Παρασκευή 15 Ιανουαρίου 2016

Η ΣΤΑΥΡΩΣΙΣ Του Παν. Α. Ανδριόπουλου θεολόγου


Μονή Μεγάλου Μετεώρου
1483
Στο βάθος της εικόνας φαίνεται το τείχος της Ιερουσαλήμ, γιατί ο Χριστός "έξω της πύλης έπαθε" (Εβρ. ιγ΄ 12). Στο κέντρο της σύνθεσης ο Χριστός γυμνός πάνω στο Σταυρό, φέρει μόνο "περίζωμα περί την όσφυν", δηλ. ένα άσπρο, συνήθως, πανί τυλιγμένο στη μέση Του. Νεκρός, με κλειστούς οφθαλμούς και γυρτό ελαφρά το κεφάλι προς τα δεξιά.
Από τους αγιογράφους υπερτονίζεται το σώμα Του εντελώς σκελετωμένο από την κακοπάθεια, με τα χέρια απλωμένα και με ανοικτές τις παλάμες, "ως να προσεύχεται ... και ωσάν να ανοίγη τας αγκάλας του προς όλους τους ανθρώπους" (Φ. Κόντογλου, Έκφρασις, τ.Α΄, σ.174). "Οι δε πόδες σμικτοί, με τα γόνατα ολίγον διπλωμένα, πατούν επάνω εις εν σανίδιον ως υποπόδιον ... Κάποιοι σημερινοί ζωγράφοι ζγραφίζουν τους άχραντους πόδας του Κυρίου τον ένα επί του άλλου, καρφωμένους με εν και μόνον καρφίον, και τούτο το πράττουν κακώς, κατά μιμησιν κάποιων ζωγράφων της Δύσεως" (Φ. Κόντογλου, οπ.π., σ.174). Από τα χέρια και τα πόδια του Χριστού τρέχουν αίματα, ενώ από την λογχισμένη πλευρά Του αίμα και ύδωρ.
Η εντύπωση που δίνει ο Χριστός δεν είναι ότι πέθανε, αλλά ότι κοιμάται ("Εξηγέρθη ως ο υπνών Κύριος" - Κοινωνικό Μ. Σαββάτου). Είναι σαν βασιλιάς πάνω στο θρόνο Του (πρβλ. το εξαποστειλάριον του Πάσχα "Σαρκί υπνώσας ως θνητός, ο Βαιλεύς και Κύριος..."). Γι' αυτό και ο καθηγητής Κ. Καλοκύρης παρατηρεί: ".. εις το πρόσωπον του Κυρίου πρυτανεύει το βασιλικόν μεγαλείον (το μεγαλείο του συγκρατημένου πάθους)" (Κ. Καλοκύρη, Η ζωγραφική της Ορθοδοξίας, σ.135). Για τον ίδιο ακριβώς λόγο και η πινακίδα με την επιγραφή που υπάρχει πάνω από το κεφάλι του Χριστού γράφει: ΟΒΣΛΤΔΞΣ δηλ. Ο ΒΑΣΙΛΕΥΣ ΤΗΣ ΔΟΞΗΣ και όχι τα αρχιγράμματα Ι.Ν.Β.Ι. (Ιησούς Ναζωραίος Βασιλεύς Ιουδαίων) τα οποία έγραψαν οι ασεβείς σταυρωτές του Κυρίου για να τον χλευάσουν.
Οι δύο ληστές

Μονή της Στουντένιτσα
1208/9
Κατά την διήγηση των ευαγγελιστών ο Χριστός σταυρώθηκε ανάμεσα σε δύο ληστές. "Και ο μεν δίκαιος ληστής ευρίσκεται εκ δεξιών του Κυρίου, έχει την όψιν ήμερον και παρακαλεστικήν, βλέποντας προς τον Χριστόν, με μαύρα και ολίγα γένεια, όπως του Χριστού, και με φωτοστέφανον γύρω εις την κεφαλήν Του, όπως οι άγιοι, καθ' όσον εσώθη με την μετάνοιαν, λέγοντας εις τον Χριστόν "Μνήσθητί μου, Κύριε όταν έλθης εν τη βασιλεία σου" (Λουκ. κγ΄ 42).
Ο δε κακός ληστής, οπού είναι σταυρωμένος εξ αριστερών του Κυρίου, έχει την όψιν ηγριωμένην (αλλού όμως ο Κόντογλου παρατηρεί "ότι εις την Ορθόδοξον εικονογραφίαν ... οι λησταί δεν έχουσι κακούργον όψιν ... ο κακός ληστής εις την σταύρωσιν, παρίσταται νέος αμούστακος ... τούτο φανερώνει το ανεξίκακον, αθεάτριστον και ξένον πάσης ανιέρου εμφάσεως πνεύμα της αγιογραφικής τέχνης" (Φ. Κόντογλου, Έκφρασις, τ.Α΄, σ.411)), με μαλλιά ακατάστατα και με το σώμα συστερφόμενον, φαίνεται δε ωσαν να λέγη εις τον Χριστόν· "Ει συ ει ο Χριστός, σωσον σεαυτόν και ημάς" (Λουκ. κγ΄ 39). Εις πολλάς εικόνας οι λησταί δεν είναι καρφωμένοι εις τους σταυρούς, αλλά μόνον δεμένοι με σχοινιά από τας χείρας και τους πόδας, ο δε αμαρτωλός ληστής εικονίζεται γυρισμένος με την πλάτην" (Φ. Κόντογλου, Έκφρασις, τ.Α΄, σ.176)
Η Θεοτόκος

Ενορία Σφάκας
Γύρω στα 1500
Στα δεξιά του Χριστού στέκεται η Παναγία όρθια ατενίζοντας τον Υιόν της. Με το αριστερό χέρι στο μάγουλό της φαίνεται να συγκρατεί την εκδήλωση του πόνου που την κυριεύει, ενώ το δεξιό χέρι είναι ανοικτό σε σχήμα ικεσίας. Η μορφή της Παναγίας αποπνέει βαθιά πνευματικότητα. Κατά τον Γεώργιο Νικομηδείας (Θ΄ αι.) η Θεοτόκος "τω πάθει κοσμίως και ουκ αγενώς προσωμίλει" (Migne, P.G., τ.100, στ. 1485 D). "... θερμοτάτοις μεν κατέλουε δάκρυσιν" (το σώμα του Κυρίου) όμως "πραεία φωνή και συμπαθεστάτοις προσεφθέγγετο ρήμασιν ..." (Γεώργιος Νικομηδείας, οπ.π., στ. 1488).
Υπάρχει βέβαια και η αντίθετη άποψη την οποία αποτυπώνει ο υμνογράφος της Μ. Παρασκευής σ' ένα απόστιχο των αίνων. Η Παρθένος παρά τω σταυρώ "ανέκραζε γοερώς ... οδυρόμενη μητρώα σπλάγχνα ... παρειάς συν θριξί καταξαίνουσα ... και το στήθος τύπτουσα" (Τριώδιο). Αυτή η εκδοχή, ιδιαίτερα προσφιλής στους λαϊκούς θρήνους της Μ. Παρασκευής, θα προσδώσει αργότερα -κυρίως στην Παλαιολόγεια εποχή- έναν αφηγηματικό χαρακτήρα, καθώς οι αγιογράφοι θα παριστάνουν την Παναγία να θρηνεί και στο τέλος να λιποθυμά.
Όμως οι παραστάσεις αυτές "δεν έχουν τον χαρακτήρα δουλικής μιμήσεως της φυσικής πραγματικότητος -δηλ. αναπαραστάσεως των γεγονότων ον τρόπον εδίδαξεν η Αναγέννησις-, διότι οι ζωγράφοι κατώρθωσαν τον ρεαλισμόν αυτών όλως να εξευγενίσουν και να υποτάξουν εις το γενικώτερον υπερβατικόν κλίμα των συνθέσεών των ..." (Κ. Καλοκύρη, Η ζωγραφική της Ορθοδοξίας, σ.139). Η Θεοτόκος πάντως, άσχετα από το μέγεθος της λύπης της, δεν παύει να πιστεύει στη θεότητα του Υιού της, ο οποίος της λέει κατά τον υμνωδό: "Μη εποδύρου μου Μήτερ ... αναστήσομαι γαρ και δοξασθήσομαι" (θ΄ ωδή Κανόνος Μ. Σαββάτου).
Ο Ιωάννης ο Θεολόγος

17ος αι.
Ο Ιωάννης, νέος αγένειος και σγουρομάλλης, που στέκεται αριστερά του Σταυρού, είναι μορφή πιο ανοιχτή, περισσότερο ανθρώπινη. Η στάση του εκφράζει φόβο και αγωνία, "με γυρτήν την κεφαλήν και με όψιν περιώδυνον, βαστώντας με το δεξιόν χερι το μάγουλόν του (σε κάποιες παραστάσεις το δεξί χέρι του Ιωάννου είναι στο στήθος του, ενώ σπάνια κρατεί ευαγγέλιο (βλ. την τοιχογραφία της S. Maria Antiqua στη Ρώμη, αλλά και ελεφαντοστό με τη Σταύρωση της Μονής Διονυσίου. Βλ. επίσης την Σταύρωση στον Αγ. Μάρκο της Βενετίας - περίκλειστο σμάλτο: Γ. Αντουράκη, Χριστιανική Ζωγραφική, σ. 271)), και το αριστερόν αφήνοντάς το να πέση κάτω" (Φ. Κόντογλου, Έκφρασις, τ.Α΄, σ.176).
Ο Ιωάννης στέκει κοιτώντας μπροστά του και όχι τον Χριστό, όπως κάνει η Παναγία. "Διανοείται περισσότερο το Άγιο Πάθος, ενώ αντιθέτως η Παναγία το ζει, πονάει για το παιδί της και γι' αυτό έχει τη διάθεση να κινηθεί προς αυτό, ενώ ο θεολόγος δεν την έχει. Δείχνει μόνο τη διάθεση να στρίψει προς τον Εσταυρωμένο και να αναβλέψει προς αυτόν" (Π.Α.Μιχέλη, Η αισθητική της Βυζ. Τέχνης, σ.201). Πρέπει εδώ να σημειώσουμε ότι ενώ στις παραστάσεις της Σταυρώσεως ο ευαγγελιστής Ιωάννης εικονίζεται συνήθως απέναντι στην Παναγία, σε μερικές περιπτώσεις ιστορείται μαζί με την Θεοτόκο αριστερά -ως προς τον θεατή- του Εσταυρωμένου.
Ο εκατόνταρχος
Πίσω από τον Ιωάννη εικονίζεται ο εκατόνταρχος (ο κατά την παράδοση μετέπειτα Άγιος Λογγίνος) με την στρατιωτική του πανοπλία. Ο εκατόνταρχος παριστάνεται σε ανδρική ηλικία με μαύρο στρογγυλό γένι, έχοντας το κεφάλι του σκεπασμένο μ' ένα μαντήλι και γυρισμένο με πίστη προς τον Χριστό, σα να φωνάζει "Όντως ο άνθρωπος ούτος δίκαιος ήν" (Λουκ. 23,47). Το κεφάλι του φέρει φωτοστέφανο (βλ. Φ. Κόντογλου, Έκφρασις, τ.Α΄, σ.176). Γιατί εκτός από την αθωότητα του Χριστού, ο εκατόνταρχος ομολόγησε και την θεότητά Του: "αληθώς Θεού υιός ην ούτος" (Ματθ. κζ΄ 55). Αυτήν ακριβώς την ομολογία δηλώνει το υψωμένο σε θέση ευλογίας δεξί χέρι του εκατόνταρχου, στο ύψος του μετώπου του, σα να θέλει να το σταυρώσει.
Ο Κρανίου τόπος
Ο Χριστός σταυρώθηκε "εις τον λεγόμενον Κρανίου τόπος, ος λέγεται Εβραϊστί Γολγοθά" (Ιω. ιθ΄ 17). Στην εικόνα λοιπόν της Σταυρώσεως, κάτω από την βραχώδη κορυφή του Γολγοθά, που απεικονίζεται ως σπήλαιο πάνω στο οποίο είναι στημένος ο Σταυρός του Κυρίου, διακρίνεται, μέσα στο σπήλαιο, ένα κρανίο. Πάνω στο κρανίο αυτό στάζει το αίμα που πηγάζει από τα πόδια του Χριστού. Κατά μια αρχαία παράδοση που διασώζει πρώτος ο Ωριγένης, το κρανίο αυτό είναι το κρανίο του Αδάμ, ο οποίος πέθανε και θάφτηκε στον Γολγοθά (βλ. Ωριγένους, Εις το κατά Ματθαίον, ΒΕΠΕΣ 14, 390).
Την εκδοχή αυτή υιοθετεί και ο ιερός Χρυσόστομος ο οποίος μάλιστα ερμηνεύει και θεολογικά την παράδοση αυτή: "Τινές φασιν εκεί τον Αδάμ τελευτηκέναι και κείσθαι, και τον Ιησούν εν τω τόπω, ένθα ο θάνατος εβασίλευσεν, εκεί και το τρόπαιον στήσαι. Και γαρ τρόπαιον εξήει βαστάζων τον σταυρόν κατά της του θανάτου τυραννίδος" (Ιω. Χρυσοστόμου, Εις το κατά Ιωάννην Ομιλία πε΄, στη σειρά Άπαντα των αγίων πατέρων, τ.75, σ.373). Έτσι το αίμα του Κυρίου καθαρίζει και εκπλύνει τις αμαρτίες του γένους των ανθρώπων, του οποίου γενάρχης υπήρξε ο Αδάμ.
Εξ άλλου, κατά τον Ι. Αυγουστίνο, το όνομα του γενάρχη, έτσι όπως γράφεται με τα ελληνικά γράμματα ΑΔΑΜ, περιέχει τα αρχικά των σημείων του ορίζοντα (Α-νατολή, Δ-ύσις, Ά-ρκτος, Μ-εσημβρία), πράγμα που σημαίνει ως αυτός εκπροσωπεί όλο το ανθρώπινο γένος ανά τους αιώνες, και επομένως πρώτος δέχεται το λυτρωτικό αίμα του Χριστού που αφορά σε όλους τους ανθρώπους (βλ. Κ. Καλοκύρη, Εορταί δώδεκα, ΘΗΕ, τ.5, στ. 752).
Την όλη παράσταση της Σταυρώσεως συμπληρώνουν ο ήλιος και η σελήνη που ζωγραφίζονται δεξιά και αριστερά του Σταυρού αντίστοιχα (στο πάνω μέρος της εικόνας), και αντιπροσωπεύουν τον ορατό κόσμο που έφριξε βλέποντας την Σταύρωση του Δημιουργού. Ζωγραφίζονται δε σε σχήμα ανθρωπίνων προσώπων, "ο μεν ήλιος με χρώμα κόκκινον αιματώδες, η δε σελήνη στακτόχρους, με τας ακτίνας γυρισμένας προς το μέρος του Χριστού, εις σημείον ότι εσκοτίσθησαν κατά την Σταύρωσιν. Εικονίζονται δε και άγγελοι κλαίοντες, πλην και ούτοι περιττεύουν" (Φ. Κόντογλου, Έκφρασις, τ.Α΄, σ.177). Η επιγραφή της εικόνας είναι: Η ΣΤΑΥΡΩΣΙΣ και ιστορείται στον δυτικό τοξωτό τοίχο του ναού, ή στο εικονοστάσι πάνω από το τέμπλο μαζί με το δωδεκάορτο.

Τετάρτη 13 Ιανουαρίου 2016

Η ωφέλεια από τα μνημόσυνα, Αγίου Ιωάννου του Δαμασκηνού Η ωφέλεια από τα μνημόσυνα, Αγίου Ιωάννου του Δαμασκηνού

Η ωφέλεια από τα μνημόσυνα, Αγίου Ιωάννου του Δαμασκηνού

Σύμφωνα με ομόφωνη αγιοπατερική μαρτυρία την οποία επιβεβαιώνει αδιάκοπη εκκλησιαστική παράδοση αιώνων, οι ειδικές ευχές για τους νεκρούς θεσπίστηκαν από τους αγίους αποστόλους (1). H θέσπιση αυτή έχει δύο βασικά δογματικά θεμέλια: α) την έννοια της Εκκλησίας ως κοινωνίας αγίων, που αποτελείται όχι μόνο από τους ζωντανούς αλλά και τους «κεκοιμημένους» χριστιανούς και β) την πίστη στη μεταθανάτια ζωή, την ανάσταση και την τελική κρίση.
Επιπλέoν, η διδασκαλία και η διαχρονική πράξη της Εκκλησίας, μας προτρέπουν να εκδηλώνουμε τη μέριμνα μας για την ανάπαυση μιας ψυχής όχι μόνο με προσευχές, αλλά και με έργα αγάπης. Έτσι, οι Αποστολικές Διαταγές παραγγέλνουν να προσφέρονται στους φτωχούς ορισμένα από τα υπάρχοντα του νεκρού στη μνήμη του. Και ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος, ερμηνεύοντας το κατά Ιωάννη Ευαγγέλιο, συμβουλεύει να κάνουμε τέτοιες αγαθοεργίες, «ώστε, αν μεν ο νεκρός είναι αμαρτωλός, ν’ απαλλαγεί από τις αμαρτίες του· και αν είναι δίκαιος, να λάβει μεγαλύτερο μισθό και ανταπόδοση».
Οι προσευχές, από το άλλο μέρος, για τους νεκρούς περιλαμβάνουν τόσο την μνημόνευση των ονομάτων τους στις θείες λειτουργίες, όσο και την τέλεση ειδικών ακολουθιών, των μνημοσύνων.
Ήδη στις Αποστολικές Διδαχές βρίσκεται η διάκριση των μνημοσύνων σε «τρίτα», «ένατα», «τεσσαρακοστά» και ενιαύσια» (ετήσια), ανάλογα με το χρόνο τελέσεως τους από την ημέρα του θανάτου.
Πολλοί συμβολισμοί των επιμέρους μνημοσύνων αναφέρονται από τους πατέρες. Οι κυριότεροι είναι οι εξής: Τα «τρίτα» συμβολίζουν την ανάσταση του Κυρίου μετά την τριήμερη παραμονή Του στον τάφο και τελούνται με την ευχή ν’ αναστηθεί και ο νεκρός στην ουράνια βασιλεία (2). Τα «ένατα» τελούνται για τα εννέα τάγματα των άυλων αγγέλων, με την ευχή να βρεθεί κοντά τους η άυλη ψυχή του νεκρού. Τα «τεσσαρακοστά» τελούνται για την ανάληψη του Κυρίου, που έγινε σαράντα μέρες μετά την ανάστασή Του. Με την ευχή να ν’ «αναληφθεί» και ο νεκρός, να συναντήσει το Χριστό στους ουρανούς και να ζήσει για πάντα μαζί Του. Τα «ενιαύσια» (ετήσια), τέλος, τελούνται την επέτειο ημέρα του θανάτου, σε ανάμνηση των γενεθλίων του νεκρού, καθώς, για τους πιστούς χριστιανούς, ημέρα της αληθινής γεννήσεως είναι η ημέρα του σωματικού θανάτου και της μεταστάσεως στην αιώνια ζωή. Μνημόσυνα, αντίστοιχα με τα παραπάνω, τελούνται τον τρίτο, έκτο και ένατο μήνα από την ημέρα του θανάτου («τρίμηνα», «εξάμηνα», «εννεάμηνα»).
Τη μεγαλύτερη ωφέλεια, πάντως, στους νεκρούς την προξενεί η τέλεση της θείας ευχαριστίας στη μνήμη τους, γιατί τότε, με τις μερίδες τους στο άγιο δισκάριο, «ενώνονται αόρατα με το Θεό και επικοινωνούν μαζί Του και παρηγορούνται και σώζονται και ευφραίνονται εν Χριστώ» (άγιος Συμεών Θεσσαλονίκης).
Εκτός από τα ειδικά για κάθε νεκρό μνημόσυνα, η Εκκλησία έχει στις καθημερινές ακολουθίες της, γενικές δεήσεις για τους «κεκοιμημένους», όπως είναι λ.χ. το νεκρώσιμο μέρος του μεσονυκτικού και οι σχετικές αναφορές στις εκτενείς του εσπερινού, του όρθρου και της θείας λειτουργίας. Έχει, επίσης, καθιερώσει και ειδικές ημέρες μνημοσύνων. Τα Σάββατα σχεδόν όλου του εκκλησιαστικού έτους, και ιδιαίτερα τα προηγούμενα των Κυριακών της Απόκρεω και της Πεντηκοστής (Ψυχοσάββατα), είναι αφιερωμένα στη μνήμη των νεκρών.
Πρέπει, τέλος, να σημειωθεί, αν και αυτονόητο, ότι η Εκκλησία τελεί μνημόσυνα μόνο για του χριστιανούς που κοιμήθηκαν μέσα στους κόλπους της.
Όσα συνοπτικά αναφέρθηκαν πιο πάνω για τα μνημόσυνα και, γενικότερα, την κοινωνία των ζωντανών με τα «κεκοιμημένα» μέλη της Εκκλησίας, δηλαδή όλων των μελών του θεανθρώπινου σώματος του Χριστού, είναι αφενός ενημερωτικά για τον «αμύητο» αναγνώστη και αφετέρου προοιμιακά της πραγματείας του οσίου Ιωάννου του Δαμασκηνού «Περί των εν πίστει κεκοιμημένων», αποσπάσματα της οποίας ακολουθούν σε ελεύθερη νεοελληνική απόδοση.
Μ’ αυτό το έργο του ο μεγάλος άγιος και θεολόγος του 8ου αιώνα συνοψίζει τη διδασκαλία της Εκκλησία μας για τα μνημόσυνα και, χρησιμοποιώντας πλήθος πατερικών μαρτυριών, απαντά σε πολλά ερωτήματα, που σχετίζονται με την ιστορική προέλευση, τη σημασία και τη σκοπιμότητά τους.

 (1) Και οι Ιουδαίοι πρόσφεραν θυσίες για την εξάλειψη των αμαρτιών «των μετ’ ευσεβείας κοιμωμένων» (Β΄ Μακ.12:45)
(2) Σχετικός είναι και ο θεολογικός συμβολισμός των κολλύβων που προστίθενται σε κάθε μνημόσυνο. Το σιτάρι συμβολίζει την ταφή, την ανάσταση και την πέρα από τον τάφο ζωή του ανθρώπου, καθώς, πέφτοντας στη γη, σαπίζει και «πεθαίνει». Απ’ αυτόν το «θάνατό» του όμως βλασταίνει μια νέα ζωή.
Η ωφέλεια από τα μνημόσυνα
Ο διάβολος, ο άδειος από καθετί καλό και θεάρεστο, με πρόσχημα αλλόκοτο και παράδοξο και ολότελα άθεσμο, έπεσε πάνω σε κάποιους και τους φύτεψε την ιδέα ότι τάχα δεν ωφελούν σε τίποτα τους νεκρούς όλες οι θεάρεστες πράξεις, που γίνονται για τις ψυχές. Γιατί λένε, χρησιμοποιώντας αγιογραφικά χωρία για να στηρίξουν την άποψή τους, «Ο καθένας θα πάρει την αμοιβή του ανάλογα με τα όσα καλά ή κακά έπραξε σ’ αυτή τη ζωή» (Β΄ Κορ.5:10) και «Στον άδη ποιος θα μετανοήσει ενώπιόν Σου;» (πρβλ.Ψαλμ.6:6) και «Εσύ, Κύριε, θα αμείψεις ή θα τιμωρήσεις τον καθένα ανάλογα με τα έργα του» (Ψαλμ.61:13) και «ό,τι έσπειρε ο καθένας, αυτό και θα θερίσει». (πρβλ.Γαλ.6:7).
Αλλά, σοφοί μου, θα λέγαμε σ’ αυτούς, ερευνήστε και μάθετε, ότι όσο μεγάλος κι αν είναι ο φόβος που μας εμπνέει ο Θεός, ο Κύριος των όλων, πολύ πιο μεγάλη είναι η αγαθότητά Του. Και οι απειλές Του είναι, βέβαια φοβερές, μα και η φιλανθρωπία Του αφάνταστα μεγάλη. Και οι καταδίκες Του είναι φρικτές, μα και η ευσπλαχνία Του πέλαγος απέραντο.
Προσέξτε τι λέει η Αγία Γραφή:
Όταν στη Σιών, την πόλη του μεγάλου βασιλιά, ο Ιούδας ο Μακκαβαίος είδε το λαό του θανατωμένο από τους εχθρούς, έψαξε και βρήκε μέσα στους κόρφους τους μικρά είδωλα. Αμέσως, με κάθε ευλάβεια και αγάπη, πρόσφερε για τον καθένα τους εξιλαστήρια θυσία στον σπλαχνικό Κύριο. Γι’ αυτό και στη Γραφή θαυμάζεται για την πράξη του εκείνη, καθώς και για όλες τις άλλες (βλ. Β΄ Μακκ. 12:38-45).
Οι μαθητές του Σωτήρα μας, πάλι, οι μύστες και αυτόπτες του Λόγου, οι θείοι απόστολοι, που σαγήνεψαν τον κόσμο, θέσπισαν να γίνεται μνημόνευση των πιστών νεκρών κατά την τέλεση των αχράντων και ζωοποιών μυστηρίων. Από τότε μέχρι τώρα η αποστολική και καθολική Εκκλησία του Χριστού, σ’ όλα τα μέρη της γης, κρατάει σταθερά και αναντίρρητα αυτή την παράδοση, και θα την κρατάει ως τη συντέλεια του κόσμου.
Αυτό, οπωσδήποτε, δεν το θέσπισαν ούτε αλόγιστα ούτε άσκοπα ούτε τυχαία. Γιατί τίποτε ανώφελο δεν έχει παραλάβει η αλάθητη χριστιανική θρησκεία και τίποτε άχρηστο δεν έχει διατηρήσει σταθερά τόσους αιώνες. Όλα όσα έχει παραλάβει και διατηρήσει είναι και χρήσιμα και θεάρεστα και πολύ ωφέλιμα και πολύ σωτήρια.
Ας δούμε, όμως, τι έχουν πει γι’ αυτό το θέμα οι παλαιότεροι άγιοι πατέρες.
Ο μεγάλος και βαθύς γνώστης των θείων Διονύσιος ο Αρεοπαγίτης, στο έργο του για την εκκλησιαστική ιεραρχία, γράφει ακριβώς τα εξής: «Οι προσευχές των αγίων και σ’ αυτή τη ζωή και, πολύ περισσότερο, μετά το θάνατο, επιδρούν σ’ εκείνους που είναι άξιοι ιερών ευχών, δηλαδή στους πιστούς». Και πάλι: «Ο πανάγαθος Θεός ζητάει να συγχωρήσει όλα τα πταίσματα, που οφείλονται στην ανθρώπινη αδυναμία, και να τους τοποθετήσει στη χώρα των ζωντανών, στους κόλπους του Αβραάμ και του Ισαάκ και του Ιακώβ, απ’ όπου έχουν φυγαδευθεί ο πόνος, η λύπη και ο στεναγμός, παραβλέποντας με την αγαθότητα της θεαρχικής Του δυνάμεως τις αμαρτίες που έκανε ο νεκρός από ανθρώπινη αδυναμία, αφού, όπως λέει η Γραφή, κανένας δεν είναι καθαρός από αμαρτία.
Βλέπεις εσύ που αντιλέγεις, πώς βεβαιώνει ότι είναι ωφέλιμες οι δεήσεις γι’ αυτούς που πέθαναν με την ελπίδα τους στον Θεό;

Τετάρτη 6 Ιανουαρίου 2016

ΤΙ ΣΟΙ ΠΡΟΣΕΝΕΓΚΩΜΕΝ ΧΡΙΣΤΕ


Ο ΥΜΝΟΣ ΠΟΥ ΕΓΙΝΕ ΕΙΚΟΝΑ: "Τι σοι προσενέγκωμεν Χριστέ..."

Ιδιόμελον Εσπερινού Χριστουγέννων (ήχος β')
Τί σοι προσενέγκωμεν Χριστέ, ὅτι ὤφθης ἐπὶ γῆς ὡς ἄνθρωπος δι' ἡμᾶς; ἕκαστον γὰρ τῶν ὑπὸ σοῦ γενομένων κτισμάτων, τὴν εὐχαριστίαν σοι προσάγει· οἱ Ἄγγελοι τὸν ὕμνον, οἱ οὐρανοὶ τὸν Ἀστέρα, οἱ Μάγοι τὰ δῶρα, οἱ Ποιμένες τὸ θαῦμα, ἡ γῆ τὸ σπήλαιον, ἡ ἔρημος τὴν φάτνην· ἡμεῖς δὲ Μητέρα Παρθένον· ὁ πρὸ αἰώνων Θεὸς ἐλέησον ἡμᾶς.
Τι να σου προσφέρουμε Χριστέ, ότι φανερώθηκες επάνω στη γη ως άνθρωπος για εμάς; γιατί το κάθε κτίσμα που δημιούργησες σου προσφέρει την ευχαριστία του· οι Αγγελοι τον ύμνο, οι ουρανοί τον Αστέρα, οι Μάγοι τα δώρα, οι Βοσκοί το θαύμα, η γη το σπήλαιο, η έρημος την φάτνη· και εμείς την Παρθένο Μητέρα· ο πρό αιώνων Θεός ελέησε μας.
Ποιητική - λαϊκή απόδοση
Από αγγέλων στόματα
το «Δόξα εν Υψίστοις»
ακούγεται στον ουρανό
γιορτάζει όλ’ η φύση.

Βοσκοί αθώοι και απλοί
πρώτοι αυτοί μαθαίνουν
την του Σωτήρος Γέννηση
την δόξα της Παρθένου.

Σμύρνα, χρυσό και λίβανο
οι Μάγοι του προσφέρουν
σαν άρχοντα τον προσκυνούν
σαν Θεό τον λατρεύουν.

Το σπήλαιο προσφέρει η γη
για να φιλοξενήσει
τον Κύριο των ουρανών
τον πλαστουργό της κτίσης.

Το μαύρο πέπλο της νυχτιάς
η έρημος προσφέρει
σ’ εκείνον που απ’ τον ουρανό
ήρθε το φως να φέρει.

Έτσι εδιάλεξ’ ο Χριστός
στη γη για να κατέβει
το πρόβατο τ’ απολωλός
να ψάξει και να εύρει!

Αρχιμ. Γεράσιμος ΦραγκουλάκηςΑννόβερο Γερμανίας/ πηγή

Οἱ συνέπειες της Ἀναστάσεως του Χριστού στὴν καθημερινὴ ζωή(π.Ἰωνάς Μούρτος)

Moscow. Andronikov Monastery. The Bright Resurrection of Christ.. Photo: Galina Lapina  Ἡ ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ εἶναι τὸ πιὸ σημαντικὸ μήνυμα στὴ ζωή μας. Ἂς προσπαθήσουμε νὰ τὸ δοῦμε ὄχι μόνο ἀπὸ τὴν θεολογικὴ - θρησκευτική του πλευρά, ἀλλὰ ἀπὸ τὴν ὀπτικὴ γωνία τοῦ κοινοῦ, τοῦ καθημερινοῦ ἀνθρώπου.
Ὅπου καὶ νὰ κοιτάξω στὴν ζωή μου βλέπω τὸν θάνατο νὰ παραμονεύει. Πρῶτα-πρῶτα ὅλοι ξέρουμε ὅτι εἶναι αὐτὸς ποὺ ἔχει τὸν τελευταῖο λόγο, ὁ τελικὸς νικητής. Τὸ ξέρει καὶ τὸ ξέρουμε ὅτι δὲν θὰ τοῦ ξεφύγουμε στὸ τέλος.

 Στὸ διάβα στῆς ζωῆς μου βιώνω πολλοὺς θανάτους πρὶν ἀπὸ τὸν τελικό. Τὸ θάνατο τῶν ἐλπίδων μου καὶ τῶν προσδοκιῶν μου γιὰ μιὰ καλλίτερη ζωή. Τὴν ἀποτυχία πολλῶν σχεδίων. Ἡ ζωή μας εἶναι τόσα ὄνειρα, τόσες ὡραῖες προσδοκίες, ἀλλὰ οἱ πιὸ πολλὲς πεθαίνουν, δὲν πραγματοποιοῦνται, καὶ τελικὰ ἀφήνουν τὴν πίκρα, ἢ τὴν δικαιολογία τῆς συνθηκολόγησης, ὅτι ἔτσι εἶναι ἡ ζωή.
Τὸν διακρίνω νὰ ἀρχίζει νὰ ροκανίζει τὴν δύναμή μου, τὴν νιότη μου, πιὸ πολὺ τὴν διανοητική μου ἱκανότητα. Προσπαθεῖ νὰ σβήσει τὴ μνήμη μου. Ἀσπρίζει τὰ μαλλιά μου. Δὲν μὲ ἀφήνει νὰ βλέπω τὸν κόσμο.

Πολλὰ θὰ μποροῦσα νὰ πῶ ἀλλὰ ἴσως δὲν χρειάζεται, ὅλοι μας ξέρουμε πῶς εἶναι τὸ ἄσχημο πρόσωπο τοῦ θανάτου (Χεμινγουέι). Καὶ ἂν πεῖ κανείς, δὲν μὲ νοιάζει μπορῶ νὰ τὸν κοιτάζω κατάματα, μὲ περιφρόνηση καὶ εἰρωνεία, καὶ νὰ τὸν φτύσω καταπρόσωπο τὴν ὥρα ποὺ θὰ μοῦ παίρνει τὴ ζωή, θὰ τὸ καταλάβαινα, ξέρω τί θὰ πεῖ νὰ πεθαίνεις μὲ ἀξιοπρέπεια τουλάχιστον, ὁ Ἀλμπὲρ Καμὺ τὸ ἐξέφρασε τόσο ὄμορφα, ὅμως καὶ πάλι μὲ νικᾶ.

Ὁ θάνατος αὐτῶν ποὺ ἀγαπῶ εἶναι πιὸ ὀδυνηρός. Πῶς θὰ ἀντέξω νὰ πεθαίνει ὅτι ἀγάπησα; Πόσο ὀδυνηρὸ εἶναι νὰ πεθαίνουν τὰ λουλούδια, νὰ πεθαίνει κάθε ὀμορφιά! Πολὺ περισσότερο εἶναι τρομερὸ νὰ πεθαίνει τὸ πρόσωπο ἢ τὰ πρόσωπα ποὺ ἀγαπῶ. Ὅτι ἀγαπῶ εἶναι αὐτὸ ποὺ στοιχειοθετεῖ τὴν ζωή μου. Εἶναι αὐτὸ ποὺ τῆς δίνει νόημα. Ἡ ζωή μου εἶναι μιὰ σχέση. Τελικὰ ὁ ἄλλος ἢ ἡ ἄλλη εἶναι ἡ ζωή μου. Ἡ φιλοσοφία τὸ λέει τόσο ὡραία. Ἡ ζωή μου εἶναι μιὰ σχέση ἕνας διαρκὴς διάλογος μὲ τὸν ἄλλο. Ἀκόμα καὶ ἡ σκέψη δὲν εἶναι παρὰ ἕνας διάλογος. Πεθαίνοντας ὁ ἄλλος πεθαίνω καὶ ἐγὼ σιγὰ-σιγά. Γιατὶ σταματοῦν πιὰ οἱ σχέσεις μου. Ἡ μοναξιὰ μὲ κυριεύει.
Ἡ ὀσμὴ τοῦ θανάτου κρύβεται παντοῦ καὶ ἀναδύεται τὴ νύχτα ποὺ κι αὐτὴ εἶναι ἕνας θάνατος. Ὁ Χεμινγουέι τὴν περιγράφει μὲ ἄφθαστο τρόπο στὰ λόγια τῆς Πίλαρ...

Τώρα μπορῶ νὰ δῶ γιατί ἡ ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ εἶναι τόσο σημαντικὴ γιὰ τὴ ζωή μου. Ἐπειδὴ Αὐτὸς ἀναστήθηκε θὰ ἀναστηθῶ καὶ ἐγώ. Μὰ τί λέγω; Θὰ ἀναστηθεῖ τὸ πρόσωπο ἢ τὰ πρόσωπα ποὺ ἀγάπησα. Θὰ ἀναστηθεῖ γιατὶ ἀνέστη ὁ Χριστός. Θὰ ἀναστηθεῖ καὶ θὰ γίνει τέλειο, θὰ μοιάζει μὲ τὸν Χριστό.

Ἐπειδὴ ὁ Χριστὸς ἀναστήθηκε σωματικά, ἡ ἀνθρώπινη φύση εἶναι γιὰ πάντα ἑνωμένη μὲ τὸν Θεό, καὶ ποτὲ πιὰ δὲν θὰ χωρίσει. Ἡ πτώση μου, δὲν μπορεῖ νὰ ἀλλάξει τὸ γεγονὸς αὐτὸ μὲ τίποτα. Αὐτὴ εἶναι καὶ ἡ βαθιὰ σημασία τοῦ δόγματος τῆς Χαλκηδόνος, τῆς 4ης Οἰκουμενικῆς Συνόδου.
 Πρὶν ἀπὸ τὴν πτώση, ἡ ἀνθρώπινη φύση δὲν ἦταν ἑνωμένη μὲ τὸ Θεό, καὶ μὲ τὴν πτώση εἰσῆλθε ἡ κατεύθυνση πρὸς τὸ μηδέν, τὸ εἶναι πρὸς θάνατον. Μὲ τὴν ἀνάσταση καὶ τὴν ἀνάληψη, ἡ φύση μας εἶναι ἑνωμένη μὲ τὸν Θεό, ἀτρέπτως ἀδιαιρέτως, ἀσυγχύτως καὶ ἀχωρίστως. Ὁ Χριστὸς δὲν μᾶς σώζει μόνο ἀπὸ τὶς ἁμαρτίες μας, θὰ ἀρκοῦσε ἡ ἁπλὴ συγνώμη του γιὰ αὐτό. Μὰ ἦρθε καὶ νίκησε τὸ θάνατο. Γιατί αὐτὸ εἶναι τελικὰ τὸ πιὸ σημαντικό.

Μερικοὶ σὰν γνήσιοι ὀπαδοὶ τοῦ Πλάτωνα λένε ὅταν πεθαίνει κανείς: «Πρέπει νὰ χαίρεσαι γιατί ἡ ψυχή του εἶναι κοντὰ στὸ Θεό». Ὅμως τότε τί νόημα ἔχει ἡ ἀνάσταση; Ὄχι! Ὁ θάνατος εἶναι κάτι ποὺ πρέπει νὰ κλάψουμε, μᾶς καλεῖ νὰ κλάψουμε ἡ νεκρώσιμη ἀκολουθία τῆς Ἐκκλησίας.

Ἡ ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ ὄχι μόνο εἶναι ἡ ἐγγύηση τῆς ἀνάστασης αὐτῶν ποὺ ἀγαπῶ ἀλλὰ καὶ μιᾶς ἄλλης ποιότητας ζωῆς. Γιατὶ τώρα ἡ ἀνθρώπινη φύση εἶναι γιὰ πάντα ἑνωμένη μὲ τὸν Θεό, ἀχώριστα καὶ ἀσύγχυτα. Εἶναι τὸ ἔσχατο μυστήριο, τὸ μυστήριο τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ. Εἶναι ἄλλο νὰ ἀγαπᾶς κάτι, πχ. τὸ σκύλο σου καὶ ἄλλο νὰ γίνεσαι σκύλος. Ἄλλο τὸ συναίσθημα καὶ ἄλλο τὸ νὰ γίνεσαι ἕνα μὲ κάτι. Τὸ ἴδιο ἔκανε ὁ Θεὸς γιὰ μᾶς. Γιατὶ μᾶς ἀγαπᾶ. Μᾶς ἀγαπᾶ χωρὶς κανένα λόγο, καμία ἀναγκαιότητα, οὔτε γιατί τὸ ἀξίζουμε ἡ ὄχι.
* * *
Τὸ σῶμα τοῦ ἀναστημένου Χριστοῦ εἶναι ἡ εἰκόνα τοῦ μέλλοντος αὐτῶν ποὺ ἀγαπῶ καὶ τοῦ δικοῦ μου βέβαια. Τέλειο, πέρα ἀπὸ κάθε ἀνάγκη, πάνω ἀπὸ τοὺς νόμους τῆς φύσης, τῆς βαρύτητας τῆς ἀνάγκης κτλ. Ἔτσι θὰ εἶναι καὶ τὸ σῶμα μας, μιὰ τέλεια ὀμορφιὰ μέσα στὸ φῶς τοῦ Θεοῦ.
Θὰ μοῦ ἔλεγε ὁ φίλος μου ἀπὸ τὴν Κίνα, ὅτι γιὰ μένα δὲν ἔχει σημασία ὁ θάνατος, ἀφοῦ ἐγὼ πιστεύω στὴν μετεμψύχωση. Ὅμως τελικὰ μήπως ἡ μετεμψύχωση δὲν εἶναι ὁ χειρότερος, θάνατος; Γιατὶ μὲ τὴν μετεμψύχωση δὲν μπορῶ νὰ ἀγαπήσω γιὰ πάντα. Πῶς μπορῶ νὰ πῶ σὲ αὐτὴν ποῦ ἀγαπῶ, σὲ ἀγαπῶ γιὰ πάντα; Δὲν μπορῶ νὰ πῶ γιὰ πάντα, γιατὶ σὲ αὐτὴ τὴ ζωὴ σὲ ἀγαπῶ, ἀλλὰ στὴν ἄλλη μετεμψύχωση θὰ ἀγαπῶ μιὰ ἄλλη, ἄλλοτε θὰ εἶμαι ἄνδρας γυναίκα, ζῶο. Συνεπῶς ἡ ποιότητα τῶν σχέσεών μου εἶναι πολὺ χαμηλή.

Θὰ ἔλεγε κανεὶς ὅτι δὲν πειράζει αὐξάνονται οἱ ἐμπειρίες μου, ὡριμάζω μέσα σὲ τόσες μετεμψυχώσεις. Ὅμως ἀκόμα κι ἂν παρακάμψουμε τὸ πρόβλημα τοῦ ποιὸς εἶμαι τελικὰ ἐγώ, τί εἶναι αὐτὸ ποὺ λέει ὅτι εἶμαι ἐγὼ σὲ κάθε μετεμψύχωση, πάλι δὲν παύει νὰ εἶναι φανερὴ ἡ ἔλλειψη τῆς τέλειας ἀγάπης, ἀφοῦ χρησιμοποιῶ τὸν ἄλλο ἔστω γιὰ τὴν τελείωσή μου, ἀλλὰ δὲν μπορῶ νὰ ἑνωθῶ μαζί του τελικά. Κι ἂν ἑνωθῶ θὰ ἑνωθῶ περιστασιακά. Πόσο νιώθουν ὅλοι αὐτὸ τὸ βαρὺ καὶ βουβὸ θάνατο στὴν ἀνατολικὴ φιλοσοφία... Γι᾿ αὐτὸ καὶ ἡ προσπάθεια γιὰ τὸ σπάσιμο τοῦ ὀδυνηροῦ κύκλου τῆς μετεμψύχωσης. Τὸ σταμάτημα τῶν ζωῶν ποὺ εἶναι θάνατοι. Εἶναι φοβερὸ νὰ ξέρεις ὅτι ἡ ζωὴ εἶναι τελικὰ ἕνας θάνατος. 

Ὁ Σὰρτρ εἶπε, μᾶς ἔδειξε, πὼς ὁ ἄλλος εἶναι ἡ κόλασή μου, γιατὶ βλέπω σὲ αὐτὸν τὸν περιορισμό μου, ἡ μετεμψύχωσή μου δείχνει πὼς ἡ ἴδια ἡ ζωὴ εἶναι ὁ θάνατος ἀφοῦ τελικὰ δὲν μπορῶ νὰ ἀγαπῶ γιὰ πάντα. Ὅμως ὅταν σπάσει ὁ κύκλος τῶν μετεμψυχώσεων, τί γίνεται; Ἐπειδὴ δὲν ὑπάρχει τὸ πρόσωπο ὑπάρχει μόνο μιὰ γενικὴ κατάσταση ποὺ ὀνομάζεται εὐτυχία. Ὅμως δὲν εἶναι ἀγάπη. 
Πρῶτα γιατί δὲν ὑπάρχει σάρκα, καὶ ἐγὼ ξέρω ὅτι ἀγαπῶ ἀνθρώπους μὲ σάρκα καὶ μετὰ γιατί δὲν ὑπάρχει Θεὸς συνεπῶς δὲν ὑπάρχει προσωπικὴ ὕπαρξη τέλεια καὶ γιὰ πάντα.
Ὁ Θεὸς εἶναι ἀγάπη, ὄχι μόνο ἔχει ἀγάπη ἀλλὰ εἶναι ἀγάπη. Ἐγὼ μπορεῖ νὰ ἔχω λίγη ἀγάπη ἀλλὰ δὲν εἶμαι ἀγάπη. Ὁ Θεὸς εἶναι ἀγάπη γιατὶ εἶναι κοινωνία τριῶν προσώπων, Πατὴρ Υἱὸς Ἅγιο Πνεῦμα. Ἂν ἕνα πρόσωπο ἀπὸ αὐτὰ δὲν ὑπάρχει δὲν ὑπάρχει Θεός, δὲν ὑπάρχουν καὶ τὰ ἄλλα δύο. 
Ὅμως ἂν δὲν ὑπάρχει ὁ φίλος μου, ἢ ἂν δὲ μὲ ἀγαπᾶ κάποιος, ἐγὼ θὰ ὑπάρχω. Ὁ Θεὸς μᾶς καλεῖ σὲ αὐτὸ τὸν τρόπο τῆς ὕπαρξης. Τὸ νὰ ὑπάρχουμε στὴν νιρβάνα, εἶναι ἀκόμα τὸ νὰ ὑπάρχουμε μέσα στὸν κτιστὸ κόσμο, χωρὶς τὴν δυνατότητά του νὰ ὑπάρχουμε ἐπειδὴ συνυπάρχουμε ὅπως ὑπάρχει ὁ Θεὸς καὶ ὅπως μᾶς κάνει δῶρο αὐτὸ τὸν μοναδικὸ τρόπο ζωῆς.
Καὶ ἐπειδὴ δέχομαι αὐτὸ τὸ δῶρο τοῦ Θεοῦ μπορῶ νὰ ἀγαπῶ κάποιον γιὰ πάντα.
Ὅταν λοιπὸν θὰ στολίζω μὲ λουλούδια τὸν ἐπιτάφιο, τὸ φέρετρο τοῦ Χριστοῦ, καταλαβαίνω ὅτι τὰ λουλούδια δὲν ἔχουν πιὰ τὴν ὀσμὴ τοῦ θανάτου ἀλλὰ τὴν εὐωδία τοῦ παράδεισου. Γιατὶ ἀκόμα κι αὐτά, ὁλόκληρη ἡ κτίση θὰ ζήσει, ἀφοῦ τελικὰ τὸ σῶμα τοῦ Χριστοῦ, ποὺ φέρει ὅλη τὴν κτίση, ζεῖ μέσα στὴν τελειότητα τοῦ Θεοῦ. 

Τώρα πιὰ ἀκόμα καὶ ὁλόκληρη ἡ κτίση μπορεῖ νὰ ἐλπίζει. Ὁ Παῦλος ποὺ ἄκουσε τὸ κρυφὸ κλάμα καὶ τὸ στεναγμὸ τῆς κτίσης ὅλης, ἀλλὰ καὶ ὅλοι οἱ μεγάλοι δάσκαλοι τῆς Ἀνατολῆς, ποὺ ἀναζητοῦν τὴν τελειότητα στὸ δρόμο τῆς ἁρμονίας τῆς φύσης, - ἁρμονίας ποὺ πρὶν δὲν ὑπῆρχε γιατί πίσω ἀπὸ τὴν ὀμορφιὰ κρύβεται ὁ θάνατος- μόνο τώρα μποροῦν νὰ μοῦ ποῦν γιατὶ τὰ ἄνθη τῆς κερασιᾶς εἶναι ὄμορφα.

Να χάσεις τον εαυτό σου για να βρεις τον Θεό...


Η προσευχή: Το νυν να βιουται σαν τέλος.
Να ζεις πάντα το έσχατο. Να μη σε μέλει για τίποτε.
Κι αν ο Θεός σου δίνει συγκίνηση και αν σου μιλά κι αν στέκει ψυχρός, μακρινός, αδιάφορος, εσύ εκεί. Τον αγαπάς, δεν έχεις άλλον ν' αγαπήσεις, αυτός είναι και αυτός είσαι.
Περνάνε μέρες δίχως να πιάσεις κομποσχοίνι και πάλι απ' την αρχή. Πάλι μόνος με τον εαυτό σου. Μόνος με τον Θεό. Μην κοιτάς γύρω σου, πουθενά.
Για όλα φταίει ο εαυτός σου.
Να ζεις σαν νεκρός για να χαίρεσαι. Να χάσεις τον εαυτό σου για να βρεις τον Θεό... Είναι μεγάλη ευλογία αυτές οι συνάξεις.

Ο Μεγάλος «Ξένος»(Δός μοι τούτον τον Ξένον...)

Τον ήλιον κρύψαντα τας ιδίας ακτίνας
και το καταπέτασμα του ναού διαρραγέν
τω του Σωτήρος θανάτω, ο Ιωσήφ θεασάμενος
προσήλθε των Πιλάτω και καθικετεύει λέγων:
"Δός μοι τούτον τον ξένον,
Τον εκ βρέφους ως ξένον ξενωθέντα εν κόσω.
Δος μοι τούτον τον ξένον,
ον ομόφυλοι, μισούντες θανατούσιν ως ξένον.
Δος μοι τούτον τον ξένον,
ον ξενίζομαι βλέπειν του θανάτου τον ξένον.
Δος μοι τούτον τον ξένον,
όστις οίδε ξενίζειν τους πτωχούς και τους ξένους.
Δος μοι τούτον τον ξένον,
Ον Εβραίοι τω φθόνω απεξένωσαν κόσμω.
Δος μοι τούτον τον ξένον,
ίνα κρύψω εν τάφω, ος ως ξένος ουκ έχει την κεφαλήν πού κλίνη.
Δος μοι τούτον τον ξένον,
ον η μήτηρ ορώσα νεκρωθέντα εβόα:
Ω Υιέ και Θεέ μου, ει και τα σπλάχνα τριτρώσκομαι
και καρδίαν σπαράττομαι νεκρόν σε καθορώσα
αλλά τη ση αναστάσει θαρρούσα μεγαλύνω".
Και τούτοις τοις λόγοις δυσωπών τον Πιλάτον
ο ευσχήμων λαμβάνει του Σωτήρος το σώμα,
ο και φόβω εν σινδόνι ενειλήσας και σμύρνη,
κατέθετο εν τάφω τον παρέχοντα πάσι
ζωήν αιώνοιν και το μέγα έλεος.

*****
Είμαστε περαστικοί, είμαστε εν κινήσει, σε ξένο τόπο ένεκα της αφροσύνης μας. Εδώ, στον τόπο της εξορίας μας και της οδύνης μας, χρώμενος άκραν συγκατάβασιν, μας επεσκέφθη ο Υιός και Λόγος του Θεού, ο Σωτήρ του κόσμου, ο Χριστός! Ήλθεν ως ο Μεγάλος Ευεργέτης και ο κόσμος Τον εσταύρωσε! Η εποχή Του δεν τον δέχθηκε! Έμεινε λοιπόν ο Μεγάλος «Ξένος»! «Εν τω κόσμω ην ...και ο κόσμος αυτόν ουκ έγνω. Εις τα ίδια ήλθε, και οι ίδιοι αυτόν ου παρέλαβον» αναφωνεί με πικρό παράπονο ο ευαγγελιστής Ιωάννης.

Όταν χάσαμε τον Κήπο της Εδέμ, τον Παράδεισο, μας πέταξαν στη γη, την κοιλάδα του κλαυθμώνος! Πρέπει, λοιπόν, να ζούμε σαν ξένοι και να πορευώμεθα προς την ουράνια Πατρίδα. «Ξένος τόκον ιδόντες, ξενωθώμεν του κόσμου»!

Ο Άγίος Επιφανίος, Αρχιεπίσκοπος Κύπρου (4ος - 5ος αι.),στον λόγο του στη θεόσωμη ταφή του Κυρίου, αρχίζει και επαναλαμβάνει την φράση:

«δος μοι τούτον τον ξένον»:

Φαντάζεται τον Ιωσήφ την ώρα, που προσέρχεται προς τον Πιλάτο για να ζητήση το πανακήρατο Σώμα του Ιησού προς ενταφιασμό, και βάζει στο στόμα του τα εξής υπέροχα λόγια:

«Αλλά τι; Αίτησίν τινα οικτράν, ω κριτά, και τοις πάσι μικράν αιτούμενος προς σε παραγέγονα· δος μοι νεκρόν προς ταφήν το σώμα εκείνου, του παρά σου κατακριθέντος Ιησού του Ναζωραίου, Ιησού του πτωχού, Ιησού του αοίκου, Ιησού του γυμνού, Ιησού του ευτελούς, Ιησού του τέκτονος υιού, Ιησού του δεσμίου, Ιησού του αιθρίου, Ιησού του ξένου και επί ξένοις αγνωρίστου και ευκαταφρονήτου και επί πάσι κρεμαμένου.
Δος μοι τούτον τον ξένον· τι γαρ σε λοιπόν ωφελεί το σώμα αυτού;

Δος μοι τούτον τον ξένον· εκ μακράς γαρ ήλθε της χώρας ώδε, ίνα σώση τον ξένον.

Δος μοι τούτον τον ξένον· κατήλθε γαρ εις γην σκοτεινήν ανενέγκαι τον ξένον.

Δος μοι τούτον τον ξένον· αυτός γαρ και μόνος υπάρχει ξένος. Δος μοι τούτον τον ξένον, ούτινος την χώραν αγνοούμεν οι ξένοι. Δος μοι τούτον τον ξένον, ούτινος τον Πατέρα αγνοούμεν οι ξένοι.

Δος μοι τούτον τον ξένον, ούτινος τον το-πον και τον τόκον και τον τρόπον αγνοούμεν οι ξένοι.

Δος μοι τούτον τον ξένον, τον ξένην ζωήν και βίον ζήσαντα επί ξένης.

Δος μοι τούτον τον ξένον, τον μη έχοντα ώδε που την κεφαλήν κλίνη.

Δος μοι τούτον τον ξένον, τον ως ξένον επί ξένης άοικον και επί φάτνης τεχθέντα.

Δος μοι τούτον τον ξένον, τον εξ αυτής της φάτνης ως ξένον εξ Ηρώδου φυγόντα.

Δος μοι τούτον τον ξένον, τον εξ αυτών των σπαργάνων εν Αιγύπτω ξενωθέντα.

Δος μοι τούτον τον ξένον, τον ου πόλιν, ου κώμην, ουκ οίκον, ου μονήν, ου συγγενή, επ'; αλλοδαπής δε χώρας την οίκησιν έχοντα και τα πάντα κατέχοντα».

Περισσότερο «Ξένος» από όλους μας, από όλους τους ανθρώπους όλων των εποχών και όλων των αιώνων υπήρξεν ο Χριστός μας. Το κακό είναι ότι ακόμη και σήμερα για πολλούς παραμένει ξένος και άγνωστος!

Δευτέρα 4 Ιανουαρίου 2016

ΠΟΙΟΥΣ ΚΑΙ ΠΩΣ ΩΦΕΛΟΥΝ ΤΑ ΜΝΗΜΟΣΥΝΑ;

ΠΟΙΟΥΣ ΚΑΙ ΠΩΣ ΩΦΕΛΟΥΝ ΤΑ ΜΝΗΜΟΣΥΝΑ;


ΠΟΙΟΥΣ  ΚΑΙ  ΠΩΣ
ΩΦΕΛΟΥΝ ΤΑ ΜΝΗΜΟΣΥΝΑ;
Πρωτοπρεσβύτερος Θεόδωρος Ζήσης
Απόσπασμα από το βιβλίο:
Ο ΘΑΝΑΤΟΣ  και τα μετά θάνατον


     Τώρα να επανέλθουμε στο θέμα ποιούς ωφελούν και πως ωφελούν τα μνημόσυνα. Υπάρχει η εξής δυ­σκολία σχετικά με το θέμα των μνημοσύνων. Είπαμε και σε προηγούμενες ενότητες ότι οι ψυχές των κεκοιμημένων μετά τον χωρισμό τους από το σώμα διακρίνονται βασικώς σε δύο κατηγορίες.
 Πρώτον, στις ψυχές εκείνων που αμάρτησαν θανάσιμα και έφυγαν αμετανόητοι από αυτήν την ζωή, με απιστία, με ασέβεια και με θανά­σιμα αμαρτήματα, οι οποίες ψυχές παραλαμβάνονται από τους δαίμονες και οδηγούνται στην κόλαση.
Και δεύτερον, στις ψυχές των αγίων και των δικαίων, αυτοίν οι οποίοι πέρασαν όλη τους την ζωή εν μετανοία, εν φι­λανθρωπία και εν αγάπη, όλη τους η ζωή ήταν μία αφιέ­ρωση στον Θεό και στους συνανθρώπους, και οι οποίες παραλαμβάνονται από τους αγγέλους και οδηγούνται στον παράδεισο.
Υπάρχει όμως και μία άλλη, μέση τάξη ψυχών.
Με την μέση τάξη των ψυχών σχετίζεται ένας διάλογος που έγινε ανάμεσα στην Ορθόδοξη Ανατολική και στην Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία, και με την μέση αυτή τάξη των ψυχών συνδέεται η διδασκαλία της Ρω­μαιοκαθολικής Εκκλησίας για το καθαρτήριο πυρ.
Ποια είναι αυτή η μέση τάξη; Είναι οι ψυχές εκείνων των ανθρώπων που δεν ήσαν μεγάλοι αμαρτωλοί, αμετανόητοι, ασεβείς και άπιστοι, ζούσαν μέσα στην Εκκλησία, έφυ­γαν μετανοημένοι από αυτόν τον κόσμο, αλλά δεν πρό­λαβαν να κάνουν έργα μετανοίας. Αυτή λοιπόν η μέση τάξη που δεν πηγαίνει ούτε απευθείας στην κόλαση ούτε απευθείας στον παράδεισο, περνάει ένα διάστημα μετά από τον χωρισμό της ψυχής από το σώμα, μία προσωρινή δοκιμασία, μία προσωρινή ταλαιπωρία, με τελική κατάληξη βέβαια και αυτή τον παράδεισο. Αφού δεν είναι αμετανόητοι αμαρτωλοί και ασεβείς, τελικώς και αυτοί σώζονται. Αυτή λοιπόν η τάξη, στην οποία ίσως υπαγόμαστε όλοι όσοι ζούμε μέσα στην Εκκλησία, η μέση τάξη των ψυχών, που έχει συγγνωστά αμαρτήμα­τα, περνά από τα τελώνια, αλλά γλιτώνει τελικώς από τον έλεγχο και την κρίση των δαιμόνων. Γι’ αυτήν την τάξη υπάρχει μία διαφορά ανάμεσα στην Ορθόδοξη και στην Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία.
Η Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία διδάσκει ότι αυτές οι ψυχές παγαίνουν στη καθαρτήριο πυρ, όπου αφού καθαρισθούν, μεταβαίνουν τελικώς στον παράδεισο. Η ορθόδοξη όμως θέση είναι ότι οι ψυχές αυτές των μετανοημένων αμαρτωλών δεν καθαρίζονται και δεν απαλλάσσονται από τα αμαρτήματά τους με την φωτιά. Απαλλάσσονται, όταν περνούν από τα τελώνια, και, ελεγχόμενες για τις αμαρτίες τους, έρχονται σε συναίσθηση τού τι έκαναν σ’ αυτήν την ζωή. Στην φάση δε αυτή της συναισθήσεως και τού τελω­νισμού που υφίστανται αυτές οι ψυχές βοηθούν πολύ τα μνημόσυνα. Όταν στην φάση αυτή εμείς κάνοντας μνημόσυνα και Λειτουργίες παρακαλούμε γι’ αυτές τις ψυχές, τις προσφέρουμε αρωγή στην προσπάθεια που κάνουν οι ίδιες να απαλλαγούν από την ταλαιπωρία των δαιμόνιων και να πάνε κοντά στον Θεό, στους κόλπους τού Αβραάμ.
Μόνον όμως αυτές τις ψυχές βοηθούν τα μνημό­συνα; Η Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία μας κατηγόρησε στην σύνοδο Φερράρας - Φλωρεντίας ότι δεν πρέπει να τελούμε μνημόσυνα, εφόσον δεν δεχόμαστε το καθαρ­τήριο πυρ. Γι’ αυτούς τα μνημόσυνα είναι απλώς ένα μέσο που βοηθά να βγουν οι ψυχές από το καθαρτήριο πυρ. Ο Άγιος Μάρκος Εφέσου ο Ευγενικός και πολλοί άλλοι μεγάλοι θεολόγοι που πήραν μέρος σ’ αυτήν την συζήτηση απάντησαν ότι εμείς οι Ορθόδοξοι τελούμε μνημόσυνα όχι μόνο γι’ αυτούς που βρίσκονται στην μέση τάξη ψυχών, αλλά και για τους δικαίους και για τους αδίκους. Αν κάποιος είναι άγιος, δεν σημαίνει πως δεν έχει ανάγκη των μνημοσύνου. Όταν ευχόμαστε και κάνουμε μνημόσυνο για κάποιον δίκαιο, γίνεται σ’ αυτόν προσθήκη δόξης. Γι’ αυτό άλλωστε και η Εκκλησία εύ­χεται και υπέρ των δικαίων και των προπατόρων και προσφέρει την Θεία Ευχαριστία υπέρ όλων, πατριαρχών, προφητών, ομολογητών, κηρύκων, ευαγγελιστών.
Προσφέρουμε την Θεία Ευχαριστία ακόμα και για τους δικαίους, γιατί γι’ αυτούς υπάρχει προσθήκη δόξης. Για την μέση τάξη των ψυχών, επαναλαμβάνω, βοηθάει να απαλλαγούν από αυτήν την ταλαιπωρία που υφίστανται από τα τελώνια. Για τους αδίκους όμως που είναι καταδικασμένοι, γιατί τους κάνουμε μνημόσυνο, σε τι τους ωφελεί;
Αυτό είναι όντως ένα μεγάλο θεολογικό πρόβλημα και στα δογματικά μας εγχειρίδια υπάρχει κάποια ασά­φεια στο θέμα αυτό. Η αλήθεια είναι πως δεν έχει γρα­φτεί μέχρι τώρα ένα ειδικό έργο που να ξεκαθαρίζει τα θέματα αυτά και δικαιολογημένα υπάρχει μία σύγχυση. Τι γίνεται με τους αμαρτωλούς; Τους βοηθούν τα μνημόσυνα να φύγουν από την κόλαση και να πάνε στον παράδεισο; Διότι λένε, και δικαιολογημένα, μεγάλοι θε­ολόγοι των καιρών μας, ο Τρεμπέλας, ο Ανδρούτσος και άλλοι, πως αν γινόταν αυτό, τότε θα είχαμε προσ­βολή του δόγματος της μερικής κρίσεως, σύμφωνα με το οποίο δεν υπάρχει μεταβολή της καταστάσεως στην άλλη ζωή, «εν τω άδη ουκ έστι μετάνοια», και όπου βρεθεί κανένας την ώρα του θανάτου εκεί παραμένει στην αιωνιότητα. Όσο και να προσεύχονται οι άνθρω­ποι στη γη, δεν πρόκειται ν’ αλλάξει αυτή η κατάσταση. Αφού λοιπόν δεν αλλάξει αυτή η κατάσταση και, όπως λέγεται στην παραβολή τού πλουσίου και του Λαζάρου, «χάσμα μέγα εστήρικται», ποια λοιπόν είναι η προσ­φορά των μνημοσύνων, αφού ο καθένας μένει στην κα­τάσταση όπου βρέθηκε εξ αρχής;
Διδάσκουν λοιπόν οι άγιοι Πατέρες της Εκκλησίας μας ότι την ώρα που εμείς τελούμε μνημόσυνα οι ψυχές των καταδικασμένων στον τόπο της βασάνου νιώθουν κάποια ανακούφιση, κάποια άνεση, κάποιον δροσισμό. Την ώρα εκείνη, θα λέγαμε, χαλαρώνει η ένταση της κολάσεως και της τιμωρίας και νιώθουν μία ανάπαυση. Αυτό το διδάσκουν πολλοί Πατέρες της Εκκλησίας και έχει περάσει και μέσα στις ευχές της Αγίας Πεντηκοστής στην γονυκλισία. Όταν διαβάζουμε τις ευχές της γονυκλισίας την Πεντηκοστή, μνημονεύουμε και πάλι τους νεκρούς, διότι και την παραμονή της Πεντηκοστής έχουμε Ψυχοσάββα­το. Σε μία θαυμάσια ευχή ο ιερέας λέγει ότι πιστεύουμε πως με τις ευχές μας αυτές ο Θεός θα δώσει «άνεσιν τοις κατοιχομένοις των κατεχόντων αυτοίς δεινών», θα τους δώσει κάποια ανάπαυση από τα δεινά τα οποία τους κατέχουν.
Επομένως σε κάθε περίπτωση ωφελούν τα μνημό­συνα. Αν μεν είναι άγιος ο κεκοιμημένος, τότε υπάρχει προσθήκη δόξης και αμοιβής. Αν βρίσκεται στην μέση τάξη ψυχών, βοηθούν τα μνημόσυνα, ιδίως τις πρώτες ημέρες μετά από τον θάνατο, να απαλλαγεί ο άνθρωπος από τα τελώνια που τον ταλαιπωρούν και να φθάσει γρηγορότερα κοντά στο Θεό και κοντά στους αγίους. Αν δε είναι αμαρτωλός, τότε βοηθούν τα μνημόσυνα ώστε να δοθεί στην ψυχή κατά την ώρα εκείνη κάποια άνεση και κάποιος δροσισμός.
Είναι βέβαια γνωστό ότι υπάρχουν περιπτώσεις κατά τις οποίες συνέβη μεταβολή της καταστάσεως στην άλλη ζωή. Έχουμε στην Παράδοσή μας περιπτώ­σεις που μεγάλοι άγιοι προσευχήθηκαν για μεγάλους αμαρτωλούς, ακόμη και για μη χριστιανούς, και άλλαξε η κατάστασή τους, σώθηκαν, και από την κόλαση πή­γαν στον παράδεισο. Και μνημονεύει η εκκλησιαστική μας ιστορία μερικά παραδείγματα. Όπως την περίπτω­ση τού βασιλέως Τραϊανού, τού ρωμαίου ειδωλολάτρου αυτοκράτορα και διώκτη των χριστιανών, για τον οποίο προσευχήθηκε ο Άγιος Γρηγόριος ο Διάλογος. Και ο Θεός βέβαια εισήκουσε την προσευχή του, γιατί πάντα ακούει τις προσευχές των αγίων, όταν κάνουν κάποιο επίμονο αίτημα, αλλά αφού όντως γλίτωσε τον Τραϊανό από την κόλαση και τον έφερε στον παράδεισο, έκανε παρατή­ρηση ο Θεός στον Άγιο Γρηγόριο άλλη φορά να μην ευχηθεί υπέρ άσεβών. Υπάρχει επίσης το παράδειγμα με την Αγία Θέκλα. Η Αγία Θέκλα, μια μεγάλη γυναικεία μορφή μάρτυρος των αποστολικών ακόμη χρόνων, όταν εδιώκετο, την φρόντισε μία ειδωλολάτρισσα χήρα γυναί­κα. Αυτή δε η χήρα είχε μία κόρη, η οποία παρασύρθη­κε σε πορνείες, μοιχείες και άσωτο βίο. Κάποια στιγμή όμως πέθανε αυτή η κόρη και πήγε ασφαλώς στην κό­λαση. Εμφανίστηκε λοιπόν η κόρη στην μητέρα της και είπε· μητέρα, να παρακαλέσεις την Θέκλα, την οποίαν, όταν ζούσε εκεί, την είχες φροντίσει, να ζητήσει από τον Θεό να με γλιτώσει, γιατί αυτή έχει παρρησία στον Θεό. Έτσι και έγινε. Είναι η περίπτωση της Φαλκονίλας. Και υπάρχει επίσης το γνωστό παράδειγμα τού εικονομάχου αυτοκράτορα Θεοφίλου, για την -ψυχή τού οποίου φρόντισε η αυτοκράτειρα Αγία Θεοδώρα. Υποσχέθηκε η Αγία Θεοδώρα στους πατριάρχες και τους κληρικούς να αναστηλώσει τις εικόνες, αλλά τους ζήτησε μία χάρη· να προσευχηθούν όλοι, αρχιερείς, ιερείς, μοναχοί, για να σωθεί η ψυχή τού εικονομάχου Θεοφίλου. Και προσευχήθηκε όντως όλος ο κλήρος και όλος ο λαός υπέρ της ψυχής τού Θεοφίλου, και κατά την παράδοση σώθηκε η ψυχή τού αυτοκράτορα.


Ο Θάνατος 
 και τα μετά θάνατον
Πρωτοπρεσβύτερος
Θεόδωρος Ζήσης

ΨΗΦΙΟΠΟΙΗΣΗ:
Αντιαιρετικόν Εγκόλπιον www.egolpion.com