Σάββατο 1 Δεκεμβρίου 2018

ΕΝΩΠΙΟΝ ΤΟΥ ΘΑΝΑΤΟΥ Αγίου Κυπριανού Καρθαγένης (+258 μ.Χ.),Πηγή: www.alopsis.gr



«De Mortalitate», (P.L. 4, 58 3-602)



Ο άγιος Κυπριανός με το παρακάτω κείμενό του, μας δείχνει τον Χριστιανικό τρόπο θεώρησης του θανάτου. Όχι με απελπισία, αλλά με προσμονή και ανυπομονησία. Γιατί ποιος ευλογημένος άνθρωπος, δεν θα σπεύσει με χαρά να αντικρύσει τον Κύριό Του το συντομότερο;

            Δεν πρέπει να θλιβώμεθα, αγαπητοί χριστιανοί από την εκδημία των αδελφών μας προς τον Θεό, αφού γνωρίζομε καλά ότι δεν έχουν χαθή, αλλ' ότι απλώς προηγούνται από εμάς. Ξέρομε πράγματι ότι δεν μας εγκαταλείπουν παρά για να προπορευθούν, όπως κάνουν συχνά οι ταξιδιώτες και οι ναυτικοί. Μπορούμε να λυπούμεθα, χωρίς όμως να θρηνούμε την απώλειά τους.

            Ο απόστολος Παύλος, μέμφεται κάθε άνθρωπο που δοκιμάζει θλίψι με τον θάνατο των δικών του, τον επιπλήττει και μάλιστα τον κατηγορεί: «Ου θέλομεν δε υμάς αγνοείν, αδελφοί, περί των κεκοιμημένων, ίνα μη λυπήσθε καθώς και οι λοιποί οι μη έχοντες ελπίδα. ει γαρ πιστεύομεν ότι Ιησούς απέθανε και ανέστη, ούτω και ο Θεός τους κοιμηθέντας δια του Ιησού άξει (θα φέρη) συν αυτώ» (Α' Θεσσ., δ' 13-14). Πράγμα που σημαίνει ότι αυτοί που θλίβονται για τον θάνατο των δικών τους, είναι πράγματι αυτοί που δεν έχουν ελπίδα.

            Επομένως, εμείς που ζούμε με την ελπίδα και πιστεύομε στον Θεό, εμείς που έχομε την πεποίθηση ότι ο Χριστός υπέφερε για εμάς και ανέστη, που έχομε αναγεννηθή δι' Αυτού και εν Αυτώ, γιατί θλιβόμεθα τόσο με την εκδημία των δικών μας, σαν να ήσαν χαμένοι δια παντός, αφού ο ίδιος ο Χριστός, ο Κύριός μας, μας ενισχύει με αυτούς τους λόγους: «Εγώ ειμι η ανάστασις και η ζωή· ο πιστεύων εις εμέ, καν αποθάνη, ζήσεται· και πας ο ζων και πιστεύων εις εμέ ου μη αποθάνη εις τον αιώνα» (Ιω. ια΄, 25-26). Εάν, λοιπόν, πιστεύομε στον Ιησού Χριστό, εάν έχομε εμπιστοσύνη στους λόγους και στις υποσχέσεις Του, δεν θα πεθάνομε ποτέ.

            Ας μην λησμονούμε ότι ο θάνατος δεν είναι μία τελική έξοδος, αλλά ένα πέρασμα, μια πρόσκαιρη πορεία προς την αιωνιότητα. Ποιος δεν θα βιαζόταν να φθάση σε μία ζωή καλύτερη; Ποιος δεν θα ήταν ανυπόμονος να αλλάξη μορφή, να μεταμορφωθή κατ' εικόνα Χριστού και να πλησιάση το ταχύτερον στην ουράνια ευγένεια και δόξα, όπως το κηρύσσει ο απ. Παύλος: «Ημών γαρ το πολίτευμα εν ουρανοίς υπάρχει, εξ ου και σωτήρα απεκδεχόμεθα Κύριον Ιησούν Χριστόν, ος μετασχηματίσει το σώμα της ταπεινώσεως ημών εις το γενέσθαι αυτό σύμμορφον τω σώματι της δόξης Αυτού» (Φιλ. γ΄, 20).

            Όπως μαρτυρεί το βιβλίο της Γενέσεως, ο Ενώχ αρπάχθηκε από την ζωή, αυτός που είχε την εύνοια του Θεού: «Ευηρέστησεν Ενώχ τω Θεώ, και ουχ ευρίσκετο, ότι μετέθηκεν αυτόν ο Θεός» (Γεν. ε΄, 24). Δια μέσου του Σολομώντος, το άγιον Πνεύμα μας διδάσκει ομοίως ότι, αυτοί που ευαρεστούν στον Θεό, καλούνται πρόωρα από την ζωή και ελευθερώνονται γρηγορώτερα από τον κόσμο· από φόβο μήπως, η πολύ μεγάλη παραμονή στην γη, συμβή να τους φθείρη: «Ηρπάγη, μη κακία αλλάξη σύνεσιν αυτού. Αρεστή γαρ ην Κυρίω η ψυχή αυτού· δια τούτο έσπευσεν εκ μέσου πονηρίας» (Σοφ. Σολ. ιδ΄, 11-14)

            Ευρίσκομε ακόμη μέσα στους Ψαλμούς το παράδειγμα του Δαυίδ, μιας ψυχής αφοσιωμένης στον Θεό με την πίστη την πνευματική, που σπεύδει με βιασύνη προς τον Κύριο: «Ως αγαπητά τα σκηνώματά Σου, Κύριε των δυνάμεων. Επιποθεί και εκλείπει η ψυχή μου εις τας αυλάς του Κυρίου» (Ψαλμ. πγ΄, 2).

            Είναι ίδιον εκείνου που ο κόσμος γοητεύει, που αφήνεται να πλανηθή από τα απατηλά θέλγητρα του κόσμου, να επιθυμεί να παραμείνει επί μακρόν στην ζωή. Ο ευαγγελιστής Ιωάννης, όμως, μας υποχρεώνει ζωηρά να μη προσηλωνόμεθα στον κόσμο, υπακούοντες στις σαρκικές επιθυμίες μας, και μας παροτρύνει με αυτούς τους λόγους: «Μη αγαπάτε τον κόσμον μηδέ τα εν τω κόσμω· εάν τις αγαπά τον κόσμον, ουκ έστιν η αγάπη του Πατρός εν αυτώ· ότι παν το εν τω κόσμω, η επιθυμία της σαρκός και η επιθυμία των οφθαλμών και η αλαζονεία του βίου, ουκ έστιν εκ του Πατρός, αλλ' εκ του κόσμου εστί. Και ο κόσμος παράγεται (παρέρχεται) και η επιθυμία αυτού· ο δε ποιών το θέλημα του Θεού μένει εις τον αιώνα» (Α΄ Ιω. β΄, 15-17).

            Ας είμεθα μάλλον έτοιμοι να υπακούσωμε στις βουλές του Θεού, ισχυροί με μια ψυχή ευθεία και ειλικρινή, με μια πίστη ακλόνητη και ένα θάρρος σταθερό, και ας μη θλιβώμεθα από τον θάνατο αυτών που μας είναι αγαπητοί. όταν σημάνει η ώρα, να καλέσει και εμάς ο Θεός, ας βαδίσωμε προς Αυτόν χωρίς δισταγμό, χωρίς βαρυθυμία.

            Αν οι δούλοι του Θεού όφειλαν, σε κάθε εποχή, να συμμορφώνονται με αυτόν τον κανόνα, η τήρησίς του τώρα έχει γίνει μία αναγκαιότητα. Ο κόσμος, πράγματι, επιταχύνει τον όλεθρό του και βρίσκεται πολιορκημένος από πλήθος συμφορών που τον φθείρουν, εις τρόπον ώστε εμείς που έχομε συνείδηση των κακών, που τον έχουν ήδη προσβάλλει σφοδρώς και που γνωρίζομε ότι γεγονότα ακόμη βαρύτερα τον απειλούν, συμπεραίνομε χωρίς κόπο ότι, το μεγαλύτερο συμφέρον για εμάς τους Χριστιανούς είναι να αποσυρθούμε, το γρηγορώτερον, από την γη εδώ.

            Και δεν πρέπει, αγαπητοί αδελφοί μου, να λησμονούμε ότι, έχομε ήδη αποχωρισθεί από τον κόσμο και ζούμε εδώ κάτω «ως πάροικοι και παρεπίδημοι» – σαν ξένοι και περαστικοί – (Α΄ Πέτρ. β΄, 11), σαν ταξιδιώτες. Ευλογημένη η ημέρα, που έχει ορίσει στον καθένα την πραγματική του κατοικία και που, αφού μας αποσπάσει από αυτόν τον κόσμο και μας απαλλάξει από τα δεσμά του, μας μεταφέρει στον Παράδεισο και στην Βασιλεία των Ουρανών. Τι γλυκύτητα να πεθαίνεις χωρίς φόβο! Τι μακαριότητα βαθειά και ατελείωτη, να ζεις μέσα στην αιωνιότητα!

            Ποιος είναι αυτός που δεν θα έσπευδε να ξαναφθάσει στην πατρίδα του, μετά από ένα διάστημα παραμονής στην ξενιτιά; Πατρίδα μας είναι ο παράδεισος και εξ αρχής είχαμε τους Πατριάρχες για πατέρες. Γιατί, λοιπόν, δεν σπεύδομε ν' αντικρύσωμε την πατρίδα μας;

            Εκεί ευρίσκεται ο ένδοξος χορός των Αποστόλων, η ζωογόνος πληθύς των Προφητών, η αναρίθμητη στρατιά των Μαρτύρων, στεφανωμένων για τα κατορθώματά τους ενάντια στον εχθρό και τον πόνο, απολαμβάνοντες εκεί τον θρίαμβό των. Εκεί ακτινοβολούν οι παρθένοι, που υπεδούλωσαν με αξιέπαινες προσπάθειες την φιληδονία της σαρκός. Εκεί, τέλος, ανταμοίβονται οι άνθρωποι που επέδειξαν ευσπλαχνία και οίκτο, που πολλαπλασίασαν τις ελεήμονες πράξεις τους συντρέχοντες, σαν βοηθοί, στις ανάγκες των πτωχών και, πιστοί στα παραγγέλματα του Κυρίου, κατάφεραν να ανυψωθούν από τα γήινα αγαθά στους θησαυρούς τους ουράνιους.

            Ας βιαστούμε λοιπόν, να τους συναντήσωμε και να παρουσιασθούμε ενώπιον του Κυρίου, και ο Χριστός μας ας διαγνώσει τον πόθο της πίστεως και της ψυχής μας· Αυτός, ο Οποίος απονέμει την ύψιστη ανταμοιβή της δόξης Του σε αυτούς, που τον έχουν ποθήσει με την πιο μεγάλη θέρμη της καρδιάς τους.


Παρασκευή 30 Νοεμβρίου 2018

Άγιο Φως: Η μέγιστη απόδειξη της αλήθειας της ορθόδοξης πίστης

Άγιο Φως: Η μέγιστη απόδειξη της αλήθειας της ορθόδοξης πίστης

Εξαιρετικά ενδιαφέρουσα θρησκευτική,ιστορική αλλά και επιστημονική μελέτη για το μέγα θαύμα του Αγίου Φωτός από τον Πανάγιο Τάφο του Ιησού Χριστού στα Ιεροσόλυμα αποτελεί ένα βιβλίο που πριν λίγα χρόνια κυκλοφόρησε και φέρει τον τίτλο « Άγιον Φως.

Το θαύμα του Μεγάλου Σαββάτου στον Τάφο του Χριστού» του Χ.Σκαρλακίδη.Παρακάτω παραθέτουμε αρχικά ένα απόσπασμα από την εισαγωγική παρουσίαση του συγκεκριμένου βιβλίου από τον αιδεσιμολογιώτατο Πρωτοπρεσβύτερο και καθηγητή της θεολογικής Σχολής του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης Θεόδωρο Ζήση,και στη συνέχεια επιλεγμένες, ιδιαιτέρως σημαντικές πληροφορίες, που το συγκεκριμένο πόνημα μάς προσφέρει για το διαρκές αυτό θαύμα της Ορθοδόξου Εκκλησίας μας.
"....Τις Άγιες ημέρες της Μεγάλης Εβδομάδος ο κ. Χαράλαμπος Σκαρλακίδης, Αρχιτέκτων και καθηγητής σχεδιαστικών προγραμμάτων μέσω Η/Υ, εδώρησε στην εκκλησιαστική Ιστορία των Ιεροσολύμων, αλλά και σε κάθε πιστό Χριστιανό, ιδίως τους Προσκυνητές της Αγίας Γης, ένα πολύτιμο δώρο: το νέο βιβλίο του με τίτλο το «Άγιον Φως. Το θαύμα του Μεγάλου Σαββάτου στον Τάφο του Χριστού? σαράντα δύο ιστορικές μαρτυρίες (9ος - 16ος αι.)», το οποίο είναι καρπός πολυετούς και βαθείας μελέτης και διασταυρώσεως ιστορικών πηγών, κυρίως παλαιοτέρων, σχετικώς με το θαύμα του Αγίου Φωτός του Παναγίου Τάφου του Κυρίου, το οποίο μαρτυρεί¬ται καθ' έκαστον έτος, το Μέγα Σάββατο, στη γνωστή ιεροσολυμιτική ιερή Τελετή.
Σημαντικότατο επίτευγμα του βιβλίου σε 270 σελίδες: η απόδειξη και ιστορική τεκμηρίωση τόσον της επενέργειας θαυμαστών παραγόντων στην αφή του Αγίου Φωτός εντός του Παναγίου Τάφου και των κυκλόθεν εκτός αυτού κανδηλών, όσον και μερικών παρομαρτούντων φαινομένων, δηλαδή της αρχικής ακαΐας του Αγίου Φωτός και της ανεξήγητης - κατ' άνθρωπον - δημιουργίας της σχισμής του κεντρικού κίονος εκ των τριών δυτικών κιόνων της Κεντρικής Θύρας του συγκροτήματος του Ναού της Αναστάσεως.




Ποιοι όμως μαρτυρούν περί τούτων;
Μήπως οι ίδιοι οι Αγιοταφίται;
Μήπως τίποτε «θρησκόληπτοι» και «ευσυγκίνητοι» Προσκυνηταί;
Μήπως τίποτε παράγοντες «οικονομικής εκμεταλλεύσεως» του θαύματος;
Μήπως μόνον οι «συναισθηματικοί και μυστικοπαθείς»(κατά μερικούς δυσπίστους η ορθολογιστές Καθηγητές) Ρώσοι;
Όχι.
 Μαρτυρούν 42  συγγραφείς του Μεσαίωνος, μερικοί πολύ σημαινουσών θέσεων, Άραβες και Πέρσες Μουσουλμάνοι, Γάλλοι, Ρωμηοί, Γερμανοί, Ρώσοι, Ισλανδοί, Άγγλοι, Αρμένιοι, ένας Σύριος, ένας Μολδαβός, ένας Ελβετός και ένας Ιταλός ιστορικός σε επίσημα ιστορικά κείμενα, αρκετοί αυτών γενόμενοι αυτόπται του θαύματος, και μολονότι η εχθρική στάση των περισσοτέρων αυτών έναντι της Ορθοδόξου Ρωμηοσύνης των Φυλάκων του Παναγίου Τάφου, κάθε άλλο παρά θα δικαιολογούσε την υπ' αυτών ιστορική καταγραφή ενός θαύματος, που - σύμφωνα με τους περισσοτέρους από τους συγγραφείς - μόνο μετά την προσευχή του Ορθοδόξου Πατριάρχου των Ιεροσολύμων μπορούσε να λάβει χώρα.


Οι σχετικές μαρτυρίες των Αγίων της Εκκλησίας μας, όπως του Αγίου Γρηγορίου του Φωτιστού των Αρμενίων (σωτηρίου έτους 330 μ.Χ.), του Αγίου Γρηγορίου Νύσσης, του Αγίου Ιωάννου του Δαμασκηνού, του Αγίου Θεοδώρου του Σαββαΐτου (σ.έ. 836) και του σοφού Αρέθα Καισαρείας είτε περί του ακτίστου Φωτός του Παναγίου Τάφου εν γένει είτε και της ιδίας της Τελετής του Αγίου Φωτός, μεταγενεστέρως, είναι ιδιαιτέρας σημασίας ως προς την αποδοχή του θαύματος αυτού, βάσει της consensusPatrum («ομοφωνίας των Πατέρων») η οποία κυρίως καταδεικνύει την consensumEcclesiae («ομοφωνίαν της Εκκλησίας»).
  Πέραν τούτων, ο κ. Σκαρλακίδης ενσωμάτωσε στη μελέτη του και τρεις πολύ σημαντικές γνώμες συγχρόνων επιστημόνων:

Ανέστη ο Κύριος όντως!Απάντηση στους αρνητές της Ανάστασης (μέρος Β)


(Από το βιβλίο: Απολογητικαί Μελέται τόμος Ε, Παναγιώτη Τρεμπέλα,εκδ. ο Σωτήρ σελ. 548-617)

Β) Η αξιοπιστία των μαρτύρων της Αναστάσεως.
Μολονότι δι’ όσων είπομεν αι περί της αναστάσεως μαρτυρίαι παρουσιάζονται ανώτεραι πάσης υπονοίας και αδιάσειστοι εις κύρος ιστορικόν και εις αυθεντίαν γνησιότητος, δεν θεωρούμεν περιττόν να εξετάσωμεν και τας αντιρρήσεις, τας οποίας εκάστοτε προέβαλον οι πολέμιοι του ιστορικού γεγονότος της αναστάσεως, παρέχοντες ούτω την ευκαιρίαν εις τον φίλον· αναγνώστην, ίνα κρίνη μόνος περί του ποία πλάστιγξ κρατεί της αληθείας το άσταθμον βάρος.
Δύο τίνα  ενδέχεται να συμβαίνουν, καθ’ ην περίπτωσιν η μαρτυρία περί της αναστάσεως δεν είναι κατά πάντα αληθής. Οι μάρτυρες της αναστάσεως ή από σκοπού και εκ προ μελέτης λαλούσι το ψεύδος, οπότε δεν είναι παρά ελεεινοί ψεύσται, ανάξιοι όχι μόνον της εμπιστοσύνης μας, αλλά και οιασδήποτε δικαιολογίας ή επιεικείας· ή απεπλανήθησαν και αυτοί, εν χρηστώ δε συνειδότι πλέον λαλούσι περί εκείνου, το οποίον υποκειμενικώς μεν, όσον αφορά εις αυτούς, είναι αληθές, αντικειμενικώς όμως δεν είναι πραγματικόν. Εις την τελευταίαν ταύτην περίπτωσιν είναι μεν ανάξιοι της εμπιστοσύνης μας, συγχρόνως όμως δεν παύουσι να είναι άξιοι των συμπαθειών μας, αυτού ακόμη του θαυμασμού μας. Εάν επλανήθησαν, η πολιτεία των όμως υπήρξε πολιτεία ανθρώπων ευσυνειδήτων.
Ας εξετάσωμεν τας υποθέσεις ταύτας και ας ίδωμεν κατά πόσον εκάστη εξ αυτών δύναται να στηριχθή επί βάσεως βεβαίας η έστω και πιθανής.
α) Οι μάρτυρες της Αναστάσεως δεν είναι ψεύσται.
Την πρώτην εκ των ανωτέρω υποθέσεων υιοθέτησαν πρώτοι οι Ιουδαίοι, οίτινες κατά τον Ματθαίον έπεισαν τους εις τον τάφον του Ιησού φρουρήσαντας στρατιώτας να είπωσιν, ότι «οι μαθηταί αυτού νυκτός ελθόντες έκλεψαν αυτόν ημών κοιμωμένων» (Ματθ. κη' 13). Εκ των νεωτέρων ο Reimarus (εις τα Wolfenbuetteler Fragmente eines ungenanntenn), μολονότι αναγνωρίζει, ότι η υπό των μαθητών κλοπή του σώματος του Ιησού είναι όλως απίθανος ([1]), εν τούτοις διατείνεται, ότι οι μαθηταί επενόησαν τον μύθον της αναστάσεως δια να αναστηλώσωσι το οικοδόμημα των ελπίδων αυτών, τας οποίας έβλεπον κατερειπουμένας δια του θανάτου του Διδασκάλου των. Κατά τους μετέπειτα χρόνους η υπόθεσις αυτή παρουσιάσθη υπό διαφόρους μορφάς. Ούτω η υπεξαίρεσις του σώματος του Ιησού υπό μεν του Renan απεδόθη εις Μαρίαν την Μαγδαληνήν, υπό δε των Oskar Holtzmann ([2]), Η. Holtzmann ([3]) και W. Heitmuller ([4]) εις τον Ιωσήφ τον από Aριμαθαίας, συγκατατεθέντα μεν όπως προσωρινώς τοποθετηθή εν τω οικογενειακώ του τάφω το σώμα του Ιησού, αλλά μη θελήσαντα εν τέλει να τηρηθή εκεί διαπαντός το πτώμα ενός κατάδικου ή και επιζητήσαντα να ασφαλίση αυτό κατά πάσης βεδηλώσεως, δι’ ο και εφρόντισεν όπως μεταφερθή τούτο εις Αριμαθαίαν· και υπό του Α. Reville ([5]) εις τούς Ιουδαίους ή εις τους ανθρώπους του συνεδρίου επί τω σκοπώ όπως προληφθή να καταστή ο τάφος τόπος προσκυνήματος υπό των μαθητών και άλλων θιασωτών του Ιησού.
Αλλ’ η περί κλοπής ή υπεξαιρέσεως του σώματος θεωρία ουδ' ως αξία συζητήσεως υπόθεσις δύναται να θεωρηθή, ως άλλως τε εμφαίνεται εκ του ότι και αυτοί οι ριζοσπαστικώτεροι των νεωτέρων ορθολογιστών απεκήρυξαν ταύτην ([6]). Θα ηδύνατο εν τούτοις να παρατηρηθή κατά της υποθέσεως ταύτης, ότι:
1) Εμπεριέχει αντίφασιν.
Αφού οι στρατιώται εκοιμώντο, πώς θα ήτο δυνατόν να χρηματίσωσι μάρτυρες αξιόπιστοι, αφού ούτε είδον, ούτε ήκουσαν, ούτε άλλως πως δια των αδρανουσών υπό το κράτος του ύπνου αισθήσεων αυτών αντελήφθησαν, τι συνέβη δια να κενωθή ο τάφος; ([7]).
2) Aπoκηρύττεται από την στάσιν των αρχόντων.

Περί αναστάσεως νεκρών – Αγίου Νικολάου Βελιμίροβιτς

Αργά βαδίζει ο Χριστός
Αγίου Νικολάου Βελιμίροβιτς
Περί αναστάσεως νεκρών
Γιά τούς φοβισμένους άπο τό θάνατο καί άπαράκλητους άπό τή ζωή
Δέν θά σέ δοξάζουν οί νεκροί. Κύριε, ούτε όλοι όσοι κατεβαίνουν στόν  ‘Άδη.
Άλλά έμεϊς οί ζώντες θά ευλογούμε τόν Κύριο άπό τώρα καί έως τούς αιώνες.
Ψαλμός 113,25-26
Εφόσον ή πεποίθηση στην αθανασία είναι τόσο απαραίτητη γιά τήν ύπαρξη τού άνθρωπου, τότε οπωσδήποτε αύτη είναι καί ή φυσική κατάσταση τής άνθρωπότητας, καί έάν είναι έτσι, τότε καί ή ‘ίδια ή αθανασία της ψυχής τού άνθρώπου ύπάρχει άναμφισβήτητα. Μέ μία λέξη, ή ‘ιδέα περί άθανασίας είναι ή ϊδια ή ζωή, ή ζωντανή ζωή, ή τελική της μορφή καί ή κύρια πηγή τής άλήθειας καί τής όρθής γνώσης γιά τήν άνθρωπότητα. Ή ότγάττη πρός τήν άνθρωπότητα είναι τελείως αδιανόητη καί τελείως αδύνατη χωρίς τήν πίστη στήν αθανασία τής ψυχής τού άνθρώπου.
Ντοστογιέβσκι

Όλα  τα  βλεμματα  σας  στρέφονται  σέ  μένα,  αγαπητά  άδέλφια,  έκφράζοντας σήμερα μόνο μία μοναδική έρώτηση: Υπάρχει άνάσταση νεκρών; Αύτή τήν έρώτηση ύποβάλατε πολλές φορές στήν έπιστήμη, στή φιλοσοφία, στήν τέχνη, στήν Ιστορία, στόν πνευματισμό καί στή χειρομαντεία. Μέ τήν ψυχή γεμάτη άπό διάφορες άβέβαι-ες άπαντήσεις άμφιταλαντεύεστε καί άπευθύνε-στε σήμερα στήν Έκκλησία μέ τήν ϊδια έρώτηση: Υπάρχει άνάσταση τών νεκρών;
Βιάζεστε γιά τήν άπάντηση, γιατί ό θάνατος βιάζεται νά σάς συναντήσει· κάθε μέρα περιπλανιέται σ’ αύτή τήν πόλη καί παίρνει μαζί του άνεπιστρεπτί έναν άρκετά μεγάλο άριθμό μικρών καί μεγάλων. Είστε όλοι τοποθετημένοι σάν σέ κλήρωση σ’ αύτή τή ζωή· ό θάνατος κάνει βόλτα στά διαμερίσματά σας καί μαζεύει τά κέρδη πού τού κληρώθηκαν. Τά κέρδη του είναι οί γονείς σας,τά παιδιά σας, οί φίλοι σας καί έσείς οί ίδιοι. Τούς πιό άγαπημένους σας, αύτούς πού είναι γεμάτοι ζεστασιά καί σημασία,γεμάτοι γλυκιά τρυφερά -δα, έλξη καί χρώμα, ό θάνατος τούς μετατρέπει μπροστά στά μάτια σας σέ σκληρές κέρινες φιγούρες. Βαριέστε τήν σημερινή μέρα καί είστε άνυπόμονοι νά τήν άλλάξετε μέ τήν αύριανή, ξεχνώντας ότι κάθε μέρα ό τροχός τής τύχης τού θανάτου είναι όλο καί πιό κοντά στόν άριθμό σας. Θά βγει τελικά καί ό δικός σας άριθμός, καί ό θάνατος θά τόν κοιτάξει μέ άδιάφορα μάτια,χορτασμένα μέ άνθρώπους, θά τόν κοιτάξει καί θά τόν πάρει. Καί έσύ, φίλε μου, θά κείτεσαι μπροστά άπό τούς φίλους σου σάν κέρινη φιγούρα. Καί οί φίλοι σου θά σού βάλουν στά κρύα χέρια κερί καί θά στέκουν σέ κύκλο γύρω άπό τό κεφάλι σου. Θά στέκουν καί θά θλίβονται:
« Κοίτα τόν φίλο μας, πού ήταν τόσο εύκίνητος, φωτεινός, ζεστός καί άγαπητός! Κοίτα πώς κείτεται τώρα μπροστά μας σάν μιά μάζα άπό κύτταρα, άκίνητος καί σιωπηλός! Ή άλλοτε φωτεινή ι ου ψυχή έχει λιγότερο φώς κι άπ’ αύτό τό λεπτό κερί στά χέρια του· ή άλλοτε ζεστή του καρδιά t χει λιγότερη ζεστασιά κι άπ’ αύτή τή μικρή ταλα-ντευόμενη φλογίτσα τοϋ κεριού.
βλέποντας τόν νεκρό έσείς όλοι, άδέλφια, άναρωτιέστε: Υπάρχει όντως άνάσταση νεκρών;  Ακόμα  καί  όταν  άπομακρυνθείτε  άπό  τόν  νεκρό  καί  όταν  ό  κρύος ιδρώτας έχει στεγνώσει στό με τωπο καί τά δάκρυα στά μάτια, όταν έχετε φύγει άκολουθώντας τίς καθημερινές σας δουλει-t1, καί φροντίδες,όταν υφαίνετε ή ράβετε ή διαβάζετε ή γράφετε ή χτίζετε ή διοικείτε τή χώρα, συχνά ανάμεσα στίς συνήθεις σκέψεις εισχωρεί καί ή σκέψη περί θανάτου καί άνάστασης τών νεκρών.
Μία μητέρα μέ ρώτησε πρόσφατα: ‘Υπάρχει ανάσταση τών νεκρών; Ό γιός της μαχόταν νότια του Μπίτολ καί σκοτώθηκε. Εκείνη περπατούσε στό πεδίο τής μάχης καί ξέθαβε τόν ένα τάφο
μετά τόν άλλο,γιά νά βρει τόν γιό της. Οι νεκροί κείτονταν ήδη πολύ καιρό κάτω άπό τό χώμα καί ήταν όλοιϊδιοι μεταξύ τους και ϊδιοι μέ τό χώμα. Ή μητέρα γνώρισε τόν γιό της άπό ένα περιλαίμιο στό στήθος. Δέν μπορούσε πιά νά τόν γνωρίσει άπό τό πρόσωπο. Άκόμα καί τό ρούχο φαινόταν πιό άθάνατο άπό τόν άνθρωπο πού τό φορούσε. Ή μητέρα δέν μπορούσε νά κλάψει: ή καταστροφική φρίκη τού θανάτου έκανε γυαλί τά μάτια της καί πάγωσε τήν ψυχή της. Μπροστά της ύπήρχε ένα άνατριχιαστικό μυστήριο. Μία ζωή ειχε  γίνει  κάρβουνο  καί πηλός. Άπό άνθρώπινο πλάσμα, πού κάποτε ήταν σύνθετο μέρος τοϋ σώματος της καί τής ψυχής της, άπό τόν άνθρωπο πού τήν άποκαλοϋσε μάνα,πού κουβαλούσε τύ όπλο καί μαχόταν στίς μάχες, φάνηκε μπροστά στά μάτια της μιά χοϊκή, άμορφη μάζα, πού ανακατευόταν μέ τό χώμα- μιά άνενεργή χωμάτινη μάζα, πού δέν αισθανόταν πιά συγγένεια μέ κανέναν εκτός άπό τό χώμα. Μύλις πού τύλμησε ή μητέρα νά πιάσει τόν γιό μέ τά χέρια. ‘Ήθελε τουλάχιστον νά χαϊδέψει αύτή τή σκληρή άνάμνηση τοϋ όμορφου γιοϋ της. Όμως τραβήχτηκε σάν άπό άσχημο όνειρο: τά δάχτυλα δέν μπορούσαν νά κρατηθούν στήν έπιφάνεια, άλλά άμέσως βυθίστηκαν βαθιά στό σαπισμένο σώμα όπως σέ σάπια κολοκύθα. Φόβος περιέλαβε τή μητέρα. Αισθάνθηκε έναν άξεπέραστο γκρεμό άνάμεσα σ’ έκείνη καί τόν γιό της. Τίποτα δικό της καί τίποτα άγαπητό δέν μπορούσε νά δει σ’ αύτό τόν άνοιχτό τάφο, σ’ αύτύ τό σκοτεινό, ύπόγειο χημικό έργαστήριο. Ήρθε άποκαμωμένη, καί όταν μοϋ διηγήθηκε τό φοβερό θέαμα, μέ ρώτησε : «Υπάρχει άνάσταση τών νεκρών;».
Μοϋ έθεσε ή θλιμμένη μητέρα τήν ϊδια έρώτηση, πού μοϋ βάζετε έσεϊς, άδέλφια, σήμερα μέ τά βλέμματά σας

ΠΕΡΙ ΤΗΣ ΤΡΙΗΜΕΡΟΥ ΠΡΟΘΕΣΜΙΑΣ ΤΗΣ ΑΝΑΣΤΑΣΕΩΣ ΑΓΙΟΥ ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ ΝΥΣΣΗΣ


ANASTASH
ΑΓΙΟΥ ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ ΝΥΣΣΗΣ

 Ιωάννη Ελ. Σιδηρά
Θεολόγου-Εκκλησιαστικού Ιστορικού-Νομικού

Ο θεοφόρος και θεόπνευστος πατέρας της εκκλησίας μας Άγιος Γρηγόριος ο Νύσσης στην ομιλία του υπό τον τίτλο: ‘’Περί της τριημέρου προθεσμίας της Αναστάσεως του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού’’ κάνει διαφόρους υπολογισμούς για να βεβαιώνει την τριήμερη παραμονή του Ιησού Χριστού στον Άδη, στα κατώτατα και καταχθόνια του κράτους του θανάτου, όπου τελετουργείται και μυσταγωγείται το μέγα μυστήριο της σωτηρίας του ανθρωπίνου γένους με τη νίκη επί του θανάτου εν Χριστώ Ιησού, τω Θεώ ημών.
Γράφει θεολογώντας ο της εκκλησίας μέγας θεολόγος Γρηγόριος ο Νύσσης: ‘’Αυτή την ημέρα χτίζεται και ο αληθινός άνθρωπος που έγινε κατ’ εικόνα και ομοίωση του Θεού. Βλέπεις ποιού κόσμου έγινε αρχή ‘’αυτή η ημέρα, που δημιούργησε ο Κύριος’’ για την οποία λέγει ο προφήτης ότι δεν είναι ‘’ούτε ημέρα όπως οι άλλες ημέρες, ούτε νύκτα όπως οι άλλες νύκτες’’….Αυτή κατήργησε την ωδίνη του θανάτου, αυτή έγινε η μαία του πρωτοτόκου από τους νεκρούς, αυτή την ημέρα συντρίφθηκαν οι σιδερένιες πύλες του θανάτου, αυτή την ημέρα τσακίστηκαν οι χάλκινοι μοχλοί του Άδου. Σήμερα ανοίγει το δεσμωτήριο του θανάτου, σήμερα κηρύσσεται η άφεση στους αιχμαλώτους, σήμερα οι τυφλοί ξαναβλέπουν, σήμερα αυτούς που κάθονται στο σκότος και τη σκιά του θανάτου τους επισκέπτεται η ουράνια ανατολή.
Θέλετε να μάθετε κάτι και για το διάστημα των τριών ημερών; Φτάνει να πω τόσο μόνα, ότι δηλαδή σε τόσο μικρό χρονικό μπόρεσε να φθάσει η παντοδύναμη σοφία στην καρδιά της γης και να καταμωράνει τον μεγάλο εκείνο νου που ζούσε εκεί (εννοεί τον διάβολο)…. Γι’ αυτό πηγαίνει ο Κύριος στην καρδιά της γης, που είναι η κατοικία του πονηρού εκείνου νου για να μωράνει τη σκέψη του, όπως λέγει η προφητεία, να συλλάβει τον σοφό πάνω στην πανουργία του και ν’ αντιστρέψει στο αντίθετο τα σοφά επιχειρήματά του. Επειδή δηλαδή ήταν αδύνατο να προσλάβει ο άρχοντας του σκότους καθαρή την παρουσία του φωτός αφού δεν είδε σ’ αυτό ίχνος σάρκας, γι’ αυτό μόλις είδε την θεοφόρο σάρκα και είδε και τα θαύματα που ενεργούσε με αυτή τη θεότητα, ήλπισε ότι, αν νικούσε τη σάρκα με το θάνατο, θα νικούσε και όλη τη δύναμή της. Και γι’ αυτό καταπίνοντας το δόλωμα της σάρκας, πιάστηκε στο αγκίστρι της θεότητος κι έτσι σύρθηκε ο δράκοντας με το αγκίστρι…

Ομιλία περί Ταφής και Αναστάσεως του Κυρίου (Άγιος Ιωάννης Χρυσόστομος)


theologia
ΥΠΟΜΝΗΜΑ ΕΙΣ ΤΟ ΚΑΤΑ ΜΑΤΘΑΙΟΝ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟΝ
(Ματθ. 27, 62- 28, 10)
«Την δε επομένην ημέραν, μετά την Παρασκευήν, συνεκεντρώθησαν οι αρχιερείς και οι Φαρισαίοι εις τον Πιλάτον και του είπαν· Κύριε, ενεθυμήθημεν ότι εκείνος ο πλάνος είπεν, όταν ακόμη εζούσε, μετά τρεις ημέρας θα αναστηθώ. Δώσε λοιπόν διαταγήν να ασφαλισθή ο τάφος έως την τρίτην ημέραν, μήπως έλθουν οι μαθηταί Του και τον κλέψουν και ειπούν εις τον λαόν ότι ανεστήθη από τους νεκρούς, οπότε η τελευταία αυτή απάτη θα είναι χειροτέρα από την πρώτη»
Παντού η πλάνη συγκρούεται με τον εαυτό της και άθελά της συνηγορεί υπέρ της αληθείας. Πρόσεξε όμως. Έπρεπε να πιστευθή ότι απέθανεν, ότι ετάφη και ότι ανέστη. Και όλα αυτά γίνονται από τους εχθρούς. Κύτταξε λοιπόν ότι τα λόγια αυτά βεβαιώνουν όλα αυτά. «Ενεθυμήθημεν», λέγει, «ότι εκείνος ο πλάνος είπεν ενώ ακόμη εζούσεν»· άρα απέθανεν· «Ότι μετά από τρεις ημέρας θα αναστηθώ. Δώσε λοιπόν διαταγήν να σφραγισθή ο τάφος»· άρα ετάφη· «Μήπως έλθουν οι μαθηταί του και τον κλέψουν». Άρα, εάν ο τάφος σφραγισθή δε θα γίνη καμμία απάτη. Δεν έγινε λοιπόν. Επομένως η απόδειξις της αναστάσεως, με όσα επροτείνατε σεις, έγινεν αναντίρρητος. Διότι αφού εσφραγίσθη, δεν συνέβη καμμία απάτη. Εάν δε δεν έγινε καμμία απάτη, ευρέθη όμως κενός ο τάφος, είναι φανερόν ότι ανέστη σαφώς και αναντιρρήτως.
Είδες ότι και χωρίς να το θέλουν υποστηρίζουν την απόδειξιν της αληθείας; Συ δε κάνε μου την χάριν να προσέξης την φιλαλήθειαν των μαθητών· ότι δεν αποκρύπτουν τίποτε από όσα λέγουν οι εχθροί, και όταν ακόμη λέγουν πράγματα υβριστικά. Να που τον ονομάζουν και πλάνον και αυτοί δεν το αποσιωπούν. Αυτά δε δείχνουν και την σκληρότητα εκείνων, αφού ούτε με τον θάνατον απέβαλαν την οργήν, και αυτών την απλότητα και φιλαλήθειαν.
Αξίζει δε να αναζητήσωμεν και τούτο, που είπεν ότι «μετά τρεις ημέρας θα αναστηθώ;» Διότι δεν θα το εύρη κανείς πουθενά να λέγεται τόσον σαφώς, εκτός από το παράδειγμα του Ιωνά. Ώστε λοιπόν εγνώριζαν αυτά που έλεγαν και ηθελημένως τα παραποιούσαν. Τι απαντά δε ο Πιλάτος; «Έχετε φρουράν, ασφαλίσατέ τον όπως γνωρίζετε. Και τον ησφάλησαν σφραγίσαντες τον λίθον μαζί με την φρουράν». Διατί αφήνει μόνους τους στρατιώτας να τον σφραγίσουν; Διότι, επειδή είχε μάθει τα σχετικά με Αυτόν, δεν ήθελε πλέον να συμπράξη με αυτούς. Αλλά διά να απαλλαγή από αυτά ανέχεται και τούτο και λέγει· Σφραγίσατέ τον όπως θέλετε σεις, διά να μη ημπορήτε να κατηγορήτε άλλους. Διότι εάν τον εσφράγιζαν μόνοι οι στρατιώται, θα ημπορούσαν να ειπούν (αν και θα ήσαν απίθανα και ψευδή όσα θα έλεγαν, αλλ’ όμως, όπως εις τα άλλα έδειχναν αναισχυντίαν, έτσι θα ημπορούσαν να ειπούν και εις την περίπτωσιν αυτήν), ότι οι στρατιώται επιτρέψαντες να κλαπή το σώμα, έδωσαν το δικαίωμα εις τους μαθητάς να πλάσουν το κήρυγμα της αναστάσεως. Τώρα όμως που οι ίδιοι εσφράγισαν τον τάφον, ούτε αυτό ημπορούν να ειπούν.
Είδες πώς πασχίζουν άθελά τους υπέρ της αληθείας; Διότι αυτοί προσήλθαν εις τον Πιλάτον, αυτοί εζήτησαν να ασφαλισθή ο τάφος, αυτοί τον εσφράγισαν μαζί με την φρουράν, ώστε να είναι κατήγοροι και ελεγκταί των εαυτών των. Αν και πότε θα ημπορούσαν να τον κλέψουν; Το Σάββατον; Και με ποίον τρόπον, αφού ούτε να εξέλθουν ήτο δυνατόν; Εάν πάλιν παρέβαιναν τον νόμον, πώς θα ετόλμων να εξέλθουν αυτοί οι τόσον δειλοί; Πώς ακόμη θα ημπορούσαν να πείσουν το πλήθος; Τί θα έλεγαν; Τί θα έκαναν; Με ποίαν διάθεσιν θα ετάσσοντο με το μέρος του νεκρού; Ποίαν επί τέλους αντιμισθίαν θα επερίμεναν; Ποίαν ανταμοιβήν; Ενώ ακόμη ήτο ζωντανός, και μόνον όταν τον είδαν να συλλαμβάνεται, έφυγαν. Και θα ωμιλούσαν με θάρρος μετά τον θάνατόν Του υπέρ Αυτού εάν δεν είχεν αναστηθή;
Και πώς θα ημπορούσαν αυτά να δικαιολογηθούν; Διότι ότι ούτε εσκέφθησαν ούτε ημπορούσαν να πλάσουν μίαν ανάστασιν η οποία δεν έγινεν, είναι φανερόν από τα εξής: Πολλά τους είχεν ειπεί και συνεχώς τους έλεγε περί της αναστάσεως, όπως είπαν και αυτοί οι ίδιοι ότι «μετά τρεις ημέρας θα αναστηθώ». Εάν όμως δεν ανίστατο, είναι ολοφάνερον ότι, επειδή αυτοί είχαν απατηθή και είχαν παρασυρθή εξ αιτίας Του εις πόλεμον προς ολόκληρον το έθνος, και είχαν μείνει χωρίς οικογένειαν και χωρίς πατρίδα, θα τον απεστρέφοντο και δεν θα ήθελαν να του προσδώσουν τοιαύτην δόξαν, καθόσον είχαν απατηθή και είχαν περιέλθει εις έσχατον κίνδυνον δι΄ Αυτόν.

Άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης Μελέτη Εἰς τήν Ἀνάστασιν τοῦ Κυρίου


Μελέτη, εἰς τήν Ἀνάστασιν τοῦ Κυρίου, 
εἰς τήν ὁποίαν χρεωστοῦμεν νά συγχαρῶμεν.
Α. Μέ τόν ἀναστάντα Χριστόν
Β’ Μέ τήν ἁγιωτάτην Μητέρα Του
Γ’ Μέ τό σῶμα μας.
Ανάσταση Κυρίου, Ανάσταση Νεκρών, Ζωή ΑιώνιοςΣυλλογίσου ἀγαπητέ, ὅτι παρακινούμενοι ἡμεῖς ἀπό τόν προφήτην Δαυίδ ὅπου λέγει νά ἀγαλλώμεθα εἰς τήν ἡμέραν τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Κυρίου. «Αὕτη ἡ ἡμέρα, ἥν ἐποίησεν ὁ Κύριος, ἀγαλλιασώμεθα καί εὐφρανθῶμεν ἐν αὐτῇ» (Ψαλμ. ριζ’ 23) ἔχομεν χρέος ἐν πρώτοις νά συγχαρῶμεν τόν Ἰησοῦν Χριστόν, ὁ Ὁποῖος εἰς τήν χαρμόσυνόν Του Ἀνάστασιν ἀπέκτησε πάλιν μέ κέρδος ἄπειρον ὅλα ἐκεῖνα ὅπου εἶχε χάσει εἰς τό πάθος Του. Τέσσαρα πράγματα εἶχε χάσει τότε: τήν χαράν, τήν ὡραιότητα, τήν τιμήν καί τήν ζωήν. Τώρα δέ ὅπου ἀνέστη ἀνέλαβε τήν ζωήν, ἀλλά τί λογῆς ζωήν; Μίαν ζωήν ὅπου ἐθανάτωσε τελείως τόν θάνατον καί διά τοῦτο θέλει εἶναι διά πάντα ζωή μοναχή, χωρίς νά φοβῆται νά λάβῃ ἄλλην μίαν φοράν θάνατον. «Χριστός ἐγερθείς ἐκ νεκρῶν οὐκ ἔτι ἀποθνήσκει. Θάνατος αὐτοῦ οὐκ ἔτι κυριεύει» (Ρωμ. στ’ 9). Ἀνέλαβε τήν τιμήν καί ἐξουσίαν, ἐπειδή Ἐκεῖνος ὁ ἴδιος ὅπου πρό ὀλίγου ἐλογίζετο ὀλιγώτερον παρά ἄνθρωπος καί ἐκαταφρονεῖτο χειρότερον παρά ἕνας σκώληξ, τώρα ἀνασταίνεται καί ἀρχίζει νά βασιλεύῃ ἐν τῷ οὐρανῷ καί ἐν τῇ γῇ.
Διά τοῦτο καί ἔλεγε μετά τήν Ἀνάστασιν. «ἐδόθη μοι πᾶσα ἐξουσία ἐν οὐρανῷ καί ἐπί γῆς» (Ματθ. κη’ 18). Ἀνέλαβε τήν χαράν, ἐπειδή διερράγησαν πλέον τά μεσότοιχα ὅπου ἐκρατοῦσαν πρότερον ἐκεῖνο τό πέλαγος τῆς χαρᾶς εἰς μόνον τό ἀνώτερον μέρος τῆ ψυχῆς τοῦ Κυρίου καί τώρα, ὅλον τό πλήρωμα τῆς χαρᾶς ἐκείνης ὅπου ἐκρατεῖτο τριαντατρεῖς χρόνους, ἔτρεξεν εἰς τό νά κατακλύσῃ τάς κατωτέρας δυνάμεις τῆς ψυχῆς καί τά μέλη τοῦ Λυτρωτοῦ. Διά τοῦτο καί ὅταν ἀνέστη ἀπό τόν τάφον, ὁ πρῶτος λόγος ὅπου ἔβγαλεν ἀπό τό ἅγιον στόμα Του, ἦτο δηλωτικός ταύτης Του τῆς χαρᾶς: «καί ἰδού ὁ Ἰησοῦς ἀπήντησεν αὐταῖς λέγων χαίρετε» (Ματθ. κη’ 9). Ἀνέλαβε καί τήν ὡραιότητα καί τήν δόξαν, διότι Ἐκεῖνος ὅπου ἦτο χθές καί προχθές ἄμορφος, ἄδοξος, ἀνίδεος, τώρα ἀνέστη ἐκ τοῦ μνήματος, ὡσάν ἕνας νυμφίος ἀπό τόν θάλαμόν του: Ὅλος ὡραιότατος, ὅλος δεδοξασμένος, ὅλος ἡλιόμορφος, ἐπειδή ἡ χάρις καί ἡ δόξα τοῦ ἀναστηθέντος σώματος τοῦ Χριστοῦ εἶναι τόσον ὑπερβολική, ὅπου εἰς τόν οὐρανόν αὐτή θέλει εἶναι ἡ ἀνωτάτη μακαριότης τῆς ψυχῆς καί τοῦ σώματος καί ὅλων τῶν αἰσθήσεών μας. Καί θέλει εἶναι ἀρκετή νά εἰδοποιήσῃ εἰς ὅλους τούς μακαρίους, τόσον ἀγγέλους ὅσον καί ἀνθρώπους ἕνα Παράδεισον, εἰς τόν ὁποῖον ἔχουν νά εὐφραίνωνται ἀχόρταστα εἰς πάντας τούς αἰῶνας.
Θέλεις νά τό καταλάβῃς καλλίτερα; Σχημάτισαι μέ τόν νοῦν σου ἕνα ἥλιον τόσον λαμπρόν, ὅπου μέ τό φῶς του νά σκεπάζῃ μυριάδας ἡλίους, καθώς καί οὗτος ὁ αἰσθητός ἥλιος σκεπάζει ὅλους τούς ἀστέρας. Τώρα ἕνας ἥλιος τόσον λαμπρός, βέβαια ἤθελεν εἶναι ἕνα μικρόν κάρβουνον συγκρινόμενος μέ τό ἔνδοξον σῶμα τοῦ Ἰησοῦ, τό ὁποῖον μέ τήν ὑπερβολικήν λάμψιν του θέλει καταρροφήσει τήν λάμψιν τόσων μυριάδων μακαρίων σωμάτων τῶν Ἁγίων, ἀπό τά ὁποῖα τό κάθε ἕνα θέλει εἶναι λαμπρότερον ἀπό τοῦτον τόν ἥλιον, ὡς γέγραπται: «τότε οἱ δίκαιοι ἐκλάμψουσιν ὡς ὁ ἥλιος ἐν τῇ βασιλείᾳ τοῦ πατρός αὐτοῦ» (Ματθ. ιγ’ 43), ὅπου τό, «ὡς», δέν δηλοῖ ὁμοίωσιν, ἀλλ᾽ ὑπεροχήν, ἤγουν λάμψουσιν ὑπέρ τόν ἥλιον, καθώς ἑρμηνεύει ὁ ἱερός Θεοφύλακτος καί αὕτη εἶναι ἡ δόξα ἐκείνη καί ὡραιότης ὅπου ἐζητοῦσεν ὁ Χριστός μέ τόσην παρακάλεσιν ἀπό τόν οὐράνιόν του Πατέρα πρό τοῦ πάθους Του, λέγων: «Δόξασόν με πάτερ παρά σεαυτῷ τῇ δόξῃ, ᾗ εἶχον πρό τοῦ τόν κόσμον εἶναι παρά σοί» (Ἰω. ιζ’ 5). Μέ τά ὁποῖα λόγια δείχνει ὅτι ἐζήτει καί ἤθελε νά ἐξαπλωθῇ ἡ δόξα τῆς θεότητός Του διά νά δοξάσῃ πληρέστατα καί τήν ἀνθρωπότητά Του, ἐπειδή χωρίς αὐτήν τήν δόξαν καί ὡραιότητα τῆς ἀνθρωπότητος τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ κᾀνένας δέν ἠδύνατο νά γίνῃ δεκτικός τῆς τοῦ Θεοῦ δόξης καί μακαριότητος καί ἀκολούθως κᾀνένας δέν ἠδύνατο νά γίνῃ ποτέ μακάριος, οὔτε ἄγγελος οὔτε ἄνθρωπος. Διότι ἡ ἀνθρωπότης τοῦ Θεοῦ Λόγου ἐστάθη ὡσάν ἕνα μεθόριον ἀνάμεσα εἰς τόν Κτίστην καί εἰς τά λοιπά κτίσματα καί πέρνουσα αὐτή εἰς τόν ἑαυτόν της ὅλον τό πλήρωμα τῆς τοῦ Θεοῦ δόξης καί μακαριότητος τό συγκερνᾷ τρόπον τινά καί οὕτω διά μέσου ἑαυτῆς μεταδίδει τήν δόξαν ταύτην καί μακαριότητα εἰς ὅλους τούς μακαρίους ἀγγέλους τε καί ἀνθρώπους. Ἀλλ᾽ ὄχι καθώς αὐτή τήν λαμβάνει ἀπό τόν Θεόν ἄκρατον, διότι εἶναι ἀδύνατον νά τήν δεχθῇ ἔτσι ἄκρατον, κανένα κτίσμα ψιλόν. Ἀλλά συγκεκραμένην καί μετριωτέραν διά νά γίνωνται ταύτης δεκτικοί οἱ μακάριοι τόσον οἱ ἄγγελοι ὅσον καί οἱ ἄνθρωποι.
Ὅτι μέν οὖν οἱ ἄγγελοι λαμβάνουσι τήν δόξαν καί μακαριότητα διά μέσου τοῦ ἀναστάντος Ἰησοῦ Χριστοῦ, μάρτυς ὁ Ἀρεοπαγίτης Διονύσιος λέγων, ὅτι αἱ τάξεις τῶν Ἀγγέλων μετέχουσι τῆς τοῦ Ἰησοῦ φωτοδοσίας, ὄχι μέ εἰκόνας τινάς ἀλλά μέ πρώτην μετουσίαν τῆς γνώσεως, τῶν θεουργικῶν αὐτοῦ φώτων 1. Καί ὁ σοφός Θεοδώρητος ὁ Κύρου λέγει: «μετά τήν σάρκωσιν ὤφθη (ὁ Θεός) καί τοῖς ἀγγέλοις οὐκ ἐν ὁμοιώματι τῆς δόξης ἀλλ᾽ ἀληθεῖ καί ζῶντι χρησάμενος ὡς περιβολῇ τῆς σαρκός τῷ καλύμματι» (Διάλογ. α’. κατά Εὐτυχ.). Μάλιστα δέ ὁ ἅγιος Ἰσαάκ λέγων ὅτι πρό τῆς ἐνσάρκου οἰκονομίας τοῦ Χριστοῦ δέν ἦτο δυνατόν εἰς τούς ἀγγέλους νά ἔμβουν εἰς τά ὑψηλότερα μυστήρια τῆς θεότητος. Ὅτε δέ ἐσαρκώθη ὁ Λόγος ἠνοίχθη αὐτοῖς θύρα ἐν τῷ Ἰησοῦ. (Λόγος πδ’. σελ. 478). Καί πάλιν: «καί αὐτή ἡ πρώτη τάξις θαρροῦσα λέγει ὅτι οὐκ ἀφ᾽ ἑαυτῆς, ἀλλά διδάσκαλον ἔχει τόν μεσίτην Ἰησοῦν ἐκεῖνον, ὑφ᾽ οὗ ὑποδέχεται καί τοῖς κάτω ἐπιδίδωσιν» (αὐτόθ. 477). Ὅτι δέ καί οἱ μακάριοι ἅγιοι διά μέσου τῆς ἀνθρωπότητος τοῦ Ἰησοῦ βλέπουσι τήν δόξαν τοῦ Θεοῦ, ἐδήλωσεν ὁ Κύριος εἰπών: «Πάτερ οὕς δέδωκάς μοι θέλω ἵνα ὅπου εἰμί ἐγώ, κᾀκεῖνοι ὦσι μετ᾽ ἐμοῦ, ἵνα θεωρῶσι τήν δόξαν τήν ἐμήν». Καί δέν στέκει ἕως ἐδῶ ἀλλά προσθέτει: «Ἥν δέδωκάς μοι» διά νά φανερώσῃ μέ τοῦτο τήν δόξαν ὅπου ἐδόθη εἰς τήν ἀνθρωπότητά Του (βλ. Ἰω. ιζ’ 24).
Ὤ δόξαις! Ὤ λαμπρότηταις! Ὤ μεγαλεῖα τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Κυρίου! Ὄντως αὕτη εἶναι ἡ ἡμέρα ἥν ἐποίησεν ὁ Κύριος. Διότι τήν μέν δευτέραν καί τρίτην ἡμέραν ἐποίησε τό πρωτόγονον ἐκεῖνο φῶς καί τήν τετάρτην καί πέμπτην καί ἕκτην καί ἑβδόμην ἐποίησεν τόν ἐν τῇ δ’ ἡμέρα γενόμενον ἥλιον. Τήν δέ Κυριακήν καί πρώτην ταύτην ἡμέραν, καί ἐν τῇ κοσμογενεσίᾳ, μόνος ὁ Κύριος ἀμέσως ἐποίησεν ἐκ τοῦ μή ὄντος εἰς τό εἶναι (τό γάρ ἐν αὐτῇ γεγονός φῶς οὐχί ἀπό τό πρωΐ, ἀλλά ἀπό μεσημβρίας ἤρξατο, κατά τούς Θεολόγους) καί τώρα πάλιν μόνος ὁ νοητός Ἥλιος τῆς δικαιοσύνης Χριστός ταύτην ἐποίησεν ἀπό τοῦ μνήματος ὡς ἀπό ὁρίζοντος ἀναστάς. Καί αὐτή ἡ Κυριακή, τώρα μέν εἶναι εἰκών τοῦ μέλλοντος αἰῶνος