Παρασκευή 28 Οκτωβρίου 2016

Το Σαρανταλείτουργο «υπέρ αναπαύσεως των ψυχών»


κερία εκκλησία (1) 

Ο γέρο Δανιήλ ο αγιορείτης (1929), ο σοφός ησυχαστής των Κατουνακίων, έχει καταχωρημένο στα χειρόγραφά του και το ακόλουθο περιστατικό, πού συνέβη το 1869 στην πατρίδα του, τη Σμύρνη.
Κάποιος ενάρετος χριστιανός κάλεσε στα τελευταία της ζωής του τον πνευματικό του παπα-Δημήτρη και του είπε : Εγώ σήμερα πεθαίνω. Πες μου, σε παρακαλώ, τι πρέπει να κάνω την κρίσιμη τούτη ώρα;
Ο ιερέας, γνωρίζοντας την αρετή του και τη μυστηριακή προετοιμασία του, του πρότεινε το έξης : Δώσε εντολή να σου κάνουν μετά το θάνατό σου τακτικό σαρανταλείτουργο σ’ ένα εξωκλήσι.
Έτσι κι έγινε. Ο κυρ-Δημήτρης – αυτό ήταν το όνομά του – άφησε εντολή στο γιο του να κάνει μετά την κοίμησή του σαρανταλείτουργο. Κι εκείνος, υπακούοντας στην τελευταία επιθυμία του καλού του πατέρα, ανέθεσε χωρίς καθυστέρηση την εκτέλεση της στον παπα-Δημήτρη.
Ο σεμνός λευίτης δέχτηκε να κάνει το σαρανταλείτουργο, που ο ίδιος είχε προτείνει στο μακαρίτη, και αποσύρθηκε για όλο αυτό το διάστημα στο εξωκλήσι των Αγίων Αποστόλων.
Οι τριάντα εννέα λειτουργίες έγιναν απρόσκοπτα. Η τελευταία έπρεπε να γίνει ημέρα Κυριακή. Το βράδυ όμως του Σαββάτου πιάνει τον παπά ένας δυνατός πονόδοντος και τον αναγκάζει να επιστρέψει στο σπίτι του.
Η πρεσβυτέρα του πρότεινε να βγάλει το δόντι, μα εκείνος αρνήθηκε, γιατί έπρεπε την επόμενη να τελέσει την τελευταία λειτουργία. Τα μεσάνυχτα ο πόνος κορυφώθηκε, και τελικά ο παπάς αναγκάστηκε να βγάλει το δόντι.
Επειδή όμως παρουσιάστηκε αιμορραγία, ανέβαλε την τελευταία λειτουργία για τη Δευτέρα. Στο μεταξύ, το απόγευμα του Σαββάτου, ο Γεώργιος, ο γιος του μακαριστού Δημητρίου, ετοίμασε μερικά χρήματα για τον κόπο του ιερέα, με σκοπό να του τα δώσει την επόμενη μέρα.
Τα μεσάνυχτα ξύπνησε για να προσευχηθεί. Ανακάθισε στο κρεβάτι κι άρχισε να φέρνει στο νου του τις αρετές, τα χαρίσματα και τα σοφά λόγια του πατέρα του. Κάποια στιγμή πέρασε απ’ το μυαλό του η ακόλουθη σκέψη: » Άραγε ωφελούν τα σαρανταλείτουργα τις ψυχές των κεκοιμημένων, ή τα καθιέρωσε η εκκλησία για παρηγοριά των ζώντων; «
Τότε ακριβώς τον πήρε ένας ελαφρός ύπνος, και είδε πώς βρέθηκε σε μια πεδιάδα με ομορφιά απερίγραπτη. » Ένιωθε ανάξιο τον εαυτό του να βρίσκεται σε τέτοιον ιερό και παραδεισένιο χώρο. Μπροστά του απλωνόταν ένα απέραντο και κατάφυτο περιβόλι, που μοσχοβολούσε με μίαν ανέκφραστη ευωδία. Αυτός οπωσδήποτε θα είναι ο παράδεισος! «, μονολόγησε. » Ω, τι μακαριότητα περιμένει όσους ζουν ενάρετα στη γη! «
Εξετάζοντας έκπληκτος τα υπερκόσμια κάλλη, είδε ένα λαμπρό ανάκτορο με έξοχη αρχιτεκτονική χάρη, ενώ οι τοίχοι του έλαμπαν απ’ τα διαμάντια και το χρυσάφι. Η αμορφία του ήταν ανέκφραστη. Πλησιάζει πιο κοντά, και τότε – τι χαρά! – βλέπει στην πόρτα του παλατιού τον πατέρα του ολοφώτεινο και λαμπροφορεμένο.
Πώς βρέθηκες εδώ, παιδί μου; τον ρωτάει με πραότητα και στοργή.
Ούτε κι εγώ ξέρω, πατέρα. Καταλαβαίνω πως δεν είμαι άξιος γι’ αυτόν τον τόπο. Αλλά πες μου, πως τα περνάς εδώ; πως ήρθες; Τίνος είναι αυτό το παλάτι;
Η φιλανθρωπία του ΣΩΤΗΡΟΣ Χριστού με τις πρεσβείες της Παναγίας, που της είχα ιδιαίτερη ευλάβεια, με αξίωσε να καταταχθώ σ’ αυτό το μέρος. » Ήταν μάλιστα να μπω σήμερα μέσα στο παλάτι ο οικοδόμος όμως, πού το χτίζει, πέρασε μία ταλαιπωρία – έβγαλε απόψε το δόντι του – κι έτσι δεν τέλειωσαν οι σαράντα μέρες της οικοδομής του. Για το λόγο αυτό θα μπω αύριο ».
Ύστερα απ’ αυτά ο Γεώργιος ξύπνησε δακρυσμένος και έκπληκτος, αλλά και με απορίες.
Πέρασε την υπόλοιπη νύχτα αναπέμποντας αίνους και δοξολογίες στο Θεό. Το πρωί, μετά τη θεία λειτουργία, πήρε πρόσφορα, νάμα και αγνό κερί και ξεκίνησε για το εξωκλήσι των Αγίων Απόστολων.
Ο παπα-Δημήτρης τον υποδέχθηκε με χαρά : Τώρα μόλις τελείωσα κι εγώ τη θεία λειτουργία. Έτσι ολοκληρώθηκε το σαρανταλείτουργο. Αυτό το είπε για να μην τον λυπήσει.
Ο επισκέπτης τότε του διηγήθηκε το νυχτερινό του δράμα.
Όταν έφτασε στο σημείο που ο πατέρας του δεν μπήκε στο παλάτι, γιατί ο οικοδόμος έβγαλε το δόντι του, ο παπα-Δημήτρης ένιωσε φρίκη, αλλά και θαυμασμό.
Εγώ είμαι, αγαπητέ μου, ο οικοδόμος που εργάστηκε στην οικοδομή του παλατιού, είπε με χαρά.
Σήμερα δεν λειτούργησα, ομολόγησε με λύπη, γιατί έβγαλα το δόντι μου. Θα λειτουργήσω όμως τη Δευτέρα, κι έτσι θα ολοκληρώσω το πνευματικό παλάτι του πατέρα σου.
ΘΑΥΜΑΤΑ ΚΑΙ ΑΠΟΚΑΛΥΨΕΙΣ ΑΠΟ ΤΗ ΘΕΙΑ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ
Έκδοση Ιεράς Μονής Παρακλήτου Αττικής

Δανιήλ Κατουνακιώτης (Ιερομόναχος, (1846-1929) ΣΑΡΑΝΤΑΛΕΙΤΟΥΡΓΑ



Το αξιοπρόσεκτο γεγονός που ακολουθεί σε ελαφρά διασκευή της γλώσσης το αναφέρει ο διακριτικότατος ασκητής Δανιήλ Κατουνακιώτης σε επιστολή του προς τον Αλέξανδρον Μωραιτίδην. Έχει δε ως εξής:).

Ένας γνωστός του και ενάρετος οικογενιάρχης από την Σμύρνη, που τον έλεγαν Δημήτριο, αφού κατάλαβε το τέλος του κάλεσε τον υιόν του Γεώργιο, ο μόνος ευσεβής, διότι τα άλλα τρία του παιδιά και η γυναίκα του ζούσαν με κοσμικότητα, και του απεκάλυψε όσα ακολουθούν, και τα οποία ο υιός του ο πιστός φανέρωσε εις τον π. Δανιήλ.

Αφού ο πατέρας μου έφθασε εις το τέλος αυτής της ζωής και εγνώρισε την ημέρα του θανάτου του, εκείνην την ημέρα εκάλεσε ένα σεβάσμιο ιερέα, που τον έλεγαν Δημήτριον, άνθρωπον πολύ απλόν και ενάρετον, εις τον οποίον με πολλή ευλάβεια είπε· «εγώ πνευματικέ μου πάτερ, σήμερα πεθαίνω, και παρακαλώ οδήγησέ με σε αυτήν την κρίσιμη στιγμή τι οφείλω να πράξω;» ο δε ιερεύς γνωρίζοντας την θεάρεστον ζωήν του πατέρα μου και ότι ήταν σε όλα έτοιμος, διότι είχαν προηγηθή τα πραγματικά εφόδια, δηλαδή εξομολόγησις, ευχέλαιο, συχνές ιερές μεταλήψεις, επειδή ένεκα που διετέλεσε πολλές ημέρες άρρωστος μεταλάμβανε συνεχώς από τα άχραντα μυστήρια του Χριστού, τον υπέδειξε ένα ακόμη να κάμη· «εάν ήταν εύκολο να δώσης εντολή να σού κάμουν μετά τον Θάνατό σου ένα τακτικόν 40λείτουργον στο όνομά σου, το οποίο να εκτέλεση κάποιος ιερεύς μακράν της πόλεως» εγώ δε αν και άπορος έδωσα ύποσχεσι, ότι με πολύ προθυμία θα εκτελέσω αυτό, αρκεί μόνον να λάβω την ευχή του, την οποία και επήρα.

Αυτά αφού άκουσε και ευχαριστηθείς ο πατέρας μου με προσκάλεσε με πολλή συγκίνησι και δάκρυα, και με παρεκάλεσε να τον κάμω μετά τον θάνατό του ένα 40λείτουργον.

Μετά από διάστημα δυό ωρών απέθανε ο αείμνηστος πατέρας μου και αμέσως προσκάλεσα τον ιερέα Δημήτριον, χωρίς να γνωρίζω ότι ο ίδιος είχε υποβάλλει το ζήτημα του 40λείτουργου εις τον πατέρα μου, και λέγω εις αυτόν. Επειδή ο πατέρας μου μου έδωσε εντολή να τον κάμω ένα τακτικό 40λείτουργο έξω της πόλεως και επειδή η αιδεσιμότης σου ησυχάζεις εις τον έξω της πόλεως ναίσκο των Άγιων Αποστόλων, δι᾿ αυτό σε παρακαλώ να λάβης τον κόπον και να φροντίσης την εκτέλεσι αυτού και εγώ θα πληρώσω τον κόπον σου και τα σχετικά με τα έξοδα του ιερού Ναού. Ο ιερεύς όταν άκουσε αυτά μου απάντησε με δάκρυα στα μάτια. Εγώ, αγαπητέ μου Γεώργιε, έχω δώσει σήμερα στον πατέρα σου την γνώμη αυτή, και οφείλω όσο ζω να τον μνημονεύω πάντοτε.

Εγώ δε γνωρίσας την πολλή ευλάβεια του ιερέως και την εκτίμησι την οποίαν είχε προς τον πατέρα μου επέμενα παρακαλώντας και έτσι τον έπεισα να δεχθή την πρότασί μου, και επήγε στο σπίτι του, προς την πρεσβυτέρα και τις κόρες του και λέγει προς αυτές «εγώ επειδή θα κάνω τακτικόν 40λείτουργον στο όνομα του καλού εκείνου ευεργέτου μου Δημητρίου, δι᾿ αυτό επί 40 ημέρες να μη με περιμένετε εδώ, διότι θα ησυχάζω συνέχεια εις τον ιερόν Ναόν των Αγίων Αποστόλων, για να εξακολουθώ τακτικώτατα το 40λείτουργο», και έτσι επήγε και άρχισε με ευλάβεια και προθυμία το 40λείτουργον. Έγιναν 39 Θείες Λειτουργίες καλώς, την παραμονή δε της τελευταίας, Σάββατο βράδυ, ξαφνικά παρουσιάστηκε σφοδρός πονόδοντος στον ιερέα και αναγκάστηκε την νύκτα να έλθη με πόνους στο σπίτι του, και προσκάλεσε η πρεσβυτέρα τον κουρέα και του έβγαλε το σάπιο δόντι και έτσι έγλυτωσε από τους πόνους. Λόγω όμως που έτρεχε αίμα απεφάσισε να συμπλήρωση την τελευταία Θεία Λειτουργία την επομένη.

Ο Γεώργιος όμως μη γνωρίζοντας την πάθησι του ιερέως την παραμονήν εκείνη ετοίμασε, με δάνειο, το οφειλόμενον ποσόν, για τον κόπον του ιερέως με σκοπό να το επιδώση την επομένη. Κατά τα μεσάνυκτα όμως εκείνου του Σαββάτου, εσηκώθηκα να προσευχηθώ. Προσευχόμενος δε με πολλή κατάνυξι και αφού κουράστηκα εκάθησα στο κρεββάτι και άρχισα να ενθυμούμαι τις αρετές του πατέρα μου και τις παρεκτροπές και παιδικές μου παρακοές που είχα κάνει κατά καιρούς, και συνάμα έλεγα στον εαυτό μου, άραγε ωφελεί το 40λείτουργον την ψυχήν του κεκοιμημένου η χάριν μικρής ανακουφίσεως η Εκκλησία του Χριστού αυτό έχει συστήσει;

Αυτά σκεπτόμενος με πόνο ψυχής και δάκρυα, και εκζητώντας το έλεος του Θεού, μου φάνηκε ότι κοιμήθηκα λίγο, και αμέσως βρέθηκα σε μια πεδιάδα ωραιότατη, της οποίας η ομορφιά ήταν απερίγραπτος, μη έχουσα σύγκρισι με τα ευχάριστα του κόσμου. Ενώ ευρισκόμουν εκεί μου επήλθε φόβος πολύς, που υπαγορευόταν από την συνείδησί μου, επειδή εγνώρισα τον εαυτό μου ακατάλληλον διά την εκεί απόλαυσι. Καί ενώ διατελούσα κάτω από αυτήν την αμηχανία, με ήλθε θάρρος και είπα εις τον εαυτόν μου, μια και ο Πανάγαθος Θεός ηθέλησε να με φέρη εδώ ίσως η αγαθότητά Του με ελεήση και στην συνέχεια μετανοήσω, διότι όπως βλέπω ευρίσκομαι μαζί με το σώμα μου.

Αυτά συζητώντας με τον εαυτό μου και παρηγορηθείς, είδα μικρό φως διαυγέστατο, και αφού επήγα προς το μέρος εκείνο, είδα με ανέκφραστη έκπληξι την απερίγραπτη εκείνη ωραιότητα του απέραντου δάσους, που απόπνεε άρρητη ευωδία. Ω ποία μακαριότης αναμένει εκείνους που ζούν ενάρετα εις τον κόσμον;

Αναθεωρώντας δε με μεγάλη έκπληξι και χαρά την υπερκόσμια εκείνη ωραιότητα είδα ένα ωραιότατο παλάτι... όταν δε πλησίασα κοντά βλέπω με πολλή αγαλλίαση τον πατέρα μου Δημήτριον, λαμπροφόρο και γεμάτον όλο φως, ο οποίος εστέκετο μπροστά σε εκείνη την πόρτα του παλατιού, και αφού με ατένισε με πατρική στοργή και την γνωστή του επιείκεια και πραότητα, μου είπε: «πως ήλθες εδώ παιδί μου;» εγώ δε τον απήντησα, «και εγώ, πατέρα μου, απορώ, διότι όπως βλέπω δεν είμαι άξιος διά τον τόπο. Αλλά πες μου, πατέρα μου, πως ευρίσκεσαι εδώ και σε ποιόν ανήκει το παλάτι αυτό;». Εκείνος δε με πολλή φαιδρότητα μου είπε: «Η άκρα του Σωτήρος ημών αγαθότης διά πρεσβειών της Κυρίας ημών Θεοτόκου, εις την οποίαν είχα, όπως είναι γνωστόν, μεγίστην ευλάβειαν, με ηξίωσε να καταταχθώ εις το μέρος αυτό. Εις αυτό δε το παλάτι ήθελον είσελθη σήμερον, αλλ᾿ επειδή ο οικοδόμος αυτού έβγαλε σήμερον το δόντι του και δεν ετελείωσαν αι 40ντα ημέραι της οικοδομής αυτού, δι᾿ αυτό αύριο θα εισέλθω».

Όταν είδα και άκουσα αυτά εγώ ο ελάχιστος εξύπνησα με έκπληξι και γεμάτος δάκρυα εθαύμαζα δι᾿ όλα όσα είδα. Όλη εκείνη την νύκτα έμεινα άυπνος ευχαριστών και δοξολογών τον Πανάγαθον Θεόν... Την επόμενη ημέρα επήγα εις τον ιερέα Δημήτριον και τον ευρήκα να κάθεται, ο οποίος αφού με εδέχθηκε με χαρά μου είπε· «να και εγώ προ ολίγου εβγήκα από την λειτουργία, τελειώσας ευτυχώς το 40λείτουργον». Αυτό δε είπε διά να μη με λυπήση, διότι εμποδίστηκε μία ημέρα η λειτουργία, την οποίαν βέβαια ήθελε πρόσθεση την επομένη. Τότε εγώ άρχισα να διηγούμαι εις τον ιερέα τα όσα είδα με λεπτομέρεια και πολλή συγκίνησι, και όταν έφθασα εις την εξαγωγή του δοντιού και ότι την επομένη θα τελειωθή η οικοδομή και θα εισέλθη ο πατέρας μου εις το παλάτι, τότε ο ιερεύς κατεληφθείς από θαυμασμό εβόησε· «εγώ, αγαπητέ μου Γεώργιε, είμαι ο οικοδόμος εκείνος»...

Αυτά ο πατήρ Δανιήλ τα εβεβαίωσε και από τον πατέρα Δημήτριον τον οποίον επεσκέφθη, ο οποίος π. Δημήτριος με παρεκάλεσε όπως γράψω ακριβώς την ωφελιμωτάτην αυτήν διήγησιν. Το γεγονός αυτό έλαβε χώραν αρχάς του 20ου αιώνος.


http://www.agioritikovima.gr/

Το σαρανταλείτουργο και η θαυμαστή σωτηρία

Από το κήρυγμα του π. Στεφάνου Αναγνωστοπούλου στην Ιερά Μονή Βαρνάκοβας την Κυριακή, 17 Ιουλίου 2011
Κάποτε, ένας χριστιανός, ενώ έσκαβε με πολλούς μαζί σ’ ένα νταμάρι, έπεσε βράχος και τους καταπλάκωσε η στοά. Η γυναίκα αυτού του χριστιανού, η κυρία Αργυρώ, έδωσε ό,τι είχε από το υστέρημά της σε έναν ιερέα να κάμη 40 Λειτουργίες για την ψυχή του άνδρα της σ’ ένα εξωκκλήσι κοντά στο μέρος όπου έγινε δυστύχημα, διότι επίστεψε ότι είναι νεκρός. Καθημερινά μάλιστα πήγαινε ένα πρόσφορο, ένα μπουκάλι με κρασί και μία λαμπάδα, σαν πτωχή που ήταν.
Όταν έφθασε ο ιερέας στις 20 Λειτουργίες, ο διάβολος φθόνησε την ευλάβεια της κυρά Αργυρώς και αφού μετασχηματίστηκε σε έναν γνωστό της χωρικό, την συνάντησε το πρωί στον δρόμο και της είπε: – Ξέρεις; Ο παπάς δεν πήγε στην Εκκλησία γιατί είχε δουλειά βιαστική και γι’ αυτό μην κοπιάζεις. Αύριο πηγαίνεις την προσφορά σου. Αυτό της το έκαμε ο διάβολος τρεις φορές στο διάστημα των 40 Λειτουργιών.
Εν τω μεταξύ, έγινε μεγάλη προσπάθεια ν’ ανοίξουν στοά στο ορυχείο, για να μπορέσουν να βγάλουν τα πτώματα, τα οποία ήσαν πάρα πολλά. Ήσαν όλοι τους νεκροί. Είχαν ήδη περάσει 40 ημέρες. Σκάβοντας ακόμη πιο βαθειά, έφθασαν σ’ ένα μέρος, όπου άκουσαν μία φωνή! Ανθρωπινή φωνή που τους έλεγε: – Προσέξτε, ζω! Σκάψτε με προσοχή, γιατί επάνω μου είναι δύο πέτρες, μην πέσουν και με θανατώσουν.
Αυτοί θαύμασαν και πράγματι, σκάβοντας με πολλή προσοχή από τα πλάγια, βρήκαν τον άνθρωπο ζωντανό και το ανήγγειλαν χαρούμενοι στην γυναίκα του. Απορούσαν όλοι πώς αυτός ο άνθρωπος έζησε επί 40 ημέρες χωρίς τροφή και χωρίς νερό. Κι αυτός τους είπε: – Κάθε μέρα μου έδινε κάποιος – αοράτως, δεν ξέρω πώς – ένα ψωμί και ένα μικρό δοχείο με κρασί, ενώ μία λαμπάδα αναμμένη ήταν μπροστά μου, και έτσι έτρωγα.
Εκτός από τρεις φορές, όπου δεν έφαγα τίποτε ούτε φως είδα και πικράθηκα πολύ, οδυρόμενος για τις αμαρτίες μου, γιατί νόμισα ότι έπαψε πλέον να με βοηθά αυτό το αόρατο χέρι του Θεού. Και ήμουν έτοιμος πλέον να πεθάνω από πείνα και δίψα.
Κατόπιν, είδα και πάλι την αναμμένη λαμπάδα, και δίπλα το ψωμί και το κρασί, όπως και πριν, και εδόξασα τον Θεό που δεν με εγκατέλειψε μέχρι τέλους και έτσι επέζησα και σώθηκα θαυματουργικά.
Όλοι βέβαια δοξολόγησαν τον Θεό, διότι ήσαν χριστιανοί και έμειναν με την απορία του μεγάλου αυτού θαυμαστού γεγονότος. Αυτή, χριστιανοί μου, είναι η πίστις μας! Αυτή είναι η ορθοδοξία μας: Η Θεία Λειτουργία!

Μεγάλη ἡ ὠφέλεια ἀπὸ τὰ Σαρανταλείτουργα





(Το αξιοπρόσεκτο γεγονός που ακολουθεί σε ελαφρά διασκευή της γλώσσης το αναφέρει ο διακριτικότατος ασκητής Δανιήλ Κατουνακιώτης σε επιστολή του προς τον Αλέξανδρον Μωραϊτίδην. Έχει δε ως εξής:)

Δανιήλ Κατουνακιώτης Ἱερομόναχος, (1846-1929)

Ένας γνωστός του και ενάρετος οικογενιάρχης από την Σμύρνη, που τον έλεγαν Δημήτριο, αφού κατάλαβε το τέλος του κάλεσε τον υιόν του Γεώργιο, ο μόνος ευσεβής, διότι τα άλλα τρία του παιδιά και η γυναίκα του ζούσαν με κοσμικότητα, και του απεκάλυψε όσα ακολουθούν, και τα οποία ο υιός του ο πιστός φανέρωσε εις τον π. Δανιήλ.

Αφού ο πατέρας μου έφθασε εις το τέλος αυτής της ζωής και εγνώρισε την ημέρα του θανάτου του, εκείνην την ημέρα εκάλεσε ένα σεβάσμιο ιερέα, που τον έλεγαν Δημήτριον, άνθρωπον πολύ απλόν και ενάρετον, εις τον οποίον με πολλή ευλάβεια είπε· «εγώ πνευματικέ μου πάτερ, σήμερα πεθαίνω, και παρακαλώ οδήγησέ με σε αυτήν την κρίσιμη στιγμή τι οφείλω να πράξω;» ο δε ιερεύς γνωρίζοντας την θεάρεστον ζωήν του πατέρα μου και ότι ήταν σε όλα έτοιμος, διότι είχαν προηγηθή τα πραγματικά εφόδια, δηλαδή εξομολόγησις, ευχέλαιο, συχνές ιερές μεταλήψεις, επειδή ένεκα που διετέλεσε πολλές ημέρες άρρωστος μεταλάμβανε συνεχώς από τα άχραντα μυστήρια του Χριστού, τον υπέδειξε ένα ακόμη να κάμη· «εάν ήταν εύκολο να δώσης εντολή να σου κάμουν μετά τον Θάνατό σου ένα τακτικόν 40λειτουργον στο όνομά σου, το οποίο να εκτέλεση κάποιος ιερεύς μακράν της πόλεως» εγώ δε αν και άπορος έδωσα ύποσχεσι, ότι με πολύ προθυμία θα εκτελέσω αυτό, αρκεί μόνον να λάβω την ευχή του, την οποία και επήρα.

Αυτά αφού άκουσε και ευχαριστηθείς ο πατέρας μου με προσκάλεσε με πολλή συγκίνησι και δάκρυα, και με παρεκάλεσε να τον κάμω μετά τον θάνατό του ένα 40λειτουργον.

Μετά από διάστημα δυό ωρών απέθανε ο αείμνηστος πατέρας μου και αμέσως προσκάλεσα τον ιερέα Δημήτριον, χωρίς να γνωρίζω ότι ο ίδιος είχε υποβάλλει το ζήτημα του 40λειτουργου εις τον πατέρα μου, και λέγω εις αυτόν. Επειδή ο πατέρας μου μου έδωσε εντολή να τον κάμω ένα τακτικό 40λειτουργο έξω της πόλεως και επειδή η αιδεσιμότης σου ησυχάζεις εις τον έξω της πόλεως ναΐσκο των Άγιων Αποστόλων, δι αὐτὸ σε παρακαλώ να λάβης τον κόπον και να φροντίσης την εκτέλεσι αυτού και εγώ θα πληρώσω τον κόπον σου και τα σχετικά με τα έξοδα του ιερού Ναού. Ο ιερεύς όταν άκουσε αυτά μου απάντησε με δάκρυα στα μάτια. Εγώ, αγαπητέ μου Γεώργιε, έχω δώσει σήμερα στον πατέρα σου την γνώμη αυτή, και οφείλω όσο ζω να τον μνημονεύω πάντοτε.

Εγώ δε γνωρίσας την πολλή ευλάβεια του ιερέως και την εκτίμησι την οποίαν είχε προς τον πατέρα μου επέμενα παρακαλώντας και έτσι τον έπεισα να δεχθή την πρότασί μου, και επήγε στο σπίτι του, προς την πρεσβυτέρα και τις κόρες του και λέγει προς αυτές «εγώ επειδή θα κάνω τακτικόν 40λειτουργον στο όνομα του καλού εκείνου ευεργέτου μου Δημητρίου, δι αὐτὸ επί 40 ημέρες να μη με περιμένετε εδώ, διότι θα ησυχάζω συνέχεια εις τον ιερόν Ναόν των Αγίων Αποστόλων, για να εξακολουθώ τακτικώτατα το 40λειτουργο», και έτσι επήγε και άρχισε με ευλάβεια και προθυμία το 40λειτουργον. Έγιναν 39 Θείες Λειτουργίες καλώς, την παραμονή δε της τελευταίας, Σάββατο βράδυ, ξαφνικά παρουσιάστηκε σφοδρός πονόδοντος στον ιερέα και αναγκάστηκε την νύκτα να έλθη με πόνους στο σπίτι του, και προσκάλεσε η πρεσβυτέρα τον κουρέα και του έβγαλε το σάπιο δόντι και έτσι έγλυτωσε από τους πόνους. Λόγω όμως που έτρεχε αίμα απεφάσισε να συμπλήρωση την τελευταία Θεία Λειτουργία την επομένη.

Ο Γεώργιος όμως μη γνωρίζοντας την πάθησι του ιερέως την παραμονήν εκείνη ετοίμασε, με δάνειο, το οφειλόμενον ποσόν, για τον κόπον του ιερέως με σκοπό να το επιδώση την επομένη. Κατά τα μεσάνυκτα όμως εκείνου του Σαββάτου, εσηκώθηκα να προσευχηθώ. Προσευχόμενος δε με πολλή κατάνυξι και αφού κουράστηκα εκάθησα στο κρεββάτι και άρχισα να ενθυμούμαι τις αρετές του πατέρα μου και τις παρεκτροπές και παιδικές μου παρακοές που είχα κάνει κατά καιρούς, και συνάμα έλεγα στον εαυτό μου, άραγε ωφελεί το 40λειτουργον την ψυχήν του κεκοιμημένου η χάριν μικρής ανακουφίσεως η Εκκλησία του Χριστού αυτό έχει συστήσει;

Αυτά σκεπτόμενος με πόνο ψυχής και δάκρυα, και εκζητώντας το έλεος του Θεού, μου φάνηκε ότι κοιμήθηκα λίγο, και αμέσως βρέθηκα σε μια πεδιάδα ωραιότατη, της οποίας η ομορφιά ήταν απερίγραπτος, μη έχουσα σύγκρισι με τα ευχάριστα του κόσμου. Ενώ ευρισκόμουν εκεί μου επήλθε φόβος πολύς, που υπαγορευόταν από την συνείδησί μου, επειδή εγνώρισα τον εαυτό μου ακατάλληλον δια την εκεί απόλαυσι. Και ενώ διατελούσα κάτω από αυτήν την αμηχανία, με ήλθε θάρρος και είπα εις τον εαυτόν μου, μια και ο Πανάγαθος Θεός ηθέλησε να με φέρη εδώ ίσως η αγαθότητά Του με ελεήση και στην συνέχεια μετανοήσω, διότι όπως βλέπω ευρίσκομαι μαζί με το σώμα μου.

Αυτά συζητώντας με τον εαυτό μου και παρηγορηθείς, είδα μικρό φως διαυγέστατο, και αφού επήγα προς το μέρος εκείνο, είδα με ανέκφραστη έκπληξι την απερίγραπτη εκείνη ωραιότητα του απέραντου δάσους, που απόπνεε άρρητη ευωδία. Ω ποία μακαριότης αναμένει εκείνους που ζουν ενάρετα εις τον κόσμον;

Αναθεωρώντας δε με μεγάλη έκπληξι και χαρά την υπερκόσμια εκείνη ωραιότητα είδα ένα ωραιότατο παλάτι… όταν δε πλησίασα κοντά βλέπω με πολλή αγαλλίαση τον πατέρα μου Δημήτριον, λαμπροφόρο και γεμάτον όλο φως, ο οποίος εστέκετο μπροστά σε εκείνη την πόρτα του παλατιού, και αφού με ατένισε με πατρική στοργή και την γνωστή του επιείκεια και πραότητα, μου είπε: «πως ήλθες εδώ παιδί μου;» εγώ δε τον απήντησα, «και εγώ, πατέρα μου, απορώ, διότι όπως βλέπω δεν είμαι άξιος δια τον τόπο. Αλλά πες μου, πατέρα μου, πως ευρίσκεσαι εδώ και σε ποιόν ανήκει το παλάτι αυτό;». Εκείνος δε με πολλή φαιδρότητα μου είπε: «Η άκρα του Σωτήρος ημών αγαθότης δια πρεσβειών της Κυρίας ημών Θεοτόκου, εις την οποίαν είχα, όπως είναι γνωστόν, μεγίστην ευλάβειαν, με ηξίωσε να καταταχθώ εις το μέρος αυτό. Εις αυτό δε το παλάτι ήθελον είσελθη σήμερον, αλλ ἐπειδὴ ο οικοδόμος αυτού έβγαλε σήμερον το δόντι του και δεν ετελείωσαν αι 40ντα ημέραι της οικοδομής αυτού, δι αὐτὸ αύριο θα εισέλθω».

Όταν είδα και άκουσα αυτά εγώ ο ελάχιστος εξύπνησα με έκπληξι και γεμάτος δάκρυα εθαύμαζα δι ὅλα όσα είδα. Όλη εκείνη την νύκτα έμεινα άυπνος ευχαριστών και δοξολογών τον Πανάγαθον Θεόν… Την επόμενη ημέρα επήγα εις τον ιερέα Δημήτριον και τον ευρήκα να κάθεται, ο οποίος αφού με εδέχθηκε με χαρά μου είπε· «να και εγώ προ ολίγου εβγήκα από την λειτουργία, τελειώσας ευτυχώς το 40λειτουργον». Αυτό δε είπε δια να μη με λυπήση, διότι εμποδίστηκε μία ημέρα η λειτουργία, την οποίαν βέβαια ήθελε πρόσθεση την επομένη. Τότε εγώ άρχισα να διηγούμαι εις τον ιερέα τα όσα είδα με λεπτομέρεια και πολλή συγκίνησι, και όταν έφθασα εις την εξαγωγή του δοντιού και ότι την επομένη θα τελειωθή η οικοδομή και θα εισέλθη ο πατέρας μου εις το παλάτι, τότε ο ιερεύς κατεληφθείς από θαυμασμό εβόησε· «εγώ, αγαπητέ μου Γεώργιε, είμαι ο οικοδόμος εκείνος»…

Αυτά ο πατήρ Δανιήλ τα εβεβαίωσε και από τον πατέρα Δημήτριον τον οποίον επεσκέφθη, ο οποίος π. Δημήτριος με παρεκάλεσε όπως γράψω ακριβώς την ωφελιμωτάτην αυτήν διήγησιν. Το γεγονός αυτό έλαβε χώραν αρχάς του 20ου αιώνος.

