' ι­δίαν συζητήσεις με τους χριστιανούς. Φαίνεται ότι οι ίδιοι προβληματισμοί απασχολούσαν τους ανθρώπους και τότε και τώρα, γύρω από το μέγα θέμα του θανάτου και των μνημοσυνών...

Η νεοελληνική απόδοση που έκανα είναι ε­λεύθερη, χωρίς βεβαίως ν' απομακρύνεται πολύ από το κείμενο.
Θέλω εδώ να προσθέσω μια πολύ σημαντική σημείωση του αγίου Νικοδήμου του Αγιορείτου για τα μνημόσυνα.
«Επειδή δε ενταύτα ο λόγος περί Μνημοσυ­νών είναι, σημειούμεν, ότι, τα μεν τρίτα οπού γί­νονται εις τους κεκοιμημένους αδελφούς, δηλούσι κατά τον Θεσσαλονίκης ιερόν Συμεών, ότι ο κοιμηθείς αδελφός υπό της αγίας Τριάδος εξ αρ­χής συνετέθη. Τα δε έννατα των κεκοιμημένων σημαίνουσιν, ότι ο διαλυθείς εις τα εξ ων συνετέ­θη, έχει να συγκαταριθμηθή με τα εννέα άυλα τάγματα των Αγγέλων, ως άυλος και αυτός. Τα δε τεσσαρακοστά δηλούσιν, ότι, εν τη μελλούση αναστάσει συντεθείς πάλιν κατά τρόπον υψηλότερον, έχει και αυτός να αναληφθή ως ο Κύριος, και αρπαγείς εν νεφέλαις, να υπαντήση τω Κρι­τή. Ταύτας τας τρεις καταστάσεις του ανθρώπου σημαίνουσι και τα τρίμηνα και εξάμηνα, και εννεάμηνα, και απλώς ειπείν, υπέρ καθαρισμού του αποθανόντος ταύτα τελούνται, και εξαιρέτως τα τεσσαρακοστά, ως τούτο δηλούται από το παρά­δειγμα του Κυρίου μας, όστις και εις τας τρεις γεννήσεις αυτού τρεις ολόκληρους Τεσσαρακο­στάς εφύλαξεν, εν εαυτώ τυπών τον ημέτερον βίον. Γενέθλιος γαρ ημέρα και ο εκάστου θάνα­τος ονομάζεται, κατά τον να' της εν Λαοδικεία. Αι δε Αποστολικαί Διαταγαί (βιβλ. η, κεφ. μβ') λέγουσιν, ότι τα μεν τρίτα γίνονται δια τον τριημέρως εγερθέντα Χριστόν, τα δε έννατα εις ενθύμησιν ζώντων και τεθνεώτων, τα δε τεσσαρακο­στά, κατά τον παλαιόν τύπον. Ούτω γαρ και Μωυσήν ο λαός επένθησεν. Τινές δε λέγουν ότι τα μεν τρίτα γίνονται εις καθαρισμόν του τριμερούς της ψυχής, τα δε έννατα εις καθαρισμόν των πέ­ντε του σώματος αισθήσεων και του γονίμου φυ­σικού, και μεταβατικού, τα δε τεσσαρακοστά εις καθαρισμόν των εν τω σώματι τεσσάρων στοι­χείων, από τα οποία καθ' ένα υπηρέτησεν εις την παράβασιν των δέκα εντολών, τετράκις δε τα δέ­κα, κάμνουν τεσσαράκοντα». (Πηδάλιον, Εν Α­θήναις 1886, σελ. 221)

Δημήτριος Π. Ρίζος        

ΓΙ' ΑΥΤΟΥΣ  ΠΟΥ  ΜΕ  ΠΙΣΤΗ  ΚΟΙΜΗΘΗΚΑΝ

Ότι οι λειτουργίες και οι αγαθοεργίες τους ωφελούν

1. Τα νόστιμα και ακριβά φαγητά όταν προ­σφέρονται συχνά, όχι μόνο τους πεινασμένους προκαλούν να φάνε, αλλά και τους χορτάτους. Το ίδιο και τα γλυκόπιοτα ποτά όχι μόνο τους δι­ψασμένους τραβάνε, αλλά και όσους έχουν πιει. Αλλά και με τους φιλόπλουτους παρόμοια συμ­βαίνουν, αφού όταν αποκτήσουν πλούτο ανεβαί­νει η αγάπη τους προς αυτόν και αγωνίζονται κα­θημερινά να τον επαυξήσουν.

Λοιπόν και σας τίμια μέλη της εκκλησίας, ιε­ρείς και πατέρες, αδελφοί και μητέρες και τέκνα αγαπητά, δεν σας ανάγκασε η στέρηση των θείων λόγων, ούτε η δίψα για τα ιερά μαθήματα και τη θεόπνευστη γνώση να τρέξετε στο λόγο που τώ­ρα σας προσφέρεται, αλλά θεοχαρίτωτη επιθυμία που σας οδηγεί ψηλότερα σε δύναμη και χάρη πνευματική. Γιατί αυτό που έχει λείψει στους τελείους βρέθηκε από νεόφυτο, αυτό που δεν πρό­σεξαν οι σοφοί φανερώθηκε σε αγράμματους, αυ­τό που ξέφυγε από τους δασκάλους ήρθε και φώ­τισε μαθητές. Για μας ούτε αυτό μπορώ να τολμή­σω να το πω, αλλά αφού μαζέψουμε τις ρόγες που έμειναν στο αμπέλι μετά τον τρύγο, και τα στά­χυα που λόγω της πληθώρας έμειναν στο χωράφι και γενικώς κάθε καρπό που εγκαταλείφθηκε πά­νω στα δένδρα μετά τη συγκομιδή, με αυτά, επα­ναλαμβάνω, τα εφόδια θα φιλέψουμε όσους θέ­λουν, και πάντα με τη βοήθεια του Χριστού του αληθινού βοηθού Θεού που επιβεβαιώνει το λόγο με έργα και αποδείξεις.

2. Το κούφιο και άδειο από κάθε καλό και α­γαπητό στο Θεό πράγμα και από κάθε θεοφιλή σκέψη φίδι, ο πατημένος κάτω από το πέλμα ε­χθρός, που κτυπιέται από τη φιλαδελφία, που κομματιάζεται από την πίστη, που νεκρώνεται α­πό την ελπίδα, που ταράζεται από τη συμπάθεια, το παράνομο αυτό φίδι επέπεσε με τρόπο παράνο­μο και άθεσμο πάνω σε κάποιους και τους φύτεψε την ιδέα ότι τάχα όλα τα αγαπητά στον Θεό έργα σε τίποτε δεν ωφελούν τους πεθαμένους. Υπενθυ­μίζει μάλιστα τα χωρία: «Τους απέκλεισε ο Θεός απ' αυτά» (Ιώβ 3, 23), και «Ο καθένας θα αποκο­μίσει ανάλογα με όσα με το σώμα του έπραξε, είτε καλό είτε κακό» (Β' Κορ. 5, 10), και «Ποιος θα σε δοξολογήση στον άδη;» (Ψαλμ. 6, 6), και «Συ θα πλήρωσης στον καθένα ανάλογα με τα έργα του» (Ψαλμ. 61, 13), ή το «Ό,τι έσπειρε ο καθέ­νας αυτό και θα  θερίση» (Γαλ. 6, 7).

Αλλά θα τους πούμε: Σοφοί εσείς, ερευνήστε και μάθετε ότι είναι μεγάλος ο φόβος από τον Δεσπότη των όλων Θεό, αλλά πιο πολύ υπερέχει η αγαθότητά του. Και οι απειλές είναι φοβερές, αλλ' η φιλανθρωπία του αφάνταστα πιο μεγάλη. Τρομακτικές είναι και οι καταδίκες, αλλά λόγια δεν βρίσκονται για την καλωσύνη του.

3. Ακούστε τι λέει η θεία Γραφή: Πως ο Ιού­δας ο Μακκαβαίος στη Σιών την πόλη του μεγά­λου βασιλέως, όταν είδε το λαό του θανατωμένο από τους εχθρούς, και αφού ερευνώντας βρήκε α­νάμεσά τους είδωλα, αμέσως πρόσφερε με κάθε ευλάβεια και αγάπη θυσία καθαρτική για τον κα­θένα απ' αυτούς στον έτοιμο για ευσπλαχνία Κύριο. Και γι' αυτή του την πράξη τον θαυμάζει και τον επαινεί η Γραφή. Αλλά και οι θείοι Από­στολοι, οι αυτόπτες μάρτυρες του Λόγου, που σα­γήνευσαν τον κόσμο, καθόρισαν να γίνεται κατά τη θεία λειτουργία μνημόνευση των πιστών νε­κρών. Αυτή την παράδοση χωρίς καμμιά αντίρ­ρηση την κρατεί η απλωμένη στα πέρατα του κό­σμου Εκκλησία του Χριστού και Θεού σταθερά από τότε μέχρι σήμερα και μέχρι τη συντέλεια του κόσμου. Οπωσδήποτε όχι αλόγιστα το καθιέ­ρωσαν, ούτε άδικα και τυχαία. Γιατί τίποτε ανώ­φελο δεν παρέλαβε η αλάθητη θρησκεία των χρι­στιανών, αλλά όλα όσα κρατεί στους αιώνες στα­θερά είναι και χρήσιμα και αρέσουν στο Θεό και βοηθούν στη σωτηρία.

ΔΙΟΝΥΣΙΟΣ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ

 4. Ακόμα είπε ο Διονύσιος, αυτός που γνώρι­σε τα ουράνια, στη μυστική του θεωρία για τους κεκοιμημένους τα παρακάτω: «Οι προσευχές των αγίων και σ' αυτή τη ζωή, αλλά πολύ περισσότε­ρο στη μετά θάνατο, επιδρούν σ' αυτούς που εί­ναι άξιοι προσευχών, δηλ. στους πιστούς».

Και υστέρα από λίγο: «Ο θείος ιεράρχης, ο διδάσκαλος της θεαρχικής δικαίωσης ποτέ δε ζη­τούσε όσα δεν ήταν αρεστά στο Θεό και τα οποία του είχε υποσχεθή ότι θα του τα δώση με θεϊκό τρόπο. Για τον λόγο αυτόν και δεν τα εύχεται στους ανίερους δηλ. τους αβάπτιστους»... «Λοι­πόν ο θείος ιεράρχης ζητάει όσα αρέσουν στο Θεό και θα δωρηθούν οπωσδήποτε»... «Η ευχή της αγαθότητος του Θεού ζητάει να συγχωρεθούν όλα τα πταίσματα των κεκοιμημένων που έγιναν από την ανθρώπινη αδυναμία, και να τοποθετη­θούν στη χώρα των ζώντων, στους κόλπους του Αβραάμ, του Ισαάκ και του Ιακώβ, απ' όπου έ­χει φυγαδευθεί ο πόνος, το δάκρυ και ο στεναγ­μός. Και να παραβλέψη η θεαρχική εξουσία τις αμαρτίες που έκανε ο νεκρός από ανθρώπινη αδυ­ναμία, αφού, όπως λέει η Γραφή, «κανένας δεν εί­ναι καθαρός από αμαρτία»».

Βλέπεις, εσύ που αντιλέγεις, πώς βεβαιώνει ό­τι ωφελούν οι προσευχές εκείνους που αναχώρη­σαν με την ελπίδα στο Θεό;

ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ Ο ΘΕΟΛΟΓΟΣ

5.Μετά τον Διονύσιο να ο συνώνυμος με τη θεολογία ο Γρηγόριος τι γράφει για τη μητέρα του στον επιτάφιο λόγο του αδελφού του Καισαρίου: «Ακούσθηκε κήρυγμα αξιοπρόσεκτο και ελαφρώνεται ο πόνος της μητέρας από την καλή και σύμφωνη με το θείο νόμο υπόσχεση, ότι θα τα δώσει όλα για το παιδί ως δώρο του επιτά­φιο»... «Όσα εξαρτώνται από μας τα κάναμε. Όμως και άλλα θα δώσουμε και θα προσφέρουμε τις ετήσιες τιμές και μνημόσυνα, εάν βεβαίως μείνουμε στη ζωή».

Βλέπεις ότι βεβαιώνει και χαρακτηρίζει κα­λές και θείες τις προσφορές που κάνουμε για κεί­νους που αναχώρησαν προς τον Κύριο και απο­δέχεται τα ετήσια μνημόσυνα;

ΙΩΑΝΝΗΣ Ο ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ

6.Ύστερα ο αληθινά Χρυσόστομος ο συνώνυμος με το χρυσό Ιωάννης, ο δάσκαλος της φιλοπτωχίας και της μετανοίας στην θεοφώτιστη ερμηνεία στις προς Φιλιππησίους και Γαλάτας επιστολές γράφει: «Εάν οι ειδωλολάτρες μαζί με τους νεκρούς καίνε και τα πράγματά τους, πολύ περισσότερο εσύ ο πιστός πρέπει να συνοδεύσης μαζί με τον πιστό και όσα του ανήκουν, όχι βεβαίως για να γίνουν στάχτη όπως στους εθνι­κούς, αλλά για να τον δοξάσεις περισσότερο. Και εάν ο νεκρός είναι αμαρτωλός για να γλυτώ­σει από τις αμαρτίες του, εάν δε είναι δίκαιος για να αυξηθή ο μισθός και ανταμοιβή του».

Και αλλού γράφει: «Ας σοφισθούμε κάποια ωφέλεια να προσφέρουμε σ' αυτούς που έφυγαν. Ας τους βοηθήσουμε όσο είναι δυνατό. Μιλάω για τις ελεημοσύνες και τις προσφορές που πραγ­ματικά αυτές τους εξασφαλίζουν μεγάλη βελτίω­ση, κέρδος και ωφέλεια. Γιατί αυτά ούτε νομοθε­τήθηκαν ούτε παραδόθηκαν στην Εκκλησία του Θεού από τους σοφούς μαθητές του έτσι άσκοπα και τυχαία. Δεν θα μας παρέδιδαν δηλαδή να εύ­χεται ο ιερέας για τους κεκοιμημένους, εάν δεν γνώριζαν ότι αυτά τους ωφελούν και τους εξασφαλίζουν κέρδος».

ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ  ΝΥΣΣΗΣ

7. Έπειτα μαζί με αυτούς και ο πάνσοφος Γρηγόριος Νύσσης έτσι γράφει: «Τίποτα δεν πα­ραδόθηκε έτσι ασυλλογίστως και ανωφελώς από τους κήρυκες και μαθητές του Χριστού και κρα­τήθηκε σ' όλη την Εκκλησία. Το να μνημο­νεύουμε κατά την ώρα της ολόφωτης μυσταγω­γίας όσους κοιμήθηκαν με σωστή την πίστη τους είναι και ωφέλιμο στο νεκρό και αρεστό στο Θεό».

8. Γιατί το. «Εσύ θα αποδώσης στον καθένα ανάλογα με τα έργα του» και το. «Ο καθένας θα θερίσει ό,τι έσπειρε» και τα άλλα παρόμοια, λέ­χθηκαν οπωσδήποτε για την δευτέρα παρουσία του Κυρίου και για την κρίση που θα κάνει τότε και για το τέλος αυτού του κόσμου. Τότε βεβαίως δεν είναι καιρός για καμμιά βοήθεια και κάθε πα­ράκληση και ικεσία πηγαίνει χαμένη. Όταν δια­λυθεί το πανηγύρι δεν υπάρχουν εμπορεύσιμα πράγματα. Τότε πού θα είναι οι πτωχοί; Πού οι ιερείς να τελέσουν λατρεία; Πού οι ψαλμωδίες; Πού οι ευεργεσίες και οι αγαθοεργίες; Έτσι προ­τού φτάσει εκείνη η ώρα ας βοηθήσουμε ο ένας τον άλλον και ας προσφέρουμε στο φιλάδελφο και φιλάνθρωπο και φιλόψυχο Θεό την φιλαδελφία μας. Γιατί δέχεται ευχαρίστως όσα προσφέ­ρουμε και για όσους δεν πρόλαβαν, και έτσι να το πούμε, για όσους έφυγαν απροετοίμαστοι, και τα λογαριάζει σαν να ήταν έργα και προσφορές που έγιναν απ' αυτούς. Θέλει ο φιλάνθρωπος Κύ­ριος να του ζητάνε και να δίνει τα αιτούμενα που είναι για σωτηρία, και μάλιστα υποτάσσεται ολο­κληρωτικά στην περίπτωση που κάποιος δεν α­γωνίζεται μόνο για τη δική του ψυχή, αλλ' ενδια­φέρεται να προσφέρει κάτι και στον πλησίον του. Στην περίπτωση αυτή γίνεται μιμητής του Θεού ο άνθρωπος και τις δωρεές των άλλων τις ζητάει σαν δικές του χάρες και έτσι εξασφαλίζει την προϋπόθεση της τέλειας αγάπης, κερδίζει τον μακαρισμό για τους ελεήμονες και ωφελεί πάρα πολύ τη δική του ψυχή.

ΠΡΩΤΟΜΑΡΤΥΣ

9.Γιατί όμως θεωρείται το πράγμα τόσο δύ­σκολο; Μήπως την Φαλκονίλλα μετά το θάνατό της δεν την έσωσε η πρωτομάρτυς; Αλλά πιθανόν να ισχυρισθής ότι αυτή με την αξία της ως πρωτομάρτυς την έσωσε και έπρεπε να ακουσθή η προσευχή της. Κι εγώ σου λέγω πάνω σ' αυτό: Σύμφωνοι. Εκεί ήταν η πρωτομάρτυς. Πρόσεξε όμως για ποιον έγινε η παράκληση! Έγινε για μια ειδωλολάτρισσα, που υπηρετούσε έναν καθαρά ανίερο και ξένο κύριο. Εδώ ένας πιστός απευθύνεται στον ίδιο Κύριο για χάρη άλλου πιστού. Βάλτα κοντά αυτά και σύγκρινέ τα και θα σου φύγει κάθε αμφιβολία.

ΠΑΛΛΑΔΙΟΣ

10.Ας πάμε απ' αυτά σε άλλα παρόμοια και ι­σοδύναμα. Και παραπέμπω στο βιβλίο του Παλλαδίου που έστειλε στο Λαύσο, όπου είναι γραμμένα με ακρίβεια τα θαύματα του μεγάλου και θαυματουργού Μακαρίου, ότι δηλ. ρωτώντας κά­ποιο κρανίο έμαθε όλα τα σχετικά με όσους εί­χαν πεθάνει. Και κοντά στα άλλα ρώτησε: Δεν βρίσκετε λοιπόν καμμιά παρηγοριά; (Το ρώτησε αυτό γιατί ο άγιος συνήθιζε να προσεύχεται για τους κεκοιμημένους και επιθυμούσε να βεβαιωθή ότι γίνονται πραγματικά προς όφελός τους). Ο φιλόψυχος Κύριος για να ικανοποίηση τον πιστό του υπηρέτη και να τον πληροφόρηση επέτρεψε στο ξερό κρανίο να μιλήση και να πη την αλή­θεια. Όταν, λέει, προσφέρης τις δεήσεις για τους νεκρούς τότε αισθανόμαστε μια μικρή ανακούφι­ση.

ΑΝΩΝΥΜΟΣ

11. Κάποιος άλλος από τους θεοφόρους πατέ­ρες, είχε μαθητή με άτακτη ζωή. Όταν τελείωσε την ζωή του απερίσκεπτα, φανέρωσε ο φιλεύ­σπλαχνος Κύριος στον γέροντα, που τον παρακα­λούσε θερμά, ότι θα τον κάψει στη φωτιά μέχρι το λαιμό, όπως τον πλούσιο της παραβολής του Λαζάρου. Τότε ο άγιος άρχισε να παρακαλή θερ­μά και με δάκρυα τον Θεό. Ο Θεός κάμφθηκε και του αποκάλυψε ότι θα τον έχει στη φωτιά μέχρι τη ζώνη. Και πάλι ο γέροντας παρακάλεσε με πο­λύ κόπο και αγωνία και ο Θεός του έδειξε σε ο­πτασία ότι τον απάλλαξε τελείως από τη φωτιά της κολάσεως.

12. Αλλά ποιος μπορεί με τη σειρά να διηγηθή όλες τις μαρτυρίες που υπάρχουν σκόρπιες στους βίους των αγίων, από τις οποίες φαίνεται ότι οι προσευχές, οι λειτουργίες και οι ελεημο­σύνες που γίνονται για τους νεκρούς πολύ τους βοηθάνε και τους ωφελούν; Γιατί τίποτε δεν χά­νεται τελείως από όσα δανείσθηκαν στον Θεό, αλλ' ανταποδίδονται απ' αυτόν πολύ πιο επαυξη­μένα.

13. Όσο για το λόγο του προφήτου ότι «στον άδη ποιος θα σε δοξολογήση;» είπαμε πιο πάνω ότι, ναι μεν οι απειλές του εξουσιαστού Θεού εί­ναι φοβερές, αλλά τελικώς τις κατανικάει η ανεκ­διήγητη φιλανθρωπία του. Εξ άλλου και μετά α­πό το λόγο αυτόν του προφήτου έγινε μετάνοια στον άδη. Εννοώ τη μετάνοια εκείνων που πίστε­ψαν εκεί όταν κατέβηκε κοντά τους ο Δεσπότης. Αλλά κι εκεί δεν τους έσωσε όλους ο ζωοδότης Κύριος, παρά μόνον, όπως λέχθηκε, όσους πίστε­ψαν.

Μερικοί λένε ότι έσωσε όσους πίστεψαν πριν πεθάνουν, όπως οι πατέρες και προφήτες, οι κρι­τές και οι βασιλείς με τους τοπάρχες και κάποιοι άλλοι από τους Εβραίους, λίγοι και γνωστοί σε όλους. Αντιλέγομε όμως σ' όσους υποστηρίζουν αυτό: Ότι δεν είναι δώρο ούτε παράδοξο και θαυ­μαστό το να σώσει ο Χριστός όσους πίστεψαν. Είναι δίκαιος κριτής και όποιος πιστεύει σ' αυ­τόν δεν χάνεται. Έτσι έπρεπε να σωθούν και ν' απαλλαγούν από τα δεσμά όλοι αυτοί όταν κατέ­βηκε ο Θεός και Δεσπότης στον άδη. Και αυτό το φρόντισε ο ίδιος ο Κύριος. Νομίζω όμως ότι εκείνοι που σώθηκαν μόνο από τη φιλανθρωπία του ήταν όσοι είχαν καθαρή ζωή και τελούσαν κάθε καλή πράξη. Και ενώ ζούσαν με λιτότητα, εγκράτεια και σωφροσύνη, δεν κατόρθωσαν να φθάσουν σε καθαρή θεϊκή πίστη, ούτε ασκήθη­καν σ' αυτήν και έμειναν τελείως αδίδακτοι. Αυ­τούς, ο Δεσπότης που τους φροντίζει όλους, τους τράβηξε, τους σαγήνεψε με τα θεία του δίκτυα. Τους έκανε να τον πιστέψουν και τους φώτισε με τις θεϊκές του ακτίνες δείχνοντάς τους το αληθι­νό φως. Δεν το βαστούσε η καρδιά του, αυτός που είναι από μόνος του αγαθός, να πάνε χαμένοι οι κόποι τους, γιατί είχαν πράγματι κουραστική ζωή και περιορισμένη όσο δε λέγεται. Νίκησαν τα πάθη τους, αρνήθηκαν τις ηδονές και εμπρά­κτως έδειξαν την ακτημοσύνη και την εγκράτεια μαζί με την αγρυπνία και κάθε καλή πράξη. Όχι με ευσέβεια, αλλά σίγουρα πέρασαν τη ζωή τους νομίζοντας ότι τηρούν σωστά την παλιά υπόσχε­ση, αλλά ήταν λάθος.

