Κυριακή 5 Νοεμβρίου 2017

Τά Ιερά Μνημόσυνα


24 ΤΑ ΙΕΡΑ ΜΝΗΜΟΣΥΝΑ
Εύχαί ύπέρ των κεκοιμημένων
Δέονται λοιπόν ύπέρ ημών οί κεκοιμημένοι καί μάς ενθυμούνται. Επομένως τί τό φυσικότερο νά ένθυμούμεθα καί εμείς εκείνους καί νά προσευχόμαστε γι’ αυτούς; ’Άλλωστε ή χριστιανική αγάπη διατηρείται σταθερή καί ισχυρή ακόμη καί μετά τόν θάνατό μας (βλ. Α' Κορ. ιγ [131 8). Γιά νά μήν πούμε ότι μετά τόν θάνατο τού προσφιλούς μας ή αγάπη πρός τό πρόσωπό του γίνεται καθαρότερη, άφού λησμονούνται πλέον τά ελαττώματα πού ως άνθρωπος παρουσίαζε στή ζωή του.
’Επειδή λοιπόν ή άγάπη μας μένει, γι’ αύτό ή Μητέρα Εκκλησία καθιέρωσε εύθύς εξ άρχής ειδικές εύχές ύπέρ των κεκοιμημένων καί όρισε σέ καθορισμένες ημέρες μνημόσυνα ύπέρ αύτών. ’Άλλωστε, κατά τόν ιερό Χρυσόστομο, τό μνημόσυνο των κεκοιμημένων έπί (κατά τή διάρκεια) των φρικτών μυστηρίων απαντάται άπό πολύ παλαιό. ’Έχει νομοθετηθεί άπό τούς άγιους Αποστόλους   Κατά τόν άγιο Ιωάννη τόν Δαμασκηνό, οί μαθηταί τού Σωτήρος καί θείοι ’Απόστολοι είναι εκείνοι πού έθέσπισαν νά ένθυμούμεθα τούς πιστούς οί όποίοι κοιμήθηκαν, έπί τών φρικτών καί άχράντων καί ζωοποιών μυστηρίων. Καί τήν άποστολική αύτή παραγγελία ή ’Εκκλησία τού Χριστού άπό περάτων μέχρι περάτων τής οικουμένης τήν κρατεί σταθερή καί χωρίς άντίρρηση μέχρι σήμερα, καί θά συνεχίζει νά τήν κρατεί μέχρι τής τού κόσμου λήξεως. Οί θείοι Απόστολοι, προσθέτει ό ιερός Δαμασκηνός, έθέσπισαν αύτό όχι χωρίς λόγο καί όχι ματαίως όχι απλώς καί ώς έτυχε. Διότι ή απλανής (αλάθητη) θρησκεία τών Χριστιανών δεν παρέλαβε τίποτε τό μη ώφέλιμο όλα είναι χρήσιμα καί αρεστά στόν Θεόν καί πολύ ωφέλιμα , καί παρέχουν πολύ μεγάλη σωτηρία.  

