Σάββατο 28 Σεπτεμβρίου 2019

ΠΕΡΙ TΩΝ ΕΤΗΣΙΩΝ ΙΕΡΩΝ ΜΝΗΜΟΣΥΝΩΝ ΤΩΝ ΤΕΛΟΥΜΕΝΩΝ ΥΠΟ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ


Η Eκκλησία τελεί ετήσια μνημόσυνα υπέρ των τέκνων αυτής των μη τυχόντων των νενομισμένων, και στερηθέντων της εκ τούτων ωφελείας διά το αποθανείν αυτά είτε εν ξένη γη, εν θαλάσση, είτ' εν ερήμω. Ώδε εκτίθενται οι λόγοι οι εν τω Tριωδίω, δι ους η Εκκλησία τελεί το υπέρ των κεοιμημένων μνημόσυνον τω Σαββάτω τω πρό της απόκρεως, όπερ και πρώτον λέγεται, (κοινώς ψυχοσάββατον).
α'. Περί του πρώτου ψυχοσαββάτου. Υπόμνημα περί του πρώτου ετησίου μνημοσύνου.
«Τη αυτή ημέρα μνείαν ποιείσθαι των απ' αιώνος κοιμηθέντων ευσεβώς επ' ελπίδι αναστάσεως ζωής αιωνίου οι θειότατοι Πατέρες εθέσπισαν». «Αμνημόνησον πταισμάτων νεκροίς,, Λόγε, τα Χρηστά νεκρά σπλάγχνα σου μή δεικνύων». «Επειδή τινες άωρον πολλάκις επί ξένης υπέστησαν θάνατον εν θαλάσση τε και αβάτοις όρεσι, κρημνοίς τε και χάσμασι, καί λοιμοίς, και λιμοίς, και πολέμοις και εμπρησμοίς, και κρυμοίς, και άλλους παντοίους θανάτους υπομεμενηκότες, ίσως και πένητες όντες και άποροι και των νενομισμένων ψαλμωδιών και μνημοσύνων ουκ έτυχον, φιλανθρώπως οι θείοι Πατέρες κινούμενοι κοινώς τούτων μνείαν απάντων την καθολικήν Εκκλησίαν ποιείσθαι εθέσπισαν, από των Ιερών Αποστόλων διαδεξάμενοι, ίνα και οι των νενομισμένων ανά μέρος διά τινος συμβάντος μη τετυχηκότες, τη νυν κοινή μνεία κακείνοι περιλαμβάνοιντο δεικνύντες ως και τα υπέρ αυτών γινόμενα μεγάλην αυτοίς προξενεί την ωφέλειαν. Καθ' ένα μέν ουν τρόπον ούτως η του Θεού Εκκλησία μνείαν επιτελεί των ψυχων, δεύτερον δέ, επειδή την δευτέραν του Χριστού παρουσίαν θείναι τη επαύριον έμελλον, αρμοζόντως και των ψυχών μνημονεύουσιν. Ωσανεί τον φοβερόν Κριτήν καί απαραλόγιστον ιλεούμενοι τη συνήθει προς αυτάς χρήσασθαι συμπαθεία, και τη επηγγελμένη ταύτας κατατάξαι τρυφή. Άλλως τε και την του Αδάμ εξορίαν οι άγιοι μέλλοντες τη εσομένη εκθείναι Κυριακή, ώσπερ τινα κατάπαυσιν προσεπινοούσι, και τέλος παντων των καθ' ημάς δια της παρούσης νυν καταπαύσεως, ίνα εκείθεν ως απ' αρχής άρξωνται, το γαρ ύστατον των παρ' ημίν πάντων, η των βεβιωμένων παρά του αδεκάστου Κριτού έσται εξέτασις, και ίνα τους ανθρώπους διά τούτων φοβήσαντες, προς τους της νηστείας αγώνας ποιήσωσιν ευχερείς. Εν Σαββάτω δε την των ψυχων μνείαν ποιούμεθα, ότι το Σάββατον κατάπαυσιν σημαίνει Εβραιστί και των τεθνεώτων τοίνυν, ως των βιωτικών και των λοιπών απάντων καταπαυσαμένων, καν τη καταπαυσίμω των ημερών τας υπέρ αυτών δεήσεις ποιούμεθα, ο δη και επί παν κεκράτηκε γίνεσθαι Σάββατον. Το δε γε νυν καθολικώς μνημονεύομεν υπέρ παντός δεόμενοι ευσεβούς, ειδότες και γαρ οι Θείοι Πατέρες, ως τα υπέρ των κεκοιμημένων γινόμενα Μνημόσυνα, λέγω ελεημοσύναι και λειτουργίαι, και ιδίως και κοινή την Εκκλησίαν τούτο ποιείν επιτρέπουσι, παρά των Αγίων Αποστόλων τούτο παραλαβόντες, ως είρηται, καθ' α και ο Αρεοπαγίτης φησί Διονύσιος». Εν τω Η'. Βιβλίω των Αποστολικών διαταγών εν κεφαλαίω μα'. Υπάρχει προσφώνησις υπέρ των κεκοιμημένων έχουσα ώδε: «Υπέρ του αναπαυσαμένου εν Χριστώ αδελφού ημών δεηθώμεν, όπως ο φιλάνθρωπος Θεός, ο προσδεξάμενος αυτού την ψυχήν, παρίδη αυτώ παν αμάρτημα εκούσιόν τε και ακούσιον, και ίλεως και ευμενής γενόμενος, κατατάξη εις χώραν ευσεβών ανειμένων εις κόλπον Αβραάμ, και Ισαάκ, και Ιακώβ μετά πάντων των απ' αιώνως ευαρεστησάντων και ποιησάντων το θέλημα αυτού. Όθεν απέδρα οδύνη λύπη και στεναγμός». Και αύθις, «Αυτός και νυν έπιδε επί τον δούλον σου τον δε, ον εξελέξω και προσελάβου εις ετέραν λήξιν και συγχώρησον αυτώ ει τι εκών ή άκων εξήμαρτε και Αγγέλους ευμενείς παράστησον αυτώ και κατάταξον αυτόν εν τω κόλπω των Πατριαρχών και των Προφητών και των Αποστόλων, και πάντων των απ' αιώνως σοι ευαρεστησάντων, όπου ουκ ένι οδύνη, λύπη και στεναγμός, αλλά χορός ευσεβών ανειμένος και γη ευθεία συνανειμένη και των εν αυτή ορώντων την δόξαν Χριστού κτλ.» Εν δε τω μβ' κεφ. υπάρχει διάταξις περί του πως δει και πότε γίνεσθαι τας των κοιμηθέντων πιστών μνείας, και οτι εκ των υπαρχώντων αυτοίς δει παρέχεσθαι πένησι, έχουσα ώδε: «Επιτελείσθω δε τρίτα των κεκοιμημένων εν ψαλμοίς και αναγνώσεσι και προσευχαίς διά τον διά τριών ημερών εγερθέντα, και ένατα εις υπόμνησιν των περιόντων και των κεκοιμημένων, και τεσσαράκοντα κατά τον παλαιόν τύπον. Μωσήν γαρ ούτως ο λαός επένθησε, και ενιαύσια υπέρ μνείας αυτού, και διδόσθω εκ των υπαρχόντων αυτού πένησιν εις ανάμνησιν αυτού». Εν δε μγ'. κεφαλ. λέγονται τα εξής περί των εν ευσεβεία τελευτησαντων, οτι τους ασεβείς τελευτώντας ουδέν ωφελούσι μνείαι η εντολαί. «Ταύτα δε περί ευσεβών λέγομεν, περί γαρ ασεβών, εάν τα του κόσμου δως πένησιν ουδέν ονήσεις αυτόν, ω γάρ περιόντι εχθρόν ην το θείον, δήλον οτι και μεταστάντι, ου γαρ εστιν αδικία παρ' αυτώ, δίκαιος γαρ ο Κύριος και δικαιοσύνας ηγάπησε και ιδού άνθρωπος και το έργον αυτού». Εν τώ συγγράμματι τού Αθανασίου του Παρίου αναγιγνώσκομεν τα εξής: «Ουκ οίμαι θαυμαστόν είναι, όπερ ο νομομαθής και προφητοδίδακτος Ιούδας ο Mακκαβαίος περί αθανασίας της ψυχής καλώς εφρόνει. Το θαυμαστόν δήπου εκείνο εστιν, ότι άπαντα σχεδόν τά έθνη πεπεισμένα εστίν, ότι παρά ταύτην και άλλη τις εστι ζωή τέλος μη έχουσα. Και τις των πάλαι σοφών, ότι μεγίστην έχει δύναμιν έφασκε παρ' ημίν, περί της των ψυχών αθανασίας η ομοφωνία των ανθρώπων εκείνων, ότι τινές η φοβούνται η τιμώσι τους καταχθονίους. Μαρτυρεί δε και ο Mακρόβιος, ακριβής ανιχνευτής της αρχαίας σοφίας, ότι κοινή ην γνώμη την ψυχήν ουχ ήττον αθάνατον είναι ή ασώματον. Εν όλη τη Αμερική τη τε προς Βορράν, τη τε προς Νότον η ιδέα μιας άλλης ζωής πη μεν μάλλον, πη δ' ήττον καθαρά, το θεμελιον έστι της εαυτων θρησκείας, τουτ' αυτο ειρήσθω και περί πάντων των της Αφρικής αγρίων λαών, των της Σιβηρίας, των Σαμοιέδων, των Σκυθών. Άπαντα τα βάρβαρα ταύτα έθνη τους εαυτών νεκρούς ενταφιάζουσι μετά παρασκευών τοιούτων, αι το χρήσιμον εαυτών εις έτερων βίον επιδεικνύονται, και υπέρ αυτών ετησίως δέονται». Το πνεύμα, και ο τρόπος και ο λόγος της δεήσεως της Εκκλησίας εμφαίνονται έντε ταις ευχαίς και τοις τροπαρίοις των μνημοσύνων, τα οποία αντιγράφομεν ώδε. α'.) «Των απ' αιώνος σήμερον νεκρών απάντων κατ' όνομα μετά πίστεως ζησάντων ευσεβώς μνήμην τελούντες οι πιστοί τον Σωτήρα και Κύριον ανυμνήσωμεν αιτούντες εκτενώς τούτους εν ώρα της κρίσεως απολογίαν αγαθήν δούναι αυτώ τω Θεώ ημών τω πάσαν κρίνοντι την γην, της δεξιάς αυτού παραστάσεως τυχόντες εν χαρά, εν μερίδι Δικαίων, και εν αγίω κλήρω φωτεινώ, και αξίους γενέσθαι της ουρανίου βασιλείας αυτού». β'.) «Ο εν τω οικείω αίματι Σωτήρ βροτούς εκπριάμενος, και θανάτω Σου θανάτου του πικρού εκλυτρωσάμενος ημάς και ζωήν την αιώνιον παρασχών τη αναστασει Σου ημίν, πάντας ανάπαυσον, Kύριε, τους κοιμηθέντας ευσεβώς, ή εν ερήμοις, ή πόλεσιν, ή εν θαλάσση ή εν γη, ή εν παντί τόπω, Βασιλείς τε, Ιερείς, Αρχιερείς, Μοναστάς καί μιγάδας, εν ηλικία πάση παγγενεί, και αξίωσον αυτούς της ουρανίου βασιλείας σου». γ'.) «Τη εκ νεκρών εγέρσει Σου Χριστέ ουκέτι ο θάνατος κυριεύει των θανόντων ευσεβώς, διό αιτούμεν εκτενώς τους Σους δού-λους ανάπαυσον εν αυλαίς Σου καί εν κόλποις Αβραάμ, τους εξ Αδάμ μέχρι σήμερον λατρεύσαντάς Σοι καθαρώς πατέρας καί αδελφούς ημών, φίλους ομού και συγγενείς, άπαντα άνθρωπον τα του βίου λειτουργήσαντα καλώς και προς Σε μεταστάντα πολυειδώς καί πολυτρόπως ο Θεός, και αξίωσον τούτους της ουρανίου βασιλείας Σου». Η δε αίτησις έχει ώδε: « 'Eλέησον ημάς, ο Θεός, κατά το μέγα έλεός Σου, δεόμεθά Σου, επάκουσον, και ελέησον. Έτι δεόμθα υπέρ μακαρίας μνήμης καί αωνίου αναπαύσεως πάντων των κεκoιμημένων ευλαβών και ορθοδόξων Χριστιανών, βασιλέων, αρχιερέων, ιερέων, ιερομονάχων, ιεροδιακόνων, μοναχών, μοναζουσών, πατέρων, προπατόρων, πάππων και προπάππων, εκ των απ' αρχής και μέχρι των εσχάτων και υπέρ του συγχωρηθήναι αυτοίς παν πλημμελημα εκούσιόν τε και ακούσιον» . (Έπειτα αι συνήθεις ευχαί).
β'. Περί του δευτέρου ετnσίου μνημοσύνου.
Το δεύτερον ετήσιον μνημόσυνον υπέρ των ψυχών των κεκοιμημενων η Εκκλησία τελεί λίαν καταλλήλως ημέρας 9 μετά την Ανάληψιν του Σωτήρος Χριστού, ήτoι τω Σαββάτω τω προ της Πεντηκοστής του Πάσχα, ο «ψυχοσάββατον» επίσης καλείται, ως το προ της Κυριακής των Απόκρεων Σάββατoν «πρώτον ψυχoσάββατον». Κατα την ημέραν ταύτην μνήμην ποιείται η Εκκλησία πάντων των από Αδάμ ευσεβώς κοιμηθέντων, δέεται υπέρ αυτών, και αιτείται παρά Χριστου του Θεού του αναληφθέντος εις τους ουρανούς και εν δεξιά καθεσθέντος του Πατρός, όπως εν ώρα της κρίσεως απολογίαν αγαθήν δώσωσιν αυτώ τω Πάσαν κρινοντι την Γην, τύχωσι της εκ δεξιών αυτού παραστάσεως εν χαρά, εν μερίδι δικαίων, και κλήρω φωτεινώ αγίων, και γείνωσιν άξιοι της ουρανίου βασιλίας κληρονόμοι. Η Εκκλησία δεομένη υπέρ πάντων των από Αδάμ μέχρι σήμεpον ευσεβώς κοιμηθέντων εύχεται ουχί βεβαίως μόνον υπέρ Χριστιανών, διότι ουδείς Χριστιανός από Αδάμ μέχρι Χριστού, αλλ' υπέp πάσης ψυχής παντός γένους βροτών εναρέτως βιωσάσης είτε εν νόμω, είτε εν ακροβυστία, εύχεται δ' εν τοις τροπαρίοις, ίνα «άπαντα άνθρωπον τα του βίου λειτουργήσαντα πιστώς και προς Θεόν μεταστάντα πολυειδώς και πολυτρόπως ο Θεός αξιώση της ουρανίου βασιλείας αυτού». Δια της τοιαύτης υπέρ των ευσεβώς κοιμηθέντων διαταχθείσης ακολουθίας η Εκκλησία κηρύττει οτι οι από Αδάμ μέχρι Χριστού τελειωθέντες ενάρετοι άνδρες εισίν άξιοι τού θείου ελέους και δέεται του Θεού υπέρ αυτών, όπως δώση αυτοίς εν τη ημέρα της κρίσεως ευπρόσδεκτον απολογίαν. Το φρόνιμα τούτο της Eκκλησίας, όπερ από των αποστολικων χρόνων γινώσκομεν, είναι λίαν ορθόν δίκαιον, διότι, αφού ο Κύριος ημών ήλθεν, ίνα σώση τον κόσμον, έπεται οτι έμελε να σώση και πάντας τους εναρέτως διαβιώσαντας, προ της αφίξεως αυτού , διότι ουχί η έλλειψις αρετής εν τω κόσμω προυκάλεσε την ανάγκην της ενσάρκου οικονομίας του Υιού του Θεού, αλλ' η έλλειψις της προς τον Θεόν φιλίας και το μεσότοιχον της έχθρας το διαχωρίζον Θεόν και άνθρωπον και, όπερ ο Υιός του Θεού ήλθε να καθέλη. Λόγος λοιπόν της αφίξεως του Υιού του Θεού ήτο η συμφιλίωσις Θεού μετά του ανθρώπου και ουχί η έλλειψις αρετής. Είναι αληθές ότι ο Ιησούς διά της θείας αυτού διδασκαλίας απεκάλυψε τοις ανθρώποις νέας τελειωτικάς αρχάς και υπέδειξεν αυτοίς ουρανόν καινόν, και γην καινήν, αλλα τούτο δεν αναιρεί την ύπαρξιν αρετής εν τω κόσμω, η αρετή λοιπόν εν τω κόσμω υφίστατο, αλλ' ο άνθρωπος ευρίσκετο υπό δυσμένειαν και εδέετο διαλάκτου, τούτου δε ελθόντος ο ενάρετος εύρε χάριν παρά τω Θεώ και έτυχε της σωτηρίας. Ότι τοις δικαίοις επεφυλάσσετο σωτηρία διά Ιησού Χριστού, τούτο διδασκόμεθα εκ της Παλαιάς Διαθήκης, εν ταύτη ο Θεός υπέσχετο τοις Ιουδαίοις σωτηρίαν, εάν ετήρουν τον νόμον, τούτο εβεβαίωσε και ο Σωτήρ, ως αναφέρει ο Ευαγγελιστής Ματθαίος, ειπών προς τον ερωτήσαντα τι να ποιήση, ίνα ζωήν αιώνιον κληρονομήση, ότι αρκετή ήτο προς τούτο η των εντολών τήρησις. Βεβαίως ουδέποτε θα έλεγεν αυτώ να τηρήση τας εντολάς (Ματθ. 19. 17), εάν εν τη τηρήσει των εντολών δεν τω επεφυλάσσετο σωτηρία διά Ιησού Χριστού. Επίσης ουδέ προς τους ελέγχοντας αυτόν Φαρισαίους οτι μετά αμαρτωλών και τελωνών εσθίει και πίνει, θα έλεγεν ο Ιησούς, το «οι ισχύοντες ουκ έχουσι χρείαν ιατρού, αλλ' οι κακώς έχοντες…ου γαρ ήλθον καλέσαι δικαίους, αλλά αμαρτωλούς εις μετάνοιαν» (Ματθ. 9.12.13). Οι λόγοι ούτοι του Ιησού αποδεικνύουσι σαφώς ότι οι δίκαιοι είχον μερίδα εν τη διά του Ιησού Χριστού ελευσομένη σωτηρία του ανθρωπίνου γένους. Αφού δε οι υπό νόμον είχον μέρος εν τη σωτηρία, διατί τα έθνη τά έχοντα τον νόμον γραπτόν εις τας καρδίας αυτών και ποιούντα αυτόν να αποκλεισθώσι της σωτηρίας; μη προσωπολήπτης ο Θεός; ή μήπως Ιουδαίων ο Θεός μόνον; άπαγε ! ο Θεός είναι Θεός δίκαιος καί πατήρ πάσης φυλής καί γένους ανθρώπων, εάν λοιπόν υπεσχέθη σωτηρίαν τοις υπό νόμον, εάν τηρήσωσι τον νόμον, θέλει σώσει και τους εν τη ακροβυστία τους τηρήσαντας τον νόμον τον γεγραμμένον εν ταις καρδίαις αυτών. Ο Άγιος 'Αναστάσιος ο Πατpιάρχης Αντιοχείας διαβεβαιοί ότι δι' αποκαλύψεως εγνώσθη αυτώ η των εθνικών δικαίων σωτηρία. αναφέρει δε την καθ' ύπαρ εμφάνειαν του σοφού Πλάτωνος προς τινα ευσεβή μοναχόν εξυβρίζοντα αυτόν διά τινας πλάνας αυτού, και λέγει ότι εμφανισθείς εδίδαξεν αυτόν τα περί της σωτηρίας του διά Ι. Χριστού και προέτρεψε μη αμαρτάνειν υβρίζων. Η μαρτυρία αύτη, καίτοι αξιόπιστος ως από αξιοπίστου συγγραφέως προερχομένη, και αν μη ληφθή υπ' όψει, η δόξα περί της σωτηρίας των εθνικών εδραζομένη επί των ορθών συλλογισμών, ίσταται καθ' εαυτήν. Η σωτηρία λοιπόν η τω ανθρωπίνω γένει χορηγηθείσα διά Ιησού Χριστού, εγένετο γενική πάσι τοις εναρέτως ζήσασι. Διά τα τοσαύτα αγαθά, όσα ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός παρέσχε τη ανθρωπότητι, ήτις πάσα οφείλει νά ευxαριστή τω Θεώ, η Εκκλησία αναπέμπει ευχαριστίας προς αυτόν ως πρός τον Δεσπότην των απάντων και λυτρωτήν, δοξάζει αυτόν ως Θεόν αληθινόν, και δέεται υπέp των ψυχών πάντων των ευσεβώς κοιμηθέντων πάσης φυλής καί γένους.. Ή ακολουθία των κεκοιμημένων ετέθη λίαν καταλλήλως μετά τον χρόνον της Αναλήψεως του Σωτήρος Χριστού, διότι διά ταύτης γενόμενος ο Κύριος εν τοις κόλποις του Πατρός καί λαβών πάσαν εξουσίαν εν Ουρανώ και επί γης, εγένετο ζώντων και τεθνεώτων Δεσπότης, η Εκκλησία λοιπόν ένθεν μεν θέλουσα να ομολογήση τον Ιησούν Χριστόν ζώντων τε και νεκρών εξουσιαστήν, ένθεν δε να ανακηρύξη την πίστιν αυτής εις την δευτέραν παρουσίαν, την υπέρ των κεκοιμημένων ακολουθιαν συνέταξεν.
γ '. Περί τής προσγιvομέvnς ωφελείας ταις ψυχαίς εκ τωv ιερώv μvnμοσύvωv.
Τα ιερά μνημόσυνα και υπό ηθικήν έποψιν εξεταζόμενα εισί λίαν αναγκαία, καθόσον παρέχουσι και τοις επιζώσι μεγάλην ωφέλειαν, δι' αυτών η Εκκλησία διδάσκει τα εαυτής τέκνα την αληθή χριστιανικήν φιλοσοφίαν και υπομιμνήσκει εις αυτά τας θεμελιώδεις αρχάς του Χριστιανισμού, κηρύττει ως δι' υψηλού κηρύγματος την αθανασίαν της ψυχής, και την έναρξιν μετά θάνατον νέου σταδίου ζωής αλήκτου και ατέρμονος. Επίσης κηρύττει την διηνεκή εν τω κόσμω του Σωτήρος Χριστού παρουσίαν, την μεθ' ημών επικοινωνίαν και σχέσιν, των τεθνεώτων και, ίνα συλλήβην περιλάβω άπαν το πνεύμα των τελουμένων μνημοσύνων, δι αυτών διδάσκει η Εκκλησία τα τέκνα της, ότι ο άνθρωπος είναι ουρανοπολίτης, ότι από της εν γή στρατευομένης Εκκλησίας μεταβαίνει εις την εν Ουρανώ θριαμβεύουσαν, οτι αμφοτέρων κεφαλή είναι ο Χριστός, όστις εισακούει πάντων τας δεήσεις και ικεσίας και επικάμπτεται ταις πρεσβείαις των αγίων και της Θεοτόκου, οτι η ελπίς της σωτηρίας του Χριστιανου δεν απόλλυται και μετά θάνατον, οτι η Εκκλησία πιστεύει, οτι αι δεήσεις αυτής και ικεσίαι αι υπέρ των τέκνων αυτής γινόμεναι εισακούονται παρά του φιλανθρώπου Σωτήρος ημών και παρέχεται τοις υπέρ ων γίνονται τα μνημόσυνα άφεσις παραπτωμάτων, οτι η οριστική απόφασις περί της αμοιβής και τιμωρίας εισέτι δεν εξεδόθη, οτι αύτη επιφυλάσσεται εν τη δευτέρα καί φρικτή του Δεσπότου Χριστού παρουσία, ότε έκαστος θα λάβη το γέρας και τους στεφάνους, ου επολιτεύθη βίου, οτι μέχρι της δευτέρας του Χριστού παρουσίας δύναται η Εκκλησία να αναπέμπει ευχάς και δεήσεις προς τον Κύριον υπέρ των τέκνων αυτής, οτι ως εν τη στρατευομενη Εκκλησία οι υπο Εκκλησιαστικήν ποινήν ευρισκόμενοι δια τας πεπραγμένας αυτών αμαρτίας στερούνται των θείων μυστηρίων, ούτω και εν τη θριαμβευούση Εκκλησία οι εν αμαρτίαις θανοντες μακράν των αγίων και δικαίων εισίν εστερημένοι της δόξης και χάριτος της απορρεούσης εκ του αρ--ρήτου κάλλους του Σωτήρος ημών Ιησού Χριστού, όπερ επιποθεί και ζητεί πάσα ψυχή, όπως χορτασθή, κατά το ρητόν, «Χορτασθήσομαι εν τω οφθήναι μοι την δόξαν Σου», πλην ουχί εκτός του Άδου, εν ω έκαστος αποτίνει την ποινήν κατά το βάρος της εαυτού συνειδήσεως, όπως δε υπέρ των κατηχουμένων της στρατευομένης Εκκλησιας εύχεται η Εκκλησία αδιαλείπτως προς τον Κύριον, ίνα ενώση αυτούς τη αγία καθολική και Αποστολική Εκκλησία, ούτω και υπέρ των εν αμαρτίαις κοιμηθέντων πιστών δύναται να εύχηται και να αιτήται συναντιλήπτορας και τους αγίους της θριαμβευούσης Εκκλησίας, όπως εξιλεώσει τον Θεόν υπέρ αυτών και τάξη αυτούς εν σκηναίς δικαιων, εν κόλποις Αβραάμ, και συναριθμήση αυτούς μετά των σεσωσμένων. Ταύτα πάντα δια των μνημοσύνων διδάσκει η Εκκλησία, δι' ων παραμυθείται και παρηγορεί τους των μεταστάντων συγγενείς και φίλους και θεραπεύει τας τρωθείσας καρδίας δια του ουρανιου βαλσάμου του υπό του Σωτήρος πεμπομένου αυταίς. Διά των μνημοσύνων η Εκκλησία πρώτον συναγείρει το των πιστών σύστημα και παρακελεύεται αυτό να ενδείξη την προς τον μεταστάντα αδελφόν οφειλομένην αγάπην, αφήση αυτώ την οφειλήν, δεηθή υπέρ αυτού μετά της Εκκλησιας προς τον Κύριον των ζώντων τε και νεκρών Δεσπότην και εξουσιαστήν, αιτήσηται παρ' αυτού την συγχώρησιν των υπ' αυτού πραχθέντων πλημμελημάτων, την δαψίλειαν της θείας χάριτος, και την κληρονομίαν της ουρανίου βασιλειας, δεύτερον παραμυθείται η των πιστών ομήγυρις τω τεθλιμμένων τας καρδίας, αίτινες εν τη ενδείξει της αγάπης και της συμπαθείας της όλης Εκκλησίας ευρίσκουσιν ανακούφισιν και παρηγορίαν, διότι ούτω η του πάθους συμ-μετοχή φερει παρηγορίαν τω τεθλιμμένω ως η του βάρους συναντίληψις ελάττωσιν και ανακούφισιν τω πεφορτισμένω, και τρίτον διά των μνημοσύνων γίνεται ανάμνησις του θανάτου, υπόμνησις της ματαιότητος των πραγμάτων του κόσμου, του προσκαίρου βίου και της αιωνίου ζωής, προτροπή προς αρετήν και ενάρετον πολιτείαν, ενθάρυνσις προς ευεργεσίας και αγαθοεργίας, και εν γένει αφορμή προς προκοπήν εν τη αρετή και προς τελείωσιν, και ούτος εστιν ο ηθικός χαρακτήρ των μνημοσύνων.
ΠΕΡΙ ΤΩΝ ΙΕΡΩΝ ΜΝΗΜΟΣΥΝΩΝ ΟΤΙ ΛΥΣΙΤΕΛΗ ΚΑΙ ΟΤΙ ΕΞ ΑΠΟΣΤΟΛΙΚΗΣ ΠΑΡΑΔΟΣΕΩΣ ΕΙΣΙΝ
α'. Mαρτυρίαι εκ των Πατέρων της Εκκλησίας.
Ο Άγιος Ιωαννης ο Δαμασκηνός ομιλών περί των υπό της Εκκλησίας τελουμένων ιερών μνημοσύνων εν τω λόγω αυτού «Περί των εν πίστει κεκοιμημένων» (τόμ. Α'. σελ. 585-595) αναπτύσσει θαυμασίως το περί μνημοσύνων κεφάλαιον ως εξής: «Ίδετε γαρ τι φησιν η θεία Γραφή. «Ώς Ιούδας ο Mακκαβαίος εν τη Σιών τη πόλει του Βασιλέως του Μεγάλου, οπηνίκα τεθανα-τωμένον είδε τον υπ''αυτών λαόν υπό των αλλοφύλων εχθρών, ερευ--νήσας αυτών τους κόλπους και τούτων ένδοθεν ευρών ειδωλεία, εξι-λασμόν αυτίκα υπέρ εκάστου τούτων προς τον εις οίκτον έτοιμον Κύ--ριον προσενήνοχε. πανευσεβώς ποιήσας και φιλαδέλφως λίαν», όθεν και παρά τη θεία Γραφή, ως εν πάσι, και εν τούτω τεθαύμασται. Οι δε γε μύσται και αυτόπται του λόγου, οι τον του κόσμου γύρον ζωγρήσαντες μαθηταί του Σωτήρος και θείοι Απόστολοι, επί των φρικτων και αχράντων και ζωοποιών μυστηρίων μνήμην ποιείσθαι των πιστώς κοιμηθέντων εθέσπισαν, ο και κατέχει βεβαίως και λίαν, αναντιρρήτως η του Χριστού και Θεού απο περάτων μέχρι περάτων Αποστολική και Καθολική Εκκλησία έκτοτε μέχρι του νυν και της του κόσμου λήξεως άχρι, ουκ αλογίστως πάντως, ουδέ ματαίως, ουδέ εική και ως έτυχε, τούτο θεσπίσαντες. Ουδέν γαρ ανόνητον η των Χριστιανών απλανής θρησκεία παρείληφε και εις αιώνα κατέσχεν απαρασάλευτον, αλλά πάντα επωφελή και θεάρεστα και λίαν ονησι--φόρα, και σωτηρίας μεγίστης πρόξενα». «Mετά δε τούτον αύθις ο της θεολογίας επώνυμος θεορρήμων Γρηγόριος εν τω εις Καισάριον τον αδελφόν επιταφίω λόγω, περί της ιδίας μητρός, «Ηκούσθη, φησί, κήpυγμα πάσης ακοής άξιον, και μητρός πάθος κενούται δι υποσχέσεως καλής και οσίας δούναι τα πάντα τω παιδί τον εκείνου πλούτον υπέρ εκείνου δώρον επιταφιον,» και μεθ έτερα, «τα μεν ουν παρ' ημών τοιαύτα, και τα μεν αποδεδώκαμεν, τα δε δώσομεν τας δι' έτους προςφέροντες τιμάς τε και μνήμας, οίγε τω βίω περιλειπόμενοι.» Οράς πως βεβαιοί και καλάς και οσίας καλεί τας υπέρ των κατοιχομένων τω Θεώ προςαγωγάς και τας ετησίας μνήμας, ειςδέχεται; Είτα μετ' αυτόν ο Χρυσορρήμων όντως και χρυσεπώνυμος Ιωάννης, ο της πτωχείας και της μετανοίας οδηγός και διδάσκαλος εν τη προς Φιλιππησίους αυτού και Γαλάτας θεοφεγγεί ερμηνεία. «Ει γάρ oι Έλληνες, φησί, συγκατακαίουσι τοις απελθούσι τα εαυτών, πόσω γε μάλλον σε τον πιστόν συμπαραπέμψαι δει τω πιστώ τα οικεία, ουχ ίνα τέφρα γένωνται, καθά εκείνα και ταύτα, αλλ' ίνα μείζονα τούτο πεpιβάλης την δόξαν, και ει μεν αμαρτωλός ο τεθνηκώς ή, ίνα τα αμαρτήματα λύση, ει δε δίκαιος, ίνα πpοςθήκη γένηται μισθού και ανταποδόσεως,» και πάλιν εν ετέρω λόγω, «Eπινοήσωμεν, φησί, τοις απελθούσιν ωφέλειαν, δώμεν αυτοίς την προςούσαν βοήθειαν, ελεημοσύνας, λέγω, και προςφοράς, και φέρει τούτοις πολλήν το πράγμα την όνησιν, και μέγα το κέρδος και την ωφέλειαν, ου γαρ είκη και ως έτυχε ταύτα νενομοθέτηται, και τη του Θεού Εκκλησία υπό των αυτού πανσόφων μαθητών παραδέδοται, φημμί δη το επί των φρικτών μυστηρίων ευχήν πιείσθαι τον ιερέα υπέρ των εν πίστει κεκοιμημένων, ει μη ίσασιν αυτοίς πολύ το κέρδος εκ τούτου και πολλήν την ωφέλειαν.» Είτα συν τούτοις ο πάνσοφος αύθις Νυσσαέων Γρηγόριος ούτω φησίν, «ουδέν αλογίστως ουδέ ακερδώς υπό των του Χριστού κηρύκων και μαθητών παραδέδο--ται και εν τη του Θεού πανταχού εκκλησία διακεκράτηται, αλλά το πpάγμα επωφελές και θεάρεστον, το μνήμην δηλονότι ποιείν επί της θείας και παμφαούς μυσταγωγίας των εν ορθή πίστει κεκοιμημμένων. Το γαρ ειπείν ότι, συ αποδώσεις εκάστω κατά τα έργα αυτού, και θερίσει πάς τις, ο έσπειρε, και τα τούτων ακόλουθα, περί παρουσίας πάντως του κτίστου και της τότε φρικής αποφάσεως είρηται και της του κόσμου τούδε συμπερατώσεως. Tότε γαρ όλως βοη--θείας ουκ έστι καιρός, αλλά πάσα παράκλησις άπρακτος. της πανηγύρεως γαρ διαλυθείσης, ουκ έστι πραγματειας εμπόρευμα, που γαρ οι πένητες τότε; που λειτουργίαι; που ψαλμωδίαι; που ευποιίαι; Διό προ της ώρας εκείνης, αλλήλοις επικουρήσωμεν, και τω φιλαδέλφω και φιλανθρώπω και φιλοψύχω Θεώ, τα της φιλαδελφείας προσείσωμεν. Δέχεται γαρ ευ μάλα και τοις ασυμφθάστως και, οίον ειπείν, ανετοίμως εκδημήσασι, τας υπό των οικείων τούτοις προσφερομένας των υστερημάτων αναπληρώσεις, και εις έργον τούτοις και πράξιν λογίζεται. Θέλει γαρ ούτως ο φιλάνθρωπος Κύριος αιτείσθαι, και νέμειν τα των ιδίων κτισμάτων προς σωτηρίαν αιτούμενα, και τότε μάλλον αυτοίς ολικώς επικάμπτεται, ουχ όταν τις μόνον υπέρ ιδίας ψυχής αγωνίζεται, αλλ' όταν και υπέρ του πέλας τούτο εργάζεται, εντεύθεν γαρ επί το θεομίμητον εκτυπούται, και τας ετέρων δωρεάς ως οικείας εξαίτει χάριτας, και της τελείας αγάπης τον όρον εμπερικλείει, και τον μακαρισμόν εκ τούτου πορίζεται και την ιδίαν συν τη του πέλας ευεργετεί ψυχήν ότι μάλιστα. Τι δε και δυσαχθές το πράγμα νενόμισται; Μη οτι την Φαλκονίλλαν η πρωτομάρτυς ουκ έσωσε μετά θάνατον; αλλ' ίσως ερείς οτι αύτη κατ' αξίαν επεί πρωτομάρτυς και ταύτης δέον εισακουσθήναι την δέησιν, εγώ δε προς τούτο φημι, καλώς η πρωτομάρτυς εκεί, σκόπει υπέρ τίνος η αίτησις, οτι περ υπέρ Ελληνίδος ειδωλολάτριδος τε, και πάμπαν ανιέρου και αλλοτρίας Κυρίου εργάτιδος, ενταύθα δε πιστός υπέρ πιστού προς τον αυτόν Δεσπότην, θες τοίνυν και εκ θατέρου εις θάτερον, ως αν το πράγμα εξισωθήσεται, και το διστάζον ουκ υπολειφθήσεται». Δέδεικται τοίνυν τη του Χριστού συνεργεία ότι περ γέγονε και εν τω άδη εξομολόγησις. Ταύταα δε φαμεν, ουχί την προφητείαν αvαιρούντες, μη γέvοιτο, αλλά δείξαι βουλόμενοι τον υπεράγαθον Kύριoν υπό της οικειας φιλανθpωπίας νικώμενον, ώσπερ και το, τη Νινευί, καταστραφήσετε, και αύτη ου κατέστραπται, αλλά νενίκηκε την κρίσιν η αγαθότης. Και εν τω Εζεκία, Τάξαι, φησί περί του οίκου σου, αποθνήσκεις γάρ συ και ου ζήση, και αυτός ουκ απέθανε. Και εν τω Αχαάβ, επάξω, φησί, κακά, και ουκ επήγαγεν, αλλ' είπεν, ίδε πως κατενύγη Αχαάβ, διό ουκ επάξω εν ταις ημέpαις αυτού κακά αλλά και πάλιν την απόφασιν η αγαθότης υπερενίκησεν, ως και εν άλλοις πλείστοις κρίμασι, και εις αεί νικήσει μέχρι της εσχάτης ανταποδόσεως, όταν η λήξις της πανηγύρεως ήξει και βοηθείας ουκ έσται καιρός, αλλ' άνθρωπος και το φορτίον αυτού νυν δε και καιρός πραγματείας, καιρός συναλλάγματος, καιρός κόπου, δρόμου και μόχθου, και μακάριος ο μη οκλάσας μήτε χαυνωθείς τη ελπίδι, μακαριώτερος δε, ο και υπέρ εαυτού και υπέρ του πλησίον αγωνισάμενος. Τούτο γαρ μάλλον και τερπει, και κατευφραίνει τον φιλοικτίρμονα Κύριον, τό σπεύδειν έκαστον εις την του πέλας βοήθειαν, τούτο και θέλει ο ελεήμων και βούλεται, ίνα υπ' αλλήλων οι πάντες ευεργετώμεθα, και ζώντες και μετά θάνατον, ου γαρ αν ημίν αφορμήν εδεδώκει, το μνήμην επί της αναιμάκτου θυσίας ποιείσθαι των προλαβόντων και πάλιν τρίτα και ένατα και τεσσαράκοντα και τας ετησίους μνήμας και τελετάς, άτινα πάσης αντιρρήσεως άνευ η καθολική αυτού και Αποστολική Εκκλησια, και ο ταύτης θεοσύλλεκτος και πανευσεβής λαός απαρασάλευτα κατέχει και αδιάβλήτα, ει μη τούτο ευθές ην εν οφθαλμοίς αυτού. Πάντως γάρ ει χλεύη το πράγμα ην και ακερδές και ανόνητον, πολλών γεγονότων θεοφόρων αγίων πατριαρχών, πατέρων και διδασκάλων, ενέσκηψεν αν τούτων ενί καταπαύσαι την πλάνην, αλλ' ουδείς τούτων ανατρέψαι τούτο ποτε δεδοκίμακε, μάλλον μεν ουν και κεκύρωκε κα οσημέραι το πράγμα επαύξεται και προστίθεται, πpοσθήκην επί προσθήκη δεχόμενον. Και αύθις ο Ιωάννης ο Χρυσόστομος. «Ούκ εική ταύτα ενομοθετήθη υπό των Αποστόλων, το επί των φρικτών μυστηρίων μνήμην γίνεσθαι των απελθόντων. Ίσασιν αυτοίς πολύ κέρδος γινόμενον, πολλήν την ωφέλειαν. Όταν γαρ εστήκη λαός ολόκληρος χείρας ανατείνοντες, πλήρωμα ιερατικόν, και πρόκειται η φρικτή θυσία, πως ου δυσωπήσωμεν υπέρ τούτων τον Θεόν παρακαλούντες; αλλά τούτο μεν περί των εν Πίστει παρελθόντων, οι δε κατηχούμενοι ουδέ ταύτης καταξιούνται της παραμυθίας, αλλ' απεστέρηνται πάσης της τοιαύτης βοηθείας, πλην μιας τινος, ποιάς δη ταύτης; ένεστι πένησιν υπέρ αυτών (των κατηχουμένων) διδόναι, ποιείν τινα αυτοίς παραψυχήν το πράγμα, και γαρ παρ' αλλήλων ημάς ωφελείσθαι βούλεται ο Θεός, διατί γαρ υπέρ ειρήνης και ευσταθίας του κόσμου εκέλευσεν εύχεσθαι; διατί περί πάντων ανθρώπων; καίτοι γε ενταύθα εν πάσιν εισι και λησταί και τυμβωρύχοι και κλέπται, και μυρίων κακών γέμοντες, αλλ' όμως υπέρ πάντων ευχόμεθα, ίσως γαρ έσται τις αυτών επιστροφή, ώσπερ ουν υπέρ των ζώντων ευχόμεθα των ουδέν διαλλαττόντων των νεκρών, ούτως ένεστι και υπέρ εκείνων εύχεσθαι. Ο Ιώβ υπέρ των παίδων αυτού εποίει θυσίας, και απήλλαττεν αυτούς των αμαρτημάτων, μήποτε ενενόησαν, φησί, τι εν τη καρδία αυτών». (Χρυσόστομος Τομ ΙΑ. Σελ 217). Και αύθις, «Κλαίωμεν ουν τούτους (τους εν αμαρτίαις αποθανόντας), βοηθώμεν αυτοίς κατά δύναμιν, επινοήσωμεν αυτοίς τινα βοήθειαν, μικράν μεν, βοηθείν δε όμως δυναμένην. Πώς και τίνι τρόπω; Αυτοί τε ευχόμενοι και ετέρους παρακαλούντες ευχάς υπέρ αυτών ποιείσθαι, πένησιν υπέρ αυτών διδόντες συνεχώς. Έχει τινά το πράγμα ωφέλειαν» (αυτόθι). Και αύθις, «Έστι γαρ έστιν, εάν θέλωμεν, κούφην αυτώ γενέσθαι την κόλασιν. Αν ουν ευχάς υπέρ αυτού ποιώμεν συνεχείς, εάν ελεημοσύνην διδώμεν, καν εκείνος ανάξιος, ημάς ο Θεός δυσωπηθήσεται….Περίστησον χήρας….ειπέ τούνομα. Πάσας κέλευσον υπέρ αυτού ποιείσθαι τας δεήσεις και τας ικετηρίας….Ουκ εική προσφοραί γίνονται υπέρ των επελθόντων, ουκ εική ικετηρίας, ουκ εική ελεημοσύναι». (Τομ. ΙΑ. Σελ 174, 175, 217). Και εν ομιλία 41η. «Ει δε και αμαρτωλός απείλθε, και διά τούτο δε χαίρειν, οτι ενεκόπη τα αμαρτήματα, και ου προσέθηκε τη κακία, και βοηθείν, ως οιόν τε η, ου δάκρυσιν, αλλ' ευχαίς και ικετηρίαις και ελεημοσύναις και προσφοραίς. Ου γαρ απλώς ταύτα επινενόηται, ουδέ εική μνήμην ποιούμεθα των απελθόντων επί των θείων μυστηρίων, και υπέρ αυτών πρόσιμεν, δεόμενοι του αμνού του κειμένου, του λαβόντος την αμαρτίαν του κόσμου, αλλ' ίνα τις αυτοίς εντεύθεν γένηται παραμυθία. Ουδέ μάτην ο παρεστώς τω θυσιαστηρίω των φρικτών μυστηρίων τελουμένων βοά υπέρ πάντων των εν Χριστώ κεκοιμημένων και των τας μνείας υπέρ αυτών επιτελούντων. Ει γαρ μη υπέρ αυτών αι μνείαι εγένοντο, ουδ΄αν ταύτα ελέχθη. Ου γαρ εστι σκηνή τα ημέτερα, μη γένοιτο! Πνεύματος γαρ διατάξει ταύτα γίνεται». «Βοηθώμεν τοίνυν αυτοίς , και μνείαν αυτών επιτελώμεν. Ει γαρ τους παίδας του ιώβ εκάθαιρεν η του Πατρός θυσία , τι αμφιβάλλεις, ει και ημών υπέρ των απελθόντων προσφερόντων γίνεταί τις αυτοίς παραμυθία; Είωθε γαρ ο Θεός και ετέροις υπέρ ετέρων χαρίζεσθαι, και τούτο εδείκνυ ο Παύλος λέγων, «Ίνα εκ πολλών προσώπων το εις υμάς χάρισμα διά πολλών ευχαριστηθή υπέρ ημών». Μη δη αποκάμωμεν τοις απελθούσι βοηθούντες, και προσφέροντες υπέρ αυτών και αξιούντες ευχάς υπέρ αυτών τελείσθαι. Και γαρ το κοινόν της οικουμένης κείται καθάρσιον. Διά τούτο θαρρούντες υπέρ της Οικουμένης δεόμεθα τότε και μετά Μαρτύρων αυτούς καλούμεν, μετά Ομολογητών, μετά Ιερέων. Και γαρ εν σώμα εσμεν πάντες, καν λαμπρότερα μέλη μελών, και δυνατόν πάντοθεν συγγνώμην αυτοίς συναγαγείν, από των ευχών, από των υπέρ αυτών δώρων, από των μετ΄αυτών καλουμένων. Τι τοίνυν αλγείς, τι θρηνείς, οπότε τοιαύτην δυνατόν συγγνώμην συναγαγείν τω απελθόντι; Χρησοστόμ. Τομ. Β' ομιλ. 41η Σελ. 525-526). Συμεών ο Θεσσαλονίκης απάντων εις την ερώτησιν «τας εξερχομένας ψυχάς ένας Άγγελος λαμβάνει ή πολλοί, και αν ελεύθεροι απέρχονται, και που πορεύονται»; λέγει, «Λαμβάνεται δε υπ' Αγγέλων αύλων η ψυχή, άυλος ούσα κατά λόγων ορθόν και πρεπόντως, μάλλον δε κατά φύσιν, συγγενώς δε προς τα άυλα και οικείως οι Άγγελοι έχουσιν.» Αι ψυχαί δε πηγαίνουσιν, ως παρά των Αγίων εμάθομεν, εις τόπους αξίους της ζωής και πολιτείας αυτών, και αι μεν πορεύονται εις τον ουρανόν, όσαι δηλαδή και ζώσαι το πολίτευμα εν τοις ουρανοίς, ήγουν έζων εναρέτως, και θεαρέστως, αι οποίαι και μετά του σώματος ούσαι εφέρθησαν εις τους Ουρανούς, καθώς ο Παύλος αρπαχθείς εκείσε, εις τους Ουρανούς, διδάσκει με το να επεθύμει να αναλυθή από την ζωήν, δια να είναι μαζύ με τον Χριστόν, και δια να πληρωθή το ρητόν το λέγον «όπου ειμί εγώ, και αυτοί ώσι μετ' εμού» το οποίον είπεν ο Κύριος, άλλαι δε ψυχαί εις τον Παράδεισον είναι κατά το ρητόν «σήμερον μετ' εμού έσει εν τω παραδείσω» ώστε πρέπει να πιστεύσωμεν, οτι εκεί είναι και όλαι αι ψυχαί εκείνων, οι οποίοι εν μετανοία απέθανον καθώς και η του ευγνώμονος εκείνου ληστού ψυχή. Και δικαίως τούτο ότι, όσοι εμιμήθησαν διόλου τον Χριστόν εις την ζωήν των, πρέπει να συνευρίσκωνται με αυτόν τον Χριστόν, όστις εις τους Ουρανούς ανελήφθη, όσοι δε μετενόησαν καθώς ο ληστής και είναι εις τον παράδεισον, επειδή ο Χριστός και τον ουρανόν και την γην ήνοιξεν. «Αναλόγως δε, ήγουν αρμοδίως, εις την ζωήν κάθε ψυχή δέχεται και την παρηγορίαν από τον Θεόν, όλαι δε είναι ατελείς κατά την απόλαυσιν, έως έλθη ο Κύριος, καθώς διδασκόμεθα, «ίνα μη χωρίς τελειωθώσι, καθώς λέγει ο Παύλος, «και ούτοι πάντες τελειωθέντες διά της πίστεως ουκ εκομίσαντο την επαγγελίαν». Αι δε των Αμαρτωλών και των απίστων ψυχαί ομοίως πρέπει να πιστεύωμεν ότι εις τον άδην είναι εις τόπους σκοτεινούς και θλιβερούς, καθώς και αι των αγίων εν τω Ουρανώ, και κατ' αναλογίαν των αμαρτιώντων, και της απιστίας των υπό των δαιμόνων εξουσιάζονται και τυραννούμενοι καταθλίβονται, δεν παρεδόθησαν όμως ακόμη εις την τελείαν κόλασιν, επειδή ακόμη δεν ηνώθησαν με τα σώματά των, με τα οποία και εξήμαρτον, ουδέ ο Κύριος ακόμη ήλθεν εξ ουρανού, ο οποίος θέλει κρίνει όλους, και θέλει αποδώσει εκάστω κατά τα έργα αυτού, αλλά μήτε κόλασις είναι προτέρα, εις την οποίαν αι αμαρτωλαί ψυχαί εμβαλλόμεναι και τιμωρούμεναι κατά το μέτρον της κακίας των θέλουν ελευθερωθή ποτε από την τιμωρίαν, καθώς τινες δοξάζουσιν. Ειδέ και ο θείος Γρηγόριος ο Διάλογος λέγει, οτι αι ψυχαί εις την φλόγα τιμωρούνται, νοητώς τούτο λέγει, και οτι είναι ως δέσμιοι αι ψυχαί αι αμαρτωλαί εις κάποιον τόπον, ως καταδεδικασμέναι και θλιβόμεναι, και ότι με το πυρ της συνειδήσεως φλέγονται, και οτι χάριν Θεού δεν έχουσι, και οτι υπό δαιμόνων καταθλίβονται, και υπό δαιμόνων οδύνωνται και ταλαιπωρούνται τιμωρούμεναι τω συνειδότει, καθώς και ο Χρυσορρήμων λέγει εν τη Ερμηνεία των πράξεων, «και το μη παρακαλείσθαι και απεκδέχεσθαι την τελευταίαν εκείνην κόλασιν», όλα ταύτα ως νοητώς λεγόμενα πρέπει να τα εκλάβωμεν, εάν λοιπόν και μερικοί ημάρτησαν μετρίως, φθάνει μόνον να εξήλθον με μετάνοιαν από την ζωήν, και δια μέσου της Ιερωτάτης θυσίας, και των ευεργεσιών και ελεών και λοιπών άλλων ειμπορούν να επιτύχουν ελευθερίαν και προτού να έλθη ο κριτής. Τούτο και η Εκκλησία δεχομένη κάμνει τας προσευχάς και θυσίας δια τους κεκοιμημένους, και πολλοί τούτο μαρτυρούσι και μάλιστα οι λυόμενοι και μετά θάνατον από τον δεσμόν της τιμωρίας του αφορισμού, ωσάν όπου βλέπομεν δια των δεήσεων λύονται τα σώματά των. «Όθεν δια τούτο την μεν φλόγα του πλουσίου εκείνου του Ευαγγελίου ας την εννοήσωμεν δια την τιμωρίαν της συνειδήσεως και την στέρησιν της χάριτος του Θεού, το δε οτι έβλεπεν από μακράν τον Αβραάμ τον μακρυσμόν του από τον Θεόν, σημαίνει και την τιμωρίαν και θλίψιν, όπου πάσχει από τους δαίμονας, δεν παρεδόθη όμως ακόμη εις την τελείαν κόλασιν. Επειδή είπεν ο Κύριος οτι είναι εν τη γεένη ο πλούσιος, πρέπει και να πιστεύσωμεν οτι είναι και εις την κόλασιν, και οτι είναι εις τας ψυχάς των αμαρτωλών κόλασις αιώνιος και αρραβών της μελλούσης κολάσεως, πλην από όσον εμπορούμεν να εννοήσωμεν από τας γραφάς με το να μη είναι ακόμη ο διάβολος με τους δαίμονας υποκάτω από τα δεσμά, και εις το πυρ το ητοιμασμένον εις αυτούς, αλλ' ακόμη ενεργούσι την κακίαν των εις τον κόσμον, και με τον να μην έγεινεν ακόμη τελεία απόφασις, το «πορεύεσθαι απ' εμού οι κατηραμένοι εις το πυρ το αιώνιον». «Από αυτά λοιπόν πρέπει να συμπεράνωμεν οτι αι ψυχαί των αμαρτωλών δεν παραδίδονται τώρα εις την τελείαν κόλασιν, και θέλει είναι όχι όμως εις την τελείαν, και μήτε δι' αυτήν την κατά μέρος κόλασιν θέλει ελευθερωθή από την τελείαν, καθώς οι Λατίνοι διά το πουργατόριον φρονούσι, και δηλόν τούτο από το ακόλουθον. Λέγων ο Αβραάμ οτι είναι χάσμα μέγα αναμέσον των αμαρτωλών και των δικαίων, το αδύνατον παρασταίνει της ενώσεως, και οτι δεν δύναται να υποστρέψει πλέον εις τους ζώντας, και σωθή δια της μετανοίας, επειδή η εν τω άδη μετάνοια δεν σώζει, αλλά, καθώς δοξάζομεν οτι ακόμη δεν ευρίσκουσι τελείαν δοκιμήν κολάσεως, έως ου φθάση εις καθένα το τέλος και έλθη πάλιν ο Κύριος, θέλει δε είναι υπό δεσμόν και οδύνην το άυλον πνεύμα εις την γέεναν κατά λόγον πρέποντα, και το μανθάνομεν από τας αγίας γραφάς, πλην και εξ όσων συμβαίνουν εδώ εις ημάς, δύναται έκαστος να γνωρίση και στοχασθή διά τα μέλλοντα.
λβ'. Μαρτυρίαι εκ των θείων λειτουργιών
Εν τη Αγία Λειτουργία του Αποστόλου Μάρκου φέρεται η εξής υπέρ των κεκοιμημένων ευχή. «Και τούτων (υπέρ ων προσεκόμισε και εδεήθη) και πάντων τας ψυχάς ανάπαυσον, Δέσποτα Κύριε ο Θεός ημών, εν ταις των αγίων Σου σκηναίς, εν τη βασιλεία Σου, χαριζόμενος αυτοίς και τας επαγγελίας Σου, ανεκλάλητα αγαθά, α οφθαλμός ουκ είδε, και επί καρδίαν ανθρώπου ουκ ανέβη, α ητοίμασας, ο Θεός, τοις αγαπώσι το όνομά Σου το άγιον. Αυτός μεν ουν τας ψυχάς ανάπαυσον, Κύριε, και βασιλείας Ουρανών αξίωσον,» και εν ετέρω, «και εν τη σήμερον την υπόμνησιν ποιούμεθα.» Εν δε τη Αγία λειτουργία του Αγίου Ιακώβου του Αδελφοθέου, εν τω δευτέρω διπτύχω μετά την ανάμνησιν των Αποστόλων, Προφητών, και λοιπών Αγίων, φέρεται. Μνήσθητι Κύριε ο Θεός των πνευμάτων και πάσης σαρκός ων εμνήσθημεν και ων ουκ εμνήσθημεν Ορθοδόξων, εκεί αυτούς ανάπαυσον, εν χώρα ζώντων εν τη βασιλεία Σου, εν τη τρυφή του Παραδείσου, εν τοις κόλποις Αβραάμ, Ισαάκ και Ιακώβ, των Πατέρων ημών, ένθα απέδρα οδύνη και στεναγμός, ένθα επισκοπεί το φως του προσώπου Σου και καταλάμπει δια παντώς …. Δος γενέσθαι την προσφοράν ημών ευπρόσδεκτον, ηγιασμένην εν πνεύματι αγίω, εις εξιλασμόν των ημετέρων πλημμελημάτων και των του λαού αγνοημάτων, και εις ανάπαυσιν των προκεκοιμημένων ψυχών». Επίσης και εν τη θεία λειτουργία του Κλήμεντος (Μαθητού του Αποστόλου Πέτρου) Πάπα Ρώμης αναγινώσκομεν. «Έτι δεόμεθά Σου, Κύριε, και υπέρ της αγίας Σου Εκκλησίας της από περάτων έως περάτων … έτι προσφέρομέν Σοι και υπέρ πάντων των απ' αιώνως Σοι ευαρεστησάντων Αγίων, Πατριαρχών, Προφητών, Δικαίων, Αποστόλων, Μαρτύρων, Ομολογητών, Επισκόπων, Πρεσβυτέρων, Διακόνων, Υποδιακόνων, Αναγνωστών, Ψαλτών, Παρθένων, λαικών, και πάντων, ων αυτός επίστασαι τα ονόματα.», (ο δε Διάκονος παρακελεύεται τον λαόν, όπως συνδεηθή «υπέρ των εν πίστει αναπαυσαμένων»). Επίσης και εν ταις θείαις λειτουργίαις του Αγίου Βασιλείου και του Αγίου Ιωάννου μνεία γίνεται των κεκοιμημένων. Του Αγίου Ιωάννου Προφήτου Προδρόμου και Βαπτιστού, των αγίων ενδόξων και πανευφήμων Αποστόλων, και πάντων Σου των Αγίων, ων ταις ικεσίαις επίσκεψαι ημάς ο Θεός, και μνήσθητι πάντων των κεκοιμημένων επ' ελπίδι αναστάσεως ζωής αιωνίου, και ανάπαυσον αυτούς όπου επισκοπεί το φως του προσώπου Σου». (Ενταύθα ο Ιερεύς μνημονεύει ζωντων και τεθνεώτων, ων θέλει, και υπέρ ων παράκλησιν έλαβεν, υπέρ δε των τεθνεώτων λέγει). Υπέρ αναπαύσεως και αφέσεως της ψυχής του δούλου Σου (δείνος) εν τόπω φωτεινώ, ένθα απέδρα λύπη, και στεναγμός, ανάπαυσον αυτόν ο Θεός ημών».

Τετάρτη 11 Σεπτεμβρίου 2019

«Γῆ εἶ καί εἰς γῆν ἀπελεύσῃ» Θάνατος, Κήδευση, Ἱερά Μνημόσυνα.



Κατά τήν διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας μας ὁ θάνατος δέν εἶναι τίποτε ἄλλο παρά διάβαση ἀπό τήν παροῦσα, φθαρτή ζωή στήν μελλοντική καί αἰώνια (πρβλ. Πάσχα), γι’ αὐτό καί ὀνομάζεται, ἀποκαλεῖται, κοίμηση καί οἱ χῶροι ταφῆς κοιμητήρια. Εἶναι ἐπίσης γνωστό ὅτι γιά τήν ἐπιστήμη ὁ θάνατος εἶναι ἡ τελεία καί ὁριστική παύση τῶν λειτουργιῶν πού κρατοῦν στή ζωή τό σῶμα καί διάλυση τῆς ψυχοσωματικῆς ὀντότητας τοῦ ἀνθρώπου.

Μέ ὅσα θά ἀναφερθοῦν παρακάτω ἀσχολούμαστε μέ τόν σωματικό θάνατο διότι σύμφωνα μέ τήν Ὀρθόδοξη διδασκαλία, θάνατος εἶναι καί ἡ διάπραξη τῆς ἁμαρτίας. Μάλιστα ἡ ἁμαρτία ὀνομάζεται πρόσκαιρος θάνατος διότι ἐάν δέν «ἀντιμετωπισθεῖ» ἔγκαιρα, δηλαδή διά τῆς μετανοίας, μπορεῖ νά ὁδηγήσει στόν αἰώνιο θάνατο, τουτέστιν τήν αἰώνια καταδίκη τοῦ ἀνθρώπου στήν κόλαση.

Δυστυχῶς ὅμως ὁ θάνατος παρ’ ὅλον ὅτι ἔχει αὐτό τόν χαρακτῆρα γιά τούς χριστιανούς, ἀντιμετωπίζεται συνήθως μέ ἀμηχανία καί μεγάλη θλίψη. Μπροστά στόν θάνατο ἑνός ἀγαπημένου προσώπου τά πάντα «χάνονται»... Γι’ αὐτούς τούς λόγους ἀλλά καί διότι ὑπάρχει μιά σχετική ἀγνωσία γιά τήν ὅλη διαδικασία, ἡ ὁποία ἄλλωστε ἔχει ἐμπλουτισθεῖ μέ ἀρκετές προκαταλήψεις καί δεισιδαιμονίες, παρουσιάζεται, ἐν συντομίᾳ, τό πρακτικό μέρος τῆς ὅλης διαδικασίας καί –κυρίως– τό θεολογικό, ἡ διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας μας, κεκαθαρμένη ἀπό τίς δοξασίες, τίς δεισιδαιμονίες καί διάφορες μή χριστιανικές πρακτικές.


