Σάββατο 26 Σεπτεμβρίου 2015

ΠΕΡΙ ΘΑΝΑΤΟΥ ΑΓ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ

Πολλά πράγματα θέλουμε να μαθαίνουμε και να κατανοούμε, προπαντός όμως τον καιρό που θα γίνει η συντέλεια του κόσμου. Ο απόστολος Παύλος, για να περιορίσει την άκαιρη αυτή πολυπραγμοσύνη μας, γράφει σε μιαν επιστολή του: «Σχετικά με το χρόνο του ερχομού του Κυρίου, αδελφοί, δεν χρειάζεται να σας γράψω, γιατί κι εσείς το ξέρετε πολύ καλά, ότι η ημέρα του Κυρίου θα έρθει απροειδοποίητα, όπως ο κλέφτης τη νύχτα» (Α' Θεσ. 5:1-2).
Τί θα κερδίσουμε, δηλαδή, αν γνωρίζουμε πότε θα γίνει η Δευτέρα Παρουσία του Χριστού; Πέστε μου. Ας υποθέσουμε ότι θα γίνει ύστερ' από είκοσι χρόνια ή τριάντα ή εκατό. Ποια σημασία μπορεί να έχει αυτό για μας; Μήπως για τον καθένα μας η συντέλεια δεν έρχεται με το τέλος της ζωής του; Γιατί, λοιπόν, πο­νοκεφαλιάζεις και βασανίζεσαι για το τέλος του κόσμου;

Δυστυχώς, όμως, όπως συμβαίνει και σε πολλές άλλες περιπτώσεις, στις οποίες αδιαφορούμε για τα ζητήματα που μας αφορούν άμεσα και καταπιανόμα­στε με τα ζητήματα των άλλων, παραμελούμε τις δικές μας υποθέσεις και φροντίζουμε για τις ξένες, έτσι και σε τούτη την περίπτωση· αντί ο καθένας μας να ενδιαφέρεται για το δικό του τέλος, θέλουμε να μάθουμε με λεπτομέρειες πώς και πότε θα έρθει το κοινό τέλος όλων μας.

Αν θέλετε να πληροφορηθείτε, γιατί είναι άγνωστο στον καθένα μας το τέλος της ζωής του και γιατί ο θάνατος έρχεται ξαφνικά, όπως ο κλέφτης τη νύχτα, θα σας το πω, καθώς μάλιστα νομίζω ότι σωστά γίνεται έτσι. Αν, λοιπόν, ο καθένας μας ήξερε τη χρονική στιγμή του θανάτου του, κανείς μας δεν θα φρόντιζε να κάνει ενάρετα έργα, όσο θα ζούσε, αλλά, γνωρίζοντας ποια θα ήταν η τελευταία μέρα της ζωής του, αφού πρώτα θα έκανε αμέτρητα κακά, θα μετανοούσε λίγο πριν κλείσει για πάντα τα μάτια του και θα έφευγε για την άλλη ζωή απαλλαγμένος από τις αμαρτίες του.

Αν δηλαδή τώρα, που ο φόβος από την άγνοια του χρόνου του θανάτου συγκλονίζει τις ψυχές μας, αφού περάσουμε όλη μας τη ζωή μέσα στην αμαρτία, μόλις στις τελευταίες μας στιγμές αποφασίζουμε οι περισσότεροι να μετανοήσουμε, εφόσον βέβαια προλάβουμε, ποιος από μας θα φρόντιζε για την αρετή, αν ξέραμε σίγουρα το πότε θα πεθάνουμε; Τίποτα δεν θα διστάζαμε να πράξουμε ως την ημέρα εκείνη. Από τους εχθρούς μας θα παίρναμε εκδίκηση, όσους θέλαμε θα σκοτώναμε, τα άγρια πάθη της ψυχής μας θα ικανοποιούσαμε σε βάρος των συνανθρώπων μας, και μετά, πριν πεθάνουμε, θα... μετανοούσαμε!

Πέρα απ’ αυτό, ούτε πράξεις αληθινής αυτοθυσίας θα υπήρχαν ούτε οι γενναιόψυχοι άνθρωποι θα είχαν καμιάν ανταμοιβή, γιατί, όταν θ' αντιμετώπιζαν τολμηρά και ατρόμητα τους διάφορους κινδύνους, θα αντλούσαν το θάρρος τους από τη βεβαιότητα ότι δεν ήρθε η ώρα να πεθάνουν. Και ο πιο δειλός ακόμα θα ριχνόταν αδίσταχτα στη φωτιά, έχοντας τη γνώση ότι δεν κινδυνεύει να πάθει κανένα κακό. Γιατί αυτός που γνωρίζει ότι μπορεί να χάσει τη ζωή του σε κάποιον κίνδυνο και εντούτοις δεν διστάζει να εκτεθεί στον κίνδυνο αυτό, αποδεικνύει με ασφάλεια τη γενναιότητα και την αυτοθυσία του.

Όποιος έχει πραγματικά φιλοσοφημένη σκέψη και κατευθύνεται από την ελπίδα των μελλοντικών αγαθών, ούτε και το θάνατο θα θεωρήσει σαν θάνατο. Ο δίκαιος, δηλαδή, που βαδίζει στο δρόμο του Θεού και καθημερινά περιμένει να μπει στη βασιλεία Του, δεν ταράζεται, δεν αναστατώνεται, δεν στενοχωριέται, όταν έρχεται αντιμέτωπος με το θάνατο, όταν λ.χ. αντικρίσει νεκρό κάποιον συγγενή ή φίλο του. Γιατί γνωρίζει ότι ο θάνατος, γι' αυτούς που έζησαν ενάρετα στη γη, δεν είναι παρά μετάθεση σε μια καλύτερη ζωή, ταξίδι για έναν καλύτερο τόπο, δρόμος που οδηγεί στα στεφάνια.

Γι' αυτό μπροστά στις πόλεις και στα χωριά υπάρχουν τα κοιμητήρια και οι τάφοι, για να μας θυμίζουν συνέχεια την ανθρώπινη θνητότητα. Έτσι, καθώς μπαίνουμε σε μια μεγάλη και πλούσια πόλη ή σ' ένα ωραίο και γραφικό χωριό, πριν δούμε τις ομορφιές και τα αξιοθέατά τους, βλέπουμε το τέλος και την κατάληξη κάθε ομορφιάς, κάθε πλούτου, κάθε δόξας.

Όταν, πάλι, ένας άνδρας και μια γυναίκα πα­ντρεύονται, υπογράφουν συχνά ένα συμβόλαιο, με το οποίο ρυθμίζουν από πριν την τύχη της περιουσίας τους σε περίπτωση θανάτου του ενός ή του άλλου: «Αν ο σύζυγος πεθάνει πριν από τη σύζυγο, θα γίνει τούτο. Αν η σύζυγος πεθάνει πριν από το σύζυγο, θα γίνει τούτο και τούτο». Καλά-καλά δεν γνωρίστηκαν ακόμα, καλά-καλά τη ζωή τους δεν άρχισαν, και το θάνατο σκέφτονται. Πολλές φορές, μάλιστα, το συμβόλαιο αναφέρει τι θα γίνει, αν πεθάνει το παιδί, που θα γεννήσουν: «Αν το παιδί, που θα γεννηθεί, πεθάνει, θα γίνει αυτό κι αυτό». Ακόμα δεν φάνηκε ο απόγονος, και εκδόθηκε η απόφαση του θανάτου του!

Τί θέλω να πω με όλα αυτά; Ότι, πηγαίνοντας στο συμβολαιογραφείο για τη σύνταξη ενός συμβολαίου, ο καθένας γνωρίζει πως ο θάνατος θα επισκεφθεί κάποια στιγμή τον ίδιο ή έναν δικό του άνθρωπο. Το θεωρεί απόλυτα φυσιολογικό και αναπόφευκτο. Όταν, όμως, έρθει ο θάνατος, ξεχνάει όσα έγραψε και άλλα λέει. «Έπρεπε να πάθω εγώ τέτοιο πράγμα;», φωνάζει με θρήνους και αναστεναγμούς ο άντρας που χή­ρεψε. «Περίμενα να με βρει τέτοια συμφορά και να χάσω τη γυναίκα μου;». Τί λες, άνθρωπέ μου; Όταν ήσουνα, ή μάλλον νόμιζες πως ήσουνα, μακριά από το θάνατο, ήξερες καλά τους φυσικούς νόμους· τώρα που έπαθες τη συμφορά, τους ξέχασες; Ίσως να πήρε ο Θεός τη γυναίκα σου, επειδή θέλει να σε οδηγήσει στην εγκράτεια, επειδή σε θεωρεί ικανό για μεγαλύ­τερους αγώνες, για ανώτερη πνευματική ζωή, και γι' αυτό σε ελευθέρωσε από τον συζυγικό δεσμό.

Κι εσύ πάλι, η γυναίκα, που έχασες τον άντρα σου, γιατί κλαις; Μήπως επειδή έχασες τον προστάτη σου κι έμεινες έρημη στον κόσμο; Ποτέ μην πεις κάτι τέτοιο. Γιατί δεν έχασες το Θεό, που είναι ο πραγματικός προστάτης όλων μας. Αφού έχεις βοηθό το Θεό, δεν έχεις ανάγκη από κανέναν άλλο. Μήπως, και όταν ζούσε ο άντρας σου, ο Θεός δεν ήταν που σας τα έδινε όλα; Αυτό να σκέφτεσαι και να λες, όπως ο Δαβίδ: «Ο Κύριος είναι το φως μου και ο σωτήρας μου, ποι­όν θα φοβηθώ; Ο Κύριος είναι ο υπερασπιστής της ζωής μου, τί θα με κάνει να δειλιάσω;» (Ψαλμ. 26:1). Τώρα πια Αυτός, «ο πατέρας των ορφανών και συ­μπαραστάτης των χηρών» (Ψαλμ. 67:6), θα φροντίζει για σένα περισσότερο απ’ όσο φρόντιζε πριν.

Βλέπεις, λοιπόν, ένα συγγενή σου να φεύγει απ’ αυτόν τον κόσμο; Μην τρομάζεις, μη θρηνείς, μη συντρίβεσαι. Συγκεντρώσου στον εαυτό σου, εξέτασε τη συνείδησή σου και σκέψου ότι σε λίγο καιρό σε περιμένει κι εσένα το ίδιο τέλος.

«Μα ο νεκρός», θα μου πεις, «σαπίζει, γίνεται σκόνη». Ακριβώς γι' αυτό πρέπει να χαίρεσαι περισσότερο. Όταν θέλει κανείς να ξαναχτίσει ένα σπίτι, που πάλιωσε και έγινε ετοιμόρροπο, αφού πρώτα βγάλει τους ενοίκους, το κατεδαφίζει και το φτιάχνει πιο καλό. Και όταν γίνεται αυτό, οι ένοικοι δεν λυπούνται, επειδή βγήκαν από το παλιό σπίτι, αλλά μάλλον ευχα­ριστημένοι είναι. Δεν τους νοιάζει, βλέπεις, για την κατεδάφιση, που βλέπουν με τα μάτια τους, γιατί συλ­λογίζονται τη νέα και ωραία οικοδομή, που θα ανεγερθεί, κι ας μην τη βλέπουν ακόμα. Το ίδιο κάνει και ο Θεός. Όταν πρόκειται να διαλύσει το σώμα μας, βγάζει πρώτα την ψυχή, που κατοικεί μέσα σ' αυτό, όπως θα την έβγαζε από ένα παλιό και ετοιμόρροπο σπίτι, για να την εγκαταστήσει πάλι με μεγαλύτερη δόξα στο νέο σπίτι, που θα οικοδομήσει. Και ο Αδάμ, όταν δημιουργήθηκε, δεν είδε ότι πλάστηκε από χώμα. Ο Θεός, δηλαδή, δεν έπλασε την ψυχή πρώτη, για να μη δει τη δημιουργία του σώματος. Γι' αυτό η ψυχή δεν γνώριζε την ευτέλεια του σώματος. Όταν, όμως, γίνει η κοινή ανάσταση, τότε η ψυχή θα βρεθεί σ' ένα νέο άφθαρτο σώμα, όχι πια στο παλιό χωμάτινο ένδυμά της.

Ο νεκρός, κι αν δεν βλέπει τον εαυτό του, βλέπει όμως εκείνους που πέθαναν πιο μπροστά να γίνονται σκόνη, και διδάσκεται πολλά. Για κοίτα πόσο μαζεμένοι και συγκρατημένοι είναι μπροστά στους νεκρούς ακόμα και οι πιο περήφανοι, ακόμα και οι πιο απόκοτοι άνθρωποι! Ακούγεται η λέξη «θάνατος», και η καρδιά όλων σπαρταράει από το φόβο. Και φιλοσοφούμε γύρω από τους τάφους και σκεφτόμαστε που καταλήγουμε και φλυαρούμε για τη ματαιότητα των εγκοσμίων, αλλά, μόλις απομακρυνθούμε, ξεχνάμε την ευτέλειά μας.

Να, για παράδειγμα, όταν βρεθεί κανείς στην κηδεία ενός φίλου του, γυρίζει στο διπλανό του και του λέει λόγια σαν και τούτα: «Αλήθεια, πόσο ταλαίπωροι είμαστε! Πόσο ασήμαντη είναι η ζωή μας! Τί γινόμαστε, άραγε, μετά το θάνατο; Αυτό πρέπει να σκεφτόμαστε και να μην κακολογούμε, να μην αδικούμε, να μη μνησικακούμε...». Φαίνεται να μιλάει με τόση ειλικρίνεια, ώστε, καθώς τον ακούς, δεν αμφιβάλλεις ότι την ίδια κιόλας στιγμή θ' απαρνηθεί ολότελα την κακία του και θ' αρχίσει να ζει ενάρετα. Μα, αλίμονο, μετά την κηδεία θα ξεχάσει και το φόβο του και τα λόγια του, και θα συνεχίσει να ζει στην αμαρτία, όπως πρώτα.

Ας ξαναγυρίσουμε, όμως, στο θέμα μας. Πες μου, για ποιο λόγο κλαις με τόσο πόνο αυτόν που πέθανε; Γιατί ήταν κακός; Ε, λοιπόν, όχι μόνο δεν πρέπει να κλαις, αλλά και να ευχαριστείς το Θεό, που σταμάτησε πια η κακία του. Μήπως, απεναντίας, ήταν καλός; Και στην περίπτωση αυτή πρέπει να χαίρεσαι, γιατί πέθανε «πριν η κακία αλλάξει τη σύνεσή του ή η δολιότητα της αμαρτίας εξαπατήσει την ψυχή του» (Σοφ. Σολ. 4:11). Ήταν μήπως νέος; Και γι' αυτό ακόμα ευχαρίστησε το Θεό και δόξασέ Τον, γιατί τον πήρε κοντά Του. Όπως εκείνους που πηγαίνουν για ν' αναλάβουν κάποιο αξίωμα, τους κατευοδώνουμε με χαρά και ικανοποίηση, έτσι πρέπει ν' αποχαιρετάμε κι αυτούς που φεύγουν από τούτη τη ζωή, γιατί πηγαίνουν κοντά στο Θεό, όπου θ' απολαμβάνουν μεγάλη τιμή και ευτυχία.

Δεν λέω, βέβαια, ότι δεν πρέπει να λυπόμαστε για το χωρισμό από τ' αγαπημένα μας πρόσωπα, που πεθαίνουν, αλλά να μη λυπόμαστε περισσότερο απ’ όσο πρέπει. Γιατί θα παρηγορηθούμε αρκετά, αν σκεφτούμε ότι ο άνθρωπος, που χάσαμε, ήταν θνητός, όπως όλοι μας. Με το ν' αγανακτούμε, δεν δείχνουμε τίποτ' άλλο, παρά πως ζητάμε πράγματα ασυμβίβαστα με την ανθρώπινη φύση.

Γεννήθηκες άνθρωπος, επομένως θνητός. Γιατί, λοιπόν, υποφέρεις με κάτι τόσο φυσικό, όπως ο θάνατος; Μήπως λυπάσαι, επειδή, για να ζήσεις, πρέπει να τρως; Μήπως επιδιώκεις να ζήσεις χωρίς τροφή; Τότε γιατί επιδιώκεις να μην πεθάνεις; Όσο φυσικό είναι το να τρως, άλλο τόσο και το να πεθάνεις. Αφού είσαι θνητός, μη ζητάς να γίνεις αθάνατος· γιατί αυτό το πράγμα καθορίστηκε και νο­μοθετήθηκε μια μόνο φορά και για πάντα. Ας μη μοιάζουμε στους ληστές, που θέλουν να κάνουν δικά τους όσα ανήκουν σε άλλους. Έτσι, όταν ο Θεός παίρνει από μας χρήματα ή τιμή ή δόξα, ακόμα και το σώμα ή και την ψυχή, παίρνει αυτά που Του ανήκουν. Και το παιδί σου ακόμη αν πάρει, δεν παίρνει ουσιαστικά το παιδί σου, αλλά το δικό Του πλάσμα.
φώτο: Mozaik. Mindenszentek

Αφού, λοιπόν, εμείς δεν ανήκουμε στον εαυτό μας, πώς θα ανήκουν σ' εμάς όσα ανήκουν σ' Εκείνον; Αν η ψυχή σου δεν είναι δική σου, πώς είναι δικά σου τα χρήματά σου; Και αν δεν είναι δικά σου, πώς ξοδεύεις άσκοπα ή άπρεπα αυτά που ανήκουν σε άλλον; Μη λες, «Τα δικά μου ξοδεύω, από τα δικά μου διασκεδάζω»· γιατί ξοδεύεις και διασκεδάζεις με τα ξένα. Και τα αποκαλώ ξένα, γιατί ο Θεός θεωρεί δικά σου όσα σου έδωσε, για να τα μοιράσεις στους φτωχούς. Τότε μόνο τα ξένα γίνονται δικά σου. Αν τα ξοδέψεις για τον εαυτό σου, τότε τα δικά σου γίνονται ξένα.

Δεν βλέπεις ότι τα σώματά μας τα υπηρετούν τα χέρια; Δεν βλέπεις ότι το στόμα μασάει την τροφή, πριν τη δεχθεί το στομάχι; Μήπως το στομάχι λέει, «Αφού δέχτηκα την τροφή, δικαιωματικά τα κατέχω όλα»; Τα μάτια πάλι, μήπως, επειδή αυτά δέχονται το φως, το κρατάνε μόνο για τον εαυτό τους και δεν το θέτουν στην υπηρεσία όλου του σώματος; Ή μήπως τα πόδια, επειδή μόνο αυτά βαδίζουν, τον εαυτό τους μόνο μετακινούν και όχι το σώμα ολόκληρο; Αλλά και από τους επαγγελματίες, αν θελήσει ο καθένας να μην παραχωρήσει και σε άλλους την ωφέλεια από το επάγγελμά του, όχι μόνο εκείνους, αλλά και τον εαυτό του θα ζημιώσει. Ακόμα και οι φτωχοί, αν ήταν τόσο κακοί όσο εσείς, οι πλούσιοι, που τίποτ' άλλο δεν σκέφτεστε παρά το πως θ' αυξήσετε τα κέρδη σας, και δεν έδιναν από το υστέρημά τους στους πιο φτωχούς και αναγκεμένους, γρήγορα θα σας έριχναν κι εσάς στη φτώχεια.

«Μα έχασα το μονάκριβο παιδί μου», θα πει ίσως κάποιος, «που πάνω του στήριζα τόσες ελπίδες». Και τί μ' αυτό; Ευχαρίστησε το Θεό, που πήρε το παιδί σου, και τότε δεν θα είσαι κατώτερος από τον Αβρα­άμ, που οδήγησε το γιο του Ισαάκ στο βουνό για να τον θυσιάσει, ύστερ' από θεία εντολή. Όπως εκείνος αγόγγυστα πρόσφερε το μονάκριβο παιδί του στο Θεό, έτσι πρόσφερέ το κι εσύ, και δεν θα πάρεις μικρότερη αμοιβή. Μην κλαις, μη βαρυγγωμάς, μην αναστενάζεις. Πες ό,τι είπε και ο μακάριος Ιώβ, όταν έχασε όλα του τα παιδιά: «Ο Κύριος μου τα έδωσε, ο Κύριος μου τα πήρε. Όπως φάνηκε καλό στον Κύ­ριο, έτσι κι έγινε. Ας είναι τ' όνομά Του δοξασμένο παντοτινά» (Ιώβ 1:21). Έτσι αποστόμωσε και τη γυναίκα του, λέγοντάς της μάλιστα και τούτα τα λόγια, που προκαλούν το θαυμασμό μας: «Αν δεχτήκαμε από τα χέρια του Κυρίου τα αγαθά, δεν θα υπομείνουμε και τις συμφορές;» (Ιώβ 2:10). Έτσι να σκέφτεσαι κι εσύ, καθώς μάλιστα το παιδί σου δεν έπεσε στα χέρια εχθρού ή κακούργου, αλλά πήγε κοντά στο Θεό, που φροντίζει γι' αυτό περισσότερο από σένα και που γνωρίζει το συμφέρον του καλύτερα από σέ­να. Κοίτα πόσα παιδιά, που βρίσκονται στη ζωή, έκαναν μαρτυρική τη ζωή των γονιών τους.

«Τα καλά παιδιά δεν τα βλέπεις;», θα με ρωτήσεις. Και σου απαντώ: Τα βλέπω κι αυτά, η κατάσταση όμως του δικού σου παιδιού είναι πιο σίγουρη από τη δική τους. Μπορεί τώρα να είναι καλά, το τέλος τους όμως είναι άγνωστο. Εσύ δεν φοβάσαι πια για το παιδί σου, μήπως πάθει τίποτα ή μήπως πάρει στραβό δρόμο. Γι' αυτό, σου το ξαναλέω, μη θρηνείς. Να δοξολογείς μόνο τον Κύριο, όπως έκανε ο Ιώβ.

«Και πώς να μη θρηνώ», θα πεις, «που δεν είμαι πια πατέρας;». Τί λόγια είναι τούτα; Μήπως έχασες το παιδί σου; Μάλλον τώρα το έκανες δικό σου και το έχεις πιο σίγουρα. Δεν έπαψες να είσαι πατέρας. Είσαι μάλιστα κάτι παραπάνω -όχι πια πατέρας ενός θνητού πλάσματος, μα ενός αθάνατου όντος! Μη νομίζεις ότι έχασες πραγματικά το παιδί σου, επειδή δεν είναι κοντά σου. Όπως θα συνέχιζε να είναι παιδί σου, αν είχε μεταναστεύσει σε μακρινή χώρα, έτσι και τώρα, που έφυγε για τον ουρανό. Βλέποντας, λοιπόν, τα μάτια του κλειστά, το στόμα του άφωνο και το σώμα του ακίνητο, μη σκέφτεσαι: «Αυτό το στόμα δεν μιλάει πια, αυτά τα μάτια δεν βλέπουν πια, αυτά τα πόδια δεν βαδίζουν πια». Αλλά να σκέφτεσαι: «Αυτό το στόμα θα πει καλύτερα λόγια, αυτά τα μάτια θα δουν ωραιότερα πράγματα, αυτά τα πόδια θα περπατήσουν στον ουρανό, αυτό το σώμα θ’ αναστηθεί άφθαρτο και θα πάρω πίσω το παιδί μου λαμπρότερο».

«Αλλά δεν γνωρίζω που πήγε», ίσως θα μου πεις. Πώς δεν το γνωρίζεις; Είτε θεάρεστα έζησε είτε όχι, εί­ναι γνωστό που θα πάει. «Γι' αυτό ακριβώς κλαίω», θα εξηγήσεις, «γιατί έφυγε φορτωμένο με αμαρτίες». Μα κι αν δεν είχε αμαρτίες, μήπως δεν θα έκλαιγες και δεν θα βαρυγγωμούσες; Τώρα παραπονιέσαι στο Θεό και Του λες: «Γιατί μου πήρες το παιδί μου γεμάτο αμαρτίες;». Τότε θα Του έλεγες: «Γιατί μου πήρες ένα τόσο καλό παιδί;». Και στις δυο περιπτώσεις, όμως, πρέπει να χαίρεσαι. Αν το παιδί ήταν αμαρτωλό, γιατί έπαψε πια ν' αμαρτάνει και δεν πρόσθεσε μεγαλύτερο βάρος κακίας στην ψυχή του. Ενώ μάλιστα δεν μπορούσες να το βοηθήσεις όσο ζούσε, γιατί δεν άκουγε τις συμβουλές σου, τώρα μπορείς να το βοηθήσεις· όχι με δάκρυα και θρήνους, αλλά με προσευχές και ελεημοσύνες και προσφορές.

Αυτά καθορίστηκαν από τους αγίους αποστόλους όχι τυχαία, αλλά με το φωτισμό του Αγίου Πνεύματος. Ο ιερέας, μπροστά στο ιερό θυσιαστήριο, όταν τελεί τα φρικτά Μυστήρια του Χριστού, μνημονεύει όχι μόνο τους ζωντανούς, αλλά και τους νεκρούς, οπότε οι ψυχές ανακουφίζονται. Και όταν εμείς κάνουμε γι' αυτούς προσφορές στην εκκλησία ή ελεημοσύνες στους φτωχούς, τους προξενούμε κάποια παρηγοριά, όσο αμαρτωλοί κι αν ήταν. Αν πάλι το παιδί σου ήταν καλό και ενάρετο, πολύ περισσότερο δεν πρέπει να λυπάσαι. Γιατί, όπως ο καθαρός κι ολόλαμπρος ήλιος ανεβαίνει στον ουρανό, έτσι και η καθαρή ψυχή, που εγκαταλείπει το σώμα, ανεβαίνει ολόλαμπρη, με τη συνοδεία αγγέλων, στο βασίλειο του Θεού.

Δεν είναι κακό, λοιπόν, το να πεθάνει κανείς. Τότε για ποιο λόγο φοβόμαστε το θάνατο; Γιατί δεν μας έχει κυριέψει ο έρωτας της ουράνιας βασιλείας, γιατί δεν μας έχει φλογίσει ο πόθος των μελλοντικών αγαθών. Αν είχε συμβεί αυτό, όλα τα αγαθά της γης θα τα περιφρονούσαμε. Όποιος φοβάται πάντα την κόλαση, δεν θα φοβηθεί ποτέ το θάνατο. Να μην έχετε, λοιπόν, τη σκέψη μικρού παιδιού, αλλά την ακακία μικρού παιδιού. Τα μικρά παιδιά φοβούνται τις αγριωπές αλλ' ακίνδυνες μάσκες, δεν φοβούνται όμως την επικίνδυνη φωτιά. Έτσι, αν τα κρατάει κανείς κοντά σ' ένα αναμμένο λυχνάρι, χωρίς να το σκεφτούν, ακουμπάνε το χέρι τους στη φλόγα και καίγονται.

Θέλετε να σας πω και άλλη αιτία, για την οποία φοβόμαστε το θάνατο; Γιατί δεν ζούμε ενάρετη ζωή και δεν έχουμε καθαρή συνείδηση. Αλλιώς ο θάνατος δεν θα μας τρόμαζε. Απόδειξέ μου ότι θα κληρονομήσω τη βασιλεία των ουρανών και σφάξε με τώρα κιόλας. Θα σου χρωστάω μάλιστα και χάρη για τη σφαγή μου, αφού θα με στείλεις γρήγορα σ' εκείνα τα αγαθά. «Αλλά φοβάμαι να πεθάνω άδικα», ίσως θα μου πεις. Ώστε ήθελες να πεθάνεις δίκαια; Και ποιος είναι τόσο ταλαίπωρος, που, ενώ μπορεί να πεθάνει άδικα, προτιμάει να πεθάνει δίκαια;

Αν πρέπει να φοβόμαστε θάνατο, πρέπει να φοβόμαστε εκείνον που μας βρίσκει δίκαια. Όποιος πεθαίνει άδικα, μοιάζει στους αγίους. Γιατί οι περισσότεροι απ’ αυτούς που ευαρέστησαν το Θεό, θανατώθηκαν άδικα. Και πρώτος ο Άβελ. Δεν δολοφονήθηκε γιατί έφταιξε στον Κάιν, αλλά γιατί τίμησε το Θεό. Και ο Θεός παραχώρησε να γίνει αυτός ο φόνος γιατί αγαπούσε τον Άβελ ή γιατί τον μισούσε; Ολοφάνερα γιατί τον αγαπούσε και ήθελε να του προσφέρει πιο λαμπρό στεφάνι, λόγω της άδικης σφαγής του.

Βλέπεις που δεν πρέπει να φοβάσαι μήπως πεθάνεις άδικα, αλλά μήπως πεθάνεις φορτωμένος με αμαρτίες; Ο Άβελ πέθανε άδικα, μα ο Κάιν πέρασε την υπόλοιπη ζωή του έχοντας την κατάρα του Θεού, στενάζοντας και τρέμοντας ακατάπαυστα. Ποιός από τους δύο ήταν πιο μακάριος; Εκείνος που έπαψε να ζει μέσα στη αρετή ή αυτός που έζησε μέσα στην αμαρτία; Εκείνος που άδικα πέθανε ή αυτός που δίκαια τιμωρήθηκε;

Ας μην κλαίμε, λοιπόν, αδιάκριτα όλους όσοι πεθαίνουν, αλλά εκείνους που πεθαίνουν έχοντας πολλές αμαρτίες. Σ' αυτούς πρέπουν τα δάκρυα και οι θρήνοι. Γιατί ποιά ελπίδα έχουν, αφού δεν είναι πια δυνατό να καθαριστούν από τις αμαρτίες τους; Όσο βρίσκονταν στην παρούσα ζωή, υπήρχε ελπίδα να μετανοή­σουν. Εκεί που πήγαν, όμως, δεν κερδίζει κανείς τίποτα με τη μετάνοια.

Ας τους κλαίμε, ναι, όχι όμως με τρόπο υστερικό και άπρεπο, όχι τραβώντας τα μαλλιά μας, ξεσκίζοντας το πρόσωπό μας, ουρλιάζοντας και τσιρίζοντας, αλλά με σεμνότητα, αφήνοντας τα δάκρυα να κυλούν ήρεμα από τα μάτια μας. Αυτό ωφελεί κι εμάς. Γιατί, πενθώντας έτσι τον νεκρό, πολύ περισσότερο θα προσπαθήσουμε να μην πέσουμε και οι ίδιοι σε παρόμοια αμαρτήματα. Με το τράβηγμα των μαλλιών και τις κραυγές ο νους σκοτίζεται, ενώ με το ήρεμο πένθος διατηρεί τη διαύγειά του και μπορεί να φιλοσοφήσει ωφέλιμα γύρω από το θάνατο.

Μ' αυτόν τον τρόπο να φιλοσοφείς όχι μόνο όταν πεθαίνει κάποιος γνωστός σου, μα κι όταν βλέπεις έναν άγνωστο νεκρό να οδηγείται με πομπή μέσ' από τους δρόμους στην τελευταία του κατοικία και να συνοδεύεται από τα ορφανά παιδιά του, τη χήρα γυναίκα του, τους συγγενείς και τους φίλους του, όλους κλαμένους και συντριμμένους. Να συλλογίζεσαι τότε πως η ζωή και τα πράγματα του κόσμου τούτου δεν έχουν καμιάν αξία και καμιά διαφορά από τις σκιές και τα όνειρα.

Κοίτα, πόσα κάστρα και παλάτια βασιλιάδων, ηγεμόνων και αρχόντων είναι σωριασμένα σε ερείπια! Σκέψου, πόση δύναμη και πόσο πλούτο είχαν κάποτε! Τώρα έχουν ξεχαστεί και τα ονόματά τους. Λέει η Γραφή: «Πολλοί άρχοντες έχασαν την εξουσία τους και κάθισαν στο χώμα· κι ένας άσημος, που κανείς δεν φανταζόταν ότι θα γίνει βασιλιάς, φόρεσε στέμμα» (Σοφ. Σειρ. 11:5).

Δεν σου φτάνουν αυτά; Συλλογίσου τότε, ποιά είναι η αξία σου όταν κοιμάσαι; Μήπως δεν μπορεί κι ένα ζωύφιο να σε θανατώσει; Ναι, πολλοί πέθαναν έτσι στον ύπνο τους. Αλήθεια, από μια κλωστή κρέμεται η ζωή μας! Κόβεται η κλωστή και τελειώνουν όλα.

Έτσι να φιλοσοφείς και να μη σαγηνεύεσαι από την ομορφιά, τα πλούτη, τη δόξα, τις απολαύσεις. Ένα μόνο να σε απασχολεί: Που τελειώνουν όλα αυτά. Θαυμάζεις όσα βλέπεις εδώ στη γη; Πιο αξιοθαύμαστα, όμως, είναι εκείνα που αναφέρονται στις άγιες Γραφές.

Δείξε μου έναν αγέρωχο άρχοντα ή έναν λαμπροντυμένο πλούσιο, όταν ψήνεται από τον πυρετό, όταν ψυχομαχεί, και τότε θα σε ρωτήσω: «Πού είναι εκείνος, που περνούσε από την αγορά καμαρωτός και περήφανος με ακολούθους και σωματοφύλακες; Πού είναι εκείνος, που φορούσε πανάκριβα ρούχα; Πού είναι η χλιδή της ζωής του, η πολυτέλεια των συμποσίων του, οι υπηρέτες, οι παρατρεχάμενοι, τα γέλια, οι ανέσεις, οι σπατάλες;» Όλα έφυγαν και πέταξαν. Τί απέγινε το σώμα, που απολάμβανε τόση ηδονή; Πλησίασε στον τάφο και κοίτα τη σκόνη, τη σαπίλα, τα σκουλήκια. Κοίτα και στέναξε πικρά. Και μακάρι το κακό να περιοριζόταν σε τούτη τη σκόνη, που βλέπεις. Από τον τάφο και τα σκουλήκια φέρε τη σκέψη σου στο ακοίμητο σκουλήκι της άλλης ζωής, στο τρίξιμο των δοντιών, στο αιώνιο σκοτάδι, στην άσβεστη φωτιά, στις πικρές και αφόρητες εκείνες τιμωρίες, που δεν θα έχουν τέλος. Εδώ, στη γη, και τα καλά και τα κακά κάποτε, αργά ή γρήγορα, τελειώνουν εκεί, όμως, και τα δύο διαρκούν αιώνια. Και διαφέρουν ως προς την ποιότητα από τα καλά και τα κακά του κόσμου τούτου τόσο, που δεν είναι δυνατό να εκφράσει κανείς με λόγια.

Τί έγιναν, λοιπόν, όλα εκείνα τα μεγαλεία; Τί έγιναν τα χρήματα και τα κτήματα; Ποιος άνεμος φύσηξε και τα πήρε και τα σκόρπισε; Τί θέλει, πάλι, κι αυτή η ανώφελη δαπάνη για την κηδεία, που και τον νεκρό δεν ωφελεί και τους οικείους του ζημιώνει; Ο Χριστός αναστήθηκε γυμνός από τον τάφο. Ας μη γίνεται, λοιπόν, η κηδεία αφορμή ικανοποιήσεως της μανίας μας για επίδειξη. Ο Κύριος είπε: «Πείνασα και μου δώσατε να φάω· δίψασα και μου δώσατε να πιω· ήμουνα γυμνός και με ντύσατε» (Ματθ. 25:35-36).

Όμως δεν είπε: «Ήμουνα νεκρός και με θάψατε». Γιατί, αν μας παραγγέλλει να μην έχουμε τίποτα περισσότερο από ένα σκέπασμα, όταν ζούμε, πολύ περισσότερο όταν πεθάνουμε. Ποιαν απολογία θα δώσουμε στο Θεό, λοιπόν, όταν ξοδεύουμε τεράστια ποσά για να κηδέψουμε ένα νεκρό σώμα, τη στιγμή που ο Χριστός, με τη μορφή των φτωχών συνανθρώπων μας, τριγυρνάει πεινασμένος και γυμνός, κι εμείς αδιαφορούμε γι' αυτό;

Όλα όσα σας λέω, βέβαια, είναι ανώφελα για κείνους που έχουν ήδη πεθάνει. Ας τ' ακούσουν, όμως, οι ζωντανοί και ας συνέλθουν, ας λογικευτούν, ας διορθωθούν. Όπου νά 'ναι θα έρθει και η δική τους ώρα. Δεν θ' αργήσουν να βρεθούν κι αυτοί, δεν θ' αργήσουμε να βρεθούμε όλοι μας, μπροστά στο φοβερό Κριτήριο, όπου θα δώσουμε λόγο για τις πράξεις μας.

Ας αγωνιστούμε, λοιπόν, να γίνουμε καλύτεροι, εγκαταλείποντας την αμαρτία και ακολουθώντας την αρετή, για να μη χάσουμε τη βασιλεία των ουρανών, για ν' αποκτήσουμε τα άφθαρτα αγαθά, που έχει ετοιμάσει για μας ο φιλάνθρωπος Κύριος.

(alopsis.gr: Βιβλίο «Θέματα ζωής». Κείμενα του Αγίου Ιωάννου του Χρυσόστομου. Η επεξεργασία και μετάφραση των κειμένων καθώς και η έκδοση των βιβλίων έχουν γίνει από τους πατέρες της Ιεράς Μονής Παρακλήτου Ωρωπού, Τόμος Α’, σελ. 106-121)

Επιμέλεια Σοφία Ντρέκου / Αέναη επΑνάσταση

Για να μη λυπάσθε Του αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου


«Δεν θέλω, αδελφοί μου, να αγνοείτε όσα έχουν σχέση με εκείνους που έχουν κοιμηθεί, για να μη λυπάσθε, όπως όλοι οι άλλοι που δεν έχουν ελπίδα. Γιατί, αν πιστεύουμε ότι ο Ιησούς πέθανε και αναστήθηκε, έτσι και ο Θεός, εκείνους που έχουν κοιμηθεί, όντας ενωμένοι μαζί του με την πίστη στον Ιησού, θα τους πάρει κοντά Του» (Α’ Θεσ. 4, 13).
1. Ας δούμε λοιπόν, πρώτα απ’ όλα αυτό: Γιατί δηλαδή, όταν μιλάει ο Απόστολος για τον Χριστό, χρησιμοποιεί τη λέξη «θάνατο», ενώ όταν μιλάει για το τέλος του ανθρώπου, ονομάζει το θάνατο «κοίμηση», και όχι θάνατο. Μιλάει για όσους έχουν «κοιμηθεί» και όχι για όσους έχουν «πεθάνει». Γιατί λέει: «Αυτούς που έχουν κοιμηθεί με πίστη στον Ιησού, θα τους πάρει Εκείνος κοντά Του».
Και στη συνέχεια λέει: «Εμείς οι ζωντανοί, που θα μείνουμε πίσω και θα είμαστε στη ζωή, όταν έρθει ο Κύριος, δεν θα προφθάσουμε όσους θα έχουν κοιμηθεί» (Α’ Θεσ. 4, 16)
Ούτε εδώ βέβαια είπε «αυτούς που θα έχουν πεθάνει», αλλά, μολονότι μιλάει τρίτη φορά για το ίδιο θέμα, πάλι ονόμασε το θάνατο «κοίμηση». Όταν όμως μιλάει για τον Χριστό, λέει: «Αν πιστεύουμε ότι ο Χριστός πέθανε». Δεν λέει «κοιμήθηκε», αλλά «πέθανε».
Γιατί λοιπόν, για το θάνατο του Χριστού, χρησιμοποίησε τη λέξη «θάνατο», ενώ το θάνατο του ανθρώπου τον ονόμασε «κοίμηση»; Δεν χρησιμοποίησε, ασφαλώς, ο Απόστολος άσκοπα και επιπόλαια αυτές τις λέξεις, αλλά θέλησε, με αυτή τη διάκριση, να διδάξει κάτι πολύ σπουδαίο και μεγάλο.
Για την περίπτωση του Χριστού, χρησιμοποίησε τη λέξη «θάνατο», για να βεβαιώσει το πάθος Του. Για μας τους ανθρώπους όμως χρησιμοποίησε τη λέξη «κοίμηση», για να παρηγορήσει τον πόνο μας.
Ο Χριστός αναστήθηκε. Γι’ αυτό και ο Απόστολος χρησιμοποιεί με άνεση τη λέξη «θάνατος». Για την περίπτωση όμως του ανθρώπου, ο οποίος στηρίζεται στην ελπίδα της ανάστασής του, χρησιμοποιεί ο Απόστολος τη λέξη «κοίμηση». Προσπαθεί έτσι, να παρηγορήσει τους συγγενείς για την στέρηση του ανθρώπου που έφυγε και, ταυτόχρονα, να ενισχύσει το ηθικό τους, με την ελπίδα της ανάστασης του νεκρού. Γιατί, όποιος έχει κοιμηθεί, σίγουρα θα αναστηθεί. Εφόσον ο θάνατος δεν είναι τίποτε άλλο, παρά ύπνος βαθύς και παρατεταμένος.
Μπορείς βέβαια να πεις ότι αυτός που πέθανε δεν αισθάνεται, ούτε ακούει, ούτε βλέπει τίποτα. Κι εγώ σου απαντώ: Και σ’ αυτόν που κοιμάται συμβαίνει το ίδιο. Θα μπορούσαμε μάλιστα να σημειώσουμε εδώ κάτι πολύ αξιοθαύμαστο. Η ψυχή δηλαδή εκείνου που κοιμάται συμμετέχει, κατά κάποιο τρόπο, στον ύπνο του σώματος. Η ψυχή όμως εκείνου που έχει πλέον πεθάνει, παραμένει στη ζωή και σε συνεχή εγρήγορση.
Θα μπορούσε ίσως κάποιος να πει: Ναι, καλά όλα αυτά, αλλά εκείνος που πεθαίνει, σε λίγο σαπίζει, διαλύεται και γίνεται σκόνη και στάχτη. Τι σημασία έχει όμως αυτό, αγαπητέ μου; Αυτό είναι ακριβώς, εκείνο για το οποίο πρέπει να χαίρεσαι. Γιατί αυτό κάνει και ο άνθρωπος, όταν θέλει να ξαναφτιάξει ένα σπίτι που έχει παλιώσει. Βγάζει δηλαδή πρώτα έξω τους ενοίκους του και μετά, αφού γκρεμίσει το παλιό σπίτι, κτίζει άλλο, καινούργιο και ομορφότερο. Φυσικά, καθόλου δεν λυπούνται οι ένοικοι που βγήκαν για λίγο από το παλιό σπίτι, αλλά, αντίθετα, χαίρονται πάρα πολύ. Γιατί δεν τους απασχολεί η κατεδάφιση, αλλά χαίρονται προκαταβολικά για τη νέα οικοδομή που θα ξαναχτιστεί.
Το ίδιο ακριβώς κάνει και ο Θεός. Επειδή θέλει να μας ανακαινίσει, διαλύει το σώμα μας, αφού πρώτα βγάλει έξω από αυτό την ψυχή μας. Θα ανακαινίσει το σώμα και μετά θα εγκαταστήσει πάλι μέσα την ψυχή, και μάλιστα, με περισσότερη λαμπρότητα και δόξα.
2. Το ίδιο θά ‘κανε και αν είχε κανείς ένα μεταλλικό αντικείμενο, σκουριασμένο από το χρόνο. Θα το έσπαζε σε μικρά κομμάτια, θα το έλιωνε στο καμίνι και θα το ξανάχυνε, φτιάχνοντας έτσι ένα καινούργιο αντικείμενο, πιο λαμπρό και πιο όμορφο από το παλιωμένο. Όπως λοιπόν, η διάλυση του μετάλλου στο καμίνι, δεν υπονοεί και τον αφανισμό του, αλλά, αντίθετα, την ανάπλασή του, έτσι και ο θάνατος του ανθρώπινου σώματος, δεν είναι καταστροφή κι αφανισμός, αλλά ανακαίνιση. Οταν λοιπόν δεις να διαλύεται το σώμα και να σαπίζει, όπως λιώνει το μέταλλο στο καμίνι, μη σταματήσεις σ’ αυτό που βλέπεις, αλλά να προσδοκάς την ανακαίνιση. Ούτε πάλι, να σταθείς στην αναλογία του παραδείγματος με την ανοικοδόμηση, αλλά γύρισε πάλι τη σκέψη σου στο παράδειγμα του μεταλλουργού.
Ο μεταλλουργός, όταν χύνει το παλιό μέταλλο, δεν ξαναφτιάχνει, για παράδειγμα, χρυσό και αθάνατο ανδριάντα, αλλά μεταλλικό και άψυχο. Ο Θεός όμως δεν κάνει έτσι· αλλά, ενώ βάζει στη γη πήλινο και θνητό σώμα, ανασταίνει χρυσό και αθάνατο ανδριάντα. Δέχεται η γη φθαρτό και θνητό σώμα και σου επιστρέφει άφθαρτο και αθάνατο.
Μη στέκεσαι λοιπόν σ’ εκείνον που έχει πια κλείσει τα μάτια του και κοίτεται βουβός και άφωνος, αλλά σκέψου εκείνον που θα αναστηθεί. Σκέψου εκείνον που θα απολαύσει δόξα ανέκφραστη, θαυμαστή και εξαίσια. Στρέψε τα μάτια σου απ’ αυτό που βλέπεις, σ’ εκείνο που θα γίνει. Οδύρεσαι βέβαια και θρηνείς, γιατί έχασες την συντροφιά ενός δικού σου ανθρώπου. Δεν είναι όμως λίγο παράλογο, αγαπητέ μου, να παντρεύεις την κόρη σου σε ξένο τόπο και να μη στενοχωριέσαι που αυτή θα είναι στο εξής μακριά σου -εφόσον αυτή θα περνάει καλά και θα είναι εκεί ευτυχισμένη- κι εδώ που, όχι άνθρωπος, αλλά ο Ιδιος ο Κύριος πήρε κοντά Του τον άνθρωπό σου, να θρηνείς σπαρακτικά και να οδύρεσαι;
Θα μου πεις βέβαια: Πώς μπορώ να μην πονάω; Άνθρωπός μου είναι αυτός που έφυγε. Ούτε εγώ όμως σου λέω κάτι τέτοιο. Δεν σου μιλάω για τη λύπη, αλλά για την υπερβολή. Γιατί, το να λυπάται κανείς, είναι φυσικό. Το να χτυπιέται όμως, πάνω από το μέτρο, είναι δείγμα μανίας, παραφροσύνης και αδυναμίας, πράγμα που συνήθως εκδηλώνει η γυναικεία ψυχή.
Πόνεσε, κλάψε, αλλά μην απογοητεύεσαι, μη θυμώνεις και μην αγανακτείς. Ευχαρίστησε τον Θεό, που παίρνει κοντά Του τον άνθρωπό σου. Έτσι, θα τιμήσεις εκείνον που έφυγε από αυτή τη ζωή και θα τον εφοδιάσεις με λαμπρά, εντάφια δώρα.
Αν όμως απελπιστείς, και εκείνον που έφυγε δυσκολεύεις και Εκείνον που τον πήρε βλασφημείς και τον εαυτό σου βλάπτεις. Αντίθετα, αν ευχαριστείς γι’ αυτό τον Θεό, και τον άνθρωπό σου τίμησες και τον Θεό που τον πήρε δόξασες και τον εαυτό σου έχεις ωφελήσει.
Δάκρυσε στο μέτρο που δάκρυσε κι ο Κύριός σου για τον Λάζαρο. Δάκρυσε και ο Κύριος· κι έτσι, με το παράδειγμά Του, έχει θέσει και σε μας μέτρα, κανόνα και όρια της λύπης. Αυτά τα όρια, δεν πρέπει ποτέ να τα υπερβαίνουμε.
Το ίδιο μας διδάσκει και ο Απόστολος Παύλος: «Για εκείνους», λέει, «που έχουν κοιμηθεί, θέλω να ξέρετε, τι ακριβώς συμβαίνει, για να μη λυπάστε, σαν τους άλλους, που δεν έχουν ελπίδα». Να λυπάσαι, λέει ο Απόστολος, αλλά όχι σαν τους ειδωλολάτρες, που δεν έχουν ιδέα για την ανάσταση των νεκρών και γι’ αυτό δεν ελπίζουν στη μέλλουσα ζωή.
Σας λέω ειλικρινά πως ντρέπομαι και κοκκινίζω, όταν περπατάω έξω στους δρόμους της πόλης και συναντώ γυναίκες να κλαίνε γοερά, να χτυπιούνται, να τραβούν τα μαλλιά τους και να ξεσκίζουν το πρόσωπό τους. Και το πιο χειρότερο, αυτά τα κάνουν μπροστά στα μάτια των άλλων, που είναι άπιστοι κι ειδωλολάτρες. Θα έχουν πάρα πολύ δίκιο αυτοί, αν πουν για μας: Αυτοί είναι οι χριστιανοί, που πιστεύουν στην ανάσταση των νεκρών; Αυτοί είναι ασφαλώς, μόνο που δεν συμφωνούν τα λόγια με τα έργα τους. Με τα λόγια πιστεύουν στην ανάσταση των νεκρών, στην πράξη όμως συμπεριφέρονται σαν εκείνους που δεν έχουν καμιά ελπίδα. Αν πίστευαν πραγματικά πως υπάρχει ανάσταση, δεν θα έκαναν όλα αυτά που τώρα κάνουν. Αν ήταν βέβαιοι ότι ο άνθρωπός τους έφυγε, για να κληρονομήσει την επουράνια δωρεά, δεν θα θρηνούσαν τώρα έτσι απαρηγόρητα.
Αυτά και πολύ περισσότερα μας καταμαρτυρούν οι άπιστοι, όταν ακούν τα μοιρολόγια μας. Ας ντραπούμε λίγο και ας σοβαρευτούμε, για να μη βλάπτουμε και τον εαυτό μας και όσους μας βλέπουν να συμπεριφερόμαστε κατ’ αυτό τον τρόπο.
Εξήγησέ μου λίγο, για ποιο λόγο σπαράζεις και μοιρολογάς εκείνον που έφυγε; Αν ήταν κακός, πρέπει να ευχαριστείς τον Θεό, γιατί έδωσε τέλος στην κακία του. Αν πάλι ήταν καλόγνωμος, πρέπει να χαίρεσαι, γιατί τον πήρε έγκαιρα κοντά Του ο Θεός, πριν αλλάξει και χάσει τη σύνεσή του, εξαιτίας της κακίας. Εφυγε πια και βρίσκεται σε τόπο που είναι ασφαλισμένος· κι έτσι δεν κινδυνεύει να χάσει τη σωφροσύνη του.
Ισως όμως μου πεις ότι κλαις γιατί αυτός που έφυγε ήταν νέος. Δόξασε λοιπόν τον Θεό, που τον πήρε νωρίς στην επουράνια κληρονομιά. Αλλά κι αν ήταν γέρος, πάλι θα έπρεπε να ευχαριστείς και να δοξάζεις τον Θεό, γιατί τον πήρε κοντά Του και τον ξεκούρασε.
Να σεβαστείς, σε παρακαλώ, την ώρα της εξόδιας ακολουθίας. Ψάλλονται τόσα πολλά και ωραία τροπάρια, διαβάζονται τόσες ευχές. Είναι συγκεντρωμένος μεγάλος κύκλος πατέρων της Εκκλησίας και πνευματικών αδελφών χριστιανών. Αυτοί παρευρίσκονται, όχι για να βλέπουν εσένα αγανακτισμένον να κλαις και να οδύρεσαι, αλλά για να ευχαριστούν μαζί σου τον Θεό, που ανέπαυσε τον άνθρωπό σου. Γιατί γίνεται κι εδώ κάτι ανάλογο μ’ εκείνο που συμβαίνει, όταν πρόκειται να αναλάβει κανείς ένα σπουδαίο αξίωμα. Προπέμπουν όλοι εκείνον που πρόκειται να τιμηθεί με το αξίωμα, με επευφημίες και ζητωκραυγές. Το ίδιο ακριβώς γίνεται και στην κηδεία. Φεύγει ο πιστός και πηγαίνει κοντά στον Θεό, για να λάβει την επουράνια κληρονομιά και να δεχθεί μεγαλύτερη τιμή και περισσότερη δόξα. Γι’ αυτό ακριβώς και τον προπέμπουν με ευχές και ψαλμωδίες, όχι μονάχα οι συγγενείς, αλλά σύσσωμη η Εκκλησία.
Ο θάνατος είναι ανάπαυση, είναι απαλλαγή από κόπους και μέριμνες βιοτικές. Γι’ αυτό και, όταν δεις κάποιον δικό σου να φεύγει από αυτή τη ζωή, μην αγανακτείς, αλλά στρέψου με κατάνυξη στον εαυτό σου. Εξέτασε τη συνείδησή σου. Αναλογίσου ότι, μετά από λίγο, το ίδιο τέλος περιμένει κι εσένα. Σοβαρέψου και κάνε το θάνατο του άλλου αφορμή για δική σου ανάνηψη. Σταμάτησε να ζεις αδιάφορα. Σκέψου, τι έχεις εσύ μέχρι τότε κάνει. Διόρθωσε τα λάθη σου, άλλαξε τη ζωή σου.
Αυτό ακριβώς είναι εκείνο που ξεχωρίζει τους χριστιανούς από τους άπιστους. Αλλιώς κρίνουν οι χριστιανοί τα πράγματα. Ο άπιστος κοιτάζει τον ουρανό και τον προσκυνάει, γιατί νομίζει ότι ο ουρανός είναι ο Θεός. Στρέφεται ύστερα στη γη και τη λατρεύει σαν Θεό, θαυμάζοντας ό,τι υλικό υπάρχει επάνω της.
Οι χριστιανοί όμως δεν κάνουν το ίδιο. Βλέπουν τον ουρανό και δοξάζουν τον Δημιουργό του. Γιατί πιστεύουν ότι ο ουρανός είναι δημιούργημα και όχι Θεός. Η θέα της δημιουργίας χειραγωγεί τον πιστό προς τον Δημιουργό της. Ο άπιστος βλέπει τον πλούτο και τα επίγεια αγαθά και σαγηνεύεται. Βλέπει κι ο χριστιανός τον πλούτο και τον περιφρονεί. Είναι ο άπιστος φτωχός και οδύρεται. Ζει φτωχικά ο χριστιανός και χαίρεται. Διαφορετικά λοιπόν βλέπει ο χριστιανός τα πράγματα κι αλλιώς ο άπιστος.
Το ίδιο ακριβώς συμβαίνει και με το θάνατο. Βλέπει τον νεκρό ο άπιστος και τον θεωρεί οριστικά χαμένο. Τον βλέπει κι ο χριστιανός και τον θεωρεί, σαν να βρίσκεται αυτός σε βαθύ ύπνο. Συμβαίνει και στην περίπτωση του θανάτου ό,τι γίνεται και με τα γράμματα. Ολοι έχουμε τα ίδια μάτια και βλέπουμε τα διάφορα ψηφία. Εκείνοι που ξέρουν να διαβάζουν, εισπράττουν το μήνυμα που φέρουν μέσα τους, καθώς διαβάζονται τα γράμματα. Οσοι όμως δεν ξέρουν να διαβάζουν, βλέπουν βέβαια τα γράμματα, αλλά δεν παίρνουν κανένα μήνυμα από την ύπαρξή τους.
Κάτι ανάλογο συμβαίνει και στη ζωή μας. Με τα ίδια μάτια βλέπουμε τα γεγονότα, αλλά όχι και με το ίδιο πιστεύω. Εφόσον λοιπόν διαφέρουμε ως χριστιανοί από τους άπιστους, πώς είναι δυνατόν να συμπεριφερόμαστε κατά τον ίδιο τρόπο μ’ αυτούς, όταν συμβεί να φύγει κάποιος δικός μας από αυτή εδώ τη ζωή;
3. Αναλογίσου, αγαπητέ μου, για ποιο λόγο έφυγε ο άνθρωπός σου από αυτή εδώ τη ζωή και παρηγορήσου. Αυτός τώρα βρίσκεται μαζί με τον Απόστολο Παύλο, με τον Απόστολο Πέτρο, με το χορό όλων των Αγίων. Αναλογίσου πως αυτός θα αναστηθεί με μεγάλη δόξα και λαμπρότητα. Με τα κλάματα και τους οδυρμούς δεν μπορείς να αλλάξεις τίποτε απ’ όσα έχουν ήδη γίνει. Αντίθετα, θα κάνεις μεγάλο κακό στον εαυτό σου. Σκέψου, σε ποιους μοιάζεις με τα κλάματα και τα μοιρολόγια σου. Μη γίνεσαι κοινωνός της αμαρτίας των απίστων. Ποιούς μιμείσαι με τους οδυρμούς σου; Ποιούς άραγε ζηλεύεις; Ασφαλώς τους άπιστους. Αυτούς που δεν έχουν ελπίδα, καθώς είπε και ο Απόστολος Παύλος: «Για να μη λυπάστε, όπως εκείνοι που δεν έχουν ελπίδα». Πρόσεξε, τι ακριβώς θέλει να πει ο Απόστολος. Δεν είπε εκείνοι που δεν έχουν ελπίδα για ανάσταση, αλλά «αυτοί που δεν έχουν ελπίδα». Γιατί αυτός που δεν ελπίζει στη μέλλουσα Κρίση, δεν έχει καμιά ελπίδα. Αυτός δεν γνωρίζει ότι υπάρχει Θεός, ούτε συνειδητοποιεί τη ματαιότητα αυτού εδώ του κόσμου. Αυτός δεν πιστεύει στην Θεία Πρόνοια, η Οποία επιβλέπει και φροντίζει πάντοτε και διαρκώς για όλους και όλα.
Αυτός βέβαια που δεν γνωρίζει και δεν πιστεύει στον Θεό, είναι πιο ανόητος και από θηρίο, εφόσον έχει πετάξει από μέσα του κάθε ιερό και όσιο. Γιατί, όποιος δεν περιμένει ότι θα λογοδοτήσει για τα έργα του, αυτός δεν νοιάζεται ν’ αποκτήσει και την αρετή· κι ούτε βέβαια ενδιαφέρεται να αποβάλει την κακία.
Ας αποφεύγουμε λοιπόν να μοιάζουμε στη συμπεριφορά με τους άπιστους. Τώρα πια έχουμε καταλάβει το βάθος των πραγμάτων. Εχουμε διαπιστώσει πλέον την ανοησία και την παραφροσύνη των άπιστων ανθρώπων, οι οποίοι θρηνούν και κόπτονται κατ’ αυτό τον τρόπο. Γιατί και ο Απόστολος Παύλος, γι’ αυτό το λόγο σου έφερε τους άπιστους ως παράδειγμα. Σου τους ανέφερε ακριβώς, για να δεις σε ποιο λάθος πέφτεις, με το να τους μιμείσαι στη συμπεριφορά. Να φροντίζεις λοιπόν, να αποφεύγεις τη συμφωνία μαζί τους και να επανέλθεις στη δική σου, τη χριστιανική ευγένεια.
Αυτές τις αναφορές τις κάνει συχνά και σε άλλες περιπτώσεις ο απόστολος Παύλος. Γιατί θέλει να μας δείξει με ποιους μοιάζουμε στη συμπεριφορά, ώστε να ντραπούμε από τα χάλια μας και να αποφεύγουμε πλέον να ομοιωνόμαστε στην αμαρτία με τους άπιστους.
Γράφοντας λοιπόν ο απόστολος Παύλος προς τους Θεσσαλονικείς, έλεγε: «Καθένας να συγκρατεί το σώμα του και να το διατηρεί αγιασμένο και τιμημένο. Να μη γινόσαστε αιχμάλωτοι του πάθους της ατιμίας, όπως κάνουν οι ειδωλολάτρες, που δεν γνωρίζουν τον Θεό» (Α’ Θεσ. 4, 4-5). Και πάλι: «Να μη ζείτε όπως οι ειδωλολάτρες, που συμπεριφέρονται σύμφωνα με τη ματαιότητα του λογισμού τους» (Εφεσ. 4, 17).
Κατά τον ίδιο τρόπο, γράφει και σ’ αυτή την περίπτωση ο Απόστολος και λέει: «Δεν θέλω να αγνοείτε, αδελφοί μου, όσα έχουν σχέση μ’ εκείνους που έχουν κοιμηθεί, για να μη λυπάσθε, όπως οι άλλοι που δεν έχουν ελπίδα». Γιατί δεν είναι τα ίδια τα γεγονότα που μας κάνουν να λυπόμαστε, αλλά η προαίρεσή μας. Δεν είναι ο θάνατος του ανθρώπου που έφυγε, αλλά η αδυναμία αυτών που είναι στη ζωή και θρηνούν.
Τον πιστό λοιπόν άνθρωπο, κανένα από τα γεγονότα αυτής της ζωής δεν μπορεί να τον λυπήσει υπερβολικά. Αντίθετα, ο χριστιανός διαφέρει από τον άπιστο και σ’ αυτή ακόμη τη ζωή. Γιατί ο χριστιανός, στηριγμένος στην ελπίδα των μελλόντων, απολαμβάνει από τώρα τους καρπούς της πίστης του στον Χριστό, που είναι η απέραντη χαρά και η διαρκής ευφροσύνη. Γι’ αυτό και ο απόστολος Παύλος λέει: «Να χαίρεστε με τη χαρά του Κυρίου, πάντοτε» (Φιλιπ. 4, 4). Ωστε λοιπόν, δεν είναι λίγη η αμοιβή που έχουμε δεχθεί και πριν από την ανάσταση. Εχουμε λάβει τη δωρεά, ώστε να μη μας καταβάλλει κανένα κακό απ’ όσα μας συμβαίνουν, αλλά η ελπίδα των μελλόντων αγαθών, να γεμίζει την ψυχή μας παρηγοριά.
Οπως εμείς κερδίζουμε και σ’ αυτή τη ζωή και στην άλλη, έτσι και οι άπιστοι ζημιώνονται και τώρα, αλλά και μετά την έξοδό τους από αυτή τη ζωή. Και εδώ δηλαδή καταβάλλονται απ’ όσα λυπηρά τους συμβαίνουν, αλλά και μετά το θάνατο θα τιμωρηθούν, εξαιτίας της απιστίας τους στην ανάσταση.
Θα πρέπει λοιπόν, να ευχαριστούμε τον Θεό, όχι μονάχα γιατί θα αναστηθούμε, αλλά και για την ίδια την ελπίδα της ανάστασης, η οποία παρηγορεί την πονεμένη ψυχή και την ενισχύει να προσδοκά την ανάσταση και τη συνάντηση μ’ εκείνους που έχουν ήδη φύγει απ’ αυτήν εδώ τη ζωή.
Αν πρέπει για κάποιους να πονάμε και να πενθούμε, αυτό πρέπει να γίνεται για εκείνους που ζουν στην αμαρτία και όχι για εκείνους που έφυγαν απ’ αυτή τη ζωή.
Αυτό κάνει και ο απόστολος Παύλος, όταν γράφει στους Κορινθίους και λέει: «Μήπως, όταν έλθω εκεί, με ταπεινώσει ο Θεός και πενθήσω πολλούς» (Β’ Κορ. 12, 21). Δεν είπε, θα πενθήσω αυτούς που έφυγαν από τη ζωή, αλλά αυτούς που αμάρτησαν και δεν έχουν μετανοήσει για ό,τι έχουν κάνει.
Αυτούς πρέπει να κλαίμε. Ετσι συμβουλεύει και ο σοφός Σολομώντας και λέει: «Κλάψε τον νεκρό που έχασε το φως του ήλιου. Κλάψε όμως και τον ανόητο, γιατί έχασε τη σύνεση» (Εκκλησ. 22, 10). Κλάψε λίγο για εκείνον που έφυγε. Γιατί εκείνος έχει πλέον αναπαυθεί. Του ασύνετου όμως ανθρώπου η ζωή, είναι χειρότερη από το θάνατο. Και αν, αυτός που έχει χάσει τη σύνεση είναι άξιος θρήνων, τί θά ‘πρεπε να κάνει κανείς για εκείνον που έχει στερηθεί κάθε αρετή και έχει εκπέσει από την ελπίδα στον Θεό;
Αυτούς εμείς πρέπει να πενθούμε. Γιατί αυτό το πένθος έχει αξία. Αυτούς πολλές φορές, με το να τους κλαίμε σαν χαμένους, τους διορθώνουμε. Το να θρηνούμε όμως γι’ αυτούς που έχουν φύγει από αυτή τη ζωή, είναι εντελώς ανόητο και βλαβερό.
Ας μην αντιστρέφουμε λοιπόν τα πράγματα, αλλά ας κλαίμε μονάχα για την αμαρτία. Ολα τ’ άλλα, είτε είναι φτώχεια, είτε αρρώστια, είτε πρόωρος θάνατος, είτε κάποια προσβολή ή συκοφαντία που μας έγινε, είτε ο,τιδήποτε άλλο κακό, από αυτά που μας συμβαίνουν σ’ αυτή τη ζωή, να τα υπομένουμε με γενναιότητα. Γιατί, αυτές οι συμφορές, αν τις αξιοποιήσουμε, γίνονται αφορμή για περισσότερα στεφάνια.
4. Θα μπορούσες ίσως να ρωτήσεις: Πώς μπορεί να είναι κανείς άνθρωπος και να μην πονάει; Εγώ όμως θα σου απαντήσω το αντίθετο. Πώς μπορεί να είναι κανείς άνθρωπος και να πονάει, τη στιγμή που έχει τιμηθεί από τον Θεό με το νου και τη λογική, και παράλληλα, με την ελπίδα των μελλόντων αγαθών;
Ισως να με ξαναρωτήσεις. Υπάρχει κανείς που δεν έχει κυριευθεί από αυτό το πάθος; Σου απαντώ: Υπάρχουν και μάλιστα πολλοί. Υπάρχουν παντού στον κόσμο, και ανάμεσα σ’ όσους βρισκόμαστε τώρα στη ζωή, αλλά και μεταξύ των προγόνων μας. Ακουσε, για παράδειγμα, τι είπε ο Ιώβ, όταν έφυγαν απ’ αυτή τη ζωή όλα τα παιδιά του: «Ο Κύριος μου τα έδωσε, ο Κύριος και τα πήρε. Οπως θεώρησε ο Κύριος καλό, έτσι και έγινε. Ας είναι το Όνομα του Κυρίου ευλογημένο» (Ιώβ 1, 21).
Είναι βέβαια, αξιοθαύμαστα αυτά και μόνο που τα ακούει κανείς. Αν όμως σταθείς με προσοχή και τα μελετήσεις, τότε θα δεις καθαρότερα το θαύμα. Αναλογίσου ότι δεν του πήρε τα μισά παιδιά και του άφησε τα υπόλοιπα, ούτε του πήρε τα περισσότερα και του άφησε τα λιγότερα. Τρύγησε ο διάβολος όλο τον καρπό, αλλά δεν ξέκανε το δέντρο. Εριξε πάνω του όλη τη φουρτουνιασμένη θάλασσα, αλλά το σκάφος δεν το καταπόντισε. Εβαλε όλη τη δύναμή του, αλλά δεν γκρέμισε τον πύργο. Έμεινε όρθιος ο Ιώβ, αν και δεχόταν από παντού χτυπήματα. Εμεινε ασάλευτος, αν και χιλιάδες βέλη έπεφταν καταπάνω του. Χτυπήθηκε από παντού, μα εκείνος δεν πληγώθηκε. Τα βέλη ρίχνονταν βροχή, αλλά αυτόν καθόλου δεν τον εύρισκαν.
Αναλογίσου, πόσο βαρύ πράγμα είναι να δει κανείς να φεύγουν από τη ζωή όλα τα παιδιά του μαζί! Τί να πρωτοαντιμετώπιζε ο Ιώβ; Το ότι έφυγαν τα παιδιά του ή το ότι αρπάχθηκαν όλα μαζί, σε μια ημέρα; Τί να πρωτοαντέξει ένας πατέρας; Το ότι ήταν όλα τα παιδιά στο άνθος της ηλικίας τους ή το ότι όλα ήταν καλόγνωμα και ενάρετα; Πώς να ερμηνεύσει τον τρόπο με τον οποίο έφυγαν αυτά από τη ζωή; Πώς να κατασιγάσει τη φλογερή αγάπη που έτρεφε για το καθένα; Πώς να φιμώσει τη φιλόστοργη, πατρική καρδιά του, αυτή που ήταν και η μεγαλύτερη πληγή του; Γιατί, αν χάσει ένας γονιός τα αμαρτωλά και κακότροπα παιδιά του, ασφαλώς πληγώνεται και πονάει, αλλά όχι υπέρμετρα. Γιατί η κακία των παιδιών μειώνει την ένταση της οδύνης του πατέρα. Οταν όμως τα παιδιά είναι φιλόστοργα και ενάρετα, το τραύμα του γονιού γίνεται βαθύτερο, η μνήμη τους μένει αξέχαστη, η συμφορά του απαράκλητη. Τότε, το δηλητηριασμένο κεντρί γίνεται διπλό. Από τη μια μεριά πονάει ο πατέρας, εξαιτίας της φυσικής φιλοτεκνίας και από την άλλη, θρηνεί για την αρετή και τη σωφροσύνη των παιδιών του.
Ο Ιώβ, σαν καλός πατέρας, φρόντιζε να προσφέρει κάθε πρωί θυσίες για τα παιδιά του. Γιατί φοβόταν και ανησυχούσε για τις ενδεχόμενες, κρυφές αμαρτίες τους. Τίποτα δεν αγαπούσε ο Ιώβ περισσότερο από τα παιδιά του. Αυτό σαφώς είναι δείγμα, όχι μονάχα της αρετής των παιδιών, αλλά και της φιλοστοργίας του πατέρα. Γι’ αυτό λοιπόν, αφού και αυτός ήταν τόσο φιλόστοργος και αγαπούσε και ως πατέρας τα παιδιά του, αλλά και τα φρόντιζε λόγω της αρετής τους, η φωτιά και ο καημός της έλλειψής τους ήταν τριπλός.
Αν τα παιδιά έφευγαν σε διαφορετικό χρόνο το καθένα, πάλι κάπως θα εύρισκε ο Ιώβ παρηγοριά. Γιατί αυτά πού θά ‘μεναν πίσω, θα ανακούφιζαν τη λύπη και τη στέρηση εκείνων που έφυγαν. Οταν όμως φεύγουν όλα μαζί, πού να γυρίσει και ποιόν να δει ο πολύτεκνος Ιώβ, εκείνος που σε μια στιγμή έγινε άτεκνος;
Μαζί με τις άλλες συμφορές όμως, έπεσε και αυτή. Αρπάχτηκαν σε μια στιγμή κι έφυγαν όλα τα παιδιά μαζί. Όταν φεύγει κανείς σε διάστημα λίγων ημερών, όλοι οι συγγενείς και οι φίλοι θρηνούν απαρηγόρητα την έλλειψή του. Πόσο περισσότερο όμως θα πόνεσε ο Ιώβ, ο οποίος τα έχασε όλα μαζί, όχι σε λίγες μέρες, αλλά σε μια στιγμή; Για τα γεγονότα που κανείς έχει χρόνο να τα σκεφθεί και να τα αντιμετωπίσει με το λογικό του, έχει τη δυνατότητα, όσο δύσκολα κι αν αυτά είναι, να προετοιμάσει τον εαυτό του ψυχικά και να τα σηκώσει πιο εύκολα. Κάτι όμως που από μόνο του είναι τόσο βαρύ, φανταστείτε πόσο πιο ασήκωτο γίνεται, όταν σ’ αυτό το βάρος προστεθεί και το ξαφνικό και το απροσδόκητο. Εκείνο πια γίνεται αφόρητο και ξεπερνά κάθε όριο της ανθρώπινης λογικής.
Θα προσθέσω ακόμα και κάτι βαρύτερο. Ολα τα παιδιά του Ιώβ ήταν νέα, πάνω στο άνθος της ηλικίας τους. Γνωρίζετε, ασφαλώς, τι βάρος και τι συμφορά είναι ο πρόωρος θάνατος και πόσο διαφορετικό κάνει το πένθος. Και για τα παιδιά του Ιώβ, ο θάνατος δεν ήταν μόνο πρόωρος, αλλά και βίαιος, κάτι που είναι σίγουρα βαρύτερο. Γιατί αυτά δεν έφυγαν από το κρεβάτι που κοίτονταν άρρωστα, αλλά καταπλακώθηκαν από το σπίτι που γκρεμίστηκε.
Για σκέψου λοιπόν, σε τι κατάσταση βρισκόταν εκείνος ο πατέρας, την ώρα που έσκαβε στα χαλάσματα και τραβούσε ένα μέλος κάποιου παιδιού του! Για αναλογίσου τον, να ανασύρει ένα χέρι που ακόμα κρατούσε το μπουκάλι ή ένα άλλο, που ήταν απλωμένο προς το πιάτο. Για φαντάσου εκείνον τον πατέρα, που έβλεπε λιωμένα τα σώματα των παιδιών του, που ατένιζε σπασμένο το κεφάλι ή τη μύτη, βγαλμένα τα μάτια, χυμένα τα μυαλά και γενικά, τα πάντα τόσο κακοποιημένα, ώστε να μην είναι σε θέση να τα αναγνωρίσει απ’ τη μορφή τους, ακόμα κι αυτός ο ίδιος ο πατέρας τους!
Συγκλονιστήκατε, καθώς τ’ ακούτε όλα αυτά και γέμισαν τα μάτια σας δάκρυα; Σκεφθείτε λοιπόν, τι άνθρωπος ήταν εκείνος ο πατέρας, που άντεχε να τα βλέπει όλα αυτά! Αν εμείς, μετά από τόσους αιώνες, δεν αντέχουμε ούτε να τ’ ακούμε όλα αυτά, παρόλο που δεν έχουν καμιά σχέση με εμάς και τη ζωή μας, τι διαμάντι ήταν εκείνος ο άνθρωπος! Πώς μπορούσε να τα βλέπει και να τα ζει όλα αυτά; Και πώς αντιμετώπισε με τόση πίστη και σύνεση όχι τις ξένες, αλλά τις δικές του συμφορές;
Ο Ιώβ όμως ούτε απελπίστηκε, ούτε είπε: Τί άραγε να σημαίνουν όλα αυτά; Αυτή είναι η αμοιβή μου για την καλοσύνη μου; Γι’ αυτό εγώ είχα συνεχώς ανοιχτό το σπίτι μου στους ξένους, για να δω αυτό το σπίτι να γίνεται ο τάφος των παιδιών μου; Γι’ αυτό εγώ τους δίδαξα την αρετή και το σωστό τρόπο ζωής, για να χαθούν τώρα με τέτοιο θάνατο;
Τίποτε όμως απ’ όλα αυτά δεν είπε ο Ιώβ. Τίποτε απ’ όλα αυτά δεν σκέφθηκε. Τα υπέμεινε όλα με γενναιότητα, αν και όλα τά ‘χασε, μετά από τόση αρετή και τέτοια φροντίδα. Εμοιαζε ο Ιώβ σαν εκείνο τον μεταλλουργό που λιώνει χρυσό και φτιάχνει ανδριάντες. Ετσι αυτός παιδαγωγούσε κι έπλαθε τις ψυχές των παιδιών του, στολίζοντάς τες με μύριες καλοσύνες κι αρετές.
Εμοιαζε ακόμα ο Ιώβ με τον φιλόπονο εκείνον γεωργό, ο οποίος ποτίζει τα φυτώρια με τους φοίνικες και τα ελιόδεντρα, τα περιποιείται και τα περιβάλλει με φράχτες. Ετσι έκανε κι αυτός. Φρόντιζε του κάθε παιδιού του την ψυχή, σαν να ‘ταν ελιά καρποφόρα, ώστε με την περιποίηση να της αυξήσει την καρποφορία της αρετής.
Είδε όμως ο Ιώβ, σε μια στιγμή, όλα τα φυτά του ξεριζωμένα από την επίθεση του εχθρού και πεταμένα κάτω στο χώμα. Υπέμεινε όμως τον τραγικό ξεριζωμό τους, χωρίς να ξεστομίσει κάτι βλάσφημο ενάντια στο Θεό. Αντίθετα, Τον ευχαριστούσε και Τον δοξολογούσε, δίνοντας έτσι θανάσιμο πλήγμα στον Πονηρό.
5. Μπορεί ίσως κάποιος να πει: Ναι, αλλά ο Ιώβ είχε πολλά παιδιά, ενώ ο άλλος έχει χάσει το μονάκριβό του. Συμφωνώ μ’ αυτό. Πρέπει όμως να ξέρεις ότι του Ιώβ το πένθος είναι πολύ βαρύτερο. Γιατί, ποιό ήταν, αλήθεια, το όφελος από την πολυτεκνία του; Δέχτηκε πολλαπλές συμφορές. Χτυπήθηκε τόσες φορές, όσα ήταν και τα παιδιά του. Γι’ αυτό ακριβώς ήταν μεγαλύτερη η συμφορά και πικρότερη η οδύνη του.
Θέλεις όμως να σου μιλήσω και για κάποιον άλλο που είχε κι αυτός ένα μονάκριβο παιδί κι επέδειξε την ίδια, για να μην πω και μεγαλύτερη ανδρεία, από εκείνη του Ιώβ; Αναλογίσου τον πατριάρχη Αβραάμ, ο οποίος δεν είδε τον Ισαάκ πεθαμένο, αλλά του συνέβη κάτι χειρότερο και πιο οδυνηρό. Πήρε εντολή από τον Θεό να σφάξει ο ίδιος το παιδί του! Κι ο Αβραάμ δεν αντιλόγισε, δεν οργίστηκε κατά του Θεού και ούτε πάλι Του είπε κάτι σαν κι αυτό: Γι’ αυτό λοιπόν επέτρεψες, Θεέ μου, να γίνω πατέρας; Για να με κάνεις τώρα παιδοκτόνο; Καλύτερα θα ήταν να μη μου τον είχες καθόλου χαρίσει απ’ την αρχή τον Ισαάκ, παρά τώρα που μου τον έδωσες, να μου τον πάρεις, και μάλιστα, με τέτοιο τρόπο. Θέλεις τώρα να τον πάρεις; Ας είναι. Γιατί όμως με βάζεις να τον σκοτώσω εγώ και να μολύνω το χέρι μου με το αίμα του παιδιού μου; Εσύ δεν ήσουν Εκείνος που μου είχες υποσχεθεί ότι από τους απογόνους αυτού του παιδιού θα γέμιζες την οικουμένη από την γενιά μου; Πώς λοιπόν τώρα θα δώσεις τους καρπούς, αφού έδωσες εντολή να καταστραφεί η ρίζα; Πώς πάλι μου υπόσχεσαι απογόνους, αφού τώρα προστάζεις να σφάξω με τα χέρια μου το παιδί μου; Πότε άλλοτε έγινε και πότε ακούστηκε κάτι παρόμοιο στον κόσμο; Μήπως δεν έχω καταλάβει καλά τούτη την προσταγή ή μήπως έχω χάσει πια τα λογικά μου;
Δεν είπε όμως τίποτα τέτοιο ο Αβραάμ, ούτε καν που πέρασε κάτι τέτοιο απ’ το μυαλό του. Δεν αντιμίλησε σ’ Εκείνον που έδινε την εντολή, ούτε πάλι Του ζήτησε γι’ αυτήν ευθύνες. Αντίθετα, μόλις πήρε το πρόσταγμα που έλεγε «πάρε το παιδί σου το αγαπημένο, αυτό που τόσο αγάπησε η ψυχή σου, τον Ισαάκ, κι ανέβασέ το πάνω στο βουνό που θα σου πω» (Γεν. 22, 2), με τόσο μεγάλη προθυμία εκπλήρωσε την εντολή, ώστε έφθασε στο σημείο να κάνει περισσότερα απ’ όσα η Θεία εντολή του ζητούσε. Γιατί, ούτε στη γυναίκα του είπε τίποτα ο Αβραάμ, ούτε στους υπηρέτες που είχε μαζί του, αυτούς μάλιστα τους ξεγέλασε και τους άφησε πίσω. Πήρε μονάχα εκείνον που προοριζόταν για τη θυσία, κι ανέβηκε στο βουνό. Ετσι εφάρμοσε με όλη την καρδιά του ο Αβραάμ την εντολή του Θεού.
Αναλογίσου λοιπόν, τι αξιοθαύμαστο που ήταν να μιλάει μονάχος του με το παιδί! Και μάλιστα, όντας μέσα του τόσο πληγωμένος και πονεμένος! Η πικραμένη στοργή του, εκείνη τη στιγμή, θα αναζητούσε ασφαλώς τρόπο για περισσότερο έντονη έκφραση. Κι αυτό, όχι για λίγο, για μια-δυο στιγμές, αλλά για πολλές, συνεχείς ημέρες.
Πράγματι, αν ο Αβραάμ εκτελούσε αμέσως την εντολή του Θεού, θα ήταν βέβαια πολύ θαυμαστό πράγμα. Το πιο αξιοθαύμαστο όμως δεν ήταν αυτό, αλλά τούτο που θα σας πω στη συνέχεια: Βασάνιζε και γύμναζε την ψυχή του για πολλές ημέρες ο Αβραάμ, χωρίς να του συμβεί κάτι, που καθένας θά ‘νιωθε, απέναντι στο μελλοθάνατο παιδί του. Γι’ αυτό ακριβώς και ο Θεός σήκωσε τον πήχυ του αθλήματος, για να απολαύσεις και συ τώρα, άνθρωπε, το άθλημα του μεγάλου αυτού ανθρώπου.
Ηταν, στ’ αλήθεια, αθλητής ο Αβραάμ. Γιατί δεν πάλεψε με άνθρωπο, αλλά με την ίδια, την τυραννική εξουσία της φύσης. Ποιά λόγια θα μπορούσαν, πραγματικά, να παραστήσουν την ανδρεία του; Ανέβασε στο βωμό το παιδί, το έδεσε χειροπόδαρα, το έβαλε πάνω στα στοιβαγμένα ξύλα και άρπαξε το μαχαίρι, έτοιμος για να δώσει σε μία στιγμή το χτύπημα.
Πώς να το πω; Δεν ξέρω με ποιόν τρόπο να το ιστορήσω. Μονάχα εκείνος που τα έκανε όλα αυτά, μονάχα αυτός γνωρίζει τα καθέκαστα. Γιατί, ποτέ και κανένας λόγος, δεν θα μπορέσει να παραστήσει πως έγινε και δεν ξεράθηκε το χέρι του. Πως δεν παρέλυσαν τα νεύρα του. Πως δεν συγκλονίστηκε από το άκακο βλέμμα του χιλιοαγαπημένου μοναχογιού του.
Θα άξιζε όμως εδώ να θαυμάσουμε και τον Ισαάκ. Γιατί κι εκείνος, όπως κι ο πατέρας του, ο Αβραάμ, υπάκουσε στον Θεό. Οπως ο Αβραάμ, όταν πήρε από τον Θεό την εντολή, δεν ζήτησε το λόγο, δεν ρώτησε την αιτία που έκανε τον Θεό να δώσει ένα τέτοιο πρόσταγμα, έτσι έκανε και ο Ισαάκ. Οταν τον έδεσε ο πατέρας του και τον ανέβασε στο βωμό, δεν είπε: Γιατί το κάνεις αυτό, πατέρα μου; Αντίθετα, έσκυψε υποτακτικά τον αυχένα στο χέρι το πατρικό.
Ετσι μπορούσε κανείς να δει τον πατέρα συγχρόνως και ιερέα. Και να προσφέρεται παράλληλα αναίμακτη θυσία, ως ολοκαύτωμα, αλλά χωρίς φωτιά. Θυσία που προτύπωνε, με εκείνο που γινόταν πάνω στο βωμό, το θάνατο και την ανάσταση των νεκρών. Γιατί ο Αβραάμ και έσφαξε, αλλά συγχρόνως, δεν έσφαξε το παιδί του. Δεν το έσφαξε με το χέρι, αλλά με την προθυμία που έδειξε στην εκτέλεση της εντολής του Θεού. Και ο Θεός βέβαια γι’ αυτό του έδωσε μια τέτοια εντολή, όχι γιατί ήταν θέλημά Του να χυθεί αίμα, αλλά επειδή ήθελε να δείξει σε σένα, άνθρωπέ μου, τη διάθεση του πατριάρχη. Επειδή ήθελε να κάνει γνωστό σ’ ολόκληρη την οικουμένη εκείνον τον γενναίο άνθρωπο.
Ετσι διδάσκει κι εμάς, τους μεταγενέστερους, ότι πρέπει καθένας μας να προτιμάει να εκτελεί τις εντολές του Θεού, περισσότερο και από αυτά τα ίδια τα παιδιά του· περισσότερο και από τη φύση και από όλα τα υπάρχοντά του, αλλά και από αυτή ακόμα τη ζωή του.
Κατέβηκε έτσι ο Αβραάμ από το βουνό, έχοντας ζωντανό τον μάρτυρα γιο του Ισαάκ.
Λέγε μου τώρα, πού θα βρούμε εμείς έλεος! Τί απολογία θα δώσουμε εμείς στον Θεό που, ενώ έχουμε δει εκείνον τον γενναίο Αβραάμ να υπακούει τόσο πρόθυμα στον Θεό και να Του τα δίνει όλα για όλα, δυσφορούμε και αντιδρούμε για ό,τι μας βρίσκει στη ζωή;
Μη μου μιλήσεις για πένθος ή για βαριά συμφορά. Τούτο μόνο να προσέξεις καλά, ότι δηλαδή όλο αυτό το βαρύ χτύπημα το ξεπέρασε ο Αβραάμ. Ήταν αρκετή, και μόνο η εντολή του Θεού, να τον φέρει σε πολύ δύσκολη θέση και να κλονίσει την πίστη του σ’ Αυτόν. Γιατί ποιός άλλος στ’ αλήθεια θα εξακολουθούσε, μετά από μια τέτοια εντολή, να πιστεύει ότι δεν τον είχε ξεγελάσει ο Θεός, μ’ όσα του είχε υποσχεθεί, με το πλήθος δηλαδή των απογόνων που θ’ αποκτούσε; Ο Αβραάμ όμως καθόλου δεν σκέφθηκε κάτι τέτοιο για τον Θεό.
Ο Ιώβ, επίσης, επέδειξε την ίδια πίστη κατά την ώρα της συμφοράς του. Και γι’ αυτό εδώ, κυρίως, πρέπει κανείς να τον θαυμάζει: Μετά από τόση αρετή, μετά από τόσες φιλανθρωπίες και ελεημοσύνες και χωρίς, τόσο η δική του συνείδηση, όσο και των παιδιών του, να βαρύνεται για κάτι πονηρό, όταν είδε την παράδοξη, απροσδόκητη και υπέρμετρη συμφορά -συμφορά που ποτέ και σε κανέναν από τους μεγαλύτερους κακούργους δεν είχε συμβεί- δεν αντέδρασε, όπως θα αντιδρούσε καθένας από μας. Δεν θεώρησε ότι άσκοπα και ανώφελα ζούσε ενάρετη ζωή, ούτε είπε πως ήταν λάθος και πως ήταν ανυπόστατα όλα εκείνα που πριν πίστευε.
Γι’ αυτά λοιπόν πρέπει και τους δυο αυτούς να τους θαυμάζουμε, να τους ζηλεύουμε και να μιμούμαστε την αρετή τους.
Και ας μη μου πει κανείς ότι αυτοί οι δυο ήταν κάτι το εξαιρετικό· πως ήταν και οι δυο τους μεγάλοι και αξιοθαύμαστοι. Γιατί κι εγώ θα του απαντήσω: Από μας τώρα, που ζούμε στην εποχή της Καινής Διαθήκης, πρέπει να περιμένει κανείς μεγαλύτερη πίστη, παρά από εκείνους που έζησαν παλιότερα, στην εποχή της Παλαιάς Διαθήκης. Γιατί ο Χριστός μας είπε: «Αν δεν ξεπεράσετε στη δικαιοσύνη τους Γραμματείς και τους Φαρισαίους, δεν θα εισέλθετε στη Βασιλεία των ουρανών» (Ματθ. 5, 20).
Ας σωφρονιστούμε λοιπόν κι ας έλθουμε στα συγκαλά μας. Ας αναλογιστούμε όλα, όσα έχουν ειπωθεί μέχρι τώρα για την ανάσταση των νεκρών και όλα, όσα έχουν σχέση, με αυτούς τους αγίους ανθρώπους. Ας τα υπενθυμίζουμε όλα αυτά συνεχώς στις ψυχές μας. Ας τα διατηρούμε μέσα μας, όχι μονάχα κατά τον καιρό του πένθους, αλλά και όταν δεν μας βαραίνει κάποιος ιδιαίτερος ψυχικός πόνος ή πειρασμός.
Αυτός ακριβώς ήταν κι ο λόγος που έκανε κι εμένα σήμερα να σας μιλήσω γι’ αυτό το θέμα —παρόλο που δεν βρισκόμαστε αυτή τη στιγμή σε κατάσταση ολιγοψυχίας— ώστε, αν κάποτε σας βρει μια τέτοια συμφορά, να τα ξαναφέρετε αυτά στο νου σας, για να αντλείτε από αυτά πολλή παρηγοριά. Και οι στρατιώτες, όταν υπάρχει ειρήνη, ασχολούνται και μελετούν τα σχετικά με τον πόλεμο θέματα· ώστε, όταν έρθει η ώρα της μάχης και όταν η περίσταση το απαιτήσει, να δείξουν επί τόπου τις γνώσεις και την εμπειρία τους. Κι έτσι να προχωρήσουν στην εφαρμογή όλων αυτών που έμαθαν τον καιρό της ειρήνης.
Κι εμείς λοιπόν, ας προετοιμάσουμε για τον εαυτό μας, ενόσω ακόμα βρισκόμαστε σε καιρό ειρήνης, όπλα και φάρμακα κατάλληλα για την ώρα της πνευματικής αναμέτρησης. Ετσι, αν κηρυχθεί κάποτε εναντίον μας ο πόλεμος των παθών ή η μάχη του πένθους και της οδύνης ή ο,τιδήποτε άλλο παρόμοιο, να είμαστε εξοπλισμένοι κι ολόγυρα καλά περιφραγμένοι, για να αντιμετωπίσουμε, με εμπειρία και επιτυχία, όλες τις προσβολές του Πονηρού.
Ας περιτειχίσουμε ολόγυρα τον εαυτό μας με ορθούς λογισμούς. Ας αποκτήσουμε σαν όπλο ισχυρό, τη γνώση του Θείου θελήματος. Ας αξιοποιήσουμε τα παραδείγματα των γενναίων ανδρών, τους βίους των πνευματικών Πατέρων και Διδασκάλων μας και ό,τι άλλο ανάλογο.
Γιατί έτσι θα μπορέσουμε να διανύσουμε και αυτή εδώ τη ζωή χαρούμενα, αλλά και θα αξιωθούμε να εισέλθουμε στη Βασιλεία των ουρανών, με τη Χάρη του Χριστού, στον Οποίο ανήκει η δόξα και η δύναμη, καθώς και στον Πατέρα και στο Άγιο Πνεύμα, στους αιώνες, των αιώνων. Αμήν.
(*) Ρ.G. 48, 1018-1026
(Από το βιβλίο «Προσδοκώ Ανάσταση Νεκρών. Η ανάσταση των νεκρών κατά τους Πατέρες», Σειρά Ψηφίδες Φωτόμορφες 5, Εκδόσεις «Ετοιμασία», Ιερά Μονή Τιμίου Προδρόμου Καρέα, 2007)

Η αντιμετώπιση του θανάτου Κείμενα του Αγίου Ιωάννου του Χρυσόστομου.

Η αντιμετώπιση του θανάτου

ΑνάστασιςΠολλά πράγματα θέλουμε να μαθαίνουμε και να κατανοούμε, προπαντός όμως τον καιρό που θα γίνει η συντέλεια του κόσμου. Ο απόστολος Παύλος, για να περιορίσει την άκαιρη αυτή πολυπραγμοσύνη μας, γράφει σε μιαν επιστολή του: «Σχετικά με το χρόνο του ερχομού του Κυρίου, αδελφοί, δεν χρειάζεται να σας γράψω, γιατί κι εσείς το ξέρετε πολύ καλά, ότι η ημέρα του Κυρίου θα έρθει απροειδοποίητα, όπως ο κλέφτης τη νύχτα» (Α' Θεσ. 5:1-2).
θάνατος - θανάτου
Τί θα κερδίσουμε, δηλαδή, αν γνωρίζουμε πότε θα γίνει η Δευτέρα Παρουσία του Χριστού; Πέστε μου. Ας υποθέσουμε ότι θα γίνει ύστερ' από είκοσι χρόνια ή τριάντα ή εκατό. Ποιά σημασία μπορεί να έχει αυτό για μας; Μήπως για τον καθένα μας η συντέλεια δεν έρχεται με το τέλος της ζωής του; Γιατί, λοιπόν, πονοκεφαλιάζεις και βασανίζεσαι για το τέλος του κόσμου; Δυστυχώς, όμως, όπως συμβαίνει και σε πολλές άλλες περιπτώσεις, στις οποίες αδιαφορούμε για τα ζητήματα που μας αφορούν άμεσα και καταπιανόμαστε με τα ζητήματα των άλλων, παραμελούμε τις δικές μας υποθέσεις και φροντίζουμε για τις ξένες, έτσι και σε τούτη την περίπτωση• αντί ο καθένας μας να ενδιαφέρεται για το δικό του τέλος, θέλουμε να μάθουμε με λεπτομέρειες πώς και πότε θα έρθει το κοινό τέλος όλων μας.
θάνατος - θανάτου
Αν θέλετε να πληροφορηθείτε, γιατί είναι άγνωστο στον καθένα μας το τέλος της ζωής του και γιατί ο θάνατος έρχεται ξαφνικά, όπως ο κλέφτης τη νύχτα, θα σας το πω, καθώς μάλιστα νομίζω ότι σωστά γίνεται έτσι. Αν, λοιπόν, ο καθένας μας ήξερε τη χρονική στιγμή του θανάτου του, κανείς μας δεν θα φρόντιζε να κάνει ενάρετα έργα, όσο θα ζούσε, αλλά, γνωρίζοντας ποια θα ήταν η τελευταία μέρα της ζωής του, αφού πρώτα θα έκανε αμέτρητα κακά, θα μετανοούσε λίγο πριν κλείσει για πάντα τα μάτια του και θα έφευγε για την άλλη ζωή απαλλαγμένος από τις αμαρτίες του. Αν δηλαδή τώρα, που ο φόβος από την άγνοια του χρόνου του θανάτου συγκλονίζει τις ψυχές μας, αφού περάσουμε όλη μας τη ζωή μέσα στην αμαρτία, μόλις στις τελευταίες μας στιγμές αποφασίζουμε οι περισσότεροι να μετανοήσουμε, εφόσον βέβαια προλάβουμε, ποιος από μας θα φρόντιζε για την αρετή, αν ξέραμε σίγουρα το πότε θα πεθάνουμε; Τίποτα δεν θα διστάζαμε να πράξουμε ως την ημέρα εκείνη. Από τους εχθρούς μας θα παίρναμε εκδίκηση, όσους θέλαμε θα σκοτώναμε, τα άγρια πάθη της ψυχής μας θα ικανοποιούσαμε σε βάρος των συνανθρώπων μας, και μετά, πριν πεθάνουμε, θα... μετανοούσαμε!
θάνατος - θανάτου
Πέρα απ' αυτό, ούτε πράξεις αληθινής αυτοθυσίας θα υπήρχαν ούτε οι γενναιόψυχοι άνθρωποι θα είχαν καμιάν ανταμοιβή, γιατί, όταν θ' αντιμετώπιζαν τολμηρά και ατρόμητα τους διάφορους κινδύνους, θα αντλούσαν το θάρρος τους από τη βεβαιότητα ότι δεν ήρθε η ώρα να πεθάνουν. Και ο πιο δειλός ακόμα θα ριχνόταν αδίσταχτα στη φωτιά, έχοντας τη γνώση ότι δεν κινδυνεύει να πάθει κανένα κακό. Γιατί αυτός που γνωρίζει ότι μπορεί να χάσει τη ζωή του σε κάποιον κίνδυνο και εντούτοις δεν διστάζει να εκτεθεί στον κίνδυνο αυτό, αποδεικνύει με ασφάλεια τη γενναιότητα και την αυτοθυσία του.
θάνατος - θανάτου
Όποιος έχει πραγματικά φιλοσοφημένη σκέψη και κατευθύνεται από την ελπίδα των μελλοντικών αγαθών, ούτε και το θάνατο θα θεωρήσει σαν θάνατο. Ο δίκαιος, δηλαδή, που βαδίζει στο δρόμο του Θεού και καθημερινά περιμένει να μπει στη βασιλεία Του, δεν ταράζεται, δεν αναστατώνεται, δεν στενοχωριέται, όταν έρχεται αντιμέτωπος με το θάνατο, όταν λ.χ. αντικρύσει νεκρό κάποιον συγγενή ή φίλο του. Γιατί γνωρίζει ότι ο θάνατος, γι' αυτούς που έζησαν ενάρετα στη γη, δεν είναι παρά μετάθεση σε μια καλύτερη ζωή, ταξίδι για έναν καλύτερο τόπο, δρόμος που οδηγεί στα στεφάνια.
θάνατος - θανάτου
Γι' αυτό μπροστά στις πόλεις και στα χωριά υπάρχουν τα κοιμητήρια και οι τάφοι, για να μας θυμίζουν συνέχεια την ανθρώπινη θνητότητα. Έτσι, καθώς μπαίνουμε σε μια μεγάλη και πλούσια πόλη ή σ' ένα ωραίο και γραφικό χωριό, πριν δούμε τις ομορφιές και τα αξιοθέατά τους, βλέπουμε το τέλος και την κατάληξη κάθε ομορφιάς, κάθε πλούτου, κάθε δόξας.
θάνατος - θανάτου
Όταν, πάλι, ένας άνδρας και μια γυναίκα παντρεύονται, υπογράφουν συχνά ένα συμβόλαιο, με το οποίο ρυθμίζουν από πριν την τύχη της περιουσίας τους σε περίπτωση θανάτου του ενός ή του άλλου: «Αν ο σύζυγος πεθάνει πριν από τη σύζυγο, θα γίνει τούτο. Αν η σύζυγος πεθάνει πριν από το σύζυγο, θα γίνει τούτο και τούτο». Καλά-καλά δεν γνωρίστηκαν ακόμα, καλά-καλά τη ζωή τους δεν άρχισαν, και το θάνατο σκέφτονται. Πολλές φορές, μάλιστα, το συμβόλαιο αναφέρει τι θα γίνει, αν πεθάνει το παιδί, που θα γεννήσουν: «Αν το παιδί, που θα γεννηθεί, πεθάνει, θα γίνει αυτό κι αυτό». Ακόμα δεν φάνηκε ο απόγονος, και εκδόθηκε η απόφαση του θανάτου του!
θάνατος - θανάτου
Τί θέλω να πω με όλα αυτά; Ότι, πηγαίνοντας στο συμβολαιογραφείο για τη σύνταξη ενός συμβολαίου, ο καθένας γνωρίζει πως ο θάνατος θα επισκεφθεί κάποια στιγμή τον ίδιο ή έναν δικό του άνθρωπο. Το θεωρεί απόλυτα φυσιολογικό και αναπόφευκτο. Όταν, όμως, έρθει ο θάνατος, ξεχνάει όσα έγραψε και άλλα λέει. "Έπρεπε να πάθω εγώ τέτοιο πράγμα;", φωνάζει με θρήνους και αναστεναγμούς ο άντρας που χήρεψε. "Περίμενα να με βρει τέτοια συμφορά και να χάσω τη γυναίκα μου;". Τί λες, άνθρωπέ μου; Όταν ήσουνα, ή μάλλον νόμιζες πως ήσουνα, μακριά από το θάνατο, ήξερες καλά τους φυσικούς νόμους• τώρα που έπαθες τη συμφορά, τους ξέχασες; Ίσως να πήρε ο Θεός τη γυναίκα σου, επειδή θέλει να σε οδηγήσει στην εγκράτεια, επειδή σε θεωρεί ικανό για μεγαλύτερους αγώνες, για ανώτερη πνευματική ζωή, και γι' αυτό σε ελευθέρωσε από τον συζυγικό δεσμό.
θάνατος - θανάτου
Κι εσύ πάλι, η γυναίκα, που έχασες τον άντρα σου, γιατί κλαις; Μήπως επειδή έχασες τον προστάτη σου κι έμεινες έρημη στον κόσμο; Ποτέ μην πεις κάτι τέτοιο. Γιατί δεν έχασες το Θεό, που είναι ο πραγματικός προστάτης όλων μας. Αφού έχεις βοηθό το Θεό, δεν έχεις ανάγκη από κανέναν άλλο. Μήπως, και όταν ζούσε ο άντρας σου, ο Θεός δεν ήταν που σας τα έδινε όλα; Αυτό να σκέφτεσαι και να λες, όπως ο Δαβίδ: «Ο Κύριος είναι το φως μου και ο σωτήρας μου, ποιόν θα φοβηθώ; Ο Κύριος είναι ο υπερασπιστής της ζωής μου, τί θα με κάνει να δειλιάσω;» (Ψαλμ. 26:1). Τώρα πια Αυτός, «ο πατέρας των ορφανών και συμπαραστάτης των χηρών» (Ψαλμ. 67:6), θα φροντίζει για σένα περισσότερο απ' όσο φρόντιζε πριν. Βλέπεις, λοιπόν, ένα συγγενή σου να φεύγει απ' αυτόν τον κόσμο; Μην τρομάζεις, μη θρηνείς, μη συντρίβεσαι. Συγκεντρώσου στον εαυτό σου, εξέτασε τη συνείδησή σου και σκέψου ότι σε λίγο καιρό σε περιμένει κι εσένα το ίδιο τέλος.
θάνατος - θανάτου
"Μα ο νεκρός", θα μου πεις, "σαπίζει, γίνεται σκόνη". Ακριβώς γι' αυτό πρέπει να χαίρεσαι περισσότερο. Όταν θέλει κανείς να ξαναχτίσει ένα σπίτι, που πάλιωσε και έγινε ετοιμόρροπο, αφού πρώτα βγάλει τους ενοίκους, το κατεδαφίζει και το φτιάχνει πιο καλό. Και όταν γίνεται αυτό, οι ένοικοι δεν λυπούνται, επειδή βγήκαν από το παλιό σπίτι, αλλά μάλλον ευχαριστημένοι είναι. Δεν τους νοιάζει, βλέπεις, για την κατεδάφιση, που βλέπουν με τα μάτια τους, γιατί συλλογίζονται τη νέα και ωραία οικοδομή, που θα ανεγερθεί, κι ας μην τη βλέπουν ακόμα.
θάνατος - θανάτου
Το ίδιο κάνει και ο Θεός. Όταν πρόκειται να διαλύσει το σώμα μας, βγάζει πρώτα την ψυχή, που κατοικεί μέσα σ' αυτό, όπως θα την έβγαζε από ένα παλιό και ετοιμόρροπο σπίτι, για να την εγκαταστήσει πάλι με μεγαλύτερη δόξα στο νέο σπίτι, που θα οικοδομήσει. Και ο Αδάμ, όταν δημιουργήθηκε, δεν είδε ότι πλάστηκε από χώμα. Ο Θεός, δηλαδή, δεν έπλασε την ψυχή πρώτη, για να μη δει τη δημιουργία του σώματος. Γι' αυτό η ψυχή δεν γνώριζε την ευτέλεια του σώματος. Όταν, όμως, γίνει η κοινή ανάσταση, τότε η ψυχή θα βρεθεί σ' ένα νέο άφθαρτο σώμα, όχι πια στο παλιό χωμάτινο ένδυμά της.
θάνατος - θανάτου
  Ο νεκρός, κι αν δεν βλέπει τον εαυτό του, βλέπει όμως εκείνους που πέθαναν πιο μπροστά να γίνονται σκόνη, και διδάσκεται πολλά. Για κοίτα πόσο μαζεμένοι και συγκρατημένοι είναι μπροστά στους νεκρούς ακόμα και οι πιο περήφανοι, ακόμα και οι πιο απόκοτοι άνθρωποι! Ακούγεται η λέξη "θάνατος", και η καρδιά όλων σπαρταράει από το φόβο. Και φιλοσοφούμε γύρω από τους τάφους και σκεφτόμαστε που καταλήγουμε και φλυαρούμε για τη ματαιότητα των εγκοσμίων, αλλά, μόλις απομακρυνθούμε, ξεχνάμε την ευτέλειά μας. Να, για παράδειγμα, όταν βρεθεί κανείς στην κηδεία ενός φίλου του, γυρίζει στο διπλανό του και του λέει λόγια σαν και τούτα: "Αλήθεια, πόσο ταλαίπωροι είμαστε! Πόσο ασήμαντη είναι η ζωή μας! Τί γινόμαστε, άραγε, μετά το θάνατο; Αυτό πρέπει να σκεφτόμαστε και να μην κακολογούμε, να μην αδικούμε, να μη μνησικακούμε...". Φαίνεται να μιλάει με τόση ειλικρίνεια, ώστε, καθώς τον ακούς, δεν αμφιβάλλεις ότι την ίδια κιόλας στιγμή θ' απαρνηθεί ολότελα την κακία του και θ' αρχίσει να ζει ενάρετα. Μα, αλίμονο, μετά την κηδεία θα ξεχάσει και το φόβο του και τα λόγια του, και θα συνεχίσει να ζει στην αμαρτία, όπως πρώτα.
θάνατος - θανάτου
Ας ξαναγυρίσουμε, όμως, στο θέμα μας. Πες μου, για ποιό λόγο κλαις με τόσο πόνο αυτόν που πέθανε; Γιατί ήταν κακός; Ε, λοιπόν, όχι μόνο δεν πρέπει να κλαις, αλλά και να ευχαριστείς το Θεό, που σταμάτησε πια η κακία του. Μήπως, απεναντίας, ήταν καλός; Και στην περίπτωση αυτή πρέπει να χαίρεσαι, γιατί πέθανε «πριν η κακία αλλάξει τη σύνεσή του ή η δολιότητα της αμαρτίας εξαπατήσει την ψυχή του» (Σοφ. Σολ. 4:11). Ήταν μήπως νέος; Και γι' αυτό ακόμα ευχαρίστησε το Θεό και δόξασέ Τον, γιατί τον πήρε κοντά Του. Όπως εκείνους που πηγαίνουν για ν' αναλάβουν κάποιο αξίωμα, τους κατευοδώνουμε με χαρά και ικανοποίηση, έτσι πρέπει ν' αποχαιρετάμε κι αυτούς που φεύγουν από τούτη τη ζωή, γιατί πηγαίνουν κοντά στο Θεό, όπου θ' απολαμβάνουν μεγάλη τιμή και ευτυχία.
θάνατος - θανάτου
Δεν λέω, βέβαια, ότι δεν πρέπει να λυπόμαστε για το χωρισμό από τ' αγαπημένα μας πρόσωπα, που πεθαίνουν, αλλά να μη λυπόμαστε περισσότερο απ' όσο πρέπει. Γιατί θα παρηγορηθούμε αρκετά, αν σκεφτούμε ότι ο άνθρωπος, που χάσαμε, ήταν θνητός, όπως όλοι μας. Με το ν' αγανακτούμε, δεν δείχνουμε τίποτ' άλλο, παρά πως ζητάμε πράγματα ασυμβίβαστα με την ανθρώπινη φύση. Γεννήθηκες άνθρωπος, επομένως θνητός. Γιατί, λοιπόν, υποφέρεις με κάτι τόσο φυσικό, όπως ο θάνατος; Μήπως λυπάσαι, επειδή, για να ζήσεις, πρέπει να τρως; Μήπως επιδιώκεις να ζήσεις χωρίς τροφή; Τότε γιατί επιδιώκεις να μην πεθάνεις; Όσο φυσικό είναι το να τρως, άλλο τόσο και το να πεθάνεις. Αφού είσαι θνητός, μη ζητάς να γίνεις αθάνατος• γιατί αυτό το πράγμα καθορίστηκε και νομοθετήθηκε μια μόνο φορά και για πάντα. Ας μη μοιάζουμε στους ληστές, που θέλουν να κάνουν δικά τους όσα ανήκουν σε άλλους. Έτσι, όταν ο Θεός παίρνει από μας χρήματα ή τιμή ή δόξα, ακόμα και το σώμα ή και την ψυχή, παίρνει αυτά που Του ανήκουν. Και το παιδί σου ακόμη αν πάρει, δεν παίρνει ουσιαστικά το παιδί σου, αλλά το δικό Του πλάσμα.
θάνατος - θανάτου
Αφού, λοιπόν, εμείς δεν ανήκουμε στον εαυτό μας, πώς θα ανήκουν σ' εμάς όσα ανήκουν σ' Εκείνον; Αν η ψυχή σου δεν είναι δική σου, πώς είναι δικά σου τα χρήματά σου; Και αν δεν είναι δικά σου, πώς ξοδεύεις άσκοπα ή άπρεπα αυτά που ανήκουν σε άλλον; Μη λες, "Τα δικά μου ξοδεύω, από τα δικά μου διασκεδάζω"• γιατί ξοδεύεις και διασκεδάζεις με τα ξένα. Και τα αποκαλώ ξένα, γιατί ο Θεός θεωρεί δικά σου όσα σου έδωσε, για να τα μοιράσεις στους φτωχούς. Τότε μόνο τα ξένα γίνονται δικά σου. Αν τα ξοδέψεις για τον εαυτό σου, τότε τα δικά σου γίνονται ξένα.
θάνατος - θανάτου
Δεν βλέπεις ότι τα σώματά μας τα υπηρετούν τα χέρια; Δεν βλέπεις ότι το στόμα μασάει την τροφή, πριν τη δεχθεί το στομάχι; Μήπως το στομάχι λέει, "Αφού δέχτηκα την τροφή, δικαιωματικά τα κατέχω όλα"; Τα μάτια πάλι, μήπως, επειδή αυτά δέχονται το φως, το κρατάνε μόνο για τον εαυτό τους και δεν το θέτουν στην υπηρεσία όλου του σώματος; Ή μήπως τα πόδια, επειδή μόνο αυτά βαδίζουν, τον εαυτό τους μόνο μετακινούν και όχι το σώμα ολόκληρο; Αλλά και από τους επαγγελματίες, αν θελήσει ο καθένας να μην παραχωρήσει και σε άλλους την ωφέλεια από το επάγγελμά του, όχι μόνο εκείνους, αλλά και τον εαυτό του θα ζημιώσει. Ακόμα και οι φτωχοί, αν ήταν τόσο κακοί όσο εσείς, οι πλούσιοι, που τίποτ' άλλο δεν σκέφτεστε παρά το πως θ' αυξήσετε τα κέρδη σας, και δεν έδιναν από το υστέρημά τους στους πιο φτωχούς και αναγκεμένους, γρήγορα θα σας έριχναν κι εσάς στη φτώχεια.
θάνατος - θανάτου
"Μα έχασα το μονάκριβο παιδί μου", θα πει ίσως κάποιος, "που πάνω του στήριζα τόσες ελπίδες". Και τί μ' αυτό; Ευχαρίστησε το Θεό, που πήρε το παιδί σου, και τότε δεν θα είσαι κατώτερος από τον Αβραάμ, που οδήγησε το γιο του Ισαάκ στο βουνό για να τον θυσιάσει, ύστερ' από θεία εντολή. Όπως εκείνος αγόγγυστα πρόσφερε το μονάκριβο παιδί του στο Θεό, έτσι πρόσφερέ το κι εσύ, και δεν θα πάρεις μικρότερη αμοιβή. Μην κλαις, μη βαρυγγωμάς, μην αναστενάζεις. Πες ό,τι είπε και ο μακάριος Ιώβ, όταν έχασε όλα του τα παιδιά: «Ο Κύριος μου τα έδωσε, ο Κύριος μου τα πήρε. Όπως φάνηκε καλό στον Κύριο, έτσι κι έγινε. Ας είναι τ' όνομά Του δοξασμένο παντοτινά» (Ιώβ 1:21). Έτσι αποστόμωσε και τη γυναίκα του, λέγοντάς της μάλιστα και τούτα τα λόγια, που προκαλούν το θαυμασμό μας: «Αν δεχτήκαμε από τα χέρια του Κυρίου τα αγαθά, δεν θα υπομείνουμε και τις συμφορές;» (Ιώβ 2:10). Έτσι να σκέφτεσαι κι εσύ, καθώς μάλιστα το παιδί σου δεν έπεσε στα χέρια εχθρού ή κακούργου, αλλά πήγε κοντά στο Θεό, που φροντίζει γι' αυτό περισσότερο από σένα και που γνωρίζει το συμφέρον του καλύτερα από σένα. Κοίτα πόσα παιδιά, που βρίσκονται στη ζωή, έκαναν μαρτυρική τη ζωή των γονιών τους.
θάνατος - θανάτου
"Τα καλά παιδιά δεν τα βλέπεις;", θα με ρωτήσεις. Και σου απαντώ: Τα βλέπω κι αυτά, η κατάσταση όμως του δικού σου παιδιού είναι πιο σίγουρη από τη δική τους. Μπορεί τώρα να είναι καλά, το τέλος τους όμως είναι άγνωστο. Εσύ δεν φοβάσαι πια για το παιδί σου, μήπως πάθει τίποτα ή μήπως πάρει στραβό δρόμο. Γι' αυτό, σου το ξαναλέω, μη θρηνείς. Να δοξολογείς μόνο τον Κύριο, όπως έκανε ο Ιώβ. "Και πώς να μη θρηνώ", θα πεις, "που δεν είμαι πια πατέρας;". Τί λόγια είναι τούτα; Μήπως έχασες το παιδί σου; Μάλλον τώρα το έκανες δικό σου και το έχεις πιο σίγουρα. Δεν έπαψες να είσαι πατέρας. Είσαι μάλιστα κάτι παραπάνω -όχι πια πατέρας ενός θνητού πλάσματος, μα ενός αθάνατου όντος! Μη νομίζεις ότι έχασες πραγματικά το παιδί σου, επειδή δεν είναι κοντά σου. Όπως θα συνέχιζε να είναι παιδί σου, αν είχε μεταναστεύσει σε μακρινή χώρα, έτσι και τώρα, που έφυγε για τον ουρανό. Βλέποντας, λοιπόν, τα μάτια του κλειστά, το στόμα του άφωνο και το σώμα του ακίνητο, μη σκέφτεσαι: "Αυτό το στόμα δεν μιλάει πια, αυτά τα μάτια δεν βλέπουν πια, αυτά τα πόδια δεν βαδίζουν πια". Αλλά να σκέφτεσαι: "Αυτό το στόμα θα πει καλύτερα λόγια, αυτά τα μάτια θα δουν ωραιότερα πράγματα, αυτά τα πόδια θα περπατήσουν στον ουρανό, αυτό το σώμα θ' αναστηθεί άφθαρτο και θα πάρω πίσω το παιδί μου λαμπρότερο". "Αλλά δεν γνωρίζω που πήγε", ίσως θα μου πεις. Πώς δεν το γνωρίζεις; Είτε θεάρεστα έζησε είτε όχι, είναι γνωστό που θα πάει. "Γι' αυτό ακριβώς κλαίω", θα εξηγήσεις, "γιατί έφυγε φορτωμένο με αμαρτίες". Μα κι αν δεν είχε αμαρτίες, μήπως δεν θα έκλαιγες και δεν θα βαρυγγωμούσες; Τώρα παραπονιέσαι στο Θεό και Του λες: "Γιατί μου πήρες το παιδί μου γεμάτο αμαρτίες;". Τότε θα Του έλεγες: "Γιατί μου πήρες ένα τόσο καλό παιδί;". Και στις δυο περιπτώσεις, όμως, πρέπει να χαίρεσαι. Αν το παιδί ήταν αμαρτωλό, γιατί έπαψε πια ν' αμαρτάνει και δεν πρόσθεσε μεγαλύτερο βάρος κακίας στην ψυχή του. Ενώ μάλιστα δεν μπορούσες να το βοηθήσεις όσο ζούσε, γιατί δεν άκουγε τις συμβουλές σου, τώρα μπορείς να το βοηθήσεις• όχι με δάκρυα και θρήνους, αλλά με προσευχές και ελεημοσύνες και προσφορές. Αυτά καθορίστηκαν από τους αγίους αποστόλους όχι τυχαία, αλλά με το φωτισμό του Αγίου Πνεύματος. Ο ιερέας, μπροστά στο ιερό θυσιαστήριο, όταν τελεί τα φρικτά Μυστήρια του Χριστού, μνημονεύει όχι μόνο τους ζωντανούς, αλλά και τους νεκρούς, οπότε οι ψυχές ανακουφίζονται. Και όταν εμείς κάνουμε γι' αυτούς προσφορές στην εκκλησία ή ελεημοσύνες στους φτωχούς, τους προξενούμε κάποια παρηγοριά, όσο αμαρτωλοί κι αν ήταν. Αν πάλι το παιδί σου ήταν καλό και ενάρετο, πολύ περισσότερο δεν πρέπει να λυπάσαι. Γιατί, όπως ο καθαρός κι ολόλαμπρος ήλιος ανεβαίνει στον ουρανό, έτσι και η καθαρή ψυχή, που εγκαταλείπει το σώμα, ανεβαίνει ολόλαμπρη, με τη συνοδεία αγγέλων, στο βασίλειο του Θεού.
θάνατος - θανάτου
Δεν είναι κακό, λοιπόν, το να πεθάνει κανείς. Τότε για ποιο λόγο φοβόμαστε το θάνατο; Γιατί δεν μας έχει κυριέψει ο έρωτας της ουράνιας βασιλείας, γιατί δεν μας έχει φλογίσει ο πόθος των μελλοντικών αγαθών. Αν είχε συμβεί αυτό, όλα τα αγαθά της γης θα τα περιφρονούσαμε. Όποιος φοβάται πάντα την κόλαση, δεν θα φοβηθεί ποτέ το θάνατο. Να μην έχετε, λοιπόν, τη σκέψη μικρού παιδιού, αλλά την ακακία μικρού παιδιού. Τα μικρά παιδιά φοβούνται τις αγριωπές αλλ' ακίνδυνες μάσκες, δεν φοβούνται όμως την επικίνδυνη φωτιά. Έτσι, αν τα κρατάει κανείς κοντά σ' ένα αναμμένο λυχνάρι, χωρίς να το σκεφτούν, ακουμπάνε το χέρι τους στη φλόγα και καίγονται.
θάνατος - θανάτου
Θέλετε να σας πω και άλλη αιτία, για την οποία φοβόμαστε το θάνατο; Γιατί δεν ζούμε ενάρετη ζωή και δεν έχουμε καθαρή συνείδηση. Αλλιώς ο θάνατος δεν θα μας τρόμαζε. Απόδειξέ μου ότι θα κληρονομήσω τη βασιλεία των ουρανών και σφάξε με τώρα κιόλας. Θα σου χρωστάω μάλιστα και χάρη για τη σφαγή μου, αφού θα με στείλεις γρήγορα σ' εκείνα τα αγαθά. "Αλλά φοβάμαι να πεθάνω άδικα", ίσως θα μου πεις. Ώστε ήθελες να πεθάνεις δίκαια; Και ποιός είναι τόσο ταλαίπωρος, που, ενώ μπορεί να πεθάνει άδικα, προτιμάει να πεθάνει δίκαια; Αν πρέπει να φοβόμαστε θάνατο, πρέπει να φοβόμαστε εκείνον που μας βρίσκει δίκαια. Όποιος πεθαίνει άδικα, μοιάζει στους αγίους. Γιατί οι περισσότεροι απ' αυτούς που ευαρέστησαν το Θεό, θανατώθηκαν άδικα. Και πρώτος ο Αβελ. Δεν δολοφονήθηκε γιατί έφταιξε στον Κάιν, αλλά γιατί τίμησε το Θεό. Και ο Θεός παραχώρησε να γίνει αυτός ο φόνος γιατί αγαπούσε τον Αβελ ή γιατί τον μισούσε; Ολοφάνερα γιατί τον αγαπούσε και ήθελε να του προσφέρει πιο λαμπρό στεφάνι, λόγω της άδικης σφαγής του.
θάνατος - θανάτου
Βλέπεις που δεν πρέπει να φοβάσαι μήπως πεθάνεις άδικα, αλλά μήπως πεθάνεις φορτωμένος με αμαρτίες; Ο Αβελ πέθανε άδικα, μα ο Κάιν πέρασε την υπόλοιπη ζωή του έχοντας την κατάρα του Θεού, στενάζοντας και τρέμοντας ακατάπαυστα. Ποιός από τους δύο ήταν πιο μακάριος; Εκείνος που έπαψε να ζει μέσα στη αρετή ή αυτός που έζησε μέσα στην αμαρτία; Εκείνος που άδικα πέθανε ή αυτός που δίκαια τιμωρήθηκε;
θάνατος - θανάτου
Ας μην κλαίμε, λοιπόν, αδιάκριτα όλους όσοι πεθαίνουν, αλλά εκείνους που πεθαίνουν έχοντας πολλές αμαρτίες. Σ' αυτούς πρέπουν τα δάκρυα και οι θρήνοι. Γιατί ποιά ελπίδα έχουν, αφού δεν είναι πια δυνατό να καθαριστούν από τις αμαρτίες τους; Όσο βρίσκονταν στην παρούσα ζωή, υπήρχε ελπίδα να μετανοήσουν. Εκεί που πήγαν, όμως, δεν κερδίζει κανείς τίποτα με τη μετάνοια. Ας τους κλαίμε, ναι, όχι όμως με τρόπο υστερικό και άπρεπο, όχι τραβώντας τα μαλλιά μας, ξεσκίζοντας το πρόσωπό μας, ουρλιάζοντας και τσιρίζοντας, αλλά με σεμνότητα, αφήνοντας τα δάκρυα να κυλούν ήρεμα από τα μάτια μας. Αυτό ωφελεί κι εμάς. Γιατί, πενθώντας έτσι τον νεκρό, πολύ περισσότερο θα προσπαθήσουμε να μην πέσουμε και οι ίδιοι σε παρόμοια αμαρτήματα. Με το τράβηγμα των μαλλιών και τις κραυγές ο νους σκοτίζεται, ενώ με το ήρεμο πένθος διατηρεί τη διαύγειά του και μπορεί να φιλοσοφήσει ωφέλιμα γύρω από το θάνατο.
θάνατος - θανάτου
Μ' αυτόν τον τρόπο να φιλοσοφείς όχι μόνο όταν πεθαίνει κάποιος γνωστός σου, μα κι όταν βλέπεις έναν άγνωστο νεκρό να οδηγείται με πομπή μέσ' από τους δρόμους στην τελευταία του κατοικία και να συνοδεύεται από τα ορφανά παιδιά του, τη χήρα γυναίκα του, τους συγγενείς και τους φίλους του, όλους κλαμένους και συντριμμένους. Να συλλογίζεσαι τότε πως η ζωή και τα πράγματα του κόσμου τούτου δεν έχουν καμιάν αξία και καμιά διαφορά από τις σκιές και τα όνειρα.
θάνατος - θανάτου
Κοίτα, πόσα κάστρα και παλάτια βασιλιάδων, ηγεμόνων και αρχόντων είναι σωριασμένα σε ερείπια! Σκέψου, πόση δύναμη και πόσο πλούτο είχαν κάποτε! Τώρα έχουν ξεχαστεί και τα ονόματά τους. Λέει η Γραφή: «Πολλοί άρχοντες έχασαν την εξουσία τους και κάθησαν στο χώμα• κι ένας άσημος, που κανείς δεν φανταζόταν ότι θα γίνει βασιλιάς, φόρεσε στέμμα» (Σοφ. Σειρ. 11:5). Δεν σου φτάνουν αυτά; Συλλογίσου τότε, ποιά είναι η αξία σου όταν κοιμάσαι; Μήπως δεν μπορεί κι ένα ζωύφιο να σε θανατώσει; Ναι, πολλοί πέθαναν έτσι στον ύπνο τους. Αλήθεια, από μια κλωστή κρέμεται η ζωή μας! Κόβεται η κλωστή και τελειώνουν όλα. Έτσι να φιλοσοφείς και να μη σαγηνεύεσαι από την ομορφιά, τα πλούτη, τη δόξα, τις απολαύσεις. Ένα μόνο να σε απασχολεί: Που τελειώνουν όλα αυτά. Θαυμάζεις όσα βλέπεις εδώ στη γη; Πιο αξιοθαύμαστα, όμως, είναι εκείνα που αναφέρονται στις άγιες Γραφές.
θάνατος - θανάτου
Δείξε μου έναν αγέρωχο άρχοντα ή έναν λαμπροντυμένο πλούσιο, όταν ψήνεται από τον πυρετό, όταν ψυχομαχεί, και τότε θα σε ρωτήσω: "Πού είναι εκείνος, που περνούσε από την αγορά καμαρωτός και περήφανος με ακολούθους και σωματοφύλακες; Πού είναι εκείνος, που φορούσε πανάκριβα ρούχα; Πού είναι η χλιδή της ζωής του, η πολυτέλεια των συμποσίων του, οι υπηρέτες, οι παρατρεχάμενοι, τα γέλια, οι ανέσεις, οι σπατάλες; Όλα έφυγαν και πέταξαν. Τί απέγινε το σώμα, που απολάμβανε τόση ηδονή; Πλησίασε στον τάφο και κοίτα τη σκόνη, τη σαπίλα, τα σκουλήκια. Κοίτα και στέναξε πικρά. Και μακάρι το κακό να περιοριζόταν σε τούτη τη σκόνη, που βλέπεις. Από τον τάφο και τα σκουλήκια φέρε τη σκέψη σου στο ακοίμητο σκουλήκι της άλλης ζωής, στο τρίξιμο των δοντιών, στο αιώνιο σκοτάδι, στην άσβεστη φωτιά, στις πικρές και αφόρητες εκείνες τιμωρίες, που δεν θα έχουν τέλος. Εδώ, στη γη, και τα καλά και τα κακά κάποτε, αργά ή γρήγορα, τελειώνουν εκεί, όμως, και τα δύο διαρκούν αιώνια. Και διαφέρουν ως προς την ποιότητα από τα καλά και τα κακά του κόσμου τούτου τόσο, που δεν είναι δυνατό να εκφράσει κανείς με λόγια.
θάνατος - θανάτου
Τί έγιναν, λοιπόν, όλα εκείνα τα μεγαλεία; Τί έγιναν τα χρήματα και τα κτήματα; Ποιός άνεμος φύσηξε και τα πήρε και τα σκόρπισε; Τί θέλει, πάλι, κι αυτή η ανώφελη δαπάνη για την κηδεία, που και τον νεκρό δεν ωφελεί και τους οικείους του ζημιώνει; Ο Χριστός αναστήθηκε γυμνός από τον τάφο. Ας μη γίνεται, λοιπόν, η κηδεία αφορμή ικανοποιήσεως της μανίας μας για επίδειξη. Ο Κύριος είπε: «Πείνασα και μου δώσατε να φάω• δίψασα και μου δώσατε να πιω• ήμουνα γυμνός και με ντύσατε» (Ματθ. 25:35-36). Όμως δεν είπε: «Ήμουνα νεκρός και με θάψατε». Γιατί, αν μας παραγγέλλει να μην έχουμε τίποτα περισσότερο από ένα σκέπασμα, όταν ζούμε, πολύ περισσότερο όταν πεθάνουμε. Ποιάν απολογία θα δώσουμε στο Θεό, λοιπόν, όταν ξοδεύουμε τεράστια ποσά για να κηδέψουμε ένα νεκρό σώμα, τη στιγμή που ο Χριστός, με τη μορφή των φτωχών συνανθρώπων μας, τριγυρνάει πεινασμένος και γυμνός, κι εμείς αδιαφορούμε γι' αυτό;
θάνατος - θανάτου
Όλα όσα σας λέω, βέβαια, είναι ανώφελα για κείνους που έχουν ήδη πεθάνει. Ας τ' ακούσουν, όμως, οι ζωντανοί και ας συνέλθουν, ας λογικευτούν, ας διορθωθούν. Όπου νά 'ναι θα έρθει και η δική τους ώρα. Δεν θ' αργήσουν να βρεθούν κι αυτοί, δεν θ' αργήσουμε να βρεθούμε όλοι μας, μπροστά στο φοβερό Κριτήριο, όπου θα δώσουμε λόγο για τις πράξεις μας. Ας αγωνιστούμε, λοιπόν, να γίνουμε καλύτεροι, εγκαταλείποντας την αμαρτία και ακολουθώντας την αρετή, για να μη χάσουμε τη βασιλεία των ουρανών, για ν' αποκτήσουμε τα άφθαρτα αγαθά, που έχει ετοιμάσει για μας ο φιλάνθρωπος Κύριος.
θάνατος - θανάτου
Πηγή: Βιβλίο «Θέματα ζωής».
Κείμενα του Αγίου Ιωάννου του Χρυσόστομου.
Η επεξεργασία και μετάφραση των κειμένων καθώς και η έκδοση των βιβλίων έχουν γίνει από τους πατέρες της Ιεράς Μονής Παρακλήτου Ωρωπού, Τόμος Α', σελ. 106-121

Πέμπτη 17 Σεπτεμβρίου 2015

Σταύρωση, Ταφή και Ανάσταση στο έργο του Ρέμπραντ


Του Ξενοφώντα Παπαευθυμίου
μουσειολόγου - συντηρητή έργων τέχνης
Η θρησκευτική μας εικονογραφία είναι γεμάτη από σπουδαίες απεικονίσεις σκηνών από τα πάθη και την Ανάσταση του Χριστού, απεικονίσεις ιδιαίτερου "ύψους" και "μεγέθους", οι οποίες καταφέρνουν με μοναδικό ίσως τρόπο να αποδώσουν όχι μόνο την τραγικότητα αλλά και την εσωτερική διάσταση και αλήθεια αυτών των στιγμών.
Συνηθίζουμε να λέμε ότι μόνον η ανατολική ζωγραφική παράδοση καταφέρνει να αποδώσει την εσωτερικότητα και τον συμβολισμό αυτών των σκηνών χωρίς να καταφεύγει σε τεχνάσματα το οποία μας οδηγούν σε φυσιοκρατικές καταστάσεις, κάτι που συνήθως συμβαίνει στην δυτική τέχνη, η οποία προβάλλει κυρίως την ανθρώπινη και όχι την υπερβατική διάσταση.
Ένας από τους μεγάλους δασκάλους της δυτικοευρωπαϊκής παράδοσης που κατάφερε να προσδώσει μία ξεχωριστή διάσταση στις ιερές αυτές σκηνές, ξεφεύγοντας από την απλή εικονογραφική και διακοσμητική απόδοση πολλών άλλων ομότεχνών του, είναι ο Ολλανδός Ρέμπραντ φάν Ράϊν (16061669).
Ο Ρέμπραντ σηματοδότησε την τέχνη της εποχής του επηρεάζοντας σαφώς την εξέλιξη της ευρωπαϊκής τέχνης με τον ξεχωριστό τρόπο με τον οποίο χειρίστηκε το χρώμα και το φως μέσα στο έργο του, κάτι που του έδινε την δυνατότητα να διεισδύει στην ίδια την ουσία του θέματος και να ανακαλύπτει την βαθύτερη δομή και νόημά του, δημιουργώντας και εφαρμόζοντας τους δικούς του κανόνες και ευρήματα που προσέδιδαν σε αυτό μια ξεχωριστή ευαισθησία.

Ρεμπράντ Φαν Ράιν
Το στήσιμο του σταυρού (1633)
Πινακοθήκη Μονάχου
Με κύριο εργαλείο του το χρώμα, που κυμαινόταν από το αστραφτερό λευκό μέχρι τα βελούδινα καφέ και το μαύρο, κατάφερνε να δώσει έναν ξεχωριστό φωτισμό στο έργο του που λειτουργούσε σκηνογραφικά, αποδίδοντας έτσι τις έντονες συναισθηματικές καταστάσεις των θεμάτων του, καταφέρνοντας να δημιουργήσει άχρονες σκηνές, όπως θα τις χαρακτηρίζαμε και στην ανατολική παράδοση.
Τέτοια χαρακτηριστικά διακρίνουμε και στα έργα του Ρέμπραντ που βρίσκονται στην Πινακοθήκη του Μονάχου, μια σειρά ελαιογραφιών σε μουσαμά με στρογγυλεμένο το πάνω μέρος, από τις οποίες ξεχωρίζουμε το "Στήσιμο του Σταυρού", την "Ταφή" και την "Ανάσταση", τρία από το πιο σημαντικά θρησκευτικά έργο της δυτικής παράδοσης.
Στο "Στήσιμο του Σταυρού" κυριαρχεί το διαγώνιο μοτίβο του σταυρού που υψώνεται απότομα μέσα στον πλημμυρισμένο από το σκοτάδι καταθλιπτικό χώρο. Η τραγικότητα της σκηνής τονίζεται από το δυνατό φως που λούζει τον Σταυρωμένο, ενώ το πλήθος των θεατών σαν χορός αρχαίας τραγωδίας χάνεται στην σκιά.

Ρεμπράντ Φαν Ράιν
Η ταφή (1636-39)
Πινακοθήκη Μονάχου
Το φως που λούζει την μορφή του σταυρωμένου Χριστού, γλιστράει προς τα κάτω δημιουργώντας ανταύγειες στην πανοπλία του στρατιώτη και συγκεντρώνεται πάνω στην φιγούρα με τον γαλάζιο σκούφο, που ισορροπεί την σύνθεση παίζοντας τον ρόλο του κέντρου βάρους.
Η μορφή αυτή είναι η αυτοπροσωπογραφία του ίδιου του καλλιτέχνη, που έρχεται να αντιπροσωπεύσει την ίδια την ζωή ερχόμενος σε αντίθεση με τις υπόλοιπες απρόσωπες, βουβές και παγωμένες παρουσίες.
Σαν τραγωδία που εξελίσσεται σε μία θεατρική σκηνή παρουσιάζεται η "Ταφή" που αντιπροσωπεύει η τελευταία πράξη του Θείου Δράματος.
Η θεατρικότητα και αυτής της σκηνής είναι εμφανής αφού και εδώ το στήσιμο αλλά και o φωτισμός, αντισυμβατικός σχεδόν μεταφυσικός, κυριαρχούν όπως και στον προηγούμενο πίνακα.
Η ατμόσφαιρα είναι απόκοσμη και μέσα από έναν βαρύ ίσκιο τα γεγονότα και τα πρόσωπα ξεχωρίζουν από το φως που έρχεται από τρεις πηγές σε τριγωνική λοξή διάταξη.
Το φόντο λειτουργεί υπαινικτικά καθώς ξεμακραίνει το τοπίο προς το βάθος, αφήνοντας να εννοηθεί μια μελλοντική ελπίδα μέσα από το φωτεινό ξάνοιγμα του ουρανού.

Ρεμπράντ Φαν Ράιν
Ανάσταση (1636-39)
Πινακοθήκη Μονάχου
Το φως ξεσκεπάζει αμείλικτα το σώμα του Χριστού, τον τάφο και τα πρόσωπα που θρηνούν αναδεικνύοντάς τα σε κύρια στοιχεία της σύνθεσης, ενώ δευτερεύοντες φωτισμοί τονίζουν την μικρή πυραμίδα στα δεξιά, που σχηματίζεται από τις τρεις Μαρίες.
Μέσα από λεπτές συνθετικές και χρωματικές ισορροπίες ο Ρέμπραντ δημιουργεί και εδώ ένα πολυσύνθετο και μεγαλόπνοο έργο που δίνει την αίσθηση του απεριόριστου χώρου, έξω από τον χρόνο.
Εξίσου σημαντική είναι η σκηνή της "Ανάστασης" που εξελίσσεται μέσα από μία έκρηξη φωτός γύρω από τον άγγελο που αποτελεί το κέντρο της σύνθεσης.
Η φωτεινή αυτή έκρηξη ξεχύνεται προς τα κάτω φωτίζοντας απαλά την μορφή του αναστημένου Χριστού στα δεξιά, ενώ χτυπά με κομματιαστές, και βίαιες λάμψεις το σύμπλεγμα των στρατιωτών, αφήνοντας στο ημίφως δεξιά κάτω τις έκπληκτες τρεις Μαρίες.
Τα τρία αυτά έργα του Ρέμπραντ ξεφεύγουν από την επιφανειακή αντιμετώπιση αυτών των θεμάτων, στην οποία μας έχουν συνηθίσει πολλοί καλλιτέχνες της δύσης, αφού ο καλλιτέχνης δεν αρκείται απλά σε μια αισθητική εικαστική αναζήτηση, αλλά παίρνει την αφορμή μέσω αυτής να εμβαθύνει και να αποδώσει εσώτερες καταστάσεις και προβληματισμούς με την χρήση συμβολικών και υπαινικτικών στοιχείων.

Τρίτη 15 Σεπτεμβρίου 2015

Νέα Ἔκδοση: ΛΟΓΟΣ ΓΙΑ ΤΑ ΠΝΕΥΜΑΤΑ-ΛΟΓΟΣ ΓΙΑ ΤΟΝ ΘΑΝΑΤΟ (Ἁγίου Ἰγνατίου Μπριαντσιανίνωφ [Ἔργα Ε´])


ΝΕΑ ΕΚΔΟΣΗ

Ἁγίου Ἰγνατίου Μπριαντσιανίνωφ

Λόγος γιὰ τὰ πνεύματα
– Λόγος γιὰ τὸν θάνατο


ἔκδ. Ἱ. Μονῆς Παρακλήτου,

Ὠρωπὸς Ἀττικῆς, Ὀκτώβριος 2014
Σελ. 304

       (ἀπόσπασμα ἀπὸ τὸν Λόγο γιὰ τὰ Πνεύματα) 

ag.ignatios-5.             «Μόνο ὅποιος τηρεῖ ὅλες ἀνεξαίρετα τὶς ἐντολὲς μπορεῖ νὰ νικήσει τὸν ἐχθρό. Τὶς ὧρες τῶν σατανικῶν ἐπιθέσεων ἀναδεικνύονται καὶ ἀποδεικνύονται οἱ ἀνδρεῖοι στρατιῶτες τοῦ Χριστοῦ, πού, νικώντας, μεταβαίνουν ἀπὸ τὸν αἰώνιο θάνατο στὴν ἀνάσταση καὶ τὴν αἰώνια ζωὴ τῆς ψυχῆς. Τὴν πανοπλία τοῦ Θεοῦ τὴ φοροῦν οἱ ἅγιοί Του. Ὁ κανόνας τῆς ζωῆς τῶν ἁγίων εἶναι τὸ Εὐαγγέλιο. Ὁ λόγος τους ―ὁ λόγος καὶ τῶν χειλιῶν καὶ τοῦ νοῦ καὶ τῆς καρδιᾶς τους― εἶναι ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ, εἶναι τὸ ὄνομα τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ Χριστοῦ. Μ᾽ αὐτὴ τὴν πνευματικὴ μάχαιρα συντρίβουν τὰ περιστρεφόμενα πύρινα ξίφη τῶν ἐχθρῶν ―τοὺς δαιμονικοὺς λογισμοὺς καὶ τὶς δαιμονικὲς φαντασίες―, κι ἔτσι αὐτὰ δὲν μποροῦν νὰ διαπεράσουν τὶς ψυχές τους. Μὲ συνεχῆ ἐγρήγορση καὶ νήψη ἐπιτηροῦν τὸν νοῦ καὶ τὴν καρδιά τους ὅλοι οἱ ἀληθινοὶ δοῦλοι τοῦ Θεοῦ. Φωτισμένοι ἀπὸ τὴ θεία χάρη, ἀντιλαμβάνονται ἤδη ἀπὸ μακριὰ τοὺς νοητοὺς κλέφτες καὶ φονιάδες, ὅταν αὐτοὶ τοὺς πλησιάζουν, καὶ βλέπουν μέσα τους σὰν σὲ καθρέφτη τὰ μαῦρα πρόσωπα τῶν νοητῶν αἰθιόπων. Διακόπτοντας ἀπὸ τούτη τὴ ζωὴ κάθε κοινωνία μὲ τοὺς δαίμονες, στεροῦν ἀπ᾽ αὐτοὺς κάθε δικαίωμα ἢ ἐξουσία πάνω στὶς ψυχές τους. Ἔτσι, ὅταν χωρίζονται ἀπὸ τὰ σώματά τους, περνοῦν ἀνεμπόδιστα τὶς ἐξουσίες τοῦ ἀέρα, τὶς νικημένες ἤδη ἀπὸ τὴν ἀρετή τους».


βλ. σχετ.: Νέα Ἔκδοση: ΑΣΚΗΤΙΚΕΣ ΕΜΠΕΙΡΙΕΣ Δ´ (Ἁγίου Ἰγνατίου Μπριαντσιανίνωφ)


Ὁ Μέγας Ἀθανάσιος γιά τούς κεκοιμημένους

  Ο Μέγας Αθανάσιος στον ωραιότατο λό­γο του για τους κοιμηθέντας γράφει:
«Μην αρνεί­σαι να προσφέρης λάδι και να ανάβης κεριά στον τάφο του, επικαλούμενος Χριστόν τον Θεόν, και αν ακόμα ο κοιμηθείς τελείωσε ευσεβώς τη ζωή του και τοποθετήθηκε στον ουρανό.
 Γιατί αυτά είναι ευπρόσδεκτα από το Θεό και προσκομίζουν μεγάλη την ανταπόδοσή του, γιατί το λάδι και το κερί είναι θυσία και η θεία λειτουργία εί­ναι εξιλέωση. Η δε αγαθοεργία φέρνει τελικά προσαύξηση σε κάθε αγαθή ανταπόδοση. Ο σκο­πός του προσφέροντος για την ψυχή κοιμηθέντος είναι ίδιος με τα όσα κάνει όποιος έχει μικρό παιδί άρρωστο και αδύναμο, για το οποίο προ­σφέρει στον ιερό ναό κεριά, θυμίαμα και λάδι με πίστη και τα χαρίζει όλα για το παιδί του.
Τα κρατάει και τα προσφέρει με τα χέρια του σαν να τα κρατάει και να τα προσφέρη το ίδιο το παιδί, ακριβώς δηλ. όπως γίνεται όταν στο βάπτισμα αποκηρύσσεται ο σατανάς από τον ανάδοχο για λογαριασμό του νηπίου.
Παρομοίως πρέπει να θεωρείται και όποιος πέθανε πιστός στον Κύριο, ότι κρατάει και προσφέρει τα κεριά και το λάδι, και όλα όσα προσφέρονται για τη λύτρωσή του.Έτσι με τη χάρη του Θεού η προσπάθεια που γί­νεται με πίστη δε θα πάει χαμένη. Να είστε σίγουροι ότι οι θείοι απόστολοι και οι θεοδίδακτοι διδάσκαλοι και οι θεόπνευστοι πατέρες, αφού πρώτα ενώθηκαν με το θείο και φωτίσθηκαν καθόρισαν με τρόπο θεάρεστο τις λειτουργίες, τις προσευχές και τις ψαλμωδίες, που γίνονται κάθε χρόνο στη μνήμη εκείνων πού πέθαναν.
Και όλα αυτά μέχρι σήμερα, πάντα με τη χάρη του φιλανθρώπου Θεού, αυξάνονται και συμπληρώνονται σ’ όλα τα σημεία του ορίζοντος για να δοξάζεται και να εξυμνείται ο Κύριος των κυρίων και Βασι­λεύς των βασιλευόντων».
Αλλά έρχεται ο αντίθετος και λέει: «Εάν έτσι έχουν τα πράγματα θα σωθούν όλοι και κα­νείς δε θα χαθή».
Μακάρι να συμβή αυτό. Αυτό είναι που επιθυ­μεί, που επιδιώκει, που θέλει, και αυτό είναι που ευχαριστεί τον πανάγαθο Κύριο, να μη στερηθή κανένας τις δωρεές του. Σάμπως τα βραβεία και τα στεφάνια τα ετοίμασε για τους αγγέλους; Γι’ αυτούς ήρθε από τον ουρανό και πήρε σάρκα από την Παρθένο, έγινε άνθρωπος και έπαθε; Στους αγγέλους πάλι θα πη «ελάτε ευλογημένοι του πα­τέρα μου να κληρονομήσετε την ετοιμασμένη βα­σιλεία»; (Ματθ. 25, 34).
Δεν μπορεί να υπάρχη άλλη γνώμη. Αυτός που έπαθε για τον άνθρωπο, για τον άνθρωπο ετοίμασε και τα βραβεία. Εξ άλλου ποιος καλεί φίλους και δεν χαίρεται να του έρθουν όλοι και να χαρούν μαζί του; Γιατί για ποιον έκανε τις ετοιμασίες; Αν αυτό το θέ­λουμε εμείς φανταστείτε πόσο περισσότερο το θέλει ο μεγαλόδωρος και από τη φύση του πανά­γαθος και φιλάνθρωπος Θεός, που χαίρεται πε­ρισσότερο μοιράζοντας και παρέχοντας δώρα, α­πό όσο χαίρεται εκείνος που τα λαμβάνει.
Όσοι αμφισβητούν τα παραπάνω να προ­σέξουν. Τον κάθε άνθρωπο που φρόντισε και έκανε έστω μικρά ζύμη από αρετές και δεν πρόλαβε να τη μεταβάλη σε άρτο, ήθελε σίγουρα, ήταν στην επιθυμία του, αλλά είτε από αμέλεια, είτε α­πό τεμπελιά, είτε από ατολμία, είτε από αναβολή, σήμερα – αύριο, και τον πρόλαβε και τον θέρισε ο θάνατος απρόσμενα, χωρίς να το περιμένη, αυτόν δεν πρόκειται να τον λησμονήσει ο δίκαιος Κριτής και Δεσπότης.
Στην περίπτωση αυτή θα παρακίνηση, μετά το θάνατό του, τους δικούς του φίλους και συγγενείς και θα συγκίνηση τις ψυχές τους για να τον βοηθήσουν. Τότε αυτοί παρακινημένοι από το Θεό, που θα τους ανάψει τις ψυχές να αγαπήσουν, αυτοί θα τρέξουν να καλύψουν το κενό εκείνου που πέθανε.
Και αντιθέτως για εκείνον που έζησε μέσα στην αμαρτία, σε μια ζωή γεμάτη με αγκάθια και βρωμιές, που δεν άκουσε ποτέ τη φωνή της συνει­δήσεώς του, που κυλιόταν χωρίς φόβο και ντρο­πή στις δυσωδίες των ηδονών με μόνη φροντίδα να ικανοποιή τις ορέξεις της σαρκός του, με κα­νένα ενδιαφέρον για την ψυχή, με φρόνημα καθα­ρά σαρκικό και κοσμικό, σ’ αυτόν, όταν έρθη η ώρα του θανάτου, κανένας δε θα δώση χέρι βοη­θείας.
Όλα θα εξελιχθούν έτσι ώστε να μη τον βοηθήση ούτε η γυναίκα του, ούτε τα παιδιά του, ούτε οι φίλοι του και συγγενείς, ούτε κανένας αφού ο Θεός δεν τον έχει μετρημένο με τους δι­κούς του. Εύχομαι, αν είναι δυνατόν, να με βοηθήσουν οι φίλοι μου να μην αφήσω κανένα υστέρη­μα.
Εάν όμως φτάσω στο τέλος χωρίς να είμαι έ­τοιμος και ως άνθρωπος αφήσω κανένα υστέρη­μα, παρακαλώ τον Κύριο να συγκίνηση τις ψυχές των φίλων και συγγενών, να ζεστάνει τις καρδιές τους για να με βοηθήσουν μετά το θάνατό μου με έργα αρεστά στο Θεό.
Κύριε, Θεέ των θαυμάτων και βοηθέ των απόρων σε ικετεύω, την ώρα εκεί­νη να μη βρεθώ με κανένα υστέρημα, σε τίποτε λειψός τόσο εγώ όσο και όσοι πιστεύουν σε σέ­να.
Αλλά ας ακούσομε τί λέει, τί διδάσκει ο ιε­ρός Χρυσόστομος, που τον ανέφερα και νωρίτερα:
«Εάν δεν πρόλαβες να ρυθμίσεις όλα τα ζη­τήματα της ψυχής όσο ζούσες, τότε φρόντισε, έ­στω και στα τελευταία σου, να αφήσης εντολή στους δικούς σου να σου στείλουν όλα τα δικά σου μαζί σου και να σε βοηθήσουν. Εννοώ βε­βαίως τις ελεημοσύνες και τις προσφορές. Έτσι θα μαλακώσεις τον Λυτρωτή απέναντί σου, αφού με αυτά ευχαριστιέται και τα δέχεται».

Και αλλού γράφει ο ίδιος: «Στη διαθήκη σου βάλε να σε κληρονομήση μαζί με τα παιδιά σου και ο Δεσπότης Χριστός. Βάλε στο χαρτί και το όνομα του Κριτή και μη παραλείπης τους φτω­χούς. Και εγώ εγγυώμαι γι αυτούς.
Αυτό δεν ση­μαίνει πως έχετε το δικαίωμα να δικαιολογείσθε για να μην κάνετε ελεημοσύνες όσο είστε ζωντα­νοί, δεν είναι αφορμή για να αφήνετε τις ελεημο­σύνες για μετά το θάνατο. Μια τέτοια σκέψη εί­ναι εντελώς απαράδεκτη, ντροπιαστική και ξένη από το θέλημα του Θεού. Ίσα-ίσα είναι πολύ κα­λό και πολύ αρεστό στο Θεό και καλοδεχούμενο απ’ αυτόν να στολίζη ο κάθε θεοσεβής και θεοφο­βούμενος χριστιανός τον εαυτό του με όλες τις α­γαθοεργίες. Να απομακρύνεται από κάθε ακαθαρ­σία πνευματική.
Να ακολουθεί τις φωτεινές εντο­λές του Θεού για να μπορή να του πη θαρρετά, όταν θα βρεθή μπροστά του, «η καρδιά μου είναι έτοιμη, Θεέ μου, η καρδιά μου είναι έτοιμη» (Ψαλμ. 107, 2). Και έτσι ετοιμασμένος να μπόρε­ση να υποδεχθή τους αγγέλους που κατεβαίνουν να τον παραλάβουν».
Αυτό όμως λίγοι το κάμνουν και το πετυχαί­νουν, κατά το λόγιο: «λίγοι είναι αυτοί που σώζονται» (Λουκ. 13, 23). Βεβαίως αυτό δεν το είπε τυχαία η Σοφία του Θεού, αλλά με κάποιο, θα έ­λεγα, παράπονο ότι «λίγοι είναι όσοι σώζονται».
Πράγματι γνωρίζομε ότι πολύ δύσκολο να βρε­θούν σ’ αυτή την κατηγορία άνθρωποι. Αναγκα­στικά λοιπόν πηγαίνομε στη δεύτερη κατηγορία, σύμφωνα με τη διδασκαλία των αποστόλων και των πατέρων. Ώστε οι κεκοιμημένοι, με τη βοή­θεια του Θεού, να ωφελούνται. Η φιλανθρωπία να αυξάνεται. Να επιβεβαιώνεται η ελπίδα της α­ναστάσεως.
Να δυναμώνη η προσευχή στον Θεό. Να πυκνώνη το εκκλησίασμα στους ιερούς ναούς και να είναι πιο θερμό. Και να παίρνη όλο και πιο μεγάλες διαστάσεις η αγαθοεργία προς τους φτωχούς.

Δείτε με πόσους τρόπους η υπόθεση γί­νεται επικερδής και ωφέλιμη και από πόσα επιβεβαιώνεται η βοήθεια προς τους κεκοιμημένους. Γιατί γίνεται αφορμή σωτηρίας και των καταλεγόντων. Επειδή αν σβήσεις την αιτία χάνεις και τα αποτελέσματα. Ποια ανάγκη θα έπειθε τους μι­κρόψυχους να προθυμοποιηθούν και να την τελέ­σουν εάν δεν ήταν σίγουροι ότι θα απαλλάξουν τους δικούς τους από τα παραπτώματα; Τότε πια δεν θα γράφονται στις διαθήκες μερίδια για τους πτωχούς.
Θα σταματήσουν οι λειτουργίες υπέρ των νεκρών, οι ψαλμωδίες και οι άλλες τελετές και τα μνημόσυνα που γίνονται στις τρεις μέρες, στις εννέα, στις σαράντα, στο χρόνο, όλα δηλ. αυτά που όχι τυχαία τα καθιέρωσαν οι διδάσκα­λοι. Μακάρι όμως να μη συμβή κάτι τέτοιο ή να παραλείψουμε κάτι από αυτά.
Υπάρχει όμως το ερώτημα: Τί γίνεται με τους ξένους, τους πτωχούς και γενικά μ’ εκείνους που δεν έχουν δικούς τους για να βοηθήσουν και να τρέξουν, ούτε μπορούν να αφήσουν κληρονο­μιά ή να τελέσουν λειτουργίες, ή ελεημοσύνες;
Άραγε επειδή δεν έχουν ανθρώπους να τους συ­μπονέσουν θα χάσουν την ευκαιρία της σωτη­ρίας; Μήπως είναι άδικος ο Θεός να δίνη σε ό­σους έχουν και μπορούν και να στερή όσους δεν έχουν; Βγάλτε αυτό από το μυαλό σας, γιατί είναι δίκαιος ο Θεός και Δεσπότης, ή για να πούμε την ακρίβεια αυτός είναι η ίδια η δικαιοσύνη, είναι η σοφία, η αγαθότητα και η μόνη δύναμη.
Η δι­καιοσύνη του θα μέτρηση σωστά στον άπορο τα όσα έχει ο πλούσιος. Η σοφία του θα κάνη τα πράγματα έτσι που θα καλυφθούν οι ελλείψεις.
Η δύναμή του θα αποδυνάμωση τον δυνατό και θα ενισχύση τον αδύνατο. Η αγαθότητά του θα σώση το πλάσμα του, εάν βεβαίως αυτό δεν είναι από την μερίδα που συχαίνεται την ορθή πίστη και που η αριστερή πλάστιγγά του βαραίνει πολύ.
Γιατί λένε οι φωτισμένοι από το Θεό άνδρες, ότι η κατάσταση της τελευταίας στιγμής και οι πράξεις ζυγίζονται σε μια ζυγαριά. Και εάν η ζυ­γαριά κλίνη προς τα δεξιά είναι φανερό ότι την ψυχή αυτή θα την πάρουν οι δεξιοί άγγελοι.
Εάν η ζυγαριά ζυγιάζεται στα ίσα τότε νικάει η φι­λανθρωπία του Θεού. Αλλά κατά τους θεολόγους και αν η ζυγαριά γέρνη λίγο προς τα αριστερά τότε το λίγο έλλειμμα το αναπληρώνει η ευσπλα­χνία του Θεού.
Έχομε τρεις λοιπόν θείες κρίσεις του Δεσπότου. Δίκαιη η πρώτη. Φιλάνθρωπη η δεύτερη. Υπεράγαθη η τρίτη. Υπάρχει όμως και μια τέταρτη. Είναι όταν οι πονηρές πράξεις είναι κατά πολύ βαρύτερες. Τότε αλλοίμονο, αδελφοί μου. Όμως και εδώ η κρίση του Θεού είναι δί­καιη, αφού αποδίδει με δικαιοσύνη όσα ανήκουν στον καθένα.
Μερικοί επικαλούνται τα λόγια του μακα­ρίου και ουρανοφάντορα Βασιλείου: «Μη πλανιέ­στε, ο Θεός δεν κοροϊδεύεται» (Γαλ. 6, 7). «Ο νε­κρός δεν μπορεί να θυσιάζη και να κάνη προσφο­ρές. Σάμπως μπορείς με αποφάγια να στρώσης τραπέζι στους λαμπρούς απεσταλμένους του βα­σιλέως; Γιατί αν εκείνος που προσφέρει από το περίσσευμά του δεν γίνεται δεκτός, εσύ θα προσφέρης στον ευεργέτη ό,τι σου περίσσεψε μετά από μια ζωή;»
Σ’ αυτούς απαντάμε έτσι: Καλά τα λέει ο Μέγας Βασίλειος. Πρέπει όμως να δούμε σε ποιον τα λέει. Τα λέει στους πλεονέκτες, στους σκληρούς άρπαγες, στους άσπλαχνους και άπονους. Να πως τους ονομάζει:
«Μιλάμε σε πέ­τρινη καρδιά. Όταν ζούσες μέσα στις ηδονές, στην καλοπέραση, στην καλοζωή σου τότε δεν καταδεχόσουν ούτε ένα βλέμμα να ρίξης στους πτωχούς. Όταν θα πεθάνης ποιος μισθός σου ο­φείλεται;»…

Και πάλι αλλού λέει ο ίδιος: «Δεν μου επιτρέπει το σπίτι του γείτονα να έχω θέα»… «Ο άρπαγας δε σέβεται ούτε το χρόνο ούτε έχει φραγμούς, αλλά όλα σαν φωτιά τα αγκαλιάζει και τα εκμεταλλεύεται και σαν το ορμητικό ποτάμι παρασύρει τα πάντα μπροστά του».
Πολλά τέτοια γράφει στο βιβλίο του το ιερό και είναι φανερό ότι απευθύνεται σ’ αυτούς που όχι μόνο δεν έδω­σαν κάτι για τους πτωχούς, αλλά φρόντιζαν να αρπάζουν και όσα ανήκαν σ’ αυτούς.
Και να μην ακούσω κανέναν να λέη: Πώς είναι δυνατόν να υπάρχουν άνθρωποι με πλούτο και να μη λυπούνται τους πτωχούς; Και βεβαίως υπάρχουν, όπως έχει λεχθή σε πολλές εποχές, αλλά και στα χρόνια του αξέχαστου και οσιωτάτου Ιωάννου του Ελεήμονος, ο Πέτρος ο τελώ­νης που από άσπλαχνος μεταστράφηκε σε ελεή­μονα και άγιο. Λέγεται στην ιστορία του ότι ήρ­θε σε έκσταση και είδε να ζυγίζονται οι πράξεις του. Παρατήρησε τότε ότι στη δεξιά πλάστιγγα της ζυγαριάς υπήρχε καθαρό καινούργιο σιτάρι, που το είχε πετάξει με μανία στο πρόσωπο ενός πτωχού.
Το σπουδαίο είναι ότι του πέταξε σιτάρι γιατί δεν είχε πρόχειρη πέτρα. Από την οπτασία αυτή ο μακάριος Πέτρος μεταστράφηκε σε μεγά­λη θεοσέβεια. Νομίζω ότι φάνηκε σε ποιους σκληρούς α­πευθύνεται ο Μ. Βασίλειος. Γιατί στον καιρό του έπεσε μεγάλη πείνα. Και οι πλούσιοι έγιναν πιο σκληροί με την τσιγγουνιά τους, τη στιγμή που οι πτωχοί πέθαιναν από την πείνα.
Τότε ο άρι­στος αυτός ποιμένας με τα λόγια του, και ας ήταν σκληρά, άνοιξε τις αποθήκες σε όσους τους ήσαν περιττές και δεν τις είχαν ανάγκη. Αν δεν μιλού­σε έτσι με τα σκληρά του λόγια δε θα μπορούσαν να τραφούν οι πτωχοί, ούτε και οι πλούσιοι θα γίνονταν συμπονετικοί. Ε, αυτός έτσι έκανε.
Είναι ανάγκη να στρέψουμε την προσοχή μας όλη προς την ημέρα εκείνη της φρικτής πα­ρουσίας, δηλ. της δευτέρας του Κυρίου και αυτή να κατευθύνη τις ενέργειές μας, φοβούμενοι μή­πως κατηγορηθούμε από τους συγγενείς μας ότι δεν ενεργήσαμε σωστά, και μάλιστα όσοι πήραμε απ’ αυτούς εντολές και μας δώσανε για φύλαξη και διαχείριση περιουσίες. Και μη νομίσει κα­νείς ότι στη παγκόσμια εκείνη συγκέντρωση δεν θα αναγνωρισθούμε μεταξύ μας, δηλ. μην περά­σει από το μυαλό κανενός ότι μπορεί να αποφύγουμε ανεπιθύμητες συναντήσεις εκεί και θα μεί­νουμε αγνώριστοι μεταξύ μας.
Η αλήθεια είναι ότι θα αναγνωρισθούμε όλοι όχι από την εξωτε­ρική μορφή, αλλά με το εσωτερικό μας μάτι, το διορατικό μάτι της ψυχής μας. Ίσως τώρα ρωτάς από πού το ξέρουμε αυτό; Άκουσε τον ίδιο τον Κύριο να μιλάη με την παραβολή του πτωχού Λαζάρου και να διδάσκη:
«Σηκώνοντας τα μάτια του ο πλούσιος γνώρισε τον πτωχό Λάζαρο που αναπαυόταν στους κόλπους του πατριάρχη Αβρα­άμ» (Λουκ. 16, 2), γνώρισε δηλ. τον πτωχό Λάζα­ρο και τον πατριάρχη Αβραάμ. Και δε θέλω να πη κανείς ότι η ιστορία είναι παραβολική και η υπόθεση αναπόδεικτη. Γιατί οι θείες παραβολές του Σωτήρος αναφέρονται σε θέματα υπαρκτά, δυνατά και αποδεδειγμένα.
Για το ίδιο θέμα ο άγιος Ιωάννης ο Χρυ­σόστομος μας λέει: «Όχι μόνο τους γνωστούς μας απ’ αυτό τον κόσμο θα αναγνωρίσουμε, αλλά και αυτούς που ποτέ δεν συναντήσαμε και δεν γνωρίσαμε. Δεν έχεις δει τον Αβραάμ, ούτε τον Ι­σαάκ, ούτε τον Ιακώβ, ούτε τους προπάτορες, ού­τε τους προφήτες και τους αποστόλους και τους μάρτυρες. Όμως όταν τους δης σε εκείνη τη συ­γκέντρωση θα τους αναγνώρισης όλους και θα πης: Να ο Αβραάμ και ο Ισαάκ και ο Ιακώβ και οι άλλοι πατριάρχες. Να ο Πέτρος και ο Παύλος και όλοι οι άλλοι απόστολοι. Να ο προπάτορας Δαβίδ και οι τόσοι προφήτες. Να ο Πρόδρομος, ο πρωτομάρτυς Στέφανος και το πλήθος των α­γίων».
Αλλά και ο Βασίλειος, που είναι σπουδαίος στα πνευματικά πράγματα όταν απευθύνεται στους πλεονέκτες λέει:
«Δε θα φανταστής μπρο­στά στα μάτια σου το μεγάλο δικαστήριο του Χριστού όπου θα στέκονται γύρω σου και θα σου φωνάζουν όλοι όσους αδίκησες! Γιατί όπου και να στρέψης τα μάτια σου θα βλέπης τις εικόνες των κακών. Εδώ πτωχούς που έδειρες, εκεί ορφα­νά και χήρες, τους υπηρέτες που χτύπησες και τους γείτονες που έκανες να θυμώσουν», και όσα τέτοια λέει εκεί.

Ο Εφραίμ που είναι ο καλύτερα ενημερω­μένος για τη δευτέρα παρουσία του Κυρίου έτσι μας διδάσκει:
«Τότε και τα τέκνα θα κατακρίνουν τους γονείς, αν δεν έχουν πράξει καλά έργα. Την ώρα εκείνη βλέπουν και οι κακοί τους γνωστούς τους. Και αν συμβή να καταριθμηθούν στα δεξιά μέρη, τότε στην ώρα του χωρισμού θρηνούν τη συγκέντρωση».

Πάλι ο συνώνυμος της Θεολογίας λέει: «Τότε θα δω τον Καισάριο (Δηλ. τον αδελφό του) λα­μπρό, δοξασμένο, να χαίρεται, όπως μου φανερώ­θηκες και στον ύπνο πολυαγαπημένε αδελφέ μου».
Αλλά και ο περίφημος στο βίο και στο λόγο θεμέλιος της Εκκλησίας του Θεού, ο Αθανάσιος γράφει για τους κεκοιμημένους που ήταν αφοσιω­μένοι στον Κύριο:
«Και αυτό ακόμα δώρισε ο Κύριος σε εκείνους που θα σώζονται: Το ότι δηλ. θα είναι όλοι μαζί μέχρι την κοινή ανάσταση και θα χαίρονται και έτσι θα περιμένουν μαζί όλοι τα θεϊκά δώρα που μέλλουν να τους δοθούν. Αντίθε­τα οι αμαρτωλοί δεν αναγνωρίζονται μεταξύ τους. Στην πανανθρώπινη εκείνη συνάντηση με ξέσκεπες όλες τις πράξεις όλων των ανθρώπων θα είναι αναγνωρίσιμα τα πρόσωπα όλων μέχρι να γίνη ο τελικός αποχωρισμός και πάη ο καθέ­νας στο μέρος που ετοίμασε για τον εαυτό του.

Δηλ. οι δίκαιοι θα πάνε με το Θεό και μεταξύ τους, ενώ οι αμαρτωλοί σε μέρη απομακρυσμένα, αλλά μπορεί να είναι και κοντά ο ένας με τον άλλον, αλλά δεν θα γνωρίζονται μεταξύ τους. Γιατί μέσα στην τιμωρία είναι και αυτό, να μην έχουν αυτή την παρηγοριά της γνωριμίας». Άραγε τότε ποια ντροπή θα τους γίνεται αν δεν είναι γνωστοί με όλους; Γιατί τότε είναι μεγάλη και φοβερή η ντροπή όταν κανείς και γνωρίζει και γνωρίζεται, και ντρέπεται κανείς τους γνωστούς του.
Σε έναν άγνωστο μεταξύ αγνώστων δεν δημιουργείται αίσθημα ντροπής. Ε­πομένως είναι πέρα από κάθε αμφιβολία και α­ντίρρηση ότι θα γνωρίζουμε πολύ καλά όλοι ό­λους. Και τότε ο έλεγχος όλων όσων έζησαν με ασέβεια και ανομία θα γίνεται με τα μάτια.
Αλλοίμονο και ουαί σε όλους εκείνους που είναι σαν εμένα και αλλοίμονο σε εκείνους, που, σύμφωνα με τον θείο Εφραίμ, θα κληρω­θούν στα αριστερά του Κυρίου.
Μακάριοι και ευ­τυχείς εκείνοι που ο Κύριος θα τους βάλη στα δε­ξιά του και θα ακούσουν την ευλογημένη φωνή (Ματθ. 25, 34), την οποία εύχομαι ν’ αξιωθούμε να ακούσουμε όλοι όσοι διαφυλάξουμε την πίστη ορθόδοξη και ν’ απολαύσουμε όλα τα αγαθά, των οποίων την ωραιότητα δεν την είδε μάτι ανθρώπι­νο, ούτε ποτέ την άκουσε αυτί, αλλ’ ούτε και μπόρεσε να την σκεφθή καρδιά ανθρώπου (Α’ Κορινθ. 2, 9). Αμήν.
 Από  psigmataorthodoxias.blogspot.gr