Δευτέρα 20 Οκτωβρίου 2014

Πού πάει η ψυχή μας όταν πεθάνουμε;

Στο ερώτημα μας έχουμε την αποκάλυψη του αγγέλου του Κυρίου στον Μακάριο τον Αιγύπτιο. Επίσης και πολλοί Άγιοι Πατέρες ιδιαίτερα οι νηπτικοί.(βλ.Ευερ.τ.Α υπόθεση 10) καθώς και ο Μέγας Αντώνιος μας λέει ότι όταν ο Απόστολος Παύλος μιλάει για τα εναέρια πνεύματα, εννοεί τα δαιμόνια, (τελώνια)
που βρίσκονται μεταξύ ουρανού και γης. Επιπλέον γράφει ο υμνωδός στα τροπάρια των ακολουθιών των Χαιρετισμών της Θεοτόκου  «αερίων τα πλήθη ήττηνται».
Όταν λοιπόν η ψυχή βγαίνει από το σώμα και ταξιδεύει προς τον ουρανό περνά μέσα από αυτά τα πνεύματα που σίγουρα θα προσπαθήσουν να κάνουν δύσκολο το ταξίδι της ψυχής. Θα προσπαθήσουν να μην φτάσει στον ουρανό και αν είναι δυνατόν να την κατασπαράξουν.
Άγγελο Κυρίου ζητεί ο υμνωδός όταν πεθάνει από τον Θεό. «Άγγελον χαροποιόν του ευθυπορήσαι την άνοδον την εν τω αέρι» (Παρακλητική, ήχος πλ. β΄.) «όπως ακωλύτως διέλθω τούς έν τώ αέρι εστώτας άρχοντας του σκότους, Θεονύμφευτε». Αλλά και στη Θεία Λειτουργία παρακαλούμε το Θεό και μάλιστα 2 φορές «άγγελον ειρήνης πιστόν οδηγόν φύλακα των ψυχών και των σωμάτων ημών παρά του Κυρίου αιτησώμεθα»
Μόλις λοιπόν η ψυχή αρχίσει την άνοδο της τότε τα τελώνια την εξετάζουν για τις ανεξομολόγητες πράξεις της. Ένα φρικτό δικαστήριο. Εκεί τα τελώνια αναφέρουν όλες τις αμαρτίες και τις ξέρουν όλες μα όλες εκτός από αυτές που έχουμε εξομολογηθεί. Είναι με βάση τις μαρτυρίες σχετικά με τις μεταθανάτιες εμπειρίες τις οποίες μπορείτε να διαβάσετε στην ιστοσελίδα μας πραγματικά εκπληκτικό το γεγονός ότι τα πάντα που κάνουμε καταγράφονται, κυριολεκτικά τα δαιμόνια δεν αφήνουν τίποτε να πάει χαμένο.
Ο Δαυίδ μας λέει. «Μακάριοι ών αφέθησαν αί ανομίαι, καί ών έπεκαλύφθησαν αί αμαρτίαι» (Ψαλμ.31:1).

Επίσης στην ερώτηση: Πως μπορούν οι άνθρωποι στον κόσμο να διαγράψουν τις αμαρτίες τους από τα βιβλία των εναέριων δαιμόνων;
Η απάντηση είναι: Με την μετάνοια και την εξομολόγηση! Απάντησαν οι άγγελοι (Γρηγορίου Μοναχού, το μυστήριον του θανάτου,σελ.6). Και όσοι είναι δίκαιοι έρχονται άγγελοι και παραλαμβάνουν την ψυχή τους και τα τελώνια δεν έχουν κανένα δικαίωμα επάνω τους. Μα λύνονται τελικά οι αμαρτίες επί της γης; Βεβαίως και λύνονται, ο ίδιος ο Χριστός μας το λέει αυτό:
ΙΗ 18 Αμήν λέγω υμίν, όσα εάν δήσητε επί της γής, έσται δεδεμένα εν τώ ουρανώ, και όσα εάν λύσητε επί της γής, έσται λελυμένα εν τώ ουρανώ. (Κατά Ματθαίον)
Ποιοι όμως λύνουν την αμαρτία σήμερα; Οι ιερείς μας που με την αποστολική διαδοχή από τότε μέχρι σήμερα έλαβαν τη Χάρη και με την επίθεση του πετραχειλίου αναγνώνουν τη συγχωρητική ευχή στο τέλος του Μυστηρίου της ιεράς εξομολογήσεως.
Σε αυτό το δύσκολο ταξίδι πως βοηθιέται η ψυχή;
Με την Θεία Κοινωνία. «Αυτός πού πρόκειται να αναχωρήση από ’δώ, αν κοινωνήση με καθαρή συνείδηση, όταν πεθαίνει, την ψυχή του την παραλαμβάνουν άγγελοι, καί την περιστοιχίζουν, χάρη στη Θεία Κοινωνία» (Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος, περί ιερωσύνης, Λόγος ΣΤ, 4). Γι’ αυτό και κοινωνούμε τον ετοιμοθάνατο. (Κανών ΙΓ, Α Οικουμενικής Συνόδου,). Αλλά και εδώ τα λόγια του Χριστού είναι ξεκάθαρα:
ΣΤ Αμήν αμήν λέγω υμίν, εάν μη φάγητε την σάρκα τού υιού τού ανθρώπου και πίητε αυτού το αίμα, ουκ έχετε ζωήν εν εαυτοίς. 54 ο τρώγων μου την σάρκα και πίνων μου το αίμα έχει ζωήν αιώνιον, και εγώ αναστήσω αυτόν εν τή εσχάτη ημέρα. (Κατά Ιωάννην)
Αυτός όμως που μεταλαμβάνει αξίως, όχι αναξίως.
Αυτό πιθανότατα δεν σημαίνει ότι όποιος δεν έχει κοινωνήσει πηγαίνει στην κόλαση, αλλά μόνο ότι όποιος το έχει κάνει σωστά έχει ένα επιπλέον λόγο να αισθάνεται σίγουρος. Αυτός που δεν το έχει πράξει, θα χρειαστεί οι δικοί του άνθρωποι να κάνουν μεγάλο αγώνα με προσευχές, ελεημοσύνες κλπ για να τον βοηθήσουν.
Επίσης μεγάλη βοήθεια παίρνει η ψυχή του νεκρού από το ψαλτήρι, το θυμίαμα, το κερί, και την προσευχή του πλήθους κατά την ώρα της κηδείας.
Μόλις η ψυχή περάσει τα εναέρια τελώνια και κατά την τρίτη ημέρα βρίσκεται μπροστά στον Κριτή. Εκεί η ψυχή πέφτει και προσκυνά τον Κριτή. Γι’ αυτό τον λόγο και οι συγγενείς την τρίτη ημέρα κάνουν και τα τριήμερα για να ενισχυθεί η ψυχή ατενίζοντας τον Κριτή.
Μετά την προσκύνηση και από την τρίτη ημέρα έως την ένατη άγγελοι ξεναγούν την ψυχή στην γη και εκεί βλέπει τις καλές και τις κακές πράξεις της. Για τον ίδιο λόγο πάλι οι συγγενείς κάνουν τα εννιάμερα προς ενίσχυση της. Μετά την ενάτη μέρα έρχεται πάλι η ψυχή για να προσκυνήσει για δεύτερη φορά τον Κριτή.     Ύστερα άγγελοι ξεναγούν την ψυχή στον παράδεισο και στην κόλαση έως την τεσσαρακοστή ημέρα. Μετά η ψυχή έρχεται να προσκυνήσει για τρίτη και τελευταία φορά τον Κριτή. Γι’ αυτό παλιότερα τις σαράντα αυτές ήμερες της αγωνιάς της ψυχής όταν πέθαινε κάποιος οι συγγενείς έκαναν σαράντα Θειες Λειτουργίες (σαρανταλείτουργο). Στις μέρες μας και όχι πάντα και παντού ανάβουμε ένα καντήλι στον τάφο του νεκρού. Δεν είναι όμως λίγοι αυτοί που κάνουν σαρανταλείτουργο στις μέρες μας. Η μνημόνευση άλλωστε στη Θεία Λειτουργία όπως θα δούμε παρακάτω κατά τους Πατέρες είναι η καλύτερη προσφορά στο νεκρό. Αυτό το χαρτάκι το «υπέρ αναπαύσεως» που τόσο εύκολα μπορούμε να γράψουμε και να αφήσουμε στην εκκλησία είναι σπουδαία ευεργεσία στο νεκρό.
Και φτάνουμε στην συγκλονιστικότερη στιγμή για την ψυχή.
Η στιγμή που θα βρεθεί ενώπιων του φρικτού δικαστηρίου. Το πιο πιθανό να μη μπορούμε να φαντασθούμε το μέγεθος της  αγωνίας που θα έχει η ψυχή την ώρα της κρίσης της. Την ώρα που μοναδικός συνήγορος και μάρτυρες υπεράσπισης της ψυχής είναι οι καλές πράξεις της. Τότε κάνουμε και το τεσσαρακονθήμερο μνημόσυνο υπέρ αναπαύσεως της ψυχής. Εκεί ο φιλάνθρωπος Θεός θα αποφασίσει για την ψυχή. Και ακριβώς επειδή είναι φιλάνθρωπος και μας αγαπά θα λάβει υπ’όψιν τις προσευχές μας και τις ικεσίες μας για την ψυχή του νεκρού.
«Αρθήτω ο ασεβής ίνα μη ήδη την δόξα Κυρίου» (Ησ.26:10) Για την ψυχή που πρόκειται να πάει στην κόλαση. Δαίμονες που καιροφυλακτούσαν θα την αρπάξουν και θα την οδηγήσουν στην κόλαση.
Ντροπή για τους δαίμονες όταν η ψυχή βρεθεί καθαρή από τις αμαρτίες. Τότε άγγελοι την αρπάζουν και την οδηγούν με μεγάλη χαρά στον παράδεισο. Λαμπάδες ψαλμωδίες αγγέλων θυμιάματα και φωτοχυσίες συνοδεύουν την ψυχή.
Ο γέροντας Παισιος έλεγε για το αν βλέπουν οι νεκροί ο ένας τον άλλο. Παραλλήλισε τον παράδεισο με ένα φωτεινό δωμάτιο που όσοι βρίσκονταν μέσα σε αυτό έβλεπε ο ένας τον άλλον και χαίρονται, αλλά όχι τι γινόταν στο σκοτάδι. Αντίθετα όσοι βρισκόταν στο σκοτάδι έβλεπαν τι γινόταν στον παράδεισο επειδή ήταν στο φως και μεγάλωνε η θλίψη τους γι’ αυτό που έχασαν. Λένε ότι οι κολασμένοι δεν βλέπουν ο ένας τον άλλον ούτε για να παρηγορηθούν. Αντίθετα αυτοί που είναι στον παράδεισο δεν τους βλέπουν γιατί τότε θα στενοχωριόνταν. Για τους κολασμένους δε ατέλειωτη μοναξιά ούτε ο ένας τον άλλον δεν μπορεί να δει. Τι τραγική τελικά μια τέτοια κατάληξη για τον άνθρωπο, το κατ’εικόνα και καθ’ομοίωσιν δημιούργημα του Θεού.
Αυτό είπε και ο ιερέας των ειδώλων στον άγιο Μακάριο τον Αιγύπτιο. «δεν μπορούμε να κοιτάξουμε κάποιον πρόσωπο με πρόσωπο» (γεροντικό Αββά Μακαρίου). Το ίδιο είπε και ο άγγελος Κυρίου: «οι δε αμαρτωλοί και τούτο εστερήσανται». «Το πυκνότατο σκοτάδι υψώνεται σαν τοίχος ανάμεσα στους κολασμένους, οπότε οι κολασμένοι αδυνατούν παντελώς να δουν ο ένας τον άλλον» (Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος, Ομιλ.εις μθ ψλμ.).
Αν τώρα μια μάνα που είναι στον παράδεισο αναζητήσει το παιδί της και μάθει ότι βρίσκεται στην κόλαση πως θα αισθανθεί;
Εδώ κάνουμε κάποιο λάθος. Κρίνουμε εξ’ ιδίων τα αλλότρια. Βλέπουμε τον άλλο κόσμο με επίγειο μάτι. Νομίζουμε, πως όπως είμαστε επί γης, θα είμαστε και εν ουρανοίς! Εκεί όμως ο άνθρωπος, θα είναι κατά χάριν Θεός. Θα έχει ταυτισθεί πλήρως με το δίκαιο, και την αρετή. Και η μάνα αναγνωρίζει ότι δίκαια τιμωρείται το παιδί της. «αν και τώρα μερικοί γονείς, όταν δουν τα παιδιά τους να είναι φαύλα, τα αποκηρύττουν και τα αποκόβουν από την συγγένεια τους, πόσο μάλλον αυτό θα γίνει στη μέλλουσα ζωή. Εκεί πια δεν υπάρχει η εκ φύσεως συμπάθεια (που έχει η μάνα προς το παιδί). Αν υπήρχε, θα εξαφάνιζε την χαρά του παραδείσου» (Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος, περί αγάπης).
«΄Ινα μη και αυτοί έλθωσιν είς τον τόπον της βασάνου» (Λουκ.16:27).
Εδώ στην παραβολή του πλουσίου  ο πλούσιος κολασμένος νοιάσθηκε για τους συγγενείς του αλλά όχι για τις βιοτικές ανάγκες τους αλλά μονά για την σωτηρία της ψυχής τους.
Επίσης οι νεκροί που βρίσκονται στον παράδεισο προσεύχονται για μας και μπορούν να μας βοηθήσουν. «Μακάριος ός έχει σπέρμα έν Σιών και οικείους έν Ιερουσαλήμ» (Ησ.31:9). «Ανακούφισε τον πλησίον σου, ώστε όταν αναχωρήση έκ τού κόσμου αυτού πρός τόν Κύριον, νά τόν παρακαλέση διά σε, καί θα εύρης καλόν» (Άγιος ο Αρσένιος ό Μέγας, Ευεργέντινος, τόμ.Α,σελ.538). Βλέπουμε ότι οι ψυχές των νεκρών προσεύχονται  και ικετεύουν συνέχεια για μας  και ο φιλάνθρωπος Θεός δεν θέλει  να τους λυπήσει αφού και αυτοί δεν τον λύπησαν όσο ήταν εν ζωή. «Έκραξαν φωνή μεγάλη λέγοντες» (Αποκ. 6,10).  Έχουν υπάρξει ειλικρινά σπουδαίες μαρτύριες και μία την είχε διηγηθεί ο αείμνηστος Δημήτρης Πανάγοπουλος για μια νέα όπου η πορνεία, οι εκτρώσεις και η βλασφημία πήγαινε όπως λέμε σύννεφο. Σε κάποια εγχείριση όμως που έκανε τα πράγματα δεν πήγαν καλά και ετοιμάστηκε για να αφήσει τα εγκόσμια, τότε εμφανίστηκε ο Κύριος και είπε ότι για χάρη του πατέρα της που τόσο τον παρακαλά διαρκώς όντας δίπλα Του και χάρη στις ελεημοσύνες του, της δίνει μια ακόμη ευκαιρία, την οποία τελικά η νέα δεν άφησε ανεκμετάλλευτη.

Αλλά και εμείς μπορούμε να βοηθήσουμε τους κεκοιμημένους.
Το πόσο μεγάλη ωφέλεια βρίσκουν οι κεκοιμημένοι από τις μνημονεύσεις των ονομάτων τους κατά τις Θ. Λειτουργίες μας αναφέρει ο γέροντας Εφραίμ ο Φιλοθεΐτης μια οπτασία ενός επισκόπου, που είδε, και την οποία άκουσε από το στόμα του επισκόπου.
Μας λέει ότι ήταν ένας παπάς, που τον είχε νικήσει το κρασί και συχνά μεθούσε (εργασία ετών) κατά τα αλλά ήταν ενάρετος και ευλαβής. Μια των ήμερων κατά την συνηθεία ήπιε και λειτούργησε και κατά παραχώρησιν Θεού του έπεσε το άγιο Σώμα και Αίμα του Κυρίου! Ο καημένος πάγωσε από τον φόβο του, συνάμα δε εσκέπτετο και τον μεγάλο κανόνα του επισκόπου του!
Τέλος αφού εξομολογήθη, του λέγει ο επίσκοπος. «Πήγαινε, και θα σε ειδοποιήσω να έλθεις και θα σου δώσω τον κανόνα>>.
Εκεί λοιπόν που εσκέπτετο ο επίσκοπος και διελογίζετο και έλαβεν εις το χέρι του την πέννα να γράψει την καθαίρεσιν της ιεροσύνης, ευρισκόμενος μόνος του, βλέπει εμπρός του να εκτυλίσσεται σαν ταινία κινηματογραφική, ένα άπειρον πλήθος κόσμου, παντός είδους, ηλικίας και τάξεως. Ο επίσκοπος έμειναν έκθαμβος από το πράγμα, αλλά και συνάμα από τον φόβον. Τότε του λέγουν όλοι μαζί οι άνθρωποι αυτοί: «Σεβασμιότατε, μη κανονίσετε τον παπά, μη τον καθαιρείτε!». Κατόπιν ολίγον κατ’ ολίγον έγιναν άφαντοι.
Φωνάζει ο επίσκοπος τον παπά να έλθει, έμφοβος ο καημένος ο παπάς εσκέπτετο την καθαιρεσίν του. Του λέγει ο επίσκοπος. «Δεν μου λέγεις, μνημονεύεις πολλά ονόματα εις την Θείαν Λειτουργίαν;». Ο παπάς απαντά: «Εις την προσκομιδών, δέσποτα, πολλήν ώραν μνημονεύω από βασιλείς, αυτοκράτορας μέχρι και τον πλέον φτωχό». Ο επίσκοπος του λέγει: <<Πήγαινε λοιπόν και όταν λειτουργείς μνημόνευε όσον ημπορείς και πρόσεχε του λοιπού μη μεθύσης, είσαι συγχωρημένος». Κατόπιν και ο παπάς με την βοηθειαν του Θεού ελυτρώθη από την μέθην».
Άλλοτε ο γέροντας Ιάκωβος για να τονίσει πόσο μεγάλη παρρησία έχουν οι προσευχές για του κεκοιμημένους είπε:
«Είδα και την ψυχή του πατέρα μου, έλεγε ο γέροντας, να κάθεται έξω από ένα απλό σπιτάκι σαν κελλάκι και του λέω:
-Πατέρα μου, εσύ που ήσουν και χτίστης, δεν έκτιζες ένα μεγαλύτερο σπίτι να μείνεις άνετα, αλλά κάθεσαι σ’ ένα τέτοιο μικρό σπιτάκι; Τότε μου λέει:
-Παιδί μου, εσύ με τις προσευχές σου και τις ελεημοσύνες σου μου έκτισες το σπιτάκι αυτό και το έχω και μένω».
Αλλά και ο Γέροντας Παϊσιος θεωρούσε πολύ μεγάλο πράγμα τις προσευχές και τις ελεημοσύνες για τις ψυχές. Συγκεκριμένα έλεγε:
«Πρέπει να προσευχόμαστε για τους κεκοιμημένους. Οι καημένοι είναι υπόδικοι και άμα τους δώσει κανείς μια πορτοκαλάδα, τους βγάζει από τα σίδερα.
«Εν τω άδη» λέει «ουκ έστι μετάνοια». Αυτοί οι καημένοι δεν μπορούν να βοηθηθούν. Εμείς όμως μπορούμε και θέλει ο Θεός να υπάρχουν άνθρωποι να παρακαλούν για να τους βοηθήσει»
Επίσης έλεγε:
«Για τους άσπλαχνους που πεθαίνουν να κάνετε μνημόσυνα και προπαντός ελεημοσύνη. Υπάρχουν πολλοί φτωχοί. Είναι προτιμότερο να δίνετε κατ’ ευθείαν στους φτωχούς παρά στα ιδρύματα».
Σχετικά με την πολύ μεγάλη βοήθεια επίσης λαμβάνουν οι νεκροί από τις Θείες Λειτουργίες και τα κόλλυβα ο Άγιος Ιωάννης ο Ελεήμων παρακινούσε κι αυτός και συμβούλευε το ποίμνιο του, να τελεί συχνά λειτουργίες και μνημόσυνα για τους πεθαμένους, βεβαιώνοντας, πως αυτό το πράγμα ανακουφίζει και αφελή πολύ τις ψυχές τους. Και για να στηρίξει την πεποίθηση σ’ αυτά που τους έλεγε, τους διηγήθηκε το εξής:
Κάποτε, τους είπε, έπιασαν αιχμάλωτον οι Πέρσες και τον πήρανε στην Περσία. Τον έριξαν λοιπόν δεμένο σε μια φυλακή, που την έλεγαν λήθη και του βάλανε φρουρούς. Κι αυτή την φυλακή την ονοματίζανε έτσι, γιατί όποιος έμπαινε μέσα σ’ αυτή δεν ξανάβγαινε ποτέ.
Συνέβηκεν όμως, να το κατορθώσουνε ν’ αποδράσουνε μερικοί και να φτάσουνε στην Κύπρο. Διαδώσανε λοιπόν, πως ο αιχμάλωτος εκείνος πέθανε μέσα στη φυλακή. Κι όταν το μάθανε οι δικοί του τον έκλαψαν, και τρεις φόρες το χρόνο έκαναν για την ψυχή του Θεία Λειτουργία και μνημόσυνο. Κι’ αυτό γινότανε επί τέσσερα χρόνια. Κάποτε λοιπόν ο άνθρωπος εκείνος τα κατάφερε να δραπετέψει κι αυτός και να φθάση στο σπίτι του και στους δικούς του. Και τα γονικά του τον είδαν, όχι σαν αιχμάλωτο, παρά σαν αναστημένο νεκρό. Και σαστισμένοι τον καμάρωναν και τον κανάκιζαν, λέγοντας του όλα τα ρυπαρολογία που μπορεί να ειπεί ο άνθρωπος σε μια τέτοια περίσταση.
Του είπαν λοιπόν, πως του κινάνε και μνημόσυνα στα Θεοφάνεια και το Πάσχα και κάθε Αγία Πεντηκοστή. Κι αυτός, σαν τ’ άκουσεν αυτό, αναθυμήθηκε και τους ωρκιζότανε, πως κάθε τέτοια ημέρα, του παρουσιαζότανε κάποιος λαμπροφορεμένος άνθρωπος και τον έλυνε απο τα δεσμά του. Και πως οταν περνούσανε οι ημέρες αυτές, ξαναβρισκότανε πάλιν αλυσοδεμένος».
Αν προσέξουμε την επιμνημόσυνη δέηση θα δούμε ότι πουθενά δεν μιλάει για μετάνοια. Και είναι επόμενο αφού «εν τω Άδη ούκ έστι μετάνοια».
Οι φράσεις που λέγονται εέναι: «ανάπαυσον τήν ψυχήν του δούλου Σου….», «ώς αγαθός και φιλάνθρωπος Θεός συγχώρησον…». Ο λόγος είναι ότι επειδή το έλεος του Θέου είναι άπειρο, μπορεί να φτάσει και μέχρι την κόλαση και να χαρίσει ή να ελαφρύνη την ποινή αν Αυτός θέλει.
Είναι πολλοί αυτοί που στηριζόμενοι στο «εν τω Άδη ούκ έστι μετάνοια» και την παραβολή του πλούσιου και του φτωχού Λαζάρου όπου γράφεται «και επί πάσι τούτοις μεταξύ ημών και υμών χάσμα μέγα εστήρικται, όπως οι θέλοντες διαβήναι ένθεν προς υμάς μη δύνωνται, μηδέ οι εκείθεν προς ημάς διαπερώσιν.» Εδώ πατούν πολλοί και λένε ότι σωτηρία δεν υπάρχει μετά θάνατον.
Εδώ είναι ένα σημείο πολύ βασικό και παραξηγημένο. Το χάσμα, την αδυναμία διάβασης τη δημιουργούν οι διαφορετικές συμπεριφορές μας, οι αμαρτίες μας, που μας χωρίζουν από τους δίκαιους. Αντίστροφα πάλι οι ενάρετοι με τη ζωή τους απομακρύνονται από τον τόπο των αδίκων. Άνθρωποι όντες, κανείς δεν μπορεί να μεταπηδήσει από τη μία μεριά στην άλλη. Γνωρίζουμε όμως από την Ιερά Παράδοση όπου η προσευχή και η ελεημοσύνη τρίτων έσωσαν ανθρώπους. Θα πει κανείς, πώς συμβαδίζει; Πολύ απλό. Για τον άνθρωπο είναι αδύνατο να μεταπηδήσει όπως λέει ο Αβραάμ. Ο Θεός όμως τα πάντα μπορεί να κάνει κι αν θέλει να σώσει κάποιον τον σώζει. Δε λέει το ιερό κείμενο ότι κι ο Θεός αδυνατεί να μεταθέσει κάποιον. Ο Παντοδύναμος Θεός τα πάντα μπορεί. Λέει ο Ιησούς ειδικά για το θέμα αυτό -τη σωτηρία του ανθρώπου- στο κατά Ματθαίον απαντώντας σε ερώτηση των μαθητών:
ΙΘ 25 Τίς άρα δύναται σωθήναι; 25 εμβλέψας δε ο Ιησούς είπεν αυτοίς· Παρά ανθρώποις τούτο αδύνατόν έστι, παρά δε Θεώ πάντα δυνατά εστι.
Δηλαδή κι οι ενάρετοι που σώζωνται χάρη στο Θεό το πετυχαίνουν, όχι βασιζόμενοι στη δική τους αξία. Η παντοδυναμία όμως αυτή του Θεού δε σημαίνει ότι εμείς μπορούμε να κάνουμε τη ζωούλα μας κατά το «φάγομεν, πίομεν, αύριο γαρ αποθνήσκομεν» διότι τα ιερά κείμενα και οι προφητείες της Βίβλου μας μιλούν και για την Κρίση αλλά και για το ότι δε θα σωθούν όλοι. Βλέπετε ο Θεός είναι ελεήμων αλλά είναι και δίκαιος. Ας φροντίσουμε λοιπόν εμείς να γίνουμε αιτία σωτηρίας και των εαυτών και άλλων και όχι άλλοι αιτία σωτηρίας δικής μας, αν μάλιστα γίνουν.


βιβλιογραφία:
Μετά θάνατον.(Αρχιμ. Βασιλείου Μπακογιάννη)
Τα Ιερά Μνημόσυνα.(Πρεσβυτέρου Θεμιστοκλέους Στ. Χριστοδούλου)

Ο Ιησούς και ο νόμος

Μτ 5, 17-26
17«Μη νομίσετε πως ήρθα για να καταργήσω το *νόμο ή τους *προφήτες. Δεν ήρθα για να τα καταργήσω, αλλά για να τα πραγματοποιήσω. (α) 18Σας βεβαιώνω πως όσο υπάρχει ο κόσμος, έως τη συντέλειά του, δε θα πάψει να ισχύει ούτε ένα γιώτα ή μία οξεία από το *νόμο. 19Όποιος, λοιπόν, καταργήσει ακόμα και μία απο τις πιο μικρές εντολές αυτού του νόμου και διδάξει έτσι τους άλλους, θα θεωρηθεί ελάχιστος στη *βασιλεία του Θεού. Ενώ όποιος τις τηρήσει  όλες και διδάξει έτσι και τους άλλους, αυτός θα θεωρηθεί μεγάλος στη βασιλεία του Θεού.
20Γι' αυτό να έχετε υπόψη σας ότι, αν η ευσέβεια σας δεν ξεπεράσει την ευσέβεια των *γραμματέων και των *Φαρισαίων, δε θα μπείτε στη *βασιλεία του Θεού.
21Έχετε ακούσει την εντολή που δόθηκε παλιά στους προγόνους: ΄΄να μην κάνεις φόνο, κι όποιος κάνει φόνο πρέπει να καταδικαστεί από το τοπικό δικαστήριο΄΄. 22Εγώ όμως σας λέω πως ακόμα κι όποιος οργίζεται εναντίον του αδερφού του χωρίς λόγο, πρέπει να καταδικαστεί από το τοπικό δικαστήριο. Κι όποιος πει τον αδερφό του ΄΄ρακά΄΄, πρέπει να καταδικαστεί από το μεγάλο *συνέδριο. Κι όποιος τον πει ΄΄μωρέ΄΄, πρέπει να καταδικαστεί στη φωτιά της κόλασης. 23Γι' αυτό, όταν προσφέρεις το δώρο σου στο *ναό κι εκεί θυμηθείς πως ο αδερφός σου έχει κάτι εναντίον σου, 24άφησε εκεί, μπροστά στο θυσιαστήριο του ναού, το δώρο σου, και πήγαινε να συμφιλιωθείς πρώτα με τον αδερφό σου, και ύστερα έλα να προσφέρεις το δώρο σου. 25Κοίταξε να συμβιβαστείς γρήγορα με τον αντίδικό σου, όσο ακόμα βρίσκεστε στο δρόμο προς το δικαστήριο' γιατί ύστερα ο αντίδικός θα σε παραδώσει στο δικαστή, κι ο δικαστής θα σε παραδώσει στο δεσμοφύλακα, κι αυτός θα σε κλείσει στη φυλακή. 26Σε βεβαιώνω πως δε θα μπορέσεις να βγεις απο κει, πριν ξεπληρώσεις και το τελευταίο δίλεπτο».

(α) ή: για να τα συμπληρώσω.

ΚΑΙΝΗ ΔΙΑΘΗΚΗ (Μτ 5, 17-26)
{μεταφρασμένο κείμενο απο τους καθηγητές της ερμηνείας της Καινής Διαθήκης 
Π.Βασιλειάδης, Ι.Γαλάνης, Γ.Γαλίτης, Ι.Καραβιδόπουλος}


νόμος (εβρ. Τορά) ονομάζονται συνήθως τα πέντε πρώτα βιβλία της Π.Δ., ενώ με τη φράση «ο νόμος και οι προφήτες» εννοείται ολόκληρη η Π.Δ. Ονόμος, που ονομάζεται επίσης και νόμος του Μωυσή, κατηύθυνε, ήδη απο την εποχή του Έσδρα και ύστερα, όλες τις εκδηλώσεις της ζωής του ιουδαϊκού λαού. Το θέμα της θέσης του νόμου μέσα στη ζωή της πρωτοχριστιανικής Εκκλησίας οδήγησε στη σύγκλιση της αποστολικής  συνόδου. (Πραξ κεφ. 15 και Γαλ κεφ. 2).

προφήτης. Αυτός που ύστερα από θεία κλήση αναγγέλει στο λαό το θέλημα του Θεού σε στγκεκριμένες ιστορικές περιστάσεις, και κυρίως προλέγει την έλευση του Μεσσία και της νέας οικονομίας του Θεού. Στην Κ.Δ. προφήτης ονομάζεται, εκτός απο τον Ιωάννη το Βαπτιστή, και ο κατεξοχήν αποκαλύπτων το θέλημα του Θεού Ιησούς Χριστός. Επίσης, προφήτες στην πρώτη Εκκλησία είναι οι χαρισματούχοι εκείνοι, που με έμπνευση του Αγίου Πνεύματος μιλούν στις συναθροίσεις των πιστών και ερμηνεύουν το θέλημα του Θεού στο παρόν και στο μέλλον για τη σωτηρία των ανθρώπων. Μερικές φορές κοντά στη λέξη «προφήτες» απαντάει και ο όρος «δίκαιοι» (λ.χ. Μτ 13,17). Πρόκειται για επιφανή πρόσωπα του λαού του Θεού στην Π.Δ., όπως ο Άβελ, οι Πατριάρχες, ο Ιώβ κλπ.


βασιλεία των ουρανών ή βασιλεία του Θεού. Με την έκφραση αυτή, που δεσπόζει στο κήρυγμα του ίδιου του Ιησού και κατόπιν στα βιβλία της Κ.Δ., δηλώνεται μια καινούρια εποχή, που εγκαινιάζεται με το έργο του Ιησού Χριστού και στην οποία κυριαρχεί αντί του μίσους η αγάπη, αντί του σκότους της απιστίας το φως της πίστης, αντί για την απόγνωση η ελπίδα. Η καινούρια αυτή εποχή κηρύσσεται στην Κ.Δ. ως ήδη παρούσα αλλά και ως αναμενόμενη στην πληρότητά της μελλοντικά, κατά τη δεύτερη έλευση του Χριστού.


γραμματείς. Οι γνώστες και ερμηνευτές του Μωσαϊκού νόμου, οι θεολόγοι της εποχής, που λέγονταν και νομοδιδάσκαλοι ή νομικοί. Η συνήθης προσφώνηση τους ήταν «ραββί». Πολλοί απ' αυτούς ανήκαν στις μεγάλες παρατάξεις του ιουδαϊσμού, και τις εκπροσωπούσαν στο μεγάλο συνέδριο. Το κύρος τους αυξήθηκε σημαντικά μετά την καταστροφή της Ιερουσαλήμ το έτος 70 μ.Χ. και το τέλος της ιερατικής τάξης. Εξελίχθηκαν σ' αυτό που ονομάζεται «ραββινισμός».


Φαρισαίοι. Λαϊκό κίνημα με οπαδούς απο την τάξη των επαγγελματιών, που αποχωρίστηκε απο τους παλαιότερους ευσεβείς, ζηλωτές του νόμου. Στο κίνημα ανήκαν και πολλοί γραμματείς. Τους Φαρισαίους τους διέκρινε η τήρηση του γράμματος του νόμου, η προσήλωση στις παραδόσεις των παλαιοτέρων (πρεσβυτέρων) και η έμφαση στους εξωτερικούς καθαρμούς. Σε αντίθεση προς τους Σαδδουκαίους οι Φαρισαίοι πίστευαν στην ανάσταση των νεκρών. Στα Ευαγγέλια παρατηρείται έντονη αντίθεση μεταξύ Ιησού και Φαρισαίων.


συνέδριο (μεγάλο). Σώμα απο 70 μέλη, που αποτελούσε την ύψιστη αρχή σε διοικητικά, νομικά και θρησκευτικά θέματα. Είχε έδρα την Ιερουσαλήμ και συνεδρίαζε σ' έναν ειδικό χώρο του ναού. Πρόεδρος του ήταν ο εκάστοτε αρχιερέας. Τα μέλη ήταν ιερείς, νομοδιδάσκαλοι και λαϊκοί από έγκριτες οικογένειες (πρεσβύτεροι του λαού).


ναός. Ονομάζεται ο ναός των Ιεροσολύμων και ιδιαίτερα το κεντρικό κτίσμα, που περιείχε τα άγια και τα άγια των αγίων.

Κυριακή 19 Οκτωβρίου 2014

Η ουσία του Θεού και η γνώση του εκ μέρους μας.

 Μπορούμε να γνωρίσουμε το Θεό;

Να τον γνωρίσουμε; Και τι να γνωρίσουμε από το Θεό; Την ουσία, τη φύση, την τελειότητά του; Αδύνατο. Ως προς τούτο ο άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός λέγει: «Ἄπειρον τό θεῖον καί ἀκατάληπτον· καί τοῦτο μόνον αὐτοῦ καταληπτόν, ἡ ἀπειρία καί ἀκαταληψία». Δηλαδή· άπειρος είναι ο Θεός και παντέλειος και σε εμάς τους ατελείς και πεπερασμένους ανθρώπους ακατάληπτος. Τούτο μόνο μπορούμε ως προς το Θεό να εννοήσουμε· ότι ακριβώς είναι άπειρος και ακατάληπτος και ο νους μας ως εκεί είναι αδύνατο να φθάσει. Και αλήθεια, πώς να φθάσει; Και πώς να τον γνωρίσουμε το Θεό; Πώς να εισέλθουμε εμείς στα βάθη της ουσίας του και να ερευνήσουμε τη φύση, τη σύσταση και υπόστασή του; Αδύνατο. Και είναι αδύνατο, διότι ο Θεός είναι ουσία και φύση νοερά και εμείς άνθρωποι σαρκικοί και γήινοι. Ο Θεός είναι άπειρος και εμείς πεπερασμένοι. Ο Θεός είναι τέλειος και εμείς ατελείς. Ο Θεός είναι ο δημιουργός μας και εμείς τα δημιουργήματά του. Πώς, λοιπόν, να χωρέσει το άπειρο στο πεπερασμένο και να γνωρίσει το ατελές το τέλειο, το δημιούργημα το δημιουργό του; «Ὁ Θεός ἡμῶν ἀπρόσιτος καί τῷ νῷ ἡμῶν ἀχώρητος». Ούτε να τον πλησιάσουμε τόσο κοντά μπορούμε, για να τον γνωρίσουμε στην εντέλεια, ούτε ο μικρός και στενός και περιορισμένος νους μας μπορεί να χωρέσει τον άπειρο και παντέλειο Θεό. Αυτό εννοεί και η Αγία Γραφή, όταν λέγει· «Θεόν οὐδείς ἑώρακε πώποτε» (Ιωάν. α΄ 18) και ότι το Θεό «εἶδεν οὐδείς ἀνθρώπων, οὐδέ ἰδεῖν δύναται» (Α’ Τιμόθ. στ΄ 16) (1). Είπε και ο ίδιος ο Θεός στον προφήτη Μωυσή που ζήτησε να δει το Θεό· «οὐ δυνήσῃ ἰδεῖν τὸ πρόσωπόν μου· οὐ γὰρ μὴ ἴδῃ ἄνθρωπος τὸ πρόσωπόν μου καὶ ζήσεται» (Εξόδ. λγ΄ 20). Δεν θα μπορέσεις να δεις το πρόσωπό μου. Διότι δεν θα μπορέσει να ζήσει άνθρωπος, που θα αντικρύσει το πρόσωπό μου. Δεν μπορούμε, λοιπόν, οι άνθρωποι να γνωρίσουμε το Θεό, καθό μικροί και πεπερασμένοι και ατελείς. Και το πιο σημαντικό, καθό αμαρτωλοί εμείς και εκείνος άγιος. Άγνωστος λοιπόν σε εμάς ο Θεός. Άγνωστος και στους Αγγέλους. Και σε ποιον είναι γνωστός; Είναι γνωστός στο μονογενή του Υιό, ο οποίος γεννήθηκε προ πάντων των αιώνων από αυτή την ουσία του Πατρός. Το λέγει σαφώς η Αγία Γραφή· «Θεὸν οὐδεὶς (από τους ανθρώπους) ἑώρακε πώποτε· ὁ μονογενὴς υἱὸς ὁ ὢν εἰς τὸν κόλπον τοῦ πατρός, ἐκεῖνος ἐξηγήσατο» (Ιωάν. α΄ 18). Το Θεό κανείς άνθρωπος δεν τον είδε ποτέ. Ο μονογενής Υιός του που είναι πάντοτε ενωμένος μαζί του, εκείνος μας τον φανέρωσε και μας μίλησε για το Θεό. Και «οὐδεὶς ἐπιγινώσκει τὸν υἱὸν εἰ μὴ ὁ πατήρ, οὐδὲ τὸν πατέρα τις ἐπιγινώσκει εἰ μὴ ὁ υἱὸς καὶ ᾧ ἐὰν βούληται ὁ υἱὸς ἀποκαλύψαι» (Ματθ. ια΄ 27). Κανείς άλλος δε γνωρίζει καλά τον Υιό του Θεού παρά μόνο ο Πατήρ, και τον Πατέρα πάλι κανείς δεν τον γνωρίζει στην εντέλεια παρά ο Υιός, και από τους ανθρώπους εκείνος, στον οποίο ο Υιός θα θελήσει να τον φανερώσει και όσο πρέπει θα τον φανερώσει. Ακόμη και το Πνεύμα το Άγιο, σαν Θεός που είναι και αυτό, γνωρίζει το Θεό, διότι λέγει· «τό Πνεῦμα πάντα ἐρευνᾷ καί τά βάθη τοῦ Θεοῦ» (Α΄ Κορινθ. β΄ 10). Λέγει και ο Μέγας Βασίλειος, ότι η ουσία του Θεού είναι «παντί ἀπερίοπτος», σε όλους ακατάληπτη και απρόσιτη (απλησίαστη) «καί ὑπερβαίνει ἡ κατάληψις αὐτῆς», ξεπερνά η κατανόησή της «οὐκ ἀνθρώπους μόνον, ἀλλά καί πᾶσαν λογικήν φύσιν», όπως είναι οι Άγγελοι και όλα τα ουράνια πνεύματα, «Υιῷ δέ μόνον γνωστός ὁ Πατήρ καί Ἁγίῳ Πνεύματι». Μόνο στον Υιό και στο Άγιο Πνεύμα είναι γνωστός ο Πατήρ. Δεν μπορούμε, λοιπόν, οι άνθρωποι να γνωρίσουμε το Θεό, τη φύση, την ουσία του, την εσωτερική ζωή του Θεού. Εδώ, για να καταλάβουμε καλά το πράγμα, πρέπει να αναφέρουμε το παράδειγμα του αρχαίου φιλοσόφου Ιέρωνος. Τον κάλεσε, λέγει, ο βασιλιάς των Συρακουσών και του είπε· θέλω να μου πεις τι είναι ο Θεός. Ο φιλόσοφος του απάντησε. Δος μου τρις μέρες προθεσμία να σκεφθώ. Ο βασιλιάς του δίνει. Όταν σε τρεις μέρες παρουσιάσθηκε, λέγει στο βασιλιά. Θέλω άλλες τρεις μέρες. Και έπειτα άλλες τρεις και άλλες τρεις. Ο βασιλιάς απόρησε και τον ρωτά· γιατί τόσες αναβολές; Και ο Ιέρων του λέγει. Όσο περισσότερο σκέπτομαι τι είναι ο Θεός, τόσο πιο σκοτεινό μου φαίνεται το ζήτημα και τόσο πιο δύσκολη η απάντηση.

Και όμως μπορούμε να γνωρίσουμε το Θεό, αφού ο Θεός «οὐκ ἀμάρτυρον ἑαυτόν ἀφῆκεν» (Πράξ. ιδ΄ 17). Δεν άφησε τον εαυτό του τελείως άγνωστο και κρυμμένο. Μας είναι αδύνατο να έχουμε βέβαια τέλεια γνώση του Θεού. Δεν έχουμε όμως και παντελή άγνοια του Θεού και αφού ο ίδιος ο Θεός αποκάλυψε τον εαυτό του σε εμάς και με τη φύση και τα έργα της δημιουργίας του, και με την εσωτερική μαρτυρία της ψυχής μας. Ακόμη με το νόμο που μας έδωσε, και με τον Υιό του που μας απέστειλε. Λαμβάνουμε δε τόση γνώση, όση χωρεί η φύση μας, όσο παίρνει το μικρό μυαλό μας. Και όση μας χρειάζεται για τη θρησκευτική μας μόρφωση και κατάρτιση. Και όση μας προσφέρει ο Θεός με τη θεία του Αποκάλυψη. Και οι Πατέρες της Εκκλησίας, μολονότι τονίζουν το αδύνατο να γνωρίσουμε το Θεό, αναφέρουν το αδύνατο αυτής της γνώσεως στην ουσία του Θεού, στα βάθη, στο τι είναι ακριβώς ο Θεός στην εσωτερική του φύση και Θεότητα. Και μας λέγουν, ότι από τις θείες ενέργειες μπορούμε να γνωρίσουμε το Θεό. «Ἡμεῖς δέ, λέγει ο Μ. Βασίλειος, ἐκ μέν τῶν ἐνεργειῶν (από τις ενέργειές του, από όσα κάνει για το καλό και τη σωτηρία μας, από αυτά) γνωρίζομεν τόν Θεόν ἡμῶν, τῇ δέ οὐσίᾳ αὐτῇ προσεγγίζειν οὐχ ὑπισχνούμεθα» (στην ουσία του όμως δε λέμε πως μπορούμε να τον πλησιάσουμε) Γιατί; Διότι «αἱ μέν γάρ ἐνέργειαι αὐτοῦ πρός ἡμᾶς καταβαίνουσιν, ἡ δέ οὐσία αὐτοῦ μένει ἀπρόσιτος». Οι πράξεις και τα έργα του φθάνουν έως εμάς και τις βλέπουμε. Η ουσία του όμως μένει μυστηριώδης και απλησίαστος. Μερική γνώση του Θεού μπορούμε να λάβουμε, και τη λαμβάνουμε από τις θείες ιδιότητες και ενέργειές του, από την πρόνοια και φροντίδα που φθάνουν έως εμάς και με τις οποίες δείχνει ο Ύψιστος το ενδιαφέρον του για το καλό και την πρόοδο τη δική μας (2).

Και τούτο το διδάσκουν οι άγιοι Πατέρες, λέγοντας· ότι η ψυχή «ὅτε πάντα τόν ἐπιχυθέντα ρύπον τῆς ἁμαρτίας ἀφ’ ἑαυτῆς ἀποτίθεται (όταν πετάξει η ψυχή από επάνω της όλη τη λέρα της αμαρτωλής ζωής της) καί μόνο τό «κατ’ εἰκόνα» καθαρόν φυλάττῃ… ὡς ἐν κατόπτρῳ θεωρεῖ τήν εἰκόνα τοῦ Πατρός, τόν Λόγον, καί ἐν αὐτῷ τόν Πατέρα», λέγει ο Μέγας Αθανάσιος. Ο άνθρωπος που διατηρεί αγνή και καθαρή την ψυχή του, είναι σαν να έχει εμπρός του καθρέπτη και βλέπει μέσα σε αυτόν το Θεό, και τον Πατέρα και τον Υιό. Και ο Γρηγόριος ο Νύσσης τα ίδια διδάσκει και θεολογεί: «Ὁ πάσης τῆς κτίσεως καί ἐμπαθοῦς διαθέσεως τήν ἑαυτοῦ καρδίαν ἀποκαθάρας, ἐν τῷ ἰδίῳ κάλλει τῆς θείας φύσεως καθορᾷ τήν εἰκόνα», επειδή «τῆς ἰδίας φύσεως ἀγαθῶν ὁ Θεός ἐνετύπωσε», τῇ ἀνθρωπίνῃ «κατασκευῇ τά τιμήματα, οἷόν τινά κηρόν σχήματι γλυφῆς προτυπώσας». «Ἡ θεότης δέ ἐστί καθαρότης, ἀπάθεια καί κακοῦ παντός ἀλλοτρίωσις. Εἰ οὖν ταῦτα ἐν τῷ ἀνθρώπῳ ἐστί, Θεός πάντως»· ἐν αὐτῷ ἐστί «καί ἡ καθαρότης, ὁ ἀγιασμός, ἡ ἁπλότης, πάντα τοιαῦτα τα φωτοειδῆ τῆς θείας φύσεως ἀπαυγάσματα, δι’ ὧν Θεός ὁρᾶται». Με απλά λόγια· Άνθρωπε, όσο η αμαρτία σκοτίζει την ψυχή σου, και εκείνα του Θεού τα μυστικά, που θα μπορούσες να τα γνωρίσεις από φυσικού σου, σου μένουν κρυφά και άγνωστα. Μόνο δε αν καθαρίσεις τον εαυτό σου από αμαρτωλά αισθήματα και πάθη, μόνο τότε σου ανοίγεται ο δρόμος και η θύρα της γνώσεως του Θεού, και κατά τη δύναμη του νου σου και ανάλογα προς το φωτισμό που παίρνεις από το Άγιο Πνεύμα πλησιάζεις το Θεό και γνωρίζεις τα απαραίτητα από όσα κάνει ο Θεός για τη σωτηρία σου.
Ονόματα του Θεού
Έχει ονόματα ο Θεός με τα οποία πρέπει να τον ονομάζουμε και να τον προσφωνούμε; Έχει. Και τέτοια ονόματα χαρακτηριστικά του Θεού αναφέρει η Αγία γραφή. Έτσι τον ονομάζει «Πνεύμα», «Πνεῦμα ὁ Θεός». Τον λέγει «Αγάπη», «Ὁ Θεός ἀγάπη ἐστί», λέγει ο ιερός Ευαγγελιστής του. Τον αποκαλεί «Φως». «Ὁ Θεός φῶς ἐστί»· ο Θεός «φῶς οἰκεῖ ἀπρόσιτον», όπως λέγει ο Απόστολός του. Αλλά και ο ίδιος ο Θεός έδωσε όνομα στον εαυτό του. Το όνομα αυτό είναι το «ὁ Ὤν». Όταν έστειλε τον προφήτη Μωυσή στο Φαραώ και τους Αιγυπτίους, για να ελευθερώσει τους Εβραίους από την τυραννία τους, είπε ο Μωυσής στο Θεό. Και αν με ρωτήσουν ποιος σε έστειλε γι’ αυτόν τον σκοπό, τι θα τους απαντήσω; Και ο Θεός του είπε· θα τους πεις «ὁ Ὤν ἀπέσταλκέ με» (Εξόδ. γ΄ 12, 15). Και επειδή ο ίδιος ο Θεός έδωσε στον εαυτό του το όνομα τούτο, γι’ αυτό και γύρω από την κεφαλή του Παντοκράτορος Κυρίου στις εικόνες της Εκκλησίας μας είναι γραμμένο το τρισγράμματο αυτό όνομα: «ὁ Ὤν».

α) «Ὁ Ὤν»

Και τι θα πει «ὁ Ὤν»; Θα πει ο υπάρχων. Εκείνος που υπάρχει, όχι σαν να τον έφτιαξε κάποιος άλλος, αλλ’ υπάρχει από τον εαυτό του, που πάντοτε, αχρόνως, προαιωνίως και αϊδίως υπάρχει, εκείνος που υπάρχει, χωρίς να έχει αρχή ούτε και τέλος. Αυτό θα πει και το «αΐδιος»: πάντοτε, αέναος, ο ίδιος και απαράλλακτος, χωρίς ποτέ να μεταβάλλεται και να αλλάζει. Όπως τον λέγει και στη θεία του Λειτουργία ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος· «ἀεί ὤν, ὡσαύτως ὤν». Και αυτό το όνομα ταιριάζει μάλλον στο Θεό, αυτό «παρουσιάζεται μᾶλλόν πως τῆς θείας οὐσίας ὄνομα». «Ὁ Ὤν» θα πει: εγώ είμαι που πάντοτε υπάρχω. Γι’ αυτό και όταν κάνει την απόλυση ο ιερέας στις ακολουθίες της Εκκλησίας μας, έτσι αρχίζει: «Ὁ Ὤν, εὐλογητός Θεός ἡμῶν».
β) Ο Θεός ονομάζεται Πνεύμα
 
Όπως είπε ο Κύριος στη Σαμαρείτιδα. Και τούτο πάλι τι θα πει; Ότι ο Θεός δεν είναι Ον υλικό με σώμα και μάτια και χέρια, όπως είμαστε εμείς οι άνθρωποι, αλλ’ είναι Πνεύμα, το Πνεύμα, το απόλυτο, το άυλο, το άπειρο, το άχρονο και υπερτέλειο Πνεύμα, πρόσωπο πέρα ως πέρα πνευματικό, που ούτε τα μάτια μας, ούτε η σκέψη μας μπορούν να το συλλάβουν και εννοήσουν. Και παρουσιάζει μεν η Γραφή το Θεό με μάτια και χέρια και αυτιά και πόδια, αλλ’ αυτές είναι εκφράσεις ανθρώπινες, και θέλει με αυτές να μας δηλώσει τις ενέργειες του Θεού για εμάς τους ανθρώπους.
γ) Ο Θεός ονομάζεται αγάπη

Τούτο είναι το πιο συγκινητικό όνομα και ιδίωμα του Θεού. Και τούτο θέλει να πει, πως ο Θεός είναι προσωπικός Θεός, διότι μόνο το πρόσωπο αγαπά και σκορπίζει αγάπη και ευσπλαχνία. Ο Θεός, λοιπόν, είναι όλος αγάπη. Γνωρίζει μόνο να αγαπά. Να αγαπά και να μη μισεί. Να αγαπά και να μην εκδικείται, όσο κακοί και βλάσφημοι και υβριστές της θείας του Μεγαλοσύνης είναι οι άνθρωποι. Να αγαπά και να ευλογεί, να ευεργετεί, να συγχωρεί, να σώζει από κάθε κακό, από κάθε κίνδυνο και τους χειρότερους ανθρώπους. Αυτό θα πει, ο Θεός είναι αγάπη. Και έπειτα «ὁ μένων ἐν τῇ ἀγάπῃ ἐν τῷ Θεῷ μένει καί ὁ Θεός ἐν αὐτῷ», όπως λέγει ο ιερός Ευαγγελιστής του. Ο Θεός αγάπη. Και η Θρησκεία του θρησκεία της αγάπης. Και η Εκκλησία του Εκκλησία αγάπης. Και η βασιλεία του βασιλεία αγάπης. Και τούτο πάλι σημαίνει, ότι όποιος είναι του Θεού και ανήκει στην Εκκλησία του Θεού και ακολουθεί τη θρησκεία του Θεού και εμπνέεται από το Ευαγγέλιο του Υιού του Θεού είναι και αυτός αγάπη, γεμάτος αγάπη και σκορπίζει προς όλους την αγάπη με τα έργα της αγάπης και φιλανθρωπίας, της συγγνώμης, της ευεργεσίας.

δ) Ο Θεός ονομάζεται Φως

Και τούτο ο Ευαγγελιστής Ιωάννης το αποκαλύπτει και λέγει· «ὁ Θεὸς φῶς ἐστι καὶ σκοτία ἐν αὐτῷ οὐκ ἔστιν οὐδεμία» (Α΄ Ιωάν. α΄ 5). Ο Θεός είναι φως, άκτιστο φως, «φῶς νοερόν τούς τῆς ψυχῆς ἡμῶν ὀφθαλμούς εἰς τήν ἀντίληψιν αὐτοῦ ἀνακινοῦν» και «φῶς τῶν κεκαθαρμένων διανοιῶν, οὐχί τῶν σωματικῶν τούτων ὀφθαλμῶν», όπως λέγει ο ιερός Αυγουστίνος. Φως πνευματικό, το οποίο ανοίγει και φωτίζει τα μάτια της ψυχής στο να τον αντιλαμβανόμαστε και κατά κάποιον τρόπο να τον βλέπουμε. Είναι φως των καθαρισμένων διανοιών και όχι των σωματικών μας οφθαλμών. Φως νοερό και άγιο. Μπορούμε να το δούμε τούτο το φως; Αδύνατο. Μία ακτίνα είδαν οι μαθητές στο όρος Θαβώρ και έπεσαν κάτω από τη λάμψη του. Πώς να ατενίσουμε εμείς τούτο το φως της θεότητας, άνθρωποι γήινοι και σαρκικοί, δηλαδή χωματένιοι και αμαρτωλοί όντες; Είναι απρόσιτο και απροσπέλαστο. Πάντως ο Θεός είναι φως, «ὅ φωτίζει πάντα ἄνθρωπον ἐρχόμενον εἰς τόν κόσμον».
«Πνεύμα ο Θεός» – «Αγάπη ο Θεός» «Φως ο Θεός». Και τα τρία αυτά χαρακτηριστικά, αλλά και λαμπρά και ένδοξα ονόματα του Θεού ο θεολογικότατος ευαγγελιστής Ιωάννης μας τα δίδει. Και μας τα δίδει σαν ένα προνόμιο και πνευματικό κεφάλαιο σε εμάς τους ανθρώπους. Και να θεολογούμε κάπως και εμείς και να εισχωρούμε, έστω και λίγο, στα ασύλληπτα μεγαλεία του Θεού μας. Και έτσι να καταλαβαίνουμε την ύψιστη τιμή που μας γίνεται να ανήκουμε στο Θεό, που είναι Πνεύμα και αγάπη και φως. Και μόνο αυτό; Το ουσιαστικότερο. Να γνωρίζουμε καλά το Θεό μας και ενούμενοι και εμείς μαζί του να επιτυγχάνουμε τη θέωσή μας. Και θέωσή μας είναι να γινόμαστε και εμείς εν τω Θεώ και διά του Θεού πνεύμα και αγάπη και φως. Άνθρωποι δηλαδή πνευματικοί και φωτεινοί, που μεταδίδουν και στους άλλους ανθρώπους πνεύμα και αγάπη και φως.

Η μοναστική εμπειρία του Πνεύματος

Η μοναστική εμπειρία του Πνεύματος

Καθηγ. Ινστιτούτου Ορθ. Θεολογίας “Άγιος Σέργιος”, Παρισίων Ολιβιέ Κλεμάν

Η μοναστική εμπειρία του Πνεύματος μοιάζει με προσωπική συγκέντρωση της εμπειρίας της Εκκλησίας. Ο πνευματικός άνθρωπος γίνεται ευχαριστιακός άνθρωπος. Μπορεί να αναπτυχθεί πλήρως μόνο εκεί που υπάρχει η πνευματική πληρότητα της Εκκλησίας, το Σώμα του Χριστού, ως μία υπεραφθονία χαρισμάτων. «Ο Κύριος των Δυνάμεων», αναφέρει ο Αρχιμ. Ιουστίνος Πόποβιτς. «είναι πλήρως παρών σε κάθε κύτταρο του θεανθρώπινού του Σώματος, όπου είναι αποταμιευμένη η χάρη του Θεού, η οποία αενάως διενεργεί θαύματα, εξαγιάζει και θεώνει όλους όσοι ποθούν τον Χριστό και τον αναζητούν».


Το Άγιο Πνεύμα και η χάρη του δεν δίδεται σε μεμονωμένα άτομα, δίδεται στην Εκκλησία ως μία κοινωνία «ομοούσιων» προσώπων. Ως μία κοινωνία «Πεντηκοστής», μέσα στην ενότητα του Σώματος του Χριστού, η Εκκλησία βρίσκεται στα εσώτερα βάθη της γνώσης και της αγάπης και ολόκληρη η ύπαρξη των προσώπων -τόσο ενσωματωμένα όσο και στην απαραίτητη μοναχικότητα, όπου ο καθένας βρίσκεται στα βάθη του Θεού μόνος προς Μόνο- δεν διαλύονται αλλά βρίσκουν την πηγή της αγάπης, ώστε το άλλο πρόσωπο γίνεται για μας απείρως πλησίον και απείρως άγνωστο που κανείς δεν μπορεί να κρίνει, σύμφωνα με τον ευαγγελικό κανόνα.

Τότε η απόκτηση των χαρισμάτων δεν είναι κατόρθωμα ενός μεμονωμένου ατόμου που υποστηρίζει ότι είχε έμπνευση αλλά μία «καθολική» πραγματικότητα με την πλήρη έννοια του όρου. Στην πλατειά διαλεκτική της ενότητας και της αντίθεσης που διακρίνει την Εκκλησία, «έκαστος ίδιον χάρισμα έχει εκ Θεού» (Α’ Κορ. 7:7), «διαιρέσεις δε χαρισμάτων εισί, το δε αυτό Πνεύμα· και διαιρέσεις διακονιών εισί, και ο αυτός Κύριος· και διαιρέσεις ενεργημάτων εισίν, ο δε αυτός έστι Θεός, ο ενεργών τα πάντα εν πάσιν» (Α’ Κορ. 12:4-6).

ο Χριστός Μ. Αρχιερεύς, πόλος από ωμοφόριο 18ος αι. Ι.Μ.Β..

Μοναχός είναι αυτός που εγκαταλείπει τον εαυτό του ως δώρο σε αυτό το βάθος της Εκκλησίας, αυτός που εισέρχεται στην καρδιά της Εκκλησίας, στην Εκκλησία «της καρδιάς», αυτή την πέτρα που «περικυκλώνεται από τα νερά στα βάθη της θάλασσας», όπως αναφέρει σε μια ομιλία του ο Άγιος Μακάριος. Η παράδοση τον αποκαλεί «ισάγγελο», όχι με την έννοια ενός «αγγελισμού», αλλά διότι βρίσκει την αλήθειά του ως μια λειτουργική ύπαρξη, ως «άνθρωπος του ιερού», όπως γράφει ο Παύλος Ευδοκίμωφ. Είναι αυτός που προσπαθεί να διακηρύξει με όλη του την ύπαρξη «άσω τω Κυρίω εν τη ζωή μου». Ανταποκρινόμενος σε αυτή την κλήση, γίνεται, χωρίς να το γνωρίζει, χαρισματικός, «εν ω και πιστεύσας εσφραγίσθη τω Πνεύματι της επαγγελίας τω Αγίω, ος έστιν αρραβών της κληρονομίας ημών, εις απολύτρωσιν της περιποιήσεως, εις έπαινον της δόξης αυτού» (Εφ. 1:13-14). «Σον βροτός αυ κλέος εστίν, ον άγγελον ενθάδ’ έθηκας υμνοπόλον της σης, ω φάος, αγλαΐης», γράφει ένας Καππαδόκης Πατέρας.

Καλούμενος να γίνει συνειδητά «πνευματοφόρος» ο μοναχός είναι πάνω απ’ όλα και θα παραμείνει για πάντα ένας «σταυροφόρος». Η ασκητική, σύμφωνα με τον τύπο του Μάξιμου του Ομολογητή, είναι «η συνειδητή ένωση της αδυναμίας του ανθρώπου με τη δύναμη του Θεού». Μόνο «η μνήμη του θανάτου», με την πνευματική έννοια της τελευταίας λέξης, μπορεί να οδηγήσει τον άνθρωπο στη «μνήμη του Θεού», στην έκχυση του Πνεύματος εν ονόματι Κυρίου. Κάθε αρετή που δεν οδηγεί σε αυτή τη διπλή μνήμη —του θανάτου και του Θεού— είναι στερημένη από χάρη και δύναμη. «Μόνο εκείνος που πεισματικά διαφυλάττει την αυτογνωσία του σ’ όλη τη διάρκεια της ζωής του δεν θα χάσει τη γνώση του Θεού», γράφει, ακολουθώντας ολόκληρη την παράδοση, ένας σχεδόν σύγχρονός μας Αθωνίτης μοναχός, ο Ιωσήφ Σπηλαιώτης. Σε αυτό τον αόρατο πόλεμο, όπου η προσοχή διακρίνει την πνευματική πηγή του κακού, ο ασκητής εξερευνά τα βάθη του, που είναι τα ίδια με ολόκληρης της ανθρωπότητας. 

Όπως είπε και ο Χριστός στον Γέροντα Σιλουανό: «Κράτα το νου σου στον Άδη και μην απελπίζεσαι». Στα βάθη του Άδη η ψυχή επιζητεί το έλεος και είναι εκεί που ανακαλύπτει η ίδια ότι αγαπάται. Αυτή είναι μια συνεχής μετάνοια: Ο κόσμος παύει να είναι αυτός του «εγώ», που ειδωλοποιεί τον εαυτό του (και την ίδια ώρα τον μισεί) και γίνεται ο κόσμος του Θεού, ο ολοφάνερα αντιστραμμένος κόσμος των Μακαρισμών και της Κοινωνίας. Τότε κατανοούμε ότι ο πόνος, η κόλαση, ο θάνατος έχουν σκορπιστεί, μέσω «των δυνάμεων του σκότους», στις καρδιές μας. Ο Χριστός όμως είναι ο νικητής του Άδη και του θανάτου και αυτή η αναστημένη ζωή, το φως και η δροσιά του Πνεύματος, μπορούν να αναπτυχθούν μέσα μας, σε ακόμη μεγαλύτερο βάθος, ανάλογα με το μέτρο της πίστης και της ταπείνωσής μας, και να δημιουργήσουν ανθρώπους θαυμάτων και κάποτε ευλογίας.

Υπάρχει ακόμη η εγρήγορση, η αγρυπνία, η νήψις (ένα άλλο επίθετο του μοναχού είναι νηπτικός). Ο άνθρωπος ξεσκεπάζει, κάτω από τις κοινωνικές και ηθικές εκφράσεις του κακού, τις σατανικές ρίζες αυτού του κακού και τη δική του θεμελιώδη συνενοχή. Ανακαλύπτει, ακόμη πιο βαθειά, τον ενσαρκωμένο και σταυρωμένο Λόγο, ο οποίος από παράφορη αγάπη κατέρχεται σε αυτή την απουσία του Θεού, την οποία απουσία εγώ αποτελώ. Από αυτή τη συνάντηση της Αγάπης με την μη-Αγάπη, η πέτρινη καρδιά του ανθρώπου σχίζεται και αρχίζει να γίνεται σάρκινη, η δε χάρη του Αγίου Πνεύματος ρέει στον άνθρωπο, ξεκινώντας από το κέντρο αυτής της νέας του καρδιάς. Ο σπόρος που πέφτει είναι μικρότερος από τον κόκκο του σιναπιού, αν όμως ο άνθρωπος επιτρέψει σ’ αυτή τη ζωή, που είναι πιο δυνατή από το θάνατο, να αναπτυχθεί μέσα του, τότε, χωρίς να δει ή χωρίς να γνωρίζει πώς, θα φτάσει στο ύψος ενός δέντρου που κινείται από την πνοή του Πνεύματος.

Η απόλυτη εγκατάλειψη κάποιου στα χέρια του Θεού με μια πίστη όπως αυτή του Αβραάμ, αυτή η εγκατάλειψη, αυτή η ταπείνωση -«Ότε προσεγγίσεις ενώπιον του Θεού διά προσευχής, ούτω γενού εν τω λογισμώ σου, ώσπερ μύρμηξ, και ώσπερ τα ερπετά της γης, και ώσπερ βδέλλα, και ως παιδίον ψελλίζον»- αυτή η θεμελιώδης κένωση, δίδει τη γνώση της ανθρώπινης κατάστασης, όχι γενικά και αόριστα, αλλά στην ιδιαίτερη αποδοχή του κάθε προσώπου. Για τον άνθρωπο που εξαγνίζει τον εαυτό του «κανένας δεν φαίνεται αμαρτωλός». Το μοναδικό θεμελιώδες κριτήριο που έχει κάποιος στη «σταυροφόρο και πνευματοφόρο» οδό, την οδό του Σταυρού και του Πνεύματος, είναι η ευαγγελική αγάπη προς τους εχθρούς. Και ο άλλος είναι πάντοτε εχθρός μου, όμως εγώ δεν έχω πλέον ανάγκη από εχθρούς αν άρχισα να πιστεύω στον Αναστάντα Χριστό.

Στο κέντρο αυτού του θανάτου και του δώρου της νέας ζωής, της «θυσίας του αίματος» και της αποδοχής του Πνεύματος, εμφανίζεται ένα βασικό χάρισμα, το δώρο των δακρύων. «Τούτο το σημείον έστω σοι εν οις πράγμασι βούλει υπεισδύναι του μη εισελθείν ένδοθεν του τόπου εκείνου. Όταν άρξηται η χάρις ανοίξαι τους οφθαλμούς σου προς το αισθάνεσθαι της θεωρίας των πραγμάτων εν αληθεία, τότε παρ’ αυτά άρξονται οι οφθαλμοί σου οχετηδόν δάκρυα εκχέειν. Ώστε πολλάκις εκπλύνεσθαι και τας πα¬ρειάς τω πλήθει αυτών. Και τότε ο πόλεμος των αισθήσεων γαλήνια, και ένδοθέν σου συστέλλεται. Εάν τις σε διδάξη τα ενάντια τούτων μη πιστεύσης αυτώ».

Ως η παρουσία του βαπτισματικού ύδατος, που είναι θάνατος και ανάσταση, τα δάκρυα δείχνουν πρώτα από όλα αγωνία και μετάνοια, ύστερα θαυμασμό, ευγνωμοσύνη και χαρά: αυτό συμβαίνει όταν συνειδητοποιήσουμε ότι η άβυσσος της κολάσεως, η δική μας κόλαση, εξατμίζεται σαν μια ασήμαντη σταγόνα μίσους στην άβυσσο της θείας αγάπης. Τότε τα δάκρυα γίνονται γαμήλιο ιμάτιο για να ντύσουν τους προσκεκλημένους με αγνή διάθεση στο δείπνο της Βασιλείας, από τους οποίους τίποτα άλλο δεν ζητείται παρά να ντύσουν την καρδιά τους με ένδυμα γιορτής. Αν κανείς μπορεί να μιλήσει για το «βάπτισμα του Πνεύματος» μέσα στη μοναστική παράδοση (όπως κάνει μερικές φορές ο Άγιος Συμεών ο Νέος Θεολόγος), ή μάλλον για συνειδητοποίηση και προσωπική αντίληψη (με ταπείνωση) της πνευματικής διάστασης του μυστηρίου του βαπτίσματος, αυτός αναφέρεται πάνω απ’ όλα στο χάρισμα των δακρύων. Και βέβαια αυτό βρίσκεται πέρα από κάθε χαρισματική θριαμβολογία…

«Μακάριοι οι πενθούντες, ότι αυτοί παρακληθήσονται». Αυτά τα χαρισματικά δάκρυα είναι, όπως αναφέρει η Μύρα Λοτ-Μποροντίν, τα «βαθειά νερά στην καρδιά του ανθρώπου», η οποία γίνεται εύκαμπτη στην πνοή του Πνεύματος. Ρέουν χωρίς να αλλοιώνουν το πρόσωπο, από τον πλούτο της καρδιάς. Εγείρουν ήδη το πνευματοποιημένο υλικό του «σώματος της δόξης».

Έτσι, το χάρισμα των δακρύων μας οδηγεί στο έσχατο χάρισμα που είναι η ένωση και η μεταμόρφωση του ανθρώπου μέσα στο θείο Φως του Θαβώρ. Αυτή είναι μια εσωτερική ένωση, μια εκστατική νηφαλιότητα, επέκστασις, της πνευματικής καρδίας που επανενώνεται και καταυγάζεται από μια ακτίνα του απρόσιτου Θεού που προσφέρει τον εαυτό του ενώ παραμένει κρυμμένος από το ίδιο του το φως. Έτσι η προσευχή εμπνέει την όλη μας ύπαρξη, που αποκωδικοποιεί και φέρνει στην επιφάνεια την προσευχή όλου του κόσμου. Αυτό είναι το σπάνιο χάρισμα της αυθόρμητης προσευχής, η οποία εισάγει τον κόσμο μέσα στην Εκκλησία και την Εκκλησία μέσα στο σώμα-ναό του Αγίου Πνεύματος. «Το πνεύμα γαρ φησίν όταν κατοικήση εν τίνι των ανθρώπων, ου παύεται εκ της προσευχής. Αυτό γαρ το πνεύμα αεί προσεύχεται. Τότε, ούτε εν τω καθεύδειν αυτόν, ούτε εν εγρηγόρσει η προσευχή εκ της ψυχής αυτού κόπτεται· αλλ’ εάν εσθίη, και εάν πίνη, και εάν κοιμάται, και εάν τι πράττη, και έως εν βαθεί ύπνω αι ευωδίαι και οι ατμοί της προσευχής εν τη καρδία αυτού αναδίδονται άνευ κόπου. Και χωρισμόν τότε η προσευχή ουκ έχει, αλλά πάσας τας ώρας αυτού, καν ησυχάση έξωθεν αυτού η τοιαύτη, αλλ’ ουν πάλιν η αυτή λειτουργεί εν αυτώ κρυπτώς. Την σιγήν γαρ των καθαρών, προσευχήν λέγει τις των χριστοφόρων. Επειδή οι λογισμοί αυτών θείαι κινήσεις εισίν· αι κινήσεις δε της καθαράς καρδίας και διανοίας, φωναί πραείαι εισίν, εν αις κρυπτώς τω κρυ¬πτώ ψάλλουσιν».

Ο πνευματικός άνθρωπος βυθίζεται στην Πνοή που ζωογονεί τον κόσμο και ντύνεται τα όμορφα άνθη του αγρού. Το άνοιγμα αυτής της χαρισματικής έμπνευσης, που είναι κάτι βαθύτερο από τη συνηθισμένη αναπνοή -«η αναπνοή του Πνεύματος», όπως την ονομάζει ο Άγιος Γρηγόριος ο Σιναΐτης- μας καλεί σ’ ένα δρόμο που ασταμάτητα ανανεώνεται από ένα θάνατο- ανάσταση, από το Θάνατο-Ανάσταση του Κυρίου. Η επίκληση «κολλά» στην αναπνοή, «πνευματοποιώντας την», και ο Θεός την ενώνει ακόμη και με τους παλμούς της καρδιάς (διότι ενδιαφέρεται για δωρεά και όχι για κατάκτηση). Με τον τρόπο αυτό ολόκληρος ο άνθρωπος γίνεται προσευχή, προσφέροντας τον κόσμο στο θυσιαστήριο της καρδιάς. Ο χωρόχρονος, που κάνει την καρδιά να πάλλει, δεν είναι πλέον μια ατέλειωτη φυλακή, αλλά ένας ναός γεμάτος από φως. Ο άνθρωπος «αισθάνεται» (με την αποφατική έννοια της φράσης «αισθάνομαι τον Θεό») τον αναστάντα Χριστό, ο οποίος είναι το πρόσωπο του Πατέρα, υπό το φως του Πνεύματος. Το Πνεύμα τον ενώνει με την αιώνια πνοή του Μονογενούς Υιού.

Σ’ αυτούς τους γεμάτους νηφαλιότητα δρόμους, όπου απορρίπτονται οι γήινου επιπέδου κινήσεις, όπου σήμερα εμφανίζονται μερικοί χαρισματικοί, δεν τίθεται θέμα θεαματικών εκστάσεων, ούτε και «μυστικών» αγαλλιάσεων, αλλά συστηματικής εργασίας σε όλα τα επίπεδα της ύπαρξης, μέσα στο φως που έρχεται από το σταυρό μέσω της Πεντηκοστής. Μεγάλες διαχύσεις ειρήνης και φωτός εμφανίζονται με την «κένωση», όχι έκτος χρόνου, αλλά στο διάφανο προορισμό ενός χρόνου, ο οποίος από τώρα και στο εξής είναι «χαλκηδόνιος», ένας διάφανος προορισμός ο οποίος διαπερνά τα πρόσωπα και τα πράγματα. Ακτινοβολούν από το μοναδικό Πρόσωπο και αναδεικνύουν κάθε πρόσωπο σε μοναδικό. Η καρδιά-πνεύμα παίρνει φως και πετά μακρυά με το θείο Πνεύμα σαν την περιστερά του Ψαλμωδού. Από αυτό το εσώτερο κέντρο, το Φως κατακτά σιγά-σιγά ολόκληρο το πρόσωπο μεταμορφώνοντας ακόμη και τις αισθήσεις με μια πληρότητα ασυνήθιστη, η οποία μάς θυμίζει τόσο καλά τη συνάντηση του Μοτοβίλωφ με τον Άγιο Σεραφείμ του Σάρωφ. «Όταν γαρ η ψυχή», αναφέρεται σε μια ομιλία του Αγίου Μακαρίου, «προς την τελειότητα του πνεύματος καταντήση, τελείως πάντων των παθών αποκαθαρισθείσα, και τω Παρακλήτω Πνεύματι διά της αρρήτου κοινωνίας ενωθείσα και ανακραθείσα, και καταξιωθή πνεύμα γενέσθαι, συγκεκραμένη τω Πνεύματι, τότε όλη φως, όλη οφθαλμός, όλη πνεύμα, όλον χαρά, όλον ανάπαυσις, όλον αγαλλίασις, όλον αγάπη, όλον σπλάχνα, όλον αγαθότης και χρηστότης γίνεται. Ώσπερ γαρ εν αβύσσω θαλάσσης λίθος πανταχόθεν ύδατι περιέχεται· ούτως ούτοι παντί τρόπω Πνεύματι αγίω ανακεκραμένοι, αφομοιούνται τω Χριστώ, τας αρετάς της δυνάμεως του Πνεύματος ατρέπτως εν εαυτοίς έχοντες, έσωθεν όντες άμωμοι, και άσπιλοι και καθαροί». Αυτοί οι καρποί του Πνεύματος είναι χαρίσματα αγάπης και διακονίας. Ο πνευματικός άνθρωπος που είναι βυθισμένος μέσα στην τριαδική ενότητα, είναι χωρισμένος από όλους και από κανένα: βιώνει μέσα στο μοναδικό Χριστό την πραγματικότητα να είναι ένας ανεπανάληπτος άνθρωπος. Είναι «ο πάντων χωρισθείς, και πάσι συνηρμοσμένος», όπως αναφέρει η γνωστή ρήση του Ευάγριου Ποντικού. Με αυτόν τον τρόπο αντιλαμβάνεται την ταυτότητα της αγάπης και της ελευθερίας.

Τρία χαρίσματα συμπλέκονται εδώ: η διάκριση, το προορατικό χάρισμα και η συμπάθεια. Όσοι καθαρίσουν την καρδιά τους με δάκρυα εξέρχονται του εαυτού τους και ο Θεός τους αποκαλύπτει την κατάσταση των καρδιών των άλλων. Αυτό ονομάζεται διάκριση πνευμάτων: διότι ποτέ κανείς δεν μπορεί να γνωρίζει τον άλλο παρά μόνο μέσα από αποκάλυψη. Με τον τρόπο αυτό επιτυγχάνουν την πνευματική πατρότητα, σύμφωνα με την εικόνα του Πατέρα ο οποίος αγαπά θυσιαστικά και μεταδίδει το Άγιο Πνεύμα. Ο πνευματικός πατέρας γνωρίζει, με ένα είδος χαρισματικού ενστίκτου, πότε πρέπει να μιλήσει ή να σιγήσει, να ακούσει ή να ερωτήσει, πότε να εισηγηθεί θεραπεία ή να προτείνει εξέταση, να ανοίξει μια πληγή ή να τη θεραπεύσει… Διακρίνει στον εαυτό του και στους άλλους τις κινήσεις των λογισμών, τα πάθη μόλις αυτά αρχίσουν να φυτρώνουν. Είναι προικισμένος όχι μόνο με τη διάκριση που αποκτάται μέσα από την ανθρώπινη εμπειρία και σοφία, αλλά με μια πραγματική «θεία διάκριση», η οποία και μόνο του δίνει την ικανότητα να εισηγείται κάθε φορά μια λέξη που χαρίζει «ζωή στις ψυχές».

Το δώρο της διάκρισης συχνά στους πνευματικούς συνοδεύεται με το προορατικό χάρισμα. Προορατικό χάρισμα, παρά τις αποστάσεις, με ένα πολύ καθαρό τρόπο, παρατηρείται στον Μέγα Αντώνιο, ο οποίος, όπως μας διηγείται ο Άγιος Αθανάσιος, ενόσω βρισκόταν στην έρημο, πολλές φορές έφευγε και ερχόταν να δει τι συνέβαινε στις πόλεις και τους δρόμους της Αιγύπτου… Περισσότερο συχνά το προορατικό χάρισμα είναι μια εσωτερική κατάσταση: «Ζει μέσα σου», γράφει ο Στάρετς Αμβρόσιος της Όπτινα, «είναι πιο πολύ κοντά σου αυτός παρά εσύ στον εαυτό σου. Αισθάνεσαι ότι τα μάτια του βλέπουν όλα τα άσχημα και όλα τα καλά μέσα σου. Χαίρεσαι με αυτό και για το ότι τίποτα δεν ξεφεύγει από τα μάτια αυτού που ζει μέσα σου». Ο πνευματικός άνθρωπος, χάρη στην ταπείνωση, την προσευχή, τη διακονία και τη χαρά, μπορεί συγχρόνως να ανοίγεται στους άλλους και στον Θεό. Όταν βρίσκεται με το διπλανό του, με μια διάθεση εσωτερικής πτωχείας και περισυλλογής, τα λόγια που πρέπει να πει αποκαλύπτονται μέσα από την καρδιά του, χωρίς να σκεφθεί προηγουμένως για το τι πρέπει να πει. «Ο αφ’ εαυ¬τού λαλών την δόξαν την ιδίαν ζητεί, ο δε ζητών την δόξαν του πέμψαντος αυτόν, ούτος αληθής έστι, και αδικία εν αυτώ ουκ εστίν» (Ιω. 7:18).

Αχώριστο από τα χαρίσματα της διάκρισης και της προορατικότητας εμφανίζεται και το χάρισμα της συμπάθειας, «της αγίας και πάσχουσας αγάπης», όπως την ονομάζει ο Αντώνιος του Κιέβου, της συμμετοχής στη μωρία της αγάπης εκείνης, η οποία έκανε τον Θεό να αφήσει την υπερβατικότητά του και να πεθάνει πάνω στο σταυρό. Αυτοί που δέχονται το δώρο της συμπάθειας, αποκτούν με τη χάρη του Θεού τη δυνατότητα να θεραπεύουν και τον πιο μυστικό πόνο του γείτονά τους. Συσταυρώνονται με τον Χριστό και φτάνουν στην ατέλειωτή του τρυφερότητα-κατάνυξη. Εύχονται, μαζί με τον Απόστολο, «ανάθεμα είναι από του Χριστού υπέρ των αδελφών» τους (Ρωμ. 9:3). Προσεύχονται για την παγκόσμια σωτηρία. Ο Άγιος Ισαάκ ο Σύρος προσευχόταν για τα ερπετά και τους δαίμονες. Εύχονται, μαζί με τον Αββά Αγάθωνα, να βρουν ένα λεπρό να του προσφέρουν το σώμα τους και να πάρουν το δικό του, να υποφέρουν μόνοι τους τα βάσανα της κολάσεως ώστε κανείς να μην καταλήξει σ’ αυτή. «Ώσπερ εστίν ο Θεός σκεπάζειν τον κόσμον, ούτω γέγονεν ο Αββάς Μακά¬ριος σκεπάζων τα ελαττώματα, α έβλεπεν ως μη βλέπων και α ήκουεν ως μη ακούων». Ο Άγιος Κοσμάς ο Αιτωλός, όταν εγκατέλειψε το Άγιον Όρος για ιεραποστολικό και κοινωνικό έργο, έλεγε: «Ας χάσει ο Χριστός ένα πρόβατο, έμενα, και ας κερδίσει τα άλλα». Ο πνευματικός άνθρωπος, που δέχεται αυτό το χάρισμα, διακρίνει στο διπλανό του, πέρα από προσωπεία και προσωπικά χαρακτηριστικά, μια κρυμμένη αλήθεια, αυτή του προσώπου. Κάτω από το φως αυτής της χαρισματικής αγάπης, οι ψυχές, που τόσο συχνά μισούν τον εαυτό τους και πιστεύουν ότι μισούνται και από τους άλλους, ανοίγουν. Ανακαλύπτουν ότι αγαπιούνται. Ανακαλύπτουν ότι η αγάπη είναι δυνατή.

(«Ορθόδοξος Μοναχισμός», εκδ. Αρμός, σ. 75-86)
pemptousia.gr

Ο Αιώνιος Παράδεισος - Το μυστήριον του Θανάτου

Ο ΑΙΩΝΙΟΣ ΠΑΡΑΔΕΙΣΟΣ
Ή μέλλουσα βασιλεία.
Ν.Π.ΒΑΣΙΛΕΙΑΔΗΣ
Είναι καιρός πλέον νά προσπαθήσουμε νά δοκιμάσουμε κάποια πρόγευση τής αιώνιας μακαριότητος τών δικαίων. Κατά τήν ήμέρα τής κρίσεως ό Κριτής θά στραφεί πρός αύτούς μέ βλέμμα ιλαρό καί φωτεινό καί θά τούς πει μέ γλυκειά φωνή: «Δεϋτε οί ευλογημένοι τοΰ πατρός μου, κληρονομήσατε τήν ήτοιμασμένην ύμϊν βασιλείαν άπό καταβολής κόσμου» (Ματθ. κε' [25] 34).
’Ώ, ή αιώνια βασιλεία! Πρός αύτήν στρέφονται οί άγιες ελπίδες καί οί άναβάσεις τής καρδιάς μας· πρός αύτήν κατατείνουν όλοι οί ιεροί μας πόθοι. Αύτή είναι τό ύψιστο τέλος τών θεοφιλών άγώνων μας. Αύτή νοσταλγούμε άπό τότε ποό έξορισθήκαμε άπό τόν έπίγειο παράδεισο- πρός αύτή σπεύδουμε άπό τότε πού ό Κύριος είσήλθε θριαμβευτής στόν ούρανό, κλαίοντες καί άγαλλόμενοι, πενθούντες καί χαίροντες. Πρός έκείνη τήν άληθινή κατάπαυση τρέχουμε,γιά νά είσέλθουμε όσοι έπιστεύσαμε (Έβρ. δ' 3). Έσπείραμε έδώ «εν δάκρυσιν»·, Έκεϊ θά θερίσουμε «έν άγαλλιάσει» (Ψαλ. ρκε' [125] 5). Οί ήμέρες τής πολύμοχθης σποράς τών Άγίων - εϊτε άρχοντες είναι αύτοί εϊτε άρχόμενοι- εϊτε σοφοί εϊτε άσοφοι- εϊτε γέροντες εϊτε νέοι καί νήπια- εί'τε άνδρες εϊτε γυναίκες - πρός έκείνη τήν αιώνια ήμέρα άποβλέπουν γιά τήν πλούσια συγκομιδή. Όλοι αύτοί οί 'Άγιοι, ώς μία παγκόσμια λεγεών, πορεύονται διά μέσου τών αιώνων τήν πρός τά άνω πορεία, γιά νά κληρονομήσουν τήν άτελεύτητη ζωή.
’Άς ύψωθούμε λοιπόν καί έμεΐς έπάνω άπό τόν θόρυβο καί τόν πονηρό περισπασμό τής παρούσης ζωής. Καί άς κάμουμε στό εξής άντικείμενο τής φιλόθεης μελέτης καί τών ιερών στοχασμών μας έκεΐνον τόν λαμπρό καί άτελεύτητο «χρυσούν αιώνα». Καί μόνο ή ενθύμηση τής μακαρίας έκείνης άπολαύσεως γεμίζει τήν ψυχή μέ ανέκφραστη παρηγορία καί αναπτερώνει τίς έλπίδες μας. Διότι βεβαιωνόμαστε ότι έκεΐ έναποθέτει ή ακάματη θύελλα τού παρόντος βίου τά ώραιότατα καί εύωδέστατα άνθη, τά όποια άποσπά άπό τόν στέφανο τών θεοφιλών άγώνων έδώ στή γή. Διότι βεβαιωνόμαστε κατά τρόπο μυστικό ότι έκεΐ δέν θά βρούμε μόνο ό,τι ώραϊο χάσαμε καί ό,τι άγιο έγκαταλείψαμε έδώ στή γή, άλλά άσυγκρίτως ώραιότερα καί άφάνταστα άγιότερα.
Ή εύδαιμονία τοϋ Παραδείσου δέν συγκρίνεται μέ καμμία άγία χαρά τοϋ παρόντος κόσμου. Διότι όλες οί χαρές τής έπίγειας ζωής μας άδυνατίζουν άπό τόν φόβο μήπως παραβούμε τό άγιο θέλημα τού Θεού, μήπως άστοχήσουμε στό έργο τής σωτηρίας μας. Διότι έφ’ όσον φορούμε άκόμη σάρκα, κινδυνεύουμε. Έκεΐ όμως θά έχουμε λυτρωθεί άπό όλα αύτά διά παντός. Δέν κινδυνεύουμε πλέον νά άντιμετωπίσουμε τήν όργή τού Κριτού. Αύτή άκριβώς ή χαρά τής αιώνιας λυτρώσεως καί ή άπόκτηση τού παμπόθητου Παραδείσου θά γεμίζει τήν ψυχή μας μέ άνέκφραστη εύφροσύνη, τήν όποία δέν μπορούμε οΰτε κάν νά φαντασθοϋμε στήν παρούσα ζωή. Διότι όπως ένας έκ γενετής τυφλός δέν έχει τή δυνατότητα νά περιγράψει ή νά έκφρά-σει τήν ποικιλία τών χρωμάτων καί τών μορφών, τό φώς τοϋ ούρα-νού, τίς συμμετρικές διαστάσεις καί τά ώραιότατα χρώματα τού πλανήτη μας, κατά παρόμοιο τρόπο λείπουν καί άπό μάς παραστάσεις, έμπειρίες, ιδέες καί λέξεις γιά νά έκφράσουμε τά θαυμάσια τής νέας ζωής. Αντίθετα μάλιστα- οί λέξεις καί οί εικονικές έκφράσεις πού χρησιμοποιούμε γιά νά περιγράψουμε τή μέλλουσα βασιλεία, μάλλον έπισκοτίζουν τήν πραγματικότητα! Άλλά καί όταν άγιοι τού Θεού άνθρωποι μάς μιλούν γιά κάποια πτυχή τής μακαρίας ζωής τού Παραδείσου, ή όποία τούς άποκαλύφθηκε άπό τόν Θεόν, καί πάλι άδυνατούμε νά έννοήσουμε τή γλυκύτητα τής αιώνιας βασιλείας. Διότι πώς είναι δυνατόν νά έννοήσει τή γλυκύτητα τού μέλιτος έκεϊνος πού δέν γνωρίζει τί είναι τό μέλι;
Έξ άφορμής τής άδυναμίας μας αύτής ό άγιος Συμεών ό νέος Θεολόγος μάς συμβουλεύει μέ πατρική στοργή: «Διά τούτο παρακαλώ σας, άδελφοί μου, νά μή θέλωμεν νά μανθάνωμεν μέ λόγια μοναχά έκεΐνα τά άνεκδιήγητα άγαθά τοϋ Θεοϋ, τό όποιον είναι άδύνατον καί εις έκείνους όποϋ τά διδάσκουν, καί εις έκείνους όπου τά άκούουν- ότι ουτε έκεΐνοι όποϋ διδάσκουν περί νοητών, καί θείων πραγμάτων, ήμποροϋν νά δώσουν φανεραΐς άποδείξεις μέ παρα δείγματα, καί νά παραστήσουν πραγματικώς ,την άλήθειαν, ουτε έκεΐνοι όποϋ τά άκούουν ήμποροϋν νά μάθουν άπό τούς λόγους τους μοναχά τήν άκρίβειαν τών λεγομένων. Άλλά πρέπει νά άγωνισθώμεν μέ κόπους καί πόνους πολλούς διά νά ελθωμεν εις τήν θεωρίαν αύτών, καί νά τά καταλάβωμεν μέ τήν πράξιν, καί δοκιμήν, καί τότε νά διδαχθοϋμεν καί νά φωτισθοϋμεν έκεΐθεν καί τούς περί τών τοιούτων άγαθών λόγους»
Ή Άγία Γραφή, άν καί μάς προσφέρει πλούσιες είκύνες προκειμένου νά μάς περιγράφει τόν Παράδεισο, ώστόσο μάς διδάσκει μέ τόν θεοκίνητο Παύλο, ό όποιος «ήρπάγη» καί άνυψώθηκε μέχρι τρίτου ούρανού, ότι όσα ετοίμασε ό Θεός γιά έκείνους πού τόν άγαποϋν «οφθαλμός ούκ είδε καί ούς (αύτί) ούκ ήκουσε καί έπί καρδίαν άνθρώπου ούκ άνέβη» (Ά Κορ. β' 9). Έκεί ό θείος Παύλος άκουσε λόγια τά όποια κανείς άνθρωπος δέν έχει τή δύναμη νά έκφράσει, ουτε καί έπιτρέπεται νά τά διατυπώσει λόγω τής ίερότητός τους (IV Κορ. ιβ' [12] 4). Στό 21ο καί 22ο κεφάλαιο τοϋ βιβλίου τής Άποκα-λύφεως ό μύστης τών μυστηρίων τού Θεοϋ περιγράφει τόν Παράδεισο ή τήν «καινήν Ιερουσαλήμ» ώς νύμφη έτοιμασμένη σέ γάμο- ώς σκηνή, στήν όποία ό Θεός κατοικεί αιώνια μέ τούς άνθρώπους, οί όποιοι ζοΰν στή θεία μακαριότητα εις «μονάς πολλάς» (Ίω. ιδ' [14 ]
2). Ή έπουράνια πόλη είναι άχειροποίητη, πάντοτε ολόφωτη καί άφάνταστα ώραία, άσφαλισμένη άδιάσειστα στόν αιώνα, καί προσφέρει πανευτυχή διαμονή στούς κατοίκους της. Οί θεμέλιοί της, οί δώδεκα Απόστολοι, είναι κοσμημένοι μέ τούς πολύτιμους λίθους ϊασπι, σάπφειρο, άχάτη, σμάραγδο, σαρδόνυχα, σάρδιο, χρυσόλιθο, βήρυλλο, τοπάζιο, χρυσοπράσινο, υάκινθο καί άμέθυστο. Τά τείχη καί όλα όσα είναι μέσα σ' αύτήν είναι κατασκευασμένα άπό ϊασπι καί καθαρό χρυσό. Οί κάτοικοί της πίνουν άπό «τό ύδωρ τό ζών», τρέφονται άπό τόν καρπό τοϋ «ξύλου τής ζωής» (Άποκ. β' 7) καί βλέπουν διά παντός τό πρόσωπο τού Άρνίου Χριστού. Έκεϊ δέν ύπάρ χει ναός, διότι ή ϊδια αύτή πόλη ολόκληρη είναι τό κατοικητήριο τοϋ παντοκράτορος Θεοϋ καί τοϋ Άρνίου. Στήν «μέλλουσαν πάλιν» (Έβρ. ιγ' [13] 14),τόν «Παράδεισον»(Αουκ. κγ' [23] 43),τήν «πόλιν τοϋ Θεοϋ», τήν «πανήγυριν καί έκκλησίαν πρωτοτόκων έν ούρανοις άπογεγραμμένων» (Έβρ. ιβ' [12] 22-23), τήν κληρονομιά πού δέν φθείρεται καί δέν μολύνεται ούτε μαραίνεται, άλλ’ έχει φυλαχθεί στούς ούρανούς γιά τούς πιστούς (Α' Πέτρ. α' 4), ό Κύριος θά πίνει μαζί μας τό «καινόν» ποτήριον (Ματθ. κζ' [26] 29) στό «μέγα δεϊπνον» (Λουκ. ιδ' [14] 15, 16)3. Έκεΐ ό Κύριος θά ζώσει τή μέση του καί θά βάλει τούς δικαίους νά καθίσουν, καί άφού έλθει πλησίον τους, θά τούς ύπηρετήσει (Λουκ. ιβ' [12] 37).
Όλη αύτή ή δόξα πού μάς περιμένει καί μέ τήν όποία δέν συγκρίνονται τά όσα πάσχουμε καί ύποφέρουμε κατά τόν τωρινό καιρό (βλ. Ρωμ. η' 18),περιγράφεται στήν Κ. Διαθήκη μέ τίς συμβολικές έκφράσεις καί εικόνες τοϋ «δείπνου», τοϋ «γάμου», μέ τήν «άνάκλισιν» σέ συμπόσιο κλπ. Είναι όμως άξιο προσοχής ότι τή λέξη «Παράδεισος», τήν όποία έμεϊς τόσο πολύ χρησιμοποιούμε, ή Κ. Διαθήκη τήν άναφέρει τρεις μόνο φορές! Μία φορά, όταν ό Κύριος μίλησε πρός τόν έκ δεξιών του ληστή (Λουκ. κγ' [23] 43)· μία φορά, όταν ό άπόστολος Παύλος βεβαιώνει ότι «ήρπάγη είς τόν Παράδεισον»(Β' Κορ. ιβ' [12] 4)· καί μία φορά, όταν ό εύαγγελιστής ’Ιωάννης όμιλεϊ γιά τό «ξύλον τής ζωής» (Άποκ. β' 7). Αύτό παρατηρεϊται, διότι στίς ήμέρες τού Κυρίου ή λέξη είχε προσλάβει έννοια καθαρά ύλιστική, ώστε νά έξομοιώνει τά ύπέργεια καί άϋλα καί θεία μέ πράγματα ύλικά. Αύτό είναι σπουδαίο δίδαγμα καί γιά μάς, οί όποιοι πρέπει νά μιλούμε γιά τίς ούράνιες πραγματικότητες μέ προσεκτική καί συγκρατημένη ορολογία καί νά μήν έκφραζόμαστε ούτε νά συζητούμε γιά τά θεία πράγματα κατά τρόπο γήινο καί ύλιστικό...
Αφθαρτον και απερινόητο κάλλος
Ας δοΰμε δμως πώς εκφράζονται οί θείοι Πατέρες γιά τήν αιώνια μακαριότητα τών δικαίων. Καθ’ όσον μάλιστα οί , Πατέρες, δπως λέγει ό Θεολόγος Γρηγόριος, δέν έξετάζουν «χοϊκώς» τά τοϋ πνεύματος ούτε τά «ύψηλά ταπεινώς», άλλά ομιλούν γιά τά μυστήρια τής θείας βασιλείας μέ θαυμαστή άκρίβεια καί άγιο φόβο!
Γράφει ό θείος Χρυσόστομος: ’Εννόησε τήν κατάσταση τής ζωής εκείνης, όσο είναι δυνατόν νά τήν εννοήσει κανείς. Γι’ αύτήν λαμβάνουμε κάποια ιδέα άπό όσα έχουν γραφεί συμβολικά καί αίνιγμα-τωδώς. Άπό τή ζωή έκείνη «άπέδρα οδύνη, λύπη καί στεναγμός» (Ήσ. λε' [35] 10). Σ’ αύτό τό τρισμακάριο τέλος θά φθάσουν όσοι βάδισαν μέ σταθερότητα καί αγωνιστικότητα τήν οδό τών άγίων άρετών τού Χριστού. Έκεϊ δέν έχει νά φοβηθεί κανείς άπύ άρρώστια ή φτώχεια- δέν ύπάρχει έκεϊ άδικών καί άδικούμενος. Δέν θά δεις έκεϊ άνθρωπο πού νά οργίζεται ή βάσκανο καί φθονερό, ούτε κανένα άλλον πού νά φλέγεται άπό «άτοπον έπιθυμίαν», ούτε άλλον «ύπέρ άρχής καί δυναστείας κοπτύμενον (νά πασχίζει)». ’Εκεί θά έχουν σβήσει όλα τά πάθη, δλα θά είναι γεμάτα ειρήνη, εύφροσύνη καί χαρά. Όλα θά είναι ήσυχα, άτάραχα, ίλαρά καί γαλήνια, «πάντα ήμέρα καί λαμπρύτης καί φώς». Φώς όχι αύτό πού ύπάρχει τώρα. άλλ’ άλλο, διαφορετικύ άπ’ αύτό. Έκεΐνο τό φώς θά είναι τόσο λαμπρότερο, όσο ισχυρότερος είναι έδώ ό ήλιος άπό τό λυχνάρι. Έκεϊ δέν ύπάρχει «γήρας, ούτε τά τού γήρατος κακά». Έκεϊ όλα τά έπακόλουθα τής φθοράς θά έξαφανισθοϋν, παντού θά κυριαρχεί ή άφθαρτη δόξα. Τό μεγαλύτερο δμως δλων τών έκεϊ άγαθών είναι ή συνεχής άπόλαυση «τής πρός τόν Χριστόν ομιλίας», «μετά άγγέλων μετά άρχαγγέλων, μετά τών άνωτέρω δυνάμεων». Έπί πλέον έκιί δέν θά ύπάρχει πουθενά έπανάσταση καί μάχη· διότι θά κυρίαρχαϊ άγάπη, συμφωνία γνώμης, ενότητα στενή μεταξύ δλων τών άγίων. τών πολιτών τής βασιλείας. Έκείνη είναι ή πραγματική ζωή, ή άπαλλαγμένη άπό τόν θάνατο, ή όποία έχει καθαρά τά άγαθά. Έκεϊ «πάντα (όλα είναι) χαρά, πάντα ειρήνη, πάντα άγάπη, πάντα ευθυμία, καί πάντα εύφροσύνη, πάντα άληθή καί ειλικρινή» καί άκλόνη τα. Έκεΐ δέν ύπάρχει «θυμός,ού λύπη,ού χρημάτων έρως,ού σωμάτων πόθος, ού πενία, ού πλούτος, ούκ άτιμία, ούκ άλλο τών τοιούτων ούδέν»
Ό Μ. Βασίλειος γράφει: Έκείνη ή χώρα είναι χώρα ζώντων, στήν όποία δέν ύπάρχει νύκτα, δέν ύπάρχει ύπνος,ή άπομίμηση τοϋ θανάτου, στήν όποία δέν ύπάρχει φαγητό, δέν ύπάρχει ποτό,τά ύποστη-ρίγματα τής άδυναμίας μας· δέν ύπάρχει έκεΐ άσθένεια, δέν ύπάρχουν πόνοι, δοκιμασίες καί θλίψεις, δέν ύπάρχει ιατρική θεραπεία, δέν ύπάρχουν δικαστήρια οΰτε έμπόριο οΰτε τέχνες οΰτε χρήματα, ή αιτία όλων τών κακών, ή άφορμή τών πολέμων, ή ρίζα τής έχθρας-άλλά έκεΐ είναι χώρα ζώντων, όχι άποθνησκόντων έξ αιτίας τών άμαρτιών, άλλά ζώντων τήν άληθινή ζωή, πού παρέχεται άπό τόν Ίησούν Χριστόν
Έπί πλέον, ή βασιλεία τών ούρανών δέν είναι ζωή άδρανείας, άπραξίας καί νάρκης. Δέν είναι προσθήκη αιώνων έπί αιώνας· δέν είναι κάτι τό άχρωμάτιστο καί κατάσταση ύπνου, ραστώνης (νωχέλειας, νωθρότητος) καί «άμεριμνοαμεριμνησίας». Είναι ζωή καί δράση, πού ύπερβαίνουν τά άνθρώπινα μέτρα καί τήν άνθρώπινη κατάληψη. Αύτό μάς τό φανέρωσε τό 'Άγιον Πνεύμα. Όταν έδινε οδηγίες τί έπρεπε νά γράψει ό εύαγγελιστής ’Ιωάννης στόν έπίσκοπο τής Εκκλησίας τών Σάρδεων, πρόσθεσε: Έχεις λίγα πρόσωπα στίς Σάρδεις,τά όποια δέν έμολύνθησαν μέ σαρκικές άμαρτίες. Αύτοί θά περιπατήσουν καί θά ζήσουν μαζί μου μέ ένδύματα λευκά καί φωτεινά (Άποκ. γ 4). 'Ώστε «ό μέλλων μακάριος βίος παρίσταται» άπό τό Αγιον Πνεύμα «ώς ζωή καί κίνησις («περιπατήσουσι»), ώς (βίος) δυναμικός καί ούχί στατικός» . Ή έκεΐ ζωή θά είναι δημιουργική, έντελώς διαφορετικής μορφής βεβαίως άπό τήν έδώ ζωή. Έκεΐ θά ύπάρχει περισσότερη ζωή καί κίνηση άπό ό,τι ύπάρχει έδώ. Όλα δέ αύτά δέν θά συντελοϋνται μέσα σέ χώρο καί χρόνο, στή διαδοχή τής ήμέρας καί τής νύκτας· μέσα σέ θορύβους, σέ άγχος, σέ πίεση, μέ βιαστικές καί νευρικές κινήσεις. Όσα θά γίνονται έκεΐ δέν θά είναι «περισπασμός πονηρός» καί «ματαιότης» (Έκκλ. α 13- 2), γεμάτα ταραχή, πόνο καί δάκρυα. Ή έκεί ζωή δέν θά είναι ανησυχία, άγωνιώδης φροντίδα ή τραγωδία. Θά είναι δημιουργική πτήση σ’ ένα αιώνιο παρόν- μία αληθινή ζωή μέσα στούς κόλπους τής άρχιφώτου, ύπεραγάθου καί μακαρίας Τριάδος! Θά ποντοποροϋμε σέ κόσμους όλονέν νέους, άφάνταστα ώραίους! Θά ζοϋμε σέ κύσμο αιώνια νέο, αιώνια φωτεινό καί λαμπρό, αιώνια άγιο, στόν όποιο ή «χάρις τού Κυρίου ’Ιησού Χριστού καί ή άγάπη τού Θεού καί ή κοινωνία του Αγίου Πνεύματος» (Β' Κορ. ιγ' [13] 13) θά είναι μόνιμο καί άναφαί-ρετο κτήμα τών έκλεκτών καί προσφιλών τέκνων τού Θεού (βλ. Έβρ. ιβ' [12] 23)- τών δικαίων πού έχουν γίνει τέλειοι. Καί όλα αύτά μέσα στήν ειρήνη τού Θεού, τής όποιας τήν τελειότητα δέν μπορεί νά νιώσει ουτε άνθρώπινος ούτε άγγελικύς νούς (βλ. Φιλιπ. δ' 7).
Ό Μέγας Φώτιος συνοψίζει όλα αύτά σέ μία ώραιότατη έπιστολή, τήν όποία έγραψε πρός τόν άδελφό του Ταράσιο, προκειμένου νά τόν παρηγορήσει γιά τόν θάνατο τής κόρης του. Ό ίερός Πατήρ παρουσιάζει τήν κόρη πού έκοιμήθη νά έμφανίζεται στόν πατέρα της, νά τοϋ περιγράφει τά έκεί καί νά τοϋ λέγει: Είμαστε έδώ στόν Παράδεισο πλήρεις έγρηγόρσεως καί γνώσεως. Κατέχουμε «τήν θείαν καί ούράνιον σοφίαν», άπολαμβάνουμε άνεκλάλητα άγαθά. Όλος ό έδώ βίος μας είναι «έορτή καί πανήγυρις - λαμπροί δέ λαμπρώς έν άφθάρτοις καί καθαρωτάτοις πολιτευόμενοι σώμασι. Θεόν όρώμεν». όσο είναι δυνατό νά τόν δει άνθρωπος. Καί ένώ έντρυφοϋμε στύ άφραστο καί άπερινόητο κάλλος, «διά παντός άγαλλόμεθα» χωρί' ποτέ νά αισθανόμαστε χορτασμό. Απ’ έναντίας ή άφθονία τής θαυ μαστής αύτής άπολαύσεως γίνεται άφορμή περισσότερης καί βαθύτερης άγάπης πρύς τόν Θεόν. Καί ένώ ικανοποιούμαστε άπό τή θείοι γνώση, ή ικανοποίηση αύτή αύξάνει τόν άγιο πόθο τής γνώσεως, ό όποιος ούδέποτε κατασιγά καί ούδέποτε έκλείπει
Η Θέωση του Ανθρώπου
Ο Κύριος ήμών ’Ιησούς Χριστός έγινε άνθρωπος όχι μόνο γιά νά μάς σώσει άπό τήν άμαρτία, άλλά καί γιά νά άποκαταστήσει πλήρως τήν κοινωνία μας μέ τόν Θεόν, τήν όποία έχάσαμε. Ό Κύριος έγινε άνθρωπος, γιά νά γίνουμε έμεϊς οί άνθρωποι θεοί,γράφει ό Μ. Αθανάσιος. Αλλού παρατηρεί: Έκαμε έμάς τούς άνθρώπους υίούς γιά τόν Πατέρα καί μάς έθεοποίησε μέ τό νά γίνει αύτός άνθρωπος. Ό δέ άγιος Γρηγόριος ό Θεολόγος, ό όποιος μάς διανοίγει θεοπρεπώς τήν Άγία Γραφή, διακηρύττει: «Προσέλαβεν» ό Χριστός τό χειρότερο, δηλαδή τήν άνθρώπινη φύση,γιά νά μάς δώσει τύ «βέλτιον», δηλαδή νά μάς χαρίσει τό καλύτερο,τή θέωση. Γι’ αύτό κι έμεϊς άς γίνουμε θεοί γι’ αύτόν, έπει-δή καί έκεϊνος έγινε άνθρωπος πρός χάρη μας
Αύτά δέν είναι εύσεβεΐς πόθοι- «διότι ή θέωσις τοϋ άνθρώπου ήτο ό σκοπός ολοκλήρου τής θείας δημιουργίας καί ή θέωσις ή τελική άλήθεια τοϋ άνθρώπου». Αύτό μαρτυρεί καί τό τραγικό γεγονός τής πτώσεως τών πρωτοπλάστων. Τί είπε ό παμπόνηρος εχθρός στήν Εύα; Τής είπε: Δέν πρόκειται νά πεθάνετε, έάν φάγετε άπό τόν άπαγορευμένο καρπό- ό Θεός σάς άπαγόρευσε νά φάγετε άπό τόν καρπό αύτό, διότι έγνώριζε ότι τήν ήμέρα πού θά φάγετε άπό αύτόν θά διάνο ιχθοϋν οί οφθαλμοί σας καί θά γίνετε «ώς θεοί γινώσκοντες καλόν καί πονηρόν» (Γεν. γ' 4-5).
’Ενώ όμως οί άνθρωποι πλανηθήκαμε άπό τόν πλάνο καί σπεύσαμε νά έπιτύχουμε τή θέωσή μας χωρίς τόν Θεόν, ό φιλάνθρωπος Θεός ούδέποτε μάς έγκατέλειψε. Ό Υιός καί Λόγος του σαρκώθηκε, σταυρώθηκε, άναστήθηκε καί άναλήφθηκε, καί τώρα άκόμη πρεσβεύει γιά τή σωτηρία μου, λέγει ό άγιος Γρηγόριος ό Θεολόγος, διότι έχει καί σώμα, αύτό πού πήρε όταν έγινε άνθρωπος, έως ότου μέ κάμει θεό μέ τή δύναμη τής ένανθρωπήσεως
Τί έννοοΰμε δμως, δταν λέμε «θέωσις της ανθρώπινης ήμών φύσεως καί θεοποίησις τών δικαίων»; Εννοούμε δτι οί άνθρωποι διά τής θεώσεως γίνονται «κοινωνοί θείας φύσεως» (Β' Πέτρ. α 4), γίνονται «υίοί κατά μέθεξιν»,λύγω τής θείας ένανθρωπήσεως. Κατά φύση ϊίύς είναι μόνον ό Λόγος. Έμεΐς γινόμαστε «θεοί κατά χάριν»-διαποτιζόμαστε κατά κάποιον τρόπο άπό τή θεότητα, όπως τό κοκ-κινισμένο σίδερο διαποτίζεται άπό τή φλόγα τής φωτιάς. Γινόμαστε «κοινωνοί θείας φύσεως», «πάντοτε όμως ύπό τήν προϋπόθεσιν, ότι ή άνθρωπίνη φύσις δέν εκμηδενίζεται άπορροφουμένη ύπό τής άπειρου θείας φύσεως, άλλά, κατά τά πεπερασμένα μέτρα αύτής, μετέχει κατά τύ έφικτύν τής ζωής καί δόξης τοϋ άπροσίτου Θεού»- ταυ-τύχρονα καθένας άπό τούς δικαίους διατηρεί «τήν άτομικύτητά του», ή όποία «έξυψοΰται μέν έγγίζουσα πρύς τύ θειον, παραμένει δμως πεπερασμένη»7. Ή θέωση άρχίζει άπό τήν παρούσα ζωή μέ τήν άσκηση καί τή μίμηση τών άγίων άρετών τοϋ άγαθοϋ, δικαίου καί φιλανθρώπου Θεού- θά ολοκληρωθεί όμως στή βασιλεία τοϋ Θεοϋ. Τότε ή άνθρώπινη φύση τών δικαίων θά άφθαρτοποιηθεΐ, θά λαμπρυνθεΐ, θά έξαγιασθεϊ καί θά δοξασθεΐ. Όλα όμως αύτά θά τά προσλάβει χωρίς καμμία όντολογική μεταβολή. Διότι θέωση είναι ή άνύψωση πρός τό «κρεΐττον», τό άνώτερο, χωρίς όμως μείωση ή «μετάστασιν», μεταβολή τής φύσεως
Τό βαθύ, άκατανόητο στόν άνθρώπινο νού καί «μέγα τούτο μυστήριον» (Έφεσ. ε 32) τής θεώσεώς μας, ή άνεκτίμητη αύτή χάρη καί άνυπολόγιστη τιμή τού πανοικτίρμονος Θεού πρός έμάς, στηρίζεται έπί τής θεώσεως τής άνθρωπίνης φύσεως στό πρόσωπο τού Χριστού. Όπως δηλαδή «έν τώ Χριστώ ό Θεός Λόγος προσέλαβε πραγματικήν σάρκα», παρέμεινε όμως άτρεπτος (άμετάβλητος) ώς πρός τήν θεότητα, «τήν δέ προσληφθείσαν φύσιν άτρέπτως πεποίηκε Θεόν», κατά παρόμοιο τρόπο άναγεννά πνευματικά «καί τήν μακαρίαν ψυχήν»· καί ένώ αύτή συνεχίζει νά μένει άνθρωπος, «ποιεί αύτήν θεόν»  Επομένως, κατά τήν άτελεύτητη βασιλεία καθένας άπό τούς δικαίους θά διατηρεί τήν προσωπικότητά του, ή όποία θά διακρίνεται σαφώς τών τριών προσώπων τής ύπερουσίου καί άδιαι-ρέτου Άγίας Τριάδος. Ή θεωθεΐσα άνθρώπινη προσωπικότητα δέν θά είναι συνηνωμένη «ούσιωδώς καί ύποστατικώς» πρός ένα τών προσώπων τής Άγίας Τριάδος. «Ένώ δέ ό Λόγος ώς άπειρος Θεός “φώς οίκεϊ άπρόσιτον” (Α' Τιμ. C 16) “καί ούδείς αύτώ προσελθεΐν δύναται διά τήν άγαν (ύπερβολική) λαμπρότητα”, όμως πρός τήν τεθεωμένην άνθρωπίνην φύσιν αύτού ένούμεθα οί πάντες συναποτελούντες τό σώμα αύτού, “το πλήρωμα τοΰ τά πάντα έν πάσι πληρουμένου” (Έφεσ. ά 23). Διότι ό Θεός έδωκε τόν Χριστόν “κεφαλήν ύπέρ πάντα τή Εκκλησία” (Έφεσ. α 22), “κεφαλήν ύψηλήν καί ύπέρ πάντα ούσαν, ύπέρ άγγέλους, ύπέρ άρχαγγέλους”». Έφ’ όσον λοιπόν τό σώμα είναι συμπλήρωμα τής κεφαλής, τοϋ δέ Χριστού, δηλαδή τής κεφαλής, ό όποιος πληροί τά πάντα σέ όλες τίς άνάγκες τους, συμπλήρωμα είναι ή Εκκλησία, συμπεραίνει ό θείος Χρυσόστομος: Μέ όλους λοιπόν συμπληρώνεται τό σώμα του. Τότε συμπληρώνεται ή κεφαλή, τότε γίνεται τέλειο τό σώμα, όταν όλοι μαζί είμαστε συνηνωμένοι καί συνδεδεμένοι
Χάρη στό ένδυμα τής πνευματικής άφθαρσίας πού θά μάς χαρίσει κατά τόν μέλλοντα αιώνα ό Κύριός μας, ό όποιος έπάτησε τόν θάνατο, άναστήθηκε καί άναλήφθηκε «έν σώματι» στούς ούρανούς,γινό μαστέ καί μεΐς πλέον άφθαρτοι καί αιώνιοι. Βέβαια ή άφθαρσία «άποτελεΐ ιδιότητα τής πνευματικής καί άναλλοιώτου ουσίας τοϋ Θεοϋ» (βλ. Ά Τιμ. ά 17), «εις αύτήν (όμως) είσερχόμενον (κατά χάριν) τύ δημιούργημα θεοποιείται». Επομένως «ή έν Χριστώ θέωσις τής φύσεως (τοϋ άνθρώπου) νοείται πάντοτε ώς άφθαρσία αύτής, ώς λελαμπρυσμένη καί μακαρία είσοδος εις τόν άφθαρτον αιώνα τοϋ Θεοϋ. (Καί) τήν είσοδον τής κτίσεως εις τούς άφθάρτους κόλπους τοϋ ούρανοΰ έπέτυχεν ό Σωτήρ δι’ όλου μέν τοϋ έπί γής λυτρωτικού έργου του, κατ’ εξοχήν όμως διά τής έκ νεκρών ζωηφόρου Άναστά-σεώς του»12. Τοϋτο άκριβώς ψάλλουμε καί κατά τήν ήμέρα τής Άναστάσεως μέ τόν ύμνο: ’Εκείνος ό όποιος ώς παντοδύναμος Θεός έγλύτωσε καί έφύλαξε άβλαβείς τούς τρεις εύσεβεϊς Παίδας άπό τήν φλόγα τής καμίνου, άφοϋ έγινε άνθρωπος όμοιος μέ μάς άλλά χωρίς άμαρτία, πάσχει ώς θνητός παθήματα καί ύπομένει σταυρικό θάνατο. Όμως μέ τά σεπτά αύτά Πάθη του, τά όποια διαδέχθηκε ή λαμπροφόρος Ανάστασή του, ένδύει τόν άνθρωπο μέ τά λαμπρά ενδύματα τής πνευματικής άφθαρσίας καί άνακαινίσεως· τοΰ χαρίζει τήν ώραιότητα τής άφθαρσίας καί άθανασίας
Άλλά ή μεγάλη αύτή καί μυστηριώδης άλήθεια' θά γίνει κατανοητή στή συνέχεια (έν μέρει βέβαια, έφ’ όσον ζοϋμε άκόμη στόν παρόντα αιώνα), καθώς θά περιγράφουμε τή μακαριότητα καί τήν άληκτη εύδαιμονία τών δικαίων στόν παμπόθητο Παράδεισο.
Η μακαριότης των δικαίων
Τά άγαθά πού θά έκχύνονται αιώνια κατά τή μέλλουσα βασιλεία άπύ τόν Νυμφίον Χριστόν, τόν ώραΐο κατά τό κάλλος τού προσώπου καί τού όλου σώματος περισσότερο άπό όλους «τούς υιούς τών άνθρώπων» (Ψαλ. μδ' [44]
3), πρός τήν Νύμφη του, τήν Εκκλησία, δέν μπορούμε ούτε νά τά περιγράφουμε ούτε νά τά έννοήσουμε, ούτε κάν νά τά συλλάβουμε. Τόν πνευματικό έκεΐνον πλούτο καί θησαυρό καί τήν έκπαγλη ωραιότητα πού θά άπολαμβάνουν οί ψυχές τών δικαίων, οί όποιες θά αύλίζονται στά ούράνια σκηνώματα, δέν μπορούμε ούδέ κάν νά φαντασθοϋμε. Γι’ αύτό, όπως άναφέρει ό όσιος Νικόδημος ό Αγιορείτης, ένας σοφός καί εύλαβής διδάσκαλος συνήθιζε πάντοτε νά λέγει αύτό τό άξιομνημόνευτο άπόφθεγμα: «Παράδεισε, ήμεϊς ήμπορούμεν νά σέ άπολαύσωμεν, μά δέν ήμποροϋμεν νά σέ καταλά-βωμεν»1. Ό θείος Παύλος γράφει ότι όσα έτοίμασε ό Θεός γιά κείνους πού τόν άγαπούν, άνθρώπινος οφθαλμός ούδέποτε είδε, άνθρώπινο αύτί ούδέποτε άκουσε καί άνθρώπινος νοΰς ούδέποτε φαντά-σθηκε (Α' Κορ. β' 9). Μέ τή βοήθεια όμως τών Άγίων Γραφών καί τήν άσφαλή χειραγωγία τού χορού τών θεοφωτίστων Πατέρων μπορούμε νά πούμε τά άκύλουθα:
Ό ιερός Χρυσόστομος, έρμηνεύοντας τόν λόγο τού θεοπνεύστου Παύλου «δσοι είς Χριστόν έβαπτίσθητε, Χριστόν ένεδύσασθε» (Γαλ. γ' 27), παρατηρεί: Ό Άπόστολος δέν είπε «όσοι είς Χριστόν έβαπτίσθητε, έκ Θεού έγεννήθητε». Διότι, έφ’ όσον σύ έχεις φορέσει τόν Χριστόν ώς φόρεμα έχοντας μέσα σου τόν Υιόν, καί άφού άφομοιώ-θηκες πρός αύτόν, έφθασες «είς μίαν συγγένειαν καί μίαν ιδέαν» (εικόνα). Στόν άλλο δέ άποστολικό λόγο «πάντες ύμεις εις έστε έν Χριστώ Ιησού» (Γαλ. γ' 28) παρατηρεί: Γι’ αύτό μάς λέγει ότι «μίαν μορφήν, ένα τύπον έχετε πάντες, τόν τού Χριστού (...) ό Έλλην καί ό Ιουδαίος καί ό πρώην δούλος, ούκ άγγέλου ούδέ άρχαγγέλου, άλλ’ αύτού τοϋ πάντων Δεσπότου τήν μορφήν έχων περιέρχεται» καί έμφανίζει στόν εαυτό του τόν Χριστόν. Επομένως ό ώραΐος ύμνος «Όσοι είς Χριστόν έβαπτίσθητε, Χριστόν ένεδύσασθε· Αλληλούια», τόν όποιο ψάλλουμε πανηγυρικά κατά τό Μυστήριο τοϋ άγιου Βαπτίσματος καί κατά τίς Δεσποτικές έορτές άντί τοϋ Τρισάγιου "Υμνου, είναι κάτι τό όποιο θά ζοϋν σέ όλο τό πλήρωμά τους οί άγιοι στή βασιλεία τοϋ Θεού. Τό άπερίγραπτο αύτό χαρμόσυνο βίωμα συμπεριλαμβάνεται σ’ αύτύ τό όποιο ονομάζουμε θέωση τού άνθρώπου.
Ό εύαγγελιστής Ιωάννης μάς πληροφορεί: Δέν μάς φανερώθηκε άκόμη τί θά είμαστε στό μέλλον. Γνωρίζουμε όμως ότι, όταν πλέον φανερωθεί ό Χριστός, θά γίνουμε όμοιοι του κατά τή δόξα, διότι θά τόν ίδούμε όπως είναι, στην κατάσταση τής θείας δόξης,ή όποία θά καθρεπτισθεΐ καί θά λάμψει καί σέ μάς σάν σέ άλλους πνευματικούς καθρέπτες (Α' Ίω. γ' 2). Βεβαίως ό πιστός, στήν πνευματική του έμπειρία καί τήν κοινωνία του στά θεία Μυστήρια, ζει άπό τώρα μερικώς καί άτελώςτό μυστήριο τής μελλούσης ζωής (βλ. Α' Κορ. ιγ' [13] 9). Τό τί όμως θά γίνουμε τότε καί πώς θά βλέπουμε καί θά άπολαμβάνουμε «τήν δόξαν» τού Χριστού (Α' Ίω. γ' 2- Ίω. ιζ' [17] 24) θά μάς άποκαλυφθεΐ πλήρως εκεί. Ή άποκάλυψη έκείνη, τήν όποία θά ζούμε πλέον καθαρά καί έναργώς, θά συνιστά μέρος τής άπερίγραπτης μακαριύτητος τής θείας βασιλείας. Τό ότι θά βλέπουμε φανερά καί καθαρά πάντοτε κατ’ εύθεΐαν, πρόσωπο πρός πρόσωπο, τό άπαστράπτον πρόσωπο τού Χριστού (βλ. Α' Κορ. ιγ' [13] 12· Άποκ. κβ' [22] 4) (όχι βέβαια κατά τήν ούσία του, άλλά κατά τίς άκτιστες ένέργειές του), τύ ότι οί δίκαιοι, έξομοιού-μενοι πρός τόν Θεόν κατά χάρη, θά λάμψουν «ώς ό ήλιος έν τή βασιλεία τού πατρός αύτών» (Ματθ. ιγ' [13] 43), αύτό θά άποτελει άφάνταστη εύτυχία καί άνεκλάλητη δόξα. Αύτύ όμως δέν σημαίνει ότι ή λάμψη τους θά είναι μόνο τόση, όση καί τού ήλίου. Ή εικόνα χρησιμοποιήθηκε, διότι οί άνθρωποι δέν γνωρίζουμε κανένα άλλο άστρο φωτεινότερο καί λαμπρότερο άπό τόν ήλιο3.
Έκεΐ οί πιστοί θά βρεθούν μαζί μέ όσα μένουν αιώνια καί άσάλευτα καί θά είναι «φώτα μικρά», τά όποια θά χορεύουν γύρω άπύ τό μέγα φώς4. «Έκεΐ βασιλεύει ή Τριάς καί τό σύγκρατον (τό συγκε-ρασμένο, τό σύμμικτο) τής θεότητος σέλας (φώς, λάμψη), ή τριαδική δηλονότι φωτοχυσία καί λαμπρότης»5. Ή Γοργονία, ή όποία έζησε όσία ζωή όσο λίγοι, φέρεται μετά θάνατον νά προσεδρεύει πλησίον τού Τριαδικού Θεού στή βασιλεία τών ούρανών, όπου, κατά τόν άδελφό της άγιο Γρηγόριο τύν Θεολόγο, ύπάρχει ό άλαλαγμός έκείνων πού εορτάζουν, ό χορός τών άγγέλων, ή τάξη τού ούρανού, ή θεωρία τής δόξης, άλλά καί τό καθαρότερο καί τελειότερο άστραποβόλημα τής ύψηλοτάτης Τριάδος (...) πού άκτινοβολεΐ στίς ψυχές μας μέ όλο τό φώς τής θεότητος. Ό αδελφός τού ίδιου Πατρός, ό Καισάριος, ζεΐ αιωνίως πλησίον τού Θεού λαμπρός, ένδοξος, ύψηλός. ’Άλλοτε πάλι ό θείος Γρηγόριος, άποτεινόμενος πρός τόν πατέρα του πού κοιμήθηκε, άναφωνεΐ: Γνώρισέ μας σέ ποιό βαθμό τής δόξης βρίσκεσαι καί τό φώς πού σέ περικυκλώνει
Οί δίκαιοι,παρατηρεί ό άγιος Γρηγόριος ό Παλαμάς, θά λαμπρυνθούν άπύ τό θείο φώς στή βασιλεία τών ούρανών, «καί ώς γεννήματα τοϋ φωτός αύτοϋ θά άξιωθούν νά ϊδουν τήν θείαν λαμπρότητα τού Χριστού». 'Ώστε λοιπόν γιά τόν μέγα ιεράρχη τής Θεσσαλονίκης ή θεωρία τού Θεού «πρόσωπον πρός πρόσωπον» «δέν σημαίνει θέαν τής ούσίας τοϋ Θεού, άλλά τής λαμπρότητος αύτοϋ». Ή θεία αύτή λαμπρότης, ή όποία «μετεδόθη πλήρως εις τήν άνθρωπίνην φύσιν, ή όποία ήνώθη μετά τού Λόγου τοϋ Θεοϋ, καθίσταται μεθεκτή καί θεατή έν Πνεύματι Άγίω ύπό τών άνθρώπων». Γιά τή δόξα αύτή έπροφήτευσε καί ό προφήτης Δανιήλ. Άφού μάς μίλησε περί τής άναστάσεως τών νεκρών, έπρόσθεσε: Καί οί κατά Θεόν σοφοί, οί πιστοί, όσοι έζησαν σύμφωνα μέ τό θέλημα τοϋ Θεοϋ, θά δοξασθούν καί θά λάμψουν μέ λαμπρότητα όμοια μέ τή λαμπρότητα τοϋ ούρανίου στερεώματος, καί πολλοί άπό τούς δικαίους θά λάμψουν σάν τούς άστέρες εις τούς αιώνας τών αιώνων (Δαν. ιβ' [12] 3).
Γιά τήν έκλάμπρυνση αύτή τών δικαίων στήν άνέσπερη βασιλεία τού Τριαδικού Θεοϋ γράφει ό Συμεών ό νέος Θεολόγος: «Όταν άνοιχθούν τά βιβλία τής συνειδήσεως τών Άγίων, τότε θέλει λάμψει ό Χριστός, καί Θεός ήμών όποϋ είναι τώρα έγκάτοικος, καί κρυμμένος είς αύτούς, καθώς έλαμψε πρό τών αιώνων έκ τού Πατρός, καί οί Άγιοι θέλει γενούν όμοιοι μέ τόν ύψιστον Θεόν. Άπό πού είναι τούτο φανερόν; ακούσατε αύτόν τόν Σωτήρα Χριστόν όπού τό λέγει: “Τότε έκλάμψουσιν οί δίκαιοι ώς ό ήλιος”. Καί ποιον άλλον καιρόν λέγει, πάρεξ τόν καιρόν τής Δευτέρας του Παρουσίας, ώς προείπαμεν; Καί ποιον άλλον ήλιον, πάρεξ τόν εαυτόν του, ό όποιος ονομάζεται ήλιος δικαιοσύνης, καί άνατέλλει, καί λάμπει είς μοναχούς (μόνο) τούς Άγιους; Καί τούτο τό λέγει φανερώτερα ό έπιστήθιος ’Ιωάννης: “’Αδελφοί, νύν τέκνα Θεοΰ έσμεν, καί οϋπω έφανερώθη τί έσόμεθα. Οϊδαμεν δέ, ότι έάν φανερωθή, όμοιοι αύτώ έσόμεθα ” »
Ό άγιος Νικόδημος συμβουλεύει τόν πιστό, έάν θέλει νά μήν άμαρτήσει, νά ενθυμείται καί νά εντυπώσει στή διάνοιά του «όλα έκεϊνα τά αιώνια καί άνεκλάλητα άγαθά (...) τήν τρυφήν (άπόλαυση) εκείνην τήν γλυκυτάτην τού Παραδείσου, τήν άρρητον δύξαν τού ούρανού,τήν παντοτινήν χαράν,τό άνέσπερον καί άβασίλευτον φώς, τήν μακαρίαν θεωρίαν καί γνώσιν τού Θεού,ήτις είναι τό άκρον άντι-κείμενον καί ή κυρίως άπόλαυσις όλων τών μακαρίων (...). Έκεΐ ή χαρά είναι μοναχή χαρά, χωρίς λύπην- έκεΐ ή ζωή, είναι μοναχή ζωή, χωρίς θάνατον έκεΐ τό φώς είναι χωρίς σκότος (...) έκεΐ είναι όλα τά άγαθά, καί μόνον άγαθά, χωρίς κανένα κακόν»'
Άμυδρή γεύση τής μακαριύτητος εκείνης μπορούμε νά λάβουμε, όταν θυμηθούμε τά άγια σκιρτήματα πού δοκίμασαν οί τρεις ιεροί Απόστολοι, οί όποιοι παρευρέθησαν στήν άγία Μεταμόρφωση τού ήλιύμορφου Σωτήρος. Ώς γνωστόν κατά τή θεία Μεταμόρφωσή του ό Κύριος έδειξε στούς Μαθητάς του έλάχιστο μύνο φώς τής θεότη-τός του- τούς φανέρωσε μόνο κάποιους άμυδρούς χαρακτήρες τής θεϊκής λαμπρότητος. Τόσο δέ πολύ εντυπωσιάσθηκαν καί συγκλονίσθηκαν οί τρεις αύτόπτες ιεροί Απόστολοι άπό τή θέα τού άκτιστου φωτός τής Μεταμορφώσεως, ώστε ό Πέτρος, έξ ονόματος καί τών άλλων δύο, είπε στόν Κύριον: Καλό είναι νά μείνουμε έδώ! (Ματθ. ιζ' [17] 4). Καί παρατηρεί ή χρυσή γλώσσα: Έάν ό Πέτρος, όταν είδε άμυδρή μόνον εικόνα τών μελλόντων, «πάντα έξαίφνης έρριψεν άπό τής ψυχής» γιά τήν άνεκλάλητη ήδονή πού πλημμύρισε τήν ψυχή άπό τή θέα έκείνη, τί θά μπορούσε νά πεϊ κανείς, όταν πλέον θά παρου-σιασθεΐ ένώπιον μας ολόκληρη ή άλήθεια- όταν θά άνοίξουν τά βασίλεια- όταν ό άνθρωπος θά βλέπει αύτόν τούτον τόν βασιλέα όχι σάν σέ μετάλλινο καθρέπτη, θαμπά καί τόσο άτελώς, ώστε νά μάς μένουν πολλά αινίγματα πού νά μήν μπορούμε νά τά εξηγήσουμε, άλλά φανερά καί καθαρά, διότι θά δούμε κατ’ εύθεΐαν, «πρόσωπον πρός πρόσωπον»" ! Έκείνη ή θέα τοϋ ώραιότατου καί κοσμοπόθητου προσώπου τοϋ Χριστού θά «τρέφη» αιώνια καί θά εύφραίνει μόνιμα τούς δικαίους. Ή θέα όμως αύτή τού παμπόθητου καί μυριοπόθητου Χριστού θά τούς εύφραίνει άκόμη περισσότερο, διότι, όπως γράφει ό θειος Παύλος, όλοι έμεΐς άπό τήν παρούσα ζωή (κατ’ εξοχήν όμως στή μέλλουσα) μέ ξέσκεπο τό πρόσωπο τού έσωτερικού μας άνθρώπου δεχόμαστε ώς άλλοι πνευματικοί καθρέπτες καί άντανακλούμε τή δόξα τού Κυρίου. ’Έτσι μεταμορφωνόμαστε καί λαμβάνουμε τήν ϊδια ένδοξη εικόνα τού Κυρίου- καί προοδεύουμε άπό ένα βαθμό δόξης σέ άλλον άνώτερο (Β' Κορ. γ' 18).
Έκεί «τά σώματα τών Άγίων θά γίνουν όμοια πρός τό ένδοξον Σώμα τοΰ Κυρίου, ώς ένεφανίσθη τούτο εις τούς Αποστόλους τήν ήμέραν τής Μεταμορφώσεως». Έκεϊ «θά βλέπωμεν τόν Κύριον καί θά γεμίζωμεν άπό τήν πιό μεγάλην, τήν πιό άγίαν καί άγνήν ήδονή ν γύρω μας θά λάμπη ή φωτεινοτάτη έκείνη μαρμαρυγή (άκτινοβολία), πού κατηύγασε τούς άγιους Αποστόλους κατά τήν θειοτάτην Μετα-μόρφωσιν τού Χριστού. Δέν θά περιορισθή όμως ή βασιλεία Του εις τήν ορατήν Του θεοφάνειαν. Μέ τήν διάνοιαν έντελώς άπηλλαγμένην άπό κάθε τι τό ύλικόν καί κάθε πάθος, θά άποκτώμεν μέθεξιν (κοινωνία, μετοχή) τής ύψηλοτέρας, νοητής, φωτοδοσίας Του- θά άποκτώμεν μέθεξιν “τής ύπέρ νούν ένώσεως”- αύτό θά επιτυγχάνεται, όταν κατά τρόπον πού είναι άδύνατον νά τόν κατανοήσωμεν (“άγνώστοις”), θά βλέπωμεν, χάρις εις τήν ύπέρφωτον φωτοχυσίαν Της, τήν ύπέρ νούν ένωσιν (τήν Άγίαν Τριάδα), πράγμα πού θά μας κάνη μακαρίους καί θά μάς άναδεικνύη κατά τρόπον θειότερον ίσοστασίους (μιμητάς) τών ύπερουρανίων νόων (άγγέλων). Πράγματι. Τότε θά ειμεθα ίσάγγελοι καί υίοί Θεοϋ, τής άναστάσεώς υιοί όντες». Ό άγιος Συμεών ό νέος Θεολόγος στοχάζεται μέ τήν όσια ψυχή του τήν «ύπεράπειρον ύπερβολήν τής ύπερβολικής δόξης» τών δοξαζομένων άγίων στόν μέλλοντα αιώνα καί παρατηρεί: «Ό ίδιος ό Χριστός έχει νά βλέπεται άπό όλους, καί νά βλέπη καί αύτός όλας τάς άναριθμήτους μυριάδας, καί νά κοιτάζη άμετασαλεύτως όλους πάντοτε, καί κάθε ένας άπό αύτούς νά τοϋ φαίνεται, πώς έκεΐνον κοιτάζει, καί άπολαμβάνει τήν συνομιλίαν του, καί τόν καταφιλεΐ, διά νά μή λυπηθή κανένας άπό αύτούς πώς ό Χριστός τόν έπαράβλεψε, καί τόν έκαταφρόνησε (...). Ό ίδιος Χριστός έχει νά είναι καί στέφανος όπού νά στεφανώνη όλων τών άγίων τάς κεφαλάς· καί χωρίς νά τραπή, καί νά γένη άλλοιώτικος έχει νά δείχνεται άλλος διαφορετικός είς τόν ένα, καί άλλος είς τόν άλλον καί νά διαιρή τόν έαυτόν του είς κάθε ένα καθώς τού πρέπει, καί καθώς είναι ό καθένας άξιος»
Κατά τόν άγιο Νικόδημο τόν Αγιορείτη, στή μακαριότητα τού Παραδείσου «οί οφθαλμοί μας έχουν νά βλέπουν παντοτινά τό φώς καί τήν δόξαν τής Τρισηλίου Θεότητος· “ χορτασθήσομαι έν τώ όφθήναί μοι τήν δόξαν σου” (Ψαλ. iC [16] 15)· τά αύτιά μας έχουν νά άκούουν αιωνίως τάς γλυκυτάτας ψαλμωδίας τών Άγγέλων καί τών Άγίων- τό στόμα καί ή γλώσσα μας έχουν νά δοξολογούν διαπαντός τόν Θεόν- “μακάριοι οί κατοικούντες έν τώ οϊκω σου, εις τούς αιώνας τών αιώνων αίνέσουσί σε” (Ψαλ. πγ' [83] 5)· αί χεΐρες μας έχουν νά ύψώνωνται πάντοτε είς τόν Θεόν, καί οί πόδες μας μέλλουν νά πατούν έπάνω είς τάς χρυσάς πεδιάδας τής άνω 'Ιερουσαλήμ· καί άπλώς όλα μας τά μέλη έχουν νά δοξασθούν αιωνίως»
Η άληκτη χαρά του Παραδείσου
Ο Θεάνθρωπος Κύριος στήν άρχιερατική του προσευχή μάς άπεκάλυψε καί τί είναι «αιώνιος ζωή». Είπε δτι «αιώνιος ζωή» είναι τό νά προάγονται συνεχώς οί πιστοί στή γνώση Αύτού,τού μύνου άληθινού Θεού, καί τού Ιησού Χριστού, τόν όποιο άπέστειλε στύν κόσμο, διά τής ζώσης έπικοινωνίας μέ τόν Θεόν Πατέρα καί διά τής άπολαύσεως τών άπειρων τελειοτήτων του (Ίω. ιζ' [17] 3- πρβλ. καί Ίω. ιδ' [14] 8-9· Ματθ. ια' [11] 27). Ή μακαρία έκείνη ζωή δέν θά τελειώνει ποτέ, καί ταυτόχρονα οί δίκαιοι θά τήν ζούν μέσα στύ αιώνιο φώς τής θείας δόξης.
Ό άγιος Γρηγόριος ό Ναζιανζηνός θεολογεί: Τούς δικαίους, οί όποιοι έπραξαν τά άγαθά καί θά άναστηθοϋν γιά νά άπολαύσουν ζωή αιώνια (Ίω. z 29), θά ύποδεχθει μετά τήν καθολική κρίση τύ άρρητο φώς καί «ή θεωρία τής άγίας καί βασιλικής Τριάδος», ή όποία φωτίζει περισσύτερο λαμπρά καί καθαρά καί διαποτίζει όλο τόν νού έκείνων πού έχουν ένσωματωθεΐ στύν Κύριον Ίησούν. Αύτή δέ τήν «έλλαμψιν» καί «θεωρίαν» τής Άγίας Τριάδος καί τήν «γνώσιν Θεού» θεωρώ, λέγει ό θεολόγος Γρηγόριος, ώς τήν μόνη κατ’ έξοχήν «βασιλείαν (τών) ούρανών». Ό δέ Μ. Βασίλειος, έμβαθύνο-ντας στύν λόγο τού Κυρίου «μακάριοι οί καθαροί τή καρδία, δτι αύτοί τόν Θεόν όψονται» (Ματθ. ζ 8), γράφει: Ή βασιλεία τών ούρανών είναι ή άληθής κατανόηση τών όντων, τήν όποία οί θείες Γραφές «όνομάζουσι καί μακαριότητα». Καί προσθέτει ότι ή βασιλεία τών ούρανών θά είναι πνευματική θεωρία (θέα)· «θεωρία άν εϊη ή βασιλεία τών ούρανών»  Ό άγιος Ιωάννης ό Δαμασκηνός παρατηρεί ότι μετά τήν καθολική κρίση οί δίκαιοι «έκλάμψουσιν ως ό ήλιος σύν άγγέλοις είς ζωήν αιώνιον σόν τώ Κυρίω ήμών Ίησού Χριστώ», καθώς θά βλέπουν Αύτόν πάντοτε καί θά βλέπονται άπό Αύτόν καί θά τρυγούν άπό Αύτόν τήν άτελείωτη εύφροσύνη, «αίνούντες αύτόν σύν Πατρί καί άγίω Πνεύματι είς τούς άπειρους αιώνας τών αιώνων»
Δέν είναι δύσκολο νά άντιληφθούμε ότι ή θέα, ή γνώση καί ή πνευματική θεωρία τού άρρήτου κάλλους τού θείου Προσώπου θά προξενούν στούς δικαίους άπερίγραπτη εύφροσύνη. Αρκεί νά λάβουμε ύπ’ όψη ότι «ό Θεός είναι ή άπειρος τελειότης, ό άτέρμων ώκεανός πάσης ώραιότητος, παντός κάλλους, πάσης άρμονίας, πάσης σοφίας καί άγαθότητος». Καθώς μάλιστα ό θεοσύλλεκτος χορός τών δικαίων θά έμβαθύνει «όλονέν καί περισσότερον είς τόν ώκεα-νόν τής άπειρου τελειότητος τού Θεού», θά περιπίπτει αιωνίως άπό θαυμασμού είς θαυμασμόν. Διότι οί δίκαιοι θά άντικρύζουν πάντοτε καί νέες άρμονίες καταπληκτικές, θελκτικές, οί όποιες θά έξάπτουν τήν άφοσίωσή τους πρός τόν «μόνον όντως όντα Θεόν» (αύτόν πού είναι ό μόνος πραγματικός Θεός) καί ό όποιος είναι τό «όντως έφε-τόν» (τό καθ’ αύτό έπιθυμητό). Τούτο θά τούς δημιουργεί μακαρία έκσταση, ή όποία θά μετατρέπεται σέ άκατάπαυστο ύμνο δοξολογίας πρός τά μεγαλεία τής όμοουσίου καί ζωοποιού καί βασιλικοτά-της Τριάδος. Γι’ αύτό οί άγιοι άγγελοι ψάλλουν άκατάπαυστα τόν Τρισάγιον 'Ύμνον (βλ. Ήσ. ζ" 3), χωρίς αύτό νά τούς καταπονεί ή νά τούς δημιουργεί κορεσμό. Διότι ό Τρισάγιος 'Ύμνος είναι «εκστατική άναφώνησις» μπροστά στίς διαρκώς άνανεούμενες άποκαλύψεις «τής έκπάγλου ώραιότητος καί καλλονής καί άπειρου τελειότητος τού Θεού»
Παρόμοια άγγελικά σκιρτήματα, τά όποια θά άνανεώνονται συνεχώς καί θά εκφράζονται μέ άκατάπαυστο ούράνιο, έναρμόνιο μέλος, θά δοκιμάσουν καί οί ψυχές τών δικαίων στή βασιλεία τού Τριαδικού Θεού. Άλλωστε τήν κατάσταση αύτή έμακάρισε καί ό Ψαλμωδός, όταν έγραψε· «μακάριοι οί κατοικοΰντες έν τώ οΐκω σου. είς τούς αιώνας τών αιώνων αίνέσουσίσε» (Ψαλ. πγ' [83] 5). Διότι, δπως παρατηρεί ό ιερός Αύγουστίνος, «όλα τά μέλη, όλα τά όργανα τού σώματός μας,τά όποία βλέπομεν» τώρα νά έκτελούν έξ άνάγκης διάφορες λειτουργίες, άφοΰ γίνουν άφθαρτα καί άπαλλαγοϋν άπό τους νόμους τής άνάγκης αύτής, «θά άναπέμπουν πλέον ύμνους πρός τόν Θεόν»
Έπί πλέον ή γνώση τοϋ Θεοϋ, ή όποία διαρκώς θά αυξάνεται, ή συνεχής έκσταση καί ό άτελείωτος καί άχόρταστος θαυμασμός τών δικαίων πρός τόν Νυμφίον, «τόν ώραϊον χάλλει παρά τούς υιούς τών άνθρώπων» (Ψαλ. μδ' [44] 3), θά αύξάνει καί τήν άγάπη τους πρός Αύτόν. Όσο περισσότερο τόν γνωρίζουν, τόσο καί θερμότερα θά τόν άγαποϋν, καί όσο θερμότερα θά τόν άγαπούν, τόσο καί γλυκύτερα θά τύν ύμνοΰν. Όπως άκριβώς καί οί άγιοι άγγελοι, οί όποιοι όσο τόν άγαπούν τύσο τύν γνωρίζουν- καί όσο τόν γνωρίζουν τόσο τόν άγαπούν. ’Άλλωστε, όπως γράφει ό άγιος Γρηγόριος Νύσσης, «τοϋτό έστιν όντως τό ίδεϊν τόν Θεόν, τό μηδέποτε τής έπιθυμίας κόρον εύρεϊν»- εκείνος πού βλέπει τόν Θεόν ούδέποτε χορταίνει! Όσο τύν βλέπει τόσο καί περισσότερο αύξάνει ή επιθυμία νά τόν άτενίζει. Δέν θά ύπάρχει ποτέ κανένας «κόρος» (χορτασμός, κορεσμός) άπό τή θέα τού θείου Προσώπου
Έξ άλλου ό πολυπόθητος Κύριός μας θά άποτελεΐ τότε τό κύριο άντικείμενο άγάπης τής καρδιάς μας, ή όποία θά είναι έλεύθερη άπό κάθε πειρασμό άμαρτίας- θά είναι πλήρης παντός άγαθού καί θά άπολαμβάνει τήν άρρητη εύφροσύνη καί άνεκλάλητη γλυκύτητα τών αιωνίων απολαύσεων. Ένώ όμως θά λησμονεί τά σφάλματα καί τίς άθλιότητες τής επίγειας ζωής της, ή λησμοσύνη έκείνη δέν θά είναι τέτοια «ώστε νά μή ένθυμήται τήν λύτρωσίν της καί νά μή δεικνύη τήν εύγνωμοσύνην της πρός τόν Λυτρωτήν». Αύτή ή εύγνωμοσύνη θά πολλαπλασιάζει άκύμη περισσότερο την άφοσίωση τής Εκκλησίας τών πρωτοτόκων, τών «έν ούρανοϊς άπογεγραμμένων», πρός τόν Νυμφίον της. Στόν λαμπρό άλλωστε νυμφώνα τής θείας βασιλείας σπεύδουν «αί νύμφαι Χριστού, αί άγναί παρθένοι ψυχαί», οί όποιες έχουν πάντοτε στούς καθαρούς καί άστραπηβύλους οφθαλμούς τους «σέλας Θεού» (τή λαμπρότητα, τή φεγγοβολή τού Θεοϋ). Οί άγιες ψυχές, άφοϋ έχουν καθαρισθεΐ μέ τή μετάνοια καί όσία ζωή, θά ζήσουν λαμπρές μέ τόν λαμπρό Νυμφίο είς τόν «άγήρω βίον» (στή ζωή που δέν γηράσκει) είς αιώνας αιώνων. Καί στή βασιλεία τοϋ Θεοϋ θά βλέπουν πάντοτε τό «τριαδικόν σέλας»8, «προϊόν είς ενότητα έκφάνσεως καί φωτοχυσίας» Επομένως, ό πανευφρόσυνος καί πανάγιος αύτός δεσμός τού Νυμφίου Χριστού μέ τή Νύμφη ’Εκκλησία «θά παρατείνεται διά μέσου τών αιώνων είς τό διηνεκές άδιάρ-ρηκτος καί άδιατάρακτος, καί ή κοινωνία καί μετάδοσις τών αγαθών καί τοϋ πλούτου τοϋ Νυμφίου πρός τήν Νύμφην» του ’Εκκλησία θά προχωρεί όλονέν αύξανόμενη καί ούδέποτε εξαντλούμενη
Η παμπόθητη ζωή των δικαίων
Η μακαριότητα τού Παραδείσου θά συνίσταται άκόμη καί στήν ενότητα όλων μας κάτω άπό μία κεφαλή, τόν Σωτήρα Χριστόν. Ή άληκτη καί άνέκφραστη εύφροσύνη πού θά δοκιμάζουν οί ψυχές άπό τήν ένωσή τους μέ τόν Χριστόν καί άπό τήν «θεωρίαν τής άγίας καί βασιλικής Τριάδος» θά αύξάνει καί άπό τήν ένότητα πού θά ύπάρχει μεταξύ τών άπειραρίθμων συγκληρονόμων τού Χριστού (βλ. Ρωμ. η' 17). Οί δίκαιοι, εξομοιωμένοι πρός τόν Χριστόν, θά άνευρίσκουν ό καθένας στό πρόσωπο τού άλλου «τούς θελκτικούς χαρακτήρας τού περικαλλούς Νυμφίου». Λόγφ τών θελκτικών αύτών χαρακτήρων, ό κάθε δίκαιος θά έλκύεται άπό τούς άλλους ώς πρόσωπο ποθεινό καί έράσμιο- πρόσωπο άπαλλαγμένο άπό έλαττώματα καί ελλείψεις· πρόσωπο, τό όποιο θά άποπνέει «τό άρωμα καί τήν χάριν άφθάστου ήθικής καλλονής καί άγιότητος». Ή ένότητα αύτή είναι ή πληρότητα καί ή ολοκλήρωση τής ένότητος έκείνης γιά τήν όποία παρεκάλεσε ό Κύριος τόν Θεόν Πατέρα κατά τήν άρχιερατική του προσευχή. Έζήτησε, όλοι όσοι πιστεύουν σ’ Αύτόν νά είναι «έν» διά τής άγάπης καί όμοφροσύνης πού θά επικρατεί μεταξύ τους. Είπε: «Καθώς σύ, πάτερ», είσαι ένωμένος μέ έμενα καί έγώ ένωμένος μαζί σου,διότι έχουμε καί οί δύο τήν ϊδια ούσία καί φύση, έτσι σέ παρακαλώ νά είναι καί αύτοί ένα διά τής κοινωνίας καί ένώσεώς τους μέ μάς (Ίω. ιζ' [17] 21). Έζήτησε δηλαδή νά γίνουμε καί έμεΐς ένα μεταξύ μας ώς πρύς τήν ομόνοια καί τήν ενότητα τού Πνεύματος- νά έχουμε όλοι τάϊδια φρονήματα. Καί όπως ό ϊίός καί Λόγος είναι φυσικώς καί πραγματικώς ένα μέ τόν Θεόν Πατέρα του, έτσι καί έμεΐς πού άνήκουμε στύ ίδιο γένος (διύτι όλοι έχουμε δημιουργηθεΐ άπό τόν ένα Θεόν καί ή φύση τών άνθρώπων είναι μία) γινόμαστε ένα μεταξύ μας κατά τή διάθεση , έχοντας ώς τύπο καί ύπογραμμύ «τήν φυσικήν ενότητα» τού Υίού πρύς τύν Θεόν Πατέρα
Στήν παμπόθητη λοιπόν καί πανευφρόσυνη έκείνη ζωή, τύ τάγμα τών Προφητών, ό ένδοξος χορός τών θεοκηρύκων Αποστόλων, ό άήτ-τητος στρατός τών δαφνοστεφών Μαρτύρων, ή εύλαβής σύναξη τών Όσίων καί 'Ομολογητών καί όλων γενικά τών πιστών θά είναι ένωμέ-νοι καί θά άντιγράφουν τή μυστική καί φυσική ένότητα τής ύπερουσίου Τριάδος. Αύτό προφανώς δέν σημαίνει ότι θά «έξισωθώμεν» πρός Αύτήν, διύτι αύτύ είναι «άδύνατον»· θά εϊμαστε ένωμένοι, όσο αύτύ είναι κατορθωτύ στήν πεπερασμένη άνθρώπινη φύση. Θά ζούμε τή μακαρία ζωή τής άδιαιρέτου Τριάδος, όσο είναι αύτύ δυνατύν σε κτισματα πεπερασμενα .
Έκεί βέβαια «άστήρ άστέρος» θά διαφέρει «έν δόξη» (Α' Κορ. ιε' [15] 41). Οί δίκαιοι θά άπολαμβάνουν άρρητη μακαριύτητα, άνάλογα πρός τή δεκτικότητα τού σκεύους πού είχαν ετοιμάσει μέ τούς θεοφιλείς άγώνες τους έδώ στή γή. Παρά τή διαφορά όμως τής δόξης πού θά ύπάρχει μεταξύ τους, όπως παρατηρεί ό άγιος Γρηγόριος Νύσσης, ό καθένας θά εύφραίνεται, όταν θά άντικρύζει τύ κάλλος τοϋ άλλου, καί θά άντιχαρίζει στύν πλησίον τήν ϊδια εύφροσύνη. Έκεϊ όλοι θά εύφραίνονται καί θά εύφραίνουν. Επίσης, ένώ ό καθένας θά κατέχει διαφορετική θέση άπό τόν άλλον στό ένα Σώμα τοϋ Χριστού, άνάλογα μέ τύ βαθμό τής άρετής πού καλλιέργησε στή γή, ώστόσο ή άγάπη καί ή μεταξύ τους ένότητα θά είναι τέτοια καί τόση, ώστε νά εξισώνει τούς πάντες. Διότι όλα τά μέλη είναι ϊσα ώς πρός τό σώμα, έπειδή καί όλα είναι ένα σώμα. Καί άκόμη, διότι τότε, όταν όλοι θά γίνουν «υιοί φωτός» καί θά λάμψουν «ώς ό ήλιος» (Ματθ. ιγ' [13] 43), θά έπιλάμψει έπάνω σέ όλους «μία καί ή αύτή χάρις». ’Άλλωστε γι’ αύτό καί όσοι έχουν καταγραφεϊ ώς πολίτες τού ούρανού ονομάζονται «πρωτότοκοι» (Έβρ. ιβ' [12] 23). Έφ’ όσον δηλαδή όλοι είναι τέκνα τού ίδιου Πατρός· έφ’ όσον είναι «κληρονόμοι μέν Θεοϋ, συγκληρονόμοι δέ Χριστού» (Ρωμ. η' 17), έχουν κατά συνέπειαν όλοι καί τάϊδια κληρονομικά δικαιώματα.
Τό ότι στόν Παράδεισο θά ύπάρχουν διάφοροι βαθμοί τιμής καί δόξης, τό έβεβαίωσε ό Κύριος, όταν είπε «έν τή οικία τού πατρός μου μοναί πολλαί είσιν» (Ίω. ιδ' [14] 2). Τό έπανέλαβε όμως καί ό άπόστολος Παύλος. ’Έγραψε- «άστήρ άστέρος διαφέρει έν δόξη» (Α' Κορ. ιε' [15] 41). Ό Μ. Βασίλειος μάς διδάσκει ότι τό «μοναίπολλαί» σημαίνει «άξιωμάτων διαφοραί»- όπως δηλαδή τό ένα άστρο διαφέρει άπό τό άλλο ώς πρός τή λαμπρότητα, έτσι συμβαίνει καί στήν άνάσταση τών νεκρών7. Οί διάφοροι βαθμοί τιμής καί δόξης θά ύπάρχουν, διότι ή έξέταση όλων θά είναι άκριβής. Καί άν άκόμη ή ύπεροχή τοϋ ενός άπό τόν άλλον είναι μικρή, άν είναι ελάχιστη, όποιαδήποτε καί άν είναι, ό Θεός θά τό λάβει ύπ’ όψη. Τούτο μπορούμε νά διαπιστώσουμε άπό τά πανάρχαια χρόνια. Ό Λώτ ήταν δίκαιος, όχι όμως τόσο όσο ό Αβραάμ- όμοια καί ό Έζεκίας, όχι όμως τόσο όσο ό Δαβίδ- καί όλοι οί Προφήτες ήσαν δίκαιοι, όχι όμως τόσο όσο ό Πρόδρομος ’Ιωάννης. Συνεπώς όλοι οί δίκαιοι δέν θά άπολαύσουν τά ϊδια, έστω καί άν άκόμη ύπερέχουν λίγο άπό τούς άλλους".
Ό όσιος ’Ισαάκ ό Σύρος παρατηρεί ότι όλοι βεβαίως οί δίκαιοι κατοικούν στόν ένα εύφρόσυνο τόπο τοϋ Παραδείσου «άδιαιρέτως»·. ό καθένας όμως φωτίζεται άπό τόν ένα νοητό Ήλιο σύμφωνα μέ ιην άξία του. Ή διαφορά λοιπόν τών πνευματικών τιμών καί τής δόξης συνίσταται σέ τούτο: Καθένας εύφραίνεται έσωτερικά κατά τή χάρη πού τοϋ δόθηκε, καί κατά τήν τάξη του, καί είναι μία ή έξωτερική θέα όλων καί μία ή χαρά
Μή νομίσει δμως κανείς δτι άπό τή διαφορά αύτή είναι δυνατύν νά ύπάρξει άντιζηλία μεταξύ τών δικαίων. Διότι ένα άπό τά άγαθά τής μακαριότητος τοϋ ούρανού είναι ότι «ούδείς κατώτερος τού άλλου θά φθονή τόν τασσόμενον ύπεράνω εαυτού», όπως άκριβώς καί οί άγιοι «άγγελοι δέν ζηλεύουν ποσώς τούς άρχαγγέλους». Ό κάθε δίκαιος δέν θά ποθεί νά είναι εύτυχέστερος άπ’ ό,τι είναι, δπως άκριβώς τό κάθε μέλος τοϋ σώματος είναι ικανοποιημένο μέ τή θέση πού κατέχει καί τή λειτουργία πού έκτελεΐ. Τό δάκτυλο π.χ. δέν «ποθεί νά είναι οφθαλμός». Διότι καί τά δύο αύτά μέλη «συντελούν εις τήν άρμονικήν ολοκλήρου τού σώματος σύστασιν». ’Άλλωστε, όπως σημειώνει καί ό όσιος ’Ισαάκ ό Σύρος, «μή γένοιτο» νά ύπάρχει τέτοιο πάθος άντιζηλίας ή φθόνου έκεί, όπου «ούκ έστι λύπη, ούδέ στεναγμός».
Στόν Παράδεισο λοιπόν θά είναι ή μακαρία κοινωνία καί ή έν Χριστώ ένωση τών τετελειωμένων δικαίων έκεϊ οί θεοσεβείς κάθε φυλής καί γλώσσης, κάθε τάξεως καί ήλικίας- έκεί «αί ένάρετοι γυναίκες καί καλλιπάρθενοι κόραι»· έκεί οί ήρωες άσκηταί τής έρήμου, άλλά καί οί σεμνοί καί σώωρονες οικογενειάρχες- έκεί τό τίμιον γήρας καί ή φρόνιμη νεότης- έκεί οί έφηβοι καί τά μικρά παιδιά, τά όποία παρά τό άπαλό τής ήλικίας τους έπάλαισαν καί έκέρδισαν τόν στέφανο τής νίκης. Όσοι έσπειραν έδώ δάκρυα μετανοίας, άγιου κόπου, θερμής προσευχής καί ίερής κατανύξεως, θά θερίζουν έκεί αιώνια άγαλλίαση. Έκεϊ ή Παναγία καί όμοούσιος Τριάς, ό ένας Θεός, θά είναι γι’ αύτούς τό πάν (βλ. Α' Κορ. ιε' 115] 28)· θά είναι τό τέλος, ό χορτασμός καί τό πλήρωμα τών μακαρίων έλπίδων καί πόθων τους. Τόν ένα Θεόν θά άγαπούν χωρίς νά χορταίνουν. Διότι ή άγάπη αύτή είναι «ό μέγας μισθός, βασιλεία καί ήδονή, τρυφή καί δόξα, καί τιμή»- αύτή είναι «φώς» καί «ή μυριομακαριότης» (ή άπειρη εύτυχία καί μακαριότητα), τήν όποία ούτε ό λόγος μπορεί νά παραστήσει ούτε ό νους νά εννοήσει. Τόν ένα ύπεράπειρο Θεόν οί θεοσεβείς ψυχές θά δοξάζουν έκεΐ χωρίς νά κουράζονται. Τά έδώ μυστήρια έκεΐ θά άποκαλυφθούν. Οί έδώ άπορίες καί άναζητήσεις έκεΐ θά λάβουν άπαντήσεις. Τά έδώ αινίγματα έκεΐ θά λυθούν. Οί σελίδες τού βιβλίου τού «γεγραμμένου έσωθεν καί έξωθεν» καί σφραγισμένου μέ σφραγίδες έπτά θά άνοίξουν άπό τόν «καθήμενον έπί τοΰ θρόνου», καί τό περιεχόμενύ τους θά γίνει γνωστό στούς πανευτυχείς δικαίους (πρβλ. Άποκ. ε'). Αύτό τό όποιο μάς φαίνεται σήμερα μυστηριώδες, θά φανεί τότε πάνσοφο, πανάγιο, παντέλειο. Αύτό τό όποιο νομίζουμε σήμερα έδώ χωρίς σκοπό, άσυνάρτητο ή άδικο, θά άποκαλυφθεΐ τότε ένώπιόν μας πάγκαλο, παντέλειο, πλήρες φωτός καί δικαιοσύνης. Ή άποκάλυψη αύτή θά είναι άκόμη μία άφορμή άτελείωτης δοξολογίας τού φιλανθρώπου Θεού, ό όποιος έχει οικονομήσει τά πράγματα, παρόντα καί μέλλοντα, κατά πάνσοφο τρόπο. Διότι «αί άνικανοποίητοι έν τώ παρόντι βίω έφέσεις τής άνθρωπίνης ψυχής», πού ποθούσε «τήν άπειρον γνώσιν καί δόξαν, τήν άπεριόριστον εύδαιμονίαν καί τήν άληκτον ζωήν, θά πληρωθώσι πάσαι έκεΐ»
Η ευφρόσυνη συνάντηση 
Η μακαριότητα τής ούράνιας καί παμπόθητης ζωής τού Παραδείσου θά αύξάνει άκόμη περισσότερο, διότι έκεΐ θά  συναντήσουμε καί θά άναγνωρίσουμε τούς συγγενείς καί  φίλους μας, οί όποιοι κοιμήθηκαν έν μετανοία. Τό έρώτη-μα τό όποιο έδώ μάς άφαιρεΐ συχνά τή χαρά καί έπαυξάνει τή θλίψη μας, «άραγε θά δώ καί πάλι τούς προσφιλείς μου; θά συναντήσω και πάλι αύτούς μέ τούς όποιους συνέζησα καί μοιράσθηκα τή χαρά καί τή λύπη, τήν άγωνία καί τή θλίψη;» έκεί θά λάβει τήν άπάντησή του. Έκεί θά πραγματοποιηθεί ή εύφροσύνη συνάντηση, τήν όποία επιθυμεί ή ψυχή μας. Έκεί θά συναντηθούν οί πιστοί σύζυγοι-έκεί θά άνθίσει καί πάλι τό γλυκύ μειδίαμα- έκεϊ θά λάβει χώρα ό στοργικός έναγκαλισμός τής εύσεβούς μητέρας μέ τά θεοφιλή τέκνα της καί άντίστροφα!... Διύτι, κατά τύν άγιο Γρηγόριο Νύσσης, «ή ζωή τής άνω φύσεως άγάπη έστίν»
Γιά τό γεγονός αύτό έχουμε μαρτυρίες στά θεόπνευστα Εύαγγέ-λια. Άπό τήν άγία Μεταμόρφωση τού Σωτήρος πληροφορούμαστε ότι οί τρεις Μαθηταί άνεγνώρισαν ότι έκεΐνοι πού συνομιλούσαν μέ τόν Κύριον ήσαν ό Μωϋσής καί ό Ήλίας (βλ. Λουκ. θ' 30). Άπό τήν παραβολή τού πλουσίου καί τού Λαζάρου μαθαίνουμε ότι ό πλούσιος άνεγνώρισε πέραν τοΰ τάφου καί τόν Αβραάμ καί τόν Αάζαρο (βλ. Λουκ. ιζ' [16] 23). Τήν άλήθεια αύτή έδίδαξε ό Κύριος καί όταν παρηγορούσε τούς Μαθητάς του. Τούς έδωκε «χρηστάς έλπίδας» συναντήσεως, καί τούς έβεβαίωσε ότι θά έλθει καί πάλι κατά τή Δευτέρα καί ένδοξη Παρουσία του γιά νά τούς παραλάβει μαζί του, ώστε νά είναι καί αύτοί έκεϊ όπου θά είναι Αύτύς (Ίω. ιδ' [14] 3). Ό άπόστολος Παύλος έξ άλλου άγάλλεται, διύτι οί Θεσσαλονικεΐς πού έπί-στευαν στό κήρυγμα τοΰ Εύαγγελίου δέν ήταν μόνον τότε ή δόξα, ή χαρά καί ό στέφανος καυχήσεώς του- θά είναι ή χαρά καί ό στέφανός του καί κατά τήν ήμέρα τής Δευτέρας Παρουσίας τοΰ Κυρίου ήμών Ιησού Χριστού (Α' Θεσ. β' 19-20).
Βεβαίως ή άγάπη πού θά μάς συνδέει έκεί θά είναι άγάπη άγία, κρυστάλλινη, άπαλλαγμένη άπό νοσηρούς συναισθηματισμούς. Ή άγάπη έκείνη δέν θά στηρίζεται σέ σαρκικούς συγγενικούς δεσμούς, όπως οί δεσμοί μεταξύ συζύγων ή μεταξύ γονέων καί τέκνων- θά είναι άγάπη άνώτερη, καθαρά πνευματική, άγάπη «έν Κυρίω». Γι’ αύτό τή χαρά πού θά δοκιμάζουμε άπό τήν άγία έκείνη άγάπη δέν θά άμαυρώνει καθόλου τό γεγονός ότι ορισμένοι άπό τούς έδώ γνωστούς καί προσφιλείς μας δέν θά βρίσκονται πιθανώς στόν πάγκαλο Παράδεισο. Διότι στήν παναγία έκείνη ζωή ή σάρκα καί τό αίμα, συγγένειες σαρκικές,γνωριμίες έγκόσμιες καί άλλα παρόμοια δέν θά έχουν καμμία θέση. Τότε νέοι δεσμοί,άκατάλυτοι, αιώνιοι θά συνδέουν όλους μεταξύ τους καί όλους μέ τόν Σωτήρα Χριστόν καί τά άλλα δύο πρύσωπα τής Παναγίας Τριάδος.
Ό άγιος ’Ιωάννης ό Δαμασκηνός συνοψίζει άριστα τή διδασκαλία τής άγίας μας ’Εκκλησίας έπί τού ζητήματος αύτού καί γράφει: ’Άς μή νομίζει κανείς ότι στή φοβερή έκείνη σύναξη δέν θά ύπάρχει άναγνώριση τοϋ ένός άπό τόν άλλον. Ναί- πράγματι καθένας θά άναγνωρίζει τόν πλησίον του όχι άπό τό σχήμα τοϋ σώματος άλλά διά τοϋ διορατικού βλέμματος τής ψυχής. Ή παρατήρηση τοϋ ιερού Πατρός ότι ή άναγνώριση θά γίνει όχι άπό τό σχήμα τού σώματος καί τή μορφή τού προσώπου είναι πολύ χαρακτηριστική, διότι στά σώματα πού θά άναστηθοϋν δέν πρέπει νά άποδίδονται - όπως έγράψαμε ήδη - «κατηγορήματα» (ιδιότητες, ιδιώματα) τά όποια άφοροϋν στά φθαρτά καί γήινα σώματά μας
Ό Ιερός Δαμασκηνός, γιά νά ύποστηρίξει τά όσα άναφέρει, έπικαλεΐται τίς γνώμες Ίωάννου Χρυσοστόμου, Μ. Βασιλείου καί όσίου Έφραίμ. Κατά τόν ιερό Δαμασκηνό, ό άγιος ’Ιωάννης ό Χρυσόστομος λέγει: Έκεΐ δέν θά γνωρίσουμε μόνον τούς έδώ γνωστούς μας, άλλά καί έκείνους τούς όποιους δέν είδαμε ποτέ. Διότι ούδέποτε είδες τόν Αβραάμ ή τόν ’Ισαάκ ή τόν ’Ιακώβ ή τούς «άρχιπάτο-ρας» ή τούς Προφήτες καί Αποστόλους καί Μάρτυρες. Όταν όμως τούς δεις κατά τήν καθολική καί φρικτή έκείνη σύναξη τής Δευτέρας Παρουσίας, θά τούς άναγνωρίσεις καί θά πεις· νά, ό Αβραάμ καί ό ’Ισαάκ καί ό ’Ιακώβ καί οί λοιποί Πατριάρχαι. Νά, ό Πέτρος καί ό Παύλος καί όλοι οί Απόστολοι. Νά, ό θεοπάτωρ Δαβίδ καί όλοι οί Προφήτες. Νά, ό ’Ιωάννης ό Πρόδρομος καί ό πρωτομάρτυς Στέφανος καί τό πλήθος τών Άγίων. Ό Μ. Βασίλειος πάλι, πάντοτε κατά τόν ίερό Δαμασκηνό, μιλώντας πρός τούς πλεονέκτες έλεγε: Τότε, στό παγκόσμιο δικαστήριο, θά σέ περικυκλώσουν όλοι εκείνοι τούς όποιους αδίκησες, καί θά είναι οί κατήγοροί σου. Διότι όπου στρέψεις τό βλέμμα σου θά δεις καθαρά «τών κακών τάς εικόνας». Άπό έδώ τά ορφανά, άπό έκεϊ τίς χήρες- άπό τό άλλο μέρος τούς φτωχούς πού χτύπησες μέ τίς γροθιές σου- τούς ύπηρέτες πού βασάνιζες- τούς γείτονες πού έξύργιζες κλπ. Τέλος ό μακάριος Έφραίμ, ό «άκριβέστατος μύστης τής Δευτέρας τοϋ Χριστού Παρουσίας», διδάσκει, κατά τόν Ιερό Δαμασκηνό: Τότε τέκνα θά καταδικάσουν τούς γονείς τους, διότι οί τελευταίοι δέν έπραξαν έργα όσια καί χρηστά. Συνεπώς θά ύπάρχει έκεί «άναγνωρισμός», διότι τή χαρά αύτή τήν έχει χαρίσει στούς δικαίους. Ένώ οί άμαρτωλοί, κατά τόν Μ. Αθανάσιο (τή γνώμη τού όποιου άναφέρει πάλι ό ίερός Δαμασκηνός), έχουν στερηθεί αύτή τήν παρηγορία- αύτοί δέν θά έχουν τήν ικανότητα νά άναγνωρίζουν έκεί ό ένας τόν άλλον καί έτσι νά λαμβάνουν άπό τόν «άναγνωρισμόν» κάποια παρηγορία
Αναλυτικότερος όμως στό θέμα αύτό είναι ό όσιος Συμεών ό νέος Θεολόγος. Γράφει: «Άνίσως οί Άγιοι γίνωνται όμοιοι μέ τόν Θεόν, καί θέλει γνωρίσουν τόν Θεόν τόσον, όσον έγνώρισεν αύτούς ό Θεός καί άνίσως καθώς γνωρίζει ό Πατήρ τόν Υιόν, καί ό Υιός τόν Πατέρα, έτζι καί οί Άγιοι μέλλουν νά βλέπουν, καί νά γνωρίζουν ένας τόν άλλον. Άλλά καί έκεΐνοι άκόμη όποϋ δέν είδαν ποτέ ένας τόν άλλον σωματικώς εις τούτον τόν κόσμον, έκεί έχουν νά γνωρισθούν». Απευθυνόμενος μάλιστα πρός έκείνους οί όποιοι άμφισβητοϋν τήν άλήθεια αύτή,τούς έλέγχει μέ τά άκόλουθα: «Πώς δέν έντρέπεσθε νά λέγετε, καί νά έρωτάτε, καί νά διδάσκετε έκείνα όπού δέν ήξεύρετε, ώσάν νά έπλουτήσατε τάχα καί αύτήν τήν γνώσιν όπού ύπερβαίνει τήν έδικήν μας δύναμιν, καί ώσάν νά έπροχειρίσθητε διδάσκαλοι άπύ τύν Θεόν; Διατί καθώς δέν είναι δυνατόν ποτέ νά μήν ήξεύρη ό Πατήρ τόν Υιόν, ή ό Υιός τόν Πατέρα, τοιουτοτρόπως καί οί Άγιοι όπού έγιναν θεοί κατά χάριν, μέ τό νά έχουν μέσα εις τόν εαυτόν τους έγκά-τοικον τόν Θεόν, δέν είναι τρόπος ποτέ νά μή γνωρίζουν ένας τόν άλλον τους, άλλά θέλει βλέπουν αιωνίως ό ένας τού άλλου τήν δόξαν, καί τήν δόξαν τήν έδικήν τους, καθώς βλέπει καί ό Υιός τήν δόξαν τού Πατρός, καί ό Πατήρ τοϋ Υίοΰ. Άμή (άλλά) τί λογής θέλει είναι ή δόξα τών Άγίων; Ό ,τι λογής είναι καί ή δόξα τού Υιού τοϋ Θεού. Και τοΰτο ό ίδιος τό έφανέρωσε μέ τό στόμα του λέγων “Έγώ τήν δόξαν, ήν δέδωκάς μοι, δέδωκα αύτοίς, ινα ώσιν έν. καθώς ήμεϊς έν έσμεν" (Ίω. ιζ' [17] 22). Βλέπεις ότι ή δόξα έκείνη όπου έδόθη πρό τών αιώνων άπό τόν Θεόν καί Πατέρα στόν Υιόν, αύτή ή ϊδια έδόθη καί άπό τόν Υίόν στούς Αγίους, καί όλοι είναι είς ένα;».
Μετά άπό αύτόν τόν συλλογισμό ό όσιος Συμεών καταλήγει στό συμπέρασμα: «Τό λοιπόν, έκεΐνοι όπού λέγουν ότι οί Άγιοι δέν βλέπουν, οΰτε γνωρίζουν ένας τόν άλλον, όταν έλθουν είς τήν θεωρίαν τοϋ Θεοϋ, κατά άλήθειαν έν σκότει διαπορεύονται, καί δέν ήλθαν είς μετοχήν Θεού, ούδέ είδαν, ή έγνώρισαν έν άληθεία τόν Θεόν. Άλλά λέγουν, καί βεβαιώνουν έκεϊνα όπού μήτε έγνώρισαν, μήτε καμμίαν φοράν έθεώρησαν. Έπειδή λέγουν, ότι θέλει εύρίσκονται καί τότε οί 'Άγιοι ώσάν είς έκστασιν, καθώς καί έδώ έρχονται καμμίαν φοράν είς έκστασιν θείαν, καί έτζι έχουν νά άλησμονήσουν και τόν έαυτόν τους, καί όλους τούς άλλους όπού εύρίσκονται μαζί τους. Καί φαίνονται άπό τούτο όπού λέγουν, πώς έννοούν κακώς τάς θείας Γραφάς, καί λογιάζουν, ότι ή ιδία άλλοίωσις, καί αρπαγή θέλει γένη τότε είς τούς Αγίους, καθώς γίνεται είς αύτούς καί έδώ. Διότι αύτοί όταν άκούουν ότι ό δείνα 'Άγιος ήλθεν είς θεωρίαν Θεού, καί άρπάχθη ό νοϋς του, καί έκαμε τόσας, καί τόσας ήμέρας, καί νύκτας χωρίς νά ένθυμηθή όλότελα κανένα άπό τά γήινα, άλλά μαζί μέ όλα τά άλλα άλησμόνη-σε καί τό ιδιόν του σώμα, καί έμεινε κολλημένος είς τήν θεωρίαν έκείνην όλος μέ όλην τήν ψυχήν, καί μέ όλας όμοϋ τάς αισθήσεις του. Άκούοντες, λέγω,τούτο λογιάζουν, ότι θέλει γένη ένα παρόμοιον καί είς τήν άλλην ζωήν έν τή βασιλεία τών ούρανών, καί δέν γνωρίζουν τελείως τά θεία καί πνευματικά, καί τά μυστήρια τοϋ άοράτου Θεού τά άόρατα, καί άκατανόητα, καί άγνώριστα είς τούς έσκοτισμένους (...). Τότε δέν θέλει ύστερηθοϋμεν άπό τό νά γνωρίζωμεν, καί νά βλέπωμεν ένας τόν άλλον, άλλά καθώς θέλει άπολαύσομεν τήν λαμπρότητα, καί θεωρίαν τοϋ φωτός περισσότερον, καί καθαρώτε-ρον, έτσι θέλει γνωρίσομεν, καί θεωρήσομεν καί τόν Θεόν, καί άλλή-λους δηλαδή ένας τόν άλλον περισσότερον, καί καθαρώτερον μέ άνέκφραστον άγαλλίασιν, καί χαράν είς αιώνας αιώνων».
Ό όσιος Συμεών κατακλείει τούς λόγους του μέ προσευχή πρός τόν Κύριο καί καλεΐ έκείνους πού συζητούν γύρω άπό τά μεγάλα καί κεφαλαιώδη αύτά θέματα, τά όποια άφορούν στήν αιώνια σωτηρία μας, νά παύσουν νά φιλονικούν ή νά τά συζητούν μέ φιλοπεριέργεια.
Άντ’ αύτοΰ τούς συμβουλεύει νά άγωνισθοΰν νά ζήσουν ζωή άγία,γιά νά έχουν τή χαρά νά γίνουν μέτοχοι τής αιώνιας βασιλείας. Γράφει: «Άλλ’ ώ Κύριε, δύς εις ήμάς τήν θείαν σου χάριν νά σέ γνωρίσωμεν, καί νά σέ φοβούμεθα, καθώς πρέπει, καί νά μένωμεν είς τά Άγιά σου θελήματα. Παρακαλώ σας λοιπόν, άδελφοί, παύσετε άπό τάς τοιαύ-τας συζητήσεις, καί φιλονεικίας, καί σπουδάσετε νά καθαρίσετε τάς ψυχάς σας άπό κάθε μολυσμόν σαρκός καί πνεύματος. Μέ τήν μετάνοιαν, μέ τά δάκρυα, μέ τήν ταπείνωσιν, καί μέ τήν έκπλήρωσιν όλων τών λοιπών έντολών, διά νά άπολαύσετε, καί τά παρόντα, καί τά μέλλοντα άγαθά, μέ άποκάλυψιν καί αισθησιν καί θεωρίαν»
Η Μακαριότης των Δικαίων θα είναι ατελέυτητη
Ενώ τόν Παράδεισο μπορούμε νά τόν κερδίσουμε σέ μία καί μόνη στιγμή ειλικρινούς μετανοίας, όπως ό ληστής έπάνω στό Σταυρό, ή χαρά καί ή εύφροσύνη τού Παραδείσου δέν  θά έχει τέλος! Ό Παράδεισος δέν είναι στόν χρόνο, δέν είναι στό αύριο τό κοντινό ή τό μακρινό· ό Παράδεισος είναι στήν άτελεύτητη αιωνιότητα. Ή μακαριότητα, «τό ύστερον τέλος τών δικαίων», είναι αιώνια, «άληκτος», χωρίς τέλος. Ή πνευματική άνεση καί ή τρυφή πού ύπάρχουν στή βασιλεία τού ούρανού μένουν, έπειδή είναι αιώνιες, πάντοτε άμετάβλητες καί άθάνατες. Δέν είναι δυνατόν νά βρει κανείς τήν άκρη καί τό τέλος της! Ό άγιος Γρηγόριος ό Παλαμάς ύποστηρίζει το «άίδιον» καί αιώνιο τής θείας βασιλείας καί γράφει: Ή βασιλεία τοΰ Θεού πάλι, πώς θά ήταν δυνατό νά νικηθεί άπό κάτι; Διότι μόνη αύτή άπό όλα τά άλλα είναι άβασίλευτη καί άήττητη καί πέρα άπό κάθε χρόνο καί αιώνα. Αύτός είναι άλλωστε καί ό λόγος γιά τόν όποιο ή στρατευομένη Εκκλησία θυμάται καί μνημονεύει πάντοτε τούς κεκοιμημένους. Αύτό καί τούς ύποσχόμαστε, όταν τούς προπέμπουμε κατά τή Νεκρώσιμη Άκολουθία μέ τά λόγια: «Αίωνία σου ή μνήμη, άξιομακάριστε καί αείμνηστε άδελφέ ήμών». Γι’ αύτό καί ή αιώνια ζωή - ή διάσταση τοϋ μέλλοντος αίώνος - δέν μάς «δημιουργεί άγωνίαν, άλλά προσδοκίαν». Τήν περιμένουμε μέ πόθο, μέ νοσταλγία, μέ χαρά. Ό μέλλων αιώνας δέν είναι άπειλή άλλά θρίαμβος καί ολοκλήρωση τών άγίων προσδοκιών καί τών θεοφιλών ελπίδων μας. Όσοι λοιπόν πιστεύουν σέ έπίγειο παράδεισο, πιστεύουν σέ μία ούτοπία. Σ’ έναν πεπλανημένο χιλιασμό. Κατ’ αύτόν τόν τρόπο έχουμε αύτό τό παράδοξο: Ένώ ή βασιλεία τοϋ Θεοϋ μέ τή μετάνοια καί τήν εξομολόγηση είναι κατορθωτή σέ κάθε στιγμή χρόνου, καί έπομένως άρχίζει ήδη άπό τήν παρούσα ζωή, ή αιώνια μακαριότητα θά έπεκτείνεται συνεχώς στούς αιώνας τών αιώνων!...
Έπομένως καί ή εύτυχία τών δίκαιων, όπως άλλωστε καί ή τιμωρία τών άμαρτωλών, θά είναι αιώνια καί άτελεύτητη. Ο'ι δίκαιοι θά άναφωνήσουν τότε τή θριαμβευτική φωνή τού βιβλίου τής Άποκαλύ-ψεως «Αλληλούια», διότι έβασίλευσε Κύριος ό Θεός ό Παντοκράτωρ. ’Άς χαίρουμε καί άς εύφραινόμαστε γεμάτοι άπό άγαλλίαση καί άς δώσουμε τή δόξα σ’ Αύτόν, διότι ήλθε ή ώρα τού Άρνίου, τοϋ ούρα-νίου καί αιωνίου Νυμφίου ’Ιησού Χριστού, καί ή γυναίκα, ή πνευματική Νύμφη Εκκλησία, στολίσθηκε καί έτοιμάσθηκε (...). Μακάριοι είναι οί προσκεκλημένοι στό δείπνο τοϋ γάμου τοϋ Άρνίου, οί όποιοι θά μετέχουν τής αιώνιας χαράς καί μακαριότητος. Καί γιά νά μή μείνει καμμία άμφιβολία περί τής άτελευτήτου έκείνης χαράς, προσθέτει ό άετός τής Πάτμου: Ό άγγελος μού είπε άκύμη: Αύτοί οι λόγοι, οί όποιοι βεβαιώνουν τή μακαριότητα τών πιστών διά τής ένώσεώς τους μέ τόν Χριστόν είναι άληθινοί, είναι λόγοι τού Θεού (Άποκ. ιθ' [19] 6-9).
Ή χριστιανική Εκκλησία έφήρμοσε άπό άρχαιοτάτων χρόνων τήν κατ’ έξοχήν εύφρόσυνη εικόνα τοϋ γάμου στή μυστική σχέση Νυμφίου, τοϋ Κυρίου ’Ιησού Χριστού, μέ τήν κάθε ψυχή. ’Άλλωστε τήν κεντρική ιοέα ολοκλήρου τού βιβλίου τοϋ θεοπνεύστου προφήτου Ώσηέ άποτελούν οί έξής λόγοι τοϋ Θεού: Κατά τή μεγάλη καί εύτυχή έκείνη ήμέρα ό ’Ισραήλ, ό έκλεκτός μου λαός, δηλαδή ή Εκκλησία, ό νέος ’Ισραήλ τής χάριτος, θά μέ ονομάσει- «ό σύζυγός μου». Και τότε, λέγει ό Θεός μέ άγία τρυφερότητα, θά σέ μνηστευθώ διά παντός (Ώσ. β' 18, 21). Αιώνιος λοιπόν καί ακατάλυτος θά είναι ό μυστικός δεσμός τοΰ Τριαδικού Θεού μέ τίς ψυχές τών δικαίων
Τό γεγονός ότι ή Άγία μας Εκκλησία στήν καθημερινή κατανυκτική άκολουθία τού Μεσονυκτικοΰ ψάλλει- «Ιδού ό Νυμφίος έρχεται έν τώ μέσω τής νυκτύς...», «Ιδού ό Νυμφίος σου (...) καί δώη σοι τόν νυμφώνα, τόν θειον τής δόξης αύτοΰ», φανερώνει ότι ή πιστή ψυχή καλείται νά ζεΐ μέ αύτή τήν άγία καί γλυκειά άναμονή. Καί όσο ή ψυχή «άγνεύει, κρατούσα φαεσφόρους (φωτοφόρους) λαμπάδας» πρός υποδοχήν τού Νυμφίου Χριστού,τόσο καί σέ ύψηλότερο έπίπεδο πνευματικής ζωής βρίσκεται. «Ήμεϊς», γράφει ό όσιος Συμεών ό νέος Θεολόγος, «πρέπει νά εύγωμεν άπύ τόν κόσμον καί άπό τό κορμί» τήν ώρα τής έξόδου μας άπό τήν παρούσα ζωή, «ένδεδυμέ-νοι καί στολισμένοι μέ έργα άγαθά, έάν θέλωμεν νά καθίσωμεν είς τόν γάμον τόν βασιλικόν μαζί μέ τούς φίλους τού βασιλέως»- έάν δηλαδή θέλουμε νά συμμετάσχουμε στήν αιώνια βασιλεία τοΰ Χριστού μέ όλο τόν χορό τών Άγίων.
Αδελφέ μου, μετά άπό τά άνωτέρω στοχάσου τούτο: Γιατί μάς δόθηκε ό χρόνος τού βίου; Μάς δόθηκε γιά νά προετοιμασθοΰμε γιά τήν πέραν τού τάφου αιώνια ζωή. Γιά νά έπιτύχουμε έδώ μέ τόν προσωπικό μας άγώνα καί τή χάρη τών άγίων Μυστηρίων τής Εκκλησίας μας τόν άγιασμό τής ψυχής μας, ώστε νά γίνουμε άξιοι τής ούράνιας δόξης καί τής αιώνιας εύτυχίας. Καί ένώ ό χρόνος τής ζωής μας είναι σύντομος - κάποτε είναι πάρα πολύ σύντομος- καί ένώ ό χρόνος αύτός δέν δίδεται έξ ϊσου σέ όλους τούς άνθρώπους, άφοΰ άλλοι φεύγουν νωρίτερα καί άλλοι άργότερα γιά τήν αιωνιότητα, ώστόσο ή καλή έκμετάλλευση τού χρόνου αύτοΰ προσδιορίζει τό αιώνιο μέλλον μας. Κάποτε καί μία μόνο στιγμή, ενα μόνο «μνήσθητί μου, Κύριε, όταν ελθης έν τή βασιλεία σου» (Λουκ. κγ' [23] 42), όπως το είπε ό ληστής μέ συναίσθηση βαθύτατης συντριβής καί θέρμη καρδίας, ή όποία έπίστευσε στόν βασιλέα Χριστόν (έστω καί άν τόν έβλεπε νά κρέμεται στό Σταυρό ώς κακούργος), είναι ικανά νά μάς χαρίσουν τήν αιώνια εύτυχία. Τώρα, γιατί σέ άλλους ό Θεός δίνει μακρά ζωή καί σέ άλλους λίγα μόνο χρόνια ζωής, αύτύ δέν μπορούμε έδώ νά τύ μάθουμε- θά μάς άποκαλυφθεΐ έκεΐ, στή μέλλουσα βασιλεία, τήν όποία όλοι έπιθυμούμε νά κληρονομήσουμε.
Λοιπόν, έάν δέν μάς φοβίζει τό φοβερό κριτήριο, άς μάς συγκινήσει τουλάχιστον ή «άληκτος» χαρά καί ή εύφροσύνη τού παμπόθητου Παραδείσου. Άντί νά φοβόμαστε «τόν κοινόν θάνατον, τόν τού γένους τών άνθρώπων θεριστήν», άς ξυπνήσουμε άπό τόν λήθαργο τής άμαρτίας καί άς φοβηθούμε «τόν όλοθρευτήν τών άνθρώπων», τόν διάβολο καί τήν άμαρτία. Διότι καθ’ αύτό θάνατος δέν είναι αύτός πού χωρίζει προσωρινά τήν ψυχή άπό τό σώμα, άλλ’ αύτός πού χωρίζει αιώνια τήν ψυχή μας άπό τόν Θεόν. Καί είναι φοβερό νά άκουσθεΐ τότε ή χαιρέκακη φωνή τού παγκάκου διαβόλου, ή όποία θά λέγει- «ένίκησα τούς Χριστού στρατιώτας»! ’Άς «μή χαροποιήσωμεν» λοιπόν «τούς άκαθάρτους δαίμονας» μέ τήν άμαρτωλή ζωή μας, άλλ’ άς άγωνισθοϋμε «γενναίως,ινα τούς άκαθάρτους νικήσω-μεν δαίμονας» μέ τή βοήθεια τού Θεανθρώπου Κυρίου μας, μέ τίς πρεσβείες τής Παναχράντου Δεσποίνης Μητέρας του, διά τής προστασίας τών ούρανίων Άγγέλων, τών άοράτων φυλάκων μας, καί μέ τίς εύχές τοϋ ένδοξου χορού τών Άγίων. Έάν έτσι πορευόμαστε-«έάν τόν φόβον (τού Θεού) έχωμεν έν τή καρδία, καί τήν μνήμην τοϋ θανάτου έν τή ψυχή περιφέρωμεν, πάντες οί δαίμονες», οί όποιοι «καθ’ ήμών οπλίζονται» καί παρατάσσονται γιά νά μάς καταβάλουν, θά μάς βροϋν ώς τείχος άπόρθητο, διότι είναι μαζί μας ό Κύριος". Καί τότε θά άκούσουμε τήν μακαρία φωνή: «Δεύτε οί ευλογημένοι τού Πατρός μου, κληρονομήσατε τήν ήτοιμασμένην ύμϊν βασιλείαν άπό καταβολής κόσμου. (...) Καί άπελευσόμεθα... είς ζωήν αιώνιον» (Ματθ. κε' [25] 34,46).
Από το Βιβλίο ΤΟ ΜΥΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΘΑΝΑΤΟΥ
ΝΙΚΟΛΑΟΣ Π.ΒΑΣΙΛΕΙΑΔΗΣ