Υπάρχουν και μερικοί που προσέγγισαν κά­πως το μεγαλείο της παντοδύναμης Τριάδος. Με­ρικοί προφήτευσαν την σάρκωση του Λόγου, τα σεπτά πάθη και την ανάσταση. Άλλοι μίλησαν για την παρθενική γέννηση αποκαλύπτοντας και το όνομά της: Μαρία είναι το όνομα της κόρης. Μερικοί ανέφεραν τις θαυματουργίες του Κυρίου στους νεκρούς, τους τυφλούς, μουγγούς, λεπρούς, κωφούς, παραλύτους, δαιμονισμένους, κτλ. τον περίπατο πάνω στη θάλασσα, τον πολλαπλασια­σμό των άρτων και ψαριών, την μετατροπή του νερού σε κρασί. Προφήτευσαν τη θεραπεία της αιμορροούσας και της συγκύπτουσας και πολλές άλλες.

Αυτούς η δύναμη του Λόγου δε θα τους άφηνε να χαθούν, ούτε θα έμεναν απλήρωτοι οι κόποι τους, γιατί ούτε ο χρόνος που διατέθηκε γι' αυτά θα πάει χαμένος, ίσα - ίσα που επιστρέφεται πολλαπλάσιος σ' αυτούς που έζησαν δίκαια.
      
Αντίθετα όσοι έζησαν με αισχρότητα και δεν έπραξαν κανένα καλό και επειδή είναι χωρίς σπόρο, και βρίσκονται και στη ζωή και στα λό­για και στην πίστη σε πλάνη, και δεν τους πότισε η ουράνια βροχή, δεν μπόρεσαν να καρποφο­ρήσουν. Σπόρο δεν είχαν, όταν ανέτειλε ο ήλιος της δικαιοσύνης δεν άνθισαν και δεν καρποφόρη­σαν, αυτούς ο Χριστός δεν τους ωφελεί καθόλου. Δεν τους ανάστησε, όπως νομίζω, γιατί δεν επιδέχονταν σωτηρία. Εξ άλλου ούτε πίστεψαν σ' αυ­τόν, γιατί χάλασαν το νου τους και τους σκότισε τα νοερά μάτια ο πρώτος δράκος (ο διάβολος) τον οποίον εξ αρχής λάτρευσαν. Έτσι ώστε, φυ­σικά, ενώ έβλεπαν δεν κατανοούσαν και ενώ ά­κουγαν δεν καταλάβαιναν καθόλου (Λουκ. 8, 10). Αντίθετα όλοι οι άλλοι, όσοι είχαν σπόρο, όταν φάνηκε ο ήλιος βλάστησαν και όταν έπεσε η βροχή έβγαλαν καρπό.


Να που μας ανέβασε ο λόγος να λύσουμε με τη βοήθεια του Θεού κάποια πράγματα που ήταν σκοτεινά. Και αυτό όχι με τρόπο κατηγορηματι­κό, γιατί είμαι ανάξιος, αλλά συμπερασματικά α­πό την αγάπη προς τους αδελφούς. Αυτούς, όπως νομίζω, τους έσωσε ο Χριστός στον άδη.

14. Με τη συνεργεία του Χριστού αποδείχθη­κε ότι στον άδη έγινε μετάνοια. Αυτό δε σημαίνει ότι καταργούμε την προφητεία, όχι ποτέ. Α­πλώς θέλουμε να δείξουμε ότι ο πανάγαθος Κύ­ριος νικιέται από την αγάπη του στον άνθρωπο. Το ίδιο έγινε και με το λόγο. «η Νινευΐ θα καταστραφή» (Ιωνάς 3, 4), που όμως δεν καταστράφηκε, γιατί νίκησε η αγαθότητα τη δίκαιη κρίση του Θεού. Και στον Εζεκία: «τακτοποίησε τα του οίκου σου γιατί θα πεθάνης και δε θα ζήσεις» (Δ' Βασ. 20, 1) και όμως δεν πέθανε. Και στον Αχαάβ του διαμήνυσε. «θα προκαλέσω δεινά», αλ­λά δεν τα προκάλεσε, και είπε «είδες πως συγκι­νήθηκε ο Αχαάβ» (Γ' Βασ. 20, 21). Πάλι δηλ. νί­κησε η αγαθότητα την απόφαση, όπως εξάλλου γίνεται σε πολλές άλλες περιπτώσεις και θα γίνε­ται μέχρι τη συντέλεια του κόσμου, μέχρι που θα ρθη το τέλος του πανηγυριού και δεν θα υπάρχη καιρός για βοήθεια, αλλά θα είναι μόνος ο άν­θρωπος και το φορτίο του. Ενώ τώρα είναι και­ρός. Είναι καιρός για εργασία, καιρός συναλλα­γής, καιρός προσπάθειας, κόπου και μόχθου. Και μακάριος όποιος δεν απέκαμε και δεν κουράσθη­κε να ελπίζει. Πιο μακάριος όμως είναι όποιος α­γωνίσθηκε και για τον εαυτό του και για τον πλη­σίον του.

15. Γιατί αυτό, δηλ. το να τρέχει κανείς σε βοήθεια του πλησίον, κατευχαριστεί και χαροποιεί το φιλεύσπλαχνο Θεό. Ο φιλάνθρωπος το επιδιώκει αυτό και το θέλει γιατί μας δίδεται η δυνατότητα να αλληλοευεργετούμαστε τόσο εδώ όσο και μετά θάνατο. Γιατί αν αυτό δεν το ήθελε και δεν ήταν σωστό στα μάτια του δεν θα μας έδι­νε το δικαίωμα να μνημονεύουμε τους πεθαμέ­νους στη θεία λειτουργία, να κάνουμε τα μνημό­συνα και τις άλλες τελετές στις τρεις ημέρες, στις εννέα, στις σαράντα, στο χρόνο. Πρακτική την οποία αποδέχεται στο σύνολό της η καθολική και αποστολική Εκκλησία και εφαρμόζει ο πιστός λαός του Θεού χωρίς καμμιά επιφύλαξη ή αμφισβήτηση. Αλλιώς, αν δηλ. αυτά ήταν μια κοροϊδία χωρίς κανένα όφελος, σε κάποιον από τους θεοφόρους αγίους πατέρες και πατριάρχες θα ερχόταν η φώτιση να σταματήσει την πλάνη. Κανένας όμως ούτε καν δοκίμασε ποτέ να τα εξα­λείψει. Και επί πλέον μάλιστα τα επικύρωσαν με την καθημερινή πράξη, τα επαυξήσανε και προσθέσανε και καινούργια στοιχεία.

ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ Ο ΔΙΑΛΟΓΟΣ

16. Καιρός όμως να θυμηθούμε και άλλες ι­στορίες. Λοιπόν ο Γρηγόριος ο Διάλογος, ο της παλαιάς Ρώμης επίσκοπος, ξακουστός, και έτσι τον ξέρουν όλοι, ως άνδρα άγιο και σοφό, που ό­ταν λειτουργούσε ήταν πάντα μαζί του και ένας άγγελος συλλειτουργός του, λένε, ότι ενώ περπα­τούσε στο δρόμο σταμάτησε την πορεία του για να προσευχηθή στον Κύριο να συγχωρήσει τις α­μαρτίες του βασιλέως Τραϊανού. Του ήρθε τότε ουράνια φωνή που του είπε: «Άκουσα την προ­σευχή σου και δίνω συγχώρηση στον Τραϊανό. Εσύ όμως να σταματήσης να προσφέρης προσευ­χές για τους ασεβείς». Ότι αυτό είναι αλήθεια το βεβαιώνει ολόκληρη η Ανατολή και η Δύση. Βλέπεις που αυτό είναι ανώτερο από την περίπτωση της Φαλκονίλλας! Γιατί εκείνη στο κάτω κάτω δεν έκανε κακό σε κανέναν, ενώ αυτός έγινε αιτία πικρού θανάτου πολλών μαρτύρων.

17. Κύριε και Δέσποτα, είσαι θαυμαστός και αξιοθαύμαστα τα έργα σου και δοξολογούμε τη μεγάλη σου ευσπλαχνία, γιατί γέρνεις προς την φιλανθρωπία, παρέχεις ευκαιρίες στους δούλους σου και για τη φιλανθρωπία και για την ακλόνη­τη πίστη και ελπίδα σε σένα. Και ακόμα με τους υπηρέτες σου μας έμαθες να κάνουμε κι εμείς α­γαθοεργίες ο ένας στον άλλον, να προσφέρουμε διάφορες θυσίες και να κάνουμε προσφορές, να στέλνουμε ύμνους, ψαλμωδίες και προσευχές, όχι τυχαία και μάταια. Γιατί εσύ είσαι αμετακίνητος και πλούσιος δοτήρας πολλαπλάσιας ανταπόδο­σης σ' όλους όσους κάτι προσφέρουν για τη δό­ξα σου, και γενικά τίποτε δεν είναι χωρίς όφελος από όσα γίνονται στο όνομά σου.

18. Δεν πρέπει να περάσει από το μυαλό κανε­νός, αδελφοί και πατέρες, ότι αυτά που προσφέ­ρονται με πίστη στο Θεό δεν φέρνουν πίσω πλού­σια την ανταμοιβή τόσο σε εκείνον που προσφέ­ρει, όσο και σε εκείνον για τον οποίο προσφέρο­νται. Παράδειγμα εκείνος που θα αλείψη κάποιον άρρωστο με μύρο ή αγιασμένο λάδι. Πρώτα δέχε­ται ο ίδιος τη χρίση και στη συνέχεια χρίει τον άρρωστο. Έτσι αυτός που τρέχει για τη σωτηρία του πλησίον πρώτα ωφελεί τον εαυτό του και με­τά τον πλησίον. Ο Θεός δεν είναι άδικος, για να ξεχνάει το έργο που γίνεται.

ΜΕΓΑΣ  ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ

19. Ο Μέγας Αθανάσιος στον ωραιότατο λό­γο του για τους κοιμηθέντας γράφει: «Μη αρνεί­σαι να προσφέρης λάδι και να ανάβης κεριά στον τάφο του, επικαλούμενος Χριστόν τον Θεόν, και αν ακόμα ο κοιμηθείς τελείωσε ευσεβώς τη ζωή του και τοποθετήθηκε στον ουρανό. Γιατί αυτά είναι ευπρόσδεκτα από το Θεό και προσκομίζουν μεγάλη την ανταπόδοσή του, γιατί το λάδι και το κερί είναι θυσία και η θεία λειτουργία εί­ναι εξιλέωση. Η δε αγαθοεργία φέρνει τελικά προσαύξηση σε κάθε αγαθή ανταπόδοση. Ο σκο­πός του προσφέροντος για την ψυχή κοιμηθέντος είναι ίδιος με τα όσα κάνει όποιος έχει μικρό παιδί άρρωστο και αδύναμο, για το οποίο προ­σφέρει στον ιερό ναό κεριά, θυμίαμα και λάδι με πίστη και τα χαρίζει όλα για το παιδί του. Τα κρατάει και τα προσφέρει με τα χέρια του σαν να τα κρατάει και να τα προσφέρη το ίδιο το παιδί, ακριβώς δηλ. όπως γίνεται όταν στο βάπτισμα αποκηρύσσεται ο σατανάς από τον ανάδοχο για λογαριασμό του νηπίου. Παρομοίως πρέπει να θεωρείται και όποιος πέθανε πιστός στον Κύριο, ότι κρατάει και προσφέρει τα κεριά και το λάδι, και όλα όσα προσφέρονται για τη λύτρωσή του. Έτσι με τη χάρη του Θεού η προσπάθεια που γί­νεται με πίστη δε θα πάει χαμένη. Να είστε σίγουροι ότι οι θείοι απόστολοι και οι θεοδίδακτοι διδάσκαλοι και οι θεόπνευστοι πατέρες, αφού πρώτα ενώθηκαν με το θείο και φωτίσθηκαν καθόρισαν με τρόπο θεάρεστο τις λειτουργίες, τις προσευχές και τις ψαλμωδίες, που γίνονται κάθε χρόνο στη μνήμη εκείνων πού πέθαναν. Και όλα αυτά μέχρι σήμερα, πάντα με τη χάρη του φιλανθρώπου Θεού, αυξάνονται και συμπληρώνονται σ' όλα τα σημεία του ορίζοντος για να δοξάζεται και να εξυμνείται ο Κύριος των κυρίων και Βασι­λεύς των βασιλευόντων».

20. Αλλά έρχεται ο αντίθετος και λέει: «Εάν έτσι έχουν τα πράγματα θα σωθούν όλοι και κα­νείς δε θα χαθή».