’Ήδη ό Τερτυλλιανός (200 μ.Χ.) μνημονεύει συνεχώς (ιδιαίτερα στό βιβλίο του Περίστεφάνου) τών λειτουργιών οί όποίες έγίνοντο ύπέρ τών κεκοιμημένων. Ό ίερομάρτυς Κυπριανός, επίσκοπος Καρχηδόνος (250 μ.Χ.), στην 37η επιστολή του μάς πληροφορεί ότι οί Χριστιανοί θεωρούσαν βασικό καθήκον νά προσφέρουν θυσίες καί προσευχές ύπέρ τών Μαρτύρων. Ό Άρνόβιος ό πρεσβυτερος στό Κατά Εθνικών έργο του (περί τό 305 μ.Χ.) αναφέρει ότι οί Χριστιανοί κατά τίς ιερουργίες τους άνέπεμπαν δεήσεις ύπέρ άναπαύσεως καί σωτηρίας τών κεκοιμημένων. Επίσης ό άγιος ’Αμβρόσιος, επίσκοπος Μεδιολάνων (330-397 μ.Χ.), τελούσε θείες Λειτουργίες ύπέρ τού Ούαλεντινιανού, τού Θεοδοσίου καί τού άδελφού του Σατύρου. Αί Αποστολικαί Αιαταγαί (4ος αί.) άναφέρουν ωραιότατη ευχή ύπέρ τών άναπαυσαμένων έν Χριστώ άδελφών ημών. Μέ αύτήν οί πιστοί ζητούσαν όπως ό φιλάνθρωπος Θεός, ό όποίος προσεδέχθη τήν ψυχή τού κοιμηθέντος, συγχωρήσει σ’ αυτόν παν αμάρτημα εκούσιον καί ακούσιον καί φανεί εύσπλαγχνικός πρός αυτόν κατατάξει δέ αύτόν έν τώ κόλπω τών Πατριαρχών καί τών Προφητών καί τών ’Αποστόλων καί πάντων τών άπ’ αίώνος τώ Θεώ εύαρεστησάντων, έκεί όπου δέν υπάρχει λύπη καί οδύνη καί στεναγμός (Ήσ. λε' [35] 10).   Έξ άλλου ό ιερός Αυγουστίνος (354-430 μ.Χ.) έγραψε ολόκληρο βιβλίο περί τών τελουμένων λειτουργιών ύπέρ τών κεκοιμημένων.
’Επί πλέον όλες οί θείες Λειτουργίες μας περιλαμβάνουν δεήσεις καί προσευχές ύπέρ τών κεκοιμημένων. Έτσι στη Λειτουργία τού άγιου Μάρκου ή ευχή ζητεί, ό Δεσπότης Χριστός νά αναπαύσει τις ψυχές των κεκοιμημένων έν ταίς σκηναϊς, έν τη βασιλεία Του, χαριζόμενος σ’ αυτούς καί τίς υποσχέσεις του. Στη Λειτουργία του αγίου ’Ιακώβου τού Άδελφοθέου, μετά την ανάμνηση των αγίων ’Αποστόλων, Προφητών καί λοιπών αγίων, παρακαλούμε τόν Θεόν υπέρ εκείνων των οποίων έμνήσθημεν καί ών ουκ έμνήσθημεν ’Ορθοδόξων καί ζητούμε νά τούς κατατάξει έν χώρα ζώντων έν τή βασιλεία του, έν τη τρυφή τού Παραδείσου, έν τοϊς κόλποις ’Αβραάμ, ’Ισαάκ καί ’Ιακώβ, έκει όπου έπισκοπεί τό φώς τού προσώπου του καί καταλάμπει διά παντός. Επίσης στη Λειτουργία τού αγίου Κλήμεντος πάπα Ρώμης, μαθητου τού αποστόλου Πέτρου, ό ίερεύς δέεται καί ύπέρ πάντων τών εύαρεστησάντων τω Θεώ Αγίων, Πατριάρχων, Προφητών, Δικαίων, Αποστόλων, Μαρτύρων, Ομολογητών, ’Επισκόπων καί γενικά όλων τών τάξεων τών κληρικών, καί ακόμη ύπέρ τών παρθένων, λαϊκών, καί πάντων, ών αύτός (ό Θεός) έπίσταται (γνωρίζει) τά ονόματα.
Ό άγιος Κύριλλος 'Ιεροσολύμων (4ος αί.) στίς Κατηχήσεις του αναφέρει ότι μετά τόν καθαγιασμό τών Τιμίων Δώρων μνημονεύομεν καί τών κεκοιμημένων, πρώτον Πατριάρχων, Προφητών, Αποστόλων, Μαρτύρων, όπως ό Θεός, εύχαις αυτών καί πρεσβείαις, προσδέξηται ημών την δέησιν. ’Εν συνεχεία δέ παρακαλούμε καί ύπέρ τών κεκοιμημένων αγίων Πατέρων καί έπισκόπων καί πάντων απλώς (ύπέρ όλων γενικά) τών ήμϊν προκεκοιμημένων.   Επίσης στίς θείες Λειτουργίες τού Μεγάλου Βασιλείου καί τού αγίου Ίωάννου τού Χρυσοστόμου ή στρατευομένη ’Εκκλησία προσφέρει την λογικήν λατρείαν της ύπέρ τών έν πίστει άναπαυσαμένων Προπατόρων, Πατέρων, Πατριάρχων, Προφητών, Αποστόλων, Κηρύκων, Εύαγγελιστών, Μαρτύρων, 'Ομολογητών, Έγκρατευτών, καί παντός πνεύματος δικαίου έν πίστει τετελειωμένου.... Καί εύθύς μετά τόν καθαγιασμό, μετά τή μνημόνευση όλων τών Αγίων, λέγει ό ίερεύς: Μνήσθητι καί πάντων τών κεκοιμημένων έπ’ έλπίδι άναστάσεως ζωής αιωνίου καί αναφέρει ονομαστικά όσους θέλει. Κατόπιν προσθέτει· καί άνάπαυσον αύτούς, ό Θεός ήμών, όπου έπισκοπεί τό φώς τού προσώπου σου.
