Τετάρτη 4 Ιανουαρίου 2017

Η βάπτιση του Ιησού και η σημασία της


Το βάπτισμα Ιωάννου «εν ύδατι»
Μετά την προσέγγιση του γεγονότος της γνωριμίας και συνάντησης Ιησού και Ιωάννη είναι ανάγκη για μια ευρύτερη διερεύνηση και της βάπτισης του Ιησού από τον Βαπτιστή. Το βάπτισμα του Ιωάννη μπορεί να Θεωρηθεί ως ένα βάπτισμα μετανοίας, για την ουσιαστική ένταξη κάποιου στον πιστό λαό του Θεού, τον αληθινό Ισραήλ. Με το βάπτισμα πραγματοποιόταν ένα είδος κάθαρσης για την πραγματική ενσωμάτωση στην κοινότητα των αληθινών «τέκνων Αβραάμ» (Ματθ. 3,9· 7ωάν. 8,33 εξ. Ρωμ. 4,12). Γι’ αυτό και η πρόσκληση προς μετάνοια πριν από τη βάπτιση απευθυνόταν από τον Ιωάννη όχι μόνο προς τους αμαρτωλούς ή τους προσήλυτους στην ιουδαϊκή κοινότητα και πίστη, αλλά και προς όλους εκείνους που επιθυμούσαν ν’ ανήκουν στους προσδοκώντες τη Βασιλεία του Θεού. Επρόκειτο για ένα βάπτισμα μοναδικό, που δεν το συναντούμε στο ιουδαϊκό τελετουργικό τυπικό, και που ετελείτο αποκλειστικά και μόνο από τον Ιωάννη στα νερά του πόταμου Ιορδάνη και στην περιοχή της έρημου, όπου και το κήρυγμα μετανοίας. «Ονομάζεται «βάπτισμα μετανοίας εις άφεσιν αμαρτιών» (Μάρκ. 1,4).
Το βάπτισμα αυτό προϋποθέτει, ασφαλώς, την εξομολόγηση των αμαρτιών και την οριστική απόφαση για ουσιαστική μεταστροφή, όχι μόνο στην καθημερινή πράξη αλλά και στην καθόλου στάση έναντι των μεγάλων προβλημάτων της ζωής (βλ. Ματθ. 3,6 εξ.). Το βάπτισμα ύδατος του Ιωάννη είχε και θεωρητικό, συμβολικό χαρακτήρα. Συμβόλιζε την ηθική καθαρότητα και αγνότητα του ανθρώπου. Στη θεολογική δε γλώσσα εθεωρείτο αναγκαίο και για την προπαρασκευή του ανθρώπου εν όψει του εσχατολογικού βαπτίσματος. Το επικείμενο μεσσιανικό βάπτισμα «εν πνεύματι και πυρί» της νέας εποχής, έρχεται ως συνέχεια και προϋποθέτει πάντοτε το βάπτισμα ύδατος του Ιωάννη (Ματ. 3,11- Πράξ. 1,5• 11,16).
Η σημασία της βάπτισης του Ιησού

Ιωάννης ο Βαπτιστής και Πρόδρομος του Κυρίου


1. Σκιαγράφηση της προσωπικότητας του Βαπτιστή
Οι Ευαγγελιστές Μάρκος και Ιωάννης, εκφραστές δύο διαφορετικών παραδόσεων, της συνοπτικής και της ιωάννειας, προτάσσουν στα Ευαγγέλια και τις διηγήσεις τους για την ιστορία της ζωής και της δημόσιας δράσης του Ιησού, τη συνάντησή του με τον Ιωάννη τον Βαπτιστή (Μάρκ. 1,2-6· Ιωάν. 1,19-23). Αλλά και οι άλλοι δύο Ευαγγελιστές, Ματθαίος και Λουκάς, αναφέρονται με έμφαση στο πρόσωπο του Ιωάννη του Βαπτιστή και τον τοποθετούν ως γέφυρα για τη μετάβαση από την παιδική ηλικία του Ιησού στη δημόσια δράση του, ύστερα από τη γνωστή συνάντηση των δύο ανδρών και την πραγματοποίηση της βάπτισης στα νερά του Ιορδάνη (Ματθ. 3,1-6· Λουκ. 3,1-6).
Είναι ενδεικτικό, επίσης, ότι για την κατανόηση του προσώπου του Ιωάννη και τη σημασία του ρόλου του στην όλη υπόθεση της προπαρασκευής για την έλευση του Μεσσία Χριστού, οι τέσσερις Ευαγγελιστές αναφέρουν πολλά στοιχεία όχι μόνο για τη συνάντηση Ιησού και Ιωάννη, αλλά και για τη θαυμαστή γέννηση του δευτέρου, τον ασκητικό τρόπο ζωής του, το μεσσιανικό κήρυγμά του, το μαρτυρικό θάνατο και την εν γένει προσωπικότητά του. Ο Ιωάννης ήταν, πράγματι, μια ηγετική φυσιογνωμία με τεράστια πνευματική απήχηση στους ανθρώπους της εποχής του.
Ο Ευαγγελιστής Λουκάς μας ομιλεί, ακόμη, για την «προκαθορισμένη» μορφή της αποστολής του Ιωάννη «εκ κοιλίας μητρός» και για τα χρόνια της προετοιμασίας και προπαρασκευής του προς επίτευξη αυτού του σκοπού, όπως αναδειχθεί ένας αληθινός «πρόδρομος» του Χριστού. Γι’ αυτόν είχε προαναγγείλει ο Άγγελος πριν τη γέννησή του, ότι «έσται μέγας ενώπιον του Κυρίου» (Λουκ. 1,15). Ο ίδιος δε, όπως υπονοείται στα κείμενα, από μικρό παιδί είχε οδηγηθεί «εν ταις ερήμοις» και εκεί με την πάροδο του χρόνου «ηύξανε και εκραταιούτο πνεύματι» (Λουκ. 1,80). Στην έρημο ο Ιωάννης έμεινε «έως ημέρας αναδείξεως αυτού προς τον Ισραήλ» (Λουκ. 1,80) και μετά εξήλθε ως «προφήτης Υψίστου» στην περιοχή του Ιορδάνη, με σκοπό να κηρύξει μετάνοια και «ετοιμάσαι οδούς Κυρίου» (Λουκ. 1,76). Θαυμάσια, επομένως, γεγονότα συνόδευσαν τον Ιωάννη από την πρώτη στιγμή της σύλληψης και γέννησής του ως την τελευταία του μαρτυρικού θανάτου του, όπως θα δούμε και πιο κάτω.
Η μητέρα του Ιωάννη, η Ελισάβετ, που ήταν και συγγενής της Παρθένου Μαρίας, όπως είδαμε στο πέμπτο κεφάλαιο του βιβλίου αυτού, «συνείληφεν υιόν εν γήρει αυτής» κατά θαυμαστό τρόπο (Λουκ. 1,36). Κατά τη συνάντηση δε εκείνη των δύο εγκύων γυναικών, όπως γράφει το κείμενο, «εσκίρτησεν εν αγαλλιάσει το βρέφος εν τη κοιλία αυτής» και η Ελισάβετ «επλήσθη Πνεύματος αγίου» και απεκάλυψε μετά τον ασπασμό, ότι η Μαρία θα γίνει με την κύηση και γέννηση «η μήτηρ του Κυρίου» (Λουκ. 1,4344). Από την άλλη πλευρά ο πατέρας του Ιωάννη, ο Ζαχαρίας, ιερέας του Ναού την περίοδο εκείνη, βεβαιώνεται ύστερα από οραματική εμπειρία, ότι η γέννηση του υιού του θα πραγματοποιηθεί κάτω από θαυμαστές συνθήκες και «χειρ Κυρίου» θα τον συνοδεύει συνεχώς για να φέρει σε πέρας την υψηλή αποστολή του. Το όνομα δε Ιωάννης που θα πάρει, και η όλη μετέπειτα ζωή του θα είναι μια αληθινή μαρτυρία αυτής ακριβώς της θαυμαστής κλήσης του (Λουκ. 1, 60 εξ.).
Αυτός, λοιπόν, ο Ιωάννης, η μετέπειτα «φωνή βοώντος εν τη ερήμω», σύντομα θα αναδειχθεί ένα είδος «ενσάρκου Αγγέλου» και προδρόμου για να ετοιμάσει «την οδόν Κυρίου» (πρβλ. Ησ. 40, 3) και «ίνα μαρτυρήση περί του φωτός» (Ιωάν. 1,7). Χαρακτηριστικό της «προδρομικότητάς» του αυτής θα είναι το κήρυγμα μετανοίας και το βάπτισμα ύδατος «εις άφεσιν αμαρτιών», σύμφωνα και με πρόρρηση του Ησαΐα, που λέει «φωνή βοώντος εν τη ερήμω, ετοιμάσατε την οδόν Κυρίου, ευθείας ποιείτε τας τρίβους αυτού» (Λουκ. 3, 3-4· Ησ. 40, 3-5). Με αποκορύφωση στο τέλος την ίδια τη βάπτιση του Ιησού Χριστού.
 Η εμφάνιση του Βαπτιστή ήταν ασκητική και η ζωή του εντελώς λιτή, αφού, «το ένδυμα αυτού από τριχών καμήλου και ζώνην δερματίνην περί την οσφύν αυτού· η δε τροφή αυτού ην ακρίδες και μέλι άγριον» (Μαθτθ. 3,4). Επί πλέον διέθετε τεράστια πνευματική αίγλη και επιρροή, καθ’ όσον «εξεπορεύετο προς αυτόν πάσα η Ιουδαία χώρα και οι Ιεροσολυμίται πάντες εβαπτίζοντο εν τω Ιορδάνη ποταμώ υπ’ αυτού εξομολογούμενοι τας αμαρτίας αυτών» (Μάρκ. 1, 5). Όλα αυτά, καθώς και η γενικότερη χαρισματική του φύση, κατέστησαν τον Ιωάννη τη μεγαλύτερη θρησκευτική και πνευματική προσωπικότητα της εποχής του. Αυτόν τον ειδικά απεσταλμένο άνθρωπο του Θεού σεβάστηκαν βαθύτατα οι δίκαιοι και οι ταπεινοί του Ισραήλ, ταυτόχρονα όμως η παρουσία του προκαλούσε φόβο και τρόμο στους άδικους και μοιχούς.
Βέβαια, ο ασκητικός και «μοναχικός» τρόπος ζωής του Προδρόμου, που για τον Ιουδαϊσμό δεν ήταν ποτέ κάτι το συνηθισμένο και αποδεκτό, ιδιαίτερα μάλιστα στην εποχή του Ιησού που κυριαρχούσε ο φαρισαϊσμός και η θρησκευτική υποκρισία, ήταν φυσικό να δημιουργήσει σε πολλούς διάφορα προβλήματα και αντιδράσεις. Ακόμη και σήμερα, αυτό το γεγονός της ασκητικότητας του Ιωάννη, έγινε αιτία να διατυπωθεί από πολλούς μελετητές της Καινής Διαθήκης η άποψη, πως πιθανώς ο Βαπτιστής να είχε κάποια άμεση σχέση και κοινωνία με τις εσχατολογικές κοινότητες των Εσσαίων της εποχής εκείνης, αφού και εκείνοι ζούσαν στην έρημο, όπως γνωρίζουμε, άγαμοι και ασκητικοί, κατά τρόπο μοναστικό και κοινοβιακό. Ανεξάρτητα, όμως, από το αν κάποτε είχε και πόση σχέση μπορεί να είχε με τις εσσαϊκές κοινότητες του Κουμράν, φαίνεται ότι ο Ιωάννης την εποχή της συνάντησής του με τον Ιησού ήταν εντελώς ελεύθερος από τέτοιους συσχετισμούς και ανεξάρτητος, με δικούς του μαθητές και οπαδούς.
Ο απόλυτα προσωπικός τρόπος ζωής του και η μορφή προετοιμασίας και δράσης του, θυμίζουν τους μεγάλους προφήτες του παρελθόντος.
2.  Η αποστολή του Βαπτιστή
     Ο Ιωάννης μέσα από τα κείμενα των Ευαγγελίων παρουσιάζεται ως ο μοναδικός «προφήτης» και «πρόδρομος» που στέλνεται από το Θεό, για να ετοιμάσει πνευματικά το λαό εν όψει της επικείμενης έλευσης του Μεσσία. Στο Δ΄ Ευαγγέλιο τονίζεται με έμφαση αυτή ακριβώς η προδρομική ιδιότητα και αποδοχή του Ιωάννη: «Εγένετο άνθρωπος, απεσταλμένος παρά Θεού, όνομα αυτώ Ιωάννης· ούτος ήλθεν εις μαρτυρίαν, ίνα μαρτυρήση περί του φωτός, ίνα πάντες πιστεύσωσιν δι’ αυτού. Ουκ ην εκείνος το φως, αλλ’ ίνα μαρτυρήση περί του φωτός» (Ιωάν. 1,6-8). Ο ίδιος, εξάλλου, ο Βαπτιστής θα πει αργότερα για τον εαυτό του, όταν κάποτε ρωτήθηκε σχετικά, ότι «εγώ ουκ ειμί ο Χριστός», αλλ’ ούτε και ο Ηλίας, ή «ο Προφήτης», που περίμεναν οι Ιουδαίοι να έρθει ειδικά γι’ αυτό το σκοπό στον κόσμο (βλ. Δευτερ. 18,15). Ο ίδιος είχε την αίσθηση πως ήταν απλώς η «φωνή βοώντος εν τη ερήμω», υπενθυμίζοντας με τους λόγους του και τα κηρύγματά του αυτά που οι μεγάλοι προφήτες και ιδιαίτερα ο  Ησαΐας προανήγγειλαν γι’ αυτόν και την αποστολή του (βλ. Ησ. 40, 3).
Αλλά και ο Ιησούς κάποτε είχε πει κάτι παρόμοιο, δημόσια μάλιστα προς το λαό, για τον Βαπτιστή και την αποστολή του: «τί εξήλ­θατε εις την έρημον θεάσασθαι; κάλαμον υπό ανέμου σαλευόμενον; αλλά τί εξήλθατε ιδείν; άνθρωπον εν μαλακοίς ιματίοις ημφιεσμένον; ιδού οι τα μαλακά φορούντες εν τοις οίκοις των βασιλέων εισίν. Αλλά τί εξέλθατε ιδείν; ναι λέγω υμίν, και περισσότερον προφήτου, ούτος γαρ έστι περί ου γέγραπται· ιδού εγώ αποστέλλω τον άγγελόν μου προ προσώπου σου, ος κατασκευάσει την όδόν σου έμπροσθέν σου. Αμήν λέγω υμίν, ουκ εγήγερται εν γεννητοίς γυναικών μείζων Ιωάν­νου του βαπτιστού» (Ματθ. 11, 7-11).
Ο όρος «μείζων» δεν αναφέρεται εδώ, πιστεύουμε, στην προσωπική αγιότητα ή ακεραιότητα του χαρακτήρα του Ιωάννη και ούτε θέλει να φανερώσει κάποια ηθικής φύσεως ιδιότητα, αλλά σχετίζεται άμεσα με την υψηλή αποστολή και κλήση του να υπηρετήσει στο αιώνιο σωτηριολογικό σχέδιο του Θεού. Από κάποια άλλη άποψη, αν μπορούσε να δει τα πράγματα κανείς, θα έλεγε ότι και «ο μικρότερος εν τη βασιλεία των ουρανών μείζων αυτού έστιν» (Ματθ. 11,11). Αυτό το μοναδικό προνόμιο, να δει με τα σωματικά του μάτια το Μεσσία και να γίνει Πρόδρομος και Βαπτιστής του, το είχε μόνο ο Ιωάννης από όλους τους μεγάλους προφήτες του παρελθόντος. Και από αυτής της απόψεως, πράγματι, ο Ιωάννης ήταν ο «μέγιστος των προφητών», έστω και αν ο «ελάχιστος» της βασιλείας θα είναι «μείζων αυτού».
Υπ’ αυτή την προοπτική, ο Ιωάννης κατανοείται ως προφήτης μοναδικός αλλά και «οριακός» ταυτόχρονα, γιατί με την παρουσία του και την αποστολή του διακρίνει αλλά και συνδέει τον κόσμο της Παλαιάς με τον κόσμο της Καινής Διαθήκης. Συνδέει δηλαδή την προφητική «γνώση» με την ιστορική εμπειρία, την προσδοκία του παρελθόντος με την εκπλήρωση του παρόντος. Στον Ιωάννη και με τον Ιωάννη γίνεται η μεγάλη μετάβαση από το παλαιό στο νέο και από το πριν στο τώρα. Ο Ιωάννης είναι ο «μέγιστος» του παλαιού κόσμου αλλά και ο «ελάχιστος» του νέου (βλ. Ματθ. 11, 11).
Είναι η πιο μεγάλη αλλά ταυτόχρονα και η πιο «τραγική» φυσιογνωμία της ιστορίας της Καινής Διαθήκης. Στη δική του προσωπική ιστορία παρουσιάσθηκε για πρώτη φορά και τόσο έντονα το εσωτερικό δράμα του πνευματικού ανθρώπου. Ο  Ιωάννης έδωσε μια «εικόνα» και τον «τύπο» αυτού του δράματος. Στη ζωή του φάνηκε κατά δραματικό τρόπο η ανάγκη μιας αποφασιστικής «διάβασης» από την απλή ανθρώπινη και ιστορική γνώση «περί του Ιησού» στην αναγνώρισή του ως «Χριστού και Κυρίου». Αυτό σήμαινε για τον Ιωάννη αποδοχή και αναγνώριση, ότι ο Ιησούς από τη Ναζαρέτ της Γαλιλαίας ήταν «υιός της Μαρίας» αλλά ταυτόχρονα και «Υιός του Θεού».
(Γεωργίου Π. Πατρώνου, «Η ιστορική πορεία του Ιησού», εκδ. Δόμος, σ. 211-215)

Άγιος Λουκάς Αρχιεπίσκοπος Συμφερουπόλεως & Κριμαίας Λόγος στην Κυριακή των Φώτων

Το Ευαγγελικό ανάγνωσμα των Θεοφανίων περιέχει έναν λόγο του Χριστού μεγάλης σπουδαιότητας. Σ’ αυτόν τώρα θέλω λίγο να στρέψω την προσοχή σας.
Του μεγάλου αυτού γεγονότος της Θεοφάνειας του Κυρίου προηγείται κήρυγμα στις όχθες του Ιορδάνη ποταμού, του Ιωάννου του Προδρόμου του Κυρίου, του μείζονος μεταξύ των ανθρώπων που γέννησαν ποτέ οι γυναίκες. Το φλογερό του κήρυγμα της μετανοίας για το οποίο προετοιμαζόταν είκοσι ολόκληρα χρόνια στην έρημο της Ιουδαίας τραβούσε προς αυτόν μεγάλο πλήθος ανθρώπων. Ο πύρινος λόγος του κηρύγματός του έκαιγε τις καρδιές των ανθρώπων τους οποίους βάπτιζε στα νερά του Ιορδάνη καθαρίζοντας τις αμαρτίες τους. Την μεγάλη εκείνη ημέρα με πολλή έκπληξη παρατήρησε ότι μεταξύ των άλλων που έρχονται για να βαπτιστούν βρίσκεται και Εκείνος τον οποίον μέχρι τότε δεν είχε γνωρίσει αλλά περί του οποίου του είχε αποκαλυφθεί ότι θα βαπτίζει με το Πνεύμα το Άγιο. Και αφού έπεσε στα πόδια του, του είπε με δέος: «εγώ χρείαν έχω υπό Σου βαπτισθήναι, και συ έρχη προς με;» (Μτ. 3, 14).
Εμείς, που ήδη είμαστε βαπτισμένοι εν Πνεύματι Αγίω και πυρί, δεν θα μπορούσαμε να καταλάβουμε γιατί ο αναμάρτητος Υιός του Θεού πήγε στο δούλο του τον Ιωάννη και ζήτησε να βαπτιστεί από αυτόν με το βάπτισμα της μετανοίας για να Του αφε­θούν οι αμαρτίες του, τις οποίες δεν είχε, αν ο ίδιος ο Χριστός δεν μας το έλεγε απαντώντας στην ερώτηση του Προδρόμου το εξής: «άφες άρτι· ούτω γαρ πρέπον εστίν ημίν πληρώσαι πάσαν δικαιοσύνην» (Μτ. 3, 15).
Ω, Κύριε μας! Σε προσκυνούμε εσένα και τον Πρόδρομο Σου και Σε ευχαριστούμε από τα βάθη της καρδιάς μας για το ότι μας έμαθες να σεβόμαστε και να τιμάμε «πάσαν δικαιοσύνην» και να μισούμε την οποιαδήποτε αδικία, διότι εκείνη προέρχεται από τον διάβολο. Κάθε δικαιοσύνη, ακόμα και η πιο ασήμαντη δίκαιη πράξη, είναι ευλογημένη από τον Θεό. Έλαβες το βάπτισμα από τον Ιωάννη στον Ιορδάνη ποταμό για την άφεση αμαρτιών διότι ήθελες να εκπληρώσεις ό,τι προβλέπει το σχέδιο του Θεού. Η κατάδυση στα νερά του Ιορδάνη αποτελούσε σφράγισμα της μετανοίας γι’ αυτούς που έρχονταν να βαπτιστούν. Διότι για την ολόκαρδη μετάνοια, αυτός που δεχόταν το βάπτισμα του Ιωάννη, λάμβανε από τον Θεό την άφεση των αμαρτιών του.
Το βάπτισμα όμως αυτό δεν ανακαίνιζε τον άνθρωπο και δεν ήταν γι’ αυτόν μία δεύτερη γέννηση, όπως αυτό γίνεται στο μεγάλο μυστήριο του βαπτίσματος, με το άγιο Πνεύμα, με το οποίο βαπτιζόμαστε εμείς οι χριστιανοί. Ήταν λοιπόν δίκαιο το βάπτισμα του Ιωάννου. Δεν μίλησε όμως μόνο γι’ αυτήν την δικαιοσύνη,  ο Σωτήρας μας στον Ιωάννη για να τον καθησυχάσει και να λύσει την απορία του, αλλά για την πάσα δικαιοσύνη, δηλ. το σχέδιο του Θεού. Με τον θείο λόγο του αγίασε και ευλόγησε την κάθε αλήθεια και συνεπώς κατέκρινε την οποιαδήποτε αδικία.

Θεοφάνεια. Κάθοδος Αγίου Πνεύματος



Η χρονική «στιγμή» της θεοφάνειας
       Οι Ευαγγελιστές Ματθαίος και Μάρκος τοποθετούν «χρονικά» την κάθοδο του Αγίου Πνεύματος αμέσως μετά την έξοδο του Ιησού από τα νερά του Ιορδάνη και σε άμεση σχέση με τη βάπτιση. Ο Λουκάς διαφοροποιείται κάπως στο σημείο αυτό και τοποθετεί το «ανεωχθήναι τον ουρανόν και καταβήναι το Πνεύμα το Άγιον… επ’ αυτόν» (Λουκ. 3,21-22) «λίγο αργότερα» και μετά το πέρας της βάπτισης. Βέβαια δεν φαίνεται να το θεωρεί σαν ξεχωριστό γεγονός, όπως ισχυρίζονται πολλοί, για να τονισθεί δήθεν κάποια διάρκεια μεταξύ βαπτίσματος και «χρίσματος». Μας λέει συγκεκριμένα, ότι ο Ιησούς αμέσως μετά τη βάπτιση, ή και κατά τη βάπτιση άρχισε να προσεύχεται, και τότε ακριβώς συνέβη η «κάθοδος» του Πνεύματος (Λουκ. 3,21). Κατά τον Λουκά, επομένως, έχουμε το μεγάλο αποκαλυπτικό γεγονός και την πρώτη θεοφάνεια της Καινής Διαθήκης αμέσως μετά τη βάπτιση και σε σχέση πάντοτε με τη βάπτιση και μάλιστα σε ώρα «προσευχής». Τότε έρχεται και η ουράνια επιβεβαίωση, ότι «ούτος έστιν ο υιός ο αγαπητός» (Ματθ. 3,17· Μάρκ. 1.11· Λουκ. 3,22) και «ο υιός του Θεού» (Ιωάν. 1,34).
      Η εκδοχή για κάποια «διάκριση» των γεγονότων στον Λουκά, θεωρείται ως η πιθανότερη στους περισσότερους μελετητές, ιδιαίτερα σ’ εκείνους που πιστεύουν ότι το συγκεκριμένο γεγονός της θεοφάνειας πρέπει να έγινε αντιληπτό μόνο από τους δύο πρωταγωνιστές της ιστορίας αυτής, τον Ιησού και τον Ιωάννη, και όχι από όλον τον παρευρισκόμενο την ώρα εκείνη λαό. Το ότι και ο Βαπτιστής αντελή­φθη το γεγονός αυτό δεν υπάρχει αμφιβολία. Το μαρτυρεί ο ίδιος προσωπικά και μας το βεβαιώνει και το Δ΄ Ευαγγέλιο: «Και εμαρτύρησεν Ιωάννης λέγων· ότι τεθέαμαι το Πνεύμα καταβαίνον ως περιστεράν εξ ουρανού, και έμεινεν επ’ αυτόν» (Ιωαν. 1,32). Βέβαια, σχετικά με το αν είδε ο παρευρισκόμενος λαός όλα αυτά τα συμβαίνοντα θαυμαστά γεγονότα ή αν έμειναν εντελώς αμέτοχοι οι πιο πολλοί, οι απόψεις πολλών σύγχρονων ερμηνευτών διίστανται.
      Η αρχαία, όμως, ερμηνευτική παράδοση, καθώς και η αντίστοιχη εκκλησιαστική και λειτουργική εικονογραφία, δέχονται το γεγονός της θεοφάνειας αυτής να συμβαίνει τη στιγμή της βάπτισης και όχι μετά, όπως αναφέρθηκε πιο πάνω. Και μάλιστα να γίνεται αντιληπτό από όλους τους παρόντες και από το λαό τον ίδιο. Η υπογράμμιση από τον Ευαγγελιστή Ιωάννη, ότι ο Ιησούς με τα γεγονότα της ζωής του ήρθε «ίνα φανερωθή τω Ισραήλ» (Ιωάν. 1,31), δίνει μια σαφή εκκλησιολογική διάσταση στο γεγονός της βάπτισης και της «καθόδου» του Αγίου Πνεύματος. Η μεσσιανική ιδιότητα του Ιησού είναι φυσικό να μας οδηγήσει προς την κατεύθυνση της διεύρυνσης, καθ’ όσον προς το λαό αυτό ο Κύριος θα απευθύνει σε λίγο το κήρυγμά του και το σωτηριολογικό του έργο. Δεν είναι, επομένως, γεγονότα που συντελούνται «κεκλεισμένων των θυρών».
      Εάν, πράγματι, το γεγονός της θεοφάνειας συνέβη «ανοιχτά» και δημόσια, τότε και για μας δεν απομένει άλλο παρά ο δρόμος της «εκκλησιολογικής» κατανόησης. Η «ιδιωτική» και προσωπική κατανόηση του θαύματος αυτού και κάθε θαυμαστού γεγονότος της ζωής του  Ιησού έχει τους κινδύνους της αμφισβήτησης και του ιστορικού στοιχείου των γεγονότων. Πιστεύουμε δε, ότι η ερμηνεία αυτή δεν έρχεται σε αντίθεση προς την ευαγγελική παράδοση, τουλάχιστο όπως διατυπώνεται από τον Ευαγγελιστή Λουκά (Λουκ. 3,21-22).

Τα Άγια Θεοφάνεια


Τα Άγια Θεοφάνεια

 Εισαγωγή
Σαν ένας δεύτερος κατακλυσμός για τη ανθρωπότητα είναι τα Άγια Θεοφάνεια. Κατακλυσμός αγάπης και χάρητος του Θεού για την πνευματική σωτηρία του ανθρώπου, για την εκ νέου εισαγωγή του στον Παράδεισο. Γι’ αυτό στο συναξάρι του όρθρου διαβάζουμε:
«Τούς οὐρανούς Βάπτισμα  τοῦ Χριστοῦ σχίσαν
  Τούς αὐτό μή χραίνοντας ἒνδον εἰσάγει
   Βάπτισεν ἐν ποταμῷ Χριστόν Πρόδρομος κατάἒκτην»

δηλ. Ότι το βάπτισμα του Χριστού αφού έσχισε τους Ουρανούς, εισάγει αυτούς που είναι ακάθαρτοι και δεν το αξίζουν. Ο Πρόδρομος εβάπτισε στον ποταμό τον Χριστό κατά την έκτην (ημέρα).
Τα Άγια Θεοφάνεια ή Επιφάνεια εορτάζουμε την βάπτιση του Χριστού από τον Άγ. Ιωάννη τον Πρόδρομο στον Ιορδάνη ποταμό και την εμφάνιση της Αγίας Τριάδος για πρώτη φορά στον κόσμο:Του Πατρός, ως φωνή που αποκαλύπτει στους ανθρώπους τον Υιό ως αγαπητόν αυτού, εις τον οποίο εναρεστείται (πρβλ.οὗτος ἐστίν ὁ Υἱός μου ὁ ἀγαπητός ἐν ᾧ εὐδόκησα) (Ματθ γ&prime ; 17, Μαρκ α&prime ; 9-11, Λουκ γ 21). Του Υἱοῦ, που βαπτίζεται στον Ιορδάνη ποταμό από τον Άγιο ιωάννη τον Πρόδρομο και του Αγίου Πνεύματος, υπό μορφήν περιστεράς, η οποια ήλθε και κάθισε στην κορυφή του Δεσπότου Χριστού.

    1.      Το Χρονικόν της Βαπτίσεως του Χριστού

Τριάντα χρόνια μετά την γέννηση του Χριστού, διάστημα που το πέρασε ο Ιησούς τηρώντας κατά πάντα τον νόμο και κάνοντας απόλυτη υπακοή στην μητέρα του Μαριάμ και στον Θετό του πατέρα Ιωσήφ (ἦν ὑποτασσόμενος αὐτοῖς), θέλησε ο Ιησούς, πριν αρχίσει την δημόσια δράση Του, να δείξει στους ανθρώπους οτι είναι: ο «Θεός ἐν σώματι», ότι είναι ο Υιός του Θεού, γνήσιος και «ὁμούσιος τῷ Πατρί» ότι είναι εκείνος τον οποίον οι προφήτες είχαν προαναγγείλει και ο λαός με πολλή προσδοκία περίμενε.
Τον καιρό εκείνο όπως αναφέρει ο Ευαγγελιστής Λουκάς (Λουκ γ’ 2-3) «ἐπ’ ἀρχιερέως Ἂννα καί Καϊάφα, ἐγένετο ρῆμα Θεοῦ ἐπί Ἰωάννην τόν Ζαχαρίου [1] Υἱόν ἐν τῇ ἐρήμῳ καί ἦλθεν εἰς πᾶσαν τήν περίχωρου τοῦ Ἰορδάνου, κηρύσ-σων βάπτισμα μετανοίας εἰς ἂφεσιν ἁμαρτιῶν» δηλ ήλθε κατ’ εντολήν του Θεού, από τα βάθη της ερήμου στην περιοχή του ποταμού Ιορδάνη, ο Ιωάννης υιός του Ζαχαρία και προέτρεπε τον λαό να μετανοήσει και να βαπτιστεί το «βάπτισμα της μετάνοιας»,για να συγχωρεθούν οι αμαρτίες του. Όλοι όσοι εβαπτίζοντο έμπαιναν στο νερό, εξομολογούμενοι δημοσίως τις αμαρτίες τους και έβγαιναν όταν είχαν τελειώσει την εξομολόγησή τους.


Μολονότι ο Ιησούς ήταν αναμάρτητος και δεν είχε αμαρτίες να εξομολογηθεί, εν τούτοις για να εκπληρώσει καθ’ όλα τον νόμο, «πληρῶσαι πᾶσαν δικαιοσύνην», ήλθε στον Ιορδάνη για να βαπτιστεί από τον Ιωάννη. Ο Ιωάννης φωτισμένος από το Άγιο Πνεύμα αναγνωρίζει στο πρόσωπο του Ιησού, τον αναμενόμενο Μεσσία και Υιό του Θεού καθώς και την δική του αναξιότητα. Έτσι έχει αντιρρήσεις να βαπτίσει τον Χριστό και του λέγει::«Ἐγώ χρείαν ἒχω ὑπό σοῦ βαπτισθῆναι καί σύ ἒρχη πρός με;» δηλ. «εγώ έχω ανάγκη να βαπτισθώ από σένακαι εσύ έρχεσαι σε μένα ;» Αλλά ο Ιησούς αφοπλίζει την λογική δειλία του Ιωάννη λέγοντας του:«ἂφες ἂρτι. Οὓτω γάρ πρέπον ἡμῖν πληρῶσαι πᾶσαν δικαιοσύνην» δηλ. «άστα αυτά τώρα,έτσι πρέπει να γίνει, για να εκπληρώσουμε καθ’όλα τον νόμο».
Μετά από αυτήν την στιχομυθία ο Ιωάννης κάνοντας υπακοή στον Κύριο, τον εβάπτισε εις τον Ιορδάνην ποταμόν. «καί βαπτισθείς ὁ Ἰησοῦς ἀνέβη εὐθύς ἀπό τοῦ ὓδατος» (Ματθ. γ´ 16). Εδώ πρέπει να επισημάνουμε μια σημαντική λεπτομέρεια που υποδηλώνεται με την λέξη «ευθύς». Όλοι οι βαπτιζόμενοι παρέμειναν κάποιο χρονικό διάστημα εντός του ύδατος, μέχρι να εξομολογηθούν τις αμαρτίες των και κατόπιν έβγαιναν από το νερό. Ο Ιησούς επειδή ήτο αναμάρτητος και δεν είχε αμαρτίες να εξομολογηθεί, γι’ αυτό ανέβη «εὐθύς» δηλ αμέσως από του ύδατος.Επομένως η λέξη«εὐθύς» υποδηλώνει την αναμαρτησία του Κυρίου.

Θεοφάνεια. Κάθοδος Ἁγίου Πνεύματος


Γεωργίου Π. Πατρώνου,
Ἡ χρονικὴ «στιγμὴ» τῆς θεοφάνειας  
Οἱ Εὐαγγελιστὲς Ματθαῖος καὶ Μᾶρκος τοποθετοῦν «χρονικὰ» τὴν κάθοδο τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ἀμέσως μετὰ τὴν ἔξοδο τοῦ Ἰησοῦ ἀπὸ τὰ νερὰ τοῦ Ἰορδάνη καὶ σὲ ἄμεση σχέση μὲ τή βάπτιση. Ὁ Λουκᾶς διαφοροποιεῖται κάπως στό σημεῖο αὐτὸ καὶ τοποθετεῖ τὸ «ἀνεωχθῆναι τὸν οὐρανὸν καὶ καταβῆναι τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιον… ἐπ’ αὐτὸν» (Λουκ. 3, 21-22) «λίγο ἀργότερα» καὶ μετὰ τὸ πέρας τῆς βάπτισης. Βέβαια, δέν φαίνεται νά τὸ θεωρεῖ σὰν ξεχωριστὸ γεγονός, ὅπως ἰσχυρίζονται πολλοί, γιά νά τονισθεῖ δῆθεν κάποια διάρκεια μεταξὺ βαπτίσματος καὶ «χρίσματος».
Μᾶς λέει συγκεκριμένα, ὅτι ὁ Ἰησοῦς ἀμέσως μετὰ τή βάπτιση, ἢ καὶ κατὰ τή βάπτιση ἄρχισε νά προσεύχεται, καὶ τότε ἀκριβῶς συνέβη ἡ «κάθοδος» τοῦ Πνεύματος (Λουκ. 3,21). Κατὰ τὸν Λουκᾶ, ἑπομένως, ἔχουμε τὸ μεγάλο ἀποκαλυπτικὸ γεγονὸς καὶ τὴν πρώτη θεοφάνεια τῆς Καινῆς Διαθήκης, ἀμέσως μετὰ τή βάπτιση καὶ σὲ σχέση πάντοτε μὲ τή βάπτιση, καὶ μάλιστα σὲ ὥρα «προσευχῆς». Τότε ἔρχεται καὶ ἡ οὐράνια ἐπιβεβαιώση, ὅτι «οὗτός ἐστιν ὁ υἱὸς ὁ ἀγαπητὸς» (Ματθ. 3,17· Μάρκ. 1.11· Λουκ. 3,22) καὶ «ὁ υἱὸς τοῦ Θεοῦ» (Ἰωάν. 1,34).
Ἡ ἐκδοχὴ γιά κάποια «διακρίση» τῶν γεγονότων στόν Λουκᾶ, θεωρεῖται ὡς ἡ πιθανότερη στούς περισσοτέρους μελετητές, ἰδιαίτερα σ’ ἐκείνους πού πιστεύουν ὅτι τὸ συγκεκριμένο γεγονὸς τῆς θεοφάνειας πρέπει νά ἔγινε ἀντιληπτὸ μόνο ἀπὸ τοὺς δύο πρωταγωνιστὲς τῆς ἱστορίας αὐτῆς, τὸν Ἰησοῦ καὶ τὸν Ἰωάννη, καὶ ὄχι ἀπὸ ὅλον τὸν παρευρισκόμενο τὴν ὥρα ἐκείνη λαό. Τὸ ὅτι καὶ ὁ Βαπτιστὴς ἀντελήφθη τὸ γεγονὸς αὐτὸ δέν ὑπάρχει ἀμφιβολία. Τὸ μαρτυρεῖ ὁ ἴδιος προσωπικὰ καὶ μᾶς τὸ βεβαιώνει καὶ τὸ Δ΄ Εὐαγγέλιο: «Καὶ ἐμαρτύρησεν Ἰωάννης λέγων· ὅτι τεθέαμαι τὸ Πνεῦμα καταβαῖνον ὡς περιστερὰν ἐξ οὐρανοῦ, καὶ ἔμεινεν ἐπ’ αὐτὸν» (Ἰωάν. 1,32). Βέβαια, σχετικὰ μὲ τὸ ἂν εἶδε ὁ παρευρισκόμενος λαὸς ὅλα αὐτὰ τὰ συμβαίνοντα θαυμαστὰ γεγονότα ἢ ἂν ἔμειναν ἐντελῶς ἀμέτοχοι οἱ πιὸ πολλοί, οἱ ἀπόψεις πολλῶν συγχρόνων ἑρμηνευτῶν διίστανται.
Ἡ ἀρχαία, ὅμως, ἐρμηνευτικὴ παράδοση, καθὼς καὶ ἡ ἀντίστοιχη ἐκκλησιαστικὴ καὶ λειτουργικὴ εἰκονογραφία, δέχονται τὸ γεγονὸς τῆς θεοφάνειας αὐτῆς νά συμβαίνει τή στιγμή τῆς βάπτισης καὶ ὄχι μετά, ὅπως ἀναφέρθηκε πιὸ πάνω. Καὶ μάλιστα νά γίνεται ἀντιληπτὸ ἀπὸ ὅλους τοὺς παρόντες καὶ ἀπὸ τὸ λαὸ τὸν ἴδιο. Ἡ ὑπογράμμιση ἀπὸ τὸν Εὐαγγελιστῆ Ἰωάννη, ὅτι ὁ Ἰησοῦς μὲ τὰ γεγονότα τῆς ζωῆς του ἦρθε «ἵνα φανερωθῇ τῷ Ἰσραὴλ» (Ἰωάν. 1,31), δίνει μία σαφῆ ἐκκλησιολογικὴ διάσταση στό γεγονὸς τῆς βάπτισης καὶ τῆς «καθόδου» τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Ἡ μεσσιανικὴ ἰδιότητα τοῦ Ἰησοῦ εἶναι φυσικὸ νά μᾶς ὁδηγήσει πρὸς τὴν κατεύθυνση τῆς διεύρυνσης, καθ’ ὅσον πρὸς τὸ λαὸ αὐτὸ ὁ Κύριος θὰ ἀπευθύνει σὲ λίγο τὸ κήρυγμά του καὶ τὸ σωτηριολογικὸ του ἔργο. Δέν εἶναι, ἑπομένως, γεγονότα πού συντελοῦνται «κεκλεισμένων τῶν θυρῶν».
Ἐάν, πράγματι, τὸ γεγονὸς τῆς θεοφάνειας συνέβη «ἀνοιχτὰ» καὶ δημόσια, τότε καὶ γιά μᾶς δέν ἀπομένει ἄλλο παρὰ ὁ δρόμος τῆς «ἐκκλησιολογικῆς» κατανόησης. Ἡ «ἰδιωτικὴ» καὶ προσωπικὴ κατανοήση τοῦ θαύματος αὐτοῦ καὶ κάθε θαυμαστοῦ γεγονότος τῆς ζωῆς τοῦ Ἰησοῦ ἔχει τοὺς κινδύνους τῆς ἀμφισβητήσης καὶ τοῦ ἱστορικοῦ στοιχείου τῶν γεγονότων. Πιστεύουμε δέ, ὅτι ἡ ἑρμηνεία αὐτὴ δέν ἔρχεται σὲ ἀντίθεση πρὸς τὴν εὐαγγελικὴ παράδοση, τουλάχιστον ὅπως διατυπώνεται ἀπὸ τὸν Εὐαγγελιστῆ Λουκᾷ (Λουκ. 3,21-22).
Ὁ Ἰησοῦς, κατὰ τὴν ὥρα τῆς βάπτισής του, δέν εἶναι ἀπίθανο καὶ νά προσευχόταν συγχρόνως. Ἡ φράση τοῦ Λουκᾶ, «τοῦ Ἰησοῦ βαπτισθέντος καὶ προσευχομένου» (Λουκ. 3,2Ι), εἶναι εὐκολότερο νά ἐκληφθεῖ ὅτι φανερώνει δύο ἐνέργειες μέσα στό ἴδιο γεγονός, παρὰ ὡς ἐκδηλώσεις δύο διαφορῶν μεταξὺ τῶν γεγονότων, σὲ διαφορετικὲς μάλιστα χρονικὲς στιγμές. Ἡ συνέχεια τοῦ κειμένου στό Εὐαγγέλιο τοῦ Λουκᾶ, περὶ τοῦ «ἀνεωχθῆναι τὸν οὐρανὸν καὶ καταβῆναι τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιον» κατὰ τή διάρκεια τῆς βάπτισης, πιθανῶς καὶ τοῦ Ἰησοῦ «προσευχομένου», συνηγορεῖ μᾶλλον πρὸς τὴν κατεύθυνση αὐτή. Δέν πρόκειται, λοιπόν, ἐδῶ γιά δύο διαφορετικὰ γεγονότα, τῆς βάπτισης ἀπὸ τή μία καὶ τῆς προσευχῆς ἀπὸ τὴν ἄλλη, ἀλλὰ γιά ἕνα πού μᾶς συνδέει ὀργανικὰ καὶ μὲ τὸ μυστήριο τοῦ Βαπτίσματος, ὡς Μυστηρίου «ὕδατος» ἀλλὰ καὶ «πνεύματος» συγχρόνως.
Πάντως, τὸ κεντρικὸ γεγονὸς τῆς βάπτισης τοῦ Ἰησοῦ ἀπὸ τὸν Ἰωάννη ἐπισφραγίζεται μὲ τὴν κάθοδο τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, σὲ ὥρα προσδοκίας καὶ προσευχῆς, ὥρα «μυστηριακὴ», ὅπως θὰ λέγαμε σήμερα, ὁπότε ἔχουμε καὶ τὴν ἐπιβεβαιώση καὶ διακηρύξη ἀπὸ τὸν ἴδιο τὸν οὐράνιο Πατέρα γιά τή θεία υἱότητα τοῦ ἀπεσταλμένου τοῦ Χριστοῦ. Ἡ ἔλευση τοῦ Πνεύματος τή στιγμή ἐκείνη τῆς βάπτισης ἐπάνω στόν Ἰησοῦ εἶναι μία πρόσθετη μεσσιανολογικὴ ἀπόδειξη, ὄχι μόνο γιά τὸν Ἰωάννη καὶ τοὺς μαθητὲς του, ἀλλὰ καὶ για τὸ λαό.
Γνωρίζουμε δὲ ὅτι ἡ «ἔκχυση» τοῦ Πνεύματος κατανοήθηκε ἐσχατολογικὰ καὶ μεσσιανολογικὰ καὶ ἀπὸ τοὺς μεγάλους Προφῆτες τοῦ παρελθόντος (βλ. Ἡσ. 11,2• 42,1• 61,1 κ.α.). Ἀλλὰ καὶ «ἐκκλησιολογικὰ» ἔχουμε ἐδῶ ἕνα εἶδος προαγγελίας τῆς Πεντηκοστῆς, ἀφοῦ ἡ κάθοδος τοῦ Ἁγίου Πνεύματος θὰ εἶναι γιά τὴν Ἐκκλησία τὸ βασικότερο γεγονὸς γιά τὴν ἴδια τὴν «ἵδρυσή» της καὶ «σημεῖο» ἔνταξης σ’ αὐτὴν κάθε νέου μέλους μὲ τὸ μυστήριο τοῦ Βαπτίσματος (Πράξ. 1,5• 11,16 – Ἐφεσ. 5,25 ἐξ. Τίτ. 3,5 ἐξ.).
Ἡ κάθοδος τοῦ Πνεύματος ὑπὸ μορφὴν «περιστερὰς»
Μία ἄλλη ἐρμηνευτικὴ δυσκολία εἶναι κι ἐκείνη τῆς «μορφῆς» μὲ τὴν ὁποία παρουσιάσθηκε τὸ Ἅγιο Πνεῦμα. Καὶ τὰ τέσσερα Εὐαγγέλια μιλοῦν ἐδῶ μὲ τή «συμβολική» γλῶσσα τῆς βιβλικῆς προτύπωσης, ἀναφέροντας τὴν «περιστερὰν» καὶ χρησιμοποιώντας τοὺς ῥηματικοὺς τύπους «καταβαῖνον» (Ματθ. 3, 16, Μάρκ. 1,10• Ἰωάν. 1,32) ἢ «καταβῆναι» (Λουκ. 3,21). Καὶ ὁ μὲν Ματθαῖος συμπληρώνει τὴν περιγραφὴ μὲ τή διατύπωση «καὶ ἐρχόμενον ἐπ’ αὐτόν», ὁ δὲ Ἰωάννης μὲ τὸ «καὶ ἔμεινεν ἐπ’ αὐτόν». Ὅλες δὲ οἱ διατυπώσεις αὐτές, ἀσφαλῶς ὑπονοοῦν κάποια πραγματικὴ «κάθοδο» ἑνὸς ἀντικειμενικοῦ «φαινομένου».
Οἱ Εὐαγγελιστὲς ὅλοι εἶναι σαφεῖς στό σημεῖο αὐτό, ὅτι δηλαδὴ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα κατέρχεται «ἄνωθεν» καὶ ὑπὸ μορφὴν περιστερᾶς. Οἱ φράσεις «ὡσεὶ περιστερὰν» (Ματθ. 3,16), ἢ «ὡς περιστερὰν» (Μάρκ. 1,10• Λουκ. 3,22) φανερώνουν δύο πράγματα: πρῶτον, ὅτι ἐδῶ ἔχουμε πραγματικὸ καὶ ὄχι φανταστικὸ γεγονὸς καὶ δεύτερον, ὅτι ἡ «περιστερὰ» ἀνήκει στή βιβλικὴ «συμβολική» γλῶσσα καὶ ὄχι στόν κόσμο τῶν φαινομένων. Αὐτό πού «κατέρχεται» καὶ «κάθεται» στήν κεφαλὴ τοῦ Ἰησοῦ ὁμοιάζει μὲ «περιστερὰ» («ὡσεὶ περιστερὰν») καὶ δέν εἶναι μία πραγματικὴ περιστερὰ τοῦ ζωικοῦ κόσμου.
Ἀλλά, τὶ σημαίνει αὐτὴ ἡ συμβολικὴ μορφὴ τῆς «περιστερᾶς» καὶ γιατὶ ἡ φανέρωση τοῦ Πνεύματος περιγράφεται ἐδῶ μὲ τή μορφή αὐτή; Αὐτὴ ἡ συμβολικὴ καὶ βιβλικὴ «εἰκόνα» ὑποδήλωνε ταυτόχρονα καὶ κάποια «σωματικὴ» ὀντότητα; Τὰ ἐρωτήματα αὐτὰ τίθενται ἐδῶ ἐξαιτίας μιᾶς ἐπεξηγηματικῆς διατύπωσης πού ὑπάρχει στήν εὐαγγελικὴ διηγήση τοῦ Λουκᾶ καί πού ἀναφέρει συγκεκριμένα τὴν ὄντως περιέργη φράση: «καὶ καταβῆναι τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιον σωματικῷ εἴδει ὡσεὶ περιστερὰν ἐπ’ αὐτὸν» (Λουκ. 3,22). Πράγματι, μὲ ποία ἔννοια τὸ Ἅγιο Πνεῦμα κατέρχεται «σωματικῷ εἴδει» καὶ πῶς μπορεῖ να κατανοηθεῖ ἡ διατύπωση αὐτὴ σήμερα ἀπὸ ἐμᾶς; Ἐνδιαφέρον παρουσιάζει νά δοῦμε, πῶς ἀποδίδεται ἡ φράσῃ αὐτὴ μεταφραστικὰ ἀπὸ τὶς διάφορες σύγχρονες μεταγλωττίσεις τῆς Καινῆς Διαθήκης στή νεοελληνικὴ καὶ δημοτικὴ γλῶσσα.
Κατὰ χρονολογικὴ σειρὰ ἔχουμε τίς ἑξῆς βασικότερες νεοελληνικὲς μεταφράσεις, ποὺ ἀποδίδουν τὸ σχετικὸ στίχο πού μᾶς ἐνδιαφέρει ἐδῶ (Λουκ. 3,22) σχεδὸν πανομοιότυπα: «καὶ νά καταβεῖ ἐπάνω του τὸ Ἅγιο Πνεῦμα, τὸ ὁποῖον ἐνεφανίσθη μὲ σχῆμα καὶ εἶδος ἐξωτερικὸν καὶ σωματικόν, ποὺ ὡμοίαζε πρὸς περιστεράν, χωρὶς ὅμως καὶ νά εἶναι πραγματικὴ περιστερὰ» (Τρεμπέλας)• «καὶ κατέβηκε τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιο μὲ μορφὴν ἐξωτερικὴν καὶ σωματικήν πού ἔμοιαζε πρὸς περιστερὰν» (Κολιτσάρας)• «καὶ κατέβηκε τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιον ἐπάνω του ὑπὸ σωματικὴν μορφὴν σὰν περιστερὰ» (Βέλλας)• «καὶ κατέβηκε σ’ αὐτὸν τὸ Ἅγιο Πνεῦμα μὲ ὁρατὴ μορφή, σὰν περιστέρι» (τῶν «ἕξι»).
Τὸ συμπέρασμα πού βγαίνει ἀπὸ ὅλες αὐτές τίς μεταφραστικὲς προσπάθειες εἶναι, ὅτι ἡ διατύπωση «σωματικῷ εἴδει» ἔχει ὡς σκοπὸ νά τονίσει κυρίως τὴν «ὁρατὴ» καὶ πραγματικὴ ἱστορικὴ παρουσία τοῦ Ἁγίου Πνεύματος καὶ ὄχι τὴν κάθοδο κάποιας «σωματικῆς» καὶ πραγματικῆς περιστερᾶς. Ἔτσι ἀναιρεῖται συγχρόνως καὶ κάθε μυθικὴ ἔννοια, προερχομένη ἀπὸ ὁποιαδήποτε «πνευματοκρατικὴ» ἑρμηνεία, ὅπως θέλησαν νά δοῦν τή φράση αὐτή πολλοὶ φιλελεύθεροι σύγχρονοι δυτικοὶ ἑρμηνευτές.
Βέβαια, πολλοὶ ἀρχαῖοι ἀλλὰ καὶ νεώτεροι ἑρμηνευτὲς καὶ ὑπομνηματιστὲς ἔχουν συσχετίσει τή «σωματική» αὐτή ἐμφάνιση τοῦ Ἁγίου Πνεύματος μὲ τὸ αἰώνιο «σύμβολο τῆς εἰρήνης» πού εἶναι ἡ περιστερά, γιά νά τονίσουν ἰδιαίτερα, γιά λόγους καθαρὰ πνευματικούς, τὴν πραγματοποίηση τῆς συμφιλίωσης στό πρόσωπο τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ ὅλης τῆς ἀνθρωπότητας καὶ τὴν ἀναίρεση τῆς «ἔχθρας» πού ὑπῆρχε μεταξὺ ἀνθρώπου καὶ Θεοῦ. Ἡ περίοδος τῆς ἀπάρνησης τοῦ θελήματος τοῦ Θεοῦ καὶ τῆς ἀποστασίας τοῦ ἀνθρώπου πού κατέληξε στόν κατακλυσμὸ τοῦ Νῶε καὶ τὴν καταστροφὴ τῆς ἀνθρωπότητας, ἔληξε μὲ τὴν ἐμφάνιση μιᾶς περιστερᾶς. Καὶ ὅπως ἡ περιστερὰ τότε ἔφερε τὸ καλὸ μήνυμα στόν κόσμο τῆς κιβωτοῦ γιά τή σωτηρία (Γεν. 8,8-12), ἔτσι καὶ τώρα μία ἄλλῃ «περιστερὰ» ἀναγγέλλει στόν κόσμο τῶν ἀνθρώπων τή σωτηρία καὶ τὴν ἔλευση στήν ἀνθρωπότητα τοῦ λυτρωτῆ καὶ σωτήρα Χριστοῦ.
Ἡ Ἐκκλησία, ὡς μία νέα κιβωτός, θὰ ἐκφράσει συγκεκριμένα στήν ἱστορία τή νέα συμφιλίωση οὐρανοῦ καὶ γῆς, ποὺ ἄρχισε μὲ τή σάρκωση τοῦ Λόγου καὶ φανερώθηκε κατὰ τρόπο «ὁρατὸ» καὶ «σωματικὸ» στό γεγονὸς τῆς βάπτισης τοῦ Ἰησοῦ στά νερὰ τοῦ Ἰορδάνη. Ὁ ἄγγελος στήν ἐνάρξη αὐτῆς τῆς ἱστορίας καὶ κατὰ τή στιγμή τῆς γεννήσης τοῦ Ἰησοῦ εἶχε ἀναγγείλει τὴν κάθοδο «ἐπὶ γῆς» τῆς εἰρήνης. Καὶ τώρα ἡ «περιστερὰ» ἔρχεται ὡς τὸ «σύμβολο» τῆς εἰρήνης νά ἐπιβεβαιώσει τὴν ἀλήθεια ἐκείνη καὶ νά ἀναγγείλει τὴν ἐνάρξη τῆς νέας καὶ ἐσχατολογικῆς ἐποχῆς τοῦ Ἁγίου Πνεύματος (βλ. Ἰωὴλ 2,28-32• Πράξ. 2,17-20). Ἡ παρουσία τοῦ Ἁγίου Πνεύματος εἶναι ἡ μεγάλη ἐγγυήση γιά τὴν ἐγκαθιδρύση τῆς εἰρήνης στόν κόσμο, μὲ μία ἔννοια καθαρὰ σωτηριολογικὴ ἀλλὰ καὶ ἐσχατολογική. Ὁ Ἰησοῦς Χριστὸς εἶναι ὁ κύριος φορέας αὐτῆς τῆς εἰρήνης, μὲ κέντρο ἀναφορᾶς τὴν ἐσχατολογικὴ πραγματικότητα τῆς Βασιλείας τοῦ Θεοῦ, ποὺ ἔρχεται μὲ τὴν παρουσία του νά ἐγκαινιάσει στόν παρόντα ἱστορικὸ μας κόσμο.
Ὅλα αὐτὰ εἶναι, ἀσφαλῶς, τρόποι προσέγγισης καὶ ἑρμηνείας ἑνὸς βιβλικοῦ γεγονότος. Ἄλλους ἱκανοποιοῦν καὶ ἄλλους ἴσως ὄχι. Πιστεύουμε δέ, ὅτι καμιὰ ἑρμηνεία δέν εἶναι δυνατὸ νά γίνει ἀποδεκτὴ ἀπὸ ὅλους καὶ σὲ ὅλες τίς ἐποχές. Αὐτὸ μόνο πού μπορεῖ νά τονίσει κανεὶς ἐδῶ μὲ βεβαιότητα εἶναι, ὅτι τὸ «σύμβολο» τῆς περιστερᾶς διεδραμάτισε ἕνα σημαντικὸ ῥόλο στή βιβλικὴ γλῶσσα καὶ σὲ ὅλες τίς παραδόσεις τῆς ἰουδαϊκῆς γραμματείας. Ὑπενθυμίζουμε ἰδιαίτερα τὴν περίπτωση ἐκείνη, ὅταν ἡ Παλαιὰ Διαθήκη θέλησε νά παραστήσει τὸ Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ νά «ἐπιφέρεται ἐπάνω τοῦ ὕδατος» καὶ νά ὑποδηλώνει μ’ αὐτὸ τὸν τρόπο τή γέννηση καὶ τή δημιουργία τοῦ κόσμου (Γεν.1,2). Μὲ ἀφορμὴ αὐτὴ τὴν εἰκόνα, ἰσχυρίζονται πολλοί, ὅτι κι ἐδῶ ἔχουμε κάτι ἀνάλογο, τὴν κάθοδο τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ὑπὸ τή μορφή τῆς περιστερᾶς τή στιγμή τῆς βάπτισης τοῦ Ἰησοῦ στά νερὰ τοῦ Ἰορδάνη, ὅπου ἔρχεται νά ὑποδηλώσει καὶ νά φανερώσει μία νέα πραγματικότητα πού ἤδη τώρα ἀρχίζει νά διαφαίνεται καθαρότερα καί πού σημαίνει τὴν ἀρχὴ μιᾶς νέας καὶ ἐσχατολογικῆς δημιουργίας. Ἡ Ἐκκλησία, ὡς κιβωτὸς καὶ νέα Δημιουργία, συνδέει αὐτές τίς δύο συμβολικὲς παραστάσεις τῆς ἰουδαϊκῆς καὶ τῆς χριστιανικῆς παράδοσης, στή δικὴ της ἱστορικὴ πραγματικότητα πού τὸ Ἅγιο Πνεῦμα ἐγκαινίασε στόν κόσμο τοῦ παρόντος.
Ἀπό τό βιβλίο:
«Ἡ ἱστορικὴ πορεία τοῦ Ἰησοῦ», ἐκδ. Δόμος, σ. 245-251 

Τὰ Θεοφάνεια στὴν ἱστορία, τὴν τέχνη, τὴν παράδοση Μπαϊρακτάρης Θωμᾶς




Μὲ τὴ σημερινὴ ἑορτὴ τῶν Θεοφανείων ἢ Ἐπιφανείων καὶ Φώτων, κλείνει καὶ ὁ κύκλος τοῦ λεγομένου Δωδεκαημέρου, ποὺ ἀρχίζει ἀπὸ τὴν Δεσποτικὴ ἑορτὴ τῶν Χριστουγέννων καὶ περιλαμβάνει καὶ τὶς ἄλλες ἐνδιαμέσους ἑορτές.

Ὁ κύκλος αὐτὸς τῶν ἑορτῶν, εἶναι αὐτούσιος Χριστιανικὸς διότι ὁ ἑορτασμὸς τοῦ Πάσχα προέρχεται καὶ σχετίζεται ἐν μέρει μὲ τὸν Ἑβραϊκὸ ἑορτασμό, μὲ διαφορετικὴ ὅμως ἔννοια. Καὶ τὸ μὲν Ἑβραϊκὸ Πάσχα συσχετίζεται μὲ τὴν διέλευση τῆς Ἐρυθρᾶς Θάλασσας, δηλ. ἀπὸ τὴ δουλεία πρὸς τὴν ἐλευθερία, τὸ δὲ Χριστιανικὸ Πάσχα μὲ τὴν Ἀνάσταση τοῦ Κυρίου δηλ. «ἐκ τοῦ θανάτου πρὸς τὴν ζωὴν καὶ τὴν ἐκ γῆς πρὸς Οὐρανὸν διαβίβασιν τῶν πιστῶν ὑπὸ τοῦ Ἀναστάντος», κατὰ τὴν ὑμνολογία τῆς Ἐκκλησίας.

Ἡ ἑορτὴ τῶν Θεοφανείων ἦταν κατ’ ἀρχὰς ἑνωμένη μὲ τὴν ἑορτὴ τῶν Χριστουγέννων καὶ συνεορτάζονταν καὶ στὴν Ἀνατολὴ καὶ στὴ Δύση τὴν ἴδια ἡμέρα, ὁ δὲ διαχωρισμὸς προῆλθε ἀπὸ τὴν Δυτικὴ Ἐκκλησία ἐπὶ Πάπα Ρώμης Ἰουλίου (336-352 μ.Χ.). Αὐτὸς ὁ διαχωρισμὸς ἐπικράτησε ἔκτοτε καὶ στὴν Ἀνατολικὴ Ἐκκλησία μὲ διάφορη ὅμως τυπικὴ διάταξη καὶ ἑορταστικὴ ὑμνολογία.

Ἐπεκράτησε δὲ νὰ ἀποκαλεῖται καὶ ἑορτὴ τῶν Φώτων καὶ τοῦτο διότι οἱ Κατηχούμενοι βαπτίζονται ὁμαδικῶς, καὶ σὲ μεγάλη ἡλικία, τὴν παραμονὴ τῶν Θεοφανείων στοὺς ποταμούς, τὴν θάλασσα, τὶς κολυμβῆθρες καὶ πολλοὶ κατὰ προτίμηση στὸν Ἰορδάνη ποταμὸ ὅπως ὁ Κύριος. Ἐπειδὴ τὸ βάπτισμα ἐπέφερε τὸν φωτισμὸ ἀπὸ τὸ σκότος τῆς εἰδωλολατρείας, κρατοῦσαν συμβολικῶς καὶ ἀναμμένες λαμπάδες γιὰ τὸ φωτισμό τους. Κατηχούμενοι λέγονταν ὅσοι εἶχαν δεχθεῖ τὸν χριστιανισμὸ καὶ παρακολουθοῦσαν τὶς ἱερὲς ἀκολουθίες ἀπὸ τὸν νάρθηκα τῆς Ἐκκλησίας, χωρὶς ὅμως νὰ συμμετέχουν καὶ σὲ αὐτές.

Κατ’ ἀντίθεση μὲ τὰ Χριστούγεννα τὰ ὁποῖα καὶ δανειστήκαμε ἀπὸ τὴ Δύση, τὰ Θεοφάνεια εἶναι καθαρὸς ἑλληνικὸς ἑορτασμὸς καὶ ἕνας ἀπὸ τοὺς ἀρχαιότερους τῆς ἐκκλησίας μας.

Πρωτοεμφανίστηκε στὴν Αἴγυπτο μεταξὺ τῶν Ἑλλήνων χριστιανῶν, καλλιεργήθηκε ἐν συνέχειᾳ στὴν Παλαιστίνη, ἀνεπτύχθη στὴν χριστιανικὴ Ἀνατολὴ καὶ διαδόθηκε ἐν συνέχειᾳ καὶ στὴ Λατινικὴ Δύση. Ἐπειδὴ ὅμως ὁ ἑορτασμὸς τῶν Χριστουγέννων πῆρε πολὺ μεγάλη καὶ δικαίως ἑορταστικὴ μεγαλοπρέπεια καὶ ἡ ἐνδιάμεση ἑορταστικὴ κόπωση ποὺ ἐπακολούθησε μέχρι τὰ Θεοφάνεια, ὑποτίμησε κάπως τὸν ἑορτασμό τους.



Τὰ Θεοφάνεια στὴν Ἁγιογραφία

Ὁ εἰκονογραφικὸς ἑορτασμὸς τῶν Θεοφανείων παρὰ τὴν ἑλληνική τους προέλευση μὲ ὅλους τοὺς συμβολισμούς τους, διασώζεται ἀπὸ τὴν ἀρχαιότερη διατύπωσή τους ὄχι στὴν Ἀνατολὴ ἀλλὰ στὴ Δύση καὶ μάλιστα στὴ Ρώμη στὶς Κατακόμβες τοῦ Ἁγίου Καλλίστου, στὴ Ραβέννα ὅπως ἡ εἰκόνα τοῦ Βαπτιστηρίου της καὶ ἀλλοῦ.

Στὴν ἑλληνικὴ Ἀνατολὴ τὸ θέμα τῆς εἰκονογραφίας τῆς βαπτίσεως μὲ κάποια πληρότητα, μᾶς δίνει ὁ Διονύσιος ἐκ Φουρνὰ Εὐρυτανίας (1670-1746), στὸ περίφημο βιβλίο του «Ἑρμηνεία τῶν Ζωγράφων».

Ὁ Διονύσιος, ἀξιόλογος ζωγράφος καὶ ἐφάμιλλος τοῦ Πανσέληνου, μαθήτευσε τὴ ζωγραφικὴ στὸ Ἅγιο Ὄρος ὅπου καὶ διασώζονται θαυμάσια ἔργα του καθὼς καὶ στοὺς Ναοὺς τῆς ἰδιαίτερής του πατρίδος Φουρνᾶ Εὐρυτανίας.



Ὁ ἑορτασμὸς στὸ Βυζάντιο

Στὸ Βυζάντιο τὴν πρωτεύουσα τῆς Μεσαιωνικῆς μας Αὐτοκρατορίας, τὰ Θεοφάνεια ἑορτάζονταν μὲ ἐξαιρετικὴ λαμπρότητα.

Ὁ ἑορτασμὸς ἄρχιζε ἀπὸ τὴν παραμονὴ ὁπότε καὶ γινόταν ὁ καθαγιασμὸς τῶν ὑδάτων στὸν Ἱ. Ναὸ τοῦ Ἁγίου Στεφάνου, μὲ τὴν παρουσία τοῦ Αὐτοκράτορα, τῶν Αὐλικῶν καὶ τῆς Συγκλήτου.

Ὁ Αὐτοκράτωρ ἦταν ἐνδεδυμένος μὲ ὁλόλευκα καὶ χρυσὰ πολυτιμότατα ἐνδύματα, εἰδικὰ γιὰ τὴν ἡμέρα τῶν Θεοφανείων.

Γιὰ τὴν παρέλαση τῆς ἑπομένης, ὁ ἔπαρχος (Κυβερνήτης) τῆς πόλεως φρόντιζε γιὰ τὸν καθαρισμό, τὸν διάκοσμο καὶ τὸ στρώσιμο τῶν δρόμων μὲ πριονίδι, πευκόκλαδα, δάφνες καὶ μυρσίνες, καθὼς καὶ τὸ στρώσιμο μὲ τάπητες γιὰ τὴ μετάβαση ἐν πομπῇ τοῦ αὐτοκράτορα στὸν Ἱ. Ναὸ τῆς τοῦ Θεοῦ Σοφίας.

Κατὰ τὴν ἐπιστροφὴ του ὁ λαὸς ἐπευφημοῦσε λέγοντας τὸ «Πολυχρόνιον ποιῆσαι ὁ Θεὸς τὴν Βασιλείαν», οἱ δὲ Πράσινοι καὶ Βένετοι ἔψαλλαν ἐπίκαιρα τροπάρια. Ὁ Αὐτοκράτωρ μετὰ τὴ Λειτουργία καὶ τὴν ἐπιστροφή, παρέθετε μεγάλο καὶ ἐπίσημο γεῦμα στὴν αἴθουσα τῶν «Δεκαεννέα Ἀκκουβίτων» (τράπεζα ἐπισήμων).



Ἡ ὑμνολογία τῆς ἑορτῆς

Τὸ θέμα τῆς Βαπτίσεως τοῦ Κυρίου δὲν ἐνέπνευσε μόνο τὴν Τέχνη (Ζωγραφικὴ) ἀλλὰ καὶ τὴν ὑμνολογία. Ἀπὸ τὴν θαυμάσια ὑμνολογία τῆς ἑορτῆς, ἐκτὸς ἀπὸ τοὺς ὕμνους τῶν Μ. Ὡρῶν, τοῦ Ἑσπερινοῦ καὶ τοῦ Ὄρθρου, ἡ ἐνδεικτικὴ ἀναφορὰ στὰ Τροπάρια τοῦ Μ. Ἁγιασμοῦ τοῦ Πατριάρχου Ἱεροσολύμων Σοφρωνίου (†638) εἶναι ἕνα ἐξαίρετο δεῖγμα τῆς θείας ἐμπνεύσεως.

Ἦχος πλ. δ΄. «Φωνὴ Κυρίου ἐπὶ τῶν ὑδάτων βοᾶ λέγουσα. Δεῦτε λάβετε πάντες, πνεῦμα σοφίας, πνεῦμα συνέσεως, πνεῦμα φόβου Θεοῦ τοῦ ἐπιφανέντος Χριστοῦ».

«Σήμερον τῶν ὑδάτων ἁγιάζεται ἡ φύσις καὶ ρήγνυται ὁ Ἰορδάνης, καὶ τῶν ἰδίων ναμάτων, ἐπέχει τὸ ρεῦμα, Δεσπότην ὁρῶν ρυπτόμενον».

«Πρὸς τὴν φωνὴν τοῦ βοῶντος ἐν τῇ ἐρήμῳ, ἑτοιμάσατε τὴν ὁδὸν τοῦ Κυρίου· ἦλθες Κύριε μορφὴν δούλου λαβῶν, βάπτισμα αὐτῶν ὁ μὴ γνοὺς ἁμαρτίαν».

Ἀπὸ τὰ ὑψιπετέστερα ἀκούσματα, ἐκτὸς ἀπὸ τὸ γνωστὸ Ἀπολυτίκιο «Ἐν Ἰορδάνῃ βαπτιζομένου σου Κύριε…», εἶναι καὶ ἡ εὐχὴ τοῦ Ἰωάννου τοῦ Δαμασκηνοῦ (†754), ἡ ὁποία ἀπαγγέλεται μεγαλοφώνως κατὰ τὴν τελετὴ τοῦ καθαγιασμοῦ τῶν ὑδάτων.

«Τριὰς ὑπερούσιε, ὑπεράγαθε, ὑπέρθεε, παντοδύναμε, παντεπίσκοπε, ἀόρατε, ἀκατάλυπτε, δημιουργὲ τῶν νοερῶν οὐσιῶν καὶ τῶν λογικῶν φύσεων, ἡ ἔμφυτος ἀγαθότης, τὸ φῶς τὸ ἀπρόσιτον, τὸ φωτίζων πάντα ἄνθρωπον ἐρχόμενον εἰς τὸν κόσμον, λάμψον κἀμοὶ τῷ ἀναξίῳ δούλῳ σου· φώτισόν μου τῆς διανοίας τὰ ὄμματα, ὅπως ἀνυμνῆσαι τολμήσω τὴν ἄμετρον εὐεργεσίαν καὶ δύναμιν…».

Καὶ ἐπισφραγίζεται ἡ ὅλη ἀκολουθία μὲ τὸ κοινωνικό.

«Ἐπεφάνη ἡ χάρις τοῦ Θεοῦ ἡ Σωτήριος πάσιν ἀνθρώποις».



Τὰ Θεοφάνεια στὴ Λαογραφία

Ἐκτὸς ἀπὸ τὴν ὑμνολογία τῆς ἐκκλησίας μας, ὅπως καὶ μερικῶς ἀναφέρθηκε, ἀξιόλογα εἶναι καὶ τὰ διάφορα καὶ κατὰ περιοχὴ Κάλαντα τῶν Φώτων.

Τὰ παλαιότερα γνωστὰ ποὺ διασώθηκαν σὲ ἕνα χειρόγραφο τῶν Ἱεροσολύμων εἶναι τὰ κατωτέρω:

Σήμερον ἡ κτίσις φωτίζεται

Καὶ πανηγυρίζει εὐφραίνεται.

Ἀπὸ τῆς ἐρήμου ὁ Πρόδρομος

ἦρθε νὰ βαπτίσει τὸν Κύριον κ.τ.λ.

……………………

Ψάλλοντες Χριστὸν τὸν Θεὸν ἡμῶν.

Δέξασθε λουτήραν βαπτίσματος.

Ὁ Θεὸς τῶν ὅλων καὶ Κύριος.

Δώῃ σας ὑγείαν νὰ χαίρεσθε κ.τλ.

Οἱ ἀναμνήσεις τῶν παλαιῶν χρόνων εἶναι ἄπειρες καθὼς καὶ τὰ ἔθιμα, διαφέρουν στὶς λεπτομέρειες καὶ ἔχουν τὴν ἴδια κεντρικὴ ἄποψη.

Χαρακτηριστικὸ εἶναι τὸ ὅτι στὶς Βόρειες ἐπαρχίες τῆς Ἑλλάδος, στὴ Βέροια, Νάουσα, Γιαννιτσᾶ, Θεσσαλία καὶ Ἁλμυρό, συνήθιζαν νὰ μασκαρεύονται τὰ Φῶτα ἀπὸ τὴν παραμονὴ καὶ νὰ λένε τὰ Κάλαντα τῆς ἑορτῆς.

Οἱ μασκαράδες ὑποδύονται πάντα τοὺς ἴδιους ρόλους: τὸν γαμπρό, τὴν νύμφη, τὴν πενθερά, τὸν γιατρό, τὸν Ἀράπη καὶ ἄλλους. Πρῶτα πηγαίνουν στὸ σπίτι τοῦ παπᾶ νὰ πάρουν τὴν εὐχή του καὶ τοῦ λένε τὰ Κάλαντα:

Αὔριο τὰ Φῶτα καὶ ὁ Φωτισμὸς

καὶ χαρὰ μεγάλη τ’ ἀφέντη μας…

Ὕστερα ἀκολουθεῖ ὁ ἔπαινος πρὸς τὸ πρόσωπο τοῦ ἱερέως καὶ ὁ ἔπαινος πρὸς τὴν παπαδιά.

Μὲ τὴν ἑορτὴ τῶν Θεοφανείων, ἐκτὸς ἀπὸ τὸν ἁγιασμὸ τῶν ὑδάτων, σχετίζεται καὶ ὁ ἁγιασμὸς τῶν σπιτιῶν, τῶν ὑποστατικῶν, τῶν ἀγρῶν καὶ ὅλης τῆς φύσεως γιὰ τὸν καθαρμὸ ἀπὸ τοὺς Καλλικαντζαραίους ποὺ εἶναι φαντασιώσεις τοῦ λαοῦ καὶ ποὺ ἐμφανίζονται τὸ δωδεκαήμερο. Ἡ ἀναφορὰ στοὺς Καλλικαντζαραίους ὀφείλεται σὲ παλαιὰ εἰδωλολατρικὴ δεισιδαιμονία καὶ ἐξ αὐτῆς ἐπικράτησε ἡ ἰδέα ὅτι αὐτὲς τὶς ἡμέρες ἔμπαιναν στὰ σπίτια καὶ προκαλοῦσαν σοβαρὲς καταστροφές. Σύμφωνα μὲ τὶς παραδόσεις, οἱ Καλλικάντζαροι φοβοῦνται μόνον τὸν Ἁγιασμὸ καὶ στὸ ἄκουσμά του συγκεντρώνονται φωνάζοντας ὁ ἕνας πρὸς τὸν ἄλλον «Φύγετε νὰ φύγουμε κι ἔφτασε ὁ Τρουλόπαπας μὲ τὴν ἁγιαστούρα του καὶ μὲ τὴ βρεχτούρα του!». Κατ΄ αὐτὸν τὸν τρόπο καταδιωκόμενοι κατακρημνίζονταν στὰ Τάρταρα καὶ ἐλευθερώνονταν οἱ ἄνθρωποι καὶ ἡ φύση ἀπὸ τὴν καταστρεπτικὴ ἐπιρροή τους. Αὐτὴ ἡ δεισιδαιμονία τὰ τελευταῖα χρόνια σχεδὸν ἐξέλιπε.