Δευτέρα 31 Αυγούστου 2020

Η ΑΝΑΣΤΑΣΗ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ




Η Ανάσταση του Χριστού είναι το μεγαλύτερο γεγονός μέσα στην ιστορία. Είναι αυτό που διαφοροποιεί τον Χριστιανισμό από οποιαδήποτε άλλη θρησκεία. Οι άλλες θρησκείες έχουν αρχηγούς θνητούς, ενώ Κεφαλή της Εκκλησίας είναι ο αναστημένος Χριστός. Η Ανάσταση του Χριστού είναι η ανανέωση της ανθρωπίνης φύσεως, η ανάπλαση του ανθρωπίνου γένους, η βίωση της εσχατολογικής πραγματικότητος. Όταν μιλούμε για την Ανάσταση δεν την ξεχωρίζουμε από τον Σταυρό, αφού Σταυρός και Ανάσταση είναι οι δύο πόλοι του λυτρωτικού βιώματος, όπως προσευχόμαστε στην Εκκλησία, "διά του Σταυρού χαρά εν όλω τω κόσμω. Δια παντός ευλογούντες τον Κύριον υμνούμεν την ανάστασιν αυτού", ή όπως ψάλλουμε, "τόν Σταυρόν σου προσκυνούμεν, Δέσποτα, και την αγίαν Σου Ανάστασιν δοξάζομεν".
Στην Εκκλησία κάνουμε διαρκώς λόγο για την Ανάσταση του Χριστού που έχει μεγάλη σημασία για την ζωή του πιστού. Δεν πιστεύουμε σε κοινωνικές επαναστάσεις, αφού το μεγαλύτερο καλό στην Οικουμένη προήλθε από την Ανάσταση και όχι από κάποια ανθρώπινη κοινωνική επανάσταση. Κι αν συσχετίσουμε την Ανάσταση με την αληθινή επανάσταση, τότε βρισκόμαστε στην αλήθεια, από την άποψη ότι δια της Αναστάσεως του Χριστού ο άνθρωπος επανήλθε στην αρχική του θέση και ανέβηκε ακόμη ψηλότερα. Η λέξη επανάσταση προέρχεται από το ρήμα επανίστημι, που σημαίνει επανέρχομαι στην προηγούμενη θέση. Αυτή η επανόρθωση, η αποκατάσταση του ανθρώπου έγινε με την Ανάσταση του Χριστού.
Ο Απόστολος Παύλος σαφώς διακηρύσσει: "Ει δε Χριστός ουκ εγήγερται, ματαία η πίστις υμών" (Α' Κορ. ιε', 17). Η αληθινότητα και η δυναμικότητα της πίστεως οφείλεται στο λαμπρό γεγονός της Αναστάσεως του Χριστού. Χωρίς αυτήν οι Χριστιανοί είναι "ελεεινότεροι πάντων ανθρώπων" (Α' Κορ. ιε', 19).
α' Γιατί η Ανάσταση του Χριστού εικονογραφείται με την κάθοδο στον Άδη
Η Ανάσταση του Χριστού εορτάζεται από την Εκκλησία από την στιγμή της καταβάσεώς Του στον Άδη, όπου ελευθέρωσε τις ψυχές των δικαίων της Παλαιάς Διαθήκης από το κράτος του θανάτου και του διαβόλου. Έτσι την πανηγυρίζει η Εκκλησία μας. Στα λειτουργικά κείμενα φαίνεται καθαρά ότι ο πανηγυρισμός της Αναστάσεως αρχίζει από την Μ. Παρασκευή, όπως το βλέπουμε στην ακολουθία του όρθρου του Μ. Σαββάτου, όπου γίνεται και η περιφορά του Επιταφίου. Και οι ομιλίες των Πατέρων κατά την Μ. Παρασκευή στην πραγματικότητα είναι αναστάσιμες και νικητήριες.
Αυτό φαίνεται και από την ιερή αγιογραφία της Αναστάσεως. Η Εκκλησία καθόρισε να θεωρήται ως πραγματική εικόνα της Αναστάσεως του Χριστού η κάθοδός Του στον Άδη. Βέβαια, υπάρχουν και εικόνες της Αναστάσεως που περιγράφουν την εμφάνιση του Χριστού στις Μυροφόρες και τους Μαθητάς, αλλά η κατ' εξοχήν εικόνα της Αναστάσεως είναι η συντριβή του θανάτου, που έγινε με την κάθοδο του Χριστού στον Άδη, όταν η ψυχή μαζί με την θεότητα κατήλθε στον Άδη και ελευθέρωσε τις ψυχές των δικαίων της Παλαιάς Διαθήκης, που τον περίμεναν ως Λυτρωτή.
Η εικονογράφηση της Αναστάσεως με την κάθοδο του Χριστού στον Άδη γίνεται για πολλούς και σοβαρούς θεολογικούς λόγους. Πρώτον, γιατί κανείς δεν είδε τον Χριστό την ώρα που αναστήθηκε, αφού εξήλθε από τον τάφο "εσφραγισμένου του μνήματος". Ο σεισμός που έγινε και η κάθοδος του αγγέλου που σήκωσε την πλάκα του τάφου, έγινε για να βεβαιωθούν οι Μυροφόρες γυναίκες ότι αναστήθηκε ο Χριστός. Δεύτερον, γιατί, όταν η ψυχή του Χριστού ενωμένη με την θεότητα κατήλθε στον Άδη, συνέτριψε το κράτος του θανάτου και του διαβόλου, αφού με τον δικό Του θάνατο νίκησε τον θάνατο. Φαίνεται καθαρά στην Ορθόδοξη Παράδοση, ότι με τον θάνατο του Χριστού καταργήθηκε ολοκληρωτικά το κράτος του θανάτου. Άλλωστε, ψάλλουμε στην Εκκλησία: "Χριστός ανέστη εκ νεκρών θανάτω θάνατον πατήσας...".

Δευτέρα 10 Αυγούστου 2020

Ο τρόπος ύπαρξης της ψυχής, στην αδιάστατη κατάστασή της (Μέση Κατάσταση) Ανδρέα Θεοδώρου, Απαντήσεις σε ερωτήματα εσχατολογικά,


Αθήνα 2015, εκδ. Αποστολική Διακονία, σελ. 37-41.
Η ύπαρξη πνευμάτων αγαθών ή κακών αποτελεί βασικό σημείο της ορθόδοξης πίστης μας. Τα αγαθά πνεύματα είναι οι άγγελοι και τα κακά οι δαίμονες. Για τον ύπαρξη και το έργο τους κάνουν λόγο η αγγελολογία και η δαιμονολογία της ορθόδοξης δογματικής. Η διαφοροποίηση των πνευμάτων δεν είναι οντολογική. Είναι βλάσφημο να πούμε ότι ο Θεός έπλασε από την αρχή τα πνεύματα, αγαθά και πονηρά. Ιδίως για τα δεύτερα, προσκρούουμε αδυσώπητα στην αγαθότητα και την αγιοσύνη του Θεου. Ο Θεός δεν έπλασε κακούς τους δαίμονες, γιατί αιτία της κακότητάς τους θα ήταν ο ίδιος ο Θεός! Ποιός όμως μπορεί να εκφέρει τέτοια ανήκουστη κρίση; Ο Θεός έπλασε όλα τα πνεύματα αγαθά, όμοια και ίσα μεταξύ τους . Η διαφορότητα μεταξύ τους οφείλεται στην ελεύθερη και εθελότρεπτη φύση τους. Μετά από χρόνο δοκιμασίας, τα μεν, παραμείναντα πιστά στο θέλημα του πλαστουργού τους, παγιώθηκαν στο αγαθό και έγιναν οι καλοί και αγαθοί άγγελοι. Αλλά πάλιν αποσπάστηκαν από τον δημιουργό, και, κυνηγώντας την τελείωσή τους έξω και άσχετα από τον Θεό, ξέπεσαν του σκοπού και του τέλους της δημιουργίας τους, έγιναν πνεύματα πονηρά, παγιωθέντα στην αμαρτία και το κακό.
Ανάλογα με την έκβαση της υπόθεσής τους είναι και το έργο που επιτελούν, το οποίο καθορίζει τη θέση τους στην αιωνιότητα. 'Ετσι, οι μεν άγγελοι, αφοσιωμένοι πλήρως στον Θεό, είναι πνεύματα λειτουργικά, τα εκτελεστικά όργανα των σκοπών της θείας βασιλείας, βοηθώντας τα πιστά μέλη της Εκκλησίας στην επίτευξη της σωτηρίας τους (1), · ενώ οι δαίμονες, πνεύματα σκοτεινά και απαίσια, είναι οι εχθροί του Θεού (2) και της Εκκλησίας, οι οποίοι πολεμούν κάθε τι που έχει σχέση με τον Θεό, ιδίως δε τον άνθρωπο και ιδιαίτερα τους ευσεβείς και δίκαιους, τους οποίους φθονούν και λυσσωδώς πολεμούν τη σωτηρία τους. Είναι όμως βέβαιο ότι τα πνεύματα δεν μπορούν να εκβιάσουν τη θέληση των ανθρώπων είτε προς τα αγαθά είτε προς το κακό. Απλώς επηρεάζουν προς κάθε κατεύθυνση. Αν και δεν είναι ορατή η επίδραση αυτή καμιά φορά την ψαύουμε σχεδόν χειροπιαστά μέσα μας και συλλογικά στην κοινωνική συμβίωση και με τους άλλους άνθρώπους. Αυτό ισχύει πιο πολύ για την καταστροφική επενέργεια των δαιμόνων, ενώ το καλό έργο των αγγέλων (του φύλακα αγγέλου) είναι λιγότερο αισθητή, πολλές φορές ανεπαίσθητη. Η επενέργεια αυτή είναι δυνατή λόγω της συγγένειας των αγγελικών και δαιμονικών φύσεων με τις ανθρώπινες ψυχές, που είναι ομοίως πνευματικές. Ο κάθε άνθρωπος περιστοιχίζεται από πλήθος πνευμάτων, αγαθών και πονηρών. Και ενώ αυτός παραμένει ανυποψίαστος, επειδή δεν τα βλέπει, αυτά προσπαθούν να τραβήξουν με το μέρος τους τη συγκατάθεση της βούλησής τους. Το αποτέλεσμα καθορίζει πάντα η ελεύθερη στροφή και συγκατάνευση της βούλησης του ανθρώπου.
Είναι λογικό να υποθέσουμε, ότι τα πνεύματα τα τόσο δραστήρια στον καθορισμό της ηθικής ζωής των ανθρώπων κατά τη διάρκεια της επίγειας ζωής, δεν θ' απουσιάζουν κατά τις κρίσιμες ώρες του θανάτου. Η παρουσία τους κατά το θλιβερό τέλος είναι πολύ έντονη και, θα λέγαμε, κυρίαρχη και κατακτητική. Η ηθική ποιότητα που χαλκεύθηκε μεταξύ του κάθε ανθρώπου και των πνευμάτων, θετική ή αρνητική, δίνει στα πνεύματα τη δυνατότητα να παρευρίσκονται στις επιθανάττες στιγμές γύρω από τον ψυχορραγούντα για να πάρουν την ψυχή του. Η ψυχή τις ύστατες εκείνες ώρες και στο μέτρο που σιγά-σιγά αποκολλάται από τις φυσικές αισθήσεις του σώματος, βλέπει τα πνεύματα. Και αν μεν αυτά είναι αγαθά η ψυχή νιώθει άφατη χαρά, αποχωριζόμενη του σώματος φεύγει από τον κόσμο με ένα ελαφρό μειδίαμα διαγραφόμενο στο πρόσωπο του άψυχου λειψάνου. Αντίθετα, αν υπήρξε πονηρή και φαύλη, βλέπει τα πονηρά πνεύματα με αποτομία να τη διεκδικουν, σπαρασσόμενη από αγωνία και φόβο. Ζητάει βοήθεια, άπρακτα όμως καθικετεύει (4). . Κανένας δεν την ακούει. Ο δεσμός με το πονηρό πνευμα, που δημιουργήθηκε στην αμαρτία, είναι αδιάρρηκτος. Δεν υπάρχει ελευθερία και διαφυγή. Αυτό διαπιστώνει κανείς και εξωτερικά, παρακολουθώντας την αγωνία κατά τον επιθανάτιο ρόγχο των ψυχορραγούντων. Η θέαση είναι όντως συγκλονιστική. Η προσευχή που απευθύνουν οι πιστοί στην Παναγία είναι χαρακτηριστική: «Και εν τω καιρώ της εξόδου μου την αθλίαν μου ψυχήν περιέχουσα και τας σκοτεινάς όψεις των πονηρών δαιμόνων πόρρω αυτής άπελαύνουσα».
Τις αλήθειες αυτές μας διδάσκει ο ίδιος ο Κύριος. Στην παραβολή του πλουσίου και του Λαζάρου λέγεται, ότι πέθανε ο κακός πλούσιος και ετάφη χωρίς κανένα άλλο σχολιασμό. Αντίθετα, όταν πέθανε ο Λάζαρος, ήλθαν άγγελοι και πήραν την ψυχή του, την οποία οδήγησαν στον ουρανό και απέθεσαν στους μακάριους κόλπους του Αβραάμ. Η οικειότητα αυτή του μαχητή της αρετής με τα αγαθά πνεύματα είχε χαλκευθεί στον πυλώνα του πλουσίου στη γη, όπου ο καρτερικός, και άρρωστος μαχητής, λησμονημένος απ' όλους προσπαθούσε, παρέα με τα σκυλιά, να χορτάσει την πείνα του τρώγοντας από τα ψίχουλα που έπεφταν από το τραπέζι του σκληρού και ασωτου δεσπότη. Είναι φυσικό να υποθέσουμε, ότι στον πυλώνα του πλουσίου, φτερουγίζοντες άγγελοι του Θεού, διακονούσαν το απερριμένο από τους ανθρώπους πλάσμα. Αυτοί στο τέλος πήραν και την ψυχή του. Όμοια, στην παραβολή του άφρονα πλουσίου (αλήθεια πόσο κακός είναι ο πλούτος σε χέρια κακών ανθρώπων!), του οποίου η ψυχή είχε τελείως διαβρωθεί από το υλικό φρόνημα της γης και ζούσε χωρίς κανένα πνευματικό οραματισμό, όταν πέθανε ήλθαν πνεύματα απαιτητικά ζητώντας να πάρουν την ψυχή του (5). . Ήταν οι δαίμονες με την κρυφή συντροφιά των οποίων έζησε εκείνος όλο το διάστημα της ζωής του.
Αλλά και στην Παράδοση της Εκκλησίας εξαίρεται επαρκώς το σημαντικότατο αυτό δίδαγμα. Ο ιερός Βασίλειος, γράφοντας προς παρθένο που ξέπεσε της περιωπής της , της υπενθυμίζει την ώρα του θανάτου «και αγγέλους επισπεύδοντας και φυχήν εν τούτοις δεινώς θορυβουμένην και αμαρτωλώ ουνειδότι μαστιγουμένην» (6). Ο δε άγιος Γρηγόριος Νύσσης απευθυνόμενος προς όσους σκόπιμα και ωφελιμιστικά βράδυναν το βάπτισμα, εκφράζει σοβαρές επιφυλάξεις κατά πόσο «ψυχήν αφώτιστον και τη χάριτι της παλιγγενεσίας μη κοσμηθείσαν υποδέχονται άγγελοι μετά τον χωρισμόν του σώματος. Πως γαρ την εσφράγιστον, την μηδέν της δεσποτείας επίσημον φέρουσαν »; (7) Εκφράζει δε την άποψη, ότι η ψυχή αυτή θα παραμένει αζήτητη, αλητεύουσα και πλανώμενη στον αέρα, όπως η ψυχή του πλουσίου που ντυνόταν με βύσσο και δούλευε στις τρυφές και απολαύσεις, μαζεύοντας ύλη για το άσβεστο πυρ της κολάσεως (8). . Αλλά και ο Ιερός Χρυσόστομος κάνει λόγο περί της τελευταίας ημέρας κατά την οποία τα αμαρτήματα ανακατεύουν την ψυχη, αναφέροντας τους φοβους που δοκιμάζουν πολλοί άποθνησκοντες όταν αντικρίζουν «απειληφόρους αγγέλους και δυνάμεις αποτόμους» (9). Τέλος και ο Ιερός Αυγουστίνος, παρακαλώντας τον Θεό για τη μητέρα του που μόλις πέθανε, και αναφερόμενος στον εχθρό διάβολο τον ερευνώντα τα σφάλματά μας για να βρει κάτι ν' αντιτάξει εναντίον μας, ζητεί το λιοντάρι και ο δράκοντας (ο διάβολος) να μην παρεμβάλει τον εαυτό του μεταξύ της ψυχής εκείνης και του Θεου ούτε βίαια ούτε και με πανουργία (10). .

ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
( 1)Εβρ. 1,14: «Οὐχὶ πάντες εἰσὶ λειτουργικὰ πνεύματα εἰς διακονίαν ἀποστελλόμενα διὰ τοὺς μέλλοντας κληρονομεῖν σωτηρίαν;».
(2) Είναι ο εχθρός ο σπείρων τον αγρόν του Θεού με ζιζάνια (Ματθ. 13,28).
(3) Σαν μανιασμένα λιοντάρια (Α΄ Πετρ. 5,8).
(4) Επικήδεια ακολουθία.
(5) Λουκ. 12,20.
(6) PG 32, 377.
(7) PG 46, 424.
(8) Αυτόθι.
(9) PG 58, 532.
(10) PL 32, 778- 779.
40. Αυτόθι
41. Ίω. 3,18.
42. Τιτ. 3,11.

Τοῦ Ψυχοσάββατου ἡ Ἱκέσιος Δέησις

Τοῦ Ψυχοσάββατου ἡ Ἱκέσιος ΔέησιΣ

Τοῦ Ψυχοσάββατου ἡ Ἱκέσιος Δέησις

«Ὑπὲρ παντὸς κοιμηθντων γνους βροτῶν, ἡλικας Δσποτα,
ἀξιματος ὁμοῦ, καὶ μεγθους, παντες θερμῶς,
δυσωποῦμεν, ὅπως σσῃς οὓς μετστησας»

πέναντι στὸ θάνατο, ποὺ κληρονομήσαμε ἀπὸ τοὺς πρωτόπλαστους καὶ τὸν Ἄγγελο τοῦ Σκότους, ὁ Πανάγαθος Θεὸς μᾶς χάρισε τὸ μεγάλο καὶ μοναδικὸ προνόμιο τῆς Μνήμης. Τῆς Μνήμης ποὺ λειτουργεῖ μὲ τρόπο εὐεργετικὸ καὶ ἀκριβέστατο, γιατὶ διασώζει, τὰ Πρόσωπα ποὺ ἀναχώρησαν γιὰ πάντα καὶ τὰ Γεγονότα μὲ τὰ ὁποῖα συνδέονται, ἀρυτίδωτα μέσα μας. Τὰ κρατοῦμε, λοιπόν, ἀθάνατα μέσα μας, μέχρι τῆς τελευτῆς μας ἀπὸ τὰ πρόσκαιρα, ποὺ ζοῦμε καὶ ὑπάρχουμε καὶ πορευόμαστε ἴσαμε τὴν αἰωνιότητα ποὺ προσδοκοῦμε. Διακρατῶντας πάντα Μνήμη Ἀγαθὴ καὶ φιλάνθρωπο.
   Γι᾿ αὐτὸ καὶ οἱ πάνσοφοι τῆς Ἐκκλησίας μας Πατέρες ἐθέσπισαν γιά τὸ Σάββατο, τὸ κάθε Σάββατο,-πλὴν τοῦ Μ. Σαββάτου- νὰ εἶναι ἀφιερωμένο στοὺς Κεκοιμημένους, στοὺς προσφιλεῖς μας δηλαδή, συγγενεῖς καὶ γνωστούς ποὺ ἔφυγαν ἀπὸ σιμά μας, μὲ κορύφωση τὰ δύο Ψυχοσάββατα τοῦ ἔτους, ὅπου καὶ ἡ ἰδιότυπος τελεῖται πανήγυρις «ἁπάντων κατ᾿ ὄνομα, μετὰ πίστεως ζησάντων εὐσεβῶς...πατέραςκαὶ ἀδελφοὺς ἠμῶν, φίλους ὁμοῦ καὶ συγγενεῖς, ἅπαντα ἄνθρωπον τὰ τοῦ βίου λειτουργήσαντα πιστῶς». Πανήγυρις ναί, γιατὶ  ἡ σύναξις τῶν πιστῶν τὰ Ψυχοσάββατα, ὅπως εἶναι τὸ σημερινό δηλαδή, ἕνα σκοπὸ ἔχει: Στὸ νὰ δεηθοῦμε ὅλοι μας ὅπως, «Αἱ ψυχαὶ αὐτῶν [τῶν Κεκοιμημένων μας] ἐν ἀγαθοῖς αὐλισθήσονται» . Κι ὅλοι μας ξέρουμε τὶ σημαίνει αὐτὸ τὸ, αὐλίζομαι.
   Ψυχοσάββατο, λοιπόν, καὶ σήμερα. Μὲ τὴν ἀγαθὴ τὴ Μνήμη νὰ ἐμφανίζει ἐμπρὸς μας ὅλους τοὺς προσφιλεῖς ποὺ ἤδη ἀναχώρησαν. Ἀναχώρησαν καὶ βρίσκονται πιὰ «ἐν οὐρανίοις θαλάμοις»  μὲ τὴν λαμπάδα τῆς ψυχῆς τους ἀναμμένη, ὅπως τὴν κράτησαν στὸν Ἐπιτάφιο καὶ στὴν Ἀνάσταση, γιατὶ προσδοκοῦν καὶ τὴ δικιά τους Ἀνάσταση. Γι᾿ αὐτὸ καὶ τὴ σημαδιακὴ αὐτὴ καὶ κορυφαία τοῦ ἔτους ἠμέρα τοὺς μνημονεύουμε καλῶντας τους, ἕναν-ἕναν μὲ τὸ ὄνομά του. Κι ἔχει τὴ σημασία του αὐτὴ ἡ ἐκφώνηση τοῦ κάθε ὀνόματος καὶ μάλιστα σὲ ὥρα ἱερή, ὥρα εὐχαριστιακῆς δεήσεως καὶ προσευχῆς. Γιατὶ τὸ κάθε ὄνομα εἶναι δηλωτικὸ τῆς ὑπάρξεως αὐτοῦ ποὺ τὸ ἔφερε. Καὶ μάλιστα δὲν τὸ ἔφερε τυχαῖα, δηλαδή δὲν ἦλθε στὸν κόσμο μὲ τὸ ὄνομα ποὺ εἶχε σ᾿ ὁλάκερο τὸν ἐπίγειο βίο του. Τὸ ὄνομα τὸ ἔλαβε κατὰ τὴν φρικτὴ τὴν ὥρα τοῦ Μυστηρίου τοῦ Βαπίσματος «συνταφεὶς αὐτῷ ( τῷ Κυρίῳ) διὰ τοῦ Βαπτίσματος».  Αὐτό, λοιπόν, τὸ ὄνομα τὸν κάνει νὰ ξεχωρίζει, ἀκόμα καὶ τώρα ποὺ μνημονεύεται μὲ τοὺς Κεκοιµηµένους τούτη τὴν χαρισµατικὴ ἡµέρα τοῦ Ψυχοσαββάτου. Νὰ ξεχωρίζει ὡς πρόσωπο, ὡς ποίηµα τοῦ Δηµιουργοῦ ( πρβλ. τό, «ποιήσωµεν...» Γεν, 1,26-27), ἀλλὰ καὶ  νὰ καθίσταται «τοῦ Παραδείσου πολίτης καὶ γεωργός». Μὲ µιὰ λεπτοµέρεια: ὅτι δὲν ἦταν καὶ δὲν ὑπῆρξε στὰ χέρια τοῦ Δηµιουργοῦ του µιὰν ἄχρηστη µονάδα, ἀλλ᾿ ὁ ἐκλεκτὸς τοῦ Θεοῦ. Γι᾿ αὐτὸ καὶ ὁ Θεὸς τὸν καταχωρίζει «ἐν βίβλῳ ζωῆς» ἀµέσως µόλις λάβει τὸ ὄνοµα, κατὰ τὴν ὥρα «τοῦ ποιῆσαι Κατηχούµενον».  Αὐτὀ, λοιπόν, τὸ ὄνοµα, ποὺ δὲν εἶναι µιὰ ἁπλῆ γραµµατοσειρά, ἀλλὰ λέξη µὲ βαθὺ θεολογικὸ καὶ ἱστορικὸ περιεχόµενο, εἶναι ἡ ἀπόδειξη τῆς Μνήµης ποὺ ἀπαιτεῖται νὰ διατηρηθεῖ «εἰς αἰῶνας αἰώνων».  Δὲν πειράζει ἄν οἱ ἄνθρωποι λησµονήσουν κάποτε τοὺς προγόνους τους —φυσικὸ εἶναι—καθὼς τὰ χρόνια σωρεύουν στάχτη καὶ λήθη.  Ἀρκεῖ ποὺ ἡ Ἐκκλησία, αὐτὴ τὴ θεοΐδρυτη ἑορτὴ καὶ πανήγυρι τοῦ Ψυχοσαββάτου, θυµᾶται καὶ µνηµονεύει τῶν κεκοιµηµένων, διδάσκοντας παράλληλα, ὅτι κι ἐµεῖς στὸ ἴδιο τὸ µονοπάτι ὁδοιποροῦµε,  «ὅπου πάντες βροτοὶ πορευσόµεθα, ἐπιτάφιον θρῆνον ποιοῦντες ᾠδὴν τό, Ἀλληλούϊα».  Ἀµήν...

Τετάρτη 17 Ιουνίου 2020

Ὁ θάνατος τοῦ θανάτου Anthony Bloom (Metropolitan of Sourozh (1914- 2003))





Ἡ ἰδέα τοῦ θανάτου καὶ τῆς αἰώνιας ζωῆς διαπερνᾶ σὰν ἕνα κατακόκκινο νῆμα ὁλόκληρη τὴ Γραφή, τόσο τὴν Παλαιὰ ὅσο καὶ τὴν Καινὴ Διαθήκη καὶ ὁ θάνατος μᾶς παρουσιάζεται σὰν κάτι τὸ παράλογο, τὸ ἄσκοπο, κάτι τὸ ὁποῖο δὲ θὰ ἔπρεπε νὰ ὑπάρχει. Ὁ Ἀπ. Παῦλος μᾶς λέει (1 Κόρ.15.26) ὅτι ὁ τελευταῖος ἐχθρὸς ὁ ὁποῖος θὰ καταργηθεῖ ἀπὸ τὸν Κύριο εἶναι ὁ θάνατος. Ὁμολογοῦμε ὅτι κατὰ τὴν ἔσχατη μέρα θὰ γίνει ἡ ἀνάσταση τῶν νεκρῶν καὶ ἀναμένουμε τὴ νίκη κατὰ τοῦ θανάτου. Καὶ πραγματικά, ὁ Χριστὸς δὲ μᾶς δίδαξε πὼς θὰ ἀγωνιζόμαστε γενναῖα ἐναντίον τοῦ θανάτου, οὔτε καὶ μᾶς δίδαξε ἁπλῶς πῶς νὰ τὸν ἀντιμετωπίζουμε ἄφοβα: μᾶς ἔδειξε τὴ νίκη κατὰ τοῦ θανάτου.

Ὁ θάνατος δὲν ἀρχίζει ἀπὸ τὴ στιγμὴ κατὰ τὴν ὁποία ἡ ψυχὴ χωρίζεται ἀπὸ τὸ σῶμα- μπορεῖ κατὰ τὴ διάρκεια μιᾶς ζωῆς νὰ ὑπάρξει ἕνας ὁποιοσδήποτε ἀριθμὸς θανατηφόρων, φονικῶν στιγμῶν εἶναι πάρα πολλὲς ζωὲς ποὺ βρῆκαν τὸ τέλος τους ἐνῶ τὸ πρόσωπο ἐξακολούθησε τὴ ζωὴ πάνω στὴ γῆ: φτάνει κάποιος νὰ συνειδητοποιήσει ἤ νὰ φανταστεῖ ὅτι ἡ ζωὴ του εἶναι ἄσκοπη, ὅτι κανεὶς δὲν τὸν χρειάζεται, φτάνει νὰ αἰσθανθεῖ ὅτι ὅλοι τὸν ἔχουν ἀποστραφεῖ, παραμελήσει, γιὰ νὰ βρεθεῖ στὴ χώρα τοῦ θανάτου. Ὁ θάνατος στὴν πιὸ τρομακτικὴ καὶ ἀληθινὰ τελειωτικὴ μορφή του δὲν εἶναι ἡ σωματικὴ νέκρωσή μας ἀλλὰ ὁ χωρισμὸς ἀνάμεσα στὶς ἀποξενωμένες καρδιές: «εἶσαι ἀνεπιθύμητος, ἄχρηστος - εἶναι σὰν νὰ μὴν ὑπάρχεις πιά». Αὐτὴ εἶναι ἴσως ἡ πιὸ τρομακτικὴ ἁμαρτία τὴν ὁποία ἕνας ἄνθρωπος μπορεῖ νὰ διαπράξει ἔναντι κάποιου ἄλλου, νὰ τὸν κάνει νὰ αἰσθανθεῖ μὲ λόγια ἤ ἐνέργειες ὅτι εἶναι περιττὸς καὶ ἀνεπιθύμητος, ὅτι ἁπλῶς ὑπάρχει καὶ θὰ ἔκανε τὸ ἴδιο ἂν δὲν ἦταν ἐκεῖ.

Ἀπὸ τὴν Ἀνάσταση στὴν Ἀνάληψη Anthony Bloom (Metropolitan of Sourozh (1914- 2003))



 



Ἡ περίοδος τοῦ Πάσχα ἔφτασε στὸ τέλος της. Ἡ ἡμερα τῆς ἀπόδοσης τοῦ Πάσχα εἶναι ἡ μέρα ποὺ ἀκούσαμε  γιὰ τελευταία φορὰ τὶς πανηγυρικὲς Ἀναστάσιμες ψαλμωδίες. Τὸ Πάσχα ὅμως, τὸ θαῦμα τῆς Ἀνάστασης τοῦ Χριστοῦ θὰ παραμείνει μαζί μας. Ὅλα ἐκεῖνα ποὺ μᾶς χαροποίησαν τὴ βραδιά τοῦ Πάσχα, ἡ ἔκσταση γιὰ τὸ ἀδειανὸ μνημεῖο, γιὰ τὴ σωματικὴ ἔγερση τοῦ Χριστοῦ, γιὰ τὴν ἐμφάνισή Του στοὺς μαθητὲς - καὶ σ' ἐμᾶς - μέσα στὴ δόξα, τὴ νίκη καὶ τὸ θρίαμβο παραμένουν μαζί μας παρὰ τὸ ὅτι τώρα ὁ Κύριος ἀνεβαίνει στοὺς οὐρανούς.

Ἡ Ἀνάληψη εἶναι μιὰ μυστηριώδης γιορτή: εἶναι μιὰ γιορτὴ στὴν ὁποία γιορτάζουμε ἕνα χωρισμό.

Τὸ βράδυ πρὶν ἀπὸ τὸ Σταυρικό Του θάνατο ὁ Χριστὸς εἶπε στοὺς μαθητές Του ὅτι θὰ τοὺς συνέφερε ἂν Ἐκεῖνος ἔφευγε, διότι τότε θὰ τοὺς ἔστελλε τὸν Παράκλητο, τὸ Πνεῦμα τὸ ὁποῖο θὰ τοὺς ὁδηγοῦσε στὴν ἀλήθεια (Ἰω. 16.7-16). Ἡ χαρὰ τοῦ χωρισμοῦ: χαρὰ γιὰ τὸ ὅτι ὁ Χριστὸς ἀνεβαίνει τώρα στὸν Πατέρα γιὰ νὰ καθίσει στὰ δεξιὰ τῆς θεϊκῆς δόξας• χαρὰ καὶ γιὰ τοὺς ἑαυτούς μας διότι ἔχοντας ὁ Χριστὸς ἀναστηθεῖ σωματικά, σωματικὰ καὶ θὰ ἀναληφθεῖ καί, ὅπως λέει ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος, ἂν θέλουμε νὰ γνωρίσουμε τὸ μεγαλεῖο τοῦ ἀνθρώπου καὶ τὴ δόξα ποὺ ἔχει σπαρεῖ μέσα του θὰ πρέπει νὰ κοιτάξουμε ψηλὰ στὸ θρόνο τοῦ Θεοῦ κι ἐκεῖ θὰ δοῦμε καθισμένο στὰ δεξιὰ τοῦ Θεοῦ Πατέρα τὸν Ἄνθρωπο Ἰησοῦ Χριστό, τὸν ἐνσαρκωμένο Γιὸ τοῦ Θεοῦ. Μὲ τὴν Ἀνάσταση καὶ τὴν Ἀνάληψη τοῦ Κυρίου τὸ ἀνθρώπινο γένος ἔχει εἰσέλθει στὸ ἴδιο τὸ μυστήριο τῆς Ἁγίας Τριάδας. Ὁ ἄνθρωπος Ἰησοῦς εἶναι καὶ Θεός μας.

Νὰ ὅμως ποὺ ἐνῶ χαιρόμαστε γιὰ τὸ τρόπαιο τοῦ Κυρίου, γιὰ τὸ δοξασμὸ τοῦ ἀνθρώπου, παραμένουμε ταυτόχρονα σὰν ὀρφανοὶ πάνω στὴ γῆ ὅπως καὶ οἱ πρῶτοι μαθητές, ὅπως καὶ ὅλοι οἱ μαθητὲς κατὰ τὴ διάρκεια τῶν αἰώνων. Ὅσο καιρὸ εἴχαμε ἀνάμεσά μας τὸ Χριστό, ὅπως τὸ λέει καὶ τὸ σημερινὸ Εὐαγγέλιο, ἦταν Ἐκεῖνος τὸ Φῶς μας. Τώρα βρίσκουμε τοὺς ἑαυτούς μας στὸ ἡμίφως ἤ τὸ σκοτάδι τῶν προσωπικῶν μας ζωῶν· στὸ ζόφο τοῦ ἐπίγειου ἀνθρώπινου πεπρωμένου.

Παρασκευή 12 Ιουνίου 2020

«Πίστη και Προσδοκία της Ανάστασης» κατά τον όσιο Σωφρόνιο τον Αγιορείτη (Έσσεξ)Χριστίνα Κατζουράκη, Ιατρός, Θεολόγος, Mr Θεολογίας


«Η ευλογία του Θεού να είναι με όλους σας, και ας ετοιμασθούν οι ψυχές σας για την ένδοξη μετάβαση στον άλλο κόσμο με την πλήρη ελπίδα, με την αδίστακτη πίστη στην ανάστασή μας…Η πίστη του ανθρώπου αποτελεί μεγάλη δύναμη που καταρτίζει τον ίδιο…Να δώσει σε όλους σας ο Κύριος την πίστη αυτή»[1].
Τον λόγο αυτό απευθύνει με επιστολή του, ο Άγιος Σωφρόνιος, σε οικείο του πρόσωπο, μα και σε όλους εμάς, στους ανθρώπους κάθε εποχής, προτρέποντάς μας ασταμάτητα: σε έναν κόσμο όπου όλα μεταβάλλονται, είναι απόλυτα αναγκαίο εμείς να αναζητάμε το αμετάθετο Είναι.Σε συνθήκες ενός κόσμουόπου όλα αδιάκοπα σαλεύονται, εναποθέτοντας με την πραγματικότητά του αυτή, επάνω μας όλο το δυσβάστακτο βάρος του, εμείς πρέπει να αναζητούμε το ασάλευτο[2]. Να αναζητούμε την ανάστασή μας για την αιωνιότητα, που γεννά μέσα μας τη σκέψη για το μη σαλευόμενο[3].Την «ασάλευτον Βασιλεία» (Εβρ. 12,28), την οποία, ο άγιος Σωφρόνιος αντιμετωπίζει σαν τρόπο εκδήλωσης της Θεότητας, δηλαδή σαν Θείο ιδίωμα.
Η Ανάσταση του Χριστού. Γεγονός μοναδικό, που όμως μέσα στην μοναδικότητά του κρύβει την ανάσταση του ανθρώπου. «Πρόκειται για μας τους ίδιους, για τη δική μας ανάσταση»[4].

«Προσδοκώ Ανάστασιν νεκρών και ζωήν του μέλλοντος αιώνος. Αμήν». Πίστη και προσδοκία, εν Αγίω Πνεύματι. Η  ζωοποιός δύναμη, η ικανή να δεχθεί τη ζωή. Και πού βρίσκεται η δημιουργική αυτή δύναμη; Στην προσευχή «παρ΄ελπίδα επ’ ελπίδι» (Ρωμ.4,18). «Αν ζούμε με την προσευχή, τότε πρέπει να αυξάνει διαρκώς μέσα μας η ενέργεια του Θείου Πνεύματος της ασάλευτης Ζωής». Πίστη και προσδοκία. «Πιστεύω», η λέξη με την οποία αρχίζει το Σύμβολο της Πίστεως. «Προσδοκώ» μια λέξη άλλης τάξεως με την οποία τελειώνει. «Όχι μόνο πιστεύω, αλλά και αναμένω». «Αυτή η ίδια η αναμονή- προσδοκώ ανάστασιν- είναι ήδη ενέργεια, που οπωσδήποτε και απαρέγκλιτα θα μας αναστήσει». «Όταν πραγματικά αναμένουμε την ανάσταση των νεκρών, τότε εκεί κρύβεται ενέργεια, δύναμη που θα μας αναστήσει…»[5].
«Έτσι πρέπει να ζούμε: με το “προσδοκώ”. Διότι η ενέργεια της Αναστάσεως βρίσκεται στην πίστη». «Αν εμβαθύνετε στην προσδοκία της αναστάσεως των νεκρών, ελπίζω ότι ο καθένας θα διαισθανθεί ότι περιμένουμε την ανάσταση των νεκρών, διότι για μας πραγματικότητα είναι η αυθεντική πραγματικότητα του Αιωνίου Είναι. Αν, λοιπόν, έχουμε την προσδοκία αυτή, η ενέργειά της οπωσδήποτε θα μας αναστήσει, με άγνωστο τρόπο»[6].
Προσδοκούμε την Ανάσταση εκ των νεκρών. Προσδοκούμε μετοχή στην αιώνιο ζωή, αυτήν την «άλλη» μορφή του είναι. Την μοναδική αδιάστατη πράξη του πληρώματος του είναι, που περιπτύσσεται όλη την έκταση του χρόνου, δίχως η ίδια να έχει έκταση, ούτε να εμφανίζεται ως συνέχεια του χρόνου στο ατελεύτητο. Στην τελική έκβαση της ζωής μας δεν θα υπάρχει πλέον χρόνος, που αποτελεί μορφή της ευμετάβλητης υπάρξεως, όπου εμπεριέχεται το στοιχείο του πάθους[7].Το περιεχόμενό της θα αλλάξει και θα γεμίσει με την ατελεύτητη δύναμη της ζωής του Ίδιου του Θεού. Θα αποκτήσουμε με σύνεση, μέσα μας την Άκτιστη Ενέργεια, η οποία κατά τη φύση της ανήκει μόνο στον αιώνιο Θεό και αποτελεί το αιώνιο Είναι, υπερβαίνοντας την κατάσταση της δημιουργίας η οποία αποτελεί διαδικασία που εμείς ονομάζουμε χρόνο. Εδώ δεν εφαρμόζονται οι έννοιες της εμπειρικής πραγματικότητας, της έκτασης και της διαδοχικότητας, της αρχής και του τέλους, του πριν και του μετά[8]. «Η αιωνιότης δεν έχει διάρκειαν, καίτοι περιβάλλει πάσας τας εκτάσεις των αιώνων και του κοσμικού χώρου. Δυνάμεθα να ομιλώμεν περί αυτής ως “περί αιωνίου στιγμής”, ήτις δεν υπόκειται εις ορισμόν ή καταμέτρησινχρονικήν, διαστημικήν ή λογικήν. Εν αυτή τη ανεξιχνιάστω αιωνία στιγμή, και ημείς, κατά την δωρεάν του Αγίου Πνεύματος, θα περιλάβωμεν εν αγάπη την πληρότητα της απ’ αιώνος κτίσεως διά μιας στιγμιαίας, αθανάτου πράξεως όλης ημών της υπάρξεως. Και τότε ο Θεός θα είναι τα πάντα εν πάσι»[9]. Η ψυχή «βλέπει» με το άγιο Πνεύμα όλο τον  κόσμο, απ’ αρχής μέχρις εσχάτων, τον Αδάμ παγγενή και τον αγκαλιάζει με αγάπη, ξεφεύγοντας από τα όρια του πρόσκαιρου και του υλικού, και πραγματώνοντας την «εικόνα και ομοίωση» Θεού, στην οποίαν ανήκει η αιωνιότητα. Μετέχοντας στην αιώνια Ζωή το κτίσμα, νικώντας τον θάνατο, εν τω Αναστάντι Χριστώ, γίνεται αιώνιο επίσης, όχι μόνο με την έννοια της απεριόριστης παράτασης της ζωής του, αλλά και με την έννοια ότι γίνεται άναρχο, όχι κατ’ ουσίαν, αλλά κατά χάριν, ως κοινωνία με την αϊδιο Ενέργεια- Αγάπη του Θεού. Γιατί η σφαίρα της Θείας υπάρξεως στην οποία μπαίνει, δεν έχει ούτε αρχή ούτε τέλοςΗ Αγάπη αυτή «ως άναρχος και αμετάθετος ζωή του Τριαδικού Θεού διά της ενοικήσεως αυτής εν ημίν, δεν καθιστά ημάς μόνον αθανάτους, υπό την έννοιαν ότι η ύπαρξις ημών θα παρατείνηται εις τους αιώνας, αλλά και “ανάρχους”, διότι και η ενδοτριαδική Αγάπη είναι καθ’ εαυτήν άναρχος. Το ΄άκτιστον Φως, συγκαταβαίνον εις τον άνθρωπον, δίδει εις αυτόν την ζώσανπείραν της Αγάπης ταύτης. Η ενέργεια αυτής υπερνικά τον πλήξαντα ημάς θάνατον και βιούται ως εκ νεκρών ανάστασις εις νέαν, άναρχον πλέον ζωήν»[10].