Μακάρι να συμβή αυτό. Αυτό είναι που επιθυ­μεί, που επιδιώκει, που θέλει, και αυτό είναι που ευχαριστεί τον πανάγαθο Κύριο, να μη στερηθή κανένας τις δωρεές του. Σάμπως τα βραβεία και τα στεφάνια τα ετοίμασε για τους αγγέλους; Γι' αυτούς ήρθε από τον ουρανό και πήρε σάρκα από την Παρθένο, έγινε άνθρωπος και έπαθε; Στους αγγέλους πάλι θα πη «ελάτε ευλογημένοι του πα­τέρα μου να κληρονομήσετε την ετοιμασμένη βα­σιλεία»; (Ματθ. 25, 34). Δεν μπορεί να υπάρχη άλλη γνώμη. Αυτός που έπαθε για τον άνθρωπο, για τον άνθρωπο ετοίμασε και τα βραβεία. Εξ άλλου ποιος καλεί φίλους και δεν χαίρεται να του έρθουν όλοι και να χαρούν μαζί του; Γιατί για ποιον έκανε τις ετοιμασίες; Αν αυτό το θέ­λουμε εμείς φανταστείτε πόσο περισσότερο το θέλει ο μεγαλόδωρος και από τη φύση του πανά­γαθος και φιλάνθρωπος Θεός, που χαίρεται πε­ρισσότερο μοιράζοντας και παρέχοντας δώρα, α­πό όσο χαίρεται εκείνος που τα λαμβάνει.

21.Όσοι αμφισβητούν τα παραπάνω να προ­σέξουν. Τον κάθε άνθρωπο που φρόντισε και έκανε έστω μικρά ζύμη από αρετές και δεν πρόλαβε να τη μεταβάλη σε άρτο, ήθελε σίγουρα, ήταν στην επιθυμία του, αλλά είτε από αμέλεια, είτε α­πό τεμπελιά, είτε από ατολμία, είτε από αναβολή, σήμερα - αύριο, και τον πρόλαβε και τον θέρισε ο θάνατος απρόσμενα, χωρίς να το περιμένη, αυτόν δεν πρόκειται να τον λησμονήσει ο δίκαιος Κριτής και Δεσπότης. Στην περίπτωση αυτή θα παρακίνηση, μετά το θάνατό του, τους δικούς του φίλους και συγγενείς και θα συγκίνηση τις ψυχές τους για να τον βοηθήσουν. Τότε αυτοί παρακινημένοι από το Θεό, που θα τους ανάψει τις ψυχές να αγαπήσουν, αυτοί θα τρέξουν να καλύψουν το κενό εκείνου που πέθανε.

Και αντιθέτως για εκείνον που έζησε μέσα στην αμαρτία, σε μια ζωή γεμάτη με αγκάθια και βρωμιές, που δεν άκουσε ποτέ τη φωνή της συνει­δήσεώς του, που κυλιόταν χωρίς φόβο και ντρο­πή στις δυσωδίες των ηδονών με μόνη φροντίδα να ικανοποιή τις ορέξεις της σαρκός του, με κα­νένα ενδιαφέρον για την ψυχή, με φρόνημα καθα­ρά σαρκικό και κοσμικό, σ' αυτόν, όταν έρθη η ώρα του θανάτου, κανένας δε θα δώση χέρι βοη­θείας. Όλα θα εξελιχθούν έτσι ώστε να μη τον βοηθήση ούτε η γυναίκα του, ούτε τα παιδιά του, ούτε οι φίλοι του και συγγενείς, ούτε κανένας αφού ο Θεός δεν τον έχει μετρημένο με τους δι­κούς του.

22.Εύχομαι, αν είναι δυνατόν, να με βοηθήσουν οι φίλοι μου να μην αφήσω κανένα υστέρη­μα. Εάν όμως φτάσω στο τέλος χωρίς να είμαι έ­τοιμος και ως άνθρωπος αφήσω κανένα υστέρη­μα, παρακαλώ τον Κύριο να συγκίνηση τις ψυχές των φίλων και συγγενών, να ζεστάνει τις καρδιές τους για να με βοηθήσουν μετά το θάνατό μου με έργα αρεστά στο Θεό. Κύριε, Θεέ των θαυμάτων και βοηθέ των απόρων σε ικετεύω, την ώρα εκεί­νη να μη βρεθώ με κανένα υστέρημα, σε τίποτε λειψός τόσο εγώ όσο και όσοι πιστεύουν σε σέ­να.

 Αλλά ας ακούσομε τί λέει, τί διδάσκει ο ιε­ρός Χρυσόστομος, που τον ανέφερα και νωρίτερα: «Εάν δεν πρόλαβες να ρυθμίσεις όλα τα ζη­τήματα της ψυχής όσο ζούσες, τότε φρόντισε, έ­στω και στα τελευταία σου, να αφήσης εντολή στους δικούς σου να σου στείλουν όλα τα δικά σου μαζί σου και να σε βοηθήσουν. Εννοώ βε­βαίως τις ελεημοσύνες και τις προσφορές. Έτσι θα μαλακώσεις τον Λυτρωτή απέναντί σου, αφού με αυτά ευχαριστιέται και τα δέχεται».

Και αλλού γράφει ο ίδιος: «Στη διαθήκη σου βάλε να σε κληρονομήση μαζί με τα παιδιά σου και ο Δεσπότης Χριστός. Βάλε στο χαρτί και το όνομα του Κριτή και μη παραλείπης τους φτω­χούς. Και εγώ εγγυώμαι γι αυτούς. Αυτό δεν ση­μαίνει πως έχετε το δικαίωμα να δικαιολογείσθε για να μην κάνετε ελεημοσύνες όσο είστε ζωντα­νοί, δεν είναι αφορμή για να αφήνετε τις ελεημο­σύνες για μετά το θάνατο. Μια τέτοια σκέψη εί­ναι εντελώς απαράδεκτη, ντροπιαστική και ξένη από το θέλημα του Θεού. Ίσα-ίσα είναι πολύ κα­λό και πολύ αρεστό στο Θεό και καλοδεχούμενο απ' αυτόν να στολίζη ο κάθε θεοσεβής και θεοφο­βούμενος χριστιανός τον εαυτό του με όλες τις α­γαθοεργίες. Να απομακρύνεται από κάθε ακαθαρ­σία πνευματική. Να ακολουθεί τις φωτεινές εντο­λές του Θεού για να μπορή να του πη θαρρετά, όταν θα βρεθή μπροστά του, «η καρδιά μου είναι έτοιμη, Θεέ μου, η καρδιά μου είναι έτοιμη» (Ψαλμ. 107, 2). Και έτσι ετοιμασμένος να μπόρε­ση να υποδεχθή τους αγγέλους που κατεβαίνουν να τον παραλάβουν».

Αυτό όμως λίγοι το κάμνουν και το πετυχαί­νουν, κατά το λόγιο: «λίγοι είναι αυτοί που σώζονται» (Λουκ. 13, 23). Βεβαίως αυτό δεν το είπε τυχαία η Σοφία του Θεού, αλλά με κάποιο, θα έ­λεγα, παράπονο ότι «λίγοι είναι όσοι σώζονται». Πράγματι γνωρίζομε ότι πολύ δύσκολο να βρε­θούν σ' αυτή την κατηγορία άνθρωποι. Αναγκα­στικά λοιπόν πηγαίνομε στη δεύτερη κατηγορία, σύμφωνα με τη διδασκαλία των αποστόλων και των πατέρων. Ώστε οι κεκοιμημένοι, με τη βοή­θεια του Θεού, να ωφελούνται. Η φιλανθρωπία να αυξάνεται. Να επιβεβαιώνεται η ελπίδα της α­ναστάσεως. Να δυναμώνη η προσευχή στον Θεό. Να πυκνώνη το εκκλησίασμα στους ιερούς ναούς και να είναι πιο θερμό. Και να παίρνη όλο και πιο μεγάλες διαστάσεις η αγαθοεργία προς τους φτωχούς.

23-24. Δείτε με πόσους τρόπους η υπόθεση γί­νεται επικερδής και ωφέλιμη και από πόσα επιβεβαιώνεται η βοήθεια προς τους κεκοιμημένους. Γιατί γίνεται αφορμή σωτηρίας και των καταλεγόντων. Επειδή αν σβήσεις την αιτία χάνεις και τα αποτελέσματα. Ποια ανάγκη θα έπειθε τους μι­κρόψυχους να προθυμοποιηθούν και να την τελέ­σουν εάν δεν ήταν σίγουροι ότι θα απαλλάξουν τους δικούς τους από τα παραπτώματα; Τότε πια δεν θα γράφονται στις διαθήκες μερίδια για τους πτωχούς. Θα σταματήσουν οι λειτουργίες υπέρ των νεκρών, οι ψαλμωδίες και οι άλλες τελετές και τα μνημόσυνα που γίνονται στις τρεις μέρες, στις εννέα, στις σαράντα, στο χρόνο, όλα δηλ. αυτά που όχι τυχαία τα καθιέρωσαν οι διδάσκα­λοι. Μακάρι όμως να μη συμβή κάτι τέτοιο ή να παραλείψουμε κάτι από αυτά.

25. Υπάρχει όμως το ερώτημα: Τί γίνεται με τους ξένους, τους πτωχούς και γενικά μ' εκείνους που δεν έχουν δικούς τους για να βοηθήσουν και να τρέξουν, ούτε μπορούν να αφήσουν κληρονο­μιά ή να τελέσουν λειτουργίες, ή ελεημοσύνες; Άραγε επειδή δεν έχουν ανθρώπους να τους συ­μπονέσουν θα χάσουν την ευκαιρία της σωτη­ρίας; Μήπως είναι άδικος ο Θεός να δίνη σε ό­σους έχουν και μπορούν και να στερή όσους δεν έχουν; Βγάλτε αυτό από το μυαλό σας, γιατί είναι δίκαιος ο Θεός και Δεσπότης, ή για να πούμε την ακρίβεια αυτός είναι η ίδια η δικαιοσύνη, είναι η σοφία, η αγαθότητα και η μόνη δύναμη. Η δι­καιοσύνη του θα μέτρηση σωστά στον άπορο τα όσα έχει ο πλούσιος. Η σοφία του θα κάνη τα πράγματα έτσι που θα καλυφθούν οι ελλείψεις.

Η δύναμή του θα αποδυνάμωση τον δυνατό και θα ενισχύση τον αδύνατο. Η αγαθότητά του θα σώση το πλάσμα του, εάν βεβαίως αυτό δεν είναι από την μερίδα που συχαίνεται την ορθή πίστη και που η αριστερή πλάστιγγά του βαραίνει πολύ.


Γιατί λένε οι φωτισμένοι από το Θεό άνδρες, ότι η κατάσταση της τελευταίας στιγμής και οι πράξεις ζυγίζονται σε μια ζυγαριά. Και εάν η ζυ­γαριά κλίνη προς τα δεξιά είναι φανερό ότι την ψυχή αυτή θα την πάρουν οι δεξιοί άγγελοι. Εάν η ζυγαριά ζυγιάζεται στα ίσα τότε νικάει η φι­λανθρωπία του Θεού. Αλλά κατά τους θεολόγους και αν η ζυγαριά γέρνη λίγο προς τα αριστερά τότε το λίγο έλλειμμα το αναπληρώνει η ευσπλα­χνία του Θεού. Έχομε τρεις λοιπόν θείες κρίσεις του Δεσπότου. Δίκαιη η πρώτη. Φιλάνθρωπη η δεύτερη. Υπεράγαθη η τρίτη. Υπάρχει όμως και μια τέταρτη. Είναι όταν οι πονηρές πράξεις είναι κατά πολύ βαρύτερες. Τότε αλλοίμονο, αδελφοί μου. Όμως και εδώ η κρίση του Θεού είναι δί­καιη, αφού αποδίδει με δικαιοσύνη όσα ανήκουν στον καθένα.

26. Μερικοί επικαλούνται τα λόγια του μακα­ρίου και ουρανοφάντορα Βασιλείου: «Μη πλανιέ­στε, ο Θεός δεν κοροϊδεύεται» (Γαλ. 6, 7). «Ο νε­κρός δεν μπορεί να θυσιάζη και να κάνη προσφο­ρές. Σάμπως μπορείς με αποφάγια να στρώσης τραπέζι στους λαμπρούς απεσταλμένους του βα­σιλέως; Γιατί αν εκείνος που προσφέρει από το περίσσευμά του δεν γίνεται δεκτός, εσύ θα προσφέρης στον ευεργέτη ό,τι σου περίσσεψε μετά από μια ζωή;» Σ' αυτούς απαντάμε έτσι: Καλά τα λέει ο Μέγας Βασίλειος. Πρέπει όμως να δούμε σε ποιον τα λέει. Τα λέει στους πλεονέκτες, στους σκληρούς άρπαγες, στους άσπλαχνους και άπονους. Να πως τους ονομάζει: «Μιλάμε σε πέ­τρινη καρδιά. Όταν ζούσες μέσα στις ηδονές, στην καλοπέραση, στην καλοζωή σου τότε δεν καταδεχόσουν ούτε ένα βλέμμα να ρίξης στους πτωχούς. Όταν θα πεθάνης ποιος μισθός σου ο­φείλεται;»... Και πάλι αλλού λέει ο ίδιος: «Δεν μου επιτρέπει το σπίτι του γείτονα να έχω θέα»... «Ο άρπαγας δε σέβεται ούτε το χρόνο ούτε έχει φραγμούς, αλλά όλα σαν φωτιά τα αγκαλιάζει και τα εκμεταλλεύεται και σαν το ορμητικό ποτάμι παρασύρει τα πάντα μπροστά του». Πολλά τέτοια γράφει στο βιβλίο του το ιερό και είναι φανερό ότι απευθύνεται σ' αυτούς που όχι μόνο δεν έδω­σαν κάτι για τους πτωχούς, αλλά φρόντιζαν να αρπάζουν και όσα ανήκαν σ' αυτούς.

27. Και να μην ακούσω κανέναν να λέη: Πώς είναι δυνατόν να υπάρχουν άνθρωποι με πλούτο και να μη λυπούνται τους πτωχούς; Και βεβαίως υπάρχουν, όπως έχει λεχθή σε πολλές εποχές, αλλά και στα χρόνια του αξέχαστου και οσιωτάτου Ιωάννου του Ελεήμονος, ο Πέτρος ο τελώ­νης που από άσπλαχνος μεταστράφηκε σε ελεή­μονα και άγιο. Λέγεται στην ιστορία του ότι ήρ­θε σε έκσταση και είδε να ζυγίζονται οι πράξεις του. Παρατήρησε τότε ότι στη δεξιά πλάστιγγα της ζυγαριάς υπήρχε καθαρό καινούργιο σιτάρι, που το είχε πετάξει με μανία στο πρόσωπο ενός πτωχού. Το σπουδαίο είναι ότι του πέταξε σιτάρι γιατί δεν είχε πρόχειρη πέτρα. Από την οπτασία αυτή ο μακάριος Πέτρος μεταστράφηκε σε μεγά­λη θεοσέβεια.

28. Νομίζω ότι φάνηκε σε ποιους σκληρούς α­πευθύνεται ο Μ. Βασίλειος. Γιατί στον καιρό του έπεσε μεγάλη πείνα. Και οι πλούσιοι έγιναν πιο σκληροί με την τσιγγουνιά τους, τη στιγμή που οι πτωχοί πέθαιναν από την πείνα. Τότε ο άρι­στος αυτός ποιμένας με τα λόγια του, και ας ήταν σκληρά, άνοιξε τις αποθήκες σε όσους τους ήσαν περιττές και δεν τις είχαν ανάγκη. Αν δεν μιλού­σε έτσι με τα σκληρά του λόγια δε θα μπορούσαν να τραφούν οι πτωχοί, ούτε και οι πλούσιοι θα γίνονταν συμπονετικοί. Ε, αυτός έτσι έκανε.

29. Είναι ανάγκη να στρέψουμε την προσοχή μας όλη προς την ημέρα εκείνη της φρικτής πα­ρουσίας, δηλ. της δευτέρας του Κυρίου και αυτή να κατευθύνη τις ενέργειές μας, φοβούμενοι μή­πως κατηγορηθούμε από τους συγγενείς μας ότι δεν ενεργήσαμε σωστά, και μάλιστα όσοι πήραμε απ' αυτούς εντολές και μας δώσανε για φύλαξη και διαχείριση περιουσίες. Και μη νομίσει κα­νείς ότι στη παγκόσμια εκείνη συγκέντρωση δεν θα αναγνωρισθούμε μεταξύ μας, δηλ. μην περά­σει από το μυαλό κανενός ότι μπορεί να αποφύγουμε ανεπιθύμητες συναντήσεις εκεί και θα μεί­νουμε αγνώριστοι μεταξύ μας. Η αλήθεια είναι ότι θα αναγνωρισθούμε όλοι όχι από την εξωτε­ρική μορφή, αλλά με το εσωτερικό μας μάτι, το διορατικό μάτι της ψυχής μας. Ίσως τώρα ρωτάς από πού το ξέρουμε αυτό; Άκουσε τον ίδιο τον Κύριο να μιλάη με την παραβολή του πτωχού Λαζάρου και να διδάσκη: «Σηκώνοντας τα μάτια του ο πλούσιος γνώρισε τον πτωχό Λάζαρο που αναπαυόταν στους κόλπους του πατριάρχη Αβρα­άμ» (Λουκ. 16, 2), γνώρισε δηλ. τον πτωχό Λάζα­ρο και τον πατριάρχη Αβραάμ. Και δε θέλω να πη κανείς ότι η ιστορία είναι παραβολική και η υπόθεση αναπόδεικτη. Γιατί οι θείες παραβολές του Σωτήρος αναφέρονται σε θέματα υπαρκτά, δυνατά και αποδεδειγμένα.

30. Για το ίδιο θέμα ο άγιος Ιωάννης ο Χρυ­σόστομος μας λέει: «Όχι μόνο τους γνωστούς μας απ' αυτό τον κόσμο θα αναγνωρίσουμε, αλλά και αυτούς που ποτέ δεν συναντήσαμε και δεν γνωρίσαμε. Δεν έχεις δει τον Αβραάμ, ούτε τον Ι­σαάκ, ούτε τον Ιακώβ, ούτε τους προπάτορες, ού­τε τους προφήτες και τους αποστόλους και τους μάρτυρες. Όμως όταν τους δης σε εκείνη τη συ­γκέντρωση θα τους αναγνώρισης όλους και θα πης: Να ο Αβραάμ και ο Ισαάκ και ο Ιακώβ και οι άλλοι πατριάρχες. Να ο Πέτρος και ο Παύλος και όλοι οι άλλοι απόστολοι. Να ο προπάτορας Δαβίδ και οι τόσοι προφήτες. Να ο Πρόδρομος, ο πρωτομάρτυς Στέφανος και το πλήθος των α­γίων».

Αλλά και ο Βασίλειος, που είναι σπουδαίος στα πνευματικά πράγματα όταν απευθύνεται στους πλεονέκτες λέει: «Δε θα φανταστής μπρο­στά στα μάτια σου το μεγάλο δικαστήριο του Χριστού όπου θα στέκονται γύρω σου και θα σου φωνάζουν όλοι όσους αδίκησες! Γιατί όπου και να στρέψης τα μάτια σου θα βλέπης τις εικόνες των κακών. Εδώ πτωχούς που έδειρες, εκεί ορφα­νά και χήρες, τους υπηρέτες που χτύπησες και τους γείτονες που έκανες να θυμώσουν», και όσα τέτοια λέει εκεί.

31. Ο Εφραίμ που είναι ο καλύτερα ενημερω­μένος για τη δευτέρα παρουσία του Κυρίου έτσι μας διδάσκει: «Τότε και τα τέκνα θα κατακρίνουν τους γονείς, αν δεν έχουν πράξει καλά έργα. Την ώρα εκείνη βλέπουν και οι κακοί τους γνωστούς τους. Και αν συμβή να καταριθμηθούν στα δεξιά μέρη, τότε στην ώρα του χωρισμού θρηνούν τη  συγκέντρωση».

Πάλι ο συνώνυμος της Θεολογίας λέει: «Τότε θα δω τον Καισάριο (Δηλ. τον αδελφό του) λα­μπρό, δοξασμένο, να χαίρεται, όπως μου φανερώ­θηκες και στον ύπνο πολυαγαπημένε αδελφέ μου».

Αλλά και ο περίφημος στο βίο και στο λόγο θεμέλιος της Εκκλησίας του Θεού, ο Αθανάσιος γράφει για τους κεκοιμημένους που ήταν αφοσιω­μένοι στον Κύριο: «Και αυτό ακόμα δώρισε ο Κύριος σε εκείνους που θα σώζονται: Το ότι δηλ. θα είναι όλοι μαζί μέχρι την κοινή ανάσταση και θα χαίρονται και έτσι θα περιμένουν μαζί όλοι τα θεϊκά δώρα που μέλλουν να τους δοθούν. Αντίθε­τα οι αμαρτωλοί δεν αναγνωρίζονται μεταξύ τους. Στην πανανθρώπινη εκείνη συνάντηση με ξέσκεπες όλες τις πράξεις όλων των ανθρώπων θα είναι αναγνωρίσιμα τα πρόσωπα όλων μέχρι να γίνη ο τελικός αποχωρισμός και πάη ο καθέ­νας στο μέρος που ετοίμασε για τον εαυτό του. Δηλ. οι δίκαιοι θα πάνε με το Θεό και μεταξύ τους, ενώ οι αμαρτωλοί σε μέρη απομακρυσμένα, αλλά μπορεί να είναι και κοντά ο ένας με τον άλλον, αλλά δεν θα γνωρίζονται μεταξύ τους. Γιατί μέσα στην τιμωρία είναι και αυτό, να μην έχουν αυτή την παρηγοριά της γνωριμίας».

32. Άραγε τότε ποια ντροπή θα τους γίνεται αν δεν είναι γνωστοί με όλους; Γιατί τότε είναι μεγάλη και φοβερή η ντροπή όταν κανείς και γνωρίζει και γνωρίζεται, και ντρέπεται κανείς τους γνωστούς του. Σε έναν άγνωστο μεταξύ αγνώστων δεν δημιουργείται αίσθημα ντροπής. Ε­πομένως είναι πέρα από κάθε αμφιβολία και α­ντίρρηση ότι θα γνωρίζουμε πολύ καλά όλοι ό­λους. Και τότε ο έλεγχος όλων όσων έζησαν με ασέβεια και ανομία θα γίνεται με τα μάτια.

33.  Αλλοίμονο και ουαί σε όλους εκείνους που είναι σαν εμένα και αλλοίμονο σε εκείνους, που, σύμφωνα με τον θείο Εφραίμ, θα κληρω­θούν στα αριστερά του Κυρίου. Μακάριοι και ευ­τυχείς εκείνοι που ο Κύριος θα τους βάλη στα δε­ξιά του και θα ακούσουν την ευλογημένη φωνή (Ματθ. 25, 34), την οποία εύχομαι ν' αξιωθούμε να ακούσουμε όλοι όσοι διαφυλάξουμε την πίστη ορθόδοξη και ν' απολαύσουμε όλα τα αγαθά, των οποίων την ωραιότητα δεν την είδε μάτι ανθρώπι­νο, ούτε ποτέ την άκουσε αυτί, αλλ' ούτε και μπόρεσε να την σκεφθή καρδιά ανθρώπου (Α' Κορινθ. 2, 9). Αμήν.

Άμποτε να γίνη αυτό, Δέσποτα που χαρίζεις τη ζωή, με τις ευχές και ικεσίες της Παναγίας Μητρός σου και όλων των άυλων και σεβαστών σου πνευμάτων, των αγγέλων, και όλων μαζί των αγίων σου, που μέσα στο πέρασμα των αιώνων σε ευχαρίστησαν και σου φάνηκαν αρεστοί. Αμήν.

Εκδόσεις «Ορθόδοξος Κυψέλη» Θεσσαλονίκη

Τετάρτη 17 Ιουλίου 2019

Απάντηση σε αντιΤριαδίτη για την Ανάσταση και την Θεότητα του Χριστού


Του Βασιλείου Π. Κερμενιώτη
1. ΤΟ ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΤΗΣ ΕΠΙΣΤΟΛΗΣ-ΑΠΑΝΤΗΣΗΣ ΣΕ ΕΝΑΝ ΑΝΤΙΤΡΙΑΔΙΤΗ. ΟΙ ΛΟΓΟΙ ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΟΠΟΙΟΥΣ ΤΗΝ ΔΗΜΟΣΙΕΥΟΥΜΕ ΣΗΜΕΡΑ.
Χριστός Ανέστη!
Ψάχνοντας, πρόσφατα, τα συρτάρια μου βρήκα τη φωτοτυπία ενός κειμένου που είχα γράψει πριν από 16 χρόνια. Ήταν η προσωπική απάντηση που είχα δώσει τότε σε κάποιον ηλικιωμένο συνάδελφό μου εκπαιδευτικό που ανήκε σε μία θρησκευτική ομάδα που δεν αποδέχεται ότι ο Χριστός είναι Θεός. Γενικά, όσοι απιστούν στο δόγμα της Αγίας Τριάδος λέγονται «αντιτριαδίτες». Οι πρώτες δύο Οικουμενικές Σύνοδοι συνήλθαν ακριβώς για να καταδικάσουν αντιτριαδικές αιρέσεις. Η 1η Οικουμενική Σύνοδος (325 μ.Χ.) καταδίκασε τον Αρειανισμό, που κήρυττε ότι ο Χριστός είναι κτίσμα του Θεού και όχι αληθινός Θεός, και η 2η Οικουμενική (381 μ.Χ.) καταδίκασε τους Πνευματομάχους που αμφισβητούσαν την Θεότητα του Αγίου Πνεύματος.
Με τον εν λόγω συνάδελφο, ο οποίος βρισκόταν στα πρόθυρα της σύνταξης, είχαμε συχνές θεολογικές αντιπαραθέσεις, οι οποίες μου προκαλούσαν στενοχώρια γιατί ενίοτε γίνονταν ενώπιον και άλλων προσώπων. Παρά την αμαρτωλότητά μου ένιωθα ότι εκείνη την ώρα υπερασπιζόμουν την Ορθοδοξία και ήμουν γεμάτος άγχος. Φοβόμουν μήπως με παγιδεύσει και εκτεθεί όχι ο εαυτός μου, αλλά η Πίστη μας.
Θυμάμαι ότι κάποια μέρα ήρθε στο γραφείο των καθηγητών και άφησε πάνω στο τραπέζι μου ένα χαρτί στο οποίο ανέγραφε δέκα (10) εδάφια της Καινής Διαθήκης που τόνιζαν ότι ο Θεός ανέστησε τον Χριστό (Πράξ. γ΄ 15, Πράξ. ιγ΄ 30, Εφ. α΄ 20, Εβρ. ιγ΄ 20, Ρωμ. στ΄4, Ρωμ. ι΄ 9, Γαλ. α΄ 1, Κολ. β΄ 12, Α΄ Θεσ. α΄ 10, Α΄ Πέτρ. α΄ 21). Ο στόχος του ήταν προφανής: Ήθελε να πλήξει την Θεότητα του Κυρίου. Κατ’ αυτόν, ο Χριστός δεν ήταν ικανός να αναστήσει το σώμα Του, διότι …δεν ήταν Θεός! Εγώ τού αντέτεινα το λόγο του Χριστού στο Ιωάννη β΄19: «Λύσατε τὸν ναὸν τοῦτον, καὶ ἐν τρισὶν ἡμέραις ἐγερῶ αὐτόν». Όπως βεβαιώνει ο Ευαγγελιστής, δύο στίχους μετά, ως «ναό» ο Χριστός εννοούσε το σώμα Του. Συνεπώς, ουσιαστικά τούς έλεγε: «Θανατώστε το σώμα μου και σε τρεις ημέρες θα το αναστήσω».
Ωστόσο, αυτός είχε ήδη δημιουργήσει ένα κλίμα θριαμβολογίας υπέρ των θέσεών του. Μπροστά στην «ισχύ πυρός» των 10 εδαφίων που προσκόμισε, φαινόταν πολύ λίγο το ένα και μόνο εδάφιο που παρουσίασα εγώ (και το οποίο μιλούσε έμμεσα και όχι άμεσα). Του ζήτησα προθεσμία πέντε ημερών για να ετοιμάσω την… «απολογία» μου και γύρισα σπίτι προβληματισμένος· ένιωθα ότι βρίσκομαι σε δύσκολη θέση. Πήρα την ευλογία του πνευματικού, έκανα την προσευχή μου και «έπεσα με τα μούτρα» στη μελέτη.
Την επόμενη κιόλας μέρα δοκίμασα μία ευχάριστη έκπληξη: Διαπίστωσα ότι κάποια από τα εδάφια που μου έδωσε ήταν… εναντίον του! Για πέντε μέρες προετοιμαζόμουν προσεκτικά και εντατικά. Φυσικά, η επιχειρηματολογία που μεταχειρίστηκα δεν ήταν δική μου· τη δανείστηκα κυρίως από το σπουδαίο βιβλίο «Ιησούς Γιαχβέ» του μακαριστού θεολόγου Νίκου Σωτηρόπουλου. Λίγες μέρες αργότερα τού έδωσα την απάντησή μου, γραπτώς. Την επομένη ήρθε στο σχολείο σκυθρωπός και λιγομίλητος. Τον ρώτησα για το επίμαχο ζήτημα και άρχισε να λέει κάτι γελοίες και άσχετες δικαιολογίες. Επί της ουσίας δεν έδωσε καμμία, απολύτως, απάντηση. Δεν επέμεινα γιατί δεν ήθελα να τον προσβάλω. Ωστόσο, έκτοτε, χωρίς ντροπή, εξακολουθούσε να προκαλεί, λέγοντας διάφορες κακόδοξες θέσεις. Θεώρησα εμπαιγμό την όλη συμπεριφορά του, γι’ αυτό και του έδωσα να καταλάβει ότι δεν επιθυμούσα πλέον να ξανασυζητήσουμε θεολογικά ζητήματα.
Σήμερα, με την ευκαιρία της μεγάλης εορτής της Ανάστασης του Κυρίου, νιώθω την ανάγκη να δημοσιεύσω την απάντηση εκείνη ―χωρίς φυσικά να αναφέρω το όνομα του πρώην συναδέλφου― για τρεις λόγους:
1ονΓια να θαυμάσουμε τον πλούτο, το βάθος και το μεγαλείο της Αγίας Γραφής και να δοξάσουμε τον Θεό.
2ον Για να εμπλουτίσουμε, εμείς οι Χριστιανοί, την αντιαιρετική μας «φαρέτρα», ειδικά όταν έχουμε να αντιμετωπίσουμε τους γνωστούς αντιτριαδίτες αιρετικούς που περιδιαβαίνουν από σπίτι σε σπίτι προκειμένου να προσηλυτίσουν και να πλανήσουν ψυχές, και
3ον Για να αποτίσουμε φόρο τιμής στη μνήμη του μεγάλου θεολόγου Νίκου Σωτηρόπουλου, που ήταν πνευματικό παιδί του πατρός Αυγουστίνου Καντιώτη και κορυφαίο στέλεχος της ιεραποστολικής αδελφότητας «Σταυρός», την οποία είχε ιδρύσει ο Γέροντας στην Αθήνα.
(Υπ’ όψιν ότι ο χωρισμός της επιστολής σε κεφάλαια έγινε τώρα)
«Ἀναστήτω ὁ Θεός, καί διασκορπισθήτωσαν οἱ ἐχθροί Αὐτοῦ!» (Ψαλμ. ξζ΄2)
Πτολεμαΐδα, 28/4/2019
Κυριακή του Πάσχα.
Βασίλης Κερμενιώτης
Kermeniotis_b@yahoo.gr
(kermeniotis.blogspot.com (χωρίς www μπροστά)
2. ΕΝΑΡΞΗ ΤΗΣ ΕΠΙΣΤΟΛΗΣ. ΤΟ ΕΔΑΦΙΟ ΤΟΥ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟΥ ΠΟΥ ΓΡΑΦΕΙ ΟΤΙ Ο ΧΡΙΣΤΟΣ ΑΝΕΣΤΗΣΕ ΤΟΝ ΕΑΥΤΟ ΤΟΥ ΕΙΝΑΙ ΑΡΚΕΤΟ ΑΠΟ ΜΟΝΟ ΤΟΥ.
Αγαπητέ κ. …… , μετά τη μελέτη των εδαφίων τα οποία είχες την καλοσύνη να μου παραθέσεις, έχω να παρατηρήσω τα εξής:
Κατ’ αρχάς, συμφωνούμε ότι σε όλα τα εδάφια επαναλαμβάνεται η αλήθεια ότι ο Θεός ανέστησε τον Χριστό. Σε κανένα όμως απ’ αυτά δεν λέει ρητά ότι «Θεό» εννοεί μόνο τον Πατέρα. Άλλωστε υπάρχει πληθώρα εδαφίων που αποδεικνύουν ότι Θεός-Γιαχβέ είναι και ο Χριστός.* Επίσης άλλα εδάφια τεκμηριώνουν ότι Θεός-Γιαχβέ είναι και το Άγιο Πνεύμα** [σ.σ. Στην Παλαιά Διαθήκη, οι Εβραίοι, στη γλώσσα τους, ονόμαζαν τον Θεό «Γιαχβέ» που στα ελληνικά μεταφράζεται: «ὁ Ὤν», δηλαδή «ο Υπάρχων». Και Τον αποκαλούσαν έτσι, γιατί αυτό το όνομα έδωσε ο Θεός στον Μωυσή, για να δείξει στους Ισραηλίτες ότι είναι ο μόνος αληθινός Θεός κι ότι οι «θεοί» των άλλων λαών είναι ανύπαρκτοι (Εξόδ. γ΄ 13-14)].
Ας δεχθούμε όμως, κ. …… , ότι και στα δέκα εδάφια που παραθέτεις, ως «Θεό» η Καινή Διαθήκη εννοεί, αναντίρρητα, τον Πατέρα. Ισχύει λοιπόν ότι ο Πατήρ ανέστησε το Χριστό, και έχουμε μόλις ένα εδάφιο σύμφωνα με το οποίο ο Χριστός αναστήθηκε αφ’ εαυτού (Ιω. β΄ 19). Τι σημαίνει αυτό; Ότι έχουμε ―εν είδει αθλητικού αγώνα!― «σκορ» 10-1 και επομένως υπερισχύει η πρώτη αλήθεια συντρίβοντας και εξαφανίζοντας τη δεύτερη; Γνωρίζεις πολύ καλά, κ. …… , ότι η Αγία Γραφή είναι θεόπνευστη όχι μόνο στο σύνολό της, αλλά και έως το τελευταίο κόμμα(,) και τελεία (.) που περιέχει. Επομένως όση ισχύ έχουν τα 10 ή τα 100 ή και τα 1000 εδάφια που επαναλαμβάνουν την πρώτη αλήθεια, άλλη τόση ισχύ και βαρύτητα έχει και το ένα και μόνο εδάφιο που υποστηρίζει ότι oΧριστός, ως Θεός, ανέστησε τον εαυτό Του (το ανθρώπινο σώμα Του).
Επομένως έχουμε δύο τινά: Ή η Αγία Γραφή ψεύδεται, φάσκοντας και αντιφάσκοντας, και συνεπώς δεν είναι θεόπνευστη (άπαγε της βλασφημίας), ή αληθεύουν και τα δύο, γιατί Χριστός και Θεός-Πατήρ είναι ο ίδιος Θεός, όλη η Θεία ουσία.
3. ΤΟΣΟ Ο ΠΑΤΗΡ ΟΣΟ ΚΑΙ Ο ΥΙΟΣ ΕΙΝΑΙ Η ΙΔΙΑ Η ΖΩΗ ΚΑΙ Η ΠΗΓΗ ΤΗΣ ΖΩΗΣ. ΑΡΑ ΚΑΙ Ο ΧΡΙΣΤΟΣ ΕΙΝΑΙ ΘΕΟΣ!
Μάλιστα, ορισμένα από τα εδάφια που υπέδειξες συνηγορούν ευθέως υπέρ της Θεότητος του Χριστού! Συγκεκριμένα:
● Στο Πράξεων γ΄ 15 μιλάει ο Πέτρος στους Ιουδαίους και τους λέει, μεταξύ άλλων, και τα εξής: «…τὸν δὲ ἀρχηγὸν τῆς ζωῆς ἀπεκτείνατε, ὃν ὁ Θεὸς ἤγειρεν ἐκ νεκρῶν, οὗ ἡμεῖς μάρτυρές ἐσμεν». ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ: «…ενώ τον αρχηγό της ζωής τον σκοτώσατε! Ο Θεός όμως τον ανέστησε εκ νεκρών και του γεγονότος αυτού εμείς [οι Απόστολοί του] είμαστε [αυτόπτες] μάρτυρες».
Εδώ βλέπουμε ότι ο Πέτρος χαρακτηρίζει τον Χριστό ως «ἀρχηγὸν τῆς ζωῆς». Ας διερευνήσουμε λοιπόν γιατί ο Απόστολος Τον αποκαλεί έτσι: Κατά το προοίμιο του κατά Ιωάννην Ευαγγελίου, μέσα στο Θεό Λόγο «ζωὴ ἦν» (Ιω. α΄ 4). Κατά την αρχή της Α΄ Καθολικής Επιστολής του Ιωάννη, στον Υιό δεν υπήρχε απλώς ζωή, αλλά ο Υιός ήταν η ίδια η ζωή, η εξ αρχής ζωή, «ἡ ζωὴ ἡ αἰώνιος, ἥτις ἦν πρὸς τὸν πατέρα καὶ ἐφανερώθη ἡμῖν» (Α΄ Ιω. α΄ 2). Στο ε΄ 12 της ίδιας Επιστολής ο Ιω­άννης τονίζει ότι «ὁ ἔχων τὸν υἱὸν ἔχει τὴν ζωήν». Στο Κολ. γ΄ 4 ο Παύλος λέει ότι ο Χριστός είναι «ἡ ζωὴ ἡμῶν»!
Ο ίδιος ο Χριστός υπό την εικόνα του άρτου που κατέβηκε από τον Ουρανό παρουσιάζει τον εαυτό Του ως τον χορηγό και συντηρητή της ζωής και μάλιστα ως την ίδια τη ζωή, εφ’ όσον είναι όχι μόνο «ὁ ἄρτος τῆς ζωῆς» (Ιω. στ΄ 35, 48), αλλά και «ὁ ἄρτος ὁ ζῶν» (στο στ΄ 51). Ρητά επίσης και με έμφαση διακηρύσσει, ότι Αυτός είναι «ἡ ἀνάστασις καὶ ἡ ζωή» (στο ια΄ 25). Αλλού, πάλι, ο Χριστός βεβαιώνει ότι Αυτός είναι «ἡ ὁδὸς καὶ ἡ ἀλήθεια καὶ ἡ ζωή» (στο ιδ΄ 6). Δεν λέει απλά ότι δίνει ζωή ή ότι έχει ζωή, αλλά ότι είναι η ίδια η Ζωή!
Αλλά όπως κατά την Καινή Διαθήκη ο Χριστός είναι η αυτοζωή και το πλήρωμα της ζωής, έτσι και στην Παλαιά Διαθήκη ―και μάλιστα λιγότερο έντονα― ο Θεός-Γιαχβέ είναι εκείνος που παρουσιάζεται ως το πλήρωμα της ζωής και ονομάζεται «ὁ ζῶν»! Συγκεκριμένα, στο Εξόδ. γ΄ 14 ο Θεός φέρει το όνομα «ὁ Ὤν». Στο Αριθμ. ιδ΄ 21 λέει: «ζῶ ἐγὼ καὶ ζῶν τὸ ὄνομά μου», «ζῶ ἐγὼ» (Δευτ. λβ΄ 40 / Ιεζ. ε΄ 11) «ζῇ Κύριος» ή «ζῇ ὁ Θεός» (Α΄ Βασ. ιδ΄ 39 / Ιώβ κζ΄ 2). Επίσης έχουμε τον χα­ρακτηρισμό του Γιαχβέ ως «ζῶντος» ή «τοῦ ζῶντος» (Δ΄ Βασ. ιθ΄ 4 / Ψαλμ. μα΄ 3 / Δαν. στ΄ 26). Δεν είναι σοβαρό να υποστηρίξουμε ότι γράφοντας «ζῶν» και «ζῶντος» η Γραφή εννοεί απλά και μόνο ότι «είναι ζωντανός». Τούτο είναι αυτονόητο για τους ανθρώπους, πολύ δε περισσότερο για τον Υιό του Θεού και τον ίδιο το Θεό! Το νόημα είναι ότι σημαίνει την ίδια τη Ζωή, την αυτοζωή.
Στην Αποκαλύψη (α΄ 17-18) ο Ιησούς διακηρύσσει: «Ἐγώ εἰμι ὁ πρῶτος καὶ ὁ ἔσχατος καὶ ὁ ζῶν, καὶ ἐγενόμην νεκρός, καὶ ἰδοὺ ζῶν εἰμι εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων». Κατά την διακήρυξη αυ­τή ο Ιησούς είναι και ονομάζεται «ὁ ζῶν», απολύτως, όπως ο Γιαχβέ στην Παλαιά Διαθήκη. Η τελευταία φράση, «καὶ ἰδοὺ ζῶν εἰμι εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων», δεν ση­μαίνει, «αφού αναστήθηκα από τους νεκρούς θα ζω πλέον αιώνια», αλλ’ εκφράζει το εξής παράδοξο: «Έγινα νεκρός, και όμως είμαι ζών πάντοτε· ούτε μια στιγμή δεν πέθανα!». Ο Χριστός πέθανε ως άνθρωπος, αλλά ως Θεός δεν πέθανε ποτέ. Ο Ιησούς μιλούσε έτσι, διότι είχε την συνείδηση ότι είναι Θε­ός, ο ίδιος ο Γιαχβέ· ὁ Ὤν και ὁ Ζῶν.
Με το όνομα «ὁ ζῶν» διακηρύχθηκε ο Ιησούς και από τους δύο μηνυτές της Ανάστασης αγγέλους, οι οποίοι είπαν προς τις μυ­ροφόρες: «Τί ζητεῖτε τὸν ζῶντα μετὰ τῶν νεκρῶν;» (Λουκ. κδ΄ 5). Και ο λόγος αυτός περιέχει το στοιχείο του παράδοξου. Δεν σημαίνει: «Γιατί ζητάτε ανάμεσα στους νεκρούς εκείνον που ήδη αναστήθηκε και ζεί;», αλλά σημαίνει: «Γιατί ζητάτε ανάμεσα στους νεκρούς εκείνον που είναι και ονομάζεται “ὁ ζῶν”;». Όπως τονίζει ο Ιωάννης στον προτελευταίο στίχο της Α΄ Καθολικής Επιστολής του, ο Ιησούς Χριστός «οὗτός ἐστιν ὁ ἀληθινὸς Θεὸς καὶ ζωὴ αἰώνιος» (Α΄ Ιω. ε΄ 20), δηλαδή Αυτός ο ίδιος είναι ο αληθινός Θεός και η αιώνια Ζωή!
Συμπέρασμα: Ο Ιησούς είναι το πλήρωμα της Θεότητος και της Ζωής.
4. ΤΟΣΟ Ο ΠΑΤΗΡ ΟΣΟ ΚΑΙ Ο ΥΙΟΣ ΕΙΝΑΙ ΚΥΡΙΟΙ ΤΗΣ ΑΝΘΡΩΠΟΤΗΤΑΣ. ΕΠΟΜΕΝΩΣ ΚΑΙ Ο ΧΡΙΣΤΟΣ ΕΙΝΑΙ ΘΕΟΣ!
● Άλλο ένα εδάφιο απ’ αυτά που επικαλέσθηκες, κ. …….., και που αναδεικνύει τη Θεότητα του Χριστού, είναι το Εβραίους ιγ΄ 20: «Ὁ δὲ Θεὸς τῆς εἰρήνης, ὁ ἀναγαγὼν ἐκ νεκρῶν τὸν ποιμένα τῶν προβάτων τὸν μέγαν ἐν αἵματι διαθήκης αἰωνίου, τὸν Κύριον ἡμῶν Ἰησοῦν». ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ: «Ο Θεός της ειρήνης που ανέστησε από τους νεκρούς και ανέβασε στους Ουρανούς, στα δεξιά Του, τον μέγα ποιμένα των [λογικών] προβάτων, τον Κύριο ημών Ιησού [Χριστό], ο οποίος προσέφερε [επί του Σταυρού ως λυτρωτική θυσία] το αίμα Του, [για να συνάψει και επικυρώσει] την αιώνια Διαθήκη».
Κατά πρώτον, εδώ ο Απόστολος Παύλος αποκαλεί το Χριστό «Κύριον ἡμῶν» (με κεφαλαίο κάπα!). Όμως, έτσι αποκαλείται ο Γιαχβέ στην Παλαιά Διαθήκη (Ψαλμ. η΄ 2), καθώς και στην Αποκάλυψη! (Αποκ. ια΄ 15). Άλλωστε, είναι πασιφανές και αυτονόητο ότι ο μοναδικός που δικαιούται να κληθεί «Κύριός μας»= Κύριος και εξουσιαστής όλων των ανθρώπων, είναι ο Θεός-Γιαχβέ!
Σε άλλη επιστολή του Αποστόλου Παύλου ο Ιησούς καλείται «Κύριος πάντων» (Ρωμ. ι΄ 12), έκφραση συνώνυμη και ισοδύναμη με το “Παντοκράτωρ”. «Παντοκράτωρ» ονομάζεται, ρητά, ο Χριστός στην Αποκάλυψη (Αποκ. α΄ 8). Αλλά ο χαρακτηρισμός αυτός είναι ―ας μου επιτραπεί η έκφραση― «το σήμα-κατατεθέν» του Γιαχβέ! (Μαλαχ. γ΄ 1 / Ωσ. Ιβ΄ 6 (5) / Αμως δ΄ 13 και ε΄ 14,15,16 / Β΄ Βασιλ. ζ΄ 26,27 / Αγγαίου α΄ 14 / Ζαχαρ. ιβ΄ 5)
Αλλού πάλι ο Χριστός καλείται: «Κύριος κυρίων» (Αποκ. ιζ΄ 14). Έτσι όμως αποκαλείται ο Γιαχβέ! (Δευτερ. ι΄ 17 / Ψαλμ. ρλε΄ [ρλστ΄] 3 / Α΄ Τιμοθ. στ΄ 15).
Συμπέρασμα: Ο Ιησούς Χριστός είναι Κύριος του σύμπαντος και του ανθρώπινου γένους, διότι είναι Θεός!
5. ΤΟΣΟ Ο ΠΑΤΗΡ, ΟΣΟ ΚΑΙ Ο ΥΙΟΣ ΕΙΝΑΙ ΠΟΙΜΕΝΕΣ ΤΩΝ ΑΝΘΡΩΠΩΝ ΜΕ ΑΠΟΛΥΤΗ ΚΑΙ ΜΟΝΑΔΙΚΗ ΕΝΝΟΙΑ. ΑΡΑ ΚΑΙ Ο ΧΡΙΣΤΟΣ ΕΙΝΑΙ ΘΕΟΣ!
