Κυριακή 30 Απριλίου 2017

Τι σημαίνει το «ουκ ήλθον βαλείν ειρήνην αλλά μάχαιραν»; Ματθ. 10, 34


Τι σημαίνει το «ουκ ήλθον βαλείν ειρήνην αλλά μάχαιραν»; Ματθ. 10, 34

Η σημασία των λόγων τού Χριστού «ουκ ήλθον βαλείν ειρήνην αλλά μάχαιραν» (Αγ. Νικόλαος Βελιμίροβιτς)

«Μη νομίσητε ότι ήλθον βαλείν ειρήνην επί την γην΄ ουκ ήλθον βαλείν ειρήνην, αλλά μάχαιραν» (Ματθ. 10, 34). Έτσι είπε ο Κύριος. Διάβαζε σαν να είναι ειπωμένο: δεν ήρθα να συμφιλιώσω την αλήθεια και το ψέμα, την σοφία και την βλακεία, το καλό και το κακό, το δίκαιο και την βία, την κτηνωδία και την ανθρωπιά, την αγνότητα και την ασωτία, τον Θεό και τον μαμωνά αλλά έφερα το ξίφος για να κόψω το ένα από το άλλο, για να μην ανακατεύονται.
Με τί να κόψεις, Κύριε; Με το ξίφος της αληθείας. Ή με το ξίφος τού λόγου τού Θεού, που είναι ίδιο. Αφού η αλήθεια είναι ο λόγος τού Θεού, και ο λόγος τού Θεού είναι η αλήθεια. Ο απόστολος Παύλος συμβουλεύει: πάρετε «την μάχαιραν του Πνεύματος, ό εστι ρήμα Θεού» (Εφ. 6 ,17). Ενώ ο άγιος Ιωάννης στο όραμα για τον Υιό τού Ανθρώπου Τον έβλεπε «εν τω μέσω των επτά λυχνιών όμοιον υιώ ανθρώπου… και εκ του στόματος αυτού ρομφαία δίστομος οξεία εκπορευομένη» (Αποκ. 1, 13-16). Το ξίφος που βγαίνει από το στόμα τί άλλο μπορεί να είναι παρά ο λόγος τού Θεού, ο λόγος τής αλήθειας; Τούτο το ξίφος έφερε ο Ιησούς Χριστός στη γη.
Τούτο το ξίφος είναι σωτήριο για τον κόσμο, και όχι η ειρήνη τού καλού με το κακό. Και τότε και τώρα και πάντα και για πάντα.
Το ότι αυτή η αντίληψη είναι σωστή φαίνεται από τα παρακάτω λόγια τού Χριστού: «ήλθον γαρ διχάσαι άνθρωπον κατά του πατρός αυτού και θυγατέρα κατά της μητρός αυτής και νύμφην κατά της πενθεράς αυτής» (Ματθ. 10, 35). Πράγματι, εάν ακολουθήσει ο γιός τον Χριστό και ο πατέρας παραμείνει στο σκοτάδι τού ψεύδους, το ξίφος της αλήθειας τού Χριστού θα τους χωρίσει. Η αλήθεια είναι πιο αγαπητή από τον πατέρα. Και εάν η κόρη ακολουθήσει τον Χριστό ενώ η μητέρα παραμείνει επίμονα στην απάρνηση του Χριστού, τί κοινωνία μπορεί να υπάρξει εκεί; Δεν είναι ο Χριστός πιο γλυκός από τη μητέρα; Κατά τον ίδιο τρόπο και με τη νύφη και την πεθερά της.
Όμως μην καταλάβεις λανθασμένα, ότι πρέπει εκείνος που γνώρισε και αγάπησε τον Χριστό αμέσως να αποχωριστεί σωματικά από τους συγγενείς του. Τούτο δεν το γράφει. Αρκεί με την ψυχή να είναι χωριστά, και στην ψυχή του να μην δέχεται τίποτα από τις άπιστες σκέψεις και πράξεις. Εφόσον εάν οι πιστοί αμέσως και σωματικά χώριζαν από τους απίστους, θα είχαν δημιουργηθεί στον κόσμο δυο αντίπαλα στρατόπεδα. Ποιός τότε θα μάθαινε τους απίστους και θα τούς διόρθωνε; Και ο ίδιος ο Κύριος υπέμενε τον άπιστο Ιούδα δίπλα Του τρία ολόκληρα χρόνια. Ο σοφός Παύλος γράφει: «Ηγίασται γαρ ο ανήρ ο άπιστος εν τη γυναικί, και ηγίασται η γυνή η άπιστος εν τω ανδρί» (Α’ Κορ. 7, 14).
Τελειώνοντας μπορώ να σου αναφέρω πώς αυτά τα λόγια τού Χριστού τα ερμηνεύει πνευματικά ο δοξασμένος Θεοφύλακτος της Αχρίδας ως εξής: «για τον πατέρα και τη μητέρα και την πεθερά εννόησε όλα τα παλιά, ενώ για τον υιό και την κόρη όλα τα νέα. Ο Κύριος λοιπόν θέλει οι νέες Του θεϊκές εντολές και διδαχές να νικήσουν όλες τις παλιές μας αμαρτωλές συνήθειες και έθιμα».
Έτσι τα λόγια για το ξίφος που φέρνει στη γη, εξολοκλήρου αντιστοιχούν στον Χριστό τον ειρηνοποιό και ειρηνοδότη. Ο Χριστός φέρνει την ουράνια ειρήνη του, σαν κάποιο ουράνιο βάλσαμο, σ’ εκείνους που ειλικρινά πιστεύουν σ’ Αυτόν. Αλλά δεν ήρθε να δημιουργήσει ειρήνη μεταξύ των υιών τού φωτός και των υιών τού σκότους
(Αγίου Νικολάου Βελιμίροβιτς, «Δρόμος δίχως Θεό δεν αντέχεται…», Ιεραποστολικές Επιστολές Α’, Εκδ. «Εν Πλω», σελ.36)

ΠΟΙΕΣ ΚΑΙ ΠΟΣΕΣ ΗΤΑΝ ΑΙ ΜΥΡΟΦΟΡΑΙ ΓΥΝΑΙΚΕΣ ΤΟΥ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟΥ; (ΑΓΙΟΥ ΔΑΜΑΣΚΗΝΟΥ ΣΤΟΥΔΙΤΟΥ – ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΟΥ ΑΡΤΗΣ


«…πόσες ἦταν οἱ Μυροφόρες γυναῖκες οἱ ὁποῖες ἐπῆγαν εἰς τόν Τάφον τοῦ Χριστοῦ μέ τά μύρα; Καί λέγομεν εἰς αὐτό ὅτι πολλές καί διάφοροι εἶναι αἱ Μυροφόρες πλήν οἱ κυριώτερες  Μυροφόρες γυναῖκες ἦταν ἑπτά. Αὐτές δέ ἦταν οἱ ἑξῆς:
Πρώτη εἶναι Μαρία ἡ Μαγδαληνή ἀπό τήν ὁποία ὁ Χριστός ἔβγαλε ἑπτά δαιμόνια καί διά τήν εὐεργεσίαν αὐτήν ἀκολουθοῦσε καί ἀγαποῦσε τόν Χριστόν. Μαγδαληνή δέ ὀνομάζετο ἡ Μαρία διότι ἐκατάγετο ἀπό τά Μάγδαλα. Μετά δέ τήν Ἀνάληψιν τοῦ Χριστοῦ ἐπῆγεν εἰς τήν Ρώμην, πρός τόν Αὐτοκράτορα Τιβέριον, ὁ ὁποῖος ἔπασχε ἀπό τόν ἕνα ὀφθαλμόν καί τόν ἐθεράπευσε. Διά τήν εὐεργεσίαν αὐτήν τῆς Μαρίας τῆς Μαγδαληνῆς ὁ Τιβέριος ἔφερε εἰς τήν Ρώμη τούς Ἀρχιερεῖς τῶν Ἰουδαίων καί τόν Πόντιον Πιλᾶτον καί ἀφοῦ τούς ἐδίκασε, τούς κατεδίκασε εἰς θάνατον, ἐπειδή ἐσταύρωσαν ἕναν ἀθῶον, τόν Ἰησοῦν Χριστόν. Τέλος ἡ Μαρία ἀπέθανεν εἰς τήν Ἔφεσον ὅπου καί τήν ἔθαψεν ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Θεολόγος. Ἀργότερον ὁ Βασιλεύς Λέων ὁ Σοφός ἔφερε τό ἅγιον λείψανόν της εἰς τήν Κωνσταντινούπολιν.
Δεύτερη Μυροφόρος εἶναι ἡ Σαλώμη, περί τῆς ὁποίας λέγουσι κάποιοι ὅτι ἦτο ἡ νόμιμη γυναῖκα τοῦ Ἰωσήφ τοῦ Μνήστορος. Ἄλλοι δέ λέγουν ὅτι ἦταν θυγατέρα τοῦ Ἰωσήφ τοῦ Μνήστορος, τό ὁποῖον εἶναι ἀληθέστερον, διότι ὁ Ἰωσήφ ὁ Μνήστωρ εἶχε ἑπτά παιδιά. Τέσσερα ἀγόρια, τόν Ἰάκωβον (ὁ ὁποῖος ὀνομάζετο μικρός) τόν Ἰωσῆν, τόν Σίμωνα καί τόν Ἰούδα, ὄχι τόν προδότην, ἀλλά τόν λεγόμενον Ἀδελφόθεον. Εἶχε δέ καί τρεῖς θυγατέρες, τήν Ἐσθήρ, τήν Θάμαρ καί τήν Σαλώμην τήν γυναῖκα τοῦ μικροῦ Ζεβεδαίου. Ὤστε ὅταν ἀκούεις αὐτό πού λέγεται στό Εὐαγγέλιο «Μαρία ἡ τοῦ Ἰακώβου τοῦ  μικροῦ καί Ἰωσῆ μήτηρ» (Μάρκ. ιε΄, 40) τήν Παναγία Θεοτόκον νόμιζε ὅτι λέγει, διότι ὡς μήτηρ τῶν τέκνων τοῦ Ἰωσήφ ἐφαίνετο ἡ Παναγία. Ἐκ τούτου δέ προκύπτει ὅτι ὁ Ἰωάννης ὁ Θεολόγος καί ὁ Χριστός ἦταν ἀνεψιός καί θεῖος. Ὁ μέν Χριστός θεῖος, ὁ δέ Ἰωάννης ἀνεψιός.
Τρίτη Μυροφόρος εἶναι ἡ Ἰωάννα, ἡ ὁποῖα ἦταν γυναίκα τοῦ Χουζᾶ, ὁ δέ Χουζᾶς αὐτός ἦτο ἐπίτροπος καί οἰκονόμος εἰς τόν οἶκον τοῦ βασιλέως Ἠρώδου.
Τέταρτη Μυροφόρος εἶναι ἡ Μαρία ἡ ἀδελφή του Λαζάρου, ἡ ὁποῖα καί προτύτερα εἰς τόν οἶκον της ἤλειψε τό Χριστόν μέ τό Μύρον, ὅταν ἀνέστησε τόν ἀδελφόν της τόν Λάζαρον, καθώς τό ἀναφέρει ὁ Εὐαγγελιστής Ἰωάννης λέγων: «Ἡ οὖν Μαρία λαβοῦσα λίτραν μύρου νάρδου πιστικῆς» ( Ἰω. ιβ΄, 3).
Πέμπτη Μυροφόρα εἶναι ἡ Μάρθα ἡ ἀδελφή τῆς Μαρίας καί τοῦ Λαζάρου, ἡ ὁποῖα καί πολλήν προθυμίαν ἔδειξε πρός τόν Χριστόν ἀπό τήν ἀρχήν, διότι αὐτή τόν ὑπηρέτει εἰς ὅλα τά σωματικά.
Ἕκτη Μυροφόρος εἶναι ἡ Μαρία ἡ γυναίκα τοῦ Κλωπᾶ. Κλωπᾶν δέ κάποιοι τόν Κλεόπαν ὀνομάζουσιν. Αὐτή τήν Μαρία ὁ Εὐαγγελιστής Ἰωάννης, ἀδελφήν τῆς Θεοτόκου τήν ὀνομάζει, λέγων εἰς τήν Σταύρωσιν αὐτό: «Εἰστήκεσαν δέ παρά τῷ Σταυρῷ τοῦ Ἰησοῦ ἡ μήτηρ αὐτοῦ καὶ ἡ ἀδελφὴ τῆς μητρὸς αὐτοῦ, Μαρία ἡ τοῦ Κλωπᾶ» (Ἰω. ιθ΄, 25).
Πῶς δέ ἦταν ἀδελφή τῆς Παναγίας ἀκούσατε. Ὁ Ἰωακείμ ὁ πατήρ τῆς Παναγίας, εἶχεν ἀδελφό, ὅστις ἀπέθανε χωρίς νά ἀποκτήσει τέκνον, κατά δέ τόν Νόμον τοῦ Μωϋσέως ἐπῆρε τήν νύμφην του διά γυναῖκα καί ἔκαμε ἀπό ἐκείνην αὐτήν τήν Μαρίαν. Ἀπό δέ τήν  Ἄννα ἔκαμε τήν Παναγίαν Θεοτόκον. Ὥστε λοιπόν ἀδελφή τῆς Παναγίας μας ἦταν ἀπό τόν πατέρα μόνον.
Ἑβδόμη Μυροφόρος εἶναι ἡ Σωσσάνα.

Ἦσαν δέ καί ἄλλες πολλές ὡς τό λέγει ὁ Εὐαγγελιστής Λουκᾶς  «αἵτινες ἦσαν διακονοῦσαι αὐτῶ» (Λουκ. η΄, 3 και Ματθ. κζ΄, 55) δηλαδή τόν Χριστόν.

  • Δαμασκηνοῦ Στουδίτου – Μητροπολίτου Ἄρτης- ΜΕΓΑΣ ΣΥΝΑΞΑΡΙΣΤΗΣ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ, ΤΟΜΟΣ ΙΔ΄, σελ. 38

Πέμπτη 27 Απριλίου 2017

«Καί ἀναστάντα τῇ τρίτῃ ἡμέρᾳ κατά τάς Γραφάς».


Τό σῶμα τοῦ Κυρίου δέν μποροῦσε νά κρατηθεῖ παντοτεινά στή φυσική νέκρωση. Δέν μποροῦσε νά ἀποσυντεθεῖ καί νά διαλυθεῖ. ῾Η φθορά φυσικά εἶναι φαινόμενο καθολικό τῆς πεσμένης φύσεως, καρπός τοῦ θανάτου πού ἦταν τό ἀλγεινό τίμημα τῆς ἁμαρτίας. Τό πανακήρατο ὅμως σῶμα τοῦ Χριστοῦ, ἄν καί πραγματικά νεκρωμένο, δέν μποροῦσε ὡστόσο νά παραδοθεῖ καί στή διαφθορά, νά λυώσει στό μνῆμα καί νά γίνει χῶμα· γιατί δέν ἦταν, ὅπως ἐπανειλημμένα ἐτονίσαμε, ἕνα κοινό σῶμα ἀνθρώπινο, ὑπήκοο στίς συνέπειες τῆς φυσικῆς νεκρώσεως καί τοῦ θανάτου. ῏Ηταν τό σῶμα τοῦ Θεοῦ, πού τό διαπεροῦσε ἡ θεότητα καί τό ἔκανε νά σφύζει ἀπό ζωήν ἡ θεία ἐνέργεια. ῞Ενα τέτοιο σῶμα ἦταν ἀπρόσβλητο στή διαφθορά. Καί πέθανε μέν πραγματικά στό σταυρό καί χωρίς πνοή κατατέθηκε στό μνῆμα· ἡ νέκρωση ὅμως αὐτή ἦταν προσωρινή, διαρκέσασα τόσο, ὅσο ἀπαιτοῦσε ἡ οἰκονομία τῆς λυτρώσεως. ῎Εμεινε νεκρωμένο στόν τάφο τρεῖς μέρες καί τρεῖς νύχτες, ὅσο δηλαδή χρειαζόταν ἡ ψυχή του γιά νά σκυλεύσει τό βασίλειο τοῦ ῞Αδη219.
Σύμφωνα μέ τή μαρτυρία τῶν Γραφῶν, τό σῶμα τοῦ Χριστοῦ ἀναστήθηκε τήν τρίτη ἡμέρα ἐκ τῶν νεκρῶν. Τό ἱερό Σύμβολο τῆς Πίστεως τή θεία ἀλήθεια στηρίζει στή μαρτυρία τῆς ἁγίας Γραφῆς («κατά τάς Γραφάς»), ἡ ὁποία γιά τήν ᾿Ορθόδοξη Καθολική ᾿Εκκλησία, μαζί μέ τήν ἱερά Παράδοση, ἀποτελεῖ τήν αὐθεντική πηγή τῆς πίστεώς της. Εἶναι ὁ γραπτός λόγος τοῦ Θεοῦ, στόν ὁποῖον τό Πνεῦμα τό ἅγιο κατέγραψε τό περιεχόμενο τῆς λυτρωτικῆς θείας ἀλήθειας, πού ἀπεκάλυψε στόν κόσμον ὁ ἔνσαρκος Λόγος τοῦ Θεοῦ. Σ᾿ αὐτήν ὑπάρχει φῶς, δύναμη καί ζωή. ῾Υπάρχει ἡ ἀλήθεια ἡ ὁποία μπορεῖ νά λυτρώσει ἀπό τά δεινά του τόν ταλαιπωρημένον ἄνθρωπο. Εἶναι πηγή τῆς χάριτος τοῦ Θεοῦ, τήν ὁποία διοχετεύει σ᾿ αὐτούς πού τή διαβάζουν μέ ταπείνωση καί ἀνεπιτήδευτη καρδιά, μέ καθαρμένο νοῦ καί αἴσθηση μεταποιημένη ἀπό τό Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ. Εἶναι πηγή ἀφθαρσίας καί ἀθανασίας.
῾Ο λόγος τῆς Γραφῆς εἶναι αὐθεντικός καί ἀλάθητος, στό μέτρο πού ἀλάθητο εἶναι καί τό Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ πού πνέει σ᾿ αὐτήν. ῾Η ἁγία Γραφή εἶναι βιβλίο θεόπνευστο220, ἀπαλλαγμένο ἀπό τή σχετικότητα καί τό ἐπισφαλές τῆς ἀνθρώπινης διάνοιας. Δέν ὑπάρχει πλάνη σ᾿ αὐτήν. Τήν ἁγία Γραφή φυλάσσει καί αὐθεντικῶς ἑρμηνεύει ἡ ᾿Εκκλησία, ἀποκρούουσα τίς αἱρετικές παρεκδοχές καί ἑρμηνεῖες της. Παράλληλα ὅμως καί ἡ Γραφή μαρτυρεῖ διά τήν ἀλήθεια τῆς ᾿Εκκλησίας. ῎Ετσι Γραφή καί Παράδοση221 ἀποτελοῦν τά δύο ἀκλόνητα βάθρα ἐπάνω στά ὁποῖα στηρίζεται ἡ ὅλη ζωή καί τό ἔργο τῆς ᾿Εκκλησίας. Στήν ᾿Ορθοδοξία ἡ ἁγ. Γραφή διαποτίζει τήν εὐσέβεια καί τή λατρεία της, ζωογονεῖ τό ἦθος καί τήν πνευματικότητά της, εἶναι ὁ δείκτης πού τήν προσανατολίζει καί τήν καθοδηγεῖ στή λυτρωτική διακονία της. ῾Η ἁγ. Γραφή εἶναι τό βιβλίο τοῦ κόσμου καί τῆς κτίσεως.
῾Η ᾿Ανάσταση τοῦ σώματος τοῦ Χριστοῦ ἀποτελεῖ τήν ἔμπρακτη πιστοποίηση καί τό ἐπιστέγασμα τοῦ λυτρωτικοῦ ἔργου τοῦ Σωτῆρος. ῎Αν στό σταυρό νικήθηκε ὁ θάνατος καί στόν ῞Αδη καταλύθηκε τό κράτος τῆς φθορᾶς, στήν ᾿Ανάσταση τό ἔργο αὐτό πιστοποιεῖται ἔμπρακτα, φαίνεται στίς φωτεινές καί ὁλοκάθαρες διαστάσεις του. ῾Η ἀποτίναξη τῆς φθορᾶς καί ἡ κατάποση τοῦ θανάτου ἀποτυπώνονται στό ἀφθαρτοποιημένο σῶμα τοῦ Χριστοῦ, πού ἀστράφτει ἀπό λαμπρότητα καί ἄφθαρτη φωταύγεια. Στό ἀναστημένο σῶμα τοῦ Κυρίου ἀπορρίφθηκε ὁλότελα ἡ σωματική ὑλικότητα. ᾿Ελεύθερο ἀπό τά ὑλικά τῆς φύσεως δεσμά, εἰσέρχεται κεκλεισμένων τῶν θυρῶν στό χῶρο πού ἦσαν συγκεντρωμένοι οἱ μαθητές222. ῎Εχει δέ ἀπορρίψει καί ὅλα τά ἀδιάβλητα πάθη τῆς φύσεως. Δέν ἔχει πλέον ἀνάγκες φυσικές. Μπαίνει σέ μία νέα οἰκονομία ζωῆς, στό στάδιο τῆς ἀδιάφθορης δόξας, ἀπό τήν ὁποίαν ποτέ πιά δέν πρόκειται ν᾿ ἀποχωριστεῖ. Καί εἶναι μέν γεγονός ὅτι καί μετά τήν ᾿Ανάστασή του ὁ Σωτήρ ἔφαγε ἐνώπιον τῶν μαθητῶν. Αὐτό ὅμως δέν σήμαινε ὅτι τό ἀναστημένο σῶμα του εἶχεν ἀνάγκη λήψεως ὑλικῆς τροφῆς. ῾Η βρώση ἐκείνη ἦταν βρώση «κατ᾿ οἰκονομίαν». ῎Εφαγε γιά νά πιστοποιήσει τήν ᾿Ανάστασή του, στήν ὁποία δυσπιστοῦσαν οἱ φοβισμένοι μαθητές, ὅτι δηλαδή αὐτός πού ἔβλεπαν μπροστά τους ἦταν ὁ πραγματικός τους διδάσκαλος καί ὄχι κάποιο πνεῦμα (φάντασμα), ὅπως στήν ἀρχή νόμιζαν223. Τί ἀπέγινε βέβαια ἡ τροφή πού ἔφαγεν ὁ Κύριος, ἡ ὁποία δέν ἦταν δυνατόν νά ὑποβληθεῖ στή διεργασία τῆς πέψεως καί τῆς ἀποβολῆς, δέν γνωρίζουμε.
῾Η ᾿Ανάσταση τοῦ Κυρίου ἦταν πανηγυρική πιστοποίηση τῆς θεότητος καί τῆς θείας παντοδυναμίας του. ῾Ο Χριστός ὡς Θεός ἀνέστησε αὐτός ἑαυτόν, ἐγείρας ἐκ τοῦ τάφου τό πρόσλημμα. Στή Γραφή ἡ ᾿Ανάσταση ἀποδίδεται καί στόν Πατέρα224. Τό δόγμα τῆς ᾿Αναστάσεως εἶναι ἀλήθεια πολύ σκληρή διά τή φυσική τοῦ ἀνθρώπου διάνοια. ῾Ο λόγος ταράσσεται στή θύμησή του. ᾿Αλήθεια, πῶς εἶναι δυνατό ν᾿ ἀναστηθεῖ ἀπό τό μνῆμα ἕνα σῶμα νεκρό καί ἀκίνητο; Αὐτό ὅμως πού δέν μπορεῖ ν᾿ ἀποδεχτεῖ ὁ ἀνθρώπινος λόγος, γίνεται ἀποδεκτό ἀπό τή φλογισμένη πίστη πού βλέπει τά πάντα δυνατά στήν παντοδύναμη θεία ἐνέργεια, στήν παντοκρατορική βουλή τοῦ ῾Υψίστου. «῞Οπου γάρ βούλεται Θεός νικᾶται φύσεως τάξις». Καί ἄν αὐτό ἔχει καθολικήν ἰσχύ στή φυσική τάξη τῶν πραγμάτων, στήν ἀνθρώπινη φύση τοῦ Χριστοῦ, στήν ὁποίαν κατοικοῦσε τό πλήρωμα τῆς θεότητος σωματικῶς225, στή φύση τή θεοποιημένη καί θεοϋπόστατη, ἡ θεία παντοδυναμία ἦταν κάτι πού ἀνέβλυζεν οἴκοθεν στό θεανθρώπινο θαῦμα, ὥστε ἡ ᾿Ανάσταση τοῦ Κυρίου, τό μέγιστο θαῦμα, νά εἶναι μία φυσιολογική συνέπεια τοῦ χριστολογικοῦ μυστηρίου, τῆς ὑποστατικῆς τῶν φύσεων ἑνώσεως.
Στήν ᾿Ανάσταση τοῦ Χριστοῦ ἡ φύση τοῦ ἀνθρώπου θάλλει στήν ἀρχέγονή της ὀμορφιά καί εὐγένεια. ῾Η εἰκόνα τοῦ Θεοῦ πού τόση φθορά ὑπέστη στή σήψη τῆς ἀποστασίας, ἀπέβαλε τά αἴσχη τῆς ἁμαρτίας, ἀπετίναξε τή μελάνωση τῆς φθορᾶς, ἀναλαβοῦσα καί πάλι καθαρούς καί ἐράσμιους τούς φωτοειδεῖς χαρακτῆρες της, τούς ὁποίους ἐζόφωσε ἡ βρωμερή πνοή τοῦ ἀρχαίου δράκοντα226. ῾Η θέωση στήν ἀφθαρτοποιημένη σάρκα τοῦ Κυρίου καθορᾶται στίς πλήρεις καί τέλειες διαστάσεις της. Τό πλάσμα ἐγκαθίσταται ἀμετακίνητα πλέον στόν Θεό, φωσφορίζον στή δόξα τῆς Τριάδος, ὁμόθρονο μέ τή θεότητα, ἀπό τήν ὁποίαν διαπερᾶται καί φλογίζεται. ῾Η ᾿Ανάσταση εἶναι ἡ θεοποίηση τοῦ καθαρμένου ὄντος!
῾Η ᾿Ανάσταση εἶναι ἡ γιορτή τῆς ᾿Ορθοδοξίας πού ἐκφράζει ὅσο τίποτε ἄλλο τή χριστόμορφη οὐσία της. Τή γιορτή αὐτή οἱ ᾿Ορθόδοξοι πανηγυρίζουν μέ κύματα ἱεροῦ ἐνθουσιασμοῦ καί ἑόρτιας χαρᾶς. Γι᾿ αὐτούς τό ὑπερφυές γεγονός εἶναι «ἑορτῶν ἑορτή καί πανήγυρις πανηγύρεων»227. Εἶναι ἡ γιορτή τοῦ Θεοῦ καί τῶν ἀνθρώπων, τό πανηγύρι τοῦ οὐρανοῦ καί τῆς γῆς. Σ᾿ αὐτήν τά πάντα εἶναι φωτοειδῆ καί φωτόμορφα, λάμπουν στή θεοείδεια τῆς ἀνακαινισμένης φύσεως. Γῆ καί οὐρανός συγχορεύουν στό ἀπερινόητο θαῦμα, εὐφραίνονται στή σωτήρια ἀκτίνα τῆς θείας εὐδοκίας. Τίποτε τό σκιερόν δέν ὑπάρχει σ᾿ αὐτήν. ῞Ολα εἶναι φῶς228 στό ἀναστημένο θαῦμα τοῦ Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ καί τῆς Παρθένου. ῾Η ᾿Ανάσταση εἶναι τό Πάσχα τό μέγα καί ἱερότατο, ἡ διάβαση ἀπό τήν πικρή περιοχή τῆς δουλείας τοῦ διαβόλου, στή γῆ τοῦ Θεοῦ «τήν ρέουσαν μέλι καί γάλα». Εἶναι δέ ἡ ᾿Ανάσταση τό Πάσχα πού περνάει πιασμένο χέρι – χέρι μέ τό Πάσχα τοῦ σταυροῦ, τό «σταυρώσιμο Πάσχα». Σταυρός καί ᾿Ανάσταση εἶναι τά δύο φωτεινά σήμαντρα τῆς λυτρώσεως, πού ὁ Θεός θέλησε νά περάσει ἀπό τόν Γολγοθᾶ καί τό ἀνοικτό μνημεῖο τῆς ῾Ιερουσαλήμ. Σ᾿ αὐτά βρίσκουν τό νόημά τους ἄγγελοι καί ἄνθρωποι, τά δημιουργηθέντα ὄντα καί ἡ κτίση ὁλόκληρη. ᾿Αλήθεια, πόσο χαμηλός καί ἐπιπόλαιος πρέπει νά εἶναι ὁ ἄνθρωπος, πού, παρά τό ὑπέροχο θαῦμα τῆς ζωῆς, προσπαθεῖ νά νοηματοδοτήσει τή ζωή του στά ἄχυρα καί τά σκουπίδια τῆς φθορᾶς· πού ἐξακολουθεῖ νά χαράζει τό δρόμο του ἐνάντια στήν ἀλήθεια, στή σκοτεινή περιοχή τοῦ θανάτου, ὄν δυστυχισμένο καί ἄρριζο, πού ποτέ δέν βάζει μυαλό ἀπό τήν κόλαση καί τή φρίκη τοῦ ὑπαρξιακοῦ χαλασμοῦ τῆς ζωῆς του!
ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
219. Τήν τριήμερη ταφή τοῦ Κυρίου στήν ὁποίαν ἀκολούθησε ἡ ἔνδοξή του ἀνάσταση, προτυπώνει ἡ τριήμερη παραμονή τοῦ ᾿Ιωνᾶ στήν κοιλία τοῦ θαλάσσιου κήτους, τό ὁποῖο, μετά τρεῖς μέρες ἀπό τήν κατάποση τοῦ προφήτη, τόν ἐξήμεσε στή στεριά.
220. 2 Τιμ. 3,16· «πᾶσα γραφή θεόπνευστος». ῾Η θεοπνευστία τῆς Γραφῆς σημαίνει ὅτι σ᾿ αὐτήν ὁμιλεῖ τό Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ καί ὅτι δέν ὑπάρχει στό γράμμα της ἀντίφαση καί ἀναλήθεια. Οἱ συγγραφεῖς τῶν βιβλίων τῆς ἁγ. Γραφῆς ἐμπνέονται μέν ἀπό τό Πνεῦμα τό ἅγιο, χωρίς ὡστόσο νά περιέρχονται σέ ἔκσταση κατά τήν ὥρα τῆς ἁγιοπνευματικῆς ἐμπνεύσεως. Αὐτό κυρίως τονίστηκε ἀπό τούς Πατέρες τῆς ᾿Εκκλησίας κατά τήν περίοδο τῶν ἐκστατικῶν φαινομένων καί τῆς ἐκκεντρικότητος τῆς Μοντανιστικῆς προφητείας. ῾Η θεοπνευστία φυσικά δέν εἶναι ἡ «κατά λέξιν» ἔμπνευση τῶν θείων ἀληθειῶν (ἡ κατά γράμμα θεοπνευστία). Σ᾿ αὐτό ἀντιβαίνουν· ὁ προσωπικός χαρακτήρας κάθε ἱεροῦ συγγραφέα, ὁ ὁποῖος διατηρεῖται ἀκέραιος στή θεόπνευστη συγγραφή· ἡ διαφορά (ὄχι ἀντίθεση ἤ ἀντίφαση) στήν ἔκθεση τῶν αὐτῶν πραγμάτων τῆς εὐαγγελικῆς διηγήσεως· καί, τέλος, οἱ μεταφράσεις τῶν βιβλίων τῆς ἁγ. Γραφῆς, πού 174
στήν περίπτωση τῆς «κατά λέξιν» θεοπνευστίας, θά ἦσαν ἀδιανόητες. ᾿Επίσης δέν εἶναι ὀρθή ἡ θεωρία ἡ τοποθετοῦσα τή θεοπνευστία στά οὐσιώδη μόνον μέρη τῆς ἁγ. Γραφῆς, δεχομένη δέ διά τά ἱστορικά ἁπλῆ ἐπιστασία τοῦ ἁγ. Πνεύματος. ῞Οπως ἀσύστατη εἶναι καί ἡ γνώμη, ὅτι ἡ θεοπνευστία περιορίζεται μονάχα στή δογματική καί ἠθική διδασκαλία καί γενικά σέ ὅ,τι ἀφορᾶ στή σωτηρία. ῾Η Γραφή ἀποτελεῖ σύνολο ἑνιαῖο, τό ὁποῖο δέν μπορεῖ κανείς νά τό κομματιάζει σύμφωνα μέ τίς προσωπικές του ἀρέσκειες, ὅπως κάνουν ὀρθολογιστές θεολόγοι, οἱ ὁποῖοι οὔτε τήν ἱερά Παράδοση δέχονται οὔτε καί τήν αὐθεντία τῆς ᾿Εκκλησίας, πού εἶναι ἡ μόνη πού μπορεῖ νά διακρίνει καί νά καθορίζει ποιά ζητήματα εἶναι οὐσιώδη καί ποιά ἐπουσιώδη καί δευτερεύοντα στήν ἁγία Γραφή (Βλ. Χρήστου ᾿Ανδρούτσου, Δογματική (1907), σ. 4 ἑξ.).
221. ῾Υπερβολική τιμή πού φτάνει τά ὅρια τῆς λατρείας, ἀποδίδουν στή Γραφή οἱ Προτεστάντες, τήν ὁποία θεωροῦν ὡς τή μόνη πηγή τῆς θείας ἀλήθειας καί ὡς τό μόνο ρυθμιστικό παράγοντα τῆς εὐσεβείας καί τοῦ ἔργου τους. ῾Ο σεβασμός βέβαια αὐτός –ἄν καί ὑπερβολικός– εἶναι δικαιολογημένος. Δυστυχῶς ὅμως οἱ ἐκκλησιολογικές προϋποθέσεις τους δέν τούς ἐπέτρεψαν νά κρατήσουν, παράλληλα μέ τή Γραφή, καί τήν ἱερά Παράδοση, πού γιά μᾶς τούς ᾿Ορθοδόξους, ἀποτελεῖ τήν ἄλλη ἰσότιμη καί ἰσόκυρη πηγή τῆς θείας ἀποκαλύψεως. ῎Ετσι στερήθηκαν τή ζωτική δύναμη πού διοχετεύει τό Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ στή συνείδηση τῆς ᾿Εκκλησίας, πού τόσο πλούσια ἐκφράζεται στή βιωμένη της ἀλήθεια, ὅπως αὐτή ἀποτυπώνεται στήν ἱερή της παράδοση.
222. ᾿Ιω. 20,19.
223. Λουκ. 24,37.
224. Πράξ. 2,24. 13,34.
225. «᾿Εν αὐτῷ κατοικεῖ πᾶν τό πλήρωμα τῆς θεότητος σωματικῶς» (Κολ. 2,9).
226. Τή φθορά τῆς φύσεως καί τήν κατάλυσή της διά τοῦ λυτρωτικοῦ ἔργου τοῦ Χριστοῦ ὡραιότατα περιγράφει ὁ ἅγιος Γρηγόριος Νύσσης· «Χρυσῆ τις τό καταρχάς ἡ ἀνθρώπινη φύσις, καί λάμπουσα τῇ πρός τό ἀκήρατον ἀγαθόν ὁμοιότητι· ἀλλά δύσχρους καί μέλαινα μετά τοῦτο τῇ ἐπιμιξίᾳ τῆς κακίας ἐγένετο… ἧς θεραπεύων τήν δυσμορφίαν ὁ πάντα ἐν σοφίᾳ τεχνιτεύων Θεός, οὐ καινόν τι κάλλος ἐπ᾿ αὐτήν μηχανᾶται, ὅ μή πρότερον ἦν, ἀλλ᾿ ἐπί τήν πρώτην ἐπανάγει χάριν, δι᾿ ἀναλύσεως τήν τῷ κακῷ μελανθεῖσαν μηχανεύων πρός τό ἀκήρατον» (Εἰς τά ἄσμ. τῶν ἀσμ., Ρὒ 44,832 ΑΒ).
227. Κανών Κυριακῆς τοῦ Πάσχα (᾿ῼδή Η´. ῾Ο Εἱρμός).
228. «Νῦν πάντα πεπλήρωται φωτός, οὐρανός τε καί γῆ καί τά ὑποχθόνια». (Κανών Κυρ. τοῦ Πάσχα, ᾿ῼδή

Ανάσταση του Χριστού και αιώνια ζωή


Ανάσταση του Χριστού και αιώνια ζωή

Ανάσταση του Χριστού και αιώνια ζωή
Μιχαήλ Χούλη, Θεολόγου
Το σπουδαιότερο γεγονός στην ιστορία είναι η ανάσταση του Χριστού. Ο αρνητής Ρενάν δήλωσε ότι ο Χριστιανισμός στηρίζεται σε έναν άδειο τάφο. Ο απ. Παύλος επισημαίνει ότι η ανάσταση του Χριστού προετοιμάζει και την δική μας ανάσταση κατά την Δεύτερη Παρουσία Του. Ο Θεάνθρωπος αναστήθηκε και ένωσε έτσι ουρανό και γη, συμφιλίωσε Θεό και άνθρωπο, γκρέμισε το φράγμα μεταξύ Θεού και ανθρώπων και άνοιξε τον Παράδεισο για όλους. Είναι ο μεγάλος ειρηνοποιός με το αίμα του σταυρού Του. Υπάκουσε ως νέος Αδάμ στον Θεό Πατέρα και μάλιστα μέχρι θανάτου. Είναι γι’ αυτό ο μοναδικά αυθεντικός άνθρωπος στην ιστορία. Και «δεν υπάρχει μεγαλύτερη αγάπη από το να δώσεις την ζωή σου γι’ όσους αγαπάς», δίδαξε ο Χριστός και το έκανε πράξη με τη θυσία Του. Άλλωστε ο ίδιος ο Χριστός είχε προαναγγείλει όσο ζούσε επί της γης την δική Του ανάσταση: Θυμίζουμε τα λόγια του: «Γκρεμίστε αυτόν τον ναό και σε τρεις ημέρες θα τον οικοδομήσω και πάλι» (Ιω. 2,19). Τότε νόμιζαν πως εννοεί τον ναό των Ιεροσολύμων, αλλά μετά την ανάστασή του φάνηκε καθαρά ότι μιλούσε για το ένδοξο σώμα Του. Και θυμίζει η θυσία του Χριστού τη γνωστή διήγηση (εγκώμιο) περί της πελεκάνου – μάνας, η οποία διαθέτοντας αίμα που παρέχει ανοσία στο δηλητήριο του φιδιού, δεν φείδεται και αυτής της ζωής της, σκίζοντας με το ράμφος της το στήθος της, προκειμένου το αίμα που ξεπετάγεται να επουλώσει τις πληγές και να σώσει τα τραυματισθέντα από το επικίνδυνο ερπετό νεογνά της.
Στο πρόσωπο του Χριστού πραγματοποιήθηκαν οι πάμπολλες προφητείες της Παλαιάς Διαθήκης και του εθνικού κόσμου για τον ερχόμενο Μεσσία. Οι προφητείες μάλιστα αυτές καταγράφτηκαν σε διάστημα 1.200 περίπου ετών, από διαφορετικούς ανθρώπους και σε διαφορετικά γεωγραφικά περιβάλλοντα: «Να, ο βασιλιάς σου έρχεται σε σένα, πράος και ταπεινός, επιβαίνων σε ένα γαϊδουράκι» (Ζαχ. 9,9) – «όρισαν την αμοιβή μου στα τριάντα αργύρια» (Ζαχ.11,12) – «τρύπησαν τα χέρια μου και τα πόδια μου» (Ψ. 22,16) – «κόκκαλό Του δεν θα σπάσει» (Ψ. 34,20) – «στη δίψα μου με πότισαν με ξύδι» (Ψ. 69,21) – «Αυτός τραυματίστηκε για τις δικές μας ανομίες…… με τις δικές Του πληγές εμείς γιατρευτήκαμε», επισημαίνει ο Ησαΐας (53,4-5) – «μοιράστηκαν τα ρούχα μου μεταξύ τους και για το εξωτερικό μου ιμάτιο έριξαν κλήρο» (Ψ. 22,18) – «Ο τάφος Του ορίστηκε με τους κακούργους. Όμως, στο θάνατο Του στάθηκε με τον πλούσιο» (Ησαΐας 53,9) – «δεν θα εγκαταλείψεις την ψυχή μου στον άδη, ούτε θα επιτρέψεις στον άγιόν σου να γνωρίσει σωματική αποσύνθεση (διαφθορά)» (Ψλμ. 15,10) – Ο Δανιήλ, εκτός άλλων προφητειών, αναφέρθηκε σε διάστημα «Εβδομήντα εβδομάδων», μέχρι να εμφανιστεί και χριστεί ο Άγιος των αγίων, ο «Ηγήτωρ Χριστός», ο οποίος μάλιστα, όπως γράφει, θα θανατωθεί, «θα εκκοπεί, και όχι για τον εαυτό του» (9, 25-27) – Η τραγωδία «Προμηθέας Δεσμώτης» ακόμη, του Αισχύλου, ομιλεί για ένα Θεό που μόνο αυτός κατεβαίνοντας στον άδη θα λύτρωνε τον Προμηθέα και θα έπαιρνε πάνω Του τα πάθη του.
Στο τριήμερο του θανάτου του Κυρίου (Παρασκευή 15:00 – 18:00: τμήμα ημέρας, Παρασκευή 18:00 – Σάββατο 18:00: πλήρες 24ωρο και Σάββατο 18:00 – Κυριακή πρωινές ώρες) και πριν γίνει η ζωηφόρος ανάστασή Του, ο Θεάνθρωπος (η ανθρώπινη ψυχή Του ενωμένη με τη θεότητά Του) μετέβη στον άδη και λύτρωσε τα εν τη φυλακή πνεύματα (όσους είχαν τις προϋποθέσεις να αποδεχθούν το κάλεσμά Του). Γι’ αυτό η Εκκλησία σταματά το πένθος την Μ. Παρασκευή το πρωί, όταν τελείται η ακολουθία της Αποκαθήλωσης. Διότι ο Λυτρωτής έχει ήδη θριαμβεύσει επί του θανάτου.
Στην ανάσταση του Ιησού Χριστού αναφέρονται: Εκτός από τους τέσσερις ευαγγελιστές Ματθαίο, Μάρκο, Λουκά και Ιωάννη -οι οποίοι έγραψαν τα πιο υπέροχα κείμενα όλων των εποχών, και μίλησαν για τη ζωή και το έργο του Θεανθρώπου ως αυτόπτες και αυτήκοοι μάρτυρες- και οι ιστορικοί Ιώσηπος και Φίλωνας, ο Τάκιτος, ο Σουετώνιος, ο Πλίνιος, ο Φλέγοντας, ο Θαλλός, οι Ιουδαϊκές Πηγές, ο Σεραπίωνας, ο Λουκιανός κ.α.
Και οι τέσσερις ευαγγελιστές αναφέρουν ότι ο τάφος του Κυρίου βρέθηκε άδειος, ότι τον φυλούσαν 16 ένοπλοι φρουροί, ότι η πέτρινη ταφόπλακα ήταν πολύ βαριά για να μετακινηθεί και ότι οι απόστολοι από τη μεγάλη τους δειλία είχαν κρυφτεί ήδη πριν από τη δίκη του Χριστού. Ακόμη, οι Ιουδαίοι θα είχαν σταματήσει τη μαρτυρία της ανάστασης από την αρχή της, αν παρουσίαζαν δημοσίως το δήθεν κλεμμένο σώμα του Ιησού. Δεν το έκαναν, διότι δεν το είχαν. Είχε πραγματικά αναστηθεί. Για τον ίδιο λόγο δεν συνέφερε τους ίδιους τους Ιουδαίους να το πάρουν. Εφοβούντο τη διάδοση της ανάστασης.
Ο απόστολος Παύλος επιπρόσθετα δηλώνει ότι ο αναστημένος Χριστός εμφανίστηκε σε πολλές περιπτώσεις στους μαθητές Του, και ότι πάνω από 500 μαθητές τον είδαν. Για 40 ημέρες και όλες τις ώρες της ημέρας, μιλούσε μαζί τους, έφαγε μαζί τους, τους συμβούλευε, προχωρούσαν μαζί κ.λπ. Οι ίδιοι αυτοί μαθητές με την απαράμιλλη διδασκαλία τους και τα θαύματα που με τη δύναμη της Χάρης Του έκαναν, τράβηξαν ως ζωντανοί μαγνήτες χιλιάδες ψυχές στην σωτήρια αλήθεια της Εκκλησίας. Δεν ήσαν τρελοί.
Ο απ. Παύλος ήταν ένας από αυτούς που είδε τον αναστημένο Χριστό μέρα μεσημέρι στο δρόμο προς Εμμαούς, ενόσω ιππεύοντας έτρεχε για να συλλάβει χριστιανούς. Άλλαξε η ζωή του καθ’ ολοκληρίαν. Οι αριστουργηματικές επιστολές του (από το 51 μ.Χ.) και οι Πράξεις των αποστόλων αποδεικνύουν ότι όχι μόνο δεν ήταν τρελός, αλλά υπήρξε πολύ συγκροτημένη προσωπικότητα και ο μεγαλύτερος ιεραπόστολος των αιώνων μετά τον Χριστό (επανειλημμένως φυλακίστηκε, λιθοβολήθηκε, υπέστη ναυάγια, σκευωρίες, μαστιγώσεις και τέλος μαρτύρησε για τον Χριστό). Μεταστράφηκε άλλωστε τρία χρόνια περίπου μετά την ανάσταση του Χριστού και στις επιστολές του περιγράφει την πίστη της πρώτης Εκκλησίας, που του δόθηκε αρχικά από τους αποστόλους (σας παρέδωσα αυτό που και εμένα μού παραδόθηκε: ότι ο Χριστός έπαθε, ετάφη και ύστερα ανέστη εκ νεκρών…). Άρα εξ αρχής η Εκκλησία πίστευε στην θεότητα και ανάσταση του Χριστού και δεν διαμορφώθηκε η πίστη αυτή εκ των υστέρων.
Άλλωστε τι θα είχαν να κερδίσουν οι απόστολοι λέγοντας ψέματα στον κόσμο, στους αρχιερείς και τις Ρωμαϊκές Αρχές; Τίποτε θετικό, παρά μόνο φυλακίσεις, μαστιγώσεις, θάνατο. Ήξεραν από την αρχή τι τους περίμενε. Κι όμως επέμειναν και υπέμειναν μέχρι τέλους χάριν της αληθείας και της σωτηρίας των ανθρώπων. Και οι δέκα μάλιστα πρόσφεραν το αίμα τους (και πολλοί άλλοι αρχικοί μαθητές Του) στο βωμό της αληθείας, παρεκτός του προδότη Ιούδα που αυτοκτόνησε και του ευαγγελιστή Ιωάννη που κοιμήθηκε σε βαθειά γεράματα. Πρώτος ο ιερός Χρυσόστομος, και στα νεώτερα χρόνια ο φυσικομαθηματικός Βλάσιος Πασκάλ, υποστήριξαν ότι οφείλουμε να πιστεύουμε στα αυθεντικά γεγονότα για τα οποία οι μάρτυρές τους έδωσαν το αίμα τους.
Η μαρτυρία της Καινής Διαθήκης είναι η μαρτυρία για την Θεότητα του Ιησού. Ο Χριστός είχε πλήρη συνείδηση ότι ήταν Θεός. Ο ίδιος αποκαλύπτει: «Πριν γεννηθεί ο Αβραάμ εγώ υπάρχω» (Ιω. 8,58). Ακόμη λέγει: «Εγώ και ο Πατέρας είμαστε ένα» (Ιω. 10,30). Και όταν ο Φίλιππος τού ζήτησε να τους δείξει τον Πατέρα Του, του είπε: «Τόσο καιρό είμαι μαζί σας Φίλιππε και δεν με γνώρισες; Εκείνος που έχει δει εμένα έχει δει τον Πατέρα» (Ιω. 14,9). Παραθέτουμε επίσης τα λόγια του δύσπιστου απ. Θωμά, μετά από την πρόσκληση του αναστάντα Χριστού να αγγίξει τις πληγές Του. Του λέει με δάκρυα στα μάτια ο Θωμάς: «Ο Κύριός μου και ο Θεός μου» (Ιω. 20,28). Τότε ο Κύριος όχι μόνο δεν αρνήθηκε ότι είναι Θεός, αλλά τον παρατήρησε επειδή πίστεψε σ’ Αυτόν αφού τον είδε, ενώ ευτυχισμένοι θα είναι Του λέει όσοι πιστέψουν σε Αυτόν χωρίς να τον δουν.
Έπειτα, τα ευαγγέλια αναφέρουν την αλήθεια και μόνο την αλήθεια:
– Αναφέρουν οι ευαγγελιστές π.χ. πως από την έντονη προσευχή και την αγωνία στον κήπο της Γεσθημανή, λίγο πριν συλληφθεί, έσταζαν από το πρόσωπό του Θεανθρώπου χοντρές σταγόνες ιδρώτα και αίμα, γεγονός που πιστοποιεί ότι είναι δυνατόν να γίνει η σύγχρονη ιατρική – από την πληγή Του πάνω στο σταυρό εξάλλου έτρεξε αίμα και νερό, διασώζει ο ευαγγελιστής Ιωάννης. Ο ορός αυτός (νερό και αιμοσφαίρια), που σχηματίζεται στο περικάρδιο ενός νεκρού ανθρώπου και σταματά την κίνηση της καρδιάς, είναι σήμερα μια μοναδική ιατροδικαστική απόδειξη ότι ο αρχηγός της Ζωής είχε πράγματι πεθάνει – Ο Χριστός συγχώρεσε τους σταυρωτές του πάνω από το σταυρό, που δεν θα έκανε αν ήταν ψεύτης, ιδιοτελής ή παρανοϊκός – ακόμη, πώς οι Ιουδαίοι πίστεψαν έναν άνθρωπο ως Θεό, τη στιγμή που λιθοβολούσαν οποιονδήποτε επιχειρούσε να αναγορευτεί Θεός, αν δεν ήταν πράγματι ο Ιησούς ο ίδιος ο Υιός του Θεού; – Γιατί τον ακολούθησαν εκατομμύρια μάρτυρες, αφού τους είχε ενημερώσει ότι οι οπαδοί του θα υποστούν μαρτύρια και διώξεις; – Ποιος γνωρίζει καλύτερα τον πατέρα του, παρά μόνο τα παιδιά του και οι πλησιέστεροι συγγενείς; Η μαρτυρία επομένως των αποστόλων για τη θεότητά Του είναι αυθεντική, αφού τον έζησαν 3 χρόνια, άκουσαν τη διδασκαλία Του, είδαν τα θαύματά Του και την ανάστασή Του – τοπωνύμια, πρόσωπα, πολιτικοί και θρησκευτικοί τίτλοι, ονόματα, συνήθειες της εποχής κ.α. αποδείχθηκαν από την αρχαιολογία απολύτως πραγματικά και ιστορικά ώστε να θαυμάζει κανείς για την απλότητα και σοβαρότητα των διηγήσεων – οι διηγήσεις περί του πάθους Του είναι απολύτως ρεαλιστικές (όχι φανταστικές και μυθικές ιστορίες όπως στα απόκρυφα Ευαγγέλια) και δεν κάνουν οι ευαγγελιστές καμία αρνητική κριτική για τους διώκτες του Χριστού, τον Ιούδα, τους αρχιερείς και τους Ρωμαίους (αν και γράφτηκαν από χριστιανούς μάρτυρες των γεγονότων), πράγμα που πιστοποιεί την υπευθυνότητα των ευαγγελιστών – άλλωστε δεν διστάζουν τα ευαγγέλια να καταγράψουν την ολιγοπιστία και την δειλία των μαθητών, ή ότι ένας λ.χ. κορυφαίος απόστολος όπως ο απ. Πέτρος τον αρνήθηκε τρεις φορές. Μάλιστα ο για τρία χρόνια μαζί του ευρισκόμενος και μαθητευόμενος Ιούδας τον πρόδωσε στους αρχιερείς και τους Ρωμαίους, σημαντικότατο παράπτωμα που δεν αποκρύπτουν οι ευαγγελιστές.
Τέλος, διαθέτουμε σήμερα πάνω από 24.000 τμήματα αντιγράφων της ελληνικής Αγίας Γραφής (Παλαιάς και Καινής Διαθήκης), που απέχουν ελάχιστα χρόνια από τα πρωτότυπα και που διαφέρουν μεταξύ τους μόνο σε ορισμένες λεπτομέρειες. Για να καταλάβουμε τι σημαίνει αυτό εξηγούμε πως ο αριθμός των καλυτέρων αντιγράφων κειμένων των αρχαίων Ελλήνων και Ρωμαίων συγγραφέων κυμαίνεται από 3-5 (Κάτουλλος – Αριστοτέλης) έως και 100 το πολύ αντίγραφα (Σοφοκλής), με εξαίρεση την Ομηρική Ιλιάδα που ανέρχεται σε 643 σωζόμενα χειρόγραφα. Ακόμη, το χειρόγραφο π.χ. John Ryland, που περιέχει τμήμα του κατά Ιωάννην Ευαγγελίου, χρονολογείται περί το 130 μ.Χ., δηλαδή 30 μόλις χρόνια περίπου μετά την συγγραφή του τελευταίου ευαγγελίου! Δηλαδή τα Βιβλικά κείμενα είναι τα αρχαιότερα και πολυπληθέστερα διασωθέντα χειρόγραφα, σε αντίθεση με όλα τα άλλα διασωθέντα των Ελλήνων και Ρωμαίων αρχαίων συγγραφέων (Πλάτωνα, Θουκιδίδη, Σοφοκλή, Αριστοτέλη, Ιουλίου Καίσαρα κ.α.), που απέχουν από την χρονολογία πρωτότυπης συγγραφής τους από 1.000 (Ιούλιος Καίσαρας) έως και 1.600 περίπου χρόνια (Κάτουλλος). Για παράδειγμα, έργα του Ομήρου δεν έχουμε πριν τον 13ο αι. μ.Χ., τα αρχαιότερα διασωθέντα κείμενα του Πλάτωνα χρονολογούνται τον 9ο αι. μ.Χ., του Θουκιδίδη η Ιστορία και του Ηροδότου σώζονται σε χειρόγραφα του 10ου αι. μ.Χ., κ.ο.κ.
Γιατί τότε πολλοί δεν πιστεύουν στη Θεανδρικότητα του Χριστού και στην Ανάστασή Του; Διότι ο Χριστός ήταν, είναι και θα είναι μυστήριο λειτουργικό: δεν συλλαμβάνεται ορθολογιστικά, αλλά αποκαλύπτεται εσωτερικά, εκκλησιαστικά, μυστηριακά και δια του Αγίου Πνεύματος. Ο ίδιος αποκαλύπτει το μυστήριο της ‘νέας γέννησης’ στον άρχοντα Νικόδημο, της αναγέννησης δηλαδή του πιστού δια της Θείας Χάριτος. Αυτό φάνηκε και στον δρόμο προς Εμμαούς, όπου οι πορευόμενοι μ’ Αυτόν μαθητές δεν τον αναγνώρισαν παρά μόνο όταν τέλεσε την Θεία Κοινωνία μπροστά τους. Αλλά και στον δύσπιστο Θωμά, και μέσω αυτού σε μας, προφητεύει ότι ευτυχισμένοι θα είναι όσοι δεν τον βλέπουν με τα σωματικά τους μάτια, αλλά εμπειρικά τον ζουν με τα μάτια της αγιοπνευματικής ζωής.
Οι προϋποθέσεις για αυτήν την συνάντηση με τον Χριστό είναι μια ζωή ταπείνωσης, αγάπης, καθαρής καρδιάς και συμμετοχής στα εκκλησιαστικά μυστήρια. Το μυστήριο του Σταυρού και της Αναστάσεως του Θεανθρώπου είναι μυστήριο σωτηρίας, από τώρα και για την αιωνιότητα. Δεν πρέπει λοιπόν να το προσεγγίζουμε μόνο συναισθηματικά και ιστορικά, αλλά ασκητικά και μυστηριακά. Θα πρέπει να συμμετέχουμε, ζώντες εν μετανοία, στις εντολές του Χριστού και κοινωνώντας μετά από εξομολόγηση το θεωμένο και ζωηφόρο σώμα και αίμα του Χριστού στην θεία Ευχαριστία. Ο σταυρός είναι ο άξονας ζωής για όλες τις δραστηριότητές μας και όλες τις σκέψεις μας. Οφείλουμε να ζούμε θυσιαστικά προς τους άλλους, αρνούμενοι τον εγωισμό μας, όπως ο Κύριος που είναι το σφαγμένο για χάρη μας αρνίο. Μόνο τότε θα αναστηθεί ο Χριστός στην καρδιά μας και θα γνωρίσουμε την δόξα Του. Δηλαδή πρέπει να θάψουμε τη μιζέρια μας, την κακόγλωσση συμπεριφορά μας, τις ζήλειες μας, τις αρνητικές φαντασιώσεις μας, την αδικία μας, το μίσος και γενικά τα πάθη μας.
Όλα αυτά να τα μεταμορφώσουμε σε ανιδιοτελή προσφορά προς τον συνάνθρωπό μας, ενώ παράλληλα, πνευματικά, θα επικοινωνούμε δια της προσευχής προς τον μόνο μεσίτη μεταξύ Θεού και ανθρώπων, τον Κύριο Ιησού, που καταδέχθηκε τα πάθη δια την ημών σωτηρία, χωρίς να είναι υποχρεωμένος να το κάνει. Το έκανε από την άπειρη αγάπη του προς εμάς. Έτσι και εμείς να πράττουμε, για να βαδίζουμε προς τον αγιασμό μας και τη θέωσή μας.

Γιατί μόνο ο Ευαγγελιστής Ιωάννης αναφέρει το μέγιστο γεγονός της Ανάστασης του φίλου του Χριστού Λαζάρου, ενώ οι άλλοι Ευαγγελιστές το αποσιωπούν;



Γιατί μόνο ο Ευαγγελιστής Ιωάννης αναφέρει το μέγιστο γεγονός της Ανάστασης του φίλου του Χριστού Λαζάρου, ενώ οι άλλοι Ευαγγελιστές το αποσιωπούν;


Γιατί μόνο ο Ευαγγελιστής Ιωάννης αναφέρει το μέγιστο γεγονός της Ανάστασης του φίλου του Χριστού Λαζάρου, (Ιωανν. κεφ. 11), ενώ οι άλλοι Ευαγγελιστές το αποσιωπούν;

Δεν έγραψαν οι άλλοι Ευαγγελιστές περί αυτού του γεγονότος, γιατί κατά την συγγραφή των Ευαγγελίων τους, ο Λάζαρος ζούσε και τον έβλεπαν και γιατί ο ίδιος ο Λάζαρος διηγούταν το θαύμα. Ο Άγιος Ιωάννης όμως, το έγραψε μετά την κοίμηση του Λαζάρου, (στην Κύπρο το 63 μ.Χ), και μάλιστα λέγουν πολλοί, ότι για αυτό και μόνο το θαύμα, που έγινε στην Βηθανία, που ο Κύριος τον Ανέστησε ενώ ήταν ήδη τέσσερις μέρες στον τάφο, (και βεβαίως περί της θεολογίας της ανάρχου Γεννήσεως του Χριστού), συνέγραψε το Ευαγγέλιο.
Επί τη ευκαιρία, ο Ευαγγ. Ματθαίος, έγραψε το Ευαγγέλιο οκτώ χρόνια μετά την Ανάληψη του Ιησού, ο Ευαγγ. Μάρκος δέκα χρόνια μετά την Ανάληψη του Ιησού, ο Ευαγγ. Λουκάς δεκαπέντε χρόνια μετά την Ανάληψη του Ιησού. Ο άγιος Ιωάννης το έγραψε δύο χρόνια μετά την κοίμηση του Λαζάρου ή τριάντα δύο χρόνια μετά την Ανάληψη του Χριστού.
Επεξεργασία, Ορθόδοξες – Απαντήσεις
Απρίλιος 2014

Πόσα χρόνια πρέπει να περάσουν για να κάνουμε εκταφή του νεκρού μας;


Κανονικά, εκταφή του νεκρού ΔΕΝ γίνεται, εκτός αν υπάρχει σοβαρός λόγος…(μεταφορά οστών στην πατρίδα του νεκρού, ταφή μέλους ίδιας οικογένειας στον ίδιο τάφο κλπ). Εκταφή δεν γινότανε ούτε παλιά και αυτό πιστοποιείται από τις αρχαιολογικές ανασκαφές που ακόμα και σήμερα φέρνουν στο φως χριστιανικούς τάφους πολλών αιώνων που ουδέποτε ανοίχτηκαν. Ακόμα από ορισμένους κανόνες που τιμωρούν την τυμβωρυχία (όπως ο ζ’ κανόνας του Γρηγορίου Νύσσης) φαίνεται ότι υπονοούν ότι δεν επέτρεπε η τότε συνήθεια να μετακινούνται από τους τάφους τα οστά.
Δεν θα υπήρχε βέβαια ωραιότερο πράγμα από το να αναπαύεται κανείς «μέχρι της κοινής αναστάσεως» στον τάφο του, προσβλέποντας κατά τον ωραίο συμβολισμό προς την ανατολή και περιμένοντας την έσχατη σάλπιγγα. (Ι.Μ.Φουντούλης)
Αν πρέπει όμως για κάποιους λόγους να γίνει εκταφή, καλό είναι να έχουν περάσει τουλάχιστον 3 χρόνια, ή τέλος πάντων διάστημα αρκετό ώστε να έχει γίνει πλήρης αποσύνθεση του σώματος και σε καμία περίπτωση χρονικό διάστημα μικρότερο των 2 ετών. Δυστυχώς, στις μεγάλες πόλεις λόγω περιορισμένου χώρου γίνεται εκταφή και τα λείψανα μεταφέρονται μέσα σε οστεοθήκες σε ειδικό χώρο.
Όμως πραγματικά υποφέρουμε από έλλειψη χώρου; Ας δούμε μια απλοϊκή αριθμητική συλλογική:
Στην Ελλάδα κάθε χρόνο έχουμε περίπου 100.000 νεκρούς.
Ο κάθε τάφος καταλαμβάνει περίπου 3 τετραγωνικά χώρο.
Άρα κάθε χρόνο χρειαζόμαστε 300 στρέμματα γης για να θάβουμε τους νεκρούς μας.
Νομίζετε ότι είναι υπερβολικό το νούμερο;;
Μάλλον όχι, αφού τα 300 στρέμματα αναλογούν σε όλη την ελληνική επικράτεια άρα ο κάθε νομός, χρειάζεται περίπου 6 στρέμματα ετησίως.
Βέβαια ένας μικρός νομός θα χρειαστεί λιγότερα και ένας μεγάλος πολύ περισσότερα. Όμως χώρος υπάρχει και μάλιστα πολύς. Γιατί δεν μπορεί να έχουμε χώρο για γήπεδα, τεράστια εμπορικά κέντρα, μεγάλες μονάδες παντός τύπου, νεροτσουλήθρες και πίστες αυτοκινήτων και να λέμε ότι δεν έχουμε χώρο να θάψουμε τους νεκρούς μας…Εκτός και αν βγάλουμε όλες τις περιοχές ακατάλληλες για κοιμητήρια και κατάλληλες για κάθε άλλη χρήση.
Τα 6 λοιπόν, κατά μέσο όρο, αυτά στρέμματα μπορούν να φιλοξενήσουν 2.000 τάφους.
Υπάρχει κανένας λόγος το κοιμητήριο να βρίσκεται στο κέντρο της κάθε πόλης ή του κάθε χωριού; Όχι βέβαια. Παλιά αυτό ήταν υποχρεωτικό, γιατί ούτε μέσα υπήρχαν να μεταφερθεί εύκολα ο νεκρός, αλλά ούτε μπορούσαν και να διανύσουν μια μεγάλη απόσταση αυτοί που τον συνόδευαν στην τελευταία του κατοικία. Σήμερα πάμε παντού εύκολα και γρήγορα.
Το κόστος για 6 στρέμματα γης είναι 90.000ευρώ σε περιοχή που είναι εκτός σχεδίου και εκτός οικισμού, αν είναι ταυτόχρονα μη καλλιεργήσιμη και μη εκμεταλλεύσιμη το κόστος είναι πολύ μικρότερο. Επίσης προσέξτε μιλάμε για να καλυφθούν οι ετήσιες ανάγκες ενός νομού και όχι μόνο μιας πόλης ή ενός χωριού.
Εδώ λοιπόν πρέπει να πάρει θέση η εκκλησία και να προχωρήσει άμεσα σε κατάλληλες αγορές τέτοιων εκτάσεων ώστε να καλυφτούν όλες οι ανάγκες της κάθε Μητροπόλεως και επαρχίας, γιατί όχι για τα επόμενα 500 χρόνια (κάντε τον παραπάνω αριθμητικό συλλογισμό για 500 χρόνια να δείτε ότι και πάλι λογικό είναι το κόστος αλλά και η στρεμματική έκταση – κάθε χρόνο καίγονται πολύ παραπάνω στρέμματα γης από όση έκταση θα απαιτούνταν για να θάψουμε νεκρούς 500 χρόνων!!!).
Τα 90.000 λοιπόν ευρώ αντιστοιχούν σε 2.000 τάφους. Πόσο στοιχίζει ο κάθε τάφος; Μόλις 45ευρώ…
Με 45 ευρώ γίνεται αποκέντρωση, με 45 ευρώ δεν θα χρειαστεί ποτέ να γίνει εκταφή του νεκρού μας. ΠΟΤΕ. Θα αναπαύεται μέχρι να αναστηθεί κατά την Δευτέρα Παρουσία. Θα αναπαύεται με βέβαιη την ελπίδα: «προσδοκώ ανάσταση νεκρών και ζωή του μέλλοντος αιώνος. Αμήν».

Η ταφή,η εκταφή και τα άλιωτα σώματα.Θεολογική προσέγγιση


Από τους πρώτους χρόνους της χριστιανωσύνης, υπήρχε συνήθεια να θάβονται οι χριστιανοί, καί μέσα οτούς ναούς, σε ειδικούς χώρους, ή καί κάτω από το "Αγιο Βήμα. Γι' αυτό ο άγιος Έφραίμ ό Σύρος, ορίζει στην διαθήκη του να μην ταφεί οτόν ναό, ή κάτω από το θυσιαστήριο του ναού. Αυτό γινόταν καί στην πατρίδα μας, ιδίως στα νησιά, μέχρι τελευταία, κατά τα χρόνια της σκλαβιάς, ως μαρτυρεί ό άγιος Νικόδημος ό Αγιορείτης (Πηδάλιο έκδ. Αστέρος σελ. 293, ύποσημ.). Σήμερα όμως ό χώρος ενταφιασμού των νεκρών, είναι αποκλειστικά ό ειδικός χώρος του νεκροταφείου.Μπαίνοντας, λοιπόν, το σώμα στην γη, στον τάφο αρχίζει νά λυώνει. Φθείρεται, γίνεται ένα με την γη «γη εΐ καί εις γήν άπελεύσει». Λέγεται, πώς πρώτα φθείρεται το μάτι, επειδή άπ' αυτό το μάτι, την όραση του καρπού, ήρθε ή αμαρτία στον κόσμο. Καί επειδή το σώμα φθείρεται, μυρίζει αναπόφευκτα.Έχει όμως σημασία το πού ακριβώς θά ταφεί ο νεκρός. Ό Τωβίτ λέει στο παιδί του: «παιδίον, εάν αποθάνω θάψον με, καί με ύπερίδης τήν μητέρα  σου... όταν άποθάνη θάψον αυτήν παρ' έμοί εν ένί τάφω» (Τωβίτ,δ'3-5).Ηταν τιμωρία γιά τόν προφήτη Αχιά τό νά μήν ταφεί στήν γη των πατέρων του. (Γ Βασιλειών, ιγ', στίχ. 22). Ό Μωυσής φεύγοντας από την Αίγυπτο πήρε μαζί του τα οστά του Ιωσήφ, εκπληρώνοντας την έπιθυμία του Πάγκαλου Ιωσήφ. (Γένεσ.50,25). Έπιθυμία τού Ιακώβ ήταν να ταφεί στην γη Χαναάν, ενώ πέθανε στην Αίγυπτο. «Ό πατήρ μου ώρκισέ με λέγων: Έν τώ μνημείω ό ώρυξα έμαυτώ έν γή Χαναάν, εκεί με θάψεις» Γένεσ. ν' 5). Ό άγιος Ανδρόνικος επιθυμούσε να πεθάνει εκεί πού τάφηκε ή σύζυγος του, αγία Αθανασία. Εκεί πέθανε και ετάφη, καίτοι ο Γέροντας του Δανιήλ, του πρότεινε να ακολουθήσει! Ό πρώτος Αρχιεπίσκοπος της Σερβίας, άγιος Σάββας (+1235) μετέφερε τα οστά του πατέρα του, αγίου Συμεών, από το Άγιο Όρος στην Σερβία, στο μοναστήρι της Στουντένιτσας. Ό άγιος Χρυσόστομος, θαμμένος ως έξόριοτος στα Κόμανα της Μ. Ασίας αρνιόταν επιμόνως, καί κατά τρόπο θαυματουργικό, να μεταφερθούν τα άγια λείψανα του, στην Κων/πολη. Ό στρατηγός του Μ. Κων/νου, Λεόντιος, αρρώστησε βαρεία. Καί έγινε καλά από τον άγιο Δημήτριο, άφοϋ προσκύνησε τον τάφο του. Γυρίζοντας για την πατρίδα του, προσκύνησε τον τάφο του. Γυρίζοντας για την πατρίδα του, ζήτησε λείψανα του αγίου για να φτιάξει εκεί εκκλησία είς μνήμη του αγίου. Του παρουσιάζεται, όμως, ό άγιος καί του λέει: «Να μη με διαχώρισης, αλλά να με άφήσης άκέραιον είς τήν πατρίδα μου» (Μέγας Συναξαριστής, Όκτώβριος σελ. 602). Ό νεοφανής άγιος "Αρσένιος ό Καππαδόκης, είπε σε κάποιο δούλο του Θεοϋ «Εσύ θα κατεβής εδώ εγώ θα κατεβώ στην Θεσ/νίκη, διότι εκεί μένω»( Ό άγιος Αρσένιος ό Καππαδόκης σελ. 31). Ή δούλη του Θεού Ελευθερία, θαμμένη σε τούρκικο νεκροταφείο δεν είχε καθόλου ανάπαυση στην ψυχή της! (αυάτόθι σελ. 129). Φαίνεται, πώς η  Παναγία είχε κάποια επιθυμία: Γεθσημανή τω χωρίω κηδεύσατέ μου το σώμα». Αυτά, λοιπόν, δείχνουν πώς οί ψυχές αναπαύονται όταν ενταφιάζονται έκεί πού επιθυμούν
2. Έκταφή-'Άλυωτα σώματα.

Σέ τρία περίπου χρόνια το νεκρό σώμα διαλύεται. Υπάρχουν βεβαια καί περιπτώσεις πού καί μετά τα τρία χρόνια, το σώμα παραμένει άλυωτο. Αυτό οφείλεται είτε οτήν μορφολογία του εδάφους είτε στην Ιδιοσυγκρασία του σώματος. Φυσιολογικά, το σώμα σε 5-7 χρόνια να διαλυθή. Καί άφοϋ διαλυθή γίνεται έκταφή. Παίρνουν τα κόκκαλά του, τα πλένουν με κρασί, τα θέτουν σε ειδικό κιβώτιο, τα φέρνουν στην εκκλησία, οτό μέσο καί γίνεται κανονικό μνημόσυνο. Κατόπιν, ή τα εναποθέτουν σε ειδικό οικίσκο του ναού ή ξανά ατό τάφο. "Αν όμως το σώμα δεν διαλύεται, καί επί πλέον έχει παραμορφωθεί, φουσκωμένο ως τύμπανο, τότε αυτό είναι ανησυχη­τικό. Σημείο πώς ή ψυχή βασανίζεται. Υποφέρει. Διότι σε κάτι είναι «δεμένη». Τί, λοιπόν, συμβαίνει;
α) Να είναι από κάποιον καταραμένη!
β) "Η ό ίδιος ό άνθρωπος να καταράσθηκε τον εαυτόν του να τον αναθεμάτισε, καί να ορκίσθηκε σ' αυτόν,
 γ. "Η, νάταν άδικος πολύ (έκλεβε, αδικούσε).
Ή Εκκλησία θέσπισε είδικές συγχωρητικές ευχές «είς πάσαν άράν καί άφορισμόν είς τεθνεώτα, άναγινωσκόμενα παρ' Άρχιερέως, ή έξ' ανάγκης παρά Πνευματικού Πατρός, εί ου πάρεστιν 'Αρχιερεύς» (Ή θεία Λειτουργία κ.λ.π., Δ. Σαλιβέρου, σελ. 102). Καί μεταξύ άλλων λένε οί ευχές: είτε ύπό, κατάραν πατρός ή μητρός, ε'ίτε τω ίδίω άναθέματι ύπέπεσεν ό δούλος σου ούτος (δείνα) είτε τίνα των ιερωμένων παρεπϊκρανε, καί παρ' αύτοϋ δεσμόν άλυτον έδέξατο, είτε υπό Άρχιερέως βαρυτάτω άφορισμώ περιέπεσε καί αμέλεια ή ραθυμία  χρησάμενος, ουκ έτυχε συγχωρήσεως, συγχώρησαν αύτώ δι' έμαυτου αμαρτωλού».
Στόν   βίον   του   αγίου   Διονυσίου   Αρχιεπισκόπου   Ζακύνθου, διαβάζαμε: «Ευρισκόμενος ό "Αγιος είς την πόλιν, έτυχε να ανοίξουν τάφον εις τον Ναόν του αγίου Νικολάου των Ξένων, οϋτω καλούμενον διότι εκεί ένεταφιάζοντο οΐ ξένοι, είναι δε ό Ναός ούτος καί Μητρόπολις της Ζακύνθου. Είς τον τάφον αυτόν επρόκειτο να ενταφιάσουν, άλλο λείψανον καί εύρον σώμα γυναικός προ πολλού άποθαμένης, το όποιον ήτο άδιάλυτον με τα ενδύματα του, διότι άπέθανεν με δεσμόν αφορισμού ή ταλαίπωρος. Ήλθον όθεν οι συγγενείς  αυτής  καί προσέπεσον  είς  τους  πόδας του  Αγίου, παρακαλούντες αυτόν με δάκρυα να ύπάγη είς τον Ναόν αυτόν να ανάγνωση εύχήν συγχωρητική είς εκείνο το δεδεμένον σώμα, ϊσως καί ο Κύριος ήθελε εισακούσει την δέησίν του. Ευοπλαχνισθείς ό "Αγιος τα δάκρυα των έπήγεν είς τον Ναόν νύκτα βαθείαν, έχων είς την συνοδείαν του τον Διάκονόν του καί τον Έφημέριον του αύτοϋ Ναού, ίδών το πτώμα εκείνο προοτάσσει να το έκβάλουν έξω από τον τάφον καί να τον στήσουν ορθόν είς εν στασίδιον της Εκκλησίας. Τότε φορών τό έπιτραχήλιον του καί το ώμοφόριον,κλίνας τα γόνατα καί προσευχόμενος ώραν ικανήν, έδέετο του Θεού με θερμά δάκρυα να λύση από τον δεσμόν του αφορισμού το άλυτον εκείνο σώμα. Ενώ δε ό "Αγιος άνεγίνωσκεν έπ' αύτοϋ την ουγχωρητικήν εύχήν, ω του θαύματος!, ως να ήτο έμψυχον το άπνουν εκείνο σώμα, κλίναν την κεφαλήν με κάποιον σχήμα προσκυνήσεως προς τον "Αγιον, ως δι' εύχαριστίαν της μεγάλης χάριτος,την οποίαν έλαβεν, έπεσε καταγής καί διελύθη παντελώς είς χώμα καί οστά... Παρόμοιον θαύμα έκαμε καί  εις  άλλου  ανδρός   άφορισμένον   λείψανον,  εις   χωρίον Καταστάριον» (Μέγας Συναξαριοτής, Δεκέμβριος, αελ. 491).
ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ.
 "Ηδη από την παλαιολιθική εποχή, έχομε σεβασμό στο νεκρό καί ιδέα της μέλλουσας ζωής. (Παν. Τρεμπέλα, απολογητικοί Μελέται τ.Γ. σελ. 364) Εκείνο όμως πού έχει ιδιαίτερη σημασία εδώ, είναι πώς ή ταφή ενός νεκρούς στους πρωτόγονους λαούς, «χρωματιζόταν >· από την αΙώνια ζωή. Γι' αυτό έβαζαν τον πεθαμένο σε φέρετρο, σχήμα βάρκας, σύμβολο πλεύσεως προς την αθανασία. Οί πενθούντες λούζονταν ομαδικά στο κοντινό ποτάμι ή για ένα διάστημα έκαναν αποχή από ορισμένα φαγητά καί από τις συζυγικές σχέσεις, καί απομονώνονταν από τον κόσμο. Καί δλα αύτά γινόταν με την πίστη πώς ό νεκρός έφυγε από τον παρόντα κόσμο καί πάει στόν άλλο κόσμο. Γι'αυτό θά πρέπει άπό ·δω νά θοηθηθεΙ»(E.O.James,The origins of religion,London P.68-87).
II. Ή κατάρα από λαϊκό είναι αβέβαιο αν «θα πιάσει». Από κληρικό όμως εΐναι σίγουρο. Διότι ό κληρικός έχει ιερωσύνη. Καί ιερωσύνη σημαίνει εξουσία. Καί ή κατάρα είναι χρήση εξουσίας. "Εχουμε αναρίθμητα καί συγκλονιστικά περιστατικά, που δείχνουν την καταπληκτική ενέργεια της κατάρας των κληρικών! Ακόμα καί άγιος, καί μάρτυρας να γίνει ό άλλος, αν έχει δεσμό ή κατάρα από Ιερέα, ό δεσμός δεν λύνεται, αν δεν διαβασθή ή ειδική συγχωρητική
Από το βιβλίο του αρχ.Βασιλείου Μπακογιάννη «Μετά θάνατον»;