πηγή

ΑΡΑΓΕ ΩΦΕΛΟΥΝ ΤΑ ΣΑΡΑΝΤΑΛΕΙΤΟΥΡΓΑ ΤΙΣ ΨΥΧΕΣ ΤΩΝ ΚΕΚΟΙΜΗΜΕΝΩΝ ; - ΣΥΓΚΛΟΝΙΣΤΙΚΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑ


Οι Μονές των Δικαίων - τοιχογραφία από τον νάρθηκα
της Ιεράς Μονής Μεγίστης Λαύρας (συνένωση 3 φωτογρ.).
……..- Πρέπει να κάνω τακτικό σαρανταλείτουργο για τη ψυχή του καλού χριστιανού Δημητρίου. Γι΄ αυτό επί σαράντα ημέρες να μη με περιμένετε. Θα εφησυχάζω διαρκώς στους Αγίους Αποστόλους.
Άρχισε με προθυμία την τέλεση των Λειτουργιών. Οι τριανταεννέα Λειτουργίες έγιναν απρόσκοπτα. Η τελευταία Λειτουργία συνέπιπτε Κυριακή. Το βράδυ όμως του Σαββάτου τον πιάνει ένας φοβερός πονόδοντος που τον ανάγκασε να επιστρέψει σπίτι του. Βογκούσε από τον πόνο. Η πρεσβυτέρα του πρότεινε να φωνάξουν κάποιον να του βγάλει το δόντι που δημιουργούσε τον πόνο.
- Όχι, αποκρίθηκε εκείνος. Αύριο πρέπει να κάνω την τελευταία Λειτουργία.
Τα μεσάνυκτα όμως οι πόνοι κορυφώθηκαν και αναγκάσθηκαν να ειδοποιήσουν κάποιον ειδικό για να βγάλει το σάπιο δόντι. Έτσι και έγινε. Αλλά επειδή παρουσιάσθηκε αιμορραγία απεφάσισε την τελευταία Λειτουργία να την κάνει την Δευτέρα.
Ο Γεώργιος, το απόγευμα του Σαββάτου εφρόντιζε να ετοιμάσει μερικά χρήματα για τον κόπο του Ιερέως, τα οποία θα του έδινε την άλλη ημέρα. Τα μεσάνυκτα όμως του Σαββάτου, καθώς ξημέρωνε Κυριακή, σηκώθηκε για να προσευχηθεί. Η απόλυτη νυκτερινή ησυχία βοηθούσε στην κατάνυξη. Εν συνεχεία κουρασμένος ανεκάθισε στο κρεβάτι του και άρχισε να φέρνει στο νου του τις αρετές, τα χαρίσματα, τα σοφά λόγια του μακαρίτη πατέρα του. Του πέρασε από το μυαλό και η εξής σκέψη : «Άραγε ωφελούν τα σαρανταλείτουργα τις ψυχές των κεκοιμημένων ή τα εσύστησε η Εκκλησία για παρηγοριά των ζώνταν» ; Ακριβώς τη στιγμή αυτή τον πήρε ένας ελαφρύς ύπνος.
Ξαφνικά είδε ότι βρέθηκε σε μια ωραία πεδιάδα, με ασύγκριτη και απερίγραπτη ομορφιά. Τέτοια ωραιότητα δεν μπορούσε να αντικρύσει κανείς επάνω στην γη . Αισθάνθηκε όμως ανάξιο τον εαυτό του να βρεθεί σε τέτοιο ιερό παραδεισένιο χώρο, και κυριεύθηκε από φόβο. Φοβόταν μήπως η αναξιότης του γίνει αιτία και τον διώξουν από εκεί και τον σπρώξουν προς τα βάθη του Άδου. Αλλά μερικές διαφορετικές σκέψεις τον ενίσχυσαν : «Αφού ο Πανάγαθος Θεός ευδόκησε να βρεθώ εδώ, θα με ελεήσει και θα με οδηγήσει σε μετάνοια, γιατί καταλαβαίνω πως είμαι ακόμη ζωντανός αφού έχω μαζί μου και το σώμα».
Μετά από αυτή την παρήγορη σκέψη είδε από μακριά καθαρώτατο και διαυγέστατο φως που έλαμπε πιο πολύ από τον ήλιο. Έτρεξε προς τα εκεί και αντίκρισε με ανείπωτη έκπληξη μια απερίγραπτη καλλονή : εμπρός του εκτεινόταν ένα απέραντο δάσος – περιβόλι, κατάφυτο, που μοσχοβολούσε με μία θαυμαστή και ανέκφραστη ευωδία. Είπε μέσα του : «Αυτός οπωσδήποτε θα είναι ο Παράδεισος ! Ώ, τί μακαριότητα περιμένει αυτούς που ζουν ενάρετα εδώ στην γη !».
Εξετάζοντας γεμάτος έκπληξη και αγαλλίαση, εκείνα τα υπερκόσμια κάλλη, είδε ένα ωραιότατο ανάκτορο, με υπέροχη λαμπρότητα, με εξαίσια αρχιτεκτονική χάρη, με τείχη που έλαμπαν πιο πολύ από το χρυσάφι και το διαμάντι. Αδύνατον να περιγραφεί η ομορφιά του με το ανθρώπινο λεξιλόγιο. Έμεινε άναυδος και κατάπληκτος. Πλησιάζοντας από κοντά – ώ τί χαρά ! – βλέπει τον πατέρα του, λαμπροφορεμένο και ολοφώτεινο εμπρός στην πόρτα του παλατιού.
- Πώς βρέθηκες εδώ, παιδί μου, τον ερωτά γεμάτος πραότητα και στοργή.
- Ούτε κι εγώ ξέρω, πατέρα μου. Όπως αντιλαμβάνομαι δεν είμαι άξιος γι΄ αυτόν τον τόπο. Αλλά πές μου, πώς τα περνάς εδώ ; Πώς ήρθες εδώ ; Τίνος είναι αυτό το παλάτι ;
- Η Καλοσύνη του Σωτήρος μας Χριστού, με τις πρεσβείες της Παναγίας που ιδιαίτερα ευλαβούμην με αξίωσε να καταταχθώ σ΄ αυτό το μέρος. Μάλιστα ήταν να μπω σήμερα μέσα στο παλάτι, αλλά επειδή ο οικοδόμος που το χτίζει είχε κάποια ταλαιπωρία με την υγεία του – έβγαλε το δόντι του – δεν τελείωσαν οι σαράντα ημέρες της οικοδομής του. Γι΄ αυτό θα μπω αύριο.
Μετά από αυτά ξύπνησε ο Γεώργιος γεμάτος δάκρυα, γεμάτος έκπληξη, αλλά και με απορίες. Την υπόλοιπη νύκτα δεν εννοούσε να κοιμηθεί, αλλά συνεπώς ανέπεμπε αίνους και δοξολογίες στον Πανάγαθο Θεό. Το πρωί πήγε να λειτουργηθεί στον Μητροπολιτικό ναό της Αγίας Φωτεινής. Εν συνεχεία επήρε μαζί του πρόσφορα, νάμα και αγνό κερί και ξεκίνησε για την περιοχή «Μυρτάκια» όπου βρίσκονταν το εξωκκλήσι των Αγίων Αποστόλων. Βρήκε τον παπά – Δημήτριο καθισμένο στην καρέκλα μέσα στο κελλί του.
Τον υποδέχθηκε με χαρά λέγοντας :
- Μόλις βγήκα κι εγώ από την Θεία Λειτουργία. Έτσι τελείωσα το σαρανταλείτουργο………….
ΠΗΓΗ : ΑΡΧΙΜ. ΧΕΡΟΥΒΕΙΜ, ΔΑΝΙΗΛ Ο ΚΑΤΟΥΝΑΚΙΩΤΗΣ, Β΄ ΕΚΔΟΣΗ, ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΠΑΡΑΚΛΗΤΟΥ, ΩΡΩΠΟΣ ΑΤΤΙΚΗΣ 1979, σσ. 28-31.

Περὶ ψυχῆς καὶ ἀναστάσεως ΤΟΥ ΕΝ ΑΓΙΟΙΣ ΠΑΤΡΟΣ ΗΜΩΝ ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ ΕΠΙΣΚΟΠΟΥ ΝΥΣΣΗΣ ΠΕΡΙ ΨΥΧΗΣ ΚΑΙ ΑΝΑΣΤΑΣΕΩΣ Ο ΛΟΓΟΣ Ο ΛΕΓΟΜΕΝΟΣ ΤΑ ΜΑΚΡΙΝΙΑ


Εἰσαγωγή - Περίληψη
Ὁ λόγος αὐτὸς γράφτηκε τὸ φθινόπωρο τοῦ 379 μ.Χ., ὅταν ὁ Ἅγιος Γρηγόριος ἐπισκέφθηκε τὴν ἀδελφή του Ὁσία Μακρίνα στὸν Πόντο, γιὰ νὰ παρηγορηθεῖ γιὰ τὸ θάνατο τοῦ ἀδελφοῦ τους Μεγάλου Βασιλείου. Ἡ Μακρίνα ἦταν ἄρρωστη, λίγο πρὶν τὸ τέλος της, ἀλλὰ εἶχε μαζὶ του ἕναν ἐνδιαφέροντα διάλογο ποὺ ἔδωσε ἀφορμὴ νὰ γραφτεῖ ὁ παρὼν λόγος. Τὰ κυριώτερα σημεῖα του εἶναι τὰ ἑξῆς:
Ὁ θάνατος εἶναι ὁ χωρισμὸς τῆς ψυχῆς ἀπὸ τὸ σῶμα· ὅταν τὸ σῶμα ἐγκαταλειφθεῖ ἀπὸ τὴν ψυχή, τότε ἀποσυντίθεται στὰ στοιχεῖα ποὺ πρὶν τὸ ἀποτελοῦσαν. Καθένα στοιχεῖο τοῦ σώματος ἐπιστρέφει στὸ φυσικό του στοιχεῖο, ἔτσι ὥστε κανένα ἐπιμέρους στοιχεῖο δὲν καταστρέφεται πλήρως ἢ δὲν ἐπιστρέφει στὴν ἀνυπαρξία, καὶ τὸ σῶμα παραμένει μέσα στὰ ὅρια αὐτοῦ τοῦ κόσμου (στὸ νερό, τὸν ἀέρα, τὸ χῶμα καὶ τὸ πῦρ). Αὐτὸ εἶναι ἡ φθορά, δηλαδὴ ἀποσύνθεση καὶ ὄχι καταστροφὴ ἢ μετάπτωση σὲ κατάσταση ἀνυπαρξίας.
Ἡ ψυχὴ δὲν ἐπηρεάζεται ἀπὸ αὐτὴν τὴν ἀποσύνθεση, γιατὶ εἶναι ἁπλὴ καὶ ἀσύνθετη καὶ γι᾿ αὐτὸ δὲν μπορεῖ νὰ διασπαστεῖ. Ἡ ψυχὴ εἶναι ἀθάνατη καὶ ἐκτείνεται στὴν αἰωνιότητα. Τὸ μόνο ποὺ ἀλλάζει σ᾿ αὐτὴν κατὰ τὸ θάνατο εἶναι ὁ τρόπος ὑπάρξεώς της. Ἀκόμη καὶ τότε ἡ σχέση της μὲ τὸ φθειρόμενο σῶμα δὲν διακόπτεται, καὶ ἡ ψυχὴ θὰ μπορέσει νὰ βρεῖ ὅλα τὰ στοιχεῖα του λόγω τῆς γνωστικῆς της δυνάμεως. Οὔτε ὁ χῶρος (ἀπόσταση) οὔτε ὁ χρόνος ἐμποδίζει τὴν ψυχὴ νὰ βρεῖ τὰ στοιχεῖα τοῦ σώματος κατὰ τὴν ἀνάσταση.
Αὐτὸ ποὺ περιμένει τοὺς ἀνθρώπους μετὰ θάνατον εἶναι ἡ κάθαρση, ἡ ἀνανέωση καὶ ἀποκατάσταση τοῦ σώματος καὶ ἡ ἀνάσταση ὅλων. Ὁ Δημιουργὸς δὲν θέλει νὰ μείνουμε ἁπλὰ ἔμβρυα. Ὁ τελικὸς σκοπὸς τῆς φύσεώς μας δὲν εἶναι ἡ κατάσταση τῆς νηπιακῆς ἡλικίας οὔτε οἱ ἐπόμενες ἡλικίες οὔτε ἀκόμη ἡ καταστροφὴ τοῦ σώματος ποὺ ἔρχεται μὲ τὸ θάνατο. Ὅλα αὐτὰ εἶναι μέρος τῆς ὁδοῦ ποὺ διανύουμε. Τὸ ἔσχατο τέρμα αὐτῆς τῆς κινήσεως εἶναι ἡ ἀποκατάστασή μας στὴν ἀρχέγονη κατάστασή μας. Ἡ ψυχὴ κατὰ τὴν ἀνάσταση θὰ ἐπιστρέψει στὸ σῶμα. Οἱ δίκαιες ψυχὲς θὰ δοξασθοῦν, ἀλλὰ οἱ ἁμαρτωλὲς θὰ τιμωρηθοῦν. Ἡ καθαρὴ ψυχὴ θ᾿ ἀπολαύσει τὴ θέα τοῦ Θεοῦ.
Στὴν ἐποχή μας ἀξίζει νὰ μελετηθεῖ ἰδιαίτερα ὁ λόγος, διότι θέτει τὸ θέμα τοῦ θανάτου, τὴ φθορὰ καὶ τὴν ἀνάσταση τοῦ σώματος, τὴν ἀθανασία τῆς ψυχῆς. Ἡ ὅλη διαπραγμάτευση τοῦ θέματος ὁδηγεῖ τὸν ἀναγνώστη σὲ πρακτικὰ συμπεράσματα, ποὺ ἔχουν ἀντίκτυπο στὴν προσαρμογὴ τῆς καθημερινῆς του ζωῆς στὴν προοπτική της αἰώνιας ζωῆς, δηλαδὴ τὴ βασιλεία τοῦ Θεοῦ.
ΛΟΓΟΣ ΠΕΡΙ ΨΥΧΗΣ ΚΑΙ ΑΝΑΣΤΑΣΕΩΣ
Ὅταν ὁ μεγάλος μεταξὺ τῶν Ἁγίων, Βασίλειος, ἔφυγε ἀπὸ τὴν παροῦσα ζωὴ πρὸς τὸ Θεό, ἀποτέλεσε ὁ θάνατός του τὴν ἀφορμὴ γιὰ γενικὸ πένθος στὶς Ἐκκλησίες. Ζοῦσε τότε ἀκόμη ἡ ἀδελφὴ καὶ δασκάλα μου (Μακρίνα) καὶ πῆγα κοντά της γιὰ νὰ μετάσχω μαζί της στὴ συμφορὰ τοῦ θανάτου τοῦ ἀδελφοῦ μας.
Ἡ ψυχή μου ἦταν πολὺ θλιμμένη, ἐπειδὴ πονοῦσε γι’ αὐτὴ τὴ μεγάλη ἀπώλεια· ζητοῦσα κάποιον ποὺ θὰ ἔχυνε δάκρυα μαζί μου καὶ θὰ σήκωνε τὸ ἴδιο βάρος τῆς θλίψεως. Μόλις συναντηθήκαμε, ἡ παρουσία τῆς δασκάλας μου ἀναζωπύρωσε τὴ θλίψη μου· διότι ἤδη καὶ ἐκείνη ὑπέφερε ἀπὸ θανατηφόρα ἀσθένεια.
Ἐκείνη τότε, ἀφοῦ ὑποχώρησε, μιμούμενη τοὺς δασκάλους τῆς ἱππικῆς τέχνης, καὶ παραδόθηκε μαζί μου στὸ πάθος τῆς θλίψεως, στὴ συνέχεια προσπάθησε μὲ τὸ λόγο της νὰ μὲ σταματήσει· σὰν χαλινάρι χρησιμοποίησε τὴ σκέψη της, γιὰ νὰ ἠρεμήσει τὴν ταραγμένη ψυχή μου. Ἀνέφερε τὸ λόγο τοῦ Ἀποστόλου, ὅτι δὲν πρέπει νὰ λυπούμαστε γιά τοὺς κεκοιμημένους· διότι αὐτὸ τὸ πάθος (τῆς λύπης) χαρακτηρίζει μόνον ὅσους δὲν ἔχουν ἐλπίδα (στὸν Κύριο).
Ἐγὼ τότε, ἐπειδὴ ἡ θλίψη πλάκωνε τὴν καρδιά μου, εἶπα: «Πῶς εἶναι δυνατόν νὰ τὸ πετύχουν αὐτὸ (νὰ μὴν λυποῦνται) οἱ ἄνθρωποι, ἀφοῦ ὅλοι αἰσθάνονται φυσικὴ ἀπέχθεια πρὸς τὸ θάνατο; Καὶ δὲν μποροῦν ν’ ἀντέξουν εὔκολα στὴ θέα αὐτῶν ποὺ εἶναι ἐτοιμοθάνατοι· ἀλλά, καὶ ὅσοι συμβαίνει νὰ τοὺς πλησιάζει ὁ θάνατος, τὸν ἀποφεύγουν ὅσο μποροῦν. Ἀκόμη καὶ οἱ ἰσχύοντες νόμοι θεωροῦν τὸ θάνατο ὡς τὴ μεγαλύτερη ἀδικία καὶ τὴν ἔσχατη τιμωρία. Μὲ ποιὸ τρόπο, λοιπόν, ὅταν ἔλθει ὁ θάνατος, θὰ θεωρήσουμε τὴν ἀναχώρηση ἀπὸ τὴν παροῦσα ζωὴ ὡς ἕνα τίποτε, ἔστω καὶ γιὰ ἕνα ξένο πρόσωπο; Καὶ πολὺ περισσότερο γιὰ συγγενικό μας πρόσωπο;
Καὶ συνέχισα: «Παρατηροῦμε ἄλλωστε ὅτι ὅλος ὁ ἀνθρώπινος μόχθος ἀποβλέπει σ᾿ αὐτό, πῶς δηλαδὴ θὰ διατηρηθοῦμε στὴ ζωή. Γι᾿ αὐτὸ τὸ λόγο ἔχουμε ἐπινοήσει καὶ τὰ σπίτια γιὰ διαμονή, γιὰ νὰ μὴν καταπονεῖται τὸ σῶμα εἴτε ἀπὸ τὴν ψύχρα εἴτε ἀπὸ τὴ ζέστη.

Ἅγιος Νεκτάριος ΠΕΡΙ TΩΝ ΕΤΗΣΙΩΝ ΙΕΡΩΝ ΜΝΗΜΟΣΥΝΩΝ ΤΩΝ ΤΕΛΟΥΜΕΝΩΝ ΥΠΟ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ



(κείμενο τοῦ Ἁγίου Νεκταρίου περὶ Ἱερῶν Μνημοσύνων ἀπὸ τὸ βιβλίο του «Μελέτη περὶ ἀθανασίας τῆς ψυχῆς καὶ ἱερῶν μνημοσύνων»)
Ἡ Ἐκκλησία τελεῖ ἐτήσια μνημόσυνα ὑπὲρ τῶν τέκνων αὐτῆς τῶν μὴ τυχόντων τῶν νενομισμένων, καὶ στερηθέντων τῆς ἐκ τούτων ὠφελείας διὰ τὸ ἀποθανεῖν αὐτὰ εἴτε ἐν ξένῃ γῇ, ἐν θαλάσσῃ, εἴτ᾿ ἐν ἐρήμῳ. Ὧδε ἐκτίθενται οἱ λόγοι οἱ ἐν τῷ Τριωδίῳ, δι᾿ οὓς ἡ Ἐκκλησία τελεῖ τὸ ὑπὲρ τῶν κεκοιμημένων μνημόσυνον τῷ Σαββάτῳ τῷ πρὸ τῆς ἀπόκρεως, ὅπερ καὶ πρῶτον λέγεται, (κοινῶς ψυχοσάββατον).

 

 

 

α´. Περὶ τοῦ πρώτου ψυχοσαββάτου. Ὑπόμνημα περὶ τοῦ πρώτου ἐτησίου μνημοσύνου

«Τῇ αὐτῇ ἡμέρᾳ μνείαν ποιεῖσθαι τῶν ἀπ᾿ αἰῶνος κοιμηθέντων εὐσεβῶς ἐπ᾿ ἐλπίδι ἀναστάσεως ζωῆς αἰωνίου οἱ θειότατοι Πατέρες ἐθέσπισαν». «Ἀμνημόνησον πταισμάτων νεκροῖς, Λόγε, τὰ Χρηστὰ νεκρὰ σπλάγχνα σου μὴ δεικνύων». «Ἐπειδὴ τίνες ἄωρον πολλάκις ἐπὶ ξένης ὑπέστησαν θάνατον ἐν θαλάσσῃ τε καὶ ἀβάτοις ὄρεσι, κρημνοῖς τε καὶ χάσμασι, καὶ λοιμοῖς, καὶ λιμοῖς, καὶ πολέμοις καὶ ἐμπρησμοῖς, καὶ κρυμοῖς, καὶ ἄλλους παντοίους θανάτους ὑπομεμενηκότες, ἴσως καὶ πένητες ὄντες καὶ ἄποροι καὶ τῶν νενομισμένων ψαλμωδιῶν καὶ μνημοσύνων οὐκ ἔτυχον, φιλανθρώπως οἱ θεῖοι Πατέρες κινούμενοι κοινῶς τούτων μνείαν ἁπάντων τὴν καθολικὴν Ἐκκλησίαν ποιεῖσθαι ἐθέσπισαν, ἀπὸ τῶν Ἱερῶν Ἀποστόλων διαδεξάμενοι, ἵνα καὶ οἱ τῶν νενομισμένων ἀνὰ μέρος διά τινος συμβάντος μὴ τετυχηκότες, τῇ νῦν κοινῇ μνείᾳ κἀκεῖνοι περιλαμβάνοιντο δεικνύντες ὡς καὶ τὰ ὑπὲρ αὐτῶν γινόμενα μεγάλην αὐτοῖς προξενεῖ τὴν ὠφέλειαν. Καθ᾿ ἕνα μὲν οὖν τρόπον οὕτως ἡ του Θεοῦ Ἐκκλησία μνείαν ἐπιτελεῖ τῶν ψυχῶν, δεύτερον δέ, ἐπειδὴ τὴν δευτέραν τοῦ Χριστοῦ παρουσίαν θεῖναι τῇ ἐπαύριον ἔμελλον, ἀρμοζόντως καὶ τῶν ψυχῶν μνημονεύουσιν. Ὠσανεὶ τὸν φοβερὸν Κριτὴν καὶ ἀπαραλόγιστον ἱλεούμενοι τῇ συνήθει πρὸς αὐτὰς χρήσασθαι συμπαθείᾳ, καὶ τῇ ἐπηγγελμένῃ ταύτας κατατάξαι τρυφῇ. Ἄλλως τε καὶ τὴν τοῦ Ἀδὰμ ἐξορίαν οἱ ἅγιοι μέλλοντες τῇ ἐσομένῃ ἐκθεῖναι Κυριακή, ὥσπερ τινὰ κατάπαυσιν προσεπινοοῦσι, καὶ τέλος πάντων τῶν καθ᾿ ἡμᾶς διὰ τῆς παρούσης νῦν καταπαύσεως, ἵνα ἐκεῖθεν ὡς ἀπ᾿ ἀρχῆς ἄρξωνται, τὸ γὰρ ὕστατον τῶν παρ᾿ ἡμῖν πάντων, ἡ τῶν βεβιωμένων παρὰ τοῦ ἀδεκάστου Κριτοῦ ἔσται ἐξέτασις, καὶ ἵνα τοὺς ἀνθρώπους διὰ τούτων φοβήσαντες, πρὸς τοὺς τῆς νηστείας ἀγῶνας ποιήσωσιν εὐχερεῖς. Ἐν Σαββάτῳ δὲ τὴν τῶν ψυχῶν μνείαν ποιούμεθα, ὅτι τὸ Σάββατον κατάπαυσιν σημαίνει Ἑβραιστὶ καὶ τῶν τεθνεώτων τοίνυν, ὡς τῶν βιωτικῶν καὶ τῶν λοιπῶν ἁπάντων καταπαυσαμένων, κἂν τῇ καταπαυσίμῳ τῶν ἡμερῶν τὰς ὑπὲρ αὐτῶν δεήσεις ποιούμεθα, ὃ δὴ καὶ ἐπὶ πᾶν κεκράτηκε γίνεσθαι Σάββατον. Τὸ δέ γε νῦν καθολικῶς μνημονεύομεν ὑπὲρ παντὸς δεόμενοι εὐσεβοῦς, εἰδότες καὶ γὰρ οἱ Θεῖοι Πατέρες, ὡς τὰ ὑπὲρ τῶν κεκοιμημένων γινόμενα Μνημόσυνα, λέγω ἐλεημοσύναι καὶ λειτουργίαι, καὶ ἰδίως καὶ κοινὴ τὴν Ἐκκλησίαν τοῦτο ποιεῖν ἐπιτρέπουσι, παρὰ τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων τοῦτο παραλαβόντες, ὡς εἴρηται, καθ᾿ ἃ καὶ ὁ Ἀρεοπαγίτης φησὶ Διονύσιος». Ἐν τῷ Η´. Βιβλίῳ τῶν Ἀποστολικῶν διαταγῶν ἐν κεφαλαίῳ μα´ ὑπάρχει προσφώνησις ὑπὲρ τῶν κεκοιμημένων ἔχουσα ὧδε: «Ὑπὲρ τοῦ ἀναπαυσαμένου ἐν Χριστῷ ἀδελφοῦ ἡμῶν δεηθῶμεν, ὅπως ὁ φιλάνθρωπος Θεός, ὁ προσδεξάμενος αὐτοῦ τὴν ψυχήν, παρίδῃ αὐτῷ πᾶν ἁμάρτημα ἑκούσιον τε καὶ ἀκούσιον, καὶ ἵλεως καὶ εὐμενὴς γενόμενος, κατατάξῃ εἰς χώραν εὐσεβῶν ἀνειμένων εἰς κόλπον Ἀβραάμ, καὶ Ἰσαάκ, καὶ Ἰακὼβ μετὰ πάντων τῶν ἀπ᾿ αἰώνως εὐαρεστησάντων καὶ ποιησάντων τὸ θέλημα αὐτοῦ. Ὅθεν ἀπέδρα ὀδύνη λύπη καὶ στεναγμός». Καὶ αὖθις, «Αὐτὸς καὶ νῦν ἔπιδε ἐπὶ τὸν δοῦλον σου τὸν δέ, ὃν ἐξελέξω καὶ προσελάβου εἰς ἑτέραν λῆξιν καὶ συγχώρησον αὐτῷ εἰ τὶ ἑκὼν ἢ ἄκων ἐξήμαρτε καὶ Ἀγγέλους εὐμενεῖς παράστησον αὐτῷ καὶ κατάταξον αὐτὸν ἐν τῷ κόλπῳ τῶν Πατριαρχῶν καὶ τῶν Προφητῶν καὶ τῶν Ἀποστόλων, καὶ πάντων τῶν ἀπ᾿ αἰώνως σοι εὐαρεστησάντων, ὅπου οὐκ ἑνὶ ὀδύνη, λύπη καὶ στεναγμός, ἀλλὰ χορὸς εὐσεβῶν ἀνειμένος καὶ γῆ εὐθεῖα συνανειμένη καὶ τῶν ἐν αὐτῇ ὁρώντων τὴν δόξαν Χριστοῦ κτλ.» Ἐν δὲ τῷ μβ´ Κεφ. ὑπάρχει διάταξις περὶ τοῦ πῶς δεῖ καὶ πότε γίνεσθαι τὰς τῶν κοιμηθέντων πιστῶν μνείας, καὶ ὅτι ἐκ τῶν ὑπαρχώντων αὐτοῖς δεῖ παρέχεσθαι πένησι, ἔχουσα ὧδε: «Ἐπιτελείσθω δὲ τρίτα τῶν κεκοιμημένων ἐν ψαλμοῖς καὶ ἀναγνώσεσι καὶ προσευχαῖς διὰ τὸν διὰ τριῶν ἡμερῶν ἐγερθέντα, καὶ ἔνατα εἰς ὑπόμνησιν τῶν περιόντων καὶ τῶν κεκοιμημένων, καὶ τεσσαράκοντα κατὰ τὸν παλαιὸν τύπον. Μωσῆν γὰρ οὕτως ὁ λαὸς ἐπένθησε, καὶ ἐνιαύσια ὑπὲρ μνείας αὐτοῦ, καὶ διδόσθω ἐκ τῶν ὑπαρχόντων αὐτοῦ πένησιν εἰς ἀνάμνησιν αὐτοῦ». Ἐν δὲ μγ´. κεφαλ. λέγονται τὰ ἑξῆς περὶ τῶν ἐν εὐσεβείᾳ τελευτησάντων, ὅτι τοὺς ἀσεβεῖς τελευτῶντας οὐδὲν ὠφελοῦσι μνεῖαι ἢ ἐντολαί. «Ταῦτα δὲ περὶ εὐσεβῶν λέγομεν, περὶ γὰρ ἀσεβῶν, ἐὰν τὰ τοῦ κόσμου δῷς πένησιν οὐδὲν ὀνήσεις αὐτόν, ᾧ γὰρ περιόντι ἐχθρὸν ἦν τὸ θεῖον, δῆλον ὅτι καὶ μεταστάντι, οὐ γάρ ἐστιν ἀδικία παρ᾿ αὐτῷ, δίκαιος γὰρ ὁ Κύριος καὶ δικαιοσύνας ἠγάπησε καὶ ἰδοὺ ἄνθρωπος καὶ τὸ ἔργον αὐτοῦ». Ἐν τῷ συγγράμματι τοῦ Ἀθανασίου τοῦ Παρίου ἀναγιγνώσκομεν τὰ ἑξῆς: «Οὐκ οἶμαι θαυμαστὸν εἶναι, ὅπερ ὁ νομομαθὴς καὶ προφητοδίδακτος Ἰούδας ὁ Μακκαβαῖος περὶ ἀθανασίας τῆς ψυχῆς καλῶς ἐφρόνει. Τὸ θαυμαστὸν δήπου ἐκεῖνό ἐστιν, ὅτι ἅπαντα σχεδὸν τὰ ἔθνη πεπεισμένα ἐστίν, ὅτι παρὰ ταύτην καὶ ἄλλη τίς ἐστι ζωὴ τέλος μὴ ἔχουσα. Καὶ τὶς τῶν πάλαι σοφῶν, ὅτι μεγίστην ἔχει δύναμιν ἔφασκε παρ᾿ ἡμῖν, περὶ τῆς τῶν ψυχῶν ἀθανασίας ἡ ὁμοφωνία τῶν ἀνθρώπων ἐκείνων, ὅτι τινὲς ἢ φοβοῦνται ἢ τιμῶσι τοὺς καταχθονίους. Μαρτυρεῖ δὲ καὶ ὁ Μακρόβιος, ἀκριβὴς ἀνιχνευτὴς τῆς ἀρχαίας σοφίας, ὅτι κοινὴ ἦν γνώμη τὴν ψυχὴν οὐχ ἧττον ἀθάνατον εἶναι ἢ ἀσώματον. Ἐν ὅλη τῇ Ἀμερικῇ τῇ τε πρὸς Βορρᾶν, τῇ τε πρὸς Νότον ἡ ἰδέα μιᾶς ἄλλης ζωῆς πῇ μὲν μᾶλλον, πῇ δ᾿ ἧττον καθαρά, τὸ θεμέλιόν ἐστι τῆς ἑαυτῶν θρησκείας, τοῦτ᾿ αὐτὸ εἰρήσθω καὶ περὶ πάντων τῶν τῆς Ἀφρικῆς ἀγρίων λαῶν, τῶν τῆς Σιβηρίας, τῶν Σαμοϊέδων, τῶν Σκυθῶν. Ἅπαντα τὰ βάρβαρα ταῦτα ἔθνη τοὺς ἑαυτῶν νεκροὺς ἐνταφιάζουσι μετὰ παρασκευῶν τοιούτων, αἱ τὸ χρήσιμον ἑαυτῶν εἰς ἑτέρων βίον ἐπιδεικνύονται, καὶ ὑπὲρ αὐτῶν ἐτησίως δέονται». Τὸ πνεῦμα, καὶ ὁ τρόπος καὶ ὁ λόγος τῆς δεήσεως τῆς Ἐκκλησίας ἐμφαίνονται ἐν ταῖς εὐχαῖς καὶ τοῖς τροπαρίοις τῶν μνημοσύνων, τὰ ὁποῖα ἀντιγράφομεν ὧδε.
α´.) «Τῶν ἀπ᾿ αἰῶνος σήμερον νεκρῶν ἁπάντων κατ᾿ ὄνομα μετὰ πίστεως ζησάντων εὐσεβῶς μνήμην τελοῦντες οἱ πιστοὶ τὸν Σωτῆρα καὶ Κύριον ἀνυμνήσωμεν αἰτοῦντες ἐκτενῶς τούτους ἐν ὥρᾳ τῆς κρίσεως ἀπολογίαν ἀγαθὴν δοῦναι αὐτῷ τῷ Θεῷ ἡμῶν τῷ πᾶσαν κρίνοντι τὴν γῆν, τῆς δεξιᾶς αὐτοῦ παραστάσεως τυχόντες ἐν χαρᾷ, ἐν μερίδι Δικαίων, καὶ ἐν ἁγίῳ κλήρῳ φωτεινῷ, καὶ ἀξίους γενέσθαι τῆς οὐρανίου βασιλείας αὐτοῦ».
β´.) «Ὁ ἐν τῷ οἰκείῳ αἵματι Σωτὴρ βροτοὺς ἐκπριάμενος, καὶ θανάτῳ Σου θανάτου τοῦ πικροῦ ἐκλυτρωσάμενος ἡμᾶς καὶ ζωὴν τὴν αἰώνιον παρασχὼν τῇ ἀναστάσει Σου ἡμῖν, πάντας ἀνάπαυσον, Κύριε, τοὺς κοιμηθέντας εὐσεβῶς, ἢ ἐν ἐρήμοις, ἢ πόλεσιν, ἢ ἐν θαλάσσῃ ἢ ἐν γῇ, ἢ ἐν παντὶ τόπῳ, Βασιλεῖς τε, Ἱερεῖς, Ἀρχιερεῖς, Μοναστὰς καὶ μιγάδας, ἐν ἡλικίᾳ πάσῃ παγγενεῖ, καὶ ἀξίωσον αὐτοὺς τῆς οὐρανίου βασιλείας σου».
γ´.) «Τῇ ἐκ νεκρῶν ἐγέρσει Σου Χριστέ, οὐκέτι ὁ θάνατος κυριεύει τῶν θανόντων εὐσεβῶς, διὸ αἰτοῦμεν ἐκτενῶς τοὺς Σοὺς δούλους ἀνάπαυσον ἐν αὐλαῖς Σου καὶ ἐν κόλποις Ἀβραάμ, τοὺς ἐξ Ἀδὰμ μέχρι σήμερον λατρεύσαντάς Σοι καθαρῶς πατέρας καὶ ἀδελφοὺς ἡμῶν, φίλους ὁμοῦ καὶ συγγενεῖς, ἅπαντα ἄνθρωπον τὰ τοῦ βίου λειτουργήσαντα καλῶς καὶ πρὸς Σε μεταστάντα πολυειδῶς καὶ πολυτρόπως ὁ Θεός, καὶ ἀξίωσον τούτους τῆς οὐρανίου βασιλείας Σου». Ἡ δὲ αἴτησις ἔχει ὧδε: «Ἐλέησον ἡμᾶς, ὁ Θεός, κατὰ τὸ μέγα ἔλεος Σου, δεόμεθα Σου, ἐπάκουσον, καὶ ἐλέησον. Ἔτι δεόμεθα ὑπὲρ μακαρίας μνήμης καὶ αἰωνίου ἀναπαύσεως πάντων τῶν κεκoιμημένων εὐλαβῶν καὶ ὀρθοδόξων Χριστιανῶν, βασιλέων, ἀρχιερέων, ἱερέων, ἱερομονάχων, ἱεροδιακόνων, μοναχῶν, μοναζουσῶν, πατέρων, προπατόρων, πάππων καὶ προπάππων, ἐκ τῶν ἀπ᾿ ἀρχῆς καὶ μέχρι τῶν ἐσχάτων καὶ ὑπὲρ τοῦ συγχωρηθῆναι αὐτοῖς πᾶν πλημμέλημα ἑκούσιόν τε καὶ ἀκούσιον». (Ἔπειτα αἱ συνήθεις εὐχαί).

β´. Περὶ τοῦ δευτέρου ἐτησίου μνημοσύνου

Τὸ δεύτερον ἐτήσιον μνημόσυνον ὑπὲρ τῶν ψυχῶν τῶν κεκοιμημενων ἡ Ἐκκλησία τελεῖ λίαν καταλλήλως ἡμέρας 9 μετὰ τὴν Ἀνάληψιν τοῦ Σωτῆρος Χριστοῦ, ἤτoι τῷ Σαββάτῳ τῷ πρὸ τῆς Πεντηκοστῆς τοῦ Πάσχα, ὃ «ψυχοσάββατον» ἐπίσης καλεῖται, ὡς τὸ πρὸ τῆς Κυριακῆς τῶν Ἀπόκρεων Σάββατoν «πρῶτον ψυχoσάββατον». Κατὰ τὴν ἡμέραν ταύτην μνήμην ποιεῖται ἡ Ἐκκλησία πάντων τῶν ἀπὸ Ἀδὰμ εὐσεβῶς κοιμηθέντων, δέεται ὑπὲρ αὐτῶν, καὶ αἰτεῖται παρὰ Χριστοῦ τοῦ Θεοῦ τοῦ ἀναληφθέντος εἰς τοὺς οὐρανοὺς καὶ ἐν δεξιᾷ καθεσθέντος τοῦ Πατρός, ὅπως ἐν ὥρᾳ τῆς κρίσεως ἀπολογίαν ἀγαθὴν δώσωσιν αὐτῷ τῷ Πᾶσαν κρίνοντι τὴν Γῆν, τύχωσι τῆς ἐκ δεξιῶν αὐτοῦ παραστάσεως ἐν χαρᾷ, ἐν μερίδι δικαίων, καὶ κλήρῳ φωτεινῷ ἁγίων, καὶ γείνωσιν ἄξιοι τῆς οὐρανίου βασιλίας κληρονόμοι. Ἡ Ἐκκλησία δεομένη ὑπὲρ πάντων τῶν ἀπὸ Ἀδὰμ μέχρι σήμερον εὐσεβῶς κοιμηθέντων εὔχεται οὐχὶ βεβαίως μόνον ὑπὲρ Χριστιανῶν, διότι οὐδεὶς Χριστιανὸς ἀπὸ Ἀδὰμ μέχρι Χριστοῦ, ἀλλ᾿ ὑπὲρ πάσης ψυχῆς παντὸς γένους βροτῶν ἐναρέτως βιωσάσης εἴτε ἐν νόμῳ, εἴτε ἐν ἀκροβυστίᾳ, εὔχεται δ᾿ ἐν τοῖς τροπαρίοις, ἵνα «ἅπαντα ἄνθρωπον τὰ τοῦ βίου λειτουργήσαντα πιστῶς καὶ πρὸς Θεὸν μεταστάντα πολυειδῶς καὶ πολυτρόπως ὁ Θεὸς ἀξιώσῃ τῆς οὐρανίου βασιλείας αὐτοῦ». Διὰ τῆς τοιαύτης ὑπὲρ τῶν εὐσεβῶς κοιμηθέντων διαταχθείσης ἀκολουθίας ἡ Ἐκκλησία κηρύττει ὅτι οἱ ἀπὸ Ἀδὰμ μέχρι Χριστοῦ τελειωθέντες ἐνάρετοι ἄνδρες εἰσὶν ἄξιοι τοῦ θείου ἐλέους καὶ δέεται τοῦ Θεοῦ ὑπὲρ αὐτῶν, ὅπως δώσῃ αὐτοῖς ἐν τῇ ἡμέρᾳ τῆς κρίσεως εὐπρόσδεκτον ἀπολογίαν. Τὸ φρόνιμα τοῦτο τῆς Ἐκκλησίας, ὅπερ ἀπὸ τῶν ἀποστολικῶν χρόνων γινώσκομεν, εἶναι λίαν ὀρθὸν δίκαιον, διότι, ἀφοῦ ὁ Κύριος ἡμῶν ἦλθεν, ἵνα σώσῃ τὸν κόσμον, ἕπεται ὅτι ἔμελε νὰ σώσῃ καὶ πάντας τοὺς ἐναρέτως διαβιώσαντας, πρὸ τῆς ἀφίξεως αὐτοῦ, διότι οὐχὶ ἡ ἔλλειψις ἀρετῆς ἐν τῷ κόσμῳ προκάλεσε τὴν ἀνάγκην τῆς ἐνσάρκου οἰκονομίας τοῦ Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ, ἀλλ᾿ ἡ ἔλλειψις τῆς πρὸς τὸν Θεὸν φιλίας καὶ τὸ μεσότοιχον τῆς ἔχθρας τὸ διαχωρίζον Θεὸν καὶ ἄνθρωπον καί, ὅπερ ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ ἦλθε νὰ καθέλῃ. Λόγος λοιπὸν τῆς ἀφίξεως τοῦ Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ ἦτο ἡ συμφιλίωσις Θεοῦ μετὰ τοῦ ἀνθρώπου καὶ οὐχὶ ἡ ἔλλειψις ἀρετῆς. Εἶναι ἀληθὲς ὅτι ὁ Ἰησοῦς διὰ τῆς θείας αὐτοῦ διδασκαλίας ἀπεκάλυψε τοῖς ἀνθρώποις νέας τελειωτικὰς ἀρχὰς καὶ ὑπέδειξεν αὐτοῖς οὐρανὸν καινόν, καὶ γῆν καινήν, ἀλλὰ τοῦτο δεν ἀναιρεῖ τὴν ὕπαρξιν ἀρετῆς ἐν τῷ κόσμῳ, ἡ ἀρετὴ λοιπὸν ἐν τῷ κόσμῳ ὑφίστατο, ἀλλ᾿ ὁ ἄνθρωπος εὑρίσκετο ὑπὸ δυσμένειαν καὶ ἐδέετο διαλάκτου, τούτου δὲ ἐλθόντος ὁ ἐνάρετος εὗρε χάριν παρὰ τῷ Θεῷ καὶ ἔτυχε τῆς σωτηρίας. Ὅτι τοῖς δικαίοις ἐπεφυλάσσετο σωτηρία διὰ Ἰησοῦ Χριστοῦ, τοῦτο διδασκόμεθα ἐκ τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, ἐν ταύτῃ ὁ Θεὸς ὑπέσχετο τοῖς Ἰουδαίοις σωτηρίαν, ἐὰν ἐτήρουν τὸν νόμον, τοῦτο ἐβεβαίωσε καὶ ὁ Σωτήρ, ὡς ἀναφέρει ὁ Εὐαγγελιστὴς Ματθαῖος, εἰπὼν πρὸς τὸν ἐρωτήσαντα τὶ νὰ ποιήσῃ, ἵνα ζωὴν αἰώνιον κληρονομήσῃ, ὅτι ἀρκετὴ ἦτο πρὸς τοῦτο ἡ τῶν ἐντολῶν τήρησις. Βεβαίως οὐδέποτε θὰ ἔλεγεν αὐτῷ νὰ τηρήσῃ τὰς ἐντολὰς (Ματθ. 19. 17), ἐὰν ἐν τῇ τηρήσει τῶν ἐντολῶν δὲν τῷ ἐπεφυλάσσετο σωτηρία διὰ Ἰησοῦ Χριστοῦ. Ἐπίσης οὐδὲ πρὸς τοὺς ἐλέγχοντας αὐτὸν Φαρισαίους ὅτι μετὰ ἁμαρτωλῶν καὶ τελωνῶν ἐσθίει καὶ πίνει, θὰ ἔλεγεν ὁ Ἰησοῦς, τὸ «οἱ ἰσχύοντες οὐκ ἔχουσι χρείαν ἰατροῦ, ἀλλ᾿ οἱ κακῶς ἔχοντες... οὐ γὰρ ἦλθον καλέσαι δικαίους, ἀλλὰ ἁμαρτωλοὺς εἰς μετάνοιαν» (Ματθ. 9.12.13). Οἱ λόγοι οὔτοι τοῦ Ἰησοῦ ἀποδεικνύουσι σαφῶς ὅτι οἱ δίκαιοι εἶχον μερίδα ἐν τῇ διὰ τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ ἐλευσομένῃ σωτηρίᾳ τοῦ ἀνθρωπίνου γένους. Ἀφοῦ δὲ οἱ ὑπὸ νόμον εἶχον μέρος ἐν τῇ σωτηρίᾳ, διατὶ τὰ ἔθνη τὰ ἔχοντα τὸν νόμον γραπτὸν εἰς τὰς καρδίας αὐτῶν καὶ ποιοῦντα αὐτὸν νὰ ἀποκλεισθῶσι τῆς σωτηρίας; μὴ προσωπολήπτης ὁ Θεός; ἢ μήπως Ἰουδαίων ὁ Θεὸς μόνον; ἄπαγε ! ὁ Θεὸς εἶναι Θεὸς δίκαιος καὶ πατὴρ πάσης φυλῆς καὶ γένους ἀνθρώπων, ἐὰν λοιπὸν ὑπεσχέθη σωτηρίαν τοῖς ὑπὸ νόμον, ἐὰν τηρήσωσι τὸν νόμον, θέλει σώσει καὶ τοὺς ἐν τῇ ἀκροβυστίᾳ τοὺς τηρήσαντας τὸν νόμον τὸν γεγραμμένον ἐν ταῖς καρδίαις αὐτῶν. Ὁ Ἅγιος Ἀναστάσιος ὁ Πατριάρχης Ἀντιοχείας διαβεβαιοῖ ὅτι δι᾿ ἀποκαλύψεως ἐγνώσθη αὐτῷ ἡ τῶν ἐθνικῶν δικαίων σωτηρία. Ἀναφέρει δὲ τὴν καθ᾿ ὕπαρ ἐμφάνειαν τοῦ σοφοῦ Πλάτωνος πρὸς τίνα εὐσεβῆ μοναχὸν ἐξυβρίζοντα αὐτὸν διὰ τίνας πλάνας αὐτοῦ, καὶ λέγει ὅτι ἐμφανισθεὶς ἐδίδαξεν αὐτὸν τὰ περὶ τῆς σωτηρίας τοῦ διὰ Ι. Χριστοῦ καὶ προέτρεψε μὴ ἁμαρτάνειν ὑβρίζων. Ἡ μαρτυρία αὕτη, καίτοι ἀξιόπιστος ὡς ἀπὸ ἀξιοπίστου συγγραφέως προερχομένη, καὶ ἂν μὴ ληφθῇ ὑπ᾿ ὄψει, ἡ δόξα περὶ τῆς σωτηρίας τῶν ἐθνικῶν ἑδραζομένη ἐπὶ τῶν ὀρθῶν συλλογισμῶν, ἵσταται καθ᾿ ἑαυτήν. Ἡ σωτηρία λοιπὸν ἡ τῷ ἀνθρωπίνῳ γένει χορηγηθεῖσα διὰ Ἰησοῦ Χριστοῦ, ἐγένετο γενικὴ πᾶσι τοῖς ἐναρέτως ζήσασι. Διὰ τὰ τοσαῦτα ἀγαθά, ὅσα ὁ Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστὸς παρέσχε τῇ ἀνθρωπότητι, ἥτις πᾶσα ὀφείλει νὰ εὐχαριστῇ τῷ Θεῷ, ἡ Ἐκκλησία ἀναπέμπει εὐχαριστίας πρὸς αὐτὸν ὡς πρὸς τὸν Δεσπότην τῶν ἁπάντων καὶ λυτρωτήν, δοξάζει αὐτὸν ὡς Θεὸν ἀληθινόν, καὶ δέεται ὑπὲρ τῶν ψυχῶν πάντων τῶν εὐσεβῶς κοιμηθέντων πάσης φυλῆς καὶ γένους... Ἡ ἀκολουθία τῶν κεκοιμημένων ἐτέθη λίαν καταλλήλως μετὰ τὸν χρόνον τῆς Ἀναλήψεως τοῦ Σωτῆρος Χριστοῦ, διότι διὰ ταύτης γενόμενος ὁ Κύριος ἐν τοῖς κόλποις τοῦ Πατρὸς καὶ λαβὼν πᾶσαν ἐξουσίαν ἐν Οὐρανῷ καὶ ἐπὶ γῆς, ἐγένετο ζώντων καὶ τεθνεώτων Δεσπότης, ἡ Ἐκκλησία λοιπὸν ἔνθεν μὲν θέλουσα νὰ ὁμολογήσῃ τὸν Ἰησοῦν Χριστὸν ζώντων τε καὶ νεκρῶν ἐξουσιαστήν, ἔνθεν δὲ νὰ ἀνακηρύξῃ τὴν πίστιν αὐτῆς εἰς τὴν δευτέραν παρουσίαν, τὴν ὑπὲρ τῶν κεκοιμημένων ἀκολουθίαν συνέταξεν.

γ´. Περὶ τῆς προσγινομέvης ὠφελείας ταῖς ψυχαῖς ἐκ τῶν ἱερῶν μνημοσύνων

Τὰ ἱερὰ μνημόσυνα καὶ ὑπὸ ἠθικὴν ἔποψιν ἐξεταζόμενά εἰσι λίαν ἀναγκαία, καθόσον παρέχουσι καὶ τοῖς ἐπιζῶσι μεγάλην ὠφέλειαν, δι᾿ αὐτῶν ἡ Ἐκκλησία διδάσκει τὰ ἑαυτῆς τέκνα τὴν ἀληθῆ χριστιανικὴν φιλοσοφίαν καὶ ὑπομιμνῄσκει εἰς αὐτὰ τὰς θεμελιώδεις ἀρχὰς τοῦ Χριστιανισμοῦ, κηρύττει ὡς δι᾿ ὑψηλοῦ κηρύγματος τὴν ἀθανασίαν τῆς ψυχῆς, καὶ τὴν ἔναρξιν μετὰ θάνατον νέου σταδίου ζωῆς ἀλήκτου καὶ ἀτέρμονος. Ἐπίσης κηρύττει τὴν διηνεκῆ ἐν τῷ κόσμῳ του Σωτῆρος Χριστοῦ παρουσίαν, τὴν μεθ᾿ ἡμῶν ἐπικοινωνίαν καὶ σχέσιν, τῶν τεθνεώτων καί, ἵνα συλλήβην περιλάβω ἅπαν τὸ πνεῦμα τῶν τελουμένων μνημοσύνων, δι᾿ αὐτῶν διδάσκει ἡ Ἐκκλησία τὰ τέκνα της, ὅτι ὁ ἄνθρωπος εἶναι οὐρανοπολίτης, ὅτι ἀπὸ τῆς ἐν γῇ στρατευομένης Ἐκκλησίας μεταβαίνει εἰς τὴν ἐν Οὐρανῷ θριαμβεύουσαν, ὅτι ἀμφοτέρων κεφαλὴ εἶναι ὁ Χριστός, ὅστις εἰσακούει πάντων τὰς δεήσεις καὶ ἱκεσίας καὶ ἐπικάμπτεται ταῖς πρεσβείαις τῶν ἁγίων καὶ τῆς Θεοτόκου, ὅτι ἡ ἐλπὶς τῆς σωτηρίας τοῦ Χριστιανοῦ δεν ἀπόλλυται καὶ μετὰ θάνατον, ὅτι ἡ Ἐκκλησία πιστεύει, ὅτι αἱ δεήσεις αὐτῆς καὶ ἱκεσίαι αἱ ὑπὲρ τῶν τέκνων αὐτῆς γινόμεναι εἰσακούονται παρὰ τοῦ φιλανθρώπου Σωτῆρος ἡμῶν καὶ παρέχεται τοῖς ὑπὲρ ὧν γίνονται τὰ μνημόσυνα ἄφεσις παραπτωμάτων, ὅτι ἡ ὁριστικὴ ἀπόφασις περὶ τῆς ἀμοιβῆς καὶ τιμωρίας εἰσέτι δεν ἐξεδόθη, ὅτι αὕτη ἐπιφυλάσσεται ἐν τῇ δευτέρᾳ καὶ φρικτῇ τοῦ Δεσπότου Χριστοῦ παρουσία, ὅτε ἕκαστος θὰ λάβῃ τὸ γέρας καὶ τοὺς στεφάνους, οὗ ἐπολιτεύθη βίου, ὅτι μέχρι τῆς δευτέρας τοῦ Χριστοῦ παρουσίας δύναται ἡ Ἐκκλησία νὰ ἀναπέμπει εὐχὰς καὶ δεήσεις πρὸς τὸν Κύριον ὑπὲρ τῶν τέκνων αὐτῆς, ὅτι ὡς ἐν τῇ στρατευομένῃ Ἐκκλησίᾳ οἱ ὑπὸ Ἐκκλησιαστικὴν ποινὴν εὑρισκόμενοι διὰ τὰς πεπραγμένας αὐτῶν ἁμαρτίας στεροῦνται τῶν θείων μυστηρίων, οὕτω καὶ ἐν τῇ θριαμβευούσῃ Ἐκκλησίᾳ οἱ ἐν ἁμαρτίαις θανόντες μακρὰν τῶν ἁγίων καὶ δικαίων εἰσὶν ἐστερημένοι τῆς δόξης καὶ χάριτος τῆς ἀπορρεούσης ἐκ τοῦ ἀῤῥήτου κάλλους τοῦ Σωτῆρος ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, ὅπερ ἐπιποθεῖ καὶ ζητεῖ πᾶσα ψυχή, ὅπως χορτασθῇ, κατὰ τὸ ῥητόν, «Χορτασθήσομαι ἐν τῷ ὀφθῆναί μοι τὴν δόξαν Σου», πλὴν οὐχὶ ἐκτὸς τοῦ ᾅδου, ἐν ᾧ ἕκαστος ἀποτίνει τὴν ποινὴν κατὰ τὸ βάρος τῆς ἑαυτοῦ συνειδήσεως, ὅπως δὲ ὑπὲρ τῶν κατηχουμένων τῆς στρατευομένης Ἐκκλησίας εὔχεται ἡ Ἐκκλησία ἀδιαλείπτως πρὸς τὸν Κύριον, ἵνα ἑνώσῃ αὐτοὺς τῇ ἁγίᾳ καθολικῇ καὶ Ἀποστολικῇ Ἐκκλησίᾳ, οὕτω καὶ ὑπὲρ τῶν ἐν ἁμαρτίαις κοιμηθέντων πιστῶν δύναται νὰ εὔχηται καὶ νὰ αἰτῆται συναντιλήπτορας καὶ τοὺς ἁγίους τῆς θριαμβευούσης Ἐκκλησίας, ὅπως ἐξιλεώσει τὸν Θεὸν ὑπὲρ αὐτῶν καὶ τάξῃ αὐτοὺς ἐν σκηναῖς δικαίων, ἐν κόλποις Ἀβραάμ, καὶ συναριθμήσῃ αὐτοὺς μετὰ τῶν σεσωσμένων. Ταῦτα πάντα διὰ τῶν μνημοσύνων διδάσκει ἡ Ἐκκλησία, δι᾿ ὧν παραμυθεῖται καὶ παρηγορεῖ τοὺς τῶν μεταστάντων συγγενεῖς καὶ φίλους καὶ θεραπεύει τὰς τρωθείσας καρδίας διὰ τοῦ οὐρανίου βαλσάμου τοῦ ὑπὸ τοῦ Σωτῆρος πεμπομένου αὐταῖς. Διὰ τῶν μνημοσύνων ἡ Ἐκκλησία πρῶτον συναγείρει τὸ τῶν πιστῶν σύστημα καὶ παρακελεύεται αὐτὸ νὰ ἐνδείξῃ τὴν πρὸς τὸν μεταστάντα ἀδελφὸν ὀφειλομένην ἀγάπην, ἀφήσῃ αὐτῷ τὴν ὀφειλήν, δεηθῇ ὑπὲρ αὐτοῦ μετὰ τῆς Ἐκκλησίας πρὸς τὸν Κύριον τῶν ζώντων τε καὶ νεκρῶν Δεσπότην καὶ ἐξουσιαστήν, αἰτήσηται παρ᾿ αὐτοῦ τὴν συγχώρησιν τῶν ὑπ᾿ αὐτοῦ πραχθέντων πλημμελημάτων, τὴν δαψίλειαν τῆς θείας χάριτος, καὶ τὴν κληρονομίαν τῆς οὐρανίου βασιλείας, δεύτερον παραμυθεῖται ἡ τῶν πιστῶν ὁμήγυρις τῷ τεθλιμμένων τὰς καρδίας, αἵτινες ἐν τῇ ἐνδείξει τῆς ἀγάπης καὶ τῆς συμπαθείας τῆς ὅλης Ἐκκλησίας εὑρίσκουσιν ἀνακούφισιν καὶ παρηγορίαν, διότι οὕτω ἡ του πάθους συμμετοχὴ φέρει παρηγορίαν τῷ τεθλιμμένῳ ὡς ἡ του βάρους συναντίληψις ἐλάττωσιν καὶ ἀνακούφισιν τῷ πεφορτισμένῳ, καὶ τρίτον διὰ τῶν μνημοσύνων γίνεται ἀνάμνησις τοῦ θανάτου, ὑπόμνησις τῆς ματαιότητος τῶν πραγμάτων τοῦ κόσμου, τοῦ προσκαίρου βίου καὶ τῆς αἰωνίου ζωῆς, προτροπὴ πρὸς ἀρετὴν καὶ ἐνάρετον πολιτείαν, ἐνθάρυνσις πρὸς εὐεργεσίας καὶ ἀγαθοεργίας, καὶ ἐν γένει ἀφορμὴ πρὸς προκοπὴν ἐν τῇ ἀρετῇ καὶ πρὸς τελείωσιν, καὶ οὗτός ἐστιν ὁ ἠθικὸς χαρακτὴρ τῶν μνημοσύνων.

ΠΕΡΙ ΤΩΝ ΙΕΡΩΝ ΜΝΗΜΟΣΥΝΩΝ ΟΤΙ ΛΥΣΙΤΕΛΗ ΚΑΙ ΟΤΙ ΕΞ ΑΠΟΣΤΟΛΙΚΗΣ ΠΑΡΑΔΟΣΕΩΣ ΕΙΣΙΝ

α´. Μαρτυρίαι ἐκ τῶν Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας

Ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνὸς ὁμιλῶν περὶ τῶν ὑπὸ τῆς Ἐκκλησίας τελουμένων ἱερῶν μνημοσύνων ἐν τῷ λόγῳ αὐτοῦ «Περὶ τῶν ἐν πίστει κεκοιμημένων» (τόμ. Α´. σελ. 585-595) ἀναπτύσσει θαυμασίως τὸ περὶ μνημοσύνων κεφάλαιον ὡς ἑξῆς: «Ἴδετε γὰρ τί φησιν ἡ θεία Γραφή: Ὡς Ἰούδας ὁ Μακκαβαῖος ἐν τῇ Σιὼν τῇ πόλει τοῦ Βασιλέως τοῦ Μεγάλου, ὁπηνίκα τεθανατωμένον εἶδε τὸν ὑπ΄αὐτῶν λαὸν ὑπὸ τῶν ἀλλοφύλων ἐχθρῶν, ἐρευνήσας αὐτῶν τοὺς κόλπους καὶ τούτων ἔνδοθεν εὑρὼν εἰδωλεῖα, ἑξιλασμὸν αὐτίκα ὑπὲρ ἑκάστου τούτων πρὸς τὸν εἰς οἶκτον ἕτοιμον Κύριον προσενήνοχε. πανευσεβῶς ποιήσας καὶ φιλαδέλφως λίαν», ὅθεν καὶ παρὰ τῇ θείᾳ Γραφῇ, ὡς ἐν πᾶσι, καὶ ἐν τούτῳ τεθαύμασται. Οἱ δέ γε μύσται καὶ αὐτόπται τοῦ λόγου, οἱ τὸν τοῦ κόσμου γύρον ζωγρήσαντες μαθηταὶ τοῦ Σωτῆρος καὶ θεῖοι Ἀπόστολοι, ἐπὶ τῶν φρικτῶν καὶ ἀχράντων καὶ ζωοποιῶν μυστηρίων μνήμην ποιεῖσθαι τῶν πιστῶς κοιμηθέντων ἐθέσπισαν, ὃ καὶ κατέχει βεβαίως καὶ λίαν, ἀναντιρρήτως ἡ του Χριστοῦ καὶ Θεοῦ ἀπὸ περάτων μέχρι περάτων Ἀποστολικὴ καὶ Καθολικὴ Ἐκκλησία ἔκτοτε μέχρι τοῦ νῦν καὶ τῆς τοῦ κόσμου λήξεως ἄχρι, οὐκ ἀλογίστως πάντως, οὐδὲ ματαίως, οὐδὲ εἴκῃ καὶ ὡς ἔτυχε, τοῦτο θεσπίσαντες. Οὐδὲν γὰρ ἀνόνητον ἡ τῶν Χριστιανῶν ἀπλανὴς θρησκεία παρείληφε καὶ εἰς αἰῶνα κατέσχεν ἀπαρασάλευτον, ἀλλὰ πάντα ἐπωφελῆ καὶ θεάρεστα καὶ λίαν ὀνησιφόρα, καὶ σωτηρίας μεγίστης πρόξενα». «Μετὰ δὲ τοῦτον αὖθις ὁ τῆς θεολογίας ἐπώνυμος θεορρήμων Γρηγόριος ἐν τῷ εἰς Καισάριον τὸν ἀδελφὸν ἐπιταφίῳ λόγῳ, περὶ τῆς ἰδίας μητρός, «Ἠκούσθη, φησί, κήρυγμα πάσης ἀκοῆς ἄξιον, καὶ μητρὸς πάθος κενοῦται δι΄ὑποσχέσεως καλῆς καὶ ὁσίας δοῦναι τὰ πάντα τῷ παιδὶ τὸν ἐκείνου πλοῦτον ὑπὲρ ἐκείνου δῶρον ἐπιτάφιον,» καὶ μεθ ἕτερα, «τὰ μὲν οὖν παρ᾿ ἡμῶν τοιαῦτα, καὶ τὰ μὲν ἀποδεδώκαμεν, τὰ δὲ δώσομεν τὰς δι᾿ ἔτους προςφέροντες τιμάς τε καὶ μνήμας, οἶγε τῷ βίῳ περιλειπόμενοι.» Ὁρᾷς πῶς βεβαιοῖ καὶ καλὰς καὶ ὁσίας καλεῖ τὰς ὑπὲρ τῶν κατηχομένων τῷ Θεῷ προσαγωγὰς καὶ τὰς ἐτησίας μνήμας, εἰσδέχεται; Εἶτα μετ᾿ αὐτὸν ὁ Χρυσορρήμων ὄντως καὶ χρυσεπώνυμος Ἰωάννης, ὁ τῆς πτωχείας καὶ τῆς μετανοίας ὁδηγὸς καὶ διδάσκαλος ἐν τῇ πρὸς Φιλιππησίους αὐτοῦ καὶ Γαλάτας θεοφεγγεῖ ἑρμηνείᾳ. «Εἰ γὰρ οἱ Ἕλληνες, φησί, συγκατακαίουσι τοῖς ἀπελθοῦσι τὰ ἑαυτῶν, πόσῳ γε μᾶλλον σὲ τὸν πιστὸν συμπαραπέμψαι δεῖ τῷ πιστῷ τὰ οἰκεῖα, οὐχ ἵνα τέφρα γένωνται, καθὰ ἐκεῖνα καὶ ταῦτα, ἀλλ᾿ ἵνα μείζονα τοῦτο περιβάλης τὴν δόξαν, καὶ εἰ μὲν ἁμαρτωλὸς ὁ τεθνηκὼς ᾗ, ἵνα τὰ ἁμαρτήματα λύσῃ, εἰ δὲ δίκαιος, ἵνα προσθήκη γένηται μισθοῦ καὶ ἀνταποδόσεως,» καὶ πάλιν ἐν ἑτέρῳ λόγῳ, «Ἐπινοήσωμεν, φησί, τοῖς ἀπελθοῦσιν ὠφέλειαν, δῶμεν αὐτοῖς τὴν προσιούσαν βοήθειαν, ἐλεημοσύνας, λέγω, καὶ προσφοράς, καὶ φέρει τούτοις πολλὴν τὸ πρᾶγμα τὴν ὄνησιν, καὶ μέγα τὸ κέρδος καὶ τὴν ὠφέλειαν, οὐ γὰρ εἴκῃ καὶ ὡς ἔτυχε ταῦτα νενομοθέτηται, καὶ τῇ τοῦ Θεοῦ Ἐκκλησίᾳ ὑπὸ τῶν αὐτοῦ πανσόφων μαθητῶν παραδέδοται, φημὶ δὴ τὸ ἐπὶ τῶν φρικτῶν μυστηρίων εὐχὴν πιεῖσθαι τὸν ἱερέα ὑπὲρ τῶν ἐν πίστει κεκοιμημένων, εἰ μὴ ἴσασιν αὐτοῖς πολὺ τὸ κέρδος ἐκ τούτου καὶ πολλὴν τὴν ὠφέλειαν.» Εἶτα σὺν τούτοις ὁ πάνσοφος αὖθις Νυσσαέων Γρηγόριος οὕτω φησίν, «οὐδὲν ἀλογίστως οὐδὲ ἀκερδῶς ὑπὸ τῶν τοῦ Χριστοῦ κηρύκων καὶ μαθητῶν παραδέδοται καὶ ἐν τῇ τοῦ Θεοῦ πανταχοῦ ἐκκλησίᾳ διακεκράτηται, ἀλλὰ τὸ πρᾶγμα ἐπωφελὲς καὶ θεάρεστον, τὸ μνήμην δηλονότι ποιεῖν ἐπὶ τῆς θείας καὶ παμφαοὺς μυσταγωγίας τῶν ἐν ὀρθῇ πίστει κεκοιμημμένων. Τὸ γὰρ εἰπεῖν ὅτι, σὺ ἀποδώσεις ἑκάστῳ κατὰ τὰ ἔργα αὐτοῦ, καὶ θερίσει πᾶς τις, ὃ ἔσπειρε, καὶ τὰ τούτων ἀκόλουθα, περὶ παρουσίας πάντως τοῦ κτίστου καὶ τῆς τότε φρίκης ἀποφάσεως εἴρηται καὶ τῆς τοῦ κόσμου τοῦδε συμπερατώσεως. Τότε γὰρ ὅλως βοήθειας οὐκ ἐστὶ καιρός, ἀλλὰ πᾶσα παράκλησις ἄπρακτος τῆς πανηγύρεως γὰρ διαλυθείσης, οὐκ ἐστὶ πραγματείας ἐμπόρευμα, ποῦ γὰρ οἱ πένητες τότε; ποῦ λειτουργίαι; ποῦ ψαλμωδίαι; ποῦ εὐποιίαι; Διὸ πρὸ τῆς ὥρας ἐκείνης, ἀλλήλοις ἐπικουρήσωμεν, καὶ τῷ φιλαδέλφῳ καὶ φιλανθρώπῳ καὶ φιλοψύχῳ Θεῷ, τὰ τῆς φιλαδελφείας προσείσωμεν. Δέχεται γὰρ εὖ μάλα καὶ τοῖς ἀσυμφθάστως καί, οἷον εἰπεῖν, ἀνετοίμως ἐκδημήσασι, τὰς ὑπὸ τῶν οἰκείων τούτοις προσφερομένας τῶν ὑστερημάτων ἀναπληρώσεις, καὶ εἰς ἔργον τούτοις καὶ πρᾶξιν λογίζεται. Θέλει γὰρ οὕτως ὁ φιλάνθρωπος Κύριος αἰτεῖσθαι, καὶ νέμειν τὰ τῶν ἰδίων κτισμάτων πρὸς σωτηρίαν αἰτούμενα, καὶ τότε μᾶλλον αὐτοῖς ὁλικῶς ἐπικάμπτεται, οὐχ ὅταν τις μόνον ὑπὲρ ἰδίας ψυχῆς ἀγωνίζεται, ἀλλ᾿ ὅταν καὶ ὑπὲρ τοῦ πέλας τοῦτο ἐργάζεται, ἐντεῦθεν γὰρ ἐπὶ τὸ θεομίμητον ἐκτυποῦται, καὶ τὰς ἑτέρων δωρεὰς ὡς οἰκείας ἐξαίτει χάριτας, καὶ τῆς τελείας ἀγάπης τὸν ὀρὸν ἐμπερικλείει, καὶ τὸν μακαρισμὸν ἐκ τούτου πορίζεται καὶ τὴν ἰδίαν σὺν τῇ τοῦ πέλας εὐεργετεῖ ψυχὴν ὅτι μάλιστα. Τὶ δὲ καὶ δυσαχθὲς τὸ πρᾶγμα νενόμισται; Μὴ ὅτι τὴν Φαλκονίλλαν ἡ πρωτομάρτυς οὐκ ἔσωσε μετὰ θάνατον; ἀλλ᾿ ἴσως ἐρεῖς ὅτι αὕτη κατ᾿ ἀξίαν ἐπεὶ πρωτομάρτυς καὶ ταύτης δέον εἰσακουσθῆναι τὴν δέησιν, ἐγὼ δὲ πρὸς τοῦτό φημι, καλῶς ἡ πρωτομάρτυς ἐκεῖ, σκόπει ὑπὲρ τίνος ἡ αἴτησις, ὅτι περ ὑπὲρ Ἑλληνίδος εἰδωλολάτριδος τε, καὶ πάμπαν ἀνιέρου καὶ ἀλλοτρίας Κυρίου ἐργάτιδος, ἐνταῦθα δὲ πιστὸς ὑπὲρ πιστοῦ πρὸς τὸν αὐτὸν Δεσπότην, θὲς τοίνυν καὶ ἐκ θατέρου εἰς θάτερον, ὡς ἂν τὸ πρᾶγμα ἐξισωθήσεται, καὶ τὸ διστάζον οὐκ ὑπολειφθήσεται». Δέδεικται τοίνυν τῇ τοῦ Χριστοῦ συνεργείᾳ ὅτι περ γέγονε καὶ ἐν τῷ ᾅδη ἐξομολόγησις. Ταύτα δέ φαμεν, οὐχὶ τὴν προφητείαν ἀvαιροῦντες, μὴ γένοιτο, ἀλλὰ δείξαι βουλόμενοι τὸν ὑπεράγαθον Κύριoν ὑπὸ τῆς οἰκείας φιλανθρωπίας νικώμενον, ὥσπερ καὶ τό, τῇ Νινευΐ, καταστραφήσετε, καὶ αὕτη οὐ κατέστραπται, ἀλλὰ νενίκηκε τὴν κρίσιν ἡ ἀγαθότης. Καὶ ἐν τῷ Ἐζεκίᾳ, τάξαι, φησὶ περὶ τοῦ οἴκου σου, ἀποθνῄσκεις γὰρ σὺ καὶ οὐ ζήση, καὶ αὐτὸς οὐκ ἀπέθανε. Καὶ ἐν τῷ Ἀχαάβ, ἐπάξω, φησί, κακά, καὶ οὐκ ἐπήγαγεν, ἀλλ᾿ εἶπεν, ἴδε πῶς κατενύγη Ἀχαάβ, διὸ οὐκ ἐπάξω ἐν ταῖς ἡμέραις αὐτοῦ κακὰ ἀλλὰ καὶ πάλιν τὴν ἀπόφασιν ἡ ἀγαθότης ὑπερενίκησεν, ὡς καὶ ἐν ἄλλοις πλείστοις κρίμασι, καὶ εἰς ἀεὶ νικήσει μέχρι τῆς ἐσχάτης ἀνταποδόσεως, ὅταν ἡ λῆξις τῆς πανηγύρεως ἥξει καὶ βοηθείας οὐκ ἔσται καιρός, ἀλλ᾿ ἄνθρωπος καὶ τὸ φορτίον αὐτοῦ νῦν δὲ καὶ καιρὸς πραγματείας, καιρὸς συναλλάγματος, καιρὸς κόπου, δρόμου καὶ μόχθου, καὶ μακάριος ὁ μὴ ὀκλάσας μήτε χαυνωθεὶς τῇ ἐλπίδι, μακαριώτερος δέ, ὁ καὶ ὑπὲρ ἑαυτοῦ καὶ ὑπὲρ τοῦ πλησίον ἀγωνισάμενος. Τοῦτο γὰρ μᾶλλον καὶ τέρπει, καὶ κατευφραίνει τὸν φιλοικτίρμονα Κύριον, τὸ σπεύδειν ἕκαστον εἰς τὴν τοῦ πέλας βοήθειαν, τοῦτο καὶ θέλει ὁ ἐλεήμων καὶ βούλεται, ἵνα ὑπ᾿ ἀλλήλων οἱ πάντες εὐεργετώμεθα, καὶ ζῶντες καὶ μετὰ θάνατον, οὐ γὰρ ἂν ἡμῖν ἀφορμὴν ἐδεδώκει, τὸ μνήμην ἐπὶ τῆς ἀναιμάκτου θυσίας ποιεῖσθαι τῶν προλαβόντων καὶ πάλιν τρίτα καὶ ἔνατα καὶ τεσσαράκοντα καὶ τὰς ἐτησίους μνήμας καὶ τελετάς, ἅτινα πάσης ἀντιρρήσεως ἄνευ ἡ καθολικὴ αὐτοῦ καὶ Ἀποστολικὴ Ἐκκλησία, καὶ ὁ ταύτης θεοσύλλεκτος καὶ πανευσεβὴς λαὸς ἀπαρασάλευτα κατέχει καὶ ἀδιάβλητα, εἰ μὴ τοῦτο εὐθὲς ἣν ἐν ὀφθαλμοῖς αὐτοῦ. Πάντως γὰρ εἰ χλεύη τὸ πρᾶγμα ἦν καὶ ἀκερδὲς καὶ ἀνόνητον, πολλῶν γεγονότων θεοφόρων ἁγίων πατριαρχῶν, πατέρων καὶ διδασκάλων, ἐνέσκηψεν ἂν τούτων ἑνὶ καταπαῦσαι τὴν πλάνην, ἀλλ᾿ οὐδεὶς τούτων ἀνατρέψαι τοῦτο πότε δεδοκίμακε, μᾶλλον μὲν οὖν καὶ κεκύρωκε καὶ ὁσημέραι τὸ πρᾶγμα ἐπαύξεται καὶ προστίθεται, προσθήκην ἐπὶ προσθήκη δεχόμενον. Καὶ αὖθις ὁ Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος. «Οὐκ εἴκῃ ταῦτα ἐνομοθετήθη ὑπὸ τῶν Ἀποστόλων, τὸ ἐπὶ τῶν φρικτῶν μυστηρίων μνήμην γίνεσθαι τῶν ἀπελθόντων. Ἴσασιν αὐτοῖς πολὺ κέρδος γινόμενον, πολλὴν τὴν ὠφέλειαν. Ὅταν γὰρ ἑστήκη λαὸς ὁλόκληρος χεῖρας ἀνατείνοντες, πλήρωμα ἱερατικόν, καὶ πρόκειται ἡ φρικτὴ θυσία, πῶς οὐ δυσωπήσωμεν ὑπὲρ τούτων τὸν Θεὸν παρακαλοῦντες; ἀλλὰ τοῦτο μὲν περὶ τῶν ἐν Πίστει παρελθόντων, οἱ δὲ κατηχούμενοι οὐδὲ ταύτης καταξιοῦνται τῆς παραμυθίας, ἀλλ᾿ ἀπεστέρηνται πάσης τῆς τοιαύτης βοηθείας, πλὴν μιᾶς τίνος, ποίας δὴ ταύτης; ἔνεστι πένησιν ὑπὲρ αὐτῶν (τῶν κατηχουμένων) διδόναι, ποιεῖν τίνα αὐτοῖς παραψυχὴν τὸ πρᾶγμα, καὶ γὰρ παρ᾿ ἀλλήλων ἡμᾶς ὠφελεῖσθαι βούλεται ὁ Θεός, διατί γὰρ ὑπὲρ εἰρήνης καὶ εὐσταθίας τοῦ κόσμου ἐκέλευσεν εὔχεσθαι; διατὶ περὶ πάντων ἀνθρώπων; καίτοι γε ἐνταῦθα ἐν πᾶσιν εἶσι καὶ λῃσταὶ καὶ τυμβωρύχοι καὶ κλέπται, καὶ μυρίων κακῶν γέμοντες, ἀλλ᾿ ὅμως ὑπὲρ πάντων εὐχόμεθα, ἴσως γὰρ ἔσται τὶς αὐτῶν ἐπιστροφή, ὥσπερ οὖν ὑπὲρ τῶν ζώντων εὐχόμεθα τῶν οὐδὲν διαλλαττόντων τῶν νεκρῶν, οὕτως ἔνεστι καὶ ὑπὲρ ἐκείνων εὔχεσθαι. Ὁ Ἰὼβ ὑπὲρ τῶν παίδων αὐτοῦ ἐποίει θυσίας, καὶ ἀπήλλαττεν αὐτοὺς τῶν ἁμαρτημάτων, μήποτε ἐνενόησαν, φησί, τὶ ἐν τῇ καρδίᾳ αὐτῶν». (Χρυσόστομος Τόμ ΙΑ. Σελ. 217). Καὶ αὖθις, «Κλαίωμεν οὖν τούτους (τοὺς ἐν ἁμαρτίαις ἀποθανόντας), βοηθῶμεν αὐτοῖς κατὰ δύναμιν, ἐπινοήσωμεν αὐτοῖς τίνα βοήθειαν, μικρὰν μέν, βοηθεῖν δὲ ὅμως δυναμένην. Πῶς καὶ τίνι τρόπῳ; Αὐτοί τε εὐχόμενοι καὶ ἑτέρους παρακαλοῦντες εὐχὰς ὑπὲρ αὐτῶν ποιεῖσθαι, πένησιν ὑπὲρ αὐτῶν διδόντες συνεχῶς. Ἔχει τινὰ τὸ πρᾶγμα ὠφέλειαν» (αὐτόθι). Καὶ αὖθις, «Ἐστὶ γάρ ἐστιν, ἐὰν θέλωμεν, κούφην αὐτῷ γενέσθαι τὴν κόλασιν. Ἂν οὖν εὐχὰς ὑπὲρ αὐτοῦ ποιῶμεν συνεχεῖς, ἐὰν ἐλεημοσύνην διδῶμεν, κἂν ἐκεῖνος ἀνάξιος, ἡμᾶς ὁ Θεὸς δυσωπηθήσεται... Περίστησον χήρας... εἰπὲ τοὔνομα. Πᾶσας κέλευσον ὑπὲρ αὐτοῦ ποιεῖσθαι τὰς δεήσεις καὶ τὰς ἱκετηρίας... Οὐκ εἴκῃ προσφοραὶ γίνονται ὑπὲρ τῶν ἐπελθόντων, οὐκ εἴκῃ ἱκετηρίας, οὐκ εἴκῃ ἐλεημοσύναι». (Τομ. ΙΑ. Σελ 174, 175, 217). Καὶ ἐν ὁμιλίᾳ 41η. «Εἰ δὲ καὶ ἁμαρτωλὸς ἀπεῖλθε, καὶ διὰ τοῦτο δὲ χαίρειν, ὅτι ἐνεκόπη τὰ ἁμαρτήματα, καὶ οὐ προσέθηκε τῇ κακίᾳ, καὶ βοηθεῖν, ὡς οἷόν τε ἡ, οὐ δάκρυσιν, ἀλλ᾿ εὐχαῖς καὶ ἱκετηρίαις καὶ ἐλεημοσύναις καὶ προσφοραῖς. Οὐ γὰρ ἁπλῶς ταῦτα ἐπινενόηται, οὐδὲ εἴκῃ μνήμην ποιούμεθα τῶν ἀπελθόντων ἐπὶ τῶν θείων μυστηρίων, καὶ ὑπὲρ αὐτῶν πρόσιμεν, δεόμενοι τοῦ ἀμνοῦ τοῦ κειμένου, τοῦ λαβόντος τὴν ἁμαρτίαν τοῦ κόσμου, ἀλλ᾿ ἵνα τις αὐτοῖς ἐντεῦθεν γένηται παραμυθία. Οὐδὲ μάτην ὁ παρεστὼς τῷ θυσιαστηρίῳ τῶν φρικτῶν μυστηρίων τελουμένων βοᾷ ὑπὲρ πάντων τῶν ἐν Χριστῷ κεκοιμημένων καὶ τῶν τὰς μνείας ὑπὲρ αὐτῶν ἐπιτελούντων. Εἰ γὰρ μὴ ὑπὲρ αὐτῶν αἱ μνεῖαι ἐγένοντο, οὐδ᾿ ἂν ταῦτα ἐλέχθη. Οὐ γάρ ἐστι σκηνὴ τὰ ἡμέτερα, μὴ γένοιτο! Πνεύματος γὰρ διατάξει ταῦτα γίνεται». «Βοηθῶμεν τοίνυν αὐτοῖς, καὶ μνείαν αὐτῶν ἐπιτελῶμεν. Εἰ γὰρ τοὺς παῖδας τοῦ Ἰὼβ ἐκάθαιρεν ἡ του Πατρὸς θυσία, τί ἀμφιβάλλεις, εἰ καὶ ἡμῶν ὑπὲρ τῶν ἀπελθόντων προσφερόντων γίνεταί τις αὐτοῖς παραμυθία; Εἴωθε γὰρ ὁ Θεὸς καὶ ἑτέροις ὑπὲρ ἑτέρων χαρίζεσθαι, καὶ τοῦτο ἐδείκνυ ὁ Παῦλος λέγων, «Ἵνα ἐκ πολλῶν προσώπων τὸ εἰς ὑμᾶς χάρισμα διὰ πολλῶν εὐχαριστηθῇ ὑπὲρ ἡμῶν». Μὴ δὴ ἀποκάμωμεν τοῖς ἀπελθοῦσι βοηθοῦντες, καὶ προσφέροντες ὑπὲρ αὐτῶν καὶ ἀξιοῦντες εὐχὰς ὑπὲρ αὐτῶν τελεῖσθαι. Καὶ γὰρ τὸ κοινὸν τῆς οἰκουμένης κεῖται καθάρσιον. Διὰ τοῦτο θαῤῥοῦντες ὑπὲρ τῆς Οἰκουμένης δεόμεθα τότε καὶ μετὰ Μαρτύρων αὐτοὺς καλοῦμεν, μετὰ Ὁμολογητῶν, μετὰ Ἱερέων. Καὶ γὰρ ἐν σῶμᾳ ἐσμεν πάντες, κἂν λαμπρότερα μέλη μελῶν, καὶ δυνατὸν πάντοθεν συγγνώμην αὐτοῖς συναγαγεῖν, ἀπὸ τῶν εὐχῶν, ἀπὸ τῶν ὑπὲρ αὐτῶν δώρων, ἀπὸ τῶν μετ᾿ αὐτῶν καλουμένων. Τὶ τοίνυν ἀλγεῖς, τὶ θρηνεῖς, ὁπότε τοιαύτην δυνατὸν συγγνώμην συναγαγεῖν τῷ ἀπελθόντι; Χρυσοστόμ. Τομ. Β´ ὁμιλ. 41η Σελ. 525-526). Συμεὼν ὁ Θεσσαλονίκης ἀπαντῶν εἰς τὴν ἐρώτησιν «τὰς ἐξερχομένας ψυχὰς ἕνας Ἄγγελος λαμβάνει ἢ πολλοί, καὶ ἂν ἐλεύθεροι ἀπέρχονται, καὶ ποῦ πορεύονται»; λέγει, «Λαμβάνεται δὲ ὑπ᾿ Ἀγγέλων αὐλῶν ἡ ψυχή, ἀϋλὸς οὖσα κατὰ λόγων ὀρθὸν καὶ πρεπόντως, μᾶλλον δὲ κατὰ φύσιν, συγγενῶς δὲ πρὸς τὰ ἄϋλα καὶ οἰκείως οἱ Ἄγγελοι ἔχουσιν.» Αἱ ψυχαὶ δὲ πηγαίνουσιν, ὡς παρὰ τῶν Ἁγίων ἐμάθομεν, εἰς τόπους ἀξίους τῆς ζωῆς καὶ πολιτείας αὐτῶν, καὶ αἱ μὲν πορεύονται εἰς τὸν οὐρανόν, ὅσαι δηλαδὴ καὶ ζῶσαι τὸ πολίτευμα ἐν τοῖς οὐρανοῖς, ἥγουν ἔζων ἐναρέτως, καὶ θεαρέστως, αἱ ὁποῖαι καὶ μετὰ τοῦ σώματος οὖσαι ἐφέρθησαν εἰς τοὺς Οὐρανούς, καθὼς ὁ Παῦλος ἀρπαχθεὶς ἐκεῖσε, εἰς τοὺς Οὐρανούς, διδάσκει μὲ τὸ νὰ ἐπεθύμει νὰ ἀναλυθῇ ἀπὸ τὴν ζωήν, διὰ νὰ εἶναι μαζὺ μὲ τὸν Χριστόν, καὶ διὰ νὰ πληρωθῇ τὸ ῥητὸν τὸ λέγον «ὅπου εἰμὶ ἐγώ, καὶ αὐτοὶ ὦσι μετ᾿ ἐμοῦ» τὸ ὁποῖον εἶπεν ὁ Κύριος, ἄλλαι δὲ ψυχαὶ εἰς τὸν Παράδεισον εἶναι κατὰ τὸ ῥητὸν «σήμερον μετ᾿ ἐμοῦ ἔσει ἐν τῷ παραδείσῳ» ὥστε πρέπει νὰ πιστεύσωμεν, ὅτι ἐκεῖ εἶναι καὶ ὅλαι αἱ ψυχαὶ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἐν μετανοίᾳ ἀπέθανον καθὼς καὶ ἡ τοῦ εὐγνώμονος ἐκείνου λῃστοῦ ψυχή. Καὶ δικαίως τοῦτο ὅτι, ὅσοι ἐμιμήθησαν διόλου τὸν Χριστὸν εἰς τὴν ζωὴν των, πρέπει νὰ συνευρίσκωνται μὲ αὐτὸν τὸν Χριστόν, ὅστις εἰς τοὺς Οὐρανοὺς ἀνελήφθη, ὅσοι δὲ μετενόησαν καθὼς ὁ λῃστὴς καὶ εἶναι εἰς τὸν παράδεισον, ἐπειδὴ ὁ Χριστὸς καὶ τὸν οὐρανὸν καὶ τὴν γῆν ἤνοιξεν. «Ἀναλόγως δέ, ἤγουν ἁρμοδίως, εἰς τὴν ζωὴν κάθε ψυχὴ δέχεται καὶ τὴν παρηγορίαν ἀπὸ τὸν Θεόν, ὅλαι δὲ εἶναι ἀτελεῖς κατὰ τὴν ἀπόλαυσιν, ἕως ἔλθῃ ὁ Κύριος, καθὼς διδασκόμεθα, «ἵνα μὴ χωρὶς τελειωθῶσι, καθὼς λέγει ὁ Παῦλος, «καὶ οὗτοι πάντες τελειωθέντες διὰ τῆς πίστεως οὐκ ἐκομίσαντο τὴν ἐπαγγελίαν». Αἱ δὲ τῶν Ἁμαρτωλῶν καὶ τῶν ἀπίστων ψυχαὶ ὁμοίως πρέπει νὰ πιστεύωμεν ὅτι εἰς τὸν ᾅδην εἶναι εἰς τόπους σκοτεινοὺς καὶ θλιβερούς, καθὼς καὶ αἱ τῶν ἁγίων ἐν τῷ Οὐρανῷ, καὶ κατ᾿ ἀναλογίαν τῶν ἁμαρτιώντων, καὶ τῆς ἀπιστίας τῶν ὑπὸ τῶν δαιμόνων ἐξουσιάζονται καὶ τυραννούμενοι καταθλίβονται, δεν παρεδόθησαν ὅμως ἀκόμη εἰς τὴν τελείαν κόλασιν, ἐπειδὴ ἀκόμη δεν ἡνώθησαν μὲ τὰ σώματά των, μὲ τὰ ὁποῖα καὶ ἐξήμαρτον, οὐδὲ ὁ Κύριος ἀκόμη ἦλθεν ἐξ οὐρανοῦ, ὁ ὁποῖος θέλει κρίνει ὅλους, καὶ θέλει ἀποδώσει ἑκάστῳ κατὰ τὰ ἔργα αὐτοῦ, ἀλλὰ μήτε κόλασις εἶναι προτέρα, εἰς τὴν ὁποίαν αἱ ἁμαρτωλαὶ ψυχαὶ ἐμβαλλόμεναι καὶ τιμωρούμεναι κατὰ τὸ μέτρον τῆς κακίας των θέλουν ἐλευθερωθῇ ποτε ἀπὸ τὴν τιμωρίαν, καθώς τινες δοξάζουσιν. Εἶδε καὶ ὁ θεῖος Γρηγόριος ὁ Διάλογος λέγει, ὅτι αἱ ψυχαὶ εἰς τὴν φλόγα τιμωροῦνται, νοητῶς τοῦτο λέγει, καὶ ὅτι εἶναι ὡς δέσμιοι αἱ ψυχαὶ αἱ ἁμαρτωλαὶ εἰς κάποιον τόπον, ὡς καταδεδικασμέναι καὶ θλιβόμεναι, καὶ ὅτι μὲ τὸ πῦρ τῆς συνειδήσεως φλέγονται, καὶ ὅτι χάριν Θεοῦ δεν ἔχουσι, καὶ ὅτι ὑπὸ δαιμόνων καταθλίβονται, καὶ ὑπὸ δαιμόνων ὀδύνωνται καὶ ταλαιπωροῦνται τιμωρούμεναι τῷ συνειδότει, καθὼς καὶ ὁ Χρυσοῤῥήμων λέγει ἐν τῇ Ἑρμηνείᾳ τῶν πράξεων, «καὶ τὸ μὴ παρακαλεῖσθαι καὶ ἀπεκδέχεσθαι τὴν τελευταίαν ἐκείνην κόλασιν», ὅλα ταῦτα ὡς νοητῶς λεγόμενα πρέπει νὰ τὰ ἐκλάβωμεν, ἐὰν λοιπὸν καὶ μερικοὶ ἡμάρτησαν μετρίως, φθάνει μόνον νὰ ἐξῆλθον μὲ μετάνοιαν ἀπὸ τὴν ζωήν, καὶ διὰ μέσου τῆς Ἱερωτάτης θυσίας, καὶ τῶν εὐεργεσιῶν καὶ ἐλεῶν καὶ λοιπῶν ἄλλων εἰμποροῦν νὰ ἐπιτύχουν ἐλευθερίαν καὶ προτοῦ νὰ ἔλθῃ ὁ κριτής. Τοῦτο καὶ ἡ Ἐκκλησία δεχομένη κάμνει τὰς προσευχὰς καὶ θυσίας διὰ τοὺς κεκοιμημένους, καὶ πολλοὶ τοῦτο μαρτυροῦσι καὶ μάλιστα οἱ λυόμενοι καὶ μετὰ θάνατον ἀπὸ τὸν δεσμὸν τῆς τιμωρίας τοῦ ἀφορισμοῦ, ὡσὰν ὅπου βλέπομεν διὰ τῶν δεήσεων λύονται τὰ σώματά των. «Ὅθεν διὰ τοῦτο τὴν μὲν φλόγα τοῦ πλουσίου ἐκείνου τοῦ Εὐαγγελίου ἂς τὴν ἐννοήσωμεν διὰ τὴν τιμωρίαν τῆς συνειδήσεως καὶ τὴν στέρησιν τῆς χάριτος τοῦ Θεοῦ, τὸ δὲ ὅτι ἔβλεπεν ἀπὸ μακρὰν τὸν Ἀβραὰμ τὸν μακρυσμόν του ἀπὸ τὸν Θεόν, σημαίνει καὶ τὴν τιμωρίαν καὶ θλῖψιν, ὅπου πάσχει ἀπὸ τοὺς δαίμονας, δεν παρεδόθη ὅμως ἀκόμη εἰς τὴν τελείαν κόλασιν. Ἐπειδὴ εἶπεν ὁ Κύριος ὅτι εἶναι ἐν τῇ γεένῃ ὁ πλούσιος, πρέπει καὶ νὰ πιστεύσωμεν ὅτι εἶναι καὶ εἰς τὴν κόλασιν, καὶ ὅτι εἶναι εἰς τὰς ψυχὰς τῶν ἁμαρτωλῶν κόλασις αἰώνιος καὶ ἀῤῥαβὼν τῆς μελλούσης κολάσεως, πλὴν ἀπὸ ὅσον ἐμποροῦμεν νὰ ἐννοήσωμεν ἀπὸ τὰς γραφὰς μὲ τὸ νὰ μὴ εἶναι ἀκόμη ὁ διάβολος μὲ τοὺς δαίμονας ὑποκάτω ἀπὸ τὰ δεσμά, καὶ εἰς τὸ πῦρ τὸ ἡτοιμασμένον εἰς αὐτούς, ἀλλ᾿ ἀκόμη ἐνεργοῦσι τὴν κακίαν των εἰς τὸν κόσμον, καὶ μὲ τὸ νὰ μὴν ἔγεινεν ἀκόμη τελεία ἀπόφασις, τὸ «πορεύεσθαι ἀπ᾿ ἐμοῦ οἱ κατηραμένοι εἰς τὸ πῦρ τὸ αἰώνιον». «Ἀπὸ αὐτὰ λοιπὸν πρέπει νὰ συμπεράνωμεν ὅτι αἱ ψυχαὶ τῶν ἁμαρτωλῶν δεν παραδίδονται τώρα εἰς τὴν τελείαν κόλασιν, καὶ θέλει εἶναι ὄχι ὅμως εἰς τὴν τελείαν, καὶ μήτε δι᾿ αὐτὴν τὴν κατὰ μέρος κόλασιν θέλει ἐλευθερωθῇ ἀπὸ τὴν τελείαν, καθὼς οἱ Λατῖνοι διὰ τὸ πουργατόριον φρονοῦσι, καὶ δῆλον τοῦτο ἀπὸ τὸ ἀκόλουθον. Λέγων ὁ Ἀβραὰμ ὅτι εἶναι χάσμα μέγα ἀνάμεσον τῶν ἁμαρτωλῶν καὶ τῶν δικαίων, τὸ ἀδύνατον παρασταίνει τῆς ἑνώσεως, καὶ ὅτι δεν δύναται νὰ ὑποστρέψει πλέον εἰς τοὺς ζῶντας, καὶ σωθῇ διὰ τῆς μετανοίας, ἐπειδὴ ἡ ἐν τῷ ᾅδῃ μετάνοια δεν σῴζει, ἀλλά, καθὼς δοξάζομεν ὅτι ἀκόμη δεν εὑρίσκουσι τελείαν δοκιμὴν κολάσεως, ἕως οὐ φθάσῃ εἰς καθένα τὸ τέλος καὶ ἔλθῃ πάλιν ὁ Κύριος, θέλει δὲ εἶναι ὑπὸ δεσμὸν καὶ ὀδύνην τὸ ἄϋλον πνεῦμα εἰς τὴν γέεναν κατὰ λόγον πρέποντα, καὶ τὸ μανθάνομεν ἀπὸ τὰς ἁγίας γραφάς, πλὴν καὶ ἐξ ὅσων συμβαίνουν ἐδῶ εἰς ἡμᾶς, δύναται ἕκαστος νὰ γνωρίσῃ καὶ στοχασθῇ διὰ τὰ μέλλοντα.

λβ´. Μαρτυρίαι ἐκ τῶν θείων λειτουργιῶν

Ἐν τῇ Ἁγίᾳ Λειτουργίᾳ τοῦ Ἀποστόλου Μάρκου φέρεται ἡ ἑξῆς ὑπὲρ τῶν κεκοιμημένων εὐχή. «Καὶ τούτων (ὑπὲρ ὧν προσεκόμισε καὶ ἐδεήθη) καὶ πάντων τὰς ψυχὰς ἀνάπαυσον, Δέσποτα Κύριε ὁ Θεὸς ἡμῶν, ἐν ταῖς τῶν ἁγίων Σου σκηναῖς, ἐν τῇ βασιλείᾳ Σου, χαριζόμενος αὐτοῖς καὶ τὰς ἐπαγγελίας Σου, ἀνεκλάλητα ἀγαθά, ἃ ὀφθαλμὸς οὐκ εἶδε, καὶ ἐπὶ καρδίαν ἀνθρώπου οὐκ ἀνέβη, ἃ ἡτοίμασας, ὁ Θεός, τοῖς ἀγαπῶσι τὸ ὄνομα Σου τὸ ἅγιον. Αὐτὸς μὲν οὖν τὰς ψυχὰς ἀνάπαυσον, Κύριε, καὶ βασιλείας Οὐρανῶν ἀξίωσον,» καὶ ἐν ἑτέρῳ, «καὶ ἐν τῇ σήμερον τὴν ὑπόμνησιν ποιούμεθα.» Ἐν δὲ τῇ Ἁγίᾳ λειτουργίᾳ τοῦ Ἁγίου Ἰακώβου τοῦ Ἀδελφοθέου, ἐν τῷ δευτέρῳ διπτύχῳ μετὰ τὴν ἀνάμνησιν τῶν Ἀποστόλων, Προφητῶν, καὶ λοιπῶν Ἁγίων, φέρεται. Μνήσθητι Κύριε ὁ Θεὸς τῶν πνευμάτων καὶ πάσης σαρκὸς ὧν ἐμνήσθημεν καὶ ὧν οὐκ ἐμνήσθημεν Ὀρθοδόξων, ἐκεῖ αὐτοὺς ἀνάπαυσον, ἐν χώρᾳ ζώντων ἐν τῇ βασιλείᾳ Σου, ἐν τῇ τρυφῇ τοῦ Παραδείσου, ἐν τοῖς κόλποις Ἀβραάμ, Ἰσαὰκ καὶ Ἰακώβ, τῶν Πατέρων ἡμῶν, ἔνθα ἀπέδρα ὀδύνη καὶ στεναγμός, ἔνθα ἐπισκοπεῖ τὸ φῶς τοῦ προσώπου Σου καὶ καταλάμπει διὰ πάντως... Δὸς γενέσθαι τὴν προσφορὰν ἡμῶν εὐπρόσδεκτον, ἡγιασμένην ἐν πνεύματι ἁγίῳ, εἰς ἐξιλασμὸν τῶν ἡμετέρων πλημμελημάτων καὶ τῶν τοῦ λαοῦ ἀγνοημάτων, καὶ εἰς ἀνάπαυσιν τῶν προκεκοιμημένων ψυχῶν». Ἐπίσης καὶ ἐν τῇ θείᾳ λειτουργίᾳ τοῦ Κλήμεντος (Μαθητοῦ τοῦ Ἀποστόλου Πέτρου) Πάπα Ῥώμης ἀναγινώσκομεν. «Ἔτι δεόμεθά Σου, Κύριε, καὶ ὑπὲρ τῆς ἁγίας Σου Ἐκκλησίας τῆς ἀπὸ περάτων ἕως περάτων... ἔτι προσφέρομεν Σοι καὶ ὑπὲρ πάντων τῶν ἀπ᾿ αἰώνως Σοι εὐαρεστησάντων Ἁγίων, Πατριαρχῶν, Προφητῶν, Δικαίων, Ἀποστόλων, Μαρτύρων, Ὁμολογητῶν, Ἐπισκόπων, Πρεσβυτέρων, Διακόνων, Ὑποδιακόνων, Ἀναγνωστῶν, Ψαλτῶν, Παρθένων, λαϊκῶν, καὶ πάντων, ὧν αὐτὸς ἐπίστασαι τὰ ὀνόματα.», (ὁ δὲ Διάκονος παρακελεύεται τὸν λαόν, ὅπως συνδεηθῇ «ὑπὲρ τῶν ἐν πίστει ἀναπαυσαμένων»). Ἐπίσης καὶ ἐν ταῖς θείαις λειτουργίαις τοῦ Ἁγίου Βασιλείου καὶ τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου μνεία γίνεται τῶν κεκοιμημένων, «τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου Προφήτου Προδρόμου καὶ Βαπτιστοῦ, τῶν ἁγίων ἐνδόξων καὶ πανευφήμων Ἀποστόλων, καὶ πάντων Σου τῶν Ἁγίων, ὧν ταῖς ἱκεσίαις ἐπίσκεψαι ἡμᾶς ὁ Θεός, καὶ μνήσθητι πάντων τῶν κεκοιμημένων ἐπ᾿ ἐλπίδι ἀναστάσεως ζωῆς αἰωνίου, καὶ ἀνάπαυσον αὐτοὺς ὅπου ἐπισκοπεῖ τὸ φῶς τοῦ προσώπου Σου». (Ἐνταῦθα ὁ Ἱερεὺς μνημονεύει ζώντων καὶ τεθνεώτων, ὧν θέλει, καὶ ὑπὲρ ὧν παράκλησιν ἔλαβεν, ὑπὲρ δὲ τῶν τεθνεώτων λέγει). Ὑπὲρ ἀναπαύσεως καὶ ἀφέσεως τῆς ψυχῆς τοῦ δούλου Σου (δεῖνος) ἐν τόπῳ φωτεινῷ, ἔνθα ἀπέδρα λύπη, καὶ στεναγμός, ἀνάπαυσον αὐτὸν ὁ Θεὸς ἡμῶν».