Πρό τῆς κοιμήσεως

Ἡ ψυχή μετά τό σωματικό θάνατο


Θέλουμε νά ξεχωρίσουμε τά πράγματα· Τί ἐννοοῦμε ὅταν λέμε «ζωή τῆς ψυχῆς μετά τό σωματικό θάνατο, μέση κατάσταση, Παράδεισο, ῞Αδη, Κόλαση, Βασιλεία, Αἰώνια ζωή»;
Ζωή τῆς ψυχῆς μετά τό σωματικό θάνατο, ἤ ὅπως τήν ὀμομάζουν ἄλλοι «μέση κατάσταση τῶν ψυχῶν» γιά τούς ὀρθόδοξους εἶναι ἡ ζωἠ πού ζεῖ ἡ ψυχή μετά τήν ἔξοδό της ἀπό τό σῶμα μέχρι τή Δευτέρα Παρουσία, ὁπότε, μετά τήν κοινή ᾿Ανάσταση, θά λάβη τό «οἰκεῖον» σῶμα μεταμορφωμένο καί ἄφθαρτο. Τήν ὀνόμασαν αὐτή τήν κατάσταση οἱ Πατέρες «μέση κατάσταση», διότι ἡ ψυχή βρίσκεται σέ κατάσταση ἀναμονῆς καί προσμονῆς τῆς ἀναστάσεως καί τῆς Δευτέρας Παρουσίας τοῦ Κυρίου. Παραμένοντας στήν κατάσταση αὐτή ἡ ψυχή, προγεύεται τήν παραδείσια μακαριότητα ἤ τίς τιμωρίες τῆς Κολάσεως. Στή μέση κατάσταση δηλαδή οὔτε οἱ δίκαιοι ἀπολαμβάνουν ὅσα θά ζήσουν καί θά ἀπολαύσουν στή Βασιλεία τῶν Οὐρανῶν, οὔτε οἱ ἀμετανόητοι ἁμαρτωλοί ὑφίστανται τήν τέλεια κόλαση.
Σέ πολλά πατερικά κείμενα πού εἶναι σχετικά μέ τήν ἐσχατολογία παρατηροῦμε νά γίνεται διάκριση ἀνάμεσα στόν Παράδεισο καί στή Βασιλεία τοῦ Θεοῦ καί ἀνάμεσα στόν ῞ᾼδη καί στήν Κόλαση.
῎Ετσι ὀνομάζουν Παράδεισο, τήν κατάσταση ἐκείνη ὅπου ἔρχονται οἱ δίκαιοι καί οἱ ῞Αγιοι μετά τήν κοίμησή τους.
Βασιλεία τοῦ Θεοῦ, τήν κατάσταση ἐκείνη ὅπου θά εἰσέλθουν οἱ ῞Αγιοι μετά τήν ἀνάσταση τῶν σωμάτων τους.
῞Αδη, ἐκεῖ μεταβαίνουν οἱ μή σεσωσμένοι ἁμαρτωλοί μετά τό θάνατό τους.
Κόλαση, ἐκεῖ θά εἰσέλθουν οἱ μή σεσωσμένοι ἁμαρτωλοί μετά τήν ἀνάσταση τῶν σωμάτων τους καί τήν τελική κρίση1.
Σέ πολλούς Πατέρες ὅμως ὁ Παράδεισος καί ἡ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ ταυτίζονται καθώς καί ὁ ῞Αδης καί ἡ Κόλαση, ὅπως θά δοῦμε ἀναλυτικά στό οἰκεῖο κεφάλαιο.
῾Ο Μέγας ᾿Αθανάσιος μᾶς λέει ὅτι οἱ δίκαιοι μετά τό θάνατό τους δοκιμάζουν «μερικήν ἀπόλαυσιν» οἱ δέ ἁμαρτωλοί «μερικήν κόλασιν» «Τί οὖν, ἀπέλαβον οἱ δίκαιοι τὰ ἀγαθά καί οἱ ἁμαρτωλοὶ τὴν κόλασιν; Οὐδαμῶς. ῞Ομως δὲ τὴν χαρὰν ταύτην ἔχουσιν αἱ τῶν ἁγίων ψυχαί· καὶ ἔστιν αὕτη μερικὴ ἀπόλαυσις, ὥσπερ καὶ ἡ λύπη, ἣν οἱ ἁμαρτωλοὶ ἔχουσι, μερικὴ κόλασις … »2. Δηλαδή· «Τί νομίζετε λοιπόν, ὅτι ἔλαβαν οἱ δίκαιοι τά ἀγαθά πού τούς ἀνήκουν καί οἱ ἁμαρτωλοί τήν Κόλαση; Καθόλου. ῞Ομως προαπολαμβάνουν τήν χαρά αὐτή τοῦ Παραδείσου οἱ ψυχές τῶν ῾Αγίων. Καί εἶναι αὐτή μερική ἀπόλαυση, ὅπως καί ἡ λύπη, πού ἔχουν οἱ ἁμαρτωλοί, μερική κόλαση».
῾Ο ἅγιος ᾿Ιωάννης ὁ Χρυσόστομος ἐπίσης, ἑρμηνεύοντας τό χωρίο «ἵνα μὴ χωρὶς ἡμῶν τελειωθῶσι» (῾Εβρ. ια´ 39-40) ὑποστηρίζει ὅτι οἱ δίκαιοι, οἱ ὁποῖοι μετέστησαν στήν ἄλλη ζωή, δέν ἔχουν ἀπολαύσει ἀκόμη τά ἀγαθά τῆς αἰώνιας ζωῆς, διότι περιμένουν ἐμᾶς· «Οἱ δίκαιοι ἐκεῖνοι, ἄν καί ἐγκωμιάστηκαν γιά τήν πίστη τους, ὅμως δέν ἔχουν ἀπολαύσει ἀκόμη τά ἀγαθά τῆς αἰώνιας ζωῆς· περιμένουν καί ἐμᾶς»3.
῞Οταν λέμε Παράδεισο, Κόλαση κλπ. ἐννοοῦμε κάποιους τόπους αἰσθητούς;
Φυσικά ὄχι. Πρόκειται γιά τόπους νοητούς.
Λέει ὁ ἅγιος Γρηγόριος Νύσσης· «Τὸν μνημονευθέντα νῦν ῞Αδην μὴ τόπον τινὰ οὕτως ὀνομαζόμενον οἴεσθαι, ἀλλὰ τινὰ κατάστασιν ζωῆς ἀειδῆ καὶ ἀσώματον …»4.
῾Ο δέ ᾿Αρέθας Καισαρείας λέει γιά τόν Παράδεισο· «Παράδεισον τὴν μακαρίαν καὶ αἰωνίζουσαν ἐκληπτέον ζωήν»5.
Καί ὁ Νικήτας Στηθάτος θά μᾶς ὑπογραμμίσει ὅτι ὁ Παράδεισος εἶναι καθαρά τρόπος ζωῆς, λέγοντας ὅτι αὐτός πού ἔχει τοὺς καρποὺς τοῦ Πνεύματος φτάνει στόν Παράδεισο μέ τό νά ἔχει μεταβληθεῖ ὁ ἴδιος σέ Παράδεισο, ὅπως ὁ ᾿Απόστολος Παῦλος·
«῞Οταν γίνει κανείς μέτοχος τοῦ ῾Αγίου Πνεύματος, καί γνωρίσει τὴν ἐπιφοίτησή Του μέ κάποια ἀνέκφραστη μέσα του ἐνέργεια καί εὐωδία, ὥστε ἡ εὐωδία νά περνᾶ καί στήν ἐπιφάνεια τοῦ σώματος, τότε δέν ὑποφέρει στό ἑξῆς νά μένει στά ὅρια τῆς φύσεως. ᾿Αλλά ἐπειδή ἔχει ὑποστεῖ τήν καλή ἀλλοίωση μέ ἐνέργεια τοῦ ῾Υψίστου, λησμονεῖ τήν τροφή, τόν ὕπνο, ξεπερνᾶ τὰ σωματικά, περιφρονεῖ τή σωματική ἀνάπαυση· ὅλη τήν ἡμέρα, ἐνῶ βρίσκεται σέ κόπους καί ἀγῶνες σωματικοὺς, δέν αἰσθάνεται κανένα κόπο ἢ σωματική ἀνάγκη, πείνα, δίψα, ὕπνο ἢ τίς ἄλλες ἀνάγκες τῆς φύσεως, γιατί ἔχει χυθεῖ ἀόρατα ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ μέ ἀνέκφραστη χαρά μέσα στήν καρδιὰ του (Ρωμ. 5, 5). Καὶ ὅλη τή νύχτα, παραμένοντας σὲ πύρινο φωτισμό, ἐργάζεται τή νοερὴ ἐργασία μέ σωματικά γυμνάσματα, καί ἀπολαμβάνει τό ἀθάνατο συμπόσιο τῶν ἀθανάτων φυτῶν τοῦ Παραδείσου. Σ᾿ αὐτόν ὁ Παῦλος ἀφοῦ ὑψώθηκε, ἄκουσε ἄρρητα ρήματα, τά ὁποῖα δὲν ἐπιτρέπεται νά τά ἀκούσει ἄνθρωπος (Β´ Κορ. 12, 4) πού εἶναι ἀκόμη ἐμπαθῶς προσκολλημένος στά ὁρατά»6.
Κατά δέ τήν ἐμπειρία τῶν ῾Αγίων μας, ὁ ἴδιος ὁ Θεός ἐν σχέσει μέ τόν ἄνθρωπο βιώνεται ὡς Παράδεισος, ἤ βιώνεται ὡς Κόλαση. ῾Ο π. ᾿Ιωάννης ὁ Ρωμανίδης λέει ἐπιγραμματικά· «Τὸ ἴδιον τὸ ἐκπηγάζον ἐκ τοῦ Χριστοῦ χρυσὸν φῶς τῆς δόξης, μέσα εἰς τὸ ὁποῖον περικλείονται οἱ φίλοι του, γίνεται κόκκινον καθὼς κυλᾶ πρὸς τὰ κάτω, διὰ ν᾿ ἀγκαλιάσῃ αὐτὴ ἡ ἰδία θεία ἀγάπη, τοὺς “κατηραμένους” πού τήν βλέπουν ὡς δύναμιν κολαστικήν»7.
Ποιός μᾶς βεβαιώνει ὅτι οἱ ψυχές ζοῦν μετά τό θάνατο;
Στήν ῾Αγία Γραφή ἔχουμε πολλά χωρία πού μᾶς βεβαιώνουν ὅτι οἱ ψυχές ζοῦν μετά θάνατο·
1) Στήν Παλαιά Διαθήκη ἀναφέρεται ὅτι «ὁ ᾿Αβραὰμ ἀπέθανε καὶ προσετέθη τῷ λαῷ αὐτοῦ» (Γεν. 25, 4), δηλαδή στούς δίκαιους προγόνους του.
῾Ο προφήτης ᾿Ηλίας ἀνέστησε τόν υἱό τῆς χήρας στά Σαρεπτά. Προσευχήθηκε στό Θεό καί εἶπε· «Κύριε, ὁ Θεός, ἐπιστραφήτω δὴ ἡ ψυχὴ τοῦ παιδαρίου τούτου εἰς αὐτόν» (Γ´ Βασ. 17, 21-23). Καί πραγματικά, μετά τήν προσευχή, ἐπέστρεψε ἡ ψυχή τοῦ παιδιοῦ στό σῶμα του καί ἔζησε πολλά χρόνια.

Η αντιμετώπιση του θανάτου (Αγ. Ιωάννης Χρυσόστομος)



Αγ. Ιωάννης Χρυσόστομος

Πολλά πράγματα θέλουμε να μαθαίνουμε και να κατανοούμε, προπαντός όμως τον καιρό που θα γίνει η συντέλεια του κόσμου. Ο από­στολος Παύλος, για να περιορίσει την άκαιρη αυτή πολυπραγμοσύνη μας, γράφει σε μιαν επιστολή του: «Σχετικά με το χρόνο του ερχομού του Κυρίου, αδελ­φοί, δεν χρειάζεται να σας γράψω, γιατί κι εσείς το ξέ­ρετε πολύ καλά, ότι η ημέρα του Κυρίου θα έρθει απροειδοποίητα, όπως ο κλέφτης τη νύχτα» (Α’ Θεσ. 5:1-2).
Τί θα κερδίσουμε, δηλαδή, αν γνωρίζουμε πότε θα γίνει η Δευτέρα Παρουσία του Χριστού; Πέστε μου. Ας υποθέσουμε ότι θα γίνει ύστερ’ από είκοσι χρόνια ή τριάντα ή εκατό. Ποιά σημασία μπορεί να έχει αυτό για μας; Μήπως για τον καθένα μας η συντέλεια δεν έρχεται με το τέλος της ζωής του; Γιατί, λοιπόν, πο­νοκεφαλιάζεις και βασανίζεσαι για το τέλος του κό­σμου; Δυστυχώς, όμως, όπως συμβαίνει και σε πολλές άλλες περιπτώσεις, στις οποίες αδιαφορούμε για τα ζητήματα που μας αφορούν άμεσα και καταπιανόμα­στε με τα ζητήματα των άλλων, παραμελούμε τις δικές μας υποθέσεις και φροντίζουμε για τις ξένες, έτσι και σε τούτη την περίπτωση· αντί ο καθένας μας να ενδιαφέρεται για το δικό του τέλος, θέλουμε να μάθουμε με λεπτομέρειες πώς και πότε θα έρθει το κοινό τέλος όλων μας. Αν θέλετε να πληροφορηθείτε, γιατί είναι άγνω­στο στον καθένα μας το τέλος της ζωής του και γιατί ο θάνατος έρχεται ξαφνικά, όπως ο κλέφτης τη νύ­χτα, θα σας το πω, καθώς μάλιστα νομίζω ότι σωστά γίνεται έτσι. Αν, λοιπόν, ο καθένας μας ήξερε τη χρο­νική στιγμή του θανάτου του, κανείς μας δεν θα φρό­ντιζε να κάνει ενάρετα έργα, όσο θα ζούσε, αλλά, γνω­ρίζοντας ποια θα ήταν η τελευταία μέρα της ζωής του, αφού πρώτα θα έκανε αμέτρητα κακά, θα μετανοούσε λίγο πριν κλείσει για πάντα τα μάτια του και θα έφευ­γε για την άλλη ζωή απαλλαγμένος από τις αμαρτίες του. Αν δηλαδή τώρα, που ο φόβος από την άγνοια του χρόνου του θανάτου συγκλονίζει τις ψυχές μας, αφού περάσουμε όλη μας τη ζωή μέσα στην αμαρτία, μόλις στις τελευταίες μας στιγμές αποφασίζουμε οι περισσότεροι να μετανοήσουμε, εφόσον βέβαια προ­λάβουμε, ποιος από μας θα φρόντιζε για την αρετή, αν ξέραμε σίγουρα το πότε θα πεθάνουμε; Τίποτα δεν θα διστάζαμε να πράξουμε ως την ημέρα εκείνη. Από τους εχθρούς μας θα παίρναμε εκδίκηση, όσους θέλα­με θα σκοτώναμε, τα άγρια πάθη της ψυχής μας θα ικανοποιούσαμε σε βάρος των συνανθρώπων μας, και μετά, πριν πεθάνουμε, θα… μετανοούσαμε!
Πέρα απ’ αυτό, ούτε πράξεις αληθινής αυτοθυσίας θα υπήρχαν ούτε οι γενναιόψυχοι άνθρωποι θα είχαν καμιάν ανταμοιβή, γιατί, όταν θ’ αντιμετώπιζαν τολ­μηρά και ατρόμητα τους διάφορους κινδύνους, θα αντλούσαν το θάρρος τους από τη βεβαιότητα ότι δεν ήρθε η ώρα να πεθάνουν. Και ο πιο δειλός ακόμα θα ριχνόταν αδίσταχτα στη φωτιά, έχοντας τη γνώση ότι δεν κινδυνεύει να πάθει κανένα κακό. Γιατί αυτός που γνωρίζει ότι μπορεί να χάσει τη ζωή του σε κάποιον κίνδυνο και εντούτοις δεν διστάζει να εκτεθεί στον κίνδυνο αυτό, αποδεικνύει με ασφάλεια τη γενναιό­τητα και την αυτοθυσία του.
Όποιος έχει πραγματικά φιλοσοφημένη σκέψη και κατευθύνεται από την ελπίδα των μελλοντικών αγα­θών, ούτε και το θάνατο θα θεωρήσει σαν θάνατο. Ο δίκαιος, δηλαδή, που βαδίζει στο δρόμο του Θεού και καθημερινά περιμένει να μπει στη βασιλεία Του, δεν ταράζεται, δεν αναστατώνεται, δεν στενοχωριέται, όταν έρχεται αντιμέτωπος με το θάνατο, όταν λ.χ. αντικρύσει νεκρό κάποιον συγγενή ή φίλο του. Γιατί γνω­ρίζει ότι ο θάνατος, γι’ αυτούς που έζησαν ενάρετα στη γη, δεν είναι παρά μετάθεση σε μια καλύτερη ζωή, ταξίδι για έναν καλύτερο τόπο, δρόμος που οδηγεί στα στεφάνια.
Γι’ αυτό μπροστά στις πόλεις και στα χωριά υπάρ­χουν τα κοιμητήρια και οι τάφοι, για να μας θυμίζουν συνέχεια την ανθρώπινη θνητότητα. Έτσι, καθώς μπαίνουμε σε μια μεγάλη και πλούσια πόλη ή σ’ ένα ωραίο και γραφικό χωριό, πριν δούμε τις ομορφιές και τα αξιοθέατά τους, βλέπουμε το τέλος και την κα­τάληξη κάθε ομορφιάς, κάθε πλούτου, κάθε δόξας.
Όταν, πάλι, ένας άνδρας και μια γυναίκα πα­ντρεύονται, υπογράφουν συχνά ένα συμβόλαιο, με το οποίο ρυθμίζουν από πριν την τύχη της περιουσίας τους σε περίπτωση θανάτου του ενός ή του άλλου: «Αν ο σύζυγος πεθάνει πριν από τη σύζυγο, θα γίνει τούτο. Αν η σύζυγος πεθάνει πριν από το σύζυγο, θα γίνει τούτο και τούτο». Καλά-καλά δεν γνωρίστη­καν ακόμα, καλά-καλά τη ζωή τους δεν άρχισαν, και το θάνατο σκέφτονται. Πολλές φορές, μάλιστα, το συμ­βόλαιο αναφέρει τι θα γίνει, αν πεθάνει το παιδί, που θα γεννήσουν: «Αν το παιδί, που θα γεννηθεί, πεθά­νει, θα γίνει αυτό κι αυτό». Ακόμα δεν φάνηκε ο από­γονος, και εκδόθηκε η απόφαση του θανάτου του!
Τί θέλω να πω με όλα αυτά; Ότι, πηγαίνοντας στο συμβολαιογραφείο για τη σύνταξη ενός συμβολαίου, ο καθένας γνωρίζει πως ο θάνατος θα επισκεφθεί κά­ποια στιγμή τον ίδιο ή έναν δικό του άνθρωπο. Το θε­ωρεί απόλυτα φυσιολογικό και αναπόφευκτο. Όταν, όμως, έρθει ο θάνατος, ξεχνάει όσα έγραψε και άλλα λέει. “Έπρεπε να πάθω εγώ τέτοιο πράγμα;”, φωνά­ζει με θρήνους και αναστεναγμούς ο άντρας που χή­ρεψε. “Περίμενα να με βρει τέτοια συμφορά και να χάσω τη γυναίκα μου;”. Τί λες, άνθρωπέ μου; Όταν ήσουνα, ή μάλλον νόμιζες πως ήσουνα, μακριά από το θάνατο, ήξερες καλά τους φυσικούς νόμους· τώρα που έπαθες τη συμφορά, τους ξέχασες; Ίσως να πήρε ο Θεός τη γυναίκα σου, επειδή θέλει να σε οδηγήσει στην εγκράτεια, επειδή σε θεωρεί ικανό για μεγαλύ­τερους αγώνες, για ανώτερη πνευματική ζωή, και γι’ αυτό σε ελευθέρωσε από τον συζυγικό δεσμό.
Κι εσύ πάλι, η γυναίκα, που έχασες τον άντρα σου, γιατί κλαις; Μήπως επειδή έχασες τον προστάτη σου κι έμεινες έρημη στον κόσμο; Ποτέ μην πεις κάτι τέ­τοιο. Γιατί δεν έχασες το Θεό, που είναι ο πραγματι­κός προστάτης όλων μας. Αφού έχεις βοηθό το Θεό, δεν έχεις ανάγκη από κανέναν άλλο. Μήπως, και όταν ζούσε ο άντρας σου, ο Θεός δεν ήταν που σας τα έδι­νε όλα; Αυτό να σκέφτεσαι και να λες, όπως ο Δαβίδ: «Ο Κύριος είναι το φως μου και ο σωτήρας μου, ποι­όν θα φοβηθώ; Ο Κύριος είναι ο υπερασπιστής της ζωής μου, τί θα με κάνει να δειλιάσω;» (Ψαλμ. 26:1). Τώρα πια Αυτός, «ο πατέρας των ορφανών και συ­μπαραστάτης των χηρών» (Ψαλμ. 67:6), θα φροντίζει για σένα περισσότερο απ’ όσο φρόντιζε πριν.
Βλέπεις, λοιπόν, ένα συγγενή σου να φεύγει απ’ αυτόν τον κόσμο; Μην τρομάζεις, μη θρηνείς, μη συ­ντρίβεσαι. Συγκεντρώσου στον εαυτό σου, εξέτασε τη συνείδησή σου και σκέψου ότι σε λίγο καιρό σε περι­μένει κι εσένα το ίδιο τέλος.
“Μα ο νεκρός”, θα μου πεις, “σαπίζει, γίνεται σκό­νη”. Ακριβώς γι’ αυτό πρέπει να χαίρεσαι περισσό­τερο. Όταν θέλει κανείς να ξαναχτίσει ένα σπίτι, που πάλιωσε και έγινε ετοιμόρροπο, αφού πρώτα βγάλει τους ενοίκους, το κατεδαφίζει και το φτιάχνει πιο καλό. Και όταν γίνεται αυτό, οι ένοικοι δεν λυπούνται, επειδή βγήκαν από το παλιό σπίτι, αλλά μάλλον ευχα­ριστημένοι είναι. Δεν τους νοιάζει, βλέπεις, για την κατεδάφιση, που βλέπουν με τα μάτια τους, γιατί συλ­λογίζονται τη νέα και ωραία οικοδομή, που θα ανεγερθεί, κι ας μην τη βλέπουν ακόμα.
Το ίδιο κάνει και ο Θεός. Όταν πρόκειται να δια­λύσει το σώμα μας, βγάζει πρώτα την ψυχή, που κα­τοικεί μέσα σ’ αυτό, όπως θα την έβγαζε από ένα πα­λιό και ετοιμόρροπο σπίτι, για να την εγκαταστήσει πάλι με μεγαλύτερη δόξα στο νέο σπίτι, που θα οικο­δομήσει. Και ο Αδάμ, όταν δημιουργήθηκε, δεν είδε ότι πλάστηκε από χώμα. Ο Θεός, δηλαδή, δεν έπλασε την ψυχή πρώτη, για να μη δει τη δημιουργία του σώ­ματος. Γι’ αυτό η ψυχή δεν γνώριζε την ευτέλεια του σώματος. Όταν, όμως, γίνει η κοινή ανάσταση, τότε η ψυχή θα βρεθεί σ’ ένα νέο άφθαρτο σώμα, όχι πια στο παλιό χωμάτινο ένδυμά της.
Ο νεκρός, κι αν δεν βλέπει τον εαυτό του, βλέπει όμως εκείνους που πέθαναν πιο μπροστά να γίνονται σκόνη, και διδάσκεται πολλά. Για κοίτα πόσο μαζε­μένοι και συγκρατημένοι είναι μπροστά στους νεκρούς ακόμα και οι πιο περήφανοι, ακόμα και οι πιο απόκοτοι άνθρωποι! Ακούγεται η λέξη “θάνατος”, και η καρδιά όλων σπαρταράει από το φόβο. Και φι­λοσοφούμε γύρω από τους τάφους και σκεφτόμαστε που καταλήγουμε και φλυαρούμε για τη ματαιότητα των εγκοσμίων, αλλά, μόλις απομακρυνθούμε, ξεχνάμε την ευτέλειά μας. Να, για παράδειγμα, όταν βρεθεί κανείς στην κηδεία ενός φίλου του, γυρίζει στο δι­πλανό του και του λέει λόγια σαν και τούτα: “Αλήθεια, πόσο ταλαίπωροι είμαστε! Πόσο ασήμαντη είναι η ζωή μας! Τί γινόμαστε, άραγε, μετά το θάνατο; Αυτό πρέπει να σκεφτόμαστε και να μην κακολογούμε, να μην αδικούμε, να μη μνησικακού με…”. Φαίνεται να μιλάει με τόση ειλικρίνεια, ώστε, καθώς τον ακούς, δεν αμφιβάλλεις ότι την ίδια κιόλας στιγμή θ’ απαρ­νηθεί ολότελα την κακία του και θ’ αρχίσει να ζει ενά­ρετα. Μα, αλίμονο, μετά την κηδεία θα ξεχάσει και το φόβο του και τα λόγια του, και θα συνεχίσει να ζει στην αμαρτία, όπως πρώτα.
Ας ξαναγυρίσουμε, όμως, στο θέμα μας. Πες μου, για ποιό λόγο κλαις με τόσο πόνο αυτόν που πέθανε; Γιατί ήταν κακός; Ε, λοιπόν, όχι μόνο δεν πρέπει να κλαις, αλλά και να ευχαριστείς το Θεό, που σταμάτη­σε πια η κακία του. Μήπως, απεναντίας, ήταν καλός; Και στην περίπτωση αυτή πρέπει να χαίρεσαι, γιατί πέθανε «πριν η κακία αλλάξει τη σύνεσή του ή η δολιότητα της αμαρτίας εξαπατήσει την ψυχή του» (Σοφ. Σολ. 4:11). Ήταν μήπως νέος; Και γι’ αυτό ακό­μα ευχαρίστησε το Θεό και δόξασέ Τον, γιατί τον πήρε κοντά Του. Όπως εκείνους που πηγαίνουν για ν’ αναλάβουν κάποιο αξίωμα, τους κατευοδώνουμε με χαρά και ικανοποίηση, έτσι πρέπει ν’ αποχαιρετάμε κι αυτούς που φεύγουν από τούτη τη ζωή, γιατί πηγαίνουν κοντά στο Θεό, όπου θ’ απολαμβάνουν με­γάλη τιμή και ευτυχία.
Δεν λέω, βέβαια, ότι δεν πρέπει να λυπόμαστε για το χωρισμό από τ’ αγαπημένα μας πρόσωπα, που πε­θαίνουν, αλλά να μη λυπόμαστε περισσότερο απ’ όσο πρέπει. Γιατί θα παρηγορηθούμε αρκετά, αν σκε­φτούμε ότι ο άνθρωπος, που χάσαμε, ήταν θνητός, όπως όλοι μας. Με το ν’ αγανακτούμε, δεν δείχνουμε τίποτ’ άλλο, παρά πως ζητάμε πράγματα ασυμβίβαστα με την ανθρώπινη φύση. Γεννήθηκες άνθρωπος, επο­μένως θνητός. Γιατί, λοιπόν, υποφέρεις με κάτι τόσο φυσικό, όπως ο θάνατος; Μήπως λυπάσαι, επειδή, για να ζήσεις, πρέπει να τρως; Μήπως επιδιώκεις να ζή­σεις χωρίς τροφή; Τότε γιατί επιδιώκεις να μην πεθά­νεις; Όσο φυσικό είναι το να τρως, άλλο τόσο και το να πεθάνεις. Αφού είσαι θνητός, μη ζητάς να γίνεις αθάνατος· γιατί αυτό το πράγμα καθορίστηκε και νο­μοθετήθηκε μια μόνο φορά και για πάντα. Ας μη μοι­άζουμε στους ληστές, που θέλουν να κάνουν δικά τους όσα ανήκουν σε άλλους. Έτσι, όταν ο Θεός παίρνει από μας χρήματα ή τιμή ή δόξα, ακόμα και το σώμα ή και την ψυχή, παίρνει αυτά που Του ανήκουν. Και το παιδί σου ακόμη αν πάρει, δεν παίρνει ουσιαστικά το παιδί σου, αλλά το δικό Του πλάσμα.
Αφού, λοιπόν, εμείς δεν ανήκουμε στον εαυτό μας, πώς θα ανήκουν σ’ εμάς όσα ανήκουν σ’ Εκείνον; Αν η ψυχή σου δεν είναι δική σου, πώς είναι δικά σου τα χρήματά σου; Και αν δεν είναι δικά σου, πώς ξοδεύεις άσκοπα ή άπρεπα αυτά που ανήκουν σε άλλον; Μη λες, “Τα δικά μου ξοδεύω, από τα δικά μου διασκεδάζω”· γιατί ξοδεύεις και διασκεδάζεις με τα ξένα. Και τα αποκαλώ ξένα, γιατί ο Θεός θεωρεί δι­κά σου όσα σου έδωσε, για να τα μοιράσεις στους φτω­χούς. Τότε μόνο τα ξένα γίνονται δικά σου. Αν τα ξοδέψεις για τον εαυτό σου, τότε τα δικά σου γίνο­νται ξένα.
Δεν βλέπεις ότι τα σώματά μας τα υπηρετούν τα χέρια; Δεν βλέπεις ότι το στόμα μασάει την τροφή, πριν τη δεχθεί το στομάχι; Μήπως το στομάχι λέει, “Αφού δέχτηκα την τροφή, δικαιωματικά τα κατέχω όλα”; Τα μάτια πάλι, μήπως, επειδή αυτά δέχονται το φως, το κρατάνε μόνο για τον εαυτό τους και δεν το θέτουν στην υπηρεσία όλου του σώματος; Ή μήπως τα πόδια, επειδή μόνο αυτά βαδίζουν, τον εαυτό τους μόνο μετακινούν και όχι το σώμα ολόκληρο; Αλλά και από τους επαγγελματίες, αν θελήσει ο καθένας να μην παραχωρήσει και σε άλλους την ωφέλεια από το επάγγελμά του, όχι μόνο εκείνους, αλλά και τον εαυ­τό του θα ζημιώσει. Ακόμα και οι φτωχοί, αν ήταν τό­σο κακοί όσο εσείς, οι πλούσιοι, που τίποτ’ άλλο δεν σκέφτεστε παρά το πως θ’ αυξήσετε τα κέρδη σας, και δεν έδιναν από το υστέρημά τους στους πιο φτωχούς και αναγκεμένους, γρήγορα θα σας έριχναν κι εσάς στη φτώχεια.
“Μα έχασα το μονάκριβο παιδί μου”, θα πει ίσως κάποιος, “που πάνω του στήριζα τόσες ελπίδες”. Και τί μ’ αυτό; Ευχαρίστησε το Θεό, που πήρε το παιδί σου, και τότε δεν θα είσαι κατώτερος από τον Αβρα­άμ, που οδήγησε το γιο του Ισαάκ στο βουνό για να τον θυσιάσει, ύστερ’ από θεία εντολή. Όπως εκείνος αγόγγυστα πρόσφερε το μονάκριβο παιδί του στο Θεό, έτσι πρόσφερέ το κι εσύ, και δεν θα πάρεις μικρότερη αμοιβή. Μην κλαις, μη βαρυγγωμάς, μην αναστενάζεις. Πες ό,τι είπε και ο μακάριος Ιώβ, όταν έχασε όλα του τα παιδιά: «Ο Κύριος μου τα έδωσε, ο Κύριος μου τα πήρε. Όπως φάνηκε καλό στον Κύ­ριο, έτσι κι έγινε. Ας είναι τ’ όνομά Του δοξασμένο παντοτινά» (Ιώβ 1:21). Έτσι αποστόμωσε και τη γυ­ναίκα του, λέγοντάς της μάλιστα και τούτα τα λόγια, που προκαλούν το θαυμασμό μας: «Αν δεχτήκαμε από τα χέρια του Κυρίου τα αγαθά, δεν θα υπομεί­νουμε και τις συμφορές;» (Ιώβ 2:10). Έτσι να σκέ­φτεσαι κι εσύ, καθώς μάλιστα το παιδί σου δεν έπεσε στα χέρια εχθρού ή κακούργου, αλλά πήγε κοντά στο Θεό, που φροντίζει γι’ αυτό περισσότερο από σένα και που γνωρίζει το συμφέρον του καλύτερα από σέ­να. Κοίτα πόσα παιδιά, που βρίσκονται στη ζωή, έκα­ναν μαρτυρική τη ζωή των γονιών τους.
“Τα καλά παιδιά δεν τα βλέπεις;”, θα με ρωτήσεις. Και σου απαντώ: Τα βλέπω κι αυτά, η κατάσταση όμως του δικού σου παιδιού είναι πιο σίγουρη από τη δική τους. Μπορεί τώρα να είναι καλά, το τέλος τους όμως είναι άγνωστο. Εσύ δεν φοβάσαι πια για το παιδί σου, μήπως πάθει τίποτα ή μήπως πάρει στρα­βό δρόμο. Γι’ αυτό, σου το ξαναλέω, μη θρηνείς. Να δοξολογείς μόνο τον Κύριο, όπως έκανε ο Ιώβ.
“Και πώς να μη θρηνώ”, θα πεις, “που δεν είμαι πια πατέρας;”. Τί λόγια είναι τούτα; Μήπως έχασες το παιδί σου; Μάλλον τώρα το έκανες δικό σου και το έχεις πιο σίγουρα. Δεν έπαψες να είσαι πατέρας. Είσαι μάλιστα κάτι παραπάνω -όχι πια πατέρας ενός θνητού πλάσματος, μα ενός αθάνατου όντος! Μη νο­μίζεις ότι έχασες πραγματικά το παιδί σου, επειδή δεν είναι κοντά σου. Όπως θα συνέχιζε να είναι παιδί σου, αν είχε μεταναστεύσει σε μακρινή χώρα, έτσι και τώρα, που έφυγε για τον ουρανό. Βλέποντας, λοιπόν, τα μάτια του κλειστά, το στόμα του άφωνο και το σώμα του ακίνητο, μη σκέφτεσαι: “Αυτό το στόμα δεν μιλάει πια, αυτά τα μάτια δεν βλέπουν πια, αυτά τα πόδια δεν βαδίζουν πια”. Αλλά να σκέφτεσαι: “Αυτό το στόμα θα πει καλύτερα λόγια, αυτά τα μάτια θα δουν ωραιότερα πράγματα, αυτά τα πόδια θα περπα­τήσουν στον ουρανό, αυτό το σώμα θ’ αναστηθεί άφθαρτο και θα πάρω πίσω το παιδί μου λαμπρότερο”.
“Αλλά δεν γνωρίζω που πήγε”, ίσως θα μου πεις. Πώς δεν το γνωρίζεις; Είτε θεάρεστα έζησε είτε όχι, εί­ναι γνωστό που θα πάει. “Γι’ αυτό ακριβώς κλαίω”, θα εξηγήσεις, “γιατί έφυγε φορτωμένο με αμαρτίες”. Μα κι αν δεν είχε αμαρτίες, μήπως δεν θα έκλαιγες και δεν θα βαρυγγωμούσες; Τώρα παραπονιέσαι στο Θεό και Του λες: “Γιατί μου πήρες το παιδί μου γεμάτο αμαρτίες;”. Τότε θα Του έλεγες: “Γιατί μου πήρες ένα τόσο καλό παιδί;”. Και στις δυο περιπτώσεις, όμως, πρέπει να χαίρεσαι. Αν το παιδί ήταν αμαρτωλό, για­τί έπαψε πια ν’ αμαρτάνει και δεν πρόσθεσε μεγαλύ­τερο βάρος κακίας στην ψυχή του. Ενώ μάλιστα δεν μπορούσες να το βοηθήσεις όσο ζούσε, γιατί δεν άκουγε τις συμβουλές σου, τώρα μπορείς να το βοη­θήσεις· όχι με δάκρυα και θρήνους, αλλά με προσευχές και ελεημοσύνες και προσφορές. Αυτά καθορίστηκαν από τους αγίους αποστόλους όχι τυχαία, αλλά με το φωτισμό του Αγίου Πνεύματος. Ο ιερέας, μπροστά στο ιερό θυσιαστήριο, όταν τελεί τα φρικτά Μυστήρια του Χριστού, μνημονεύει όχι μόνο τους ζωντανούς, αλλά και τους νεκρούς, οπότε οι ψυχές ανακουφίζο­νται. Και όταν εμείς κάνουμε γι’ αυτούς προσφορές στην εκκλησία ή ελεημοσύνες στους φτωχούς, τους προξενούμε κάποια παρηγοριά, όσο αμαρτωλοί κι αν ήταν. Αν πάλι το παιδί σου ήταν καλό και ενάρετο, πολύ περισσότερο δεν πρέπει να λυπάσαι. Γιατί, όπως ο καθαρός κι ολόλαμπρος ήλιος ανεβαίνει στον ουρα­νό, έτσι και η καθαρή ψυχή, που εγκαταλείπει το σώμα, ανεβαίνει ολόλαμπρη, με τη συνοδεία αγγέλων, στο βασίλειο του Θεού.
Δεν είναι κακό, λοιπόν, το να πεθάνει κανείς. Τότε για ποιο λόγο φοβόμαστε το θάνατο; Γιατί δεν μας έχει κυριέψει ο έρωτας της ουράνιας βασιλείας, γιατί δεν μας έχει φλογίσει ο πόθος των μελλοντικών αγαθών. Αν είχε συμβεί αυτό, όλα τα αγαθά της γης θα τα περιφρονούσαμε. Όποιος φοβάται πάντα την κόλαση, δεν θα φοβηθεί ποτέ το θάνατο. Να μην έχε­τε, λοιπόν, τη σκέψη μικρού παιδιού, αλλά την ακακία μικρού παιδιού. Τα μικρά παιδιά φοβούνται τις αγριωπές αλλ’ ακίνδυνες μάσκες, δεν φοβούνται όμως την επικίνδυνη φωτιά. Έτσι, αν τα κρατάει κανείς κοντά σ’ ένα αναμμένο λυχνάρι, χωρίς να το σκεφτούν, ακουμπάνε το χέρι τους στη φλόγα και καίγονται.
Θέλετε να σας πω και άλλη αιτία, για την οποία φοβόμαστε το θάνατο; Γιατί δεν ζούμε ενάρετη ζωή και δεν έχουμε καθαρή συνείδηση. Αλλιώς ο θάνατος δεν θα μας τρόμαζε. Απόδειξέ μου ότι θα κληρονο­μήσω τη βασιλεία των ουρανών και σφάξε με τώρα κιόλας. Θα σου χρωστάω μάλιστα και χάρη για τη σφαγή μου, αφού θα με στείλεις γρήγορα σ’ εκείνα τα αγαθά. “Αλλά φοβάμαι να πεθάνω άδικα”, ίσως θα μου πεις. Ώστε ήθελες να πεθάνεις δίκαια; Και ποιός είναι τόσο ταλαίπωρος, που, ενώ μπορεί να πε­θάνει άδικα, προτιμάει να πεθάνει δίκαια; Αν πρέπει να φοβόμαστε θάνατο, πρέπει να φοβόμαστε εκείνον που μας βρίσκει δίκαια. Όποιος πεθαίνει άδικα, μοι­άζει στους αγίους. Γιατί οι περισσότεροι απ’ αυτούς που ευαρέστησαν το Θεό, θανατώθηκαν άδικα. Και πρώτος ο Αβελ. Δεν δολοφονήθηκε γιατί έφταιξε στον Κάιν, αλλά γιατί τίμησε το Θεό. Και ο Θεός πα­ραχώρησε να γίνει αυτός ο φόνος γιατί αγαπούσε τον Αβελ ή γιατί τον μισούσε; Ολοφάνερα γιατί τον αγαπούσε και ήθελε να του προσφέρει πιο λαμπρό στε­φάνι, λόγω της άδικης σφαγής του.
Βλέπεις που δεν πρέπει να φοβάσαι μήπως πεθά­νεις άδικα, αλλά μήπως πεθάνεις φορτωμένος με αμαρτίες; Ο Αβελ πέθανε άδικα, μα ο Κάιν πέρασε την υπόλοιπη ζωή του έχοντας την κατάρα του Θεού, στενάζοντας και τρέμοντας ακατάπαυστα. Ποιός από τους δύο ήταν πιο μακάριος; Εκείνος που έπαψε να ζει μέσα στη αρετή ή αυτός που έζησε μέσα στην αμαρτία; Εκείνος που άδικα πέθανε ή αυτός που δίκαια τιμωρήθηκε;
Ας μην κλαίμε, λοιπόν, αδιάκριτα όλους όσοι πε­θαίνουν, αλλά εκείνους που πεθαίνουν έχοντας πολλές αμαρτίες. Σ’ αυτούς πρέπουν τα δάκρυα και οι θρήνοι. Γιατί ποιά ελπίδα έχουν, αφού δεν είναι πια δυνατό να καθαριστούν από τις αμαρτίες τους; Όσο βρίσκονταν στην παρούσα ζωή, υπήρχε ελπίδα να μετανοή­σουν. Εκεί που πήγαν, όμως, δεν κερδίζει κανείς τί­ποτα με τη μετάνοια. Ας τους κλαίμε, ναι, όχι όμως με τρόπο υστερικό και άπρεπο, όχι τραβώντας τα μαλ­λιά μας, ξεσκίζοντας το πρόσωπό μας, ουρλιάζοντας και τσιρίζοντας, αλλά με σεμνότητα, αφήνοντας τα δάκρυα να κυλούν ήρεμα από τα μάτια μας. Αυτό ωφελεί κι εμάς. Γιατί, πενθώντας έτσι τον νεκρό, πολύ περισσότερο θα προσπαθήσουμε να μην πέσουμε και οι ίδιοι σε παρόμοια αμαρτήματα. Με το τράβηγμα των μαλλιών και τις κραυγές ο νους σκοτίζεται, ενώ με το ήρεμο πένθος διατηρεί τη διαύγειά του και μπορεί να φιλοσοφήσει ωφέλιμα γύρω από το θάνατο.
Μ’ αυτόν τον τρόπο να φιλοσοφείς όχι μόνο όταν πεθαίνει κάποιος γνωστός σου, μα κι όταν βλέπεις έναν άγνωστο νεκρό να οδηγείται με πομπή μέσ’ από τους δρόμους στην τελευταία του κατοικία και να συ­νοδεύεται από τα ορφανά παιδιά του, τη χήρα γυναί­κα του, τους συγγενείς και τους φίλους του, όλους κλαμένους και συντριμμένους. Να συλλογίζεσαι τότε πως η ζωή και τα πράγματα του κόσμου τούτου δεν έχουν καμιάν αξία και καμιά διαφορά από τις σκιές και τα όνειρα.
Κοίτα, πόσα κάστρα και παλάτια βασιλιάδων, ηγε­μόνων και αρχόντων είναι σωριασμένα σε ερείπια! Σκέψου, πόση δύναμη και πόσο πλούτο είχαν κάποτε! Τώρα έχουν ξεχαστεί και τα ονόματά τους. Λέει η Γραφή: «Πολλοί άρχοντες έχασαν την εξουσία τους και κάθησαν στο χώμα· κι ένας άσημος, που κανείς δεν φανταζόταν ότι θα γίνει βασιλιάς, φόρεσε στέμμα» (Σοφ. Σειρ. 11:5).
Δεν σου φτάνουν αυτά; Συλλογίσου τότε, ποιά εί­ναι η αξία σου όταν κοιμάσαι; Μήπως δεν μπορεί κι ένα ζωύφιο να σε θανατώσει; Ναι, πολλοί πέθαναν έτσι στον ύπνο τους. Αλήθεια, από μια κλωστή κρέμεται η ζωή μας! Κόβεται η κλωστή και τελειώνουν όλα.
Έτσι να φιλοσοφείς και να μη σαγηνεύεσαι από την ομορφιά, τα πλούτη, τη δόξα, τις απολαύσεις. Ένα μόνο να σε απασχολεί: Που τελειώνουν όλα αυτά. Θαυμάζεις όσα βλέπεις εδώ στη γη; Πιο αξιο­θαύμαστα, όμως, είναι εκείνα που αναφέρονται στις άγιες Γραφές.
Δείξε μου έναν αγέρωχο άρχοντα ή έναν λαμπροντυμένο πλούσιο, όταν ψήνεται από τον πυρετό, όταν ψυχομαχεί, και τότε θα σε ρωτήσω: “Πού είναι εκεί­νος, που περνούσε από την αγορά καμαρωτός και πε­ρήφανος με ακολούθους και σωματοφύλακες; Πού εί­ναι εκείνος, που φορούσε πανάκριβα ρούχα; Πού είναι η χλιδή της ζωής του, η πολυτέλεια των συμποσίων του, οι υπηρέτες, οι παρατρεχάμενοι, τα γέλια, οι ανέ­σεις, οι σπατάλες; Όλα έφυγαν και πέταξαν. Τί απέ­γινε το σώμα, που απολάμβανε τόση ηδονή; Πλησίασε στον τάφο και κοίτα τη σκόνη, τη σαπίλα, τα σκουλήκια. Κοίτα και στέναξε πικρά. Και μακάρι το κακό να περιοριζόταν σε τούτη τη σκόνη, που βλέπεις. Από τον τάφο και τα σκουλήκια φέρε τη σκέψη σου στο ακοίμητο σκουλήκι της άλλης ζωής, στο τρίξιμο των δοντιών, στο αιώνιο σκοτάδι, στην άσβεστη φωτιά, στις πικρές και αφόρητες εκείνες τιμωρίες, που δεν θα έχουν τέλος. Εδώ, στη γη, και τα καλά και τα κα­κά κάποτε, αργά ή γρήγορα, τελειώνουν εκεί, όμως, και τα δύο διαρκούν αιώνια. Και διαφέρουν ως προς την ποιότητα από τα καλά και τα κακά του κόσμου τούτου τόσο, που δεν είναι δυνατό να εκφράσει κανείς με λόγια.
Τί έγιναν, λοιπόν, όλα εκείνα τα μεγαλεία; Τί έγι­ναν τα χρήματα και τα κτήματα; Ποιός άνεμος φύση­ξε και τα πήρε και τα σκόρπισε; Τί θέλει, πάλι, κι αυτή η ανώφελη δαπάνη για την κηδεία, που και τον νεκρό δεν ωφελεί και τους οικείους του ζημιώνει; Ο Χριστός αναστήθηκε γυμνός από τον τάφο. Ας μη γίνε­ται, λοιπόν, η κηδεία αφορμή ικανοποιήσεως της μα­νίας μας για επίδειξη. Ο Κύριος είπε: «Πείνασα και μου δώσατε να φάω· δίψασα και μου δώσατε να πιω· ήμουνα γυμνός και με ντύσατε» (Ματθ. 25:35-36). Όμως δεν είπε: «Ήμουνα νεκρός και με θάψατε». Γιατί, αν μας παραγγέλλει να μην έχουμε τίποτα πε­ρισσότερο από ένα σκέπασμα, όταν ζούμε, πολύ πε­ρισσότερο όταν πεθάνουμε. Ποιάν απολογία θα δώ­σουμε στο Θεό, λοιπόν, όταν ξοδεύουμε τεράστια πο­σά για να κηδέψουμε ένα νεκρό σώμα, τη στιγμή που ο Χριστός, με τη μορφή των φτωχών συνανθρώπων μας, τριγυρνάει πεινασμένος και γυμνός, κι εμείς αδιαφορούμε γι’ αυτό;
Όλα όσα σας λέω, βέβαια, είναι ανώφελα για κεί­νους που έχουν ήδη πεθάνει. Ας τ’ ακούσουν, όμως, οι ζωντανοί και ας συνέλθουν, ας λογικευτούν, ας διορθωθούν. Όπου νά ‘ναι θα έρθει και η δική τους ώρα. Δεν θ’ αργήσουν να βρεθούν κι αυτοί, δεν θ’ αργήσουμε να βρεθούμε όλοι μας, μπροστά στο φοβε­ρό Κριτήριο, όπου θα δώσουμε λόγο για τις πράξεις μας. Ας αγωνιστούμε, λοιπόν, να γίνουμε καλύτεροι, εγκαταλείποντας την αμαρτία και ακολουθώντας την αρετή, για να μη χάσουμε τη βασιλεία των ουρανών, για ν’ αποκτήσουμε τα άφθαρτα αγαθά, που έχει ετοι­μάσει για μας ο φιλάνθρωπος Κύριος.
(Πηγή: Βιβλίο «Θέματα ζωής». Κείμενα του Αγίου Ιωάννου του Χρυσόστομου. Η επεξεργασία και μετάφραση των κειμένων καθώς και η έκδοση των βιβλίων έχουν γίνει από τους πατέρες της Ιεράς Μονής Παρακλήτου Ωρωπού, Τόμος Α’, σελ. 106-121)

Για να μην λυπάσθε (*) (Αγ. Ιωάννης ο Χρυσόστομος)



«Δεν θέλω, αδελφοί μου, να αγνοείτε όσα έχουν σχέ­ση με εκείνους που έχουν κοιμηθεί, για να μη λυπάσθε, όπως όλοι οι άλλοι που δεν έχουν ελπίδα. Γιατί, αν πι­στεύουμε ότι ο Ιησούς πέθανε και αναστήθηκε, έτσι και ο Θεός, εκείνους που έχουν κοιμηθεί, όντας ενωμένοι μαζί του με την πίστη στον Ιησού, θα τους πάρει κοντά Του» (Α’ Θεσ. 4, 13).
1. Ας δούμε λοιπόν, πρώτα απ’ όλα αυτό: Γιατί δηλαδή, όταν μιλάει ο Απόστολος για τον Χριστό, χρη­σιμοποιεί τη λέξη «θάνατο», ενώ όταν μιλάει για το τέ­λος του ανθρώπου, ονομάζει το θάνατο «κοίμηση», και όχι θάνατο. Μιλάει για όσους έχουν «κοιμηθεί» και όχι για όσους έχουν «πεθάνει». Γιατί λέει: «Αυτούς που έχουν κοιμηθεί με πίστη στον Ιησού, θα τους πάρει Εκείνος κοντά Του».
Και στη συνέχεια λέει: «Εμείς οι ζωντανοί, που θα μείνουμε πίσω και θα είμαστε στη ζωή, όταν έρθει ο Κύ­ριος, δεν θα προφθάσουμε όσους θα έχουν κοιμηθεί» (Α’ Θεσ. 4, 16)
Ούτε εδώ βέβαια είπε «αυτούς που θα έχουν πεθάνει», αλλά, μολονότι μιλάει τρίτη φορά για το ίδιο θέμα, πά­λι ονόμασε το θάνατο «κοίμηση». Οταν όμως μιλάει για τον Χριστό, λέει: «Αν πιστεύουμε ότι ο Χριστός πέθα­νε». Δεν λέει «κοιμήθηκε», αλλά «πέθανε».
Γιατί λοιπόν, για το θάνατο του Χριστού, χρησιμο­ποίησε τη λέξη «θάνατο», ενώ το θάνατο του ανθρώπου τον ονόμασε «κοίμηση»; Δεν χρησιμοποίησε, ασφαλώς, ο Απόστολος άσκοπα και επιπόλαια αυτές τις λέξεις, αλλά θέλησε, με αυτή τη διάκριση, να διδάξει κάτι πο­λύ σπουδαίο και μεγάλο.
Για την περίπτωση του Χριστού, χρησιμοποίησε τη λέξη «θάνατο», για να βεβαιώσει το πάθος Του. Για μας τους ανθρώπους όμως χρησιμοποίησε τη λέξη «κοίμηση», για να παρηγορήσει τον πόνο μας.
Ο Χριστός αναστήθηκε. Γι’ αυτό και ο Απόστολος χρησιμοποιεί με άνεση τη λέξη «θάνατος». Για την πε­ρίπτωση όμως του ανθρώπου, ο οποίος στηρίζεται στην ελπίδα της ανάστασής του, χρησιμοποιεί ο Απόστολος τη λέξη «κοίμηση». Προσπαθεί έτσι, να παρηγορήσει τους συγγενείς για την στέρηση του ανθρώπου που έφυγε και, ταυτόχρονα, να ενισχύσει το ηθικό τους, με την ελπίδα της ανάστασης του νεκρού. Γιατί, όποιος έχει κοιμηθεί, σίγουρα θα αναστηθεί. Εφόσον ο θάνατος δεν είναι τίπο­τε άλλο, παρά ύπνος βαθύς και παρατεταμένος.
Μπορείς βέβαια να πεις ότι αυτός που πέθανε δεν αισθάνεται, ούτε ακούει, ούτε βλέπει τίποτα. Κι εγώ σου απαντώ: Και σ’ αυτόν που κοιμάται συμβαίνει το ίδιο. Θα μπορούσαμε μάλιστα να σημειώσουμε εδώ κάτι πο­λύ αξιοθαύμαστο. Η ψυχή δηλαδή εκείνου που κοιμάται συμμετέχει, κατά κάποιο τρόπο, στον ύπνο του σώμα­τος. Η ψυχή όμως εκείνου που έχει πλέον πεθάνει, πα­ραμένει στη ζωή και σε συνεχή εγρήγορση.
Θα μπορούσε ίσως κάποιος να πει: Ναι, καλά όλα αυτά, αλλά εκείνος που πεθαίνει, σε λίγο σαπίζει, δια­λύεται και γίνεται σκόνη και στάχτη. Τί σημασία έχει όμως αυτό, αγαπητέ μου; Αυτό είναι ακριβώς, εκείνο για το οποίο πρέπει να χαίρεσαι. Γιατί αυτό κάνει και ο άνθρωπος, όταν θέλει να ξαναφτιάξει ένα σπίτι που έχει πα­λιώσει. Βγάζει δηλαδή πρώτα έξω τους ενοίκους του και μετά, αφού γκρεμίσει το παλιό σπίτι, κτίζει άλλο, και­νούργιο και ομορφότερο. Φυσικά, καθόλου δεν λυπούνται οι ένοικοι που βγήκαν για λίγο από το παλιό σπίτι, αλλά, αντίθετα, χαίρονται πάρα πολύ. Γιατί δεν τους απασχο­λεί η κατεδάφιση, αλλά χαίρονται προκαταβολικά για τη νέα οικοδομή που θα ξαναχτιστεί.
Το ίδιο ακριβώς κάνει και ο Θεός. Επειδή θέλει να μας ανακαινίσει, διαλύει το σώμα μας, αφού πρώτα βγά­λει έξω από αυτό την ψυχή μας. Θα ανακαινίσει το σώμα και μετά θα εγκαταστήσει πάλι μέσα την ψυχή, και μά­λιστα, με περισσότερη λαμπρότητα και δόξα.

2. Το ίδιο θά ‘κανε και αν είχε κανείς ένα μεταλ­λικό αντικείμενο, σκουριασμένο από το χρόνο. Θα το έσπαζε σε μικρά κομμάτια, θα το έλιωνε στο καμίνι και θα το ξανάχυνε, φτιάχνοντας έτσι ένα καινούργιο αντικείμενο, πιο λαμπρό και πιο όμορφο από το παλιωμένο. Οπως λοιπόν, η διάλυση του μετάλλου στο καμίνι, δεν υπονοεί και τον αφανισμό του, αλλά, αντίθετα, την ανά­πλασή του, έτσι και ο θάνατος του ανθρώπινου σώματος, δεν είναι καταστροφή κι αφανισμός, αλλά ανακαίνιση. Οταν λοιπόν δεις να διαλύεται το σώμα και να σα­πίζει, όπως λιώνει το μέταλλο στο καμίνι, μη σταματήσεις σ’ αυτό που βλέπεις, αλλά να προσδοκάς την ανακαίνι­ση. Ούτε πάλι, να σταθείς στην αναλογία του παραδείγμα­τος με την ανοικοδόμηση, αλλά γύρισε πάλι τη σκέψη σου στο παράδειγμα του μεταλλουργού.
Ο μεταλλουργός, όταν χύνει το παλιό μέταλλο, δεν ξαναφτιάχνει, για παράδειγμα, χρυσό και αθάνατο ανδριά­ντα, αλλά μεταλλικό και άψυχο. Ο Θεός όμως δεν κάνει έτσι· αλλά, ενώ βάζει στη γη πήλινο και θνητό σώμα, ανασταίνει χρυσό και αθάνατο ανδριάντα. Δέχεται η γη φθαρτό και θνητό σώμα και σου επιστρέφει άφθαρτο και αθάνατο.
Μη στέκεσαι λοιπόν σ’ εκείνον που έχει πια κλείσει τα μάτια του και κοίτεται βουβός και άφωνος, αλλά σκέψου εκείνον που θα αναστηθεί. Σκέψου εκείνον που θα απο­λαύσει δόξα ανέκφραστη, θαυμαστή και εξαίσια. Στρέψε τα μάτια σου απ’ αυτό που βλέπεις, σ’ εκείνο που θα γίνει. Οδύρεσαι βέβαια και θρηνείς, γιατί έχασες την συντροφιά ενός δικού σου ανθρώπου. Δεν είναι όμως λί­γο παράλογο, αγαπητέ μου, να παντρεύεις την κόρη σου σε ξένο τόπο και να μη στενοχωριέσαι που αυτή θα είναι στο εξής μακριά σου -εφόσον αυτή θα περνάει καλά και θα είναι εκεί ευτυχισμένη- κι εδώ που, όχι άνθρωπος, αλλά ο Ιδιος ο Κύριος πήρε κοντά Του τον άνθρωπό σου, να θρηνείς σπαρακτικά και να οδύρεσαι;
Θα μου πεις βέβαια: Πώς μπορώ να μην πονάω; Άνθρωπός μου είναι αυτός που έφυγε. Ούτε εγώ όμως σου λέω κάτι τέτοιο. Δεν σου μιλάω για τη λύπη, αλλά για την υπερβολή. Γιατί, το να λυπάται κανείς, είναι φυ­σικό. Το να χτυπιέται όμως, πάνω από το μέτρο, είναι δείγμα μανίας, παραφροσύνης και αδυναμίας, πράγμα που συνήθως εκδηλώνει η γυναικεία ψυχή.
Πόνεσε, κλάψε, αλλά μην απογοητεύεσαι, μη θυ­μώνεις και μην αγανακτείς. Ευχαρίστησε τον Θεό, που παίρνει κοντά Του τον άνθρωπό σου. Έτσι, θα τιμήσεις εκείνον που έφυγε από αυτή τη ζωή και θα τον εφοδιά­σεις με λαμπρά, εντάφια δώρα.
Αν όμως απελπιστείς, και εκείνον που έφυγε δυ­σκολεύεις και Εκείνον που τον πήρε βλασφημείς και τον εαυτό σου βλάπτεις. Αντίθετα, αν ευχαριστείς γι’ αυτό τον Θεό, και τον άνθρωπό σου τίμησες και τον Θεό που τον πήρε δόξασες και τον εαυτό σου έχεις ωφελήσει.
Δάκρυσε στο μέτρο που δάκρυσε κι ο Κύριός σου για τον Λάζαρο. Δάκρυσε και ο Κύριος· κι έτσι, με το παράδειγμά Του, έχει θέσει και σε μας μέτρα, κανόνα και όρια της λύπης. Αυτά τα όρια, δεν πρέπει ποτέ να τα υπερβαίνουμε.
Το ίδιο μας διδάσκει και ο Απόστολος Παύλος: «Για εκείνους», λέει, «που έχουν κοιμηθεί, θέλω να ξέ­ρετε, τι ακριβώς συμβαίνει, για να μη λυπάστε, σαν τους άλλους, που δεν έχουν ελπίδα». Να λυπάσαι, λέει ο Από­στολος, αλλά όχι σαν τους ειδωλολάτρες, που δεν έχουν ιδέα για την ανάσταση των νεκρών και γι’ αυτό δεν ελ­πίζουν στη μέλλουσα ζωή.
Σας λέω ειλικρινά πως ντρέπομαι και κοκκινίζω, όταν περπατάω έξω στους δρόμους της πόλης και συνα­ντώ γυναίκες να κλαίνε γοερά, να χτυπιούνται, να τραβούν τα μαλλιά τους και να ξεσκίζουν το πρόσωπό τους. Και το πιο χειρότερο, αυτά τα κάνουν μπροστά στα μάτια των άλλων, που είναι άπιστοι κι ειδωλολάτρες. Θα έχουν πά­ρα πολύ δίκιο αυτοί, αν πουν για μας: Αυτοί είναι οι χρι­στιανοί, που πιστεύουν στην ανάσταση των νεκρών; Αυτοί είναι ασφαλώς, μόνο που δεν συμφωνούν τα λόγια με τα έργα τους. Με τα λόγια πιστεύουν στην ανάσταση των νεκρών, στην πράξη όμως συμπεριφέρονται σαν εκείνους που δεν έχουν καμιά ελπίδα. Αν πίστευαν πραγματικά πως υπάρχει ανάσταση, δεν θα έκαναν όλα αυτά που τώ­ρα κάνουν. Αν ήταν βέβαιοι ότι ο άνθρωπός τους έφυ­γε, για να κληρονομήσει την επουράνια δωρεά, δεν θα θρηνούσαν τώρα έτσι απαρηγόρητα.
Αυτά και πολύ περισσότερα μας καταμαρτυρούν οι άπιστοι, όταν ακούν τα μοιρολόγια μας. Ας ντραπούμε λίγο και ας σοβαρευτούμε, για να μη βλάπτουμε και τον εαυτό μας και όσους μας βλέπουν να συμπεριφερόμα­στε κατ’ αυτό τον τρόπο.
Εξήγησέ μου λίγο, για ποιο λόγο σπαράζεις και μοιρολογάς εκείνον που έφυγε; Αν ήταν κακός, πρέπει να ευχαριστείς τον Θεό, γιατί έδωσε τέλος στην κακία του. Αν πάλι ήταν καλόγνωμος, πρέπει να χαίρεσαι, γιατί τον πήρε έγκαιρα κοντά Του ο Θεός, πριν αλλάξει και χάσει τη σύνεσή του, εξαιτίας της κακίας. Εφυγε πια και βρίσκεται σε τόπο που είναι ασφαλισμένος· κι έτσι δεν κινδυνεύει να χάσει τη σωφροσύνη του.
Ισως όμως μου πεις ότι κλαις γιατί αυτός που έφυγε ήταν νέος. Δόξασε λοιπόν τον Θεό, που τον πήρε νωρίς στην επουράνια κληρονομιά. Αλλά κι αν ήταν γέρος, πά­λι θα έπρεπε να ευχαριστείς και να δοξάζεις τον Θεό, γιατί τον πήρε κοντά Του και τον ξεκούρασε.
Να σεβαστείς, σε παρακαλώ, την ώρα της εξόδιας ακολουθίας. Ψάλλονται τόσα πολλά και ωραία τροπάρια, διαβάζονται τόσες ευχές. Είναι συγκεντρωμένος μεγά­λος κύκλος πατέρων της Εκκλησίας και πνευματικών αδελφών χριστιανών. Αυτοί παρευρίσκονται, όχι για να βλέπουν εσένα αγανακτισμένον να κλαις και να οδύρε­σαι, αλλά για να ευχαριστούν μαζί σου τον Θεό, που ανέπαυσε τον άνθρωπό σου. Γιατί γίνεται κι εδώ κάτι ανά­λογο μ’ εκείνο που συμβαίνει, όταν πρόκειται να ανα­λάβει κανείς ένα σπουδαίο αξίωμα. Προπέμπουν όλοι εκείνον που πρόκειται να τιμηθεί με το αξίωμα, με επευ­φημίες και ζητωκραυγές. Το ίδιο ακριβώς γίνεται και στην κηδεία. Φεύγει ο πιστός και πηγαίνει κοντά στον Θεό, για να λάβει την επουράνια κληρονομιά και να δεχθεί μεγαλύτερη τιμή και περισσότερη δόξα. Γι’ αυτό ακριβώς και τον προπέμπουν με ευχές και ψαλμωδίες, όχι μονά­χα οι συγγενείς, αλλά σύσσωμη η Εκκλησία.
Ο θάνατος είναι ανάπαυση, είναι απαλλαγή από κόπους και μέριμνες βιοτικές. Γι’ αυτό και, όταν δεις κά­ποιον δικό σου να φεύγει από αυτή τη ζωή, μην αγανα­κτείς, αλλά στρέψου με κατάνυξη στον εαυτό σου. Εξέ­τασε τη συνείδησή σου. Αναλογίσου ότι, μετά από λίγο, το ίδιο τέλος περιμένει κι εσένα. Σοβαρέψου και κάνε το θάνατο του άλλου αφορμή για δική σου ανάνηψη. Σταμάτησε να ζεις αδιάφορα. Σκέψου, τι έχεις εσύ μέχρι τό­τε κάνει. Διόρθωσε τα λάθη σου, άλλαξε τη ζωή σου.
Αυτό ακριβώς είναι εκείνο που ξεχωρίζει τους χριστια­νούς από τους άπιστους. Αλλιώς κρίνουν οι χριστιανοί τα πράγματα. Ο άπιστος κυττάζει τον ουρανό και τον προ­σκυνάει, γιατί νομίζει ότι ο ουρανός είναι ο Θεός. Στρέφεται ύστερα στη γη και τη λατρεύει σαν Θεό, θαυμάζο­ντας ό,τι υλικό υπάρχει επάνω της.
Οι χριστιανοί όμως δεν κάνουν το ίδιο. Βλέπουν τον ουρανό και δοξάζουν τον Δημιουργό του. Γιατί πιστεύουν ότι ο ουρανός είναι δημιούργημα και όχι Θεός. Η θέα της δημιουργίας χειραγωγεί τον πιστό προς τον Δημιουργό της. Ο άπιστος βλέπει τον πλούτο και τα επίγεια αγαθά και σα­γηνεύεται. Βλέπει κι ο χριστιανός τον πλούτο και τον πε­ριφρονεί. Είναι ο άπιστος φτωχός και οδύρεται. Ζει φτω­χικά ο χριστιανός και χαίρεται. Διαφορετικά λοιπόν βλέ­πει ο χριστιανός τα πράγματα κι αλλιώς ο άπιστος.
Το ίδιο ακριβώς συμβαίνει και με το θάνατο. Βλέ­πει τον νεκρό ο άπιστος και τον θεωρεί οριστικά χαμέ­νο. Τον βλέπει κι ο χριστιανός και τον θεωρεί, σαν να βρίσκεται αυτός σε βαθύ ύπνο. Συμβαίνει και στην πε­ρίπτωση του θανάτου ό,τι γίνεται και με τα γράμματα. Ολοι έχουμε τα ίδια μάτια και βλέπουμε τα διάφορα ψη­φία. Εκείνοι που ξέρουν να διαβάζουν, εισπράττουν το μήνυμα που φέρουν μέσα τους, καθώς διαβάζονται τα γράμματα. Οσοι όμως δεν ξέρουν να διαβάζουν, βλέ­πουν βέβαια τα γράμματα, αλλά δεν παίρνουν κανένα μήνυμα από την ύπαρξή τους.
Κάτι ανάλογο συμβαίνει και στη ζωή μας. Με τα ίδια μάτια βλέπουμε τα γεγονότα, αλλά όχι και με το ίδιο πι­στεύω. Εφόσον λοιπόν διαφέρουμε ως χριστιανοί από τους άπιστους, πώς είναι δυνατόν να συμπεριφερόμαστε κατά τον ίδιο τρόπο μ’ αυτούς, όταν συμβεί να φύγει κά­ποιος δικός μας από αυτή εδώ τη ζωή;

3. Αναλογίσου, αγαπητέ μου, για ποιο λόγο έφυ­γε ο άνθρωπός σου από αυτή εδώ τη ζωή και παρηγορήσου. Αυτός τώρα βρίσκεται μαζί με τον Απόστολο Παύλο, με τον Απόστολο Πέτρο, με το χορό όλων των Αγίων. Αναλογίσου πως αυτός θα αναστηθεί με μεγά­λη δόξα και λαμπρότητα. Με τα κλάματα και τους οδυρμούς δεν μπορείς να αλλάξεις τίποτε απ’ όσα έχουν ήδη γίνει. Αντίθετα, θα κάνεις μεγάλο κακό στον εαυτό σου. Σκέψου, σε ποιους μοιάζεις με τα κλάματα και τα μοι­ρολόγια σου. Μη γίνεσαι κοινωνός της αμαρτίας των απί­στων. Ποιούς μιμείσαι με τους οδυρμούς σου; Ποιούς ά­ραγε ζηλεύεις; Ασφαλώς τους άπιστους. Αυτούς που δεν έχουν ελπίδα, καθώς είπε και ο Απόστολος Παύλος: «Για να μη λυπάστε, όπως εκείνοι που δεν έχουν ελπίδα». Πρόσεξε, τι ακριβώς θέλει να πει ο Απόστολος. Δεν είπε εκείνοι που δεν έχουν ελπίδα για ανάσταση, αλλά «αυτοί που δεν έχουν ελπίδα». Γιατί αυτός που δεν ελπίζει στη μέλλουσα Κρίση, δεν έχει καμιά ελπίδα. Αυτός δεν γνω­ρίζει ότι υπάρχει Θεός, ούτε συνειδητοποιεί τη ματαιό­τητα αυτού εδώ του κόσμου. Αυτός δεν πιστεύει στην Θεία Πρόνοια, η Οποία επιβλέπει και φροντίζει πάντο­τε και διαρκώς για όλους και όλα.
Αυτός βέβαια που δεν γνωρίζει και δεν πιστεύει στον Θεό, είναι πιο ανόητος και από θηρίο, εφόσον έχει πετάξει από μέσα του κάθε ιερό και όσιο. Γιατί, όποιος δεν περιμένει ότι θα λογοδοτήσει για τα έργα του, αυτός δεν νοιάζεται ν’ αποκτήσει και την αρετή· κι ούτε βέβαια ενδιαφέρεται να αποβάλει την κακία.
Ας αποφεύγουμε λοιπόν να μοιάζουμε στη συ­μπεριφορά με τους άπιστους. Τώρα πια έχουμε κατα­λάβει το βάθος των πραγμάτων. Εχουμε διαπιστώσει πλέον την ανοησία και την παραφροσύνη των άπιστων ανθρώπων, οι οποίοι θρηνούν και κόπτονται κατ’ αυτό τον τρόπο. Γιατί και ο Απόστολος Παύλος, γι’ αυτό το λόγο σου έφερε τους άπιστους ως παράδειγμα. Σου τους ανέφερε ακριβώς, για να δεις σε ποιο λάθος πέφτεις, με το να τους μιμείσαι στη συμπεριφορά. Να φροντίζεις λοι­πόν, να αποφεύγεις τη συμφωνία μαζί τους και να επανέλθεις στη δική σου, τη χριστιανική ευγένεια.
Αυτές τις αναφορές τις κάνει συχνά και σε άλλες περιπτώσεις ο απόστολος Παύλος. Γιατί θέλει να μας δείξει με ποιους μοιάζουμε στη συμπεριφορά, ώστε να ντραπούμε από τα χάλια μας και να αποφεύγουμε πλέ­ον να ομοιωνόμαστε στην αμαρτία με τους άπιστους.
Γράφοντας λοιπόν ο απόστολος Παύλος προς τους Θεσσαλονικείς, έλεγε: «Καθένας να συγκρατεί το σώμα του και να το διατηρεί αγιασμένο και τιμημένο. Να μη γινόσαστε αιχμάλωτοι του πάθους της ατιμίας, όπως κά­νουν οι ειδωλολάτρες, που δεν γνωρίζουν τον Θεό» (Α’ Θεσ. 4, 4-5). Και πάλι: «Να μη ζείτε όπως οι ειδωλολάτρες, που συμπε­ριφέρονται σύμφωνα με τη ματαιότητα του λογισμού τους» (Εφεσ. 4, 17).
Κατά τον ίδιο τρόπο, γράφει και σ’ αυτή την περί­πτωση ο Απόστολος και λέει: «Δεν θέλω να αγνοείτε, αδελφοί μου, όσα έχουν σχέση μ’ εκείνους που έχουν κοιμηθεί, για να μη λυπάσθε, όπως οι άλλοι που δεν έχουν ελπίδα». Γιατί δεν είναι τα ίδια τα γεγονότα που μας κά­νουν να λυπόμαστε, αλλά η προαίρεσή μας. Δεν είναι ο θάνατος του ανθρώπου που έφυγε, αλλά η αδυναμία αυ­τών που είναι στη ζωή και θρηνούν.
Τον πιστό λοιπόν άνθρωπο, κανένα από τα γεγο­νότα αυτής της ζωής δεν μπορεί να τον λυπήσει υπερβολι­κά. Αντίθετα, ο χριστιανός διαφέρει από τον άπιστο και σ’ αυτή ακόμη τη ζωή. Γιατί ο χριστιανός, στηριγμένος στην ελπίδα των μελλόντων, απολαμβάνει από τώρα τους καρπούς της πίστης του στον Χριστό, που είναι η απέ­ραντη χαρά και η διαρκής ευφροσύνη. Γι’ αυτό και ο από­στολος Παύλος λέει: «Να χαίρεστε με τη χαρά του Κυρίου, πάντοτε» (Φιλιπ. 4, 4). Ωστε λοιπόν, δεν είναι λίγη η αμοιβή που έχουμε δεχθεί και πριν από την ανάσταση. Εχουμε λάβει τη δωρεά, ώστε να μη μας καταβάλλει κανένα κακό απ’ όσα μας συμβαίνουν, αλλά η ελπίδα των μελλόντων αγαθών, να γεμίζει την ψυχή μας παρηγοριά.
Οπως εμείς κερδίζουμε και σ’ αυτή τη ζωή και στην άλλη, έτσι και οι άπιστοι ζημιώνονται και τώρα, αλλά και μετά την έξοδό τους από αυτή τη ζωή. Και εδώ δηλαδή καταβάλλονται απ’ όσα λυπηρά τους συμβαίνουν, αλλά και μετά το θάνατο θα τιμωρηθούν, εξαιτίας της απιστίας τους στην ανάσταση.
Θα πρέπει λοιπόν, να ευχαριστούμε τον Θεό, όχι μονάχα γιατί θα αναστηθούμε, αλλά και για την ίδια την ελπίδα της ανάστασης, η οποία παρηγορεί την πονεμένη ψυχή και την ενισχύει να προσδοκά την ανάσταση και τη συνάντηση μ’ εκείνους που έχουν ήδη φύγει απ’ αυτήν εδώ τη ζωή.
Αν πρέπει για κάποιους να πονάμε και να πεν­θούμε, αυτό πρέπει να γίνεται για εκείνους που ζουν στην αμαρτία και όχι για εκείνους που έφυγαν απ’ αυτή τη ζωή.
Αυτό κάνει και ο απόστολος Παύλος, όταν γράφει στους Κορινθίους και λέει: «Μήπως, όταν έλθω εκεί, με ταπεινώσει ο Θεός και πενθήσω πολλούς» (Β’ Κορ. 12, 21). Δεν είπε, θα πενθήσω αυτούς που έφυγαν από τη ζωή, αλλά αυτούς που αμάρτησαν και δεν έχουν μετανοήσει για ό,τι έχουν κάνει.
Αυτούς πρέπει να κλαίμε. Ετσι συμβουλεύει και ο σοφός Σολομώντας και λέει: «Κλάψε τον νεκρό που έχασε το φως του ήλιου. Κλάψε όμως και τον ανόητο, γιατί έχασε τη σύνεση» (Εκκλησ. 22, 10). Κλάψε λίγο για εκείνον που έφυγε. Γιατί εκείνος έχει πλέον αναπαυθεί. Του ασύνετου όμως ανθρώπου η ζωή, είναι χειρότερη από το θάνατο. Και αν, αυτός που έχει χάσει τη σύνεση είναι άξιος θρήνων, τί θά ‘πρεπε να κάνει κανείς για εκείνον που έχει στερηθεί κά­θε αρετή και έχει εκπέσει από την ελπίδα στον Θεό;
Αυτούς εμείς πρέπει να πενθούμε. Γιατί αυτό το πένθος έχει αξία. Αυτούς πολλές φορές, με το να τους κλαίμε σαν χαμένους, τους διορθώνουμε. Το να θρηνού­με όμως γι’ αυτούς που έχουν φύγει από αυτή τη ζωή, είναι εντελώς ανόητο και βλαβερό.
Ας μην αντιστρέφουμε λοιπόν τα πράγματα, αλλά ας κλαίμε μονάχα για την αμαρτία. Ολα τ’ άλλα, είτε είναι φτώχεια, είτε αρρώστια, είτε πρόωρος θάνατος, είτε κάποια προσβολή ή συκοφαντία που μας έγινε, είτε ο,τιδήποτε άλλο κακό, από αυτά που μας συμβαίνουν σ’ αυτή τη ζωή, να τα υπομένουμε με γενναιότητα. Γιατί, αυτές οι συμφορές, αν τις αξιοποιήσουμε, γίνονται αφορμή για περισσότερα στεφάνια.

4. Θα μπορούσες ίσως να ρωτήσεις: Πώς μπορεί να είναι κανείς άνθρωπος και να μην πονάει; Εγώ όμως θα σου απαντήσω το αντίθετο. Πώς μπορεί να είναι κα­νείς άνθρωπος και να πονάει, τη στιγμή που έχει τιμη­θεί από τον Θεό με το νου και τη λογική, και παράλλη­λα, με την ελπίδα των μελλόντων αγαθών;
Ισως να με ξαναρωτήσεις. Υπάρχει κανείς που δεν έχει κυριευθεί από αυτό το πάθος; Σου απαντώ: Υπάρ­χουν και μάλιστα πολλοί. Υπάρχουν παντού στον κόσμο, και ανάμεσα σ’ όσους βρισκόμαστε τώρα στη ζωή, αλλά και μεταξύ των προγόνων μας. Ακουσε, για παράδειγ­μα, τι είπε ο Ιώβ, όταν έφυγαν απ’ αυτή τη ζωή όλα τα παιδιά του: «Ο Κύριος μου τα έδωσε, ο Κύριος και τα πήρε. Οπως θεώρησε ο Κύριος καλό, έτσι και έγινε. Ας είναι το Όνομα του Κυρίου ευλογημένο» (Ιώβ 1, 21).
Είναι βέβαια, αξιοθαύμαστα αυτά και μόνο που τα ακούει κανείς. Αν όμως σταθείς με προσοχή και τα με­λετήσεις, τότε θα δεις καθαρότερα το θαύμα. Αναλογίσου ότι δεν του πήρε τα μισά παιδιά και του άφησε τα υπό­λοιπα, ούτε του πήρε τα περισσότερα και του άφησε τα λιγότερα. Τρύγησε ο διάβολος όλο τον καρπό, αλλά δεν ξέκανε το δέντρο. Εριξε πάνω του όλη τη φουρτουνιασμένη θάλασσα, αλλά το σκάφος δεν το καταπόντισε. Εβαλε όλη τη δύναμή του, αλλά δεν γκρέμισε τον πύρ­γο. Έμεινε όρθιος ο Ιώβ, αν και δεχόταν από παντού χτυ­πήματα. Εμεινε ασάλευτος, αν και χιλιάδες βέλη έπεφταν καταπάνω του. Χτυπήθηκε από παντού, μα εκείνος δεν πληγώθηκε. Τα βέλη ρίχνονταν βροχή, αλλά αυτόν κα­θόλου δεν τον εύρισκαν.
Αναλογίσου, πόσο βαρύ πράγμα είναι να δει κα­νείς να φεύγουν από τη ζωή όλα τα παιδιά του μαζί! Τί να πρωτοαντιμετώπιζε ο Ιώβ; Το ότι έφυγαν τα παιδιά του ή το ότι αρπάχθηκαν όλα μαζί, σε μια ημέρα; Τί να πρωτοαντέξει ένας πατέρας; Το ότι ήταν όλα τα παιδιά στο άνθος της ηλικίας τους ή το ότι όλα ήταν καλόγνω­μα και ενάρετα; Πώς να ερμηνεύσει τον τρόπο με τον οποίο έφυγαν αυτά από τη ζωή; Πώς να κατασιγάσει τη φλογερή αγάπη που έτρεφε για το καθένα; Πώς να φι­μώσει τη φιλόστοργη, πατρική καρδιά του, αυτή που ήταν και η μεγαλύτερη πληγή του; Γιατί, αν χάσει ένας γονιός τα αμαρτωλά και κακότροπα παιδιά του, ασφαλώς πλη­γώνεται και πονάει, αλλά όχι υπέρμετρα. Γιατί η κακία των παιδιών μειώνει την ένταση της οδύνης του πατέρα. Οταν όμως τα παιδιά είναι φιλόστοργα και ενάρετα, το τραύμα του γονιού γίνεται βαθύτερο, η μνήμη τους μέ­νει αξέχαστη, η συμφορά του απαράκλητη. Τότε, το δη­λητηριασμένο κεντρί γίνεται διπλό. Από τη μια μεριά πο­νάει ο πατέρας, εξαιτίας της φυσικής φιλοτεκνίας και από την άλλη, θρηνεί για την αρετή και τη σωφροσύνη των παιδιών του.
Ο Ιώβ, σαν καλός πατέρας, φρόντιζε να προσφέ­ρει κάθε πρωί θυσίες για τα παιδιά του. Γιατί φοβόταν και ανησυχούσε για τις ενδεχόμενες, κρυφές αμαρτίες τους. Τίποτα δεν αγαπούσε ο Ιώβ περισσότερο από τα παιδιά του. Αυτό σαφώς είναι δείγμα, όχι μονάχα της αρετής των παιδιών, αλλά και της φιλοστοργίας του πα­τέρα. Γι’ αυτό λοιπόν, αφού και αυτός ήταν τόσο φιλόστοργος και αγαπούσε και ως πατέρας τα παιδιά του, αλλά και τα φρόντιζε λόγω της αρετής τους, η φωτιά και ο καϋμός της έλλειψής τους ήταν τριπλός.
Αν τα παιδιά έφευγαν σε διαφορετικό χρόνο το καθένα, πάλι κάπως θα εύρισκε ο Ιώβ παρηγοριά. Γιατί αυτά πού θά ‘μεναν πίσω, θα ανακούφιζαν τη λύπη και τη στέρηση εκείνων που έφυγαν. Οταν όμως φεύγουν όλα μαζί, πού να γυρίσει και ποιόν να δει ο πολύτεκνος Ιώβ, εκείνος που σε μια στιγμή έγινε άτεκνος;
Μαζί με τις άλλες συμφορές όμως, έπεσε και αυτή. Αρπάχτηκαν σε μια στιγμή κι έφυγαν όλα τα παιδιά μαζί. Όταν φεύγει κανείς σε διάστημα λίγων ημερών, όλοι οι συγγενείς και οι φίλοι θρηνούν απαρηγόρητα την έλλειψή του. Πόσο περισσότερο όμως θα πόνεσε ο Ιώβ, ο οποίος τα έχασε όλα μαζί, όχι σε λίγες μέρες, αλλά σε μια στιγμή; Για τα γεγονότα που κανείς έχει χρόνο να τα σκεφθεί και να τα αντιμετωπίσει με το λογικό του, έχει τη δυνατότη­τα, όσο δύσκολα κι αν αυτά είναι, να προετοιμάσει τον εαυτό του ψυχικά και να τα σηκώσει πιο εύκολα. Κάτι όμως που από μόνο του είναι τόσο βαρύ, φανταστείτε πόσο πιο ασήκωτο γίνεται, όταν σ’ αυτό το βάρος προστεθεί και το ξαφνικό και το απροσδόκητο. Εκείνο πια γίνεται αφόρητο και ξεπερνά κάθε όριο της ανθρώπινης λογικής.
Θα προσθέσω ακόμα και κάτι βαρύτερο. Ολα τα παιδιά του Ιώβ ήταν νέα, πάνω στο άνθος της ηλικίας τους. Γνωρίζετε, ασφαλώς, τι βάρος και τι συμφορά είναι ο πρόωρος θάνατος και πόσο διαφορετικό κάνει το πένθος. Και για τα παιδιά του Ιώβ, ο θάνατος δεν ήταν μό­νο πρόωρος, αλλά και βίαιος, κάτι που είναι σίγουρα βα­ρύτερο. Γιατί αυτά δεν έφυγαν από το κρεββάτι που κοίτονταν άρρωστα, αλλά καταπλακώθηκαν από το σπίτι που γκρεμίστηκε.
Για σκέψου λοιπόν, σε τι κατάσταση βρισκόταν εκεί­νος ο πατέρας, την ώρα που έσκαβε στα χαλάσματα και τραβούσε ένα μέλος κάποιου παιδιού του! Για αναλογίσου τον, να ανασύρει ένα χέρι που ακόμα κρατούσε το μπου­κάλι ή ένα άλλο, που ήταν απλωμένο προς το πιάτο. Για φαντάσου εκείνον τον πατέρα, που έβλεπε λιωμένα τα σώματα των παιδιών του, που ατένιζε σπασμένο το κε­φάλι ή τη μύτη, βγαλμένα τα μάτια, χυμένα τα μυαλά και γενικά, τα πάντα τόσο κακοποιημένα, ώστε να μην είναι σε θέση να τα αναγνωρίσει απ’ τη μορφή τους, ακό­μα κι αυτός ο ίδιος ο πατέρας τους!
Συγκλονιστήκατε, καθώς τ’ ακούτε όλα αυτά και γέ­μισαν τα μάτια σας δάκρυα; Σκεφθείτε λοιπόν, τι άνθρωπος ήταν εκείνος ο πατέρας, που άντεχε να τα βλέπει όλα αυτά! Αν εμείς, μετά από τόσους αιώνες, δεν αντέχουμε ούτε να τ’ ακούμε όλα αυτά, παρόλο που δεν έχουν καμιά σχέση με εμάς και τη ζωή μας, τι διαμάντι ήταν εκείνος ο άνθρωπος! Πώς μπορούσε να τα βλέπει και να τα ζει όλα αυτά; Και πώς αντιμετώπισε με τόση πίστη και σύνεση όχι τις ξένες, αλλά τις δικές του συμφορές;
Ο Ιώβ όμως ούτε απελπίστηκε, ούτε είπε: Τί άραγε να σημαίνουν όλα αυτά; Αυτή είναι η αμοιβή μου για την καλοσύνη μου; Γι’ αυτό εγώ είχα συνεχώς ανοιχτό το σπίτι μου στους ξένους, για να δω αυτό το σπίτι να γίνε­ται ο τάφος των παιδιών μου; Γι’ αυτό εγώ τους δίδαξα την αρετή και το σωστό τρόπο ζωής, για να χαθούν τώρα με τέτοιο θάνατο;
Τίποτε όμως απ’ όλα αυτά δεν είπε ο Ιώβ. Τίποτε απ’ όλα αυτά δεν σκέφθηκε. Τα υπέμεινε όλα με γεν­ναιότητα, αν και όλα τά ‘χασε, μετά από τόση αρετή και τέτοια φροντίδα. Εμοιαζε ο Ιώβ σαν εκείνο τον μεταλ­λουργό που λιώνει χρυσό και φτιάχνει ανδριάντες. Ετσι αυτός παιδαγωγούσε κι έπλαθε τις ψυχές των παιδιών του, στολίζοντάς τες με μύριες καλωσύνες κι αρετές.
Εμοιαζε ακόμα ο Ιώβ με τον φιλόπονο εκείνον γεωργό, ο οποίος ποτίζει τα φυτώρια με τους φοίνικες και τα ελιόδεντρα, τα περιποιείται και τα περιβάλλει με φρά­χτες. Ετσι έκανε κι αυτός. Φρόντιζε του κάθε παιδιού του την ψυχή, σαν να ‘ταν ελιά καρποφόρα, ώστε με την πε­ριποίηση να της αυξήσει την καρποφορία της αρετής.
Είδε όμως ο Ιώβ, σε μια στιγμή, όλα τα φυτά του ξεριζωμένα από την επίθεση του εχθρού και πεταμένα κά­τω στο χώμα. Υπέμεινε όμως τον τραγικό ξεριζωμό τους, χωρίς να ξεστομίσει κάτι βλάσφημο ενάντια στο Θεό. Αντίθετα, Τον ευχαριστούσε και Τον δοξολογούσε, δίνοντας έτσι θανάσιμο πλήγμα στον Πονηρό.

5. Μπορεί ίσως κάποιος να πει: Ναί, αλλά ο Ιώβ είχε πολλά παιδιά, ενώ ο άλλος έχει χάσει το μονάκριβό του. Συμφωνώ μ’ αυτό. Πρέπει όμως να ξέρεις ότι του Ιώβ το πένθος είναι πολύ βαρύτερο. Γιατί, ποιό ήταν, αλήθεια, το όφελος από την πολυτεκνία του; Δέχτηκε πολλαπλές συμφορές. Χτυπήθηκε τόσες φορές, όσα ήταν και τα παιδιά του. Γι’ αυτό ακριβώς ήταν μεγαλύτερη η συμφορά και πικρότερη η οδύνη του.
Θέλεις όμως να σου μιλήσω και για κάποιον άλλο που είχε κι αυτός ένα μονάκριβο παιδί κι επέδειξε την ίδια, για να μην πω και μεγαλύτερη ανδρεία, από εκείνη του Ιώβ; Αναλογίσου τον πατριάρχη Αβραάμ, ο οποίος δεν είδε τον Ισαάκ πεθαμένο, αλλά του συνέβη κάτι χει­ρότερο και πιο οδυνηρό. Πήρε εντολή από τον Θεό να σφάξει ο ίδιος το παιδί του! Κι ο Αβραάμ δεν αντιλόγισε, δεν οργίστηκε κατά του Θεού και ούτε πάλι Του είπε κάτι σαν κι αυτό: Γι’ αυτό λοιπόν επέτρεψες, Θεέ μου, να γίνω πατέρας; Για να με κάνεις τώρα παιδοκτόνο; Κα­λύτερα θα ήταν να μη μου τον είχες καθόλου χαρίσει απ’ την αρχή τον Ισαάκ, παρά τώρα που μου τον έδωσες, να μου τον πάρεις, και μάλιστα, με τέτοιο τρόπο. Θέλεις τώρα να τον πάρεις; Ας είναι. Γιατί όμως με βάζεις να τον σκοτώσω εγώ και να μολύνω το χέρι μου με το αίμα του παιδιού μου; Εσύ δεν ήσουν Εκείνος που μου είχες υποσχεθεί ότι από τους απογόνους αυτού του παιδιού θα γέμιζες την οικουμένη από την γενιά μου; Πώς λοι­πόν τώρα θα δώσεις τους καρπούς, αφού έδωσες εντολή να καταστραφεί η ρίζα; Πώς πάλι μου υπόσχεσαι απο­γόνους, αφού τώρα προστάζεις να σφάξω με τα χέρια μου το παιδί μου; Πότε άλλοτε έγινε και πότε ακούστηκε κά­τι παρόμοιο στον κόσμο; Μήπως δεν έχω καταλάβει κα­λά τούτη την προσταγή ή μήπως έχω χάσει πια τα λογι­κά μου;
Δεν είπε όμως τίποτα τέτοιο ο Αβραάμ, ούτε καν που πέρασε κάτι τέτοιο απ’ το μυαλό του. Δεν αντιμίλησε σ’ Εκείνον που έδινε την εντολή, ούτε πάλι Του ζήτη­σε γι’ αυτήν ευθύνες. Αντίθετα, μόλις πήρε το πρόσταγμα που έλεγε «πάρε το παιδί σου το αγαπημένο, αυτό που τόσο αγάπησε η ψυχή σου, τον Ισαάκ, κι ανέβασέ το πά­νω στο βουνό που θα σου πω» (Γεν. 22, 2), με τόσο μεγάλη προ­θυμία εκπλήρωσε την εντολή, ώστε έφθασε στο σημείο να κάνει περισσότερα απ’ όσα η Θεία εντολή του ζητούσε. Γιατί, ούτε στη γυναίκα του είπε τίποτα ο Αβραάμ, ούτε στους υπηρέτες που είχε μαζί του, αυτούς μάλιστα τους ξεγέλασε και τους άφησε πίσω. Πήρε μονάχα εκείνον που προοριζόταν για τη θυσία, κι ανέβηκε στο βουνό. Ετσι εφάρμοσε με όλη την καρδιά του ο Αβραάμ την εντολή του Θεού.
Αναλογίσου λοιπόν, τι αξιοθαύμαστο που ήταν να μιλάει μονάχος του με το παιδί! Και μάλιστα, όντας μέσα του τόσο πληγωμένος και πονεμένος! Η πικραμένη στοργή του, εκείνη τη στιγμή, θα αναζητούσε ασφαλώς τρόπο για περισσότερο έντονη έκφραση. Κι αυτό, όχι για λίγο, για μια-δυο στιγμές, αλλά για πολλές, συνεχείς ημέρες.
Πράγματι, αν ο Αβραάμ εκτελούσε αμέσως την εν­τολή του Θεού, θα ήταν βέβαια πολύ θαυμαστό πράγμα. Το πιο αξιοθαύμαστο όμως δεν ήταν αυτό, αλλά τούτο που θα σας πω στη συνέχεια: Βασάνιζε και γύμναζε την ψυχή του για πολλές ημέρες ο Αβραάμ, χωρίς να του συμβεί κάτι, που καθένας θά ‘νιωθε, απέναντι στο μελλοθάνατο παιδί του. Γι’ αυτό ακριβώς και ο Θεός σήκωσε τον πήχυ του αθλήματος, για να απολαύσεις και συ τώρα, άνθρω­πε, το άθλημα του μεγάλου αυτού ανθρώπου.
Ηταν, στ’ αλήθεια, αθλητής ο Αβραάμ. Γιατί δεν πάλεψε με άνθρωπο, αλλά με την ίδια, την τυραννική εξουσία της φύσης. Ποιά λόγια θα μπορούσαν, πραγμα­τικά, να παραστήσουν την ανδρεία του; Ανέβασε στο βωμό το παιδί, το έδεσε χειροπόδαρα, το έβαλε πάνω στα στοιβαγμένα ξύλα και άρπαξε το μαχαίρι, έτοιμος για να δώσει σε μία στιγμή το χτύπημα.
Πώς να το πω; Δεν ξέρω με ποιόν τρόπο να το ι­στορήσω. Μονάχα εκείνος που τα έκανε όλα αυτά, μο­νάχα αυτός γνωρίζει τα καθέκαστα. Γιατί, ποτέ και κα­νένας λόγος, δεν θα μπορέσει να παραστήσει πως έγινε και δεν ξεράθηκε το χέρι του. Πως δεν παρέλυσαν τα νεύρα του. Πως δεν συγκλονίστηκε από το άκακο βλέμ­μα του χιλιοαγαπημένου μοναχογιού του.
Θα άξιζε όμως εδώ να θαυμάσουμε και τον Ισαάκ. Γιατί κι εκείνος, όπως κι ο πατέρας του, ο Αβραάμ, υπά­κουσε στον Θεό. Οπως ο Αβραάμ, όταν πήρε από τον Θεό την εντολή, δεν ζήτησε το λόγο, δεν ρώτησε την αιτία που έκανε τον Θεό να δώσει ένα τέτοιο πρόσταγμα, έτσι έκανε και ο Ισαάκ. Οταν τον έδεσε ο πατέρας του και τον ανέβασε στο βωμό, δεν είπε: Γιατί το κάνεις αυτό, πατέρα μου; Αντίθετα, έσκυψε υποτακτικά τον αυχένα στο χέρι το πατρικό.
Ετσι μπορούσε κανείς να δει τον πατέρα συγχρό­νως και ιερέα. Και να προσφέρεται παράλληλα αναίμα­κτη θυσία, ως ολοκαύτωμα, αλλά χωρίς φωτιά. Θυσία που προτύπωνε, με εκείνο που γινόταν πάνω στο βωμό, το θάνατο και την ανάσταση των νεκρών. Γιατί ο Αβρα­άμ και έσφαξε, αλλά συγχρόνως, δεν έσφαξε το παιδί του. Δεν το έσφαξε με το χέρι, αλλά με την προθυμία που έδειξε στην εκτέλεση της εντολής του Θεού. Και ο Θεός βέβαια γι’ αυτό του έδωσε μια τέτοια εντολή, όχι γιατί ήταν θέλημά Του να χυθεί αίμα, αλλά επειδή ήθε­λε να δείξει σε σένα, άνθρωπέ μου, τη διάθεση του πατριάρχη. Επειδή ήθελε να κάνει γνωστό σ’ ολόκληρη την οικουμένη εκείνον τον γενναίο άνθρωπο.
Ετσι διδάσκει κι εμάς, τους μεταγενέστερους, ότι πρέπει καθένας μας να προτιμάει να εκτελεί τις εντολές του Θεού, περισσότερο και από αυτά τα ίδια τα παιδιά του· περισσότερο και από τη φύση και από όλα τα υπάρ­χοντά του, αλλά και από αυτή ακόμα τη ζωή του.
Κατέβηκε έτσι ο Αβραάμ από το βουνό, έχοντας ζωντανό τον μάρτυρα γιο του Ισαάκ.
Λέγε μου τώρα, που θα βρούμε εμείς έλεος! Τί απο­λογία θα δώσουμε εμείς στον Θεό που, ενώ έχουμε δει εκείνον τον γενναίο Αβραάμ να υπακούει τόσο πρόθυ­μα στον Θεό και να Του τα δίνει όλα για όλα, δυσφορούμε και αντιδρούμε για ό,τι μας βρίσκει στη ζωή;
Μη μου μιλήσεις για πένθος ή για βαριά συμφο­ρά. Τούτο μόνο να προσέξεις καλά, ότι δηλαδή όλο αυτό το βαρύ χτύπημα το ξεπέρασε ο Αβραάμ. Ήταν αρκετή, και μόνο η εντολή του Θεού, να τον φέρει σε πολύ δύ­σκολη θέση και να κλονίσει την πίστη του σ’ Αυτόν. Γιατί ποιός άλλος στ’ αλήθεια θα εξακολουθούσε, μετά από μια τέτοια εντολή, να πιστεύει ότι δεν τον είχε ξεγελάσει ο Θεός, μ’ όσα του είχε υποσχεθεί, με το πλήθος δηλαδή των απογόνων που θ’ αποκτούσε; Ο Αβραάμ όμως κα­θόλου δεν σκέφθηκε κάτι τέτοιο για τον Θεό.
Ο Ιώβ, επίσης, επέδειξε την ίδια πίστη κατά την ώρα της συμφοράς του. Και γι’ αυτό εδώ, κυρίως, πρέπει κανείς να τον θαυμάζει: Μετά από τόση αρετή, με­τά από τόσες φιλανθρωπίες και ελεημοσύνες και χωρίς, τόσο η δική του συνείδηση, όσο και των παιδιών του, να βαρύνεται για κάτι πονηρό, όταν είδε την παράδοξη, απροσδόκητη και υπέρμετρη συμφορά -συμφορά που ποτέ και σε κανέναν από τους μεγαλύτερους κακούργους δεν είχε συμβεί- δεν αντέδρασε, όπως θα αντιδρούσε καθένας από μας. Δεν θεώρησε ότι άσκοπα και ανώφε­λα ζούσε ενάρετη ζωή, ούτε είπε πως ήταν λάθος και πως ήταν ανυπόστατα όλα εκείνα που πριν πίστευε.
Γι’ αυτά λοιπόν πρέπει και τους δυο αυτούς να τους θαυμάζουμε, να τους ζηλεύουμε και να μιμούμαστε την αρετή τους.
Και ας μη μου πει κανείς ότι αυτοί οι δυο ήταν κά­τι το εξαιρετικό· πως ήταν και οι δυο τους μεγάλοι και αξιοθαύμαστοι. Γιατί κι εγώ θα του απαντήσω: Από μας τώρα, που ζούμε στην εποχή της Καινής Διαθήκης, πρέ­πει να περιμένει κανείς μεγαλύτερη πίστη, παρά από εκείνους που έζησαν παλιότερα, στην εποχή της Παλαι­άς Διαθήκης. Γιατί ο Χριστός μας είπε: «Αν δεν ξεπε­ράσετε στη δικαιοσύνη τους Γραμματείς και τους Φαρισαίους, δεν θα εισέλθετε στη Βασιλεία των ουρανών» (Ματθ. 5, 20).
Ας σωφρονιστούμε λοιπόν κι ας έλθουμε στα συ­γκαλά μας. Ας αναλογιστούμε όλα, όσα έχουν ειπωθεί μέχρι τώρα για την ανάσταση των νεκρών και όλα, όσα έχουν σχέση, με αυτούς τους αγίους ανθρώπους. Ας τα υπενθυμίζουμε όλα αυτά συνεχώς στις ψυχές μας. Ας τα διατηρούμε μέσα μας, όχι μονάχα κατά τον καιρό του πένθους, αλλά και όταν δεν μας βαραίνει κάποιος ιδιαίτερος ψυχικός πόνος ή πειρασμός.
Αυτός ακριβώς ήταν κι ο λόγος που έκανε κι εμέ­να σήμερα να σας μιλήσω γι’ αυτό το θέμα —παρόλο που δεν βρισκόμαστε αυτή τη στιγμή σε κατάσταση ολιγοψυχίας— ώστε, αν κάποτε σας βρει μια τέτοια συμφορά, να τα ξαναφέρετε αυτά στο νου σας, για να αντλείτε από αυτά πολλή παρηγοριά. Και οι στρατιώτες, όταν υπάρ­χει ειρήνη, ασχολούνται και μελετούν τα σχετικά με τον πόλεμο θέματα· ώστε, όταν έρθει η ώρα της μάχης και όταν η περίσταση το απαιτήσει, να δείξουν επί τόπου τις γνώσεις και την εμπειρία τους. Κι έτσι να προχωρήσουν στην εφαρμογή όλων αυτών που έμαθαν τον καιρό της ει­ρήνης.
Κι εμείς λοιπόν, ας προετοιμάσουμε για τον εαυ­τό μας, ενόσω ακόμα βρισκόμαστε σε καιρό ειρήνης, όπλα και φάρμακα κατάλληλα για την ώρα της πνευματικής αναμέτρησης. Ετσι, αν κηρυχθεί κάποτε εναντίον μας ο πόλεμος των παθών ή η μάχη του πένθους και της οδύ­νης ή ο,τιδήποτε άλλο παρόμοιο, να είμαστε εξοπλισμέ­νοι κι ολόγυρα καλά περιφραγμένοι, για να αντιμετω­πίσουμε, με εμπειρία και επιτυχία, όλες τις προσβολές του Πονηρού.
Ας περιτειχίσουμε ολόγυρα τον εαυτό μας με ορ­θούς λογισμούς. Ας αποκτήσουμε σαν όπλο ισχυρό, τη γνώση του Θείου θελήματος. Ας αξιοποιήσουμε τα πα­ραδείγματα των γενναίων ανδρών, τους βίους των πνευματικών Πατέρων και Διδασκάλων μας και ό,τι άλλο ανά­λογο.
Γιατί έτσι θα μπορέσουμε να διανύσουμε και αυτή εδώ τη ζωή χαρούμενα, αλλά και θα αξιωθούμε να εισέλθουμε στη Βασιλεία των ουρανών, με τη Χάρη του Χρι­στού, στον Οποίο ανήκει η δόξα και η δύναμη, καθώς και στον Πατέρα και στο Άγιο Πνεύμα, στους αιώνες, των αιώνων. Αμήν.

(*) Ρ.G. 48, 1018-1026

(Από το βιβλίο «Προσδοκώ Ανάσταση Νεκρών. Η ανάσταση των νεκρών κατά τους Πατέρες», Σειρά Ψηφίδες Φωτόμορφες 5, Εκδόσεις «Ετοιμασία», Ιερά Μονή Τιμίου Προδρόμου Καρέα, 2007)