● Σε άλλο σημείο του ίδιου εδαφίου (Εβραίους ιγ΄ 20) o Παύλος ονομάζει τον Ιησού «μέγα ποιμένα τῶν προβάτων», δηλαδή ποιμένα με την ύψιστη έννοια. Ο ίδιος ο Χριστός μιλάει περί «ἰδίων προβάτων» (Ιω. ι΄ 3, 4, 12)· λέει «τὰ πρόβατα τὰ ἐμὰ» (στίχ. ι΄: 27), δηλαδή μιλάει για «δικά Του» πρόβατα. Όμως, στην Παλαιά Διαθήκη ο Γιαχβέ είναι αυτός που λέει: «τά πρόβατά μου» (Ιερ. κγ΄ 2 / Ιεζ. λδ΄ 6, 8, 10, 11 κ.ά.).
Επίσης ο Ιησούς λέει: «Καὶ ἄλλα πρόβατα ἔχω ἃ οὐκ ἔστιν ἐκ τῆς αὐλῆς ταύτης» (Ιω. ι΄ 16). Στους στίχους 11 καί 14 διακηρύσ­σει: «᾽Εγώ εἰμι ὁ ποιμὴν ὁ καλός». Δεν λέει: «᾽Εγώ εἰμι ποιμὴν καλός» ούτε «᾽Εγώ εἰμι ὁ καλός ποιμὴν», αλλά κάτι ακόμη ισχυρότερο: «᾽Εγώ εἰμι ποιμὴν καλός»! Επομένως, ο Χριστός καθίσταται μοναδικός Ποιμένας! Στην Καινή Διαθήκη, λοιπόν, ο Ιησούς εμφανίζεται ως ο Ποιμήν με απόλυτη και αποκλειστική έννοια, ενώ η εικόνα του Θεού-Πατρός ως ποιμένα ή δεν εμφανίζεται καθόλου ή φαίνεται έμμεσα.
Σε πολλά σημεία της Παλαιάς Διαθήκης ο Γιαχβέ εμφανίζεται ως ο μοναδικός και αποκλειστικός Ποι­μένας του λαού: Έτσι κατά το Ψαλμ. οθ΄ (π΄): 1,2 ο Γιαχβέ είναι «Ὁ ποιμαίνων τὸν Ἰσραήλ, ὁ ὁδηγῶν ὡσεὶ πρόβατα τὸν Ἰωσήφ». Στον Εκκλησιαστή ιβ΄ 11 γίνεται λόγος περί «ποιμένος ἑνός», προφανώς του Θεού, ο οποίος, σε αντίθεση προς τους πολλούς και με σχετική έννοια ποιμένες, είναι ο ένας και με απόλυτη έννοια Ποιμήν. Στο Ωσηέ ιγ΄ 5 ο Γιαχβέ λέει προς τον Ισραήλ: «Ἐγὼ ἐποίμανόν σε ἐν τῇ ἐρήμῳ», δηλαδή «Εγώ σε ποίμανα στην έρημο».
Ως ποιμένα παρουσιάζει ο Χριστός τον εαυτό Του και στην ομιλία Του για την τελική Κρίση: «Καὶ συναχθήσονται ἔμπροσθεν αὐτοῦ [τοῦ υἱοῦ τοῦ ἀνθρώπου] πάντα τὰ ἔθνη, καὶ ἀφορίσει αὐτοὺς ἀπ᾽ ἀλλήλων, ὥσπερ ὁ ποιμὴν ἀφορίζει τὰ πρόβατα ἀπὸ τῶν ἐρίφων, καὶ στήσει τὰ μὲν πρόβατα ἐκ δεξιῶν αὐτοῦ τὰ δὲ ἐρίφια ἐξ εὐωνύμων» (Ματθ. κε΄ 32-33). Αυτόν τον διαχωρισμό των «προβάτων» από τα «ερίφια», που εδώ ο Χριστός ισχυρίζεται ότι θα τον κάνει ο ίδιος, ο προφήτης Ιεζεκιήλ βεβαιώνει ότι θα τον κάνει ο ίδιος ο Γιαχβέ: «Τάδε λέγει Κύριος· ἰδοὺ ἐγὼ διακρινῶ ἀναμέσον προβάτου καὶ προβάτου, κριῶν καὶ τράγων» (Ιεζ. λδ΄ 17)!
Επίσης, στο ίδιο κεφάλαιο του Ιεζεκιήλ (λδ΄) λέει ο Γιαχβέ: «τὸ ἀπολωλὸς ζητήσω καὶ τὸ πλανώμενον ἐπιστρέψω» (στιχ. 16) και «καί σώσω τά πρόβατά μου» (στιχ. 22). Στο Λουκ. ιθ΄ 10, όμως, ο Ιησούς είναι αυτός που δηλώνει για τον εαυτό Του: «Ἦλθεν ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου ζητῆσαι καὶ σῶσαι τὸ ἀπολωλός».
Ο Γιαχβέ, ο οποίος μιλάει δια μέσου του προφήτη Ιεζεκιήλ, παρουσιάζεται δυσαρεστημένος από τους κακούς ποιμέ­νες και λέει με έμφαση: «Τάδε λέγει Κύριος Κύριος· ἰδοὺ ἐγὼἐκζητήσω τὰ πρόβατά μου καὶ ἐπισκέψομαι αὐτά» (Ιεζ. λδ΄, 11), «Ἐγὼ βοσκήσω τὰ πρόβατά μου καὶ ἐγὼ ἀναπαύσω αὐτά» (Ιεζ. λδ΄, 15). Η έννοια είναι: «Εγώ, όχι άλλος· εγώ προσωπικά».
Δεν είναι δύσκολο να φανταστούμε πόσο «πονοκέφαλο» θα προκαλούσε στους Ιουδαίους Ραββίνους το προτελευταίο εδάφιο. Θα αναρωτιόντουσαν: «Μα αφού ο Γιαχβέ είναι πανταχού παρών, ήδη βρίσκεται ανάμεσα στα “πρόβατά του” (δηλαδή στο λαό του). Με ποιόν ιδιαίτερο τρόπο θα “τα επισκεφθεί”;». Ο Γιαχβέ, λοιπόν, πραγματοποίησε αυτή την υπόσχεσή Του γενόμενος άνθρωπος.
(Το ίδιο αινιγματικά είναι τα λόγια του Γιαχβέ στο Ζαχαρ. ιβ΄ 10 [στο εβραϊκό κείμενο] . Μιλώντας σε πρώτο πρόσωπο ο Γιαχβέ λέει: «Καί θά ἐπιβλέψουν πρός ἐμέ, τόν ὁποῖο ἐξεκέντησαν [=λόγχισαν]». Ακόμη απορούν οι Ραββίνοι: «Ο Γιαχβέ είναι πνεύμα, πώς είναι δυνατόν να λογχισθεί;». Την απάντηση δίνει το Αποκ. α΄7 (σε συνάφεια με το Ματθ. κδ΄ 30): Αυτός τον οποίο «εξεκέντησαν» είναι ο Θεάνθρωπος Χριστός. Η προφητεία αυτή εκπληρώθηκε όταν ένας από τους στρατιώτες με τη λόγχη του κέντησε το πλευρό του Ιησού. Συμβολικά, τη στιγμή εκείνη όλοι οι αμαρτωλοί άνθρωποι «εξεκέντησαν» το Χριστό).
Στο Ιω. ι΄ 16 ο Χριστός λέει για τον Εαυτό Του: «Καὶ τῆς φωνῆς μου ἀκούσουσιν, καὶ γενήσονται μία ποίμνη, εἷςποιμήν»,δηλαδή «ένας ποιμένας», έννοια η οποία, εκτός από τον ίδιο, συμπεριλαμβάνει και τον Πατέρα, όπως φανερώνει ο λόγος του Χριστού στους στίχους 28-30. Θέλει να πει ότι τόσο ο Υιός όσο και ο Πα­τήρ είναι Ποιμένες με απόλυτη έννοια, εφ’ όσον τα πρόβατα βρίσκον­ται τόσο στο χέρι του Χριστού (στίχ. 28) όσον και στο χέρι του Πατρός (στίχ. 29).
Αλλά ο λόγος στους στίχ. 28-29 περιέχει τρία παράδοξα:
― Πρώτο, ότι τα πρόβατα βρίσκονται στο χέρι του Πατρός, παρ’ όλο που ο Πατήρ «δέδωκε» αυτά στο Χριστό,
― Δεύτερο, ότι συγχρόνως βρίσκονται στο χέρι δύο διακεκριμένων μεταξύ τους προσώπων, και
― Τρίτο· το «χέρι» του Χριστού συγχέεται με το «χέρι» του Πατρός («οὐχ ἁρπάσει τις αὐτὰ ἐκ τῆς χειρός μου», διότι «οὐδεὶς δύναται ἁρπάζειν ἐκ τῆς χειρὸς τοῦ Πατρός»).
Απάντηση στα παράδοξα αυτά δίνει ο λόγος του Χριστού στο στίχο 30: «Ἐγὼ καὶ ὁ πατὴρἕνἐσμεν». (= «Εγώ και ο Πατέρας είμαστε ένα»).Ο Υιός και ο Πατήρ ως πρόσωπα είναι δύο, αλλά ως ουσία είναι ένα, ένας Θεός ή Γιαχβέ, και έχουν κοινή «χείρα», δηλα­δή μία δύναμη.
Συναφώς, επίσης, ο Χριστός στο στίχ. 38 λέει: «Ἐν ἐμοὶ ὁ πατὴρ κἀγὼ ἐν τῷ πατρί». Ο Πατήρ είναι μέσα στην ου­σία του Υιού και ο Υιός μέσα στην ουσία του Πατρός, αφού έχουν κοινή ουσία ως πρόσωπα της Θεότητος.
Συμπέρασμα: Ο Χριστός είναι ο ένας και μοναδικός Ποιμήν, ως Θεός.
6. ΕΠΙΛΟΓΟΣ. ΑΝ Ο ΧΡΙΣΤΟΣ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΘΕΟΣ, ΓΚΡΕΜΙΖΟΝΤΑΙ ΣΥΘΕΜΕΛΑ ΤΑ ΠΑΝΤΑ ΣΤΗΝ ΚΑΙΝΗ ΔΙΑΘΗΚΗ!
«Οὗτός [ὁ Χριστός]ἐστιν ὁ ἀληθινὸς Θεὸς καὶ ζωὴ αἰώνιος»· «Ἐν ἐμοὶ ὁ Πατὴρ»· «Ἐγὼ καὶ ὁ Πατὴρ ἕν ἐσμεν»· «Ἐγώ εἰμι ἡ ὁδὸς καὶ ἡ ἀλήθεια καὶ ἡ ζωή»: Ποιός άνθρωπος ή Άγγελος θα τολμούσε ποτέ να εκστομίσει τέτοια λόγια; Αν το έκανε, θα ήταν ο χειρότερος βλάσφημος!
Αν λοιπόν, κ. ………, ο Χριστός δεν είναι Θεός-Γιαχβέ, τότε αυτός και οι μαθητές του υπήρξαν οι μεγαλύτεροι ψεύτες, απατεώνες, βλάσφημοι και θεομάχοι που πάτησαν ποτέ το πόδι τους στη Γη (Άπαγε της βλασφημίας! Συγχώρησέ με Κύριε).
23 Φεβρουαρίου 2003
Με εκτίμηση
Βασίλης Κερμενιώτης
  • * Φιλιπ. β΄ 6–7 / Ιω. ιστ΄ 15 και ιζ΄ 10 / Αποκ. ιζ΄ 14 / Ιούδα 4 / Ιω. α΄ 1 / Ησαϊα θ΄ 6 / Ψαλμ. μδ΄ 7 [με΄ 6] σε συνδυασμό με το Εβρ. α΄ 6 / Β΄ Πέτρ. α΄ 1 / Ρωμ. θ΄ 4-5 / Τιτ. β΄ 13-14 / Α΄ Ιω. ε΄ 20 / Ιω. κ΄ 28 / Ρωμ. ι΄ 12/ Αριθμ. κα΄ 4-6 σε συνδυασμό με το Α΄ Κορ. ι΄ 9 / Β΄ Θεσ. α΄ 12 / Ησαϊα στ΄ 8-10 σε συνδυασμό με το Ιω. ιβ΄ 40-41 κ.α.
  • ** Εξόδ. ιζ΄ 2 σε συνδυασμό με το Εβρ. γ΄ 7-9 / Γέν. α΄ 26-27 σε συνδυασμό με το Ιώβ λγ΄ 4. Είναι πρόσωπο: Πράξ. κ΄ 28 και ι΄ 19-20 / Εφεσ. δ΄ 30. Επίσης δεν είναι αποκλειστικά και μόνο «η δύναμις του Θεού» γιατί σαφώς διακρίνεται και διαχωρίζεται απ’ αυτήν: Πράξ. ι΄ 38 / Α΄ Κορ. β΄ 4 / Α΄ Θεσ. α΄ 5.