Τετάρτη 12 Μαΐου 2021

Ὁ θάνατος νεκρώθηκε, ὁ θάνατος καταργήθηκε!


Αγιος Πορφύριος

Συμβούλευε τα πνευματικά του παιδιά να μάθουν απέξω και να λένε συνέχεια τον Κανόνα της Αναστάσεως, β’ τροπάριο.

“ΘΑΝΑΤΟΥ ΕΟΡΤΑΖΟΜΕΝ ΝΕΚΡΩΣΙΝ,
ΆΔΟΥ ΤΗΝ ΚΑΘΑΙΡΕΣΙΝ,
ΆΛΛΗΣ ΒΙΟΤΗΣ ΤΗΣ ΑΙΩΝΙΟΥ ΑΠΑΡΧΗΝ
ΚΑΙ ΣΚΙΡΤΩΜΕΝ ΥΜΝΟΥΜΕΝ ΤΟΝ ΑΙΤΙΟΝ,
ΤΟΝ ΜΟΝΟΝ ΕΥΛΟΓΗΤΟΝ ΤΩΝ ΠΑΤΕΡΩΝ ΘΕΟΝ ΚΑΙ ΥΠΕΡΕΝΔΟΞΟΝ”.

Μας βεβαιώνει ο Άγιος όση λύπη κι αν έχουμε, λέγοντας αυτήν ωδή θυμόμαστε ότι ο ΘΑΝΑΤΟΣ ΝΕΚΡΩΘΗΚΕ
Ο ΘΑΝΑΤΟΣ ΚΑΤΑΡΓΗΘΗΚΕ.
Κι αυτό έγινε με την Ανάσταση του Χριστού, του ίδιου του Υιού του Θεού και τότε καταργείται κάθε προσωπική μας λύπη.

Τό κλειδί τῆς γνώσεως τῶν πάντων, ὅ,τι μᾶς εἶπε ὁ Χριστός, εἶναι ἡ Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ…


Ὁ Χριστός ἦταν ἀνάμεσα στούς ἀνθρώπους ἕνας ἄνθρωπος· τόσο ἄνθρωπος, ὥστε τόν πῆραν καί τόν σταύρωσαν. Δέν ἔπιπτε στίς αἰσθήσεις τους ὅτι ἦταν ὁ Υἱός τοῦ Θεοῦ· πρᾶγμα τό ὁποῖον δέν ἔπιπτε οὔτε στά μάτια τῶν ἀγγέλων, οὔτε εἰς τά μάτια τῶν δαιμόνων. Δέν ἐγνώριζαν οὔτε οἱ ἄγγελοι, οὔτε οἱ δαίμονες γνώριζαν, ποῖος ἦτο ὁ Ἰησοῦς Χριστός, διότι ἡ Θεότητα εἶναι τελείως ἀφανής. Δέν ὑπάρχει ὀφθαλμός κτιστοῦ πλάσματος πού νά μπορεῖ νά δεῖ τήν Θεότητα. «Οὐδείς» λέει ἡ Ἁγία Γραφή «Θεόν ἑώρακε πόποτε». Ποτέ κανείς δέν εἶδε τόν Θεό. Τί ἔβλεπαν οἱ αἰσθήσεις τῶν ἀνθρώπων στόν Ἰησοῦ Χριστό; Τό σῶμα Του. Ἔβλεπαν τήν Θεότητα; Ὄχι. Ὅπως δέν ἔβλεπαν τήν Θεότητα τοῦ Χριστοῦ, ἔτσι δέν μποροῦμε νά βλέπουμε τώρα τήν μεταβολή τοῦ κρασιοῦ καί τοῦ ψωμιοῦ σέ σῶμα καί αἷμα Χριστοῦ. Ἀλλά πῶς τό αἰσθάνονται οἱ αἰσθήσεις μας; Σάν κρασί καί ψωμί. Πῶς αἰσθάνονταν οἱ αἰσθήσεις τῶν ἀνθρώπων, ὅταν πιάσαν τόν Χριστό καί τόν κάρφωσαν στόν Σταυρό; Ἕναν ἄνθρωπο καί τίποτε ἄλλο.

Ποῦ εἶναι ἡ βάση καί τό θεμέλιον ὅτι αὐτό πού κοινωνοῦμε εἶναι τό σῶμα καί τό αἷμα τοῦ Χριστοῦ;Ἁπλούστατα, γιατί ὁ Χριστός ἀνεστήθη. Καί ἀφοῦ ἀνεστήθη, εἶναι Θεός. Συνεπῶς, ὅταν μᾶς εἶπε θά παίρνετε κρασί καί ψωμί -ἄς τό πῶ ἔτσι ἁπλοελληνικά, ἔτσι χονδρικά- καί θά κάνετε Λειτουργία, αὐτό θά εἶναι τό σῶμα μου καί τό αἷμα μου. «Ποῦ ξέρω ὅτι εἶναι τό σῶμα καί τό αἷμα τοῦ Χριστοῦ»; Ἀπάντηση. «Τό εἶπε ὁ Χριστός». «Καί ποῦ ξέρω ὅτι αὐτό πού εἶπε εἶναι σωστό»; «Ἀνεστήθη ὁ Χριστός ἀπό τούς νεκρούς, ἀνελήφθη καί κατῆλθεν τό Πνεῦμα τό Ἅγιον καί βεβαίωσε ποιός εἶναι ὁ Ἰησοῦς Χριστός». Ὥστε τό κλειδί τῆς γνώσεως τῶν πάντων, ὅ,τι μᾶς εἶπε ὁ Χριστός, εἶναι ἡ Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ. Ὀρθότατον. Εἶναι τό θεμέλιον. Σᾶς εἶπα· τό κλειδί εἶναι ἡ Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ. Ἔτσι, ἄν κάποιος πεῖ: «Τώρα, τί εἶναι αὐτό;». «Τό εἶπε ὁ Χριστός». «Καί γιατί τό εἶπε, καί εἶναι ἔτσι;» «Ναί, γιατί Ἀνεστήθη». Τέλειωσε.
 
✞Γέροντας Αθανάσιος Μυτιληναίος

Μή φοβῆσθε! Ἀλλά θαρσεῖτε, ἐγώ νενίκηκα τόν κόσμο. Ἅγιος Νικόλαος Βελιμίροβιτς, Ἐπίσκοπος Ἀχρίδος


«Οράτε μη θροείσθε.» (Μτ. 24,6)
«Εν τω κόσμω θλίψιν έξετε˙ αλλά θαρσείτε, εγώ νενίκηκα τον κόσμον» (Ιωάν. ις , 33)
«Ειρήνην αφίημι υμίν, ειρήνη την εμήν δίδωμι υμίν• ου καθώς ο κόσμος δίδωσιν, εγώ δίδωμι υμίν. μη ταρασσέσθω υμών η καρδία μηδέ δειλιάτω» (Ιωάν. ιδ’ 27).
 
 
Άγιος Νικόλαος Βελιμίροβιτς, Επίσκοπος Αχρίδος
 
 
Σε κάθε εποχή, κράζει στους δικούς Του ο Κύριος- μη φοβήσθε! Καθώς στους μαθητές κατά την ώρα της καταιγίδας, έτσι και σε κάθε βαπτισμένη ψυχή και σε κάθε δοκιμαζόμενο άνθρωπο κράζει: μη φοβήσαι! Όταν οι πιστοί δειλιάσουν από τη δύναμη των ανθρώπων, Εκείνος πάλι, όπως άλλοτε στους Αποστόλους, εμφανίζεται και λέει: μην τους φοβήσθε! «Μη φοβηθείτε από των αποκτενόντων το σώμα, την δε ψυχήν μη δυναμένων αποκτείναι» (Μτ. 10, 28).
Όταν οι πιστοί λυγίσουν από το φόβο μπροστά στα φοβερά φαινόμενα της δυνάμεως του Θεού του Σινά, τότε Εκείνος, ο Ανίκητος Στρατηγός, αντιλαμβάνεται του στρατού Του και τον ενθαρρύνει: «εγέρθητε και μη φοβήσθε!» (Μτ. 17, 6). Όταν ενσκήψουν όλες οι προφητευμένες φρικαλεότητες στον άθεο αυτό κόσμο και η γη θα συνταράσσεται από τους πολέμους, προβλέποντάς τα όλα Εκείνος, ενθαρρύνει τους στρατιώτες Του λέγοντας ΟΡΑΤΕ ΜΗ ΘΡΟΕΙΣΘΕ! (Μτ. 24,6)
Και όταν ο κόσμος όλος εξεγερθεί εναντίον της Εκκλησίας Του, Εκείνος λέει «αλλά θαρσείτε εγώ νενίκηκα τον κόσμο » (Ιω 16,33)

Η Εκκλησία του Χριστού ήταν νικηφόρα όχι μονάχα εν Ελευθερία αλλά και υπό το κράτος της δουλείας. Αυτό αποτελεί μία από τις μεγάλες διαφορές ανάμεσα στην πίστη μας και στις μη χριστιανικές ομολογίες οι οποίες μπορούν και επικρατούν μόνο εν ελευθερία και μέσα από την κοσμική ισχύ, ενώ καταπιεζόμενες και αποτασσόμενες, χαλαρώνουν σύντομα και καταρρέουν. Αλλιώς έχουν τα πράγματα με τους ορθοδόξους χριστιανούς. Αποδεχόμενοι το πάθος ως δωρεά του Θεού, προσεγγίζοντας τον θάνατο ως την πύλη των ουρανών, τα τέκνα της Εκκλησίας του Θεού αισθάνονται πολίτες ενός ανυπέρβλητα μεγάλου Βασιλείου το οποίο αδυνατούν να βλάψουν όλα τα όπλα της κολάσεως και οι κακίες.
Και αν κάποιος πει ότι η Ορθοδοξία είναι αδυναμία, μην θυμώσετε αλλά απαντήσατε’ είναι αδυναμία, αλλά αδυναμία Θεού η οποία είναι ισχυρότερη από τους ανθρώπους, τους δαίμονες και τον θάνατο. Χιλιάδες φορές στους αιώνες πού πέρασαν, νόμισαν οι άνθρωποι ότι το σκάφος της Ορθοδοξίας θα βουλιάξει. Μα ούτε βούλιαξε ούτε και θα βουλιάξει. Είναι τέτοιο το σκαρί και τέτοιος ο Τιμονιέρης πού είναι αδύνατον να βουλιάξει.
Η Ορθοδοξία δεν διδάσκει κάποια ξεχωριστή γνώση αλλά την Αλήθεια, διά της οποίας το σύμπαν ζει και αναπνέει, στην οποία βρίσκουν τη σωτηρία όλα τα πράγματα τα οποία ζουν για να σωθούν από την άγνοια, την ασθένεια και το φόβο. Η Ορθοδοξία είναι αλήθεια, αγιότης και αγαθοσύνη, συγκερασμένες σε μια ζωοποιό ενότητα πού ονομάζεται αγάπη.
Αν θέλουμε να δοξάζουμε ορθά τον Θεό και στ’ αλήθεια να είμαστε ορθόδοξο έθνος, πρέπει να το κάνουμε όχι μονάχα με το περήφανο όνομά μας, αλλά και με το ταπεινό και καθαρό πνεύμα της αλήθειας, της αγιότητος και της αγαθοσύνης.
 
Η αλήθεια δεν μπορεί να γνωσθεί, αλλά αποκαλύπτεται μόνον στους αγίους πού διαθέτουν πνευματικά μάτια.
Δεν μπορεί να γίνει ειρήνη και ενότητα ανάμεσα σε Αγίους και εγκληματίες ως το τέλος της συντέλειας… Άνθρωποι και λαοί θα ενωθούν φυσικώς όταν καταστούν αγιότεροι. Και οι «εκκλησίες» θα ενωθούν φυσικώς όταν φουσκώσουν από αγιότητα.
Ώ, αν γνώριζαν οι άνθρωποι ότι ο Βασιλεύς και Κύριος τους βλέπει αδιάλειπτα – αυτός ο ίδιος μεγαλόπρεπος και απαράλλακτος Βασιλεύς και Κύριος τον οποίον είδε μόνον μια φορά ο Ησαΐας και πλημμύρισε από φόβο και φρίκη! Καμία αμαρτία δεν θα ερχόταν τότε στο νου των ανθρώπων και καμιά ακαθαρσία. Είτε βλέπει ο άνθρωπος τον Θεό είτε όχι, Εκείνος όμως τον βλέπει. Δεν είναι τούτο φρικτό για έναν βλάσφημο; Δεν είναι τούτο παραμυθία για τον πάσχοντα χριστιανό;
Αγιοπνευματικές Διδαχές γιά τον Θεό και τους ανθρώπους , Αγίου Νικολάου Αχρίδος, ΕΚΔΟΣΕΙΣ “ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΚΥΨΕΛΗ”
Τη πρεσβεία Κύριε, πάντων των αγίων,και της Θεοτόκου, την σην ειρήνην δος ημίν, και ελέησον ημάς, ως μόνος οικτίρμων.
 
 

Τι ’ναὶ τοῦτο; Σιωπὴ βαθειὰ σήμερα στὴ γῆ…


Τι ’ναὶ τοῦτο; Σιωπὴ βαθειὰ σήμερα στὴ γῆ. Σιωπὴ βαθειὰ καὶ ἡσυχία βαθειά. Σιωπὴ βαθειά, γιατὶ ὁ Βασιλιὰς κοιμᾶται. Ἡ γῆ φοβήθηκε καὶ ἡσύχασε, γιατὶ ὁ Θεὸς μὲ τὸ σῶμα κοιμήθηκε κι ἐκείνους πού αἰῶνες κοιμόνταν ἀνέστησε. Ὁ Θεὸς μὲ τὸ σῶμα πέθανε καὶ ὁ ἄδης τρόμαξε. Ὁ Θεὸς γιὰ λίγο κοιμήθηκε κι αὐτοὺς πού βρίσκονταν στὸν ἄδη ξύπνησε. Οἱ πύλες τοῦ ἄδη ἀνοίγονται.Ὅσοι κοιμᾶστε ἀπ’ τοὺς πανάρχαιους αἰῶνες, χαρεῖτε! Ὅσοι βρίσκεστε στὸ σκοτάδι, στὸν τόπο πού τὸν σκιάζει ὁ θάνατος, ὑποδεχθεῖτε τὸ δυνατὸ Φῶς! Ἀνάμεσα στοὺς δούλους ἔρχεται ὁ Κύριος. Ἀνάμεσα στοὺς νεκροὺς ὁ Θεός. Ἀνάμεσα στοὺς θνητοὺς ἡ ζωή. Ἀνάμεσα στοὺς ἐνόχους ὁ ἀθῶος. Ἀνάμεσα στοὺς βυθισμένους στὸ σκοτάδι τὸ ἀνέσπερο Φῶς. Ἀνάμεσα στοὺς αἰχμαλώτους ὁ ἐλευθερωτής. Ἀνάμεσα σ’ αὐτοὺς πού βρίσκονται στὰ καταχθόνια, Ἐκεῖνος πού βρίσκεται πάνω ἀπ’ τοὺς οὐρανούς.

Ἅγιος Ἐπιφάνιος Κύπρου

26. Ἡ φιλαργυρία καί ἡ πλεονεξία Ζ'- Ἡ θεραπευτική, 3-5-2021, Ἀρχιμ. Σάβ...



Ἐρωτήσεις – ἀπαντήσεις γιά τά πάθη, τόν δαιμονισμό καί τήν δαιμονική ἐπήρεια.Ἀρχ. Σάββας Ἁγιορείτης
6 Μαΐου 2021
Ερωτήσεις – απαντήσεις για τα πάθη, τον δαιμονισμό και την δαιμονική επήρεια
 
Απόσπασμα από την ομιλία:
 
Ἡ φιλαργυρια καί η πλεονεξια Ζ’- Ἡ θεραπευτική τῶν πνευματικῶν νοσημάτων, τομ. Α΄, Jean Claude Larchet, 3-5-2021, Αρχιμ. Σάββα Αγιορειτου
 
Ακούστε όλη την ομιλία εδώ:
 
https://www.youtube.com/watch?v=w1UzafJ0NKI
 
Αν έχουμε κάποιο πάθος είμαστε δαιμονισμένοι και θέλουμε εξορκισμό, ή είναι αμαρτωλές πράξεις;
 
Ερώτηση: Πάτερ, η φιλαργυρία, όπως και τα άλλα πάθη είναι δαίμονες που είναι μέσα μας, δηλαδή αν έχουμε κάποιο πάθος είμαστε δαιμονισμένοι και θέλουμε εξορκισμό, ή είναι αμαρτωλές πράξεις;
 
Απάντηση: Υπάρχει ο λεγόμενος υποστατικός δαιμονισμός που σημαίνει ότι ο διάβολος ως υπόσταση, ως πρόσωπο, κατοικεί μέσα μας, έχει δηλαδή καταλάβει ένα μέρος του σώματός μας και εκεί κάθεται, σαν να είναι κατοικία του, σαν το σπίτι του. Αυτή είναι οι κατεξοχήν, ας πούμε, δαιμονισμένοι, με την στενή έννοια του όρου.
 
Οι υπόλοιποι που έχουμε τα διάφορα πάθη, έχουμε την δαιμονική επιρροή, δαιμονική ενέργεια, αλλά όχι υποστατικό δαιμονισμό, δηλαδή να κατέχει ο διάβολος ένα μέρος του σώματός μας, κάπου να μένει εκεί και να μας επηρεάζει όντας μέσα μας. Αλλά έχουμε δαιμονική επιρροή, όσοι εμμένουμε στα πάθη, τα καλλιεργούμε, υποτασσόμαστε σε αυτά και τα ακολουθούμε και τα εκπληρώνουμε, έχουμε δαιμονική επήρεια.
 
Αν τώρα ο άνθρωπος δεν μετανοεί, μπορεί αυτή η δαιμονική επήρεια να γίνει και υποστατικός δαιμονισμός, να κατοικήσει δηλαδή ο διάβολος μέσα στο σώμα του ανθρώπου και να χρησιμοποιεί το σώμα του ανθρώπου. Μπορεί δηλαδή να χρησιμοποιεί τις φωνητικές του χορδές, ας πούμε, και να μιλάει ο διάβολος χρησιμοποιώντας την φωνή του ανθρώπου. Και έχουμε τέτοιες περιπτώσεις δαιμονισμένων που μιλάει ο διάβολος μέσα από αυτούς, όχι πάντα, όταν θέλει, και κατά παραχώρηση Θεού, χρησιμοποιεί τον άνθρωπο για να φανερωθεί. Ή μπορεί να κάνει κινήσεις άτακτες, να σκίζει τα ρούχα του, να φωνάζει, να επιτίθεται, όπως περιγράφονται περιπτώσεις δαιμονισμένων στο Ιερό Ευαγγέλιο. Αυτοί έχουν τον υποστατικό δαιμονισμό.

 
Οι άλλοι, όπως είπα, που κυριαρχούν τα πάθη σε αυτούς και δεν μετανοούν και δεν θέλουν να μετανοήσουν και καλλιεργούν τα πάθη, αυτοί έχουν την δαιμονική επήρεια, την δαιμονική ενέργεια. Και εξορκισμό κατεξοχήν χρειάζονται αυτοί που έχουν υποστατικό δαιμονισμό, σε αυτούς πρέπει να διαβάζονται οι εξορκισμοί, όπως έλεγε και ο Άγιος Παΐσιος, για να φύγει ο διάβολος από το σώμα τους, για να εκδιωχθεί με την ιερατική εξουσία που έχουν οι ιερείς από τον Χριστό να διώχνουν δαιμόνια.
 
Στους υπόλοιπους χρειάζεται εξομολόγηση, χρειάζεται μετάνοια και όλα αυτά τα θεραπευτικά μέσα που μας προτείνουν οι Άγιοι Πατέρες για το κάθε πάθος, θα πρέπει να τα αξιοποιήσουν, να τα χρησιμοποιήσουν για να απαλλαχτούν από την δαιμονική επήρεια και να μην επιτρέπουν στον διάβολο να τους επηρεάζει.
 
Απομαγνητοφώνηση 4λεπτου αποσπάσματος ομιλίας: 1.05΄- 1.09΄
 
 
 
Πάτερ, για αυτές τις αμαρτίες, που είναι από δαιμονική επήρεια, θα κριθούμε;
 
Ερώτηση: Πάτερ, για αυτές τις αμαρτίες, που είναι από δαιμονική επήρεια, θα κριθούμε;
 
Απάντηση: Βεβαιότατα θα κριθούμε, γιατί τίποτα δεν γίνεται από εμάς χωρίς εμάς. Έχουμε και εμείς μερίδιο ευθύνης γιατί συγκατατιθέμεθα. Μπορεί ο διάβολος να μας επηρεάζει, αλλά σε καμιά περίπτωση δεν μας καθορίζει, δεν μας εγκλωβίζει απόλυτα, δεν μας αναγκάζει να κάνουμε αυτό που κάνουμε. Πάντα το κάνουμε με την ελεύθερη συγκατάθεσή μας, με την συνεργασία μας.
 
Τώρα, ένας ο οποίος βεβαίως έχει κυριαρχηθεί από το πονηρό πνεύμα, εκείνος βέβαια δεν έχει ευθύνη, την ώρα που κυριαρχείται απόλυτα από το δαιμονικό πνεύμα, αλλά έχει ευθύνη, διότι κάποιες αμαρτίες ενδεχομένως έκανε και κατά παραχώρηση Θεού, μπήκε μέσα του το πονηρό πνεύμα.
 
Ο άνθρωπος όμως ο οποίος έχει δαιμονική επήρεια δεν σημαίνει ότι είναι ελεύθερος από την ενοχή, γιατί ακριβώς εάν συνεργαστεί με τις υποβολές του διαβόλου και αμαρτάνει επηρεαζόμενος από τον διάβολο, συνεργάζεται και αυτός και έχει ευθύνη.
 
Επομένως δεν μπορεί να πει κανείς ότι: «Τι να κάνω αφού με επηρεάζει ο διάβολος, δεν μπορώ να κάνω αλλιώς». Μπορείς να κάνεις, μπορείς να αντισταθείς. «ἀντίστητε τῷ διαβόλῳ, καὶ φεύξεται ἀφ᾿ ὑμῶν·» (Ιακ. 4,7). Όσο δεν αντιστεκόμαστε και συγκατατιθέμεθα, τόσο είμαστε ένοχοι, αμαρτάνουμε δηλαδή.
 
Το πρώτο στάδιο που λέγεται προσβολή, τα είχαμε πει κάποια άλλη φορά αυτά, είναι ανένοχο. Όταν δηλαδή ο διάβολος έρχεται και μας ψιθυρίζει στο αυτί: ¨Κάνε αυτό», μας βάζει έναν λογισμό, μας προσβάλλει, μας κάνει την επίθεσή του και μας βάζει μια σκέψη, έναν λογισμό: Κάνε αυτό». Αυτό δεν έχει αμαρτία, μέχρι εκείνη την στιγμή. Από την στιγμή που ο άνθρωπος θα στήσει αυτί και θα αρχίσει να συζητάει με τον διάβολο, θα αρχίσει να βλέπει εντός εισαγωγικών την πρόταση του διαβόλου, να την σκέπτεται, να την εξετάζει και να κάνει μια συζήτηση μαζί του, από εκείνη την στιγμή αρχίζει και να μπαίνει στην περιοχή της ενοχής και της αμαρτίας. Και όταν πλέον θα συγκατατεθεί με την πρόταση του διαβόλου, τότε βέβαια έχει ήδη κάνει την αμαρτία μέσα του, στην καρδιά του.
 
Απομαγνητοφώνηση 3λεπτου αποσπάσματος ομιλίας: 1.09΄= 1.12΄

Μόνο στήν ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ ἐξηγοῦνται ὅλα τά θαύματά Του, ὅλες οἱ ἀλήθειές Του, ὅλα τά λόγια Του, ὅλα τά γεγονότα τῆς Καινῆς Διαθήκης. Άγιος Ιουστίνος Πόποβιτς


Άγιος Ιουστίνος Πόποβιτς
Χωρίς την Ανάσταση του Χριστού δεν θα υπήρχε Χριστιανισμός!
Εάν υπάρχει μια αλήθεια στην οποία θα μπορούσαν να συνοψισθούν όλες οι ευαγγελικές αλήθειες, η αλήθεια αυτή θα ήταν η ανάσταση του Χριστού. Και ακόμη, εάν υπάρχει μια πραγματικότητα στην οποία θα μπορούσαν να συνοψισθούν όλες οι καινοδιαθηκικές πραγματικότητες, η πραγματικότητα αυτή θα ήταν η ανάσταση του Χριστού. Μόνο στην ανάσταση του Χριστού εξηγούνται όλα τα θαύματά Του, όλες οι αλήθειές Του, όλα τα λόγια Του, όλα τα γεγονότα της Καινής Διαθήκης.
Μέχρι την ανάστασή Του ο Κύριος δίδασκε για την αιώνια ζωή, αλλά με την ανάστασή Του έδειξε ότι ο Ίδιος όντως είναι η αιώνια ζωή. Μέχρι την ανάστασή Του δίδασκε για την ανάσταση των νεκρών, αλλά με την ανάστασή Του έδειξε ότι ο Ίδιος είναι πράγματι η ανάσταση των νεκρών. Μέχρι την ανάστασή Του δίδασκε ότι η πίστη σ’ Αυτόν μεταφέρει εκ του θανάτου εις την ζωήν, αλλά με την ανάστασή Του έδειξε ότι ο Ίδιος νίκησε το θάνατο και έτσι εξασφάλισε στους θανατωμένους ανθρώπους τη μετάβαση εκ του θανάτου στην ανάσταση.
Με την αμαρτία ο άνθρωπος έγινε θνητός και πεπερασμένος• με την ανάσταση του Θεανθρώπου γίνεται αθάνατος και αιώνιος. Σ’ αυτό δε ακριβώς έγκειται η δύναμη και το κράτος και η παντοδυναμία της του Χριστού αναστάσεως. Και για αυτό χωρίς την ανάσταση του Χριστού δεν θα υπήρχε καν ο Χριστιανισμός.

Μεταξύ των θαυμάτων η ανάσταση του Κυρίου είναι το μεγαλύτερο θαύμα. Όλα τα άλλα θαύματα πηγάζουν από αυτό και συνοψίζονται σ’ αυτό. Απ’ αυτό πηγάζουν η πίστη και η αγάπη και η ελπίδα και η προσευχή και η θεοσέβεια. Αυτό είναι εκείνο το οποίο καμία άλλη θρησκεία δεν έχει• αυτό είναι εκείνο το οποίο ανυψώνει τον Κύριο υπεράνω όλων των ανθρώπων και των θεών. Αυτό είναι εκείνο το οποίο κατά τρόπο μοναδικό και αναμφισβήτητο δείχνει και αποδεικνύει ότι ο Ιησούς Χριστός είναι ο μόνος αληθινός Θεός και Κύριος σε όλους τους ορατούς και αόρατους κόσμους.
Το ότι ο άνθρωπος πιστεύει αληθινά στον Αναστάντα Κύριο το αποδεικνύει με το να αγωνίζεται κατά της αμαρτίας και των παθών και εάν μεν αγωνίζεται, πρέπει να γνωρίζει ότι αγωνίζεται για την αθανασία και την αιώνια ζωή. Εάν όμως δεν αγωνίζεται, τότε μάταιη η πίστη του! Διότι, εάν η πίστη του ανθρώπου δεν είναι αγώνας για την αθανασία και την αιωνιότητα, τότε τι είναι; Εάν με την πίστη στο Χριστό δεν φθάνει κανείς στην αθανασία και την επί του θανάτου νίκη, τότε προς τι η πίστη μας; Εάν ο Χριστός δεν αναστήθηκε, τούτο σημαίνει ότι η αμαρτία και ο θάνατος δεν έχουν νικηθεί. Εάν δε δεν έχουν αυτά τα δύο νικηθεί, τότε γιατί να πιστεύει κανείς στο Χριστό; Εκείνος όμως ο οποίος με την πίστη στον Αναστάντα Χριστό αγωνίζεται εναντίον κάθε αμαρτίας του, αυτός ενισχύει σιγά-σιγά μέσα του την αίσθηση ότι ο Κύριος πραγματικά αναστήθηκε, άμβλυνε το κέντρο του θανάτου, νίκησε το θάνατο σε όλα τα μέτωπα της μάχης.
Χωρίς την ανάσταση δεν υπάρχει ούτε στον ουρανό ούτε κάτω από τον ουρανό τίποτε πιο παράλογο από τον κόσμο αυτό ούτε μεγαλύτερη απελπισία από τη ζωή αυτή, δίχως αθανασία. Σ’ όλους τους κόσμους δεν υπάρχει περισσότερο δυστυχισμένη ύπαρξη από τον άνθρωπο, που δεν πιστεύει στην ανάσταση των νεκρών. Γι’ αυτό, για την ανθρώπινη ύπαρξη, ο Αναστημένος Κύριος είναι τα «πάντα εν πάσιν» σ’ όλους τους κόσμους: ο,τι το Ωραίο, το Καλό, το Αληθινό, το Προσφιλές, το Χαρμόσυνο, το Θείο, το Σοφό, το Αιώνιο. Αυτός είναι όλη η Αγάπη μας, όλη η Αλήθειά μας, όλη η Χαρά μας, όλο το Αγαθό μας, όλη η Ζωή μας, η Αιωνία Ζωή σε όλες τις αιωνιότητες και απεραντοσύνες.

Δόξα τῇ Ἁγίᾳ Ἀναστάσει Σου Κύριε! (Ἀρχιμ. Ἀθανάσιος Ἀναστασίου, Προηγούμενος Ἱ. Μ. Μεγάλου Μετεώρου)


Τὸ χαρ­μό­συ­νο γε­γο­νὸς τῆς Ἀ­να­στά­σε­ως τοῦ Χρι­στοῦ μας γεν­νᾶ στὶς ψυ­χές μας ἐν­θου­σι­α­σμὸ καὶ ἀ­γα­λλί­α­ση, αἰ­σθή­μα­τα ἀ­γά­πης καὶ συγ­χω­ρή­σε­ως. Κα­ταυ­γά­ζει τὸ Ἅ­γι­ον Φῶς τῆς Ἀ­να­στά­σε­ώς Του τὴ γῆ, τὸν οὐ­ρα­νὸ καὶ τὶς ψυ­χές μας. Συ­γκλο­νι­σμέ­νη ὁ­λό­κλη­ρη ἡ ὕ­παρ­ξή μας ψάλ­λει τὸν πα­σχα­λι­νὸ παι­ά­να «Χρι­στὸς Ἀ­νέ­στη!»· καὶ πα­νη­γυ­ρί­ζο­ντας ἀ­ντι­βο­ᾶ σύ­μπα­σα ἡ κτί­ση «Ἀ­λη­θῶς Ἀ­νέ­στη!».
 
Ὅ­λος ὁ ὀρ­θό­δο­ξος λα­ός μας —νη­στεύ­σα­ντες καὶ μὴ νη­στεύ­σα­ντες, ἐ­γκρα­τεῖς καὶ ρά­θυ­μοι, πλού­σι­οι καὶ πέ­νη­τες, πρῶ­τοι καὶ δεύ­τε­ροι, γνω­ρί­ζο­ντες καὶ μὴ γνω­ρί­ζο­ντες, πι­στεύ­ο­ντες καὶ ἀμ­φι­σβη­τοῦ­ντες— ὅ­λος ὁ ὀρ­θό­δο­ξος λα­ός μας, συ­νε­παρ­μέ­νος ἀ­πὸ τὴν μο­να­δι­κὴ λα­μπρό­τη­τα αὐ­τοῦ τοῦ συ­γκλο­νι­στι­κοῦ θαύ­μα­τος, συμ­με­τέ­χει στὴν πνευ­μα­τι­κὴ εὐ­ω­χί­α αὐ­τῆς τῆς με­γί­στης τῶν ἑ­ορ­τῶν τῆς Πί­στε­ώς μας.
 
Ὁ Ἀναστάς Κύ­ρι­ος Ἰ­η­σοῦς Χρι­στός, ὁ Σω­τή­ρας τοῦ πε­πτω­κό­τος Ἀ­δάμ, ἀ­πο­τε­λεῖ τό Κέ­ντρο τοῦ Οὐ­ρα­νοῦ καί τῆς γῆς, τό Κέ­ντρο τῆς ῾Ι­στο­ρί­ας καί τῆς Πί­στε­ώς μας, τό Κέ­ντρο τῶν θεί­ων Γρα­φῶν καί τῆς Θεί­ας Λα­τρεί­ας. Γι­ά νά οἰ­κει­ο­ποι­η­θοῦ­με, ὅ­μως, προ­σω­πι­κά τό γε­γο­νός τῆς Ἀναστάσεως πρέ­πει, ταυ­τό­χρο­να, νά ἀ­πο­τε­λεῖ τό Κέ­ντρο τῆς ψυ­χῆς μας, τῆς δι­α­νοί­ας μας, τῆς καρ­δι­ᾶς καί τοῦ εἶ­ναι μας. Πρέ­πει νά εἶ­ναι ὁ σκο­πός τῆς ζω­ῆς μας, τό ἀ­γαλ­λί­α­μα, ὁ πό­θος καί ἡ λα­χτά­ρα μας.
 
Κα­τά τόν θε­ο­φώ­τι­στο πα­τέ­ρα τῆς ᾿Εκ­κ­λη­σί­ας μας Ἅγιο Ἰ­ου­στί­νο Πό­πο­βιτ­ς: «“τά πά­ντα καί ἐν πᾶ­σι Χρι­στός”. Τό ἀ­ντί­θε­τον Αὐ­τοῦ; Τό κε­νόν, τό μη­δέν! Αὐ­τός εἶ­ναι τό Πα­νεῖ­ναι. ᾿Ε­κτός Αὐ­τοῦ, τό μή εἶ­ναι. ῎Αν δέν εἶ­ναι ὁ Χρι­στός μέ­σα σου, δέν εἶ­σαι τί­πο­τε, εἶ­σαι μη­δέν, εἶ­σαι ἕ­να πτῶ­μα, εἶ­σαι τό μή ὄν. Καί τό ἴ­δι­ον τό σύ­μπαν χω­ρίς τόν Χρι­στόν, εἶ­ναι πτῶ­μα, εἶ­ναι μη­δέν, εἶ­ναι μή ὄν. ῾Ο Χρι­στός εἶ­ναι τό Πα­νεῖ­ναι καί ἡ πα­νε­νό­της. Αὐ­τός τά πά­ντα πλη­ροῖ καί τά πά­ντα συ­νέ­χει· ἄ­νευ Αὐ­τοῦ τά πά­ντα εἶ­ναι κε­νά καί ἔ­ρη­μα καί δι­ε­σπαρ­μέ­να. ᾿Ε­άν ἀ­φαι­ρέ­σω­μεν τόν Χρι­στόν ἀ­πό τόν ἄν­θρω­πον, ἀ­πό τόν ἥλι­ον, ἀ­πό τό σύ­μπαν, ἀ­πό τήν μέ­λισ­σαν, τά πά­ντα κρη­μνί­ζο­νται εἰς τό χά­ος, εἰς τό μή εἶ­ναι, εἰς τό μή ὄν, εἰς τόν θά­να­τον. Μό­νον Αὐτός δι­ά τοῦ θε­αν­θρω­πί­νου σώ­μα­τός Του, τῆς ᾿Εκ­κ­λη­σί­ας, συ­νέ­χει τά πά­ντα καί πλη­ροῖ τά πά­ντα».

 
«Χρι­στὸς Ἀ­νέ­στη, Ἀ­λη­θῶς Ἀ­νέ­στη!…». Σὲ αὐ­τὲς τὶς τέσ­σε­ρεις λέ­ξεις —ὅ­πως το­νί­ζει ὁ ἅγιος Ἰ­ου­στί­νος— συ­γκε­φα­λαι­ώ­νο­νται καὶ τὰ τέσ­σε­ρα Εὐ­αγ­γέ­λι­α τοῦ Χρι­στοῦ. «Χρι­στὸς Ἀ­νέ­στη, Ἀ­λη­θῶς Ἀ­νέ­στη!…» Κά­θε λέ­ξη καὶ ἕ­να Εὐ­αγ­γέ­λι­ο· τέσ­σε­ρεις λέ­ξεις, ποὺ ἀ­πο­τε­λοῦν ὁ­λό­κλη­ρη τὴν Δι­δα­σκα­λί­α τοῦ Χρι­στοῦ μας, ὁ­λό­κλη­ρη τὴν ἱ­στο­ρί­α τῆς Ἐκ­κ­λη­σί­ας μας, ὁ­λό­κλη­ρη τὴν ὑ­πό­θε­ση τῆς Σω­τη­ρί­ας μας!…
 
«Χρι­στὸς Ἀ­νέ­στη, Ἀ­λη­θῶς Ἀ­νέ­στη!…» Ση­μαί­νει ὅ­τι ἡ Ἀ­νά­στα­ση τοῦ Χρι­στοῦ μας εἶ­ναι τὸ με­γα­λύ­τε­ρο Θαῦ­μα ὅ­λων τῶν ἐ­πο­χῶν, ὅ­λων τῶν ἐ­πι­γεί­ων καὶ οὐ­ρα­νί­ων κό­σμων· ὅ­τι εἶ­ναι τὸ Θαῦ­μα τῶν θαυ­μά­των· ὅ­τι εἶ­ναι τὸ Θαῦ­μα ἀ­πὸ τὸ ὁ­ποῖ­ο πη­γά­ζουν καὶ στὸ ὁ­ποῖ­ο συ­νο­ψί­ζο­νται ὅ­λα τὰ ἄλ­λα θαύ­μα­τα.
 
«Χρι­στὸς Ἀ­νέ­στη, Ἀ­λη­θῶς Ἀ­νέ­στη!…» Ση­μαί­νει ὅ­τι ὁ Χρι­στός μας εἶ­ναι τέ­λει­ος Ἄν­θρω­πος καὶ τέ­λει­ος Θε­ός· ὅ­τι εἶ­ναι ὁ μό­νος ἀ­λη­θι­νὸς Θε­άν­θρω­πος καὶ Κύ­ρι­ος τοῦ ὁ­ρα­τοῦ καὶ ἀ­ο­ρά­του κό­σμου.
 
«Χρι­στὸς Ἀ­νέ­στη, Ἀ­λη­θῶς Ἀ­νέ­στη!…» Ση­μαί­νει ὅ­τι ὁ ἀ­να­στὰς Κύ­ρι­ός μας εἶ­ναι ὁ νι­κη­τὴς τοῦ θα­νά­του, ὅ­τι ἀ­πέ­κτει­νε τὸν θά­να­το, ὅ­τι «οὐκ ἔ­στι θά­να­τος πλέ­ον»!
 
«Χρι­στὸς Ἀ­νέ­στη, Ἀ­λη­θῶς Ἀ­νέ­στη!…» Ση­μαί­νει ὅ­τι χά­ρη στὴ νί­κη, χά­ρη στὸν θρί­αμ­βο τοῦ Χρι­στοῦ μας ἐ­πὶ τοῦ θα­νά­του, οἱ ἄν­θρω­ποι ἐ­πὶ δύ­ο χι­λι­ά­δες χρό­νι­α γί­νο­νται —καὶ πά­ντα θὰ γί­νο­νται— Χρι­στι­α­νοί!
 
«Χρι­στὸς Ἀ­νέ­στη, Ἀ­λη­θῶς Ἀ­νέ­στη!…» Ση­μαί­νει ὅ­τι ὁ ἀ­να­στὰς Κύ­ρι­ός μας ἐ­σκύ­λευ­σε τὸν Ἅ­δη, κα­τήρ­γη­σε τὸν Ἅ­δη, ἐ­νέ­κρω­σε τὸν Ἅ­δη.
 
«Χρι­στὸς Ἀ­νέ­στη, Ἀ­λη­θῶς Ἀ­νέ­στη!…» Ση­μαί­νει τήν ἐρήμωση τοῦ Ἅδου, τήν κατάλυση, τήν ἐκμηδένιση, τήν συντριβή τῶν πυλῶν τοῦ Ἅδου καί τοῦ θανάτου.
 
«Χρι­στὸς Ἀ­νέ­στη, Ἀ­λη­θῶς Ἀ­νέ­στη!…» Ση­μαί­νει ὅ­τι κα­τε­νί­κη­σε καὶ τὸ κέ­ντρο τοῦ θα­νά­του, τὴν ἁ­μαρ­τί­α —γι­α­τὶ δι­ὰ τῆς ἁ­μαρ­τί­ας εἰ­σῆλ­θε ὁ θά­να­τος.
 
«Χρι­στὸς Ἀ­νέ­στη, Ἀ­λη­θῶς Ἀ­νέ­στη!…» Ση­μαί­νει ὅ­τι κα­τέ­λυ­σε τὰ ἔρ­γα τοῦ δι­α­βό­λου· ὅ­τι κα­τήρ­γη­σε καὶ συ­νέ­τρι­ψε καὶ αὐ­τὸν τὸν δι­ά­βο­λο, τὸν προ­αι­ώ­νι­ο ἐ­χθρό μας: «Ἀ­νέ­στη Χρι­στὸς καὶ πε­πτώ­κα­σι δαί­μο­νες».
 
«Χρι­στὸς Ἀ­νέ­στη, Ἀ­λη­θῶς Ἀ­νέ­στη!…» Ση­μαί­νει ὅτι ὁ Κύριός μας Ἰησοῦς Χριστός μᾶς ἐλύτρωσε ὅλους ἀπό τούς τρεῖς μεγάλους ἐχθρούς μας, τόν διάβολο, τήν ἁμαρτία καί τόν θάνατο.
 
«Χρι­στὸς Ἀ­νέ­στη, Ἀ­λη­θῶς Ἀ­νέ­στη!…» Ση­μαί­νει ὅ­τι ἡ Ἀ­θα­να­σί­α ἔ­γι­νε ἡ δευ­τέ­ρα φύ­ση στὸν ἄν­θρω­πο, ὅ­τι ὁ ἄν­θρω­πος ἀ­πὸ θνη­τὸς καὶ πε­πε­ρα­σμέ­νος γί­νε­ται ἀ­θά­να­τος καὶ αἰ­ώ­νι­ος.
 
«Χρι­στὸς Ἀ­νέ­στη, Ἀ­λη­θῶς Ἀ­νέ­στη!…» Ση­μαί­νει ὅ­τι ὁ ἀ­να­στὰς Κύ­ρι­ός μας, μᾶς ἐ­λευ­θέ­ρω­σε ἀ­πὸ τὰ ὀ­δυ­νη­ρὰ καὶ ἀ­νέλ­πι­δα δε­σμὰ τῆς ἀ­πελ­πι­σί­ας, τῆς ἀ­πο­γνώ­σε­ως, τῆς κα­τα­δί­κης.
 
«Χρι­στὸς Ἀ­νέ­στη, Ἀ­λη­θῶς Ἀ­νέ­στη!…» Ση­μαί­νει ὅ­τι ὁ ἀ­να­στὰς Κύ­ρι­ός μας, μᾶς ἀ­πέ­δει­ξε μὲ τὴν λα­μπρο­φό­ρο Ἀ­νά­στα­σή Του τὴν ἀ­πύ­θμε­νη καὶ ἄ­πει­ρη καὶ ἀ­πα­ρά­μιλ­λη φι­λαν­θρω­πί­α τοῦ Θε­οῦ Πα­τέ­ρα μας.
 
«Χρι­στὸς Ἀ­νέ­στη, Ἀ­λη­θῶς Ἀ­νέ­στη!…» Ση­μαί­νει ὅ­τι ἡ λύ­τρω­ση, ἡ ἄ­φε­ση τῶν ἁ­μαρ­τι­ῶν μας εἶ­ναι τὸ και­νὸν γε­γο­νός· ὅ­τι εἶ­ναι τὸ πρα­γμα­τι­κὸ καὶ ὀ­ντο­λο­γι­κὸ γε­γο­νὸς μέ­σα στὴν ἱ­στο­ρί­α· ὅ­τι εἶ­ναι τὸ φι­λαν­θρω­πό­τα­το γε­γο­νὸς τῆς θεί­ας Οἰ­κο­νο­μί­ας.
 
«Χρι­στὸς Ἀ­νέ­στη, Ἀ­λη­θῶς Ἀ­νέ­στη!…» Ση­μαί­νει ὅ­τι ὁ ἄν­θρω­πος μπο­ρεῖ πλέ­ον νὰ γί­νει καὶ πά­λι παι­δὶ τοῦ Θε­οῦ, καὶ μά­λι­στα κα­τὰ χά­ριν Θε­ός.
 
«Χρι­στὸς Ἀ­νέ­στη, Ἀ­λη­θῶς Ἀ­νέ­στη!…» Ση­μαί­νει ὅ­τι ὁ ἄν­θρω­πος μπο­ρεῖ νὰ βι­ώ­σει τὴν ἀ­λη­θι­νὴ καὶ οὐ­ρά­νι­α χα­ρά, τὴν ἀ­λη­θι­νὴ καὶ ἀ­νε­κλά­λη­τη ἐ­σω­τε­ρι­κὴ ἀ­νά­παυ­ση καὶ εὐ­φρο­σύ­νη, τὴν πά­ντα νοῦν ὑ­πε­ρέ­χου­σα εἰ­ρή­νη, τὴν κα­τὰ Θε­ὸν σώ­ζου­σα σο­φί­α, τὴν ἄ­νευ ὅ­ρων καὶ ὁ­ρί­ων ἐ­μπι­στο­σύ­νη καὶ ἐλ­πί­δα στὸν οὐ­ρά­νι­ο Πα­τέ­ρα Του.
 
«Χρι­στὸς Ἀ­νέ­στη, Ἀ­λη­θῶς Ἀ­νέ­στη!…» Ση­μαί­νει ὅ­τι ὁ σκο­πὸς τοῦ ἀν­θρώ­που δὲν μπο­ρεῖ νὰ εἶ­ναι ἄλ­λος ἀ­πὸ τὴν ἀ­κόρεστη καὶ ἀ­τε­λεύ­τη­τη ἐ­να­τέ­νι­ση καὶ ἀ­πό­λαυ­ση τῆς ἀ­κτί­στου δό­ξης τοῦ Προ­σώ­που τοῦ ἀ­να­στη­μέ­νου Χρι­στοῦ μας.
 
«Χρι­στὸς Ἀ­νέ­στη, Ἀ­λη­θῶς Ἀ­νέ­στη!…» Ση­μαί­νει ὅ­τι ἔ­χει νό­η­μα ἡ ζω­ή μας, ἡ ἀ­φι­έ­ρω­σή μας, ἡ ἄ­σκη­σή μας, ἡ προ­σευ­χή μας, ἡ νη­στεί­α μας, ἡ με­τά­νοι­ά μας, ἡ ἀ­γά­πη μας, ἡ ἐλ­πί­δα μας, ἡ ὕ­παρ­ξή μας.
 
«Χρι­στὸς Ἀ­νέ­στη, Ἀ­λη­θῶς Ἀ­νέ­στη!…» Ση­μαί­νει ὅ­τι ὑ­πάρ­χει ἀ­κρι­βο­δί­και­η ἀ­ντα­πό­δο­ση τῶν λό­γων καὶ τῶν ἔρ­γων μας· ὅ­τι ὑ­πάρ­χει κρί­ση καὶ κρι­τή­ρι­ο· ὅ­τι ὑ­πάρ­χει αἰ­ω­νί­α κό­λα­ση καὶ αἰ­ώ­νι­ος πα­ρά­δει­σος· ὅ­τι ὑ­πάρ­χει ἡ Βα­σι­λεί­α τοῦ Θε­οῦ.
 
«Χρι­στὸς Ἀ­νέ­στη, Ἀ­λη­θῶς Ἀ­νέ­στη!…» Ση­μαί­νει ὅ­τι ὑ­πάρ­χει ἀ­νά­στα­ση νε­κρῶν· ὅ­τι θὰ ἀ­να­στη­θοῦ­με ὅ­λοι μὲ τὰ σώ­μα­τά μας καί τίς ψυχές μας τὴν ἡ­μέ­ρα τῆς Κρί­σε­ως καὶ κα­τὰ τὰ ἔρ­γα μας ἢ θὰ εἰ­σέλ­θου­με στὴν Βα­σι­λεί­α τοῦ Θε­οῦ, ἀ­πο­λαμ­βά­νο­ντας τὴν Χά­ρη Του ἢ θὰ κα­τα­λή­ξου­με στὴν αἰ­ω­νί­α κό­λα­ση, ὑ­φι­στά­με­νοι τὴν ἀ­πελ­πι­σί­α τῆς ἀ­που­σί­ας Του.
 
«Χρι­στὸς Ἀ­νέ­στη, Ἀ­λη­θῶς Ἀ­νέ­στη!…» Ση­μαί­νει ὅ­τι ἡ Ἀ­νά­στα­ση τοῦ Χρι­στοῦ μας ἀ­πο­τε­λεῖ τὴν ἀ­κα­τα­μά­χη­τη δύ­να­μη καὶ τὴν πα­ντο­δυ­να­μί­α τῆς Ἐκ­κ­λη­σί­ας μας.
 
«Χρι­στὸς Ἀ­νέ­στη, Ἀ­λη­θῶς Ἀ­νέ­στη!…» Ση­μαί­νει ὅ­τι γιά τόν πιστό χριστιανό ὅλη ἡ ζωή του εἶναι Πάσχα καί Ἑορτή, γιατί ὅλη ἡ ζωή του φωτίζεται, χαριτώνεται καί ἁγιάζεται ἀπό τήν ἄκτιστη Χάρη τοῦ Ἀναστάντος Χριστοῦ μας.
 
«Χρι­στὸς Ἀ­νέ­στη, Ἀ­λη­θῶς Ἀ­νέ­στη!…» Ση­μαί­νει ὅτι ἐνεκρώθη ὁ θάνατος, ἐλύθη ἡ φθορά, ἔπαυσε ἡ κατάρα, ἀνέτειλε ἡ ἀθανασία, ἠνέωκται ὁ Παράδεισος.
 
«Χρι­στὸς Ἀ­νέ­στη, Ἀ­λη­θῶς Ἀ­νέ­στη!…» Ση­μαί­νει τήν θανάτωση τοῦ διαβόλου, τήν αἰχμαλωσία τῶν ἀκαθάρτων δαιμόνων, τήν σωτηρία τῶν χριστιανῶν, τήν ἀνάσταση τῶν νεκρῶν.
 
Γι­ὰ ὅ­λους αὐ­τοὺς τοὺς λό­γους, ὅ­λος ὁ πι­στὸς λα­ὸς τοῦ Θε­οῦ —παρά τίς τεράστιες δυσκολίες καί τούς μεγάλους πειρασμούς πού βιώνουμε— εἴ­μα­στε ἔ­μπλε­οι χα­ρᾶς καὶ εὐ­φρο­σύ­νης, ἐλ­πί­δας καὶ ἀ­να­παύ­σε­ως· γι­α­τὶ «Χρι­στὸς Ἀ­νέ­στη, Ἀ­λη­θῶς Ἀ­νέ­στη…» ση­μαί­νει ὅ­τι ὁ ἀ­να­στὰς Κύ­ρι­ός μας εἶ­ναι —καὶ πρέ­πει νὰ εἶ­ναι— τὸ καύ­χη­μά μας καὶ ἡ δύ­να­μή μας: ὅ­λη ἡ ζω­ή μας καὶ ὅ­λη ἡ ἀ­γά­πη μας, ὅ­λη ἡ ἀ­λή­θει­ά μας καὶ ὅ­λη ἡ ἀ­νά­παυ­σή μας, ὅ­λη ἡ χα­ρά μας καὶ ὅ­λη ἡ λα­χτά­ρα μας, ὅ­λη ἡ μέ­ρι­μνά μας καὶ ὅ­λη ἡ ἀ­να­ζή­τη­σή μας, ὅ­λη ἡ τω­ρι­νὴ καὶ αἰ­ω­νί­α ὕ­παρ­ξή μας.
 
Ἀφῆστε, λοι­πόν, τόν λαό μας (ὅλοι ἐσεῖς οἱ ὀρθολογιστές καί οἱ κατ’ ὄνομα μόνον χριστιανοί, πού δέν παύετε νά μειώνετε καί νά προσβάλλετε τήν ὀρθόδοξη πίστη μας), νά εἶναι ἀναστάσιμος καί ὀρθόδοξος, καί νά πιστεύει καί νά ἐλπίζει στόν Ἀναστάντα Κύριο καί Θεό του καί ἡ ζωή του νά εἶναι μία συνεχής Ἑορτή. Μή σκοτώνετε τήν Ἐλπίδα καί τήν χαρά καί τήν εἰρήνη ἀπό τούς ἀνθρώπους. Νά γνωρίζετε καλά, ὅλοι ἐσεῖς, ὅτι ὁ Ἀναστάς Κύριός μας ἔχει τόν πρῶτο καί τόν τελευταῖο λόγο στή ζωή μας καί στήν ὅλη ἀνθρώπινη ἱστορία. Ἡ φήμη σας καί ἡ δόξα σας, ὅπως κάθε ἀνθρώπινη δόξα, εἶναι πρόσκαιρη καί ἐφήμερη, πού θά ξεχασθεῖ καί θά χαθεῖ.
 
Κράτησε, λαέ τοῦ Θεοῦ, εὐλογημένε καί προδομένε, ταλαιπωρημένε καί ἀδικημένε, ζωντανή τήν πίστη σου στόν Ἀναστάντα Χριστό· κράτησε τόν Χριστό στό κέντρο τῆς καρδιᾶς καί τῆς ζωῆς σου· κράτησε, ἐπίσης, ὡς μόνο χαιρετισμό στίς καθημερινές σου ἀναστροφές μέχρι τήν Ἀνάληψη, τόν ἀναστάσιμο καί πασχάλιο χαιρετισμό «Χριστός Ἀνέστη – Ἀληθῶς Ἀνέστη!».
 
Ὁ Χριστός μας ἐξῆλθε νικῶν καί ἵνα νικήσῃ (Ἀποκ. στ΄ 2). Καί δέν θά νικήσει μόνον στό τέλος τοῦ κόσμου θριαμβευτικά, ἔνδοξα, ὁριστικά καί αἰώνια. Νικᾶ καί σήμερα καί κάθε μέρα καί παντοτεινά. Παραμένοντας μέ τόν Χριστό μας, εἴμαστε μόνιμα μέ τόν Αἰώνιο Νικητή.
 
Μυριάκις καί ἀπειράκις δόξα στόν Ἀναστάντα Κύριό μας Ἰησοῦ Χριστό!
 
«Χρι­στὸς Ἀ­νέ­στη, Ἀ­λη­θῶς Ἀ­νέ­στη!»
____________________
 
Βοηθήματα:
 
«Ἄν­θρω­πος καί Θε­άν­θρω­πος», Ἀρ­χιμ. Ἰ­ου­στί­νου Πό­πο­βιτ­ς, Ἐκ­δοτικός Οἶκος «Ἀ­στήρ», Ἀθήνα 1974
 
«Ἀνάστασιν Χριστοῦ θεασάμενοι», Ἐκδ. Ἱ. Μ. Ὁσίου Γρηγορίου, Ἅγιον Ὄρος 2005
 

Τό ὀντολογικό νόημα τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Χριστοῦ (Ἀρχ. Κύριλλος Κωστόπουλος, Ἱεροκήρυκας Ἱ. Μ. Πατρῶν)


Είναι ιστορικώς επιβεβαιωμένο ότι η Ανάσταση του Θεανθρώπου Κυρίου συνέβη κατά την εποχή της ανοίξεως. Αυτό δεν είναι τυχαίο και χωρίς βαθύτερο σημειολογικό νόημα γεγονός. Το καλοκαίρι είναι η εποχή, η οποία διαθέτει καλό από πάσης πλευράς καιρό. Το φθινόπωρο αρχίζουν και φθίνουν τα πάντα και η φύση οδεύει προς μία νέκρωση. Τον χειμώνα όλα χειμάζονται. Η άνοιξη, όμως, είναι η εποχή, κατά την οποία τα πρώην νεκρωμένα ξαναζωντανεύουν. Όλα χαίρονται, όλα ανθίζουν, όλα ευωδιάζουν. Για τον λόγο αυτό επέλεξε ο Θεάνθρωπος Κύριος την εποχή αυτή να νικήσει τον θάνατο, ανοίγοντας τις πύλες της αιωνίου ζωής.
 
Με την Ανάσταση του Χριστού ανοίγουν οι πύλες του Άδου και εξέρχεται ο πρώτος άνθρωπος και όλοι «όσοι έλαβον αυτόν [τον Αναστάντα Κύριο], έδωκεν αυτοίς τέκνα Θεού γενέσθαι» (Ιωάν. 1, 12). Ανοίγουν επίσης και οι καρδιές και ο νους όλων των πνευματικών τέκνων της Αγίας μας Εκκλησίας και γεμίζουν από την χαρά και την αγάπη της Αναστάσεως, εκφράζοντάς την προς τον Θεόν Δημιουργό μας και προς τον πλησίον. Με αυτόν τον τρόπο ανοίγουν και οι οφθαλμοί, για να δυνηθεί ο άνθρωπος να ιδεί το άκτιστο Φως της Αναστάσεως, το οποίο θα φωτίσει το εσώτερο «είναι» του, το καλυμμένο από το σκότος των παθών και αμαρτιών.
 
Η Ανάσταση, λοιπόν, του Θεανθρώπου Κυρίου σηματοδοτεί και δίδει την δυνατότητα στον άνθρωπο να βιώσει δύο λυτρωτικά γεγονότα.
 
Το πρώτο είναι η διάβαση του ανθρώπου από τον χώρο της αμαρτίας στον χώρο της μετανοίας, το πέρασμα από την φθορά και τον θάνατο στην αφθαρσία της αιωνίου ζωής και Αναστάσεως. Για τον λόγο αυτό και ονομάζεται «Πάσχα» που σημαίνει «διάβαση» στην Εβραϊκή γλώσσα. Ο άνθρωπος μετά την πτώση του στον Παράδεισο εισήλθε στην φθορά και στον θάνατο. Απομακρύνθηκε από την κοινωνία με τον Θεό και Πλάστη Του, από τον Οποίον αντλούσε την ζωή, την ελευθερία, την χαρά, την αρμονική συνύπαρξη με την φύση και όλα τα αγαθά και κατήντησε μια βιολογική μονάδα που αγωνίζεται για την επιβίωση, υπόδουλος στα πάθη και στην φοβερή κυριαρχία του θανάτου.
 
Η νίκη που επέφερε εναντίον του θανάτου με την Ανάστασή Του ο Ενανθρωπήσας Λόγος του Θεού Πατρός άνοιξε τον δρόμο της επανόδου του ανθρώπου στην προπτωτική του κατάσταση.

Ο πιστός χριστιανός που ζει και αγωνίζεται οντολογικά μέσα στον Σταυροαναστάσιμο χώρο της Ορθοδόξου Εκκλησίας, το μυστικό Σώμα του Χριστού, εισέρχεται από αυτήν εδώ την ζωή στον χώρο της πνευματικής αφθαρσίας και ελευθερίας. Στην κατάσταση αυτή δεν φοβείται πλέον τίποτε. Δεν φοβείται ούτε αυτόν τον θάνατο, εφόσον αυτός κατέστη η είσοδος στην μακαρία και αιώνια ζωή. Αυτή η αλήθεια αποδεικνύεται και ερμηνεύεται από το γεγονός της στρατιάς των Μαρτύρων, οι οποίοι βάδιζαν με χαρά στον θάνατο, για να ενωθούν με την Αυτοζωή, τον Θεάνθρωπο Κύριο.
 
Το δεύτερο γεγονός που μας προσφέρει ως δυνατότητα βιώσεως η Ανάσταση του Κυρίου μας είναι το άνοιγμα της καρδίας μας και η διεύρυνσή της, ώστε να δεχθεί όλο τον κόσμο. Η Σταύρωση και η Ανάσταση του Θεανθρώπου Κυρίου μας δεν είναι γεγονότα μόνον προσωπικά του Ιησού Χριστού, αλλ’ είναι γεγονότα παγκόσμια, οικουμενικά, καθολικά. Όταν ανέβηκε στον Σταυρό η Εσταυρωμένη Αγάπη, ο σαρκωθείς Λόγος του Θεού Πατρός, άπλωσε τα χέρια Του, για να δείξει ότι θυσιάζεται για όλη την ανθρωπότητα και δέχεται όλο τον μετανοημένο κόσμο. Έτσι το μυστικό Του Σώμα, η Αγία μας Ορθόδοξος Εκκλησία, καθίσταται οικουμενική, καθολική.
 
Για να γίνει ο άνθρωπος πιστό και σταυροαναστάσιμο μέλος της Εκκλησίας χρειάζεται να εξέλθει από τον εγωκεντρικό του χώρο και να δεχθεί όλο τον κόσμο, να γίνει οικουμενικός Ορθόδοξος χριστιανός. Από την έλλειψη τέτοιων ανθρώπων πάσχει σήμερα η κοινωνία μας και η ανθρωπότητα γενικότερα. Όσα συμβούλια Ηνωμένων Εθνών και εάν γίνουν, όσοι σύλλογοι κοινωνικοί ή αλληλεγγύης ή ομάδες κοινωνικών δράσεων και αν ιδρυθούν, δεν πρόκειται να δημιουργηθεί αληθινή κοινωνία ανθρώπων. Κι αυτό γιατί ο άνθρωπος είναι διεσπασμένο άτομο, καθώς έχει απομακρυνθεί από τον Δημιουργό του Θεό και την κοινωνία αγάπης που είναι η Αγία Ορθόδοξος Εκκλησία μας.
 
Μόνο μέσα στην Εκκλησία ενοποιείται ο άνθρωπος ως προσωπικότητα και ανακτά την χαμένη οντολογική ελευθερία του και βιώνει και διαχέει παντού γύρω του την αληθινή αγάπη. Κανένα φιλοσοφικό, πολιτικό ή απλώς θρησκευτικό σύστημα δεν ημπορεί να βοηθήσει τον άνθρωπο. Μόνο η συνάντησή Του με το αιώνιο Πρόσωπο του Αναστημένου Θεανθρώπου Κυρίου, που πραγματώνεται στον Σταυροαναστάσιμο χώρο της Ορθοδόξου Εκκλησίας θα του διανοίξει τον νου, ώστε να κατανοήσει ποιος είναι, ποιος και γιατί τον δημιούργησε και προς τα πού πορεύεται. Μόνο σε αυτή την σχέση πληρούται από αλήθεια, ελευθερία, δικαιοσύνη και αγάπη και γίνεται αναστημένη προσωπικότητα που έχει υπερβεί την φθορά και τον θάνατο.
 
https://alopsis.gr/το-οντολογικό-νόημα-της-αναστάσεως-το/

Τετάρτη 5 Μαΐου 2021

“Ἡ τήρηση τῆς Παράδοσης εἶναι δόγμα στήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία“…ρθρο τοῦ πρωτοπρεσβυτέρου Θεοδώρου Ζήση Ὁμότιμου Καθηγητή Θεολογικῆς Σχολῆς Α.Π.Θ.

 



Ἐπιμέλεια σύνταξης: katanixi.gr


1. Θεολογική σύγχυση προκάλεσε ἡ συνοδική ἀπόφαση

Συνηθίσαμε πιά στίς καινοτομίες, στίς αἱρέσεις, στά σχίσματα, στίς ἔριδες. Τίποτε σταθερό καί καθολικά ἀποδεκτό. Τό Εὐαγγέλιο καί ἡ Πατερική Παράδοση ἐτέθησαν σέ ἀργία. Ὁ καθένας τά ἑρμηνεύει ὅπως θέλει καί ὅπως τόν εὐνοοῦν ἤ τοῦ ἐπιβάλλουν οἱ ἀνάγκες τῶν καιρῶν, τά συμφέροντα καί οἱ φιλοδοξίες του. Ἡ συμφωνία τῶν Πατέρων, ἡ διαχρονική καί σταθερή πράξη τῆς Ἐκκλησίας ἀνατρέπονται. Τό ἄσπρο γίνεται μαῦρο, τό φῶς σκοτάδι, ἡ αἵρεση γίνεται ἐκκλησία, ὅπως καί τό σχίσμα, ὁ σοδομισμός νόμιμη καί μή ἐφάμαρτη διαφορετικότητα, τό Σάββατο γίνεται Κυριακή, τό ψεῦδος ἀλήθεια.

Οἱ Ὀρθόδοξοι πιστοί σέ κάποιες ἀπό τίς ἑλληνόφωνες τοπικές ἐκκλησίες τά ἔχουν χάσει μέ τό θεολογικό κομφούζιο, τήν θεολογική σύγχυση, πού ἔχει προκαλέσει ἡ ἀπόφαση τῆς Διαρκοῦς Ἱερᾶς Συνόδου νά ἑορτασθεῖ ἐφέτος τό Πάσχα, ἡ Ἀνάσταση, πρίν ἀπό τά μεσάνυκτα, νά ἀκουσθεῖ τό «Χριστός Ἀνέστη» τρεῖς ὧρες ἐνωρίτερα, γύρω στίς ἐννέα (21 μ.μ.), νά συντομευθεῖ ἡ ἀκολουθία, καί νά γίνει δεύτερη Θεία Λειτουργία μέσα στήν ἴδια ἡμέρα, νά διακοπεῖ ἐνωρίτερα ἡ νηστεία τοῦ Μεγάλου Σαββάτου, ρυθμίσεις πού ἀντίκεινται στήν εὐαγγελική διδασκαλία, στίς ἀποφάσεις οἰκουμενικῶν συνόδων καί στήν διαχρονικά σταθερή Παράδοση καί πράξη τῆς Ἐκκλησίας. Δικαιολογημένες ἀπόλυτα οἱ ἀντιδράσεις κάποιων, ἐλαχίστων ἐπισκόπων, πολλῶν εὐλαβῶν ἱερέων καί πλήθους πιστῶν, στούς ὤμους τῶν ὁποίων πέφτει νά σηκώσουν τό βάρος τῆς τήρησης τῶν παραδεδομένων, νά σηκώσουν τό βάρος τῆς ἡμέρας, ὅπως ἐπαινεῖ ἡ Ἐκκλησία ὅσους κληρικούς ἀγωνίσθηκαν ἐναντίον τῶν καινοτομιῶν καί τῶν παρεκκλίσεων.

Ἀντί ὅμως οἱ ἀντιδράσεις νά ὁδηγήσουν σέ δεύτερες, ὀρθότερες, σκέψεις καί σέ διόρθωση τῶν ὁλοφάνερα λανθασμένων ἀποφάσεων, ξεσηκώθηκαν θεολογικοί «φωστῆρες», γιά νά ὑποστηρίξουν τήν καινοτομία καί νά ἐνισχύσουν τίς διενέξεις πρός μεγάλη χαρά τοῦ Διαβόλου πού ὑποκινεῖ πάντοτε ἀπό φθόνο τήν ἐναντίωση πρός τόν Χριστό καί τήν Ἐκκλησία Του. Κείμενα ὑποστηρικτικά καί ἀναιρετικά τῆς καινοτομίας ἔχουν κατακλύσει τό Διαδίκτυο καί ἔχουν φέρει σέ ἀπόγνωση κληρικούς καί λαϊκούς, ὡς πρός τό νά κρίνουν ποῦ βρίσκεται ἡ ἀλήθεια, ποιοί ἔχουν δίκαιο, οἱ καινοτόμοι ἤ οἱ παραδοσιακοί. Καί ἐνῶ φάνηκε πώς οἱ συνειδήσεις τῶν πιστῶν ἠρεμοῦν καί εὐαρεστοῦνται μέ ὅσα ἔγραψαν, διεμήνυσαν καί ἀποφάσισαν νά πράξουν ἐλάχιστοι ἐπίσκοποι, ὅπως ὁ πρώην Καλαβρύτων Ἀμβρόσιος, ὁ Αἰτωλοακαρνανίας Κοσμᾶς, ὁ Κυθήρων Σεραφείμ, ἀκόμη καί ὁ Φιλίππων Στέφανος, αἰφνιδίως ἄνοιξαν κερκόπορτες στήν κανονική ἀλήθεια ὁ Πειραιῶς Σεραφείμ καί ἡ Ἱερά Μητρόπολη Ἐδέσσης, Πέλλης καί Ἀλμωπίας, προφανῶς μέ ἀπόφαση τοῦ Ποιμενάρχη Ἰωήλ, ὑποστηρίζοντας τήν βλάσφημη καί ἀθεολόγητη καινοτομία. Δέν θά ἐπιχειρήσουμε τώρα ἀναίρεση τῶν ἡμαρτημένων τῶν δύο ἐπισκόπων, τά ἐπιχειρήματα τῶν ὁποίων ἐκλόνισαν κάποιους ἀσταθεῖς μέ καλαμώδη χαρακτήρα καί εὔκολη στίς ἐπιρροές φύση. Θά σημειώσουμε βασικούς μόνον θεολογικούς λόγους, γιά τούς ὁποίους δέν πρέπει νά γίνει ἀλλαγή τοῦ χρόνου ἑορτασμοῦ τῆς Ἀνάστασης.

2. Ἡ τήρηση τῆς Παράδοσης εἶναι δόγμα στήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία.

Τό πρῶτο βάθρο, ἡ πρώτη βάση τό πρῶτο θεμέλιο πάνω στό ὁποῖο μέ σιγουριά καί βεβαιότητα στέκεται ὁ πιστός μετά τό Εὐαγγέλιο, εἶναι ἡ Παράδοση τῆς Ἐκκλησίας. Ὅσοι ἀγνοοῦν τήν Παράδοση προτεσταντίζουν. Οἱ Προτεστάντες ἀπορρίπτουν τήν Παράδοση, δέχονται μόνον τήν Ἁγία Γραφή, τήν ὁποία ἑρμηνεύει ὁ καθένας κατά τό δοκοῦν, γι᾽ αὐτό καί διαλύθηκαν σέ χίλια κομμάτια. Εἶναι σαφέστατη καί ὑποχρεωτική ἡ σύσταση τοῦ Ἀποστόλου Παύλου νά τηροῦν οἱ Χριστιανοί τίς Παραδόσεις· «Στήκετε καί κρατεῖτε τάς παραδόσεις ἅς ἐδιδάχθητε εἴτε διά λόγου εἴτε δι᾽ ἐπιστολῆς ἡμῶν»1. Ὁ ἴδιος μάλιστα αὐστηρότερα ἀναθεματίζει ὅσους παραβαίνουν αὐτά πού παρέλαβαν, ἀκόμη καί ἄν τήν καινοτομία τήν παρουσιάσουν καί τήν διδάξουν ἄγγελοι ἀπό τόν οὐρανό, πολύ περισσότερο ἄν τήν ἀποφασίσουν ἄνθρωποι, ὅπως ἡ Διαρκής Σύνοδος τοῦ Ἱερωνύμου, ἤ οἱ μητροπολίτες τοῦ Πειραιᾶ καί τῆς Ἔδεσσας· «Ἀλλά καί ἐάν ἡμεῖς ἤ ἄγγελος ἐξ οὐρανοῦ εὐαγγελίζηται ὑμῖν παρ᾽ ὅ εὐηγγελισάμεθα ὑμῖν ἀνάθεμα ἔστω. Ὡς προειρήκαμεν καί ἄρτι πάλιν λέγω· εἴ τις ὑμᾶς εὐαγγελίζεται παρ᾽ ὅ παρελάβετε, ἀνάθεμα ἔστω»2.

Ἄσχετα πρός τόν ἀκριβῆ χρόνο τῆς Ἀνάστασης τοῦ Χριστοῦ, πού καί αὐτός δέν εὐνοεῖ τούς Σαββατιανούς καί Ἰουδαΐζοντες καινοτόμους τοῦ Ἱερωνύμου, ὅπως θά δοῦμε, τό κήρυγμα τῆς Ἀνάστασης, ἀκούσθηκε τό πρωί τῆς Κυριακῆς· τό ἄκουσαν πρῶτες οἱ μυροφόρες γυναῖκες ἀπό τούς Ἀγγέλους, τό μετέφεραν εἰς τούς Ἀποστόλους καί δι᾽ αὐτῶν εἰς ὅλον τόν κόσμο: «Τό φαιδρόν τῆς Ἀναστάσεως κήρυγμα, ἐκ τοῦ ἀγγέλου μαθοῦσαι αἱ τοῦ Κυρίου μαθήτριαι, καί τήν προγονικήν ἀπόφασιν ἀπορρίψασαι τοῖς Ἀποστόλοις καυχώμεναι ἔλεγον. Ἐσκύλευται ὁ θάνατος, ἠγέρθη Χριστός ὁ Θεός, δωρούμενος τῷ κόσμῳ τό μέγα ἔλεος» 3.

Θά μνημονεύσουμε ἀπό τό πλῆθος τῶν ἀναστάσιμων ὕμνων ἕνα ἀκόμη τροπάριο ἀπό τά ἀναστάσιμα Εὐλογητάρια πού μᾶς διδάσκει ὅτι τό πρωΐ τῆς Κυριακῆς ἄκουσαν οἱ Μυροφόρες γυναῖκες ἀπό τόν Ἄγγελο τό «Χριστός Ἀνέστη». «Λίαν πρωΐ μυροφόροι ἔδραμον πρός τό μνῆμά σου θρηνολογοῦσαι· ἀλλ᾽ ἐπέστη πρός αὐτάς ὁ Ἄγγελος καί εἶπε· Θρήνου ὁ καιρός, πέπαυται, μή κλαίετε. Τήν Ἀνάστασιν δέ Ἀποστόλοις εἴπατε».

Ἔκτοτε μέχρι τήν ἀποφράδα ἀπόφαση τῆς Διαρκοῦς Ἱερᾶς Συνόδου, ἐπί δύο χιλιάδες χρόνια, τό «Χριστός Ἀνέστη» ἀκούγεται πάντοτε τό μεσονύκτιο τοῦ Σαββάτου πρός τήν Κυριακή, πάλιν καί πολλάκις μετά τό μεσονύκτιο, καί οὐδέποτε πρίν ἀπό τό μεσονύκτιο. Θά ἀκουσθεῖ γιά πρώτη φορά ἐφέτος πρίν ἀπό τό μεσονύκτιο, σέ ἀντίθεση μέ ὅλα τά ἀρχαῖα καί σύγχρονα Τυπικά, τό Σαββαϊτικό, τό Στουδιτικό, τό Ἁγιορειτικό, τό Πατριαρχικό τῆς Κωνσταντινούπολης. Δέν ἔχουν πλέον κανένα φραγμό οἱ καινοτόμοι.

Καί ὅταν ἀντιμετώπισε τήν αἵρεση τῆς Εἰκονομαχίας ἡ Ἐκκλησία, βρέθηκε σέ παρόμοια σύγχυση μέ τήν σημερινή. Διαιρέθηκαν οἱ ἐπίσκοποι καί οἱ θεολόγοι σέ ὑποστηρικτές τῶν Ἁγίων Εἰκόνων καί σέ ἐχθρούς καί εἰκονομάχους. Καί ἀπό τίς δύο πλευρές διατυπώνονταν καί ἀνταλλάσσονταν θεολογικά ἐπιχειρήματα, πού δημιουργοῦσαν σύγχυση στό πλήρωμα τῆς Ἐκκλησίας. Ἡ Ζ´ Οἰκουμενική Σύνοδος πού ἀσχολήθηκε μέ τό θέμα (787) καί καταδίκασε τούς Εἰκονομάχους, δέν ἀπέφυγε νά ἀσχοληθεῖ μέ τήν διδασκαλία τους καί νά ἀναιρέσει τά ἐπιχειρήματά τους. Τό δυνατώτερο ὅμως ἐπιχείρημα τῆς Συνόδου πού τό προέταξε τῶν θεολογικῶν συζητήσεων ἦταν τό ὀρθόδοξο ἐπιχείρημα νά τηρηθεῖ ἡ Παράδοση. Ἡ τιμή πρός τίς Ἅγιες Εἰκόνες ἦταν αἰωνόβια παράδοση τῆς Ἐκκλησίας, καί αὐτή τήν παράδοση δέν μποροῦσε νά τήν ἀλλάξει ἡ Ἐκκλησία ἤ νά τήν ἀλλοιώσει. Ἡ Ἀνάσταση τοῦ Κυρίου ἔλαβε χώρα καί κηρύχθηκε μετά τό μεσονύκτιο τοῦ Σαββάτου, γι᾽ αὐτό ἄλλωστε καί ἡ ἑπόμενη μέρα ὀνομάσθηκε Κυριακή, ὡς σημαίνουσα τήν Ἀνάσταση τοῦ Κυρίου. Ἡ μία λοιπόν τῶν Σαββάτων, ἡ πρώτη μετά τό Σάββατο ἡμέρα, ἡ Κυριακή εἶναι συνώνυμη τῆς Ἀνάστασης· Κυριακή σημαίνει Ἀνάσταση. Πῶς λοιπόν ἐμεῖς θά τήν ἀναμίξουμε μέ τό ἑβραϊκό Σάββατο ἤ μέ τήν Παρασκευή τῶν Μουσουλμάνων;

Ἕνας ἀπό τούς λόγους πού ἀνάγκασαν τήν Α´ Οἰκουμενική Σύνοδο νά ὁρίσει τήν Κυριακή ὡς ἡμέρα τῆς Ἀναστάσεως, καί μάλιστα κατά τρόπο πού νά μή συμπέσει ποτέ μέ τό ἑβραϊκό Πάσχα, ἦταν τό γεγονός ὅτι κάποιοι Ἰουδαΐζοντες Χριστιανοί γιόρταζαν τήν Ἀνάσταση, ὅταν γιόρταζαν καί οἱ Ἑβραῖοι τό δικό τους Πάσχα, τήν 14η τοῦ μηνός Νισάν, πού συνέπιπτε σέ ὅλες τίς ἡμέρες τῆς ἑβδομάδος· ἦσαν οἱ γνωστοί Τεσσαρεσκαιδεκατίτες.

Ὅπως λοιπόν ἡ Ζ´ Οἰκουμενική Σύνοδος προέταξε πάνω καί πρίν ἀπό τίς θεολογικές συζητήσεις τό δογματικό Ὀρθόδοξο ἐπιχείρημα τῆς Παράδοσης, ἔτσι καί οἱ ἁπλοϊκοί Ὀρθόδοξοι πιστοί, ἀλλά καί ὅσοι κληρικοί δέν ἔχουν ὑψηλή θεολογική μόρφωση ἀκολουθοῦν ἀναλογικά τόν δρόμο τῶν Ἁγίων Πατέρων, τηρώντας τήν σταθερή Παράδοση νά ἑορτάζεται ἡ Ἀνάσταση μετά τά μεσάνυκτα, ὥστε νά μή γίνουν συμμέτοχοι τῆς βλάσφημης, ἀντιευαγγελκῆς καί ἀντιπατερικῆς καινοτομίας τοῦ ἑορτασμοῦ τῆς Ἀνάστασης πρίν ἀπό τά μεσάνυχτα καί ἀναμείξουν ἔτσι Σάββατο καί Κυριακή, πρός μεγάλη χαρά τῶν Οἰκουμενιστῶν πού ἐργάζονται συστηματικά γι᾽ αὐτήν τήν ἀνάμειξη. Λέγει ἡ Σύνοδος στίς ἀποφάσεις της: «Τῇ παραδόσει τῆς καθολικῆς Ἐκκλησίας ἐξηκολουθήσαμεν καί οὔτε ὕφεσιν οὔτε πλεονασμόν ἐποιησάμεθα, ἀλλ᾽ ἀποστολικῶς διδαχθέντες, κρατοῦμεν τάς παραδόσεις ἅς παρελάβομεν πάντα ἀποδεχόμενοι καί ἀσπαζόμενοι, ὅσαπερ ἡ ἁγία καθολική Ἐκκλησία ἀρχῆθεν τῶν χρόνων ἀγράφως καί ἐγγράφως παρέλαβεν… Ἡ γάρ ἀληθινή τῆς Ἐκκλησίας καί εὐθυτάτη κρίσις καινουργεῖσθαι ἐν αὐτῇ συγχωρεῖ οὐδέν, οὔτε ἀφαίρεσιν ποιεῖσθαι»4.

3. Ὁ λειτουργικός χρόνος δέν καταργεῖ τόν φυσικό χρόνο. Συνυπάρχουν.

Δημιουργός τοῦ χρόνου καί τοῦ κόσμου εἶναι ὁ Θεός, «ὁ καιρούς καί χρόνους ἐν τῇ ἰδίᾳ ἐξουσία θέμενος». Ἡ ἀρχή τοῦ χρόνου συμπίπτει μέ τήν ἀρχή τοῦ κόσμου, τοῦ ὁποίου ὁ χρόνος μετρᾶ τήν κίνηση. Ἡ ἱστορία τῆς πορείας τοῦ κόσμου παρακολουθεῖται ἀπό τόν Θεό, ὁ ὁποῖος εἶναι κύριος τοῦ κόσμου καί τοῦ χρόνου καί, ὅταν χρειασθεῖ, ἐπεμβαίνει στήν πορεία τῆς ἀθρώπινης ἱστορίας. Δέν ἀδιαφορεῖ γιά τά ἱστορικά γεγονότα καί πρόσωπα ὁ Θεός, γι᾽ αὐτό καί ἡ ἱστορία τῆς σωτηρίας καί στήν Παλαιά καί στήν Καινή Διαθήκη, ἀλλά καί στήν συνέχεια τους στήν ζωή τῆς Ἐκκλησίας, εἶναι γεμάτη ἀπό ἐπεμβάσεις τοῦ Θεοῦ μέσῳ ἱστορικῶν γεγονότων καί ἱστορικῶν προσώπων, ἡ μεγαλύτερη καί σπουδαιότερη τῶν ὁποίων εἶναι ἡ ἐνανθρώπηση τοῦ Υἱοῦ καί Λόγου τοῦ Θεοῦ, σαρκωθέντος ἐκ Πνεύματος Ἁγίου καί Μαρίας τῆς Παρθένου καί ἐνανθρωπήσαντος. Ὁ Θεάνθρωπος Χριστός εἶναι τό σημαντικώτερο πρόσωπο τῆς ἀνθρώπινης ἱστορίας, «τό μόνον καινόν ὑπό τόν ἥλιον» κατά τόν Ἅγιο Ἰωάννη Δαμασκηνό. Ὅσα ἐπί τῆς γῆς ἐτέλεσε ἄλλαξαν τήν ἀνθρώπινη ἱστορία καί τήν ἐχώρισαν εἰς τά δύο, εἰς τήν πρό Χριστοῦ καί τήν μετά Χριστόν ἐποχή. Ἔχουν καταγραφῆ ὡς ἱστορικά γεγονότα, ἡ Γέννηση, ἡ Βάπτιση, ἡ διδασκαλία, τά θαύματα, ἡ Σταύρωση, ἡ Ἀνάσταση καί πλεῖστα ἄλλα, τά ὁποῖα ἡ Ἐκκλησία ἑορτάζει κάθε χρόνο στόν ἐτήσιο ἑορτολογικό της κύκλο, φροντίζουσα χρονικά νά ὁρίζει τίς ἑορτές τους, ὅπως καί τίς ἑορτές στίς μνῆμες Ἁγίων, κατά τίς χρονικές ἡμερομηνίες πού ἐτελέσθησαν.

Ὅλες οἱ ἡμέρες τοῦ χρόνου εἶναι κατάφορτες ἀπό μνῆμες ἁγίων καί ἀπό ἱστορικές ἀναφορές στήν ἡμέρα τῆς κοίμησης ἤ τοῦ μαρτυρίου τους. Ἐξαγιάζεται ἔτσι καί ὁ χρόνος, καί ἀποκτᾶ νόημα ἡ πορεία τῆς ἱστορίας. Δίνει λοιπόν μεγάλη βαρύτητα στόν φυσικό χρόνο ἡ Ἐκκλησία· οὔτε τόν μειώνει, οὔτε τόν καταργεῖ. Γι᾽ αὐτό καί τιμᾶ ἰδιαίτερα τήν Κυριακή τῆς Ἀναστάσεως, κατά τήν ὁποία ὁ Χριστός ἐνίκησε τόν θάνατο καί συνέτριψε τίς δυνάμεις τοῦ κακοῦ, πού εἶχαν συνασπισθῆ ἐναντίον Του.

Ἡ προσπάθεια κάποιων νά μεταφέρουν μέρος τῆς Κυριακῆς τό Σάββατο, ὥστε νά δικαιολογήσουν τήν συνοδική καινοτομία νά ἑορτασθεῖ ἡ Ἀνάσταση τό Σάββατο καί ὄχι τήν Κυριακή, δέν εὐοδοῦται, διότι ὁ λειτουργικός χρόνος δέν καταργεῖ τόν φυσικό χρόνο. Τό ἐπιχείρημα δηλαδή ὅτι λειτουργικά ἡ ἡμέρα ἀρχίζει ἀπό τόν ἑσπερινό τῆς προηγούμενης εἶναι ἐν μέρει ἀληθινό καί δέν ἰσχύει γιά ὅλες τίς ἐκδηλώσεις τῆς ζωῆς τῆς Ἐκκλησίας. Εἶναι ἐν μέρει καί ἐλάχιστα ἰσχυρό, διότι οἱ λειτουργικές ἐκδηλώσεις μετά τόν ἑσπερινό εἶναι ἐλάχιστες, ἐνῶ οἱ τῆς κύριας ἡμέρας εἶναι πολλαπλάσιες, μεταξύ δέ αὐτῶν ἡ τέλεση τοῦ μυστηρίου τῆς Θείας Εὐχαριστίας, πού ἀποτελεῖ τό κέντρο, τήν καρδιά τῆς νυχθήμερης λατρείας. Μετά τόν ἑσπερινό ἔχουμε μόνον τό ἀπόδειπνο, ἐνῶ μετά τήν ἀκολουθία τοῦ μεσονυκτικοῦ, πού χωρίζει τήν παραμονή ἀπό τήν κύρια ἡμέρα ἔχουμε τίς ἀκολουθίες τῶν ὡρῶν, τῆς α´, τῆς γ´ καί τῆς στ´ ὥρας, τήν ἀκολουθία τοῦ Ὄρθρου, τήν κορυφαία καί κεντρική ἀκολουθία τῆς Θείας Λειτουργίας, καί τήν θ´ ὥρα πρό τοῦ ἑσπερινοῦ, μέ τήν ὁποία κλείνει ὁ νυχθήμερος λειτουργικός κύκλος. Τελέσαμε λοιπόν ποτέ τήν Θ. Λειτουργία τῶν Χριστουγέννων, τῶν Θεοφανείων, τῆς Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου, τοῦ Ἁγίου Δημητρίου τίς παραμονές αὐτῶν τῶν ἑορτῶν, ὥστε τώρα νά δικαιολογοῦμε τήν τέλεση τῆς ἀναστάσιμης Θ. Λειτουργίας τήν παραμονή τοῦ Πάσχα, μέ τό ἐπιχείρημα ὅτι ἡ ἡμέρα ἀρχίζει ἀπό τόν ἑσπερινό τῆς προηγουμένης; Ἀρχίζει μέ τόν ἑσπερινό, ἀλλά ὁλοκληρώνεται κατά τό μεγαλύτερο μέρος κατά τόν φυσικό ἀστρονομικό χρόνο, ἀπό τό μεσονύκτιο μέχρι τόν ἑσπερινό τῆς ἑπόμενης ἡμέρας, ἰδιαίτερα μέ τήν τέλεση τοῦ μυστηρίου τῆς Θ. Εὐχαριστίας. Ἀλλά καί αὐτή ἡ ἀρχή τῆς ἡμέρας ἀπό τόν ἑσπερινό τῆς προηγουμένης δέν ἰσχύει γιά ὅλες τίς ἐκδηλώσεις τῆς ζωῆς τῆς Ἐκκλησίας, ὅπως π.χ. γιά τόν θεσμό τῆς νηστείας. Μποροῦμε π.χ. νά διακόψουμε τήν νηστεία τῆς Τετάρτης ἤ τῆς Παρασκευῆς μετά τόν ἑσπερινό αὐτῶν τῶν ἡμερῶν, ἄν ἀπό τόν ἑσπερινό ἀρχίζουν ἡ Πέμπτη καί τό Σάββατο; Ἤ πρέπει νά ἀρχίσουμε νά νηστεύουμε ἀπό τόν ἑσπερινό τῆς Τρίτης καί τῆς Πέμπτης, ἄν μετά τόν ἑσπερινό ἀρχίζουν ἡ Τετάρτη καί ἡ Παρασκευή;

4. Ὁ ἀκριβής χρόνος τῆς Ἀνάστασης τίθεται μετά τό μεσονύκτιο τοῦ Σαββάτου πρός τήν Κυριακή.

Ὡς πρός τόν ἀκριβῆ χρόνο πού ἔγινε ἡ Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ, πρέπει νά ποῦμε ὅτι εἶναι θέμα λελυμένο στήν λειτουργική καί κανονική παράδοση τῆς Ἐκκλησίας, ἡ ὁποία δέχεται ὅτι, μολονότι δέν εἶναι γνωστή ἡ ἀκριβής χρονική στιγμή καί ὥρα τῆς Ἀνάστασης, ἐν τούτοις ἀπό τόν συνδυασμό ὅσων λέγουν καί περιγράφουν οἱ τέσσαρες εὐαγγελισταί προκύπτει ὅτι ἡ Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ ἔγινε περί τό μεσονύκτιο τοῦ Σαββάτου πρός τήν Κυριακή ἤ λίγο μετά τό μεσονύκτιο, δηλαδή μεταφέροντας τόν χρόνο στό σημερινό ὡράριο μποροῦμε νά ποῦμε ὅτι ἡ Ἀνάσταση ἔγινε μεταξύ τῆς 11ης βραδυνῆς (23ης) τοῦ Σαββάτου καί τῆς 2ας πρωϊνῆς τῆς Κυριακῆς, μεταξύ δηλαδή 11 καί 2.

Ὁ χρονικός αὐτός προσδιορισμός τοῦ γεγονότος τῆς Ἀναστάσεως περί τό μεσονύκτιο εἶναι συνοδικά καί κανονικά κατοχυρωμένος, τόν ἀκολουθεῖ δέ καί ἡ λειτουργική παράδοση τῆς Ἐκκλησίας, ἡ ὁποία ὁρίζει ὅτι ἡ παννυχίδα τῆς Ἀναστάσεως ἄρχεται «περί ὥραν πέμπτην τῆς νυκτός, δηλαδή περί τήν 11ην πρό τοῦ μεσονυκτίου», ρυθμίζεται δέ ἔτσι ἡ ψαλμωδία τοῦ κανόνος καί ἡ ἀνάγνωση τοῦ Εὐαγγελίου καί τῶν λοιπῶν, ὥστε τό «Χριστός Ἀνέστη» νά ἀκουσθεῖ ἀκριβῶς τήν 12ην τοῦ μεσονυκτίου, ἡ δέ λοιπή ἀκολουθία τοῦ Ὄρθρου καί τῆς Θείας Λειτουργίας ἐκτυλίσσονται στίς 2-3 μεταμεσονύκτιες ὧρες.

