24 ΤΑ ΙΕΡΑ ΜΝΗΜΟΣΥΝΑ
Εύχαί ύπέρ των
κεκοιμημένων
Δέονται λοιπόν ύπέρ ημών
οί κεκοιμημένοι καί μάς ενθυμούνται. Επομένως τί τό φυσικότερο νά ένθυμούμεθα
καί εμείς εκείνους καί νά προσευχόμαστε γι’ αυτούς; ’Άλλωστε ή χριστιανική
αγάπη διατηρείται σταθερή καί ισχυρή ακόμη καί μετά τόν θάνατό μας (βλ. Α' Κορ.
ιγ [131 8). Γιά νά μήν πούμε ότι μετά τόν θάνατο τού προσφιλούς μας ή αγάπη
πρός τό πρόσωπό του γίνεται καθαρότερη, άφού λησμονούνται πλέον τά ελαττώματα
πού ως άνθρωπος παρουσίαζε στή ζωή του.
’Επειδή λοιπόν ή άγάπη μας
μένει, γι’ αύτό ή Μητέρα Εκκλησία καθιέρωσε εύθύς εξ άρχής ειδικές εύχές ύπέρ
των κεκοιμημένων καί όρισε σέ καθορισμένες ημέρες μνημόσυνα ύπέρ αύτών.
’Άλλωστε, κατά τόν ιερό Χρυσόστομο, τό μνημόσυνο των κεκοιμημένων έπί (κατά τή
διάρκεια) των φρικτών μυστηρίων απαντάται άπό πολύ παλαιό. ’Έχει νομοθετηθεί
άπό τούς άγιους Αποστόλους Κατά τόν
άγιο Ιωάννη τόν Δαμασκηνό, οί μαθηταί τού Σωτήρος καί θείοι ’Απόστολοι είναι
εκείνοι πού έθέσπισαν νά ένθυμούμεθα τούς πιστούς οί όποίοι κοιμήθηκαν, έπί τών
φρικτών καί άχράντων καί ζωοποιών μυστηρίων. Καί τήν άποστολική αύτή παραγγελία
ή ’Εκκλησία τού Χριστού άπό περάτων μέχρι περάτων τής οικουμένης τήν κρατεί
σταθερή καί χωρίς άντίρρηση μέχρι σήμερα, καί θά συνεχίζει νά τήν κρατεί μέχρι
τής τού κόσμου λήξεως. Οί θείοι Απόστολοι, προσθέτει ό ιερός Δαμασκηνός,
έθέσπισαν αύτό όχι χωρίς λόγο καί όχι ματαίως όχι απλώς καί ώς έτυχε. Διότι ή
απλανής (αλάθητη) θρησκεία τών Χριστιανών δεν παρέλαβε τίποτε τό μη ώφέλιμο όλα
είναι χρήσιμα καί αρεστά στόν Θεόν καί πολύ ωφέλιμα , καί παρέχουν πολύ μεγάλη
σωτηρία.
’Ήδη ό Τερτυλλιανός (200
μ.Χ.) μνημονεύει συνεχώς (ιδιαίτερα στό βιβλίο του Περίστεφάνου) τών
λειτουργιών οί όποίες έγίνοντο ύπέρ τών κεκοιμημένων. Ό ίερομάρτυς Κυπριανός,
επίσκοπος Καρχηδόνος (250 μ.Χ.), στην 37η επιστολή του μάς πληροφορεί ότι οί
Χριστιανοί θεωρούσαν βασικό καθήκον νά προσφέρουν θυσίες καί προσευχές ύπέρ τών
Μαρτύρων. Ό Άρνόβιος ό πρεσβυτερος στό Κατά Εθνικών έργο του (περί τό 305 μ.Χ.)
αναφέρει ότι οί Χριστιανοί κατά τίς ιερουργίες τους άνέπεμπαν δεήσεις ύπέρ
άναπαύσεως καί σωτηρίας τών κεκοιμημένων. Επίσης ό άγιος ’Αμβρόσιος, επίσκοπος
Μεδιολάνων (330-397 μ.Χ.), τελούσε θείες Λειτουργίες ύπέρ τού Ούαλεντινιανού,
τού Θεοδοσίου καί τού άδελφού του Σατύρου. Αί Αποστολικαί Αιαταγαί (4ος αί.)
άναφέρουν ωραιότατη ευχή ύπέρ τών άναπαυσαμένων έν Χριστώ άδελφών ημών. Μέ
αύτήν οί πιστοί ζητούσαν όπως ό φιλάνθρωπος Θεός, ό όποίος προσεδέχθη τήν ψυχή
τού κοιμηθέντος, συγχωρήσει σ’ αυτόν παν αμάρτημα εκούσιον καί ακούσιον καί
φανεί εύσπλαγχνικός πρός αυτόν κατατάξει δέ αύτόν έν τώ κόλπω τών Πατριαρχών
καί τών Προφητών καί τών ’Αποστόλων καί πάντων τών άπ’ αίώνος τώ Θεώ
εύαρεστησάντων, έκεί όπου δέν υπάρχει λύπη καί οδύνη καί στεναγμός (Ήσ. λε'
[35] 10). Έξ άλλου ό ιερός Αυγουστίνος
(354-430 μ.Χ.) έγραψε ολόκληρο βιβλίο περί τών τελουμένων λειτουργιών ύπέρ τών
κεκοιμημένων.
’Επί πλέον όλες οί θείες
Λειτουργίες μας περιλαμβάνουν δεήσεις καί προσευχές ύπέρ τών κεκοιμημένων. Έτσι
στη Λειτουργία τού άγιου Μάρκου ή ευχή ζητεί, ό Δεσπότης Χριστός νά αναπαύσει τις
ψυχές των κεκοιμημένων έν ταίς σκηναϊς, έν τη βασιλεία Του, χαριζόμενος σ’
αυτούς καί τίς υποσχέσεις του. Στη Λειτουργία του αγίου ’Ιακώβου τού
Άδελφοθέου, μετά την ανάμνηση των αγίων ’Αποστόλων, Προφητών καί λοιπών αγίων,
παρακαλούμε τόν Θεόν υπέρ εκείνων των οποίων έμνήσθημεν καί ών ουκ έμνήσθημεν
’Ορθοδόξων καί ζητούμε νά τούς κατατάξει έν χώρα ζώντων έν τή βασιλεία του, έν
τη τρυφή τού Παραδείσου, έν τοϊς κόλποις ’Αβραάμ, ’Ισαάκ καί ’Ιακώβ, έκει όπου
έπισκοπεί τό φώς τού προσώπου του καί καταλάμπει διά παντός. Επίσης στη
Λειτουργία τού αγίου Κλήμεντος πάπα Ρώμης, μαθητου τού αποστόλου Πέτρου, ό
ίερεύς δέεται καί ύπέρ πάντων τών εύαρεστησάντων τω Θεώ Αγίων, Πατριάρχων,
Προφητών, Δικαίων, Αποστόλων, Μαρτύρων, Ομολογητών, ’Επισκόπων καί γενικά όλων
τών τάξεων τών κληρικών, καί ακόμη ύπέρ τών παρθένων, λαϊκών, καί πάντων, ών
αύτός (ό Θεός) έπίσταται (γνωρίζει) τά ονόματα.
Ό άγιος Κύριλλος
'Ιεροσολύμων (4ος αί.) στίς Κατηχήσεις του αναφέρει ότι μετά τόν καθαγιασμό τών
Τιμίων Δώρων μνημονεύομεν καί τών κεκοιμημένων, πρώτον Πατριάρχων, Προφητών,
Αποστόλων, Μαρτύρων, όπως ό Θεός, εύχαις αυτών καί πρεσβείαις, προσδέξηται ημών
την δέησιν. ’Εν συνεχεία δέ παρακαλούμε καί ύπέρ τών κεκοιμημένων αγίων Πατέρων
καί έπισκόπων καί πάντων απλώς (ύπέρ όλων γενικά) τών ήμϊν προκεκοιμημένων. Επίσης στίς θείες Λειτουργίες τού Μεγάλου
Βασιλείου καί τού αγίου Ίωάννου τού Χρυσοστόμου ή στρατευομένη ’Εκκλησία
προσφέρει την λογικήν λατρείαν της ύπέρ τών έν πίστει άναπαυσαμένων Προπατόρων,
Πατέρων, Πατριάρχων, Προφητών, Αποστόλων, Κηρύκων, Εύαγγελιστών, Μαρτύρων,
'Ομολογητών, Έγκρατευτών, καί παντός πνεύματος δικαίου έν πίστει
τετελειωμένου.... Καί εύθύς μετά τόν καθαγιασμό, μετά τή μνημόνευση όλων τών
Αγίων, λέγει ό ίερεύς: Μνήσθητι καί πάντων τών κεκοιμημένων έπ’ έλπίδι
άναστάσεως ζωής αιωνίου καί αναφέρει ονομαστικά όσους θέλει. Κατόπιν προσθέτει·
καί άνάπαυσον αύτούς, ό Θεός ήμών, όπου έπισκοπεί τό φώς τού προσώπου σου.
’Αλλωστε τά Δίπτυχα.τά
όποία ή Εκκλησία συνεχίζει νά διατηρεί μέ
πολλή φροντίδα άπό την εποχή των άποστολικών χρόνων, μαρτυροον ακριβώς τίς
εύχές, τίς όποίες άνέπεμπε ανέκαθεν ή ’Εκκλησία υπέρ τών κεκοιμημένων κατά τή
θεία Λατρεία. 'Υπάρχουν δέ, ως γνωστόν, δίπτυχα ζώντων καί κεκοιμημένων.
’Ονομάζονται Αίπτυχα άπό τό πτύσσω, πού σημαίνει διπλώνω, διότι παλαιότερα αύτά
ήσαν δύο κομμάτια σανίδων μικρών ενωμένων, όπως οί δύο πλάκες πού κρατεί ό
θεόπτης Μωύσής στήν αγία εικόνα του. Στά κομμάτια αύτά, πού διπλώνονταν, ήσαν
γραμμένα τά ονόματα ζώντων καί τεθνεώτων, τά όποία , όπως μαθαίνουμε άπό τήν
άγια Ε' Οικουμενική Σύνοδο, μνημονεύονταν άπό τόν διάκονο μετά τόν καθαγιασμό
τών Τιμίων Δώρων, τήν ώρα πού έψάλλετο τό ’Αξιόν έστιν ή τό ’Επί σοί χαίρει,
Κεχαριτωμένη, όπως γίνεται καί σήμερα. Όταν τά ονόματα έπλήθυναν, τά Δίπτυχα
όνομάζοντο καί Πολύπτυχα, διότι είχαν πολλές πτυχές. Διατηρήθηκε όμως γενικά τό
πρώτο όνομά τους. Τά Δίπτυχα μνημονεύονται καί κατά τήν ώρα τής άγιας
Προσκομιδής. Καί τότε μέν οί μερίδες τών μνημονευομένων τοποθετούνται πλησίον
τού ’Αμνού. Αργότερα όμως, κατά τή θεία Λειτουργία, άφού καθαγιασθούν τά Τίμια
Δώρα καί κοινωνήσουν οί πιστοί, αί μερίδες τής Θεοτόκου, τών Ταγμάτων καί
έκείναι τών τεθνεώτων καί ζώντων
ρίπτονται στό 'Άγιο Ποτήριο, όπου είναι τό άχραντον Σώμα καί τό τίμιον
Αίμα τού Κυρίου ημών ’Ιησού Χριστού, τό έκχυθέν υπέρ της τού κόσμου ζωής καί
σωτηρίας. Καί μετά τό τέλος της θείας Λειτουργίας άκολουθεί ή προσεκτική καί μέ
μεγάλο φόβο Θεού κατάλυση άπό τόν λειτουργό 'ιερέα όλου τού περιεχομένου τού
άγιου Ποτηριού.
Τά ιερά Μνημόσυνα.
Εκτός τών προσευχών πού
άναπέμπουμε στόν Θεό κατά τή θεία Λατρεία ύπέρ τών κεκοιμημένων, ή άγια μας
’Εκκλησία όρισε καί Μνημόσυνα σέ τακτές ήμέρες. Ή άρχή τών Μνημοσύνων βρίσκεται
στήν Αγία Γραφή. Άπό τήν Π. Διαθήκη πληροφορούμαστε ότι οί ’Ισραηλίτες
παρεκάλεσαν τόν Θεόν να συγχωρήσει τίς αμαρτίες των προκεκοιμημένων πατέρων
τους (Νεεμ. θ' 2). Όταν στους χιτώνες νεκρών στρατιωτών βρήκαν είδωλολατρικά
φυλακτά,πράγμα πού έθεωρείτο μεγάλη αμαρτία γιά ένα Ισραηλίτη, ό λαός
προσευχήθηκε στόν Θεόν γιά τίς ψυχές τών νεκρών εκείνων, γιά νά τούς συγχωρήσει
τό αμάρτημα (Β' Μακ. ιβ' [12J 4042). Άπό τήν Κ. Διαθήκη μαθαίνουμε ότι ό
απόστολος Παύλος εύχεται, ό Κύριός μας νά δώσει στόν πιστό Όνησιφόρο, ό όποίος
ήταν ήδη νεκρός, νά βρει έλεος άπό τόν Κύριο καί Πατέρα κατά τήν ήμέρα τής
Δευτέρας Παρουσίας (Β' Τιμ. a 18). Γι’ αύτό καί τά Μνημόσυνα τά συναντούμε ήδη
άπό τούς πρώτους αιώνες τής ζωής τής Εκκλησίας. Καί τούτο, διότι όλοι ζώντες καί τεθνεώτες είμαστε σώμα Χριστού καί μέλη έκ μέρους (Α'
Κορ. ιβ' [12] 27).
Ή αλήθεια ότι τόσο οί
ζώντες (ή στρατευομένη Εκκλησία τού Χριστού) όσο καί οί κεκοιμημένοι (ή
θριαμβεύουσα Εκκλησία) αποτελούμε τή μία καί αδιαίρετη καί μοναδική Εκκλησία
τού Χριστού, συμβολίζεται πολύ ωραία στό άγιο Δισκάριο κατά τήν Προσκομιδή. Στό
κέντρο τού άγιου Δίσκου τοποθετείται ό Αμνός· στά δεξιά του ή μερίδα τής
Θεοτόκου στά αριστερά του οί μερίδες τών αγγελικών ταγμάτων καί όλων τών Αγίων
καί στό κάτω μέρος οί μερίδες τών ζώντων καί τών κεκοιμημένων. Έτσι εκεί είναι
παρόντες συμβολικά ολόκληρος ό Χριστός καί ολόκληρος ή Καθολική Εκκλησία (ή
’Ορθόδοξος) έπουράνιός τε καί επίγειος .
Ένα ωραιότατο μωσαϊκό στήν είσοδο τού ναού τής Χώρας στην Κωνσταντινούπολη
παρουσιάζει τόν Χριστό ως χώραν τών ζώντων, διότι εν τώ Χριστώ εύρίσκεται ή
αληθινή διαμονή. Έν αύτώ ζώμεν όλοι όσοι πιστεύουμε καί έχουμε βαπτισθεί στό
όνομα τής άγιας Τριάδος. Τά σύνορα τής βασιλείας τού Χριστού τής χώρας στήν οποία άνήκουμε περιλαμβάνουν ζώντες καί κεκοιμημένους. Γι’
αύτό γράφει ό θείος Παύλος: Καί εάν ζούμε καί εάν άποθνήσκουμε, είμαστε κτήμα
τού Κυρίου, ό όποίος είναι ή αιώνια ζωή (Ρωμ. ιδ' [14] 8). Λόγω λοιπόν τού
συνδέσμου πού ύπάρχει μεταξύ τών ζώντων καί τών κεκοιμημένων, άλλά καί τής
άγάπης πρός εκείνους, μάλιστα δέ πρός τούς συγγενείς μας γονείς, συζύγους, άδελφούς, τέκνα έχουμε υποχρέωση νά τελούμε ύπέρ τής ψυχής
τους Μνημόσυνα.
