Παρασκευή 7 Αυγούστου 2015

Το δένδρο του ξύλου του Σταυρού [Θρύλοι & παραδόσεις] (του Σεραφείμ Τσιτσά-δασολόγου)

 
Δεν διασώθηκε καμιά ιστορική μαρτυρία για το είδος του δέντρου από το οποίο έγινε ό τίμιος Σταυρός του Χριστού. Τα πιο κοινά και πρόχειρα δέντρα που φύονταν στην Ιερουσα­λήμ, τα οποία ημπορούσαν να προμηθεύσουν το ξύλο για το μαρτυρικό θάνατο του θεανθρώπου, ήταν τα Κέδρα. Είναι τα δέντρα της Παλαιστίνης και του Λιβάνου, που συχνά αναφέρει η Αγία Γραφή. Από ξύλο κέδρου οικοδομήθηκε ο περίφημος ναός του Σολομώντος, όπως επίσης το σπίτι του προφητάνακτα Δαυίδ.

Μια εκκλησιαστική παράδοση αναφέρει ότι ο Σταυρός δεν έγινε από ένα μονάχα είδος ξύλου, τον κέδρο, αλλά και δύο ακόμη είδη, τον πεύκο και το κυπαρίσσι, που απαντούν επίσης στην Παλαιστίνη. Έτσι ερμηνεύονται τα λόγια του προ­φήτη Ησαΐα: «Και ανοιχθήσονται αι πύλαι Ιερουσαλήμ διά παντός... και η δόξα του Λιβάνου ήξει προς αυτήν εν κυ­παρίσσου και πεύκη και κέδροι άμα...» (Ησαΐας 60  11—13).

Στην ίδια παράδοση αναφέρονται και σχετικά εκκλησιαστι­κά άσματα, όπως, «Σύμοι σκέπη κραταιά υπάρχεις ο τριμερής Σταυρός του Χριστού» και το επίκαιρο τροπάρι τού Ιωάννη Δαμασκηνού που ψάλλεται το πρωί της Μεγάλης Τετάρτης: «Ωράθης υψούμενος εν κυπαρίσσω Δέσποτα, και τη πεύκη και κέδρω δι’ αγαθότητα, ο εις της Αγίας Τριάδος μοναδικός την υπόστασιν έχων...»

Παράλληλα όμως η λαϊκή παράδοση παρέχει τις δικές της πληροφορίες στο θέμα αυτό: Όταν μαθεύτηκε —λέει— πως οι Εβραίοι καταδίκασαν το Χριστό σε θάνατο κι αποφάσισαν να τον σταυρώσουν, μαζεύτηκαν την ίδια νύχτα όλα τα δέντρα και τα κλαριά και πήραν την απόφαση να μη δώσουν το ξύλο τους για το Σταυρό. Έτσι οι Εβραίοι —μη ξέροντας τη μυστική αυτή απόφαση των δέντρων— του κάκου δοκίμαζαν τα διάφορα ξύλα. Μόλις τα ‘πιαναν στα χέρια τους, έσπαγαν με το πρώτο πελέκημα.

Έτσι παιδεύτηκαν πολλές ώρες, ώσπου να ανακαλύψουν τον πράσινο Ιούδα, τη Λοιδωριά, που δέχτηκε να προσφέρει το ξύλο της. Από τότε είναι καταραμένη. Οι ξυλοκόποι δεν την αγγίζουν, για να μη λερώσουν το τσεκούρι τους και μαγαρίσουν με το ξύλο και τα κλώνια της τη φλόγα της φωτιάς.

Ο ποιητής Δροσίνης διασκεύασε σε στίχους την παράδοση αυτή:

ΤΟ ΚΑΤΑΡΑΜΕΝΟ ΔΕΝΤΡΟ
Όταν επήρε το Χριστό να πάει να τον σταυρώσει
σαν κακούργο, σαν φονιά,
των Εβραίων η γενιά,
Το κάθε δέντρο αρνήθηκε τα ξύλα του να δώσει,
όπου ήθελαν κρεμάσει
αυτόν που τα ‘χε πλάσει.
Σ’ όποιο δεντρί κι αν άπλωναν, εράγιζαν οι κλώνοι,
εσχίζονταν, εσπούσαν.
Μα για του Πλάστου το Σταυρό σκύβει και δίνει μόνη
τα δικά της τα κλαριά
η κακούργα λοιδοριά.

Αφορισμένο δέντρο χαρακτηρίζει τη λοιδωριά κι ο Αριστοτέλης Βαλαωρίτης στο έπος του Αθανασίου Διάκου:

Εσκόρπισαν ολόγυρα. Ποιος πιάνει ένα θυμάρι
και ποιος κρατεί τη λοιδωριά, τ’ αφορισμένο δέντρο;

Με το κοινό όνομα λοιδωριά φέρονται δυο γνωστά δασικά είδη, το Χρυσόξυλο κι ένα είδος δρυός, η Άρια. Το πρώτο είναι ο γνωστός διακοσμητικός θάμνος της Αττικής με τις πουπουλένιες ανθοταξίες και τα καψαλά, ολοπόρφυρα, φθινοπωρινά του φύλλα. Απαντάται σε πολλά μέρη της Χώρας μας, σε θαμνώδη πάντοτε μορφή. Δεν αναπτύσσεται σε μορφή δέντρου, γιατί την καταράστηκε ό Χριστός. Η Άρια είναι ξυλοπαραγωγό δέντρο κι ανήκει, μαζί με το πουρνάρι, στις αειθα­λείς δρυς. Τα φύλλα της μοιάζουν με της ελιάς. Στη λαϊκή παράδοση ως αφορισμένου δέντρου αναφέρεται αυτό που γρά­φει ο Γεννάδιος: «Στην Κύπρο (κοντά στο χωριό Καραπαναγιώτης) υπάρχει μια πολύ μεγάλη άρια, που δεν τολμά να την πλησιάσει υλοτόμος. Όποιος ανεβεί επάνω στο δέντρο, το τσε­κούρι του φεύγει από τα χέρια του και πέφτει κάτω. Όταν κατεβεί για να το πάρει, τότε εκείνο βρίσκεται κρεμασμένο στα κλωνάρια της αριάς. Κι αυτό επαναλαμβάνεται».
Άλλη λαϊκή παράδοση αναφέρει τον ιξό ή μελά (το γκυ) για δέντρο του Σταυρού. Το καταράστηκε ό Χριστός κι από τότε έγινε άθλιο χαμόκλαρο που παρασιτεί στα έλατα, άχρηστο κι αχαΐρευτο.

Μια γαλλική παράδοση αναφέρει τη Λεύκα για δέντρο του Σταυρού και μάλιστα την τρέμουσα λεύκα, που ζει σε με­γάλα υψόμετρα, στη ζώνη του έλατου. Τα φύλλα της έχουν ένα πολύ λεπτό κι ευαίσθητο μίσχο γι’ αυτό κινούνται —τρέ­μουν— με την ελάχιστη πνοή του άνεμου. Η τρεμούλα της αυτή —στην οποία οφείλει και το επίσημο όνομά της: τρέμουσα— είναι αποτέλεσμα της Θεϊκής κατάρας, γιατί έδωσε το ξύλο της για το Σταυρό του Χριστού. Σ’ αυτή τη λεύκα αναφέρεται και μια κρητική μαντινάδα:

«Ως τρέμει το λευκόφυλλο, είναι δεν είν’ αγέρι,
τρέμει κι εμέ η καρδούλα μου, μην κάνεις άλλο ταίρι».

Σύμφωνα, τέλος, με μια ιταλική παράδοση της Μάντουας, το φυτό που έδωκε το ξύλο του για το Σταυρό είναι κάποιο βιμπούρνο, σαν το αγιόκλημα. Ήταν μεγάλο δέντρο σαν τη δρυ, στην εποχή του Χριστού. Το καταράστηκε όμως η Παναγιά κι έγινε άσημο και ολιγόζωο χαμόκλαδο.

Κι ενώ, όλα αυτά τα δέντρα και τα φυτά —η λοιδωριά, η λεύκα κ.τ.λ.— θεωρήθηκαν καταραμένα κι αφορισμένα, ο κέδρος της Ανατολής, το πιθανότερο δηλαδή ξύλο του Σταυρού, θεωρείται ευλογημένο, τόσο από την προχριστιανική (της Πα­λαιάς Διαθήκης) ιστόρηση, όσο και από τη νεότερη, τη Χριστια­νική υμνωδία. Αναφέραμε σαν παράδειγμα την γνωστή γαμήλιο ευχή στην τέλεση του μυστηρίου του γάμου: «Ύψωσαν αυτούς (τους νεόνυμφους) ως τας κέδρους του Λιβάνου...».

Το ξύλο του Σταυρού —ανεξάρτητα από την πατρότητα του δέντρου— θεωρείται ανέκαθεν τρισευλογημένο: «Ω, τρισμακάριστον ξύλον, εν ω ετάθη ο Χριστός!». Είναι το παντο­δύναμο «τίμιο Ξύλο» της ιερής λαϊκής λατρείας.

Η λαϊκή παράδοση συνεχίζει την ιστορία του ξύλινου Σταυρού του Χριστού. Ύστερα από λίγο καιρό, μετά από τη σταύρωση του Χριστού, έχτιζαν κάποιο σπίτι κοντά στο Γολ­γοθά. Οι χτίστες βρήκαν το πεταμένο ξύλο του Σταυρού και θέλησαν να το βάλουν κάπου στον τοίχο ξυλοδεσιά (ζωνάρι). Πήραν τα μέτρα του και είδαν πως ταίριαζε. Μόλις όμως το βάλανε στον τοίχο, ερχόταν λειψό. Πάλι ξαναδοκίμασαν περίεργοι —μέτρα και τοποθέτηση—  κι είχαν το ίδιο παράξενο αποτέλεσμα.

Φοβισμένοι τότε το πέταξαν μακριά φωνάζοντας: Ω τρισκατάρατον ξύλον! Σ’ αυτή τη θέση παραχώθηκε αργότερα σε σωρούς σκουπιδιών, για να τον βρει, ύστερα από τρεις αι­ώνες, με οδηγό το μυρωδάτο βασιλικό που φύτρωσε στην επιφάνεια η μητέρα του Βυζαντικού  αυτοκράτορα Κωνσταντίνου  η Αγία Ελένη. Το περιστατικό των Εβραίων μαστόρων του Γολγοθά θυμίζει τις γνωστές ευαγγελικές περικοπές: «Λίθον, ον απεδοκίμασαν οι οικοδομούντες, ούτος εγεννήθη εις κεφαλήν γωνίας». Έτσι το «τρισκατάρατον» ξύλο των Εβραί­ων μαστόρων έγινε το παμμακάριστον ξύλον της Χριστιανοσύ­νης, σύμβολο, ιερότατο της νέας θρησκείας της Αγάπης, μή­νυμα προστασίας και δόξας, που στεφανώνει τους τρούλους των ιερών ναών μας και τα εθνικά μας λάβαρα. Η ευλογία του Σταυρού απλώθηκε ύστερα σ’ όλα τα δασικά δέντρα, ό­πως βεβαιώνει ο ιερός υμνωδός: «Αγαλλιάσθω του δρυμού ξύλα (δηλ. δέντρα) σύμπαντα, αγιασθείσης της φύσεως αυτών, υφ’ ώπερ εξ αρχής εφυτεύθη Χριστού, τανυθέντος εν ξύλω...».

Ένας από τους ωραίους ύμνους του Σταυρού ψάλλει: «Σταυρός, ο φύλαξ πάσης της Οικουμένης. Σταυρός η ωραιότης της Εκκλησίας· Σταυρός βασιλέων το κραταίωμα· Σταυρός πιστών το στήριγμα· Σταυρός αγγέλων η δόξα και των δαιμόνων το τραύμα».

Άλλη λαϊκή παράδοση, που την αναφέρει στον ΚΗ' τόμο της λαογραφίας του 1972 ο Ακαδημαϊκός καθηγητής, αείμνη­στος Γ. Μέγας, λέει πως ο Νώε για να εξιλεωθεί από τη γνωστή μεγάλη του αμαρτία (μετά τον κατακλυσμό) πήγε και φύτεψε στην έρημο —ύστερα από υπόδειξη του θείου του Αβραάμ (του μεγάλου εβραίου Γενάρχη)— τρία δαυλιά της φωτιάς και τα πότισε με νερό που κουβάλησε από τον Ιορ­δάνη. Τα δαυλιά φύτρωναν και πέταξαν τρία δέντρα, κυπαρίσσι, κέδρο και πεύκο που ενώθηκαν αργότερα σ’ ένα μεγάλο ω­ραιότατο δέντρο με τρεις κορφές. Αυτό το δέντρο έκοψαν ύστερα από πολλά χρόνια για να το χρησιμοποιήσουν στην κατασκευή του ναού του Σολομώντα. Το μέτρησαν οι μαστόροι χάμω στη γη κι είδαν πως ταίριαζε. Όταν όμως το ανέβαιναν επάνω στην οικοδομή βρέθηκε κοντύτερο, δεν έφτανε. Το πέταξαν τότε μακριά σαν άχρηστο.

Ύστερα από πολλά χρόνια το καταφρονημένο αυτό ξύλο οι Εβραίοι το πήραν κι έφτιαξαν το Σταυρό του Χριστού. Έτσι το δέντρο αυτό, και το ξύλο του αφού πήρε τότε την α­μαρτία του Νώε, τώρα έπαιρνε την αμαρτία όλου του κόσμου.

Μια από τις πολλές γιορτές τις αφιερωμένες στην ιερή λατρεία του Σταυρού, παρομοιάζεται από την Εκκλησία μας με θαλερό και σύσκιο δέντρο, κάτω από το οποίο ξεκουρά­ζεται ο πεζοπόρος για να συνεχίσει με νέες δυνάμεις την κουραστική πορεία. Η μέρα αυτή είναι η τρίτη Κυριακή της Μεγάλης Σαρακοστής, που ονομάστηκε της «Σταυροπροσκυνήσεως». Βρίσκεται στα μισά περίπου της Μεγάλης Σαρακο­στής. Ξεκουράζονται αυτή την ήμερα οι Χριστιανοί —με την ανάμνηση της θυσίας του Σταυρού— για να συνεχίσουν την αγωνιστική πνευματική πορεία τους, που οδηγεί στη Μεγάλη γιορτή του Πάσχα, την Ανάσταση.

Πηγή: «ΣΤΕΡΕΑ ΕΛΛΑΣ», Απρίλιος 1978
Επιμέλεια-Ανάρτηση: Τάκης Ευθυμίου

Ο σταυρός του Χριστού


Παντού, σε όποιο μέρος του κόσμου και αν βρεθείς, όχι μόνο στη χριστιανική Ευρώπη και στην Αμερική, θα συναντήσεις Σταυρούς, πολλούς Σταυρούς, ποικίλους Σταυρούς. Βρίσκεται στα χέρια των κληρικών, που νομίζουν πως στους αμαρτωλούς, στους ασεβείς, στους αρρώστους, προσφέρει κάποια υπηρεσία, ανακούφισης και γιατρειάς ίσως. Βρίσκεται στο λαιμό των γυναικών, σε διάφορες παραλλαγές και διακοσμητικές συνθέσεις, πάντοτε από χρυσάφι ή ασήμι, ίσως και με μικρές διαμαντόπετρες, να συμπληρώνουν το διάκοσμο της εμφάνισής τους. Βρίσκεται από μάρμαρο ή από ξύλο, ανάλογα με το βαλάντιο, μέσα στα νεκροταφεία, πάνω από τάφους, όπου είτε ομολογεί τη χριστιανική πίστη του νεκρού, είτε επικαλείται το έλεος του Θεού γι’ αυτόν που είναι θαμμένος στο χώμα. Δεν θα τελειώναμε απαριθμώντας μορφές, σχήματα, χρησιμότητες του Σταυρού, πάνω σε σημαίες, επάνω στο στρατιωτικό πολεμικό κράνος, στο στήθος ή και στην πλάτη των Σταυροφόρων, που πήγαιναν να ελευθερώσουν "τους Άγιους Τόπους" όπως έλεγαν, κάνοντας τις χειρότερες ατιμίες που μπορεί κανείς να φαντασθεί, ξεπερνώντας και αυτές που σημάδεψαν τις ορδές του Τζένγκις Χαν. Και διερωτώμαι, αν αυτοί οι Σταυροί έχουν καμιά σχέση με το Σταυρό του Ιησού Χριστού, εκεί επάνω στο βουναλάκι Γολγοθά. Μα και βέβαια, αυτόν συμβολίζουν, θα απαντήσουν πολλοί βιαστικά και αβασάνιστα.
Είναι η πιο διαδεδομένη αντίληψη ο Σταυρός σύμβολο. Ένα σύμβολο από τα πολλά σύμβολα καθημερινής χρήσης. Μα όταν λέμε σύμβολο, εννοούμε ότι είναι απεικόνιση, βοηθητικό μνήμης και ενθύμησης κάποιου άλλου, που είναι το πρότυπο, το πρωτότυπο. Και ποιο είναι αυτό; Μήπως είναι ο Σταυρός της θυσίας του Υιού του Θεού στο Γολγοθά; Το μοναδικό εκείνο δράμα; Και τι θέση έχουν όλα αυτά τα σύμβολα και τα διακοσμητικά, με εκείνη τη μοναδική απολυτρωτική θυσία; Και δεν είναι μόνο οι κατασκευασμένοι από διάφορα υλικά Σταυροί. Είναι και οι φραστικοί και λεκτικοί Σταυροί. Μέσα σε ομιλίες και κηρύγματα και γραπτά. Μέσα σε ύμνους και εμβατήρια. Μέσα σε όρκους και επικλήσεις.
Υπάρχει μεγάλη σύγχυση γύρω από το θέμα του Σταυρού. Και πρώτα-πρώτα, μπορούμε να μιλούμε για Σταυρό χωρίς Χριστό; Δεν είναι σπάνιο αυτό. Λες και ξεχώρισαν. Ο Σταυρός απόχτησε μια δική του ανεξάρτητη υπόσταση, Σταυρός χωρίς τον Εσταυρωμένο!… Ίσως μας πουν κάποιοι ότι ο Σταυρός υπήρχε και πριν από τον Ιησού Χριστό, και παρέμεινε μετά από Αυτόν. Θα μας απαντήσουν ακόμα πως, όπως και αν αναφέρεται ο Σταυρός, έστω και χωρίς Χριστό, ο Χριστός υπονοείται. Έτσι πέφτουμε στο να γίνεται ο Κύριός μας κάτι που απλώς υπονοείται. Δεν είναι το κύριο πρόσωπο, το κέντρο, αλλά ένα συνοδό στοιχείο. Δεν είναι ν’ απορεί κανείς, γιατί σήμερα ο Χριστιανισμός, που συμβολίζεται με ένα Σταυρό που απουσιάζει ο Ιησούς Χριστός, κατάντησε αδύναμος, αγνώριστος, περιφρονημένος, ανήμπορος, αναποτελεσματικός, παρ’ όλα τα πολλά σύμβολα που τον περιτριγυρίζουν. Απλούστατα απουσιάζει η δύναμη του Σταυρού, η δύναμη "του σταυρωμένου και αναστημένου Ιησού Χριστού". Λείπει δηλαδή ο ίδιος ο Ιησούς Χριστός. Άρα, λείπουν τα πάντα. Είναι ανάγκη αμέσως να μιλήσουμε για τη μεγάλη αλήθεια. Ο Σταυρός του Χριστού, όπως στο Ευαγγέλιο παρουσιάζεται, δεν είναι ούτε σύμβολο, ούτε ταμπού, ούτε θρησκεία. Είναι μια πραγματικότητα, που ιστορικά έγινε πριν δυο χιλιάδες περίπου χρόνια στο Γολγοθά, όπου δια του Αγίου Πνεύματος, μεταφέρεται μέσα στην καρδιά, και στη ζωή των πιστών του Ιησού, και μετατρέπεται σε μια νέα ζωή, σε ένα νέο βίωμα, σε μια τελείως νέα πραγματικότητα, που λέγεται σταυρωμένη και αναστημένη ζωή. Ο Σταυρός του Χριστού, για να έχει αποτελεσματικότητα επάνω μας, και στη σχέση μας με τον Ουράνιο Πατέρα μας, πρέπει να εμφυτευθεί μέσα στην καρδιά μας, και από κει να ρυθμίζει τη ζωή μας, που τώρα πια, όχι μόνο θα λέγεται, μα θα είναι και θα φαίνεται σε όλους τους ανθρώπους, μια σταυρωμένη ζωή. Αυτό το έργο το κάνει το Πνεύμα το Άγιο, αν πραγματικά το ποθήσουμε και το ζητήσουμε, και αν παραχωρήσουμε τον εαυτό μας στη δική Του δραστική ενέργεια. Αν πραγματικά επιθυμούμε μια ζωή σαν τη ζωή του Χριστού, αυτό μπορεί να γίνει δια του αναστημένου Ιησού Χριστού, που εγκαθίσταται μέσα στην καρδιά μας δια του Αγίου Πνεύματος, αφού πρώτα ο παλιός μας άνθρωπος, η παλιά μας αμαρτωλή φύση, περάσει από έναν πραγματικό και όχι συμβολικό θάνατο. Ας μη στρογγυλεύουμε τις αλήθειες του Ευαγγελίου. Ας μην τις υπεραπλουστεύουμε και τις ακρωτηριάζουμε. Είτε μας αρέσει, είτε όχι, και μάλλον συμβαίνει το δεύτερο, Σταυρός θα πει θάνατος. Και αν θέλουμε ζωή αναστάσεως Ιησού Χριστού, αυτό θα γίνει μόνο, αν ταυτιστούμε με τον εσταυρωμένο Ιησού Χριστό. "Μετά του Χριστού συνεσταυρώθην· ζω δε ουχί πλέον εγώ, αλλ’ ο Χριστός ζη εν εμοί· καθ’ ο δε τώρα ζω εν σαρκί, ζω εν τη πίστει του Υιού του Θεού, όστις με ηγάπησε και παρέδωκεν εαυτόν υπέρ εμού". Γαλάτας 2:20
"Τούτο γινώσκοντες, ότι ο παλαιός ημών άνθρωπος συνεσταυρώθη, διά να καταργηθή το σώμα της αμαρτίας, ώστε να μη ήμεθα πλέον δούλοι της αμαρτίας". Ρωμαίους 6:6
Αυτή είναι η ομολογία και η ζωή του απ. Παύλου στην Καινή Διαθήκη. Ήταν κάτι οριστικό, δεδομένο, συντελεσμένο, για τον απ. Παύλο, όπως πρέπει να είναι για κάθε πιστό, που αγαπά τον Χριστό, και θέλει να ζήσει τη ζωή Του. Δεν υπάρχει άλλος δρόμος και άλλος τρόπος. Ο παλιός μας εαυτός, με τις επιθυμίες του, τα όνειρά του, τα σχέδιά του, τις πεποιθήσεις του, τις επιλογές του, τον εσωτερικό του και εξωτερικό του κόσμο, οριστικά και αμετάκλητα πρέπει να πεθάνει. Εμείς θα βάλουμε τον πόθο, την παράδοση του εαυτού μας και την πίστη. Ο Κύριος δια του Πνεύματος Του, θα κάνει το έργο στην καρδιά μας, και από την καρδιά μας στη ζωή μας. Τότε θα ζούμε μια άλλη πραγματικότητα. Ο αμαρτωλός εαυτός μας, που γνωρίζαμε και κανακεύαμε, γίνεται μισητός και μας προκαλεί αποστροφή. Παύει πια να διαδραματίζει τον κυρίαρχο ρόλο που έπαιζε παλιά. Και κάτω από την κυριαρχία του Αγίου Πνεύματος, δεν έχει δύναμη στη ζωή μας.


Για τους περισσότερους χριστιανούς, ο Σταυρός του Χριστού παραμένει αμετακίνητος χρονικά και τοπικά. Δηλαδή δεν έχει μετακινηθεί από το Γολγοθά και από την εποχή του θανάτου του Κυρίου μας, πριν 2000 χρόνια περίπου. Γι’ αυτούς, ο Σταυρός του Χριστού είναι μια ιστορική πραγματικότητα, θεϊκή βέβαια, μα πάντα έξω από αυτούς. Το να ζήσουν ή να μεταφέρουν το Σταυρό του Χριστού στη ζωή τους, είναι κάτι αδιανόητο. Διαβάζουν ή ακούνε για την ταύτιση με τον εσταυρωμένο Ιησού, μα το προσπερνούν. Δε δίνουν σημασία. Βρίσκουν άλλες, εύκολες, μα προ παντός ευχάριστες θέσεις και ερμηνείες, που φυσικά δεν είναι σωστές και δε φέρνουν αποτελέσματα. Μπορεί να λένε και να ψάλλουν για νέα ζωή και για νέα δημιουργία, μα παραμένουν στα παλιά, με τις οδυνηρές συνέπειες και τις άθλιες καταστάσεις, με εγωισμούς, με δεσμά επιθυμιών, με φόβους και ταλαιπωρίες. Και αλίμονο, δε γνωρίζουν το μεγαλείο της λυτρωτικής δύναμης που έρχεται δια του Σταυρού στη ζωή μας, και που βρίσκεται στην είσοδο της “στενής πύλης”, που οδηγεί στην αιώνια ζωή.
Η αναγκαιότητα του Σταυρού.
Ο Σταυρός του Χριστού δεν είναι ένα μονοσήμαντο στοιχείο ή περιστατικό, μα έχει ένα ευρύ, πάρα πολύ πλατύ, φάσμα ιδιοτήτων και ενεργειών, που χωρίς αυτόν θα ήταν αδύνατον να πραγματοποιηθούν. Πολλοί, πάρα πολλοί, έχουν και βλέπουν το Σταυρό σαν μια ιστορική, θεωρητική υπόθεση, που άμεσα δε τους αφορά, παρά μόνο διεγείρει κάποιες συναισθηματικές χορδές, εντελώς επιφανειακές, για το μαρτύριο του Χριστού, για τα μεγάλα καρφιά, για το αίμα που χύθηκε σταγόνα-σταγόνα και εκεί τελειώνει η ιστορία. – Αλίμονο αν μείνουμε σε μια τόσο ανθρώπινη αντίληψη του Σταυρού. – Αλίμονο αν εξακολουθούμε να βλέπουμε το Σταυρό του Χριστού ανεξάρτητα από τον εαυτό μας, την καρδιά μας, τη ζωή μας, τη πολιτεία μας, τα πάντα. – Αλίμονο αν ο Σταυρός δια του Πνεύματος, δεν μπει μέσα στη ζωή μας, σε κάθε κανάλι της ζωής μας, και δεν ταυτισθεί με την ύπαρξή μας, για να γίνουμε "σύμφυτοι με Αυτόν κατά την ομοιότητα του θανάτου Αυτού".
Ο διάβολος δούλεψε πάρα πολύ για να υποβαθμίσει το νόημα, το περιεχόμενο, την αποστολή του Σταυρού στον κόσμο, στους πολλούς, και να αποστερήσει με τον τρόπο αυτό τη σωτηρία μας δια του Χριστού, και την αποτελεσματικότητά του στη ζωή μας. Σταυρός θα πει θάνατος, και τίποτα λιγότερο, τίποτα περισσότερο. Και σε αυτό το θάνατο, όχι συμβολικά ή παραστατικά, μα ουσιαστικά, βρίσκεται η σωτηριακή και λυτρωτική δύναμη του Σταυρού. Οι πιο πολλοί αρκούνται να τον επικαλούνται, και όχι να τον ζούνε. Το αποτέλεσμα είναι απογοητευτικό. Είναι σαν ένα φάρμακο, που ενώ πρέπει να το καταπιείς και να μπει στην κυκλοφορία του σώματός σου για να φέρει αποτελέσματα, εσύ το έχεις στο κομοδίνο και το κοιτάς…
Κάτι πολύ όμορφο διάβασα σ’ ένα βιβλίο, που κάποιος ρωτούσε και απαντούσε: “Πόσο νεκρός είναι ένας νεκρός; Ένας νεκρός είναι τόσο νεκρός ώστε να είναι νεκρός.” Ο νεκρός δεν έχει όνειρα, σχέδια, επιθυμίες και πόθους, δικαιώματα και επιλογές, δική του ατομική ζωή και πορεία. Επαναλαμβάνω, πως ο Σταυρός είναι ένα πραγματικό και ουσιαστικό γεγονός, που πρέπει να μεταφερθεί στη ζωή μας, μέσα μας, επάνω μας δια της πίστεως  και όχι ένα ιστορικό γεγονός του παρελθόντος για να το σκεφτόμαστε, να το κηρύττουμε, να το ανακαλούμε στη μνήμη μας, και να το αναλύουμε ίσως. Αυτοί που ζουν τη σταυρωμένη ζωή που πηγάζει από το Σταυρό του Χριστού, το βλέπουν ξεκάθαρα αυτό, αλλά και οι άλλοι που είναι γύρω τους.
Μια ευρύτατα πλαστογραφημένη έννοια στο σύγχρονο χριστιανισμό, είναι η έννοια του κόσμου. Ή καθόλου δεν θίγεται, είτε σπανιότατα, όταν παρουσιάζεται, προσφέρεται τελείως παραμορφωμένη. Κόσμος είναι μια ανά τους αιώνες κατασκευή του διαβόλου, με τη σύμπραξη, υποταγή και παράδοση του ανθρώπου. Είναι το αντίστοιχο της Βασιλείας του Χριστού. Είναι το βασίλειο του Σατανά. Είναι μια κατασκευή από στοιχεία ευχάριστα στο μάτι, που λαμπυρίζουν ελκυστικά, που ανταποκρίνεται στις επιθυμίες μας. Είναι ένα καλούπι, μέσα στο οποίο χύνεται η ανθρώπινη ψυχή από την παιδική ηλικία, και διαμορφώνεται στο σχήμα που ο κόσμος της δίνει, με πλαστουργά στοιχεία της την επιθυμία και την αμαρτία. Πολλοί χριστιανοί αρκούνται να καταφέρονται κατά της αμαρτίας, αφήνοντας απείραχτο τον κόσμο, που είναι συμπαγής, ουσιαστική κατασκευή, για να παγιδεύσει και να κρατά αιχμάλωτες τις ψυχές, με σίγουρη αιώνια κατάληξη την απώλεια. Με το νόημα, που παραπάνω αναφέραμε, είναι τόσο φυσικό αυτό που ξεκάθαρα φανερώνει ο Λόγος του Θεού, λέγοντας πως "όποιος αγαπά τον κόσμο δεν μπορεί να έχει την αγάπη του Χριστού και να αγαπά τον Χριστό". Είναι δυο πόλοι τελείως αντίθετοι, που μόνο ο διάβολος με τις πνευματικές αλχημείες του μπορεί να κάνει να συνυπάρχουν, εξαπατώντας και παγιδεύοντας.

Η απολύτρωση από το θανατερό αγκάλιασμα του κόσμου, δεν είναι δυνατή παρά μόνο από τη λυτρωτική δύναμη του Σταυρού του Χριστού. Και φυσικά το αποτέλεσμα είναι θάνατος. Και μάλιστα θάνατος απλός. Με το Σταυρό του Χριστού, ο κόσμος, που υπάρχει σαν δύναμη και εξουσία για τους άλλους, για το πιστό παιδί είναι ένα νεκρό και αδύνατο στοιχείο, που δεν μπορεί να επηρεάσει καθόλου τη ζωή του. Και από την άλλη πλευρά, και μέσα στον άνθρωπο η λυτρωτική δύναμη του Σταυρού, έχει νεκρώσει κάθε στοιχείο, δηλαδή επιθυμία, ώστε να μη βρίσκει ο κόσμος καμιά ανταπόκριση. Και ο λυτρωμένος δια του Σταυρού μπορεί να ζει, να κινείται, να εργάζεται, να υπάρχει μέσα στον κόσμο, μα θα είναι η σχέση δυο νεκρών. Και οι δυο, ο κόσμος και ο πιστός, είναι αμοιβαία νεκροί, ο ένας για τον άλλον.
Τι να σκεφθεί, και τι να πει κανείς για χριστιανούς που ομολογούν πως αγαπούν τον Χριστό, μα αγαπούν και τον κόσμο, που δουλεύουν για τον Χριστό, μα υπακούν στα γλυκερά και γαργαλιστικά κελεύσματα του κόσμου, που είναι σωσμένοι, μα ακόμα φορούν τις αλυσίδες των επιθυμιών και βροντολογούν στο πέρασμά τους; Δε λέμε τίποτα. Ο ζωντανός Χριστός, που ”δεν μυκτηρίζεται”, ξεκαθαρίζει αυτές τις νόθες και "παρά φύσιν" ομολογίες και σχέσεις, και αποβάλλει από το σώμα της νύμφης Του αυτούς, που δε θέλησαν μια γνήσια και καθαρή, δια του Σταυρού, σχέση μαζί Του. Ίσως να διερωτηθεί κανείς, πώς επέρχεται αυτή η διπλή θανάτωση και η απολύτρωση από την κοσμική κυριαρχία. Είναι έργο καθαρά του Πνεύματος του Αγίου, που μην ξεχνάμε, υπάρχει μέσα μας και είναι φωτιά που καίει και νεκρώνει. Αυτό είναι το θαύμα το μεγάλο. Παίρνει τον εσωτερικό μας πνευματικό και ψυχικό κόσμο, και τον ξαναπλάθει, λιώνοντάς τον, σε νέους πόθους και επιθυμίες άγιες, στη φόρμα του Ιησού Χριστού. Αυτό το έργο καμία κοσμική ψυχολογία ή κοινωνιολογία δεν μπορεί να το κάνει. Μόνο ο ζωντανός Χριστός δια του Πνεύματος Του στον εσωτερικό μας άνθρωπο. Και ενώ η εξωτερική σωματική μας φόρμα παραμένει η ίδια, εσωτερικά μορφώνεται μια άλλη, τελείως αντίθετη: Ο νέος άνθρωπος, η νέα φύση μας, που αγαπάει και προκρίνει τα πνευματικά, τα πράγματα του Κυρίου. Κάποτε αγαπούσαμε τον κόσμο, τα τραγούδια του κόσμου, τα θεάματα του κόσμου, τις συναναστροφές του κόσμου, και κάθε άλλη προσφορά του κόσμου. Μα τώρα νιώθουμε αποστροφή και απαρέσκεια. Μέσα μας έχει επέλθει μια ριζική αναδόμηση. Είναι κυριολεκτικά ένα θαύμα. Μα πρέπει να το θέλουμε και να το ζητήσουμε από τον Κύριο. Είναι έργο σε βάθος. Στην αγάπη μας για τον Κύριο, προσφέρουμε τον εαυτό μας, και μας παραλαμβάνει και εργάζεται με φωτιά και σφυρηλάτηση δια των θλίψεων επάνω μας, ώστε να φτάσουμε στο σημείο να είμαστε πραγματικά νεκροί, δηλαδή συσταυρωμένοι μαζί με τον Ιησού Χριστό. Μόνο τότε μπορούμε να ζήσουμε μία ζωή καθαρή, με δικαιοσύνη και αγιότητα, όπως την θέλει ο Κύριος, όπως ταιριάζει στα δικά Του πιστά και λυτρωμένα παιδιά.
Η απελευθέρωση δια του Σταυρού.
"Τότε ο Ιησούς είπε προς τους μαθητάς αυτού: Εάν τις θέλη να έλθη οπίσω μου, ας απαρνηθή εαυτόν, και ας σηκώση τον σταυρόν αυτού, και ας με ακολουθή". Ματθαίος 16:24
Ο Σταυρός του Χριστού παίζει αποφασιστικό ρόλο στην πραγμάτωση των σχεδίων του Θεού για τη σωτηρία μας, που περιέχει μια καινούργια δημιουργία. Είναι διπλή η υπόσταση και αποστολή του Σταυρού του Χριστού. Η μία είναι η ιστορική παρουσίαση στο Γολγοθά, πριν 2000 χρόνια. Είναι μια διαθήκη, μια συμφωνία, μια διακήρυξη του Θεού για το πώς βλέπει τον άνθρωπο, και πώς τον δέχεται. Η άλλη είναι η προσωπική μεταφορά της πραγματικότητας του ιστορικού αυτού Σταυρού στη ζωή μας, με αποτέλεσμα δια του Αγίου Πνεύματος να νεκρώνεται η παλιά μας χαλασμένη φύση, και με τον "νέο, ουράνιο σπόρο" να προχωρούμε στην ανάπτυξη του νέου ανθρώπου. Μας κάνει όμως εντύπωση, και μας αναγκάζει να σκύψουμε επάνω σε μια άλλη πραγματικότητα, που βγαίνει από τα λόγια του Κυρίου μας. Είναι ο δικός μας ο Σταυρός, που καλούμαστε να κρατήσουμε. Μέχρι τώρα μιλήσαμε για το Σταυρό του Χριστού, ενώ ο Κύριος μιλάει για το Σταυρό το δικό μας, που αποφασιστικά θα τον επωμιστούμε.  Δε μπορούμε ν’ ακολουθήσουμε τον Χριστό χωρίς να σηκώνουμε το Σταυρό μας. Υπάρχουν πάρα πολλά σημεία που έχουν ανάγκη διευκρίνισης. Ο Κύριος μίλησε πρώτα για το δικό μας Σταυρό, και μετά προχώρησε στο δικό Του. Ασφαλώς, όταν μιλούσε για το δικό μας Σταυρό, θα είχε στη σκέψη Του το δικό Του Σταυρό, που θα ακολουθούσε, και ήταν προαποφασισμένος. Συνεπώς, όσο και αν ο δικός μας Σταυρός είναι διαφορετικός από το δικό Του, ακόμα και αν εκείνος προηγείται, δε μπορεί παρά να συνδέεται άμεσα και ουσιαστικά με το δικό Του Σταυρό, που πάντα, όσο ζούσε τον είχε μπροστά Του. Σταυρός θα πει μαρτυρικός, βίαιος θάνατος. Η έννοια του Σταυρού δεν μπορεί να έχει άλλο περιεχόμενο. Δεν είπε να πάρουμε μια ράβδο ή μια σάλπιγγα ή ένα άροτρο και να Τον ακολουθήσουμε, μα ένα Σταυρό. Παραμένει ουσιαστική η διαφορά, πως ο Σταυρός του Χριστού είναι δικός Του Σταυρός, και ο δικός μας Σταυρός είναι δικός μας Σταυρός, και δικός μας θάνατος. Επειδή συμπληρώνει την εντολή Του με τη λέξη ”ακολούθει”, ο νους μας πάει στην πορεία προς το Γολγοθά, που ο Κύριος σήκωνε εξαντλημένος το βαρύ Σταυρό Του, που πάνω του πέθανε. Μια πορεία λοιπόν, σηκώνοντας κάποιο Σταυρό, το σύνεργο αυτό του θανάτου, που εθελοντικά και για χάρη του Χριστού, θα το σηκώνουμε κάθε μέρα και θα προχωρούμε. Και είναι φανερό, πως, αφού ο καθένας έχει το δικό του Σταυρό, αυτοί οι Σταυροί, αν και είναι Σταυροί, διαφέρουν μεταξύ τους. Καμιά αμφιβολία πως ο Σταυρός μας, δεν πήγαμε να τον διαλέξουμε εμείς, μα μας εδόθη από το ξεκίνημά μας. Θα πρέπει να είναι ένας Σταυρός, "κομμένος και ραμμένος στα μέτρα μας", στις ανάγκες μας, στο χαρακτήρα μας, και τα χαρακτηριστικά μας, που πάνω του θα μπορεί να επιτελείται το μυστήριο του καθημερινού μας θανάτου, που απελευθερώνει τη ζωή της αναστάσεως του Ιησού Χριστού. Είναι σαν το τρυφερό αλλά ζωντανό βλαστάρι, που αναπτύσσεται πάνω σ’ ένα νεκρό, ξερό ραβδί, που είναι μπηγμένο στη ρίζα του. Και όμως του προσφέρει πολύτιμη υπηρεσία, και στηρίζει την ανάπτυξή του. Αυτός ο Σταυρός του καθενός μας μπορεί να πάρει ένα ποικίλο περιεχόμενο. Μπορεί να είναι υγεία, οικογένεια, διώξεις, ανέχεια, ταπεινώσεις και πολλά άλλα, με κύρια χαρακτηριστικά, τον πόνο, το συντριμμό, το θάνατο, τον καθημερινό θάνατο που ελευθερώνει τη ζωή. Είναι ο Σταυρός του Χριστού που αποδεχθήκαμε με την πίστη μας, και την ομολογία μας, προσαρμοσμένος στη δική μας ιδιαιτερότητα και προσωπικότητα. Αυτόν το Σταυρό σου, το Σταυρό μου, πρέπει να τον προσδιορίσουμε, για να καταλάβουμε πως μας τον χάρισε ο Κύριος, πως δεν μπορούμε να υπάρξουμε σαν πιστοί χωρίς αυτόν, και όσο και αν φαίνεται παράξενο, να Τον ευχαριστήσουμε που μας τον χάρισε. Στο σημείο αυτό, δημιουργούνται παράπονα προς τον Θεό, ότι τάχα, σε άλλον έδωσε πολύ μεγάλο και βαρύ Σταυρό, και σε άλλον μικρότερο και πιο βολικό. Αυτά είναι φαινομενικά. Τις πραγματικές διαστάσεις του Σταυρού του καθενός μας δε τις γνωρίζουμε. Γιατί ο Σταυρός αυτός, μπορεί να βυθίζεται μέσα στην καρδιά, μέσα στην ψυχή, και οι διπλανοί μας να μη βλέπουν τίποτα από τα καρφιά, που πονάνε και αιμορραγούν ασταμάτητα. Ο Σταυρός είναι Σταυρός, και δε μπορεί να γίνει τίποτα άλλο από αυτό που είναι. Αν αλλάξει, τότε παύει να είναι Σταυρός και δεν μπορεί να μας προσφέρει την υπηρεσία του. Μα, αν και είναι οδυνηρός, δυο παράγοντες επενεργούν και τον κάνουν λιγότερο τρομερό απ’ ότι είναι. Ο πρώτος είναι, πως αν ξέρεις πως είναι καρπός της αγάπης Του, και της σοφίας Του, τελικά θα τον δεχθείς, και καθημερινά θα συμβιώνεις μαζί του, ενώ παράλληλα θα δέχεσαι τα αγαθά αποτελέσματα, που θα γίνονται ορατά στη ζωή σου δια του Πνεύματος. Μα ακόμη, και η καθημερινή μας αδιάκοπη συμπόρευση μαζί του, κάθε μέρα μας εξοικειώνει και πιο πολύ, μας συμφιλιώνει μαζί του, μας δένει με αυτόν ψυχολογικά και πνευματικά, ώστε να ευχαριστούμε και να δοξάζουμε τον Θεό για το Σταυρό που μας χάρισε. Είναι λάθος επικίνδυνο να ζητούμε από τον Κύριο να μας απαλλάξει από το Σταυρό μας. Φυσικά κάτι τέτοιο δεν μπορεί να γίνει. Μπορεί να γίνει όμως, και γίνεται, να μας ενδυναμώνει, να μπορούμε να σηκώνουμε το Σταυρό μας. Ας μη λησμονούμε πως μαζί με τον Κύριο είμαστε στον ίδιο ζυγό, και μαζί σηκώνουμε το φορτίο. Ο καθημερινός Σταυρός είναι για μας αιτία της καθημερινής ανάστασης, της δοξασμένης ζωής του Χριστού στη ζωή μας.
Η καρποφορία δια του Σταυρού.
"Αληθώς, αληθώς σας λέγω, Εάν ο κόκκος του σίτου δεν πέση εις την γην και αποθάνη, αυτός μόνος μένει, εάν όμως αποθάνη, πολύν καρπόν φέρει".  Ιωάννης 12:24
Όσο και αν φαίνεται παράξενο στη λογική του φυσικού ανθρώπου, την κοινή λογική, ο θάνατος του Χριστού, ο Σταυρός του Ιησού είναι πηγή ζωής, μιας άλλης ζωής, της ζωής που έζησε ο Χριστός, και που τη "μεταφυτεύει" μέσα μας δια του Αγίου Πνεύματος. Και ακόμα, είναι γεγονός βεβαιωμένο από τη μαρτυρία του Ευαγγελίου και την εμπειρία της παρουσίας του στη ζωή μας, πως ο Σταυρός του Χριστού ενσωματωμένος "βιωματικά" στη ζωή μας είναι πηγή δύναμης, που δεν είναι άλλη από τη δύναμη του αναστημένου Ιησού του Κυρίου μας. Υπάρχει όμως και μια άλλη περιοχή βασική της εξέλιξης του πνευματικού, του αναγεννημένου ανθρώπου, η καρποφορία, που χωρίς το θάνατο δια του Σταυρού μέσα στη ζωή του λυτρωμένου, είναι ολοκληρωτικά αδύνατη.
Ίσως η λέξη καρποφορία να ξενίζει μερικούς, και να τη βλέπουν σαν ένα εξαιρετικό, ξεχωριστό στοιχείο, που δωρίζεται σε κάποιους, ειδικά διαλεγμένους πιστούς, από τον Θεό. Σε τέτοιες απόψεις και τέτοια συμπεράσματα καταφεύγουν όλοι όσοι προτιμούν μία χαλαρή σχέση με τον Κύριο, χωρίς πολλές απαιτήσεις και με το ελάχιστο κόστος. Δεν είναι όμως έτσι τα πράγματα μέσα στον άγιο Λόγο του Θεού. Όπως συμβαίνει στη φυσική μας ζωή, η καρποφορία είναι η ολοκλήρωση και επισφράγιση του λόγου τής ύπαρξής μας. Η στειρότητα, παντού όπου και αν την παρατηρήσουμε, είναι στοιχείο έλλειψης, είναι αδυναμία, είναι απόκλιση και παρέκκλιση από την υγεία και τη φυσιολογία. Σύμφωνα με τα λόγια του Κυρίου μας, όπου υπάρχει στειρότητα, ακαρπία, επακόλουθο είναι το κόψιμο και η φωτιά, γιατί παράλληλα ”καταργεί και την γη”. Η καρποφορία, λοιπόν, είναι το επιστέγασμα της πραγματικής και γνήσιας σωτηρίας, και ένα στοιχείο που το απαιτεί ο Κύριος από εμάς. Αντίθετα η στειρότητα αντιμετωπίζεται από τον ίδιο τον Κύριο με την απειλή του αιώνιου αφανισμού μας. Αυτά, λίγο ή πολύ είναι γνωστά. Μα πάντα, σε όλες τις περιοχές της πνευματικής μας ζωής, αναζητούνται, από όλους σχεδόν, κάποια μυστικά, κάποιοι κρυφοί μηχανισμοί, κάποια "μυστικά μονοπάτια" εύκολα, που με μαγικό τρόπο θα μετατρέψουν τη στειρότητα σε καρποφορία, και μάλιστα πολύ επιθυμητό αυτό, χωρίς τη δική μας προσωπική συμμετοχή, και χωρίς κόστος. Η αλήθεια από το στόμα του Κυρίου είναι ο μοναδικός και αποφασιστικός παράγων για την καρποφορία, που η παραγνώρισή Του, η απουσία Του δεν θα μας οδηγήσει ποτέ σε καρποφορία. "Αληθώς, αληθώς σας λέγω, Εάν ο κόκκος του σίτου δεν πέση εις την γην και αποθάνη, αυτός μόνος μένει· εάν όμως αποθάνη, πολύν καρπόν φέρει".
Και ξέρουμε πολύ καλά, πως το θυσιαστήριο, πάνω στο οποίο ο σπόρος πεθαίνει, δεν μπορεί να είναι άλλο από το Σταυρό του Χριστού. Στη φυσιολογία του νέου ανθρώπου, γνωρίζουμε ότι αναγεννηθήκαμε "ουχί εκ φθαρτού σπέρματος, αλλά αφθάρτου, δια του λόγου του Θεού του ζώντος και μένοντος εις τον αιώνα". Α' Πέτρου 1:23. Η πατρίδα μας, και η καταγωγή μας είναι όχι η γη, αλλά ο Ουρανός. Μέσα στο σπέρμα, όπως γνωρίζουμε από τη γενετική, υπάρχουν όλα όσα θα αναπτυχθούν στο φυτό ή στον άνθρωπο, σαν γονιδιακές καταβολές. Μέσα στο γονιμοποιημένο ωάριο υπάρχει όλος ο άνθρωπος όπως θα είναι όταν αναπτυχθεί, με όλα του τα γνωρίσματα και τις κληρονομικές του προικοδοτήσεις, μέχρι την ελιά που είχε η γιαγιά στο μάγουλο… Θυμάμαι, παιδί του δημοτικού, με τα μονοκοτυλήδονα και τα δικοτυλήδονα, ο δάσκαλος μας έσπρωξε να φυτέψουμε κουκιά και φασόλια. Και όταν με την παιδική μας περιέργεια ανοίξαμε τη γη να δούμε πώς ήταν αυτό που φυτέψαμε, απογοητευθήκαμε, γιατί δε βρήκαμε το κουκί ή το φασόλι, μα κάτι υπολείμματα από αυτά, σάπια και άθλια. Είχαν πια γίνει φυτό. Η ζωή, που με την αναγέννηση διοχέτευσε ο Κύριος δια του Αγίου Πνεύματος, και που εμείς τη δεχθήκαμε, την αγκαλιάσαμε, την εγκολπωθήκαμε, ταυτίσθηκε με τον εαυτό μας, σε μια μυστηριακή, αλλά πραγματική ένωση. Από την ώρα εκείνη αρχίζει η ανάπτυξη, που ολοκλήρωση έχει την καρποφορία, και μάλιστα σε προδιαγραμμένες αναλογίες, 100, 60, 30, πολλαπλάσια του αρχικού. Το να ”εγκολπωθεί” το σπόρο, είναι κάτι το ουσιαστικό και καθοριστικό αυτό της μετέπειτα πορείας του σπόρου. Τον αγκαλιάζει, δηλαδή με την καρδιά.
Εδώ όμως, είναι το κρίσιμο σημείο στην πορεία της αύξησης, της ανάπτυξης του σπόρου. Ο θάνατος απελευθερώνει τη ζωή που ενυπάρχει μέσα στο σπόρο με τις προδιαγραφές, τις δικές της προδιαγραφές. Εάν ο σπόρος δεν αποθάνει, δε συνδεθεί με το θάνατο, που αποδεσμεύει τη ζωή, τότε μένει μόνος. Χωρίς αύξηση, χωρίς ανάπτυξη, χωρίς καρπό, χωρίς αποτελέσματα. Έχουμε ακούσει, κάποτε το είπαμε και εμείς, πως το σπόρο που έχει τη ζωή εμείς τον σπέρνουμε, τον σκορπούμε, τον ρίχνουμε απλόχερα, και αυτός, αν βρει καλή γη, θα φυτρώσει. Μα αυτό δεν είναι απόλυτα σωστό. Για να γίνει κάτι τέτοιο, πρέπει εγώ, με το σπόρο που δέχθηκα και αγκάλιασα με πίστη στην καρδιά μου, να πεθάνω. Και όταν λέμε να πεθάνω, είναι κάτι το ουσιαστικό, κάτι το τελείως πραγματικό. Ένας μόνο θάνατος υπάρχει.
Η ζωή ήταν και παραμένει στοιχείο του Θεού, μα προσφέρεται με την κατοίκηση του Χριστού, δια του Πνεύματος, στα ενδόμυχα της καρδιάς μας. Από κει και αφού ο δικός μας θάνατος πραγματοποιείται καθημερινά, την απελευθερώνει, την εξωτερικεύει. Και επειδή το πρακτικό μέρος μας ενδιαφέρει πρωτίστως, είναι ανάγκη, αν θέλουμε να έχουμε καρποφορία, να πεθάνουμε με τον Χριστό επάνω στο Σταυρό Του δια της πίστεως, και ν’ αφήσουμε τη ζωή που ο Κύριος καλλιεργεί μέσα μας, να αναπτυχθεί και να εκδηλωθεί. Προσπάθειες, όσο καλοπροαίρετες και αν είναι, όταν δεν έχουν τις δυνάμεις της αναγεννημένης ζωής, αλλά είναι με γήινα και ανθρώπινα στοιχεία, δεν αποδίδουν καρπό και αποτελέσματα , που να έχουν τα χαρακτηριστικά και τη σφραγίδα του δοξασμένου μας Ιησού. Αυτό που ονομάζουμε Έργο, και που είναι μια καλοπροαίρετη, οργανωμένη προσπάθεια, που όμως αντιγράφει συνταγές του κόσμου, παραδοσιακά στοιχεία, και χρησιμοποιεί ανθρώπινες μεθόδους που στηρίζονται στην ανθρώπινη λογική, και όχι στην παρουσία και την ενέργεια του Αγίου Πνεύματος, καταλήγει να είναι άκαρπο, και χωρίς την ευλογία του Θεού. Σύντομα μαραίνεται και πεθαίνει. "Το γεγεννημένον εκ της σαρκός είναι σαρξ, και το γεγεννημένον εκ του Πνεύματος, είναι πνεύμα". Ιωάννης 3:6. Είναι αιώνιος νόμος στην πνευματική πραγματικότητα και νομοτέλεια του Θεού. Η ωραιολογία, η προσπάθεια εντυπωσιασμού, αρχιτεκτονικά κατασκευάσματα, ανθρώπινη κουλτούρα με χριστιανική ορολογία, μπορεί να προσελκύουν κόσμο και να προκαλούν ενθουσιασμό, μα δε φέρνουν πραγματικό καρπό, που να μένει και να δοξάζει τον Κύριο μας. Χρειάζεται να προηγηθεί ο θάνατος του κόσμου μέσα μας, να μπορούμε να ομολογήσουμε μαζί τον Απ. Παύλο "δεν ζω πλέον εγώ, αλλά ζει ο Χριστός μέσα μου". Χρειάζεται να καταδικάσουμε τον κόσμο των επιθυμιών, της συμμόρφωσης, με τον κόσμο της αμαρτίας γύρω μας, να πεθάνει ο σπόρος στη γη της καρδιάς μας, για να φέρει καρπό πολύ, καρπό που να μένει! Όλο αυτό το έργο επιτελείται δια του Σταυρού του Ιησού Χριστού, όταν τον δεχτώ με γνήσια πίστη, και να ταυτιστώ μαζί του...

Ανδρέας Θεοδώρου, Καθηγητής Ο Σταυρός, το λυτρωτικό σύμβολο του Αρχιερέως Χριστού

Η γιορτή της Σταυροπροσκυνήσεως είναι αναμφισβήτητα μια από τις μεγαλύτερες γιορτές της Ορθοδοξίας, την οποία ιδιαιτέρως ευλαβείται και τιμά το χριστεπώνυμό της πλήρωμα.
Κατ’ αυτήν προβάλλεται -και καλούνται oι πιστοί να προσκυνήσουν- τον τίμιο Σταυρό, πάνω στον οποίο ο Χριστός, αφού άπλωσε τις άγιες πα­λάμες του, “ήνωσε τα το πριν διεστώτα”, απέθανε κατά τη σάρκα του ο Θεός και με την υπέρτατη θυσία του, την αγάπη του και την υπακοή του, στις οποίες κορυφώθηκε το μυστήριο της θείας του κενώσεως, εξιλέωσε τον αμαρτωλό άνθρωπο ενώπιον του αγίου Θεού, ικανοποίησε τη θεία δικαιοσύνη για τις αμαρτίες και την ενοχή ολοκλήρου του κόσμου, εξαγόρασε το πλάσμα του από την κακότητα του διαβόλου και την αρπάγη(δίκτυ) του θανάτου, καταβάλοντας ως λύτρο το πανάγιο αίμα του, αίμα όχι ενός “ψιλού” (=απλού) ανθρώπου, αλλά το αίμα του Υιού της Παρθένου και του Θεού, και κατάργησε με το πάθος του το μεσότοιχο της έχθρας, που δημιουργήθηκε μεταξύ Θεού και ανθρώπου, από τότε που ο τελευταίος με την αλόγιστη παρακοή του εκδιώχθηκε από τον αρχαίο παράδεισο της Εδέμ. Με το σταυρικό θάνατό του ο Χριστός κατέλυσε τη δύναμη του διαβόλου, θανάτωσε το θάνατο και άνοιξε διάπλατα την οδό που οδηγεί στα φωτεινά σκηνώματα της θείας βασιλείας! Επί του σταυ­ρού ο άνθρωπος έγινε και πάλι πολίτης του Παραδείσου, γύρισε πίσω στην αληθινή του πατρίδα, στήθηκε στο πραγματικό βάθρο της υπάρξεώς του και απέβαλε τα ράκη της φθοράς, με τα οποία τον έντυσε το αλόγιστο πταίσμα της Εδέμ.[…]
Ο τίμιος Σταυρός είναι το σύμβολο του λυτρωτικού έργου του Χριστού. Στο σεπτό του ξύλο δόθηκε μάχη κραταιά. Όλες οι σκοτεινές δυνάμεις της αμαρτίας, με εμπνευστή το δαιμονικό πνεύμα της αποστασίας, έσπευσαν να σταυρώσουν τον Υιό του Θεού και της Παρθένου, τον Θεάνθρωπο Κύριο της δόξης. Αποδύθηκαν -εν αγνοία τους βέβαια- σε αγώνα άνισο και εκ των προτέρων χαμένο. Προσέκρουσαν στην αστραπή της θείας οργής, η οποία κατέκαυσε τις κακόμορφες σάρκες τους, κατέκοψε τη φοβερή της πλάνης μηχανή, εξευτέλισε και παραδειγμάτισε τις αντίθεες και αντίχριστες δυνάμεις. «Φοβερόν όντως το εμπεσείν εις χείρας Θεού ζώντος!».
Το αίμα του Χριστού απέπλυνε το αίσχος της αμαρτίας που ασχήμυνε την αποστατημένη φύση του ανθρώπου, από τότε που οι προπάτορες τόσον αλόγιστα καταπάτησαν την εντολή του Θεού· απέρριψε τα ράκη της φθοράς με τα οποία έντυσε τη φύση ο μισόκαλος όφις, ο πατέρας του ψεύδους και ανθρωποκτόνος· οδήγησε την παραπεσούσα πρωτόκτιστη φύση στην αρχαία της ευγένεια και δόξα, την αποκατέστησε στο αρχαίο κάλλος της, της απέδωσε ακτινοβόλο τη μαρμαρυγή της θείας του ενέργειας, που την κατέλαμπε πριν από την πτώση της· λάμπρυνε το θεοειδές και θεόμορφο πλάσμα, το νεκρωμένο στα σκοτεινά και σκυθρωπά καταγώγια του Άδη, έκανε τον άνθρωπο τέκνο Θεού και χάριτι Θεό!
Η Εκκλησία μας σεμνύνεται για τον τίμιο Σταυρό, το σύμβολο της θεανθρώπινής της υποστάσεως και των αγώνων της. Σ’ αυτό τοποθετεί τη χαρά και την ελπίδα της. Στο σεπτό του περίγραμμα βλέπει το μεγάλο θρίαμβο της πίστεως, τη νίκη εναντίον των αντίχριστων δυνάμεων, οι οποίες την περισφίγγουν και την πολεμούν για να την αφανίσουν. Και τιμά και δοξάζει τον πανάγιο Σταυρό. Τον ενσωματώνει βαθιά στη λατρεία της, τον τοποθετεί στο κέντρο της ευσέβειας του χριστεπώνυμου  πληρώματός της.
Κατά την Τρίτη Κυριακή των Νηστειών με πανηγυρική χαρά, ευλάβεια και σεμνοπρέπεια θα τον προβάλει στο μέσο των ορθοδόξων ναών, καλώντας τους πιστούς να τον προσκυνήσουν, να αντλήσουν απ’ αυτόν αγιασμό και χάρη και να πάρουν δύναμη στο σκληρό αγώνα της αρετής και τα ευγενή παλαίσματα κατά των ορατών και αοράτων εχθρών.
Το ευαγγελικό ανάγνωσμα θα μας υπενθυμίσει τις προϋποθέσεις του αγώνα αυτού, που είναι:
α) Η ελεύθερη και οικειοθελής ανάληψη της πνευματικής στρατειάς του Χρι­στού. “Όστις θέλει οπίσω μου ελθείν”, μας τονίζει ο αρχηγός της πίστεώς μας. Δεν βιάζει κανένα να τον ακολουθήσει παρά τη θέλησή του. Ο Χριστιανισμός είναι η θρησκεία της αληθινής ελευθερίας. Σ’ αυτόν δεν υπάρχουν δει­σιδαιμονίες, αυτοματισμοί και μαγικότητες. Ο άνθρωπος, ως “εικόνα” Θεού, είναι ον λογικό και ελεύθερο, όπως λογικός και ελεύθερος είναι και το πρότυπό του, ο Θεός. Βία και καταναγκασμός είναι ανάρμοστα στο ήθος και τη δι­καιοσύνη του παναγίου και πανάγαθου Θεού. Αν θέλει κανείς μπορεί ν’ ακολουθήσει τον Κύριο, χωρίς τούτο να σημαίνει βέβαια ότι το πλάσμα είναι ασύδοτο και ανεύθυνο ενώπιον του Θεού. Αντίθετα, ακριβώς επειδή είναι ελεύθερο, είναι και υπόλογο για τις πράξεις του ενώπιον της δικαιοκρισίας του Θεού.
β) Η αυταπάρνηση. “Απαρνησάσθω εαυτόν”. Η αυταπάρνηση γενικά είναι απαραίτητη για κάθε έργο μεγάλο και υψηλό. Εδώ πρόκειται για τη σωτηρία της ψυχής μας. Τί μεγαλύτερο απ’ αυτό, τί ωραιότερο και υψηλότερο; Στη χριστιανική στρατεία φυσικά πρόκειται περί αυταπαρνήσεως μυστηριακής. Ο πιστός καλείται ν’ απαρνηθεί τον αμαρτωλό εαυτό του, το φθαρμένο του εγώ, το κυριαρχούμενο από πάθη και κακότητα· αυτό που πνίγει την ελευθερία του, τον δεσμεύει και τον οδηγεί στο θάνατο και την καταστροφή. Αυτό πρέπει ν’ αποκόψει ο πιστός από τη ψυχή του, για να ζήσει ελεύθερο το άλλο του εγώ, το δοσμένο στο Θεό και την αρετή, το αληθινό του εγώ, το κτισμένο στη χάρη και την αλήθεια του Θεού.
γ) Η οικειοθελής και αποφασιστική ανάληψη όλων των θλίψεων, της κακοπάθειας και της οδύνης, που συνεπάγεται ο Σταυρός του Κυρίου, το σύμβολο του μεγάλου πάθους και της οδύνης. “Και αράτω τον σταυρόν αυτού”. Η χρι­στιανική στρατεία δεν είναι έργο εύκολο. Ο αγώνας είναι τραχύς, ο εχθρός αδυσώπητος, ο αμαρτωλός κόσμος ανελέητος. Ο πιστός χριστιανός πρέπει να είναι αποφασισμένος να σηκώσει σε κάθε περίπτωση το σταυρό του με καρτερία και υπομονή, να δεινοπαθήσει ως καλός στρατιώτης Χριστού.
Και δ) Η ανένδοτη απόφαση ν’ ακολουθεί διαρκώς τον Κύριο, ως άξιος ακόλουθος και μαχητής του. “Και ακολουθείτω μοι”. Η προστακτική είναι χρό­νου ενεστώτος, που σημαίνει διάρκεια. Ο πιστός οφείλει συνεχώς ν’ ακολουθεί τον Κύριο, χωρίς ανάπαυλα και παύση και με σταθερότητα, χωρίς λο­ξοδρομήσεις, παλινδρομήσεις και διακυμάνσεις. Το βλέμμα του πρέπει να πα­ραμένει σταθερά στραμμένο στον ουράνιο θείο στόχο, χωρίς να μετατοπίζεται η καρδιά του από το θησαυρό της, από το έν “ου έστι χρεία”, στα φτωχά στοιχεία του κόσμου τούτου. Και να μάχεται καρτερικά μέσα στη δίνη του κόσμου τούτου του παρερχομένου, εναντίον της πλάνης και της γοητείας της αμαρτίας, οι οποίες απειλούν να τον παρεμποδίσουν και να ανακόψουν την πορεία τους προς τα φωτεινά σκηνώματα της θείας βασιλείας.
“Τον σταυρόν σου προσκυνούμεν Δέσποτα και την αγίαν σου ανάστασιν υμνούμεν και δοξάζομεν”, ψάλλουμε με ιερή σεμνοπρέπεια και χαρά στους ορθόδοξους ναούς. Είναι η νικητήρια ιαχή που γεμίζει και διαδονεί τη χριστόμορφη ψυχή της Ορθοδοξίας, η οποία είναι βαθιά ριζωμένη στο Σταυρό και την Ανάσταση του Σωτήρος· στο φοβερό αυτό δίδυμο της οικονομίας του Θεού, στο οποίο καταπόθηκε εις τέλος ο θάνατος και ο κόσμος ντύθηκε στην ομορφιά του Θεού, την αθανασία και την αφθαρσία. Γιατί το Πάσχα της ζωής προς το οποίο κατευθύνεται και καταλήγει η μεγάλη Τεσσαρακοστή είναι Πάσχα σταυρώσιμο και αναστάσιμο. Ο Σταυρός εκβάλλει στην Ανάσταση· η Ανάσταση ριζώνεται στο Σταυρό. Το ένα δεν αποχωρίζεται από το άλλο. Στην Ορθοδοξία χαίρει μεγάλης τιμής ο Σταυρός, κι ας μας κατηγορούν οι ετερόδοξοι, ότι τάχα τον παραθεωρούμε στη θεολογία μας και τον αφήνουμε στη σκιά· πανηγυρίζεται όμως με λαμπρότητα και λυτρωτικούς τόνους χαράς και η Ανάσταση, το Πάσχα της ζωής, η Λαμπρή. Σ’ αυτά τα δύο κινείται ασταμάτητα η Ορθοδοξία μας, η μία, αγία, καθολική και αποστολική Εκκλησία του Χρι­στού.
Crucifixion of Jesus, 11th century mosaic, Greece.
Εύχομαι ολόψυχα από τη μεγάλη γιορτή της Σταυροπροσκυνήσεως, η οποία βρίσκεται στο μέσο της αγίας Τεσσαρακοστής, να λάβουμε δύναμη από τον τίμιο Σταυρό και ευλογία στην πνευματική μας προσπάθεια στα στάδια των αρετών, ώστε να φθάσουμε με ειρήνη τη Μεγάλη Εβδομάδα και να γιορ­τάσουμε επάξια τα σεπτά πάθη και την ένδοξη Ανάσταση του Σωτήρος Χριστού!
(Ομιλία που έγινε στη σειρά «Λαϊκό Κήρυγμα» της Εταιρείας Φίλων του Λαού- απόσπασμα)

Τι μέγεθος είχε ο Σταυρός του Χριστού μας και πως ανακαλύφθηκε

Ο Άγιος Κωνσταντίνος έστειλε την μητέρα του, την Ελένη, στα Ιεροσόλυμα για να ανακαλύψει σε ποιό σημείο βρισκότανε ο Τάφος του Κυρίου και ο Τίμιος Σταυρός Του διότι οι Εβραίοι είχαν
ρίξει επάνω...τους χώματα και τα είχαν θάψει για να εξαφανιστεί κάθε ίχνος από την ιστορία του Χριστού... Όταν η Αγία Ελένη έφτασε στα Ιεροσόλυμα με τους ανθρώπους της, άρχισε αμέσως να ερευνά για τον Ζωοποιό Σταυρό. Κανείς όμως δεν γνώριζε να της πει που ήταν παραχωμένος. Τότε όλοι μαζί, Αρχιερείς και λαός, έκαναν δέηση προς τον Θεό για να τους αποκαλύψει που βρισκόταν ο Πανάγιος Τάφος και ο Τίμιος Σταυρός. Κι ο Κύριος εισάκουσε την δέηση αυτών και αποκάλυψε στον Πατριάρχη Ιεροσολύμων Μακάριο ότι ο τόπος που ψάχνουν βρίσκεται κάτω ακριβώς από τον ναό της Αφροδίτης τον όποιον είχαν κτίσει μετέπειτα οι Έλληνες.

Η Αγία Ελένη, αφού συγκέντρωσε πλήθος τεχνιτών και εργατών, έσκαψε εκεί και βρήκε τον Πανάγιο Τάφο και λίγο πιο πέρα βρήκε και τους τρεις σταυρούς του Ιησού και των δύο ληστών καθώς και τα καρφιά τους.

Όλοι χάρηκαν με την εύρεση αυτή μα και πάλι όμως δεν ήταν πλήρως ικανοποιημένοι διότι δεν μπορούσαν να ξεχωρίσουν ποιος απ' όλους ήταν ο Σταυρός του Κυρίου. Ο Πατριάρχης Μακάριος όμως είχε εμπιστοσύνη στο Κύριο και δεν ανησυχούσε διότι πίστευε ότι πάλι Εκείνος θα ενεργήσει ώστε να αποκαλυφθεί ο Τίμιος Σταυρός Του.

Έτσι και έγινε. Εκείνες τις ήμερες κείτονταν ημιθανής μία πλούσια γυναίκα λόγω κάποιας βαριάς ασθένειας κι οι γιατροί είχαν αποφασίσει ότι δεν υπήρχε περίπτωση να ζήσει. Αποφάσισαν λοιπόν να ακουμπήσουν επάνω της έναν έναν τους σταυρούς για να δουν εάν θα γίνει κάποιο θαύμα ώστε αυτή η γυναίκα να μπορέσει να θεραπευτεί. Έτυχε μάλιστα να ακουμπήσουν επάνω της πρώτα τους σταυρούς των ληστών και δεν έγινε τίποτα. Όταν όμως από μακριά πλησίαζαν τον Σταυρό του Κυρίου, ω του θαύματος! η γυναίκα αμέσως συνήλθε και σηκώθηκε υγιής, λες και μόλις είχε σηκωθεί από τον ύπνο.

Βλέποντας το θαύμα αυτό, όλοι με ευλάβεια μεγάλη προσκύνησαν τον Σταυρό
του Κυρίου και δόξασαν τον Θεό.

Μόλις όμως διαδόθηκε το νέο στο λαό, όλοι οι Χριστιανοί ζητούσαν από τον Πατριάρχη να τους επιτρέψει να προσκυνήσουν κι αυτοί τον Σταυρό. Μα λόγω του μεγάλου πλήθους αυτό ήταν αδύνατο, έτσι ό Πατριάρχης διέταξε και του έφτιαξαν ένα υψηλό άμβωνα και μόλις αυτός ετοιμάστηκε, πήρε στα χέρια του τον Τίμιο Σταυρό, ανέβηκε στον υψηλό άμβωνα και από εκεί ύψωσε τον
Σταυρό όπου τον έβλεπαν όλοι οι χριστιανοί και με κατάνυξη φώναζαν ΚΥΡΙΕ ΕΛΕΗΣΟΝ.

Από την ήμερα αυτή, καθιερώθηκε να γιορτάζουμε στην Εκκλησία μας την Ύψωση του Τιμίου Σταυρού.

Η Αγία Ελένη έπειτα πήρε τον Τίμιο Σταυρό μαζί της στην Κωνσταντινούπολη, αφού όμως άφησε μέρος αυτού στα Ιεροσόλυμα, στον Πατριάρχη Μακάριο. Ο Σταυρός του Κυρίου είχε 4,50 μέτρα ύψος και 2,40 μέτρα πλάτος.

Κι ο Παυλίνος στην ενδέκατη επιστολή του αναφέρει ότι ενώ ο Σταυρός, από την ημέρα της εύρεσης του, τεμαχιζότανε (σε απειροελάχιστα κομματάκια) και δινότανε στους πιστούς για ευλογία, αυτός παρέμεινε ακέραιος και δεν μειωνόταν καθόλου.