Ἀναλυτικῶς μέ τό θέμα τοῦ χρόνου τῆς Ἀναστάσεως ἀσχολήθηκε ὁ Ἅγιος Διονύσιος Ἀλεξανδρείας (3ος αἰών), ὑποχρεωθείς νά ἀπαντήσει σέ ἐρώτηση ἐπισκόπου γιά τό πότε, ποιά ὥρα ἀκριβῶς, πρέπει νά σταματᾶ ἡ πρό τοῦ Πάσχα νηστεία. Τοῦ ἔγραφε ὁ ἐπίσκοπος ὅτι σέ κάποιες περιοχές βιάζονται καί διακόπτουν τήν νηστεία τό ἀπόγευμα τοῦ Σαββάτου, «ἀφ᾽ ἑσπέρας», ἐνῶ ἀλλοῦ τήν διακόπτουν τό πρωΐ τῆς Κυριακῆς, τά χαράματα, περιμένοντας νά λαλήσει ὁ πετεινός, «περιμένουσι τόν ἀλέκτορα». Δέν πρέπει ὅμως νά ὁρίσουμε τόν ἀκριβῆ χρόνο, ὥστε ὅλοι νά διακόπτουν τήν ἴδια ὥρα τήν νηστεία; Ὁ Ἅγιος Διονύσιος ἀπαντᾶ ὅτι τό νά ὁρισθεῖ ὁ ἀκριβής χρόνος τῆς Ἀναστάσεως, ἡ ἀκριβής ὥρα, εἶναι δύσκολο καί λανθασμένο, «δύσκολον καί σφαλερόν», διότι οἱ εὐαγγελισταί δέν μᾶς παραδίδουν μέ ἀκρίβεια τήν ὥρα τῆς ᾽Αναστάσεως· «μηδέν ἀπηκριβωμένον ἐν αὐτοῖς περί τῆς ὥρας, καθ᾽ ἥν ἀνέστη, φαίνεται». Μᾶς ὁμιλοῦν γιά διάφορες ἐπισκέψεις στόν τάφο σέ διαφορετικούς χρόνους, ἀλλά σέ ὅλες αὐτές τίς ἐπισκέψεις τῶν Μυροφόρων καί τῶν Ἀποστόλων λέγεται ὅτι ὁ Κύριος εἶχε ἤδη ἀναστηθῆ· «Διαφόρως μέν οἱ εὐαγγελισταί τούς ἐπί τό μνημεῖον ἐλθόντας ἀνέγραψαν κατά καιρούς ἐνηλλαγμένους καί πάντες ἀνεστηκότα τόν Κύριον ἔφασαν εὑρηκέναι». Πάντως κανένας εὐαγγελιστής δέν μᾶς εἶπε πότε ἀκριβῶς ἀναστήθηκε ὁ Χριστός· «Καί πότε μέν ἀνέστη, σαφῶς οὐδείς ἀπεφήνατο». Αὐτό στό ὁποῖο συμφωνοῦν ὅλοι οἱ εὐαγγελισταί εἶναι ὅτι ἀπό τό βράδυ ἀργά τοῦ Σαββάτου μέχρι τήν ἀνατολή τοῦ ἡλίου τό πρωΐ τῆς Κυριακῆς οἱ ἐπισκεφθέντες τόν τάφο τόν βρῆκαν κενό, ἄδειο, διότι ἤδη εἶχε ἀναστηθῆ ὁ Χριστός. Συμπερασματικά, ὁ Ἅγιος Διονύσιος λέγει ὅτι δέν πρέπει νά ἀκριβολογοῦμε «ποίαν ὥραν ἤ καί ποῖον ἡμιώριον ἤ ὥρας τέταρτον» ἀναστήθηκε ὁ Χριστός, ὥστε νά ἀρχίσουμε τήν χαρά καί τήν πανήγυρη τῆς Ἀναστάσεως. Αὐτούς πού βιάζονται καί διακόπτουν τήν νηστεία πρό τοῦ μεσονυκτίου τούς μεμφόμεθα ὡς ἀμελεῖς καί ἀκρατεῖς, ἐνῶ ὅσους καθυστεροῦν καί περιμένουν τήν «τετάρτην φυλακήν τῆς νυκτός»5, δηλαδή τό τέταρτο τρίωρο τῆς νύκτας, τό διάστημα ἀπό 3-6 τό πρωΐ, τούς ἐπαινοῦμε «ὡς γενναίους καί φιλοπόνους». Τούς ἐνδιαμέσους, αὐτούς δηλαδή πού κατέλυσαν μεταξύ τοῦ μεσονυκτίου καί τῆς αὐγῆς, κατά τόν Ἅγιο Νικόδημο τόν Ἁγιορείτη, οὔτε τούς μεμφόμεθα οὔτε τούς ἐπαινοῦμε, ἁπλῶς δέν τούς ἐνοχλοῦμε6. Μέ τούς ἐνδιαμέσους βέβαια αὐτούς δέν ἐννοεῖ ὁ Ἅγιος Διονύσιος τούς σημερινούς Χριστιανούς οἱ ὁποῖοι, μόλις ἀκούσουν τό «Χριστός Ἀνέστη» στίς 12 τό μεσονύκτιο, χωρίς νά ἔχει τελειώσει ἡ Θ. Λειτουργία τῆς Ἀναστάσεως, φεύγουν ἀπό τόν Ναό καί τό ρίχνουν στό φαγοπότι. Ἐννοεῖ τό τελείωμα τῆς Θ. Λειτουργίας σύντομα μετά τά μεσάνυκτα. Γιά ὅσους ἀκολουθοῦν τήν κακίστη συνήθεια νά φεύγουν μετά τό «Χριστός Ἀνέστη» πρό τοῦ τέλους τῆς Θ. Λειτουργίας εἶναι πολύ αὐστηρός ὁ Ἅγιος Νικόδημος, ὁ ὁποῖος σέ ὑποσημείωση στόν πθ´ κανόνα τῆς Στ´ Οἰκουμενικῆς Συνόδου γράφει: «Βλέπεις ὅτι λέγουσι πρῶτον νά γίνεται ἡ λειτουργία καί ὕστερα νά πασχάζωμεν; Ὅθεν ἀξιοκατάκριτοι εἶναι καί πολλά κοιλιόδουλοι καί λαίμαργοι ἐκεῖνοι ὁποῦ βαστῶντες εἰς τούς κόλπους των αὐγά ἤ τυρί, εὐθύς ὁποῦ ἀκούσουν τό Χριστός ἀνέστη, τά χάπτουσιν εἰς τό στόμα, καί ἄς διορθώσουν τό ἄτοπον αὐτό ἀπό τώρα καί ὕστερα· ἀλλά καί οἱ γονεῖς δέν πρέπει νά ἀφίνουσι τά τέκνα των νά κάμνουν παρόμοιον ἄτακτον πρᾶγμα»7.

Τήν σπουδαία αὐτή ἀνάλυση τοῦ Ἁγίου Διονυσίου Ἀλεξανδρείας, πού ἀποτελεῖ καί τόν πρῶτο ἀπό τούς τέσσερις κανόνες, στούς ὁποίους ἔχει διαιρεθῆ ἡ Κανονική του Ἐπιστολή πρός τόν ἐπίσκοπο Βασιλείδη, υἱοθέτησε καί ἡ Πενθέκτη Οἰκουμενική Σύνοδος, ἡ γνωστή ἐν Τρούλλω (690), ἡ ὁποία ὁρίζει μέ τόν ΠΘ´ (89ο) κανόνα της ὅτι πρέπει ἡ παύση τῆς νηστείας νά γίνεται μετά τό μεσονύκτιο τοῦ Σαββάτου πρός τήν Κυριακή, διότι, κατά τήν ἑρμηνεία τοῦ Ἁγίου Νικοδήμου στόν ἐν λόγῳ κανόνα, ἀπό τήν εὐαγγελική διήγηση «συνάγεται ὅτι κατά τό μεσονύκτιον ἀνέστη ὁ Κύριος παρελθούσης τῆς στ´ ὥρας καί ἀρχομένης τῆς ζ´»8. Ὁ Θεόδωρος Βαλσαμών ἑρμηνεύοντας ἐπίσης τόν κανόνα τοῦ Ἁγίου Διονυσίου παραπέμπει καί στόν πθ´ τῆς ἐν Τρούλλῳ συνόδου, λέγοντας ὅτι ἐπειδή, ἐκτός ἀπό τόν κανόνα, ἡ ὥρα τῆς Ἀναστάσεως ἀποσαφηνίσθηκε παλαιότερα κατά τό δυνατόν καί βάσει ἁγιογραφικῶν χωρίων (μολονότι τόν ἀληθῆ χρόνο γνωρίζει μόνον ὁ ἀναστάς Θεός) ὀφείλουμε νά ποῦμε ὅτι μέχρι τά μεσάνυκτα, μέχρι δηλαδή τήν ἕκτη ὥρα τῆς νύκτας, πρέπει νά νηστεύουμε· ἀπό τήν ἕβδομη ὅμως ὥρα, τήν πρώτη δηλαδή μεταμεσονύκτια, πού ἀρχίζει ἡ Κυριακή κατά τήν ὁποία ἀναστήθηκε ὁ Χριστός (εἶναι δέ εὔλογο ἡ Ἀνάσταση νά ἔγινε ἤ κατά τήν ἑβδόμη ἤ κατά τήν ὀγδόη ὥρα) δέν πρέπει νά νηστεύουμε, γιά νά μή φανοῦμε ἀντίθετοι πρός τούς κανόνες πού ἀπαγορεύουν τήν νηστεία κατά τίς Κυριακές9.

Καί τό Συναξάρι τῆς Κυριακῆς τοῦ Πάσχα, προφανῶς γραμμένο ἀπό τόν Νικηφόρο Κάλλιστο Ξανθόπουλο, πού ἔγραψε ὅλα τά Συναξάρια τοῦ Πεντηκοσταρίου, μᾶς πληροφορεῖ ὅτι ἡ Ἀνάσταση ἔγινε περί τό μεσονύκτιο, λίγο πρίν ἤ λίγο μετά ἀπό αὐτό: «Ἡ δέ τοῦ Κυρίου ἀνάστασις γέγονεν οὕτω· τῶν στρατιωτῶν φυλασσόντων τόν τάφον περί μέσον νυκτός σεισμός γίνεται· κατελθών γάρ Ἄγγελος τόν λίθον τῆς τοῦ μνημείου θύρας ἀφίστησιν».

Ἐπίλογος. Αἰσχύνη τῶν ἐπισκόπων καί κληρικῶν ὁ φόβος τοῦ θανάτου

Εἶναι παράδοξο καί δυσεξήγητο γιά τούς πιστούς, τήν ὥρα πού ἡ Ἐκκλησία ψάλλει τήν νίκη τοῦ Χριστοῦ ἐπί τοῦ θανάτου μέ τό «Χριστός ἀνέστη ἐκ νεκρῶν θανάτῳ θάνατον πατήσας», νά βλέπει τήν πλειονότητα τῶν ἐπισκόπων νά φοβοῦνται τόν θάνατο ἀπό τήν μετάδοση τοῦ Κορωνοϊοῦ καί νά ἀποφεύγουν νά ἑορτάσουν τήν Ἀνάσταση κατά τήν κεκανονισμένη ὥρα, σύμφωνα μέ τήν δισχιλιετῆ παράδοση τῆς Ἐκκλησίας. Ἁρμόζει πράγματι ἐδῶ νά παραθέσουμε ὅσα λέγει ὁ Ἅγιος Ἰωάννης τῆς Κλίμακος στό ὁμώνυμο ἔργο του: «Αἰσχύνη ποιμένι θάνατον δεδιέναι· ὅπου γε τοῦτο ὑπακοή ὁρίζεται, ἀδειλία θανάτου»10. Καί κατά τήν μετάφραση τῆς Ἱ. Μονῆς Παρακλήτου στήν δική τους ἔκδοση τοῦ ἔργου: «Εἶναι ἐντροπή γιά τόν ποιμένα νά φοβᾶται τόν θάνατο, ἀφοῦ ἡ ὑπακοή χαρακτηρίζεται ἀκριβῶς ὡς ἀφοβία τοῦ θανάτου». Περισσότερο ξεδιάντροπη καί τώρα ἀποκαλυπτική εἶναι ἡ πολιτική ἡγεσία καί οἱ ἐπιλεγμένοι ἐκπρόσωποι τῆς ἰατρικῆς ἐπιστήμης, οἱ ὁποῖοι ἀφήνουν τούς ἀνοήτους νά πιστεύσουν ὅτι ὁ ἰός προσβάλλει τό μεσονύκτιο πού γίνεται ἡ Ἀνάσταση καί ὄχι τρεῖς ὧρες ἐνωρίτερα, ἐνῶ εἶναι κτυπημένοι οἱ ἴδιοι ἀπό τόν ἰό τῆς ἀπιστίας καί στρατευμένοι στόν παγκόσμιο σχεδιασμό ἐναντίον τοῦ Χριστοῦ καί τῆς Ἐκκλησίας Του. Τήν δεύτερη ἡμέρα τοῦ Πάσχα, τά ἀνοίγουν ὅλα, καί μόνο οἱ ἀνοικτές ἐκκλησίες καί τό «Χριστός Ἀνέστη» τούς ἐνοχλοῦν.

  • 1. Β´ Θεσ. 2, 15.
  • 2. Γαλ. 1, 8-9.
  • 3. Ἀναστάσιμο ἀπολυτίκιο δ´ ἤχου.
  • 4 . Mansi 13, 409-412.
  • 5. Γιά τό «τετάρτη φυλακή τῆς νυκτός» βλ. Ματθ. 14, 25 καί τά σχετικά ὑπομνήματα.
  • 6. Βλ. τό κείμενο τῆς Ἐπιστολῆς εἰς Πηδάλιον τῆς νοητῆς νηός, τῆς Μιᾶς, Ἁγίας, Καθολικῆς καί Ἀποστολικῆς τῶν Ὀρθοδόξων Ἐκκλησίας, ὑπό Αγαπιου Ἱερομονάχου καί Νικοδημου Μοναχοῦ, Ἐκδοτικός Οἶκος «᾽Αστήρ», Ἀθῆναι 1990, σελ. 544-545 καί εἰς PG 10, 1272 ἑἑ.
  • 7. Πηδάλιον, ἔνθ᾽ ἀνωτ., σελ. 297, ὑποσημ. 2.
  • 8. Αὐτόθι.
  • 9. Βλ. Γ. Ραλλη-Μ. Ποτλη, Σύνταγμα τῶν θείων καί ἱερῶν Κανόνων, Ἀθῆναι 1854, τόμ. Δ´, σελ. 6-7: «…τό γάρ ἀληθές μόνος οἶδεν ὁ ἀναστάς Θεός… εἰκός δέ ἐστιν ἤ κατά τήν ἑβδόμην ἤ κατά τήν ὀγδόην ὥραν γενέσθαι τήν Ἀνάστασιν». Ἡ ζ´ καί ἡ η´ ὥρα τῆς νύκτας ἀντιστοιχοῦν στίς ὧρες μία καί δύο (1 καί 2) μετά τά μεσάνυχτα.
  • 10. Λόγος εἰς τόν Ποιμένα ξζ´, σελ. 394.