’Αλλωστε τά Δίπτυχα.τά όποία  ή Εκκλησία συνεχίζει νά διατηρεί μέ πολλή φροντίδα άπό την εποχή των άποστολικών χρόνων, μαρτυροον ακριβώς τίς εύχές, τίς όποίες άνέπεμπε ανέκαθεν ή ’Εκκλησία υπέρ τών κεκοιμημένων κατά τή θεία Λατρεία. 'Υπάρχουν δέ, ως γνωστόν, δίπτυχα ζώντων καί κεκοιμημένων. ’Ονομάζονται Αίπτυχα άπό τό πτύσσω, πού σημαίνει διπλώνω, διότι παλαιότερα αύτά ήσαν δύο κομμάτια σανίδων μικρών ενωμένων, όπως οί δύο πλάκες πού κρατεί ό θεόπτης Μωύσής στήν αγία εικόνα του. Στά κομμάτια αύτά, πού διπλώνονταν, ήσαν γραμμένα τά ονόματα ζώντων καί τεθνεώτων, τά όποία , όπως μαθαίνουμε άπό τήν άγια Ε' Οικουμενική Σύνοδο, μνημονεύονταν άπό τόν διάκονο μετά τόν καθαγιασμό τών Τιμίων Δώρων, τήν ώρα πού έψάλλετο τό ’Αξιόν έστιν ή τό ’Επί σοί χαίρει, Κεχαριτωμένη, όπως γίνεται καί σήμερα. Όταν τά ονόματα έπλήθυναν, τά Δίπτυχα όνομάζοντο καί Πολύπτυχα, διότι είχαν πολλές πτυχές. Διατηρήθηκε όμως γενικά τό πρώτο όνομά τους. Τά Δίπτυχα μνημονεύονται καί κατά τήν ώρα τής άγιας Προσκομιδής. Καί τότε μέν οί μερίδες τών μνημονευομένων τοποθετούνται πλησίον τού ’Αμνού. Αργότερα όμως, κατά τή θεία Λειτουργία, άφού καθαγιασθούν τά Τίμια Δώρα καί κοινωνήσουν οί πιστοί, αί μερίδες τής Θεοτόκου, τών Ταγμάτων καί έκείναι τών τεθνεώτων καί ζώντων   ρίπτονται στό 'Άγιο Ποτήριο, όπου είναι τό άχραντον Σώμα καί τό τίμιον Αίμα τού Κυρίου ημών ’Ιησού Χριστού, τό έκχυθέν υπέρ της τού κόσμου ζωής καί σωτηρίας. Καί μετά τό τέλος της θείας Λειτουργίας άκολουθεί ή προσεκτική καί μέ μεγάλο φόβο Θεού κατάλυση άπό τόν λειτουργό 'ιερέα όλου τού περιεχομένου τού άγιου Ποτηριού.
Τά ιερά Μνημόσυνα.
Εκτός τών προσευχών πού άναπέμπουμε στόν Θεό κατά τή θεία Λατρεία ύπέρ τών κεκοιμημένων, ή άγια μας ’Εκκλησία όρισε καί Μνημόσυνα σέ τακτές ήμέρες. Ή άρχή τών Μνημοσύνων βρίσκεται στήν Αγία Γραφή. Άπό τήν Π. Διαθήκη πληροφορούμαστε ότι οί ’Ισραηλίτες παρεκάλεσαν τόν Θεόν να συγχωρήσει τίς αμαρτίες των προκεκοιμημένων πατέρων τους (Νεεμ. θ' 2). Όταν στους χιτώνες νεκρών στρατιωτών βρήκαν είδωλολατρικά φυλακτά,πράγμα πού έθεωρείτο μεγάλη αμαρτία γιά ένα Ισραηλίτη, ό λαός προσευχήθηκε στόν Θεόν γιά τίς ψυχές τών νεκρών εκείνων, γιά νά τούς συγχωρήσει τό αμάρτημα (Β' Μακ. ιβ' [12J 4042). Άπό τήν Κ. Διαθήκη μαθαίνουμε ότι ό απόστολος Παύλος εύχεται, ό Κύριός μας νά δώσει στόν πιστό Όνησιφόρο, ό όποίος ήταν ήδη νεκρός, νά βρει έλεος άπό τόν Κύριο καί Πατέρα κατά τήν ήμέρα τής Δευτέρας Παρουσίας (Β' Τιμ. a 18). Γι’ αύτό καί τά Μνημόσυνα τά συναντούμε ήδη άπό τούς πρώτους αιώνες τής ζωής τής Εκκλησίας. Καί τούτο, διότι όλοι  ζώντες καί τεθνεώτες  είμαστε σώμα Χριστού καί μέλη έκ μέρους (Α' Κορ. ιβ' [12] 27).
Ή αλήθεια ότι τόσο οί ζώντες (ή στρατευομένη Εκκλησία τού Χριστού) όσο καί οί κεκοιμημένοι (ή θριαμβεύουσα Εκκλησία) αποτελούμε τή μία καί αδιαίρετη καί μοναδική Εκκλησία τού Χριστού, συμβολίζεται πολύ ωραία στό άγιο Δισκάριο κατά τήν Προσκομιδή. Στό κέντρο τού άγιου Δίσκου τοποθετείται ό Αμνός· στά δεξιά του ή μερίδα τής Θεοτόκου στά αριστερά του οί μερίδες τών αγγελικών ταγμάτων καί όλων τών Αγίων καί στό κάτω μέρος οί μερίδες τών ζώντων καί τών κεκοιμημένων. Έτσι εκεί είναι παρόντες συμβολικά ολόκληρος ό Χριστός καί ολόκληρος ή Καθολική Εκκλησία (ή ’Ορθόδοξος) έπουράνιός τε καί επίγειος  . Ένα ωραιότατο μωσαϊκό στήν είσοδο τού ναού τής Χώρας στην Κωνσταντινούπολη παρουσιάζει τόν Χριστό ως χώραν τών ζώντων, διότι εν τώ Χριστώ εύρίσκεται ή αληθινή διαμονή. Έν αύτώ ζώμεν όλοι όσοι πιστεύουμε καί έχουμε βαπτισθεί στό όνομα τής άγιας Τριάδος. Τά σύνορα τής βασιλείας τού Χριστού  τής χώρας στήν οποία άνήκουμε  περιλαμβάνουν ζώντες καί κεκοιμημένους. Γι’ αύτό γράφει ό θείος Παύλος: Καί εάν ζούμε καί εάν άποθνήσκουμε, είμαστε κτήμα τού Κυρίου, ό όποίος είναι ή αιώνια ζωή (Ρωμ. ιδ' [14] 8). Λόγω λοιπόν τού συνδέσμου πού ύπάρχει μεταξύ τών ζώντων καί τών κεκοιμημένων, άλλά καί τής άγάπης πρός εκείνους, μάλιστα δέ πρός τούς συγγενείς μας  γονείς, συζύγους, άδελφούς, τέκνα  έχουμε υποχρέωση νά τελούμε ύπέρ τής ψυχής τους Μνημόσυνα.

