Τρίτη 9 Μαρτίου 2021

Το Ψυχοσάββατο της Αποκρεώ – Ποια η ωφέλεια από τα μνημόσυνα

 

Αποτέλεσμα εικόνας

Η Ορθόδοξη Εκκλησία έχει καθορίσει δύο Σάββατα, τα οποία αφιερώνει στους κεκοιμημένους της. Είναι τα μεγάλα Ψυχοσάββατα, το ένα πριν από την Κυριακή της Απόκρεω και το άλλο πριν από την Κυριακή της Πεντηκοστής. Γιὰ τὴν ἱστορία καὶ μόνο ἂς γνωρίζουμε ὅτι η καθιέρωση τοῦ Σαββάτου πρὸ τῶν Ἀπόκρεω ὡς Ψυχοσαββάτου, έγινε μᾶλλον και αυτό κατ᾿ ἀπομίμησιν τοῦ Σαββάτου πρὸ τῆς Πεντηκοστῆς, που ήταν και το μόνο που υπήρχε αρχικά.

Βέβαια η αγάπη των ανθρώπων για τους δικούς τους, που δεν ζούν  πια μαζί τους, δημιούργησε την εκκλησιαστική παράδοση άλλων τεσσάρων ψυχοσάββατων, που δεν συμπεριλαμβάνονται όμως στο Τυπικό της Εκκλησίας μας. Αυτά είναι, το ψυχοσάββατο της Τυρινής, το Σάββατο της α΄ εβδομάδος των νηστειών, όπου και εορτάζουμε το «δια κολλύβων» θαύμα του Αγίου Θεοδώρου του Τήρωνος, το Σάββατο του Λαζάρου και το Σάββατο πρίν την εορτή του Αγίου Δημητρίου. Ένα ακόμα ψυχοσάββατο θα βρούμε στην παράδοση της Ορθοδόξου Εκκλησίας της Βουλγαρίας, το Σάββατο προ της Συνάξεως των Αρχαγγέλων.

*Με το Ψυχοσάββατο της Πεντηκοστής διατρανώνεται η πίστη μας για την καθολικότητα της Εκκλησίας, της οποίας την ίδρυση και τα γενέθλια       ( επί γης )  γιορτάζουμε κατά την Πεντηκοστή. Μέσα στη μία Εκκλησία περιλαμβάνεται η στρατευομένη εδώ στη γη και η θριαμβεύουσα στους ουρανούς.

*Το Ψυχοσάββατο πριν από την Κυριακή της Απόκρεω έχει θεσπιστεί γιατί η επόμενη ημέρα είναι αφιερωμένη στη Δευτέρα Παρουσία του Κυρίου, εκείνη τη φοβερή ημέρα κατά την οποία όλοι θα σταθούμε μπροστά στο θρόνο του μεγάλου Κριτή. Για το λόγο αυτό με το Μνημόσυνο των κεκοιμημένων ζητούμε από τον Κύριο να γίνει ίλεως και να δείξει τη συμπάθεια και τη μακροθυμία του, όχι μόνο σε μας αλλά και στους προαπελθόντας αδελφούς, και όλους μαζί να μας κατατάξει μεταξύ των υιών της  Επουράνιας Βασιλείας Του.

Σχετική εικόνα

ΤΑ ΜΝΗΜΟΣΥΝΑ

    Σύμφωνα με τους Αποστόλους τα μνημόσυνα είναι τα εξής:

■Τὰ «τριήμερα» συμβολίζουν τὴν Ἀνάσταση τοῦ Κυρίου μετὰ τὴν τριήμερη παραμονή Του στὸν τάφο καὶ τελοῦνται μὲ τὴν εὐχὴ ν᾿ ἀναστηθεῖ καὶ ὁ νεκρὸς στὴν οὐράνια βασιλεία.

■Τὰ «ἐννιάμερα» τελοῦνται γιὰ τὰ ἐννέα τάγματα τῶν αΰλων ἀγγέλων, μὲ τὴν εὐχὴ νὰ βρεθεῖ κοντά τους ἡ ἄϋλη ψυχὴ τοῦ νεκροῦ.

■Τὰ «τεσσαρακονθήμερα» τελοῦνται γιὰ τὴν Ἀναλήψη τοῦ Κυρίου, ποὺ ἔγινε σαράντα μέρες μετὰ τὴν Ἀνάστασή Του, μὲ τὴν εὐχὴ νὰ «ἀναληφθεῖ» καὶ ὁ νεκρός, νὰ συναντήσει τὸ Χριστὸ στοὺς οὐρανοὺς καὶ νὰ ζήσει γιὰ πάντα μαζί Του.

■ Τὰ «ἐτήσια», τέλος, τελοῦνται τὴν ἐπέτειο ἡμέρα τοῦ θανάτου, σὲ ἀνάμνηση τῶν γενεθλίων τοῦ νεκροῦ, καθώς, γιὰ τοὺς πιστοὺς χριστιανούς, ἡμέρα τῆς ἀληθινῆς γεννήσεως εἶναι ἡ ἡμέρα τοῦ σωματικοῦ θανάτου καὶ τῆς μεταστάσεως στὴν αἰώνια ζωή.

Μνημόσυνα, ἀντίστοιχα μὲ τὰ παραπάνω, χωρίς αυτά βέβαια να συμπεριλαμβάνονται στο τυπικό της Εκκλησίας μας, μα περισσότερο στην παράδοση της και στην ανάγκη εκδήλωσης της αγάπης των ανθρώπων για τους οικείους τους που δεν ζούν πλέον μαζί τους, τελοῦνται τὸν τρίτο, ἕκτο καὶ ἔνατο μῆνα ἀπὸ τὴν ἡμέρα τοῦ θανάτου, («τρίμηνα», «ἑξάμηνα», «ἐννεάμηνα») κατόπιν αδείας «ευλογίας» του αρμοδίου ιερέως.

Τὴν μεγαλύτερη βέβαια ὠφέλεια στοὺς νεκροὺς τὴν προξενεῖ ἡ τέλεση τῆς Θείας Λειτουργίας στὴ μνήμη τους,γιατὶ τότε, μὲ τὶς μερίδες τους στὸ ἅγιο δισκάριο, «ἐνώνονται ἀόρατα μὲ τὸ Θεὸ καὶ ἐπικοινωνοῦν μαζί Του καὶ παρηγορούνται καὶ σώζονται καὶ εὐφραίνονται ἐν Χριστῷ» (ἅγιος Συμεὼν Θεσσαλονίκης).

κτὸς ἀπὸ τὰ εἰδικὰ γιὰ κάθε νεκρὸ μνημόσυνα, ἡ Ἐκκλησία ἔχει στὶς καθημερινὲς ἀκολουθίες της, γενικὲς δεήσεις γιὰ τοὺς κεκοιμημένους, ὅπως εἶναι λ.χ. τὸ νεκρώσιμο μέρος τῆς Ἀκολουθίας τοῦ Μεσονυκτικοῦ καὶ οἱ σχετικὲς ἀναφορὲς στὶς «ἐκτενεῖς δεήσεις» τοῦ Ἑσπερινοῦ, τοῦ Ὄρθρου καὶ τῆς Θείας Λειτουργίας.

Πρέπει νὰ σημειωθεῖ, ἂν καὶ αὐτονόητο, ὅτι ἡ Ἐκκλησία τελεῖ μνημόσυνα μόνο γιὰ τοὺς ὀρθοδόξους χριστιανοὺς ποὺ κοιμήθηκαν μέσα στοὺς κόλπους της.

ΠΑΡΕΡΜΗΝΕΙΕΣ ΣΤΗΝ ΠΑΡΑΔΟΣΗ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ

Θὰ πρέπει, τέλος, νὰ ἐξηγήσουμε ὅτι πολλὰ λάθη ἀπὸ τὴν ἄγνοια τοῦ παρελθόντος ἔχουν φτάσει ὡς τὶς μέρες μας, καὶ θὰ πρέπει ἄμεσα νὰ διορθωθοῦν.

 ■Τὰ μνημόσυνα θὰ πρέπει νὰ γίνονται τὴν ἡμέρα ποὺ πρέπει, αν αυτό είναι εφικτό, αλλιώς κατ’ οικονομία και μόνο ο ιερέας θα επιτρέψει την τέλεση του νωρίτερα ἢ ἀργότερα.

 ■Τὸ σπάσιμο γυάλινων ἀντικειμένων ἢ ἄλλων τοιούτων,το σκέπασμα των καθρεφτών και των τηλεοράσεων για άγνωστο λόγο και η απαίτηση των συγγενών από τον ιερέα να κάνει αγιασμό στο σπίτι του αποθανόντος για να φύγει το κακό, εἶναι ἄκρως εἰδωλολατρικές συνήθειες και είναι καιρός με την καθοδήγηση των ιερέων μας, να εξαληφθούν από την παράδοση της Εκκλησίας μας.

 ■Στὰ μνημόσυνα παραθέτουμε καὶ εὐλογοῦνται μόνο καλῶς βρασμένα κόλλυβα (σιτάρι) ὡς ἐνδεικτικὰ τῆς Ἀναστάσεως καὶ ὄχι ἀλλα ὑποκατάστατα (κουλουράκια-ψωμάκια-γλυκά κ.τ.λ.)

 ■Τὸ πρῶτο Σάββατο τῆς Τεσσαρακοστῆς δὲν εἶναι «Ψυχοσάββατο», ἀλλὰ ἑορτάζουμε τὸ «διὰ κολλύβων» θαῦμα τοῦ Ἁγίου Θεοδώρου τοῦ Τήρωνος.

 ■Στὰ Ψυχοσάββατα μποροῦμε νὰ παραθέτουμε κόλλυβα εἴτε στην Εκκλησία, στον Ἑσπερινὸ τῆς Παρασκευῆς και στὴν Θεία Λειτουργία τοῦ Σαββάτου, εἴτε στα κοιμητήρια, κατόπιν συννενοήσεως με τους ιερείς, το Σαββάτο μετά την Θεία Λειτουργία, είτε καὶ στὰ δύο. Πρόκειται περὶ τῆς ἰδίας ἀξίας, ἀφοῦ ἡ ἴδια ἀκολουθία διαβάζεται.

 ■Τὰ εὐλογηθέντα κόλλυβα δεν τὰ πετάμε ποτέ στὰ σκουπίδια, παρά μόνο τα μοιράζουμε σε γνωστούς και φίλους εις μνημόσυνο και συγχώρεση του αποθανόντα.

  Υ.Σ  : Αν ψάξουμε και στα ιδιαίτερα ήθη και έθιμα κάθε τόπου θα βρούμε σίγουρα και άλλες συνήθειες των ανθρώπων, άλλες σωστές και άλλες εντελώς λανθασμένες. Για τον λόγο αυτό πάντα για ότι απορία έχουμε να ερωτούμε τον ιερέα που σίγουρα ξέρει κάτι παραπάνω από εμάς σ’ αυτά τα θέματα.

Ο Θεός να αναπαύσει τις ψυχές 

όλων των κεκοιμημένων αδελφών μας!!!

πηγή: http://intheopatoron.blogspot.gr

Πέμπτη 22 Οκτωβρίου 2020

Ο π. Επιφάνιος Θεοδωρόπουλος καταρρίπτει τα επιχειρήματα των εχθρών της Ανάστασης

 


Ένα πρωινό συζητά ο γέροντας με δυο-τρεις επισκέπτες στο σπίτι του. Ο ένας είναι ιδεολόγος κομμουνιστής. Όλο το οικοδόμημα του Χριστιανισμού στηρίζεται στο γεγονός της Αναστάσεως. Αυτό δεν το λέω εγώ.Το λέει ό Απόστολος Παύλος: «Ει Χριστός ουκ εγήγερται, ματαία ή πίστις ημών» (Α' Κορ. ιε' 17). Αν ο Χριστός δεν ανέστη, τότε όλα καταρρέουν. Ό Χριστός όμως ανέστη, πράγμα το όποιο σημαίνει ότι είναι Κύριος της ζωής και του θανάτου, άρα Θεός.

-Εσείς τα είδατε όλα αυτά; Πώς τα πιστεύετε;

—Όχι, εγώ δεν τα είδα. Τα είδαν όμως άλλοι, οι Απόστολοι. Αυτοί στη συνέχεια τα γνωστοποίησαν και μάλιστα προσυπέγραψαν τη μαρτυρία τους με το αίμα τους. Κι όπως όλοι δέχονται, ή μαρτυρία της ζωής είναι ή υψίστη μαρτυρία.

Με βάση έναν πολύ ωραίο συλλογισμό του Πασκάλ λέμε ότι με τους Αποστόλους συνέβη ένα από τα τρία: Ή απατήθηκαν ή μας εξαπάτησαν ή μας είπαν την αλήθεια.
Ας πάρουμε την πρώτη εκδοχή. Δεν είναι δυνατόν να απατήθηκαν οι Απόστολοι, διότι όσα αναφέρουν δεν τα έμαθαν από άλλους. Αυτοί οι ίδιοι ήσαν αυτόπτες και αυτήκοοι μάρτυρες όλων αυτών.
Εξάλλου δεν ήσαν καθόλου φαντασιόπληκτοι ούτε είχαν καμιά ψυχολογική προδιάθεση για την αποδοχή του γεγονότος της Αναστάσεως. Αντιθέτως ήσαν τρομερά δύσπιστοι. Τα Ευαγγέλια είναι πλήρως αποκαλυπτικά αυτών των ψυχικών τους διαθέσεων: δυσπιστούσαν στις διαβεβαιώσεις ότι κάποιοι Τον είχαν δει Αναστάντα.

Και κάτι άλλο. Τι ήσαν οι Απόστολοι πριν τους καλέσει ό Χριστός; Μήπως ήσαν φιλόδοξοι πολιτικοί ή οραματιστές φιλοσοφικών και κοινωνικών συστημάτων, πού περίμεναν να κατακτήσουν την ανθρωπότητα και να ικανοποιήσουν έτσι τις φαντασιώσεις τους; 
Κάθε άλλο. Αγράμματοι ψαράδες ήσαν. Και το μόνο πού τους ενδιέφερε ήταν να πιάσουν κανένα ψάρι να θρέψουν τις οικογένειες τους
Φέρε μου και συ κάποιον να μου πει πώς ο Μαρξ απέθανε και ανέστη και να θυσιάσει τη ζωή του για τη μαρτυρία αυτή κι εγώ θα τον πιστεύσω ως τίμιος άνθρωπος.

—Να σας πω. Χιλιάδες κομμουνιστές βασανίσθηκαν και πέθαναν για την ιδεολογία τους. Γιατί δεν ασπάζεσθε και τον κομμουνισμό;

—Το είπες και μόνος σου. Οι κομμουνιστές πέθαναν για την ιδεολογία τους. Δεν πέθαναν για γεγονότα. Σε μια ιδεολογία όμως είναι πολύ εύκολο να υπεισέλθει πλάνη. Επειδή δε είναι ίδιον της ανθρωπινής ψυχής να θυσιάζεται για κάτι στο όποιο πιστεύει, εξηγείται γιατί πολλοί κομμουνιστές πέθαναν για την ιδεολογία τους. Αυτό όμως δεν μας υποχρεώνει να την δεχθούμε και ως σωστή.

Είναι άλλο πράγμα να πεθαίνεις για ιδέες κι άλλο για γεγονότα. Οι Απόστολοι όμως δεν πέθαναν για ιδέες. Ούτε για το «Αγαπάτε αλλήλους» ούτε για τις άλλες ηθικές διδασκαλίες του Χριστιανισμού. Οι Απόστολοι πέθαναν μαρτυρούντες υπερφυσικά γεγονότα. Κι όταν λέμε γεγονός, εννοούμε ότι υποπίπτει στις αισθήσεις μας και γίνεται αντιληπτό από αυτές. Οι Απόστολοι εμαρτύρησαν δια «ό ακηκόασι, ό έωράκασι τοις όφθαλμοϊς αυτών, ό έθεάσαντο και αί χείρες αυτών έψηλάφησαν»(Α Ίωάν. α 1). 
Γι' αυτό και μετά τη Σταύρωση του Κυρίου, παρά τα όσα είχαν ακούσει και δει, επέστρεψαν στα πλοιάρια και στα δίχτυα τους. Δεν υπήρχε δηλ. σ αυτούς, όπως αναφέραμε, ούτε ίχνος προδιαθέσεως για όσα επρόκειτο να επακολουθήσουν. Και μόνο μετά την Πεντηκοστή, «ότε έλαβον δύναμιν εξ ύψους», έγιναν οι διδάσκαλοι της οικουμένης.

Η δεύτερη εκδοχή: Μήπως μας εξαπάτησαν; Μήπως μας είπαν ψέματα; Άλλα γιατί να μας εξαπατήσουν; Τι θα κέρδιζαν με τα ψέματα; Μήπως χρήματα, μήπως αξιώματα, μήπως δόξα; Για να πει κάποιος ένα ψέμα, περιμένει κάποιο όφελος. Οι Απόστολοι όμως, κηρύσσοντες Χριστόν και Τούτον Εσταυρωμένον και Αναστάντα εκ νεκρών, τα μόνα τα όποια εξασφάλισαν ήσαν: ταλαιπωρίες, κόποι, μαστιγώσεις, λιθοβολισμοί, ναυάγια, πείνα, δίψα, γυμνότητα, κίνδυνοι από ληστές, ραβδισμοί, φυλακίσεις και τέλος ό θάνατος. Και όλα αυτά για ένα ψέμα; Είναι εντελώς ανόητο και να το σκεφθεί κάποιος.

Συνεπώς ούτε εξαπατήθηκαν ούτε μας εξαπάτησαν οι Απόστολοι. Μένει επομένως ή τρίτη εκδοχή ότι μας είπαν την αλήθεια.

Θα πρέπει μάλιστα να σου τονίσω και το έξης: Οι Ευαγγελιστές είναι οι μόνοι οι οποίοι έγραψαν πραγματική ιστορία. Διηγούνται τα γεγονότα και μόνον αυτά. Δεν προβαίνουν σε καμία προσωπική κρίσι. Κανένα δεν επαινούν, κανένα δεν κατακρίνουν. Δεν κάνουν καμία προσπάθεια να διογκώσουν κάποιο γεγονός ή να εξαφανίσουν ή να υποτιμήσουν κάποιο άλλο. Αφήνουν τα γεγονότα να μιλούν μόνα τους.

—Αποκλείεται να έγινε στην περίπτωση του Χρίστου νεκροφάνεια; Τις προάλλες έγραψαν οι εφημερίδες για κάποιον Ινδό, τον όποιο έθαψαν και μετά από τρεις μέρες τον ξέθαψαν και ήταν ζωντανός.

—Αχ, παιδάκι μου. Θα θυμηθώ και πάλι το λόγο του ιερού Αυγουστίνου: Άπιστοι, δεν είσθε δύσπιστοι. Είσθε οι πλέον εύπιστοι. Δέχεσθε τα πιο απίθανα, τα πιο παράλογα , τα πιο αντιφατικά, για να αρνηθείτε το θαύμα!.

Όχι, παιδί μου. Δεν έχουμε νεκροφάνεια στον Χριστό. Πρώτα-πρώτα έχουμε τη μαρτυρία του Ρωμαίου κεντυρίωνος, ο όποιος βεβαίωσε τον Πιλάτο ότι ό θάνατος είχε επέλθει.

Έπειτα το Ευαγγέλιο μας πληροφορεί ότι ό Κύριος κατά την ίδια την ήμερα της Αναστάσεως Του συμπορεύθηκε συζητώντας με δύο μαθητές Του προς Εμμαούς, πού απείχε πάνω από δέκα χιλιόμετρα από τα Ιεροσόλυμα.

Φαντάζεσαι κάποιον να έχει υποστεί όσα υπέστη ό Χριστός και τρεις μέρες μετά το «θάνατο» του να του συνέβαινε νεκροφάνεια; Αν μη τι άλλο θα 'πρεπε για σαράντα μέρες να τον ποτίζουν κοτόζουμο για να μπορεί να ανοίγει τα μάτια του, κι όχι να περπατά και να συζητά σαν να μη συνέβη τίποτα.

Όσο για τον Ινδό, φέρε τον εδώ να τον μαστιγώσουμε με φραγγέλιο — και ξέρεις τί εστί φραγγέλιο; Μαστίγιο στα άκρα του οποίου πρόσθεταν σφαιρίδια μολύβδου ή σπασμένα κόκκαλα ή μυτερά καρφιά— φέρε τον, λοιπόν, να τον φραγγελώσουμε, να του φορέσουμε ακάνθινο στεφάνι, να τον σταυρώσουμε, να του δώσουμε χολή και ξύδι, να τον λογχίσουμε, να τον βάλουμε στον τάφο, κι αν αναστηθεί, τότε τα λέμε.

—Παρά ταύτα όλες οι μαρτυρίες, τις όποιες επικαλεσθήκατε, προέρχονται από Μαθητές του Χρίστου. Υπάρχει κάποια μαρτυρία περί αυτού, πού να μην προέρχεται από τον κύκλο των Μαθητών του; Υπάρχουν δηλ. ιστορικοί, πού να πιστοποιούν την Ανάσταση του Χριστού; Αν ναι, τότε θα πιστέψω κι εγώ.

—Ταλαίπωρο παιδί! Δεν ξέρεις τι ζητάς! Αν υπήρχαν τέτοιοι ιστορικοί πού να είχαν δει τον Χριστό αναστημένο, τότε αναγκαστικά θα πίστευαν στην Ανάσταση Του και θα την ανέφεραν πλέον ως πιστοί, οπότε και πάλι θα αρνιόσουν τη μαρτυρία τους, όπως ακριβώς απορρίπτεις τη μαρτυρία του Πέτρου, του Ιωάννου κ.λπ. Πώς είναι δυνατόν να βεβαιώνει κάποιος την Ανάσταση και ταυτόχρονα να μη γίνεται Χριστιανός; Μας ζητάς «πέρδικα ψητή σε κέρινο σουβλί και να λαλεί»!  Δεν γίνεται!

Σού θυμίζω πάντως, εφ' όσον ζητάς ιστορικούς, αυτό το οποίο σου ανέφερα και προηγουμένως: ότι δηλ. οι μόνοι πραγματικοί ιστορικοί είναι οι Απόστολοι.

Παρ' όλα αυτά όμως έχουμε και μαρτυρία τέτοια όπως την θέλεις: από κάποιον δηλ. πού δεν άνηκε στον κύκλο των Μαθητών Του. Του Παύλου. Ό Παύλος όχι μόνο δεν ήταν Μαθητής του Χριστού, αλλά και εδίωκε μετά μανίας την Εκκλησία Του.

—Γι' αυτόν όμως λένε ότι έπαθε ηλίαση και εξ αιτίας της είχε παραίσθηση.

—Βρε παιδάκι μου, αν είχε παραίσθηση ο Παύλος, αυτό πού θα ανεδύετο θα ήταν το υποσυνείδητο του. Και στο υποσυνείδητο του Παύλου θέση υψηλή κατείχαν οι Πατριάρχες και οι Προφήτες. Τον Αβραάμ και τον Ιακώβ και τον Μωυσή έπρεπε να δη κι όχι τον Ιησού, τον όποιο θεωρούσε λαοπλάνο και απατεώνα!

Φαντάζεσαι καμιά πιστή γριούλα στο όνειρο της η στο παραλήρημα της να βλέπει τον Βούδα ή τον Δία;

Τον Άι Νικόλα θα δη και την Αγία Βαρβάρα. Διότι αυτούς πιστεύει.

Και κάτι ακόμη. Στον Παύλο, όπως σημειώνει ο Παπίνι, υπάρχουν και τα έξης θαυμαστά: Πρώτον, το αιφνίδιο της μεταστροφής. Κατ' ευθείαν από την απιστία στην πίστη. Δεν μεσολάβησε προπαρασκευαστικό στάδιο. Δεύτερον, το ισχυρόν της πίστεως. Χωρίς ταλαντεύσεις και αμφιβολίες. Και τρίτον, πίστη δια βίου. Πιστεύεις ότι αυτά μπορεί να λάβουν χώρα μετά από μια ηλίαση; Δεν εξηγούνται αυτά με τέτοιους τρόπους. Αν μπορείς, εξήγησε τα. Αν δεν μπορείς, παραδέξου το θαύμα. Και πρέπει να ξέρεις ότι ο Παύλος με τα δεδομένα της εποχής του ήταν άνδρας εξόχως πεπαιδευμένος. Δεν ήταν κανένα ανθρωπάκι να μην ξέρη τί του γίνεται.

Θα προσθέσω όμως και κάτι επί πλέον. Εμείς, παιδί μου, ζούμε σήμερα σε εξαιρετική εποχή. Ζούμε το θαύμα της Εκκλησίας του Χριστού.

Όταν ό Χριστός είπε για την Εκκλησία Του ότι «και πύλαι άδου ου κατισχύσουσιν αυτής» (Ματθ. ις' 18), οι οπαδοί Του αριθμούσαν μόνο μερικές δεκάδες πρόσωπα.Έκτοτε πέρασαν δυο χιλιάδες περίπου χρόνια. Διαλύθηκαν αυτοκρατορίες, ξεχάσθηκαν φιλοσοφικά συστήματα, κατέρρευσαν κοσμοθεωρίες, η Εκκλησία όμως του Χριστού παραμένει ακλόνητη παρά τους συνεχείς και φοβερούς διωγμούς εναντίον της. Αυτό δεν είναι ένα θαύμα;

Κυριακή 11 Οκτωβρίου 2020

Ρώτησα έναν υγιή γέρο: «Τι θα επιθυμούσες από τον Θεό να σου δώσει περισσότερο στον κόσμο;»Άγιος Νικόλαος ΒελιμίροβιτςΕκκλησίαΘΑΝΑΤΟΣΟρθοδοξίαΟρθόδοξη Εκκλησία

 


Άγιος Νικόλαος Βελιμίροβιτς: Ρώτησα έναν υγιή γέρο: «Τι θα επιθυμούσες από τον Θεό να σου δώσει περισσότερο στον κόσμο;»

Έχεις ακούσει για τον μακάριο διάκο Αββακούμ; Όταν τον οδηγούσαν οι Τούρκοι μέσω του Βελιγραδίου, στα δεσμά, για να τον καρφώσουν στον πάσσαλο, αυτός ο ιπποτικός Βόσνιος τραγουδούσε: «Ο Σέρβος είναι του Χριστού, χαίρεται, τον θάνατο»!

Αυτά τα λόγια ακούγονται εντελώς σύμφωνα με το πνεύμα του απόστολου Παύλου ο όποιος γράφει στους Φιλιππησίους: «Συνέχομαι δε εκ των δύο, την επιθυμίαν έχων εις το αναλύσαι και συν Χριστώ είναι· πολλώ γαρ μάλλον κρείσσον· το δε επιμένειν εν τη σαρκί αναγκαιότερον δι’ υμάς» (Φιλιπ, 1,23-24). Ο απόστολος δεν μιλά καν περί του θανάτου αλλά μόνο περί της μετάβασης απ΄ αυτή τη ζωή στην άλλη ζωή. Και χαίρεται περισσότερο εκείνη τη ζωή παρά αυτήν.

Ρώτησα πρόσφατα έναν υγιή γέρο: «Τι θα επιθυμούσες από τον Θεό να σου δώσει περισσότερο στον κόσμο;» Έβαλε το χέρι στην καρδιά και απάντησε: «Τον θάνατο και μόνο τον θάνατο»! «Πιστεύεις στη ζωή μετά από τον θάνατο;» «Ακριβώς λόγω αυτής της πίστης επιθυμώ όσο πιο γρήγορα τον θάνατο», είπε ο γέρος.Οι άπιστοι φοβούνται τον θάνατο, αφού θεωρούν ότι ο θάνατος είναι εξ ολοκλήρου καταστροφή της ζωής.

Πολλοί άνθρωποι που πιστεύουν πάλι φοβούνται τον θάνατο επειδή νομίζουν, ότι δεν ολοκλήρωσαν το καθήκον τους σ’ αυτόν τον κόσμο: Δεν έβαλαν τα παιδιά στον ορθό δρόμο ακόμα, ή δεν ολοκλήρωσαν ό,τι άρχισαν. Ακόμα και κάποιοι άγιοι άνθρωποι είχαν φόβο την ώρα του θανάτου. Όταν κατέβηκαν οι άγγελοι να πάρουν τη ψυχή του αγίου Σίσογιε, αυτός ο αγγελικός άνθρωπος προσευχόταν, να τον αφήσουν ακόμα λίγο στη ζωή ένεκεν μετάνοιας και προετοιμασίας για την άλλη ζωή. Οι άγιοι, λοιπόν, δεν φοβόντουσαν τον θάνατο αλλά την κρίση του Θεού μετά τον θάνατο. Και αυτός είναι ο μόνος δικαιολογημένος φόβος του χριστιανού, ο οποίος πιστεύει σταθερά στην άλλη ζωή και στην κρίση του Θεού.

Ενώ χωρίς την πίστη στην άλλη, την ουράνια ζωή, ο φόβος είναι το σχοινί γύρω από τον λαιμό, με το οποίο ο θάνατος τραβά τους καταδικασμένους στα έγκατά του. Η ζωή για τον άπιστο δεν είναι τίποτα άλλο παρά ο άνεμος του θανάτου, ο άνεμος που σηκώνει και ρίχνει τη νεκρή στάχτη του ανακατεύει αυτή τη στάχτη και την ηρεμεί. Εάν ο άπιστος έως το τέλος σκεφτόταν λογικά, θα έπρεπε να πει ότι η ζωή στην πραγματικότητα δεν υπάρχει. Γι’ αυτόν η μόνη του πίστη είναι ο θάνατος, μόνη αιώνια δύναμη ο θάνατος, μοναδικός Θεός, ο θάνατος.

Για μας τους χριστιανούς, όμως, ο θάνατος είναι ολοκλήρωση ενός σχολείου, το σήμα για το τέλος της υπηρεσίας στον στρατό, και γέφυρα για την επιστροφή στην πατρίδα. Στην πραγματικότητα ο θάνατος δεν υπάρχει καθαυτός για εκείνους οι οποίοι πιστεύουν στον Χριστό. Αυτός είπε στη Μάρθα -και τούτο το λέει και σε μας σήμερα- «εγώ είμι η ανάστασις και η ζωή. Ο πιστεύων εις εμέ, καν αποθάνη, ζήσεται- και πας ο ζων και πιστεύων εις εμέ ου μη αποθάνη εις τον αιώνα» (Ιωάν. 11,25-26), Σε ποιον θα πιστεύουμε, εάν όχι στον Χριστό, αδελφέ Σταύρο;

Στους ανθρώπους δεν μπορείς να πιστεύεις ούτε όταν λένε το όνομά τους, ακόμα λιγότερο όταν λένε: «Θα σε πληρώσω αύριο», και ελάχιστα όταν μιλούν για βαθιά και υψηλά πράγματα. Εκτός του Υιού του Θεού κανείς δεν ξέρει τίποτα ούτε περί του θανάτου ούτε περί εκείνου που μας περιμένει μετά τον θάνατο. Αλλά Αυτός ήξερε και φανερώθηκε και έδειξε. «Κατεπόθη ο θάνατος εις νίκος» (Α΄Κορ. 15,54), κατά τα λόγια του αποστόλου. Τότε τι έχουμε να φοβόμαστε απ΄ εκείνο που κατεπόθη με την ανάσταση του Χριστού; Δεν συμβαδίζει ο φόβος του θανάτου για τους προσκολλημένους στον Χριστό, τον νικητή του θανάτου και Ζωοδόχο.

Όμως, ένας φόβος παραμένει, εντελώς αμετακίνητος και δικαιολογημένος. Είναι εκείνος ο φόβος, που τον αισθάνονταν και οι άγιες ψυχές στην όψη του θανάτου. Τούτος είναι φόβος όχι από τον θάνατο αλλά από την ανετοιμότητα για εκείνη την αθάνατη ζωή. Ο φόβος από την ακαθαρσία της ψυχής μας. Αφού οι ακάθαρτοι δεν θα δουν τον Θεό, ούτε την πραγματική ζωή στους άγιους ουρανούς.

Ο Κύριος να είναι το θάρρος και η παρηγοριά σου.

Τρίτη 8 Σεπτεμβρίου 2020

Το μυστήριο του θανάτου κατά την Ορθόδοξη πίστη


Δημήτριος Τσιρόγλου

συγγραφέας

 

Ο θάνατος ως φαινόμενο

Ένα από τα βασικότερα προβλήματα που απασχολούν τον άνθρωπο είναι ο θάνατος. Περισσότερο από την ύπαρξη της ζωής, από την γέννηση και από τα άλλα υπαρξιακά προβλήματα ο θάνατος προκαλεί το ενδιαφέρον του ανθρώπου, ίσως επειδή αναφέρεται στο μέλλον και όχι στο παρόν ή στο παρελθόν. Είναι καθολικό φαινόμενο για όλη την φύση, αλλά μόνον τον άνθρωπο απασχολεί και όχι τα άλογα όντα. Επειδή, όπως λένε οι πατέρες, από την στιγμή που γεννιόμαστε είμαστε μελλοθάνατοι και ο θάνατος προκαλεί και φόβο, πιστεύω ότι είναι φρονιμότερο να τον μελετήσουμε, ώστε να τον κατανοήσουμε.

Ο πρώτος που συνειδητοποίησε τον θάνατο, είναι αυτόν που τον προκάλεσε, δηλαδή ο Κάιν, ο οποίος σκότωσε τον αδελφό του Άβελ. Ο πρώτος θάνατος ήταν δολοφονία και μάλιστα αδελφοκτονία.

  1. Αντιλήψεις των άλλων θρησκειών και της φιλοσοφίας

Οι αντιλήψεις των ανατολικών θρησκειών αλλά και της φιλοσοφίας, επειδή στερούνται της αλήθειας της Θείας Αποκαλύψεως είναι τελείως παράλογες και υποβαθμίζουν τον ίδιο τον άνθρωπο από την θέση που έχει στο Θείο σχέδιο: Ο ινδουισμός και ο βουδισμός πιστεύουν ότι ο θάνατος μας βυθίζει στο μηδέν. Οι Βαβυλώνιοι πίστευαν ότι οι νεκροί καταδικάζονται σε ακινησία. Αλλά και οι Αιγύπτιοι με τους μάταιους ογκώδεις τάφους και τις ασαφείς αντιλήψεις τους δεν μπορούν να δώσουν απαντήσεις στο πρόβλημα του θανάτου. Επίσης ένα πλήθος φιλοσόφων αρχαίων Ελλήνων κυρίως, αλλά και ξένων διατύπωσαν θεωρίες για το φαινόμενο του θανάτου, πράγμα το οποίο δείχνει πόσο ο θάνατος απασχολεί την ανήσυχη ανθρώπινη ψυχή. Οι θεωρίες βέβαια αυτές μόνο μελαγχολία, αγωνία και αβεβαιότητα προσθέτουν στον άνθρωπο.

tsir1Εικόνα 1. Πολλές φορές η στρατευομένη Εκκλησία αναπαρίσταται με ένα καράβι έχων Κυβερνήτη τον Κύριο Ιησού Χριστό (Ι.Μ. Κουτλουμουσίου, Άγιον Όρος, λήψη Δ. Τσιρόγλου).

  1. Ο θάνατος κατά την Θεία Αποκάλυψη

Πρέπει να διευκρινίσουμε ότι ο άνθρωπος πλάστηκε διφυής, ψυχή και σώμα. Ο Αδάμ ζούσε στον Παράδεισο της τρυφής, χωρίς πόνο, λύπη, μέριμνες, σε μια ατέλειωτη μακαριότητα. Απαθής, έχοντας προφητικό χάρισμα, συνομιλώντας με τον Θεό, γνήσιο τέκνο του Δημιουργού του, απολάμβανε την ξεχωριστή εκείνη χαρά που ετοίμασε γι’ αυτόν η αγάπη του Θεού. Εννοείται ότι ο θάνατος ήταν άγνωστος στον άνθρωπο, αφού ο Αδάμ είχε εξουσία όμοια με αυτήν των αγγέλων και όπως γράφει ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος «οι άγγελοι έτρεμον και τα Χερουβείμ και τα Σεραφείμ ουδέ αντιβλέψαι ετόλμων, αυτός (ενν. ο Αδάμ) ωσανεί φίλος προς φίλον διελέγετο με τον Θεόν».

tsir2

Εικόνα 2. Βυζαντινή διακοσμητική ταινία (Ι.Μ. Μεγίστης Λαύρας, λήψη Δ. Τσιρόγλου)

Βέβαια η αθανασία της ψυχής δεν είναι ιδιότητά της, αλλά δωρεά της Χάριτος του Θεού. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, εάν ο άνθρωπος είχε γνώρισμα την αθανασία, θα έπρεπε να είναι άπτωτος. Διότι, αν θα έπιπτε στην αμαρτία, το κακό θα διαρκούσε αιώνια, θα γινόταν κι αυτό αθάνατο. Αν πάλι δημιουργούσε τον άνθρωπο αθάνατο και άπτωτο, θα περιόριζε την ελευθερία του. Δηλαδή η αθανασία δόθηκε ως δυνατότητα. Οι πρωτόπλαστοι κάνοντας κακή χρήση της ελευθερίας, γνωρίζοντας την εντολή «θανάτω αποθανείσθε» έγιναν η αιτία της εισόδου του θανάτου στον κόσμο.

  1. Ψυχικός και σωματικός θάνατος

Είδαμε ότι ο ψυχικός θάνατος είναι η απομάκρυνση του ανθρώπου από τον Θεό, διά της αμαρτίας-παρακοής. Ο δε ψυχικός θάνατος είναι η αιτία του σωματικού θανάτου, του αποχωρισμού της ψυχής από το σώμα. Γενικά αιτία της εισόδου του θανάτου στον κόσμο είναι ο ίδιος ο άνθρωπος. Αλλά τι είναι ο θάνατος; Είναι ο χωρισμός της ψυχής από το σώμα, κατά τον οποίο η ψυχή συνεχίζει να υπάρχει το δε σώμα διαλύεται και φθείρεται. Έτσι, δεν πρέπει να μιλάμε για θάνατο, αλλά για κοίμηση. Έτσι όμως ο θάνατος αποτέλεσε για τον άνθρωπο αφορμή σωτηρίας, δρώντας ως φάρμακο για την εξάλειψη των παθών και του εγωισμού. Κυρίως όμως αφορμή σωτηρίας υπήρξε ο εκούσιος θάνατος του Σωτήρος Χριστού. Ήταν καίριο πλήγμα κατά της αμαρτίας και του θανάτου διά του σταυρικού θανάτου και της καθόδου στον Άδη και φυσικά διά της Αναστάσεως του Χριστού.

tsir3

Εικόνα 3. Αυτά που παίρνει ο πιστός κατά την κοίμησή του είναι οι αρετές, η πίστη, η αγάπη και η ελπίδα της Αναστάσεως (Κύμη Ευβοίας, λήψη Δ. Τσιρόγλου).

  1. Ο χρόνος του θανάτου

Είναι άγνωστη η ώρα του θανάτου μας. Μόνο ο Θεός γνωρίζει πότε θα πεθάνουμε και το καθορίζει φυσικά ο Ίδιος σύμφωνα με τις ψυχικές ανάγκες του καθενός. Δεν μάς αποκαλύπτει τον χρόνο πάλι χάριν του συμφέροντός μας. Γι’ αυτό πρέπει να ζούμε την κάθε μέρα σαν να είναι η τελευταία, με άσκηση και αρετή, χωρίς να φοβόμαστε τον θάνατο, παρά να φοβόμαστε τον θάνατο της ψυχής. Δεν πρέπει να φοβόμαστε τον θάνατο, διότι έχουμε την ελπίδα της αναστάσεως και της σωτηρίας. Πρέπει να σημειώσουμε τα λόγια του Αγίου Μακαρίου του Αιγυπτίου: «Ει δε θρηνείν, του διαβόλου δει θρηνείν. Εκείνος κοπτέσθω, εκείνος οδυρέσθω, ότι προς τα μείζονα οδεύομεν αγαθά». Πάνω από όλα ο άνθρωπος πρέπει να ζήσει μία ζωή προσευχής, νηστείας με κύριο στόχο την κατάκτηση της αρετής σύμφωνα με την διδασκαλία τού Ευαγγελίου και να έχει ζωηρή την μνήμη του θανάτου.

  1. Η στιγμή του θανάτου

Είναι αλήθεια ότι την ώρα του θανάτου η ψυχή εκτός από την αγωνία και τον φόβο που αισθάνεται βλέπει και νιώθει φαινόμενα που εμείς δεν τα βλέπουμε. Η μάχη μεταξύ αγγέλων και δαιμόνων για την ψυχή του ψυχοραγούντος αρχίζει από εκείνην την ώρα. Πράγματι ο τελωνισμός των ψυχών ακολουθεί τον θάνατο του χριστιανού. Ο τελωνισμός γίνεται αντιληπτός από όσα αποκαλύπτουν συνήθως οι μελλοθάνατοι του επιθανάτιου ρόγχου. Στον τελωνισμό αναφέρεται η ευχή του Αποδείπνου στο σημείο «και εν τω καιρώ της εξόδου μου την αθλίαν μου ψυχήν περιέπουσα και τας σκοτεινάς όψεις των πονηρών δαιμόνων πόρρω αυτής απελαύνουσα».

tsir4

Εικόνα 4. Η ουρανοδρόμος κλίμαξ των αρετών, το όραμα που είδε ο Άγιος Ιωάννης ο Σιναΐτης, ο επονομαζόμενος και Άγιος Ιωάννης ο (συγγραφέας) της Κλίμακος (Ι.Μ. Τιμίου Προδρόμου Βεροίας, λήψη Δ. Τσιρόγλου).

  1. Μετά θάνατον

Μετά τον θάνατο οι ψυχές καταλήγουν σ’ ένα τόπο με πνευματική έννοια και όχι υλική. Σ’ έναν νοητό τόπο θα λέγαμε. Εκεί περιμένουν να έρθει το πλήρωμα του χρόνου για την τελική κρίση. Αυτή την κατάσταση οι πατέρες την ονομάζουν μέση κατάσταση, επειδή ακριβώς δεν είναι τίποτε άλλο παρά κατάσταση αναμονής. Βέβαια σ’ αυτήν την κατάσταση οι ψυχές, θα λέγαμε ότι, προγεύονται των αγαθών που θα απολαύσουν ή των τιμωριών που θα υποστούν, ανάλογα με τον βαθμό της μετάνοιας που έχουν δείξει όσο ζούσαν και σωματικώς.

Βέβαια οι ψυχές των ενάρετων της θριαμβεύουσας Εκκλησίας όπως λέγονται, προσεύχονται για μας που είμαστε ακόμη στρατευμένοι. Αυτό αποκαλύπτεται και στην Παλαιά Διαθήκη αλλά και από τους Πατέρες της Εκκλησίας. Πρεσβεύουν κι αυτές στον Ένα Μεσίτη υπέρ ημών. Κατά αυτόν τον τρόπο πρέπει να δεόμεθα κι εμείς υπέρ των κεκοιμημένων. Γι’ αυτό και η Εκκλησία καθιέρωσε ειδικές ευχές γι’ αυτές τις ψυχές και ώρισε ημέρες ως μνημόσυνα υπέρ αυτών.

  1. Τα μνημόσυνα

Έτσι έχουμε σύμφωνα με τους Πατέρες τα «τρίατα» (τριήμερα) εις ανάμνησιν της εις τριήμερον ανάστασιν του Κυρίου ή της Αγίας Τριάδος, «τα ένατα» εις ανάμνησιν των 9 ταγμάτων, τα «τεσσαρακοστά» διά την Ανάληψιν του Σωτήρος. Τέλος ακολουθούν τα «τρίμηνα», τα «εξάμηνα», «εννεάμηνα» εις δόξαν του Τριαδικού Θεού, και τα «ετήσια». Επίσης, η Εκκλησία καθιέρωσε κοινά μνημόσυνα το Σάββατο προ της Απόκρεω και το Σάββατο προ της εορτής της Πεντηκοστής. Τα μνημόσυνα ωφελούν πάρα πολύ τους κεκοιμημένους, οι οποίοι βρίσκουν μεγάλη παρηγοριά απ’ αυτά. Φυσικά όσοι πέθαναν σε κατάσταση μετανοίας ή με πόθο μετανοίας. Άλλωστε «εν τω Άδη ουκ έστι μετάνοια». Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι τα μνημόσυνα σ’ αυτές τις περιπτώσεις δεν πρέπει να γίνονται. Πάντοτε πρέπει να γίνονται, όπως ακριβώς καθιερώθηκαν. Ανάλογα με τα μνημόσυνα είναι και οι ελεημοσύνες υπέρ των κεκοιμημένων.

  1. Το σώμα μετά την ανάσταση

Σύμφωνα με τους θεοφόρους Πατέρες, το σώμα θα είναι όπως ήταν πριν την πτώση. Δηλαδή θα είναι όπως το σώμα που είχε ως άνθρωπος, αλλά με νέες ιδιότητες. Θα ενδυθεί την αφθαρσία και την αθανασία, λυτρωμένο από τις αδυναμίες του φθαρτού. Θα επέλθει η ανάσταση, για άλλους ζωής και για άλλους ανάσταση κρίσεως.

  1. Κόλαση

Κριτής θα είναι ο Χριστός ο οποίος θα απαγγείλει το «δεύτε οι ευλογημένοι του Πατρός...». Το ερώτημα βέβαια είναι αν υπάρχει κόλαση. Πολλοί σήμερα δεν δέχονται αυτές τις απόψεις, ως προκαταλήψεις. Αυτό συμφέρει τον εχθρό του ανθρώπου τον διάβολο. Η μεγαλύτερη ίσως πλάνη, όπως διατυπώνουν οι Πατέρες, είναι αυτή: να κάνει τους ανθρώπους να πιστεύουν ότι δεν υπάρχει ο ίδιος, ούτε και η κόλαση. Έτσι ο πατέρας του ψεύδους δρα ανενόχλητος.

Η κόλαση φυσικά είναι αιώνια, πνευματική και ψυχική κατάσταση και όποια άλλη ερμηνεία υπάρχει δίδεται ανθρωποπαθώς, ώστε να μπορεί να καταλάβει και ο πιο απλός άνθρωπος περί τίνος πρόκειται. Έτσι όπως δίδαξε ο ίδιος ο Κύριος: «απελεύσονται εις κόλασιν αιώνιον», «εις το πυρ το αιώνιον», «και το πυρ ου σβέννυται». Η κόλαση «όλεθρος», «θλίψις μεγάλη», «ζόφος σκότους» κλπ. Πρέπει να δούμε λοιπόν τον θάνατο με το πρίσμα της διδασκαλίας του Κυρίου και των Πατέρων της Εκκλησίας, διότι όπως λέει ο ιερός Χρυσόστομος «Μη φοβόμεθα θάνατον, αλλά φοβόμεθα αμαρτίαν μόνον και δι’ εκείνην αλγώμεν», και ο Μέγας Βασίλειος «Πρόσταγμα Θεού εστί το μη λυπείσθαι επί τοις κεκοιμημένοις, τους εις Χριστόν πεπιστευκότας διά την ελπίδα της Αναστάσεως».

tsir5

Εικόνα 5. Τοιχογραφία με παράσταση της Δευτέρας Παρουσίας (Ι.Μ. Τιμίου Προδρόμου Σερρών, λήψη Δ. Τσιρόγλου)

Έτσι, λοιπόν, θα πρέπει να εκμεταλλευτούμε όλες αυτές τις πληροφορίες περί θανάτου που έκανε γνωστές ο Θεός στον άνθρωπο, κινούμενος από αγάπη προς το πλάσμα Του και αναλογιζόμενοι τον στόχο μας σ’ αυτήν την ζωή (ζητείτε πρώτον την βασιλεία του Θεού), να αγωνιστούμε κατά των παθών και των αμαρτιών, ώστε να κερδίσουμε την ετοιμασμένη βασιλεία των ουρανών, όχι με αγωνιώδη, αλλά με την ευλογημένη καλή ανησυχία.

 

________________________________________________

Ο Δημήτριος Τσιρόγλου γεννήθηκε το 1964 στην Νεράιδα Κοζάνης και είναι κάτοικος Θεσσαλονίκης. Διδάχτηκε βυζαντινή αγιογραφία και ψηφιδογραφία από τον αγιογράφο Χρήστο Μπακόλα. Εκπαιδεύτηκε στην συντήρηση παλαιών εικόνων στο εργαστήριο Γ. Ψαράκη. Εργάστηκε ως καθηγητής αγιογραφίας στο τμήμα αγιογραφίας σε δημόσιο Ι.Ε.Κ. του Ο.Α.Ε.Δ. Υπήρξε διευθυντής σύνταξης του περιοδικού «Επτάριθμοι» του Κυρίλλειου Πνευματικού κέντρου και γενικός γραμματέας του Σωματείου Υπαλλήλων Βιβλίου-Χάρτου Ν. Θεσσαλονίκης.

Συνέγραψε το «Λεξικό Αρχαϊστικών Φράσεων της νέας ελληνικής γλώσσας» (α’ έκδ.: Σαββάλας, γ’ έκδ. Κέδρος) την ιστορική μονογραφία «Ο Λευκός Πύργος» (α’ έκδ.: Σαββάλας) και μία ιστορική μονογραφία με ψευδώνυμο. Συνέγραψε πλήθος άρθρων στο περιοδικό «Επτάριθμοι» και στην Ιστοσελίδα Επτάριθμοι. Υπήρξε βιβλιοκριτικός με τίτλο σελίδας βιβλιοεπισκόπηση και κριτικός ιστοσελίδων με τίτλο σελίδας διαδικτυακό περισκόπιο.

Είναι μέλος της Εταιρείας Συγγραφέων Βορείου Ελλάδος, τακτικό μέλος τής Ένωσης Δημοσιογράφων Περιοδικού Ηλεκτρονικού Τύπου (Ε.ΔΗ.Π.Η.Τ.) Μακεδονίας-Θράκης και μέλος του Οργανισμού Συλλογικής Διαχείρισης Έργων του Λόγου (ΟΣΔΕΛ).

Το σύντομο αυτό άρθρο γράφτηκε αποκλειστικά για να πρωτοδημοσιευθεί στην ιστοσελίδα του Ιερού Ναού Αγίων Ταξιαρχών Ιστιαίας. Επιτρέπεται η αναδημοσίευση με τους εξής όρους:

  1. Να αναφέρεται ως πηγή ο Ιερός Ναός Αγίων Ταξιαρχών Ιστιαίας
  2. Να μην γίνει καμμία απολύτως αλλαγή στο κείμενο ούτε κατά μία κεραία, είτε πρόσθεση, είτε αφαίρεση.

Περί Θανάτου: Η Ανάσταση ως το κέντρο της ζωής της Εκκλησίας μας




Ο θάνατος, για την ανθρώπινη εμπειρία, σημαίνει καταστροφή της ανθρώπινης προσωπικότητας˙ «είναι η “φυσική” εξέλιξις της βιολογικής υποστάσεως, η παραχώρησις “χώρου” και “χρόνου” εις άλλας ατομικάς υποστάσεις, η επισφράγισις της υποστάσεως ως ατομικότητος. Ταυτόχρονα είναι και η πλέον τραγική αυτοαναίρεσις της ιδίας της υποστάσεως, (διάλυσις και εξαφάνισις του σώματος και της ατομικότητος), η οποία εις την επιδίωξιν της να αυτοβεβαιωθεί ως υπόστασις ανακαλύπτει ότι τελικά η “φύσις” της την ωδήγησεν εις εσφαλμένον δρόμον, εις τον θάνατον». Η πραγματικότητα του θανάτου καταργεί και συνθλίβει την ανθρώπινη ύπαρξη. Εδώ, ακριβώς, εντοπίζεται το πρόβλημα. Η ατομικότητα και η λανθασμένη πορεία του ανθρώπου, για καταξίωση της δικής του προσωπικής οντότητας, αυτόνομα και εγωιστικά, μακριά από τον άλλο-που τον αισθάνεται σαν την κόλασή του- δρα καταλυτικά και οδηγεί στην αποσύνθεση και τη διάσπαση της ατομικής του ύπαρξης.

Η περιχαράκωση του ατόμου στα όρια της θνητής του κτιστότητας δεν διαρρηγνύεται εύκολα, αφού η φύση τείνει να επιβληθεί στο πρόσωπο δημιουργώντας την ψευδαίσθηση ότι με το φυσικό θάνατο καταλύεται μια για πάντα και η ύπαρξη του ανθρώπινου προσώπου. Όσο επώδυνο και τρομακτικό κι αν είναι το πέρασμα από τη φύση στο πρόσωπο (που θα πει αυτοπαράδωση στο Χριστό, μετοχή στο θάνατο και την ανάστασή Του) χωρίς αυτό – το πέρασμα- δεν υπερβαίνεται πραγματικά ο θάνατος.

Έτσι, ο Χρήστος Γιανναράς σχολιάζοντας την ευαγγελική περιγραφή και αφήγηση της θαβώριας εμπειρίας των μαθητών, σημειώνει χαρακτηριστικά: «η γλωσσική σημαντική του ευαγγελικού κειμένου, υποδηλώνει… ότι το χάρισμα της πληρωτικής σχέσης με τον Θεό υπερβαίνει τους υπαρκτικούς όρους της κτιστής ανθρώπινης φύσης, βιώνεται από τον φυσικό άνθρωπο και ως απειλή της υπαρκτικής αυτάρκειας- αυτοτέλειας της φύσης του. Γι’ αυτό και “ἀκούσαντες οἱ μαθηταὶ ἕπεσαν ἐπὶ πρόσωπον αὐτῶν καὶ ἐφοβήθησαν σφόδρα”. Ακόμα και όταν αρχικά ο Πέτρος απευθυνόταν στον “ἐν δόξει” Χριστό, ήταν έκφοβος. Αντίθετα, ο Μωυσής και ο Ηλίας, ελεύθεροι, με τη μεσολάβηση του θανάτου, από τους περιορισμούς υπαρκτικής αυτονομίας της φύσης, εμφανίζονται και ελεύθεροι στη σχέση από κάθε φόβο».

Η τραγική μοίρα του θανάτου κυριαρχεί πάνω σ’ αυτή την υπαρκτική σχέση του ανθρώπου και παραμορφώνει την υπόστασή του μην αφήνοντας περιθώριο σωτηρίας. Ο θάνατος έρχεται και ο άνθρωπος αφανίζεται. «Γιατί πράγματι ο θάνατος για όλους στοχεύει στον αφανισμό μας. Αν δεν είχε αυτό το στόχο πάντοτε και για όλους», παρατηρεί ο μητροπολίτης Περγάμου κ. Ιωάννης, «δεν θα ήταν ανάγκη να παρακαλούμε το Θεό να κρατήσει στη μνήμη του αιώνια τους νεκρούς μας. Το να κρατηθεί κανείς στη μνήμη του Θεού είναι θέμα επιβιώσεως, όχι μακαριότητος και “αναπαύσεως” μόνον. Αν ο θάνατος δεν στόχευε στον αφανισμό του κτιστού, δεν θα ήταν ανάγκη να συμμετέχουμε στην θ. Ευχαριστία που δεν είναι απλώς “εἰς ἄφεσιν ἁμαρτιῶν”, αλλά και “εἰς ζωὴν αἰώνιον”, “φάρμακον ἀθανασίας”».

Το γεγονός του θανάτου στην Ορθόδοξη Θεολογία Νίκη Νικολάου, Θεολόγος


Η μελέτη της κας Νίκης Νικολάου για τη σχέση της θεολογικής ανθρωπολογίας με τη Βιοηθική (προηγούμενη δημοσίευση: www.pemptousia.gr/?p=84841), εξετάζει ένα ακόμη θεμελιώδες βιοηθικό ζήτημα, αυτό της θέσης του θανάτου στην ανθρώπινη ζωή.
1.13. Η θεολογική θεώρηση του γεγονότος του θανάτου
      Το ερώτημα τι είναι θάνατος, θα μένει πάντοτε αναπάντητο ακόμη και για την Εκκλησία. Ο θάνατος παραμένει ένα απρόσιτο μυστήριο με την έννοια ότι «κατά την ώρα του θανάτου και μετά γίνονται μυστήρια πράγματα, τα οποία δεν μπορεί να συλλάβη η λογική του ανθρώπου από τώρα»[147]. Η Εκκλησία, θεωρεί το γεγονός του θανάτου ως το χωρισμό ή την έξοδο της ψυχής από το σώμα και τη μετάβαση από τον φθαρτό υλικό κόσμο στην αιώνια ζωή.  Ο θάνατος, δηλαδή, σηματοδοτεί το τέλος της βιολογικής ζωής του ανθρώπου. Ο άνθρωπος γνωρίζει ότι το μόνο σίγουρο στη ζωή του από τη στιγμή που γεννήθηκε, είναι ότι θα πεθάνει. Η ώρα του θανάτου του, όμως, είναι άγνωστη για το λόγο ότι εάν ο άνθρωπος γνώριζε πότε θα πεθάνει, «δεν θα σταματούσε να αμαρτάνει και να μην αδιαφορεί για την αρετή»[148].
Πηγή: commons.wikimedia.org
Πηγή: commons.wikimedia.org
      Για τον Χριστιανισμό δύο είδη θανάτου πρυτανεύουν στην ανθρώπινη ύπαρξη: ο σωματικός και ο πνευματικός. Τρεις είναι οι τρόποι του σωματικού θανάτου: ο φυσικός, ο αιφνίδιος και ο αναμενόμενος. Κατά τον πρώτο τρόπο, ο θάνατος έρχεται με τα βαθιά γεράματα, ενώ κατά το δεύτερο έρχεται μετά από ένα ξαφνικό φόνο ή δυστύχημα. Υπό το πρίσμα του τρίτου τρόπου, όταν δεν μπορεί να θεραπευθεί μια ασθένεια ενός ανθρώπου, τότε ο ασθενής χαρακτηρίζεται ως θνήσκων και καταβάλλονται προσπάθειες ώστε να έχει ένα «καλό» θάνατο, όσο δύσκολο και αν είναι αυτό.
      Το δεύτερο είδος θανάτου, είναι ο πνευματικός. Πρόκειται για το χωρισμό της ψυχής από το Άγιο Πνεύμα, την πηγή κάθε χάριτος. Ο άνθρωπος επιλέγει να βλασφημήσει εναντίον του Αγίου Πνεύματος. Η βλασφημία είναι η προσβολή και η ύβρις του Θεού και των θείων γενικότερα, αλλά και το αντίθετο του αίνου και της δοξολογίας του Θεού και παντός δημιουργήματός Του[149]. Θεωρείται ως βαρύτατο αμάρτημα. Ως αποτέλεσμα, το Άγιο Πνεύμα εγκαταλείπει τον άνθρωπο και αυτός οδηγείται στην αιώνια κόλαση. Αυτού του είδους αμαρτία, συνιστά οντολογικό γεγονός της διακοπής της σχέσης Θεού και ανθρώπου. Ο άνθρωπος απομακρύνεται από τον Θεό, τον συνάνθρωπό του και την κτίση. Εντούτοις, ο άνθρωπος, εφόσον παραμένει ζωντανός σωματικά, μπορεί να μετανοήσει και να επανέλθει σε κοινωνία με το Άγιο Πνεύμα. Κατά τον Δαμασκηνό «μετάνοιά ἐστιν ἐκ τοῦ παρὰ φύσιν εἰς τὸ κατὰ φύσιν»[150]. Με τη μετάνοια, ο άνθρωπος αποκαθιστά τις σχέσεις του με τον Δημιουργό του, τον συνάνθρωπό του και την κτίση. Να σημειωθεί ότι ο διαχωρισμός των ειδών του θανάτου είναι μια σχολαστική ερμηνεία των Ορθόδοξων θεολόγων και τόσο ο φυσικός όσο και ο σωματικός θάνατος δεν νοούνται ξεχωριστά[151].
      Μετά το χωρισμό των δύο συστατικών στοιχείων του ανθρώπου, το σώμα τοποθετείται στη γη και εκεί διαλύεται. Διασπάται γιατί είναι σύνθετο, δηλαδή αποτελείται από πολλά στοιχεία. Αντίθετα, η ψυχή δεν διασπάται, αλλά αλλάζει τρόπο ύπαρξης. Ο Γρηγόριος Νύσσης λέει προς τούτο ότι η ψυχή δεν μπορεί να διασπαστεί, γιατί η διάλυση αποτελεί τη φθορά του σύνθετου όντος, κάτι που θα σήμαινε ότι η ψυχή είναι σύνθετο στοιχείο[152]. Επομένως, εάν η ψυχή διασπόταν, θα είχε τα ίδια συστατικά με το σώμα και κατά συνέπεια δεν θα ήταν αθάνατη.  Η ψυχή, λοιπόν, είναι απλή και ασύνθετη, δεν αποτελείται από διάφορα στοιχεία. Κατά την Ανάσταση, αυτό δεν αποτελεί εμπόδιο στην ψυχή για να βρει τα στοιχεία του σώματος. Όπως αναφέρθηκε σε προηγούμενη ενότητα, η ψυχή ζωοποιεί το σώμα, του δίνει κίνηση, ενέργεια και ζωή και για αυτό όταν η ψυχή αποχωρίζεται το σώμα, το σώμα πεθαίνει και διαλύεται.
      Ο θάνατος δεν προέρχεται από τη θεία βούληση, γιατί είναι αδύνατο να προέλθει κάτι κακό από τον αγαθό Θεό. Ο Θεός, μάλιστα, προσπάθησε να εμποδίσει την έλευση του θανάτου στον κόσμο, για αυτό πριν την πτώση φανέρωσε το θέλημά του, το οποίο οδηγούσε στην αθανασία. «Όταν δημιούργησε τον άνθρωπο δεν τον δημιούργησε για να πεθάνει»[153]. Αιτία της έλευσης του θανάτου στην ανθρώπινη φύση και η επέκτασή του σε όλη την κτίση, είναι η κακή χρήση του αυτεξουσίου του ανθρώπου. Η παράβαση των πρωτοπλάστων, είχε ως τίμημα τη στέρηση της ζωής και τον ερχομό του θανάτου στη ζωή του ανθρώπου. Ο Θεός, όμως, προσπάθησε να παρατείνει τη λύπη που προκαλεί ο θάνατος, αυξάνοντας το ανθρώπινο γένος με πολλούς απογόνους και προετοιμάζοντας τον ερχομό του άνθους της αφθαρσίας Ζωοδότη Χριστού. Ο θάνατος είναι κάτι αφύσικο και εχθρός του ανθρώπου και καθήκον του κάθε χριστιανού είναι να τον νικήσει δια του Χριστού. Μετά την ενανθρώπιση του Θεού Λόγου, ο θάνατος ονομάζεται κοίμηση και καθίσταται μια γέφυρα προς την αιώνια ζωή.
[Συνεχίζεται]
 
[147] Ιερόθεος, Σ. Βλάχος, Η ζωή μετά τον θάνατο, (http://img.pathfinder.gr/clubs/files/34350/9.html),  ημερομηνία ανάκτησης 18/05/2013
[148] Αρχιμανδρίτης Εφραίμ, Ο αιφνίδιος θάνατος από θεολογικής απόψεως, (https://www.pemptousia.gr/2013/06/%CE%BF-%CE%B1%CE%B9%CF%86%CE%BD%CE%AF% CE%B4%CE%B9%CE%BF%CF%82-%CE%B8%CE%AC%CE%BD%CE%B1%CF%84%CE%BF %CF%82-%CE%B1%CF%80%CF%8C-%CE%B8%CE%B5%CE%BF%CE%BB%CE%BF%CE% B3%CE%B9%CE%BA%CE%AE%CF%82-%CE%B1%CF%80/), ημερομηνία ανάκτησης 21/06/2013
[149] Θρησκευτική και Ηθική Εγκυκλοπαίδεια, τόμος 4ος, (Αθήνα: Αθ. Μαρτίνος, 1964), σ. 932
[150] Ιωάννης Δαμασκηνός, Έκδοσις Ακριβής της Ορθοδόξου πίστεως, ό.π., σ. 202
[151] Στο ίδιο, σ. 474
[152] «Ἡ οὖν ψυχὴ μετὰ τοῦτο ποῦ ἔσται; Εἰ μὲν γὰρ ἐν τοῖς στοιχείοις εἶναί τις λέγοι, τὴν αὐτὴν εἶναι τούτοις κατ᾿ ἀνάγκην συνθήσεται. Οὐ γὰρ ἂν γένοιτό τις τοῦ ἑτεροφυοῦς πρὸς τὸ ἀλλότριον μίξις, καὶ, εἰ ταῦτα  εἴη, ποικίλη τις πάντως ἀναφανήσεται ἡ πρὸς τὰς ἐναντίας μεμιγμένη ποιότητας, τὸ δὲ ποικίλον ἁπλοῦν οὐκ ἔστιν, ἀλλ᾿ ἐν συνθέσει θεωρεῖται πάντως. Πᾶν δὲ τὸ σύνθετον καὶ διαλυτὸν ἐξ ἀνάγκης· ἡ δὲ διάλυσις φθορὰ τοῦ συνεστῶτός ἐστι» Γρηγόριος Νύσσης, Περί ψυχής και αναστάσεως ο λόγος, ό.π.
[153] Αρχιμανδρίτης Εφραίμ, Ο αιφνίδιος θάνατος από θεολογικής απόψεως, ό.π.

ΛΟΓΟΣ ΠΕΡΙ ΘΑΝΑΤΟΥ Του μακαριστού Γέροντος Κλεόπα Ηλιέ




«Γρηγορείτε ουν, ότι ουκ οίδατε την ημέραν ουδέ την ώραν εν η ο υιός του ανθρώπου έρχεται» (Ματθ. 25,13)
«Εδώ, βασιλεύ, είναι το σκήπτρο σου, εδώ ηγεμόνες του κόσμου είναι τα πα­λάτια σας, εδώ δικαστή είναι το κρεββάτι σου, εδώ, αρχιερεύ του Χριστού είναι η μίτρα σου, εδώ φιλόσοφε, είναι η ακαδημία σου, εδώ διδάσκαλε, είναι το σχολείο σου, εδώ ρήτορ είναι ο άμβων σου, εδώ μοναχέ, είναι η άσκησί σου, εδώ θνητέ άνθρωπε, είναι η κατοικία σου...».

Πατέρες και αδελφοί,
Ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος μας ομιλεί συχνά για την τελευταία ώρα και το λεπτό της παρούσης ζωής μας, από την οποία κρίνονται όλες οι ημέρες της ζωής μας. Αλλά γιατί τόσο ενδιαφέρον και προσοχή σ’ αυτή την ε­σχάτη στιγμή της παρούσης ζωής μας;
Η τελευταία αυτή ώρα είναι ανώτερη από όλη την ζωή μας, όσο μακροχρόνια και να ήταν αυτή. Για να κα­ταλάβουμε αυτό πρέπει να σκεφθούμε ότι γι’ αυτό το τε­λευταίο λεπτό ο Επουράνιος Πατήρ μας έστειλε στον κό­σμο τον Μονογενή Του Υιό. Γι’ αυτό το λεπτό ο Χριστός γεννήθηκε ως βρέφος στην σπηλιά, σπαργανώθηκε στην φάτνη, έκλαυσε μέσα στα άχυρα και υπέμεινε τα πάντα από το αχάριστο γένος των ανθρώπων μέχρι του οδυνη­ρού και σταυρικού Του θανάτου. Γι’ αυτό το λεπτό γρά­φθηκαν τα τέσσερα ευαγγέλια για να μας ελευθερώσουν από την πλάνη, να μας διδάξουν για τον ουράνιο σκοπό μας και να μας προετοιμάσουν για την τελευταία στιγμή της ζωής μας. Γι’ αυτό το λεπτό δόθηκαν τα χαρίσματα του Αγίου Πνεύματος, τα επτά Μυστήρια, ως μέσα αγιασμού μας, οι Δέκα Εντολές και τελευταία η κλήσις για την μοναχική ζωή μας. Γι’ αυτό το λεπτό τόσοι άγιοι έφυ­γαν από τον κόσμο για τις ερήμους, τις σπηλιές και τις τρώγλες της γης και αγωνίσθηκαν μέχρι θανάτου για την εσχάτη καλή απολογία ενώπιον του Δικαίου Κριτού. Γι’ αυτό το λεπτό τόσα εκατομμύρια μάρτυρες υπέφεραν τα βάσανα και εθυσίαζαν την παρούσα ζωή για να κερδίσουν την αιώνια.
Αδελφοί μου, ας μη ξεχνάμε ότι ο εχθρός της σωτη­ρίας μας γνωρίζει καλλίτερα από εμάς πόση μεγάλη ση­μασία έχει αυτό το τελευταίο λεπτό της ζωής μας. Γι’ αυτό τότε μας προκαλεί μεγάλους και φοβερούς πειρα­σμούς, για να θανατώση την ψυχή μας και να μας απομακρύνη έστω την εσχάτη εκείνη στιγμή από τον Θεό και Σωτήρα μας.
Και τώρα να σας κάνω την ερώτηση: Αραγε γνωρίζε­τε ποιοί είναι οι πειρασμοί τους όποιους παρουσιάζει ο διάβολος στην ώρα της εξόδου μας απ’ αυτή την ζωή;
Κατά τους Αγίους Πατέρας τέσσερεις είναι οι επιθέ­σεις του διαβόλου εναντίον των δούλων του Θεού στις ε­πιθανάτιες στιγμές.
Ο πρώτος πειρασμός του διαβόλου γίνεται εναντίον της πίστεώς μας. Βλέποντας ο διάβολος ότι ο άνθρωπος αδυνάτισε, αρχίζει να του σπέρνη στον νου λογισμούς απιστίας και αμφιβολίας για την ορθόδοξο πίστι μας. Ο ά­γιος Νικόδημος ο Αγιορείτης σ’ αυτή την περίπτωσι μας συμβουλεύει τα εξής: «Όταν ιδούμε ότι μας φέρνει λογι­σμούς απελπισίας και απιστίας κατά την ώρα του θανά­του μας, ν’ απομακρύνουμε αυτούς από την σκέψι μας λέγοντας: «Πήγαινε οπίσω μου, σατανά, πατέρα του ψεύ­δους, διότι δεν θέλω ούτε να σε ακούω. Μου είναι αρκετό να πιστεύω σ’ αυτά που πιστεύει η Εκκλησία μου». Δεν πρέπει να δίνουμε καθόλου σημασία στους λογισμούς της απιστίας, όπως μας διδάσκει και η Αγία Γραφή: «εάν πνεύμα του εξουσιάζοντος αναβή επί σε, τόπον σου μη αφής», (Εκκλησ. 10,4). Ενώ, εάν ο πονηρός όφις σε ερωτήση: «Και τί πιστεύει η Εκκλησία»; Μη του δώσης προ­σοχή και μη του απαντήσης καθόλου. Εάν είσαι δυνατός στην πίστι και θέλεις να τον εντροπιάσης, απάντησέ του νοερά: «Η Αγία μου Εκκλησία πιστεύει στην αλήθεια». Εάν σε ερωτήση πάλι: «ποιά αλήθεια;» να του απαντήσης: «Αυτή την οποία πιστεύει η Εκκλησία». Κράτησε τον νου σου δυνατά και σταθερά στον Σταυρωθέντα Κύ­ριο, λέγοντας Του: «Θεέ μου Πλάστη μου και Δημιουργέ μου, βοήθησέ με γρήγορα για να μη απομακρυνθώ από την αλήθειά Σου και την πίστι Σου. Καθώς με την Χάρι Σου με ανεγέννησες έτσι μέχρι τέλους της παρούσης ζω­ής μου να με φυλάξης προς δόξα του Ονόματος Σου».
Ο δεύτερος πειρασμός στην ώρα του θανάτου μας είναι της απελπισίας. Προσπαθεί δηλαδή ο διάβολος να μας προκαλέση φόβο ενθυμίζοντας τις αμαρτίες μας για να μας ρίξη έτσι στον βυθό της απελπισίας. Αλλά εσύ, α­δελφέ μου, στάσου γενναίος σ’ αυτό τον κίνδυνο και να γνωρίζης εκ των προτέρων δύο πράγματα: Εάν η ενθύμησις των αμαρτιών σου σε ταπεινώνη και σου προκαλή πό­νο στην καρδιά σου, διότι ελύπησες τον Θεό με τις αμαρτίες σου, και αυτός ο πόνος σου φέρνει στην ψυχή ειρή­νη, αγάπη για τον Θεό και πραότητα, τότε να ξέρης ότι αυτή η ενθύμησις είναι από την Χάρι του Θεού, ενώ όταν σού προκαλεί οργή στην καρδιά, αδημονία και ταραχή, να γνωρίζης ότι είναι έργο του δαίμονος, ο όποιος θέλει να σε ρίξη στον λάκκο της απελπισίας πιστεύοντας ότι δεν υπάρχει για εσένα σωτηρία και ότι θα κολασθής. Τό­τε να ταπεινώνεσαι περισσότερο και να έχης την ελπίδα σου στον Θεό και όχι στα έργα σου. Μόνο έτσι με γλυτώσης από τους νοητούς εχθρούς, θα σύντριψης τα άρματα τους και θα δοξάσης τον Θεό. Κατόπιν, εάν σου φαίνεται ότι ο ίδιος ο Θεός σου λέγει πώς δεν είσαι από τα πρόβατά Του, να μη χάσης την ελπίδα σου που έχεις προς Αυτόν, αλλά με ταπείνωσι να Του είπης: «Πράγματι έχεις δί­καιο, Θεέ μου, αν με αρνηθής λόγω των αμαρτιών μου, αλλά εγώ έχω μεγάλη ελπίδα στο έλεός Σου ότι  θα με συγχωρέσης. Ζητώ την σωτηρία για την παναθλία μου ψυχή, η οποία για την κακία της είναι άξια τιμωρίας, αλλά που γι’ αυτήν έχυσες το πάντιμο Αίμα Σου. Θέλω να σωθώ, Λυτρωτά μου, για την δόξα Σου έχοντας ελπίδα στο άπειρο έλεός Σου, γι’ αυτό και αφήνω τον εαυτό μου στα χέρια Σου. Κάνε για μένα αυτό που θέλει η ευσπλα­χνία Σου, διότι για μένα μόνο εσύ είσαι ο Δεσπότης μου, και αν ακόμη αποθάνης, εγώ πάλι σε Εσένα θα έχω την ελπίδα μου».
Ο τρίτος πειρασμός του διαβόλου στην ώρα του θα­νάτου μας είναι της κενοδοξίας και της εμπιστοσύνης στα έργα μας που εκάναμε. Γι’ αυτό ουδέποτε, μα προ­παντός στην τελευταία στιγμή της ζωής μας, να μη αφήσουμε τον νου μας να αισθανθή ικανοποίησι για τα έργα που έκανε, έστω και να επέτυχε όλες τις αρετές των ά­γιων. Το στήριγμά μας σε εκείνη κυρίως την ώρα να είναι μόνο η ελπίδα μας στον Θεό, στο έλεός Του, στο Τίμιο Αίμα Του που έχυσε από αγάπη για εμάς και την σωτηρία μας. Πάντοτε, μα προπαντός εκείνη την ώρα, να κατηγο­ρούμε τον εαυτό μας, να τον καταδικάζουμε ως άξιο τι­μωρίας, χωρίς να χάνουμε την ελπίδα μας στο άπειρο έ­λεος του Θεού, και εάν μας παρουσιάση ο πειρασμός κά­ποιο καλό έργο μας, εμείς να λέγωμεν τότε, ότι ο Θεός το έκανε και όχι εμείς. Επί πλέον να μη περιμένουμε τον δί­καιο δήθεν μισθό για τα έργα μας, για τους αγώνες μας και τις νίκες μας κατά του διαβόλου και της αμαρτίας. Να παραμένουμε συνεχώς μέσα σε ένα άγιο φόβο, σκε­πτόμενοι ότι όλοι οι κόποι και οι αγώνες μας θα ήταν μά­ταιοι και ανεκτέλεστοι, εάν ο Θεός δεν μας είχε υπό την σκέπη Του και την βοήθειά Του. Όταν σκεπτώμεθα όλα αυτά, οι δαίμονες δεν θα μπορέσουν τότε να σπάσουν τον δεσμό μας με τον Επουράνιο Πατέρα μας και θα περά­σουμε με το έλεός Του χαρούμενοι από αυτή την γη της ε­ξορίας στην άνω Ιερουσαλήμ, την περιπόθητη πατρίδα μας.
Ο τέταρτος δαιμονικός πειρασμός στις τελευταίες μας στιγμές είναι οι φαντασίες και οι διάφορες μορφές και παραστάσεις.
Σ’ ολόκληρη την ζωή μας ο πονηρός εχθρός δεν μας πολεμά με φαντασίες τόσο όσο στο τέλος της ζωής μας, θέλοντας να μας πλανήση με τις ψευδοαπάτες, δήθεν θε­ωρίες και τους μετασχηματισμούς του σε άγγελο φωτός.
«Σ’ όλα αυτά, αδελφέ μου, να παραμένης σταθερά στην συναίσθησι της μηδαμινότητος και αμαρτωλότητός σου. Όταν έλθη με φαντασίες ο διάβολος να σε προσβάλη, με θάρρος και τολμηρή καρδιά να του ειπής: «Χάσου, άθλιε, στο σκοτάδι σου, διότι δεν μου χρειάζονται οι φαν­τασίες σου. Δεν έχω ανάγκη από άλλο τίποτε, παρά από την ευσπλαχνία του Ιησού μου και τις πρεσβείες της Αειπαρθένου, Μητρός Του και των άλλων Αγίων. Εάν και μετά από πολλές αποδείξεις και εμφανίσεις καταλάβης ότι είναι αληθινά σημεία από τον Θεό και πάλι διώξε τα και όσο μπορείς να τα απομακρύνης από κοντά σου. Δεν θα λυπηθή ο Θεός γι’ αυτή την στάσι σου, έστω και να προέρχωνται οι θεωρίες απ’ Αυτόν. Γνωρίζει Εκείνος να σε πείση, εάν τα σημεία είναι απ’ Αυτόν, ώστε να τα δεχθής».
Αυτές είναι οι σπουδαιότερες επιθέσεις με τις όποιες συνηθίζουν οι νοητοί εχθροί μας να μας προσβάλλουν στα τελευταία λεπτά της ζωής μας....
Από τους παλαιοτέρους καιρούς οι εκλεκτοί άνθρω­ποι του Θεού ώπλίζοντο δυνατά κατά της αμαρτίας με την συνεχή ενθύμησι του θανάτου. Ως πρώτος διδάσκα­λος της μνήμης του θανάτου θεωρείται ο Νώε, ο όποιος προ του χωρισμού των παιδιών του, τα εκάλεσε και τους εμοίρασε τα οστά του προπάτορος Αδάμ, τα όποια δια­τηρούσε στην Κιβωτό ως κληρονομιά από τους παλαιοτέ­ρους πατριάρχας. Όταν τα εμοίρασε στα παιδιά του, εκείνα τον ερώτησαν: «Σε τί θα μας ωφελήσουν αυτά τα οστά του Αδάμ, πάτερ;» και εκείνος τους είπε: «Παιδιά μου, μεγάλη ωφέλεια θα σας προξενούν αυτά, εάν πάντο­τε τα αντικρύζετε. Από πολλές κακίες θα σάς εμποδί­ζουν και σε πολλά καλά έργα θα σάς προτρέπουν. Βλέ­ποντας αυτά θα ενθυμήσθε τις ψυχές των προπατόρων μας, οι όποιες τώρα βασανίζονται στις φοβερές φυλακές του άδου, διότι κατεπάτησαν την εντολή του Θεού φαγόντες από τον απαγορευμένο καρπό. Μη ξεχνάτε ότι και ε­σείς μετά από ολίγο καιρό θα αποθάνετε και εάν εδώ κα­ταπατήσετε τις εντολές του Θεού, θα βασανίζεσθε εκεί αιωνίως, όπως οι προπάτορες  Αδάμ και Εύα. Να γιατί πρέπει να μνημονεύετε τον θάνατο, βλέποντας τα οστά αυτά, ώστε να φυλάγετε εδώ τις εντολές του Θεού» (Α­πό το βιβλίο «Θύρα της Μετανοίας»).
Αλλά και ο κανών της υπομονής ο δίκαιος Ιώβ θέλοντας να δείξη πόση ωφέλεια έχει η θεωρία των τάφων και οστών των νεκρών, γι’ αυτούς που θέλουν στην ζωή των να διορθωθούν, λέγει: «και αυτός εις τάφους απηνέχθη και επί σωρών ηγρύπνησεν» (Ιώβ 21,32). Πράγματι, τίποτε δεν ξυπνά τον άνθρωπο από την χαύνωσι και αναισθησία και τίποτε δεν τον εμποδίζει τόσο από την διάπραξι της αμαρτίας, όσο η σκέψις του θανάτου. Το ίδιο τονίζει και η Αγία Γραφή, όταν λέγη: «Υιέ μου, μνήσθητι των εσχάτων σου και ουδέποτε αμαρτήσει».
Εμείς οι θνητοί, αφ’ ότου γεννώμεθα, αρχίζουμε ολο­ταχώς να τρέχουμε προς τον τάφο. Μεταξύ αυτών των δύο άκρων και ορίων, της γεννήσεως και του θανάτου, προσδιορίζεται η απόστασις της παρούσης ζωής, η οποία είναι όπως ο αντίλαλος μιάς φωνής που ακούγεται και γρήγορα χάνεται. Η Αγία Γραφή λέγει στο βιβλίο του Ιώβ (7,6): «ο δε βίος μου ελαφρότερος λαλιάς». Κανείς από τους φιλοσόφους και ρήτορας αυτού του κόσμου δεν μπορεί να μας ωφελήση περισσότερο, όσο η φωνή του θα­νάτου.
Όταν το σώμα μας διεγείρεται από τις κακές του ε­πιθυμίες, να ερωτάμε τον θάνατο: «Τί λέγεις, ώ θάνατε, να συγκατατεθώ στους αισχρούς λογισμούς και να τελέ­σω την αμαρτία ενώπιον του Θεού η όχι;». Τότε ας ακούσωμε την Γραφή που λέγει: «Το δε φρόνημα της σαρκός θάνατος, το δε φρόνημα του πνεύματος ζωή και ειρήνη» (Ρωμ. 8,6) διότι «ει κατά σάρκα ζήτε, μέλλετε αποθνήσκειν, ει δε πνεύματι τας πράξεις του σώματος θανατούτε, ζήσεσθε» (Ρωμ. 8,13). Ενώ, όταν η φιλαργυρία μας αιχμαλωτίζει τον νου, ώστε να συγκεντρώσουμε χρήμα­τα, χωρίς να τα προσφέρουμε αυτά ως ελεημοσύνη στους πτωχούς, ας ακούσωμε πάλι τον Κύριο στο κατά Ματ­θαίο Ευαγγέλιο να μας λέγει: «Μη θησαυρίζετε υμίν θη­σαυρούς επί της γης, όπου σης και βρώσις αφανίζει» (6, 19). Και ποιό θα είναι το τέλος των άσπλαχνων και φιλάργυρων: «και απελεύσονται ούτοι εις κόλασιν αίώνιον, οι δε δίκαιοι εις ζωήν αιώνιον» (Ματθ. 25,46). Και όταν πάλι ο λογισμός μας συμβουλεύει να τρώγωμε, να πίνουμε και να διασκεδάζουμε σ’ αυτό τον κόσμο, ας ερωτάμε τον θάνατο και αυτός θα μας λέγη: Άνθρωπε, πρόσεχε διότι «ου γάρ έστιν η βασιλεία του Θεού βρώσις και πόσις, αλλά δικαιοσύνη και ειρήνη και χαρά εν Πνεύματι Αγίω» (Ρωμ. 14,17). Πρόσεχε διότι «ούτε μέθυσοι, ούτε πλεονέκται, ου λοίδοροι βασιλείαν Θεού κληρονομήσουσι» (Α' Κορ. 6,10).
Πατέρες και αδελφοί, γνωρίζουμε σίγουρα ότι όλοι θα αποθάνουμε, αλλά το πιο συγκλονιστικό είναι ότι δεν γνωρίζουμε πώς και πότε θα αποθάνουμε. Μάς περιμένει λοιπόν ο θάνατος, αλλά είμεθα προετοιμασμένοι γι’ αυτόν; Ακούμε συχνά από το Ιερό Ευαγγέλιο ότι Μαρία η Μαγδαληνή καθόταν απέναντι του τάφου του Κυρίου και έκλαιε, ενώ ο δίκαιος Ιώβ μέσα στους πόνους και τους στεναγμούς του έλεγε: «εάν δε υπομείνω, άδης μου ο οί­κος, εν δε γνόφω έστρωταί μου η στρωμνή. Θάνατον επεκαλεσάμην πατέρα μου είναι, μητέρα δε μου και αδελφήν σαπρίαν» (17,13-14). Να σκεπτώμεθα, αδελφοί μου, ότι το μνήμα είναι η πατρίς όλων των καλών έργων και ο τό­πος κάθε χριστιανικής φιλοσοφίας. Να πηγαίνουμε και ε­μείς συχνά στους τάφους και στο Κοιμητήριο και εκεί θα διδασκώμεθα όσα δεν μπορούν να μας προσφέρουν όλες οι ανθρώπινες φιλοσοφίες. Και εάν με τον νου μας εισέλ­θουμε μέσα στον τάφο, θα ακούσωμε τις φωνές των κεκοιμημένων να λέγουν προς εμάς: «Εδώ, βασιλεύ, είναι το σκήπτρο σου, εδώ ηγεμόνες του κόσμου είναι τα πα­λάτια σας, εδώ δικαστή είναι το κρεββάτι σου, εδώ, αρχιερεύ του Χριστού είναι η μίτρα σου, εδώ φιλόσοφε, είναι η ακαδημία σου, εδώ διδάσκαλε, είναι το σχολείο σου, εδώ ρήτορ είναι ο άμβων σου, εδώ μοναχέ, είναι η άσκησί σου, εδώ θνητέ άνθρωπε, είναι η κατοικία σου...».
Την παροδικότητα της ζωής μας την περιγράφει σε πολλά σημεία της η Αγία Γραφή: Ο άνθρωπος είναι χόρ­τος και άνθος χόρτου (Ψαλμ. 89,5-6), είναι σκιά, η οποία αναχωρεί γρήγορα και εξαφανίζεται (Α΄ Παραλειπ. 29,15) είναι καπνός: «ότι εξέλιπον ωσεί καπνός αι ημέραι μου και τα οστά μου ωσεί φρύγιον συνεφρύγησαν» (Ψαλμ. 101,4). Η ζωή μας ομοιάζει με το πέταγμα του αετού (Ιώβ 9,26), είναι τόσο σύντομη όσο χρειάζεται να γκρεμίση κάποιος μία καλύβα που μόλις έφτιαξε (Ησ. 38,12), τρέχει όπως το νερό επί της γης (Β' Βασιλ. 14,14), όμοιά- ζει με τον ύπνο και την ατμίδα (Ίακωβ. 4,14).
Και εάν, αδελφέ μου, όλα αυτά τα εγνώριζες η τα έ­μαθες από τις Αγίες Γραφές, για ποιά αιτία έδεσες την καρδιά σου με τα μάταια και εφήμερα πράγματα του κό­σμου; Για ποιά αιτία δεν αγωνίσθηκες να βάλης καλή άρχή μετανοίας και καθαράς ζωής ενώπιον του Θεού; Η φωνή των νεκρών ας ήχοι πάντοτε στα αυτιά μας: «Νήφετε και αγρυπνείτε, αδελφοί μου, όσο έχετε καιρό, διότι δεν γνωρίζετε την ακριβή ώρα που θα έλθετε προς εμάς»!
Μετά από όλα αυτά, ας έχουμε την σκέψι μας πάντο­τε στο τελευταίο λεπτό της ζωής μας, όπου τότε θα κριθή η απώλεια της ψυχής μας η σωτηρία της. Απ’ αυτό το λεπτό κρίνεται η αιωνιότης στην κόλασι ή στον παράδει­σο, όπου η κατάστασις παραμένει αμετάβλητος στους αιώνας των αιώνων. Αμήν.
Ιερομονάχου Κλεόπα Ηλιέ
«Πνευματικοί Λόγοι»
Εκδ. Ορθόδοξος Κυψέλη»
Θεσσαλονίκη 1992