Σάββατο 27 Απριλίου 2019

Ο μεγάλος έρωτας κάθε ψυχής


 
ΙΔΟΥ Ο ΝΥΜΦΙΟΣ ΕΡΧΕΤΑΙ...

Κυριακή Βαΐων βράδυ. Οι ορθόδοξοι πιστοί στους ιερούς Ναούς. Κεντρικό πρόσωπο της βραδιάς ο μεγάλος έρωτας κάθε ορθόδοξης χριστιανικής ψυχής, ο αγαπημένος Νυμφίος. Υψώνεται ο Νυμφίος από τα χέρια του κληρικού μέσα στο ιερό Βήμα και εξέρχεται σε μια ιερή έξοδο ανάμεσα στα αγαπημένα Του πρόσωπα. Περιφέρεται ανάμεσα στους πιστούς Του, για να τους παρηγορήσει, για να τους στηρίξει, για να τους διδάξει, για να τους δείξει ότι είναι εκεί και ότι τους περιμένει όλους να ενωθούν μαζί Του και να του ομοιάσουν.

Τίποτε δεν αγγίζει περισσότερο τις λεπτές εσωτερικές χορδές της ανθρώπινης καρδιάς όσο η εικόνα του Νυμφίου εκείνο το βράδυ. Ο Χριστός μας παρουσιάζεται μισόγυμνος, τυλιγμένος με τον πολύτιμο άραφο κατακόκκινο χιτώνα Του, με σκυμμένο το κεφάλι Του, ζωντανός, ταπεινωμένος από την ανθρώπινη κακία και από τη διαβολική μανία. Στα χέρια Του κρατάει το καλάμι της προσβολής Του και στο κεφάλι του φοράει το ακάνθινο στεφάνι του αμέτρητου πόνου Του. 

Γιατί όμως ένας Νυμφίος τόσο ταπεινωμένος και τόσο εξαθλιωμένος έχει αγαπηθεί τόσο πολύ από εκατομμύρια ανθρώπους στο διάβα των αιώνων; O άνθρωπος, όταν ντύνεται για το γάμο του, φοράει τα καλύτερα και λαμπρότερα ρούχα, διότι έτσι νιώθει ότι τιμάει τη συζυγία του και εκφράζει και τη χαρά του για το ξεκίνημα της νέας του ζωής. Δεν θα έπρεπε και ο Χριστός ως Νυμφίος να παρουσιάζεται με ρούχα λαμπρά, τιμημένος μέσα στην άφθαρτη και άφατη δόξα Του; Αυτό επιτάσσει η ανθρώπινη λογική. Για την Eκκλησία όμως υπάρχει ένας άλλος τρόπος σκέψεως και τοποθετήσεως των πραγμάτων. O Νυμφίος «ο κάλλει ωραίος» δεν είναι απαραίτητο να εκπληρώνει τα μέτρα της κοσμικής ωραιότητος. O Νυμφίος για την Eκκλησία είναι το πρόσωπο του Θεανθρώπου Λυτρωτου, που μας καλεί κατ’ αρχήν σε μία αιώνια, ουσιαστική και οντολογική ένωση μαζί Του. Σε μία ένωση πιο δυνατή από κάθε άλλη σχέση που μπορούμε να βάλουμε με το μυαλό μας. Σε μία ένωση όπως του σίδερου με τη φωτιά, που, όταν επιτυγχάνεται, το κρύο σίδερο μεταμορφώνεται σε φωτιά. Έτσι και ο άνθρωπος, όταν ενώνεται με τον Θεάνθρωπο, γίνεται και εκείνος θεούμενος και θεοτόκος, κυοφορώντας μέσα του τον ερασμιώτατο Χριστό. O Χριστός ως Νυμφίος προσκαλεί την ψυχή ως νύμφη να ενωθεί μαζί της για πάντα και αδιάσπαστα. 

O Νυμφίος της Eκκλησίας είναι ένας Νυμφίος ταπεινός και πονεμένος. Ένας Νυμφίος που αγαπάει και θυσιάζεται έως θανάτου για το αντικείμενο της αγάπης Του. Τον βλέπουμε στην εικόνα καταφρονεμένο από τους ανθρώπους που δεν Τον αγάπησαν. Καταματωμένο το πανίερο κεφάλι Του γέρνει στα δεξιά με πόνο και αξιοπρέπεια, στεφανωμένο με το πολύτιμο στεφάνι του μαρτυρίου, που κάθε αγκάθι του οργώνει βάναυσα το θεανδρικό ουράνιο πρόσωπο. Μία θαυμαστή γαλήνη, που διδάσκει ότι και η υπέρτατη οδύνη και ο απόλυτος πόνος εκμηδενίζονται, όταν η αγάπη κινεί τα νήματα της συμπεριφοράς. Αυτός ο πονεμένος Νυμφίος είναι αξιοθρήνητος για τη λογική του κόσμου. Και όμως είναι αξιολάτρευτος για τη λογική του πιστού, γιατί ο πιστός γνωρίζει ότι ο πόνος του Λυτρωτού είναι χαρά του λυτρωμένου και το αίμα του Δικαίου είναι τροφή και φάρμακο αθανασίας και σημάδι νίκης για τον άνθρωπο, που θα ποτίσει την ύπαρξή του μ’ αυτό το Αίμα. 

Μέσ’ από τα χρώματα και τις πινελιές της εικόνας προβάλλει ο Νυμφίος «ο κάλλει ωραίος», ο πανέμορφος, με μία ομορφιά που νίκησε τα μέτρα και τα σταθμά του κόσμου, που υπερβαίνει τα κοσμικά σχήματα, με μία ομορφιά που γεμίζει την ψυχή. H ωραιότητα του ταπεινού Νυμφίου είναι τόσο μεγάλη όσο μεγάλος είναι και ο Παράδεισος, από τον οποίο κατέβηκε για να μας βάλει με τη θυσία Του μέσα σ’ αυτόν. Όλα τα ωραία πρόσωπα και όλη η υπέρτατη ομορφιά, που μπορεί να βάλουμε με το μυαλό μας, χάνονται και εξαφανίζονται, όταν αφήσουμε το βλέμμα μας να αγγίξει το πονεμένο μα τόσο αξιοπρεπές πρόσωπο του εξαθλιωμένου από την κακία μας Νυμφίου Χριστού στην εικόνα Του. Διότι πόσα από τα αμέτρητα πανέμορφα κοσμικά πρόσωπα που μας περιβάλλουν είναι έτοιμα να κάνουν την παραμικρή θυσία για το χατήρι μας; Eκείνος όμως όχι μόνο μας αγαπάει, αλλά και στο Σταυρό είναι έτοιμος σε λίγο ν’ ανέβει, για να μας δείξει το μέγεθος της αγάπης Του. 

«Ιδού ο Νυμφίος έρχεται…» μέσα στη νύχτα της ζωής μας. H μάνα Του θα του φωνάξει «ω, γλυκύ μου έαρ» κι εμείς θα νιώσουμε πόσο γλυκιά άνοιξη είναι ο Χριστός μας για κάθε πιστό που δεν Τον πλησιάζει αυτές τις ημέρες των Παθών, μόνο και μόνο για να συγκινηθεί λιγάκι μαζί Του -εξάλλου λίγη συγκίνηση την έχουν ανάγκη οι άνοστες μέρες μας. Αλλά έρχεται στον λατρευτό Νυμφίο, για να ενωθεί μαζί Του μέσα σ’ ένα μυστηριακό και μυστικό αρραβώνα της «αιωνιζούσης ζωής και βασιλείας», μέσα σ’ ένα γαμήλιο γλέντι, που αρχίζει σε κάθε Θεία Λειτουργία και δεν τελειώνει ποτέ. 

π. Δημήτριος Κατούνης

Εν τω κόσμω θλίψιν έξετε...


«Eν τω κόσμω θλίψιν έξετε,
αλλά θαρσείτε
εγώ νενίκηκα τον κόσμο»

Θλίψη...

Μέσα από την αρρώστια, μέσα από την φτώχεια, μέσα από την ανεργία, μέσα από την αδικία, μέσα από τις παρεξηγημένες σχέσεις μας.

Ε και λοιπόν; Μήπως δεν ξέρουμε πως η κάθε μία από τις θλίψεις είναι και ένα τεράστιο βήμα προς την αγκαλιά του Πατέρα μας;

Τι σόι ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΙ ΕΙΜΑΣΤΕ; Στις ανέσεις μόνο; Στην ευημερία; Στα λόγια; Στη βόλεψή μας; Σε τι διαφέρουμε από τους άπιστους όταν ελεούμε από το περίσσευμά μας; Όταν αγαπάμε και φροντίζουμε μόνον αυτούς που μας αγαπούν; Όταν η χαρά του Χριστού μας χάνεται από τις καρδιές και από την ζωή μας στα ζόρικα;

Ποια είναι Η ΖΩΗ ΜΑΣ; Πόσες και ποιες ομοιότητες έχει με του Θεανθρώπου; Πόσο εξευτελιστήκαμε, πόσο αγαπήσαμε, πόσο ΠΡΟΣΕΥΧΗΘΗΚΑΜΕ, πόσο δοκιμαστήκαμε από τον σατανά και αντέξαμε, πόσο νηστέψαμε και κλάψαμε για τους άλλους τους αδελφούς μας (όχι για τον εαυτούλη μας...), πόσο διακονήσαμε, πόσο αφιερωθήκαμε στα πλάσματα γύρω μας τα χαμένα που με τόση δίψα αναζητούν την ΑΓΑΠΗ, τη ΘΕΡΑΠΕΙΑ, την ΑΓΚΑΛΙΑ, τον ΚΑΛΟ ΤΟΝ ΛΟΓΟ, την συμπαράσταση, ΤΗΝ ΠΡΟΣΕΥΧΗ ΜΑΣ...

Και στο λιθαράκι που λέγεται «αρρώστια», ή «ανεργία», ή «ανέχεια» ή ακόμα και ΘΑΝΑΤΟΣ, ξεχάσαμε τη Θεϊκή μας καταγωγή; Την αρχοντιά μας; Ξεχάσαμε πως δεν ζούμε για να ζούμε αλλά ζούμε για να υπηρετούμε; Ζούμε για να δοξάζουμε! Ζούμε για να χαιρόμαστε την ΑΓΑΠΗ ΤΟΥ ΤΗ ΜΟΝΑΔΙΚΗ σε αισθήσεις και νοήματα.

Ζούμε για να απολαμβάνουμε μια ΑΓΑΠΗ ζωοφόρα που ξεκουράζει τον κάθε αδελφό μας, την κάθε ψυχούλα που ζει μακριά Του και δεν απολαμβάνει τα ουράνια όπως εμείς;

Πού είναι η πίστη μας; «Τα πετεινά του ουρανού»;... «Τα ταπεινά αγριολούλουδα» τα χρυσοστολισμένα; Η αιμορροούσα; Ο Ιάειρος;

Μήπως και μας χρειάζεται ένα δυνατό χαστούκι για να συνέλθουμε και να πάψουμε να ανησυχούμε για τα επίγεια, ανούσια και μικρά που μας κλείνουν τον δρόμο της πνευματικής μας ανόδου; Μήπως η προσευχή μας κατάντησε μια ζητιανιά, μια κραυγή αγωνίας και απιστίας;

Μήπως πλανηθήκαμε από τις έγνοιες του κόσμου τούτου και αφήσαμε από την καρδιά μας τα λόγια του Κυρίου μας; Τα λόγια του Ευαγγελίου; Τις συμβουλές και τις παραινέσεις των Αγίων και Μαρτύρων μας;

Μήπως η σημερινή (και η χθεσινή και η προπολεμική και δεν συμμαζεύεται) κατάσταση της κοινωνίας που ζούμε μας θόλωσε την ΠΟΡΕΙΑ μας; Μήπως τα γήινα και τα προσωρινά μάς αφαίρεσαν πολλά από τη Θεϊκή μας ρότα;

Ας λογαριαστούμε με την καρδιά μας

Ας λογαριαστούμε με τον εαυτούλη μας

Ας ξεφύγουμε από τη μοίρα του αδελφού του ασώτου της παραβολής και ΑΣ ΘΥΜΗΘΟΥΜΕ μέσα στις πολλές και ΑΣΚΟΠΕΣ ΚΑΙ ΑΝΟΗΤΕΣ έγνοιες μας...

Ρωμ. ε' 3-5 οὐ μόνον δέ, ἀλλὰ καὶ καυχώμεθα ἐν ταῖς θλίψεσιν, εἰδότες ὅτι ἡ θλῖψις ὑπομονὴν κατεργάζεται, ἡ δὲ ὑπομονὴ δοκιμήν, ἡ δὲ δοκιμὴ ἐλπίδα,
ἡ δὲ ἐλπὶς οὐ καταισχύνει, ὅτι ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ ἐκκέχυται ἐν ταῖς καρδίαις ἡμῶν διὰ Πνεύματος Ἁγίου τοῦ δοθέντος ἡμῖν.

Β' Κορ. δ' 17 τὸ γὰρ παραυτίκα ἐλαφρὸν τῆς θλίψεως ἡμῶν καθ᾿ ὑπερβολὴν εἰς ὑπερβολὴν αἰώνιον βάρος δόξης κατεργάζεται ἡμῖν,
μὴ σκοπούντων ἡμῶν τὰ βλεπόμενα, ἀλλὰ τὰ μὴ βλεπόμενα. τὰ γὰρ βλεπόμενα πρόσκαιρα, τὰ δὲ μὴ βλεπόμενα αἰώνια.


Λουκ. η' 15 τὸ δὲ ἐν τῇ καλῇ γῇ, οὗτοί εἰσιν οἵτινες ἐν καρδίᾳ καλῇ καὶ ἀγαθῇ ἀκούσαντες τὸν λόγον κατέχουσι καὶ καρποφοροῦσιν ἐν ὑπομονῇ.


Ιακ. α' 2-4 Πᾶσαν χαρὰν ἡγήσασθε, ἀδελφοί μου, ὅταν πειρασμοῖς περιπέσητε ποικίλοις,
γινώσκοντες ὅτι τὸ δοκίμιον ὑμῶν τῆς πίστεως κατεργάζεται ὑπομονήν·
ἡ δὲ ὑπομονὴ ἔργον τέλειον ἐχέτω, ἵνα ἦτε τέλειοι καὶ ὁλόκληροι, ἐν μηδενὶ λειπόμενοι.


Εβρ. ι' 35-39 Μὴ ἀποβάλητε οὖν τὴν παῤῥησίαν ὑμῶν, ἥτις ἔχει μισθαποδοσίαν μεγάλην.
ὑπομονῆς γὰρ ἔχετε χρείαν, ἵνα τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ ποιήσαντες κομίσησθε τὴν ἐπαγγελίαν.
ἔτι γὰρ μικρὸν ὅσον ὅσον, ὁ ἐρχόμενος ἥξει καὶ οὐ χρονιεῖ.
ὁ δὲ δίκαιος ἐκ πίστεως ζήσεται· καὶ ἐὰν ὑποστείληται, οὐκ εὐδοκεῖ ἡ ψυχή μου ἐν αὐτῷ.
ἡμεῖς δὲ οὐκ ἐσμὲν ὑποστολῆς εἰς ἀπώλειαν, ἀλλὰ πίστεως εἰς περιποίησιν ψυχῆς.


Ψαλμ. ,ρλζ'(137) 7-8 ἐὰν πορευθῶ ἐν μέσῳ θλίψεως, ζήσεις με· ἐπ᾿ ὀργὴν ἐχθρῶν μου ἐξέτεινας χεῖράς σου, καὶ ἔσωσέ με ἡ δεξιά σου.
Κύριος ἀνταποδώσει ὑπὲρ ἐμοῦ. Κύριε, τὸ ἔλεός σου εἰς τὸν αἰῶνα, τὰ ἔργα τῶν χειρῶν σου μὴ παρίδῃς.


Ψαλμ. πδ'(84) 11 ἔλεος καὶ ἀλήθεια συνήντησαν, δικαιοσύνη καὶ εἰρήνη κατεφίλησαν·


Δαν. στ' 16 Τότε ὁ βασιλεὺς εἶπε καὶ ἤγαγον τὸν Δανιὴλ καὶ ἐνέβαλον αὐτὸν εἰς τὸν λάκκον τῶν λεόντων· καί εἶπεν ὁ βασιλεὺς τῷ Δανιήλ· ὁ Θεός σου, ᾧ σὺ λατρεύεις ἐνδελεχῶς, αὐτὸς ἐξελεῖταί σε.



ΕΝ ΤΩ ΚΟΣΜΩ ΘΛΙΨΙΝ ΕΞΕΤΕ, ΑΛΛΑ ΘΑΡΣΕΙΤΕ, ΕΓΩ ΝΕΝΙΚΗΚΑ ΤΟΝ ΚΟΣΜΟΝ


Έτσι μιλούσε ο Χριστός, τόσο απλά ,ολοκάθαρα, για την πορεία του βίου,
γι’ αυτό το πέρασμα του καθενός μας σε τούτη την όμορφη  γη,
και μίλησε για θλίψεις…ναι, για θλίψεις και βάσανα πολλά,
για τις φουρτούνες της ζωής  ,τα μύρια  τα κτυπήματα…
τα ανελέητα, που πληγώνουν και σώμα και πνεύμα και ψυχή
κι όλα αυτά επάνω  μας, σε μένα, σε κάθε άνθρωπο.

Και λες αλήθεια Χριστέ μου ,αυτή είναι και η πραγματικότητα
κι οι  πλείστοι  ,καθημερινά , ασταμάτητα τη βιώνουν
και πέφτουν και λυγίζουν και πνίγονται στα προβλήματα
κι αγκομαχούν και γογγύζουν και κάποιοι απελπίζονται…
Ναι, δεχόμαστε επιθέσεις…κάθε λεπτό της ζωής μας,
επιθέσεις εχθρικές, καταστροφικές για την πίστη και την ελπίδα μας.

Και σε ρωτώ Χριστέ μου, σε σένα προσεύχομαι κι εξομολογούμαι,
αλήθεια, πώς να αντέξω τα τόσα δεινά, πώς θα μπορέσω να πορευθώ,
όταν κάθε στιγμή θλίψεις και θλίψεις  με κυνηγούν και με κατατρέχουν,
όταν αρρώστιες και πάθη κατατυραννούν το σώμα και το είναι μου,
όταν η καθημερινότητα χάνει την ειρήνη της  και γίνεται πιεστική,
όταν η εξουσία του μαμμωνά καταπιέζει και αποστερεί κάθε  ελπίδα.

Σε μια θάλασσα ζούμε Χριστέ μου, σε μια τρικυμισμένη θάλασσα,
τώρα στις μέρες μας ,στις έσχατες μέρες των καιρών του κόσμου
και νιώθουμε την ανάγκη να πιαστούμε από το Άγιο χέρι σου,
να μας σηκώσεις και πάλι, έτσι ,όπως τα πρώτα χρόνια,
τα χρόνια  των διωγμών,τότε, που οι πρώτοι χριστιανοί,
ναι, ομολογούσαν και έδιναν τη ζωή τους για την αγάπη σου.

Πες μου Χριστέ μου, μίλησε μου σε παρακαλώ, δείξε μου,
οδήγησε με και πάλι στον δρόμο της αλήθεια σου
και διαφύλαξέ με, προστάτεψέ με από τις επιθέσεις του κακού,
τώρα ,που η  απελπισία ζητά να συγκατοικήσει μαζί μου,
τώρα, που τα βέλη του χρήματος πολιορκούν την ψυχή μου 
και ζητούν να σ΄απαρνηθώ, να γογγύσω εναντίον της Αγάπης σου.

Παιδί μου μην κλαις 
και μην παραζαλίζεσαι από τις θλίψεις του κόσμου τούτου,
ούτε να αμφιβάλλεις για την αγάπη  μου για μένα και τον κόσμο,
αφού γνωρίζεις ,ότι για σένα θυσιάστηκα και πέθανα στο σταυρό.
Για σένα υπέμεινα την κακία και την λοιδορία των φαρισαίων.
Για σένα υπέμεινα τα κτυπήματα και τις ύβρεις.
Για σένα το ακάνθινο στεφάνι και τα καρφιά.
Για σένα  ήπια το όξος και δέχτηκα περιπαίγματα.
Για σένα και το τρύπημα στα πλευρά μου με τη λόγχη.

Μην κλαις ,παιδί μου και μην ταράσσεται η ψυχή σου.
Και μάθε ότι βλέπω την πορεία και τον αγώνα σου.
Μάθε ότι είμαι κοντά σου στις δύσκολες στιγμές σου.
Μάθε ότι η αγάπη μου  γεννοβολά στην ψυχή σου.
Μάθε ότι για την υπομονή σου γίνεται χαρά στον ουρανό.
Μάθε ότι με την ταπείνωση  σου διαλύεται το κακό.
Μάθε ότι σε κάθε σου δάκρυ είμαι κι Εγώ,
Ναι ,είμαι κοντά σου ,δίπλα σου ,σαν φίλος σου,
Φίλος καλός που θυσιάστηκε για τη σωτηρία σου.

Μην κλαις ,παιδί μου, και συνέχισε να αγωνίζεσαι,
μη σταματάς την προσπάθειά σου ,δείξε εμπιστοσύνη,
ακολούθησε τα βήματά μου και προχώρα , μη φοβάσαι,
αφού νιώθεις  το φως της αγάπης μου, πάρε δύναμη,
μην αμφιβάλεις κι έχε θάρρος ,ορθώσου ξανά,
άκουσε τη φωνή μου και πιάσε το χέρι μου
και πέρασε τα εμπόδια., κάνετα  άγια και δίκαια
και νίκησε  και θλίψεις και αδικία με την ταπείνωση ,
μέσα από  προσευχή σου και τη συγχώρεση.

Μην κλαις ,παιδί μου, μην κλαις κι έχε θάρρος,
αφού εγώ νίκησα τον κόσμο κι εσύ μπορείς να νικήσεις,
αφού εγώ σήκωσα τον σταυρό κι εσύ μπορείς τον δικό σου,
αφού εγώ συγχώρησα και εσύ μπορείς να σπλαχνιστείς,
αφού εγώ αγωνίστηκα  κι εσύ μπορείς να περάσεις τα εμπόδια
και σκέψου…ήμουν ο βασιλιάς και Θεός σας και υπέμεινα για σας 
και πορευόμενος στον Γολγοθά  χαιρόμουν και σας αγαπούσα
κάθε άνθρωπο, κάθε δημιούργημα της χαράς και της αγάπης μου. 

Προσπάθησε ,λοιπόν,  προσπάθησε  με οδηγό την πίστη και την αγάπη.
Προσπάθησε με της καρδιάς τη θέρμη και τη δύναμη  του ελέους.
Προσπάθησε για τον καλό αγώνα, για την πύλη του ουρανού.
Προσπάθησε κι εγώ θα είμαι πάντα κοντά σου, κάθε στιγμή της ζωής σου,
σε κάθε σου θλίψη και τώρα και πάντοτε μέχρι τη συντέλεια του αιώνα
και θα απαλύνω τον πόνο σου, πίστεψέ το, άκουσε τη φωνή μου,
άκουσε τη φωνή μου και πάρε δύναμη ,έλα κοντά μου, πλησίασέ με,
ακούμπησε στον φίλο και πατέρα κι αδελφό σου και Θεό σου,
έλα κι εγώ θα σηκώσω το βάρος  της δοκιμασίας σου και πάλι.

Προσπάθησε, παιδί μου,
προσπάθησε και θυμήσου τα λόγια μου,
«εν τω κόσμω θλίψιν έξετε,
αλλά θαρσείτε,
Eγώ νενίκηκα τον κόσμον» (Ιω. 16. 33).

Ὁ Κανών, ποίημα Ἰωάννου τοῦ Δαμασκηνοῦ.


 
 
 
ᾨδὴ α' Ἦχος α' εἱρμὸς 
 
«Ἀναστάσεως ἡμέρα λαμπρυνθῶμεν Λαοί, Πάσχα Κυρίου, Πάσχα· ἐκ γὰρ θανάτου πρὸς ζωήν, καὶ ἐκ γῆς πρὸς οὐρανόν, Χριστὸς ὁ Θεός, ἡμᾶς διεβίβασεν, ἐπινίκιον ᾄδοντας».
 
Καθαρθῶμεν τὰς αἰσθήσεις, καὶ ὀψόμεθα, τῷ ἀπροσίτῳ φωτὶ τῆς ἀναστάσεως, Χριστὸν ἐξαστράπτοντα, καί, Χαίρετε, φάσκοντα, τρανῶς ἀκουσόμεθα, ἐπινίκιον ᾄδοντες.
 
 Οὐρανοὶ μὲν ἐπαξίως εὐφραινέσθωσαν, γῆ δὲ ἀγαλλιάσθω, ἑορταζέτω δὲ κόσμος, ὁρατός τε ἅπας καὶ ἀόρατος· Χριστὸς γὰρ ἐγήγερται, εὐφροσύνη αἰώνιος.
 
Καταβασία 
 
«Ἀναστάσεως ἡμέρα λαμπρυνθῶμεν Λαοί, Πάσχα Κυρίου, Πάσχα· ἐκ γὰρ θανάτου πρὸς ζωήν, καὶ ἐκ γῆς πρὸς οὐρανόν, Χριστὸς ὁ Θεός, ἡμᾶς διεβίβασεν, ἐπινίκιον ᾄδοντας».
 
 Χριστὸς ἀνέστη... γ'
 
 Ἀναστὰς ὁ Ἰησοῦς ἀπὸ τοῦ τάφου καθὼς προεῖπεν, ἔδωκεν ἡμῖν τὴν αἰώνιον ζωὴν καὶ μέγα ἔλεος. ΤΟ ΑΚΟΥΤΕ
 
 Εἶτα, Συναπτὴ μικρὰ μεθ' ἣν Ἐκφώνησις
 
Ὅτι σὸν τὸ κράτος...
 
 ᾨδὴ γ' Ὁ εἱρμὸς 
 
«Δεῦτε πόμα πίωμεν καινόν, οὐκ ἐκ πέτρας ἀγόνου τερατουργούμενον, ἀλλ' ἀφθαρσίας πηγήν, ἐκ τάφου ὀμβρήσαντος Χριστοῦ, ἐν ᾧ στερεούμεθα».
 
 Νῦν πάντα πεπλήρωται φωτός, οὐρανός τε καὶ γῆ, καὶ τὰ καταχθόνια· ἑορταζέτω γοῦν πᾶσα κτίσις, τὴν Ἔγερσιν Χριστοῦ, ἐν ᾗ ἐστερέωται.
 
 Χθὲς συνεθαπτόμην σοι Χριστὲ συνεγείρομαι σήμερον ἀναστάντι σοι, συνεσταυρούμην σοι χθὲς, αὐτός με συνδόξασον Σωτήρ, ἐν τῇ βασιλείᾳ σου.
 
Καταβασία 
 
«Δεῦτε πόμα πίωμεν καινόν, οὐκ ἐκ πέτρας ἀγόνου τερατουργούμενον, ἀλλ' ἀφθαρσίας πηγήν, ἐκ τάφου ὀμβρήσαντος Χριστοῦ, ἐν ᾧ στερεούμεθα».
 
 Χριστὸς ἀνέστη... γ'
 
 Ἀναστὰς ὁ Ἰησοῦς ἀπὸ τοῦ τάφου καθὼς προεῖπεν, ἔδωκεν ἡμῖν τὴν αἰώνιον ζωὴν καὶ μέγα ἔλεος. ΤΟ ΑΚΟΥΤΕ
 
 Εἶτα, Συναπτὴ μικρὰ μεθ' ἣν Ἐκφώνησις
 
Ὅτι σὺ εἶ ὁ Θεὸς ἡμῶν.Ἡ Ὑπακοὴ Ἦχος δ'
 
Προλαβοῦσαι τὸν ὄρθρον αἱ περὶ Μαριάμ, καὶ εὑροῦσαι τὸν λίθον ἀποκυλισθέντα τοῦ μνήματος, ἤκουον ἐκ τοῦ Ἀγγέλου· Τὸν ἐν φωτὶ ἀϊδίῳ ὑπάρχοντα, μετὰ νεκρῶν τί ζητεῖτε ὡς ἄνθρωπον; βλέπετε τὰ ἐντάφια σπάργανα, δράμετε, καὶ τῷ κόσμῳ κηρύξατε, ὡς ἠγέρθη ὁ Κύριος, θανατώσας τὸν θάνατον, ὅτι ὑπάρχει Θεοῦ Υἱός, τοῦ σῴζοντος τὸ γένος τῶν ἀνθρώπων.
 
 Καὶ ἀνάγνωσις εἰς τὸν Θεολόγον
 
 ᾨδὴ δ' Ὁ εἱρμὸς 
 
«Ἐπὶ τῆς θείας φυλακῆς ὁ θεηγόρος Ἀββακούμ, στήτω μεθ' ἡμῶν καὶ δεικνύτω, φαεσφόρον Ἄγγελον, διαπρυσίως λέγοντα· Σήμερον σωτηρία τῷ κόσμῳ, ὅτι ἀνέστη Χριστός ὡς παντοδύναμος».
 
 Ἄρσεν μέν, ὡς διανοῖξαν, τὴν παρθενεύουσαν νηδύν, πέφηνε Χριστός, ὡς βροτὸς δέ, ἀμνὸς προσηγόρευται, ἄμωμος δέ, ὡς ἄγευστος κηλῖδος, τὸ ἡμέτερον Πάσχα, καὶ ὡς Θεὸς ἀληθής, τέλειος λέλεκται.
 
 Ὡς ἐνιαύσιος ἀμνός, ὁ εὐλογούμενος ἡμῖν, στέφανος χρηστὸς ἑκουσίως, ὑπὲρ πάντων τέθυται, Πάσχα τὸ καθαρτήριον, καὶ αὖθις ἐκ τοῦ τάφου ὡραῖος, δικαιοσύνης ἡμῖν ἔλαμψεν ἥλιος.
 
 Ὁ θεοπάτωρ μὲν Δαυΐδ, πρὸ τῆς σκιώδους κιβωτοῦ ἥλατο σκιρτῶν, ὁ λαὸς δὲ τοῦ Θεοῦ ὁ ἅγιος, τὴν τῶν συμβόλων ἔκβασιν, ὁρῶντες, εὐφρανθῶμεν ἐνθέως, ὅτι ἀνέστη Χριστὸς ὡς παντοδύναμος.
 
Καταβασία 
 
«Ἐπὶ τῆς θείας φυλακῆς ὁ θεηγόρος Ἀββακούμ, στήτω μεθ' ἡμῶν καὶ δεικνύτω, φαεσφόρον Ἄγγελον, διαπρυσίως λέγοντα· Σήμερον σωτηρία τῷ κόσμῳ, ὅτι ἀνέστη Χριστός ὡς παντοδύναμος».
 
 Χριστὸς ἀνέστη... γ'
 
 Ἀναστὰς ὁ Ἰησοῦς ἀπὸ τοῦ τάφου καθὼς προεῖπεν, ἔδωκεν ἡμῖν τὴν αἰώνιον ζωὴν καὶ μέγα ἔλεος. ΤΟ ΑΚΟΥΤΕ
 
 Εἶτα, Συναπτὴ μικρὰ μεθ' ἣν Ἐκφώνησις
 
Ὅτι ἀγαθὸς καὶ φιλάνθρωπος...
 
 ᾨδὴ ε' Ὁ εἱρμὸς 
 
«Ὀρθρίσωμεν ὄρθρου βαθέος, καὶ ἀντὶ μυρου τὸν ὕμνον προσοίσομεν τῷ Δεσπότῃ, καὶ Χριστὸν ὀψόμεθα, δικαιοσύνης ἥλιον, πᾶσι ζωὴν ἀνατέλλοντα».
 
 Τὴν ἄμετρόν σου εὐσπλαγχνίαν, οἱ ταῖς τοῦ ᾍδου σειραῖς, συνεχόμενοι δεδορκότες, πρὸς τὸ φῶς ἠπείγοντο Χριστέ, ἀγαλλομένῳ ποδί, Πάσχα κροτοῦντες αἰώνιον.
 
 Προσέλθωμεν λαμπαδηφόροι, τῷ προϊόντι Χριστῷ ἐκ τοῦ μνήματος, ὡς νυμφίῳ, καὶ συνεορτάσωμεν ταῖς φιλεόρτοις τάξεσι, Πάσχα Θεοῦ τὸ σωτήριον.
 
Καταβασία 
 
«Ὀρθρίσωμεν ὄρθρου βαθέος, καὶ ἀντὶ μύρου τὸν ὕμνον προσοίσομεν τῷ Δεσπότῃ, καὶ Χριστὸν ὀψόμεθα, δικαιοσύνης ἥλιον, πᾶσι ζωὴν ἀνατέλλοντα».
 
 Χριστὸς ἀνέστη... γ'
 
Ἀναστὰς ὁ Ἰησοῦς ἀπὸ τοῦ τάφου καθὼς προεῖπεν, ἔδωκεν ἡμῖν τὴν αἰώνιον ζωὴν καὶ μέγα ἔλεος. ΤΟ ΑΚΟΥΤΕ
 
 Εἶτα, Συναπτὴ μικρὰ μεθ' ἣν Ἐκφώνησις
 
Ὅτι ἡγίασται...
 
 ᾨδὴ ς' Ὁ εἱρμὸς 
 
«Κατῆλθες ἐν τοῖς κατωτάτοις τῆς γῆς, καὶ συνέτριψας μοχλοὺς αἰωνίους, κατόχους πεπεδημένων Χριστέ, καὶ τριήμερος ὡς ἐκ κήτους Ἰωνᾶς, ἐξανέστης τοῦ τάφου».
 
 Φυλάξας τὰ σήμαντρα σῷα Χριστέ, ἐξηγέρθης τοῦ τάφου, ὁ τὰς κλεῖς τῆς Παρθένου μὴ λυμηνάμενος ἐν τῷ τόκῳ σου, καὶ ἀνέῳξας ἡμῖν, Παραδείσου τὰς πύλας.
 
 Σῶτέρ μου τὸ ζῶν τε καὶ ἄθυτον, ἱερεῖον, ὡς Θεός, σεαυτὸν ἑκουσίως, προσαγαγὼν τῷ Πατρί, συνανέστησας, παγγενῆ τὸν Ἀδάμ, ἀναστὰς ἐκ τοῦ τάφου.
 
Καταβασία 
 
«Κατῆλθες ἐν τοῖς κατωτάτοις τῆς γῆς, καὶ συνέτριψας μοχλοὺς αἰωνίους, κατόχους πεπεδημένων Χριστέ, καὶ τριήμερος ὡς ἐκ κήτους Ἰωνᾶς, ἐξανέστης τοῦ τάφου».
 
 Χριστὸς ἀνέστη... γ'
 
Ἀναστὰς ὁ Ἰησοῦς ἀπὸ τοῦ τάφου καθὼς προεῖπεν, ἔδωκεν ἡμῖν τὴν αἰώνιον ζωὴν καὶ μέγα ἔλεος. ΤΟ ΑΚΟΥΤΕ
 
 Εἶτα, Συναπτὴ μικρὰ μεθ' ἣν Ἐκφώνησις
 
Σὺ γὰρ εἶ ὁ βασιλεύς...
 
 Κοντάκιον Ἦχος δ' ΤΟ ΑΚΟΥΤΕ Ἦχος πλ. δ'
 
Εἰ καὶ ἐν τάφῳ κατῆλθες ἀθάνατε, ἀλλὰ τοῦ ᾍδου καθεῖλες τὴν δύναμιν, καὶ ἀνέστης ὡς νικητής, Χριστὲ ὁ Θεός, γυναιξὶ Μυροφόροις φθεγξάμενος. Χαίρετε, καὶ τοῖς σοῖς Ἀποστόλοις εἰρήνην δωρούμενος ὁ τοῖς πεσοῦσι παρέχων ἀνάστασιν.
 
Ὁ Οἶκος
 
Τὸν πρὸ ἡλίου Ἥλιον, δύναντα ποτὲ ἐν τάφῳ, προέφθασαν πρὸς ὄρθρον, ἐκζητοῦσαι ὡς ἡμέραν, Μυροφόροι κόραι, καὶ πρὸς ἀλλήλας ἐβόων· Ὦ φίλαι, δεῦτε τοῖς ἀρώμασιν ὑπαλείψωμεν, Σῶμα ζωηφόρον καὶ τεθαμμένον, σάρκα ἀνιστῶσαν τὸν παραπεσόντα Ἀδὰμ κείμενον ἐν τῷ μνήματι, ἄγωμεν, σπεύσωμεν, ὥσπερ οἱ Μάγοι, καὶ προσκυνήσωμεν, καὶ προσκομίσωμεν τὰ μύρα ὡς δῶρα τῷ μὴ ἐν σπαργάνοις, ἀλλ' ἐν σινδόνι ἐνειλημένῳ, καὶ κλαύσωμεν, καὶ κράξωμεν· Ὦ Δέσποτα ἐξεγέρθητι, ὁ τοῖς πεσοῦσι παρέχων ἀνάστασιν.
 
 Συναξάριον
 
Τῇ ἁγίᾳ καὶ μεγάλῃ Κυριακῇ τοῦ Πάσχα, αὐτὴν τὴν ζωηφόρον Ἀνάστασιν ἑορτάζομεν τοῦ Κυρίου, καὶ Θεοῦ καὶ Σωτῆρος ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ.
 
Στίχοι
 
Χριστὸς κατελθὼν πρὸς πύλην ᾍδου μόνος
 
Λαβὼν ἀνῆλθε πολλὰ τῆς νίκης σκῦλα.
 
 Αὐτῷ ἡ δόξα καὶ τὸ κράτος εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων, Ἀμήν.
 
 Ἀνάστασιν Χριστοῦ θεασάμενοι, προσκυνήσωμεν Ἅγιον, Κύριον, Ἰησοῦν τὸν μόνον ἀναμάρτητον. Τὸν Σταυρόν σου, Χριστέ, προσκυνοῦμεν, καὶ τὴν ἁγίαν σου Ἀνάστασιν ὑμνοῦμεν καὶ δοξάζομεν. Σὺ γὰρ εἶ Θεὸς ἡμῶν, ἐκτός σου ἄλλον οὐκ οἴδαμεν, τὸ ὄνομά σου ὀνομάζομεν. Δεῦτε πάντες οἱ πιστοί, προσκυνήσωμεν τὴν τοῦ Χριστοῦ ἁγίαν Ἀνάστασιν· ἰδοὺ γὰρ ἦλθε διὰ τοῦ Σταυροῦ, χαρὰ ἐν ὅλῳ τῷ κόσμῳ. Διὰ παντὸς εὐλογοῦντες τὸν Κύριον, ὑμνοῦμεν τὴν Ἀνάστασιν αὐτοῦ· Σταυρὸν γὰρ ὑπομείνας δι' ἡμᾶς, θανάτῳ θάνατον ὤλεσεν. γ'
 
 Ἀναστὰς ὁ Ἰησοῦς ἀπὸ τοῦ τάφου καθὼς προεῖπεν, ἔδωκεν ἡμῖν τὴν αἰώνιον ζωὴν καὶ μέγα ἔλεος. γ'. ΤΟ ΑΚΟΥΤΕ
 
 ᾨδὴ ζ' Ὁ εἱρμὸς 
 
«Ὁ Παῖδας ἐκ καμίνου ῥυσάμενος, γενόμενος ἄνθρωπος, πάσχει ὡς θνητός, καὶ διὰ Πάθους τὸ θνητόν, ἀφθαρσίας ἐνδύει εὐπρέπειαν, ὁ μόνος εὐλογητὸς τῶν Πατέρων, Θεὸς καὶ ὑπερένδοξος».
 
 Γυναῖκες μετὰ μύρων θεόφρονες, ὀπίσω σου ἔδραμον, ὃν δὲ ὡς θνητόν, μετὰ δακρύων ἐζήτουν, προσεκύνησαν χαίρουσαι ζῶντα Θεόν, καὶ Πάσχα τὸ μυστικὸν σοῖς Χριστὲ Μαθηταῖς εὐηγγελίσαντο.
 
 Θανάτου ἑορτάζομεν νέκρωσιν, ᾍδου τὴν καθαίρεσιν, ἄλλης βιοτῆς, τῆς αἰωνίου ἀπαρχήν, καὶ σκιρτῶντες ὑμνοῦμεν τὸν αἴτιον, τὸν μόνον εὐλογητὸν τῶν Πατέρων, Θεὸν καὶ ὑπερένδοξον.
 
 Ὡς ὄντως ἱερὰ καὶ πανέορτος, αὕτη ἡ σωτήριος, νὺξ καὶ φωταυγής, τῆς λαμπροφόρου ἡμέρας, τῆς Ἐγέρσεως οὖσα προάγγελος, ἐν ᾗ τὸ ἄχρονον φῶς, ἐκ τάφου σωματικῶς πᾶσιν ἐπέλαμψεν.
 
Καταβασία 
 
«Ὁ Παῖδας ἐκ καμίνου ῥυσάμενος, γενόμενος ἄνθρωπος, πάσχει ὡς θνητός, καὶ διὰ Πάθους τὸ θνητόν, ἀφθαρσίας ἐνδύει εὐπρέπειαν, ὁ μόνος εὐλογητὸς τῶν Πατέρων, Θεὸς καὶ ὑπερένδοξος».
 
 Χριστὸς ἀνέστη... γ'
 
 Ἀναστὰς ὁ Ἰησοῦς ἀπὸ τοῦ τάφου καθὼς προεῖπεν, ἔδωκεν ἡμῖν τὴν αἰώνιον ζωὴν καὶ μέγα ἔλεος. ΤΟ ΑΚΟΥΤΕ
 
 Εἶτα, Συναπτὴ μικρὰ μεθ' ἣν Ἐκφώνησις
 
Εἴη τὸ κράτος...
 
 ᾨδὴ η' Ὁ εἱρμὸς 
 
«Αὕτη ἡ κλητὴ καὶ ἁγία ἡμέρα, ἡ μία τῶν Σαββάτων, ἡ βασιλὶς καὶ κυρία, ἑορτῶν ἑορτή, καὶ πανήγυρις ἐστὶ πανηγύρεων, ἐν ᾗ εὐλογοῦμεν, Χριστὸν εἰς τοὺς αἰῶνας».
 
 Δεῦτε τοῦ καινοῦ τῆς ἀμπέλου γεννήματος τῆς θείας εὐφροσύνης, ἐν τῇ εὐσήμῳ ἡμέρᾳ τῆς ἐγέρσεως, βασιλείας τε Χριστοῦ κοινωνήσωμεν, ὑμνοῦντες αὐτόν, ὡς Θεόν εἰς τοὺς αἰῶνας.
 
 
 
Ἆρον κύκλῳ τοὺς ὀφθαλμούς σου Σιὼν καὶ ἴδε· ἰδοὺ γὰρ ἥκασί σοι, θεοφεγγεῖς ὡς φωστῆρες, ἐκ δυσμῶν καὶ βορρᾶ, καὶ θαλάσσης, καὶ ἑῴας τᾶ τέκνα σου ἐν σοὶ εὐλογοῦντα, Χριστὸν εἰς τοὺς αἰῶνας.
 
 Πάτερ παντοκράτορ, καὶ Λόγε, καὶ Πνεῦμα, τρισὶν ἑνιζομένη, ἐν ὑποστάσεσι φύσις, ὑπερούσιε καὶ ὑπέρθεε εἰς σὲ βεβαπτίσμεθα, καὶ σὲ εὐλογοῦμεν, εἰς πάντας τοὺς αἰῶνας.
 
Καταβασία 
 
«Αὕτη ἡ κλητὴ καὶ ἁγία ἡμέρα, ἡ μία τῶν Σαββάτων, ἡ βασιλὶς καὶ κυρία, ἑορτῶν ἑορτή, καὶ πανήγυρις ἐστὶ πανηγύρεων, ἐν ᾗ εὐλογοῦμεν, Χριστὸν εἰς τοὺς αἰῶνας».
 
 Χριστὸς ἀνέστη... γ'
 
 Ἀναστὰς ὁ Ἰησοῦς ἀπὸ τοῦ τάφου καθὼς προεῖπεν, ἔδωκεν ἡμῖν τὴν αἰώνιον ζωὴν καὶ μέγα ἔλεος
 
Εἶτα, Συναπτὴ μικρὰ μεθ' ἣν Ἐκφώνησις
 
Ὅτι ηὐλόγηται...
 
 ᾨδὴ θ' Ὁ εἱρμὸς 
 
«Φωτίζου, φωτίζου, ἡ νέα Ἱερουσαλήμ· ἡ γὰρ δόξα Κυρίου ἐπὶ σὲ ἀνέτειλε. Χόρευε νῦν, καὶ ἀγάλλου Σιών, σὺ δὲ ἁγνή, τέρπου Θεοτόκε, ἐν τῇ ἐγέρσει τοῦ τόκου σου».
 
 Ὢ θείας, ὢ φίλης, ὢ γλυκυτάτης σου φωνῆς· μεθ' ἡμῶν ἀψευδῶς γάρ, ἐπηγγείλω ἔσεσθαι, μέχρι τερμάτων αἰῶνος Χριστέ, ἣν οἱ πιστοί, ἄγκυραν ἐλπίδος, κατέχοντες ἀγαλλόμεθα.
 
 Ὦ Πάσχα τὸ μέγα, καὶ ἱερώτατον Χριστέ, ὦ σοφία καὶ Λόγε, τοῦ Θεοῦ καὶ δύναμις, δίδου ἡμῖν ἐκτυπώτερον, σοῦ μετασχεῖν, ἐν τῇ Ἀνεσπέρῳ ἡμέρᾳ τῆς βασιλείας σου.
 
Καταβασία 
 
«Φωτίζου, φωτίζου, ἡ νέα Ἱερουσαλήμ· ἡ γὰρ δόξα Κυρίου ἐπὶ σὲ ἀνέτειλε. Χόρευε νῦν, καὶ ἀγάλλου Σιών, σὺ δὲ ἁγνή, τέρπου Θεοτόκε, ἐν τῇ ἐγέρσει τοῦ τόκου σου».
 
 Χριστὸς ἀνέστη... γ'
 
 Ἀναστὰς ὁ Ἰησοῦς ἀπὸ τοῦ τάφου καθὼς προεῖπεν, ἔδωκεν ἡμῖν τὴν αἰώνιον ζωὴν καὶ μέγα ἔλεος

Η Ανάσταση των νεκρών Βασίλειος Στογιάννος, Καθηγητής Ιστορίας των χρόνων & της Ερμηνείας της Καινής Διαθήκης Θεολογικής Σχολής Α.Π.Θ.


Όλη η ιστορία του ανθρώπου από την ώρα της πτώσης δεν είναι, τίποτε άλλο παρά μια πορεία προς την ανάσταση. Και η καρδιά της χριστιανικής ζωής, όχι μονάχα της πίστης, αλλά και του ήθους του Χριστιανισμού, είναι ακριβώς η προσδοκία της κοινής ανάστασης.
Το θέμα χωρίζεται σε δύο κύρια μέρη: Σ’ αυτό που ξέρουμε και σ’ αυτό που ελπίζουμε. Αυτό που ξέρουμε είναι η Ανάσταση του Χριστού, ενώ αυτό που ελπίζουμε είναι η δική μας ανάσταση. Το δεύτερο δεν μπορεί να θεωρηθεί χωριστά από το πρώτο, που θεμελιώνει το δεύτερο.
Η μετά θάνατον ζωή του ανθρώπου είναι από τα κεντρικά σημεία που μπορεί να βρει κανείς σε κάθε είδους θρησκεία.
Οι απόψεις βέβαια είναι πολλές και ποικίλες. Δεν υπάρχει σε παγκόσμια διαχρονική κλίμακα ομοφωνία στο θέμα, με την έννοια ότι υπάρχει μια μονοσήμαντη απάντηση που δέχεται την επιβίωση του ανθρώπου ως προσώπου μετά θάνατον. Αυτό μας φαίνεται ίσως περίεργο, γιατί όχι μονάχα έχουμε την προσωπική πείρα τη χριστιανική, αλλά και ψυχολογικά έχουμε μια επιβίωση των βασικών ιδεών του ανθρώπινου είδους μέσα μας, των χριστιανικών εν προκειμένω, έτσι που θεωρούμε αυτονόητο το να δέχεται κανείς μια προσωπική πίστη, μια προσωπική μοίρα του ανθρώπου μετά από το θάνατο και μάλιστα θετική. Αυτή είναι η χριστιανική κληρονομιά μας. Δεν είναι έτσι όμως τα πράγματα σε παγκόσμια κλίμακα.
Έτσι, στις ανατολικές θρησκείες μέχρι σήμερα η προσωπική ύπαρξη του ανθρώπου θεωρείται σαν ένα είδος κακοδαιμονίας, δηλαδή μια ατυχία ενός κομματιού της παγκόσμιας ψυχής που βρέθηκε μέσα στη σάρκα και στη φυλακή αυτού του κόσμου και που κατά συνέπεια αυτό που μπορεί να περιμένει και προσδοκά και αγωνιά και θέλει να βρει είναι μονάχα η επάνοδος στην αρχική μακαριότητα, την απρόσωπη και αιώνια.
Επίσης στους αρχαίους δε βρίσκουμε μια ενιαία αντίληψη, αλλά οι αντιλήψεις ποικίλλουν. Γενικά μπορούμε να πούμε ότι, αν αφαιρέσουμε την ορφικοπλατωνική παράδοση, τους Ορφικούς και τον Πλάτωνα και τη σχολή του, που έχουν τη γνωστή πίστη στην αθανασία της ψυχής, στην απελευθέρωσή της από το δεσμωτήριο του σώματος και τη μετάβασή της στον κόσμο του πνεύματος μετά το θάνατο, στους υπόλοιπους έχουμε πάσης φύσεως αντιλήψεις. Η κρατούσα αντίληψη γενικά ήταν ότι πεθαίνει ο άνθρωπος και τελειώνει. Έχουν βρεθεί επιγραφές, χαριτωμένες πραγματικά στη αδιατύπωσή τους, από την αρχαία Ελλάδα, που μιλάνε ακριβώς γι’ αυτή τη στάση. Ένας γράφει: «Είμαι εδώ πεθαμένος και σε πληροφορώ ότι δεν υπάρχει, ούτε κέρβερος ούτε Άδης ούτε τίποτα. Όλα αυτά είναι παραμύθια. Δες με και προχώρησε στο δρόμο σου».
Αλλά ακόμη και στην εγγύς Ανατολή, στο χώρο της Παλαιάς Διαθήκης, δε λείπουν οι άνθρωποι που πιστεύουν ότι πεθαίνει κανείς και προστίθεται στους πατέρες του. Η αποκάλυψη για τήν επιβίωση του ανθρώπου μετά θάνατον για μια καινούργια ζωή, γίνεται σταδιακά ακόμη και στην Παλαιά Διαθήκη.
Γύρω στην εποχή της αιχμαλωσίας έχουμε σαφή αντίληψη για μια προσωπική επιβίωση του ανθρώπου μετά θάνατον. Μέχρι τότε γινόταν πιο πολύ λόγος για την ομάδα. Πρέπει καμιά φορά να έχουμε υπόψη πως είναι διαρθρωμένα αυτά τα πράγματα. Κι αυτό όχι για να ικανοποιήσουμε την ιστορική μας περιέργεια, αλλά ακριβώς για να ωφεληθούμε πρακτικά. Η πορεία που ακολουθείται στην προκειμένη περίπτωση είναι από την ομάδα, που αγκαλιάζει όλους, που όλοι είναι αλληλέγγυοι, προς το άτομο. Αύτη η διάσπαση, αυτό το στένεμα των ευσεβών είναι αποτέλεσμα της κατά κύματα διαδοχικής επικράτησης της αμαρτίας στον Ισραήλ.
Δεν είναι μία φυσιολογική πορεία ή εξατομίκευση, αλλά είναι αποτέλεσμα της νίκης της ειδωλολατρείας πρώτ’ απ’ όλα στις δέκα φυλές (Δεκάφυλο), μετά σε μεγάλα στρώματα από τις δυο που απομείνανε, έτσι που στο τέλος, και από την άποψη της πίστη, και από τήν άποψη του ήθους, ο Ισραήλ του Θεού να αποτελείται από μεμονωμένους ανθρώπους, που βρίσκουν προσφυγή ακριβώς σ’ αυτό τον υπερατομισμό. Γι’ αυτό και το αναφέρουμε, όχι για άλλο λόγο, αλλά για να θυμηθούμε ότι στην εκκλησία ακολουθείται η αντίστροφη πορεία. Αρχίζει από τον άνθρωπο, το Χριστό, και αγκαλιάζει σιγά-σιγά την εκκλησία και ολόκληρο τον κόσμο. Είναι η αντιστροφή της πορείας που πάντα πρέπει να έχουμε μπροστά μας. Έχουμε λοιπόν αυτό το στένεμα διαδοχικά. Ο λαός ολόκληρος που εξακολουθεί να ζει, μετά το ένα κράτος, μετά οι ευσεβείς, τέλος ο Ισραήλ περιορίζεται σε πολύ λίγους.
Μέχρι την εποχή του Χριστού υπήρχαν πολέμιοι της ανάστασης, όπως λ.χ. οι Σαδδουκαίοι, πού ήταν το ιερατείο της εποχής, οι τηρητές της παράδοσης. Αυτοί δεν πιστεύανε σε ανάσταση. Γι’ αυτό και η περίφημη ερώτηση προς το Χριστό για τους επτά αδελφούς που παντρεύτηκαν την ίδια γυναίκα, ποιός θα την έχει στην ανάσταση. Αυτό ήταν από εκείνες τις «εξυπνάδες» που λένε και σε μας μερικοί σύγχρονοι. Τέτοιου είδους ασεβές και γελοίο υποθετικό επιχείρημα ήταν κι αυτό με τους επτά αδελφούς. Ο Χρίστος στην απάντησή του -και είναι ενδεικτική, γιατί λέγεται πριν από τη δική του ανάσταση και προπαντός απηχεί την αντίληψη και άλλων Ισραηλιτών, όπως των Φαρισαίων που πιστεύανε στην ανάσταση- απαντά με ένα γραφικό επιχείρημα. Λέει η Άγια Γραφή: «Εγώ ειμί ο Θεός του Αβραάμ, του Ισαάκ και του Ιακώβ». Ο Θεός όμως είναι ο ζωντανός Θεός· δεν μπορεί να είναι Θεός νεκρών, αλλά Θεός ζώντων. Και βγάζει το συμπέρασμα, αφού λέει ότι είναι ο Θεός του Αβραάμ, Ισαάκ, Ιακώβ ότι συνεπώς αυτοί ζουν. Αυτή είναι η απάντησή του στο ερώτημα των Σαδδουκαίων που δείχνει ότι τάσσεται μ’ αυτούς που πιστεύουν στην ανάσταση (βλ. Μάρκ. 12,18-27).
Επίσης, όταν συνέλαβαν τον Απ. Παύλο, τον πήγαν στα Ιεροσόλυμα να τον κρίνουν. Το συνέδριο μπροστά στο οποίο βρέθηκε ήταν εναντίον του. Και τότε, όπως μας λέει ο Λουκάς στις Πράξεις (23,1 – 10), ο Παύλος εκμεταλλεύτηκε την αντίθεση Σαδδουκαίων και Φαρισαίων. Σηκώθηκε και είπε: «Αδελφοί, εγώ για τίποτε άλλο δεν κατηγορούμαι, παρά για το ότι πιστεύω στην ανάσταση των νεκρών». Έγινε τότε φασαρία και ξέχασαν τον Παύλο.
Χρειάστηκε να περάσουν πολλά χρόνια, να εξαφανιστεί το ιερατείο, να επικρατήσουν οι λαϊκοί, οι Φαρισαίοι, για να προστεθεί στο Ιουδαϊκό «πιστεύω» ο όρος της πίστης στην ανάσταση των νεκρών. «Όποιος δεν πιστεύει στην ανάσταση είναι αφορισμένος».
Έτσι περίπου έχει το θέμα ιστορικά και θρησκειοιστορικά. Βλέπουμε λοιπόν ότι το θέμα της ανάστασης των νεκρών είναι ακόμη και στην εποχή του Χριστού θεολογούμενο.
Η πρώτη «Εκκλησία στη συνέχεια δεν παραθέτει μόνο την Παλαιά Διαθήκη, αλλ’ αναφέρεται στο Χριστό για να μιλήσει για την ανάσταση. Οι Απόστολοι δεν έχουν κανενός είδους ελληνιστικές αφετηρίες για την ψυχή του ανθρώπου που είναι αθάνατη, όταν μιλούν για την ανάσταση. Η ψυχή του ανθρώπου, όπως και στην αρχαία ελληνική γλώσσα, δεν είναι πάντα αυτό που καταλαβαίνουμε εμείς σήμερα, το πνευματικό μέρος του ανθρώπου. Συνήθως είναι η ζωή -και η ζωή του βέβαια οφείλεται στην ύπαρξη της ψυχής. Αλλά δε γινόταν ο διαχωρισμός. Ο άνθρωπος αντιμετωπιζόταν ενιαία. «Όποιος θέλει να σώσει τη ζωή του πρέπει να τη χάσει πιο πριν και όποιος χάσει τη ζωή του για μένα και το Ευαγγέλιο θα έχει αιώνια ζωή», λέει ο Χριστός (Μάρκ. 8,35). Η ψυχή στο Ευαγγέλιο κατά ένα πολύ μεγάλο ποσοστό είναι η ζωή του ανθρώπου, είναι η πνοή που έχει δώσει ο Θεός στον άνθρωπο και που με τη χάρη του Θεού είναι αθάνατος. Η διαφορά φαίνεται νάναι ασήμαντη, δεν είναι όμως ασήμαντη. Άλλο πράγμα να δέχεσαι, σαν τον Πλάτωνα ότι μέσα σου έχεις την αθανασία από μόνος σου και σαν τον Προμηθέα να βαδίζεις μόνος σου όποιο δρόμο θέλεις, κι άλλο πράγμα να αναγνωρίζεις ότι η πνοή που έχεις μέσα σου, η δυνατότητα να μείνεις αθάνατος είναι εξαρτημένη από το Θεό. Στην πρώτη περίπτωση έχεις την ίδια ουσία με το Θεό, αθανασία, ένα ουσιώδες γνώρισμα, στη δεύτερη εξαρτιέσαι, αλλά από την αγάπη του ζωοδότη Θεού. Η διαφορά δεν είναι καθόλου μικρή· στη μια περίπτωση έχουμε έναν αν¬θρωποκεντρισμό, που κι αν δέχεται το Θεό, τον δέχεται χωρίς άμεση σχέση με τον άνθρωπο. Στη δεύτερη έχουμε τη συνεχή παρουσία του Θεού κι έχουμε τη συνέχεια της βασικής πίστης στη δημιουργία. Ο Θεός που δημιουργεί τον άνθρωπο και τον κόσμο, δίνει στον άνθρωπο τη σπίθα ζωής, την ψυχή του. Κι όταν χάνεται ο άνθρωπος, απομακρύνεται από τη ζωή, το αποτέλεσμα θάπρεπε κανονικά να είναι ο αφανισμός του ανθρώπου, αφού η ζωή είναι ο Θεός. Όταν λοιπόν ζει κανείς μακριά από το Θεό, το σωστό θα ήταν να αφανιστεί. Δεν αφανίζεται όμως γιατί ο Θεός βάζει στη μέση το θάνατο, τον προσωρινό χωρισμό ψυχής και σώματος, τη διάλυση του ανθρώπου στα δυο του στοιχεία «ίνα μη το κακόν αθάνατον γένηται». Αν τον άφηνε αθάνατο, όπως τον έφτιαξε, αν δεν τον χώριζε καθόλου, θα έμενε αθάνατο και το κακό, αθάνατο το μίσος, αθάνατος ο διαχωρισμός των ανθρώπων.
Στη Γένεση βλέπουμε ότι αμέσως μετά την πτώση δεν απομακρύνεται ο άνθρωπος μονάχα από το Θεό, αλλά διαλύεται και η προσωπική σχέση του με το συνάνθρωπο. Πριν έλεγε την Εύα «σαρξ εκ της σαρκός μου» και μετά λέει «αύτη». Και η Εύα λέει για τον όφη «αυτό». Χάνεται η σωστή σχέση που υπήρχε και αλλάζει ολοκληρωτικά. Ο Θεός όμως δε θέλει να διαιωνισθεί αυτή η κατάσταση· βάζει ένα προσωρινό μέτρο, το θάνατο. Σταματά κάπου, κάνει μια εγχείρηση για να μην προχωρήσει άλλο η σήψη, κι αφήνει τη δυνατότητα στον άνθρωπο να ξαναμπεί κοντά στη ζωή, να ξαναβρεί την κοινωνία με το Θεό.
Ο Χριστός γίνεται σάρκα όχι για να επιλυθεί ένα ανύπαρκτο πρόβλημα της δικαιοσύνης του Θεού, αλλά για να φανερωθεί η αγάπη του Θεού που υπάρχει πάντα για τον άνθρωπο, για να νικηθεί ο θάνατος, για να φύγει το εμπόδιο που μπαίνει στη μέση, που δεν αφήνει τον άνθρωπο να κοινωνήσει με το Θεό και να επικοινωνήσει με το συνάνθρωπο. Ενσαρκώνεται για να πατήσει το θάνατο και για να αναστηθεί. Αυτός είναι ο σκοπός της ενσάρκωσης. Είναι η αποκατάσταση του ανθρώπου στην ανθρώπινή του υπόσταση, είναι η επαναεπιβεβαίωση του Θεού ότι ο άνθρωπος μπορεί να έχει ζωή αιώνια. Μέχρι το Χριστό και να ήθελε δεν μπορούσε να είναι κοντά στη ζωή, το Θεό. Τον χώριζε ο θάνατος, η δουλεία στο θάνατο, στην αμαρτία και στο διάβολο. Με το Χριστό μπορεί, έχει τη δυνατότητα, γιατί άλλαξε η ανθρώπινη φύση κι αυτό το πράγμα φαίνεται στην Ανάσταση του Χριστού.
Και τώρα ας δούμε τις περικοπές του Ευαγγελίου που αναφέρονται στην Ανάσταση. Το γεγονός της Ανάστασης του Χριστού δεν περιγράφεται σε κανένα Ευαγγέλιο, αλλά και πουθενά αλλού στην Καινή Διαθήκη. Σε μερικά απόκρυφα, μεταγενέστερα, έχουμε πράγματα, όπως τα φαντάζονταν οι άνθρωποι και φτάσαμε στην κλασική αυτή εικόνα του Χριστού που βγαίνει από τον τάφο κρατώντας μια σημαία· κάτω πεσμένους τους στρατιώτες που φύλαγαν το μνήμα κι ένα κάπως ειδυλλιακό περιβάλλον που θέλει η Αναγέννηση. Αυτά είναι καθαρή φαντασία των Δυτικών ζωγράφων. Η ορθόδοξη παραδοσιακή εικόνα της Ανάστασης είναι η εις Άδου κάθοδος. Παρουσιάζει το Χριστό να πατά πάνω σε δυο μεγάλες πόρτες χιαστί. Από κάτω είναι πεσμένος ο θάνατος, ένας γέρος ασπρομάλλης, κλειδιά πεταμένα εδώ κι εκεί, περόνια κτλ. και ο Χριστός που ανασύρει τον Αδάμ και την Εύα από το θάνατο. Αυτή είναι η κάθοδος του Χριστού στον Άδη, αλλά και πάλι είναι μια παράσταση. Είναι παράσταση, γιατί δεν ξέρουμε πως έγινε η Ανάσταση του Χριστού, το γεγονός ας το πούμε. Αυτό που ξέρουμε είναι δυό πράγματα: το πρώτο, ότι ο τάφος βρέθηκε κενός. Αυτό μας το λένε όλα τα Ευαγγέλια, μηδενός εξαιρουμένου. Βρέθηκε πρώτα από τις μυροφόρες και μετά ο Πέτρος, ο Ιωάννης και οι άλλοι μαθητές είδαν κενό το μνήμα του Χριστού. Αυτό είναι το ένα που ξέρουμε. Το δεύτερο που ξέρουμε και ερμηνεύει το προηγούμενο είναι οι εμφανίσεις του Αναστάντος. Γιατί για το κενό μνημείο υπάρχουν εξηγήσεις, όπως αυτή που αναφέρει ο Ευαγγελιστής Ματθαίος και είχαν αρχίσει ήδη οι Ιουδαίοι να λένε ότι «ημών κοιμωμένων έκλεψαν οι μαθηταί το σώμα του Χριστού». Παρατηρεί όμως σωστά ο Χρυσόστομος· «αφού κοιμόσασταν πώς είδατε ότι τον έκλεψαν;» Από αυτή τη συκοφαντική παρατήρηση, μέχρι οποιαδήποτε άλλη παρόμοια υπάρχουν διάφορες ορθολο¬γιστικές ερμηνείες. Υπάρχει όμως ένα γεγονός που δε χωράει πολλές ερμηνείες: Είναι οι εμφανίσεις του Αναστάντος Χριστού. Φανερώθηκε ζωντανός ο ίδιος. Εδώ είναι το σημείο που η αρχαία Εκκλησία έμεινε σταθερή και αμετακίνητη. Αυτή είναι η πίστη μας, η πίστη των Αποστόλων, η πίστη των Πατέρων: η βεβαιότητα της Ανάστασης. Τί σημαίνει Ανάσταση; Το ότι έμεινε κενό το μνήμα είναι μια ένδειξη ή απόδειξη και το περιεχόμενο της Ανάστασης είναι ότι ο Χριστός ζει. Τον είδαν με τα μάτια τους όχι ένας, αλλά πολλοί άνθρωποι.
Έχουμε έναν κατάλογο από εμφανίσεις του Αναστάντος Χριστού. Βρίσκεται στην πρώτη προς Κορινθίους επιστολή στο 15ο κεφάλαιο. Πρόκειται για ένα κείμενο που ο Απόστολος Παύλος είχε βρει στην Εκκλησία, είχε ήδη διαμορφωθεί, δεν το έφτιαξε ο ίδιος. Ένα είδος Πιστεύω, αν θέλετε, που υπάρχει ήδη στην αρχή της πέμπτης δεκαετίας το αργότερο. Έχει ήδη διαμορφωθεί λίγα χρόνια μετά την Ανάσταση και χρησιμοποιείται στη λειτουργία. Σώζει τις παλιές μαρτυρίες. Λέει συγκεκριμένα: Πιστεύσατε, σ’ αυτά που παραλάβατε. «Παρέδωκα γαρ υμίν εν πρώ¬τοις ο και παρέλαβον,…». Ανάμεσα σ’ αυτά που σας παρέδωσα το πρώτο-πρώτο ήταν αυτό που κι εγώ ο ίδιος είχα βρει, που είχα πάρει σαν παράδοση από την Εκκλησία, «…ότι Χρίστος απέθανεν υπέρ των αμαρτιών ημών κατά τας γραφάς, και ότι ετάφη,…». Πρόκειται για γεγονός που συνέβη όχι τυχαία, αλλά σύμφωνα με τις επαγγελίες και τις προφητείες που υπάρχουν στην Αγία Γραφή, και συγκεκριμένα στην Πα¬λαιά Διαθήκη και συνοδεύεται από μια καταφανή, εξώφθαλμη απόδειξη: πέθανε και τον θάψανε,
«…και ότι εγήγερται τη τρίτη ημέρα κατά τας γραφάς». Για το ότι «εγήγερται» υπάρχουν προφητείες στην Παλαιά Διαθήκη. Για το ότι όμως «εγήγερ¬ται την τρίτη ημέρα», όσο και αν ψάξαμε, από την αρχαιότητα μέχρι σήμερα να βρούμε χωρίο της Πα¬λαιάς Διαθήκης, στάθηκε σχεδόν αδύνατο. Υπάρχει μόνο ένα χωρίο του Ωσηέ (6,2) που μιλάει για το λαό του Ισραήλ, ο οποίος είναι ασθενής και θα σηκωθεί από την κλίνη του. Δεν υπάρχει λοιπόν καμιά ρητή αγιογραφική μαρτυρία και ακριβώς το ότι δεν υπάρχει και παρά ταύτα το βάλανε στο σύμβολο έχει μια μόνο εξήγηση: ότι ο Χριστός αναστήθηκε πράγματι την τρίτη ημέρα. Η δυσκολία του να βρούμε το χωρίο της Παλαιάς Διαθήκης αποδεικνύει την ιστορικότητα του πράγματος, ενώ αν βρισκόταν ένα χωρίο θάλεγε κανείς ότι επειδή βρήκαν το χωρίο το βάλανε.
Μετά, όπως προηγουμένως για να βεβαιώσει ότι πέθανε αναφέρει ότι ετάφη (τι άλλη μεγαλύτερη απόδειξη μπορεί να υπάρχει), για απόδειξη του ότι αναστήθηκε λέει: «…και ότι ώφθη Κηφά, είτα τοις δώδεκα· έπειτα ώφθη επάνω πεντακοσίοις άδελφοίς εφάπαξ,…». Κηφάς είναι ο Πέτρος στα Αραμαϊκά. Γι’ αυτό το γεγονός δεν έχουμε άλλη μαρτυρία από την Καινή Διαθήκη. Ύστερα εμφανίσθηκε σε μια ομάδα που ήταν περισσότεροι από πεντακόσιοι. Μία φορά εμφανίσθηκε σ’ αυτούς, και σε αντιδιαστολή μπορεί κανείς να πει ότι στον Κηφά, στους δώδεκα και στους άλλους έχει εμφανισθεί, περισσότερες φορές, «…εξ ων οι πλείους μένουσιν έως άρτι, τινές δε και εκοιμήθησαν». Η Ανάσταση του Χριστού είχε γίνει 20 χρόνια πιο πριν. Ο Απόστολος και η Εκκλησία λένε: «Απ’ αυτούς τους πεντακόσιους μερικοί έχουν κοιμηθεί». Είναι σα να λέει στον αναγνώστη: «αν δεν πιστεύεις, μπορείς να βεβαιωθείς απ’ αυτούς που ζουν ακόμη». Υπάρχει μια σιγουριά εδώ· μην ξεχνάμε άλλωστε ότι ο Χριστιανισμός γεννήθηκε στο Ισραήλ και οι Εβραίοι είχαν νομικό πνεύμα, δεν πιστεύανε ποτέ τίποτε, αν δεν είχαν δύο τουλάχιστον μάρτυρες. Εμείς είμαστε πιο εύπιστοι, ας το πούμε, από εκείνους. Εδώ είναι ξεκαθαρισμένα πράγματα. Μάλιστα τις γυναίκες δεν τις πολυπίστευαν. Γι’ αυτό στον κατάλογο αυτό δεν αναφέρει γυναίκα. Δεν λέει ότι εμφανίσθηκε στη Μαρία τη Μαγδαληνή και στη Σαλώμη. «…Έσχατον δε πάντων ωσπερεί τω εκτρώματι ώφθη καμοί».
Σε τελευταίο απ’ όλους φανερώθηκε και σε μένα, καταλήγει ο Παύλος.
Σ’ αυτές τις εμφανίσεις στηρίζεται η ακράδαντη πεποίθηση της Εκκλησίας – το γεγονός μάλλον, όχι η πεποίθηση, γιατί είναι γεγονός ότι ο Χριστός ζει. Το π ω ς ζει δεν μπορούμε να το συμπεράνουμε από τις εμφανίσεις. Στη Μαρία εμφανίστηκε ως κηπουρός, στους δυο αδελφούς που πηγαίνανε προς Εμμαούς «εν ετέρα μορφή». Εδώ είναι το σημείο που η γνώση μας και η βεβαιότητά μας για το γεγονός της Ανάστασης πρέπει να σταματήσει κάπου. Να μη γίνει μια μορφή ειδωλολατρείας και προπαντός να μας δείξει ότι αυτό που βλέπουμε, αυτό για το οποίο είμαστε βέβαιοι, είναι απείκασμα. Η βεβαιότητα της παρουσίας Του είναι αναμφισβήτητη. Η Μορφή Του, το όλο Του Είναι, για να θυμηθούμε τον Καβάσιλα, είναι κάτι που δεν μπορούμε να το ξέρουμε, γιατί ζούμε σ’ άλλο κόσμο, όπως το έμβρυο στους μητρικούς κόλπους δεν μπορεί ποτέ να έχει μια παράσταση του κόσμου στον οποιο θα γεννηθεί.
Ερώτηση : Θα μπορούσατε να μας πείτε ορισμένα πράγματα για το τελευταίο που λέει ο Απ. Παύλος ότι εμφανίσθηκε και σ’ αυτόν ο Χριστός;
Απάντηση : Μάλιστα. Να διαβάσουμε τη συνέχεια της περικοπής. «Έσχατον δε πάντων ωσπερεί τω εκτρώματι ώφθη καμοί. Εγώ γαρ ειμί ο ελάχιστος των αποστόλων, ος ουκ ειμί ικανός καλείσθαι Απόστολος, διότι εδίωξα την εκκλησίαν του Θεού. Χάριτι δε του Θεού ειμί ο ειμί και η χάρις αυτού η εις εμέ ου κενή εγενήθη, αλλά περισσότερον πάντων αυτών εγώ εκοπίασα, ουκ εγώ δε, αλλ’ η χάρις του Θεού η συν εμοί». Σ’ όλο αυτό το κλίμα ο Παύλος βλέπει ότι δεν έχει τις προϋποθέσεις για να μπει στην Εκκλησία και να δει τον Αναστάντα Χριστό. Διώκτης του Χριστιανισμού, πηγαίνει να κυνηγήσει τους χριστιανούς, είναι σα να ζει ξαφνικά ένα έκτρωμα, ένα απόβλητο βρέφος. «Σε τελευταίο φάνηκε σε μένα, δεν το περίμενε κανείς». Είδε τον Αναστημένο Χριστό και απε¬στάλη από τον Αναστημένο Χριστό. Ήταν απαραίτητο να υπερασπίσει το Αποστολικό του αξίωμα, γιατί μονάχα έτσι θα μπορούσε να υποφέρει και να φτάσει στο μαρτύριο σαν Απόστολος.
Πηγή: «Προβληματισμοί», τ. 2, εκδ. Χ.Φ.Ε, σ. 67- 80.

- «Ο μόσχος πολύς μηδείς εξέλθη πεινών!..»


 

«Ο μόσχος πολύς μηδείς εξέλθη πεινών!..»

Χριστός Ανέστη!.. Επειδή πολλοί Νεοέλληνες έχουμε μια συνήθεια να κάνουμε Ανάσταση και στη συνέχεια να φεύγουμε από την εκκλησία,  χωρίς να παρακολουθούμε τη συνέχεια της Θείας Λειτουργίας, καλό θα ήταν να διαβάσουμε έναν Αναστάσιμο Κατηχητικό Λόγο του Αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου. Πιστεύουμε ότι μέσα σε λίγες γραμμές περιγράφει το ανείπωτο συναίσθημα της χαράς και της ευφροσύνης για την Κυριακή της Ανάστασης, την Κυριακή του Πάσχα, όπως συνηθίζουμε να λέμε. Ας το διαβάσουμε!. Νομίζουμε ότι αξίζει τον κόπο!...Και πάλι Χριστός Ανέστη!...
ΙΩΑΝΝΟΥ
ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΥ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΕΩΣ
ΤΟΥ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ
ΛΟΓΟΣ ΚΑΤΗΧΗΤΙΚΟΣ
Εις την αγίαν και λαμπροφόρον ημέραν της ενδόξου και σωτηριώδους Χριστού του Θεού ημών, Αναστάσεως.

«Ει τις ευσεβής και φιλόθεος απολαυέτω της καλής ταύτης και λαμπράς πανηγύρεως, Ει τις δούλος ευγνώμων, εισελθέτω χαίρων εις την χαράν του Κυρίου αυτού. Ει τις έκαμε νηστεύων, απολαυέτω νυν το δηνάριον. Ει τις από της πρώτης ώρας ειργάσατο, δεχέσθω σήμερον το δίκαιον όφλημα. Ει τις μετά την τρίτην ήλθεν, ευχαρίστως εορτασάτω. Ει τις μετά την έκτην έφθασε, μηδέν αμφιβαλλέτω• και γαρ ουδέν ζημιούται. Ει τις υστέρησεν εις την εννάτην, προσελθέτω, μηδέν ενδοιάζων. Ει τις εις μόνην έφθασε την ενδεκάτην, μη φοβηθή την βραδύτητα• φιλότιμος γαρ ων ο Δεσπότης, δέχεται τον έσχατον, καθάπερ και τον πρώτον. Αναπαύει τον της ενδεκάτης, ως τον εργασάμενον από της πρώτης. Και τον ύστερον ελεεί, και τον πρώτον θεραπεύει, κακείνω δίδωσι, και τούτω χαρίζεται. Και τα έργα δέχεται, και την γνώμην ασπάζεται. Και την πράξιν τιμά, και την πρόθεσιν επαινεί• ουκούν εισέλθετε πάντες εις την χαράν του Κυρίου ημών, και πρώτοι και δεύτεροι τον μισθόν απολαύετε. Πλούσιοι και πένητες μετ' αλλήλων χορεύσατε. Εγκρατείς και ράθυμοι την ημέραν τιμήσατε. Νηστεύσαντες και μη νηστεύσαντες, ευφράνθητε σήμερον. Η τράπεζα γέμει τρυφήσατε πάντες, ο μόσχος πολύς μηδείς εξέλθη πεινών. Παντες απολαύετε του συμποσίου της πίστεως. Παντες απολαύσατε του πλούτου της χρηστότητος. Μηδείς θρηνείτω πενίαν• εφάνη γαρ η κοινή βασιλεία. Μηδείς οδυρέσθω πταίσματα• συγγνώμη γαρ εκ του τάφου ανέτειλε. Μηδείς φοβείσθω θάνατον• ηλευθέρωσε γαρ ημάς του Σωτήρος ο θάνατος. Έσβεσεν αυτόν, υπ' αυτού κατεχόμενος. Εσκύλευσε τον Άδην, ο κατελθών εις τον Άδην. Επίκρανεν αυτόν, γευσάμενον της σαρκός αυτού, και τούτο προλαβών Ησαΐας, εβόησεν• ο Άδης, φησίν, επικράνθη συναντήσας σοι κάτω. Επικράνθη, και γαρ κατηργήθη. Επικράνθη, και γαρ ενεπαίχθη. Επικράνθη, και γαρ ενεκρώθη. Επικράνθη, και γαρ καθηρέθη. Επικράνθη, και γαρ εδεσμεύθη. Έλαβε σώμα, και Θεώ περιέτυχεν. Έλαβε γην, και συνήντησεν ουρανώ. Έλαβεν, όπερ έβλεπε, και πέπτωκεν, όθεν ουκ έβλεπε. Που σου θάνατε το κέντρον; που σου Άδη το νίκος; Ανέστη Χριστός, και συ καταβέβλησαι. Ανέστη Χριστός και πεπτώκασι δαίμονες. Ανέστη Χριστός, και χαίρουσιν Άγγελοι. Ανέστη Χριστός, και ζωή πολιτεύεται. Ανέστη Χριστός, και νεκρός ουδείς επί μνήματος. Χριστός γαρ εγερθείς εκ νεκρών απαρχή των κεκοιμημένων εγένετο. Αυτώ η δόξα και το κράτος εις τους αιώνας των αιώνων, Αμήν.»
Χριστός ανέστη εκ νεκρών,
θανάτω θάνατον πατήσας
και τοις εν τοις μνήμασι
ζωήν χαρισάμενος.
Με σεβασμό και τιμή
ΑΓΓΕΛΟΣ ΠΑΝ. ΣΑΚΚΕΤΟΣ
Κυριακή του Πάσχα, 20 Απριλίου 2014

Ο ΧΡΙΣΤΟΣ ΣΤΟΝ ΑΔΗ (καὶ πῶς ὁ Ἅδης ἀνεγνώρισε τὰ τραύματα τοῦ Χριστοῦ, ἀφοῦ ὁ Χριστὸς δὲν εἶχε σῶμα, ἀλλὰ μόνο ψυχή)(Ἐπιλεγμένα ἀποσπάσματα ἀπὸ τὸ βιβλίο τοῦ Μητρ. Ναυπάκτου Ἱεροθέου: «Οἱ Δεσποτικὲς Ἑορτές»)


(Ἐπιλεγμένα ἀποσπάσματα ἀπὸ τὸ βιβλίο
τοῦ Μητρ. Ναυπάκτου Ἱεροθέου:
«Οἱ Δεσποτικὲς Ἑορτές»)

.        Τί ἀκριβῶς ἐννοοῦμε ὅταν κάνουμε λόγο γιὰ τὸν Ἅδη καὶ τὴν κάθοδο τοῦ Χριστοῦ σὲ αὐτόν; Ὑπάρχουν πολλὰ χωρία τόσο στὴν Παλαιὰ ὅσο καὶ στὴν Καινὴ Διαθήκη, ποὺ ἀναφέρονται στὸν Ἅδη. […] Ἡ λέξη Ἅδης στὴν Καινὴ Διαθήκη ἀντιστοιχεῖ μὲ τὴν Ἑβραϊκὴ λέξη «Σεὼλ» ποὺ ἑρμηνεύεται ὡς ἄντρο, βάραθρο, ἄβυσσος, καὶ δηλώνει τὸ σκοτεινὸ καὶ ἀόρατο βασίλειο τῶν νεκρῶν, δηλαδὴ ἐκεῖ ποὺ εὑρίσκονται τὰ πνεύματα τῶν νεκρῶν.

.          Ἡ λέξη Ἅδης προέρχεται ἀπὸ τὴν ἑλληνικὴ μυθολογία. Εἶναι ὁ Ἁΐδης καὶ Ἁϊδωνεύς, ὁ Υἱὸς τοῦ Κρόνου καὶ τῆς Ρέας, […] Ὁ Ἅδης ἔλαβε τὴν κυριαρχία τοῦ κάτω κόσμου, τοῦ κόσμου τῶν νεκρῶν, ὅπου ὑπάρχει πυκνὸ σκοτάδι. Ἐκεῖ δέχεται τοὺς νεκρούς, τοὺς ὁποίους ἐξουσιάζει. Φυσικά, τόσο ἡ Παλαιὰ Διαθήκη, ὅσο καὶ ἡ Καινὴ Διαθήκη δὲν δέχονται αὐτὲς τὶς θεωρίες γιὰ τὸν Ἅδη. Δὲν θεωροῦν ὅτι εἶναι κάποιος Θεὸς  ἀλλὰ ὅτι εἶναι τὸ κράτος καὶ ἡ ἐξουσία τοῦ θανάτου καὶ τοῦ διαβόλου […] Δεδομένου μάλιστα ὅτι οἱ ψυχὲς δὲν εἶναι ὑλικές, ἀλλὰ ἄϋλες, δὲν μποροῦμε νὰ θεωρήσουμε τὸν Ἅδη ὡς ἕναν ἰδιαίτερο τόπο.
.        Ἔτσι, λοιπόν, ἡ εἰκόνα τοῦ Ἅδου χρησιμοποιεῖται συμβολικὰ ἀπὸ τὴν Ἁγία Γραφὴ γιὰ νὰ δηλωθῆ τὸ κράτος τοῦ θανάτου καὶ τοῦ διαβόλου. […]  Γι’ αὐτὸν τὸν λόγο στὴν Ὀρθόδοξη Παράδοση ὁ Ἅδης δὲν εἶναι ἁπλῶς ἕνας ἰδιαίτερος τόπος, ἀλλὰ ἡ κυριαρχία τοῦ θανάτου καὶ τοῦ διαβόλου. Οἱ ψυχὲς τῶν ἀνθρώπων ποὺ βρίσκονται στὴν ἐξουσία τοῦ διαβόλου καὶ τοῦ θανάτου, λέμε ὅτι βρίσκονται στὸν Ἅδη. Μὲ αὐτὴν τὴν ἔννοια πρέπει νὰ θεωροῦμε τὴν διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας γιὰ τὴν κάθοδο τοῦ Χριστοῦ στὸν Ἅδη, ὅτι, δηλαδή, ὁ Χριστὸς μπῆκε στὴν ἐξουσία τοῦ θανάτου, δέχθηκε νὰ πεθάνη, ὁπότε μὲ τὴν δύναμη τῆς θεότητός Του νίκησε τὸν θάνατο, τὸν κατέστησε ἐντελῶς ἀνίσχυρο καὶ ἀδύναμο, καὶ ἔδωσε τὴν δυνατότητα σὲ κάθε ἄνθρωπο, μὲ τὴν δική Του δύναμη καὶ ἐξουσία, νὰ ἀποφεύγη τὴν κυριαρχία, τὴν ἐξουσία καὶ τὴν δύναμη τοῦ θανάτου καὶ τοῦ διαβόλου.
.            Γιὰ τὴν κάθοδο τοῦ Χριστοῦ στὸν Ἅδη ἔχουμε μαρτυρία ἀπὸ τὴν Καθολικὴ Ἐπιστολὴ τοῦ Ἀποστόλου Πέτρου, στὴν ὁποία λέγεται: «Χριστὸς ἅπαξ περὶ ἁμαρτιῶν ἔπαθε, δίκαιος ὑπὲρ ἀδίκων, ἵνα ἡμᾶς προσαγάγῃ τῷ Θεῷ, θανατωθεὶς μὲν σαρκί, ζωοποιηθεὶς δὲ πνεύματι, ἐν ᾧ καὶ τοῖς ἐν φυλακῇ πνεύμασι πορευθεὶς ἐκήρυξεν…» (Α´ Πέτρ. γ´ 18-19). Ἐδῶ φαίνεται καθαρὰ ὅτι ὁ Χριστός, μὲ τὴν θεότητά Του, κατέβηκε στὴν φυλακὴ τῶν πνευμάτων, δηλαδὴ τῶν ψυχῶν, καὶ κήρυξε μετάνοια. Τὸ ἴδιο λέγει καὶ σὲ ἄλλο σημεῖο στὴν ἴδια ἐπιστολή: «εἰς τοῦτο γὰρ καὶ νεκροῖς εὐηγγελίσθη…» (Α´ Πέτρ. δ´ 6).
.         Στὴν Παράδοση τῆς Ἐκκλησίας γίνεται πολὺς λόγος γιὰ τὴν κάθοδο τοῦ Χριστοῦ στὸν Ἅδη μὲ τὴν ἔννοια ὅτι εἰσῆλθε μέσα στὸ κράτος καὶ τὸ βασίλειο τοῦ θανάτου. Εἶναι συνταρακτικὰ τὰ τροπάρια ποὺ ψάλλονται κατὰ τὸν ἑσπερινὸ τοῦ Πάσχα, τὰ ὁποῖα ἀρχίζουν μὲ τὴν φράση “σήμερον ὁ Ἅδης στένων βοᾶ”. Παρουσιάζουν, δηλαδή, τὸν Ἅδη νὰ φωνάζη μὲ στεναγμό. Μεταξὺ τῶν ἄλλων λέγει ὅτι κατελύθη ἡ ἐξουσία του, ἀφοῦ ὁ Χριστὸς ἐλευθέρωσε ὅλους αὐτοὺς ποὺ κατεῖχε ἀπὸ αἰώνων. Εἶναι χαρακτηριστικὰ τὰ λόγια: “κατεπόθη μου τὸ κράτος, ὁ ποιμὴν ἐσταυρώθη καὶ τὸν Ἀδὰμ ἀνέστησεν, ὧνπερ ἐβασίλευον ἐστέρημαι, καὶ οὓς κατέπιον ἰσχύσας πάντας ἐξήμεσα, ἐκκένωσε τοὺς τάφους ὁ σταυρωθείς, οὐκ ἰσχύει τοῦ θανάτου τὸ κράτος”.

.          Πολὺ σημαντικὸς γιὰ τὸ σημεῖο αὐτὸ εἶναι καὶ ὁ Κατηχητικὸς Λόγος τοῦ ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου, ποὺ διαβάζουμε κατὰ τὴν θεία Λειτουργία τῆς Κυριακῆς τοῦ Πάσχα. Μεταξὺ τῶν ἄλλων λέγεται ὅτι ὁ Ἅδης, ὅταν συνάντησε τὸν Χριστό, “ἐπικράνθη… κατηργήθη… ἐνεπαίχθη… ἐνεκρώθη… καθηρέθη… ἐδεσμεύθη”. Στὴν συνέχεια λέγεται ὅτι ὁ Ἅδης, μὲ τὸν θάνατο τοῦ Χριστοῦ στὸν Σταυρό, ἔλαβε θνητὸ σῶμα καὶ βρέθηκε ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ, ἔλαβε γῆ-χῶμα καὶ συνάντησε οὐρανό, ἔλαβε αὐτὸ ποὺ ἔβλεπε, δηλαδὴ ἀνθρώπινο σῶμα, ἀνθρώπινη φύση, καὶ νικήθηκε ἀπὸ αὐτὸ ποὺ δὲν ἔβλεπε, δηλαδὴ ἀπὸ τὴν θεότητα.
.         Τὴν διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας γιὰ τὴν κάθοδο τοῦ Χριστοῦ στὸν Ἅδη περιέγραψε ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνὸς σὲ ἕνα γνωστότατο τροπάριο τοῦ Κανόνος τοῦ Πάσχα: “Κατῆλθες ἐν τοῖς κατωτάτοις τῆς γῆς καὶ συνέτριψας μοχλοὺς αἰωνίους, κατόχους πεπεδημένων, Χριστέ, καὶ τριήμερος, ὡς ἐκ κήτους Ἰωνᾶς ἐξανέστης τοῦ τάφου”.
.          Ὁ ἅγιος Ἐπιφάνιος, ἐπίσκοπος Κύπρου, σὲ σχετική του ὁμιλία κάνει μία θαυμάσια περιγραφὴ τῆς καθόδου τοῦ Χριστοῦ στὸν Ἅδη καὶ ὅλων ἐκείνων ποὺ συνέβησαν κατ’ αὐτήν, ἑρμηνεύοντας σχετικὸ ψαλμὸ τοῦ Δαυὶδ (κγ´ 7-10). Μὲ παραστατικὸ λόγο λέγει ὅτι ὁ Χριστὸς κατέβηκε στὸν Ἅδη “θεοπρεπῶς, πολεμικῶς… δεσποτικῶς”, συνοδευόμενος ὄχι ἀπὸ δώδεκα λεγεῶνες ἀγγέλων, ἀλλὰ ἀπὸ μύριες, μυριάδες καὶ χίλιες χιλιάδες ἀγγέλους. Προέφθασε ὁ ἀρχιστράτηγος Γαβριὴλ γιὰ νὰ τοὺς ἀναγγείλη τὴν ἔλευση τοῦ Χριστοῦ, ἀφοῦ ἄλλωστε αὐτὸς ἦταν ἐκεῖνος ποὺ εὐηγγελίσθη τὴν Παναγία. Εἶπε: “Ἄρατε πύλας οἱ ἄρχοντες ὑμῶν”. Στὴν συνέχεια φώναξε ὁ ἀρχάγγελος Μιχαήλ: “καὶ ἐπάρθητε πύλαι αἰώνιοι”. Οἱ δυνάμεις τῶν ἀγγέλων εἶπαν: “ἀπόστητε, πυλωροί, οἱ παράνομοι”. Καὶ οἱ ἄλλες ἐξουσίες: “συντρίβητε αἱ ἁλύσεις οἱ ἄλυτοι… Φοβήθητε, τύραννοι οἱ παράνομοι”. Ἐμφανίστηκε ὁ Χριστὸς καὶ προξένησε μεγάλο φόβο, ταραχὴ καὶ φρίκη. Ὁπότε οἱ ἄρχοντες τοῦ Ἅδου φώναξαν δυνατά: “τίς ἐστιν οὗτος ὁ βασιλεὺς τῆς δόξης;” Τότε ὅλες οἱ δυνάμεις τῶν οὐρανῶν φώναξαν: “Κύριος κραταιὸς καὶ δυνατός, Κύριος δυνατὸς ἐν πολέμῳ… Κύριος τῶν δυνάμεων, αὐτός ἐστιν ὁ βασιλεὺς τῆς δόξης” (Ψαλμ. κγ´, 7-10).
.           Ἐν συνεχείᾳ ὁ ἅγιος Ἐπιφάνιος περιγράφει θαυμάσια τὴν συνομιλία τοῦ Ἀδὰμ μὲ τὸν Χριστό. Ὁ Ἀδὰμ ἄκουσε τὰ βήματα τοῦ Χριστοῦ ποὺ ἐρχόταν, ὅπως τὰ ἄκουσε τότε στὸν Παράδεισο μετὰ τὴν παράβαση καὶ τὴν παρακοή. Τότε αἰσθανόταν ταραχὴ καὶ φόβο, τώρα ὅμως χαρὰ καὶ εὐφροσύνη. Μετανοημένος ὁ Ἀδὰμ φώναξε σὲ ὅλες τὶς ψυχές: “Ὁ κύριός μου μετὰ πάντων”. Καὶ ὁ Χριστὸς ἀπάντησε: “Καὶ μετὰ τοῦ πνεύματός σου”. Καὶ ἀφοῦ τοῦ ἔπιασε τὸ χέρι, τὸν ἀνέστησε, ἀναφέροντάς του τί ἔκανε γιὰ τὴν σωτηρία του, καθὼς ἐπίσης γιὰ τὴν σωτηρία ὅλου τοῦ ἀνθρωπίνου γένους.
.          Ὁ Χριστὸς κατέβηκε στὸν Ἅδη, εἰσῆλθε μέσα στὸ κράτος τοῦ διαβόλου μὲ σκοπὸ νὰ συντρίψη τὶς πύλες τοῦ Ἅδου, στὴν πραγματικότητα γιὰ νὰ καταργήση τὸν θάνατο καὶ τὸ κράτος τοῦ διαβόλου[…] γιὰ νὰ κυριεύση καὶ νὰ ὑποδουλώση τὸν διάβολο, ὁ ὁποῖος τότε ἦταν ἄρχοντας τοῦ θανάτου καὶ τοῦ Ἅδου. […] γιὰ νὰ γεμίση τὰ πάντα μὲ τὸ φῶς τῆς θεότητός Του[…] γιὰ νὰ ἐπαναληφθοῦν καὶ νὰ γίνουν καὶ ἐκεῖ ὅσα ἔγιναν στὴν γῆ. Ὅπως στὴν γῆ κήρυξε τὴν εἰρήνη, ἔδωσε ἄφεση ἁμαρτιῶν ἔγινε αἰτία σωτηρίας γιὰ ὅσους πίστευσαν, ἀλλὰ καὶ ἔλεγχος ἀπιστίας γιὰ ὅσους ἀπείθησαν, τὸ ἴδιο ἔπρεπε νὰ γίνη καὶ στὸν Ἅδη[…]

.         Πῶς ὅμως ὁ Ἅδης ἀναγνώρισε τὰ τραύματα τοῦ Χριστοῦ, ἀφοῦ ὁ Χριστὸς δὲν εἶχε σῶμα, ἀλλὰ μόνο ψυχή;  Τὸ ἐρώτημα αὐτὸ τίθεται γιατί σὲ ἕνα τροπάριο τοῦ Μ. Σαββάτου λέγεται ὅτι ὁ Ἅδης ἐπικράνθη βλέποντας ἄνθρωπο θνητὸ ποὺ εἶχε θεωθῆ καὶ ἦταν γεμάτος ἀπὸ τὶς πληγὲς τοῦ Σταυροῦ. “Ὁ Ἅδης, Λόγε, συναντήσας σοι, ἐπικράνθη, βροτὸν ὁρῶν τεθεωμένον, κατάστικτον τοῖς μώλωψι καὶ πανσθενουργόν, τῷ φρικτῷ τῆς μορφῆς δὲ διαπεφώνηκεν”. Δηλαδή, ὁ Χριστός, καίτοι ἦταν γεμάτος ἀπὸ πληγές, ταυτόχρονα ἦταν παντοδύναμος.
.        Στὸν Ἅδη κατέβηκε ἡ ψυχὴ τοῦ Χριστοῦ μαζὶ μὲ τὴν θεότητα, ὁπότε, οἱ πληγὲς ποὺ εἶχε ὁ Χριστὸς ἦταν ἢ πληγὲς τῆς ψυχῆς ἢ πληγὲς τῆς θεότητος. Τὸ δεύτερο ἀποκλείεται, ὁπότε πρέπει νὰ ὁμολογηθῆ ὅτι ἦταν πληγὲς τῆς ψυχῆς. Ἀλλά, πῶς εἶναι δυνατὸν οἱ πληγὲς τοῦ σώματος, ποὺ ἔγιναν πάνω στὸν Σταυρὸ νὰ θεωρηθοῦν καὶ πληγὲς τῆς ψυχῆς;
.        Κατὰ τὴν διάρκεια τοῦ Πάθους, ὅταν ἔπασχε τὸ σῶμα, δὲν συνέπασχε ἡ θεότητα, ἀλλὰ παρέμεινε ἀπαθής. Ὅμως, μαζὶ μὲ τὸ σῶμα συνέπασχε καὶ ἡ ψυχὴ τοῦ Χριστοῦ. Ὁ ἅγιος Νικόδημος ὁ ἁγιορείτης ἐξηγεῖ ὅτι ἄλλες ἐνέργειες τῆς ψυχῆς ἐνεργοῦν χωρὶς τὴν συνέργεια τοῦ σώματος, ὅπως ὁ νοῦς, ἡ διάνοια ποὺ ἐνεργοῦν καὶ ὅταν ἠρεμῆ τὸ σῶμα, καὶ ἄλλες ἐνέργειες τῆς ψυχῆς, ὅπως ἡ φαντασία καὶ ἡ αἴσθηση δὲν μποροῦν νὰ ἐνεργοῦν χωρὶς τὸ σῶμα. Ἔτσι, ὅταν μαστιγωνόταν τὸ σῶμα τοῦ Χριστοῦ, τότε οἱ τύποι καὶ οἱ ἀμυδρὲς φαντασίες τῶν μαστίγων καὶ τῶν παθῶν χαράσσονταν καὶ στὴν ψυχὴ τοῦ Χριστοῦ. Ἑπομένως, τὰ σημάδια τοῦ σώματος διαβιβάστηκαν καὶ στὴν ψυχή, καὶ αὐτὰ εἶδε ὁ Ἅδης. Ἄλλωστε, αὐτὸ συμβαίνει καὶ μὲ τὶς ψυχὲς τῶν ἀνθρώπων. Ὁ Μ. Βασίλειος λέγει ὅτι ἐκεῖνοι ποὺ ἔπραξαν τὰ φαῦλα καὶ πονηρὰ θὰ ἀναστηθοῦν εἰς ὀνειδισμὸν καὶ αἰσχύνην “ἐνορῶντες ἐν ἑαυτοῖς τὸ αἶσχος καὶ τοὺς τύπους τῶν ἡμαρτημένων”… Πάντοτε θὰ ὑπάρχουν στὴν μνήμη τῆς ψυχῆς τὰ ἴχνη τῆς ἁμαρτίας ποὺ ἔγιναν μὲ τὸ σῶμα τους, σὰν μία βαφὴ ποὺ δὲν ξεπλένεται καὶ δὲν ξεβάφει ποτέ.