Παρασκευή 15 Σεπτεμβρίου 2017

Ἦχος πλ. β´.ΑΝΑΣΤΑΣΙΜΑ


γγελικαὶ δυνάμεις ἐπὶ τὸ μνῆμά σου,
καὶ οἱ φυλάσσοντες, ἀπενεκρώθησαν·
καὶ ἵστατο Μαρία ἐν τῷ τάφῳ,
ζητοῦσα τὸ ἄχραντόν σου σῶμα.
Ἐσκύλευσας τὸν ᾍδην,
μὴ πειρασθεὶς ὑπ᾿ αὐτοῦ·
ὑπήντησας τῇ Παρθένῳ,
δωρούμενος τὴν ζωήν.
Ὁ ἀναστὰς ἐκ τῶν νεκρῶν,
Κύριε, δόξα σοι.

Τὴν ὥρα τῆς θριαμβευτικῆς Ἀναστάσεώς σου, Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ἀγγελικαὶ Δυνάμεις ἐνεφανίσθησαν ἐπάνω στὸ μνῆμα σου, καὶ οἱ στρατιῶτες ποὺ σὲ ἐφύλασσαν ἔπεσαν κάτω σὰν νεκροὶ ἀπὸ τὴν δύναμί σου καὶ τὴν ἀστραπὴ τοῦ θαύματος· καὶ μετὰ ἀπὸ λίγο στεκόταν μπροστὰ στὸν τάφο σου ἡ μαθήτριά σου ἡ Μαρία ἡ Μαγδαληνὴ καὶ ἀναζητοῦσε τὸ ἅγιο καὶ ἄχραντο σῶμα σου. Σὺ ὅμως εἶχες πλέον κατεβῆ στὸν Ἅδη, τὸν ὁποῖον ἐνίκησες καὶ ἐταπείνωσες, χωρὶς νὰ πειραχθῆς καθόλου ἀπὸ αὐτόν, ἀμέσως δὲ μετὰ τὴν Ἀνάστασί σου συνήντησες τὴν Παρθένο ποὺ σὲ ἀναζητοῦσε, δωρίζοντας σ᾿ αὐτὴν τὴν νέα ζωὴ τῆς Ἀναστάσεως. Γιὰ ὅλα αὐτά, Κύριε Ἰησοῦ, σένα ὁ ὁποῖος ἀνεστήθης πρῶτος ἀπὸ τοὺς νεκρούς, σὲ δοξολογοῦμε!
Οἱ στρατιῶτες, ποὺ ἐφύλασσαν τὸν τάφο τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ Χριστοῦ, ἐφάνηκαν τόσο ἀνίσχυροι, ἀκόμη καὶ νὰ δοῦν τὸ θαῦμα τῆς Ἀναστάσεως. Πολὺ περισσότερο ἦσαν ἀνίσχυροι νὰ τὸ ἐμποδίσουν. Τὸ ἴδιο ἀδύνατοι εἶναι, καὶ θὰ μείνουν στὸ τέλος νεκροί, ὅσοι στέκονται μὲ ἐγωϊστικὴ περίσκεψι καὶ ἐπίμονη ἄρνησι μπροστὰ στὸ θαῦμα τῆς Ἀναστάσεως. Ὅσοι δὲν πιστεύουν καὶ σὲ καμμιὰ ἄλλη ἀλήθεια τοῦ Εὐαγγελίου καὶ τῆς Ἐκκλησίας. Ἡ Ἀνάστασι εἶναι ἡ ἀπαρχή, τὸ κέντρο καὶ ἡ κατακλείδα ὁλοκλήρου τοῦ μυστηρίου τῆς χριστιανικῆς πίστεως. Γι᾿ αὐτὸ καὶ ὁ Ἀπόστολος Παῦλος γράφει χαρακτηριστικά, ὅτι καὶ ἡ πίστι καὶ τὸ κήρυγμα τῆς Ἐκκλησίας, θὰ ἦσαν ἄδειες καὶ ἀστήρικτες ἀλήθειες, ἂν δὲν ὑπῆρχε ἡ Ἀνάστασι τοῦ Χριστοῦ. Ὁ ἀναστὰς Χριστός, ἔδωκε τὴν νέα ζωὴ σ᾿ αὐτοὺς ποὺ πρῶτοι ἐπίστευσαν στὴν Ἀνάστασι, καὶ σ᾿ ὅλους τοὺς ἄλλους ἔπειτα, ποὺ ἐξεδήλωσαν τὴν πίστι τους καὶ τὴν εὐλάβειά τους πρὸς Αὐτόν. Τὴν ἴδια νέα καὶ αἰώνιο ζωὴ χαρίζει ὁ Χριστὸς σ᾿ ὁλόκληρο τὸ πλῆθος τῶν πιστῶν τῆς Ἐκκλησίας Του, οἱ ὁποῖοι τὸν ἔχουν κάμει Βασιλιά τους καὶ τὸν πιστεύουν Λυτρωτή τους. Ὅποιος μένει ἔξω ἀπὸ αὐτὴ τὴν χαρὰ εἶναι γιατὶ τὸ θέλει ὁ ἴδιος. Ὁ ἀναστάσιμος χῶρος τῆς Ἐκκλησίας εἶναι τόσον ἀπέραντος, ὥστε χωράει ὅλο τὸν κόσμο.

Ἦχος βαρύς.

Κατέλυσας τῷ Σταυρῷ σου τὸν θάνατον·
ἠνέῳξας τῷ ληστῇ τὸν παράδεισον·
τῶν μυροφόρων τὸν θρῆνον μετέβαλες,
καὶ τοῖς σοῖς ἀποστόλοις κηρύττειν ἐπέταξας,
ὅτι ἀνέστης, Χριστὲ ὁ Θεός,
παρέχων τῷ κόσμῳ τὸ μέγα ἔλεος.

Μὲ τὴν δύναμι τῆς θυσίας σου ἐπὶ τοῦ Σταυροῦ κατήργησες τὸν θάνατο, Κύριε· ἄνοιξες στὸ ληστή, ποὺ μετενόησε, τὸν παράδεισο· μετέτρεψες σὲ χαρὰ τοὺς θρήνους τῶν μυροφόρων γυναικῶν ποὺ ἦλθαν στὸ μνῆμα σου, καὶ στοὺς Ἀποστόλους Σου ἔδωσες τὴν ἐντολὴ νὰ κηρύττουν τὸ εὐαγγέλιό σου σ᾿ ὅλο τὸν κόσμο· κι ὅλα αὐτὰ ἔγιναν, διότι ἀνέστης ἐκ νεκρῶν, Κύριε Ἰησοῦ Χριστὲ ὁ Θεός μας, παρέχοντας στὸν κόσμο τὸ μεγάλο Σου ἔλεος.
χαρὰ τῆς Ἀναστάσεως μετέτρεψε τὸν θρῆνο τῶν μυροφόρων γυναικῶν σὲ πανηγυρικὴ εὐφροσύνη. Μετὰ τὴν λύπη καὶ τὸν πόνο ἔρχεται ἡ χαρὰ καὶ ἡ ἀνακούφισι. Οἱ θλίψεις δὲν λείπουν ποτὲ ἀπὸ τὴν ζωή μας. Εἶναι δεῖγμα ἀπιστίας ἡ ἀπελπισία ποὺ καταλαμβάνει πολλοὺς στὸν καιρὸ τῶν θλίψεων. Οἱ Χριστιανοὶ μποροῦν νὰ βλέπουν πίσω ἀπὸ τὸν πόνο καὶ τὴν δοκιμασία τὸ σχέδιο τοῦ Θεοῦ, γιὰ κάτι καλύτερο. Μιὰ βασικὴ ἀρετὴ ποὺ χρειάζεται στὸ χρόνο τοῦ πόνου εἶναι ἡ ὑπομονή. Ὁ πιστός καλεῖται νὰ ὑπομείνη καρτερικὰ τὸ σταυρό του, χωρὶς γογγυσμοὺς καὶ διαμαρτυρίες. Καὶ τὸ σπουδαιότερο, νὰ ζῇ διαρκῶς μὲ τὴν ἐλπίδα μιᾶς ἀναστάσεως. Δὲν μποροῦμε βέβαια νὰ καθορίζωμε, πῶς καὶ ἀπὸ ποῦ θὰ ἀνατείλη αὐτὴ ἡ ἀνάστασι. Ἀλλ᾿ εἶναι τόσο μεγάλη καὶ πανίσχυρη ἡ Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ, ποὺ μέσα σ᾿ αὐτὴν χωροῦν ὅλες οἱ εὐλογημένες γιὰ ἀνάστασι ἐλπίδες τῶν Χριστιανῶν. Μετρῶντας, λοιπόν, τὸν θρῆνο καὶ εὐθὺς ἀμέσως τὴν χαρὰ τῶν μυροφόρων, ἂς ἔχωμε τὸ μέτρο τῆς ἐκτιμήσεως τῶν ἰδικῶν μας θρήνων, ποὺ μὲ τὴν δύναμι τοῦ Ἀναστάντος Χριστοῦ μεταβάλλονται σὲ ἐλπιδοφόρο ὑπομονὴ ἢ σὲ εὐφρόσυνη χαρὰ τῆς ζωῆς.

Ἦχος πλ. δ´.

Εξ ὕψους κατῆλθες ὁ εὔσπλαγχνος,
ταφὴν κατεδέξω τριήμερον,
ἵνα ἡμᾶς ἐλευθερώσῃς τῶν παθῶν.
Ἡ ζωὴ καὶ ἡ ἀνάστασις ἡμῶν,
Κύριε, δόξα σοι.

λθες ψηλὰ ἀπὸ τοὺς Οὐρανοὺς καὶ κατέβηκες στὴ γῆ, Χριστὲ καὶ Θεέ μας, γεμᾶτος ἀπὸ εὐσπλαγχνία καὶ ἀγάπη γιὰ μᾶς· καταδέχτηκες, μετὰ τὸ μαρτυρικὸ θάνατό σου, νὰ ὑποστῆς τὸν ἐνταφιασμὸ γιὰ τρεῖς ἡμέρες, μὲ μοναδικὸ σκοπὸ νὰ μᾶς ἀπελευθερώσης καὶ νὰ μᾶς ἀπαλλάξης ἀπὸ τὰ δεινὰ τῆς ἁμαρτίας. Σύ, λοιπόν, Κύριε, ποὺ μ᾿ αὐτὸ τὸ μεγάλο θαῦμα τῆς ἀγάπης σου καὶ τῆς θυσίας σου ἔγινες γιὰ μᾶς ἡ πραγματικὴ ζωὴ καὶ ἡ ἀληθινὴ ἀνάστασι, ἂς εἶσαι δοξασμένος.
Πότε θὰ μπορέσωμε οἱ Χριστιανοὶ νὰ ἀντιληφθοῦμε τὸ μέγεθος τῆς ἀγάπης καὶ τῆς εὐσπλαγχνίας τοῦ Θεοῦ; Τὸ ἀναστάσιμο ἀπολυτίκιο τῆς σημερινῆς Κυριακῆς, ἔρχεται νὰ μᾶς ὑπενθυμίση τὴν ἄπειρη εὐσπλαγχνία τοῦ Θεοῦ, ποὺ ἐνῶ ἦταν Θεὸς κυρίαρχος τοῦ Οὐρανοῦ καὶ τῆς γῆς, πῆρε σάρκα ἀνθρώπινη καὶ ἔζησε ἐδῶ στὴ γῆ, τὸ ἴδιο μὲ μᾶς, ἐκτὸς ἀπὸ τὴν ἁμαρτία. Τὸ πάθος του, ἡ ταφή του καὶ ἡ Ἀνάστασί του μᾶς ἐχάρισαν τὴν ἐλευθερία. Μᾶς ἀπήλλαξε ἀπὸ τὴν καταδίκη τοῦ Ἅδου ὁ Χριστὸς καὶ μᾶς ἀποκατέστησε στὸ ἀρχαῖο μας κάλλος. Ἀλήθεια. Πόσο ἐκτιμοῦμε καὶ πόσο ἀξιοποιοῦμε αὐτὴ τὴν δωρεά; Γιατὶ τὰ δῶρα τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Χριστοῦ δὲν ἔρχονται σὰν μιὰ ὑποχρεωτικὴ καὶ ἀναίτια εὐεργεσία. Πρέπει νὰ ἀναζητήσωμε ἐμεῖς τὸ Χριστό· νὰ τὸν πιστεύσωμε· νὰ τοῦ προσφέρωμε τὴν λατρεία μας καὶ τὴν ἀναστημένη, μὲ τὰ ἔργα τῆς ἀγάπης, ψυχή μας. Ἀφοῦ διαπιστώσωμε μέσα μας τὰ πάθη καὶ τὶς ἀδυναμίες, ποὺ φέρνουν τὸν ἀργὸ θάνατο τῆς ψυχῆς, θὰ τὰ συντρίψωμε μὲ τὴν δύναμι τῆς Χάριτός Του, γιὰ νὰ ἀντικρύσωμε τὴν ἀνατολὴ τῆς νέας ζωῆς, ποὺ χαρίζει ὁ Χριστός. Καὶ τότε ἡ ζωή μας, παρ᾿ ὅλες τὶς δυσκολίες καὶ τὶς ἀντιξοότητες, θὰ εἶναι ἕνας ἀδιάκοπος, δοξολογικὸς ὕμνος στὸν Ἀρχηγὸ τῆς ζωῆς καὶ τῆς Ἀναστάσεως.