Αυτή η δύναμη της «προσδοκίας» προσεγγίζεται από τον άγιο Σωφρόνιο και από την αρνητική, την αντίθετή της όψη. Την απόγνωση. Ως απουσία της συνειδήσεως της προσδοκίας. Για τον άγιο η απόγνωση «είναι η απώλεια της συνειδήσεως εκείνης, την οποία θέλει ο Θεός ως προϋπόθεση για να μας δωρίσει την άναρχη ζωή Του»[11]. Έτσι ο άνθρωπος ζει την απόγνωση ως μεγάλη αμαρτία και πάθος, αρνούμενος εκείνο που ο Θεός ετοίμασε για μας[12] και καταδικάζοντας μόνος του τον εαυτό του σε θάνατο[13]. «Ακριβώς εν αυτή τη αυτοκαταδίκη εις πλήρη μετά θάνατον εκμηδένισιν έγκειται η πνευματική ουσία της απογνώσεως»[14].
Αιώνια ζωή είναι η πνευματική ζωή. Η ειρήνη της καθαρής σκέψης και του ήθους στην αδιαίρετη ενότητά τους, με έννοια όχι ψυχολογική, δηλαδή ως υποκειμενική εμπειρία, αλλά έννοια οντολογική, δηλαδή ως τον Νου και την Αγάπη του Χριστού. «Αγάπη στη Σοφία και Σοφία στην Αγάπη. Κι’ αν αυτό ανταποκρίνεται στην αλήθεια, τότε αυθεντικά αιώνιος είναι ο Μόνος Θεός, ενώ εμείς μόνο κατά το μέτρο που μένουμε στον Θεό και ο Θεός σε μας»[15].
Το απ’ αιώνος απόκρυφον Μυστήριον της Θείας Αγάπης γνωρίζουμε στη Θεία Λειτουργία. «Εν αυτή ζώμεν όντως τον τύπον της αναστάσεως» και «αύτη σβεννύει την δίψαν του πνεύματος ημών δι’ άλλου ύδατος, «αλλομένου εις ζωήν αιώνιον(Ιωαν. 4,14)»[16].
Ωστόσο, κατά τον άγιο Σωφρόνιο, η μετοχή  στη χαρά της Αναστάσεως προϋποθέτει την μετοχή στην ζωή του Κυρίου και την ομοίωσή μας με Αυτόν,«διά της κοινωνίας εις τα παθήματα του Χριστού υπέρ ημών. Συμμετέχοντες εις την επίγειονζωήν του Κυρίου αποκτώμεν την Θείαν αιωνιότητα, την πεπληρωμένην αγάπης»[17]. Έτσι μόνον αν, κατά την δωρεάν του Αγίου Πνεύματος, αποκτήσουμε πείρα στη δική μας ζωή των καταστάσεων του Ιησού Χριστού στο Μυστικό Δείπνο, στη Γεθσημανή, στα κριτήρια του Άννα, του Καϊάφα και του Πιλάτου, αν μετέχουμε στην άρση του Σταυρού Του, στους βασανισμούς , τους εξευτελισμούς και το μαρτύριο της ανθρωποεγκαταλείψεως μα κυρίως της Θεοεγκαταλείψεως και στην Κάθοδο στον Άδη, βιώνοντας έτσι την πλήρη εν μετανοία κένωσή μας, μπορούμε να δεχθούμε την μετάδοση της πείρας της Αναστάσεως[18]. Μόνο αν, διά της δωρεάς του Αγίου Πνεύματος προσεγγίσουμε πνευματικά την αίσθηση του θανάτου του Χριστού, θα προσεγγίσουμε συνάμα και την δύναμη της Αναστάσεώς Του, φθάνοντας «τα τέλη των αιώνων» και ψηλαφώντας την Θεία Αιωνιότητα[19]. Διά του ζωοποιού πόνου και των παθημάτων οδηγούμαστε στην μετάνοια και στην αναγεννητική προσευχή της μετανοίας, η οποία μας οδηγεί «βραδέως εις ενεργόναίσθησιν της αναστάσεως της εαυτού ψυχής»[20], αυξάνοντας διαρκώς μέσα μας η ενέργεια του Θείου Πνεύματος, της ασάλευτης Ζωής[21] και τότε: «Ει ουνσυνηγέρθητε τω Χριστώ, τα άνω ζητείτε, ου ο Χριστός έστιν εν δεξιά του Θεού καθήμενος(Κοριν. 3,1)»[22].

Συχνή είναι η αναφορά του αγίου Σωφρονίου στην διαπίστωση πως τη χαρά της Αναστάσεως τη γευόμαστε, για πολύ σύντομο χρονικό διάστημα[23], ίσως για λίγες μόνο ώρες. Το γεγονός αυτό είναι, κατά κάποιο τρόπο, γεγονός μη αναμενόμενο, που αντλεί όμως την πραγματικότητά τουαπό τον προσανατολισμό του ίδιου του Ευαγγελικού μηνύματος.Η Ευαγγελική υπόσχεση και προσδοκία οδηγεί στο απόλυτα ασάλευτο της Βασιλείας του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος. Οδηγεί στην αιωνιότητα,που γεννά μέσα μας τη σκέψη για το μη σαλευόμενο, το αμετάθετο.Όμως,«η εμπειρία της ζωής αυτής έρχεται σε απόλυτη αντίθεση με την ιδέα μας για το ασάλευτο Είναι. Ωστόσο αυτό υπάρχει»[24]. Όλα ρέουν στην ζωή μας μέσα σε συνεχείς αλλαγές, εξασθενώντας την εμπειρία της σταθερότητας του αμετάθετου.Και μόνο βαδίζοντας, την Οδό του Κυρίου, σιγά, ταπεινά, υπομονετικά, κενωτικά, οδηγούμαστε «εκεί, όπου ο Κύριος είναι» και όπου καλεί τον Εκείνου διάκονο. Εξ’ άλλου, κατά τρόπο παράδοξο,το Πάσχα για μερικούς, διαπιστώνει ο άγιος Σωφρόνιος, είναι καιρός δοκιμασίας, που γίνεται αισθητή ως κάποιο κενό στο είναι, ως εξουσιαζόμενο από τον θάνατο. «Να, ήρθετο Πάσχα, κι όμως μένω στον θάνατο των παθών». Ναι, ίσως αυτό συμβαίνει. Όμως, κατά τρόπο απόλυτο η πάλη μας κατά των παθών θα πρέπει να διαπνέεται από την βεβαιότητα πως τίποτα τελικό δεν υπάρχει εκτός από τον Χριστό. Να διαπνέεται από την πίστη και την προσδοκία-αναμονή της αναστάσεως[25].
Το Πάσχα, που γιορτάζουμε προς το παρόν δεν είναι το άνω, είναι Πάσχα μερικό. Τύπος μόνο εκείνου του Αιωνίου, και δεν μπορούμε ακόμη να φθάσουμε στην τέλεια απόλαυση της χαράς[26]. Η ενέργεια της Αναστάσεως υπάρχει μέσα μας όχι όμως ακόμη με συντριπτικό τρόπο, όχι ακόμη ως κάτι το απόλυτα στέρεο[27]. Και μόνον όταν «ο Θεός έσται τα πάντα εν πάσι»(ΆΚορ. 15,28), τότε κι εμείς θα καταστούμε μέτοχοι της αιωνιότητος, όχι πλέον «εκ μέρους» και για σύντομο χρόνο, αλλά στην πληρότητα. Τότε μόνο θα καταστεί δυνατή η χαρά που δεν σκιάζεται από τίποτε[28].
«“Χριστός εγερθείς εκ νεκρών ουκέτι αποθνήσκει, θάνατος Αυτού ουκέτι κυριεύει” (Ρωμ. 6,9). Η νίκη Αυτού εν τη αιωνιότητι είναι βεβαία. Και το πνεύμα προσεύχεται εν ημίν:
Ο Κύριος μου και ο Θεός μου…
Νυν, Κύριε Ιησού Χριστέ, κατά την δωράν της ανεξιχνιάστου δυνάμεως καιευδοκίας Σου προς ημάς και εγώ μεταβαίνω εκ του θανάτου εις την ζωήν»[29].

Παραπομπές:

[1] Αρχιμ. Σωφρόνιος, Γράμματα στή Ρωσία, Ιερά Μονή Τιμίου Προδρόμου, Έσσεξ Αγγλίας 2009, σελ. 132.
[2] Αρχιμ. Σωφρόνιος, Γράμματα, σελ. 75.
[3] Αρχιμ. Σωφρόνιος, Οικοδομώντας τον ναό του Θεού μέσα μας και στους αδελφούς μας, τομ. Β’, Ιερά Μονή Τιμίου Προδρόμου, Έσσεξ Αγγλίας 2013, σελ. 261.
[4] Αρχιμ. Σωφρόνιος, Οικοδομώντας,τομ. Β’, σελ. 261.
[5] Αρχιμ. Σωφρόνιος, Γράμματα, σελ. 75-78.
[6] Αρχιμ. Σωφρόνιος, Οικοδομώντας,τομ. Β’, σελ. 40, 262, 275.
[7] Αρχιμ. Σωφρόνιος, Ἀγώνας Θεογνωσίας, Ιερά Μονή Τιμίου Προδρόμου, Εσσεξ Αγγλίας 2004, σελ. 256-257.
[8] Αρχιμ. Σωφρόνιος, Οικοδομώντας,τομ. Γ’, σελ. 76.
[9] Αρχιμ. Σωφρόνιος, Οψόμεθατόν Θεόν καθώς ἐστί, Ιερά Μονή Τιμίου Προδρόμου, Εσσεξ Αγγλίας 1992, σελ. 173.
[10 ]Αρχιμ. Σωφρόνιος, Οψόμεθα, σελ. 315, ο Γέροντας Σιλουανός, σελ. 161.
[11] Αρχιμ. Σωφρόνιος, Οικοδομώντας,τομ. Β’, σελ. 41.
[12] Αρχιμ. Σωφρόνιος, Οικοδομώντας,τομ. Γ’, σελ. 78.
[13] Αρχιμ. Σωφρόνιος, Οικοδομώντας,τομ. Β’, σελ. 41.
[14] Αρχιμ. Σωφρόνιος, Οψόμεθα, σελ. 416.
[15] Αρχιμ. Σωφρόνιος, Ἀγώνας Θεογνωσίας, σελ. 256-257.
[16] Αρχιμ. Σωφρόνιος, Οψόμεθα, σελ. 363.
[17] Αρχιμ. Σωφρόνιος, Οψόμεθα, σελ. 354.
[18] Αρχιμ. Σωφρόνιος, Οψόμεθα, σελ. 354.
[19] Αρχιμ. Σωφρόνιος, Οψόμεθα, σελ. 388.
[20] Αρχιμ. Σωφρόνιος, Οψόμεθα, σελ. 389.
[21] Αρχιμ. Σωφρόνιος, Οικοδομώντας,τομ. Γ’, σελ. 75.
[22] Αρχιμ. Σωφρόνιος, Οψόμεθα, σελ. 354.
[23] Αρχιμ. Σωφρόνιος, Οικοδομώντας,τομ. Β’, σελ. 223, 262.
[24] Αρχιμ. Σωφρόνιος, Οικοδομώντας,τομ. Β’, σελ. 262.
[25] Αρχιμ. Σωφρόνιος, Οικοδομώντας,τομ. Β’, σελ. 278.
[26] Αρχιμ. Σωφρόνιος, Ἀγώνας Θεογνωσίας, σελ. 257.
[27] Αρχιμ. Σωφρόνιος, Ἀγώνας Θεογνωσίας, σελ. 268.
[28] Αρχιμ. Σωφρόνιος, Ἀγώνας Θεογνωσίας, σελ. 257.
[29] Αρχιμ. Σωφρόνιος, Οψόμεθα, σελ. 389.

Δευτέρα 8 Ιουνίου 2020

Άγιος Παΐσιος: Οι πνευματικές προϋποθέσεις προκειμένου να ενεργήση το Άγιο Πνεύμα



Άγιος Παΐσιος: Το Άγιο Πνεύμα «δεν κατεβαίνει με μηχανές», δεν ενεργεί με κοσμικές νοοτροπίες.
Το Άγιο Πνεύμα δεν κατεβαίνει με μηχανές∙ γι’ αυτό η θεολογία δεν έχει καμιά δουλειά με το στείρο επιστημονικό πνεύμα.
Ο άγιος Παΐσιος ήταν ένας ευλογημένος ασκητής και τελικά άγιος της Εκκλησίας που είχε ξεκάθαρες θεολογικές σκέψεις, είχε προφητικό και αποστολικό χάρισμα, γι’ αυτό ο λόγος του είναι επίκαιρος.
Κάποτε ομίλησε για τις πνευματικές προϋποθέσεις προκειμένου να ενεργήση το Άγιο Πνεύμα. Είπε:
«Ο λόγος του μυαλού αλλοίωση δεν κάνει στις ψυχές, γιατί είναι σάρκα. Ο λόγος του Θεού που γεννιέται από το Άγιο Πνεύμα έχει την θεία ενέργεια και αλλοιώνει τις ψυχές. Το Άγιο Πνεύμα δεν κατεβαίνει με μηχανές∙ γι’ αυτό η θεολογία δεν έχει καμμιά δουλειά με το στείρο επιστημονικό πνεύμα.
Το Άγιο Πνεύμα κατεβαίνει μόνο Του, όταν βρη τις πνευματικές προϋποθέσεις στον άνθρωπο. Πνευματική προϋπόθεση είναι να ξεσκουριάση ο άνθρωπος τα πνευματικά του καλώδια, να γίνη καλός αγωγός, για να δεχθή το πνευματικό ρεύμα του θείου φωτισμού, και έτσι γίνεται πνευματικός επιστήμων, θεολόγος.
Όταν λέω “θεολόγος”, εννοώ αυτούς τους θεολόγους που έχουν αντίκρυσμα θεολογικό και το πτυχίο τους έχει αξία, και όχι αυτούς που έχουν μόνο χαρτί χωρίς αντίκρυσμα και το πτυχίο τους είναι όμοιο με τα χρήματα της Κατοχής».
Με πολλή διάκριση κρίνει τους εκκλησιαστικούς ηγέτες που ζούν σωματικά μόνον στην Ορθόδοξη Εκκλησία, αλλά «το είναι τους» βρίσκεται στην Δύση. Είπε:
Άγιος Παΐσιος: Κατάσταση Συναγερμού!!! - Παίρνουμε δύσκολους καιρούς και χρειάζεται πολλή προσευχή!!!
«Δυστυχώς ο δυτικός ορθολογισμός έχει επιδράσει και σε ανατολικούς ορθοδόξους άρχοντες και έτσι βρίσκονται σωματικά μόνον στην Ανατολική Ορθόδοξη Εκκλησία του Χριστού, ενώ όλο το είναι τους βρίσκεται στην Δύση που την βλέπουν να βασιλεύη κοσμικά.
Εάν έβλεπαν την Δύση πνευματικά, με το φως της Ανατολής, με το φως του Χριστού, τότε θα έβλεπαν το πνευματικό ηλιοβασίλεμα της Δύσης, που χάνει σιγά-σιγά το φως του νοητού Ηλίου, του Χριστού, και προχωρεί για το βαθύ σκοτάδι. Μαζεύονται και συνεδριάζουν και κάνουν συζητήσεις ατέλειωτες για πράγματα που δεν χωράει συζήτηση, που ούτε οι Άγιοι Πατέρες συζήτησαν εδώ και τόσα χρόνια.
Όλες αυτές οι ενέργειες είναι του πονηρού, για να ζαλίζουν και να σκανδαλίζουν τους πιστούς και να τους σπρώχνουν άλλους στην αίρεση και άλλους σε σχίσματα, και να κερδίζη έδαφος ο διάβολος. Πα, πα… βασανίζουν και μπερδεύουν τον κόσμο αυτοί οι άνθρωποι!».


Άγιο Πνεύμα
Άγιο Πνεύμα
Ο άγιος Παΐσιος είχε διορατικό και προορατικό νού και έβλεπε καθαρά την ζωή και την νοοτροπία πολλών συγχρόνων θεολόγων –Κληρικών και λαικών– που λέγονται ορθόδοξοι, αλλά με τις πράξεις τους απέχουν από τις προϋποθέσεις της Ορθοδόξου θεολογίας. Χωρίς τέτοιες προϋποθέσεις, ωθούν τους πιστούς «άλλους στην αίρεση και άλλους σε σχίσματα». Το Άγιο Πνεύμα «δεν κατεβαίνει με μηχανές», δεν ενεργεί με κοσμικές νοοτροπίες.Ν.Ι.
Πηγή: Ι.Μ. Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου