Παρασκευή 14 Ιουνίου 2019

Η προσευχή για τους κεκοιμημένους ~ Από την Ασκητική και Ησυχαστική Αγιορειτική Παράδοση




Η προσευχή για τους κεκοιμημένους 
Από την Ασκητική και Ησυχαστική Αγιορειτική Παράδοση


Ήταν στο Μοναστήρι του Αγίου Παύλου ένα γεροντάκι ονόματι Κωνστάντιος από την Κεφαλλονιά· ήταν κι ένα άλλο Γεροντάκι, Κεφαλλονίτης κι αυτός, από το Πυργί, που λεγόταν Δημήτριος και η μητέρα του Μαρία. Κάποτε έλαβε ένα γράμμα ότι η μητέρα του εκοιμήθη. Δεν είχαν τηλέφωνα τότε.
Πάει λοιπόν στον π. Κωνστάντιο και του λέει:
Γερο-Κωνστάντιε, σε θερμοπαρακαλώ, κάνε ένα κομποσχοινάκι, ένα σαραντάρι (προσευχή για σαράντα μέρες) για την μητέρα μου.
 Θα κάνω, λέει αυτός, νά ’ναι ευλογημένο!
Αυτός ήταν αγωνιστής, όλη νύχτα τραβούσε κομποσχοίνι. Όταν συμπληρώθηκαν σαράντα μέρες, εκεί που καθόταν και έκανε κομποσχοίνι λέγοντας «Κύριε Ιησού Χριστέ, ανάπαυσον την δούλη Σου Μαρία», βλέπει μια γυναίκα να μπαίνει μέσα στο κελί του (ήταν η κεκοιμημένη Μαρία) και του λέει με ευγένεια πολλή:
 Ευλογείτε, Γέροντα!...
–  Ο Κύριος!... Πού βρέθηκες εσύ εδώ πέρα;…
 Μη ταράζεσαι, Γέροντα, γιατί ο Θεός μ’ έστειλε να ’ρθώ.
 Και, τι θέλεις;…
 Δεν θέλω τίποτε· αλλά ήρθα μόνο να σ’ ευχαριστήσω, διότι αυτά τα κομποσχοίνια που μου έκανες, πολύ με ωφέλησαν και βρήκε ανάπαυση η ψυχή μου. Σ’ ευχαριστώ, Γέροντά μου, σ’ ευχαριστώ!...
Αυτά είπε κι εξαφανίστηκε.
Η προσευχή για τους κεκοιμημένους
«Από την Ασκητική και Ησυχαστική Αγιορειτική Παράδοση»,
μέρος 2ο («Περιστατικά»), κεφ. Κε΄, σελ. 356–357, 
Άγιον Όρος 2011.
π. Δαμιανός

Τετάρτη 5 Ιουνίου 2019

Ψυχοσάββατο Πεντηκοστής - Το Μυστήριο της Εκκλησίας


ΠΕΝΤΗΚΟΣΤΗ-ΨΥΧΟΣΑΒΒΑΤΟ
Ο Χριστός "επεξηγώντας" στους Σαδδουκαίους το μυστήριο της αναστάσεως των νεκρών έλεγε ότι είναι Θεός του Αβραάμ, του Ισαάκ και του Ιακώβ και "οὐκ ἔστιν Θεός νεκρῶν, ἀλλά ζώντων" (Ματθ. 22, 32). Αυτή την διδαχή του Χριστού ακολουθώντας η Εκκλησία έθαπτε τους βιολογικά νεκρούς Χριστιανούς έξω από τον ναό, εντός του οποίου τελούσε τα μυστήρια και ιδιαιτέρως την Ευχαριστία θεωρώντας ότι "παρά τῷ Θεῷ πάντες ζῶσι".
Τα ψυχοσάββατα και τα μνημόσυνα των κεκοιμημένων (όταν τελούνται με τον σωστό τρόπο) είναι η ουσιαστικότερη φανέρωση του μυστηρίου της Εκκλησίας του Χριστού. Μέσα στην Εκκλησία οι άνθρωποι αγωνίζονται να πάψουν να είναι μονάδες, τμήματα, μέλη και προσπαθούν να ενωποιηθούν στο ένα σώμα του Χριστού. Να γίνουν αδέρφια. Να γίνουν ένα σώμα. Να ελευθερωθούν από το αποσπασματικό και να γίνουν ολοκληρία. Να βιώσουν τα λόγια της προσευχής του Χριστού προς τον Πατέρα όταν παρακαλεί για τους μελλοντικούς Χριστιανούς (που θα υπάρξουν από τους λόγους των αποστόλων): "να είναι ένα όπως εμείς (Πατήρ καί Υἱός) είμαστε ενωμένοι και να ενωθούν μαζί μας για να πιστεύσει ο κόσμος ότι Συ με έστειλες" (Ιω 17, 21).
Αυτό το έργο, της ενώσεως με τον Χριστό και μεταξύ μας, γιορτάζουμε στην εορτή της Πεντηκοστής. Το πνεύμα του Θεού, το τρίτο πρόσωπο της Αγίας Τριάδος, ο Άγιος Παράκλητος έρχεται με την Πεντηκοστή στον κόσμο και στην Εκκλησία για να οδηγήσει τους ανθρώπους στην αλήθεια της ελευθερίας από τον εγωισμό ο οποίος κάνει δύσκολη την ενότητα.
Το Πνεύμα το άγιο φωτίζει και αγιάζει τις καρδιές ώστε να μάθουν να αγαπούν και έτσι να μοιάσουν του Χριστού. Ο Χριστός είναι το κέντρο του κύκλου. Εμείς είμαστε οι ακτίνες του κύκλου. Όσο πορευόμαστε προς το κέντρο του κύκλου τόσο πλησιάζουμε και μεταξύ μας. Εγγίζοντας προς τον Χριστό "ἐν ταὐτῷ" εγγίζουμε και προς αλλήλους. Το πνεύμα του Θεού φωτίζει σ’ αυτήν την διπλή πορεία ενδυναμώνοντάς μας στον κόπο της εξόδου από την εγωιστική μας αυταπάτη. Μένοντας στον εγωισμό, μένουμε μόνοι. Ακίνητοι σε αυταπάτη αεικινησίας. Απλησίαστοι και αδιάφοροι. Ξένοι. Με μια καρδιά που γίνεται σιγά-σιγά "λίθινη". Ο Θεός με το Πνεύμα το Άγιο, δια του προφήτη Ιεζεκιήλ, κραυγάζει: "Δώστε μου την πέτρινη καρδιά σας και θα την κάνω σάρκινη" (Ιεζ. 36, 26). Σε μας μένει να ανταποκριθούμε. Αν ναι, τότε θα ΄ρθει και θα κατοικήσει μέσα μας και θα γεμίσει η καρδιά μας από τα δώρα του Αγίου Πνεύματος: "αγάπη, χαρά, ειρήνη, μακροθυμία, χρηστότης, αγαθωσύνη, πίστις, πραότης, εγκράτεια" (Γαλ. 5, 22).
Όταν, λοιπόν, αυτά, έστω και κατ’ αρχάς και εν μέρει, αρχίσουν να υπάρχουν στα μέλη-χριστιανούς της Εκκλησίας, τότε αρχίζει να σαρκώνεται το μέγα μυστήριο της Εκκλησίας. Τότε οι Χριστιανοί, μέσα στην ελευθερία των τέκνων του Θεού την οποία Εκείνος τους έδωσε και για την οποία χαίρουν· αγαπούν και νοιάζονται ο ένας τον άλλο. Γίνονται αδέρφια. Αποχτούν κοινότητα σκέψης και τρόπου. Γίνονται κοινότητα σε όλα, στην χαρά, στην θλίψη, στις ανάγκες, στην άνεση. Τότε οι αρετές που φυτρώνουν σιγά-σιγά στην καρδιά αρχίζουν να καρποφορούν και όλοι οι άνθρωποι (δικοί μας και ξένοι) γίνονται αδέρφια μας.
Γνωρίζοντας την αδυναμία και το τρεπτό της φύσεως οι χριστιανοί αγωνίζονται για όσο γίνεται μεγαλύτερη μετοχή στην χάρη του αγίου Πνεύματος. Όχι μηχανικά, με μόνη την μετοχή στα μυστήρια, αλλά ουσιαστικά. Με την βοήθεια των μυστηρίων, στην ελευθερία από τον ψυχοσωματικό εγωισμό που εμποδίζει την αγάπη και ανακόπτει την πορεία προς την αδερφό.
Στην γιορτή λοιπόν της αγίας Πεντηκοστής που είναι φανέρωση του τρόπου της Εκκλησίας, οι χριστιανοί (την παραμονή) προσεύχονται για τους αδερφούς τους που έχουν φύγει από αυτόν τον κόσμο και έχουν περάσει στην κατάσταση που προσδιορίζεται μόνον από την παρουσία του Χριστού.
Στο μέτρο που κάποιος έγινε μέτοχος των αρετών του Χριστού, τόσο Του μοιάζει, τόσο άνεση έχει στην σχέση μαζί Του. Οι μάρτυρες και οι Άγιοι, μεγάλη· οι υπόλοιποι χριστιανοί, ανάλογα. "Ἀστήρ ἀστέρος, διαφέρει ἐν δόξῃ". Ατυχώς κάποιοι, πολύ λίγο ή και επικίνδυνα λίγο, ώστε το πρόσωπο του Χριστού να είναι γι’ αυτούς ξένο ή και ενοχλητικό!
Έρχεται λοιπόν τώρα η Εκκλησία του Χριστού και προσεύχεται με την Ευχαριστία την παραμονή της αγίας Πεντηκοστής, (που είναι η γιορτή της δυνατότητος της ανθρώπινης αλλαγής), και παρακαλεί τον Κύριο της ζωής και του θανάτου, τον Δεσπότη Χριστό, για όλους όσοι βρίσκονται ενώπιον Του: Να παραβλέψει αδυναμίες. Να συγχωρήσει λάθη. Να παραγράψει αγνοήματα. Να δώσει ζωή. Να φέρει ελπίδα αναπαύσεως.
Η Εκκλησία παρακαλεί και ικετεύει. Ο Χριστός θέλει. Η τραγωδία είναι ότι ίσως κάποιος δεν επιθυμεί καμμιά αλλαγή… Ακόμα και την επομένη μετά το ψυχοσάββατο ημέρα της Πεντηκοστής, όλη η Εκκλησία γονατιστή παρακαλεί για όσους έχουν φύγει "Δέξου Κύριε δεήσεις και ικεσίες και ανάπαυσε όλους τους γονείς, τους αδερφούς, τα τέκνα όλων και κάθε άνθρωπο, όλους όσους έχουν πεθάνει, στην αγκαλιά του Αβραάμ, του Ισαάκ και του Ιακώβ…".
Η συμμετοχή μας λοιπόν στην γιορτή ας γίνει μια προσπάθεια κατανόησης της σχέσης μας με το Άγιο Πνεύμα (κάθαρση-φωτισμό). Μετοχή στα χαρίσματα του που μόνον στην Εκκλησία υπάρχουν και δίνονται. Αγάπη για την Εκκλησία, τους αδερφούς μας δηλαδή, ζωντανούς και κεκοιμημένους.
Κάποια στιγμή και μεις θα χρειαστούμε αυτή την αγάπη.
Με αγάπη και ευχές
ο εφημέριος
π. Θεοδόσιος

Η άλλη αναμονή π. Κωνσταντίνου Καλλιανού(Στοχασμοί του Ψυχοσάββατου)

π. Κωνσταντίνου Καλλιανού
(Στοχασμοί του Ψυχοσάββατου)
Άλλη μιά κορυφαία ἡμέρα ξεπροβάλλει σιωπηλά, ταπεινά καί μέ γνήσια βεβαιότητα τή χαρμολύπη της, γιά ν᾽ἀνταμώσει μέ τή δικιά μας τή συγκίνηση. Γιατί ἡ σημερινή ἡ μέρα, ἡ μέρα τοῦ Ψυχοσάββατου, ἔχει, γιά ὅσους συνειδητά προσέχουν τά ὅσα ξετυλίγονται ἀπό τό κουβάρι τοῦ πανίερου Τριωδίου, ὅλη ἐκείνη τή δυνατότητα, ὥστε νά μπορέσει ὁ κάθε πιστός νά ὑπερβεῖ τό Μυστήριο τοῦ θανάτου, καθώς γεύεται, πιστοποιεῖ καί κατανοεῖ τό ἄλλο Μυστήριο: τῆς Ἐκκλησίας, πού ὡς ἄλλη, μεγάλη συντροφιά καί κοινωνία ἐπειχειρεῖ ν᾽ἀναστρέψει τά πράγματα καί νά δώσει στή σημερινή ἡμέρα χαρακτήρα χαρμολύπης, παραμυθίας καί ἀναμονῆς. Γιατί τί ἄλλο περιμένει ὁ πιστός νά γευτεῖ τήν ὥρα ἐκείνη τῆς προσευχῆς, πού ἀποκαλεῖται Τρισάγιο ἤ Μνημόσυνο γιά τούς Κεκοιμημένους, παρά μονάχα τήν παρουσία τῶν πρόσωπων, ὡς ἱκανή, ζωντανή παρουσία μεταξύ μας, ὅλων ἐκείνων πού πέρασαν τό μεγάλο τό χαντάκι πού μᾶς χωρίζει μέ τήν αἰωνιότητα. Γιατί τί ἄλλο σημαίνει τό κάθε ὄνομα πού διαβάζεται, πού μνημονεύεται, πού δέχεται τή μερίδα του στό Ἅγιο Δισκάριο τήν ὥρα τῆς Προσκομιδῆς/Εὐχαριστίας, παρά μονάχα τήν σιωπηλή, ἀνομολόγητη, ὡστόσο διαβεβαιωμένη μαρτυρία τῆς θείας παρουσίας;
Σιωπηλοί, συγκινημένοι, ἐνεοί καί πάντα προσεκτικοί ἀναμένουν οἱ πιστοί στό ν᾽ἀφουγκραστοῦν τά ὀνόματα τῶν γονιῶν, τῶν ἀδελφῶν, τῶν συγγενῶν, τῶν φίλων, τῶν γειτόνων - ἴσως κάποιοι καί τά ὀνόματα ἐκείνων πού τούς πίκραναν ἡ πικράθηκαν ἀπό ἐκείνους, ὅσο ζοῦσαν... Γιά νά γίνει αὐτή ἡ ἀναμονή τό ἐφαλτήριο μέ τό ὁποῖο ἡ ψυχή, ὁ νοῦς, τό εἶναι ὁλάκερο νά μεταφερθεῖ σέ ἄλλες ὧρες βίου, σέ στιγμές ὅπου ἐκεῖνοι, οἱ κεκοιμημένοι δηλαδή, πύκνωναν τίς μέρες καί φυσικά τό χρόνο μας. Γιατί, καθώς μνημονεύονται τά ὀνόματα, κι ἀκούγεται αὐτό τό ἱερό καί φωτεινό, μέσα στήν πλημμύρα τῆς κεροδοσιᾶς, προσκλητήριο, αὐτόματα στό νοῦ εἰκονίζονται σκηνές μέ Μορφές Κεκοιμημένων πού στέκουν ἀπέναντί σου καί κοιτοῦν κι οἱ ἴδιοι, μέ μιά ἀναμονή περίεργη, ὡστόσο οἰκεία καί κατανυκτική, ν᾽αφουγκραστοῦν τό ὄνομά τους, νά δηλώσουν τήν παρουσία τους: ἔστω κι ἄν αὐτή εἶναι ἀνάμεσα στούς ἴσκιους τοῦ γκρίζου πρωϊνοῦ πού σαλεύουν σέ γωνιές μισοσκότεινες. Κι αὐτή τους ἡ ἀναμονή τίποτε ἄλλο δέ δείχνει, παρά μονάχα πώς περιμένουν κι ἐκεῖνοι τήν τιμή καί τό χρέος πού ἔχουμε ἀπέναντί τους, γιατί μέ αὐτό τό μνημόσυνο ἀναπαύονται. Ἐπειδή ξέρουν πώς δέν τούς λησμονοῦμε. Ἀκόμα κι ἄν ἔχουν περάσει χρόνια πολλά ἤ καί αἰῶνες... Πάντα θυμόμαστε: τούς ἀπό ἀρχῆς μέχρι σήμερον «πατέρας καί ἀδελφούς, συγγενεῖς καί φίλους, πάντας τούς τά τοῦ βίου λειτουργήσαντας πιστῶς», ἔστω κι ἄν τά ὀνόματά τους δέν πρόφτασαν νά φτάσουν ἴσαμε τίς μέρες μας. Ἀρκεῖ πού τά θυμᾶται, καί μάλιστα δίχως λάθη, ὁ Θεός.

Gολγοθᾶς καὶ Ἀνάσταση


Γέροντος Γαβριήλ (Προηγουμένου Ι.Μ. Αποστόλου Βαρνάβα)
Ὁ Χριστός μας γιὰ νὰ φθάσει στὴ λαμπροφόρο Ἀνάσταση πέρασε ἀπὸ τὸν πολυώδυνο Γολγοθᾶ. Πέρασε ἑκουσίως τὰ ἄχραντα πάθη Του, γιὰ νὰ μᾶς διδάξει ὅτι δὲν ὑπάρχει ἀνάσταση χωρὶς σταύρωση.
Δὲν μπορεῖ κανεὶς νὰ φθάσει στὴ χαρὰ τῆς ἀναστάσεως ἂν προηγουμένως δὲν περάσει μέσα ἀπὸ τὸ καμίνι τῶν θλίψεων, τῶν δυσκολιῶν, τῶν ἀπογοητεύσεων, τῶν ἀσθενειῶν, τῆς ἀπορρίψεως.
Μάλιστα τόσο πιὸ πολὺ λαμπρὴ φαίνεται ἡ Ἀνάσταση ὅσο πιὸ βαρὺς εἶναι ὁ Γολγοθᾶς τῶν θλίψεων καὶ τῶν στεναχωριῶν ποὺ περνοῦμε.
Μὴν ἀπογοητεύομαστε, λοιπόν, καὶ μὴν ἀποκάμνουμε ἀπὸ τὰ προβλήματα τῆς ζωῆς. Τὰ ἐπιτρέπει ὁ «δι’ ἄφατον φιλανθρωπίαν παθὼν Κύριος», γιὰ νὰ μᾶς τονώσει τὸ αἴσθημα τῆς χαρᾶς τῆς Ἀναστάσεώς μας.

Ψυχοσάββατου ἰκέσιος δέησις

«..ἡμέρας ἀνεσπέρου, υἱοὺς δεῖξον, Κύριε, Ἱερεῖς ὀρθοδόξους, Βασιλεῖς τε, καὶ πάντα λαόν σου».

                                                                     π. Κωνσταντίνου Καλλιανοῦ
Ὄντως ἱερὴ καὶ πάντιμος εἶναι κι αὐτὴ ἡ ἡμέρα τοῦ Ψυχοσάββατου, ποὺ συγκαλεῖ ὅλους μας στὴν πράγματι συγκινητική, ἀλλὰ καὶ τόσο ψυχωφέλιμη Πανήγυρι πρὸς τιμὴν τῶν κεκκοιμημένων μας. Καὶ μᾶς συγκαλεῖ,  γιατὶ ἔχει τὸ νόημά της κι ἡ ἡμέρα αὐτή, ἀλλὰ  καὶ  ἡ χρονικὴ περίοδος, ποὺ διανύουμε. Τοῦ Τριῳδίου δηλαδή,  ἡ ἀείφωτος διαδρομή. 
Ἤδη, λοιπόν, τιμήσαμε τὴν Τσικνοπέμπτη, μὲ τὸν εὐπρεπῆ τοῦ ἱεροῦ Τριωδίου κανονισμό, παραθέτοντας τράπεζα ἑορταστική καὶ τὴν ἑπομένη, τὴν Παρασκευή, δηλαδή, ἀρχίσαμε τὴν ἄλλη διακονία: Τὴν ἑτοιμασία τῶν κολλύβων τῶν κεκοιμημένων μας. Μὲ τὴ δέουσα σιωπή, ποὺ ἐπιβάλλεται αὐτὲς τὶς ἱερὲς τὶς ὧρες καὶ τὸ συμμάζεμα τοῦ νοῦ, ὥστε νὰ «μελετήσουμε» ὅλα τὰ ὀνόματα τῶν δικῶν μας ἀνθρώπων, οἱ ὁποῖοι μᾶς περιμένουν νὰ τὰ κομίσουμε στὸν ἱερέα,  κάπου σὲ μιὰ τοῦ ναοῦ μισοφωτισμένη γωνιά σιωπηλὰ καθισμένοι, ὥστε νὰ τὰ ἀφουγκρατοῦν, ὁ κάθενας ξεχωριστά . Τὸ ὄνομά τους,  ποὺ θ᾿ ἀκουστεῖ μαζὶ μὲ τὰ τόσα  ἄλλα τῶν κεκοιμημένων ὀνόματα, τὰ ὁποῖα μετὰ δέους μνημονεύονται  στὸ δειλινό, ποὺ χωνεύει μέσα σὲ ἀσπρόγκριζα σύννεφα εὐωδιαστοῦ θυμιάματος καὶ προσευχῶν.      
Ἄραγε, ὅλ᾿ αὐτὰ γιατὶ γίνονται -ἀπαράλλακτα αἰῶνες τώρα; Γιατὶ κομίζουμε τὰ κόλυβα, τὸν ἄρτο, τὰ ὀνόματα καὶ περιμένουμε συγκινημένοι καὶ ἥρεμοι νὰ ποῦν κι ἀπὸ τὸ δικό μας τὸ χαρτὶ ὅσα γράψαμε...Πατέρων,  πάππων, προππάπων, ἀδελφῶν συγγενῶν κατὰ σάρκα καὶ πνεῦμα...Ὀνόματα...Λέξεις,  ποὺ ἄν τὶς γυρίσεις ἀνάποδα θὰ δεῖς νὰ φανεῖ τὸ Πρόσωπο καὶ ἡ πολιτεία αὐτοῦ ποὺ κρύβεται πίσω ἀπὸ τὸ κάθε ὄνομα. Γιατί, λοιπόν, γίνονται ὅλ᾿ αὐτά;
Ἡ διδαχὴ ποὺ ἔχουμε λάβει ἀπὸ τὸν Κύριο Ἰησοῦ εἶναι τό, «ἀγαπᾶτε ἀλλήλους»( Ἰω13, 34) καὶ σὲ βαθύτερη προέκταση, ὅτι «Θεὸς ἀγάπη ἐστί» ( Α. Ἰω. 4, 16)
Ἄν, λοιπόν, αὐτὴν τὴν «καινὴν ἐντολὴν» ἔχουμε λάβει  ὡς θεμέλιο,  γιὰ νὰ σταθεῖ ὅρθια ἡ πίστη μας, τότε εἶναι φυσικὸ νὰ προβάλλουμε αὐτὴν τὴν ἀγάπη, ὄχι μονάχα στοὺς ζῶντες καὶ συγκροτοῦντες τὸ ἔμμεσο ἤ ἄμεσο περιβάλλον μας, ἀλλὰ καὶ σὲ κείνους ποὺ ἔχουν ἀναχωρήσει ἀπὸ τὰ πρόσκαιρα καὶ ἐπιγεια. Ὅλους αὐτοὺς,  ποὺ θυμόμαστε συνεχῶς μέν, ἀλλὰ περισσότερο σἠμερα. Ἐπειδὴ εἶναι ἐκεῖνοι ποὺ μᾶς ἀγάπησαν καὶ ἀγαπήσαμε. Κι ἡ ἀγάπη αὐτὴ εἶναι ποὺ  μᾶς συγκαλεῖ σήμερα στὸ ναό, ὥστε νὰ τοὺς ξαναθυμηθοῦμε, γιατί, μὴν τὸ ξεχνᾶμε, ὅτι ἡ ὄντως ἀγάπη εἶναι ὁ Τριαδικὸς Θεός, Αὐτὸς ποὺ τοὺς ἔχει ἐγγράψει «ἐν Βίβλῳ ζωῆς» καὶ τοὺς θυμᾶται πάντα, γιατὶ καὶ σιμά Του εἶναι, ἀλλὰ καὶ παιδιά του νομίζονται. Καὶ τοὺς θυμόμαστε ἐπίσης καὶ γιὰ ἕναν ἄλλο λόγο: Ἐπειδὴ αὔριο, ποὺ κι ἐμεῖς θὰ βρεθοῦμε στὴ θέση τους, κάποιοι νὰ βρεθοῦν νὰ μᾶς δείξουν τὴν ἀγαπη τους, τὴν ἔγνοια τους ὅτι μᾶς θυμοῦνται, ὅτι προσεύχονται καὶ γιὰ μᾶς.  
Ψυχοσάββατο, λοιπόν. Καὶ μὲ τὴν ἀγαπη ὁδηγὸ καὶ πυξίδα πορευόμαστε πρὸς τὸ ναό, γι᾿ ἄλλη μιὰ χρονιὰ ἀκόμη, ὥστε νὰ τιμήσουμε τοὺς κεκοιμημένους,  «πᾶσαν[δηλ] ἡλικίαν, πρεσβύτας καὶ νεανίσκους, νέους καὶ ἐφήβους, παῖδας, καὶ τὰ ἄωρα βρέφη, ἀρρενικὴν φύσιν τε καὶ θηλείαν...». Νὰ τοὺς τιμήσουμε μὲ ἱερὸ δέος καὶ συγκίνηση εὐχόμενοι,    «....διὸ οὓς ἐκάλυψε τάφος, ἐν πάσῃ χώρᾳ, ἐν τῇ κρίσει, σῶσον Πανοικτίρμον». 
Ψυχοσάββατο 2019

Κυριακή 2 Ιουνίου 2019

O Αναστάσιμος Κανόνας του Πάσχα ΠΕΜΜΤΟΥΣΙΑ

Ο ωραιότατος αναστάσιμος Κανόνας του Πάσχα «Αναστάσεως ημέρα λαμπρυνθώμεν λαοί…», συγκινεί βαθύτατα, όσους γνωρίζουν πως η τελετή της Αναστάσεως του Κυρίου δεν τελειώνει με την ανάγνωση του αναστάσιμου ι. Ευαγγελίου στον περίβολο του Ναού. Συνεχίζει να συγκινεί, να θέλγει και να ικανοποιεί βαθύτατα, όσους δεν τρέπονται σε … άτακτη φυγή με το άκουσμα του «Χριστός Ανέστη»».
Ποιητής του κανόνα αυτού είναι ο άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός, που έζησε από το 660 ως το 750 μ.Χ. και μόνασε στην Ι. Μονή Αγίου Σάββα, κοντά στην Ιερουσαλήμ. Ο εμπνευσμένος υμνογράφος και πατέρας της Εκκλησίας με τον κανόνα του αυτό επιδιώκει να μας μεταδώσει με άφταστο λυρισμό τη δογματική διδασκαλία της Εκκλησίας σχετικά με την ένδοξη Ανάσταση του Κυρίου. Ο Κανόνας αποτελείται από οκτώ «Ωδές», χωρίς να σχηματίζουν ακροστιχίδα τα αρχικά γράμματα των ειρμών και των τροπαρίων.

Περιληπτικά θα λέγαμε πως στον ειρμό της Α’ Ωδής «Αναστάσεως ημέρα» βρίσκουμε στοιχεία από σχετικό ύμνο του αγίου Γρηγορίου του Θεολόγου, σύμφωνα με τον οποίο ο αναστημένος Χριστός μας οδήγησε από το θάνατο της αμαρτίας, στην αληθινή ζωή και μας μετέφερε από τη γη στον ουρανό.
Στην Β’ Ωδή. που σημειώνεται ως Γ’, καλούμαστε να πιούμε από το «καινόν ύδωρ», που ανάβλυσε από τον Πανάγιο τάφο του Κυρίου, καθώς ανάβλυσε άλλοτε από το βράχο Χωρήβ υστέρα από την προσευχή του Μωϋσή. Ο ι. υμνογράφος, λουσμένος ο ίδιος από το άρρητο φως της Αναστάσεως, μας προτρέπει να ζήσουμε κι εμείς μέσα στην αναστάσιμη φωτοχυσία.
Στη Δ’ Ωδή, ο ι. υμνογράφος προσκαλεί τους Προφήτες να συνεορτάσουν μαζί με την Εκκλησία την ένδοξη ανάσταση του Κυρίου.
Στην Ε’ Ωδή, μας καλεί να βιώσουμε την Ανάσταση, για να προϋπαντήσουμε το Δεσπότη Χριστό ως «Πάσι ζωήν ανατέλλοντα».
Με την ΣΤ’ Ωδή, μας μεταδίδει τη δογματική διδασκαλία της Εκκλησίας μας για την τριήμερη ταφή του Κυρίου, κατά τη διάρκεια της οποίας η Θεότητα – χωρίς να αποχωριστεί από το τίμιο Σώμα – κατήλθεν εν τοις κατωτάτοις της γης, για να συντρίψει τους αιωνίους μοχλούς και ν’ αναστήσει, το κατ’ εικόνα του ανθρώπου που είχε αλλοιωθεί από την αμαρτία.
Στη Ζ’ Ωδή, συμπλέκει την Παλαιά με την Καινή Διαθήκη για το Πάσχα.
Με την Η’ Ωδή, μας καλεί να συμμετάσχουμε στο Άγιο Πάσχα κυρίως με την συμμετοχή μας στο μέγα Μυστήριο της Θείας Ευχαριστίας.
Τέλος, με την Θ’ Ωδή, καλεί τη νέα Ιερουσαλήμ – την Εκκλησία – να συνεορτάσει μαζί με την Υπεραγία Θεοτόκο τη Θεία έγερση.
Η αγία μας Εκκλησία με το θαυμασιότατο αυτό αναστάσιμο Κανόνα του αγίου Ιωάννου του Δαμάσκηνου κι όλο το λατρευτικό της πλούτο, μας βοηθεί να αισθανόμαστε καθ’ όλη την αναστάσιμη περίοδο — ουράνια βιώματα και να συνειδητοποιούμε ουσιαστικά την ένδοξη Ανάσταση του Σωτήρος μας Ιησού Χριστού.

Πηγή: www.agiazoni.gr


Η ωφέλεια από τα μνημόσυνα, Αγίου Ιωάννου του Δαμασκηνού


Η ωφέλεια από τα μνημόσυνα, Αγίου Ιωάννου του Δαμασκηνού

Σύμφωνα με ομόφωνη αγιοπατερική μαρτυρία την οποία επιβεβαιώνει αδιάκοπη εκκλησιαστική παράδοση αιώνων, οι ειδικές ευχές για τους νεκρούς θεσπίστηκαν από τους αγίους αποστόλους (1). H θέσπιση αυτή έχει δύο βασικά δογματικά θεμέλια: α) την έννοια της Εκκλησίας ως κοινωνίας αγίων, που αποτελείται όχι μόνο από τους ζωντανούς αλλά και τους «κεκοιμημένους» χριστιανούς και β) την πίστη στη μεταθανάτια ζωή, την ανάσταση και την τελική κρίση.
Επιπλέoν, η διδασκαλία και η διαχρονική πράξη της Εκκλησίας, μας προτρέπουν να εκδηλώνουμε τη μέριμνα μας για την ανάπαυση μιας ψυχής όχι μόνο με προσευχές, αλλά και με έργα αγάπης. Έτσι, οι Αποστολικές Διαταγές παραγγέλνουν να προσφέρονται στους φτωχούς ορισμένα από τα υπάρχοντα του νεκρού στη μνήμη του. Και ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος, ερμηνεύοντας το κατά Ιωάννη Ευαγγέλιο, συμβουλεύει να κάνουμε τέτοιες αγαθοεργίες, «ώστε, αν μεν ο νεκρός είναι αμαρτωλός, ν’ απαλλαγεί από τις αμαρτίες του· και αν είναι δίκαιος, να λάβει μεγαλύτερο μισθό και ανταπόδοση».
Οι προσευχές, από το άλλο μέρος, για τους νεκρούς περιλαμβάνουν τόσο την μνημόνευση των ονομάτων τους στις θείες λειτουργίες, όσο και την τέλεση ειδικών ακολουθιών, των μνημοσύνων.
Ήδη στις Αποστολικές Διδαχές βρίσκεται η διάκριση των μνημοσύνων σε «τρίτα», «ένατα», «τεσσαρακοστά» και ενιαύσια» (ετήσια), ανάλογα με το χρόνο τελέσεως τους από την ημέρα του θανάτου.
Πολλοί συμβολισμοί των επιμέρους μνημοσύνων αναφέρονται από τους πατέρες. Οι κυριότεροι είναι οι εξής: Τα «τρίτα» συμβολίζουν την ανάσταση του Κυρίου μετά την τριήμερη παραμονή Του στον τάφο και τελούνται με την ευχή ν’ αναστηθεί και ο νεκρός στην ουράνια βασιλεία (2). Τα «ένατα» τελούνται για τα εννέα τάγματα των άυλων αγγέλων, με την ευχή να βρεθεί κοντά τους η άυλη ψυχή του νεκρού. Τα «τεσσαρακοστά» τελούνται για την ανάληψη του Κυρίου, που έγινε σαράντα μέρες μετά την ανάστασή Του. Με την ευχή να ν’ «αναληφθεί» και ο νεκρός, να συναντήσει το Χριστό στους ουρανούς και να ζήσει για πάντα μαζί Του. Τα «ενιαύσια» (ετήσια), τέλος, τελούνται την επέτειο ημέρα του θανάτου, σε ανάμνηση των γενεθλίων του νεκρού, καθώς, για τους πιστούς χριστιανούς, ημέρα της αληθινής γεννήσεως είναι η ημέρα του σωματικού θανάτου και της μεταστάσεως στην αιώνια ζωή. Μνημόσυνα, αντίστοιχα με τα παραπάνω, τελούνται τον τρίτο, έκτο και ένατο μήνα από την ημέρα του θανάτου («τρίμηνα», «εξάμηνα», «εννεάμηνα»).
Τη μεγαλύτερη ωφέλεια, πάντως, στους νεκρούς την προξενεί η τέλεση της θείας ευχαριστίας στη μνήμη τους, γιατί τότε, με τις μερίδες τους στο άγιο δισκάριο, «ενώνονται αόρατα με το Θεό και επικοινωνούν μαζί Του και παρηγορούνται και σώζονται και ευφραίνονται εν Χριστώ» (άγιος Συμεών Θεσσαλονίκης).
Εκτός από τα ειδικά για κάθε νεκρό μνημόσυνα, η Εκκλησία έχει στις καθημερινές ακολουθίες της, γενικές δεήσεις για τους «κεκοιμημένους», όπως είναι λ.χ. το νεκρώσιμο μέρος του μεσονυκτικού και οι σχετικές αναφορές στις εκτενείς του εσπερινού, του όρθρου και της θείας λειτουργίας. Έχει, επίσης, καθιερώσει και ειδικές ημέρες μνημοσύνων. Τα Σάββατα σχεδόν όλου του εκκλησιαστικού έτους, και ιδιαίτερα τα προηγούμενα των Κυριακών της Απόκρεω και της Πεντηκοστής (Ψυχοσάββατα), είναι αφιερωμένα στη μνήμη των νεκρών.
Πρέπει, τέλος, να σημειωθεί, αν και αυτονόητο, ότι η Εκκλησία τελεί μνημόσυνα μόνο για του χριστιανούς που κοιμήθηκαν μέσα στους κόλπους της.
Όσα συνοπτικά αναφέρθηκαν πιο πάνω για τα μνημόσυνα και, γενικότερα, την κοινωνία των ζωντανών με τα «κεκοιμημένα» μέλη της Εκκλησίας, δηλαδή όλων των μελών του θεανθρώπινου σώματος του Χριστού, είναι αφενός ενημερωτικά για τον «αμύητο» αναγνώστη και αφετέρου προοιμιακά της πραγματείας του οσίου Ιωάννου του Δαμασκηνού «Περί των εν πίστει κεκοιμημένων», αποσπάσματα της οποίας ακολουθούν σε ελεύθερη νεοελληνική απόδοση.
Μ’ αυτό το έργο του ο μεγάλος άγιος και θεολόγος του 8ου αιώνα συνοψίζει τη διδασκαλία της Εκκλησία μας για τα μνημόσυνα και, χρησιμοποιώντας πλήθος πατερικών μαρτυριών, απαντά σε πολλά ερωτήματα, που σχετίζονται με την ιστορική προέλευση, τη σημασία και τη σκοπιμότητά τους.

 (1) Και οι Ιουδαίοι πρόσφεραν θυσίες για την εξάλειψη των αμαρτιών «των μετ’ ευσεβείας κοιμωμένων» (Β΄ Μακ.12:45)
(2) Σχετικός είναι και ο θεολογικός συμβολισμός των κολλύβων που προστίθενται σε κάθε μνημόσυνο. Το σιτάρι συμβολίζει την ταφή, την ανάσταση και την πέρα από τον τάφο ζωή του ανθρώπου, καθώς, πέφτοντας στη γη, σαπίζει και «πεθαίνει». Απ’ αυτόν το «θάνατό» του όμως βλασταίνει μια νέα ζωή.
Η ωφέλεια από τα μνημόσυνα
Ο διάβολος, ο άδειος από καθετί καλό και θεάρεστο, με πρόσχημα αλλόκοτο και παράδοξο και ολότελα άθεσμο, έπεσε πάνω σε κάποιους και τους φύτεψε την ιδέα ότι τάχα δεν ωφελούν σε τίποτα τους νεκρούς όλες οι θεάρεστες πράξεις, που γίνονται για τις ψυχές. Γιατί λένε, χρησιμοποιώντας αγιογραφικά χωρία για να στηρίξουν την άποψή τους, «Ο καθένας θα πάρει την αμοιβή του ανάλογα με τα όσα καλά ή κακά έπραξε σ’ αυτή τη ζωή» (Β΄ Κορ.5:10) και «Στον άδη ποιος θα μετανοήσει ενώπιόν Σου;» (πρβλ.Ψαλμ.6:6) και «Εσύ, Κύριε, θα αμείψεις ή θα τιμωρήσεις τον καθένα ανάλογα με τα έργα του» (Ψαλμ.61:13) και «ό,τι έσπειρε ο καθένας, αυτό και θα θερίσει». (πρβλ.Γαλ.6:7).
Αλλά, σοφοί μου, θα λέγαμε σ’ αυτούς, ερευνήστε και μάθετε, ότι όσο μεγάλος κι αν είναι ο φόβος που μας εμπνέει ο Θεός, ο Κύριος των όλων, πολύ πιο μεγάλη είναι η αγαθότητά Του. Και οι απειλές Του είναι, βέβαια φοβερές, μα και η φιλανθρωπία Του αφάνταστα μεγάλη. Και οι καταδίκες Του είναι φρικτές, μα και η ευσπλαχνία Του πέλαγος απέραντο.
Προσέξτε τι λέει η Αγία Γραφή:
Όταν στη Σιών, την πόλη του μεγάλου βασιλιά, ο Ιούδας ο Μακκαβαίος είδε το λαό του θανατωμένο από τους εχθρούς, έψαξε και βρήκε μέσα στους κόρφους τους μικρά είδωλα. Αμέσως, με κάθε ευλάβεια και αγάπη, πρόσφερε για τον καθένα τους εξιλαστήρια θυσία στον σπλαχνικό Κύριο. Γι’ αυτό και στη Γραφή θαυμάζεται για την πράξη του εκείνη, καθώς και για όλες τις άλλες (βλ. Β΄ Μακκ. 12:38-45).
Οι μαθητές του Σωτήρα μας, πάλι, οι μύστες και αυτόπτες του Λόγου, οι θείοι απόστολοι, που σαγήνεψαν τον κόσμο, θέσπισαν να γίνεται μνημόνευση των πιστών νεκρών κατά την τέλεση των αχράντων και ζωοποιών μυστηρίων. Από τότε μέχρι τώρα η αποστολική και καθολική Εκκλησία του Χριστού, σ’ όλα τα μέρη της γης, κρατάει σταθερά και αναντίρρητα αυτή την παράδοση, και θα την κρατάει ως τη συντέλεια του κόσμου.
Αυτό, οπωσδήποτε, δεν το θέσπισαν ούτε αλόγιστα ούτε άσκοπα ούτε τυχαία. Γιατί τίποτε ανώφελο δεν έχει παραλάβει η αλάθητη χριστιανική θρησκεία και τίποτε άχρηστο δεν έχει διατηρήσει σταθερά τόσους αιώνες. Όλα όσα έχει παραλάβει και διατηρήσει είναι και χρήσιμα και θεάρεστα και πολύ ωφέλιμα και πολύ σωτήρια.
Ας δούμε, όμως, τι έχουν πει γι’ αυτό το θέμα οι παλαιότεροι άγιοι πατέρες.
Ο μεγάλος και βαθύς γνώστης των θείων Διονύσιος ο Αρεοπαγίτης, στο έργο του για την εκκλησιαστική ιεραρχία, γράφει ακριβώς τα εξής: «Οι προσευχές των αγίων και σ’ αυτή τη ζωή και, πολύ περισσότερο, μετά το θάνατο, επιδρούν σ’ εκείνους που είναι άξιοι ιερών ευχών, δηλαδή στους πιστούς». Και πάλι: «Ο πανάγαθος Θεός ζητάει να συγχωρήσει όλα τα πταίσματα, που οφείλονται στην ανθρώπινη αδυναμία, και να τους τοποθετήσει στη χώρα των ζωντανών, στους κόλπους του Αβραάμ και του Ισαάκ και του Ιακώβ, απ’ όπου έχουν φυγαδευθεί ο πόνος, η λύπη και ο στεναγμός, παραβλέποντας με την αγαθότητα της θεαρχικής Του δυνάμεως τις αμαρτίες που έκανε ο νεκρός από ανθρώπινη αδυναμία, αφού, όπως λέει η Γραφή, κανένας δεν είναι καθαρός από αμαρτία.
Βλέπεις εσύ που αντιλέγεις, πώς βεβαιώνει ότι είναι ωφέλιμες οι δεήσεις γι’ αυτούς που πέθαναν με την ελπίδα τους στον Θεό;