Καθίσματα

Ἦχος α´.

Τὸν τάφον σου, Σωτήρ,
στρατιῶται τηροῦντες,
νεκροὶ τῇ ἀστραπῇ
τοῦ ὀφθέντος ἀγγέλου
ἐγένοντο κηρύττοντος
γυναιξὶ τὴν Ἀνάστασιν.
Σὲ δοξάζομεν,
τὸν τῆς φθορᾶς καθαιρέτην·
σοὶ προσπίπτομεν
τῷ ἀναστάντι ἐκ τάφου
καὶ μόνῳ Θεῷ ἡμῶν.

Οἱ στρατιῶτες ποὺ ἐφύλασσαν τὸν τάφο σου, Σωτῆρα Χριστέ, ἔγιναν σὰν νεκροὶ ἀπὸ τὴν ἀστραφτερὴ παρουσία τοῦ ἐμφανισθέντος ἀγγέλου, ποὺ ἀνήγγειλε στὶς εὐλαβικές γυναῖκες τὴν Ἀνάστασί σου. Σὲ δοξολογοῦμε, Κύριε, σένα ποὺ εἶσαι ὁ νικητὴς τῆς φθορᾶς, πέφτουμε στὰ γόνατα μπροστὰ σὲ σένα, Κύριε, ποὺ ἀνεστήθης ἀπὸ τὸν τάφο καὶ ποὺ εἶσαι ὁ μοναδικὸς Θεός μας.
ς σταθοῦμε εὐλαβικὰ μπροστὰ στὸν ἄδειο τάφο τοῦ Κυρίου. Μετὰ τὴν λαμπροφόρο Ἀνάστασί του, ὁ τάφος του εἶναι ὁ τόπος ἀπὸ ὅπου ἀνέβλυσε τὸ φῶς καὶ ἡ ζωή. Ὅταν βρεθοῦμε στοὺς ἅγιους ἐκείνους Τόπους, ὅπου ἔγιναν ὅλα τὰ γεγονότα τῆς θυσίας τοῦ Κυρίου μας, πέφτουμε στὰ γόνατα γιὰ νὰ προσκυνήσωμε ἐκεῖ ὅπου ἐτάφη τὸ ἄχραντο Σῶμα Του· ἐκεῖ ποὺ ὁ Ἄγγελος ἔσυρε τὴν πλάκα τοῦ μνημείου, κι ὁ θριαμβευτὴς Χριστὸς ἀνεστήθη ἀπὸ τοὺς νεκρούς. Συντριμμένοι πολλὲς φορές, μὰ καὶ εὐλαβεῖς, στεκόμαστε μπροστὰ στοὺς τάφους τῶν προσφιλῶν μας ἀνθρώπων· εἶναι οἱ συγγενεῖς μας, οἱ φίλοι μας, οἱ εὐεργέτες μας, ποὺ ἔφυγαν ἀπὸ τὸν κόσμο αὐτὸ καὶ τὰ σώματά τους ἀναπαύονται στοὺς φροντισμένους τάφους. Εἶναι πολὺ φυσικὸ νὰ γεμίζουν δάκρυα τὰ μάτια μας, καθὼς ἀντικρύζουμε τὸ παγερὸ χῶμα ἢ τήν μαρμάρινη πλάκα νὰ σκεπάζῃ τοὺς προσφιλεῖς μας. Μὰ κάπου ἐκεῖ προβάλλεται ἕνας Σταυρός. Εἶναι τὸ σύμβολο τῆς νίκης τοῦ Χριστοῦ κατὰ τοῦ θανάτου. Αὐτές, λοιπόν, οἱ πλάκες θὰ σπάσουν μιὰ μέρα, κι ἀπὸ ὅλους τοὺς τάφους, ὅπου τῆς γῆς, θὰ ἀναστηθοῦν οἱ νεκροί μας καὶ θὰ ζήσουν μαζὺ μὲ μᾶς τὴν νέα ζωὴ τῆς αἰωνίου μακαριότητος. Θὰ μένουν τότε ἄδειοι κι οἱ δικοί μας τάφοι, κι ἡ οἰκουμένη θὰ πλημμυρίση ἀπὸ τὶς στρατιὲς τῶν ἀναστημένων ψυχῶν καὶ σωμάτων, ποὺ πῆραν τήν πνοὴ τῆς ζωῆς ἀπὸ τὸν ἀναστημένο Χριστό. Στὸ Σύμβολο τῆς Πίστεως ἀπαγγέλομε κάθε φορά· «προσδοκῶ ἀνάστασιν νεκρῶν καὶ ζωὴν τοῦ μέλλοντος αἰῶνος. Ἀμήν». Αὐτὴ ἡ πίστι μας, ἂς πηγάζῃ ἀπὸ τὸ κενὸ μνημεῖο τοῦ Σωτῆρος Χριστοῦ, κι ἀπὸ τὸν γλυκὸ ἀντίλαλο τῶν ἀναστασίμων ὕμνων ποὺ ἁρμονικὰ καὶ αἰώνια ἐπαναλαμβάνει ἡ Ἐκκλησία μας.

Ἦχος β´.

εὐσχήμων Ἰωσήφ,
ἀπὸ τοῦ ξύλου καθελών
τὸ ἄχραντόν σου Σῶμα,
σινδόνι καθαρά,
εἰλήσας καὶ ἀρώμασιν,
ἐν μνήματι καινῷ
κηδεύσας ἀπέθετο·
ἀλλὰ τριήμερος
ἀνέστης, Κύριε,
παρέχων τῷ κόσμῳ
τὸ μέγα ἔλεος.

φοῦ ὁ Ἰωσήφ, ποὺ ἦταν ἀξιωματοῦχος τοῦ ἰουδαϊκοῦ συνεδρίου, κατέβασε ἀπὸ τὸν Σταυρὸ τὸ ἄχραντό σου Σῶμα, Χριστέ, τὸ περιτύλιξε μὲ καθαρὸ σεντόνι, τοῦ ἔβαλε ἀρώματα καὶ μέσα σὲ καινούργιο τάφο τὸ ἐτοποθέτησε ἀφοῦ πολὺ τὸ περιποιήθηκε. Ἀλλά, σὺ Κύριε, μετὰ ἀπὸ τρεῖς ἡμέρες ἀνεστήθης, χαρίζοντας στὸν κόσμο τὸ μεγάλο σου ἔλεος.
Μέσα στὴ δίνη τῶν γεγονότων τῆς σταυρώσεως τοῦ Κυρίου, καὶ τὴν ὥρα ποὺ φοβισμένοι οἱ μαθηταὶ ἔχουν χάσει τὸ ἡρωϊκὸ φρόνημά τους, ὁ «κεκρυμμένος» μαθητής τοῦ Χριστοῦ, ὁ Ἰωσήφ, παίρνει τὴν πιὸ ἐπικίνδυνη πρωτοβουλία. Ἐπικίνδυνη γιὰ τὴν θέσι του, σὰν διακεκριμένου μέλους τοῦ ἰουδαϊκοῦ συνεδρίου, εὐγενικιὰ καὶ ἡρωϊκὴ γιὰ τὴν θέσι του, σὰν μαθητοῦ τοῦ Χριστοῦ. Πόσο μεγάλη τιμὴ τοῦ ἐπεφύλαξεν ὁ Θεὸς γι᾿ αὐτή του τὴν πράξι· ἀξιώθηκε ὁ Ἰωσὴφ νὰ πάρη στὰ χέρια του τὸ ἄχραντο Σῶμα τοῦ Λυτρωτοῦ, νὰ τὸ περιποιηθῇ, νὰ τὸ περιτυλίξη, νὰ τὸ ἀρωματίση, καὶ νὰ τὸ τοποθετήση σ᾿ ἕνα καινούργιο τάφο. Τὸ ὄνομά του γι᾿ αὐτὴ τήν θεάρεστη πράξι του, ἔμεινε μέσα στὴν ἱστορία, κι ὁλόκληρο τὸ γεγονὸς ἐξιστορεῖται στὴ λατρεία καὶ στὴν τέχνη τῆς Ἐκκλησίας μὲ τόση ἔμφασι. Τὸ ἴδιο συμβαίνει, σὲ ἀναλογία, πάντοτε, μέσα στὴν πορεία τῆς ζωῆς τῶν Χριστιανῶν. Ἔρχονται στιγμὲς ποὺ πρέπει πιὸ καίρια κι ἀποφασιστικά, χωρὶς προσχήματα καὶ δισταγμούς, νὰ σηκώσουμε στὰ χέρια μας καὶ στοὺς ὤμους μας κάποια εὐθύνη γιὰ τὴν ὑπόθεσι τῆς πίστεως, γιὰ τὸ ὄνομα τοῦ Χριστοῦ καὶ γιὰ τὴν δόξα τῆς Ἐκκλησίας. Τὸ πιὸ εὔκολο εἶναι νὰ δεχώμαστε τὶς τιμὲς τὸ πιὸ δύσκολο εἶναι νὰ ἀναλαμβάνωμε τὶς εὐθῦνες. Ἐμεῖς θέλομε τὶς τιμὲς γιὰ τὸν ἑαυτό μας καὶ τὶς εὐθῦνες τὶς ἀφίνομε γιὰ τοὺς ἄλλους. Ἒ ὄχι· Αὐτὸ δὲν εἶναι πνεῦμα Χριστοῦ, δὲν εἶναι οὔτε μιὰ ἁπλὴ τιμιότητα. Τὸ χριστιανικό, τὸ ἡρωϊκὸ καὶ τὸ τίμιο στοιχεῖο στὴ ζωή μας, τὸ ἀποδεικνύει μόνον ἡ χωρὶς δισταγμοὺς καὶ συμβιβασμοὺς ἀφοσίωσί μας στὸ Χριστὸ καὶ στὰ τῆς Ἐκκλησίας. Ἕνα τέτοιο παράδειγμα μᾶς ἄφησε ὁ Ἰωσήφ, ποὺ ἀξιώθηκε νὰ ἀπολαύσῃ τόσο σύντομα τὴν χαρὰ τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Διδασκάλου του. Δύσκολο εἶναι νὰ τὸν μιμηθοῦμε;

Ἦχος γ´.

Χριστὸς ἐκ νεκρῶν ἐγήγερται,
ἡ ἀπαρχὴ τῶν κεκοιμημένων,
ὁ πρωτότοκος τῆς κτίσεως,
καὶ δημιουργὸς
πάντων τῶν γεγονότων,
τὴν καταφθαρεῖσαν φύσιν
τοῦ γένους ἡμῶν
ἐν ἑαυτῷ ἀνεκαίνισεν.
οὐκέτι θάνατε κυριεύεις,
ὁ γὰρ τῶν ὅλων Δεσπότης
τὸ κράτος σου κατέλυσε.

Χριστὸς ἔχει πλέον ἀναστηθῆ ἀπὸ τοὺς νεκρούς, καὶ ἔγινε ἔτσι ἡ πρώτη καὶ μοναδικὴ ἀρχὴ τῆς ἀναστάσεως αὐτῶν ποὺ ἔχουν ἀποθάνει. Αὐτὸς ὁ πρωτότοκος τῆς κτίσεως, ποὺ ἐγεννήθηκε δηλαδὴ ἀπὸ τὴν ἴδια οὐσία τοῦ Οὐρανίου Πατρὸς προαιωνίως καὶ ποὺ εἶναι συγχρόνως ὁ Δημιουργὸς ὅλων αὐτῶν ποὺ ἔχουν γίνει γύρω μας, ἔκαμε τελείως καινούργια, μὲ τὸ προσωπικό-λυτρωτικό ἔργο Του τὴν φύσιν τοῦ ἀνθρωπίνου γένους, ποὺ εἶχε διαφθαρῆ ἀπὸ τὴν ἁμαρτία. Δὲν ἔχεις πλέον καμμιὰ ἐξουσία καὶ δύναμι, θάνατε· διότι ὁ ἐξουσιαστὴς ὅλου τοῦ κόσμου Χριστὸς ἐξουδετέρωσε καὶ ὑπέταξε τὴν δύναμί σου.
Ἀνάστασι τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ Χριστοῦ εἶναι τετελεσμένη πράξι, ἕνα τέλειο θαῦμα, τὸ τελειότερο ὅλου τοῦ κόσμου καὶ ὅλης τῆς ἱστορίας· εἶναι μιὰ πράξι, τῆς ὁποίας οἱ συνέπειες εἶναι μιὰ συνεχὴς ροὴ εὐεργεσίας γιὰ τὸ ἀνθρώπινο γένος. Εἶναι αὐτὸ ποὺ διατυπώνεται στὸ σημερινό «Κάθισμα»· ὁ Χριστὸς εἶναι «ἡ ἀπαρχὴ τῶν κεκοιμημένων». Καὶ δὲν ὑπάρχει πιὸ εὐαίσθητο θέμα γιὰ ὅλους μας ἀπὸ τὸ θάνατο· καὶ ἐκεῖνο, ποὺ σὰν σκέψι καὶ ἀπορία καταλαμβάνει τοὺς πιὸ πολλούς, εἶναι τί ἔγινε ἢ τί θὰ γίνῃ μὲ τοὺς προσφιλεῖς νεκρούς μας. Τόσο γιὰ μᾶς, λοιπόν, ὅσο καὶ γιὰ τούς «κεκοιμημένους» μας, ὁ ἀναστημένος Χριστὸς εἶναι ἡ ἐγγύησι γιὰ τὴν ἀνάστασι κατὰ τὴν ἡμέρα τῆς ἐνδόξου παρουσίας Του. Τὸ λέγει τόσον ἐκφραστικὰ ὁ θεῖος Ἀπόστολος· «αὐτὸς ὁ Κύριος ἐν κελεύσματι, ἐν φωνῇ ἀρχαγγέλου καὶ ἐν σάλπιγγι Θεοῦ καταβήσεται ἀπ᾿ οὐρανοῦ, καὶ οἱ νεκροὶ ἐν Χριστῷ ἀναστήσονται πρῶτον» (Α´ Θεσ. δ´ 16). Μὲ τὴν βεβαία ἐλπίδα μιᾶς τέτοιας ἀναστάσεως, πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ μὴ ἐνδιαφέρεται κανείς, ὅσο ζῆ, γιὰ τὴν ἀνακαίνισι τῆς ψυχῆς του, τὴν ὁποία μόνο μὲ τὴν δύναμι τοῦ Θεοῦ ἠμπορεῖ νὰ ἐπιτύχη; Ἔτσι, τὴν τραχύτητα τῆς ψυχῆς πολλῶν ἀνθρώπων ποὺ ζοῦν γύρω μας, τὴν σκληρότητά τους ἀπέναντι στὸν πόνο καὶ τὴν δοκιμασία τοῦ ἄλλου, μποροῦμε νὰ τὴν ἀποδώσωμε στὴν ἀπουσία αὐτῆς τῆς ἀνακαινίσεως, ποὺ μόνον ἀπὸ τὴν πίστι στὴν Ἀνάστασι τοῦ Χριστοῦ μπορεῖ νὰ ξεκινήση· γιατὶ αὐτὴ εἶναι ὁ πιὸ πλατὺς ὁρίζοντας τῆς ζωῆς. Ἀπ᾿ ἐδῶ ξεκινάει καὶ τὸ χρέος τὸ δικό μας. Νὰ δείξωμε αὐτὸν τὸν ὁλοφώτεινο ὁρίζοντα σ᾿ αὐτούς, ποὺ σκυμένοι στὴ γῆ, δὲν τὸν εἶδαν ἀκόμη, καὶ μένουν δυστυχεῖς ὁδοιπόροι τῆς ζωῆς· ἡ μεγάλη, ἡ τέλεια χαρὰ τοῦ Οὐρανοῦ εἶναι καὶ δική μας.

Ἦχος δ´.

ναβλέψασαι τοῦ τάφου τὴν εἴσοδον,
καὶ τὴν φλόγα τοῦ Ἀγγέλου
μὴ φέρουσαι, αἱ Μυροφόροι
σὺν τρόμῳ ἐξίσταντο
λέγουσαι· Ἆρα ἐκλάπη
ὁ τῷ ληστῇ ἀνοίξας Παράδεισον;
ἆρα ἡγέρθη ὁ καὶ πρὸ πάθους
κηρύξας τὴν ἔγερσιν;
Ἀληθῶς ἀνέστη Χριστὸς ὁ Θεός,
τοῖς ἐν ᾍδη παρέχων
ζωὴν καὶ ἀνάστασιν.

φοῦ οἱ εὐσεβεῖς μυροφόροι γυναῖκες εἶδαν ἀνοικτὴ τὴν εἴσοδο τοῦ τάφου, ὅπου εἶχαν τοποθετήσει τὸ νεκρὸ Σῶμα τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ, καὶ μὴ μπορῶντας νὰ ὑποφέρουν τὴν ἀστραφτερὴ ἀπὸ φῶς μορφή τοῦ ἀγγέλου, ἐξεδήλωσαν τὴν μεγάλη ἔκπληξί τους, λέγοντας· ἆραγε ἐκλάπη Αὐτὸς ποὺ ἄνοιξε στὸ ληστὴ τὸν Παράδεισο; ἆραγε ἡγέρθη ἐκ τῶν νεκρῶν Αὐτός, ποὺ καὶ πρὶν ἀπὸ τὸ ἅγιο πάθος του εἶχε κηρύξει προφητικῶς τὴν ἔγερσι; Πραγματικὰ ἀνεστήθη ὁ Χριστὸς καὶ Θεός μας, παρέχοντας σ᾿ αὐτούς ποὺ ἦσαν δέσμιοι στὰ τάρταρα τοῦ ᾍδου τὴν ζωὴ καὶ τὴν Ἀνάστασι.
Τὰ ἔχασαν μπροστὰ στὸ θέαμα τοῦ ἀστραφτεροῦ ἀγγέλου οἱ εὐσεβεῖς μαθήτριες· καὶ τὰ ἐρωτηματικά, γιὰ τὸ τὶ ἔγινε τὸ σῶμα τοῦ Χριστοῦ, ποὺ τὸ εἶχαν ἐνταφιάσει, ἐγίνοντο ἐντονώτερα. Μὰ ὅταν κατάλαβαν καλὰ τὰ γεγονότα καὶ εἶδαν τὰ ὁλοφάνερα πειστήρια τῆς Ἀναστάσεώς του, ξέσπασαν σὲ εὐφρόσυνο ὕμνο· «ἀληθῶς ἀνέστη Χριστὸς ὁ Θεός...». Πολλὰ ἐρωτηματικά, ἴσως, νὰ ἔρχωνται καὶ στὴ δική σου ψυχή, ἀδελφέ μου, γιὰ τὸ ἕνα ἢ τὸ ἄλλο πρόβλημα τῆς πίστεως. Ὅταν ὅμως ἡ διάθεσί σου εἶναι ἀγαθή, ἡ ἀπάντησι θὰ ἔλθη ὁλόφωτη καὶ πειστική. Ἡ ἀνθρώπινη ἀδυναμία καὶ ὁ ἀτελὴς νοῦς τοῦ ἀνθρώπου, εἶναι ἀλήθεια, πὼς δὲν ἐπιτρέπουν νὰ συλλάβωμε ὁλόκληρο τὸ μυστήριο τῆς θυσίας καὶ τοῦ θριάμβου τοῦ Ἀρχηγοῦ τῆς πίστεώς μας. Γι᾿ αὐτὸ μᾶς χρειάζεται ἡ καθαρότης τῆς καρδιᾶς καὶ ἡ ταπείνωσι, γιὰ νὰ μπορέσουν τὰ μάτια τῆς ψυχῆς μας νὰ βλέπουν ὅλο καὶ πιὸ πολλὲς πλευρὲς τοῦ μεγάλου θαύματος τῆς ζωῆς, ποὺ τόσο ἄπλετα τὸ φωτίζουν οἱ ἀκτῖνες τῆς Ἀναστάσεως. Εἶναι ἄδικη ἡ ἀπαίτησι ποὺ προβάλλουν μερικοί· νὰ ζοῦν δηλαδὴ τὴν ἀκάθαρτῃ ζωή τους καὶ συγχρόνως νὰ φωτίζωνται ἀπὸ τὸ Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ. Στὰ ἄνομα ἔργα μας, ὄχι μόνον ὁ Θεός, μὰ οὔτε ἄγγελος δὲν κάθεται νὰ συμπαρασταθῆ. Στὴ Βηθλεὲμ καὶ στὸν Τάφο τοῦ Χριστοῦ ἐγέμισε ὁ τόπος ἀπὸ ἀγγέλους, γιατὶ τὰ πάντα εἶχε ἐξαγνίσει ἡ παρουσία τοῦ ἀγαθοῦ Θεοῦ. Ἂς καθαρίσωμε τὴν ψυχή μας καὶ τότε ὁ νοῦς μας θὰ φωτισθῇ καὶ ὁ φύλακας ἄγγελός μας δὲν θὰ λείψῃ ἀπὸ κοντά μας.

Ἦχος πλ. α´.

Τὸν Σταυρὸν τοῦ Κυρίου
ἐγκωμιάσωμεν,
τὴν ταφὴν τὴν ἁγίαν
ὕμνοις τιμήσωμεν,
καὶ τὴν Ἀνάστασιν αὐτοῦ
ὑπερδοξάσωμεν·
ὅτι συνήγειρε νεκροὺς
ἐκ τῶν μνημάτων ὡς Θεός,
σκυλεύσας κράτος θανάτου,
καὶ ἰσχὺν διαβόλου
καὶ τοῖς ἐν ᾍδη
φῶς ἀνέτειλε.

ς συνθέσωμε ἐπαινετικὰ ἐγκώμια γιὰ τὸν τίμιο Σταυρὸν τοῦ Κυρίου, ἂς τιμήσωμε μὲ μελωδικοὺς ὕμνους τὴν ἁγία ταφή του, καὶ ἂς δοξάσωμε, ὅσο μποροῦμε πιὸ πολύ, τὴν λαμπροφόρο Ἀνάστασί του· διότι, καθὼς Ἐκεῖνος ἀνεστήθη, ἀνέστησε μαζύ του, σὰν Θεὸς ποὺ εἶναι, μέσα ἀπὸ τὰ μνήματά τους ὅλους τοὺς νεκρούς, ἀφοῦ ἐξουδετέρωσε τὴν κυριαρχία τοῦ διαβόλου, καὶ ἀνέτειλε φῶς ἀνέσπερο καὶ λυτρωτικὸ γι᾿ αὐτοὺς ποὺ ἦσαν στὸν Ἅδη.
Σταυρός, ἡ Ταφὴ καὶ ἡ Ἀνάστασι εἶναι οἱ τρεῖς μεγάλοι σταθμοὶ τοῦ ἀπολυτρωτικοῦ ἔργου τοῦ Σωτῆρος Χριστοῦ. Καὶ ὁ ἐκκλησιαστικὸς ποιητὴς μᾶς καλεῖ νὰ τιμήσωμε μὲ δοξολογικοὺς ὕμνους τὰ μεγάλα αὐτὰ γεγονότα τῆς ζωῆς τοῦ Κυρίου· γιατὶ ὅλα αὐτὰ ἔγιναν γιὰ τὴν δική μας σωτηρία, ἔτσι ὥστε, νὰ μὴ φοβούμεθα τὸ θάνατο καὶ νὰ μποροῦμε νὰ νικᾶμε τὸν διάβολο. Πόσες φορὲς ἄραγε σκεπτόμαστε τὰ μεγάλα αὐτὰ δῶρα τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ σὲ μᾶς, καὶ ἀφήνομε τὴν ψυχή μας νὰ τραγουδήση τὴν εὐγνωμοσύνη της στὸ Λυτρωτὴ Χριστό. Ἔχομε συνηθίσει μόνο νὰ ζητᾶμε ἀπὸ τὸν Θεό· καὶ ζητᾶμε νὰ ἱκανοποιήση ὅλα τὰ ἀτομικά μας αἰτήματα, ποὺ συνήθως συνδέονται μὲ τὸν ὑλικὸ καὶ γήϊνο ἄνθρωπο. Μὰ πέρα ἀπὸ αὐτὰ ἔχομε τὴν ὑποχρέωσι, σὲ κάθε στιγμή, νὰ αἰσθανώμεθα ἔντονη τὴν εὐγνωμοσύνη πρὸς τὸν Θεό, ποὺ χάρις στὸ ἀπολυτρωτικὸ ἔργο τοῦ Υἱοῦ του, ἀδιακόπως μεριμνᾶ γιὰ τὴν σωτηρία τῶν παιδιῶν του. Εἶναι δὲ τόσο τὸ μέγεθος τῆς ἀγάπης καὶ τῆς προνοίας τοῦ Θεοῦ γιὰ τὸν ἄνθρωπο, ὥστε τελικὰ κι αὐτὴ ἡ δοξολογία τοῦ Ὀνόματός του, πάλι τὸν ἴδιο ἄνθρωπο οἰκοδομεῖ καὶ τὸν προάγει στὴν ἁγιότητα· γιατὶ ὅποιος δοξολογεῖ τὸν Θεὸ μέσα ἀπὸ τὴν ψυχή του, ἑνώνεται μὲ τὸν Θεὸν καὶ ἐμπνέεται ἀπὸ τὸ Πνεῦμα του.

Ἦχος πλ. β´.

Τοῦ τάφου ἀνεωγμένου,
τοῦ ᾍδου ὀδυρομένου,
ἡ Μαρία ἐβόα
πρὸς τοὺς κεκρυμμένους
Ἀποστόλους· ἐξέλθετε
οἱ τοῦ ἀμπελῶνος
ἐργάται, κηρύξατε
τὸν τῆς ἀναστάσεως λόγον·
ἀνέστη ὁ Κύριος,
παρέχων τῷ κόσμῳ
τὸ μέγα ἔλεος.

ταν ὁ τάφος, ὅπου εἶχε ταφῆ ὁ Χριστός, εἶχε πιὰ ἀνοιχθῆ μὲ τὴν θριαμβευτικὴ Ἀνάστασί του, καὶ ἐνῶ ὁ Ἅδης ὠδυρόταν γιὰ τὴν συντριβή του ἀπὸ τὸν θριαμβευτὴ Χριστό, ἡ Μαρία ἔλεγε φωναχτὰ πρὸς τοὺς κρυμμένους ἀπὸ φόβο καὶ ἀπελπισία Ἀποστόλους· βγῆτε ἔξω γιὰ δουλειὰ οἱ ἐργάτες τοῦ ἀμπελῶνος τοῦ Κυρίου, κηρύξατε σ᾿ ὅλο τὸν κόσμο τὴν μεγάλη ἀλήθεια τῆς Ἀναστάσεως· ἀνεστήθη ὁ Χριστὸς καὶ Κύριός μας παρέχοντας σ᾿ ὅλους τοὺς ἀνθρώπους τὸ ἀπέραντο ἔλεός του.
Καινούργιος ἀμπελώνας ἕτοιμος γιὰ πρωτογνώριστη καλλιέργεια, ἦταν ὁ κόσμος, μετὰ τὴν Ἀνάστασι τοῦ Κυρίου. Καὶ ἡ καλλιέργεια θὰ γινόταν μὲ τὸ κήρυγμα τῆς Ἀναστάσεως· τι ἄλλο θὰ μποροῦσε νὰ ἦταν σημαντικώτερο καὶ ἰσχυρότερο γιὰ τὴν ἱστορία τοῦ κόσμου; «Νῦν πάντα πεπλήρωται φωτός, οὐρανός τε καὶ γῆ καὶ τὰ καταχθόνια», ψάλλει ὁ Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνός, γιὰ νὰ δώσῃ τὶς διαστάσεις τοῦ μεγάλου γεγονότος. Ἀπὸ τότε καὶ μετὰ τὶς ἐμφανίσεις τοῦ Ἀναστάντος Κυρίου ἐνώπιον τῶν μαθητῶν του, οἱ ἐργάτες τοῦ ἀμπελῶνος μὲ ἐξοπλισμὸ ἀκαταμάχητο, τὸ μήνυμα τῆς Ἀναστάσεως, ὀργώνουν ὁποιοδήποτε γνωστὸ σημεῖο τῆς Γῆς. Τὸ ἴδιο μήνυμα ἀναπτερώνει τὶς ἐλπίδες, γιγαντώνει τὴν θέλησι, ἀνανεώνει τὸ φρόνημα γιὰ τοὺς ὡραίους ἀγῶνες της ἀρετῆς, μέσα σ᾿ ὁλόκληρη τὴν ἱστορία τῆς Ἐκκλησίας. Καὶ σύ, λοιπόν, ἀδελφέ μου, συνεχιστὴς στὸ ἔργο τοῦ εὐαγγελισμοῦ τῶν ἀνθρώπων, γίνου ἕνας τίμιος ἐργάτης τοῦ ἀμπελῶνος. Πάρε ἀπὸ τὸ φῶς τῆς Ἀναστάσεως, γιὰ νὰ φωτίσης τήν ψυχή σου, πάρε ἀπὸ τὴν εἰρήνη τοῦ Χριστοῦ γιὰ νὰ γαληνεύσης τὴν καρδιά σου, πάρε ἀπὸ τὴν φωτιὰ τῆς ἀγάπης του γιὰ νὰ μείνη ἡ καρδιά σου «καιομένη». Μόνον ἔτσι, μὲ πνευματικὸ φῶς στὴν ψυχή σου καὶ θεία δύναμι στὴ θέλησί σου, θὰ προσθέσης τὴν ταπεινὴ διακονία σου στὸ ἔργο τοῦ εὐαγγελισμοῦ τῶν ἀνθρώπων· «πορευθέντες μαθητεύσατε πάντα τὰ ἔθνη», παραγγέλει ὁ Χριστός.

Ἦχος βαρύς.

ζωὴ ἐν τῷ τάφῳ ἀνέκειτο
καὶ σφραγὶς ἐν τῷ λίθῳ ἐπέκειτο·
ὡς Βασιλέα ὑπνοῦντα
στρατιῶται ἐφύλαττον Χριστὸν
καὶ ἄγγελοι ἐδόξαζον
ὡς Θεὸν ἀθάνατον,
Γυναῖκες δὲ ἐκραύγαζον·
Ἀνέστη ὁ Κύριος,
παρέχων τῷ κόσμῳ
τὸ μέγα ἔλεος.

ζωή, δηλαδὴ ὁ Χριστός, βρισκόταν μέσα στὸν τάφο καὶ μιὰ σφραγῖδα ἀσφαλείας εἶχε τοποθετηθῆ πάνω στὴν πέτρα τοῦ μνημείου· οἱ στρατιῶτες ἐφύλασσαν τὸν Χριστὸ σὰν ἕνα Βασιλιᾶ ποὺ κοιμόταν καὶ οἱ ἄγγελοι στοὺς οὐρανοὺς τὸν ἐδόξαζαν σὰν ἀθάνατο Θεό, οἱ Γυναῖκες δὲ ἔψαλλαν δυνατά· ἀνεστήθη ὁ Κύριος, παρέχοντας στόν κόσμο τὸ μεγάλο του ἔλεος.
Οὔτε ὁ τάφος, οὔτε τὸ σφράγισμά του μὲ τὴν βαρειὰ πέτρα, οὔτε οἱ φύλακες στρατιῶτες κατώρθωσαν νὰ ἐμποδίσουν τὴν Ἀνάστασι τοῦ Χριστοῦ· γιατὶ ὁ Χριστὸς ἦταν ἡ δύναμι καὶ ἡ ζωή. Τίποτε δὲν μποροῦσε νὰ ἀντισταθῆ στὸ πρόσταγμά του, ὅταν ἦταν στὴ γῆ· καὶ τίποτε δὲν μποροῦσε τώρα, νὰ κρατήση στὴ φθορὰ τὸν Ἀρχηγὸ τῆς ζωῆς. Αὐτὴ τὴν δύναμι, μετὰ τὴν Ἀνάστασί του, τὴν χορηγεῖ σ᾿ ὅλους τοὺς δικούς του μαθητάς. Ὅσοι εἶναι παιδιὰ δικά του, ὅσοι Τὸν πιστεύουν σὰν Λυτρωτὴ καὶ Σωτῆρα, ὅσοι κοινωνοῦν μαζί του μὲ τὰ ἱερὰ μυστήρια καὶ τὴν προσευχή, αὐτοὶ παίρνουν ἀπὸ τὴν δύναμί του. Γι᾿ αὐτὸ οἱ Χριστιανοὶ ἐφάνηκαν τόσο δυνατοὶ στὶς πιὸ σκληρὲς δοκιμασίες τῆς Ἐκκλησίας. Ὁ Χριστὸς ἦταν ἡ πηγὴ τῆς δυνάμεώς τους. Καὶ τὸ ἴδιο γίνεται σ᾿ ὅλες τὶς ἐποχές. Σ᾿ αὐτὴ τὴν δύσκολη καὶ ἀντιφατικὴ ἐποχή μας, μέσα στὴν ποικιλία τῶν νέων πειρασμῶν, οἱ Χριστιανοὶ ἀποδεικνύονται πανίσχυροι· διατηροῦν τὴν καθαρότητα τῆς ζωῆς· ὁμολογοῦν τὴν πίστι τους διακρίνονται γιὰ τὸ φρόνημά τους· φωτίζουν μὲ τὸ παράδειγμά τους. Αὐτὸς ποὺ τοὺς ἐνισχύει εἶναι ὁ Χριστός. Ὁ Ἀπόστολος τὸ ἔλεγε ἀπερίφραστα· «πάντα ἰσχύω ἐν τῷ ἐνδυναμοῶντί Χριστῷ». Την ἴδια δύναμι παίρνουμε ὅλοι, κάθε Κυριακὴ ἰδιαίτερα, ὅταν συγκεντρωμένοι στὸ Ναό μας, ἀκοῦμε γιὰ τὸν ἄδειον τάφο, ποὺ ἀπὸ μέσα του ἀνέτειλε ἡ δύναμι, ἡ ζωὴ καὶ τὸ φῶς. Ἀπὸ τότε ὁ Χριστὸς δὲν ἔλειψε ποτὲ ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία του· δὲν ἔφυγε ποτὲ ἀπὸ κοντά μας. Εἶναι δίπλα μας καὶ μέσα στὴν ψυχή μας. Ἂς Τὸν κρατήσωμε, λοιπόν, μὲ τὴν προσευχὴ καὶ τὴν διαγωγή μας, μὲ τὸν καθημερινὸ ἀγῶνα γιὰ τὴν ἀρετή, γιὰ νὰ μένωμε δυνατοὶ καὶ ἀκμαῖοι σ᾿ ὅλη τὴν ἀγωνιστικὴ πορεία τῆς ζωῆς μας.

Ἦχος πλ. δ´.

νέστης ἐκ νεκρῶν,
ἡ ζωὴ τῶν ἁπάντων
καὶ Ἄγγελος φωτός,
ταῖς Γυναιξὶν ἐβόα·
Παύσασθε τῶν δακρύων,
τοῖς Ἀποστόλοις εὐαγγελίσασθε·
κράξατε ἀνυμνοῦσαι·
ὅτι ἀνέστη Χριστὸς ὁ Κύριος
ὁ εὐδοκήσας σῶσαι ὡς Θεός,
τὸ γένος τῶν ἀνθρώπων.

νεστήθης ἀπὸ τοὺς νεκροὺς σὺ Κύριε, ποὺ εἶσαι ἡ ζωὴ ὅλου τοῦ κόσμου, καὶ Ἄγγελος φωτεινὸς ἔλεγε στὶς εὐλαβικὲς Γυναῖκες· σταματῆστε τὰ δάκρυα, δόστε τὸ εὐχάριστο ἄγγελμα στοὺς Ἀποστόλους· φωνάξατέ το μὲ ψαλμούς, καὶ ὕμνους· διότι ἀνεστήθη ὁ Χριστὸς καὶ Κύριος, ποὺ ηὐδόκησε νὰ σώσῃ ὡς Θεὸς τὸ ἀνθρώπινο γένος.
ὰν πιὸ συναισθηματικὲς οἱ μαθήτριες ἄφηναν νὰ κυλοῦν τὰ δάκρυά τους γιὰ τὸν θάνατο τοῦ Διδασκάλου. Ἀλλὰ ὁ ἄγγελος τοῦ Θεοῦ τοὺς ἔδωσε τὴν πρώτη ἀπίστευτη πληροφορία· ὅτι ὁ Χριστὸς ἀνεστήθη. Ἔτσι, τὰ δάκρυα ἔπρεπε νὰ σταματήσουν, καὶ γρήγορα οἱ ἴδιες εὐλαβικὲς γυναῖκες νὰ μεταφέρουν τὸ μήνυμα τῆς Ἀναστάσεως στοὺς μαθητάς. Τὰ γεγονότα ἐξελίχθησαν, σύμφωνα μὲ τὶς ἐντολὲς ποὺ μετέφερε ὁ Ἄγγελος ἀπὸ τὸν Θεό. Καὶ οἱ πηγὲς τῶν πικρῶν δακρύων, ἔγιναν πηγὲς δακρύων χαρᾶς γιὰ τὴν καινούργια ἡμέρα, ποὺ ἀνέτειλε στὸν κόσμο. Πόσες φορὲς κι ἐμεῖς ὅλοι δὲν αἰσθανόμαστε νὰ γεμίζουν ἀπὸ δάκρυα τὰ μάτια μας γιὰ τὴν μιὰ ἢ τήν ἄλλη δοκιμασία; Κι ὅταν αὐτὴ παρατείνεται, τότε μὲ ἀγωνία περιμένομε τὴν ἀνατολὴ μιᾶς νέας ἡμέρας, γιὰ νὰ στερέψουν οἱ πηγὲς τῶν δακρύων. Τὸ ἐρώτημα εἶναι, τί κάνομε ἀκριβῶς γιὰ νὰ δοῦμε στὴ ζωή μας τὸν ἄγγελο τοῦ Θεοῦ, ποὺ θὰ μᾶς παρηγορήσῃ ἢ θὰ μᾶς ἀναγγείλη τὴν νέα εὐλογία τοῦ Θεοῦ. Ἔχομε, δηλαδή, προετοιμάσει τὸν ἑαυτό μας γιὰ τὶς θλίψεις; κι ὅταν αὐτὲς ἔρχωνται, ἔχομε τὴν πίστι καὶ τὴν ἐλπίδα, ὅτι ὁ Θεὸς ποὺ μᾶς ἀγαπάει τόσο, δὲν θὰ μᾶς ἀφήσῃ νὰ πειρασθοῦμε, παρὰ πάνω ἀπὸ ὅσο ἀντέχομε; Ἐὰν ναί, τότε ἂς μῄ σταματήσωμε νὰ ἀναθέτωμε σ᾿ ἐκεῖνον τὴν ἐλπίδα μας· νὰ γονατίζωμε πολλὲς φορές, μὲ πίστι καὶ εὐλάβεια, ὥστε τὰ δάκρυα καὶ ἡ ἱκετευτικὴ φωνή μας νὰ γίνωνται εὐπρόσδεκτα ἀπὸ τὴν ἀγάπη του γιὰ μᾶς. Εὐλογημένοι, λοιπόν, εἶναι ἐκεῖνοι οἱ Χριστιανοὶ ποὺ γνωρίζουν νὰ ὑπομένουν, νὰ πιστεύουν καὶ νὰ ἐλπίζουν. Ἡ λύπη, κάποια μέρα, θὰ γίνῃ χαρά· μὰ ἡ πιὸ βέβαιη καὶ ἡ πιὸ μεγάλη χαρὰ τοὺς περιμένει στοὺς Οὐρανούς, ὅπου αὐτός ὁ Κύριος θὰ τοὺς ἀποδώση τὸ βραβεῖο γιὰ τὴν πίστι καὶ τὴν ἐλπίδα τους.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου