Σάββατο 13 Οκτωβρίου 2018

Παπα-Χαραλάμπος Διονυσιάτης: «…καί μέ τά κομποσχοίνια σώζονται οἱ κολασμένοι…»

«Χριστιανός χωρίς εκκλησιασμό, χωρίς προσευχή, χωρίς Θεία Κοινωνία, είναι ένα ξέφραγο αμπέλι, όπου ανά πάσα στιγμήν η πόρτα είναι ανοιχτή να μπουν μέσα οι κλέφτες, δηλαδή οι δαίμονες, να το αλωνίσουν».
«Βρε-βρε… εγώ μέχρι τώρα ενόμιζα ότι οι πεθαμένοι σώζονται μόνο με λειτουργίες και μνημόσυνα. Τώρα όμως είδα και κατάλαβα ότι και με τα κομποσχοίνια σώζονται οι κολασμένοι… Και με τα κομποσχοίνια σώζεται ο κόσμος».
***
«Ομολογώ γνώρισα πολλούς, που ξεκίνησαν να λένε ευχή (Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με) και πλανήθηκαν. Όμως γιατί πλανήθηκαν; Γιατί δεν είχαν οδηγό (εννοεί Ιερέα-Πνευματικό). Όποιος νομίζει ότι δεν χρειάζεται οδηγό, είναι πλανεμένος. έχει εγωισμό. Εγωιστής και νοερά προσευχή, είναι πράγματα αντίθετα».
***
«Μου λέει τις προάλλες ένας: “Εγώ πνευματικέ απόκτησα νοερά προσευχή”. “Μωρέ, του λέω, χαράς ευαγγέλιο. Και ποιον Πνευματικό συμβουλεύεσαι;” Άρχισε να αντιδρά και να θυμώνει. “Εγώ, λέει, πνευματικό; Είμαι εγώ σε θέση να κάμω μάθημα σ’ εσάς τους Πνευματικούς. Εγώ μιλώ με τον ίδιο τον Χριστό, με την Παναγία. Βλέπω φώτα, αγίους κλπ”. Μόλις τον είπα ότι όλα αυτά είναι σατανικά, θύμωσε και έφυγε αγανακτισμένος. Ε. να παιδί μου, αυτοί είναι πλανεμένοι».
***
«Ξέρω πάλι άλλους. στην αρχή ρωτούσαν για να μάθουν την ευχή, αλλά από το θέλημά τους δεν βγαίνουν. Θεληματάρης και ευχή, μέρα με τη νύχτα. Θέλημα, σημαίνει εγωισμός. Αποτέλεσμα: που να βρουν ευχή! Τα βρήκαν μπαστούνια. Απογοητεύτηκαν, σταμάτησαν την ευχή, και το φοβερό, έγιναν οι μεγαλύτεροι πολέμιοι της νοεράς προσευχής».
***
Έλεγε σε κάποιο κοσμικό: «Εσύ ποθείς να αποκτήσεις νοερά προσευχή. Ξέρεις τι θα πει καθαρή προσευχή; Ξέρεις τι θα πει να κολλήσει ο νους στην καρδιά; Να ξεπατώσεις από μέσα όλη την σκουριά και να προσηλωθείς, να κολλήσεις μόνο στο νόημα της ευχής; Έτσι εύκολα βγαίνουνε οι σκουριές; Όμως, για να καθαρίσει ο νους θέλει ησυχία. Όχι με το ένα κουτάλι να βγάζεις και με το άλλο να βάζεις. Αγωνίζεσαι την νύχτα να τα διώξεις, την άλλη μέρα ξανά γυρνάς πίσω στα ίδια. Αν την ημέρα πέρασες μέσα σε θέατρα, σε χορούς και τραγούδια, τότε αν μπορείς το βράδυ διώξε τα για να πεις καθαρά, έστω και μια ευχή. Ούτε όρεξη για προσευχή δεν θα έχεις».
***
«Προχθές ήρθε ένας γύφτος για πανταχούσα (ελεημοσύνη). Αυτός μια ζωή, έτσι γυρνά και μαζεύει. Δεν μπορώ και να τον διώξω. Σε παρακαλά τόσο ταπεινά, μέχρι που πέφτει στα πόδια σου. Από την μια, καταλαβαίνεις ότι είναι απατεώνας, από την άλλη δεν μπορείς και να μην ελεήσεις. Ε. αν αυτός για τα υλικά παρακαλά τόσο ταπεινά, πόσο εμείς πιο πολύ για τα πνευματικά! Ο άνθρωπος τον συνάνθρωπό του τον λυπάται και τον ελεεί, πόσο μάλλον ο Πανάγαθος Θεός λυπάται και ακούει αυτούς που τον παρακαλούν! Αυτό μου φαίνεται εννοεί ο Χριστός εκεί που λέει στο Ευαγγέλιο, ότι οι υιοί του κόσμου τούτου είναι σοφότεροι από τους υιούς της βασιλείας του Θεού. Όσο μπορείς, παιδί μου, με φόβο Θεού νοερώς να πέσεις και συ, σαν τον γύφτο, στα πόδια του Χριστού μας».
***
Είπε για την ευχή ο Γέροντας: «Όσες εικόνες του κόσμου έχεις μέσα σου, όλες, σαν ταινία θα σου τις γυρίζει ο πειρασμός στο μυαλό. Εσύ την ευχή. Επιμονή, υπομονή και βία. Όσο μπορείς διώχνε οποιαδήποτε φαντασία καλή, κακή. Μόνο τα πέντε αυτά λόγια της ευχής, να βιαστείς όσο μπορείς να τα κατανοείς».
***
«Από όσα γράφουν οι άγιοι Πατέρες, αλλά και από την πείρα μου, βλέπω ότι η νοερά προσευχή είναι για όλους τους Χριστιανούς. Όχι όμως για τους αιρετικούς, και ακόμα πιο δύσκολα για τους αλλόδοξους».
***
«Ο Χριστιανός με το βάπτισμα, βάζει μέσα του την χάρη, βάζει μέσα του τον Χριστό. Όταν όμως αμαρτήσει, διώχνει την χάρη. Η αμαρτία μας χωρίζει, σαν ένα τείχος, από τον Χριστό. Φωνάζεις “ Κύριε Ιησού Χριστέ…”, η πόρτα κλειστή. Με την μετάνοια και την εξομολόγηση πέφτει η αμαρτία. πέφτει ο τοίχος. Συμφιλιώνεται ξανά ο άνθρωπος με τον Θεό. Είναι για παράδειγμα, σαν να είχες κάποιον άρχοντα φίλο σου. Σε μια στιγμή κάτι του έφταιξες και τα χαλάσατε. Έλα όμως που τον έχεις ανάγκη. Θέλεις, δεν θέλεις, ταπεινώνεσαι και του βάζεις μετάνοια. Αφού ξανασυμφιλιώθηκες, τότε έχεις θάρρος να του πεις: “Φίλε, σε παρακαλώ, κάμε μου μια χάρη”. Χάριν της φιλίας δεν θα σε ακούσει; Ε, πόσο μάλλον ακούει ο Χριστός, όταν ο άνθρωπος συμφιλιωθεί μαζί Του».
***
-Αχ, Γέροντα, καλή και η εξομολόγηση, αλλά ο κόσμος δεν μας αφήνει να σωθούμε. βγαίνεις από το εξομολογητάρι. πάλι βλέπεις τα ίδια, ακούς τα ίδια, σκανδαλίζεσαι, θυμώνεις, φθονείς, κατακρίνεις…
-Εσύ δεν μιλάς σωστά. Ο Χριστός είπε, αν σε πειράζει το μάτι σου βγάλε το, δεν είπε βγάλε του αλλουνού. Βλέπεις μια γυναίκα ντυμένη άσεμνα. αυτή τη δουλειά της, εσύ τη δουλειά σου. Βγάλε το μάτι σου, σημαίνει κατέβασέ το κάτω, να μη περιεργάζεσαι. Αν είσαι τόσο αδύνατος και ούτε αυτό δεν κάνεις, τότε μην αιτιάσαι άλλους. Να λές, “αλλοίμονό σου ταλαίπωρε, φιλήδονε, μοιχέ.σου αρέσει ώστε η αμαρτία!”. Ο τέλειος, βλέπει και δεν σκανδαλίζεται. ο αγωνιστής φεύγει όσο μπορεί τα αίτια. Ο χαύνος, μπαίνει μόνος του στη λαύρα της αμαρτίας και μετά… φταίνε οι άλλοι. Δικαιολογία… όπως η Εύα».
***
«Ξέρεις πόσες τέτοιες περιπτώσεις έχω, όπου με αφορμή κάποιον πειρασμό έμαθαν οι ίδιοι να προσεύχονται και με την σειρά και την υπομονή κέρδισαν και τους άλλους;»
«ΠΑΠΑΧΑΡΑΛΑΜΠΟΣ ΔΙΟΝΥΣΙΑΤΗΣ» Ιωσήφ Μ.Δ.

Λόγος στούς κεκοιμημένους (Ἅγιος Γρηγόριος Νύσσης)


  Όσοι θεωρούν συμφορά την αναπόφευκτη ακολουθία της ανθρώπινης φύσης μας για εκείνους που εξέρχονται από τη ζωή και πενθούν βαρύτατα γι’ αυτούς που μεταβαίνουν από το βίο αυτόν στο νοερό και ασώματο δε μου φαίνεται ότι σκέφτηκαν τι είναι η ζωή μας, αλλά παθαίνουν ό,τι και οι πολλοί, που από κάποια ανόητη συνήθεια ό,τι έχουν το αγαπούν ως καλό, ό,τι κι αν είναι. Και βέβαια όποιος προηγείται από την άλογη φύση στο λόγο και στη νόηση θα ταίριαζε να έχει σ’ αυτό μονάχα ροπή, που παρουσιάζεται στην κρίση του λόγου καλό και προτιμητό και να μην προτιμά οπωσδήποτε αυτό που τους φαίνεται από κάποια συνήθεια και άκριτη προσκόλληση ευχάριστο και επιθυμητό. Γι’ αυτό μου φαίνεται ότι είναι σωστό με κάποια επινόηση, αφού τους απομακρύνω από τη διάθεσή τους προς τη συνήθεια, να τους μεταφέρω όσο είναι δυνατό στην καλύτερη και πρέπουσα στους λογικούς σκέψη. Γιατί έτσι θα εξοριστεί από την ανθρώπινη ζωή η ανοησία γύρω από τα πάθη που επιδεικνύουν οι πολλοί. Και θα μπορούσε να γίνει η ανάλυσή μας σύμφωνη με το θέμα που μας απασχολεί, αν εξεταστεί πρώτα τι είναι το αληθινά αγαθό, θεωρήσομε έπειτα το ιδιαίτερο γνώρισμα της ασώματης ζωής, και εκτός από αυτά, αν αντιπαραβληθούν με όσα έχομε αυτά που μένουν να ελπίζομε. Έτσι θα προχωρήσει η θεωρία προς το στόχο του λόγου μας, ώστε να μετατεθεί η διάνοια των πολλών από το συνηθισμένο στο αγαθό. Επειδή σ’ όλους τους ανθρώπους υπάρχει μια έμφυτη σχέση με το καλό και προς αυτό κινείται κάθε προαίρεση, προτάσσοντας το στόχο του καλού σε όλη την προσπάθεια της ζωής, γι’ αυτό η ακρισία αναφορικά με το πράγματι καλό προκαλεί συνήθως τα περισσότερα αμαρτήματα. Αν ήταν πρόδηλο σε όλους το αληθινά αγαθό, δε θ’ αστοχούσαμε ποτέ σ’ εκείνο που η φύση του είναι η αγαθότητα ούτε θα συμβιβαζόμαστε εκούσια στη δοκιμή των κακών, αν δεν είχαν τα πράγματα την επίχρωση μιας απατηλής φαντασίας του καλού. Ας κατανοήσομε λοιπόν στο λόγο μας τούτο πρώτο, ποιο είναι το αληθινά αγαθό, ώστε από πλάνη σ’ αυτό να μην επιδιώξομε κάποτε το χειρότερο στη θέση του καλού. Πρέπει λοιπόν, νομίζω, να βάλομε σαν προϋπόθεση του λόγου μας κάποιον ορισμό και χαρακτήρα του θέματός μας, που θα επιτρέψει να γίνει η κατανόηση του καλού χωρίς λάθος. Ποιός είναι λοιπόν ο χαρακτήρας της αληθινής αγαθότητας;


Το να μην ωφελεί σε μια ειδική μόνο περίπτωση ούτε να φαίνεται ωφέλιμη ή άχρηστη για ορισμένα χρονικά διαστήματα ούτε να είναι καλή για έναν και για άλλον όχι, αλλά αυτό που από μόνο του κι από την ίδια τη φύση του είναι καλό και για όλους και πάντοτε είναι το ίδιο. Αυτός είναι, κατά τη γνώμη μου βέβαια, ο άσφαλτος και αδιάψευστος χαρακτήρας της φύσεως του καλού. Αυτό δηλαδή που δεν είναι καλό ούτε για όλους ούτε πάντοτε ούτε καθεαυτό χωρίς την εξωτερική συγκυρία, δε θα το θεωρούσαμε κυριολεκτικά στη φύση του καλού. Γι’ αυτό πολλοί από αυτούς που εξετάζουν απρόσεκτα τα όντα φαντάστηκαν ότι το καλό υπάρχει μέσα στα στοιχεία του κόσμου, ενώ από αυτά αν τα εξετάσει κάποιος δε θα βρει κανένα να είναι καλό καθεαυτό, για όλα και πάντοτε. Γιατί στη χρησιμότητα του καθενός έχει αναμιχθεί και η ενέργεια προς το αντίθετο. Το νερό, για παράδειγμα, είναι η σωτηρία εκείνων που ζουν σ’ αυτό, η καταστροφή όμως για τα χερσαία αν πλημμυρίσει. Το ίδιο και ο αέρας είναι σωτήριος για όσα είναι στη φύση τους να ζούνε σ’ αυτόν, για όσα όμως ανήκουν στα υδρόβια είναι επιβλαβής και καταστρεπτικός όταν βρεθεί κάποιο από αυτά μέσα σ’ αυτόν. Και η φωτιά επίσης, ενώ σε κάτι χρησιμεύει, είναι βλαβερή στα περισσότερα. Αλλά και τον ίδιο τον ήλιο δε θα τον βρει κανένας ούτε σε όλους ούτε πάντοτε ούτε σε όλα καλό για όσους εκτίθενται σ’ αυτόν. Σε μερικούς μάλιστα γίνεται πολύ βλαπτικός θερμαίνοντας πάνω από το κανονικό μέτρο, ξηραίνοντας υπερβολικά ό,τι δέχεται τη θέρμη του. Πολλές φορές προκαλεί αιτίες ασθενειών και κάνοντας ν’ αρρωσταίνουν τα πιο καχεκτικά μάτια και κάνοντας με το σάπισμα των νερών να γεννηθούν ζωύφια βλαβερά και σιχαμερά μέσα στην υγρή βρωμιά και σαπίλα.
Όπως είπαμε λοιπόν μόνο από όλα πρέπει να προτιμούμε ως καλό αυτό που πάντοτε και όμοια για όλους φαίνεται μέσα στη φύση του καλού, που είναι πάντοτε το ίδιο, και δε μεταβάλλεται ποτέ ανάλογα με τις εξωτερικές περιστάσεις. Για τα άλλα όσα σύμφωνα με μια ανόητη πρόληψη θεωρούνται καλά από τους ανθρώπους, εννοώ τις σωματικές ιδιότητες και τα εξωτερικά αγαθά, όπως η δύναμη και η ομορφιά, η λαμπρή καταγωγή, τα χρήματα, τα αξιώματα, οι επίσημες θέσεις και όλα τα σχετικά, επειδή από μόνα τους μιλούν φανερά σε όλους, πρέπει, νομίζω, να τ’ αποσιωπούμε και να μη φορτώνομε το λόγο μας με πανθομολογούμενα. Ποιος δε γνωρίζει πόσο βραχύβια είναι η δύναμη και η ομορφιά ή πόσο εύκολα χάνεται η εξουσία και πόσο ανυπόστατη είναι η δόξα ή μάταιος ο αγώνας των ανθρώπων για τα χρήματα, από τους οποίους κάποια σώματα θεωρήθηκαν ως καλά εξαιτίας του ωραίου χρώματος και της σπανιότητάς τους; Αφού αυτά τα καθορίσαμε μ’ αυτόν τον τρόπο, πρέπει να σκεφτούμε για την παρούσα ζωή (εννοώ αυτήν που εκδηλώνεται με τη σάρκα) αν είναι κάτι που μπορούμε να του αποδώσομε το χαρακτήρα του καλού ή είναι κάτι διαφορετικό. Ό,τι βρει σχετικά με αυτόν η ανάλυσή μας, θα οδηγήσει οπωσδήποτε το νου αυτών που εξετάζουν, πώς πρέπει ν’ αντιμετωπίζουν τη μετάσταση από δω.
Η σωματική μας λοιπόν ζωή είναι πλήρωση και κένωση που εκδηλώνεται με δύο τρόπους˙ ο ένας με το φαγητό και το ποτό, ενώ ο άλλος με την εισπνοή του αέρα και την εκπνοή του, χωρίς τα οποία δεν είναι δυνατό να υπάρξει ζωή σωματική. Όταν η εναλλαγή των δύο τούτων δεν ενοχλεί τον άνθρωπο, τότε παύει και να ζει. Γιατί έπειτ’ από αυτό σταματά τελείως η εκδήλωση της ζωής, επειδή σ’ αυτούς που νεκρώθηκαν ούτε εισρέει κάτι από τα έξω ούτε αποβάλλεται, αλλά διαχωρίζεται και διαλύεται στα συγγενή στοιχεία που συνιστούν το σώμα. Στο εξής η φύση ηρεμεί στην ησυχία αναπαύοντας το συγγενικό και ομόφυλο στο οικείο στοιχείο τους, το γεώδες στη γη, στον αέρα το αερώδες, στο υγρό το οικείο σ’ αυτό, και στο θερμό το κατάλληλο σ’ αυτό. Δεν συμπλέκεται βίαια και καταναγκαστικά ο όγκος που συγκροτείται από ετερογενή, αλλά, αφού επανέλθει καθένα από τα δικά μας στην οικεία εστία του, από τη στιγμή αυτή παύει η φύση να συνέχει μέσα της αναγκαστικά τη συμφυΐα των αλλοφύλων στοιχείων. Κι αν κάποιος συμπεριλάβει για το είδος αυτό της ζωής μαζί με όσα είπαμε και τον ύπνο και την εγρήγορση, δε θα απομακρυνθεί από την αλήθεια. Γιατί αποκάμνει η φύση συρόμενη κι από αυτά πάντοτε στα αντίθετα, άλλοτε παραλύοντας από τον ύπνο κι ύστερα πάλι ζωντανεύοντας με την εγρήγορση, που και με τα δύο αυτά ετοιμάζεται για να κενώνεται και να πληρούται. Αν λοιπόν το γνώρισμα της ζωής μας είναι η πλήρωση και η κένωση, θα ήταν καλό να εξετάσομε τώρα το χαρακτήρα που προείπαμε για την κρίση του καλού σε αντιπαραβολή με τα ιδιώματα της ζωής, ώστε να διαπιστώσομε με σαφήνεια είτε είναι η ζωή αυτή το αληθινό αγαθό είτε κάτι άλλο έξω από αυτά.
Ότι λοιπόν η πλήρωση καθεαυτήν δεν είναι σωστό να αποδοθεί στη φύση του καλού είναι τούτο φανερό σε όλους από το ότι και το αντίθετό της (εννοώ την κένωση), νομίζεται πως είναι καλό. Γιατί για όσους βρίσκονται σε εναντία αντίθεση μεταξύ τους δεν είναι δυνατό ο λόγος για το καλό να συμφωνεί το ίδιο και με τα δύο αντίθετα, αλλά αν είναι το ένα κατά τη φύση του καλό, το αντίθετό του θα είναι οπωσδήποτε κακό. Ωστόσο εξίσου από καθένα από αυτά η φύση μας αντλεί χρησιμότητα. Επομένως δεν είναι δυνατό να δεχτούν τον χαρακτηρισμό του καλού είτε η πλήρωση ούτε η κένωση. Αποδείχθηκε λοιπόν ότι η πλήρωση είναι κάτι διάφορο από το αγαθό. Γιατί από όλους γίνεται αποδεκτό ότι ούτε για όλους ούτε πάντοτε ούτε σε κάθε είδος του είναι προτιμητό αυτό το αγαθό. Δεν είναι ολέθριο να δημιουργείται ο κόρος μόνο στα βλαβερά, αλλά και στα ωφέλιμα αν υπερβεί κανένας τη χρησιμότητα με την αμετρία, αυτό γίνεται πολλές φορές αίτιο κινδύνων και διαφθοράς. Κι αν κάποτε ενώ μια κατάσταση κορεσμού ζητεί την κένωση άλλος κορεσμός επιβαρύνει τον παρόντα, τότε αυτό γίνεται συσσώρευση κακών που προχωρεί σε αθεράπευτα πάθη.
Επομένως ούτε για τον καθένα ούτε οπωσδήποτε η πλήρωση είναι αγαθό, αλλά και αναφορικά με κάτι και κάποτε και κατά το ποσόν και κατά το ποιο προκύπτει από αυτό η χρησιμότητα. Έτσι μπορεί να βρει κανένας κι αυτό που νοείται από το αντίθετο (εννοώ την κένωση) ότι και επικίνδυνο είναι για όσους το υπομένουν, αν υπερβεί το μέτρο η χρήση του, και πάλι δεν περνά ανώφελα, αν συμβαδίζει με κάτι από όσα ωφελούν χωρίς να παραλείπεται ο χρόνος και το ποσό και το ποιο από τη χρησιμότητα της κένωσης. Επειδή λοιπόν δε συμφωνεί με το χαρακτήρα του καλού, το είδος της ζωής αυτής που ζούμε, η λογική ακολουθία όσων είπαμε μας κάνει, να ομολογήσομε ότι η μετάσταση από αυτόν το βίο δεν είναι χωρισμός από κανένα αγαθό. Γιατί είναι φανερό ότι το αληθινά και κυριολεκτικά και αρχικά αγαθό ούτε κένωση είναι ούτε πλήρωση, που και κάποτε αποδείχτηκαν χρήσιμα και ως προς κάτι και σε κάποια και δεν έχουν ωστόσο το χαρακτήρα του αγαθού που υπάρχει αληθινά.
Επειδή λοιπόν η αντίθεση είναι του αληθινά αγαθού προς το μη αληθινά αγαθό και είναι άμεση η εναντίωση των δύο αυτών, θα είναι λογικά ακόλουθο να πιστεύομε για όσους χωρίζονται από το μη αληθινά καλό ότι η μετάστασή τους από δω γίνεται προς το από τη φύση του καλό, που πάντοτε και για τον καθένα και σε όλα είναι αγαθό κι ούτε είναι αγαθό ανάλογα με το χρόνο ούτε αναφορικά με κάτι ούτε σε μερικά ούτε για κάτι, αλλά πάντοτε είναι το αυτό όπως ήταν. Προς αυτό λοιπόν μεταβαίνει από τη ζωή της σάρκας η ανθρώπινη ψυχή και μετέχει σε μια άλλη κατάσταση ζωής πέρα από την παρούσα. Τη ζωή αυτή είναι αδύνατο να δουν με ακρίβεια τι είναι όσοι είναι ακόμη αναμιγμένοι στη σάρκα, από την απεμπλοκή μας όμως από όσα γνωρίζομε στη ζωή μας αυτή είναι δυνατό να πραγματοποιήσομε μια εικασία κατ’ αναλογία. Γιατί δε θα βρεθεί πια πλεγμένη με τη σωματική παχύτητα ούτε να ζει μέσα στην ισοδυναμία των αντίθετων, που η ισόπαλη μεταξύ τους μάχη μας συγκροτεί και μας εξασφαλίζει την υγεία (γιατί η υπερίσχυση ενός από τα αντίθετα και η υποχώρηση γίνεται πάθος και νόσημα της φύσης μας), κατά την οποία κανένα ούτε όταν κενώνεται συστέλλεται ούτε όταν φορτίζεται δυσφορεί, αλλά και από τα δυσάρεστα του αέρα μένει τελείως έξω (εννοώ το κρύο και τη ζέστη) και είναι απαλλαγμένη από όλα όσα νοούνται αντίθετα, μπαίνοντας όμως σ’ εκείνα, όπου η ζωή είναι ελεύθερη από όλους τους αναγκαίους κόπους και ανεπηρέαστη˙ δεν κακοπαθεί από τη γεωργία, δεν υπομένει ταλαιπωρίες στη θάλασσα, δεν εξαπατά στο χοντρικό και λιανικό εμπόριο και είναι μακριά από την ταλαιπωρία της οικοδομικής και της υφαντικής και των βάναυσων τεχνών. Ζει ζωή ήρεμη και ήσυχη1, όπως λέει ο Παύλος˙ δεν ιππομαχεί, δε ναυμαχεί, δε συγκρούεται εκ του συστάδην με παράταξη πεζών, δεν ασχολείται με την κατασκευή όπλων, δε μαζεύει φόρους, δεν κατασκευάζει τάφρους και τείχη. Αλλ’ είναι απαλλαγμένη από όλα αυτά και ελεύθερη και ούτε την ενοχλούν ούτε ενοχλεί. Σ’ αυτήν δεν έχουν θέση ο δούλος και ο κύριος, ο φτωχός κι ο πλούσιος, η ευγένεια και η κακή γενιά, η ιδιωτική ασημαντότητα και η δύναμη της εξουσίας και οποιαδήποτε ανάλογη ανωμαλία. Γιατί παρακάμπτει την ανάγκη όλων αυτών και των ομοίων τους η αυτάρκεια εκείνης της ζωής και το άυλό της, όπου αυτό που συγκρατεί την υπόσταση της ψυχής δεν αποτελεί μετουσία ενός ξηρού και υγρού, αλλά την κατανόηση της θείας φύσης, και δεν αμφιβάλλομε ότι η μετοχή δεν είναι της πνοής του αέρα, αλλά του αληθινού και αγίου Πνεύματος2. Αυτών η απόλαυση δεν εναλλάσσεται όμοια με την εδώ ζωή με απόκτηση και στέρηση, με εισδοχή και αποβολή, αλλά πάντοτε γεμίζει και ποτέ ο κόρος δεν περιορίζει την πλήρωσή της. Γιατί η νοερή απόλαυση είναι δίχως βάρος και ποτέ δεν συμπληρώνεται, αλλά ακόρεστα πλημμυρά με τις επιθυμίες αυτών που απολαμβάνουν. Γι’ αυτό εκείνη η ζωή είναι ζωή μακάρια και απρόσβλητη από κακό και δεν πέφτει στην πλάνη των αισθησιακών ηδονών για την κρίση του καλού.
Ποιό είναι λοιπόν το θλιβερό που έχει το πράγμα για το οποίο βυθιζόμαστε στο πένθος κατά τη μετάσταση των φίλων μας; Εκτός εάν θεωρεί κανένας λυπηρό το γεγονός ότι η μετάστασή τους γίνεται προς τη ζωή την χωρίς πάθη και ταλαιπωρίες, που δε δέχεται πόνους από χτυπήματα, δε φοβάται την απειλή της φωτιάς, τα τραύματα από ξίφος, τις συμφορές από τους σεισμούς και τα ναυάγια και τις αιχμαλωσίες, τις επιθέσεις από τα σαρκοβόρα θηρία, τα κεντριά και τα δαγκώματα από ιοβόλα ερπετά˙ στη ζωή αυτή όπου κανένας δε φουσκώνει από έπαρση ούτε τον καταπατούν στην αφάνειά του˙ και δε γίνεται θηρίο από το θράσος ούτε κατατρομάζει από δειλία ούτε φουντώνει βράζοντας από το θυμό και μανιάζοντας ούτε ταράζεται από το φόβο, επειδή δεν μπορεί ν’ αντισταθεί στη βία του ισχυρού, όπου δεν υπάρχει ανησυχία για τις συνήθειες των βασιλέων, για το είδος των νόμων, για το πώς συμπεριφέρονται οι διάφοροι άρχοντες, τι λογής είναι οι φορολογικοί κατάλογοι, πόσος ο ετήσιος φόρος, ούτε αν έγιναν κατακλυσμιαίες βροχές που σκέπασαν με την υπερβολή τους τα χωράφια ούτε αν το χαλάζι έκαψε τις ελπίδες των γεωργών ούτε αν επικράτησε ανομβρία και ξηραίνει κάθε γέννημα. Αλλά είναι τελείως ελεύθερος και από τα άλλα δεινά της ζωής˙ η ορφάνια δεν κάνει να σκυθρωπάζει η ζωή εκείνη, για τα δεινά της χηρείας δεν υπάρχει εκεί θέση, άνεργες μένουν και οι ποικίλες σωματικές αρρώστιες, είναι εξορισμένοι από τη ζωή αυτή οι φθόνοι εναντίον των ευτυχισμένων, η περιφρόνηση όσων δυσπραγούν κι όλα τα όμοια˙ ίσο δικαίωμα στο λόγο και στο νόμο με όλη την ειρηνική ελευθερία συμπορεύονται στην πολιτεία των ψυχών, αφού καθένας έχει ό,τι ετοιμάσει με θέλησή του. Κι αν έχει από αβουλία προκύψει κάτι κακό αντί κάτι καλύτερο, ο θάνατος δεν είναι υπεύθυνος γι’ αυτά, αφού η προαίρεση προτίμησε δικαιωματικά ό,τι ήθελε.
Για ποιό λόγο λοιπόν δυσανασχετούν όσοι θρηνούν εκείνον που φεύγει; Και βέβαια, αν δεν έλειπε κάθε συναίσθηση εμπαθής αυτός που μαζί με το σώμα αποδύθηκε την ηδονή και τη λύπη, εκείνος ου ήταν πιο δίκαιο να θρηνήσει όσους επέζησαν, οι οποίοι παθαίνουν το ίδιο μ’ εκείνους που ζουν στο δεσμωτήριο3˙ αυτούς η εξοικείωση με τα θλιβερά και η συντροφιά του σκοταδιού τους έκανε να θεωρούν υποφερτή και άνετη την κατάστασή τους. Και ίσως κι αυτοί θλίβονται γι’ αυτούς που αποφυλακίζονται, επειδή αγνοούν τη χαρά που περιμένει όσους απαλλάχτηκαν από το σκοτάδι. Γιατί αν ήξεραν τα θεάματα που προσφέρει το ύπαιθρο, την ομορφιά του αιθέρα και το ύψος του ουρανού, τις λάμψεις των δύο φωστήρων, τους χορούς των άστρων, τις περιόδους του ήλιου και της σελήνης την πορεία, την χιλιόπλουμη ομορφιά της γης από τα διάφορα φυτά, την ήμερη δίψα της θάλασσας που καθρεφτίζει τον ήλιο κι ανατριχιάζει σουφρώνοντας στο ελαφρό αεράκι, την ομορφιά των κτηρίων των πόλεων, δημόσιων και ιδιωτικών, που στολίζουν τις λαμπρές και πλούσιες πολιτείες, αν λοιπόν τα ήξεραν αυτά και τα όμοια όσοι γεννήθηκαν μέσα στο δεσμωτήριο, δε θα έκλαιγαν αυτούς που απολύονται από τη φυλακή σα να χάνουν κάποιο αγαθό.
Αυτό λοιπόν είναι φυσικό να σκέφτονται οι έξω από το δεσμωτήριο γι’ αυτούς που είναι ακόμα κλεισμένοι μέσα στο δεσμωτήριο, ότι δηλαδή ταλαιπωρούνται σε μια θλιβερή ζωή˙ έτσι νομίζω ότι και όσοι βγήκαν από τη φυλακή του βίου αυτού, αν μπορούσαν να δείξουν με τα δάκρυά τους τη συμπάθειά τους προς όσους κακοπαθούν, έπρεπε να θρηνούν και να κλαίνε αυτούς που η ζωή τους συνεχίζεται μέσα στις οδύνες του βίου αυτού, επειδή δε βλέπουν τις υπερκόσμιες και άυλες ομορφιές, τους θρόνους και τις αρχές και τις εξουσίες και τις κυριότητες και τις αγγελικές στρατιές και τις συναθροίσεις των οσίων και την άνω πόλη και την υπερουράνια ομήγυρη εκείνων που έχουν απογραφεί στον ουρανό4. Γιατί το υπέρτερο κάλλος αυτών, που ο αψευδής λόγος του Θεού βεβαίωσε ότι βλέπουν οι καθαροί στην καρδιά5, είναι καλύτερο από κάθε ελπίδα και ανώτερο από ό,τι φαντάζεται ο νους μας. Και δεν είναι αυτό μόνο για το οποίο θα νομίζαμε άξιο να στενάζομε και να λυπούμαστε τους νεκρούς, αλλά και το ό,τι αν και περιβάλλουν τη ζωή μας τόσα οδυνηρά, επιμένει μέσα τους τέτοια συμπάθεια γι’ αυτά, τα οδυνηρά, ώστε δεν δέχονται την επήρειά τους σαν κάτι το αναγκαίο, αλλά φροντίζουν να μένουν μαζί τους για πάντα. Η επιθυμία δηλαδή για τις αρχές και την απόκτηση περισσοτέρων πραγμάτων και τις απολαυστικές αυτές λαιμαργίες και όποιο άλλο παρόμοιο επιδιώκεται, για τα οποία δημιουργούνται και τα όπλα και οι πόλεμοι και οι αλληλοσκοτωμοί και όλη η ταλαιπωρία και η δολιότητα που επιχειρείται θεληματικά, δεν είναι τίποτε άλλο παρά μια συσσώρευση συμφορών που εισάγεται στη ζωή θεληματικά με ζήλο και προθυμία. Αλλά βέβαια στους πεθαμένους δεν υπάρχει διάθεση για δάκρυα, όπως δεν υπάρχει και καμιά άλλη διάθεση, αλλά, επειδή αυτοί που έχουν απαλλαγεί από τη σάρκα και το αίμα είναι νους και πνεύμα, δεν είναι φυσικό να φανερωθούν σ’ αυτούς που είναι χωμένοι μέσα στην παχιά ύλη του σώματος ούτε να νουθετήσουν τους ανθρώπους με το παράδειγμά τους ν’ αποστούν από την λανθασμένη κρίση για τα όντα. Ας συνομιλήσομε λοιπόν αντί μ’ εκείνους με το νου μας και, αφού εξέλθομε νοερά όσο είναι δυνατό από τα σώματα και αποσπάσομε την ψυχή μας από την προσκόλλησή της στην ύλη, ας πούμε.
Ω άνθρωπε, ο καθένας εσύ που μετέχεις την ανθρώπινη φύση, «πρόσεχε τον εαυτό σου»6, σύμφωνα με το παράγγελμα του Μωυσή, και μάθε ακριβώς ποιος είσαι, διαχωρίζοντας με τη σκέψη σου τι αληθινά είσαι και τι είναι εξωτερικό γνώρισμά σου, μήπως, βλέποντας τα έξω από τον εαυτό σου, νομίσεις πως βλέπεις τον ίδιο τον εαυτό σου. Μάθε από τον μεγάλο Παύλο που εξέτασε τη φύση μας με ακρίβεια και λέει ότι ο άνθρωπος είναι εξωτερικός και εσωτερικός κι όταν ο πρώτος φθείρεται, ο δεύτερος ανανεώνεται7. Μη λοιπόν, βλέποντας αυτό που φθείρεται, νομίζεις πως βλέπεις τον εαυτό σου (γιατί κάποτε κι αυτό θα καταστεί ελεύθερο από τη φθορά, όταν κατά την αναγέννησή μας το θνητό και διαλυτό θα μεταποιηθεί στο αθάνατο και αδιάλυτο8, αλλά τώρα ρέει και διαφεύγει και φθείρεται αυτό που προβάλλει στο εξωτερικό μας). Δεν πρέπει επομένως να μας απασχολεί αυτό, γιατί δεν πρέπει να προσέχομε και κανένα άλλο από όσα φαίνονται, αφού ο Παύλος είπε˙ «να μην προσέχομε αυτά που φαίνονται, αλλά όσα δε φαίνονται»9, γιατί όσα βλέπομε είναι πρόσκαιρα, ενώ τα αόρατα είναι αιώνια. Αλλά, αφού στρέψομε την προσοχή μας στα αόρατα, να πιστεύομε ότι υπάρχει αληθινά εκείνο που διαφεύγει την κατανόηση μέσω των αισθήσεων.
Σύμφωνα λοιπόν με το λόγο των Παροιμιών «ας γνωρίσομε τον εαυτό μας»10.Η γνώση του εαυτού μας γίνεται το καθαρτήριο των αμαρτιών μας από άγνοια. Δεν είναι όμως εύκολο να γνωρίσει τον εαυτό του αυτός που θέλει πραγματικά να γνωρίσει τον εαυτό του, αν κάποιος τρόπος κατανόησης δεν κάνει για μας δυνατό το αδύνατο. Γιατί, όπως η φύση έκανε στα σωματικά μάτια, που βλέπουν όλα τα άλλα δεν βλέπουν όμως τον εαυτό τους, με τον ίδιο τρόπο και η ψυχή, ενώ ερευνά όλα τα άλλα κι ασχολείται λεπτομερώς με όλα τα έξω από αυτήν και τα ανιχνεύει, της είναι αδύνατο να δει τον εαυτό της˙ ας μιμηθεί λοιπόν η ψυχή αυτό που γίνεται με τα μάτια. Κι εκείνα δηλαδή, επειδή δεν έχουν από τη φύση τους τη δύναμη για την αυτοθεώρησή τους ν’ αναστρέψουν την οπτική τους ενέργεια και να δουν τον εαυτό τους, αφού δούνε μέσα σε κάτοπτρο τη μορφή και το σχήμα του ίδιου του περιγράμματος, βλέπουν τον εαυτό τους με την εικόνα. Έτσι και η ψυχή πρέπει να κοιτάζει τη δική της εικόνα και ό,τι δει στο αποτύπωμα με το οποίο έχει αποδοθεί, αυτό να δει ως δικό της. Πρέπει όμως να μεταβάλω λίγο το παράδειγμα, για να γίνει αντιληπτό το νόημα. Στη μορφή δηλαδή μέσα στο κάτοπτρο η εικόνα σχηματίζεται σύμφωνα με το αρχέτυπο, ενώ στο αποσφράγισμα της ψυχής κατανοούμε το αντίστροφο˙ η μορφή δηλαδή της ψυχής απεικονίζεται σύμφωνα με το θείο κάλλος. Γι’ αυτό, όταν η ψυχή στρέφεται στο αρχέτυπό της, τότε βλέπει ακριβώς τον εαυτό της.
Τι είναι λοιπόν το θείο με το οποίο έχει ομοιωθεί η ψυχή; Δεν είναι σώμα, σχήμα, μορφή, μέγεθος, σκληρότητα, βάρος, τόπος, χρόνος, κανένα άλλο παρόμοιο με όσα γίνεται γνωστή η υλική κτίση. Αλλά, αφού αφαιρεθούν όλα αυτά και τα όμοια, πρέπει ό,τι μένει να το κατανοούμε οπωσδήποτε ως κάτινοερό και άυλο και ανέγγιχτο και ασώματο και αδιάστατο. Αν λοιπόν νοείται ως τέτοιος ο χαρακτήρας του αρχετύπου, είναι ασφαλώς λογικά ακόλουθο να κατανοήσομε ότι η ψυχή έχει λάβει μορφή με τους ίδιους χαρακτήρες σύμφωνα μ’ εκείνο το είδος, ώστε να είναι κι αυτή άυλη, άμορφη, νοερή και ασώματη.
Ας σκεφτούμε λοιπόν πότε η ανθρώπινη φύση προσεγγίζει περισσότερο στην αρχέτυπη ομορφιά˙ μέσα στη ζωή της σάρκας ή όταν βγούμε έξω από αυτήν. Αλλ’ αυτό είναι φανερό στον καθένα, ότι, όπως η σάρκα επειδή είναι υλώδης δένεται στενά με την υλική ζωή, έτσι και η ψυχή μετέχει τότε την νοερή και άυλη ζωή, όταν αποτινάξει την ύλη που την περιέχει. Ποιο λοιπόν από αυτά είναι άξιο συμφοράς; Αν το αληθινό αγαθό ήταν το σώμα, έπρεπε να δυσανασχετούσαμε σχετικά με τον αποχωρισμό μας από τη σάρκα, επειδή εκπίπτοντας από εκείνο, συναποβάλλομε ασφαλώς μαζί με το σώμα και την οικειότητά μας προς το αγαθό. Επειδή όμως είναι νοερό και ασώματο το πάνω από κάθε έννοια αγαθό που έχομε γίνει κατ’ εικόνα του, είναι λογικά ακόλουθο να πεισθούμε, όταν με το θάνατο μεταβαίνομε στο ασώματο, ότι προσεγγίζομε σ’ εκείνη τη φύση που είναι χωρισμένη από κάθε σωματική παχύτητα, και, αφού ξεντυθούμε σαν κάποιο προσωπείο αποτροπιαστικό τη σάρκινη ενδυμασία μας, να ξαναγυρίσομε στο οικείο κάλλος με το οποίο είχαμε μορφωθεί παίρνοντας την εικόνα του αρχετύπου11. Η σκέψη αυτή θα γίνει αφορμή χαράς κι όχι κατήφειας γι’ αυτούς που αναφέρομε, γιατί ο άνθρωπος, αφού εκπλήρωσε την αναπόφευκτη αυτή λειτουργία, δε ζει πια με διάφορα στοιχεία, αποδίδοντας στο καθένα το δικό του που το ερανίστηκε από αυτά, αλλά ζει αφού επανήλθε στην οικεία σ’ αυτόν και φυσική του εστία την καθαρή κι ασώματη.
Πραγματικά είναι αληθινά ξένη και ξενόφερτη για την ασώματη φύση η μάζα του σώματος, με την οποία συμπλεγμένη εδώ κάτω ο νους ταλαιπωρείται ζώντας μια αλλόφυλη ζωή. Γιατί η συμβίωση συμπλεγμάτων στοιχείων μεταξύ τους, σα να είναι άνθρωποι που από διάφορους λαούς συνιστούν ένα δήμο, γίνεται βεβιασμένη και ασύμφωνη, επειδή καθένα έλκεται από τη φύση του στο συγγενικό του και οικείο. Και ο νους που έχει αναμιχθεί μέσα σ’ αυτά, που είναι ασύνθετος με απλή και μονότροπη φύση ζει σε στοιχεία ξένα και αλλότρια, αφού είναι ετερογενής από το δήμο των στοιχείων που τον περιέχουν, και, αφού από κάποια ανάγκη φυτεύθηκε μέσα στη σωματική πολυμέρεια, παραβιάζει τη φύση του κατά την ένωσή του με τα αλλόφυλα. Κι επειδή τα στοιχεία κατά τη διάσπαση του ενός από το άλλο έλκονται φυσικά στο συγγενικό και οικείο, η αίσθηση λυπάται, επειδή ο σύνδεσμος διαλύεται και διασπάται κατ’ ανάγκην˙ και μαζί με την αίσθηση στενοχωρείται και το διανοητικό στοιχείο της ψυχής που κλίνει από συνήθεια προς αυτό που κάθε φορά το λυπεί. Τότε λοιπόν ο νους σταματά να δυσφορεί και να στενοχωριέται, όταν βγει έξω από τη μάχη που συνίσταται στη συμπλοκή των αντίθετων. Όταν λοιπόν ή ηττηθεί το ψυχρό αφού νικήσει το θερμό ή το αντίθετο η θερμότητα αποφύγει την περίσσεια του ψύχους και το υγρό υποχωρήσει στο ξηρό που επικράτησε ή διαλυθεί το πάγιο του ξηρού με την επικράτηση του υγρού, τότε, αφού με το θάνατό μας σταματήσει ο πόλεμος, ο νους ειρηνεύει αφήνοντας το πεδίο της μάχης, εννοώ το σώμα, και βγαίνοντας έξω από την παράταξη των στοιχείων ζει καθεαυτόν κι αναλαμβάνει με την ησυχία την καταπατημένη ισχύ του από τη σύγκρουση του σώματος.
Αυτά λοιπόν και τα παρόμοια ο νους απευθύνει σ’ αυτούς που ζούνε μέσα στο σώμα βγάζοντας σχεδόν φωνή και λέγοντας˙ Ω άνθρωποι, ούτε που βρίσκεστε γνωρίζετε ακριβώς και ούτε ακόμα γνωρίζετε που θα μεταβείτε. Τι λογής είναι αυτό που έχετε κατά τη φύση του, ο λόγος ακόμα δεν μπόρεσε να βρει, αλλά παρατηρεί μόνο το συνηθισμένο τρόπο ζωής, χωρίς να μπορεί να αντιληφθεί ποια είναι η φύση του σώματος, ποια η δύναμη των αισθήσεων, ποια η διαρρύθμιση των μελών του σώματός μας, πώς έχουν τακτοποιηθεί τα σπλάχνα, ποια είναι η ανεξάρτητη κίνηση των νεύρων, πώς ένα μέρος της τροφής πήζει κι αποτελεί τα οστά κι ένα άλλο μεταβάλλεται στη φωτεινή λάμψη του ματιού, πώς από την ίδια τροφή και το ίδιο ποτό ένα μέρος απολεπτύνεται στις τρίχες, άλλο πλαταίνει σε νύχια πάνω στις άκρες των δακτύλων, ή πώς ανάβει πάντοτε η φλόγα της καρδιάς και διασκορπίζεται με τις φλέβες σ’ όλο το σώμα, ή πως ό,τι πίνομε, όταν φτάσει στο ήπαρ, μεταβάλλει και την όψη του και το ποιο του και γίνεται αίμα με κάποια αυτόματη αλλοίωση. Ως την παρούσα στιγμή όλων αυτών η γνώση δεν έχει βρεθεί, ώστε αγνοούμε τη ζωή μέσα στην οποία ζούμε. Τη ζωή τη χωρισμένη από τις αισθήσεις αδυνατούν ολότελα να δούνε όσοι συζούν με την αίσθηση. Πώς θα μπορούσε να δει κανένας με την αίσθηση ό,τι είναι έξω από την αίσθηση; Αφού λοιπόν και οι δύο εκφάνσεις της ζωής είναι όμοια άγνωστες, η μία γιατί αποβλέπομε μόνο σ’ ό,τι φαίνεται, και η άλλη γιατί δεν τη συλλαμβάνει η αίσθηση, τι έχετε πάθει, ω άνθρωποι, και νομίζετε ότι αυτή η ζωή που ζείτε είναι αγαθή ενώ την αγνοείτε, και την άλλη την φοβάστε και την τρομάζετε, γιατί είναι φοβερή και τρομερή για τίποτε άλλο βέβαια παρά μόνο γιατί είναι άγνωστο τι είναι; Κι όμως πολλά άλλα που και με τις αισθήσεις αντιλαμβανόμαστε και αγνοούμε δεν τα φοβόμαστε.
Πράγματι ποια είναι η φύση όσων βλέπομε στον ουρανό ή τι είναι αυτό που κινεί τους ουρανούς εκ του αντιθέτου, ή ποιο είναι αυτό που στηρίζει την παγιότητα της γης, πως η ρευστή φύση του νερού προέρχεται πάντοτε από τη γη και η γη δεν αδειάζει και πολλά άλλα παρόμοια ούτε τα έχομε μάθει ούτε θεωρούμε την άγνοιά μας άξια φόβου. Αλλά ακόμα και για την ίδια τη φύση που υπερβαίνει κάθε νου, τη θεία και μακάρια και ακατάληπτη, πιστεύομε ότι υπάρχει, με τι όμως γίνεται αντιληπτό το είναι της δεν μπορέσαμε να καταλάβομε με μια εικασία, και όμως αγαπούμε με όλη μας την καρδιά και την ψυχή και τη δύναμή μας12 αυτό που αγνοούμε, αυτό που δεν μπορούμε να καταλάβομε με τους συλλογισμούς μας. Γιατί λοιπόν ο παράλογος αυτός φόβος δημιουργείται μόνο για τη ζωή που μας περιμένει μετά τη ζωή αυτή και από άγνοια μόνον φοβόμαστε αυτό που αγνοούμε, όπως γίνεται με τα παιδιά που τρομάζουν από ανυπόστατες υποψίες; Όποιος θέλει να αντικρίσει την αλήθεια των όντων πρώτα κατανοεί το πράγμα, έπειτα σκέφτεται ποια είναι η φύση του είτε είναι κάτι ωφέλιμο κι ευάρεστο ή κάτι βαρύ και δυσάρεστο. Εκείνο όμως που είναι τελείως άδηλο και άγνωστο, πώς κάποιος από όσους έχουν νουν θα κρίνει πως είναι δύσκολο πράγμα μόνο η αποφυγή της συνήθειας υποπτευόμενος πως είναι προσβολής φωτιάς ή κάποιου θηρίου; Μολονότι η ζωή μας διδάσκει με σαφήνεια να μην προσέχομε πάντοτε τη συνήθεια, αλλά να μεταφερόμαστε πάντοτε με τις επιθυμίες μας στο καλό. Ούτε οι άνθρωποι ζούνε πάντοτε σε εμβρυακή ζωή, αλλά όσο είναι μέσα στα σπλάχνα, η φύση κάνει ευχάριστη τη ζωή τους μέσα σ’ αυτά˙ ούτε όταν βγούνε έξω μένουν για πάντα προσκολλημένοι στη θηλή, αλλά όσο αυτό είναι ωφέλιμο και κατάλληλο στη βρεφική ηλικία. Έπειτα από αυτό προχωρούν σε άλλο στάδιο της ζωής, που με τίποτε δεν τους πείθει η συνήθεια να παραμείνουν στο θηλασμό. Μετά τη νηπιακή περίοδο άλλα πράγματα κάνουν τα μικρότερα παιδιά και άλλα τα μεγαλύτερα˙ σ’ αυτά προχωρεί διαδοχικά και χωρίς λύπη ο άνθρωπος αλλάζοντας με την ηλικία και τη συνήθεια.
Όπως λοιπόν, αν είχε φωνή το έμβρυο μέσα στη μήτρα, θα αγανακτούσε όταν με τη γέννηση έβγαινε από τα σπλάχνα και θα φώναζε ότι παθαίνει κάτι φοβερό αποσπώμενο από την ευχάριστη ζωή του (πράγμα και που κάνει χύνοντας το δάκρυ μαζί με την πρώτη αναπνοή ευθύς με τη γέννησή του, σα να αγανακτεί και να θρηνεί για το χωρισμό του από τη ζωή που είχε συνηθίσει), έτσι μου φαίνονται ότι, όσοι αγανακτούν για τη μεταβολή της ζωής αυτής, παθαίνουν ό,τι και τα έμβρυα με το να θέλουν να ζουν συνεχώς μέσα στο χώρο αυτής της υλικής αηδίας. Όταν η ¨ωδίνη¨ του θανάτου ξεγεννά τους ανθρώπους σε άλλη ζωή, αυτοί όταν προχωρήσουν σ’ εκείνο το φως και αναπνεύσουν από το καθαρό Πνεύμα διαπιστώνουν με την πείρα τους πόσο μεγάλη είναι η διαφορά της ζωής εκείνης από την τωρινή. Εκείνοι όμως που απομένουν στον υγρό τούτο και πλαδαρό βίο σε κατάσταση κυριολεκτικά εμβρύου και όχι ανθρώπου ταλανίζουν αυτόν που βγήκε πιο πριν από τη φυλακή που μας περιέχει, σα να έχει βγει από κάτι καλό, επειδή δεν γνωρίζουν ότι όμοια με το βρέφος που γεννήθηκε ανοίγουν εκείνου τα μάτια, όταν βγει έξω από την τωρινή φυλακή του (και πρέπει ασφαλώς να σκέφτεται τα μάτια της ψυχής με τα οποία διακρίνει την αλήθεια των όντων) κι ανοίγει το αισθητήριο της ακοής με το οποίο ακούει «τα άρρητα ρήματα που δεν επιτρέπεται να τα εκφράσει ο άνθρωπος» όπως λέει ο Απόστολος13, ανοίγει επίσης το στόμα του και έλκει το καθαρό και άυλο Πνεύμα, που τον τονώνει για τη νοητή φωνή και τον αληθινό λόγο, όταν αναμιχθεί με το τραγούδι όσων εορτάζουν στο χορό των αγίων. Έτσι αξιώνεται και γνώση θεία με την οποία γνωρίζει σύμφωνα με την ψαλμωδία, «ότι ο Κύριος είναι αγαθός»14, και με τη λειτουργία της όσφρησης αισθάνεται την ευωδία του Χριστού, προσλαμβάνει επίσης την οπτική δύναμη αγγίζοντας η ψυχή την αλήθεια και ψηλαφώντας το λόγο κατά τη μαρτυρία του Ιωάννη.
Αν αυτά λοιπόν και τα όμοια περιμένουν τους ανθρώπους μετά τη γέννησή τους με το θάνατο, τι θέση έχει το πένθος, η μελαγχολία και η κατήφεια; Ας μας αποκριθεί τώρα αυτός που παρατηρεί τη φύση των πραγμάτων, αν θεωρεί προτιμότερο να κάνει σφάλμα στην διάκριση του καλού με τα σωματικά αισθητήρια από το να ατενίζει με γυμνά τα μάτια της ψυχής την ίδια την αλήθεια των πραγμάτων. Γιατί εδώ μια ανάγκη πιέζει την ψυχή να υποδουλώνεται σε ξένη κρίση στην αντίληψη για το καλό. Επειδή δηλαδή η τέλεια δύναμη της ψυχής δεν μπορεί ακόμα να χωρέσει σε σώμα νηπίου, ενώ η λειτουργία των αισθητηρίων εκδηλώνεται τέλεια ευθύς με τη γέννηση του βρέφους, γι’ αυτό το λόγο η αίσθηση προλαβαίνει τη σκέψη στη διάκριση του καλού και η ψυχή δέχεται αβασάνιστα αυτό που ήδη φάνηκε στα αισθητήρια και θεώρησαν πως είναι καλό και το αποδέχτηκαν πρώτα με τη συνήθεια, επειδή πείσθηκε ότι καλό είναι εκείνο για το οποίο θα συγκατατεθεί πρώτη η αίσθηση, θεωρώντας το ως καλό σε κάποια χρώματα και χυμούς και τέτοιες φλυαρίες. Όταν αυτά δεν έρχονται στην επιφάνεια μετά την έξοδο της ψυχής από το σώμα, ανάγκη πάσα να φανερωθεί στην ψυχή το αληθινά αγαθό με το οποίο έχει φυσική οικειότητα. Ούτε η όραση θα δελεαστεί πια από το ωραίο χρώμα, αφού δεν υπάρχουν πια τα μάτια, ούτε θα υπάρξει κλίση της προαίρεσης σε κάτι άλλο από όσα προκαλούν ηδονή και στα αισθητήρια, καθώς θα έχει ατονήσει κάθε σωματική αίσθηση και η φύση θα απολαύσει το δικό της αγαθόαγγίζοντας ανεμπόδιστα την νοερή ενέργεια του νοητού κάλλους χωρίς μεσολάβηση ύλης και σώματος, πράγμα που δεν έχει ούτε χρώμα ούτε σχήμα ούτε διάσταση ούτε ηλικία, αλλ’ εκείνο που ξεπερνά κάθε φαντασία και στοχασμό.
Τι θα πει λοιπόν κάποιος που δυσανασχετεί για την παρούσα ζωή; ¨Για ποιο σκοπό και στη θέση τίνος άλλου μας δόθηκε το σώμα, αν αποδείχτηκε ότι η ζωή χωρίς αυτό είναι καλύτερη;¨ Θα απαντήσουμε σ’ αυτόν ότι δεν είναι μικρό το κέρδος που βγάζουν κι από αυτά όσοι μπορούν ν’ αποβλέπουν στο σύνολο της οικονομίας της φύσης. Γιατί είναι αληθινά μακάριος εκείνος ο βίος των αγγέλων που δε χρειάζεται καθόλου το σωματικό βάρος. Ωστόσο και αυτή η ζωή δεν είναι ατελέσφορη ως προς εκείνη. Γιατί η παρούσα ζωή γίνεται δρόμος προς αυτό που ελπίζομε, πράγμα που μπορούμε να δούμε στα φυτά. Σ’ αυτά ο καρπός αρχίζοντας από το άνθος, προχωρεί και γίνεται καρπός κι ας μην είναι το άνθος καρπός. Αλλά και τα σιτηρά φυτρώνοντας από τους σπόρους δε φαίνονται αμέσως στα στάχυα, αλλά το γέννημα είναι πρώτο χόρτο, και τότε ωριμάζει ο καρπός ψηλά στο στάχυ. Ο γεωργός όμως δεν κατηγορεί την αναπόφευκτη αυτή περίοδο και ακολουθία ρωτώντας γιατί προηγείται το άνθος από τον καρπό ή για ποιο σκοπό το χόρτο βγαίνει πρώτο από το σπόρο, αφού και το λουλούδι φυλλορροεί και το χόρτο ξηραίνεται και διαλύεται χωρίς να βοηθά καθόλου στη διατροφή του ανθρώπου. Γιατί γνωρίζει αυτός που παρατηρεί τα θαυμάσια της φύσης ότι δεν υπάρχει άλλος τρόπος να τελειοποιηθεί ο καρπός από το σπόρο και το χόρτο, αν δεν προετοιμάζει το δρόμο για την τελειοποίησή του αυτή η τεχνική κατά κάποιο τρόπο ακολουθία. Επειδή δηλαδή το χόρτο που βλαστάνει πρώτο από τα σπέρματα δε χρησιμεύει στην απόλαυσή μας, δεν είναι για το λόγο αυτό περιττό και ανώφελο ό,τι γίνεται. Γιατί όποιος χρειάζεται την τροφή αποβλέπει στη δική του εξυπηρέτηση, ο σκοπός όμως της φύσης δεν αποβλέπει σε τίποτε άλλο, αλλά πώς να οδηγήσει την καρποφορία με την κανονική σειρά στο ωρίμασμα.
Γι’ αυτό πρώτα φυτρώνει στο έδαφος με πολύπλοκο σύστημα ριζών και μ’ αυτές τραβάει με την ικμάδα την κατάλληλη γι’ αυτό τροφή, έπειτα βγάζει το χόρτο (κάνοντας αυτή την από προκάλυμμα της ρίζας στη βλαβερή επίδραση του αέρα), που βέβαια δεν είναι καρπός αλλά αποτελεί μια υποβοήθηση και μια πορεία για την τελειοποίηση του καρπού. Καθαίρει πρώτα με τον εαυτό του τη δύναμη που κρύβει το σπέρμα (αποβάλλοντας η φύση σα να ήταν περίττωμα από τον καρπό το χόρτο), έπειτα γίνεται σκέπη της ρίζας για τη βλάβη του αέρα που προκαλείται από το κρύο και τη ζέστη. Κι όταν στο βάθος πια μέσα στις ρίζες ετοιμαστεί κρυφά ο σπόρος και δυναμώσει, τότε παραμελείται το χόρτο, επειδή δε χρειάζεται πια η ρίζα το προκάλυμμα˙ για να ψηλώσει η καλαμιά της δίνεται κάθε δύναμη και η φύση φιλοτεχνεί με κάποια μηχανική σοφία την όμοια με αυλό κατασκευή, της οποίας ο βλαστός είναι ευθυτενής και τυλιγμένος κυκλικά με αλλεπάλληλους χιτώνες. Γιατί πρέπει μ’ αυτούς, επειδή στην αρχή είναι το καλάμι υγρό και αδύνατο, να τρέφεται ζωσμένη γι’ ασφάλεια με τους ενδιάμεσους συνδέσμους. Κι αν ψηλώσει στο κανονικό της ύψος, τότε βγάζει η καλάμη και το θύσανό της, όταν ο τελευταίος χιτώνας μας φανερώνει από μόνος του το στάχυ, που μοιρασμένος σε πολλά σαν τρίχες άγανα κρύβει τον κόκκο που τρέφεται αφανώς στη βάση κάθε άγανου μέσα στις θήκες.
Αν λοιπόν ο γεωργός δεν αγανακτεί ούτε για τις ρίζες των σπόρων ούτε για το χόρτο που προβάλλει από το σπόρο ούτε για τα άγανα του σταχυού, αλλά στο καθένα από αυτά βλέπει μια απαραίτητη χρησιμότητα, που με αυτήν η φύση προχωρώντας με τέχνη οδηγεί τον καρπό στην τελείωσή του, ελευθερώνοντας τη γόνιμη δύναμη με την εγκατάλειψη όποιου άχρηστου, καιρός είναι και για σένα να μην αγανακτείς που η φύση μας προχωρεί διαμέσου των αναγκαίων δρόμων προς το σκοπό της, αλλά να νομίζεις ότι ανάλογα με το γεγονός των σπόρων, αυτό που είναι κάθε φορά παρόν είναι οπωσδήποτε χρήσιμο και απαραίτητο, αλλά δεν είναι αυτό που για χάρη του γεννηθήκαμε. Γιατί δε λάβαμε ύπαρξη από το δημιουργό μας για να φτάσομε ως το έμβρυο ούτε η φύση έχει στόχο της τη ζωή του βρέφους ούτε αποβλέπει στις επόμενες ηλικίες που κάθε φορά μεταβαλλόμενη ντύνεται σαν να ήταν φορέματα αλλάζοντας με τον καιρό και τη μορφή της ούτε ακόμα αποβλέπει στη διάλυση του σώματος που έρχεται με το θάνατο. Όλα αυτά και τα όμοια είναι μέρη του δρόμου που βαδίζομε και ο σκοπός και το πέρας της πορείας ανάμεσα σ’ αυτά είναι η αποκατάσταση στο αρχικό, που δεν είναι τίποτε άλλο από την ομοίωση με τη θεότητα. Και όπως στην εικόνα του σταχυού φάνηκε απαραίτητο για τη φύση του και το χόρτο που εμφανίζεται πρώτα, δεν γίνεται όμως γι’ αυτό η καλλιέργεια ούτε η ασχολία με τη γεωργία περιορίζεται στους χιτώνες και τα άγανα και στις καλαμιές και στους κόμπους της καλαμιάς, αλλά την ενδιαφέρει ο καρπός ο φαγώσιμος που προχωρεί με αυτά στην τελείωσή του, έτσι και της ζωής το πέρας που προσδοκούμε είναι η μακαριότητα, ενώ όσα βλέπομε τώρα γύρω από το σώμα, ο θάνατος, τα γηρατειά, η νεότητα, η νηπιακή ηλικία, η διάπλαση του εμβρύου, όλα αυτά είναι όπως κάποια χόρτα και άγανα και καλαμιές, πορεία δηλαδή και σειρά και δύναμη της τελείωσης που ελπίζομε. Σ’ αυτήν αποβλέποντας αν σκέφτεσαι σωστά ούτε απέχθεια θα νιώσεις γι’ αυτά, αλλά ούτε θα δεθείς με πάθος μαζί τους και θα τα επιθυμήσεις, ώστε ή να στενοχωριέσαι όταν χωρίζεσαι από αυτά ή να αυτομολείς στο θάνατο.
Αν όμως πρέπει να προσθέσω στο λόγο μου κι αυτό, δεν είναι ίσως άχρηστο, κι ας φαίνεται πως είναι έξω από την ακολουθία του λόγου, ότι η φύση μελετά σε κάθε περίπτωση το θάνατο και είναι δεμένος οπωσδήποτε ο θάνατος με τη ζωή που πορεύεται διαμέσου του χρόνου. Γιατί καθώς η ζωή κινείται από τα περασμένα προς το μέλλον και ποτέ δεν τελειώνει στο προηγούμενο, είναι θάνατος αυτό που ακολουθεί δεμένο πάντοτε με τη ζωτική ενέργεια. Γιατί στον χρόνο που πέρασε σταματά οπωσδήποτε κάθε ζωτική κίνηση και ενέργεια. Επειδή λοιπόν ιδιαίτερο γνώρισμα του θανάτου είναι η απραξία και η αδράνεια κι αυτό ακολουθεί ασφαλώς πάντοτε την ζωτική ενέργεια, δεν είναι έξω από την αλήθεια να πούμε ότι ο θάνατος είναι συνυφασμένος με τη ζωήαυτή. Μπορεί και διαφορετικά να βρει κανένας ότι το νόημα αυτό αληθεύει ατράνταχτα για μας, αφού η ίδια η πείρα μας επιβεβαιώνει το δόγμα, ότι ο σημερινός άνθρωπος είναι ο ίδιος με το χθεσινό ως προς το σωματικό υπόβαθρο, αλλά πάντως ένα στοιχείο του νεκρώνεται διαπαντός και μυρίζει άσχημα και καταστρέφεται και αποβάλλεται από το κατασκεύασμα του σώματος σαν από κάποιο σπίτι. αποβάλλει δηλαδή η φύση τη δυσωδία των νεκρών και παραδίδει στη γη αυτό που έχει στερηθεί ήδη τη ζωτική δύναμη. Γι’ αυτό κατά τον μεγαλόφωνο Παύλο «πεθαίνομε καθημερινά»15. Δε μένομε για πάντα οι ίδιοι μέσα στο ίδιο σπίτι του σώματος, αλλά γινόμαστε άλλοι κάθε φορά και με προσθήκη ή αποβολή μεταβαλλόμαστε πάντοτε σε νέο σώμα. Γιατί λοιπόν μας ξενίζει ο θάνατος, αφού αποδείχτηκε ότι η ζωή της σάρκας είναι αδιάκοπη μελέτη θανάτου και άσκησης; Κι αν αναφέρεις τον ύπνο και την εγρήγορση, πρόκειται πάλι για μια άλλη σύζευξη του θανάτου με τη ζωή, κατά την οποία σε όσους κοιμούνται σβήνουν οι αισθήσεις, ενώ η εγρήγορση πραγματοποιεί για μας την ανάσταση που ελπίζομε.
Αλλά με όσα είπαμε δεν διασαφηνίστηκε ακόμα το θέμα μας, επειδή το νόημα που ανέκυψε έτρεψε το λόγο μας σ’ άλλη κατεύθυνση. Ας επιστρέψομε λοιπόν πάλι σ’ αυτό που θέσαμε από την αρχή˙ ότι δηλαδή ούτε η φύση του σώματος είναι άχρηστη στην ελπίδα των αγαθών που προσδοκούμε. Γιατί, αν ήμαστε αυτό που γίναμε από την αρχή, οπωσδήποτε δε θα χρειαζόμαστε το δερμάτινο χιτώνα, επειδή θα είχαμε λαμπρή την ομοίωσή μας προς τη θεότητα. Και η θεία σφαγίδα που έλαμπε σ’ εμάς στην αρχή δεν ήταν μια ιδιότητα σχήματος ή χρώματος, αλλά στολιζόταν και ο άνθρωπος με τα στοιχεία που θεωρούσε στο θείο κάλλος και απομιμόταν με την απάθεια, τη μακαριότητα και την αφθαρσία, τη χάρη του αρχετύπου. Επειδή όμως με την απάτη του εχθρού της ζωής μας ο άνθρωπος απόχτησε εκούσια τη ροπή προς το κτηνώδες και το άλογο, φαίνεται ίσως για όσους δεν εξετάζουν τα πράγματα χρήσιμη η απόσπαση από το χειρότερο και η αναγκαστική μεταφορά προς το καλύτερο, για τον πλάστη όμως της φύσεως μας φάνηκε ασύμφορο και άδικο να μας προκαλέσει με τέτοια οικονομική τη ζημία του μέγιστου αγαθού μας.
Επειδή δηλαδή ο άνθρωπος έγινε όμοιος με το Θεό και μακάριος, τιμημένος με το αυτεξούσιο (γιατί η αυτεξουσιότητα και η ελευθερία είναι ιδιότητες της θείας μακαριότητας), το να μεταφερθεί υποχρεωτικά με τη βία σε άλλη κατάσταση αποτελούσε αφαίρεση του αξιώματος. Αν δηλαδή αποσπούσε την ανθρώπινη φύση με τη βία και τον καταναγκασμό από ό,τι της άρεσε, όταν είχε ορμήσει σύμφωνα με την αυτεξούσια κίνησή της σε πράγματα ανεπίτρεπτα, το γεγονός θα ήταν αφαίρεση του εξαίρετου αγαθού και αποστέρηση της ισόθεης τιμής (γιατί το αυτεξούσιο είναι ισόθεο). Για να παραμείνει λοιπόν και η εξουσία στον άνθρωπο και το κακό να διαγραφεί, η σοφία του Θεού βρήκε αυτόν τον τρόπο˙ ν’ αφήσει δηλαδή τον άνθρωπο να κάνει ό,τι είχε θελήσει, ώστε, δοκιμάζοντας το κακό που επιθύμησε και διαπιστώνοντας με την πείρα τι έδωσε και τι πήρε, να επιθυμήσει και να πάρει τον αντίστροφο δρόμο θεληματικά προς τη θεία μακαριότητα, αποβάλλοντας από πάνω του σαν βαρύ φορτίο την εμπάθεια και την αναλογία, ή καθαιρόμενος στην παρούσα ζωή με προσοχή και φιλοσοφία ή μετά την αναχώρηση από εδώ με αναχώνευση μέσα στην καθαρτήρια φωτιά. Όπως δηλαδή ο γιατρός˙ κατέχοντας σύμφωνα με το επαγγέλμά του όλη την επιστήμη των ωφέλιμων και των βλαβερών συμβουλεύει το παιδί το σωστό, αλλά δεν μπορεί με τη συμβουλή του να εμποδίσει το μικρό στην ηλικία και στο νου να επιθυμήσει κάποιο δηλητηριώδη καρπό ή χόρτο. Επειδή όμως έχει κάθε είδους αντίδοτο, επιτρέπει στο παιδί να δοκιμάσει τα βλαβερά, ώστε με την εμπειρία των βλαβερών να καταλάβει τη χρησιμότητα της πατρικής συμβουλής κι αφού επιθυμήσει πάλι την υγεία με τα αντίδοτα να επαναφέρει το παιδί στην υγεία, που με την άτοπη επιθυμία των δηλητηρίων έχασε. Έτσι και ο γλυκός και αγαθός Πατέρας της φύσης μας, που γνωρίζει τι μας ωφελεί και τι μας βλάπτει, έκανε γνωστό στον άνθρωπο το δηλητήριο και τον συμβούλεψε να μην το πάρει. Αλλά κι όταν νίκησε η επιθυμία του χειρότετου δεν του έλειψαν τα ωφέλιμα αντίδοτα, για να επαναφέρει με αυτά πάλι τον άνθρωπο στην αρχική του υγεία.
Επειδή δηλαδή ο άνθρωπος προτίμησε αυτή την υλική ηδονή αντί την ψυχική ευφροσύνη, θέλησε να τον συντρέξει στην ορμή του αυτή με το δερμάτινο χιτώνα, που του φόρεσε εξαιτίας της ροπής του στο χειρότεροκαι που τα ιδιώματα της άλογης φύσης κατασκευάστηκαν φόρεμα της λογικής φύσης με τη σοφία εκείνου που οικονομεί τα καλύτερα από τα αντίθετά τους. γιατί, έχοντας εκείνος ο δερμάτινος χιτώνας όλες εκείνες τις ιδιότητες όσες είχε όταν περιέκλειε την άλογη φύση, τη φιληδονία, το θυμό, τη λαιμαργία, την απληστία και τα όμοια, ανοίγει δρόμο στην ανθρώπινη προαίρεση και γίνεται πεδίο της ροπής και προς τα δύο, της αρετής και της κακίας. Μέσα σ’ αυτά ζώντας ο άνθρωπος κατά την εδώ ζωή του, αν με την αυτεξούσια κίνησή του ξεχωρίζει ό,τι ιδιάζει στο άλογο και επιδιώκει για τον εαυτό του την κοσμιότερη ζωή, θα κάνει την παρούσα ζωή καθαρτήριο από την κακία που αναμίχθηκε σ’ αυτόν και με το λογικό θα υποτάξει την αλογία. Αν πάλι κλείνει στην άλογη κλίση των παθών, αφού χρησιμοποιήσει ως συνεργό του στα πάθη το δέρμα των αλόγων, στη συνέχεια θα σκεφτεί διαφορετικά, δηλαδή προς το καλύτερο, αντιλαμβανόμενος κατά την έξοδο από το σώμα τη διαφορά της αρετής προς την κακία, καθώς δεν θα μπορεί να μετάσχει στη θεότητα, αφού η καθαρτήρια φλόγα δε θα έχει αποκαθάρει το ρύπο που έχει αναμιχθεί στην ψυχή.
Αυτά είναι που έκαναν απαραίτητη για μας τη χρήση του σώματος, με το οποίο και το αυτεξούσιο σώζεται αλλά και η επάνοδος πάλι στο αγαθό δεν εμποδίζεται. Με την περιοδική όμως αυτή διαδικασία δημιουργείται σ’ εμάς θεληματικά η ροπή προς το καλύτερο και μερικοί ήδη από εδώ με την ένσαρκη ζωή τους πραγματοποιούν με την απάθεια την πνευματική τους ζωή. Τέτοιοι ακούμε πως έχουν γίνει οι πατριάρχες και οι προφήτες και οι σύγχρονοί τους και οι μεταγενέστεροι που με την αρετή και τη φιλοσοφία ανέτρεξαν στο τέλειο (εννοώ τους μαθητές και τους αποστόλους και τους μάρτυρες και όλους όσοι τίμησαν τη ζωή της αρετής κι όχι τον υλικό βίο, που, αν και είναι λιγότεροι στον αριθμό από το πλήθος εκείνων που γλιστρούν στο χειρότερο, δίνουν σοβαρή μαρτυρία ότι είναι δυνατό να κατορθωθεί η αρετή και μέσα από τη σάρκα). Ενώ οι άλλοι αποβάλλουν με την μετέπειτα ζωή με το καθαρτικό πυρ την προσκόλληση προς την ύλη κι επιστρέφουν θεληματικά με την επιθυμία των αγαθών στη χάρη που έχει από την αρχή αποκληρωθεί στη φύση μας. Γιατί η επιθυμία των αλλοτρίων δεν παραμένει για πάντα στη φύση μας, επειδή νιώθει καθένας πλησμονή και κόρο για ό,τι δεν είναι δικό του, και ό,τι δεν κοινώνησε η φύση μας από την αρχή και μόνον ό,τι είναι συγγενικό και ομόφυλο μένει για πάντα ποθητό κι αγαπητό16, όσο η ανθρώπινη φύση παραμένει αμετάβλητη. Αν όμως πάθει καμιά εκτροπή από προαίρεση κακή, τότε γεννιέται σ’ αυτήν η επιθυμία των αλλοτρίων, που η απόλαυσή τους ευχαριστεί όχι τη φύση αλλά το πάθος της φύσης. Όταν αναχωρήσει το πάθος, αναχωρεί μαζί του και η παραφύση επιθυμία και γίνεται πάλι σ’ αυτή ποθητό και κατάλληλο το δικό της, κι αυτό είναι το καθαρό και άυλο και ασώματο. Αυτό αν πει κανένας ότι ανήκει στη θεότητα που είναι πάνω από όλα, δε θα κάνει σφάλμα. Όταν προσβάλει τα μάτια τα σωματικά ένα ισχυρότερο ερέθισμα και θολώσει την οπτική τους ικανότητα, γνώρισμά τους γίνεται ο ζόφος, επειδή η παχιά σάρκα συγγενεύει με το σκότος˙ κι αν με κάποια θεραπεία δαπανηθεί το ρεύμα που ενόχλησε το πνεύμα, γίνεται πάλι οικείο και κατάλληλο το φως κι ενώνεται με την καθαρή και ολόλαμπρη κόρη. Με τον ίδιο τρόπο, επειδή κατάκλυσε η κακία την οπτική δύναμη της ψυχής σαν ένα ρεύμα με την απάτη του εχθρού, ο λογισμός έκλινε θεληματικά προς το σκοτεινό βίο, επειδή με το πάθος έγινε οικείος με το ζόφο (γιατί «καθένας που πράττει φαύλα έργα μισεί το φως», όπως λέει ο θείος λόγος17). Κι όταν εξαντληθεί το κακό από τα όντα και μεταβεί πάλι στο μην ον, με ευχαρίστηση ο άνθρωπος βλέπει πάλι προς το φως, αφού έλειψε η αιτία που θόλωνε την καθαρότητα της ψυχής.
Με όσα ειπώθηκαν αποδείχθηκε πως είναι αβάσιμο να μισούμε τη φύση της σάρκας˙ γιατί δεν συνδέεται μ’ αυτήν η αιτία των κακών, αλλιώς η δύναμή της θα εκτεινόταν σε όλα όσα έλαβαν το σωματικό βίο. Αλλά επειδή καθένας από όσους μνημονεύονται για την αρετή τους και μέσα στη σάρκα ήταν κι από την κακία απουσίαζε, είναι φανερό απ’ αυτό ότι δεν είναι το σώμα αίτιο των παθών, αλλά η προαίρεση που δημιουργεί τα πάθη. Γιατί το σώμα κινείται σύμφωνα με τη δική του φύση και με όσα συντελούν στη σύσταση και τη διατήρησή του, προς αυτά προσαρμόζεται με τις ορμές του. Εννοώ το εξής μ’ αυτό που λέω. Έχει ανάγκη από φαγητό και ποτό, ώστε το ποσό της δύναμης που δαπανήθηκε να συμπληρωθεί στο βαθμό που λείπει. Γι’ αυτό ενεργοποιείται η όρεξη. Με τη διαδοχή πάλι όσων γίνονται η φύση του σώματος αθανατίζεται, ενώ είναι θνητή. Γι’ αυτό προσφέρεται και σ’ αυτή την ορμή το σώμα. Ακόμα εκτός από αυτά το σώμα έχει γίνει γυμνό από το επικάλυμμα των τριχών και γι’ αυτό χρειαστήκαμε το ντύσιμο απ’ έξω. Αλλά επειδή δεν μπορούσαμε ν’ αντέξουμε στη ζέστη και στο κρύο και στη βροχή αναζητήσαμε τη σκέπη από τα σπίτια. Αυτά και τα όμοια, όποιος αντιμετωπίζει την ανάγκη λογικά, δέχεται καθένα από αυτά χωρίς προβλήματα κάνοντας όρο της όρεξης το σκοπό της χρήσης. Το σπίτι, το φόρεμα, τη συζυγική ζωή, την τροφή, με καθένα από αυτά αναπληρώνει την έλλειψη της φύσης.
Ο υπηρέτης όμως των ηδονών έκανε τις αναπόφευκτες ανάγκες δρόμους να περάσουν τα πάθη˙ αντί τροφής επιζητεί την τρυφή, αντί φορέματος προτιμά τον καλλωπισμό, αντί της απλής χρησιμοποίησης των σπιτιών την πολυτέλεια, αντί να κάνει παιδιά κυνηγά τις παράνομες και απαγορευμένες ηδονές. Γι’ αυτό και η πλεονεξία μπήκε θορυβωδώς με ολάνοιχτες πύλες στην ανθρώπινη ζωή και η μαλθακότητα και η έπαρση και η αποχαύνωση και η κάθε είδους ασωτία και τα όμοια σαν κάποια χλωρά και ξεραμένα βλάστησαν κοντά στις αναπόφευκτες ανάγκες, επειδή η όρεξη ξεπέρασε τα όρια της ανάγκης και απλώνεται σ’ επιδιώξεις σε τίποτε χρήσιμες. Τι κοινό έχουν με τη χρησιμότητα της τροφής τα σκαλισμένα ασημικά ποικιλμένα με χρυσό και πέτρες; Ή τι χρειάστηκε το φόρεμα τη χρυσή κλωστή και το πορφυρό χρώμα και τα υφασμένα σχέδια, που μ’ αυτά απεικονίζουν πολέμους και θηρία και τα όμοια πάνω στους χιτώνες και τα πανωφόρια οι υφαντές και γεννούν σύμμαχό τους τη νόσο της πλεονεξίας; Γιατί, για να επιτύχουν τη δυνατότητα να τα κατασκευάσουν, προμηθεύονται τα υλικά γι’ αυτά που επιθυμούν από την πλεονεξία. Η πλεονεξία ανοίγει την είσοδο στην απληστία, που είναι, κατά το Σολομώντα, το τρυπημένο πιθάρι που πάντα χρειάζεται νερό από αυτούς που το γεμίζουν και βρίσκεται πάνοτε άδειο.Δεν είναι λοιπόν το σώμα που δίνει τις αφορμές των παθών, αλλά η προαίρεση δημιουργεί το σκοπό που επιδιώκομε, εκτρέποντάς μας στην επιθυμία των ανεπίτρεπτων.
Ας μην κακίζουν λοιπόν οι απερίσκεπτοι το σώμα, με το οποίο η ψυχή μετά από αυτή τη ζωή, αφού μεταστοιχειωθεί με την αναγέννηση, θα καλλωπιστεί προς το θεϊκότερο, αφού ο θάνατος αποκαθάρει τα περιττά και άχρησταστην απόλαυση της μέλλουσας ζωής. Γιατί αυτά με τα οποία ασχολείται τώρα δε θα του χρησιμεύσουν και στη μετέπειτα ζωή, αλλά θα γίνει σχετική και κατάλληλη για την απόλαυση της ζωής εκείνης η προετοιμασία του σώματός μας, αρμόδια για τη μετουσία των αγαθών. Εννοώ το εξής μ’ αυτό που λέγω (γιατί είναι καλύτερα να διασαφηνίσω τι εννοώ με ένα γνωστό παράδειγμα). Ένας σβώλος από σίδερο χρησιμεύει στη σιδηρουργία και ακατέργαστος γίνεται αμόνι για τον τεχνίτη. Αλλά όταν χρειαστεί να μεταποιηθεί ο σίδερος σε ένα λεπτότερο αντικείμενο, τότε, αφού η φωτιά καθαρίσει μ’ επιμέλεια το σβώλο, αποθέτει όλο το γεώδες και άχρηστο στοιχείο, που οι τεχνίτες της εργασίας αυτής το ονομάζουν σκουριά, και έτσι αυτό που κάποτε ήταν αμόνι, αφού λεπτοδουλεύτηκε έγινε ή θώρακας ή κάποιο άλλο λεπτό κατασκεύασμα, καθαρισμένος από αυτό το περιττό με το λιώσιμό του στη φωτιά, που όταν ήταν αμόνι δεν νομιζόταν περιττό για τη λειτουργία του αυτή. Γιατί συντελούσε κατά τι και η σκουριά στον όγκο του σιδήρου ανακατεμένη με το σβώλο. Αν λοιπόν έγινε αντιληπτό το παράδειγμά του, ας μεταφέρουμε στο νόημα που μας απασχολεί τη σκέψη που διατύπωσα στο παράδειγμα. Ποια είναι αυτή; Η φύση του σώματός μας έχει πολλά στοιχεία παρόμοια με τη σκουριά, τα οποία στη ζωή αυτή συντελούν σε κάτι χρήσιμο, είναι όμως τελείως άχρηστα και ξένα για τη μακαριότητα που προσδοκούμε έπειτα από αυτήν. Αυτό λοιπόν που γίνεται με τη φωτιά στο σίδερο για να αποβάλει με το λιώσιμο όλο το άχρηστο στοιχείο, αυτό το πετυχαίνει το σώμα με το θάνατο, που απομακρύνει κάθε περιττό με τη διάλυση του θανάτου. Γι’ αυτούς που εξετάζουν με περίσκεψη είναι οπωσδήποτε φανερά ποια είναι αυτά τα στοιχεία από τα οποία αποκαθαίρεται το σώμα για αργότερα και που αν δεν είναι παρόντα κατά την παρούσα ζωή αποβαίνουν ζημία αυτού του βίου.
Πλην όμως θα τα αναφέρω κι εγώ με λίγα λόγια για χάρη της σαφήνειας. Ας υποθέσομε ότι αντί του βώλου έχομε την όρεξη που εκδηλώνεται φυσικά σε όλα και αντί της σκουριάς αυτά που η όρεξη ορέγεται˙ ηδονές και πλούτη και φιλοδοξίες και εξουσίες και θυμούς και περηφάνειες και τα όμοια. Όλων αυτών και των όμοιων τέλειο μέσο κάθαρσης είναι ο θάνατος. Από όλα αυτά αφού απογυμνωθεί και καθαρθεί, η όρεξη θα στρέψει την ενέργειά της προς το μοναδικό πλήρωμα της όρεξης, το επιθυμητό και αγαπητό, χωρίς να σβήνει καθόλου τις φυσικές τάσεις που υπάρχουν μέσα μας γι’ αυτά, αλλά μεταποιώντας τις στην άυλη μετουσία των αγαθών. Εκεί στρέφεται ο ατελείωτος έρωτας της αληθινής ομορφιάς, εκεί η αξιέπαινη πλεονεξία για τους θησαυρούς της σοφίας, και η ωραία και καλή φιλοδοξία, που κατορθώνεται με την κοινωνία της βασιλείας του Θεού και το ωραίο πάθος της απληστίας που ουδέποτε χορταίνει με τα υπερκείμενα, ώστε να διακοπεί ο πόθος της ανάβασής του προς το αγαθό. Αφού λοιπόν μάθεις ότι στους καιρούς που πρέπει ο τεχνίτης του παντός θα ξαναχαλκεύσει το βώλο του σώματος «σε όπλο χαράς»18 «θώρακα δικαιοσύνης», καθώς λέει ο Απόστολος, «ξίφος του Πνεύματος», και «περικεφαλαία της ελπίδος»19 και θα κατασκευάσει όλη την «πανοπλία του Θεού» 20, τότε να αγαπάς το σώμα σου σύμφωνα με το νόμο του Αποστόλου που λέει «κανένας δε μίσησε το σώμα του» 21.
Πρέπει να αγαπούμε το σώμα που έχει καθαρθεί κι όχι τη σκουριά που αποβάλλεται. Γιατί είναι αλήθεια, όπως λέει ο λόγος του Θεού, ότι «αν η επίγεια σκηνή της κατοικίας μας διαλυθεί, τότε θα τη βρούμε να έχει γίνει οικοδομή από το Θεό, σπίτι αχειροποίητο αιώνιο στον ουρανό» 22, άξιο να είναι «πνευματικό κατοικητήριο του Θεού» 23. Κι ας μη μου περιγράψει κανένας το χαρακτήρα και το σχήμα και την όψη του αχειροποίητου εκείνου σπιτιού, όπως κάνομε με τους χαρακτήρες που φανερώνονται τώρα σ’ εμάς και μας ξεχωρίζουν από τους άλλους με τα ιδιαίτερα γνωρίσματά τους. Γιατί δεν εξαγγέλλουν σ’ εμάς τα θεία λόγια τη θεία ανάσταση μόνο, αλλά η θεία Γραφή μας εγγυάται και ότι πρέπει όσοι ανακαινίστηκαν με την ανάσταση ν’ αλλάξουν 24. Γι’ αυτό είναι απόλυτη ανάγκη να μείνει κρυμμένο και ν’ αγνοείται εντελώς σε τι θ’ αλλάξομε, επειδή στη ζωή αυτή δε βλέπομε κανένα παράδειγμα για όσα ελπίζομε. Τώρα κάθετι παχύ και σκληρό έχει από τη φύση του τη φορά προς τα κάτω, ενώ τότε το σώμα μας θα μεταποιηθεί να τείνει προς τα άνω, αφού έτσι είπε ο λόγος, ότι μετά την αλλαγή της φύσης σε όλα εκείνων που θα ξαναλάβουν ζωή με την ανάσταση «θα αρπαχθούμε μέσα σε σύννεφα για να προϋπαντήσουμε τον Κύριο στον αέρα και έτσι θα είμαστε πάντα μαζί με την ασώματη φύση όσοι μεταστοιχειώθηκαν σε θεϊκότερη κατάσταση, είναι οπωσδήποτε βέβαιο ότι και οι λοιπές ιδιότητες του σώματος συμμεταβάλλονται προς το θεϊκότερο, το χρώμα, το σχήμα, το περίγραμμα και όλα τα άλλα. Γι’ αυτό δε νομίζομε καθόλου απαραίτητο να θεωρούμε σ’ αυτούς που άλλαξαν με την ανάσταση τη διαφορά αυτή, που έλαβε η φύση υποχρεωτικά για ν’ ακολουθήσουν οι επιγινόμενοι (ούτε βέβαια μπορούμε ν’ αποφανθούμε με σαφήνεια ότι δε θα υπάρχει, επειδή αγνοούμε ποια μορφή θα πάρουν μετά την αλλαγή). Ότι όμως το γένος όλων θα είναι ένα, όταν γίνομε όλοι ένα σώμα Χριστού έχοντας όλοι την ίδια σφραγίδα, δεν αμφιβάλλομε, αφού λάμπει σ’ όλους εξίσου η θεία εικόνα. Τι όμως νέο θ’ αποκτήσομε στη θέση των ιδιοτήτων αυτών κατά την αλλαγή της φύσεως, σε βεβαιώνω πως είναι πάνω από εικασία που μπορούμε να κάνομε.
Αλλά για να μην αφήσω το λόγο μου γι’ αυτά ατελείωτο, λέγω τούτο˙ αφού η διαφορά του αρσενικού και θηλυκού δε μας βοηθά παρά μόνο για την παιδοποιΐα, μπορούμε ίσως να φανταστούμε σ’ ένα βαθμό ικανοποιητικό την υποσχεμένη σχετικά ευλογία του Θεού για τους αγαθούς, ότι δηλαδή η γεννητική δύναμη της φύσης θα περάσει στην υπηρεσία της γέννησης εκείνης, στην οποία έλαβε μέρος ο Ησαΐας λέγοντας˙ «από το φόβο σου, Κύριε συλλάβαμε, νιώσαμε τις ωδίνες του τοκετού και γεννήσαμε˙ κυοφορήσαμε το πνεύμα της σωτηρίας σου επάνω στη γη» 26. Αν ήταν ωφέλιμη η γέννηση αυτή και η τεκνογονία γίνεται αιτία σωτηρίας, όπως λέει ο Απόστολος 27, δε σταματά ποτέ να γεννά το Πνεύμα της σωτηρίας αυτός που μια φορά με αυτήν τη γέννηση γέννησε για τον εαυτό του το πλήθος των αγαθών. Αλλά και στη μορφή που πήραμε αν αναφερθεί κανένας, ότι δηλαδή θα έχομε την ίδια πάλι κατά την αναβίωσή μας, ούτε αυτό δεν είμαι έτοιμος να σκεφτώ, αν είναι έτσι ή αλλιώς.
Είτε λοιπόν λέει κάποιος ότι η αναβίωσή μας θα γίνει με την ίδια μορφή που έχομε, ο λόγος μας θα βρεθεί σε πολλή αμηχανία, επειδή κατά το είδος της μορφής του δεν παραμένει πάνοτε ο άνθρωπος ίδιος με τον εαυτό του, αφού τον μεταπλάθουν οι ηλικίες και τα παθήματα σε διαφορετική κάθε φορά μορφή. Άλλη βέβαια μορφή παίρνει το νήπιο και το παιδί, άλλη ο έφηβος, ο άνδρας, ο μεσήλικας, ο περήλικας, ο γηραλέος, ο γέρος. Από αυτές τις ηλικίες καμιά δεν είναι ίδια με την άλλη. Αλλά κι αυτός που πήρε με τον ίκτερο το χρώμα της σκουριάς κι αυτός που φούσκωσε από τον υδρώπικα κι αυτός που στέγνωσε από την αδυναμία κι αυτός που έγινε πολύσαρκος από κάποια καλή λειτουργία, ο χολερικός, ο αιματώδης, ο φλεγματικός 28, καθένας από αυτούς παίρνει τη μορφή που αντιστοιχεί στην κακή λειτουργία που επικρατεί. Ούτε είναι καλό να σκεφτούμε ότι αυτά παραμένουν μετά την αναβίωσή μας, αφού η αλλαγή τα μεταβάλλει όλα προς το θεϊκότερο, ούτε είναι εύκολο για μας να φανταστούμε ποια ωραία μορφή θα λάβομε, αφού πιστεύομε ότι τα αγαθά που ελπίζομε ότι μας περιμένουν υπερβαίνουν κάθε μάτι και ακοή και διάνοια. Ή ίσως δε θα κάνει καθόλου λάθος κάποιος αν πει ότι το είδος με το οποίο αναγνωρίζομε κάτι είναι η όποια ιδιότητα των ηθών. Όπως δηλαδή τώρα η μικρή παραλλαγή των στοιχείων που υπάρχουν μέσα μας δημιουργούν τις διαφορές των χαρακτήρων σ’ εμάς, αφού το ιδιαίτερο της μορφής παίρνει σχήμα και χρώμα ανάλογα με τον πλεονασμό ή την ελάττωση των αντίστοιχων στοιχείων, έτσι νομίζω ότι αυτά που διαφοροποιούν τότε τη μορφή καθενός δεν είναι τα στοιχεία αυτά, αλλά τα ιδιώματα της κακίας ή της αρετής, που η κάποια ανάμιξη μεταξύ τους κάνει να δημιουργείται το είδος τέτοιο ή αλλιώτικο, τέτοιο σχεδόν που γίνεται και στην παρούσα ζωή, όταν η εξωτερική όψη του προσώπου φανερώνει την κρυμμένη διάθεση της ψυχής, από την οποία αναγνωρίζομε εύκολα αυτόν που κατατρώγεται από λύπη, ποιος είναι φουντωμένος από θυμό, ποιος λιώνει από την επιθυμία, και τα αντίθετα πάλι, το χαρούμενο, τον ήρεμο και ποιον στολίζει το σεμνό χαρακτηριστικό της φρόνησης.
Όπως λοιπόν κατά την παρούσα ζωή η όποια διάθεση της καρδιάς γίνεται μορφή και το πάθος που βρίσκεται στην ψυχή απεικονίζεται στην όψη του ανθρώπου, έτσι νομίζω ότι, αν η φύση των ανθρώπων μεταβληθεί στο θεϊκότερο, ο άνθρωπος παίρνει συγκεκριμένη μορφή στο ήθος και δε φαίνεται αλλιώτικος από ό,τι είναι, αλλά όποιος είναι στην πραγματικότητα τέτοιο και τον βλέπομε, όπως το σώφρονα, το δίκαιο, τον πράο, τον καθαρό, τον άνθρωπο της αγάπης, το φιλόθεο κι από αυτούς πάλι ή αυτόν που έχει όλα τα αγαθά ή αυτόν που κοσμείται από ένα μόνο ή αυτόν που συγκεντρώνει τα περισσότερα ή αυτόν που υστερεί στο ένα αλλά πλεονεκτεί στο άλλο. Γιατί από αυτά και τα παρόμοια ιδιώματα όσα καλά κι όσα χειρότερα, παρατηρούμε πως οι άνθρωποι χωρίζονται καθένας από τους άλλους ανθρώπους σε διάφορα είδη, ώσπου να καταργηθεί ο έσχατος εχθρός, όπως λέει ο Απόστολος 29, και να εκδιωχθεί η κακία από όλα τα όντα και ν’ αστράψει πάνω σε όλους το θεϊκό κάλλος, το οποίο στην αρχή είχε πάρει η μορφή μας. Και αυτό είναι φως και καθαρότητα και αφθαρσία και ζωή και αλήθεια και τα παρόμοια, γιατί δεν είναι παράδοξο να είμαστε και να φαινόμαστε τέκνα της ημέρας και του φωτός, αφού το φως και η καθαρότητα και η αφθαρσία δε θα βρεθούν να έχουν καμιά παραλλαγή ούτε διαφορά ως προς την ομοιογένεια. Αλλά σε όλους θα λάμψει μια χάρη, όταν γίνουν υιοί του φωτός 30 και λάμψουν όπως ο ήλιος, σύμφωνα με τον αψευδή λόγο του Κυρίου 31. Αλλά και το ότι όλοι θα τελειωθούν μέσα στο ένα 32, με το ότι θα φανερωθεί σε όλους μία και η αυτή χάρη, γιατί θα αντιδωρίζει καθένας στον διπλανό του την ίδια ευφροσύνη. Και από το γεγονός αυτό καθένας που χαίρεται βλέποντας το κάλλος του άλλου και του ανταποδίδει τη χαρά και καμιά κακία δε θα μεταμορφώσει την όψη τους σε τύπο αποτροπιαστικό.
Αυτά μου είπε ο νους μου παίρνοντας τη θέση εκείνων που έχουν πεθάνει και υποκρινόμενος όσο γίνεται τις φωνές εκείνων. Εγώ όμως με τη φωνή του μεγάλου Παύλου θα σας διατυπώσω τη συμβουλή του στους βαρυπενθούντες ότι «δε θέλω, αδελφοί μου, να έχετε άγνοια για τους νεκρούς, για να μη νιώθετε την ίδια λύπη μ’ εκείνους που δεν έχουν ελπίδα» 33.
Αν λοιπόν έχομε μάθει κάτι αξιοπρόσεκτο για τους νεκρούς από όσα πνευματικά είπαμε γι’ αυτούς, ας μην ανεχτούμε αυτή την ταπεινή και δουλική λύπη. Αν πρέπει να λυπηθούμε, ας προτιμήσομε τη λύπη εκείνη την αξιέπαινη και ενάρετη. Όπως δηλαδή το ένα μέρος της ηδονής είναι κτηνώδες και άλογο και το άλλο καθαρό και άυλο, έτσι και το αντίθετο της ηδονής διαστέλλεται σε κακία και αρετή. Υπάρχει και ένα είδος πένθους άξιο επαίνου και που δεν είναι άχρηστο στην απόκτηση της αρετής, που είναι αντίθετο σ’ αυτή την άλογη και δουλική θλίψη. Γιατί αυτός που θα νιώσει αυτή τη θλίψη θα κατηγορήσει έπειτα τον εαυτόν του ότι βγήκε έξω από τα πρέποντα, όταν νικήθηκε από το πάθος. Το άξιο επαίνου όμως πέθνος δε φέρνει μεταμέλεια και ντροπή για την φανερή σκυθρωπότητα σε όσους μ’ αυτό κατορθώνουν το βίο της αρετής. Γιατί πενθεί αληθινά όποιος λάβει συναίσθηση για τα αγαθά εκείνα από τα οποία έχει ξεπέσει, αντιπαραθέτοντας αυτή τη θνητή και βρωμερή ζωή με την αθάνατη εκείνη μακαριότητα, που ήταν στην διάθεσή του πριν κάνει χρήση της εξουσίας στο κακό˙ και όσο περισσότερο βαρύ γίνεται το πένθος για τη ζωή αυτή, τόσο περισσότερο επιταχύνει για τον εαυτόν του την απόκτηση των αγαθών που ποθεί. Γιατί η συναίσθηση ότι έχει υποστεί ζημία στο καλό γίνεται έναυσμα της προσπάθειας για το ποθούμενο.
Αφού λοιπόν υπάρχει και κάποιο πένθος σωτήριο, όπως έδειξε ο λόγος, ακούστε όσοι φέρεστε ασυλλόγιστα προς το πάθος της λύπης˙ δεν εμποδίζω τη λύπη, αλλά υποδεικνύω την ωφέλιμη λύπη και όχι την καταδικαστέα. Να μην σας κυριεύει λοιπόν η λύπη που δοκιμάζει ο κόσμος και που προετοιμάζει το θάνατο, όπως λέει ο Απόστολος 34, αλλά τη λύπη που οδηγεί στο Θεό, που το τέλος της είναι η σωτηρία της ψυχής. Τα δάκρυα που χύνονται για τους κεκοιμημένους γι’ αυτόν που κάνει κακή χρήση του χρήσιμου. Γιατί, αναυτός που έκανε τα πάντα με σοφία έβαλε μέσα μας το λυπηρό αυτό συναίσθημα, για να γίνει το μέσο κάθαρσης από την κακία που μας είχε προκαταλάβει και εφόδιο για τη μετουσία των αγαθών που ελπίζομε, ίσως αυτός που χύνει μάταια κι ανώφελα δάκρυα θα κατηγορηθεί από τον ίδιο τον Κύριό του, σύμφωνα με τον ευαγγελικό λόγο 35, ως οικονόμος κακός που διασκορπά άχρηστα τα πλούτη που του έχουν εμπιστευθεί. Γιατί ό,τι χρησιμεύει για το καλό είναι πλούτος, που λογαριάζεται μαζί με τα πολύτιμα κειμήλια.
Δε θέλω λοιπόν, αδελφοί μου, ν’ αγνοείτε αυτά που έχομε διδαχτεί για τους νεκρούς και οτιδήποτε άλλο δίδαγμα αποκαλύπτει το άγιο Πνεύμα στους πιο τέλειους, «για να μη νιώθετε τη λύπη που νιώθουν οι άλλοι, που δεν έχουν ελπίδα» 36. Γιατί μόνο οι άπιστοι περιορίζουν στην παρούσα ζωή τις ελπίδες της ζωής, και γι’ αυτό θεωρούν ότι ο θάνατος είναι ίσος με συμφορά, επειδή αυτοί δεν ελπίζουν αυτό που πιστεύομε εμείς. Ενώ εμείς που έχομε πιστέψει στο μεγάλο βεβαιωτή της ανάστασής μας από τους νεκρούς, στον ίδιο τον Κύριο όλης της κτίσης, που γι’ αυτό και πέθανε κι αναστήθηκε, για να πιστοποιήσει με την πράξη το λόγο του για την ανάσταση, δεν αμφιβάλλομε καθόλου για την ελπίδα των αγαθών, και όταν υπάρχει η ελπίδα δε θα έχει θέση η λύπη γι’ αυτούς που έφυγαν. Και ο Θεός και Κύριός μας Ιησούς Χριστός, αυτός που παρηγορεί τους ταπεινούς, θα παρηγορήσει τις καρδιές σας και θα τις στηρίξει στην αγάπη του με την ευσπλαχνία του. Γιατί δική του είναι η δόξα στους αιώνες των αιώνων. Αμήν.

____________________ ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
1. Α’ Τιμ. 2,2. 2. Β’ Κορ. 13,13. 3. Πλάτωνος Πολιτεία 514 ε. 4. Εβρ. 12,22. 5. Ματθ. 5,8. 6. Δευτ. 15, 9. 7. Β’ Κορ. 4, 16. 8. Α’ Κορ. 15, 42 και 53 ε. 9. Β’ Κορ. 4, 18. 10. Παρμ. 13, 10. 11. Γεν. 1, 27. 12. Δευτ. 6, 5. 13. Β’ Κορ. 12, 4. 14. Ψαλμ. 33, 9. 15. Α’ Κορ. 15, 31. 16. Αριστ. Ηθ. Νικ. Η 13 (1153 α22). 17. Ιω. 3, 20. 18. Ψαλμ. 5, 13. 19. Εφ. 6, 14˙ 17. 20. Εφ. 6, 11˙ 13. 21. Εφ. 5, 29. 22. Β’ Κορ. 5, 1. 23. Εφ. 2, 22. 24. Α’ Κορ. 15, 51. 25. Α’ Θεσ’. 4, 17. 26. Ησ’. 26, 18. 27. Α’ Τιμ. 2, 15. 28. Οι ανθρώπινοι χαρακτήρες βάσει της χολής, αίματος, φλέγματος. 29. Α’ Κορ. 15, 26. 30. Ματθ. 13, 43. 31. Εφ. 5, 8. Α’ Θεσ’. 5,5. 32. Ιω. 17, 21. 33. Α’ Θεσ’. 4, 13. 34. Β’ Κορ. 7, 10. 35. Λουκά 16, 1 ε. 36. Α’ Θεσ’. 4, 13.

(Πηγή: orp.gr. Η/Υ επιμέλεια: Ελένης Χρήστου, Σοφίας Μερκούρη)

Η Επαφή με τους κεκοιμημένους

Κυριακή Γ΄Λουκά. Οι κεκοιμημένοι ζούν



ΟΙ ΚΕΚΟΙΜΗΜΕΝΟΙ ΖΟΥΝ!
«Νεανίσκε, σοὶ λέγω, ἐγέρθητι»
Μια πονεμένη χήρα οδηγεί στον τάφο το μονάκριβο παιδί της. Θέαμα τραγικό. Ό Κύριος τη συμπονεί: «Μή κλαίε», της λέει με στοργή. Έπειτα στρέφεται προς το νεκρό παιδί και με τόνο προστακτικό λέει: «Νεανίσκε, σοι λέγω, έγέρθητι». Νέε, σε σένα μιλάω, σήκω επάνω! Αμέσως ό νεκρός νέος ανασηκώνεται και αρχίζει να μιλάει. Όλοι γύρω σαστίζουν. Τα δάκρυα της λύπης γίνονται τώρα δάκρυα χαράς...
Αυτό το εκπληκτικό θαύμα του Κυρίου μας δίνει την αφορμή να εξετάσουμε τί γί­νεται ό άνθρωπος όταν πεθαίνει και ποιά σχέση μπορούμε να έχουμε μαζί του.
1. ΟΙ ΚΕΚΟΙΜΗΜΕΝΟΙ ΖΟΥΝ
Σύμφωνα με τη διδασκαλία της Εκκλη­σίας μας ό άνθρωπος δεν εκμηδενίζεται με τον θάνατο, όπως νομίζουν οι υλιστές. Αυτό πού συμβαίνει με τον θάνατο είναι ό χωρισμός της ψυχής από το σώμα. Και το μεν σώμα νεκρώνεται και διαλύεται μέσα στον τάφο, ή ψυχή όμως ζει και περιμένει την ανάσταση των νεκρών· την ήμερα δη­λαδή της Δευτέρας Παρουσίας του Κυρί­ου. Τότε το σώμα θα αναστηθεί μεταμορ­φωμένο και ανακαινισμένο για να ενωθεί πάλι με την αθάνατη ψυχή και να ζήσει ό άνθρωπος αιωνίως. Και όσοι έφυγαν μετανοημένοι θα αναστηθούν για να απο­λαύσουν αιωνία και μακάρια ζωή, εκείνοι όμως πού έζησαν θεληματικά στην κακία και την αμαρτία και έφυγαν αμετανόητοι, θα αναστηθούν για να δικασθούν και να κατακριθούν.
Επομένως οι νεκροί δεν έχουν χαθεί. Ζουν! Ζουν μέσα στην παρουσία του Θε­ού και προσδοκούν και αυτοί «άνάστασιν νεκρών και ζωήν του μέλλοντος αιώνος», όπως διακηρύττουμε στο Σύμβολο της Πί­στεως. Και σ' αυτήν ακριβώς τη ζωή του μέλλοντος αιώνος ελπίζουμε και περιμέ­νουμε να συναντήσουμε και πάλι τούς προσφιλείς μας κεκοιμημένους.
Ναι, οι κεκοιμημένοι ζουν! Ποιά μπορεί όμως να είναι τώρα ή σχέση μας μαζί τους; Άραγε μάς ακούν; Μας βλέπουν; Μπο­ρούμε να τούς αισθανόμαστε κοντά μας;
2. Η ΣΧΕΣH MAΣ ΜΕ TOYΣ KΕΚΟΙΜΗΜΕΝΟYΣ
Οι άνθρωποι πού φεύγουν από τον κό­σμο αυτό ζουν, είπαμε, μέσα στην παρου­σία του Θεού, πράγμα το όποιο στους μεν δικαίους δίνει άπειρη χαρά, στους δε αμε­τανόητους προξενεί ντροπή, φρίκη και πό­νο. Κι επειδή ακριβώς ό Θεός είναι παν­ταχού παρών, δίνει τη δυνατότητα στις ψυχές πού είναι κοντά του να βρίσκονται σε επικοινωνία μαζί μας, να πληροφο­ρούνται τη ζωή μας, τις δυσκολίες και τον αγώνα μας. Μη μάς κάνει εντύπωση αυτό. Αν ό κολασμένος πλούσιος, όπως τον περιέγραψε ό Κύριος στη γνωστή Πα­ραβολή (Λουκ. ις' 19-31), ενδιαφερόταν για τα αδέλφια του και ζητούσε από τον Αβραάμ να στείλει τον Λάζαρο για να τα παρακινήσει σε μετάνοια, πολύ περισσό­τερο οι δίκαιοι και οι Άγιοι ενδιαφέρονται και προσεύχονται για τη δική μας σωτηρία.
Παράλληλα και εμείς προσευχόμαστε γι' αυτούς. Τελούμε Μνημόσυνα, προσ­φέρουμε ελεημοσύνες για την ανάπαυ­ση της ψυχής τους και είμαστε βέβαιοι ότι παίρνουν μεγάλη ωφέλεια από τη μνημό­νευση τους. Και το σπουδαιότερο: Κάθε φορά πού τελούμε θεία Λειτουργία, ό Κύ­ριος τούς φέρνει κοντά μας. Μνημονεύ­ονται ιδιαιτέρως στην άγια Πρόθεση, κι εκεί, στο άγιο Δισκάριο ενωνόμαστε μαζί τους, αφού γύρω από τον Αμνό του Θεού συγκεντρώνεται όλη ή Εκκλησία, στρα­τευόμενη και θριαμβεύουσα, επίγεια και ουράνια. Κοντά στην Παναγία, τούς Αγγέ­λους και τούς Άγιους βρισκόμαστε όλοι οι πιστοί, ζώντες και κεκοιμημένοι, ενωμένοι σε ένα σώμα: το σώμα του Χριστού!
«Νεανίσκε, σοι λέγω, έγέρθητι»!
Ό παντοδύναμος λόγος του Κυρίου πού ανέστησε το νεκρό γιό της χήρας της Ναίν αντηχεί σε κάθε χρόνο και εποχή και διαλαλεί το μήνυμα ότι πλέον ό θάνα­τος έχει νικηθεί. Μέσα στην Εκκλησία δεν υπάρχουν νεκροί. Όλοι είμαστε ζωντανοί. Άλλοι στη γη κι άλλοι στον ουρανό, στη Βασιλεία του Θεού.
Άς μη λυπόμαστε λοιπόν υπερβολικά για τούς αγαπημένους μας κεκοιμημένους. Να μάς παρηγορεί ή βεβαιότητα ότι ζουν και βρίσκονται κοντά στον Κύριο. Να προσευχόμαστε γι' αυτούς και να αγωνι­ζόμαστε να ζούμε σύμφωνα με το θέλημα του Θεού, ώστε κάποτε να τούς συναντή­σουμε στη Βασιλεία του, για να ζήσουμε μαζί τους καινή και αναστημένη ζωή.

«Ο ΣΩΤΗΡ» 1-10-2011

ΠΟΥ ΖΟΥΝ ΟΙ ΨΥΧΕΣ ΤΩΝ ΚΕΚΟΙΜΗΜΕΝΩΝ


ΕΡ. Άκουσα ότι ο άνθρωπος είναι δισυπόστατος. Αποτελείται από το υλικό σώμα και την αθάνατη ψυχή. Το σώμα μετά το θάνατο τοποθετείται στη μητέρα γη και μεταβάλλεται σε χώμα, η ψυχή όμως συνεχίζει να ζει. Ζουν πραγματικά οι ψυχές των κεκοιμημένων ; Που βρίσκονται τώρα;

ΑΠ. Ναι, ο άνθρωπος αποτελείται από δυο στοιχεία. Σώμα και ψυχή. Ο Δημιουργός σύμφωνα με το πρώτο βιβλίο της Παλαιάς Διαθήκης τη Γένεση, κατασκεύασε τον άνθρωπο με χώμα και στη συνέχεια ενεφύσησε  Πνοήν ζωής . Αυτή η πνοή ζωής είναι η πνευματική μας υπόσταση, η ψυχή δηλαδή που δεν πεθαίνει, αλλά μένει αθάνατη.

Βέβαια με το θάνατο του σώματος η ψυχή χωρίζεται από το σώμα και μεταβαίνει στο χώρο των πνευμάτων. Το ερώτημα είναι: Πού είναι αυτός ο χώρος; Πού ζουν σήμερα οι ψυχές των προσφιλών μας προσώπων;
Είναι αλήθεια πως οι ψυχές μεταβαίνουν σε κάποιο τόπο. Ο τόπος αυτός δεν είναι οπωσδήποτε τόπος ύλης, γιατί η ψυχή δεν είναι υλική. Γι' αυτό πρέπει να τον εννοήσουμε πνευματικά. Ο Άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός τον χαρακτηρίζει  ν ο η τ ο ν . Σ' αυτόν τον νοητό τόπο μένουν, περιμένοντας την  κοινήν Ανάστασιν .
Ο Ιερός Χρυσόστομος στην 28η Ομιλία του εις το κατά Ματθαίον Ευαγγέλιο λέγει ότι οι ψυχές δεν κινούνται από τόπο σε τόπο, ούτε περιδιαβαίνουν πότε εδώ και πότε εκεί, όπως μερικοί θέλουν να πιστεύουν.
Ούτε πλανώνται εδώ κάτω στη γη.
Ο Άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης λέγει ότι  Αι ψυχαί τόσο των δικαίων, όσο και των αμαρτωλών, όταν φύγουν από το σώμα δεν διατρίβουν πλέον εις την γην και εις τα εδώ πράγματα, αλλ ευθύς υπάγουν εκεί, όπου ήθελον διορισθεί από τον Θεόν μάταια και μυθώδη λέγουσιν εκείνοι, όπου αδολεσχούσιν, ότι αι ψυχαί των δικαίων και των αμαρτωλών, μετά θάνατον εκ του σώματος εξερχόμεναι, τεσσαράκοντα ημέρας διατρίβουσιν, εν τη γη, και περιέρχονται εις τους τόπους εκείνους, όπου η ψυχή του αποθανόντος διέτριβεν έτι ζώντος  (Ν. Κλίμαξ Νικοδήμου).

Το εντυπωσιακό είναι ότι οι άγιοι θεόπνευστοι και πνευματοκίνητοι πατέρες της Εκκλησίας μας δεν τολμούν να διατυπώσουν γνώμες προσωπικές για το συγκεκριμένο αυτό θέμα. Για να στηρίξουν τις απόψεις τους παραπέμπουν στα ιερά κείμενα τόσο της Παλαιάς όσο και της Καινής Διαθήκης.
Να τι λέγει για το συγκεκριμένο αυτό θέμα ο Άγιος Αθανάσιος:  ξένον και φοβερόν, και παρά ανθρώποις κεκρυμμένον . Άγνωστος για μας τους ανθρώπους ο χώρος στον όποιον κατοικούν οι ψυχές των κεκοιμημένων. Ο Κύριος του παντός δεν επέτρεψε να έλθει κάποιος από εκεί και να μας διηγηθεί που βρίσκονται και πως ζουν οι ψυχές εκεί. Και συνεχίζοντας ο στύλος της Ορθοδοξίας τονίζει ότι από τα αγιογραφικά κείμενα μαθαίνουμε ότι  αι μεν των αμαρτωλών ψυχαί εν τω άδη υπάρχουσιν  σύμφωνα με τον ψαλμό  εν σκοτεινοίς και εν σκιά θανάτου και εν λάκκω κατωτάτω  (87,7).
Που όμως βρίσκονται οι ψυχές των δικαίων;  Μετά την του Χριστού παρουσίαν εν τω Παραδείσω υπάρχουσιν Χριστός ο Θεός ημών ήνοιξε τον Παράδεισον ουχί μόνον δια την ψυχην του ευγνώμονος ληστού αλλά και δια πάσας τας των Αγίων ψυχάς  (προς Αντίοχον έρωτ. ΙΘ). Ας μη λησμονούμε και τον Ευαγγελικόν λόγον επί του Σταυρού του Σωτήρος Χριστού απευθυνόμενον στον ευγνώμονα ληστή:  αμήν λέγω σοι, σήμερον μετ' εμού εση εν τω παραδείσω  (Λουκ. κγ, 43).

Και ο ιερός Χρυσόστομος την ίδια απάντηση δίδει με άλλα λόγια.  Όσοι απέθαναν λέγει -πήγαν  εκεί πού άρα η πως η εν ποίω τόπω η εν ποίω τρόπω; . Ποιος μπορεί να δώσει απάντηση; Ουδείς. Το μόνο που μπορούμε να πούμε είναι ότι οι ψυχές μετά θάνατον πορεύονται εκεί όπου βρίσκεται ο μόνος αιώνιος και μόνος αθάνατος, όπου υπάρχει ο μόνος αγαθός και μόνος φιλάνθρωπος, ο ποιητής των ψυχών και των σωμάτων και εκεί οι ψυχές βιώνουν  την φοβεράν εκείνην ημέρα αναμένουσαι  (ομιλία 28, εις Ματθ.) δηλ. την ημέρα της δευτέρας παρουσίας του Κυρίου κατά την οποία θα κριθούν ζώντες και νεκροί  και πάλιν ερχόμενον μετά δόξης κρίναι ζώντας και νεκρούς  (Συμβ. Πίστεως).

π.Βασιλείου Κ. Ακριβοπούλου
       "  ΓΙΑΤΙ; μια σύντομη προσέγγιση του μυστηρίου του θανάτου  "

Για να μη λυπάσθε Του αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου Πηγή: "Η Άλλη Όψις"




«Δεν θέλω, αδελφοί μου, να αγνοείτε όσα έχουν σχέση με εκείνους που έχουν κοιμηθεί, για να μη λυπάσθε, όπως όλοι οι άλλοι που δεν έχουν ελπίδα. Γιατί, αν πιστεύουμε ότι ο Ιησούς πέθανε και αναστήθηκε, έτσι και ο Θεός, εκείνους που έχουν κοιμηθεί, όντας ενωμένοι μαζί του με την πίστη στον Ιησού, θα τους πάρει κοντά Του» (Α' Θεσ. 4, 13).


1. Ας δούμε λοιπόν, πρώτα απ' όλα αυτό: Γιατί δηλαδή, όταν μιλάει ο Απόστολος για τον Χριστό, χρησιμοποιεί τη λέξη «θάνατο», ενώ όταν μιλάει για το τέλος του ανθρώπου, ονομάζει το θάνατο «κοίμηση», και όχι θάνατο. Μιλάει για όσους έχουν «κοιμηθεί» και όχι για όσους έχουν «πεθάνει». Γιατί λέει: «Αυτούς που έχουν κοιμηθεί με πίστη στον Ιησού, θα τους πάρει Εκείνος κοντά Του».

Και στη συνέχεια λέει: «Εμείς οι ζωντανοί, που θα μείνουμε πίσω και θα είμαστε στη ζωή, όταν έρθει ο Κύριος, δεν θα προφθάσουμε όσους θα έχουν κοιμηθεί» (Α' Θεσ. 4, 16)

Ούτε εδώ βέβαια είπε «αυτούς που θα έχουν πεθάνει», αλλά, μολονότι μιλάει τρίτη φορά για το ίδιο θέμα, πάλι ονόμασε το θάνατο «κοίμηση». Όταν όμως μιλάει για τον Χριστό, λέει: «Αν πιστεύουμε ότι ο Χριστός πέθανε». Δεν λέει «κοιμήθηκε», αλλά «πέθανε».

Γιατί λοιπόν, για το θάνατο του Χριστού, χρησιμοποίησε τη λέξη «θάνατο», ενώ το θάνατο του ανθρώπου τον ονόμασε «κοίμηση»; Δεν χρησιμοποίησε, ασφαλώς, ο Απόστολος άσκοπα και επιπόλαια αυτές τις λέξεις, αλλά θέλησε, με αυτή τη διάκριση, να διδάξει κάτι πολύ σπουδαίο και μεγάλο.

Για την περίπτωση του Χριστού, χρησιμοποίησε τη λέξη «θάνατο», για να βεβαιώσει το πάθος Του. Για μας τους ανθρώπους όμως χρησιμοποίησε τη λέξη «κοίμηση», για να παρηγορήσει τον πόνο μας.

Ο Χριστός αναστήθηκε. Γι’ αυτό και ο Απόστολος χρησιμοποιεί με άνεση τη λέξη «θάνατος». Για την περίπτωση όμως του ανθρώπου, ο οποίος στηρίζεται στην ελπίδα της ανάστασής του, χρησιμοποιεί ο Απόστολος τη λέξη «κοίμηση». Προσπαθεί έτσι, να παρηγορήσει τους συγγενείς για την στέρηση του ανθρώπου που έφυγε και, ταυτόχρονα, να ενισχύσει το ηθικό τους, με την ελπίδα της ανάστασης του νεκρού. Γιατί, όποιος έχει κοιμηθεί, σίγουρα θα αναστηθεί. Εφόσον ο θάνατος δεν είναι τίποτε άλλο, παρά ύπνος βαθύς και παρατεταμένος.

Μπορείς βέβαια να πεις ότι αυτός που πέθανε δεν αισθάνεται, ούτε ακούει, ούτε βλέπει τίποτα. Κι εγώ σου απαντώ: Και σ' αυτόν που κοιμάται συμβαίνει το ίδιο. Θα μπορούσαμε μάλιστα να σημειώσουμε εδώ κάτι πολύ αξιοθαύμαστο. Η ψυχή δηλαδή εκείνου που κοιμάται συμμετέχει, κατά κάποιο τρόπο, στον ύπνο του σώματος. Η ψυχή όμως εκείνου που έχει πλέον πεθάνει, παραμένει στη ζωή και σε συνεχή εγρήγορση.

Θα μπορούσε ίσως κάποιος να πει: Ναι, καλά όλα αυτά, αλλά εκείνος που πεθαίνει, σε λίγο σαπίζει, διαλύεται και γίνεται σκόνη και στάχτη. Τι σημασία έχει όμως αυτό, αγαπητέ μου; Αυτό είναι ακριβώς, εκείνο για το οποίο πρέπει να χαίρεσαι. Γιατί αυτό κάνει και ο άνθρωπος, όταν θέλει να ξαναφτιάξει ένα σπίτι που έχει παλιώσει. Βγάζει δηλαδή πρώτα έξω τους ενοίκους του και μετά, αφού γκρεμίσει το παλιό σπίτι, κτίζει άλλο, καινούργιο και ομορφότερο. Φυσικά, καθόλου δεν λυπούνται οι ένοικοι που βγήκαν για λίγο από το παλιό σπίτι, αλλά, αντίθετα, χαίρονται πάρα πολύ. Γιατί δεν τους απασχολεί η κατεδάφιση, αλλά χαίρονται προκαταβολικά για τη νέα οικοδομή που θα ξαναχτιστεί.

Το ίδιο ακριβώς κάνει και ο Θεός. Επειδή θέλει να μας ανακαινίσει, διαλύει το σώμα μας, αφού πρώτα βγάλει έξω από αυτό την ψυχή μας. Θα ανακαινίσει το σώμα και μετά θα εγκαταστήσει πάλι μέσα την ψυχή, και μάλιστα, με περισσότερη λαμπρότητα και δόξα.

2. Το ίδιο θά 'κανε και αν είχε κανείς ένα μεταλλικό αντικείμενο, σκουριασμένο από το χρόνο. Θα το έσπαζε σε μικρά κομμάτια, θα το έλιωνε στο καμίνι και θα το ξανάχυνε, φτιάχνοντας έτσι ένα καινούργιο αντικείμενο, πιο λαμπρό και πιο όμορφο από το παλιωμένο. Όπως λοιπόν, η διάλυση του μετάλλου στο καμίνι, δεν υπονοεί και τον αφανισμό του, αλλά, αντίθετα, την ανάπλασή του, έτσι και ο θάνατος του ανθρώπινου σώματος, δεν είναι καταστροφή κι αφανισμός, αλλά ανακαίνιση. Οταν λοιπόν δεις να διαλύεται το σώμα και να σαπίζει, όπως λιώνει το μέταλλο στο καμίνι, μη σταματήσεις σ' αυτό που βλέπεις, αλλά να προσδοκάς την ανακαίνιση. Ούτε πάλι, να σταθείς στην αναλογία του παραδείγματος με την ανοικοδόμηση, αλλά γύρισε πάλι τη σκέψη σου στο παράδειγμα του μεταλλουργού.

Ο μεταλλουργός, όταν χύνει το παλιό μέταλλο, δεν ξαναφτιάχνει, για παράδειγμα, χρυσό και αθάνατο ανδριάντα, αλλά μεταλλικό και άψυχο. Ο Θεός όμως δεν κάνει έτσι· αλλά, ενώ βάζει στη γη πήλινο και θνητό σώμα, ανασταίνει χρυσό και αθάνατο ανδριάντα. Δέχεται η γη φθαρτό και θνητό σώμα και σου επιστρέφει άφθαρτο και αθάνατο.

Μη στέκεσαι λοιπόν σ' εκείνον που έχει πια κλείσει τα μάτια του και κοίτεται βουβός και άφωνος, αλλά σκέψου εκείνον που θα αναστηθεί. Σκέψου εκείνον που θα απολαύσει δόξα ανέκφραστη, θαυμαστή και εξαίσια. Στρέψε τα μάτια σου απ' αυτό που βλέπεις, σ' εκείνο που θα γίνει. Οδύρεσαι βέβαια και θρηνείς, γιατί έχασες την συντροφιά ενός δικού σου ανθρώπου. Δεν είναι όμως λίγο παράλογο, αγαπητέ μου, να παντρεύεις την κόρη σου σε ξένο τόπο και να μη στενοχωριέσαι που αυτή θα είναι στο εξής μακριά σου -εφόσον αυτή θα περνάει καλά και θα είναι εκεί ευτυχισμένη- κι εδώ που, όχι άνθρωπος, αλλά ο Ιδιος ο Κύριος πήρε κοντά Του τον άνθρωπό σου, να θρηνείς σπαρακτικά και να οδύρεσαι;

Θα μου πεις βέβαια: Πώς μπορώ να μην πονάω; Άνθρωπός μου είναι αυτός που έφυγε. Ούτε εγώ όμως σου λέω κάτι τέτοιο. Δεν σου μιλάω για τη λύπη, αλλά για την υπερβολή. Γιατί, το να λυπάται κανείς, είναι φυσικό. Το να χτυπιέται όμως, πάνω από το μέτρο, είναι δείγμα μανίας, παραφροσύνης και αδυναμίας, πράγμα που συνήθως εκδηλώνει η γυναικεία ψυχή.

Πόνεσε, κλάψε, αλλά μην απογοητεύεσαι, μη θυμώνεις και μην αγανακτείς. Ευχαρίστησε τον Θεό, που παίρνει κοντά Του τον άνθρωπό σου. Έτσι, θα τιμήσεις εκείνον που έφυγε από αυτή τη ζωή και θα τον εφοδιάσεις με λαμπρά, εντάφια δώρα.

Αν όμως απελπιστείς, και εκείνον που έφυγε δυσκολεύεις και Εκείνον που τον πήρε βλασφημείς και τον εαυτό σου βλάπτεις. Αντίθετα, αν ευχαριστείς γι’ αυτό τον Θεό, και τον άνθρωπό σου τίμησες και τον Θεό που τον πήρε δόξασες και τον εαυτό σου έχεις ωφελήσει.

Δάκρυσε στο μέτρο που δάκρυσε κι ο Κύριός σου για τον Λάζαρο. Δάκρυσε και ο Κύριος· κι έτσι, με το παράδειγμά Του, έχει θέσει και σε μας μέτρα, κανόνα και όρια της λύπης. Αυτά τα όρια, δεν πρέπει ποτέ να τα υπερβαίνουμε.

Το ίδιο μας διδάσκει και ο Απόστολος Παύλος: «Για εκείνους», λέει, «που έχουν κοιμηθεί, θέλω να ξέρετε, τι ακριβώς συμβαίνει, για να μη λυπάστε, σαν τους άλλους, που δεν έχουν ελπίδα». Να λυπάσαι, λέει ο Απόστολος, αλλά όχι σαν τους ειδωλολάτρες, που δεν έχουν ιδέα για την ανάσταση των νεκρών και γι’ αυτό δεν ελπίζουν στη μέλλουσα ζωή.

Σας λέω ειλικρινά πως ντρέπομαι και κοκκινίζω, όταν περπατάω έξω στους δρόμους της πόλης και συναντώ γυναίκες να κλαίνε γοερά, να χτυπιούνται, να τραβούν τα μαλλιά τους και να ξεσκίζουν το πρόσωπό τους. Και το πιο χειρότερο, αυτά τα κάνουν μπροστά στα μάτια των άλλων, που είναι άπιστοι κι ειδωλολάτρες. Θα έχουν πάρα πολύ δίκιο αυτοί, αν πουν για μας: Αυτοί είναι οι χριστιανοί, που πιστεύουν στην ανάσταση των νεκρών; Αυτοί είναι ασφαλώς, μόνο που δεν συμφωνούν τα λόγια με τα έργα τους. Με τα λόγια πιστεύουν στην ανάσταση των νεκρών, στην πράξη όμως συμπεριφέρονται σαν εκείνους που δεν έχουν καμιά ελπίδα. Αν πίστευαν πραγματικά πως υπάρχει ανάσταση, δεν θα έκαναν όλα αυτά που τώρα κάνουν. Αν ήταν βέβαιοι ότι ο άνθρωπός τους έφυγε, για να κληρονομήσει την επουράνια δωρεά, δεν θα θρηνούσαν τώρα έτσι απαρηγόρητα.

Αυτά και πολύ περισσότερα μας καταμαρτυρούν οι άπιστοι, όταν ακούν τα μοιρολόγια μας. Ας ντραπούμε λίγο και ας σοβαρευτούμε, για να μη βλάπτουμε και τον εαυτό μας και όσους μας βλέπουν να συμπεριφερόμαστε κατ' αυτό τον τρόπο.
Εξήγησέ μου λίγο, για ποιο λόγο σπαράζεις και μοιρολογάς εκείνον που έφυγε; Αν ήταν κακός, πρέπει να ευχαριστείς τον Θεό, γιατί έδωσε τέλος στην κακία του. Αν πάλι ήταν καλόγνωμος, πρέπει να χαίρεσαι, γιατί τον πήρε έγκαιρα κοντά Του ο Θεός, πριν αλλάξει και χάσει τη σύνεσή του, εξαιτίας της κακίας. Εφυγε πια και βρίσκεται σε τόπο που είναι ασφαλισμένος· κι έτσι δεν κινδυνεύει να χάσει τη σωφροσύνη του.

Ισως όμως μου πεις ότι κλαις γιατί αυτός που έφυγε ήταν νέος. Δόξασε λοιπόν τον Θεό, που τον πήρε νωρίς στην επουράνια κληρονομιά. Αλλά κι αν ήταν γέρος, πάλι θα έπρεπε να ευχαριστείς και να δοξάζεις τον Θεό, γιατί τον πήρε κοντά Του και τον ξεκούρασε.

Να σεβαστείς, σε παρακαλώ, την ώρα της εξόδιας ακολουθίας. Ψάλλονται τόσα πολλά και ωραία τροπάρια, διαβάζονται τόσες ευχές. Είναι συγκεντρωμένος μεγάλος κύκλος πατέρων της Εκκλησίας και πνευματικών αδελφών χριστιανών. Αυτοί παρευρίσκονται, όχι για να βλέπουν εσένα αγανακτισμένον να κλαις και να οδύρεσαι, αλλά για να ευχαριστούν μαζί σου τον Θεό, που ανέπαυσε τον άνθρωπό σου. Γιατί γίνεται κι εδώ κάτι ανάλογο μ' εκείνο που συμβαίνει, όταν πρόκειται να αναλάβει κανείς ένα σπουδαίο αξίωμα. Προπέμπουν όλοι εκείνον που πρόκειται να τιμηθεί με το αξίωμα, με επευφημίες και ζητωκραυγές. Το ίδιο ακριβώς γίνεται και στην κηδεία. Φεύγει ο πιστός και πηγαίνει κοντά στον Θεό, για να λάβει την επουράνια κληρονομιά και να δεχθεί μεγαλύτερη τιμή και περισσότερη δόξα. Γι' αυτό ακριβώς και τον προπέμπουν με ευχές και ψαλμωδίες, όχι μονάχα οι συγγενείς, αλλά σύσσωμη η Εκκλησία.

Ο θάνατος είναι ανάπαυση, είναι απαλλαγή από κόπους και μέριμνες βιοτικές. Γι' αυτό και, όταν δεις κάποιον δικό σου να φεύγει από αυτή τη ζωή, μην αγανακτείς, αλλά στρέψου με κατάνυξη στον εαυτό σου. Εξέτασε τη συνείδησή σου. Αναλογίσου ότι, μετά από λίγο, το ίδιο τέλος περιμένει κι εσένα. Σοβαρέψου και κάνε το θάνατο του άλλου αφορμή για δική σου ανάνηψη. Σταμάτησε να ζεις αδιάφορα. Σκέψου, τι έχεις εσύ μέχρι τότε κάνει. Διόρθωσε τα λάθη σου, άλλαξε τη ζωή σου.
Αυτό ακριβώς είναι εκείνο που ξεχωρίζει τους χριστιανούς από τους άπιστους. Αλλιώς κρίνουν οι χριστιανοί τα πράγματα. Ο άπιστος κοιτάζει τον ουρανό και τον προσκυνάει, γιατί νομίζει ότι ο ουρανός είναι ο Θεός. Στρέφεται ύστερα στη γη και τη λατρεύει σαν Θεό, θαυμάζοντας ό,τι υλικό υπάρχει επάνω της.

Οι χριστιανοί όμως δεν κάνουν το ίδιο. Βλέπουν τον ουρανό και δοξάζουν τον Δημιουργό του. Γιατί πιστεύουν ότι ο ουρανός είναι δημιούργημα και όχι Θεός. Η θέα της δημιουργίας χειραγωγεί τον πιστό προς τον Δημιουργό της. Ο άπιστος βλέπει τον πλούτο και τα επίγεια αγαθά και σαγηνεύεται. Βλέπει κι ο χριστιανός τον πλούτο και τον περιφρονεί. Είναι ο άπιστος φτωχός και οδύρεται. Ζει φτωχικά ο χριστιανός και χαίρεται. Διαφορετικά λοιπόν βλέπει ο χριστιανός τα πράγματα κι αλλιώς ο άπιστος.

Το ίδιο ακριβώς συμβαίνει και με το θάνατο. Βλέπει τον νεκρό ο άπιστος και τον θεωρεί οριστικά χαμένο. Τον βλέπει κι ο χριστιανός και τον θεωρεί, σαν να βρίσκεται αυτός σε βαθύ ύπνο. Συμβαίνει και στην περίπτωση του θανάτου ό,τι γίνεται και με τα γράμματα. Ολοι έχουμε τα ίδια μάτια και βλέπουμε τα διάφορα ψηφία. Εκείνοι που ξέρουν να διαβάζουν, εισπράττουν το μήνυμα που φέρουν μέσα τους, καθώς διαβάζονται τα γράμματα. Οσοι όμως δεν ξέρουν να διαβάζουν, βλέπουν βέβαια τα γράμματα, αλλά δεν παίρνουν κανένα μήνυμα από την ύπαρξή τους.

Κάτι ανάλογο συμβαίνει και στη ζωή μας. Με τα ίδια μάτια βλέπουμε τα γεγονότα, αλλά όχι και με το ίδιο πιστεύω. Εφόσον λοιπόν διαφέρουμε ως χριστιανοί από τους άπιστους, πώς είναι δυνατόν να συμπεριφερόμαστε κατά τον ίδιο τρόπο μ' αυτούς, όταν συμβεί να φύγει κάποιος δικός μας από αυτή εδώ τη ζωή;

3. Αναλογίσου, αγαπητέ μου, για ποιο λόγο έφυγε ο άνθρωπός σου από αυτή εδώ τη ζωή και παρηγορήσου. Αυτός τώρα βρίσκεται μαζί με τον Απόστολο Παύλο, με τον Απόστολο Πέτρο, με το χορό όλων των Αγίων. Αναλογίσου πως αυτός θα αναστηθεί με μεγάλη δόξα και λαμπρότητα. Με τα κλάματα και τους οδυρμούς δεν μπορείς να αλλάξεις τίποτε απ' όσα έχουν ήδη γίνει. Αντίθετα, θα κάνεις μεγάλο κακό στον εαυτό σου. Σκέψου, σε ποιους μοιάζεις με τα κλάματα και τα μοιρολόγια σου. Μη γίνεσαι κοινωνός της αμαρτίας των απίστων. Ποιούς μιμείσαι με τους οδυρμούς σου; Ποιούς άραγε ζηλεύεις; Ασφαλώς τους άπιστους. Αυτούς που δεν έχουν ελπίδα, καθώς είπε και ο Απόστολος Παύλος: «Για να μη λυπάστε, όπως εκείνοι που δεν έχουν ελπίδα». Πρόσεξε, τι ακριβώς θέλει να πει ο Απόστολος. Δεν είπε εκείνοι που δεν έχουν ελπίδα για ανάσταση, αλλά «αυτοί που δεν έχουν ελπίδα». Γιατί αυτός που δεν ελπίζει στη μέλλουσα Κρίση, δεν έχει καμιά ελπίδα. Αυτός δεν γνωρίζει ότι υπάρχει Θεός, ούτε συνειδητοποιεί τη ματαιότητα αυτού εδώ του κόσμου. Αυτός δεν πιστεύει στην Θεία Πρόνοια, η Οποία επιβλέπει και φροντίζει πάντοτε και διαρκώς για όλους και όλα.

Αυτός βέβαια που δεν γνωρίζει και δεν πιστεύει στον Θεό, είναι πιο ανόητος και από θηρίο, εφόσον έχει πετάξει από μέσα του κάθε ιερό και όσιο. Γιατί, όποιος δεν περιμένει ότι θα λογοδοτήσει για τα έργα του, αυτός δεν νοιάζεται ν' αποκτήσει και την αρετή· κι ούτε βέβαια ενδιαφέρεται να αποβάλει την κακία.

Ας αποφεύγουμε λοιπόν να μοιάζουμε στη συμπεριφορά με τους άπιστους. Τώρα πια έχουμε καταλάβει το βάθος των πραγμάτων. Εχουμε διαπιστώσει πλέον την ανοησία και την παραφροσύνη των άπιστων ανθρώπων, οι οποίοι θρηνούν και κόπτονται κατ' αυτό τον τρόπο. Γιατί και ο Απόστολος Παύλος, γι' αυτό το λόγο σου έφερε τους άπιστους ως παράδειγμα. Σου τους ανέφερε ακριβώς, για να δεις σε ποιο λάθος πέφτεις, με το να τους μιμείσαι στη συμπεριφορά. Να φροντίζεις λοιπόν, να αποφεύγεις τη συμφωνία μαζί τους και να επανέλθεις στη δική σου, τη χριστιανική ευγένεια.

Αυτές τις αναφορές τις κάνει συχνά και σε άλλες περιπτώσεις ο απόστολος Παύλος. Γιατί θέλει να μας δείξει με ποιους μοιάζουμε στη συμπεριφορά, ώστε να ντραπούμε από τα χάλια μας και να αποφεύγουμε πλέον να ομοιωνόμαστε στην αμαρτία με τους άπιστους.

Γράφοντας λοιπόν ο απόστολος Παύλος προς τους Θεσσαλονικείς, έλεγε: «Καθένας να συγκρατεί το σώμα του και να το διατηρεί αγιασμένο και τιμημένο. Να μη γινόσαστε αιχμάλωτοι του πάθους της ατιμίας, όπως κάνουν οι ειδωλολάτρες, που δεν γνωρίζουν τον Θεό» (Α' Θεσ. 4, 4-5). Και πάλι: «Να μη ζείτε όπως οι ειδωλολάτρες, που συμπεριφέρονται σύμφωνα με τη ματαιότητα του λογισμού τους» (Εφεσ. 4, 17).

Κατά τον ίδιο τρόπο, γράφει και σ' αυτή την περίπτωση ο Απόστολος και λέει: «Δεν θέλω να αγνοείτε, αδελφοί μου, όσα έχουν σχέση μ' εκείνους που έχουν κοιμηθεί, για να μη λυπάσθε, όπως οι άλλοι που δεν έχουν ελπίδα». Γιατί δεν είναι τα ίδια τα γεγονότα που μας κάνουν να λυπόμαστε, αλλά η προαίρεσή μας. Δεν είναι ο θάνατος του ανθρώπου που έφυγε, αλλά η αδυναμία αυτών που είναι στη ζωή και θρηνούν.

Τον πιστό λοιπόν άνθρωπο, κανένα από τα γεγονότα αυτής της ζωής δεν μπορεί να τον λυπήσει υπερβολικά. Αντίθετα, ο χριστιανός διαφέρει από τον άπιστο και σ' αυτή ακόμη τη ζωή. Γιατί ο χριστιανός, στηριγμένος στην ελπίδα των μελλόντων, απολαμβάνει από τώρα τους καρπούς της πίστης του στον Χριστό, που είναι η απέραντη χαρά και η διαρκής ευφροσύνη. Γι' αυτό και ο απόστολος Παύλος λέει: «Να χαίρεστε με τη χαρά του Κυρίου, πάντοτε» (Φιλιπ. 4, 4). Ωστε λοιπόν, δεν είναι λίγη η αμοιβή που έχουμε δεχθεί και πριν από την ανάσταση. Εχουμε λάβει τη δωρεά, ώστε να μη μας καταβάλλει κανένα κακό απ' όσα μας συμβαίνουν, αλλά η ελπίδα των μελλόντων αγαθών, να γεμίζει την ψυχή μας παρηγοριά.

Οπως εμείς κερδίζουμε και σ' αυτή τη ζωή και στην άλλη, έτσι και οι άπιστοι ζημιώνονται και τώρα, αλλά και μετά την έξοδό τους από αυτή τη ζωή. Και εδώ δηλαδή καταβάλλονται απ' όσα λυπηρά τους συμβαίνουν, αλλά και μετά το θάνατο θα τιμωρηθούν, εξαιτίας της απιστίας τους στην ανάσταση.

Θα πρέπει λοιπόν, να ευχαριστούμε τον Θεό, όχι μονάχα γιατί θα αναστηθούμε, αλλά και για την ίδια την ελπίδα της ανάστασης, η οποία παρηγορεί την πονεμένη ψυχή και την ενισχύει να προσδοκά την ανάσταση και τη συνάντηση μ' εκείνους που έχουν ήδη φύγει απ' αυτήν εδώ τη ζωή.

Αν πρέπει για κάποιους να πονάμε και να πενθούμε, αυτό πρέπει να γίνεται για εκείνους που ζουν στην αμαρτία και όχι για εκείνους που έφυγαν απ' αυτή τη ζωή.

Αυτό κάνει και ο απόστολος Παύλος, όταν γράφει στους Κορινθίους και λέει: «Μήπως, όταν έλθω εκεί, με ταπεινώσει ο Θεός και πενθήσω πολλούς» (Β' Κορ. 12, 21). Δεν είπε, θα πενθήσω αυτούς που έφυγαν από τη ζωή, αλλά αυτούς που αμάρτησαν και δεν έχουν μετανοήσει για ό,τι έχουν κάνει.

Αυτούς πρέπει να κλαίμε. Ετσι συμβουλεύει και ο σοφός Σολομώντας και λέει: «Κλάψε τον νεκρό που έχασε το φως του ήλιου. Κλάψε όμως και τον ανόητο, γιατί έχασε τη σύνεση» (Εκκλησ. 22, 10). Κλάψε λίγο για εκείνον που έφυγε. Γιατί εκείνος έχει πλέον αναπαυθεί. Του ασύνετου όμως ανθρώπου η ζωή, είναι χειρότερη από το θάνατο. Και αν, αυτός που έχει χάσει τη σύνεση είναι άξιος θρήνων, τί θά 'πρεπε να κάνει κανείς για εκείνον που έχει στερηθεί κάθε αρετή και έχει εκπέσει από την ελπίδα στον Θεό;

Αυτούς εμείς πρέπει να πενθούμε. Γιατί αυτό το πένθος έχει αξία. Αυτούς πολλές φορές, με το να τους κλαίμε σαν χαμένους, τους διορθώνουμε. Το να θρηνούμε όμως γι' αυτούς που έχουν φύγει από αυτή τη ζωή, είναι εντελώς ανόητο και βλαβερό.

Ας μην αντιστρέφουμε λοιπόν τα πράγματα, αλλά ας κλαίμε μονάχα για την αμαρτία. Ολα τ' άλλα, είτε είναι φτώχεια, είτε αρρώστια, είτε πρόωρος θάνατος, είτε κάποια προσβολή ή συκοφαντία που μας έγινε, είτε ο,τιδήποτε άλλο κακό, από αυτά που μας συμβαίνουν σ' αυτή τη ζωή, να τα υπομένουμε με γενναιότητα. Γιατί, αυτές οι συμφορές, αν τις αξιοποιήσουμε, γίνονται αφορμή για περισσότερα στεφάνια.

4. Θα μπορούσες ίσως να ρωτήσεις: Πώς μπορεί να είναι κανείς άνθρωπος και να μην πονάει; Εγώ όμως θα σου απαντήσω το αντίθετο. Πώς μπορεί να είναι κανείς άνθρωπος και να πονάει, τη στιγμή που έχει τιμηθεί από τον Θεό με το νου και τη λογική, και παράλληλα, με την ελπίδα των μελλόντων αγαθών;

Ισως να με ξαναρωτήσεις. Υπάρχει κανείς που δεν έχει κυριευθεί από αυτό το πάθος; Σου απαντώ: Υπάρχουν και μάλιστα πολλοί. Υπάρχουν παντού στον κόσμο, και ανάμεσα σ' όσους βρισκόμαστε τώρα στη ζωή, αλλά και μεταξύ των προγόνων μας. Ακουσε, για παράδειγμα, τι είπε ο Ιώβ, όταν έφυγαν απ' αυτή τη ζωή όλα τα παιδιά του: «Ο Κύριος μου τα έδωσε, ο Κύριος και τα πήρε. Οπως θεώρησε ο Κύριος καλό, έτσι και έγινε. Ας είναι το Όνομα του Κυρίου ευλογημένο» (Ιώβ 1, 21).

Είναι βέβαια, αξιοθαύμαστα αυτά και μόνο που τα ακούει κανείς. Αν όμως σταθείς με προσοχή και τα μελετήσεις, τότε θα δεις καθαρότερα το θαύμα. Αναλογίσου ότι δεν του πήρε τα μισά παιδιά και του άφησε τα υπόλοιπα, ούτε του πήρε τα περισσότερα και του άφησε τα λιγότερα. Τρύγησε ο διάβολος όλο τον καρπό, αλλά δεν ξέκανε το δέντρο. Εριξε πάνω του όλη τη φουρτουνιασμένη θάλασσα, αλλά το σκάφος δεν το καταπόντισε. Εβαλε όλη τη δύναμή του, αλλά δεν γκρέμισε τον πύργο. Έμεινε όρθιος ο Ιώβ, αν και δεχόταν από παντού χτυπήματα. Εμεινε ασάλευτος, αν και χιλιάδες βέλη έπεφταν καταπάνω του. Χτυπήθηκε από παντού, μα εκείνος δεν πληγώθηκε. Τα βέλη ρίχνονταν βροχή, αλλά αυτόν καθόλου δεν τον εύρισκαν.

Αναλογίσου, πόσο βαρύ πράγμα είναι να δει κανείς να φεύγουν από τη ζωή όλα τα παιδιά του μαζί! Τί να πρωτοαντιμετώπιζε ο Ιώβ; Το ότι έφυγαν τα παιδιά του ή το ότι αρπάχθηκαν όλα μαζί, σε μια ημέρα; Τί να πρωτοαντέξει ένας πατέρας; Το ότι ήταν όλα τα παιδιά στο άνθος της ηλικίας τους ή το ότι όλα ήταν καλόγνωμα και ενάρετα; Πώς να ερμηνεύσει τον τρόπο με τον οποίο έφυγαν αυτά από τη ζωή; Πώς να κατασιγάσει τη φλογερή αγάπη που έτρεφε για το καθένα; Πώς να φιμώσει τη φιλόστοργη, πατρική καρδιά του, αυτή που ήταν και η μεγαλύτερη πληγή του; Γιατί, αν χάσει ένας γονιός τα αμαρτωλά και κακότροπα παιδιά του, ασφαλώς πληγώνεται και πονάει, αλλά όχι υπέρμετρα. Γιατί η κακία των παιδιών μειώνει την ένταση της οδύνης του πατέρα. Οταν όμως τα παιδιά είναι φιλόστοργα και ενάρετα, το τραύμα του γονιού γίνεται βαθύτερο, η μνήμη τους μένει αξέχαστη, η συμφορά του απαράκλητη. Τότε, το δηλητηριασμένο κεντρί γίνεται διπλό. Από τη μια μεριά πονάει ο πατέρας, εξαιτίας της φυσικής φιλοτεκνίας και από την άλλη, θρηνεί για την αρετή και τη σωφροσύνη των παιδιών του.

Ο Ιώβ, σαν καλός πατέρας, φρόντιζε να προσφέρει κάθε πρωί θυσίες για τα παιδιά του. Γιατί φοβόταν και ανησυχούσε για τις ενδεχόμενες, κρυφές αμαρτίες τους. Τίποτα δεν αγαπούσε ο Ιώβ περισσότερο από τα παιδιά του. Αυτό σαφώς είναι δείγμα, όχι μονάχα της αρετής των παιδιών, αλλά και της φιλοστοργίας του πατέρα. Γι’ αυτό λοιπόν, αφού και αυτός ήταν τόσο φιλόστοργος και αγαπούσε και ως πατέρας τα παιδιά του, αλλά και τα φρόντιζε λόγω της αρετής τους, η φωτιά και ο καημός της έλλειψής τους ήταν τριπλός.

Αν τα παιδιά έφευγαν σε διαφορετικό χρόνο το καθένα, πάλι κάπως θα εύρισκε ο Ιώβ παρηγοριά. Γιατί αυτά πού θά 'μεναν πίσω, θα ανακούφιζαν τη λύπη και τη στέρηση εκείνων που έφυγαν. Οταν όμως φεύγουν όλα μαζί, πού να γυρίσει και ποιόν να δει ο πολύτεκνος Ιώβ, εκείνος που σε μια στιγμή έγινε άτεκνος;

Μαζί με τις άλλες συμφορές όμως, έπεσε και αυτή. Αρπάχτηκαν σε μια στιγμή κι έφυγαν όλα τα παιδιά μαζί. Όταν φεύγει κανείς σε διάστημα λίγων ημερών, όλοι οι συγγενείς και οι φίλοι θρηνούν απαρηγόρητα την έλλειψή του. Πόσο περισσότερο όμως θα πόνεσε ο Ιώβ, ο οποίος τα έχασε όλα μαζί, όχι σε λίγες μέρες, αλλά σε μια στιγμή; Για τα γεγονότα που κανείς έχει χρόνο να τα σκεφθεί και να τα αντιμετωπίσει με το λογικό του, έχει τη δυνατότητα, όσο δύσκολα κι αν αυτά είναι, να προετοιμάσει τον εαυτό του ψυχικά και να τα σηκώσει πιο εύκολα. Κάτι όμως που από μόνο του είναι τόσο βαρύ, φανταστείτε πόσο πιο ασήκωτο γίνεται, όταν σ' αυτό το βάρος προστεθεί και το ξαφνικό και το απροσδόκητο. Εκείνο πια γίνεται αφόρητο και ξεπερνά κάθε όριο της ανθρώπινης λογικής.

Θα προσθέσω ακόμα και κάτι βαρύτερο. Ολα τα παιδιά του Ιώβ ήταν νέα, πάνω στο άνθος της ηλικίας τους. Γνωρίζετε, ασφαλώς, τι βάρος και τι συμφορά είναι ο πρόωρος θάνατος και πόσο διαφορετικό κάνει το πένθος. Και για τα παιδιά του Ιώβ, ο θάνατος δεν ήταν μόνο πρόωρος, αλλά και βίαιος, κάτι που είναι σίγουρα βαρύτερο. Γιατί αυτά δεν έφυγαν από το κρεβάτι που κοίτονταν άρρωστα, αλλά καταπλακώθηκαν από το σπίτι που γκρεμίστηκε.

Για σκέψου λοιπόν, σε τι κατάσταση βρισκόταν εκείνος ο πατέρας, την ώρα που έσκαβε στα χαλάσματα και τραβούσε ένα μέλος κάποιου παιδιού του! Για αναλογίσου τον, να ανασύρει ένα χέρι που ακόμα κρατούσε το μπουκάλι ή ένα άλλο, που ήταν απλωμένο προς το πιάτο. Για φαντάσου εκείνον τον πατέρα, που έβλεπε λιωμένα τα σώματα των παιδιών του, που ατένιζε σπασμένο το κεφάλι ή τη μύτη, βγαλμένα τα μάτια, χυμένα τα μυαλά και γενικά, τα πάντα τόσο κακοποιημένα, ώστε να μην είναι σε θέση να τα αναγνωρίσει απ' τη μορφή τους, ακόμα κι αυτός ο ίδιος ο πατέρας τους!

Συγκλονιστήκατε, καθώς τ' ακούτε όλα αυτά και γέμισαν τα μάτια σας δάκρυα; Σκεφθείτε λοιπόν, τι άνθρωπος ήταν εκείνος ο πατέρας, που άντεχε να τα βλέπει όλα αυτά! Αν εμείς, μετά από τόσους αιώνες, δεν αντέχουμε ούτε να τ' ακούμε όλα αυτά, παρόλο που δεν έχουν καμιά σχέση με εμάς και τη ζωή μας, τι διαμάντι ήταν εκείνος ο άνθρωπος! Πώς μπορούσε να τα βλέπει και να τα ζει όλα αυτά; Και πώς αντιμετώπισε με τόση πίστη και σύνεση όχι τις ξένες, αλλά τις δικές του συμφορές;

Ο Ιώβ όμως ούτε απελπίστηκε, ούτε είπε: Τί άραγε να σημαίνουν όλα αυτά; Αυτή είναι η αμοιβή μου για την καλοσύνη μου; Γι' αυτό εγώ είχα συνεχώς ανοιχτό το σπίτι μου στους ξένους, για να δω αυτό το σπίτι να γίνεται ο τάφος των παιδιών μου; Γι' αυτό εγώ τους δίδαξα την αρετή και το σωστό τρόπο ζωής, για να χαθούν τώρα με τέτοιο θάνατο;

Τίποτε όμως απ' όλα αυτά δεν είπε ο Ιώβ. Τίποτε απ' όλα αυτά δεν σκέφθηκε. Τα υπέμεινε όλα με γενναιότητα, αν και όλα τά 'χασε, μετά από τόση αρετή και τέτοια φροντίδα. Εμοιαζε ο Ιώβ σαν εκείνο τον μεταλλουργό που λιώνει χρυσό και φτιάχνει ανδριάντες. Ετσι αυτός παιδαγωγούσε κι έπλαθε τις ψυχές των παιδιών του, στολίζοντάς τες με μύριες καλοσύνες κι αρετές.

Εμοιαζε ακόμα ο Ιώβ με τον φιλόπονο εκείνον γεωργό, ο οποίος ποτίζει τα φυτώρια με τους φοίνικες και τα ελιόδεντρα, τα περιποιείται και τα περιβάλλει με φράχτες. Ετσι έκανε κι αυτός. Φρόντιζε του κάθε παιδιού του την ψυχή, σαν να 'ταν ελιά καρποφόρα, ώστε με την περιποίηση να της αυξήσει την καρποφορία της αρετής.

Είδε όμως ο Ιώβ, σε μια στιγμή, όλα τα φυτά του ξεριζωμένα από την επίθεση του εχθρού και πεταμένα κάτω στο χώμα. Υπέμεινε όμως τον τραγικό ξεριζωμό τους, χωρίς να ξεστομίσει κάτι βλάσφημο ενάντια στο Θεό. Αντίθετα, Τον ευχαριστούσε και Τον δοξολογούσε, δίνοντας έτσι θανάσιμο πλήγμα στον Πονηρό.

5. Μπορεί ίσως κάποιος να πει: Ναι, αλλά ο Ιώβ είχε πολλά παιδιά, ενώ ο άλλος έχει χάσει το μονάκριβό του. Συμφωνώ μ' αυτό. Πρέπει όμως να ξέρεις ότι του Ιώβ το πένθος είναι πολύ βαρύτερο. Γιατί, ποιό ήταν, αλήθεια, το όφελος από την πολυτεκνία του; Δέχτηκε πολλαπλές συμφορές. Χτυπήθηκε τόσες φορές, όσα ήταν και τα παιδιά του. Γι' αυτό ακριβώς ήταν μεγαλύτερη η συμφορά και πικρότερη η οδύνη του.

Θέλεις όμως να σου μιλήσω και για κάποιον άλλο που είχε κι αυτός ένα μονάκριβο παιδί κι επέδειξε την ίδια, για να μην πω και μεγαλύτερη ανδρεία, από εκείνη του Ιώβ; Αναλογίσου τον πατριάρχη Αβραάμ, ο οποίος δεν είδε τον Ισαάκ πεθαμένο, αλλά του συνέβη κάτι χειρότερο και πιο οδυνηρό. Πήρε εντολή από τον Θεό να σφάξει ο ίδιος το παιδί του! Κι ο Αβραάμ δεν αντιλόγισε, δεν οργίστηκε κατά του Θεού και ούτε πάλι Του είπε κάτι σαν κι αυτό: Γι' αυτό λοιπόν επέτρεψες, Θεέ μου, να γίνω πατέρας; Για να με κάνεις τώρα παιδοκτόνο; Καλύτερα θα ήταν να μη μου τον είχες καθόλου χαρίσει απ' την αρχή τον Ισαάκ, παρά τώρα που μου τον έδωσες, να μου τον πάρεις, και μάλιστα, με τέτοιο τρόπο. Θέλεις τώρα να τον πάρεις; Ας είναι. Γιατί όμως με βάζεις να τον σκοτώσω εγώ και να μολύνω το χέρι μου με το αίμα του παιδιού μου; Εσύ δεν ήσουν Εκείνος που μου είχες υποσχεθεί ότι από τους απογόνους αυτού του παιδιού θα γέμιζες την οικουμένη από την γενιά μου; Πώς λοιπόν τώρα θα δώσεις τους καρπούς, αφού έδωσες εντολή να καταστραφεί η ρίζα; Πώς πάλι μου υπόσχεσαι απογόνους, αφού τώρα προστάζεις να σφάξω με τα χέρια μου το παιδί μου; Πότε άλλοτε έγινε και πότε ακούστηκε κάτι παρόμοιο στον κόσμο; Μήπως δεν έχω καταλάβει καλά τούτη την προσταγή ή μήπως έχω χάσει πια τα λογικά μου;

Δεν είπε όμως τίποτα τέτοιο ο Αβραάμ, ούτε καν που πέρασε κάτι τέτοιο απ' το μυαλό του. Δεν αντιμίλησε σ' Εκείνον που έδινε την εντολή, ούτε πάλι Του ζήτησε γι' αυτήν ευθύνες. Αντίθετα, μόλις πήρε το πρόσταγμα που έλεγε «πάρε το παιδί σου το αγαπημένο, αυτό που τόσο αγάπησε η ψυχή σου, τον Ισαάκ, κι ανέβασέ το πάνω στο βουνό που θα σου πω» (Γεν. 22, 2), με τόσο μεγάλη προθυμία εκπλήρωσε την εντολή, ώστε έφθασε στο σημείο να κάνει περισσότερα απ' όσα η Θεία εντολή του ζητούσε. Γιατί, ούτε στη γυναίκα του είπε τίποτα ο Αβραάμ, ούτε στους υπηρέτες που είχε μαζί του, αυτούς μάλιστα τους ξεγέλασε και τους άφησε πίσω. Πήρε μονάχα εκείνον που προοριζόταν για τη θυσία, κι ανέβηκε στο βουνό. Ετσι εφάρμοσε με όλη την καρδιά του ο Αβραάμ την εντολή του Θεού.

Αναλογίσου λοιπόν, τι αξιοθαύμαστο που ήταν να μιλάει μονάχος του με το παιδί! Και μάλιστα, όντας μέσα του τόσο πληγωμένος και πονεμένος! Η πικραμένη στοργή του, εκείνη τη στιγμή, θα αναζητούσε ασφαλώς τρόπο για περισσότερο έντονη έκφραση. Κι αυτό, όχι για λίγο, για μια-δυο στιγμές, αλλά για πολλές, συνεχείς ημέρες.

Πράγματι, αν ο Αβραάμ εκτελούσε αμέσως την εντολή του Θεού, θα ήταν βέβαια πολύ θαυμαστό πράγμα. Το πιο αξιοθαύμαστο όμως δεν ήταν αυτό, αλλά τούτο που θα σας πω στη συνέχεια: Βασάνιζε και γύμναζε την ψυχή του για πολλές ημέρες ο Αβραάμ, χωρίς να του συμβεί κάτι, που καθένας θά 'νιωθε, απέναντι στο μελλοθάνατο παιδί του. Γι’ αυτό ακριβώς και ο Θεός σήκωσε τον πήχυ του αθλήματος, για να απολαύσεις και συ τώρα, άνθρωπε, το άθλημα του μεγάλου αυτού ανθρώπου.

Ηταν, στ' αλήθεια, αθλητής ο Αβραάμ. Γιατί δεν πάλεψε με άνθρωπο, αλλά με την ίδια, την τυραννική εξουσία της φύσης. Ποιά λόγια θα μπορούσαν, πραγματικά, να παραστήσουν την ανδρεία του; Ανέβασε στο βωμό το παιδί, το έδεσε χειροπόδαρα, το έβαλε πάνω στα στοιβαγμένα ξύλα και άρπαξε το μαχαίρι, έτοιμος για να δώσει σε μία στιγμή το χτύπημα.

Πώς να το πω; Δεν ξέρω με ποιόν τρόπο να το ιστορήσω. Μονάχα εκείνος που τα έκανε όλα αυτά, μονάχα αυτός γνωρίζει τα καθέκαστα. Γιατί, ποτέ και κανένας λόγος, δεν θα μπορέσει να παραστήσει πως έγινε και δεν ξεράθηκε το χέρι του. Πως δεν παρέλυσαν τα νεύρα του. Πως δεν συγκλονίστηκε από το άκακο βλέμμα του χιλιοαγαπημένου μοναχογιού του.

Θα άξιζε όμως εδώ να θαυμάσουμε και τον Ισαάκ. Γιατί κι εκείνος, όπως κι ο πατέρας του, ο Αβραάμ, υπάκουσε στον Θεό. Οπως ο Αβραάμ, όταν πήρε από τον Θεό την εντολή, δεν ζήτησε το λόγο, δεν ρώτησε την αιτία που έκανε τον Θεό να δώσει ένα τέτοιο πρόσταγμα, έτσι έκανε και ο Ισαάκ. Οταν τον έδεσε ο πατέρας του και τον ανέβασε στο βωμό, δεν είπε: Γιατί το κάνεις αυτό, πατέρα μου; Αντίθετα, έσκυψε υποτακτικά τον αυχένα στο χέρι το πατρικό.

Ετσι μπορούσε κανείς να δει τον πατέρα συγχρόνως και ιερέα. Και να προσφέρεται παράλληλα αναίμακτη θυσία, ως ολοκαύτωμα, αλλά χωρίς φωτιά. Θυσία που προτύπωνε, με εκείνο που γινόταν πάνω στο βωμό, το θάνατο και την ανάσταση των νεκρών. Γιατί ο Αβραάμ και έσφαξε, αλλά συγχρόνως, δεν έσφαξε το παιδί του. Δεν το έσφαξε με το χέρι, αλλά με την προθυμία που έδειξε στην εκτέλεση της εντολής του Θεού. Και ο Θεός βέβαια γι' αυτό του έδωσε μια τέτοια εντολή, όχι γιατί ήταν θέλημά Του να χυθεί αίμα, αλλά επειδή ήθελε να δείξει σε σένα, άνθρωπέ μου, τη διάθεση του πατριάρχη. Επειδή ήθελε να κάνει γνωστό σ' ολόκληρη την οικουμένη εκείνον τον γενναίο άνθρωπο.

Ετσι διδάσκει κι εμάς, τους μεταγενέστερους, ότι πρέπει καθένας μας να προτιμάει να εκτελεί τις εντολές του Θεού, περισσότερο και από αυτά τα ίδια τα παιδιά του· περισσότερο και από τη φύση και από όλα τα υπάρχοντά του, αλλά και από αυτή ακόμα τη ζωή του.

Κατέβηκε έτσι ο Αβραάμ από το βουνό, έχοντας ζωντανό τον μάρτυρα γιο του Ισαάκ.

Λέγε μου τώρα, πού θα βρούμε εμείς έλεος! Τί απολογία θα δώσουμε εμείς στον Θεό που, ενώ έχουμε δει εκείνον τον γενναίο Αβραάμ να υπακούει τόσο πρόθυμα στον Θεό και να Του τα δίνει όλα για όλα, δυσφορούμε και αντιδρούμε για ό,τι μας βρίσκει στη ζωή;

Μη μου μιλήσεις για πένθος ή για βαριά συμφορά. Τούτο μόνο να προσέξεις καλά, ότι δηλαδή όλο αυτό το βαρύ χτύπημα το ξεπέρασε ο Αβραάμ. Ήταν αρκετή, και μόνο η εντολή του Θεού, να τον φέρει σε πολύ δύσκολη θέση και να κλονίσει την πίστη του σ' Αυτόν. Γιατί ποιός άλλος στ' αλήθεια θα εξακολουθούσε, μετά από μια τέτοια εντολή, να πιστεύει ότι δεν τον είχε ξεγελάσει ο Θεός, μ' όσα του είχε υποσχεθεί, με το πλήθος δηλαδή των απογόνων που θ' αποκτούσε; Ο Αβραάμ όμως καθόλου δεν σκέφθηκε κάτι τέτοιο για τον Θεό.

Ο Ιώβ, επίσης, επέδειξε την ίδια πίστη κατά την ώρα της συμφοράς του. Και γι' αυτό εδώ, κυρίως, πρέπει κανείς να τον θαυμάζει: Μετά από τόση αρετή, μετά από τόσες φιλανθρωπίες και ελεημοσύνες και χωρίς, τόσο η δική του συνείδηση, όσο και των παιδιών του, να βαρύνεται για κάτι πονηρό, όταν είδε την παράδοξη, απροσδόκητη και υπέρμετρη συμφορά -συμφορά που ποτέ και σε κανέναν από τους μεγαλύτερους κακούργους δεν είχε συμβεί- δεν αντέδρασε, όπως θα αντιδρούσε καθένας από μας. Δεν θεώρησε ότι άσκοπα και ανώφελα ζούσε ενάρετη ζωή, ούτε είπε πως ήταν λάθος και πως ήταν ανυπόστατα όλα εκείνα που πριν πίστευε.

Γι' αυτά λοιπόν πρέπει και τους δυο αυτούς να τους θαυμάζουμε, να τους ζηλεύουμε και να μιμούμαστε την αρετή τους.

Και ας μη μου πει κανείς ότι αυτοί οι δυο ήταν κάτι το εξαιρετικό· πως ήταν και οι δυο τους μεγάλοι και αξιοθαύμαστοι. Γιατί κι εγώ θα του απαντήσω: Από μας τώρα, που ζούμε στην εποχή της Καινής Διαθήκης, πρέπει να περιμένει κανείς μεγαλύτερη πίστη, παρά από εκείνους που έζησαν παλιότερα, στην εποχή της Παλαιάς Διαθήκης. Γιατί ο Χριστός μας είπε: «Αν δεν ξεπεράσετε στη δικαιοσύνη τους Γραμματείς και τους Φαρισαίους, δεν θα εισέλθετε στη Βασιλεία των ουρανών» (Ματθ. 5, 20).

Ας σωφρονιστούμε λοιπόν κι ας έλθουμε στα συγκαλά μας. Ας αναλογιστούμε όλα, όσα έχουν ειπωθεί μέχρι τώρα για την ανάσταση των νεκρών και όλα, όσα έχουν σχέση, με αυτούς τους αγίους ανθρώπους. Ας τα υπενθυμίζουμε όλα αυτά συνεχώς στις ψυχές μας. Ας τα διατηρούμε μέσα μας, όχι μονάχα κατά τον καιρό του πένθους, αλλά και όταν δεν μας βαραίνει κάποιος ιδιαίτερος ψυχικός πόνος ή πειρασμός.

Αυτός ακριβώς ήταν κι ο λόγος που έκανε κι εμένα σήμερα να σας μιλήσω γι' αυτό το θέμα —παρόλο που δεν βρισκόμαστε αυτή τη στιγμή σε κατάσταση ολιγοψυχίας— ώστε, αν κάποτε σας βρει μια τέτοια συμφορά, να τα ξαναφέρετε αυτά στο νου σας, για να αντλείτε από αυτά πολλή παρηγοριά. Και οι στρατιώτες, όταν υπάρχει ειρήνη, ασχολούνται και μελετούν τα σχετικά με τον πόλεμο θέματα· ώστε, όταν έρθει η ώρα της μάχης και όταν η περίσταση το απαιτήσει, να δείξουν επί τόπου τις γνώσεις και την εμπειρία τους. Κι έτσι να προχωρήσουν στην εφαρμογή όλων αυτών που έμαθαν τον καιρό της ειρήνης.

Κι εμείς λοιπόν, ας προετοιμάσουμε για τον εαυτό μας, ενόσω ακόμα βρισκόμαστε σε καιρό ειρήνης, όπλα και φάρμακα κατάλληλα για την ώρα της πνευματικής αναμέτρησης. Ετσι, αν κηρυχθεί κάποτε εναντίον μας ο πόλεμος των παθών ή η μάχη του πένθους και της οδύνης ή ο,τιδήποτε άλλο παρόμοιο, να είμαστε εξοπλισμένοι κι ολόγυρα καλά περιφραγμένοι, για να αντιμετωπίσουμε, με εμπειρία και επιτυχία, όλες τις προσβολές του Πονηρού.


Ας περιτειχίσουμε ολόγυρα τον εαυτό μας με ορθούς λογισμούς. Ας αποκτήσουμε σαν όπλο ισχυρό, τη γνώση του Θείου θελήματος. Ας αξιοποιήσουμε τα παραδείγματα των γενναίων ανδρών, τους βίους των πνευματικών Πατέρων και Διδασκάλων μας και ό,τι άλλο ανάλογο.

Γιατί έτσι θα μπορέσουμε να διανύσουμε και αυτή εδώ τη ζωή χαρούμενα, αλλά και θα αξιωθούμε να εισέλθουμε στη Βασιλεία των ουρανών, με τη Χάρη του Χριστού, στον Οποίο ανήκει η δόξα και η δύναμη, καθώς και στον Πατέρα και στο Άγιο Πνεύμα, στους αιώνες, των αιώνων. Αμήν.


(*) Ρ.G. 48, 1018-1026




(Από το βιβλίο «Προσδοκώ Ανάσταση Νεκρών. Η ανάσταση των νεκρών κατά τους Πατέρες», Σειρά Ψηφίδες Φωτόμορφες 5, Εκδόσεις «Ετοιμασία», Ιερά Μονή Τιμίου Προδρόμου Καρέα, 2007)