Σάββατο 4 Νοεμβρίου 2017

Η σημασία της μνημόνευσης των ονομάτων κατά την Προσκομιδή


LoafΠρωτ. Θεμιστοκλέους Στ. Χριστοδούλου, Δρος Θ.
Η άξια της μνημονεύσεως ονομάτων ζώντων και κεκοιμημένων κατά την Ακολουθία της προθέσεως, τη γνωστή μας -προσκομιδή, είναι πολύ μεγάλη. Σχετικό είναι το κείμενο που ακολουθεί:
«Η θεία χάρη που αναβλύζει από την αναίμακτη θυσία, προσφέρεται όχι μόνο υπέρ υγείας αλλά και υπέρ αναπαύσεως των ψυχών των κεκοιμημένων δούλων του Θεού. Όσο περισσότερη είναι η πίστη και η αγάπη των ιερέων, τόσο μεγαλύτερος ο κατάλογος των ονομάτων που μνημονεύουν στην προσκομιδή.
Ο παπα-Σάββας ο πνευματικός, μια οσιακή αθωνίτικη μορφή (1821-1908), φαινόταν με το μικροσκοπικό του σώμα ένας άσημος καλόγερος. Όταν όμως λειτουργούσε φαινόταν μεγαλοπρεπής και το πρόσωπό του έλαμπε σαν πρόσωπο αγγέλου. Στην προσκομιδή μνημόνευε ονόματα «ων ουκ έστιν αριθμός»! Χρησιμοποιούσε ένα πολύ μεγάλο δισκάριο και για δυο τρεις ώρες έβγαζε μερίδες και μνημόνευε ακατάπαυστα.

ΣΑΡΑΚΟΣΤΗ ΤΩΝ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΩΝ


Με τα μάτια της ψυχής μας ας κοιτάξουμε ψηλά στον ουρανό και ας ακολουθήσουμε το αστέρι των σοφών μάγων σε ένα ΤΑΞΙΔΙ ΠΡΟΣ ΤΗ ΒΗΘΛΕΕΜ
Η εορτή της κατά σάρκα Γεννήσεως του Κυρίου μας Ιησού Χριστού, τα Χριστούγεννα, αποτελεί μία από τις μεγαλύτερες ημέρες της χριστιανοσύνης. Ανήκει σις Δεσποτικές εορτές, δηλ. αναφέρεται σε γεγονός της ζωής του Δεσπότη Χριστού. Μαζί με το Πάσχα είναι οι κορυφαίες εορτές της Ορθόδοξης Εκκλησίας. Την ημέρα αυτή εορτάζουμε την ενανθρώπηση του Θεού Λόγου, την κάθοδο του δευτέρου Προσώπου της Αγίας Τριάδος στον κόσμο. Ο Θεός γίνεται άνθρωπος για να γίνει ο άνθρωπος θεός κατά χάριν. Ο Θεός έρχεται από τον ουρανό στη γη, για να ανέβει ο άνθρωπος από τη γη στον ουρανό. Ο Χριστός ήλθε ανάμεσά μας για να σώσει το ανθρώπινο γένος, να στήσει και πάλι τις γκρεμισμένες γέφυρες επικοινωνίας με τον Θεό, να αποκαταστήσει τον άνθρωπο στην αληθινή του δόξα, να φανερώσει στους ανθρώπους το θέλημα του Θεού. Ο Χριστός ταπεινώθηκε βαθειά για να μας ανυψώσει, γενήθηκε στο χρόνο για να υπερβούμε εμείς το χρόνο, έλαβε την ανθρώπινη φύση για να τη θεώσει. Γι’ αυτό γιορτάζουμε, χαιρόμεθα και πανηγυρίζουμε.
ΤΟ ΑΓΙΟ ΔΩΔΕΚΑΗΜΕΡΟ
Τους πρώτους αιώνες η Γέννηση και η Βάπτιση του Χριστού συνεορτάζονταν την ίδια ημέρα, και συγκεκριμένα στις 6 Ιανουαρίου, με το κοινό όνομα Επιφάνεια. Από τα μέσα του 4ου αιώνα καθιερώθηκε ως ξεχωριστή η γιορτή των Χριστουγέννων στις 25 Δεκεμβρίου, και παρέμεινε στις 6 Ιανουαρίου μόνο η γιορτή της Βαπτίσεως του Κυρίου.
Παράλληλα διαμορφώθηκε και το Άγιο Δωδεκαήμερο, δηλ. μια περίοδος δώδεκα ημερών (25 Δεκεμβρίου έως 6 Ιανουαρίου), από την ημέρα των Χριστουγέννων έως και την ημέρα των Θεοφανείων, που περιλαμβάνει ακόμη την εορτή της Περιτομής του Κυρίου και τη μνήμη του Μεγάλου Βασιλείου (1η Ιανουαρίου).
Η ΠΡΟΕΤΟΙΜΑΣΙΑ
Η μεγάλη σημασία της εορτής των Χριστουγέννων και η ευλάβεια των χριστιανών, υπό την επίδραση μάλιστα και της χρονικά παλαιότερης Μεγάλης Τεσσαρακοστής του Πάσχα, οδήγησαν στην καθιέρωση μιας προπαρασκευαστικής περιόδου, όπου οι πιστοί ετοιμάζονται πνευματικά να «οδεύσουν» μέχρι το σπήλαιο της Βηθλεέμ. Η προπαρασκευαστική αυτή περίοδος έχει διάρκεια 40 ημέρες, ονομάζεται Σαρακοστή των Χριστουγέννων και αρχίζει κάθε χρόνο στις 15 Νοεμβρίου.
Οι ύμνοι στη λατρεία μας θυμίζουν πως έχουμε εισέλθει σε αυτή την ιερή περίοδο, πως με τρόπο πνευματικό έχουμε πάρει κι εμείς το δρόμο που οδηγεί στη νοητή Βηθλεέμ, δηλ. την Εκκλησία, στην οποία ο Χριστός γεννιέται για να αναγεννήσει κάθε άνθρωπο που ειλικρινά πιστεύει σ’ Αυτόν ως προσωπικό του Σωτήρα. Απο τις 21 Νοεμβρίου (εορτή των Εισοδείων της Θεοτόκου) ψάλλουμε τις Καταβασίες των Χριστουγέννων, η α΄ Ωδή των οποίων έχει ως εξής: «Χριστός γεννάται, δοξάσατε. Χριστός εξ ουρανών, απαντήσατε. Χριστός επί γης, υψώθητε. Άσατε τω Κυρίω πάσα η γη και εν ευφροσύνη ανυμνήσατε λαοί ότι δεδόξασται». Από τις 26 Νοεμβρίου (που είναι η επομένη της αποδόσεως της παραπάνω θεομητορικής εορτής) ψάλλουμε το προεόρτιο Κοντάκιο «Η Παρθένος σήμερον τον προαιώνιον Λόγον εν σπηλαίω έρχεται αποτεκείν απορρήτως. Χόρευε η οικουμένη ακουτισθείσα, δόξασον μετά αγγέλων και των ποιμένων, βουληθέντα εποφθήναι παιδίον νέον, τον προ αιώνων Θεόν».

