Τετάρτη 12 Δεκεμβρίου 2018

Η πρώτη ανταρσία πάνω στη γή




Η έντολή τοΰ Θεοΰ πρός τούς πρωτοπλάστους, ή όποία έλεγε- άπό τό δένδρο «τού γινώσκειν καλόν καί πονηρόν, ού φάγεσθε απ' αυτού» (Γεν. β' 17), ήταν ένα άθλημα καί γύμνασμα άρετής. Μιά δοκιμασία τής έλεύθερης θελήσεώς τους. Έάν οί πρωτόπλαστοι τηρούσαν τήν έντολή, θά προχωρούσαν έλεύθερα πρός τήν ήθική τους τελειοποίηση καί θά έπετύγ-χαναν τό «καθ' όμοίωσιν». Δηλαδή νά γίνουν όμοιοι μέ τόν Θεόν κατά τήν άρετή. τήν όσιότητα καί άγιότητα, όσο είναι δυνατόν στό κτίσμα νά μοιάσει στόν Κτίστη του. Είναι προφανές ότι ό φιλάνθρωπος Θεός ήθελε έξ άρχής νά μάς δώσει τήν άθανασία. Ό Άδάμ δέν δημιουργήθηκε γιά νά πεθάνει, άλλά γιά νά καταστεί άθάνατος, «όδεύων πρός τήν άθανασίαν»2 μέ τή θέλησή του. Έπί πλέον ή έντολή πού τού δόθηκε ήταν εύκολη. Τοΰ ζητούσε νά μή φάγει άπό τούς καρπούς ενός μόνο δένδρου- όλα τά άλλα ήσαν στή διάθεσή του. Οί συνθήκες πάλι πού έπικρατοΰσαν στόν Παράδεισο δέν ήσαν άπλώς κατάλληλες- ήσαν οί πλέον άριστες, ώστε νά μπορέσει νά έπιτύχει τόν σκοπό τής κατά Θεόν τελειοποιήσεώς του.

Δυστυχώς όμως ό άνθρωπος έκαμε κακή χρήση τής έλευθερίας του. Έπεχείρησε νά ξεπεράσει τά όρια πού τοΰ έθεσε ό Θεός άπό άγάπη. Παρά τά άνασταλτικά μέτρα πού έλαβε ό Πλάστης γιά νά προφυλάξει τό πλάσμα του άπό τήν πτώση, ό Άδάμ «έφαντάσθη ίσοθεΐαν» χωρίς τόν Θεόν. Έπεχείρησε νά γίνει «ώς θεός» μέ τήν ύπόδειξη τοΰ πλάνου, τοΰ άπατεώνα καί άντιθέου διαβόλου. Καί έτσι ό Άδάμ πάνω στήν άφροσύνη του άρπαξε άμέσως τό δόλωμα πού τοΰ έρριξε μέ καταπληκτική τέχνη καί άφάνταστη ύπουλότητα ό άνθρωποκτόνος, ό όποιος παρουσιάσθηκε μπροστά του μέ τή μορφή φιδιού.

Ό διάβολος, ό όποιος άπεστάτησε πρώτος «τής όντως ζωής», δηλαδή άπό τόν Θεόν, έφθόνησε τόν Άδάμ, όταν τόν ειδε νά ζεϊ στόν Παράδεισο, «τό χωρίον τής άκηράτου (άμόλυντης, καθαρής) τρυφής», καί νά περιλάμπεται μέ θεοειδή δόξα καί νά «άνάγεται έκ γής πρός ούρανόν», άπό τόν όποιο ό ϊδιος είχε άπορριφθεΐ άπό τον δίκαιον Θεόν. Ό μισόκαλος διάβολος έφθόνησε γιά όλα αύτά τόν άνθρωπο καί «έμάνη» έναντίον του «μανίαν έσχάτην», ώστε νά τόν σπρώξει σέ άνταρσία καί νά τόν κάμει δούλο τού θανάτου καί τού 'Άδη. Γράφει ό θεοφόρος Μάξιμος: Ό διάβολος, φθονώντας εμάς καί τόν Θεόν καί παραπλανώντας τόν άνθρωπο ότι ό Θεός τόν φθονεί, τόν έκανε νά παραβεί την έντολή. Τόν Θεόν τόν έφθόνησε,γιά νά μήν έκδηλωθεΐ ή πανύμνητη δύναμή του νά θεώνει τόν άνθρωπο. Τόν άνθρωπο τόν έφθόνησε, γιά νά μή γίνει μέ τήν άρετή μέτοχος τής δόξας τού Θεού

 Όχι μόνο τό μίσος λοιπόν, άλλά καί ό φθόνος ήσαν έκείνα πού παρεκίνησαν τόν «μισάνθρωπον όφιν» νά άπατήσει τό λογικό πλάσμα τού Θεού. Καί έπειδή δέν είχε τό θάρρος νά προσβάλει κατά πρόσωπο τόν πρωτόπλαστο, χρησιμοποίησε τόν δόλο καί τήν πανουργία- παρουσιάσθηκε μέ τή μορφή «τού αισθητού όφεως» «ώς φίλος καί χρηστός σύμβουλος,ό δεινός καί όντως έχθρός καί έπίβουλος». Ό φθονερός διάβολος πλησίασε τήν Εΰα καί τής άπηύθυνε τόν γλυκύ, άλλά ψευδή καί ολέθριο λόγο: Τήν ημέρα πού θά φάγετε άπό τόν άπαγορευμένο καρπό, θά άνοιχθούν τά μάτια σας καί θά γίνετε «ώς θεοί». Θά μοιάσετε τοΰ Θεοΰ. Θά καταστείτε αύτόνομοι καί παντογνώστες. Θά γνωρίζετε τό καλό καί τό κακό, χωρίς νά έχετε τήν άνάγκη τοΰ Θεοΰ! (Γεν. γ' 5).
Ή Εΰα έγνώριζε ποιές συνέπειες θά είχε ή παράβαση τής έντολής τοΰ Θεοΰ, ό όποιος είχε προειδοποιήσει: Τήν ήμέρα πού θά φάγετε καρπό άπό τό δένδρο «τού γινώσκειν καλόν καί πονηρόν (...) θανάτω άποθανεϊσθε»  θά γίνετε θνητοί (Γεν. β' 16-17). Έγνώριζε ή πρώτη μητέρα τού γένους μας τήν άπέραντη αγάπη τοΰ Θεοΰ. Χάρη στά θεία δώρα πού τής χάρισε ό Δημιουργός, ήταν ικανή νά άντιληφθεί ότι ό όφις, δηλαδή ό διάβολος, μέ τά όσα τής έλεγε έψεύδετο άσύστολα. Ή Εΰα μπορούσε νά έννοήσει ότι ό διάβολος συκοφαντούσε καί ΰβριζε τόν Θεόν, μέ τό νά έπιμένει ότι ό Θεός τής άληθείας άπέκρυψε άπό τά πλάσματά του τήν άλήθεια, διότι τάχα τά φθονούσε καί δέν ήθελε νά γίνουν καί αύτά «ώς θεοί»! Καί έπεχείρησε μέν ή Εΰα κατ' άρχάς νά πει στόν άπρόσκλητο συνομιλητή της τό άκριβές περιεχόμενο τών λόγων τοΰ Θεοΰ, άλλά στή δεύτερη καί ούσιαστική έπίθεση τοϋ πονηροϋ (βλ. Γεν. γ' 2-5) δέν άντέδρασε. Άπό τή στιγμή πού ή Εΰα δέχθηκε νά συζητήσει μέ τόν Εωσφόρο, έπαθε βαθύτατη έσωτερική αλλοίωση. Ό πονηρός πέτυχε μέ δολιότητα καί πανουργία νά ύποδαυλίσει στήν ψυχή της τόν έγωιστικό πόθο τής ίσοθεΐας χωρίς τόν Θεόν. Έτσι τό βλέμμα της, τό άπλό καί άκακο, μέ τό όποιο έβλεπε έως τότε τόν πάντοτε ώραϊο καρπό τοΰ δένδρου τής γνώσεως τοϋ καλοΰ καί τοϋ κακοΰ, θόλωσε. Καί ένώ μέχρι τότε τό κάλλος τοΰ καρποΰ δέν τής προξενούσε ιδιαίτερη εντύπωση, τώρα περιεργάζεται τόν καρπό μέ τρόπο «εμπαθή» καί πονηρό, καί άνυπομονεϊ νά τόν γευθεϊ. Μέ τόν νοΰ σκοτισμένο άπό τήν έγωιστική επιθυμία, πιστεύει άπόλυτα σέ όσα τής είπε ό ψεύτης, ό πλάνος καί άπατεώνας. «Καί λαβούσα άπό τού καρπού αύτού έφαγε  καί έδωκε καί τώ άνδρί αυτής μετ' αύτής, και εφαγον» (Γεν. γ' 6).

Άλλ’ ευθύς άμέσως έκεινο πού ήταν «καλόν είς βρώσιν καί αρεστόν τοϊς όφθαλμοϊς ίδεϊν καί ώραϊον τού κατανοήσαι» (Γεν. γ' 6) άπεδείχθη σπόρος θανάτου! Άπό τότε ή άμαρτία θά γλυκαίνει προσωρινά μόνο τόν φάρυγγα- έπειτα όμως οί τρομερές συνέπειές της θά είναι πικρότερες άπό τή χολή καί οί έλεγχοί της όξύτεροι άπό τό κοφτερότερο δίκοπο μαχαίρι (Παρ. ε 3-4). Μέ τήν άλόγιστη εκείνη πράξη ό άνθρωπος έδειξε έγκληματική άχαριστία καί άσέβεια πρός τόν Θεόν. Άρνήθηκε μέ τη θέλησή του τήν πηγή τής ζωής. Ή ένέργεια τής Εΰας ήταν ή πρώτη άποστασία, ή πρώτη άνταρσία πού έλάμβανε χώρα πάνω στή γή! Έταν, άς πούμε,ή πρώτη άθεϊστική ένέργεια τοΰ λογικοΰ άνθρώπου.
Ότι έτσι έχει τό πράγμα άποδεικνύεται άπό τούς λόγους πού είπε ό Άδάμ πρός τόν Θεόν. Όταν ό Θεός θέλησε νά κάμει αισθητή τήν παρουσία του στούς πρωτοπλάστους κατά τό δειλινό (βλ. Γεν. γ' 8), κάλεσε τόν Άδάμ, ό όποιος παρουσιάσθηκε γεμάτος ντροπή καί δέος ένώπιον τοϋ Δημιουργού του, καί τοΰ είπε: «Ποιός σέ πληροφόρησε καί σοϋ άπεκάλυψε ότι είσαι γυμνός; Μήπως έφαγες άπό τόν καρπό τοΰ δένδρου, άπό τόν όποιο καί μόνο σοΰ παρήγγειλα νά μή φάγεις;»

Έξ άφορμής αύτών σχολιάζει ό άγιος Συμεών ό νέος Θεολόγος: Όταν άπατήθηκε ό Άδάμ, νόμισε ότι ό Θεός δέν γνώριζε τήν άμαρτία του καί έλεγε καθ’ εαυτόν περίπου τά έξής: «Έάν είπώ ότι είμαι γυμνός, ό Θεός - πού άγνοεΐ - μπορεί νά πεΐ• καί γιατί είσαι γυμνός; Έπειτα μπορώ έγώ νά άρνηθώ καί νά πώ• δέν γνωρίζω, καί έτσι θά καταφέρω νά τόν άπατήσω καί νά λάβω καί πάλι τήν πρώτη μου στολή. Διαφορετικά τουλάχιστον δέν θά μέ διώξει, δέν θά μέ έξορίσει». Ένώ ό Άδάμ έπρεπε νά απαντήσει στόν πλάστη του: «Ναί, αλήθεια, Δέσποτα, παρέβηκα τήν έντολή σου, άμάρτησα, έπει-δή ακόυσα τή συμβουλή τής γυναίκας, έσφαλα πολύ άκολουθώντας τόν λόγο της καί παρακούοντας τόν δικό σου, έλέησέ με». Όμως δέν λέγει αύτό, δέν ταπεινώνεται, δέν κάμπτεται, ό τράχηλος τής καρδιάς του είναι σιδερένια ταινία (...). Έάν ομολογούσε τήν ένοχή του, θά παρέμενε στόν παράδεισο καί θά είχε άποφύγει μ’ ένα μόνο λόγο δλη αύτή τή σειρά τών άναρίθμητων κακών πού ύπέφερε άφού έξορίσθη-κε καί έμεινε τόσους πολλούς αιώνες στόν Άδη5.

Ό Άδάμ λοιπόν, άντί νά δείξει μεταμέλεια καί νά ζητήσει συγγνώμη άπό τόν φιλάνθρωπο Δεσπότη, άπάντησε μέ αύθάδεια: Ή γυναίκα πού σύ ό Θεός μοϋ έδωσες ώς σύντροφο καί βοηθό μου, αύτή μού έδωσε άπό τόν άπαγορευμένο καρπό τού δένδρου καί έφαγα (Γεν. γ' 11-12). Μέ τήν άπάντηση αύτή ό Άδάμ ήταν σάν νά έλεγε στόν Θεόν: «Έσύ έφταιξες διότι ή γυναίκα πού μοϋ έδωσες, αύτή μέ έξαπάτησε καί μέ έπλάνησε». Συνεπώς ή ένοχή τού Άδάμ γίνεται άκόμη μεγαλύτερη, έάν σκεφθεΐ κανείς ότι ό πρώτος πατέρας μας προσπάθησε νά μεταθέσει τήν εύθύνη τής παραβάσεώς του στόν Ιδιο τόν Θεόν μέ τόν άθλιο καί άμαρτωλό λόγο «έσύ έφταιξες»! Έπεχείρησε δηλαδή νά καταστήσει ύπεύθυνο τής παρακοής του Εκείνον πού τόν έπλασε άπό άπειρη άγάπη! Εκείνον πού τόν προόριζε γιά τήν άφθαρσία, τήν άθανασία καί τή μακαριότητα! Λησμόνησε ότι ό υπεράγαθος Τριαδικός Θεός τοϋ έδωσε τήν Εΰα «ώς βοηθόν» (Γεν. β' 18). Ότι αύτός, ώς κεφαλή τής γυναίκας, είχε χρέος νά τήν κατευθύνει ορθά χαί όχι νά γίνει παιχνίδι καί άβουλο πλάσμα στά χέρια της.

Μετά τόν Άδάμ ό Θεός άπευθόνεται πρός τήν Εΰα καί τήν ρωτά: «τί τούτο έποίησας;» Δηλαδή άπό ποιά άφορμή τό έκανες αύτό; γιατί έγινες αιτία τόσης ντροπής καί γιά τόν εαυτό σου καί γιά τόν άνδρα σου; (Γεν. γ' 13). Τήν ρωτά,λέγει ό άγιος Συμεών ό νέος Θεολόγος, γιά νά πει αύτή τουλάχιστον τό «ήμαρτον». Διότι, πές μου, ποιά άλλη άνάγκη είχε ό Θεός νά μιλήσει πρός αύτήν μέ αύτά τά λόγια παρά μόνο γιά νά άπαντήσει  «μέσα στήν άφροσύνη μου, Δέσποτα, τό έκανα αύτό, ή ταλαίπωρη, έλεεινή καί άθλία, καί παρήκουσα ’Εσένα, τόν Δεσπότη μου. Έλέησέ με!» Άλλά δέν είπε αύτό. Καί τί είπε; «Ό όφις μέ έξαπάτησε καί έφαγα» (Γεν. γ' 13). Έπεχείρησε λοιπόν καί ή Εΰα νά δικαιολογηθεί. Άλλ’ ή δικαιολογία της ήταν έντελώς άδικαιολόγητη έπί πλέον ήταν καί πιό αδύνατη άπό έκείνη τοΰ Άδάμ. Γι’ αύτό προσθέτει ό άγιος Συμεών: «Πωπώ,πόση άναισθησία! Καί λοιπόν συνομίλησες καί έγινες σύμμαχος μέ τόν όφι, ό όποιος σοΰ κατηγορούσε τόν Δεσπότη, καί άντί τού Θεού πού σέ έπλασε έπροτίμησες αύτόν καί έθεώρησες πολυτιμότερη καί πιό άληθινή τή συμβουλή εκείνου άπό τήν έντολή τού Δεσπότου». Καί συνεχίζει ό όσιος: «’Επειδή λοιπόν δέν ήθέλησε οΰτε αύτή νά πει τό “ήμαρτον”, διώχνονται (καί ό Άδάμ καί ή Εΰα) άπό τήν άπόλαυση, εξορίζονται άπό τόν παράδεισο καί τόν Θεόν (...). Έάν μετανοούσαν, δέν θά είχαν έκδιωχθεΐ οΰτε θά είχαν κατακριθεϊ οΰτε θά είχαν καταδικασθεϊ νά έπιστρέψουν στή γή, άπό τήν όποία είχαν πλασθεϊ».

Ή άμαρτία τής Εΰας δέν ήταν καθόλου μικρή. Γιατί «δέν πρέπει νά λησμονώμεν, ότι κυριολεκτικώς ή Εΰα δέν έπειράσθη, άλλ’ άφήκεν αύτή έαυτήν νά πειρασθή» κι άφού έχρόνισε μέ τίς συνεχείς καί έπανειλημμένες ύποχωρήσεις της στόν πονηρό, κατέστησε τήν παράβαση, ή όποία άκολούθησε, «προϊόν πονηράς καί κατά πάντα έφα-μάρτου βουλήσεως καί άποφάσεως»8. 'Ορισμένοι παρατηρούν ότι ή άμαρτία τής Εΰας δέν ήταν άπλή, άλλά τριπλή! Διότι πρώτον άκούει όσα τής ύποβάλλει ό διάβολος, ό όποιος τής έλεγε ότι ή παράβαση τής έντολής τοΰ Θεού δέν θά έχει καμμία συνέπεια καί άκόμη (τής έλεγε) ότι ό Θεός τούς έδωσε τήν άπαγορευτική έντολή, επειδή τάχα έκινεΐτο άπό φθόνο πρός τόν άνθρωπο,τόν όποιο δέν ήθελε νά γίνει «ώς θεός» (Γεν. γ' 4-5). Ή Εΰα λοιπόν μέ τό νά ύπακούσει στόν άντί-χριστο έπραττε δύο σοβαρά πνευματικά άμαρτήματα: Άμάρτανε κατά τής πίστεως καί τής άγάπης πρός τόν άληθινό καί φιλάνθρωπο Θεό. Στή συνέχεια (δεύτερον), μέ τίς δύο αύτές πνευματικές άμαρ-τίες συνυφαίνεται ή «άτακτος» έπιθυμία τής σαρκός. Διότι κινείται ή έπιθυμία καί βλέπει ή γυναίκα ότι τό δένδρο ήταν ώραϊο καί εύχάριστο στά μάτια καί έπιθυμητό νά τό δοκιμάσει, έπειδή θά τής έδινε τή γνώση. Καί (τρίτον) άπλώνοντας μόνη της, χωρίς τή βία κανενός, τό χέρι της, έλαβε άπό τόν καρπό τού δένδρου καί έφαγε (Γεν. γ' 6).

Τόσο μεγάλη ήταν ή πρώτη άμαρτία! Έλειψε ή πίστη στόν Θεόν, ψυχράνθηκε ή άγάπη τοϋ πλάσματός του άπέναντί του καί κυριάρχησαν πλέον στήν άνθρώπινη φύση τά άτακτα, σωματοκτόνα καί ψυχοφθόρα πάθη!...
Έτσι άνοιξε μία νέα εποχή. Εποχή θλίψεων, πόνου, οδύνης, στεναγμών. Εποχή, στήν όποία είσόρμησε γιά νά βασιλεύσει στό άνθρώπινο γένος ή άμαρτία, ό όλεθρος τής ψυχής ή άμαρτία,ή «άξία πένθους καί όδυρμών άσιγήτων». Γιατί αύτή εισάγει τόν θάνατο καί έτσι γίνεται «θάνατος τής άθανάτου» ψυχής. Χωρίζει δηλαδή τήν ψυχή άπό τόν άγιον Θεόν, ό όποιος είναι ή ζωή καί ή άθανασία

Η απόφαση «εκυρώθη αυθημερόν»

Μέ τή δόλια παρακίνηση τού φθονερού πειραστοϋ ό άνθρωπος έπαθε έκεινο τό όποιο έπαθε καί ό διάβολος. Όπως εκείνος άμάρτησε, διότι είχε υπερεκτιμήσει τήν  άξία του καί θέλησε νά στήσει τόν θρόνο του ψηλότερα άπό τόν θρόνο τοϋ Θεού, έτσι καί ό άνθρωπος μέ τήν εισήγηση τοΰ άνθρωποκτόνου διαβόλου,τοϋ έφευρέτου τοΰ ψεύδους, φαντάσθηκε γιά τόν εαυτό του μεγάλα. Πλανώμενος ένόμισε δτι δταν θά έφευγε άπό τόν Θεόν, θά έλάμβανε περισσότερα άγαθά. Άλλ’ εύθύς άμέσως βεβαιώθηκε δτι έχασε καί εκείνα πού είχε, διότι είδε τή φοβερή άπειλή τοΰ Θεού «θά άποθάνετε εξάπαντος» (Γεν. β' 17) νά γίνεται πλέον πραγματικότης. Ό μισάνθρωπος μέ τήν άντίθεη συμβουλή του έχυσε έπάνω στόν άνθρωπο σάν δηλητήριο τή δική του θανατηφόρα δύναμη. Βέβαια ή άμαρτία τοΰ διαβόλου δέν συγκρίνεται μέ τό πταίσμα τοΰ Άδάμ. Γι’ αύτό γιά τόν δολερό διάβολο δέν ύπάρχει σωτηρία ένώ στόν Άδάμ έχει προσφερθεί ή σωτηρία διά τοΰ σταυρικού θανάτου τοΰ Σωτήρος ήμών Ίησοΰ Χριστοϋ. Τό πταίσμα τοϋ Άδάμ θεραπεύεται- ή άμαρτία τοϋ διαβόλου είναι αθεράπευτη. Ωστόσο ό Άδάμ εύθύς μετά τήν άμαρτία του «ένεκρώθη» άμέσως γιά τήν άνώτερη ζωή, καί άντάλλαξετην «θειοτέραν» καί μακαρία ζωή τοϋ Παραδείσου μέ τήν άλογη «καί κτηνώδη ζωήν». Άπό τότε τή ζωή μας τήν διαδέχθηκε βίος νεκρός, άφοϋ κατά κάποιον τρόπο είχε πεθάνει ή ϊδια ή ζωή μας. Διότι ή ζωή μας είναι τελείως νεκρή, άν έχει στερηθεί τήν άθανασία.

Ή παράβαση λοιπόν τής θείας εντολής «έπήγαγε τόν θάνατον», διότι «ή άμαρτία (έγινε) πρώτον, καί τότε (κατόπιν άκολού-θησε) ό θάνατος», ό πικρός καρπός της. Στό έξής ό θάνατος συμβαδίζει μέ τήν άμαρτία. Αύτός άποτελεϊ πλέον τό μέγιστο κακό, τό όποιο έχει συνταυτισθεΐ μέ τήν άμαρτία. Ό θάνατος δέν ήταν άσφαλώς ό μόνος καρπός τής άμαρτίας. Διά τής παραβάσεως είσόρμησε στόν κόσμο τό κακό μέ τίς πολυποίκιλες εκδηλώσεις του, τίς φοβερές καί τίς φρικτές συνέπειές του:τούς φόβους,τίς θλίψεις, τούς πόνους, τίς πολλές άσθένειες, τούς δριμεΐς καί οξείς ελέγχους τής συνειδήσεως κλπ. Ωστόσο ό πικρότερος καρπός τής άμαρτίας είναι ό θάνατος.

Συνήθως οταν λέμε θάνατο, εννοούμε τόν χωρισμό τής ψυχής άπό τό σώμα. Άλλ’ ό θάνατος αύτός είναι αποτέλεσμα τού πνευματικού θανάτου. Πνευματικός θάνατος είναι ό άποχωρισμός τής ψυχής μας άπό τήν ψυχή της, ή όποία είναι ό Θεός! Ό πνευματικός θάνατος είναι «Θεοϋ άλλοτρίωσις», δηλαδή απομάκρυνση, χωρισμός άπό τόν Θεόν. Ό πνευματικός θάνατος είναι σύγχυση τών νόμων καί ομαδική άνατροπή δλων τών άγαθώντοϋ βίου5. Ό Άδάμ άμάρτησε «γενόμενος κακός έξ άβουλίας», άπό απερισκεψία- «άπέθανε δέ διά τήν άμαρτίαν», διότι ό μισθός μέ τόν όποιο ή άμαρτία πληρώνει τούς δούλους της είναι «θάνατος» (Ρωμ. ς23). Ό Άδάμ δσο περισσότερο άπομακρυνόταν άπό τή ζωή, τόσο πλησίαζε πρός τόν θάνατο. Καθόσον «ζωή (είναι) ό Θεός, στέρησις δέ τής ζωής (είναι) θάνατος». Ώστε ό Άδάμ παρεσκεύασε στόν εαυτό του τόν θάνατο μέ τό να αναχωρήσει άπό τόν Θεόν, σύμφωνα μέ τόν λόγο τοϋ Ψαλμωδοϋ: Ίδού, όσοι μακρύνουν τούς έαυτούς των άπό Εσένα θά καταστραφοϋν (Ψαλ. οβ' [72] 27)6. Επομένως θάνατος είναι «κυρίως ό τού Θεοϋ χωρισμός, κέντρον (κεντρί) δέ θανάτου ή άμαρτία». Ό Άδάμ, άφού κεντήθηκε άπό τό άγκάθι τής άμαρτίας, έγινε εξόριστος άπό τόν Θεόν καί έχασε καί τό «ξύλον τής ζωής», όπότε κατ’ άνάγκην άκολούθησε καί ό σωματικός θάνατος.
Τώρα πλέον ό Άδάμ, μέ τίς άδικαιολόγητες δικαιολογίες καί προφάσεις του ενώπιον τού Θεού καί τήν προσπάθειά του νά ένοχοποιήσει τόν Θεόν γιά τό βαρύ άμάρτημά του (Γεν. γ' 12), άπέδειξε ότι έχασε τήν άθωότητα καί άπλότητά του, τήν παρρησία καί οικειότητα πού είχε μέ τόν Δημιουργό του.
Απέδειξε ότι άκολουθεΐ πλέον τόν ληστοπειρατή τής ψυχής του καί όχι τόν στοργικό καί φιλάνθρωπο ΙΙλάστη του. Απέδειξε ότι έχασε πλέον τά άνεκτίμητα δώρα τής άρχέγονης δικαιοσύνης. Μετά τήν πτώση ό άνθρωπος, ένώ ήταν «είκών τού Θεού», κατήντησε «προσωπείο ειδεχθές» (άποκρουστι-κό), διότι ό ρύπος τής άμαρτίας άσχήμισε τήν ομορφιά τής εικόνας8. Μέ τήν παράβαση τής εντολής τού Θεού ξεθωριάσαμε, άποδυναμώ-σαμε καί μπερδέψαμε τούς χαρακτήρες τής θείας εικόνας, καί άφοϋ πέσαμε στήν κακία, άπογυμνωθήκαμε άπό τήν κοινωνία μέ τόν Θεόν καί άφού βρεθήκαμε έξω άπό τή ζωή, υποδουλωθήκαμε στή φθορά τού θανάτου9. Γι’ αύτό είπε ό άγιος ’Ισίδωρος ό Πηλουσιώτης: «Θάνατος είς τόν Άδάμ γέγονεν, ούχ ό τής ψυχής άπό τοϋ σώματος χωρισμός, άλλ’ ή τής άθανάτου ψυχής άπό τοϋ Αγίου Πνεύματος άποφοίτησις» (άναχώρηση, άπομάκρυνση). Έτσι ύπέστημεν πρίν άπό τόν σωματικό θάνατο τόν «θάνατον τής ψυχής», δηλαδή τόν πνευματικό θάνατο, ό όποιος είναι «ό άπό Θεού χωρισμός τής ψυχής».

Αύτό άποδεικνύεται καί άπό τά όσα άκολούθησαν μετά την παράβαση. Ό Θεός είχε προείπει στους πρωτοπλάστους: Τήν ήμέρα πού θά φάγετε άπό τόν άπαγορευμένο καρπό, θά άποθάνετε έξάπαντος (Γεν. β' 17). Άλλ’ οί πρωτόπλαστοι δέν πέθαναν μέ σωματικό θάνατο μόλις έφαγαν τόν άπαγορευμένο καρπό. Μετά τήν παράβαση καί τήν άφρονα άνταρσία τους κατά τού Θεού έζησαν εκατοντάδες χρόνια! Ό άγιος Γρηγόριος Νύσσης γράφει: Ό πρωτύπλαστος έζησε μετά τήν παρακοή πολλές εκατοντάδες χρόνια! Αύτό όμως δέν σημαίνει ότι ό Θεός έψεύσθη μέ τό νά πει «ή δ’ αν ήμερα φάγητε, θανάτω άποθανεϊσθε» (Γεν. β' 17). Διότι άπό τή στιγμή πού ό πρωτόπλαστος άποξενώθηκε «τής όντως ζωής», δηλαδή τού Θεού, «αυθημερόν έκυρώθη» έναντίον του «ή τού θανάτου άπόφα-σις». Αργότερα, μετά άπό χρόνια, επακολούθησε καί ό σωματικός θάνατος στόν Άδάμ12. Καί ό άγιος Συμεών ό νέος Θεολόγος σημειώνει : «Ό Άδάμ όπόταν έφαγεν, ε ύ θ ύ ς άπέθανε κατά τήν ψυχήν , καί ύστερον άπό έννεακοσίους τριάκοντα χρόνους άπέθανε καί κατά τό σώμα. Ότι καθώς ό θάνατος τού κορμίου είναι ή άναχώρησις τής ψυχής, έτζι καί ό θάνατος τής ψυχής είναι ή άναχώρησις τής χάριτος τού Αγίου Πνεύματος τού Θεού όπού τόν έπλασε, καί ούτως ηύδόκησε νά είναι, καί νά ζή ό άνθρωπος παρόμοια μέ τούς Αγγέλους». Καί άλλοϋ διδάσκει: Ό ψυχικύς θάνατος ήλθε εύθύς μετά τήν καταδικαστική άπόφαση τού Θεού, τήν ϊδια άκριβώς στιγμή τής παραβάσεως. Γι’ αύτό καί ό Άδάμ άπογυμνώθηκε άπό τήν άθάνατη στολή.
Ώστε οί προπάτορές μας άπέθαναν ούσιαστικά ά μ έ σ ω ς μόλις άμάρτησαν, σύμφωνα μέ τήν προειδοποίηση τού Τριαδικού Θεού. Μόλις παρέβησαν τήν έντολή τού φιλανθρώπου Θεού, έγιναν άξιοι θανάτου!

Ο πνευματικός θάνατος

Ο πνευματικός ή ψυχικός θάνατος, ό πικρός αύτός καρπός τής άμαρτίας, γεννήθηκε, όπως γράψαμε, εύθύς μετά τήν παράβαση. Αύτόν τόν θάνατο ύπεδήλωνε ό Θεός μέ τήν έντολή πού έδωσε στόν πρωτόπλαστο. Μόλις όλοκληρώθηκε ή παρακοή, γράφει ό άγιος Γρηγόριος ό Παλαμάς, «έθανατώθη ή ψυχή τοΰ Άδάμ, χωρισθεϊσα τοΰ Θεοΰ». Στή συνέχεια ό Άδάμ, ό όποιος ήταν βεβαίως δεκτικός μετανοίας, έζησε «μέχρι τριάκοντα καί έννακοσίων ένιαυτών» (Γεν. ε 5), έως ότου ήλθε πλέον καί ό σωματικός θάνατος. Σέ άλλη όμιλία του ό ίδιος Πατήρ λέγει: Ή άμαρτία είναι ό νοητός θάνατος. Διότι ό μέν αισθητός καταργεΐται όταν θά έλθει ή μέλλουσα βασιλεία, ό δέ νοητός επικυρώνεται σέ όσους παρέβησαν τόν νόμο τοΰ Θεοΰ έδώ καί έφυγαν άπό τή γή άμετανόητοι. Ώστε «θάνατος ψυχής» είναι ούσιαστικά ή άμαρτία2, ή, κατά τόν όσιο Θαλάσσιο, άσθένεια τής ψυχής είναι ή συνήθεια τής κακίας καί θάνατός της ή έμπρακτη άμαρτία3. Άπό τότε όσοι άπομακρύνονται «κατά τήν γνώμην αυτών τού Θεοΰ», χωρίζονται άπό τόν Θεόν. «Χωρισμός δέ Θεού, θάνατος». Καί όπως όταν κανείς χωρίζεται άπό τό φώς, βυθίζεται στό σκοτάδι, έτσι καί ό χωρισμός άπό τόν Θεόν έχει ώς συνέπεια τήν άποβολή τών άγαθών καί δωρεών τοΰ Θεοΰ. Επομένως όσοι άπέβαλαν μέ τήν άποστασία τους τίς θείες δωρεές, έπειδή στερούνται πλέον όλων τών άγαθών, «έν πάση κολάσει καταγίνονται»4. Ώστε ό πνευματικός θάνατος ή ή νέκρωση τής ψυχής δέν είναι παρά ή άποξένωση τοΰ άνθρώπου άπό τή μόνη ζωή, δηλαδή τόν Θεόν5. Καί όπως λέγει ό άγιος Μακάριος ό Αιγύπτιος, ό «άληθινός αύτός θάνατος ένδοθεν έν τή καρδία κέκρυπται καί ό άνθρωπος έσω νενέκρωται»

Άπό τή στιγμή κατά τήν όποία ό άνθρωπος έπίστευσε στά λόγια τού εφευρέτου τού ψεύδους καί άρχέκακου διαβόλου καί όχι στόν Θεόν τής άληθείας καί τής άγάπης, κυριάρχησε στήν ψυχή του «ό κοσμοκράτωρ τοΰ σκότους τού αίώνος τούτου» (Έφεσ. ς 12), αύτός πού έχει τή δύναμη καί «τό κράτος τού θανάτου» (Έβρ. β' 14). Οί άνθρωποι ώς δέσμιοι της άμαρτίας μοιάζουν πλέον πρός λαό πού πορεύεται στό σκοτάδι καί κατοικεί «έν χώρα καί σκιά θανάτου»
 (Ήσ. θ' 2). Έφ’ όσον δουλεύουν στήν άμαρτία, δέν έχουν τόν φωτισμένο νού τής άληθινής θεογνωσίας- μοιάζουν μέ νεκρούς, έστω καί άν δέν έχει έπέλθει άκόμη ό βιολογικός τους θάνατος. Τό ότι ή δουλεία τού πνευματικού θανάτου είναι κατ’ εξοχήν βασανιστική φαίνεται άπό τούς λύγους τού θείου Παύλου, ό όποιος γράφει: Ό Χριστός ήλθε νά μάς άπαλλάξει «έκ τής εξουσίας τού σκότους» (Κολασ. α 13). Ό θείος ’Απόστολος δέν είπε άπλώς «έκ τού σκότους», άλλ’ «έκ τής εξουσίας» τού σκύτους, διότι «πολλήν ήμών είχε τήν εξουσίαν καί έκράτει ήμών». Καί έάν είναι φοβερό καί πολύ βαρύ τό νά βρίσκεται κανείς κάτω άπό τήν έξουσία τοϋ πνευματικού θανάτου, είναι άσύγκριτα φοβερότερο τό νά κυριαρχεί αύτός έπάνω μας «μετ’ έξουσίας»

Αύτόν τόν θάνατο υπονοούσε καί ό Κύριος, όταν κάποιος πού θέλησε νά τόν άκολουθήσει, ζητούσε πρώτον τήν άδεια νά μεταβεί γιά νά θάψει τόν πατέρα του. Στό αίτημα έκεΐνο ό Κύριος άπάντησε: «άφες τούς νεκρούς θάφαι τούς έαυτών νεκρούς» (Ματθ. η' 22-Λουκ. θ' 60). Οί νεκροί πού θά έθαβαν τούς νεκρούς, δέν ήσαν άσφαλώς νεκροί σωματικά. Διότι τότε πώς θά έθαβαν έκείνους πού πέθαναν; Νεκροί στήν προκειμένη περίπτωση ήσαν οί πνευματικά νεκροί. Ό Κύριος, γράφει ό άγιος Γρηγόριος Παλαμάς, ονόμασε νεκρούς καί τούς ζωντανούς έκείνους οί όποιοι ήσαν «νενεκρωμένοι κατά ψυχήν»9. Τό ί'διο έπίσης ήθελε νά υπογραμμίσει ό Κύριος στή συγκλονιστική παραβολή τοϋ άσώτου υίοϋ, όταν ό πατέρας έλεγε στό μεγαλύτερο παιδί του: «ουτος ό υιός μου νεκρός ήν καί άν έζησε» (Λουκ. ιε' [15] 24)- αύτό το παιδί μου ήταν πεθαμένο, γιατί είχε χωρισθεΐ άπό έμέ τόν πατέρα του (τόν Θεόν), καί τώρα πού μετενόησε καί έπέστρεψε στό πατρικό του σπίτι (τήν ’Εκκλησία) ζωντάνευσε καί πάλι! ’Εξ άλλου ό Κύριος είπε στούς ’Ιουδαίους: «’Αμήν άμήν λέγω ύμϊν ότι ό τόν λόγον μου άκούων καί πιστεύων τώ πέμφαντί με έχει ζωήν αιώνιον, καί είς κρίσιν ούκ έρχεται, άλλά
μεταβέβηκεν έκ τού θανάτου είς την ζωήν. ’Αμήν άμήν λέγω ύμϊν δτι έρχεται ώρα. καί νύν έστιν, οτε οί ν ε κ ρ ο ί άκούσονται τής φωνής τού υιού τοϋ Θεού, καί οί άκούσαντες ζήσονται» (Ίω. ε 24-25). Στους λόγους αύτούς ό Κύριος μέ τίς λέξεις «θάνατος» καί «νεκροί» εννοεί τόν πνευματικό της άμαρτίας θάνατο καί τούς νεκρούς πνευματικά άνθρώπους.

Ή φοβερή κατάσταση τού πνευματικού θανάτου, ή όποία συνδέεται στενότατα μέ τήν άμαρτία (βλ. Ρωμ. z 12έξ.), άφορά όχι μόνο όσους έζησαν πρό Χριστού καί ήσαν νεκροί πνευματικά λόγω τών παραβάσεων καί άμαρτιών (βλ. Έφεσ. β' 1,5- Κολασ. β' 13) άφορά καί όσους ζούν μετά Χριστόν, άλλά δουλεύουν στήν άμαρτία. Γι’ αύτό ό θείος Παύλος τούς καλεϊ νά σηκωθούν άπό τόν ζοφερό ύπνο τής άμαρτίας, νά άναστηθοΰν άπό τή νέκρα καί τόν θάνατο, όπότε θά τούς φωτίσει τό φώς τής ζωής, δηλαδή ό Χριστός (Έφεσ. ζ 14)10.
Γ ι’ αύτό ό άγιος Γρηγόριος ό Θεολόγος στόν Επιτάφιο λόγο στόν πατέρα του έλεγε: Μία είναι ή ζωή, νά άποβλέπεις πρός τήν ζωή. Ό θάνατος ένας είναι, ή άμαρτία, διότι είναι ό όλεθρος τής ψυχής. Τά άλλα,γιά τά όποια ορισμένοι καυχώνται, μοιάζουν πρός όνειρα, πού τά βλέπουμε νά περιπαίζουν τήν πραγματικότητα, καί είναι άπατηλές φαντασίες τής ψυχής.
Θάνατος λοιπόν είναι ούσιαστικά ή άμαρτία, ή όποία συνετελέσθη, ολοκληρώθηκε καί κυρίευσε τήν ψυχή (βλ. Ίακ. ά 15). Αύτή ή άμαρτία μάς χωρίζει άπό τόν Θεόν, ό όποιος είναι ή ζωή καί ή πηγή τής ζωής. Επομένως «εύαγγελική θεία άλήθεια είναι: Ή άγιύτης είναι ή ζωή,ή άμαρτωλότης θάνατος ή ευσέβεια είναι ζωή,ή άσέβεια θάνατος- ή πίστις είναι ζωή, ή άπιστία θάνατος- ό Θεός είναι ζωή, ό διάβολος είναι θάνατος. Ό θάνατος είναι χωρισμός άπό τόν Θεόν, ή ζ(.)ή έπιστροφή πρός τύν Θεόν καί ζωή έν τώ Θεώ».

Πέρα όμως άπό τήν οδυνηρή κατάσταση τού πνευματικού θανάτου ύπάρχει καί άλλη κατάσταση περισσότερο οδυνηρή. Έάν είναι μέγα κακό - όπως καί είναι - ό ήθικός θάνατος τής ψυχής, γιατί τή χωρίζει καί τήν άποξενώνει άπό τόν Θεόν, είναι κακό μέγιστο ό ά ίδιος ή αιώνιος θ ά ν ατ ο ς . Αύτός, ώς κακό άνεπανόρθωτο, είναι τό κορύφωμα όλων τών κακών επειδή όσοι πέθαναν πνευματικά καί ζοϋν άκόμη, αύτοί έχουν ελπίδα μετανοίας, άναστάσεως καί σωτηρίας. Τό γνωρίζω, λέγει ό ιερός Χρυσόστομος- όλοι είμαστε ύπό τιμωρίαν. Άλλά δέν έχει άποκλεισθεί άπό μάς ή συγγνώμη οΰτε βρισκόμαστε έξω άπό τή μετάνοια. Γιατί στεκόμαστε άκόμη στό σκάμμα τοΰ καθημερινού άγώνα γιά τήν τελείωσή μας «έν Χριστώ» καί είμαστε έτοιμοι γιά τούς σκληρούς άγώνες τής μετανοίας13. Όταν όμως φύγουμε άπό τόν κόσμο αύτό «έν άμαρτίαις» καί άμετανόητοι, καί πέσουμε στίς άγκάλες τοΰ «άθανάτου θανάτου» δέν υπάρχει πλέον κανένα περιθώριο άγώνων, μετανοίας, νεκραναστάσεως καί έπιλάμψεως τοΰ θείου φωτός τού Χριστού.
Περί τοΰ αιωνίου όμως θανάτου θά κάνουμε λόγο στόν οικείο τόπο. Στή συνέχεια έξετάζουμε τόν σωματικό θάνατο ώς άποτέλεσμα τής παρακοής μας στή θεία έντολή.

Φυσική συνέπεια ο σωματικός θάνατος

Εάν ό Άδάμ μέ τό νά θεωρεί καί νά κατανοεί τόν Πλάστη του είχε διατηρήσει τήν ομοιότητά του πρός τόν «όντα Θεόν», θά έπετύγχανε, έκτός τών άλλων, καί τήν παντοτινή άφθαρσία του. Γράφει ό Μ. Αθανάσιος: Ό μέν άνθρωπος ώς έκ τής φύσεώς του είναι θνητός, επειδή δημιουργήθηκε άπό τό μηδέν, «έξ ούκ όντων». Διά δέ τήν ομοιότητά του πρός τόν αιωνίως καί άϊδίως υπάρχοντα Θεόν, έάν τήν έφύλαττε διά τής φοράς πρός τόν Θεόν καί τής κατανοήσεως τοΰ Πλάστου του, θά μπορούσε νά έξασθενίζει σιγά-σιγά τή φυσική φθορά, ώστε νά μείνει άφθαρτος, όπως μάς πληροφορεί καί ή Σοφία Σολομώντος: «προσοχή νόμων βεβαίωσις άφθαρσίας» (Σ. Σολ. ς 18)- ή προσεκτική τήρηση τών εντολών τής θείας Σοφίας είναι καί ή έξασφάλιση καί βεβαίωση τής άφθαρσίας.
Δυστυχώς όμως ό Άδάμ δέν έτήρησε τήν έντολή τοΰ Πλάστου του. Τό άποτέλεσμα ήταν ό πνευματικός θάνατος. Συνέπεια δέ τούτου ήταν καί ό σωματικός θάνατος. Μετά τόν χωρισμό τοΰ άνθρώπου άπό τόν Θεόν διελύθη ό άνθρωπος ώς ψυχοσωματικήύπαρξη έπήλθε δηλαδή ό χωρισμός τής ψυχής άπό τό σώμα. Ό άνθρωπος, χωρισμένος άπό τήν άληθινή ζωή καί τήν πηγή τής ζωής, τόν Μεύν, γεύεται τούς πικρούς καρπούς τής οδύνης (βλ. Γεν. γ' 16-20) καί ζεΐ μέσα στήν άτμύσφαιρα τού θανάτου. Έφ’ όσον ό θάνατος κυρίευσε πλέον τήν άνθρώπινη φύση, άκολούθησε καί ή «νεκρότης». Άπό τότε «νεκρός ημάς διεδέξατο βίος, αύτής τρόπον τινά τής ζωής ήμών άποθανούσης. Νεκρά γάρ άντικρύς έστιν ήμών ή ζωή,τής άθανασίας έστερημένη». «Ή βρώσις» τού άπαγορευμένου καρπού, διδάσκει ό άγιος Γρηγόριος Νύσσης, έγινε μητέρα τοϋ θανάτου γιά τούς άνθρώπους2. Ή δέ χρυσή γλώσσα μάς διδάσκει: «Ή βρώσις» τοϋ άπαγορευμένου καρπού «καί ή παράβασις τής έντολής» τού Ηεού έφερε ώς άποτέλεσμα τόν θάνατο στόν Άδάμ

Μετά τόν χωρισμό λοιπόν τοϋ άνθρώπου άπό τόν Θεόν έπήλθε ό χωρισμός τής ψυχής άπό τό σώμα. Άπό τότε, σύμφωνα μέ τόν ορισμό τοϋ Θεού, έπιφυλάσσεται σέ καθένα άπό τούς άνθρώπους νά άποθάνει μία φορά (Έβρ. θ' 27). Ό σωματικός θάνατος άπέβη πλέον ώς κάτι τό φυσικό καί άναγκαίο γιά τούς άνθρώπους. Ή άμαρτία έγινε άπ’ έδώ καί πέρα ό μόνιμος προπομπός τοϋ θανάτου. Αύτή ψαλιδίζει τή ζωή, ετοιμάζει πρόσφορο έδαφος γιά τίς ποικιλόμορφες άσθένειες, καθιστά τίς συνθήκες τοϋ βίου μας άγχώδεις καί πιεστικές καί μεταδίδει τά νοσογόνα σπέρματα. Μέ τά άλλεπάλληλα καί συνεχή κτυπήματά της επιφέρει τήν «πραότητα» τού άνθρώπου, δηλαδή τή χαλάρωση καί άτονία τών σωματικών δυνάμεων, μέχρις ότου «άποστρέφη ημάς είς ταπείνωσιν», μέχρις ότου μάς οδηγήσει στήν ψυχρή άγκάλη τοΰ θανάτου. Τό λέγει πολύ έκφραστικά ό ψάλτης τής Παλαιάς Διαθήκης μέ τή θεόφθογγο λύρα του: «Αί ήμέραι τών ετών ήμών έβδομήκοντα έτη»  κι έάν κανείς έχει κράση ισχυρή καί δυνατή, οί ημέρες του φθάνουν καί τά «όγδοήκοντα έτη». Τό περισσότερο τών έτών αύτών είναι «κόπος καί πόνος»  δηλαδή άδυναμία γεροντική καί ζωή δοκιμασιών, άφού έξαντλοΰνται πλέον οί σωματικές καί ψυχικές του δυνάμεις (Ψαλ. πθ' [89] 3,10).

Είναι χαρακτηριστικό ότι στό πέμπτο κεφάλαιο τής Γενέσεως, στό όποιο έχουμε τήν πρώτη γενεαλογία τοΰ άνθρωπίνου γένους άπό υής δημιουργίας τού άνθρώπου μέχρι τοΰ Κατακλυσμού, γίνεται λόγος γιά τό πόσα χρόνια έζησαν ό Άδάμ καί οί άπόγονοί του μέχρι τοϋ Νώε. Καί τό άξιο προσοχής είναι τοϋτο: Ένώ όλοι έζησαν πολλά χρόνια - ό Άδάμ έζησε 930, ό Σήθ 912, ό Ένώς 905, ό Μαθουσάλα (ό μακροβιότερος όλων) 969 κλπ. - εύθύς μετά τήν άπαρίθμηση τών έτών τής ζωής τους ή Άγία Γραφή σημειώνει γιά τόν καθένα- «και  άπέθανε»! Μέ τίς δύο αύτές λέξεις, τίς όποιες τό θεόπνευστο κείμενο επαναλαμβάνει οκτώ φορές, θέλει νά ύπογραμμίσει ότι ό θάνατος κυρίευσε όλο τό άνθρώπινο γένος! Ό θάνατος έγινε πλέον κάτι τόάναπόφευκτο , άφοϋ ό δεσμός σώματος καί ψυχής διελύθη.

Ό άετός τής Πάτμου περιγράφει τόν θάνατο ώς ιππέα, ό όποιος κάθεται πάνω σέ ϊππον πού έχει χρώμα κίτρινο. Πίσω άπό τόν ίππο άκολουθεΐ ό στυγνός άδης, έτοιμος νά καταπιεί χωρίς άναβολή τά θύματα τοϋ ίππέως (βλ. Άποκ. ς Β). Άλλά καί κατά τόν θείο Παύλο, ή άμαρτία δέν είναι τίποτε άλλο παρά ό συνεχής καί άκούραστος πτερνιστήρας (σπιρούνι) τού ίππέως. «Τό δέ κέντρον (κεντρί) τοΰ θανάτου (είναι) ή άμαρτία», γράφει (Ά Κορ. ιε' [15] 56). Έτσι ό θάνατος, ό άσπλαγχνος καί άνηλεής άναβάτης τοϋ ϊππου, κεντρίζει μέ πολλή χαιρεκακία τά πλευρά τοϋ κίτρινου άλογου μέ σπιρούνι τήν άμαρτία. Καί ό κίτρινος ϊππος καλπάζει άκάθεκτος πρός τόν τάφο!... Γ ι’ αύτό οί παραβάτες τοϋ θείου νόμου, οί τραγικοί δούλοι τής άμαρτίας, δέν κάνουν τίποτε άλλο παρά νά λιγοστεύουν καί νά συντομεύουν τήν έπίγεια ζωή τους καί νά έξασφαλίζουν γιά τούς έαυτούς τους γρηγορότερα τή φθορά ύπό τίς ποικίλες μορφές της, μέχρις ότου παραδοθούν τελικά, έρείπια ψυχοσωματικά, στόν θάνατο.

Άλλ’ ή άπείθεια πρός τόν θεόσδοτο νόμο καί ή περιφρόνηση τής θείας Άγάπης, οί όποιες έφεραν τή φθορά καί τόν θάνατο στόν άνθρωπο, είχαν ώς συνέπεια τήν άναστάτωση καί τή φθορά όλης τής κτίσεως. Ή πτώση τών πρωτοπλάστων διετάραξε τίς φιλικές καί άρμονικές σχέσεις τού άνθρώπου καί μέ τό περιβάλλον του. Ή άπο-στασία καί ή πτώση τοϋ άνθρώπου άποσυνθέτει καί όλο τόν φυσικό κόσμο. Επικρατεί πλέον καί στή φύση άταξία καί δυσαρμονία. Όλα αύτά τά έκφράζει ζωηρότατα ό ίερός ύμνογράφος τήν Κυριακή τής Τυροφάγου σέ έναν ύμνο του, ό όποιος ψάλλεται στό θρηνητικό μέλος τού πλαγ. β' ήχου: «'Ήλιος άκτΐνας έκρυψεν,ή σελήνη σύν τοΐς άστροις είς αίμα μετετράπη, όρη έφριξαν, βουνοί έτρόμαξαν, ότε Παράδεισος έκλείσθη...».

Βέβαια ό θάνατος πλήγωσε καί παραμόρφωσε τόν άνθρωπο, τό λογικό κτίσμα τοϋ Θεοϋ. Ή υπόλοιπη δημιουργία δέν πλάσθηκε μέ προορισμό τήν άθανασία, όπως ό λογικός άνθρωπος. Γι’ αύτό καί «είς τήν ζωήν τών άλογων ζώων, ό θάνατος είναι μία άπλή φυσική στιγμή τής ζωής τών γενών». Έν τούτοις ό θάνατος «προσέλαβε τραγικόν χαρακτήρα καί σημασίαν κακήν δι’ ολόκληρον τήν κτίσιν έξ αιτίας τής πτώσεως τοϋ άνθρώπου καί μύνον. Τρόπον τινά ή κτίσις έδηλητηριάσθη άπό τήν πτωμαΐνην τής άποσυνθέσεως τού άνθρώπου»5. Έτσι λοιπόν ύπέστη καί αύτή τίς θλιβερές συνέπειες τού ισχυρού συγκλονισμού πού δοκίμασε ή άνθρώπινη ψυχή. Αμάρτησε καί έπαναστάτησε έναντίον τού Θεού ό «βασιλεύς πάντων τών όρω-μένων», καί άπύ τότε ολόκληρη ή κτίση «συστεγάζει καί συν ωδίνει» (συμπονεΐ) έως τώρα (Ρωμ. η' 22). Τό άγχος τής ζωής τοϋ ταλαίπωρου άνθρώπου συνοδεύεται άπό τόν στεναγμό τής φύσεως. Όπως μαραίνεται ό άνθρωπος, έτσι μαραίνονται καί τά δένδρα καί τά φυτά ή καταστρέφονται καί άποδεκατίζονται άπό τίς θεομηνίες. Όπως πονεϊ, ύποφέρει, πεινά καί προσβάλλεται άπό άσθένειες ό άνθρωπος, έτσι καί τά ζώα. Μερικοί μάλιστα άπό τούς Πατέρες προχωρούν καί γίνονται περισσότερο συγκεκριμένοι. Παρατηρούν:

«Ή άμαρτία ή περί τόν άνθρωπον» έχει βλάψει, έχει φθείρει καί αύτά τά ζώα. «Τοϋ γάρ άνθρώπου παραβάντος» τήν έντολή τοϋ Θεού «καί αύτά συμπαρέβη», χωρίς αύτό νά σημαίνει ότι τά ζώα έχουν ένοχή, άφού ή ένοχή προϋποθέτει λογικύ καί έλευθερία. Βέβαια τόσο γιά τά ζώα όσο καί γιά τά φυτά ό θάνατος είναι «πάντοτε μία άπλή διακοπή τής άτομικής ύπάρξεως, ένώ διά τόν άνθρωπον ό θάνατος κυριολεκτικά “συντρίβει” τήν προσωπικότητα. Καί ή προσωπικότης είναι κάτι τό άνυπολόγιστα μεγαλύτερον, άπό ό,τι ή άτομική ΰπαρξις».
Τό ολέθριο άποτέλεσμα τής άμαρτίας τών πρωτοπλάστων έπέ-φερε καί όντολογική διατάραξη στήν άνθρώπινη ύπαρξη. Ή άνθρώπινη φύση διχάσθηκε «καθ’ έαυτής». Στό σώμα «ύπεισήλθε» πλέον πολύς «παθών όχλος», μέ άποτέλεσμα νά διακοπεί ή μεταξύ σώματος καί ψυχής άρμονική σχέση καί νά έκσπάσει μεταξύ τους «πόλεμος άσπονδος». Έπί πλέον τό σώμα μας δέν μοιάζει τώρα μέ έκεΐνο τό θεόπλαστο σώμα,τό όποιο βγήκε «λαμπρόν καί άποστίλβον» άπό τά χέρια τοΰ Δημιουργού. Έχασε τό άρχαΐο κάλλος του, τήν εύγέ-νεια,τή δύναμη καί τήν υγεία του• έχασε τήν αύθεντικότητα πού είχε στόν Παράδεισο. Λόγω τού αίσχους τής άμαρτίας, ή όποία κυρίευσε τόν άνθρωπο, ό τελευταίος έπαυσε πλέον νά έχει αίσθηση τού εαυτού του εξίσωσε τόν εαυτό του πρός τά άλογα καί άνόητα κτήνη (βλ. Ψαλ. μη' [48] 13). Κατόπιν, έπειδή άπεξένωσε τόν εαυτό του άπό τόν λόγο τού Θεού καί έγινε ά-λογος (χωρίς λογική), άνόητος, άκυβέρνη-τος ώς πρόβατο πού δέν έχει ποιμένα, ό έχθρός βρήκε τήν εύκαιρία καί τύν άρπαξε καί τόν έρριξε στόν 'Άδη καί τόν παρέδωσε στόν θάνατο, γιά νά τόν βόσκει αύτός
Παράλληλα τό σώμα μας ένώθηκε στενά μέ τή φθορά καί κυριεύθηκε άπο πάθη. Καί το φοβερότερο: ώς όργανο τής σαρκός επαναστατεί κατά τής ψυχής. Ό νόμος τής σαρκός έγινε ό «έτερος» νόμος, ό όποιος άντιστρατεύεται πρός ό,τι άγιο καί ιερό ποθεί ή ψυχή (Ρωμ. ζ' 23).

Ωστόσο δέν πρέπει νά λησμονούμε δύο μεγάλες άλήθειες: α) Ό βίαιος χωρισμός σώματος καί ψυχής διά τού θανάτου είναι παρά φύση καί προσωρινός. Ό χωρισμός αύτός θά καταργηθεί, όταν έξαφανισθεί ή αιτία τοΰ χωρισμού, δηλαδή ή άμαρτία. β) Ή φθορά έγινε μέν «φυσικό» στοιχείο τοΰ σώματος συντροφεύει τό σώμα καί όλονέν τό κατατρώγει καί τό εξαντλεί, μέχρις ότου τό άναγκάσει νά παραδοθεί στή γή πού πατεί- άλλά ή φθορά δέν είναι όντολογικό γνώρισμα τοΰ άνθρώπου. Είναι μία νοσηρή καί παρά φύση κατάσταση, ή όποία οφείλεται στά πάθη,τά όποια κυρίευσαν τόν άνθρωπο διά τής άμαρτίας’. Άκόμη πρέπει νά ένθυμούμεθα ότι ό σωματικός θάνατος έγινε μέν σταθερό φυσικό γνώρισμα τού άνθρώπου μετά τήν πτώση, θά έλθει όμως καιρός κατά τόν όποιο θά καταργηθεί. Ή σωματική νέκρωση έγινε «άπό τής τού πρωτοπλάστου παρα-βάσεως» καί έν συνεχεία «είς φύσιν τό πράγμα έξέβη», άλλά «ταχέως λυθήσεται». «’Έσχατος έχθρός καταργεϊται ό θάνατος» (Ά Κορ.ιε' [15] 26). Όπως είσήλθε μετά τόν διάβολο καί τήν παρακοή, έτσι μετά τήν κατάργηση έκείνων θά έκμηδενισθεΐ καί αύτός. Άναμφιβόλως «δυνάμει» έχει καταργηθεΐ διά τής σταυρικής θυσίας καί τής Άναστάσεως τού Κυρίου. Τότε όμως θά έξαφανισθει καί «ένεργεία».
Έως τότε θά βασιλεύει επάνω στό γένος τών βροτών. Άλλά προσοχή θά βασιλεύει,χωρίς νά αΐωνίζει! Όπως λέγει πολύ ώραΐα ό ύμνος τού Κανόνος τού Μ. Σαββάτου- «βασιλεύει, άλλ’ ούκ αΐωνίζει αδης τού γένους τών βροτών». Δηλαδή- ό Άδης βασιλεύει έπάνω στό ανθρώπινο γένος ένεκα τής παραβάσεως τών πρωτοπλάστων, άλλά δέν θά είναι παντοτινή ή βασιλεία του.

Καθολικό φαινόμενο

Μέ τήν πτώση τού Άδάμ ό σωματικός θάνατος δέν κατάντησε μόνο φυσικό φαινόμενο. Έγινε καί φαινόμενο καθολικό. Άπό τότε ό θάνατος έξαπλώθηκε σ’ όλους τούς άνθρώπους, διότι στό πρόσωπο τού Άδάμ όλοι οί άπόγονοί του άμάρτησαν (βλ. Ρωμ. ε' 12) καί γι’ αύτό, έξ αιτίας τής συγγενείας καί τής ένώσεώς τους μέ τόν Άδάμ, όλοι πεθαίνουν (βλ. Λ' Κορ. ιε' [15] 22). Δέν πρόκειται νά είσέλθουμε στό μέγα καί δύσκολο θέμα τής κληρονομικότητος τού προπατορικού άμαρτήματος. Ό θείος Παύλος δέν θέλησε νά μάς έξηγήσει πλήρως τό μυστήριο αύτό. Ωστόσο ή θεμελιώδης άλήθεια τών λόγων του είναι σαφής. Γιά τόν θεόπνευστο Απόστολο, ό όποιος «ήρπάγη» καί άνυψώθηκε μέχρι καί τόν τρίτο ούρανύ, όπου διαμένουν οί άγγελικές δυνάμεις (Μ' Κορ. ιβ' [12] 2), είναι άρκετύ τύ ότι διά τού Άδάμ έγίναμε όλοι θνητοί, πράγμα τό όποιο, όπως παρατηρεί ό ιερός Χρυσόστομος, ό κατ’ εξοχήν ερμηνευτής τού άποστόλου Παύλου, «σαφώς καί διά πολλών έδειξε». Κατά τόν ϊδιο Πατέρα ή άποστολική φράση «έφ ω ηάντες ήμαρτον» σημαίνει ότι «τοϋ Άδάμ άποθανόντος» καί όσοι
δέν έφαγαν άπό τόν άπαγορευμένο καρπό έγιναν άπό εκείνον «θνητοί». Έφ’ όσον στό σώμα τών πρωτοπλάστων κυριάρχησε ή φθορά, ή βιολογική κληρονόμησή της άπό τούς άπογόνους τους είναι κατά πάντα φυσική καί εύλογη1. Έφ’ όσον οί πρωτόπλαστοι έγιναν φθαρτοί, σημειώνει άλλού όϊδιος,τέτοια παιδιά,φθαρτά καί θνητά, έχουν γεννήσει2. Έφ’ όσον ή άμαρτία ειχε ώς άποτέλεσμα τή φθορά καί τόν θάνατο (πνευματικό, σωματικό καί αιώνιο), άφού μιά φορά άναμί-χθηκε στή φύση μας ό θάνατος, ή νεκρότητα έπέρασε διαδοχικά άπό γενιά σέ γενιά. Ό άγιος Γρηγόριος ό Παλαμάς διδάσκει: Επειδή ό Άδάμ υποχώρησε καί έφαγε τόν φθοροποιό καρπό καί νικήθηκε άπό τόν διάβολο,καί επειδή ό Άδάμ είναι «ρίζα» τού άνθρωπίνου γένους, γι’ αύτό καί «θνητούς βλαστούς άναδίδει». Ό δέ άγιος Αναστάσιος ό Σινάί'της προσθέτει: Επειδή ό Άδάμ «έπαιδοποίησε» μετά τό άμάρτημα, κατά φυσικό λόγο καί όσοι γεννήθηκαν άπό αύτόν «ώς άπό φθαρτού φθαρτοί γεγόναμεν». Ό άγιος Νικόδημος ό Αγιορείτης παρατηρεί ότι τό «γή εί καί είς γην άπελεύση »(Γεν. γ' 19) τό ειπε μέν ό Θεός στόν Άδάμ, είχε όμως τήν έφαρμογή του καί στήν Εύα, «επειδή καί ή Εΰα έγινεν είς τόν Άδάμ αιτία τής παραβάσεως». Ή δέ τιμωρία περιελάμβανε όλο τό άνθρώπινο γένος, «επειδή διά τών πρωτοπλάστων έπροχώρησεν είς όλον τό γένος τών άνθρώπων»
.
Κανένας άνθρωπος δέν άπέφυγε ή θά άποφόγει τόν θάνατο. Κάθε θνητός πού ζεΐ στόν κόσμο αύτύ θά άπέλθει στή γή, άπό όπου καί πλάσθηκε (Ίώβ λδ' [34] 15). Άπό τή στιγμή πού άκούσθηκε ό φοβερός λόγος «γη ει καί είς γην άπελεύση» (Γεν. γ' 19), ό πηλός επανέρχεται έκ νέου στή γή (Ίώβ ι' 9). Ό Ψαλμωδός έρωτά: 'Υπάρχει κανείς άνθρωπος πού θά ζήσει στή γή καί δέν θά άποθάνει; Ποιός θά μπορέσει νά γλυτώσει τή ζωή του άπό τό κράτος καί τή δύναμη τοΰ θανάτου; (Ψαλ. πη' [88] 49). Ό δέ σοφός Σειράχ βεβαιώνει: Ή άπόφαση αύτή (τού θανάτου) έχει έκδοθεϊ άπό τόν Κύριον γιά κάθε άνθρωπο άνεξαιρέτως. Γιατί λοιπόν, άνθρωπε, άνθίστασαι καί άρνεΐσαι νά υποταχθείς σ’ αύτό πού είναι άρεστό στόν Ύψιστο; Εϊτε δέκα εϊτε εκατό εϊτε χίλια χρόνια ζήσεις, δέν ύπάρχει στόν 'Άδη έλεγχος καί επιτίμηση γιά τη διάρκεια τής ζωής τού άνθρώπου (Σ. Σειρ. μα [41] 4). Καί εξακολουθεί μέν τό σώμα μας νά άποτελεΐ ζωντανή μαρτυρία τής ιδιαίτερης στοργής τού Θεοϋ μέ τήν ώραιότητα, τή μεγαλοπρέπεια καί τήν άρμονία του, άλλ’ είναι πλέον πρόσκαιρο! Τό λέγει τόσο παραστατικά ό θεόπνευστος Μωϋσής, όταν χαρακτηρίζει τό σώμα ώς «χόρτον», ώς «χλόην» καί ώς «άνθος», τό όποιο άνθίζει καί κατόπιν μαραίνεται. «Τό έσπέρας» δέ άποπίπτει τό άνθος του, σκληρύνεται καί ξηραίνεται (Ψαλ. πθ' [89] 5-6).

Δύο μόνον άνθρωποι άπετέλεσαν εξαίρεση τού καθολικού φαινομένου τοϋ θανάτου στήν Ιστορία τοϋ κόσμου. Ό ένας ήταν ό δίκαιος Ένώχ,τόν όποιον μετέθεσε ό Θεός (βλ. Γεν. ε 24 πρβλ. καί Έβρ. ια' [11] 5), επειδή τόν βρήκε νά διασώζει «τής άρετής τήν εικόνα» καί «δυνάμενον νά άνακαλέση», λόγω τής άρετής του, τό άμάρτημα τού Άδάμ. Παρά ταύτα ό Θεός μετέθεσε καί αύτόν καί δέν τόν άφήκε νά ζεΐ ώς άθάνατος πάνω στή γή, γιά νά μή άδυνατίσει τόν φόβο τής άμαρτίας στούς άνθρώπους7. Ό άλλος ήταν ό πύρινος προφήτης Ήλίας, ό όποιος, ένώ μιλούσε πρός τόν μαθητή του Ελισαίο, άνελή-φθη μέσα σέ άνεμοστρόβιλο πρός τά άνω, «ώς είς τόν ουρανόν» (Δ' Βασ. β' 11 πρβλ. καί Ά Μακ. β' 58). ’Εκτός τών δύο τούτων έξαιρέσεων ό θάνατος είναι ό καθολικός κλήρος τών άνθρώπων. Εϊτε Αβραάμ είναι κανείς εϊτε Δαβίδ εϊτε Παύλος εϊτε Πέτρος εϊτε Βασίλειος εϊτε Γρηγόριος εϊτε Χρυσόστομος ή οίοσδήποτε άγιος καί μέγας προφήτης εϊτε άήττητος στρατηγός εϊτε πανίσχυρος βασιλεύς, όλοι έχουμε συνοδοιπόρο τή φθορά, τόν προπομπό τοϋ θανάτου. Βέβαια δέν θά άποθάνουν καί όσοι θά ζοϋν κατά τήν ήμέρα τής Δευτέρας Παρουσίας τού Κυρίου- θά όποστοϋν όμως καί αύτοί, όπως καί όσοι θά έχουν άποθάνει πρίν άπό αύτούς, τήν άλλαγή τοϋ σώματος θά άλλάξουν καί εκείνοι σώμα καί θά λάβουν άντί τού φθαρτού σώματος τό άφθαρτο (βλ. Ά Κορ. ιε' [15] 51)
Μεταξύ τοϋ σωματικού θανάτου καί τής άμαρτίας ύπάρχει άσφαλώς αιτιώδης σχέση. Έφ’ όσον τό σώμα μας έγινε θνητό, κατέστη συγχρόνως καί «παθητόν» (επιδεκτικό πάθους) καί «εύκολοπρό-σβλητο άπό τήν άμαρτία». Αύτό όμως δέν σημαίνει ότι ή φθορά καί ό σωματικός θάνατος έχουν τόν χαρακτήρα τής άμαρτίας. Ό βιολογικός θάνατος δέν έχει καθ’ εαυτόν τίποτε πού νά είναι άξιοκατά-κριτο. 'Υπάρχει «μέν νέκρωσις σωματική» (σωματικός θάνατος), όπως ύπάρχει καί «ψυχική», άλλ’ ό σωματικός θάνατος είναι νέκρωση πού οφείλεται στήν (πεπτωκυϊα πλέον) φύση, όχι στήν προαίρεση. Προήλθε βέβαια άπό τήν παράβαση τού πρωτοπλάστου καί στή συνέχεια διεδόθη στή φύση ό σωματικός θάνατος9. ’Εμείς δέν έπα-ναλαμβάνουμε άσφαλώς τήν ϊδια άμαρτία πού διέπραξε ό Άδάμ άμαρτάνουμε όμως. Οί καθημερινές πτώσεις μας δικαιολογούν έκ τών ύστέρων καί τόν δικό μας θάνατο. Αύτό τό όποιο κληρονομούμε άπό τόν πρωτόπλαστο «δέν είναι ή προσωπική άμαρτία τού Άδάμ, άλλά αύτός ουτος ό προπάτωρ», ό όποιος «ύπάρχει έν ήμίν άνα-γκαίως», επειδή είμαστε άπόγονοί του, καί ό όποιος «διαιωνίζεται διά τής συνεχούς καί μέχρι τέλους» τού κύσμου «έπεκτεινομένης διαδοχής τών άνθρωπίνων γενεών. Διά τούτο καί άποθνήσκομεν πάντες έν αύτώ. Τοιουτοτρόπως ό Μ. Βασίλειος θέλει νά τονίση, ότι ή άμαρτία τοϋ Άδάμ είναι τό πρότυπον τής άμαρτίας γενικώς, πρός τήν όποιαν τείνει ό άνθρωπος»

Ό άγιος Συμεών ό νέος Θεολόγος μάς άναλύει άπλούστερα τήν άλήθεια αύτή. Γράφει: «Όπως ό Άδάμ μετά τήν παράβασή του έκβάλλεται άπό τόν παράδεισο καί στερείται τόσο τής έκεί άπολαύ-σεως όσο καί τής συναναστροφής μέ τούς άγγέλους, καί άντιλαμβάνεται ότι είναι γυμνός καί κρύβεται γιά νά μή τύν δει ό Θεός, έτσι κι έμεΐς, όταν άμαρτάνουμε, χωριζόμαστε άπό τήν ’Εκκλησία τών άγίων δούλων του, καί τύ θείο ένδυμα πού φορέσαμε κατά τό βάπτισμα -καθώς πιστεύουμε - τόν ϊδιο δηλαδή τόν Χριστόν, αύτύν τόν άποβάλλουμε μέ τήν άμαρτία- καί όχι μόνον αύτό, άλλά στερούμαστε καί τήν ϊδια τήν αιώνια ζωή καί αύτό τό άβασίλευτο φώς, τά αιώνια άγαθά, τόν άγιασμό καί τήν υιοθεσία. Καί μέ τόν τρόπο αύτό γινόμαστε πάλι χωματένιοι, όπως ήταν ό πρώτος έκείνος χωματένιος άνθρωπος, άντί νά γίνουμε (ή νά παραμείνουμε) ουράνιοι καί όμοιοι καθ’ όλα μέ αυτόν τόν δεύτερο άνθρωπο, τόν Κύριον Ίησούν Χριστόν. Καί εκτός άπό όλα αύτά γινόμαστε άκόμη υπόδικοι στόν θάνατο καί στό σκοτάδι, καί παραπεμπόμαστε στή φωτιά πού δεν σβήνει ποτέ, δπου βασανιζόμαστε μέσα σέ γοερά κλάματα καί πόνους δυνατούς, πού κάνουν τά δόντια νά τρίζουν. Διότι τώρα έμεΐς δέν άποδιωκόμαστε άπό παράδεισο ύλικό, αισθητό καί όρατό, όπως τότε ό Άδάμ, ούτε καταδικαζόμαστε στό νά δουλεύουμε τή γή, όπως εκείνος, άλλά άποδιωκόμαστε άπό τή βασιλεία τών ούρανών καί άπό τά άγαθά έκεΐνα γιά τά όποια έχει γραφεί “ά οφθαλμός ούκ είδε καί ούς ούκ ήκουσε καί έπί καρδίαν άνθρώπου ούκ άνέβη” (Ά Κορ. β' 9). Άπό αύτά λοιπόν άποβάλλουμε τούς έαυτούς μας καί τούς καθιστούμε υπόδικους τής κολάσεως καί έάν δέν μάς παρείχετο ή δυνατότης διά τής μετανοίας νά έπανορθώσουμε τά πράγματα, δέν θά ήταν δυνατόν νά σωθεί κανείς ποτέ»".

Θά μπορούσε ϊσως νά παρατηρήσει κάποιος: Έάν δέν είχαμε σώμα φθαρτό καί θνητό, δέν θά άμαρτάναμε. Άλλά δέν έχει δίκαιο. Διότι ή θνητότης καί τά πάθη τού σώματος δέν είναι ή αιτία τής διαπράξεως τής άμαρτίας. Έάν ή άμαρτία όφείλετο στή θνητότητα καί τή φθορά τού σώματος, τότε ό Άδάμ, ό όποιος ζοϋσε στόν Παράδεισο άπαλλαγμένος άπό αύτά, δέν θά άμάρτανε. Πολύ περισσότερο δέν θά άμάρτανε ό Εωσφόρος, ό όποιος είναι άσώματος. Έάν ή φθορά καί ή θνητότης τοϋ σώματος ήσαν αίτια άμαρτίας, τότε δέν θά υπήρχε κανείς άνθρωπος ένάρετος έάν οί κακίες ήσαν χαρακτηριστικά τής φύσεως τοϋ σώματος, θά τίς είχαν όλοι οί άνθρωποι
Ό θάνατος λοιπόν είσόρμησε στόν έως τότε άγνό κόσμο έξ αιτίας τής παρακοής τού ένός άνθρώπου. Ή έκ μέρους του βρώση τοϋ άπαγορευμένου καρπού έγινε γιά τούς άνθρώπους μητέρα τοϋ θανάτου. Καί όσοι άνθρωποι έζησαν,ζοϋν καί θά ζήσουν στον κύσμο αύτό, έχουμε καταδικασθεΐ σέ θάνατο διά τής παραβάσεως τοϋ Άδάμ, «όλης τής άνθρωπείας φύσεως τούτο παθούσης έν αύτώ καί γάρ ήν άπαρχή τοϋ γένους» . ’Έτσι ό σωματικός θάνατος κατέστη ό «άκολάκευτος δήμιός» μας- έγινε «έκβιαστής τοϋ γένους ήμών άπροσωπόληπτος καί φονεύς άνυπόκριτος»

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου