Δευτέρα 10 Νοεμβρίου 2014

Οι άγγελοι στην Καινή Διαθήκη

aggelos_mesaΌχι μόνο στην Παλαιά Διαθήκη αλλά και στην Καινή έχουμε αναφορές για την εμφάνιση αγγέλων.
Ο Αρχάγγελος Γαβριήλ, σταλμένος από τον Θεό, έφερε στην Παρθένο Μαρία, την πάναγνη κόρη της Ναζαρέτ, τη χαρούμενη αγγελία ότι θα γεννήσει τον Γιο του Θεού.
Άγγελος συμβούλεψε τον δίκαιο Ιωσήφ να προστατεύει και να τιμά τη Μαρία, γιατί το παιδί που θα γεννούσε ήταν, με τη Χάρη του Αγίου Πνεύματος, ο Υιός του Θεού.
Μυριάδες αγγελούδια, όταν γεννήθηκε ο Χριστός μας, ανεβοκατέβαιναν από το φτωχικό σπήλαιο της Βηθλεέμ στους ουρανούς, δοξολογώντας τον Θεό με τον αγγελικό ύμνο «Δόξα εν υψίστοις Θεώ και επί γης ειρήνη, εν ανθρώποις ευδοκία».
aggeloi_Kyrios_1 copy
Άγγελοι φέραν στους ταπεινούς βοσκούς τη χαρούμενη είδηση για τη γέννηση του Λυτρωτή.
Άγγελος Κυρίου παρακίνησε τους Μάγους ν΄ αλλάξουν δρόμο , για να μη συναντήσουν τον Ηρώδη.
Άγγελος, στον ύπνο του Ιωσήφ, του είπε να φύγει για την Αίγυπτο, προστατεύοντας από τον φονέα Ηρώδη την Παναγία Μητέρα και  το Βρέφος. Και πάλι, όταν πέθανε ο Ηρώδης, ο άγγελος τους είπε να γυρίσουν πίσω.
Άγγελοι υπηρετούσαν τον Κύριο, όταν έμεινε στην έρημο σαράντα μέρες.
Άγγελος συμπαραστάθηκε στον Κύριό μας πριν από τη Σταύρωση, κατά την ώρα της αγωνίας Του στη Γεθσημανή.
aggeloi_Kyrios_2 copy
Και πάλι Άγγελοι «εκύλησαν τον λίθον», συνάντησαν τις μυροφόρες και τους μαθητές, για να τους μεταδώσουν το μήνυμα ότι «Χριστός ανέστη».
Κι εκεί, προς τη Βηθανία, όταν ο Κύριος αναλήφθηκε στους ουρανούς, άγγελοι και πάλι εξήγησαν στους έκθαμβους μαθητές Του τα βλεπόμενα.
Στην επίγεια ζωή του Χριστού μας οι άγγελοι διακόνησαν τον Κύριο, όπως μας το περιγράφουν τα Ιερά Ευαγγέλια.
 Σ.Γ.Α.

Σάββατο 8 Νοεμβρίου 2014

Η ΣΙΩΠΗ ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ ΤΟΥ ΘΕΟΛΟΓΟΥ
grigorios_theologos.jpg

   Τρεις ήταν οι μεγάλες αγάπες του αγίου Γρηγορίου του Θεολόγου. Τρία τα μεγάλα θέλγητρά του. Τρεις οι βασικοί πόθοι του και οι φλογερές του επιθυμίες.
   Η ειρήνη, η ησυχία και η σιωπή.
   Ας επικεντρωθούμε στην τελευταία αγάπη του Γρηγορίου, τη σιωπή, και ας δούμε πως τη βίωνε και τι δίδασκε για την αξία της.

  Αναφέρουν οι βιογράφοι του Γρηγορίου ότι κατά τη μεγάλη νηστεία της Σαρακοστής, προ του Πάσχα του 382, ένα χρόνο μετά την αποχώρησή του από τον πατριαρχικό θρόνο της Κων/πόλεως, τήρησε απόλυτη σιωπή. Μαζί με τη νηστεία των τροφών δοκίμασε και τη νηστεία των λόγων.

  Κατά τα προηγούμενα χρόνια ο διαπρεπής ρήτορας είχε εκφέρει περίσσεια λόγων και μερικές φορές είχε οδηγηθεί σε εκρήξεις οργής. Τώρα λοιπόν ζητούσε να πάρει ένα ισοζύγιο μεταξύ λόγου και σιωπής και συγχρόνως να περιστείλει τις εκρήξεις του θυμού του. Επίσης επεδίωκε ν’ απολαύσει εντονώτερα των αγαθών της ησυχίας. Ήδη στον αποχαιρετιστήριο λόγο του στην Κων/πολη είχε δηλώσει ότι θα σιωπούσε η δηκτική και φλύαρη γλώσσα του, που προκαλούσε φθόνο και αντιθέσεις, και θα πολεμούσε από δω και πέρα με το χέρι και το μελάνι. Σίγησε λοιπόν ο Γρηγόριος για μια ολόκληρη Σαρακοστή. Επειδή όμως δημιουργήθηκε, όπως ήταν φυσικό, ολόκληρος θρύλος γύρω απ’ αυτή του τη στάση, αναγκάσθηκε σε 12 επιστολές του (υπ’ αριθμ. 107-119, εκτός την115, Ε.Π.Ε. 7,208-218) να δικαιολογήσει τη στάση του. Ας δούμε τις απόψεις του, αφού πρώτα δούμε διδασκαλία της Γραφής, για το πόσο σοβαρό και σπουδαίο είναι να ελέγχει ο άνθρωπος τη γλώσσα του.

  Η σιωπή του Γρηγορίου δεν είναι θέμα ιδιορρυθμίας ή έστω κατά Χριστόν σαλότητας. Το ίδιο συμβαίνει και με τους άλλους πατέρες της Εκκλησίας. Έχει βιβλική βάση. Αν διαβάσουμε το τρίτο κεφάλαιο της επιστολής του Ιακώβου του αδελφοθέου, θα δούμε να γράφει τα εξής σπουδαία για το θέμα μας. «Ει τις εν λόγω ου πταίει, ούτος τέλειος ανήρ δυνατός χαλιναγωγήσαι και όλον το σώμα». Στο ερώτημα που θέτουν ανά τους αιώνες οι άνθρωποι «ποιος είναι τέλειος;» υπάρχουν πολλές απαντήσεις. «Αυτός που ασκητεύει, που είναι αγνός, που προσεύχεται, που δίνει ελεημοσύνη, που έχει ακτημοσύνη και άλλα πολλά». Ο άγιος Ιάκωβος όμως απαντά· «αυτός που δεν πέφτει σε κανένα σφάλμα λέγοντας διάφορα λόγια». Αυτός μπορεί να χαλιναγωγήσει και όλες του τις επιθυμίες, τις ορέξεις και τα πάθη. Να κατευθύνει το πολύεδρο και πολύπλευρο του ψυχοσωματικού του είναι. Όλα τ’ άλλα -κάποτε- ο άνθρωπος τα πετυχαίνει· το να μη σφάλλει όμως στο λόγο του -ποτέ και πουθενά- απαιτεί φοβερή αυτοκυριαρχία, φοβερή άσκηση και είναι σχεδόν ακατόρθωτο. «Πάσα γαρ φύσις θηρίων τε και πετεινών ερπετών τε και εναλίων δαμάζεται και δεδάμασται τη φύσει τη ανθρωπίνη, την δε γλώσσαν ουδείς δύναται ανθρώπων δαμάσαι· ακατάσχετον κακόν, μεστή ιού θανατηφόρου…» (Ιακ.3,7). Όταν όμως κάποιος πετύχει αυτό το ακατόρθωτο, τότε πετυχαίνει φοβερά πράγματα. Ο άγιος Ιάκωβος παραθέτει πολύ χαρακτηριστικά σχετικά παραδείγματα. Λέγει, όταν έχεις στο χέρι σου τη γλώσσα του χαλινού, τότε εξουσιάζεις το τεράστιο και αδάμαστο άλογο. Όταν κρατάς το πηδάλιο του πλοίου, κατευθύνεις αυτό όπου θες. Αντίθετα, αν δεν προσέξεις και δημιουργηθεί μια μικρή γλώσσα φωτιάς, τότε καταστρέφει τα πάντα και κανείς δεν μπορεί να την ελέγξει. Η γλώσσα είναι μεγάλη ευλογία και μεγάλη κατάρα αναλόγως αν υπόκειται στον έλεγχο μας ή όχι. Είναι πηγή που μας ζωοποιεί ή μας δηλητηριάζει. Μας γλυκαίνει ή μας φαρμακώνει. Μας ενθαρρύνει ή μας απελπίζει.

  Επειδή λοιπόν είναι πολύ δύσκολο να χαλιναγωγήσουμε τη γλώσσα μας και επειδή πάντα λαλούμε «εκ του περισσεύματος της καρδίας μας», η οποία είναι βρώμικη και δηλητηριασμένη από το προπατορικό αμάρτημα, γι’ αυτό παρουσιαζόμαστε πνευματικά διχασμένοι, διηρημένοι, αλλοπρόσαλλοι. Κυριολεκτικά σχιζοφρενείς. Γι’ αυτό μία είναι η λύση για να διορθωθούμε· ή να μιλούμε πολύ λίγο και μάλιστα με σύνεση και περίσκεψη, όπως επιβάλλουν οι μοναχικοί κανόνες στους μοναχούς, ή να καταργήσουμε τον λόγο εντελώς, για κάποιο χρονικό διάστημα, μέχρι να καθαρισθεί κάπως η καρδία μας. Το δεύτερο εφάρμοσε ο Γρηγόριος και εξηγεί το γιατί στις 12 επιστολές του.

   Γράφει ο Γρηγόριος ο Θεολόγος στις επιστολές προς διαφόρους φίλους του.


  
Α΄. Όποιος πετυχαίνει την τέλεια σιωπή, νικήσει δηλαδή στο σύνολο, εκείνος μπορεί να πετύχει να μιλά σωστά, δηλαδή να νικήσει και στο επιμέρους.

  
Β΄. Η γλώσσα εκφράζει το περιεχόμενο της καρδιάς, αλλά και το επηρεάζει. Έτσι, το πάθος του θυμού για παράδειγμα, μόνο η σιωπή το μαραίνει. Μερικές φορές, για να ξεσπάσουμε δήθεν και να ξελαφρώσουμε, αρχίζουμε να βρίζουμε, να κατηγορούμε, να χλευάζουμε, ή αναμασούμε συνεχώς τις αδικίες που κατά τη γνώμη μας υπέστημεν. Και αντί να ηρεμήσουμε, ανάβουμε και ξαναφορτιζόμαστε με μίσος. Έτσι συνεχίζεται ο φαύλος κύκλος του αναβρασμού, της δήθεν εκτονώσεως και εν τέλει της επιδεινώσεως του πάθους μας. Ο Γρηγόριος, όταν ασκούσε σιωπή, πόσο πικραμένος ήταν από το φθόνο και το μίσος και το διωγμό των αντιπάλων του συνεπισκόπων, που είχε ως αποτέλεσμα να φύγει από την Κων/πολη. Να μιλήσει; Να εκφράσει το πόνο του; Θα πικραινόταν περισσότερο και γι’ αυτό σιωπά.

  
Γ΄. Διακόπτοντας το λόγο μαθαίνουμε να λέμε όσα πρέπει. Όταν φλυαρούμε είναι αδύνατο να μη λέμε ανοησίες, άσχετα πράγματα, περιττά και ανώφελα. Όταν πολυλογείς δεν μπορείς ν’ αποφύγεις την αμαρτία λένε οι πατέρες.

  
Δ΄. Σιωπώντας μαθαίνουμε ν’ ακούμε. Δεν έχουμε μόνο στόμα, έχουμε κι αυτιά. Πρέπει κι αυτά να τα χρησιμοποιούμε. Το ν’ ακούς ό,τι πρέπει δεν είναι κατώτερο από το να λες ό,τι πρέπει. Οι περισσότεροι άνθρωποι πάσχουμε από λογοδιάρροια και μάλιστα ασχολούμαστε κυρίως με σκάνδαλα και κουτσομπολιά κρίνοντας τους πάντας και τα πάντα, ενώ δεν έχουμε καθόλου επιθυμία ν’ ακούμε νουθεσίες και ελέγχους. Ο Γρηγόριος, κάνοντας πράξη τα όσα υποστήριζε, δέχθηκε να συναντηθεί με τον ιερέα Κληδόνιο υπό τον όρο ν’ ακούει μόνο και να μη μιλά. Επίσης ο Γρηγόριος, σε άλλη επιστολή του προς τον Ευλάλιο, λέγει ότι επισκέφθηκε μοναχούς στην Λαμίδα σιωπών.

  
Ε΄. Σιωπά για να διδάξει εμπράκτως και να εμπνεύσει και άλλους να τον μιμηθούν. Μιλώντας για την σιωπή, λέγει ο Γρηγόριος γράφοντας στο φίλο του Παλλάδιο, δε συγκινούσα κανένα. Τώρα που σιωπώ διδάσκω με την πράξη. Παιδαγωγώ τους ανθρώπους στο αγαθό της σιωπής εφαρμόζοντάς το προσωπικά ο ίδιος. Μιμούμαι το Χριστό, που δεν εξάγνισε το άνθρωπο τόσο με τη νομοθεσία του όσο με την ενσάρκωσή του και τη προσωπική βίωση του νόμου.

   Ο άγιος Γρηγόριος λοιπόν είναι εμπνευστής και όχι απλός διδάσκαλος. Ο αείμνηστος και πολύκλαυστος π. Επιφάνιος Θεοδωρόπουλος σε νεκρολογία του για τον επίσης αείμνηστο και επιφανή π. Σπυρίδωνα Σγουρόπουλο και εξυμνώντας τον, γιατί υπήρξε εμπνευστής και όχι διδάσκαλος, λέγει τα εξής αξιοπρόσεκτα. «Ωραίον όντως το διδάσκειν, ωραιότερον όμως και μεγαλειωδέστερον το εμπνέειν. Δια το πρώτον αρκούσιν ολίγαι ξηραί γνώσεις· διά το δεύτερον απαιτείται παράδειγμα ακτινοβόλου αυταπαρνήσεως και γενικώς βίος ολόλαμπρος και πλήρης θυσιών. Και Συ είχες αυτήν την ειδικήν εύνοιαν και ευλογίαν του Κυρίου. Δεν εδίδασκες απλώς, αλλά ενέπνεες! Ανήκες ουχί εις τον μέγα αριθμόν των διδασκόντων, αλλ’ εις τον απελπιστικώς μικρόν αριθμόν των εμπνεόντων» (Άρθρα,μελέται, επιστολαί, τόμος Α΄, Αθήνα 1986, σσ.512-513).

  
ΣΤ΄. Σιωπά γιατί θέλει να προσφέρει ως θυσία στο Θεό την έκφραση των σκέψεών του. γράφει στον Παλλάδιο· «Νέκρωσα τη γλώσσα μου με τη νέκρωση του Χριστού, όταν νήστευα· την ζωοποίησα με την ανάστασή του. Προσέφερα ως θυσία στον Χριστό την έκφραση των σκέψεών μου, έτσι θα προσφέρω τώρα (ως θυσία) και τον λόγον μου, αλλά πλέον καθαρό και αγνισμένο»!

   Πολλές φορές ο Χριστός μας ζητά ως θυσία τα πιο αγαπημένα πρόσωπα, πράγματα ή ιδανικά της ζωής μας. Από τον Αβραάμ π.χ. ζητά να εγκαταλείψει τη πατρίδα του, τους συγγενείς του, το πολιτισμό του, τη γλώσσα του, τις ανέσεις του και τέλος τον Ισαάκ, τον υιό του τον μονογενή, που απέκτησε μετά από αναμονή 25 ετών! Από τον Γρηγόριο, μέσω των φθονερών συνεπισκόπων του, ζήτησε να θυσιάσει το θρόνο του και το ποίμνιο του. Και ο Γρηγόριος προσθέτει σ’ αυτή τη φοβερή και ανεκτίμητη θυσία την ρητορική του δεινότητα, το μεγαλοπρεπές και μνημειώδες ύφος του, τη λογοτεχνική του έκφραση, την καλλιέπεια του κηρύγματος, την ευστροφία των νοημάτων του, την παραστατικότητα και ζωηρότητα και εκπληκτική έκφραση των ιδεών του, την υψίστη ηδονή του λέγειν και διδάσκειν και καθοδηγείν. Πόσο μεγάλη θυσία!!!

  
Ζ΄. Το λέγειν δεν είναι πάντα δείγμα ικανότητας ή επιδεξιότητας. Στον Κελεύσιο διηγείται το μύθο των χελιδονιών και των κύκνων. Τα χελιδόνια περηφανεύονται ότι κελαϊδούν στους ανθρώπους συνέχεια και ζουν συνεχώς μαζί τους. Ενώ οι κύκνοι ζουν στην ερημιά, δε τραγουδούν, και δε θέλουν τη συντροφιά των ανθρώπων. Και οι κύκνοι αν και σιχαινόταν την πολυλογία των χελιδονιών και απαξιούσαν να τα απαντήσουν, εν τούτοις κάποτε αναγκάσθηκαν να τα πουν: «Εμείς δεν ψάλλουμε όπως-όπως, ούτε ενδιαφερόμαστε να βγάζουμε απλώς κραυγές. Κι όμως χωρίς να μιλήσουμε, όταν απλώνουμε τα φτερά μας στον άνεμο, ακούγεται κάτι γλυκύ και αρμονικό. Εμείς, όταν τραγουδούμε, φροντίζουμε με μέτρο ν’ αποδίδουμε τη μελωδία και δεν αναμιγνύουμε τη μουσική με θορύβους. Εσείς κι όταν σας δέχονται οι άνθρωποι στα σπίτια τους αγανακτούν κι όταν κελαϊδείτε σας βαριούνται. Κι όπως λέγει μια παροιμία αληθής και σύντομος ‘τότε θα τραγουδήσουν οι κύκνοι όταν σιωπήσουν οι καλιακούδες’».

  
Η΄. Να μη απολυτοποιούμε μόνο τα χαρίσματά μας. Ο Γρηγόριος απαντώντας στον Ευλάλιο -έναν ερημίτη που ησύχαζε και νήστευε σε απόλυτο βαθμό, ενώ στον Γρηγόριο συνιστούσε διάκριση και μεσότητα στο θέμα της σιωπής- λέγει ότι δεν πρέπει να απολυτοποιούμε μόνο τα χαρίσματά μας και να θέλουμε να μετριάζουμε τα χαρίσματα των άλλων. Χαρίσματα που ίσως μας δυσκολεύουν και δεν μας συγκινούν. Γι’ αυτό προτείνει ν’ ανταλλάξουν τα χαρίσματα τους.

   Άλλοι πάλι (Κελεύσιος) ενώ παραβαίνουν το νόμο (δεν νηστεύουν) κατηγορούν τους άλλους για θέματα, που είναι ίσως ιδιόρρυθμα αλλά δεν είναι αμαρτωλά. Εδώ ισχύει το του ευαγγελίου, «βγάλε το δοκάρι από το μάτι σου και μετά να βγάλεις την αγκίδα από το μάτι του άλλου». Αν δε το κάνεις τότε σιώπα και συ.

   Γιατί με κρίνεις που σιωπώ ενώ εγώ δε σε κρίνω που μιλάς, λέγει στον ίδιο. Θυμήσου τι λέγει ο Παύλος σε ανάλογη περίπτωση. «Ο εσθίων τον μη εσθίοντα μη εξουθενείτω. Ο δε μη εσθίων τον εσθίοντα μη κρινέτω» (Ρωμ. 14,3).

  
Θ΄. «Καιρός παντί πράγματι». Όπως λέγει το βιβλίο του Εκκλησιαστού στην Παλαιά Διαθήκη υπάρχει καιρός για να φυτεύεις και καιρός για να ξεριζώνεις· να γελάσεις και να κλάψεις· να θρηνήσεις και να χορέψεις· να πολεμήσεις και να ειρηνεύσεις. Έτσι υπάρχει «καιρός του σιγάν και καιρός του λαλείν». «Σιώπησα για τον εαυτό μου· τώρα θα μιλήσω χάριν των άλλων» γράφει ο Γρηγόριος στον Ευλάλιο. Με την ανάσταση του Λόγου ο άγιος Γρηγόριος ανέστησε και πάλι την υπέροχη διδαχή του. Από το Πάσχα του 382 άφησε και πάλι το θεϊκό του τάλαντο στην υπηρεσία της Εκκλησίας, προς δόξαν Θεού και ικανοποίηση των πνευματικών αναγκών των αδελφών του.
 
ΜΕΛΕΤΙΟΣ ΑΠ. ΒΑΔΡΑΧΑΝΗΣ
ΑΡΧΙΜΑΝΔΡΙΤΗΣ

Πέμπτη 6 Νοεμβρίου 2014

Ο σταυρός μας μπορεί να γίνει Ανάσταση μόνο μέσω της πίστης


Φωτό: paterikakeimena.blogspot.gr
Φωτό: paterikakeimena.blogspot.gr
Αυτό που μας προσφέρει ο Θεός δεν μία ζωή χωρίς πόνο, αλλά μία ζωή με την προοπτική της υπέρβασης του πόνου.
Το να χρησιμοποιήσεις τον πόνο που θα έρθει στην ζωή σου με τέτοιο τρόπο ώστε ο πόνος να γίνει αρετή, το φαινομενικό κακό να γίνει ουσιαστικά κάτι το αγαθό.
Ο σταυρός να γίνει δόξα, να γίνει αγάπη, υπομονή, πραότητα, θυσία, συγχώρεση…Ανάσταση.
Σταυρός θα υπάρξει, πόνος θα υπάρξει, φόβος, όπως και στην ζωή των Αποστόλων, των Μαρτύρων, των Οσίων όμως διαμέσου της πίστης όλα αυτά αλλάζουν, παίρνουν ένα νόημα βαθύ, παίρνουν αξία. Διότι δεν σε καταβάλουν, δεν σε οδηγούν στην απόγνωση αλλά σε φέρνουν πιο κοντά στην αυτογνωσία.
Ο πόνος σε βαπτίζει στα νερά την κάθαρσης, αρκεί να τον αντιμετωπίσεις όπως ο Εσταυρωμένος.
Η χριστιανική ζωή δεν είναι μια ζωή χωρίς πόνο και δοκιμασίες το αντίθετο, είναι μια ζωή που, εάν θέλεις να τη ζήσεις, όπως λέγει και ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος, θα πρέπει να είσαι έτοιμος για τον πειρασμό. Διότι τελικά η χριστιανική ζωή είναι μια σταυρική ζωή, η οποία όμως μεταμορφώνει τον σταυρό σε οίκο Ανάστασης και Ζωής διαμέσου της πίστης, της εμπιστοσύνης και της αγάπης μας προς τον Θεό.
Αρχιμ. Παύλος Παπαδόπουλος

Πέμπτη 30 Οκτωβρίου 2014

Κοινωνική διδασκαλία Μεγάλου Βασιλείου





Μεγάλου Βασιλείου
Κοινωνική διδασκαλία Ελλήνων Πατέρων , εκδ . Αποστολικής Διακονίας,
Αθήνα 1998, σελ. 425-431 Μτφρ . Χρ. Σ. Γαρνάβου
και Δημ . Στ. Αθανασόπουλου, επιμέλεια Ν. Θ. Μπουγάτσου


425. Η καλοφαγία είναι το πάθος του άφρονος πλουσίου

Και μου φαίνεται ότι το πάθος μοιάζει με το πάθος της ψυχής των καλοφαγάδων· αυτοί προτιμούν να πεθάνουν από τη λαιμαργία τους, παρά να δώσουν στους φτωχούς τα υπολείμματα των φαγητών τους. ’νθρωπε, άκου αυτόν που έδωσε. Σκέψου τον εαυτό σου, ποιός είσαι, τι οικονομείς , από ποιόν πήρες, γιατί έχεις τα πολλά. Έχεις γίνει υπηρέτης του καλού Θεού, οικονόμος των ομοδούλων · μη νομίζεις ότι όλα έχουν δημιουργηθεί για την κοιλιά σου. Να σκέπτεσαι ότι αυτά, που έχεις στα χέρια σου είναι ξένα· σε ευχαριστούν για μικρό χρόνο, έπειτα διαρρέουν σε άλλα χέρια, όπως το απαιτεί με ακρίβεια ο λόγος. Εσύ όμως όλα τα έχεις κλειδαμπαρωμένα· και τα έχεις σφραγίσει, κι επαγρυπνείς και έχεις τον εαυτό σου ως άφρονα σύμβουλο. Τι να κάνω; Εύκολη ήταν η απάντηση, δηλαδή να γεμίσω τις ψυχές αυτών που πεινούν, να ανοίξω τις αποθήκες, και να καλέσω όλους τους φτωχούς. Να μιμηθώ τον Ιωσήφ στο κήρυγμα της φιλανθρωπίας· να φωνάξω μεγαλόψυχα· όσοι στερείσθε το ψωμί ελάτε προς εμένα (Γεν. μζ΄ 11 εξ.), καθώς όλοι μπορούν να γίνουν συμμέτοχοι της θείας Χάριτος, καθώς όλα προέρχονται από κοινές πηγές. Αλλά δεν είσαι τέτοιος εσύ· από πού ήλθες; Εσύ που ευχαριστείσαι με τις διάφορες απολαύσεις, εις βάρος των ανθρώπων, έχεις πονηρές σκέψεις στην ψυχή σου, φροντίζεις να μην μεταδώσεις στον καθένα που έχει ανάγκη, και να κρατήσεις τα πάντα, στερώντας κάθε ωφέλεια στους συνανθρώπους σου ( Λουκ . ιβ΄ 20).

Εγώ ειμί ο Ών

Το Τετραγράμματο στα Φοινικικά, Αραμαϊκά και Εβραϊκά

Με τη λέξη Γιαχβέ (ή και Ιεχωβά σε κάποιες περιπτώσεις), αναφερόμαστε στο Θείο Όνομα το λεγόμενο και Τετραγράμματο, που χρησιμοποιείται στην εβραϊκή Βίβλο περίπου 6.823 φορές, και αποκαλύφθηκε από τον Θεό στο Μωϋσή, κατά την ίδρυση των νέων σχέσεων του με τον λαό Ισραήλ, στη διαθήκη του Σινά[1].

Σύμφωνα με τους Πατέρες, στο συμβάν της βιβλικής διήγησης όπου το όνομα αυτό απεκάλυψε ο ίδιος ο Θεός, ο Τριαδικός Θεός[2] στον Μωϋσή κατά τη θεοφάνεια της φλεγόμενης βάτου[3], μιλά η μία εκ των τριών υποστάσεων[4], ο Υιός[5], ο άσαρκος Χριστός ή αλλιώς ο Γιαχβέ-Λόγος[6] και συντελείται μία εκ "των αποκαλύψεων του Θεού, διά του Λόγου εν Αγίω Πνεύματι"[7] καθώς, για την Ορθόδοξη Εκκλησία, "όταν ο Λόγος αποκαλύπτει τον Πατέρα, αποκαλύπτει κατ' ανάγκην την Τριάδα· και όταν αποκαλύπτει την Τριάδα, αποκαλύπτει τον Πατέρα"[8]. Κατά συνέπεια, "το όνομα Γιαχβέ οιονεί αναλύεται εις το "Πατήρ, Υιός και Άγιον Πνεύμα". Ούτω Γιαχβέ ο Πατήρ, Γιαχβέ ο Υιός, Γιαχβέ το Άγιον Πνεύμα. Πλην δεν υπάρχουν τρεις Γιαχβέ, αλλ' εις Γιαχβέ (Δευτ. 6: 4), διότι υπάρχει μία θεία ουσία. Επειδή δε έκαστον των τριών προσώπων έχει όλόκληρον την θείαν ουσίαν...δυνάμεθα να λέγωμεν, ου μόνον ότι ο Υιός είνε Γιαχβέ, αλλά και ότι είνε ο Γιαχβέ (ενάρθρως), ο όλος δηλαδή θεός"[9].

Επιστολή Βαρνάβα



(Αρ­χαί­ο Κεί­με­νο)



    Χαί­ρε­τε, μέ­σα σε ει­ρή­νη, υι­οί και θυ­γα­τέ­ρες, εν ο­νο­μα­τι του Κυ­ρί­ου που μας  α­γά­πη­σε. Με­γά­λες και  πλού­σι­ες εί­ναι οι δω­ρε­ές του Θε­ού σε σας και ξε­χει­λί­ζω α­πό ευ­φρο­σύ­νη α­πε­ρί­γρα­πτη για  τη μα­κα­ρί­α και έν­δο­ξη σας κα­τά­στα­σι. Δι­ό­τι εί­σθε δο­χεί­α της πνευ­μα­τι­κής χά­ρι­τος. Και νοι­ώ­θω με­γά­λη χα­ρά για τον ε­αυ­τό μου ελ­πί­ζον­τας να σω­θώ, δι­ό­τι βλέ­πω α­λη­θι­νά α­πό την α­στεί­ρευ­τη πη­γή, τον Κύ­ριο, να εί­στε πο­τι­σμέ­νοι με   το Πνεύ­μα. Το να σας σκέ­πτο­μαι και να σας πο­θώ εί­ναι η με­γά­λη μου συγ­κί­νη­σις. Θέ­λω, λοι­πόν, να σας  μι­λή­σω α­πό τα πολ­λά που γνω­ρί­ζω, έ­χον­τας συ­νο­δευ­θή στο δρό­μο της δι­και­ο­σύ­νης α­πό τον Κύ­ριο, σπρωγ­μέ­νος α­πό την α­κα­τα­νί­κη­τη α­γά­πη μου σε σας, που σας έ­χω πά­νω α­πό τη ζω­ή μου, δι­ό­τι με­γά­λη πί­στις και α­γά­πη κα­τοι­κούν α­νά­με­σα σας  ε­π’ ελ­πί­δι ζω­ής του Θε­ού. Σκέ­φθη­κα, λοι­πόν, ό­τι αν γνοια­στώ να σας
με­τα­δώ­σω έ­να μέ­ρος ά­π' ό­σα έ­λα­βα,  θα εί­ναι αυ­τό αι­τί­α να πά­ρω μι­σθο, δι­ό­τι θα έ­χω υ­πη­ρε­τή­σει τέ­τοι­ες ψυ­χές, Κι  έ­τσι βι­ά­σθη­κα να σας  γρά­ψω αυ­τή τη  σύν­το­μη ε­πι­στο­λή, για να  έ­χε­τε μα­ζί με την πί­στι και τη  γνώ­σι τε­λεί­α. Τρί­α, λοι­πόν, εί­ναι τα  δόγ­μα­τα του Κυ­ρί­ου.  Ζω­ής ελ­πίς αρ­χή και τέ­λος της πί­στε­ως μας και η δι­και­ο­σύ­νη της κρί­σε­ως αρ­χή και τέ­λoς και η α­γά­πη α­πό­δει­ξις των  έρ­γων της  δι­και­ο­σύ­νης μέ­σα σε ευ­φρο­σύ­νη και α­γαλ­λί­α­σι.   '­Ο Δε­σπό­της μας γνώ­ρι­σε διά των προ­φη­τών τα πε­ρα­σμέ­να και τα τω­ρι­νά και των  μελ­λόν­των μας έ­δω­σε την πρό­γευ­σι.  Και βλέ­πον­τας κα­θέ­να ά­π’ αυ­τά να πραγ­μα­το­ποι­ή­ται, σύμ­φω­να με τον λό­γο του, πρέ­πει πλου­σι­ώ­τε­ρα και με­γα­λο­πρε­πέ­στε­ρα να τον υ­πη­ρε­τού­με με φό­βο. "Ο­σο για μέ­να ό­χι ως δι­δά­σκα­λος, αλ­λά σαν έ­νας α­πό σας θα σας  δεί­ξω το νό­η­μα με­ρι­κών α­πό αυ­τά, για να ευ­φραν­θή­τε σή­με­ρα. Οι μέ­ρες εί­ναι πο­νη­ρές και ο σα­τα­νάς έ­χει ε­ξου­σί­α α­κό­μη. Πρέ­πει, λοι­πόν με  προ­σο­χή να α­νι­χνεύ­ου­με τα  θε­λή­μα­τα του Κυ­ρί­ου. Της πί­στε­ως μας  βο­η­θοί εί­ναι ο φό­βος και  η υ­πο­μο­νή και σύμ­μα­χοί μας η μα­κρο­θυ­μί­α και η εγ­κρά­τεια.   "Ο­ταν αυ­τά υ­πάρ­χουν στην θε­ο­χά­ρα­κτη ζω­ή μας  με κά­θε. α­γνό­τη­τα, ευ­φρό­συ­να συμ­πλη­ρώ­μα­τα τους έ­χουν τη σο­φί­α, τη σύ­νε­σι, την ε­πι­στή­μη, τη γνώ­σι. Δι­ό­τι μας  έ­χει φα­νε­ρω­θή ά­π' ό­λους τους προ­φή­τες ούτε θυ­σί­ες ού­τε ο­λο­καυ­τώ­μα­τα ού­τε προ­σφο­ρές έ­χει α­νάγ­κη ο Κύ­ριος. «Τι μοι πλή­θος των  θυ­σι­ών υ­μών;  λέ­γει Κύ­ριος. Πλή­ρης ει­μί ο­λο­καυ­τω­μά­των,  και   στέ­αρ αρ­νών και  αί­μα ταύ­ρων και  τρά­γων ου   βού­λο­μαι, ου­δ' αν έρ­χη­σθε ο­φθή­ναί μοι. Τις γαρ ε­ξε­ζή­τη­σε ταύ­τα εκ των  χει­ρών υ­μών;  πα­τείν μου την  αυ­λή ου προ­σθή­σε­σθε.  Ε­άν φέ­ρη­τε σε­μί­δα­λιν,  μά­ται­ον· θυ­μί­α­μα βδέ­λυγ­μά μοι  ε­στίν·  Τας  νε­ο­μη­νί­ας υ­μών και   τα σάβ­βα­τα ουκ α­νέ­χο­μαι.« Αυ­τά, λοι­πόν, τα κα­τήρ­γη­σε, για να μην έ­χη ιην προ­σφο­ρά αν­θρω­πο­κά­μω­τη ο  και­νούρ­γιος νό­μος του Κυ­ρί­ου η­μών Ι­η­σού Χρι­στού, που εί­ναι χω­ρίς ζυ­γό α­νάγ­κης.  Και λέ­γει πά­λι στους Ι­ου­δαί­ους. «Μη ε­γώ έ­νε­τει­λά­μην τοις  πα­τρά­σιν υ­μών εκπκο­ρευ­ο­μέ­νοις εκ  γης   Αι­γύ­πτου,  προ­σε­νέγ­και μοι   ο­λο­καυ­τώ­μα­τα και  θυ­σί­ας; Αλ­λ' η τού­το ε­νε­τει­λά­μην αυ­το­ίς·   έ­κα­στος υ­μών κα­τά του πλη­σί­ον εν τη  καρ­δί­α ε­αυ­το­ύ κα­κί­αν μη μνη­σι­κα­κεί­τω,  και όρ­κο ψευ­δή μη  α­γα­πά­τε.»  Ι­Ι­ρέ­πει,  λοι­πόν, να αι­σθα­νό­μα­στε, χω­ρίς να  εί­μα­στε α­σύ­νε­τοι, την α­γα­θή δι­ά­θε­σι του πα­τέ­ρα μας, που θέ­λει να  μη  του συμ­πε­ρι­φε­ρό­μα­στε πλα­νε­μέ­να ό­πως ε­κεί­νοι. Μας λέ­γει, λοι­πόν, τα ε­ξής: «  Θυ­σί­α τω  Κυ­ρί­ω καρ­δί­α συν­τε­τριμ­μέ­νη,   ο­σμή ευ­ω­δί­ας τω Κυ­ρί­ω καρ­δί­α δο­ξά­ζου­σα τον   πε­πλα­κό­τα αυ­τήν.»  Έ­τσι ας μα­θαί­νου­με με α­κρί­βεια, α­δελ­φοί, τα κα­θέ­κα­στα της  σω­τη­ρί­ας μας, για να  μη  μας πιά­ση με το  κρυ­φό σχοι­νί της  πλά­νης ο πο­νη­ρός και  μας  εκ­σφεν­δο­νί­ση μα­κριά α­πό τη ζω­ή του Θε­ού.  Ό­θεν πρέ­πει να ε­ρευ­νού­με τη θρη­σκεί­α μας με  με­γά­λη δί­ψα για να βρί­σκου­με ό­λα ε­κεί­να που  θ’  α­παρ­τί­σουν τη σω­τη­ρί­α μας. Ας ξε­κό­ψου­με,  λοι­πόν, τε­λεί­ως α­πό ό­λα τα έρ­γα της α­νο­μί­ας για να μη  μας  κα­τα­πλα­κώ­σουν αυ­τά τα έρ­γα. Κι  ας  μι­σή­σου­με την πλά­νη του πα­ρόν­τος αι­ώ­νος, για να γί­νου­με οι α­γα­πη­τοί του  μέλ­λον­τος. Ας μη δί­νου­με στην ψυ­χή μας  χα­λα­ρό­τη­τα κι  έ­τσι να τρα­βι­έ­ται στους δρό­μους των α­μαρ­τω­λών και  των πο­νη­ρών, για να μη γί­νου­με ό­μοι­οί τους. Το τέ­λει­ο σκάν­δα­λο έ­φθα­σε, για το  ο­ποί­ο εί­ναι γραμ­μέ­νο, ό­πως λέ­γει ο  Ε­νώχ.  Γι' αυ­τό κι  ο  Δε­σπό­της πε­ρί­κο­ψε τους και­ρο­ύς και τις μέ­ρες,  για  να φθά­ση γρή­γο­ρα ο α­γα­πη­μέ­νος του και να λά­βη την  κλη­ρο­νο­μιά του.  '­Έ­τσι το λέ­γει ο προ­φή­της· « Βα­σι­λεί­αι δέ­κα ε­πί της γης βα­σι­λεύ­σου­σιν,  και  ε­ξα­να­στή­σε­ται ό­πι­σθεν μι­κρός βα­σι­λεύς ος τα­πει­νώσει τρεις  υ­φ' εν των βα­σι­λέ­ων.» Για  το ί­διο ζή­τη­μα λέ­γει και ο  Δα­νι­ήλ·  «Και εί­δον το  τέ­ταρ­τον θη­ρί­ον το  πο­νη­ρόν και  ι­σχυ­ρόν και  χα­λε­πώ­τε­ρον πα­ρά πάν­τα τα θη­ρί­α της  θα­λάσ­σης,  και ως  εξ  αυ­τού α­νέ­τει­λεν δέ­κα κέ­ρα­τα,  και  εξ  αυ­τών μι­κρόν κέ­ρας πα­ρα­φυά­διον, και ως ε­τα­πεί­νω­σεν ύ­φ' εν  τρί­α των  με­γά­λων κε­ρά­των.» Πρέ­πει αυ­τά να  τα νοι­ώ­θε­τε.  Α­κό­μα και για το ε­ξής σας πα­ρα­κα­λώ, σαν α­δελ­φός σας, α­γα­πών­τας σας τον κα­θέ­να και ό­λους πά­νω α­πό τη ζω­ή μου, να προ­σέ­χε­τε τώ­ρα και να μη γί­νε­στε ό­μοι­οι με κά­ποι­ους που θέ­λουν να σας  ε­πι­σω­ρεύ­σουν α­μαρ­τί­ες, δι­δά­σκον­τας ό­τι η δι­α­θή­κη εί­ναι των I­ου­δαί­ων και ό­χι δι­κή μας. Εί­ναι μό­νο δι­κή μας. Δι­ό­τι ε­κεί­νοι την έ­χα­σαν μό­λις την  εί­χε πά­ρει ο Μω­ϋ­σης. Λέ­γει η Γρα­φή. «Και  ην  Μω­ϋ­σης εν   τω ό­ρει νη­στεύ­ων η­μέ­ρας τεσ­σα­ρά­κον­τα και  νύ­κτας τεσ­σα­ρά­κον­τα και   έ­λα­βε την  δι­α­θή­κην α­πό του Κυ­ρί­ου,  πλά­κας λι­θί­νας γε­γραμ­μέ­νας τω δα­κτύ­λω της χει­ρος του  Κυ­ρί­ου.» Αλ­λά σαν γύ­ρι­σαν στη λα­τρεί­α των  ει­δώ­λων, την έ­χα­σαν.  Δι­ό­τι μί­λη­σε ο  Κύ­ριος έ­τσι «Μω­ϋ­σή,  Μω­ϋ­σή,  κα­τά­βη­θι το  τά­χος,  ό­τι η­νο­μη­σεν ο λα­ός σου, ους ε­ξή­γα­γες εκ  γης Αι­γύ­πτου.»  Και κα­τά­λα­βε ο Μω­ϋ­σης κι έρ­ρι­ξε κα­τά γης τις δύ­ο πλά­κες· κι έ­γι­νε συν­τρίμ­μια η δι­α­θή­κη τους, για να  σφρα­γι­σθή ά­σβυ­στη στον αι­ώ­να η δι­ά­θή­κη του α­γα­πη­μέ­νου Ί­η­σού στην καρ­διά μας μέ­σα στην ελ­πί­δα της πί­στε­ως του. Θέ­λω πολ­λά να  σας γρά­ψω,  ό­χι ως δι­δά­σκα­λος, αλ­λά α­πό χρέ­ος α­γά­πης, για  να  μην εί­σθε ελ­λι­πείς ως προς το πε­ρι­ε­χο­με­νο της  πί­στε­ως μας.  Γι' αυ­τό σας έ­στει­λα το πα­ρον γράμ­μα, ε­γώ το κα­τά­κά­θι σας.  '­Ας α­γρυ­πνού­με στις έ­σχα­τες μέ­ρες. Δι­ό­τι σε τί­πο­τε δεν θα μας ω­φε­λή­ση ο­λό­κλη­ρος ο χρό­νος της  ζω­ής και της πί­στε­ως μας, αν  δεν αν­τι­στα­θού­με κα­θώς ται­ριά­ζει σε υι­ούς του Θε­ού στον  τω­ρι­νό και­ρό της α­νο­μί­ας και τα μέλ­λον­τα σκάν­δα­λα.  Για να μη πε­τύ­χη, Λοι­πόν,  καμ­μιά κρυ­φή εισ­δύ­σι ο  σκο­τει­νος,  ας ξε­φύ­γου­με α­πό κά­θε μα­ται­ό­τη­τα, ας  μι­σή­σου­με τε­λεί­ως τα  έρ­γα της  πο­νη­ράς ο­δού.

6. «Και ανελθόντα εις τους ουρανούς και καθεζόμενον εκ δεξιών τού Πατρός».



ΑΡΘΡΟΝ ΕΚΤΟΝ

«Και ανελθόντα εις τους ουρανούς και καθεζόμενον εκ δεξιών τού Πατρός».


Μετά την Ανάστασή του ο Σωτήρ δεν εγκατέλειψε τους μαθητές. Επί σαράντα μέρες εμφανιζόταν σ’ αυτούς, συζητώντας μαζί τους περί της βασιλείας τού Θεού και συνιστώντας να μην απομακρύνονται από τα Ιεροσόλυμα, αλλά να περιμένουν την κάθοδον τού αγίου Πνεύματος, στο οποίο θα παρέδιδε τη σκυτάλη τού λυτρωτικού έργου του, για να το καταξιώσει και να το κάνει προσωπικά οικείο στο λυτρωμένο σώμα της Εκκλησίας του. Περί τού περιεχομένου όμως των συζητήσεων αυτών δεν μας ομιλεί η Γραφή. Είναι φυσικό να υποθέσουμε, ότι σε μία τόσο καινούργια σχέση ο αναστάς Κύριος θα προετοίμαζε τους μαθητές για το δύσκολο αποστολικό έργο, στο οποίο σε λίγο θα ανοίγονταν με τη χάρη τού αγίου Πνεύματος, ως θεμέλιοι λίθοι της Εκκλησίας και στυλοβάτες της βασιλείας τού Θεού επί της γης. Ίσως τους δίδαξε και ορισμένες άλλες αλήθειες που δεν καταγράφτηκαν στη Γραφή, αλλά πέρασαν στη ζωντανή παράδοση της Εκκλησίας.

Ο Χριστός όμως δεν έμελλε να παραμείνει παντοτινά στη γη. Η ιστορική ζωή έχει καθορισμένα τα όριά της. Το πεπερασμένο και έγχρονο είναι προσωρινό, δεν μπορεί να διαιωνίζεται. Το ίδιο συνέβη και με τον Ιησού, ο οποίος έζησε, όπως όλοι οι άλλοι άνθρωποι, την ιστορική του στιγμή. Η ζωή του στη γη είχε και αρχή και τέλος χρονικό. Όταν τελείωσε την αποστολή του, δεν υπήρχε πιά λόγος να παρατείνει την παρουσία του στον κόσμο. Έπρεπε να φύγει, να γυρίσει πίσω. Να επιστρέψει εκεί όπου από την αρχή ήταν ως Λόγος τού Θεού, στους άφθιτους κόλπους τού Πατρός.
Αυτό έγινε την τεσσαρακοστή ημέρα από την Ανάστασή του. Το ιερό βιβλίο των Πράξεων μας διέσωσε το τρυφερό γεγονός τού αποχωρισμού. Οι μαθητές ήσαν μαζεμένοι στο όρος των Ελαιών. Μαζί τους ήταν και ο Διδάσκαλος. Σε ιδιάζουσα δε κατάσταση διατελούντες, τον ρωτούσαν· «Κύριε, ει εν τώ χρόνω τούτω αποκαθιστανεις την βασιλείαν τώ Ισραήλ;». Εκείνος αντί άλλης απαντήσεως τους είπε, ότι δεν είναι δουλειά τους να γνωρίζουν τους χρόνους και τους καιρούς, τους οποίους έχει ορίσει ο Πατήρ για την εκπλήρωση τόσο σημαντικών γεγονότων· αλλά πρέπει να έχουν στραμμένο το βλέμμα τους στη δύναμη που επρόκειτο σύντομα να λάβουν από την κάθοδο σ αυτούς τού παναγίου Πνεύματος, ο φωτισμός τού οποίου θα τους ανεδείκνυε μάρτυρες τού λυτρωτικού έργου του, τόσο στην Ιερουσαλήμ
όσο και στην Ιουδαία και τη Σαμάρεια και ως το τελευταίο σημείο της γης. Και όταν είπε τα λόγια αυτά, οι μαθητές τον είδαν ν’ ανυψώνεται, ενώ νεφέλη τον εσκέπασε από τα μάτια τους. Και ενώ τον κοίταζαν να πορεύεται στον ουρανό, δύο άνδρες (άγγελοι) λευκοντυμένοι, τους είπαν· «άνδρες Γαλιλαίοι, γιατί στέκεστε κοιτάζοντας τον ουρανόν; Ο Ιησούς, τον οποίον βλέπετε ν αναλαμβάνεται από κοντά σας στον ουρανόν, ο ίδιος θα επιστρέψει και πάλι στη γη κατά τον ίδιο τρόπο που τον βλέπετε τώρα να πορεύεται προς τον ουράνιο Πατέρα του».