Σαρανταλείτουργο «υπέρ αναπαύσεως»


Ο Γερο-Δανιήλ ο αγιορείτης (+1929), ο σοφός ησυχαστής των Κατουνακίων, έχει καταχωρισμένο στα χειρόγραφά του και το ακόλουθο περιστατικό, που συνέβη το 1869 στην πατρίδα του, τη Σμύρνη.
Κάποιος ενάρετος χριστιανός κάλεσε στα τελευταία της ζωής του τον πνευματικό του παπα-Δημήτρη και του είπε:
-Εγώ σήμερα πεθαίνω. Πες μου, σε παρακαλώ, τί πρέπει να κάνω την κρίσιμη τούτη ώρα;
Ο ιερέας, γνωρίζοντας την αρετή του και τη μυστηριακή προετοιμασία του, του πρότεινε το εξής:
-Δώσε εντολή να σου κάνουν μετά το θάνατό σου τακτικό σαρανταλείτουργο σ’ ένα εξωκκλήσι.
Έτσι κι έγινε. Ο κυρ-Δημήτρης -αυτό ήταν το όνομά του- άφησε εντολή στο γιό του να κάνει μετά την κοίμησή του σαρανταλείτουργο. Κι εκείνος, υπακούοντας στην τελευταία επιθυμία του καλού του πατέρα, ανέθεσε χωρίς καθυστέρηση την εκτέλεσή της στον παπα-Δημήτρη.
Ο σεμνός λευίτης δέχτηκε να κάνει το σαρανταλείτουργο, που ο ίδιος είχε προτείνει στο μακαρίτη, και αποσύρθηκε για όλο αυτό το διάστημα στο εξωκ­κλήσι των αγίων Αποστόλων.
Οι τριάντα εννέα λειτουργίες έγιναν απρόσκοπτα. Η τελευταία έπρεπε να γίνει ήμερα Κυριακή. Το βράδυ όμως του Σαββάτου πιάνει τον παπά ένας δυνατός πονόδοντος και τον αναγκάζει να επιστρέψει στο σπίτι του.
Η πρεσβυτέρα του πρότεινε να βγάλει το δόντι, μα εκείνος αρνήθηκε, γιατί έπρεπε την επομένη να τελέσει την τελευταία λειτουργία. Τα μεσάνυχτα ο πόνος κορυφώθηκε, και τελικά ο παπάς αναγκάστηκε να βγάλει το δόντι. Επειδή όμως παρουσιάστηκε αιμορραγία, ανέβαλε την τελευταία λειτουργία για τη Δευτέρα.
Στο μεταξύ, το απόγευμα του Σαββάτου, ο Γεώργιος, ο γιός του μακαριστού Δημητρίου, ετοίμασε μερικά χρήματα για τον κόπο του ιερέα, με σκοπό να του τα δώσει την επόμενη μέρα.
Τα μεσάνυχτα ξύπνησε για να προσευχηθεί. Ανακάθισε στο κρεβάτι κι άρχισε να φέρνει στο νου του τις αρετές, τα χαρίσματα και τα σοφά λόγια του πατέρα του. Κάποια στιγμή πέρασε απ’ το μυαλό του η ακόλουθη σκέψη: «Άραγε ωφελούν τα σαρανταλείτουργα τις ψυχές των κεκοιμημένων, ή τα καθιέρωσε η εκκλησία για παρηγοριά των ζώντων;»
Τότε ακριβώς τον πήρε ένας ελαφρός ύπνος, και είδε πως βρέθηκε σε μια πεδιάδα με ομορφιά απερίγραπτη. Ένιωθε ανάξιο τον εαυτό του να βρίσκεται σε τέτοιο ιερό και παραδεισένιο χώρο. Μπροστά του απλωνόταν ένα απέραντο και κατάφυτο περιβόλι, που μοσχοβολούσε με μια ανέκφραστη ευωδιά.
«Αυτός οπωσδήποτε θα είναι ο παράδεισος!», μονολόγησε. «Ω, τι μακαριότητα περιμένει όσους ζουν ενάρετα στη γη!»
Εξετάζοντας έκπληκτος τα υπερκόσμια κάλλη, είδε ένα λαμπρό ανάκτορο με έξοχη αρχιτεκτονική χάρη, ενώ οι τοίχοι του έλαμπαν απ’ τα διαμάντια και το χρυσάφι. Η ομορφιά του ήταν ανέκφραστη.
Πλησιάζει πιό κοντά, και τότε -τι χαρά! -βλέπει στην πόρτα του παλατιού τον πατέρα του ολοφώτεινο και λαμπροφορεμένο.

Το Ιερό Σαρανταλείτουργο



Το Ιερό Σαρανταλείτουργο, κατά την διάρκεια της νηστείας των Χριστουγέννων, υπέρ υγείας ζώντων και υπέρ αναπαύσεως των κεκοιμημένων αδελφών μας.
Στο υπέροχο βιβλίο «Ιωάννης της Κροστάνδης», (έκδ. Ιεράς Μονής Παρακλήτου), διαβάζουμε:
«Στην Θεία Λειτουργία τελείται το μυστήριο της αγάπης. Και ή αγάπη στην ουσία της είναι μεταδοτική. Ή αγάπη, ιδιαίτερα ή θεία, σπεύδει να σκορπίσει το φώς της, την χαρά της όλους… Και συμπληρώνει: ω αγάπη τελειότατη! ω αγάπη, πού τα πάντα αγκαλιάζεις! Ώ αγάπη ισχυρότατη! Τί να προσφέρουμε σαν ευγνωμοσύνη στον Θεό για την αγάπη Του προς εμάς; Ή αγάπη αυτή βρίσκεται στην θυσία του Χριστού, πού προσφέρεται για την απελευθέρωσι όλων από κάθε κακία…».
Και ό μακαριστός π. Παΐσιος, σχετικά με την ανάγκη προσευχής για τους κεκοιμημένους, έλεγε: «…να αφήνετε μέρος της προσευχής σας για τους κεκοιμημένους. Οι πεθαμένοι δεν μπορούν να κάνουν τίποτα (για τους εαυτούς τους). Οι ζωντανοί μπορούν… Να πηγαίνετε στην εκκλησία λειτουργία, δηλαδή πρόσφορο, και να δίνετε το όνομα του κεκοιμημένου, να μνημονευθή από τον ιερέα στην προσκομιδή. Επίσης, να κάνετε μνημόσυνα και τρισάγια. Σκέτο το τρισάγιο, χωρίς Θεία Λειτουργία, είναι ελάχιστο.
Το μέγιστο, πού μπορούμε να κάνουμε για κάποιον, είναι το Σαράντα Λείτουργο. Καλό θα είναι να συνοδευθή και με ελεημοσύνη. Αν έχεις ένα νεκρό, ό όποιος έχει παρρησία στον Θεό, και του ανάψεις ένα κερί, αυτός έχει υποχρέωση να προσευχηθεί για σένα στον Θεό.
Αν πάλι, έχεις ένα νεκρό, ό όποιος νομίζεις ότι δεν έχει παρρησία στον Θεό, τότε, όταν του ανάβεις ένα αγνό κερί, είναι σαν να δίνης ένα αναψυκτικό σε κάποιον πού καίγεται (από δίψα ). Οι άγιοι δέχονται ευχαρίστως την προσφορά του κεριού και είναι υποχρεωμένοι να προσευχηθούν γι’ αυτόν πού το ανάβει. Ο Θεός ευχαρίστως το δέχεται…». (Μαρτυρίες προσκυνητών, Ζουρνατζόγλου Νικ.)
Για την ωφέλεια από τα Ιερά Σαρανταλείτουργα και τα μνημόσυνα, αξιομνημόνευτο είναι και το περιστατικό πού ακολουθεί από το βιβλίο «Θαύματα και αποκαλύψεις από την Θεία Λειτουργία», (έκδ. Ιεράς Μονής Παρακλήτου).

Η αξία της Προσκομιδής για τους κεκοιμημένους μας


λειτουργια1


ΑΓΓΕΛΟΣ ΚΥΡΙΟΥ ΒΟΥΤΟΥΣΕ ΤΗ ΛΑΒΙΔΑ ΣΤΟ ΑΙΜΑ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ ΚΑΙ ΕΣΒΗΝΕ ΤΑ ΟΝΟΜΑΤΑ
Η Θεία χάρη, πού αναβλύζει από την αναίμακτη θυσία, προσφέρεται όχι μόνο στους ζωντανούς, αλλά και στους νεκρούς. Γι’ αυτό οι λειτουργοί δεν παύουν να δέονται όχι μόνο «υπέρ υγείας», αλλά και «υπέρ αναπαύσεως των ψυχών των κεκοιμημένων δούλων του Θεού».
Όσο περισσότερη είναι η πίστη και η αγάπη των ιερέων, τόσο μεγαλύτερος είναι και ο κατάλογος των ονομάτων, πού μνημονεύουν στην προσκομιδή.
Ο παπα-Σάββας ο πνευματικός, μία οσιακή αθωνίτικη μορφή (1821-1908), φαινόταν, με το μικροσκοπικό του σώμα ένας άσημος καλόγερος. Όταν όμως λειτουργούσε, φαινόταν μεγαλοπρεπής και το πρόσωπό του έλαμπε σαν πρόσωπο αγγέλου.
Στην προσκομιδή, μνημόνευε ονόματα «Ων ουκ εστίν αριθμός». Χρησιμοποιούσε ένα πολύ μεγάλο δισκάριο, και για δύο-τρεις ώρες έβγαζε μερίδες και μνημόνευε ακατάπαυστα.
– Άγιε πνευματικέ, πολύ κουράζεσαι με τόσα ονόματα, του έλεγαν από αγάπη μερικοί πατέρες.
– Δεν κουράζομαι, απαντούσε εκείνος. Αντίθετα, αισθάνομαι μεγάλη χαρά. Ωφελούνται πολύ οι μνημονευόμενοι. Η ωφέλεια τους είναι χαρά μου.
Νέος ακόμα ιερέας ο παπα-Σάββας δέχτηκε κάποια αποκάλυψη, με την οποία ο Θεός του φανέρωσε τη μεγάλη ωφέλεια που αποκομίζουν οι ψυχές από τη μνημόνευση. Την κατέγραψε, λίγο πριν την κοίμησή του, σαν απάντηση σε εκείνους που τον ρωτούσαν για ποίο λόγο μνημόνευε καθημερινά τόσα ονόματα.
Το 1843, έγραφε, μου έδωσαν αρκετά ονόματα, για να κάνω σαρανταλείτουργο. Τη μέρα που θα τελούσα την τελευταία λειτουργία, περιμένοντας το γέροντά μου να πάρω καιρό, αποκοιμήθηκα ακουμπώντας στο αναλόγιο και είδα το έξης αποκαλυπτικό όνειρο :
«Ήμουν φορεμένος την ιερατική στολή και στεκόμουν μπροστά στην αγία τράπεζα, πάνω στην οποία βρισκόταν ο άγιος δίσκος της λειτουργίας, γεμάτος με το Αίμα του Χριστού. Βλέπω τότε άγγελο Κυρίου με μορφή ιερέως να παίρνει το χαρτί με τα ονόματα από την προσκομιδή και να πλησιάζει στην αγία τράπεζα. Εκεί, αφού έβαλε το χαρτί κοντά στον άγιο δίσκο, βουτάει τη λαβίδα στο Αίμα του Χριστού και σβήνει ένα όνομα, και πάλι βουτάει και σβήνει, μέχρι πού τελείωσαν όλα τα ονόματα και καθάρισε το χαρτί.
Μετά τη θεία λειτουργία ανέφερα το όνειρο στο γέροντα μου κι εκείνος μου είπε :
Εσύ δεν είσαι άξιος για να συγχωρηθούν οι αμαρτίες εκείνων, που μνημόνευσες. Με την πίστη έλαβαν την άφεση των αμαρτιών τους. Αυτό το όνειρο είναι η αιτία πού μνημονεύω τα, ονόματα όλων».
ΠΗΓΗ : ΘΑΥΜΑΤΑ ΚΑΙ ΑΠΟΚΑΛΥΨΕΙΣ ΑΠΟ ΤΗ ΘΕΙΑ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ,
εκδ. ΙΕΡΑΣ ΜΟΝΗΣ ΠΑΡΑΚΛΗΤΟΥ, ΩΡΟΠΟΣ ΑΤΤΙΚΗΣ, σ. 27 κ.ε.
inpantanassis.blogspot.gr

Σαρανταλείτουργο…


Η αγία προσκομιδή, η σημαντική στιγμή της θείας λειτουργίας, όπου μνημονεύονται τα ονόματα ζωντανών & νεκρών ΦΩΤΟ:agiostheologos.gr
Η αγία προσκομιδή, η σημαντική στιγμή της θείας λειτουργίας, όπου μνημονεύονται τα ονόματα ζωντανών & νεκρών
ΦΩΤΟ:agiostheologos.gr
Από εδώ
Το Ιερό Σαρανταλείτουργο, κατά την διάρκεια της νηστείας των Χριστουγέννων, υπέρ υγείας ζώντων και υπέρ αναπαύσεως των κεκοιμημένων αδελφών μας.
Σαρανταλείτουργο είναι μια σειρά 40 λειτουργιών, κατά τις οποίες μνημονεύονται κάποια ονόματα ζώντων (υπέρ υγείας) ή κεκοιμημένων (νεκρών) υπέρ αναπαύσεως. Κατά τη σαρακοστή των Χριστουγέννων, που κρατάει σαράντα μέρες, πολλά μοναστήρια και κάποιες εκκλησίες των πόλεων συνηθίζουν να κάνουν 40λείτουργα, και να δίνει όποιος θέλει ονόματα για μνημόνευση.Στο υπέροχο βιβλίο «Ιωάννης της Κροστάνδης» (έκδ. Ιεράς Μονής Παρακλήτου), διαβάζουμε:
«Στην Θεία Λειτουργία τελείται το μυστήριο της αγάπης. Και η αγάπη στην ουσία της είναι μεταδοτική. Η αγάπη, ιδιαίτερα η θεία, σπεύδει να σκορπίσει το φώς της, την χαρά της όλους… Και συμπληρώνει: ω αγάπη τελειότατη! ω αγάπη, πού τα πάντα αγκαλιάζεις! Ώ αγάπη ισχυρότατη! Τί να προσφέρουμε σαν ευγνωμοσύνη στον Θεό για την αγάπη Του προς εμάς; Η αγάπη αυτή βρίσκεται στην θυσία του Χριστού, που προσφέρεται για την απελευθέρωσι όλων από κάθε κακία…».
Και ο μακαριστός π. Παΐσιος, σχετικά με την ανάγκη προσευχής για τους κεκοιμημένους, έλεγε: «…να αφήνετε μέρος της προσευχής σας για τους κεκοιμημένους. Οι πεθαμένοι δεν μπορούν να κάνουν τίποτα (για τους εαυτούς τους). Οι ζωντανοί μπορούν… Να πηγαίνετε στην εκκλησία λειτουργία, δηλαδή πρόσφορο, και να δίνετε το όνομα του κεκοιμημένου, να μνημονευθή από τον ιερέα στην προσκομιδή. Επίσης, να κάνετε μνημόσυνα και τρισάγια. Σκέτο το τρισάγιο, χωρίς Θεία Λειτουργία, είναι ελάχιστο.
Το μέγιστο, πού μπορούμε να κάνουμε για κάποιον, είναι το Σαρανταλείτουργο. Καλό θα είναι να συνοδευθή και με ελεημοσύνη. Αν έχεις ένα νεκρό, ό όποιος έχει παρρησία στον Θεό, και του ανάψεις ένα κερί, αυτός έχει υποχρέωση να προσευχηθεί για σένα στον Θεό.
Αν πάλι, έχεις ένα νεκρό, ο όποιος νομίζεις ότι δεν έχει παρρησία στον Θεό, τότε, όταν του ανάβεις ένα αγνό κερί, είναι σαν να δίνης ένα αναψυκτικό σε κάποιον που καίγεται (από δίψα). Οι άγιοι δέχονται ευχαρίστως την προσφορά του κεριού και είναι υποχρεωμένοι να προσευχηθούν γι’ αυτόν πού το ανάβει. Ο Θεός ευχαρίστως το δέχεται…» (Μαρτυρίες προσκυνητών, Ζουρνατζόγλου Νικ.).
Για την ωφέλεια από τα Ιερά Σαρανταλείτουργα και τα μνημόσυνα, αξιομνημόνευτο είναι και το περιστατικό που ακολουθεί από το βιβλίο «Θαύματα και αποκαλύψεις από την Θεία Λειτουργία», (έκδ. Ιεράς Μονής Παρακλήτου).
«Κάποιος άρχοντας από την Νικομήδεια αρρώστησε βαριά και, βλέποντας πως πλησιάζει στον θάνατο, κάλεσε την γυναίκα του για να της εκφράσει τις τελευταίες του επιθυμίες: Την περιουσία μου να την μοιράσεις στους φτωχούς και τα ορφανά. Τους δούλους να τους ελευθερώσεις. Αλλά στους ιερείς δεν θέλω να δώσεις χρήματα για λειτουργίες. Σ’ αυτή του την μεγάλη θλίψη ό ετοιμοθάνατος επικαλέστηκε με πίστη την ευχή του άββά Ησαΐα, ενός άγιου μοναχού πού ασκήτευε κοντά στην Νικομήδεια, και αμέσως -ώ του θαύματος!- έγινε καλά. Σηκώθηκε λοιπόν και πασίχαρος έτρεξε στον όσιο. Εκείνος τον καλοδέχτηκε, δοξάζοντας τον Θεό για το μεγάλο θαύμα.
-Θυμάσαι, παιδί μου, τον ρώτησε, ποιά ώρα συνήλθες από την αρρώστια;
-Την ώρα που επικαλέστηκα την ευχή σου, απάντησε εκείνος.
Ο όσιος, με τον φωτισμένο του νου, γνώριζε τί είχε λεχθεί στην διάρκεια της αρρώστιας του και ξαναρώτησε: